ΝΠ | Σκέψη

Λακτάντιος, «Ποιός πού ’χει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾶ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ 

Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς μιλήσαμε. Τώρα πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὰ ἱερά τους μυστήρια. Στὴν Κύπρο ὁ Τεῦκρος[1] θυσίασε στὸν Δία ἀνθρώπινο σφάγιο καὶ τὴν θυσία αὐτὴ τὴν κληροδότησε στοὺς ἑπόμενους, κάτι ποὺ καταργήθηκε πρόσφατα μὲ διαταγὴ τοῦ Ἁδριανοῦ. 2 Στὴν χώρα τῶν Ταύρων, ἔθνος ἀπολίτιστο κι ἄγριο, ὑπῆρχε νόμος νὰ θυσιάζουν τοὺς ξένους στὴν Ἀρτέμιδα[2] κι ἡ τέλεσι αὐτῆς τῆς θυσίας διατηρήθηκε γιὰ πολὺ καιρό. 3 Οἱ Γαλάτες ἐξευμένιζαν τὸν Ἠσὸ καὶ τὸν Τευτάτη μ’ ἀνθρώπινο αἷμα[3]. Ἀμέτοχοι αὐτῆς τῆς κτηνωδίας δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ Λατῖνοι, ἐφόσον ὁ Λατιάριος Ζεὺς[4] λατρεύεται ἀκόμη καὶ σήμερα μ’ αἷμα ἀνθρώπινο. 4 Τί τὸ καλὸ ζητοῦν ἀπ’  τοὺς θεοὺς ὅσοι προσφέρουν τέτοιες θυσίες; Κι ἀπὸ τί μποροῦν νὰ προστατεύσουν τέτοιοι θεοὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφοῦ ἐξευμενίζονται μὲ τὸν πόνο τους; Ἀλλὰ γιὰ τοὺς βάρβαρους δὲν εἶναι ν’ ἀπορῇ κανεὶς καὶ τόσο, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τους συμβαδίζει μὲ τὰ ἤθη τους. Οἱ δικοί μας ὅμως, ποὺ ἀνέκαθεν διεκδικοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν δόξα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μήπως δὲν ἀποδεικνύονται κτηνωδέστεροι μ’αὐτὰ τ’ ἀνόσια τελετουργικά; 5 Πιότερο πρέπει νὰ θεωροῦνται ἐγκληματίες αὐτοὶ ποὺ ἐνῷ ἔχουν στιλβωθῆ μὲ τὶς σπουδὲς τῶν ἐλευθέριων τεχνῶν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀνθρωπισμό, παρὰ ὅσοι ἀπαίδευτοι κι ἁπλοϊκοὶ ὀλισθαίνουν ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἀγαθῶν σὲ πράξεις ἐγκληματικές. 6 Φαίνεται ὡστόσο πὼς αὐτὴ ἡ τελετουργία τῶν ἀνθρωποθυσιῶν εἶναι παλιά, δεδομένου πὼς μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας λατρεύτηκε ὁ Κρόνος στὸ Λάτιο, ὄχι βέβαια νὰ σφάζεται ἄνθρωπος στὸν βωμό, ἀλλὰ νὰ ῤίχνεται στὸν Τίβερι ἀπὸ τὴν Μουλβία γέφυρα[5]. 7 Ὁ Βάρρων[6] μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ κάποιον χρησμό, τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος στίχος ἔχει ὡς ἑξῆς:

καὶ κεφαλὰς ᾍδη καὶ τῷ πατρὶ πέμπετε φῶτα[7].

Κι ἐπειδὴ αὐτὸ φαίνεται δισήμαντο ὑπάρχει συνήθεια νὰ ῤίπτεται καὶ δᾷδα καὶ ἄνθρωπος[8]8 Ὡστόσο λέγεται πὼς αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας καταργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, διατηρουμένου ὅμως τοῦ τελετουργικοῦ, ὥστε ἀντὶ ἀληθινῶν ἀνθρώπων νὰ ῤίπτωνται ὁμοιώματα ἀπὸ βοῦρλα. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ὀβίδιος στὸ Ἡμερολόγιο:

Ὡς ὁ Τιρύνθιος νὰ  ’ρθῇ στὸν τόπο
θυσίες γίνονταν μὲ Λευκάδιο τρόπο,
ἐκεῖνος ὅμως ἀρχὴ θὰ κάμῃ
σκιάχτρα νὰ ῤίχνουνε μὲς στὸ ποτάμι [9].

