ΝΠ | Σκέψη

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [2/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πρώτο Μέρος εδώ

 ΙΙ.

Στις 5 Μαρτίου 2026, έναν μήνα και πέντε μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, διαβάζω μία από τις σπάνιες πλέον δηλώσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν:

«Μια χώρα δέχτηκε επίθεση χωρίς κανένα πραγματικό λόγο και δολίως, τη στιγμή που υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μαζί της, και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ή η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε τούτη την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από δύο κράτη που καθώς φαίνεται έχουν απολέσει κάθε μέτρο αυτογνωσίας και ευθύνης, αλλά και διέταξε τον ιρανικό λαό να πάψει να αμύνεται3

Εννοείται ότι μία χώρα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες αυτήν την περίοδο, δέχθηκε σοβαρή επίθεση. Όχι μόνον στην επικράτειά της αλλά και στην αξιοπρέπεια και την αυτεξουσιότητά της. Η Δύση, αρχικά, επικαλούμενη το μεταμοντέρνο παραμύθι του δικαιωματισμού που γνωρίζει ως κάκιστος πλασιέ να πουλάει τα τελευταία χρόνια στην υπόλοιπη υφήλιο, εγκατέλειψε την κασέτα που είχε βάλει να παίζει μονίμως, για να βγει στην επιφάνεια το πραγματικό ζητούμενο της επίθεσης στο Ιράν: το πετρέλαιο. Και δεν είναι μόνον το πετρέλαιο αλλά και το ποιος ελέγχει έναν γεωγραφικό τόπο και ένα φυσικό πέρασμα που από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκει σε συγκεκριμένους λαούς. Αφού οι ΗΠΑ και οι σκοταδιστές δορυφόροι τους στην περιοχή κατάφεραν να επιβάλουν, έπειτα από δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχούς προσπάθειας, το τερατώδες καθεστώς της Αλ-Κάιντα στην Συρία, διέλυσαν εν συνεχεία τον Λίβανο και προχωρούν προς την πλήρη γενοκτονία ενός από τους ελάχιστους λαούς που λειτουργεί ακόμη με σεβασμό στην πατρογονική του γη και του οποίου η αξιοπρέπεια καθορίζει τον τρόπο ζωής του: τους Παλαιστινίους.

Αλλά αυτά είναι ασήμαντα γεγονότα για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής ηπείρου και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους του Νότου της Χερσονήσου του Αίμου, που φαίνεται ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματα δημοκρατίας και ελευθερίας μέσω του «έξυπνου» τηλέφωνου και του τουρισμού, και πιστεύουν ότι η καταστροφή τόπων με τους οποίους είχαν άμεση σχέση επί χιλιετηρίδες, δεν τους αφορά άμεσα, ως Έλληνες, αλλά κάποιον άλλον μακρινό γαλαξία.

Κατ’ ελπίδα: ο βαμβαρδισμός του Ντουμπάϊ, ως αντίποινα των Ιρανών στην απειλή αφανισμού της πατρογονικής τους γης, έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρόσχαρη υπόσχεση καταστροφής ενός μοντέλου που απειλεί εδώ και δεκαετίες τον πλανήτη. Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι από όλους τους κατοίκους του τόπου που ο Πτολεμαίος αποκαλούσε «Ευδαίμονα Αραβία» τα σημερινά Εμιράτα δεν είχαν ποτέ να επιδείξουν το παραμικρότερο είδος πολιτισμού, ούτε και κάποια ευδαιμονία (εν αντιθέσει, π.χ., με τους κατοίκους της Υεμένης και εν μέρει του προϊσλαμικού Μπαχρέιν), καθότι ο νομαδικός τρόπος ζωής τούς εμπόδιζε να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση και τα ολιγάνθρωπα ψαροχώρια τους ζούσαν ακριβώς από την αλιεία και ενίοτε από την εύρεση οργανικών πολύτιμων λίθων όπως τα μαργαριτάρια τα οποία και πουλούσαν στους ξένους.

Η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εύρεση του πετρελαίου. Από την δεκαετία του 1950, ξεκινάει ένας ασυλλόγιστος αγώνας επιβεβαίωσης των Εμιράτων χάρη στον υλικό πλούτο. Το 1971 όσοι από την ανατολική Αραβία κατάφεραν να βρουν πετρέλαιο στην ξηρή έρημό τους ενώθηκαν σε συνομοσπονδία χάριν ακριβώς του πετρελαίου. Όσοι από τους γηγενείς βεδουίνους δεν συμμετείχαν ή και δεν συμμετέχουν στην μετατροπή της Αραβίας σε Μαϊάμι, εξορίζονται στην έρημο. Για τις ιθύνουσες τάξεις δεν τίθεται ζήτημα: μπορούν πάντα να βρουν σκλάβους από την Αφρική και την Ινδική Χερσόνησο.3 Πράγμα που γίνεται συστηματικά μέχρι σήμερα: Νοτιοαφρικανοί, Κογκολέζοι, Ταζμανοί καθώς και Αιθίοπες παίρνουν τον δρόμο της εξορίας, τον δρόμο της σκλαβιάς που έχουν χαραχθεί εδώ και αιώνες. Είτε από την Σομαλία είτε από το περίφημο Port Sudan οι έμποροι μαύρης σάρκας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εφοδιάσουν την, πλέον, Δύσθυμη Αραβία με καινούργιους σκλάβους για τις celebrities που συχνάζουν στο Ντουμπάι. (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [1/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Μνήμη Gianfranco Sanguinetti
«Πρέπει να ξέρουμε, φίλε μου, ότι είναι μεγάλο κατόρθωμα να περιφρονούμε αυτό που οι άλλοι θεωρούν σημαντικό μες στην ζωή. Ο πλούτος, για παράδειγμα, οι τιμές, η δόξα, η εξουσία και όλα όσα περιβάλλονται από εξωτερική λάμψη, σαν να πρόκειται για θεατρική παράσταση, δεν θα φαίνονταν ανώτερα αγαθά σε έναν σοφό άνδρα. Αντίθετα, ανώτερη θα ήταν η ίδια η περιφρόνησή τους.»
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, Περί Ύψους
«Θα πρέπει να ξοδεύουμε την περιφρόνησή μας με φειδώ καθότι, στην εποχή μας, είναι τόσοι πολλοί οι αξιοπεριφρόνητοι άνθρωποι.»
ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ
«Αλλά τα κεφάλια δεν έχουν πρωκτό. Ό,τι εισέρχεται στο κουτί τους, δεν ξαναβγαίνει ποτέ.»
M. G. CLÉZIO, Les Géants
Ι.

Πράγα1. Νύχτα. Εσωτερικό. Μπαρ.

Έπειτα από ένα ανησυχητικό στριφογύρισμα μιάμισης ώρας γύρω από την Παλαιά Πόλη της Πράγας, αλλά και εντός της, υπό καταρρακτώδη βροχήν, κατάφερα να βρω μια ήσυχη γωνιά σε τούτην την μυστική πόλη της Παλαιάς Ευρώπης η οποία δεν κατάφερε να μην πέσει και η ίδια θύμα της μουσειοποίησης και του low-cost τουρισμού του συνεχούς διψασμένου αγγλοσαξωνικού, και όχι μόνον, όχλου. Επειδή βρίσκομαι αρκετά βαθιά μέσα στην νύχτα θα αναγγείλω, όπως ένας προσωκρατικός, «Πάντα τὰ σπουδαῖα νυχτὸς μᾶλλον ἐξευρίσκεται».

