*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
Για τον θάνατο και τον ίσκιο του έχουν γραφτεί πάμπολλα. Για την ακρίβεια –από μια σκοπιά τουλάχιστον– όλα όσα έχουν γραφτεί, για εκείνον μιλούν. «Φιλοσοφία μελέτη θανάτου», που έλεγε και ο Πλάτων.
Για την αθανασία, αντίθετα, δεν έχει γραφτεί τίποτε σχεδόν που να γνώρισε αξιόλογη διάδοση. Πώς πρέπει αλήθεια να την εννοήσουμε; Ως άρση απόλυτη του χρόνου ή μήπως ως ατέρμονη χρονικότητα; Ως πλήρωση υποστασιακή, όπως το επαγγέλλονται οι μεσσιανικές θρησκείες, ή ως διηνεκές μαρτύριο, όπως η σύλληψη της Ewige Wiederkehr του Νίτσε αφήνει να διαφανεί, αιώνια ανακύκληση του όμοιου και του αυτού;
Οι σύγχρονοι κοσμολόγοι μοιάζει να θεμελιώνουν και επιστημονικά την νιτσεϊκή προϊδέαση. Αν ο χρόνος (και ο χώρος) είναι άπειρος, μας βεβαιώνουν, δεν είναι απλώς ενδεχόμενο, είναι εντελώς βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα, όχι μόνο θα συμβούν τα πάντα, αλλά θα επαναληφθούν και άπειρες φορές με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Με τα λόγια του ερημίτη του Sils Maria:
«Σκέψου μια μέρα ή μια νύχτα ένας δαίμονας να τρύπωνε στην μοναξιά σου την πιο μοναχική και να σου ’λεγε: “Αυτή τη ζωή, όπως τη ζεις τώρα δα και την έζησες, θα τη ζήσεις και θα την ξαναζήσεις αμέτρητες ακόμη φορές· και τίποτε δεν θα ’ναι καινούργιο σ’ αυτήν, αλλά κάθε πόνος και κάθε ηδονή και κάθε ιδέα και στεναγμός και κάθε τι ανείπωτα μικρό και μεγάλο της ζωής σου όλα τους θά ‘ρθουν ξανά να σε βρουν, κι όλα τους με την ίδια σειρά και με την ίδια τάξη.”»
Με τον ίδιο τρόπο σκεφτόταν και η Έμιλυ Ντίκινσον την ίδια πάνω κάτω εποχή:
«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει…»
Στις μέρες μας, εντελώς νιτσεϊκή (και ντικινσόνια) ήταν η ταινία Η Μέρα της Μαρμότας. Ο Φιλ Κόννορς, ο ήρωας του φιλοσοφικότατου αυτού φίλμ, ζει και ξαναζεί αενάως την ίδια ακριβώς ημέρα, την 2α Φεβρουαρίου, στο ίδιο μέρος, το Punxsutawney της Πενσυλβάνιας, με τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους να ξανακάνουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, να λένε τα ίδια ακριβώς λόγια, στην ίδια απαράλακτη σειρά. Ακόμη και η απόφασή του να αυτοκτονήσει δεν αλλάζει τη μοίρα του: όσες φορές και αν το κάνει, και το κάνει επανειλημμένα και με όλο τον ζήλο που του εμπνέει η απόγνωση, και πάλι την επομένη, που είναι και πάλι η ίδια 2α Φεβρουαρίου, θα ξυπνήσει την ίδια ώρα, στο ίδιο ξενοδοχείο, με το ίδιο ξυπνητήρι να του ξαναπαίζει το ίδιο τραγούδι: «I Got You Babe».
Μήπως είναι αυτή τελικά η εγγύτερη περιγραφή που διαθέτουμε του Παραδείσου; Δεν είναι η αέναη αδιατάρακτη άφευκτη επανάληψη, ακόμη κι όταν απουσιάζει η μεγάλη οδύνη, η πιο φρικτή παιδωμή; Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είχε το θάρρος να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο για το Πουργατόριο της Θείας Κωμωδίας, τα ίδια όμως δεν λέγονται πάνω κάτω από δεινούς κριτικούς και για τον Paradiso, το τρίτο μέρος του έπους του περιώνυμου Φλωρεντίνου; «Θα προετίμων να πίω καλύτερα» γράφει ο Λευκάδιος, «δεν ηξεύρω ποίον αηδέστατον φάρμακον, παρά να καταδικασθώ είς την ανάγνωσίν του…»
Απ’ αυτή τη σκοπιά, κάθε επαναφορά, κάθε επανάληψη της όποιας κατάστασης, κάθε πάγωμα του χρόνου, είναι ένα υπαρξιακό βασανιστήριο. Τι έχουν να προσφέρουν στον δεσμώτη της Εδέμ ακόμη και τα πιο έκπαγλα ουρί, τι είναι η visio beatifica ή η καθ’ ημάς θέωσις εμπρός στην ωκεάνια ανία της αιωνιότητος. Τι ωφελεί να ζει κανείς εν τόπω χλοερώ, ένθα πάσα λύπη απέδρα, σε αδιάλειπτη αγάπη προς τον Θεό, απαλλαγμένος από ανταγωνισμό, φθόνο ή σύγκρουση; Ο πρώτος ψυχολογικός νόμος της μακαριότητος, το ελιξήριο κάθε ευδαιμονίας, είναι η κίνηση, όχι η στάση, η μεταβολή, όχι η καθήλωση. Όπως ακριβώς η απόλυτη δυστυχία, η τέλεια ευτυχία, για πολύ, δεν αντέχεται.
«Ἐποίησά μοι κήπους καὶ παραδείσους καὶ ἐφύτευσα ἐν αὐτοῖς ξύλον πᾶν καρποῦ», γράφει ο Εκκλησιαστής. «Καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος…»
*
*
*