9 Τὴν ἱερουργία αὐτὴ τελοῦν οἱ Ἑστιάδες παρθένες ὅπως λέει ὁ ἴδιος πάλι: (περισσότερα…)

Φιλοσοφικά Πρότερα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ως αφετηρία του φιλοσοφείν, μνημονεύεται συχνά το θαυμάζειν, όπως αναφέρεται στη γοητευτική διατύπωση του Πλάτωνα στον διάλογο Θεαίτητος (155d): «μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη». Όμως τί θα ήταν η φιλοσοφία χωρίς την αναζήτηση της αλήθειας; Ας σταθούμε τώρα σε μια άλλη διατύπωση , του Αριστοτέλη αυτή τη φορά,  από το κείμενό του Μετά τα Φυσικά (1011b25), όσον αφορά το τι είναι αληθές : «τὸ μὲν λέγειν τὸ ὂν εἶναι καὶ τὸ μὴ ὂν μὴ εἶναι ἀληθές». Κοινώς, να λες γι’ αυτό που είναι ότι είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι. Η διατύπωση του Αριστοτέλη εκ πρώτης όψεως είναι αφοπλιστικά απλή, μια μάλλον αυταπόδεικτη πρόταση του κοινού νου. Μια πρόταση που θα ικανοποιούσε πολλούς αιώνες μετά και τον Βιτγκενστάιν, όσον αφορά το πώς οφείλουν να είναι οι φιλοσοφικές προτάσεις. Σε μια δεύτερη ανάγνωση εντυπωσιάζει για την πυκνότητα και τη μεγαλοφυία της. Απομονώνοντας τα συστατικά της και  διερωτώμενοι  γι’ αυτά, αρχίζει να απλώνεται ενώπιόν μας σχεδόν όλο το φιλοσοφικό πεδίο: φιλοσοφία της γλώσσας, γνωσιολογία,  οντολογία, ενώ μια δρασκελιά πιο πέρα παραμονεύει η ηθική και η αισθητική.

Ας ξεκινήσουμε από το «να λες», δηλαδή από τις  λέξεις. Απ’ όσα λέμε και εννοούμε και δι’ αυτών αναφερόμαστε σε όψεις του κόσμου. Όμως πώς οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους και τί αποκαλύπτουν; Άπαξ και εγείρεται το ζήτημα του «αληθούς» όσων λέμε, εγείρεται και το ζήτημα της γνώσης γι’ αυτά που λέμε. Ιδού, λοιπόν, η φιλοσοφία της γλώσσας και η γνωσιολογία.  Και περνάμε στο τι είναι και το τι δεν είναι. Στην οντολογία, στα όντα και τα μη όντα (του Αργύρη Χιόνη, και όχι μόνο). Κάπου εκεί προκύπτει και το ψεύδος, δηλαδή να λες γι’ αυτό που είναι ότι δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι είναι. Οπότε εμφανίζονται στο προσκήνιο  ζητήματα ηθικής και των πράξεων που συνυφαίνονται με όσα λέμε για το τι είναι και τι δεν είναι. Αλλά και ζητήματα αισθητικής, αν αναλογιστούμε τα ζωτικά ψεύδη και τις φανερώσεις ενός έργου τέχνης ή μιας στάσης ζωής.

Σε τούτο το φιλοσοφικό ημερολόγιο όπως έχει ξεδιπλωθεί μέχρι στιγμής, εκτέθηκε ένα οικοσύστημα από το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας με έννοιες όπως έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, αξίες, αυταξίες, οι φάροι σε μια διαδρομή, δυνατότητες που ενεργοποιούνται, πολιτισμικές υπαγορεύσεις, δεύτερη φύση, συναισθηματική ώθηση, οι δυσκολότερα μεταβαλλόμενες ανάγκες, πρόσωπο και ταυτότητα, αναθεώρηση ριζική και μη, προδοσία, προσανατολισμός εντός κι εκτός πρακτικών, ολόπλευρη εκδίπλωση, πολύεδρη αρμονία, πληρότητα.

Στη συνέχεια θα πάμε ένα βήμα πριν και  θα ιχνηλατήσουμε τις παραδοχές του οικοσυστήματος αυτού από το πεδίο της φιλοσοφίας της γλώσσας, της γνωσιολογίας και της οντολογίας. Για να επιστρέψουμε, δυναμωμένοι από θεωρία, και πάντα υπό τη στέγη ενός ιδεαλισμού εδάφους,  στην ίδια την πρακτική της ποίησης. Στα ποιήματα και τις λέξεις τους· αυτές τις μικρογραφίες κόσμου.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #10

*

*

Τεχνική, τεχνοκρατία καὶ γλώσσα: Ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ στὸν Μάρτιν Χάιντεγγερ

*

τοῦ ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ συγγραφέα Γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ: Κείμενα πρὶν καὶ μετὰ τὴν έκδημία του  τὸ ὁποῖο μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴκαρος.