Για κάποιον περίεργο και ασυνείδητο λόγο, έβαλα στις αποσκευές μου μία από τiς μικρότερες διατριβές όλων των εποχών για ένα τεράστιο ζήτημα. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία γραπτά του μακαρίτη, πλέον, Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι. Απόδοση στην νεοελληνική: Το Μουνάκι χθες και σήμερα. Πιθανώς ο πόθος της ανάγνωσης του έργου, αντί για μια εκ νέου άγνωση του Κάφκα, του Τσάπεκ, του Κραλ ή κάποιας άλλης παραγνωρισμένης ή ξεχασμένης ιδιοφυίας που βγήκε από αυτόν τον τόπο, να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πρωτεύουσα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Αφού παρήγγειλα κάτι ζεστό, έβγαλα από το δισάκι μου το πολυπόθητο έργο και ξεκίνησα όχι την ανάγνωση, αλλά μια ανάγνωση επιβεβαιωτική των διάσπαρτων σκέψεων μου που αποτυπώνονται θέλοντας και μη, εν είδει κατάρας, από την έντονη και μικροσκοπική και εντομολογική παρατήρηση χώρων, τρόπων και συμπεριφορών σε χώρες που η τύχη ή η θέληση με οδηγεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα έναν αυτόματο συγκρητισμό ανάμεσα στην χώρα από όπου κατάγεται η γλώσσα στην οποία γράφω και ανάμεσα σε άλλες που, οφείλω να εκμυστηρευθώ, κάποιες γωνιές τους, έχουν μετατραπεί σε νέες πατρίδες για εμένα. Όμως η περιαυτολογία ταυτίζεται ενίοτε με την ματαιότητα ή και τον ναρκισσισμό, πράγματα τα οποία δεν θέλω να εξασκήσω γραπτώς εδώ.

Ο τίτλος του έργου του Σανγκουινέττι ξαφνιάζει τους συγκαιρινούς μας, τους τόσο βυθισμένους σε έναν κατευθυνόμενο μεταμοντέρνο πουριτανισμό, τουτέστιν στην διαμόρφωση της εικόνας αλλά και της ύπαρξης, ή καλλίτερα του τρόπου της ύπαρξης, ενός ανθρώπου βυθισμένου στην απώλεια παντός είδους ερωτισμού, στην συστηματική και συνεχιζόμενη εξαφάνιση κάθε είδους συναισθήματος που γεννά όχι μόνον η σάρκα αλλά και οι πολλαπλές εκφάνσεις της όταν εκείνη προσωποποιείται από το πνεύμα, (περισσότερα…)

Σιωπές και λέξεις ολογράμματα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό (Ημερολόγιο Ιουλίου #12). Το ερώτημα είναι, όντας διυποκειμενικό, με ποιο τρόπο μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Κατ’ αρχάς η διυποκειμενικότητα δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με τη στενή έννοια, δηλαδή ως μία ξερή σύμβαση της κοινότητας, ή μία ομοφωνία που επιτυγχάνεται μέσω κάποιου πλειοψηφικού κανόνα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη διυποκειμενικότητας, η στενή και η ευρεία. Η στενή διυποκειμενικότητα εκφράζει μία συνάθροιση ανθρώπων και η συναίνεση σε αυτή προκύπτει πλειοψηφικά.

Η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει το γεγονός ότι έτσι διάγουμε τον βίο μας και όχι αλλιώς, ανατρεφόμαστε σε μια κοινωνία ανθρώπων με κρυσταλλωμένες συνήθειες και παραδόσεις, κάτι που διαμορφώνει το κάρμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Έχουμε μια συγκεκριμένη, και όχι άλλη, βιολογική συγκρότηση με ποικίλα ένστικτα. Διαπερνώμαστε από σκέψεις, αισθήματα, ορμές και ψυχικές ανάγκες. Δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε τον κόσμο με τις υπάρχουσες νοητικές μας ικανότητες, και ο περίγυρός μας είναι αυτός που είναι και όχι κάποιος άλλος. Με άλλα λόγια, η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει μία ευρύτερη συναίνεση που αντανακλά την ανθρώπινη φυσική ιστορία (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §Ι.25).

Σιωπές και η αντικειμενικότητα

Μια ευρύτερη συναίνεση δεν εκφράζεται τόσο στο τι λέμε όσο στο τι δεν λέμε: στις σιωπηρές παραδοχές που αντανακλούν τις άρρητες βεβαιότητες για τον κόσμο γύρω μας. Καθημερινά, κατά τη σχέση μας με τον κόσμο εγγράφονται εντός μας ρητές βεβαιότητες. Στρέφοντας την προσοχή μου σε ένα σφαιρικό αντικείμενο και δείχνοντάς το, λέω με βεβαιότητα «Αυτό είναι σφαιρικό». Την ίδια στιγμή, εκτός από ρητά διατυπωμένες βεβαιότητες, αποκτώ και άρρητες. Άρρητες βεβαιότητες για το τι είναι ή δεν είναι ένα αντικείμενο. Όταν περπατώ στην άσφαλτο έχω την άρρητη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνει σύννεφο. Τέτοια βεβαιότητα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, ότι ο συνομιλητής απέναντί μου που τον λένε Κώστα δεν είναι αρειανός. Βεβαιότητα η οποία εκδηλώνεται στις πράξεις μου απέναντί του : πώς του μιλάω, πώς του συμπεριφέρομαι, κλπ. Το ενδεχόμενο να είναι αρειανός δεν το λαμβάνω καν υπόψη μου όταν απευθύνομαι σε αυτόν. Αυτές οι άρρητες βεβαιότητες –οι ούτως καλούμενες σιωπηρές παραδοχές– εγγράφονται σε μένα υποσυνείδητα. Είναι σιωπηρές εφ’ όσον δεν τις αρθρώνω· είτε γιατί τις εκλαμβάνω ως αυτονόητες, είτε γιατί είναι υποσυνείδητες. Παρόλ’ αυτά υποστηρίζουν τις πρακτικές και τα συνακόλουθα γλωσσικά παιχνίδια, λειτουργώντας όπως οι μεντεσέδες πάνω στους οποίους γυρίζει η πόρτα. (Λ. Βιττγκενστάιν, Περί βεβαιότητας, §88-§114, §204, §341, §524, §558, για τη σχέση των σιωπηρών παραδοχών με τις υπόλοιπες γνώσεις μας, τις αρθρωμένες γλωσσικά).

Η ευρεία διυποκειμενικότητα, όπως αποτυπώνεται σε παραδοχές σιωπηρές, δεν μπορεί παρά να είναι συνυφασμένη με μία συγκεκριμένη φυσική νομοτέλεια, με ένα περίγυρο που συνίσταται από αντικείμενα. Είναι, λοιπόν, ικανή να φιλοξενήσει την αντικειμενικότητα. Έτσι, ο τόπος της συμφωνίας που αναδεικνύουν οι σιωπηρές παραδοχές βοηθά στη χάραξη της πορείας εκείνης που θα αποφύγει την Χάρυβδη του σχετικισμού, αλλά και τις σκεπτικιστικές της προεκτάσεις. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο ο καθένας έχει το ορθό με το μέρος του κατά τη χρήση μιας λέξης, αλλά και δεν υπάρχει κάτι που να αποδώσει την ορθότητα στην εν λόγω χρήση. Όμως γιατί ο σκεπτικιστής να μην αμφισβητήσει παραδοχές σιωπηρές που βρίσκονται στη ρίζα των διακρίσεων ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο; Γιατί ακριβώς αυτές είναι σιωπηρές. Όντας μη γλωσσικά αρθρωμένες, δεν δίνουν την προτασιακή λαβή στον σκεπτικιστή να τις αμφισβητήσει. Μπορεί μεν αυτός να αμφισβητεί λεκτικά την ίδια του την ύπαρξη, αλλά μία τέτοια αμφισβήτηση αντιφάσκει με χαρακτηριστικά των πράξεών του· με σιωπηρές παραδοχές τους που αντικατοπτρίζουν μια βεβαιότητα για την ύπαρξή του. Οπότε οι σιωπηρές παραδοχές είναι αδιάβροχες σε ξαφνικές ριπές λέξεων από σκεπτικιστικές νεφέλες.

