Day: 25.05.2026

«Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;»

*

τέθεικά σε […] ὡς πόλιν ὀχυρὰν (1,18)

Που με θέλεις πόλη οχυρωμένη,
που με θέλεις πύργο απο χαλκό,
τείχος σιδερένιο – τί σημαίνει;

– Θα σ’ το πώ ξανά: δέν κατοικώ
μήτε στην αρχαία κιβωτό,
μήτε στον περίβολο που κάνει
τους αχρείους να νοιώθουν ασφαλείς
βλέποντας σεβάσμιους ιερείς
να ξεπλένουν το αίμα στη λεκάνη

παρά μόνο δίπλα-σου, μαζί-σου,
μέσα-σου, άν τολμάς να το σκεφτείς.

Στον εαυτό-σου σκύψε και ζαλίσου
και τα τείχη της ψυχής-σου υπερασπίσου
στη δική-μου βάρδια ολονυχτίς.

///

Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι (23,23)

Παντού Τον έβλεπαν. Παντού. Στα χιόνια του Λιβάνου,
στου Κάρμηλου τη γελαστή δροσιά, στα περιβόλια,
στ’ αμπέλια, στα ώριμα σπαρτά που αργολυγώντας δίναν
σχήμα στο αγέρι, στου άφοβου καματερού το βλέμμα
και στου αγριμιού το σάστισμα, στις σκόρπιες πινελιές
της παπαρούνας – τόσο ντροπαλής – στο κιρκινέζι
με τον επίμονο ίσκιο-του, στων κοχυλιών τις άδειες
κρυψώνες και στης θάλασσας την απεραντοσύνη.

Τον έβλεπαν κάθε στιγμή. Μέχρι που ο συσσεισμός
ξύπνησε γύρω τα βουνά κι η πυρκαγιά κατάπιε
σπίτια και κήπους, κλήματα, σπαρτά και περιβόλια.
Σάν να μεθύσαν ξαφνικά απ’ τη φρίκη. Μα καθώς
στράβωναν τον λαιμό-τους τώρα αποζητώντας
να δούν να φέγγει, όπως και πρίν, το στοργικό-Του βλέμμα
μέσ’ απ’ τα φώτα τ’ ουρανού – ποιός ουρανός; ποιά φώτα; –
Τον ένιωσαν απο μακριά, πολύ μακριά, να τους αγγίζει.

///

καὶ ποιήσω … κλοιοὺς σιδηροῦς (28/35,13)

Και καβαλάει τον σβέρκο-σου ο ζυγός
με τη σκυφτή-του ασήκωτη δαγκάνα,
και γίνεσαι της ήττας αρχηγός
και των νεκρών που ανέζησαν καμπάνα.

Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;
Ψευδοπροφήτη, αγύρτη, τσαρλατάνε,
δίπλα-σου νά! λευίτες γελαστοί
και πλήθη αλλοπαρμένα που κρατάνε

τα βάγια της ελπίδας και της νίκης.
Κι έρχεσαι να χαλάσεις τη γιορτή,
παρείσακτος στρυφνός ελλανοδίκης
σε αγώνα που δέν έχει νικητή;

Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος. Ζυγαριά
δέν βρίσκεται στον κόσμο να ζυγίζει
τίνος προφήτη η γνώμη ξαστοχά
και τίνος την ανάσταση χαρίζει.

– Πώς! κοίτα την! – Θα κουβαλάς καιρό
στην πλάτη αυτό το ξύλινο δοκάρι;
– Μόλις το σπάσει χέρι φθονερό,
τη θέση-του ενα ατσάλινο θα πάρει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

Απο τη συλλογή «Γιρμεγιάχου»

*

**

Τί γύρευε ὁ Ὅμηρος στὴν κοιλιὰ τῆς μούμιας;

*

τοῦ ΠΑΝΤΑΖΗ Α. ΣΑΡΑΦΗ

~.~

Ἡ μᾶλλον πλειοψηφικὴ ἐκείνη πλευρὰ τῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ στείρα θετικιστικό, τεχνοκρατικῶς σοβαρό, πνεῦμα τῆς ἐποχῆς (τὸ ὁποῖο, ἐνόσῳ αὐτὲς τὸ ἐναγκαλίζονται, εἶναι θέμα χρόνου νὰ τὶς ἀποτελειώσει) βιάζεται ν’ ἀποφανθεῖ ὅτι ἡ σχετικὰ εὔλογη εἰκασία περὶ ἑνὸς κάποιου φιλόμηρου φιλαναγνώστη γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ταριχευμένου τῆς Ὀξυρρύγχου εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ ἰσχύει, θεωρῶντας την ἀκόμα καὶ καταγέλαστη ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ «οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὴν πιὸ βαρετὴ ραψωδία ποὺ ἔχει γραφτεῖ ποτέ».