///

Καθὼς διανύεται μιὰ περίοδος ἀνήσυχη, κρίσιμη καὶ ἄκρως ἀπροσδιόριστη, θεώρησα ὅτι σὲ ἕνα βιβλίο γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ ἔχει σημασία νὰ διασταυρώσω μερικὰ κείμενα τοῦ Χάιντεγγερ  μὲ τὴν προώθηση τῆς τεχνοκρατίας σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ὁ Γιανναρᾶς ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἀναφέρθηκαν σὲ τέτοια ζητήματα, καὶ μάλιστα συνέδεσε τὴν ἐπέλαση τῆς τεχνοκρατίας μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐξέλιξη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Μιὰ «σύνοψη τῶν ἐπιπτώσεων αὐτῆς τῆς πραγματικότητας εἶναι αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα:

[…] στὴν τρέχουσα τεχνολογική μας γλώσσα θὰ λέγαμε, ὅτι γίνεται ὁ ἄνθρωπος συγκεκριμένη χρονικὴ μονάδα παραγωγῆς καὶ μετρημένη διάρκεια κατανάλωσης – ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ γίνεται ὀκτάωρο, περιορισμένες χρονικὲς διαφυγὲς «ψυχαγωγίας», ἐτήσιο εἰσόδημα καὶ ἐτήσιες δαπάνες, συντάξιμα χρόνια, καὶ τελικὰ δυὸ ἡμερομηνίες: γέννησης καὶ ταφῆς.[1]

Ἂς δοῦμε, λοιπόν.

Οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν πάρει εἴδηση ὅτι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα προέρχεται ἀπὸ τὴν τεχνική. Προτοῦ φτάσουμε στὰ τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης (ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζεται ἡ τεχνητὴ γονιμοποίηση), θὰ πρέπει νὰ δοῦμε –καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτοῦ ποὺ ὁ Χάιντεγγερ ὀνομάζει «παραδοσιακὴ γλώσσα»– τί σημαίνει γλώσσα τῆς τεχνικῆς καὶ πῶς ἀντιτίθεται στὴν ἄλλη, ἀλλὰ καὶ ποιὲς ἄκρως ἀρνητικὲς συνέπειες ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτήν. Ὑπάρχουν τεράστια ζητήματα ποὺ πρέπει ἐπιτέλους νὰ τεθοῦν μπροστὰ στὰ μάτια, στὰ αὐτιά, στὴν καρδιὰ καὶ στὴ διάνοια τῶν ἀνθρώπων σήμερα, καθὼς ὁ κόσμος ἀγγίζει ἕνα ὅριο ἤ, μᾶλλον, τὸ ὑπερβαίνει ἀλόγιστα, χωρὶς νὰ καταλαβαίνει σχεδὸν τίποτα.

Λέω, λοιπόν, ὅτι ἀρχαῖοι λαοὶ ὅπως οἱ Ἕλληνες, οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰνδοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Πέρσες, ἀλλὰ προπαντὸς ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες μὲ τὶς ἀρχαῖες καταβολές μας, κυρίως ὡς πρὸς τὴ γλώσσα καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγο, ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ ξαναδοῦμε σὲ βάθος –ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀναστοχαστοῦμε, ὅπως λένε διάφοροι διανοούμενοι– τὴ σημασία ὅρων ὅπως ἀλήθεια, λόγος, γλώσσα, ὀμορφιά (κάλλος), ὕπαρξη, συν-ύπαρξη, φύλο, ἔρωτας, ἀγάπη, ζωή. Γιατὶ τὸ κυρίαρχο πνεῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου ὅλα αὐτὰ ὄχι ἁπλῶς τὰ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἢ ἀποδόμηση, ἀλλὰ τὰ ἀπορρίπτει ἢ τὰ περιθωριοποιεῖ, θεωρώντας ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐπινοεῖ ἄλλες σημασίες, ἐρήμην κάθε πνευματικῆς ἱστορίας καὶ κάθε παραδοσιακῆς γλώσσας.

Ὁ Χάιντεγγερ στὸ βιβλίο του Παραδοσιακὴ γλώσσα καὶ τεχνικὴ γλώσσα, τὸ ὁποῖο περιέχει ὁμιλία ποὺ ἔδωσε τὸ 1962, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα τριῶν ἐτῶν, διευκρινίζει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δύο γλῶσσες μὲ τρόπο ἁπλὸ καὶ καίριο. Μιλώντας γιὰ «“φυσικὴ”»[2] ἢ «παραδοσιακὴ»[3] γλώσσα, τονίζει ὅτι εἶναι «αὐτὴ ποὺ δὲν τὴν ἐπινόησε καὶ δὲν τὴ διαμόρφωσε ἡ τεχνικὴ […] – ἡ μὴ τεχνικοποιημένη καθομιλούμενη γλώσσα».[4] Γιὰ νὰ δείξει τὴν ὅλη διάσταση αὐτῆς τῆς γλώσσας, ὁρίζει τὴν παράδοση ὡς τὴ «διαφύλαξη τοῦ ἀρχικοῦ»,[5] τὴ «διατήρηση νέων δυνατοτήτων τῆς ἤδη ὁμιλούμενης γλώσσας. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἐμπεριέχει καὶ δωρίζει τὸ ἀνείπωτο».[6] Καὶ προσθέτει ὅτι ἡ ἴδια ἡ γλώσσα

καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα ἀπὸ τὴν παρακαταθήκη της νὰ πεῖ τὸν κόσμο ἐκ νέου καὶ ἔτσι νὰ φανερώσει Αὐτὸ-ποὺ-ἀκόμη-δὲν-ἔχει-ἰδωθεῖ. Αὐτή, ὅμως, εἶναι ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ κλήση τῶν ποιητῶν.[7]

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ διασταυρώσω τὰ λεγόμενα τοῦ Χάιντεγγερ μὲ τὴν παρακάτω διατύπωση τοῦ ποιητῆ Νικηφόρου Βρεττάκου ἀπὸ τὴν ὁμιλία του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸ 1988. Ἀναφερόμενος στὸν ἀρχαιοελληνικὸ λόγο, λέει:

Ὁ ποιητικὸς μας λόγος ὑπῆρξε ὁ ἐκφραστὴς τῆς ἑλληνικῆς μοναδικότητας, γιατὶ μέσα στοὺς ποιητὲς λειτουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ κόσμος καὶ ἡ φωνή τους εἶναι φωνὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Εἰκόνα τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἀποτέλεσε τὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ σκεπτικοῦ.[8]

(περισσότερα…)

Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)

Στον ίδιο φαύλο κύκλο

Bartolomeo Del Bene, Η Πόλις της Αληθείας

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εκκοσμίκευση των Νέων Χρόνων; Διαφωτισμός και χειραφέτηση της πολιτικής από τη θρησκεία; Τι ψευδαίσθηση… Ούτε μία ούτε δύο: τρεις εσχατολογίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή γύρω στα νερά του Περσικού Κόλπου. Η χριστιανική προτεσταντική των ΗΠΑ, η εβραϊκή σιωνιστική του Ισραήλ και η ισλαμική σηιτική του Ιράν.

Ο εκθεολογισμός της πολιτικής ρητορικής είναι ίσως η πιο χτυπητή εξέλιξη των τελευταίων ετών. Τους Αμαληκίτες θέλει να εξαλείψει εκ νέου από προσώπου γης ο Νετανιάχου και οι συν αυτώ στα Ιεροσόλυμα. Τον Αντίχριστο της «παγκόσμιας κυβέρνησης» αντιμάχεται ο Πέτερ Τιλ και οι τεχνογκουρού. Τον Σατανά αυτοπροσώπως βλέπει επί τω έργω κατά της Μητέρας Ρωσσίας στην Ουκρανία και αλλαχού ο Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τον Εξαποδώ αναγνωρίζει στη μορφή του Τραμπ και η Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου ποζάρει ως άλλος Ιησούς φωτοστεφάνωτος και αίρων τας αμαρτίας του κόσμου…

Πώς γίνεται και μετά από τρεις αιώνες ριζικής, εκθεμελιωτικής κριτικής στον θρησκευτικό «σκοταδισμό» να μην έχουμε κάνει βήμα από την αρχική μας αφετηρία; Η απάντηση είναι απλή και έχει δοθεί εγκαίρως από πολλούς στοχαστές. Όλες οι πολιτικές ιδεολογίες που έχουν τη ρίζα τους στον Διαφωτισμό, στην πράξη αντέγραψαν τη δομή του θρησκευτικού πιστεύω που γύρεψαν να παραμερίσουν. Την θεόθεν Πρόνοια αντικατέστησε η εξίσου νομοτελειακή Πρόοδος. Η Ιστορία παρέμεινε στάδιο οντολογικά υποδεέστερο, προορισμένο να φτάσει στο Τέλος, την Τελείωση και την Τελειότητά της, απλώς αυτή τη φορά ενδοκοσμικά και όχι μετά την Έσχατη Κρίση. Η Ανάσταση μετονομάστηκε σε Επανάσταση. Ο ενεστώς άνθρωπος κηρύχθηκε λιποβαρής, παρακατιανός και αναμορφωτέος: ένας Νέος Άνθρωπος -του Σοσιαλισμού, του Φασισμού, του Φιλελευθερισμού- ήταν γραφτό να πάρει τη θέση του, ή ακόμη καλύτερα, ένας Μετάνθρωπος ή ένας άνθρωπος υβριδικός, η Ανθρωπομηχανή.