Σιωπές και υποκειμενικότητα

Όμως τι γίνεται με την υποκειμενικότητα; Μπορεί και αυτή να φιλοξενηθεί στην ευρεία διυποκειμενικότητα, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις; Ισοδύναμα, μπορούν τα νοήματα και οι γλωσσικοί κανόνες να φιλοξενήσουν μία προσωπική προοπτική; Ναι, και αυτό οφείλεται στην άλλη όψη των σιωπηρών παραδοχών. Κατ’ αρχάς, οι σιωπηρές παραδοχές δεν είναι δεμένες μόνο με τη φυσική νομοτέλεια των αντικειμένων, αλλά και με τη δική μου ιδιαιτερότητα. Εκεί, στα υπό των λέξεων, αντικατοπτρίζουν τη συγκεκριμένη και μοναδική βιολογική συγκρότηση που έχω, με ριζωμένα σε αυτήν αισθήματα, επιθυμίες και ανάγκες. Εφ’ όσον λοιπόν μία λέξη νοηματοδοτείται και από τα σιωπηρά της συμφραζόμενα, αυτά αποτυπώνουν και την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου. Μια ιδιαιτερότητα που προστίθεται ως καινούργια απόχρωση στο νόημα των λέξεων που χρησιμοποιώ.

Μία διευκρίνηση χρειάζεται για τη νοηματοδότηση μιας λέξης από τα συμφραζόμενά της. Τέτοια συμφραζόμενα μπορούν να είναι ρητά, δηλαδή άλλες λέξεις μέσα σε μια πρόταση ή φράση. Οπότε η υποκειμενικότητα, μία προσωπική ματιά, μπορεί να εισέλθει στις διυποκειμενικές λέξεις μέσα από μία κατάλληλη και ιδιαίτερη χρήση τους. Αλλά τα συμφραζόμενα που νοηματοδοτούν μια λέξη είναι και άρρητα. Δηλαδή παραδοχές σιωπηρές, εκεί στην άκρη της φωνής, που γίνονται τα αθέατα συμφραζόμενα προτάσεων και λέξεων. Ο δε ρόλος τους στη νοηματοδότηση είναι καθοριστικός, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις ή φράσεις, με κάποιους ανθρώπους συνεννοούμαι ενώ με άλλους παρεξηγούμαι.

Οι σιωπηρές παραδοχές μιας λέξης συμβάλλουν στις αποχρώσεις του νοηματικού της ορίζοντα. Χάρη σε αυτές, οι αναγκαία δημόσιες λέξεις, οι απορρέουσες από μία ευρεία διυποκειμενικότητα, μπορούν να αποδώσουν υποκειμενικά αισθήματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Η δε υποκειμενικότητα δεν προκύπτει μόνο μέσα από την κατάλληλη χρήση άλλων λέξεων, ή από ιδιαίτερους συνδυασμούς ρητών συμφραζομένων. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος λογοτέχνης για να περάσει την ιδιαιτερότητά του στο νόημα των λέξεων. Το νόημα μιας λέξης, εφ’ όσον καθορίζεται και από σιωπηρά συμφραζόμενα, αποκτά μια ιδιαίτερη φόρτιση ανάλογα με το υποκείμενο που την εκφέρει, την ιστορικότητά του αλλά και τη συγκεκριμένη περίσταση.

Αποχρώσεις και λέξεις ολογράμματα

Οι σιωπηρές παραδοχές γίνονται ο υπόγειος δίαυλος που τροφοδοτεί τους κανόνες, όχι μόνο με αντικειμενικότητα, αλλά και με υποκειμενικότητα. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, ότι μία λέξη είναι σαν ένα ολόγραμμα (αναφέρομαι στην εφεύρεση του Denis Gabor, καθηγητή Φυσικής στο Imperial College του Λονδίνου και βραβευμένου με Nobel Φυσικής, η οποία επιτρέπει την απεικόνιση τρισδιάστατης χωρικής πληροφορίας σε δισδιάστατη επιφάνεια). Το ολόγραμμα αυτό προκύπτει από μία ευρεία διυποκειμενικότητα. Ανάλογα με την γωνία που θα το κοιτάξουμε αποκαλύπτεται σε τρεις διαστάσεις: εκείνη της στενής διυποκειμενικότητας, της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Ανάλογα με τη λέξη και τη χρήση της, μας αποκαλύπτεται ως επί το πλείστον είτε η διάσταση της στενής διυποκειμενικότητας, είτε της υποκειμενικότητας, είτε της αντικειμενικότητας.

Σε αρκετές λέξεις κυριαρχεί η στενά διυποκειμενική τους διάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι προέκυψαν από μία σύμβαση μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων, και το νόημά τους εξακολουθεί να ρυθμίζεται πλειοψηφικά από μια συνάθροιση ανθρώπων. Αλλά δεν εξαντλείται εκεί το νόημα της κάθε λέξης. Αν μία λέξη αναφέρεται σε ένα αντικείμενο, αποκτά στέρεο περίγραμμα λόγω της τριβής που έχει η ζωή μας με το αντικείμενο αυτό και τη νομοτέλεια στην οποία εντάσσεται. Κάτι που προσδίδει αντικειμενικότητα στην αναφορά της λέξης. Μια ελαφρά μετατόπιση δε, ή μία αλλαγή οπτικής γωνίας, φανερώνει και μια καινούργια διάσταση στο νόημα μιας λέξης, ικανή να εμφανίσει όψεις μιας υποκειμενικότητας στον χειρισμό του αντικειμένου μέσω της λέξης αυτής. Η υποκειμενική διάσταση δεν ακυρώνει την αντικειμενικότητα του νοήματος αλλά του προσθέτει καινούργιες αποχρώσεις, ένα διαφορετικό βάθος.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #13

*

**

 

Στέλιος Ράμφος, «Δὲν διεκδικῶ ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες»

Στέλιος Ράμφος (1939-2026)

 

Εις μνήμην του Στέλιου Ράμφου, αναδημοσιεύουμε εδώ απόσπασμα μιας εκτενούς συζήτησης που μια ομάδα συγγραφέων, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, είχαμε με τον εκλιπόντα στοχαστή πριν από 15 περίπου χρόνια. Περιλήφθηκε στο βιβλίο του Η νίκη σαν παρηγοριά, Αρμός 2012. – ΚΚ

~.~

Σ.Ρ.: Ὁ ἑρμηνευτικός μου ἄξονας ἔγ­κειται στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς συνθῆκες οἱ ὁποῖες προσ­φέρουν δυνατότητες μεγαλύτερης δημιουργικότητος καὶ ἐλευθερίας κινήσεως στοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλη τὴν ἀρ­νητικότητα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κάθε Γκουαντάναμο. Κι ἀλλιῶς: Μὲ ἐνδιαφέρει δηλαδὴ νὰ διαβάζω στὰ γεγονότα τὴν διήκουσα γραμμὴ τῆς ἐσωτερικῆς λογι­κῆς τους, ὅταν ὑπάρχῃ τέτοια λογική. Ἀναζητῶ τὸ νόημά τους. Ξέρω ὅτι ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ψαρέψῃ μαυρίλα, βρίσκει ἄπειρη στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κρατῶ εἶναι οἱ συντελεστὲς ἐμβαθύνσεως καὶ ἐμ­πλουτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτοὶ συνδέονται μὲ μιὰν ἀ­νάγκη μερικότητος εἴτε προέρχονται ἀπὸ μιὰ δίψα καθ­ολικότητος. Ἐκεῖ κερδίζεις ἢ χάνεις τὸ στοίχημα. Ἀναζητῶ κάθε φορὰ καὶ σὲ κάθε περίπτωσι τί εἶναι ἐ­κεῖνο τὸ ὁποῖο στὴν προοπτικὴ τῆς συγκυρίας κάνει πλουσιώτερη καὶ πιὸ ἀνθρώπινη τὴν ζωή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω, λ.χ., πολὺ μεγαλύτερη σημασία στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἢ στὴν γλῶσσα ἐφ’ ὅσον κρίνω ὅτι οἱ ἀπώτατες συνέπειες ἑνὸς τέτοιου παράγοντος πᾶνε πολὺ πιὸ μακριὰ ἀπὸ ἕνα φαινόμενο ὀδυνηρὸ μέν, ἀλλὰ περιστατικώτερο ἢ ἐπιφανειακότερο. Μπορεῖ νὰ κάνω λάθος στὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει πρωταρχικὰ τὸ κριτήριο αὐτοῦ ποὺ μᾶς κάνει πλουσιώτερους. Ὡς κοινωνικὸ καὶ πνευματικὸ ὄν, ὁ ἄνθρωπος δὲν ὁλοκληρώνει τὸν προορισμό του μὲ τὸ φαΐ του. Ξέρω τί σκληρό, τί ἀδυσώπητο εἶναι νὰ στερηθῇς τὸ φαΐ, ἀλλὰ ξέρω ἐπίσης ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἐὰν ζῇς γιὰ νὰ τρῶς θὰ γίνῃς ζῷο, αὐτὸ εἶναι τὸ σκεπτικό μου καὶ τὸ κριτήριό μου. Τὰ ἄλλα ἐκβάλλουν σχεδὸν πάντα στὴν εἰδησεογραφικὴ δημοσιογραφία, ἡ δουλειὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἀκριβῶς νὰ στερῇ ἀπὸ τὰ γεγονότα τὸ βάθος τους καὶ νὰ τὰ κρατῇ ἔτσι σὰν φελλοὺς στὴν ἐπιφάνεια.

