Day: 04.05.2026

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*