Όπως έγραφε ο Βίλχελμ Μύλμαν στα 1984, οι θρησκευτικοί πόλεμοι μπορεί να ξεκίνησαν στην Αρχαιότητα με τους αμοιβαίους διωγμούς μεταξύ εθνικών και ναζαρηνών, στην πράξη όμως δεν τελείωσαν ποτέ. Ο ίδιος ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές είναι φαινόμενο διαχρονικό και, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ανεξάλειπτο. Όμως η ταύτιση του Αντιπάλου με το Κακό και το αίτημα της καθολικής του εξάλειψης ως ύψιστου ηθικού καθήκοντος ουτωσώστε να διανοιχθεί η οδός προς τη Σωτηρία (το Χιλιόχρονο Ράιχ, την Αταξική Κοινωνία, την Δικαιωματοπάροχο Αγορά) είναι ένα νέο ποιοτικά φαινόμενο με γενεαλογία συγκεκριμένη, με ρίζες στον μονοθεϊσμό και την προσδοκία της μίας και οριστικής Αλήθειας. Τα μεταδιαφωτιστικά πολιτικά στρατόπεδα ανέγραψαν όλα στα λάβαρά τους, στην εκάστοτε ιδιόλεκτό τους, το βιβλικό «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει».

Για τη δόξα, τον πλούτο και την ισχύ μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί ο καθένας. Για μια ιδέα όμως, μόνος ένας πιστός. Ο ηθικός σκεπτικιστής, ο αγνωστικιστής ποτέ δεν θυσιάζεται για μια ιδέα, όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελλ. Για τον λόγο ότι φοβάται την ειρωνεία: η ιδέα του ίσως αποδειχθεί εσφαλμένη.

Με την έννοια αυτή, η αποτυχία των πολιτικών ιδεολογιών να εκπληρώσουν εμπράκτως τις υποσχέσεις τους (ακόμη και οι πιο ζηλωτές φιλελεύθεροι δυσκολεύονται πια να διαβεβαιώσουν τους πιστούς τους ότι το μέλλον που τους περιμένει εν καπιταλισμώ θα είναι καλύτερο από το παρόν) ήταν επόμενο να οδηγήσει σε μια συστροφή: στην ανακλαστική επάνοδο στο real thing, στη γνήσια θεολογία. Η αναρρίπηση των θρησκειών έρχεται να αντιπαλέψει όχι μόνο το κενό του νοήματος στο οποίο έχουμε περιπέσει, αλλά κάτι πρωτογενέστερο: το ναυάγιο των Ουτοπιών που το γέννησαν.

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται, φευ, για μια παλινωδία. Για μία παλινδρόμηση, αλίμονο, στον ίδιο φαύλο κύκλο.

*

*

*

Χώρος και Χρόνος στην Ιστορία του Πολιτισμού: Σημειώσεις για τον Παναγιώτη Κονδύλη

*

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

~.~

«Αυτό που ονομάζεται πνεύμα της εποχής
δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο
παρά το ίδιο το πνεύμα των ανθρώπων, μέσα
στο οποίο η εποχή καθρεφτίζεται.»
ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ
«Ο ιστορικός είναι ένας αναδρομικός προφήτης.»
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΛΕΓΚΕΛ

 

Ι. Η Κοινωνιολογική Σύλληψη του Κονδύλη

Στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης περιγράφει τη μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Στην παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των όψεων και διαστάσεων που θίγει ο Κονδύλης στο έργο αυτό, παρά θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημείου, και πιο συγκεκριμένα ενός εργαλείου στο οποίο στηρίχθηκε εν μέρει ο εν λόγω διαχωρισμός: της διάκρισης χώρου και χρόνου ως μορφών κοινωνικής εμπειρίας. Πριν το κάνουμε όμως αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε σύντομα το ευρύτερο μεθοδολογικό πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιεί ο Κονδύλης προκειμένου να υποστηρίξει τη βασική θέση του βιβλίου ότι «η προβληματική του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου—τόσο στην κοινωνική και πολιτική όσο και στην πολιτισμική της έποψη—φωτίζεται καλύτερα αν τη δούμε στο πλαίσιο της παρακμής του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής, καθώς και της μετάβασης από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία».[1]