Κ.Κ.: Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς ἐπικρίνουν εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐπικεντρώνεστε καὶ ξεκινᾶτε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παθογένεια καὶ προτείνετε λύσι ὑπέρβασης τῶν δικῶν μας προβλημάτων παραγνωρίζετε ὅτι καὶ ὁ τόπος στοῦ ὁποίου τὴν κατεύθυνσι κινούμαστε, ἡ Εὐρώπη, ἔχει καὶ αὐτὸς τὶς δικές του παθογένειες πού, ἂν μάλιστα τὶς βάλῃ κανεὶς στὸ κοσμοϊστορικό τους πλαίσιο, μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερες, πολὺ χειρότερες, πολὺ βαθύτερες καὶ κρισιμότερες ἀπ’ ὅ,τι οἱ δικές μας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἀκόμα καὶ ἂν προσθέτετε τὸ «παρ’ ὅλο», ἐξιδανικεύετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίκρισι…

Σ.Ρ.: Ἐξιδανικεύω τὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, ἂς ποῦμε. (περισσότερα…)

To Εκείθεν και το Εντεύθεν στο νόημα των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Για να γνωρίσει κάποιος το νόημα μια λέξης, δεν αρκούν οι υποδείξεις τρίτων, αλλά, όπως είδαμε (Φιλοσοφικό Ημερολόγιο #11), είναι απαραίτητη η τριβή με τις λέξεις και η εξάσκηση στη χρήση τους. Περνώντας από το γνωσιολογικό στο οντολογικό ερώτημα, ας αναζητήσουμε ποια είναι η φύση του νοήματος των λέξεων, πούθε σχηματίζεται. Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η φυσική γλώσσα έχει μια λογική δομή, και οι λέξεις, παρά την ενδεχόμενη πολυσημία τους, διαθέτουν ένα νοηματικό πυρήνα σταθερό και αναλλοίωτο στο χρόνο, προερχόμενο Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Η αναζήτηση ενός τέτοιου Εκείθεν, ενός φορμαλισμού στη φυσική γλώσσα, μιας λογικής αναγκαιότητας, βρίσκεται στις απαρχές της αναλυτικής φιλοσοφίας (όπως στο έργο των Φρέγκε και Ράσσελ) οδηγώντας μεταξύ άλλων και στις τυπικές γλώσσες που μετεξελίχθηκαν στις πρώτες γλώσσες προγραμματισμού των υπολογιστικών μηχανών.

Έστω ότι το νόημα των λέξεων καθορίζεται Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας, χάρη σε κάποιους υπερκείμενους γλωσσικούς κανόνες. Η δε αποκάλυψη αυτών των σταθερών και αναλλοίωτων κανόνων, το ξεσκέπασμά τους από τη σκόνη και τα χώματα της φευγαλέας εμπειρίας, είναι σε θέση να μας φέρει αντίκρυ στην καθαρή και κρυστάλλινη λογική δομή της γλώσσας· στην ιδανική της μορφή. Όμως η υπόθεση ότι οι γλωσσικοί κανόνες καθορίζονται στο Εκείθεν, εξοστρακίζοντας την ανθρώπινη συμμετοχή από τη διαμόρφωση των κανόνων, μας αφήνει αβοήθητους στον προσανατολισμό μας, γιατί έτσι οι κανόνες καθίστανται απρόσιτοι. Δεν μπορεί κάποιος εντέλει να γνωρίζει αν τους έχει όντως κατανοήσει ή αν ακολουθεί έωλες ερμηνείες. Χωρίς κάτι ανθρώπινο στη φύση των γλωσσικών κανόνων, αυτοί δεν γίνονται προσιτοί στα αόρατα ύψη τους, με αποτέλεσμα να μένει απρόσιτη και η κατεύθυνση που υπαγορεύουν.

Πράγματι, το μόνο που απομένει σε κάποιον για να ελέγξει τι λέει και τι γράφει, είναι να σχηματίσει μία ερμηνεία των λέξεων, και να συγκρίνει όσα λέει και γράφει με αυτή την ερμηνεία. Αλλά ποια ερμηνεία είναι από μόνη της η τελεσίδικα αποδεκτή; Μία ερμηνεία φέρνει την ανάγκη για μία ερμηνεία της ερμηνείας κ.ο.κ., με αποτέλεσμα την κατάληξη σε ένα φαύλο κύκλο. Το δε Εκείθεν δεν είναι προσβάσιμο, οπότε δεν καταδεικνύεται μέσω αυτού η αποδεκτή ερμηνεία. Οπότε, «κάθε ερμηνεία κρέμεται στον αέρα μαζί με εκείνο που ερμηνεύει και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως στήριγμα» (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, § Ι. 198). Κατ’ αναλογία με τη θεολογική προσέγγιση, ο Θεϊκός Λόγος στο Εκείθεν έγινε προσπελάσιμος από τους ανθρώπους χάρη στον Θεάνθρωπο, μέσω των έργων και λόγων του στο Εντεύθεν, όπως εκτίθενται στην Καινή Διαθήκη.

Το ολισθηρό Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας

Έστω λοιπόν ότι το νόημα των λέξεων σχηματίζεται Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Πιο συγκεκριμένα, σχηματίζεται μέσα στην ανθρώπινη κοινότητα· από αριθμό πληθυντικό. Όμως τοποθετώντας το νόημα στο Εντεύθεν, υπάρχει ο κίνδυνος της διολίσθησης στον σχετικισμό του νοήματος, άπαξ και η οριοθέτηση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο αποκοπεί από κάθετι εκτός της ανθρώπινης προοπτικής, από κάθετι αντικειμενικό. Το νόημα κινδυνεύει να αφεθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα μιας συνάθροισης ανθρώπων, ενδεχομένως τυφλής και περιστασιακής, χωρίς να συγκαθορίζεται από κάτι που να ξεπερνά τις γνώμες αυτής ακριβώς της συνάθροισης . Ή να αφεθεί στην αρμοδιότητα μιας εξουσίας που σταδιακά επιβάλλει ένα συγκεκριμένο νόημα στις λέξεις (ας αναλογιστούμε το δυστοπικό σενάριο που εκτίθεται στο μυθιστόρημα 1984 του Τζωρτζ Όργουελ).