Ἔχει ἤδη βγεῖ ἄτυπα τὸ συμπέρασμα, διατυμπανιζόμενο μάλιστα μέσῳ δημοφιλῶν διαύλων pop-ἐκλαϊκευμένης ἀρχαιολογίας τοῦ ἑλληνικοῦ διαδικτύου, ὅτι τὸ εὕρημα ἦταν ἁπλῶς ἕνα «παλιόχαρτο» χωρὶς καμμία ἀπολύτως συμβολικὴ σημασία γιὰ τὸν νεκρὸ καὶ τὴν ὅλη διαδικασία τῆς ταφῆς, ὅτι ἡ μόνη χρησιμότητά του ἦταν νὰ λειτουργήσει ὡς ἕνα πρόχειρο ὑλικὸ γιὰ νὰ γεμίσει τὴν κοιλιακὴ χώρα ὥστε αὐτὴ νὰ διατηρήσει τὸ σχῆμα της. Ἀποκλείεται νὰ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία; Ὄχι ἀπαραίτητα, διότι ξέρουμε ἀπὸ ἄλλες περιπτώσεις ὅτι πράγματι συνέβαινε καὶ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μερίδιό της σὲ μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση δὲν μπορεῖ σὲ καμμία περίπτωση ν’ ἀποκλείει ἄλλες ἑρμηνευτικὲς δυνατότητες ποὺ διανοίγονται, δὲν μπορεῖ νὰ κλείνει γρήγορα καὶ βολικὰ τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου φαίνεται νὰ ὑποκρύπτεται ἕνα κάποιο βάθος ποὺ ἐνδεχομένως νὰ κάνει τὸ ὅλο ζήτημα ἀξιερώτητο καὶ ἀξιερεύνητο.

Πάντως τὸ ποιά ἦταν ἀκριβῶς ἡ σκοπιμότητα τῆς τοποθέτησης τοῦ ἰλιαδικοῦ παπύρου ἐντὸς τῆς κοιλιακῆς χώρας τῆς μούμιας μᾶλλον δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ, ἐκτὸς ἂν ἐξασφαλίσουμε μιὰ ἐπιτυχημένη νεκρομαντικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ταριχευμένο τῆς Ὀξυρρύγχου. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ εὕρημα ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἑλληνόγλωσσο παπύρινο κείμενο ποὺ χωρὶς νὰ εἶναι «μαγικό/τελετουργικό», ὅπως ἄλλα καθὼς συνηθιζόταν, ἀλλὰ ἁπλῶς «λογοτεχνικό», ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἐσωτερικὰ στὴν διαδικασία τῆς ταρίχευσης, κατὰ πῶς τόνισε ἡ ἱσπανοαιγυπτιακὴ ἀρχαιολογικὴ ὁμάδα – ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα μας γενικῶς γύρω ἀπὸ τὶς ταφικὲς πρακτικές, ἡ χρησιμοποίηση παπύρου γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ περιτύλιξη μιᾶς ταριχευμένης σοροῦ, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση παπύρου ποὺ μᾶς διέσωσε σημαντικὸ τμῆμα τῶν Σικυωνίων τοῦ Μενάνδρου, δὲν κρίνεται ἰσοσθενῶς ἔμφορτη ἱερῶν συμβολισμῶν ὅσο ἡ ἀπόθεση παπύρου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νεκροῦ.

Ἀντὶ λοιπὸν νὰ βρεθεῖ ἕνα μαγικο-τελετουργικὸ κείμενο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ταριχευμένου νεκροῦ ἄνδρα, ὅπως καὶ θὰ ἦταν ἀρχαιολογικὰ τὸ ἀναμενόμενο, βρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἕνα λογοτεχνικό. Τί ἔχει συμβεῖ λοιπὸν ἐδῶ; Χρησιμοποιήθηκε ἁπλῶς ὡς ἀνακυκλώσιμο παπύρινο ὑλικὸ γιὰ τεχνικοὺς λόγους πλήρωσης τῆς κοιλιακῆς χώρας; Δηλαδὴ ἀπουσιάζει ἀκόμη καὶ ὁ παραμικρὸς συμβολισμός, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ ἴδιο ἀνασκαφὲν περιβάλλον εἶναι ἀναντίρρητα παρόντες ἱεροὶ συμβολισμοὶ ποὺ στόχευαν σὲ μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἐπέκεινα (ὁ λόγος ἐδῶ γιὰ τὶς εὑρεθεῖσες χρυσὲς καὶ χάλκινες γλῶσσες ποὺ κατὰ τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση βοηθοῦσαν τὸν νεκρὸ νὰ συνομιλήσει μὲ τοὺς θεούς, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι σαφὲς μέχρι στιγμῆς ἂν κάποια ἀπ’ αὐτές ἀνῆκε στὸν νεκρὸ ποῦ μᾶς ἀφορᾶ); Ἢ νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἑνὸς ἱεροῦ συμβολισμοῦ ὑπῆρχε μὲν ἀρχικῶς ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ἐσωκλείσει ἕνα κάποιο μαγικὸ κείμενο ἔκανε τὸ τραγικὸ λάθος νὰ βάλει ἀντὶ γι’ αὐτὸ ἕνα λογοτεχνικό;