Για να φωτίσει αυτήν την ιστορική μετάβαση, ο Κονδύλης κατασκευάζει δύο ιδεότυπους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα δύο διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα που περιγράφει: ο πρώτος είναι το «συνθετικό–εναρμονιστικό» σχήμα σκέψης, που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης και ζωής του αστικού πολιτισμού, κι ο δεύτερος είναι το «αναλυτικό–συνδυαστικό» σχήμα σκέψης, που αντιστοιχεί στον τρόπο σκέψης και ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Ο Κονδύλης θεωρεί πως πρωτεργάτες αυτής της μετάβασης υπήρξαν τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα του μοντερνισμού· παρά την εσωτερική ετερογένεια και ποικιλομορφία τους, η εξωτερική αντι-αστική στόχευση των ρευμάτων αυτών επισημάνθηκε από διάφορους κοινωνιολόγους και ιστορικούς. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει έναν κοινό παρανομαστή ανάμεσα τους, ο Λίχτχαϊμ έγραφε π.χ. το 1972: «το κίνημα του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν διέθετε κάποιο ενιαίο θεματικό πυρήνα, παρά μόνο μια γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που με ασαφή τρόπο αποκαλούνταν αστικός τρόπος ζωής».[2] Αν, για τον Κονδύλη, ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός υπήρξε η ατμομηχανή αυτής της μεταβολής, καθώς, όπως γράφει, η τέχνη συχνά επιτελεί ρόλο σεισμογράφου βαθύτερων ιστορικών διεργασιών και κοσμοθεωρητικών εντάσεων,[3] τότε, στον απόηχο των κινημάτων αυτών, ολόκληρη η πνευματική ατμόσφαιρα υπέστη μια ριζική μεταβολή.[4] Και η  μεταβολή τούτη συνυφάνθηκε εξ αρχής με αντίστοιχες μετατοπίσεις στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας, οι οποίες όμως, για λόγους οικονομίας, θα μείνουν εκτός του πλαισίου της ανάλυσης μας.[5]

Παράλληλα, ο Κονδύλης τονίζει ότι στον πρώτο ιδεότυπο κυριαρχεί το πρωτείο του χρόνου, ενώ στον δεύτερο το πρωτείο του χώρου.[6] Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, ότι δηλαδή κάποιες ιστορικές εποχές οργανώνουν την εμπειρία τους χωρικά και άλλες χρονικά, είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Συγκρίνοντας την αστική σύνθεση με εκείνη της χριστιανικής κοινωνίας που προηγήθηκε, ο Κονδύλης σημειώνει πως «αν στην αντίληψη της societas civilis το αρμονικό Όλο έμοιαζε με πυραμίδα, τώρα φαίνεται μάλλον σαν σφαίρα».[7] Στην περίπτωση της μετα-αστικής κοινωνίας, η πιο εναργής εικόνα στην οποία προσφεύγει κατ’ επανάληψη για να φωτίσει την ιδιαιτερότητα της νέας μορφής σκέψης είναι εκείνη της επίπεδης επιφάνειας. Ας δούμε τώρα πώς αντιλαμβάνεται θεωρητικά αυτή τη διάκριση. Συνοψίζοντας τις βασικές διαφορές των δύο μορφών σκέψης, ο Κονδύλης γράφει:

Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης. Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυασθούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.[8] (περισσότερα…)

«Μεταξύ αστικής και μετα-αστικής εποχής»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη για το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα

*

Εισαγωγικό Σημείωμα – Μετάφραση
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ

Στην επιστολή που ακολουθεί προς τον φίλο του, Falk Horst, ο Κονδύλης παραθέτει ορισμένα παραδείγματα που φωτίζουν την αντίθεση ανάμεσα στην αστική και τη μετα-αστική λογοτεχνία. Η αντίθεση αυτή αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, στο οποίο ο Κονδύλης περιγράφει την ευρύτερη μετάβαση από τον αστικό πολιτισμό του 19ου αιώνα στον μαζικοδημοκρατικό πολιτισμό του 20ού. Βασική θέση του βιβλίου είναι ότι ο καλλιτεχνικός και λογοτεχνικός μοντερνισμός —από τον νατουραλισμό και τον ιμπρεσιονισμό ίσαμε τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα— υπήρξε το πρώτο χρονολογικά πνευματικό κίνημα που εξαπέλυσε μια συντονισμένη επίθεση στα κοσμοθεωρητικά θεμέλια του αστικού πολιτισμού.