Ο σχετικισμός γίνεται ακραίος, αν μπορεί κάποιος να υποστηρίζει, για παράδειγμα, πως ένα αντικείμενο είναι σφαιρικό, ένας άλλος να υποστηρίζει πως είναι κυβικό, και τελικά να έχουν και οι δύο το ορθό με το μέρος τους. Οπότε καταργείται η διάκριση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο νόημα, αφού ό,τι νομίζει κάποιος ορθό, θα είναι και ορθό. Ο σχετικισμός αποκτά σκεπτικιστικές προεκτάσεις, αν συνδυαστεί με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει κάτι που να χαρίζει την ορθότητα σε έναν εκ των δύο συνομιλητών.

Έστω λοιπόν ότι οι γλωσσικοί κανόνες, και συνακόλουθα το νόημα των λέξεων, δεν καθορίζονται στο αόρατο και απροσπέλαστο Εκείθεν αλλά στο ορατό και απτό Εντεύθεν. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στην ανθρώπινη συμβίωση, ή αλλιώς την κοινότητα των ανθρώπων. Όμως άπαξ και το νόημα κατά την αναφορά των λέξεων σε αντικείμενα είναι διυποκειμενικό, δεν χάνει απαραίτητα την τριβή του με αυτά ακριβώς τα αντικείμενα, δηλαδή με κάτι ανεξάρτητο από τη βούληση μίας ομάδας ανθρώπων. Να λέμε «η γη κινείται» ανταποκρινόμενοι στη σχέση γης και ήλιου, ακόμα και αν κάποιοι αποφασίσουν να λένε «ο ήλιος κινείται». Η αντικειμενικότητα δεν διασφαλίζεται μόνο από το Εκείθεν της λογικής αναγκαιότητας. Αρκεί με κάποιον τρόπο να εισέρχονται και τα αντικείμενα στον καθορισμό του νοήματος.

Το στοίχημα της διυποκειμενικότητας

Αναζητώντας την αντικειμενικότητα, μπορούμε να στραφούμε από το απροσδιόριστο Εκείθεν στον απτό περιβάλλοντα χώρο μας. Υπάρχει, πράγματι, η ανάγκη να μην εξαλειφθεί από το νόημα  η τριβή με κάτι ανεξάρτητο των ανθρώπων. Το ανεξάρτητο ετούτο είναι η φυσική νομοτέλεια στην οποία υπακούει το κάθε αντικείμενo. Αυτή η τριβή, η επικοινωνία μέσω ενός «ρεπορτάζ των αντικειμένων», προσδίδει εγκυρότητα στις λέξεις των εκάστοτε πρακτικών, χωρίς αυτές να αφήνονται αποκλειστικά στα χέρια μίας ενδεχομένως περιστασιακής συνάθροισης ανθρώπων∙ ή μιας συγκυριακής άποψης που καλλιεργείται από ομάδες ανθρώπων με βάση σκοπιμότητες διαφορετικές από την αλήθεια.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις σκόπιμο είναι η διυποκειμενικότητα να φιλοξενεί, ή και να ενσωματώνει, μια υποκειμενική προοπτική, αρχικώς αποκλίνουσα από εκείνη που έδειχνε να συμμερίζεται μία κοινότητα ανθρώπων. Το υποκειμενικό αίσθημα κάποιου όταν αναφωνεί «θάλασσα!» να φιλοξενείται στο νόημα της λέξης αυτής, έστω και ως αμυδρή απόχρωση. Μήπως όμως η απόχρωση αυτή, αναιρεί τη στερεότητα του νοήματος; Όχι, γιατί δεν ακυρώνει το γεγονός ότι με τη λέξη «θάλασσα» αναφερόμαστε στη γνωστή υδάτινη επιφάνεια. Απλώς αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή της, απαραίτητη σε ορισμένες πρακτικές. Πτυχή «δεμένη» με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Εξάλλου, η εκάστοτε πρακτική διαμορφώνει τους δικούς της όρους για να οδηγήσει σε έναν ελεύθερο προσανατολισμό. Γι’ αυτό και σε ορισμένες πρακτικές είναι απελευθερωτικό το να μπορείς να λες 2+2=4 (στο 1984 του Όργουελ), ενώ σε κάποιες άλλες είναι απελευθερωτικό το 2+2=5 (στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι).

Όπως φάνηκε, το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό. Παρόλ’ αυτά η διυποκειμενικότητα, ξεφεύγοντας από τη Σκύλλα του Εκείθεν, δεν πέφτει απαραίτητα στη Χάρυβδη του σχετικισμού. Το νόημα μπορεί να διασώζει μιαν αντικειμενική αναφορά στα πράγματα, δηλαδή να λέω «θάλασσα» και να αναφέρομαι στη θάλασσα. Να μπορώ να λέω, κατά το λαϊκότερον, «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Εκτός αυτού, σε συγκεκριμένες πρακτικές και περιστάσεις η λέξη «θάλασσα» χρειάζεται να φιλοξενεί υποκειμενικές νοηματικές αποχρώσεις. Να περιέχει ιριδισμούς που αποδίδουν το ιδιαίτερο βίωμα που μπορεί να έχω από τη θάλασσα. Οπότε όντας το νόημα των λέξεων διυποκειμενικό, να μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Ο δε χώρος που θα αφεθεί είτε στη μία –την αντικειμενικότητα– είτε στην άλλη –την υποκειμενικότητα– είναι συνυφασμένος με την εκάστοτε πρακτική, τη συγκυρία και το στοίχημα που κάποιος βάζει μαζί της.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #12

*

*

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του λαού

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.

Το πλήρες βιβλίο, σε μετάφραση, σχόλια και επίμετρο του Κ. Ανδρουλιδάκη, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2026 από τις εκδόσεις «Εκκρεμές».

///

 Ο χαρακτήρας του λαού [1]

Με τη λέξη λαός (populus) εννοείται ένα πλήθος ανθρώπων που έχει συνενωθεί σε έναν τόπο, εφ’ όσον το πλήθος αυτό αποτελεί ένα Όλον. Το πλήθος εκείνο είτε και το μέρος του που αναγνωρίζει τον εαυτό του ενωμένο σε ένα πολιτικό Όλον λόγω κοινής καταγωγής λέγεται έθνος (gens)∙ το μέρος που εξαιρείται από τους νόμους αυτούς (το άγριο πλήθος στον λαό αυτόν) λέγεται όχλος (vulgus),*[2] και του οποίου η έκνομη συνένωση είναι η εξέγερση (agere per turbas [προξενώ ταραχές])∙ μια συμπεριφορά που τον αποκλείει από την ιδιότητα του πολίτη.

Ο Χιούμ θεωρεί[3]: ότι, εάν σε ένα έθνος κάθε άτομο επιδιώκει με ζήλο να αποκτήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του (όπως συμβαίνει με τους Άγγλους), τότε το ίδιο το έθνος δεν έχει χαρακτήρα. Θαρρώ πως σε τούτο πλανάται∙ πράγματι, η επιτήδευση του χαρακτήρα είναι ακριβώς ο γενικός χαρακτήρας του λαού στον οποίο ανήκε ο ίδιος, και τούτο συνιστά περιφρόνηση όλων των αλλοδαπών, ιδιαιτέρως επειδή πιστεύει ότι μόνος αυτός μπορεί να επαίρεται για ένα αυθεντικό πολίτευμα που συνδέει ελευθερία των πολιτών στο εσωτερικό με δύναμη προς τα έξω. – Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι υπερήφανη σκαιότητα σε αντίθεση με την ευγένεια που οδηγεί εύκολα στην οικειότητα∙ μια πεισματική στάση απέναντι σε κάθε άλλον λόγω υποτιθέμενης αυτοτέλειας, όπου πιστεύει κανείς πως δεν χρειάζεται κανέναν άλλον, και συνεπώς πως μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση να είναι αρεστός στους άλλους.