Μήπως πέρα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους προσέγγισης – ποὺ ὅμως ἐκκινοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀφετηρία – λανθάνει κι ἕνας ἄλλος τελείως διαφορετικὸς τρόπος, ὁ ὁποῖος ὅμως μπορεῖ νὰ ἔρθει στὸ φῶς μόνο ἂν σκεφτοῦμε σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο τὸ «τραγικὸ λάθος» νὰ τὸ διαπράττουμε τελικὰ ἐμεῖς οἱ τῆς σήμερον μὲ τὶς ἀδιερώτητες βεβαιότητές μας σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόλυτη στεγανότητα τῶν εἰδολογικῶν κατηγοριῶν «τελετουργικὸ κείμενο» καὶ «λογοτεχνικὸ κείμενο»; Μήπως λοιπὸν ἡ μεγαλύτερη ἀξία τοῦ εὑρήματος τῆς (κο)Ιλιάδος, ἀκόμη κι ἂν ποτὲ δὲν τὸ ἀποκρυπτογραφήσουμε, συνίσταται στὸ ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα κάλεσμα ν’ ἀναμετρηθοῦμε ἐπιτέλους μὲ τὶς κοντόθωρες καὶ ὄχι τόσο βαθύρριζες βεβαιότητές μας, ἀντὶ τοῦ νὰ τὶς ἐφαρμόζουμε ἀστόχαστα πάνω στὸ εὕρημα μὲ τὸ νὰ τὸ πετᾶμε πάνω στὴν προκρούστεια κλίνη μας προτοῦ κἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ μιλήσει τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του;

Πέρα λοιπὸν ἀπ’ τὸ ἂν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διερωτηθοῦμε περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ταριχευθεὶς εἶχε ὡς ἀγαπημένο του «λογοτεχνικὸ ἀνάγνωσμα» τὴν Ἰλιάδα ἢ ὄχι, τὸ σοβαρότερο πρόβλημα αὐτῆς τῆς σπεύδουσας ἀπολυτότητας μιᾶς καθὼς πρέπει «προσγειωτικῆς» ἀνάγνωσης περὶ τεχνικῆς καὶ μόνο χρησιμότητας τοῦ παπύρου εἶναι ὅτι ἀφαιρεῖ βίαια ἀπὸ τὸν ὀπτικὸ ὁρίζοντα κάτι ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πάει ν’ ἀναδυθεῖ, δηλαδὴ τὴν πιθανότητα νὰ ἔχουμε μπροστά μας, γιὰ πρώτη φορά, μιὰ χειροπιαστὰ πραγματωμένη τελετουργικὴ-θρησκευτικὴ χρήση τοῦ ὁμηρικοῦ κειμένου. Ὅτι εἶχε γενικὰ αὐτὴ τὴν χρήση σὲ φιλοσοφικοὺς-μυητικοὺς κύκλους κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ-ρωμαϊκὰ χρόνια δὲν συνιστᾶ κάποια θεωρία κάποιων σύγχρονων φιλολόγων, ποὺ ὁρισμένοι τὴν δέχονται, οἱ πολλοὶ τὴν ἀπορρίπτουν καὶ κάποιοι στέκονται στὴν μέση, ἀλλὰ κάτι τὸ ἀδιαμφισβήτητο (ἀσχέτως ἂν δὲν εἶναι εὐρέως γνωστὸ) ποὺ τεκμαίρεται μέσῳ μιᾶς πλειάδας ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων καὶ καθ’ ὅλα ἔγκυρων (φιλολογικὰ) ἀρχαίων πηγῶν. Ὡστόσο κάποιο ἐμπράκτως ὑλοποιημένο, κατ’ ἄτομο ἐνεργοποιημένο, δεῖγμα αὐτῆς τῆς τάσης τελετουργικῆς χρήσης ὁμηρικοῦ κειμένου δὲν διαθέταμε μέχρι σήμερα κανένα.

λιάδα (καὶ ἡ δύσσεια) πράγματι εἶχε ἀποκτήσει μιὰ πολὺ μεγάλη φιλοσοφικὴ καὶ μυστικιστικὴ σημασία, εἶχε προσλάβει γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους ἀκριβῶς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅταν ταριχευόταν ὁ νεκρός μας, τὸ κῦρος ἑνὸς οἱονεὶ ἱεροῦ βιβλίου, γεμάτου μεταφυσικὲς ἀλήθειες, τὸ ὁποῖο προσφερόταν γιὰ ἐσωτερικοῦ τύπου ἀποκρυπτογραφήσεις, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα ὡς ὁδηγὸς γιὰ τὴν μετὰ θάνατον πορεία τῶν ψυχῶν (περισσότερα…)