Το βιβλίο έχει σε μεγάλο βαθμό δοκιμιακή μορφή, είναι γραμμένο σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και στερείται τόσο παραπομπών όσο και βιβλιογραφίας. Όταν δε ο συγγραφέας αναφέρεται σε συγκεκριμένες υφολογικές ή κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, ονοματίζει μόνο ρεύματα και «-ισμούς» (π.χ. φουτουρισμός), χωρίς να παραπέμπει ευθέως σε ονόματα ή σε συγκεκριμένα έργα. Λάτρης των πανοραμικών κατόψεων, ο Κονδύλης συχνά «τσουβαλιάζει», όπως κατά καιρούς του καταλογίστηκε, την εσωτερική μοναδικότητα του έργου τέχνης σε σχήματα που εξυπηρετούν την προώθηση μιας συνθετικής ματιάς. Στο σημείο αυτό η προσέγγιση του διασταυρωνόταν με εκείνη του Άρνολντ Χάουζερ, ο οποίος κατά παρόμοιο τρόπο πίστευε ότι μια τέτοια θεώρηση δεν αποσκοπεί στο να υπονομεύσει τις ατομικές αρετές του έργου τέχνης, αλλά στο να το δει από μια άλλη σκοπιά – εκείνην που ο Ούγγρος ιστορικός της τέχνης θεωρούσε ως την κυρίαρχη του 20ού αιώνα: την κοινωνιολογική. Σε κάθε περίπτωση, η ακόλουθη επιστολή μπορεί να λειτουργήσει ως μίτος χειροπιαστών παραδειγμάτων για τον ενδιαφερόμενο ερευνητή που θα επιθυμούσε να προβεί σε μια πιο εστιασμένη ανάγνωση των γενικών ερμηνευτικών διαγνώσεων του βιβλίου.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά τόσο την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη όσο και τον κ. Φαλκ Χορστ. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Χώρος και χρόνος στην ιστορία του πολιτισμού: Σημειώσεις πάνω στην Παρακμή του αστικού πολιτισμού του Παναγιώτη Κονδύλη». – ΣΒ

(περισσότερα…)

Immanuel Kant, Χαρακτηρολογία ανδρών και γυναικών

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht) είναι το τελευταίο έργο του Ιμμάνουελ Καντ, το οποίο εξέδωσε ο ίδιος (1798). Προέκυψε από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Καντ για το αντικείμενο τούτο στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg, το σημερινό Καλίνινγκραντ), από το έτος 1772/73 έως το 1795/96, στηριζόμενος στα καλύτερα συγγράμματα εμπειρικής ψυχολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά και στις απέραντες γνώσεις του στα πεδία των επιστημών και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αρχαίας και νεότερης. Η σημασία και η αξία του έργου αναγνωρίζεται καθολικά και διεθνώς, όχι μόνο μέσα στα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Θεωρείται από τα θεμελιακά έργα του κλάδου της Ανθρωπολογίας, και μάλιστα τόσο της φιλοσοφικής όσο και της εμπειρικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης. Ως προς το περιεχόμενό του, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους κλάδους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, της ηθικής, της ψυχολογίας, εν μέρει και της κοινωνιολογίας.

Η Ανθρωπολογία αποτελείται, εκτός από τον πρόλογο, από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος («Ανθρωπολογική διδακτική») αποτελείται από τρία βιβλία, ακολουθώντας τη –γνωστή από άλλα έργα του Καντ, ιδίως την Κριτική της κριτικής δύναμης– διαίρεση των ανθρώπινων ψυχικών ή πνευματικών δυνάμεων στις γνωστικές ικανότητες, το συναίσθημα της ηδονής και της δυσαρέσκειας και το επιθυμητικό. Το δεύτερο μέρος (η «Ανθρωπολογική χαρακτηρολογία») πραγματεύεται τον χαρακτήρα του προσώπου, του φύλου, του λαού, της φυλής και του ανθρώπινου γένους. Το τμήμα που παρουσιάζουμε εδώ είναι συνέχεια του κεφαλαίου που ο Καντ αφιερώνει στον «χαρακτήρα του φύλου», δηλ. στα χαρακτηριστικά ή ιδιάζοντα γνωρίσματα των δύο φύλων, καθώς και τις  διαφορές και τις σχέσεις τους. Για το πλήρες κείμενο της παρούσας Εισαγωγής και το πρώτο μέρος του εν λόγω κεφαλαίου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