Με τον τρόπο αυτόν οι δυο πλέον πολιτισμένοι λαοί της Γης,[4] οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από την αντίθεση του χαρακτήρα, και ίσως κυρίως εξ αιτίας αυτού βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, η Αγγλία και η Γαλλία, και ως προς τον έμφυτο χαρακτήρα τους, του οποίου ο επίκτητος και ο τεχνητός χαρακτήρας δεν αποτελούν παρά μόνο τη συνέπεια, θα είναι ίσως οι μοναδικοί λαοί, για τους οποίους δύναται κανείς να παραδεχθεί έναν συγκεκριμένο και, εφ’ όσον δεν αναμειχθούν λόγω της βίας του πολέμου, αμετάβλητο χαρακτήρα.- Το ότι η γαλλική γλώσσα έγινε η γενική γλώσσα της συνομιλίας, ιδίως του γυναικείου καλού κόσμου, ενώ η αγγλική γλώσσα έγινε η πλέον διαδεδομένη εμπορική γλώσσα[5] του κόσμου των συναλλαγών, οφείλεται μάλλον στη διαφορά της ηπειρωτικής και νησιωτικής θέσης τους. Όσον αφορά όμως στο φυσικό τους, εκείνο που έχουν πράγματι τώρα, και στην ανάπτυξή του μέσω της γλώσσας, αυτό θα έπρεπε θα συναχθεί από τον έμφυτο χαρακτήρα του απώτερου λαού της καταγωγής τους∙ αλλά ως προς αυτό μας λείπουν τα ντοκουμέντα.- Αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει στην ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική είναι μονάχα τούτο: να εκθέσομε τον χαρακτήρα των δύο αυτών λαών, όπως είναι αυτοί τώρα και όσο συστηματικά είναι δυνατόν σε μερικά παραδείγματα, τα οποία μας επιτρέπουν να κρίνομε σε ποια λάθη έχει υποπέσει ο ένας λαός σε σχέση με τον άλλον, και πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει ο ένας τον άλλον για το συμφέρον του.

Οι κληρονομικοί γνώμονες, ή εκείνοι που λόγω της μακράς χρήσης έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο δεύτερη φύση και έχουν ενοφθαλμισθεί σ’ αυτήν, και οι οποίοι εκφράζουν την ιδιοσυγκρασία ενός λαού, δεν είναι παρά ισάριθμες τολμηρές απόπειρες να ταξινομήσουν τις διαφοροποιήσεις  στις φυσικές τάσεις ολόκληρων λαών περισσότερο για τον γεωγράφο, εμπειρικά, παρά για τον φιλόσοφο, σύμφωνα με αρχές του Λόγου.*[6]

Η άποψη ότι για το ποιον χαρακτήρα θα έχει ένας λαός, τα πάντα εξαρτώνται από τη μορφή της διακυβέρνησης, είναι ένας αβάσιμος ισχυρισμός που δεν εξηγεί τίποτα∙ διότι, από πού προέρχεται ο ιδιάζων χαρακτήρας της ίδιας της διακυβέρνησης;- Ούτε το κλίμα και το έδαφος μπορούν να παράσχουν το κλειδί γι’ αυτό∙ πράγματι, μετακινήσεις ολόκληρων λαών απέδειξαν ότι αυτοί δεν μετέβαλαν τον χαρακτήρα τους λόγω των νέων εστιών τους, αλλά απλώς τον προσάρμοσαν ανάλογα με τις συνθήκες, και εντούτοις εξακολουθούν ακόμα να διαφαίνονται τα ίχνη της καταγωγής τους, και συνακόλουθα και ο χαρακτήρας τους, στη γλώσσα, στον βιοπορισμό, ακόμα και στην ενδυμασία.- Θα σκιαγραφήσω το σχέδιο του πορτρέτου των λαών αυτών κάπως περισσότερο από την άποψη των ελαττωμάτων τους και της απόκλισης από τον κανόνα, παρά από την ωραιότερη πλευρά (δίχως πάλι ωστόσο να καταφεύγω στην καρικατούρα). Διότι, εκτός του ότι η κολακεία διαφθείρει, ενώ αντιθέτως η επίκριση βελτιώνει, επιπλέον ο κριτικός προσκρούει λιγότερο στη φιλαυτία των ανθρώπων, όταν προβάλλει δίχως εξαίρεση απλώς τα ελαττώματά τους παρά όταν διεγείρει μονάχα τον αμοιβαίο φθόνο των κρινομένων περισσότερο ή λιγότερο με εξυμνήσεις. (περισσότερα…)

Λακτάντιος, «Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νά ’χουν τ’ ἀγάλματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ 

Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νἄχουν τ’ ἀγάλματα ὅταν ἦταν στὴν εὐχέρεια ἑνὸς ἀνθρώπου εἴτε νὰ φτιαχτοῦν ὡς κάτι ἄλλο εἴτε καὶ νὰ μὴ φτιαχτοῦν καθόλου; Γι’ αὐτὸ στὸν Ὁράτιο[1] ὁ Πρίαπος μιλᾷ ὡς ἑξῆς;

Μίας συκιᾶς ἤμουν κορμός, κούτσουρο ἤμουν, ὅμως
ὁ μάστορας τὸν Πρίαπο ἢ κάθισμα νὰ φτιάξῃ
σκεφτόταν· κι ἔφτιαξε θεό, καὶ νά ’μαι, ἰδοὺ ὁ τρόμος
τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κλεφτῶν. . . [2]

2 Μὲ τέτοιον φύλακα ποιός νὰ μὴν εἶναι ἀσφαλής; Οἱ κλέφτες ἄλλωστε εἶναι τόσο χαζοὶ ὥστε νὰ φοβοῦνται τὴν στῦσι τοῦ Πρίαπου ὅταν ἀκόμη καὶ τὰ πουλιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι θὰ τὰ διώξῃ μακρυὰ ὁ φόβος τοῦ δρεπανιοῦ του ἢ τοῦ κλωναριοῦ του[3], κάθονται, φτιάχνουν φωλιές, κουτσουλᾶνε σ’ ἀγάλματα φτιαγμένα ἀριστοτεχνικά, δηλαδὴ πανομοιότυπα μ’ ἀνθρώπους. 3 Κι ἐνῷ ὁ Φλάκκος, ὡς ὁ ποιητὴς τοῦ σατυρικοῦ[4] ποιήματος, ἐνέπαιξε τὴν ἀνθρώπινη ἀνοησία, ὅσοι μαστορεύουν αὐτὰ τ’ ἀγάλματα νομίζουν ὅτι κάνουν κάτι σοβαρό. 4 Καὶ τέλος, ὁ μεγαλύτερος ποιητής, ἄνθρωπος κατὰ τ’ ἄλλα συνετός,  μόνο στὸ ζήτημα τοῦτο ἀνοηταίνει μὲ τρόπο ποὺ δὲν προσιδιάζει σὲ ποιητή, ἀλλὰ σὲ κἀμμιὰ γριά, ὅταν ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνα τὰ βιβλία του, τὰ πιὸ καλοδουλεμένα, προστάζῃ νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς:

Γιὰ κλέφτες καὶ πετούμενα φρουρὸς μ’ ἕνα δρεπάνι
τοῦ Ἑλλήσποντου ὁ ἄρχοντας, ὁ Πρίαπος, σοῦ κάνει. [5]

5 Λατρεύουν λοιπὸν πράγματα θνητὰ ποὖναι φτιαγμένα ἀπὸ θνητούς· πράγματα δηλαδὴ ποὺ μποροῦν νὰ σπάσουν, νὰ καοῦν, νὰ καταστραφοῦν. Γιὰ παράδειγμα συχνὰ συνηθίζουν νὰ κομματιάζωνται ὅταν τὰ κτήρια καταρρέουν λόγῳ παλαιότητας καὶ γίνονται στάχτη ὅταν τ’ ἀφανίσῃ ἡ φωτιὰ καὶ σὲ πλεῖστες τῶν περιπτώσεων καταλήγουν λεία τῶν κλεφτῶν ἐκτὸς ἂν τὰ βοηθήσῃ τὸ μεγάλο τους  μέγεθος ἢ τὰ φυλάσσῃ προσεκτικὴ φρουρά. 6 Τί τρέλα λοιπὸν νὰ φοβᾶσαι αὐτὰ ποὺ γιὰ τὰ ἴδια ὑπάρχει φόβος γκρεμίσματος, πυρκαϊᾶς ἢ κλοπῆς! Τί ματαιότητα νὰ ἐλπίζῃς σὲ κάποια προστασία ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν μόνα τους οὔτε τὸν ἑαυτό τους νὰ προστατεύσουν! Τί παραλογισμὸς νὰ προστρέχῃς στὴν σκέπη αὐτῶν ποὺ ὅταν βεβηλώνωνται μένουν ἀνεκδίκητα ἐκτὸς ἂν ἐκδικηθοῦν γιὰ λογαριασμό τους οἱ λάτρεις τους!