///

Διάσπαρτες παρατηρήσεις

Η γυναίκα θέλει να κυριαρχεί, ο άνδρας να κυριαρχείται (ιδίως προ του γάμου). Σε τούτο οφείλεται η αβροφροσύνη της παλαιάς ιπποσύνης. – Η γυναίκα αποκτά ενωρίς εμπιστοσύνη στον εαυτό της ως προς το να αρέσει. Ο νέος ανησυχεί πάντα μήπως δεν αρέσει και γι’ αυτό είναι αμήχανος (ντροπαλός) στη συντροφιά με κυρίες. – Την υπερηφάνεια αυτή της γυναίκας, να αποτρέπει κάθε όχληση του άνδρα με το σεβασμό που εμπνέει και το δικαίωμα να απαιτεί σέβας για τον εαυτό της ακόμα και δίχως αξιομισθίες, τα επιβάλλει απλώς βάσει του τίτλου[1] του φύλου της. – Η γυναίκα αρνείται, ο άνδρας επιζητεί∙ η υποταγή της είναι εύνοια. – Η φύση θέλει τη γυναίκα να τη ζητούν∙ γι’ αυτό η ίδια δεν έπρεπε να είναι τόσο εκλεκτική στην εκλογή της (σύμφωνα με το γούστο της) όσο ο άνδρας, τον οποίο η φύση έχει φτιάξει και πιο χονδροειδή, και που αρέσει στη γυναίκα αρκεί μονάχα να δείχνει στην εμφάνισή του δύναμη και ικανότητα για να την υπερασπίζεται. Πράγματι, εάν η γυναίκα έδειχνε αηδία όσον αφορά στην ομορφιά της μορφής του και αν ήταν εκλεπτυσμένη στην επιλογή της, για να μπορεί να ερωτεύεται, θα έπρεπε να εμφανίζεται αυτή ότι επιζητεί, ενώ αυτός ότι αρνείται∙ κάτι που θα υποβίβαζε ολοσχερώς την αξία του φύλου της ακόμα και στα μάτια του άνδρα. – Η γυναίκα πρέπει να φαίνεται ότι είναι στον έρωτα ψυχρή, αντιθέτως ο άνδρας ευσυγκίνητος. Το να μην ανταποκριθεί σε μιαν ερωτική πρόκληση φαίνεται ότι είναι ντροπή για τον άνδρα, ενώ για τη γυναίκα είναι αισχρό το να τείνει εύκολα ευήκοο το αυτί σε μια τέτοια πρόκληση.– Ο πόθος της γυναίκας να επιδεικνύει τα θέλγητρά της σε όλους τους λεπτούς άνδρες, είναι φιλαρέσκεια, ενώ η προσποίηση [του άνδρα] να φαίνεται πως είναι ερωτευμένος με όλες τις γυναίκες, είναι αβροφροσύνη∙ και τα δύο μπορεί να μια σκέτη επίδειξη που έχει γίνει μόδα δίχως κανένα σοβαρό επακόλουθο∙ όπως ήταν το Cicisbeat[2] μια προσποιητή ελευθερία της γυναίκας στον γάμο, ή ο θεσμός των ευνοουμένων ερωμένων[3] που υπήρχε επίσης άλλοτε στην Ιταλία. {Στην Historia Concilii Tridentini [Ιστορία της Συνόδου του Τριδέντου (Τρέντο)]} λέγεται μεταξύ άλλων: erant ibi etiam 300 honestae meretrices, quas cortegianas vocant. [Υπήρχαν επίσης εκεί 300 έντιμες εταίρες που τις αποκαλούν ευνοούμενες ερωμένες].[4]) Για τον θεσμό αυτόν διηγούνται ότι διακρινόταν από περισσότερο ευπρεπή πολιτισμό της κόσμιας δημόσιας συναναστροφής από όσο οι μικτές συντροφιές στις ιδιωτικές κατοικίες.– (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

Αρρυθμίες πρακτικών και το νεοελληνικό στοίχημα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο πήχης των πρακτικών

Ένα πρόσωπο προσανατολίζεται είτε μέσω ευρύτερων αιτημάτων είτε μέσω μεμονωμένων πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Σύμφυτη με την έννοια της πρακτικής είναι η έννοια του κριτηρίου. Τα κριτήρια αφορούν το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που τίθεται σε κυκλοφορία – ως προϊόν, ως υπηρεσία, ως αγαθό. Χαράζουν τα όρια μεταξύ του ορθού και του λανθασμένου, του άξιου και του ανάξιου, του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Επιπλέον, δεν πέφτουν από τον ουρανό. Από ανθρώπους φτιάχνονται, μέσα από ποικίλες ζυμώσεις στην εκάστοτε πρακτική, και στον χρόνο δοκιμάζονται. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός θέτει τον δικό του πήχη, διαμορφώνει τα δικά του κριτήρια στην εκάστοτε πρακτική. Διαμορφώνει πρότυπα· τι είναι αποδεκτή δημοσιογραφία, άξιο λογοτεχνικό έργο, κατάλληλη ιατρική φροντίδα, σωστή εκπαιδευτική προσέγγιση ή λανθασμένη. Σε κάποιους κοινωνικούς σχηματισμούς αναπτύσσονται καινοτομίες στις πρακτικές (ενδεχομένως και ολότελα καινούργιες πρακτικές), ενώ σε άλλους αναπτύσσονται αντίγραφα, τα οποία είτε εξελίσσουν το πρότυπο είτε αποτελούν επιτόπιες προσαρμογές είτε καταντούν κακέκτυπά του. (περισσότερα…)