7  Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἐκεῖ ὅπου κἀμμιὰ βία δὲν μπορεῖ ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς λατρείας, ἐκεῖ ὅπου τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μπορῇ νὰ βεβηλωθῇ, ἐκεῖ ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ διαπραχθῇ ἱεροσυλία[6]. Ὁτιδήποτε δὲ ὑποπίπτει στὴν ὅρασι καὶ στὴν ἁφή, αὐτὸ ἀναμφίβολα ὡς εὔφθαρτο, εἶναι ξένο πρὸς κάθε ἔννοια ἀθανασίας. 8 Μάταια λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι λατρεύουν καὶ τιμοῦν τοὺς θεοὺς μὲ χρυσό, ἐλεφαντόδοντο καὶ πετράδια, λὲς καὶ θὰ μποροῦσαν πραγματικὰ ν’ ἀντλήσουν οἱ ἐν λόγῳ θεοὶ εὐχαρίστησι ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. 9 Ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν πολύτιμων προσφορῶν σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται τίποτε ἢ σ’ αὐτοὺς ποὖναι νεκροί; Ὅπως θάβουν στὴν γῆ τὰ σώματα τῶν νεκρῶν ἀφοῦ τ’ ἀλείψουν μ’ ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὰ περιτυλίξουν μ’ ἐνδύματα, μὲ τὴν ἴδια λογικὴ τιμοῦν θεοὺς ποὺ οὔτε ἐνόσῳ κατασκευάζονται τὸ ἀντιλαμβάνονται οὔτε ἐνόσῳ λατρεύονται τὸ γνωρίζουν. Δὲν ἀπέκτησαν δὰ κι ἀντίληψι μὲ τὴν ἀφιέρωσί τους![7] 10 Ὁ Πέρσιος[8] δὲν συμφωνοῦσε νὰ εἰσφέρωνται στοὺς ναοὺς χρυσᾶ ἀγγεῖα θεωρῶντας περιττὸ νὰ ὑπάρχῃ κι αὐτὸ ἀνάμεσα στὶς θρησκευτικὲς πρακτικὲς, καθὼς δὲν εἶναι κάτι ποὺ προάγει τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ τὴν ἀπληστία. 11 Διότι εἶναι προτιμώτερο γιὰ τὸν Θεό, ἂν τὸν λατρεύῃς σωστά, νὰ προσφέρῃς ὡς δωρεὰ (περισσότερα…)

Rüdiger Safranski, Τεχνητή Νοημοσύνη: Η νέα ταπείνωση του ανθρώπου

Ο Γερμανός φιλόσοφος και συγγραφέας Rüdiger Safranski (1945- )

~.~

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ είχε διακρίνει τρεις ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί την τέταρτη. Από εδώ και πέρα, ένα νεκρό πνεύμα περιφέρεται ανάμεσά μας. Και δεν μπορεί να πεθάνει.

///

Η δημόσια εικόνα της Τεχνητής Νοημοσύνης κυμαίνεται μεταξύ απειλής και επαγγελίας. Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να δει τα πράγματα πολύ απλούστερα: οι τεχνικές εφευρέσεις ανέκαθεν ελάφρυναν ή ακόμη και υποκαθιστούσαν την ανθρώπινη εργασία. Πρώτα επλήγη η χειρωνακτική εργασία· τώρα έρχεται η σειρά της πνευματικής. Άλλοτε εξεγείρονταν οι υφαντουργοί ενάντια στις μηχανές· σήμερα στα οδοφράγματα ανεβαίνουν οι εργάτες του πνεύματος. Όμως ούτε αυτοί πρόκειται να ανακόψουν την πορεία των εξελίξεων.

Θα μπορούσε επίσης να ερμηνεύσει κανείς τη σημερινή κατάσταση μέσα από το αφήγημα της τεχνικής ως «θεού των προσθετικών μελών». Η τεχνική, όπως είναι γνωστό, λειτουργεί ως υποκατάστατο αλλά και ως επέκταση των ανθρώπινων οργάνων. Ο άνθρωπος, ως «θεός με προσθετικά μέλη», κατά τη διατύπωση του Φρόυντ, αποκτά την ικανότητα να ακούει σε μεγάλες αποστάσεις, να κινείται ταχύτερα και να πολλαπλασιάζει τις δραστικές του δυνάμεις πολύ πέρα από τα φυσικά ανθρώπινα όρια. Ήδη αυτό αρκεί για να γεννήσει μια αίσθηση αυτοθέωσης.

Μέχρι σήμερα ενισχύονταν ή αντικαθίσταντο κυρίως οι σωματικές δυνάμεις. Πλέον όμως εμφανίζονται πρωτόγνωρα πνευματικά προσθετικά μέλη, των οποίων η ισχύς είναι ακόμη αδύνατον να προβλεφθεί. Είναι εξοπλισμένα με τις ικανότητες της υπολογιστικής σκέψης, της μνήμης, του συνδυασμού πληροφοριών, της συναγωγής συμπερασμάτων, του υπολογισμού και της αναγνώρισης προτύπων. Και όλα αυτά χωρίς ίχνος συνείδησης· ενώ όλα δείχνουν ότι η σταδιοδρομία της μηχανικής νοημοσύνης βρίσκεται ακόμη μόλις στην απαρχή της.

Ο Φρόυντ είχε μιλήσει κάποτε για τις τρεις μεγάλες ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η πρώτη ήταν η κοπερνίκεια: ο άνθρωπος έπαψε να μπορεί να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος. Η δεύτερη ήταν η δαρβίνεια: ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Η τρίτη, η ψυχολογική, συνδέθηκε από τον ίδιο τον Φρόυντ με την ανακάλυψη του ασυνειδήτου: το συνειδητό εγώ δεν είναι κύριος μέσα στον ίδιο του τον οίκο· νομίζει πως σκέπτεται αυτόνομα, όμως στην πραγματικότητα κατευθύνεται από το ασυνείδητο.

Συνεχίζοντας αυτή τη συλλογιστική, θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως την τέταρτη ταπείνωση. Η συνείδηση, η οποία θεωρεί τον εαυτό της κυρίαρχο, δεν απειλείται πλέον μόνο από το ενστικτώδες ασυνείδητο, όπως πίστευε ο Φρόυντ, αλλά και από την Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία μιμείται τις ανθρώπινες πνευματικές λειτουργίες και τις υπερβαίνει — και μάλιστα χωρίς να διαθέτει η ίδια συνείδηση.

Το φαινόμενο αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Όταν γράφουν και ομιλούν με απόλυτα ανθρώπινο τρόπο, γεννιέται —τουλάχιστον όσο δεν έχουμε ακόμη εξοικειωθεί μαζί τους— η αίσθηση ότι το νεκρό αποπειράται να μιμηθεί το ζωντανό. Πρόκειται για μια ταπείνωση του ζωντανού πνεύματος από το μηχανικό πνεύμα που το ίδιο δημιούργησε και το οποίο έχει πλέον αποκτήσει τεράστια ισχύ.

Η μηχανή όμως, όπως κι αν επιχειρήσει κανείς να το παρουσιάσει, παραμένει νεκρή. Παραμένει νεκρή ακόμη κι αν της αποδώσουμε συνείδηση. Το πνεύμα που αναδύεται από τη μηχανή και το οποίο ονομάζουμε Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα νεκρό πνεύμα, το οποίο ενεργεί σαν να ήταν ζωντανό. Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι περίτεχνες μηχανικές φιγούρες με ανθρώπινη μορφή έγιναν της μόδας, ο ρομαντικός συγγραφέας Ε. Τ. Α. Χόφφμανν, δεξιοτέχνης της ανοίκειας ατμόσφαιρας, έγραφε:

«Όλες αυτές οι μορφές, που δεν αναπαριστούν απλώς τον άνθρωπο αλλά παρωδούν το ανθρώπινο, αυτά τα αληθινά αγάλματα ενός ζωντανού θανάτου ή μιας νεκρής ζωής, μου προκαλούν την εντονότερη αποστροφή.»

Με την Τεχνητή Νοημοσύνη εγκαινιάζεται ένα νέο στάδιο αυτής της καταιγιστικής τεχνολογικής εξέλιξης. Αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στη μακρά ιστορία του τρόπου με τον οποίο το ζωντανό πνεύμα ενσαρκώνεται στα πράγματα, αιχμαλωτίζεται στα ίδια του τα δημιουργήματα και, κάθε φορά, κατορθώνει να απελευθερωθεί εκ νέου από αυτά. Το ζωντανό πνεύμα αναγνωρίζει, στον καθρέφτη των ίδιων του των κατασκευών, κάτι από την ίδια του τη φύση.

Ίσως λοιπόν η «ταπείνωση» να μη συνίσταται μόνο στην υπεροχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και στο ότι μας φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό· ιδίως με εκείνες τις περιοχές του ανθρώπινου πνεύματος όπου ανέκαθεν επικρατούσε κάτι σχεδόν μηχανικό: στην αυστηρή ορθολογικότητα, στη λογική, στον υπολογισμό, στην απαρέγκλιτη ακολουθία των αλγορίθμων που εμείς οι ίδιοι επινοούμε. Σε όλα αυτά τα πεδία η Τεχνητή Νοημοσύνη υπερέχει συντριπτικά του ζωντανού πνεύματος. Το γεγονός αυτό είχε ήδη διαφανεί με τις υπολογιστικές μηχανές και επιβεβαιώθηκε όταν οι σκακιστικοί υπολογιστές κατέστησαν ανίκητοι για τους ανθρώπους. (περισσότερα…)

Η πτώση του δυτικού πολιτισμού

Alexander Oscar Levy, «Dawn after Darkness!», περ. 1918

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

~.~

Στις «Νύχτες Ιουλίου» που διοργανώνουν κάθε καλοκαίρι στα Χανιά το Θέατρο Κυδωνία και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, έλαβε χώρα αρχές Ιουλίου μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ του Αντώνη Μεταξά, καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, του Κώστα Μελά, καθηγητή των οικονομικών επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και του Κώστα Κουτσουρέλη, που ήταν και ο συντονιστής του διαλόγου, με θέμα: «Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα; Υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση της ηπείρου μας, ποιο είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

Απ’ ό,τι διάβασα από τη σχετική ανάρτηση στο facebook του Κουτσουρέλη, ο διάλογος μεταξύ των τριών συνομιλητών είχε όντως πολύ ενδιαφέρον, ενώ και ο τρεις συνομιλητές συμπέσανε στην άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή.

Με αφορμή αυτή τη συζήτηση, θα ήθελα να προσθέσω κάποιες σκέψεις που δεν αναφέρονται μόνο στην Ευρώπη, αλλά γενικότερα σε αυτό που καλούμε δυτικό πολιτισμό. Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι με τη λέξη δυτικός πολιτισμός εννοείται συνήθως ο δυτικοευρωπαϊκός και ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός στο σύνολό τους. Δεν είναι της στιγμής να διαπιστώσουμε τα κοινά στοιχεία αυτών των δύο συνιστωσών του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι όσο περνάει ο καιρός τα κοινά πολιτισμικά τους δεδομένα αποκλίνουν. Μπορεί πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά οι δύο αυτές περιοχές του κόσμου να συνδέονται με πολλαπλά κοινά συμφέροντα, όμως το ενιαίο του πολιτισμού τους παρουσιάζει εμφανή στοιχεία διάσπασης.

Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στα έργα τέχνης, άλλωστε σήμερα, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την ομοιομορφία των έργων τέχνης σε όλη την ήπειρο. Πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία των μορφών ζωής, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο Βιττγκενστάιν, το κοινό, άδηλο υπόβαθρο των ανθρώπινων πρακτικών, αντιδράσεων, ιδεών και συνηθειών που δίνουν νόημα στη γλώσσα και τις πράξεις μας και έχει υιοθετήσει κατά την ιστορική του πορεία ένα οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο. Η εν λόγω εξελικτική διαδικασία, όσο προχωρεί σε ωριμότερα στάδια, αποτυπώνεται στη δυναμική μεταβολή των συμπεριφορών προς τον μεγαλύτερο έλεγχο του ανθρώπινου θυμικού, τον αποκλεισμό της βίας και τη μετατροπή των εξωτερικών καταναγκασμών σε αυτοκαταναγκασμούς. Παρατηρούμε πως στις ΗΠΑ, περισσότερο απ’ όχι στην Ευρώπη, αυτά τα στοιχεία έχουν εκτραπεί από την τροχιά τους. Τα συχνά κρούσματα των ενόπλων επιθέσεων και οι συμπεριφορές της ηγεσίας τους έρχονται να το επιβεβαιώσουν.

Μιλώντας για εξέλιξη, θέτουμε την ανάλυση και κατανόηση ενός φαινομένου στη διάσταση του χρόνου, οπότε η ιστορική του εξέταση γίνεται κυρίαρχη. Αυτήν την ιστορική διάσταση των μεγάλων πολιτισμών της ανθρωπότητας επιχείρησε να συλλάβει και να μορφοποιήσει ο Όσβαλντ Σπένγκλερ κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού, με το βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης. Το κείμενο του Σπένγκλερ, λόγω του ότι εκτείνεται σε όλους τους αναδειχθέντες ιστορικά πολιτισμούς, μας αποτρέπει να το κρίνουμε και να το υιοθετήσουμε. Όμως, μέσα από την ιστορική του αναδίφηση, αναδύεται ένα πρότυπο πολιτισμού που έχει ενδιαφέρον για τη μελέτη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Θα περιγράψουμε αμέσως πιο κάτω, κατά ένα μάλλον χονδρικό τρόπο, αυτό το πρότυπο, ελπίζοντας το πνεύμα του Σπένγκλερ να μας συγχωρήσει. (περισσότερα…)

Οι ορίζοντες των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Προσανατολίζομαι στον κόσμο συμμετέχοντας σε διάφορες πρακτικές. Οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Ανάλογα δε με το είδος της πρακτικής, οι λέξεις παίζουν διαφορετικό ρόλο στην έκβασή της· άλλοτε κρίσιμο και άλλοτε συνοδευτικό. Άλλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις στη δημοσιογραφία και άλλη σ’ ένα παιχνίδι όπως η ρουλέτα. Σε κάθε περίπτωση, σε μία πρακτική καλούμαι συχνά να ονομάσω γεγονότα και όψεις του κόσμου. Καλούμαι να αναφερθώ με σαφήνεια σε αυτά, κάτι όχι τόσο εύκολο αφού εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε ποικίλες καταστάσεις. Οπότε προκύπτουν τα εξής ερωτήματα : Πώς γνωρίζω το νόημα των λέξεων ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά καθώς αναφέρομαι σε όψεις του κόσμου;

Μία διερεύνηση για το νόημα των λέξεων έχει προεκτάσεις που εντέλει σχετίζονται τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ίδιο τον προσανατολισμό μας. Όχι μόνο γιατί οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Όχι μόνο γιατί οι λέξεις ασκούν μιαν έλξη, αποτελώντας για μας ένα κάποιο ελιξήριο. Η εκδίπλωση του καθενός στον κόσμο και η προσπάθεια του να προσανατολιστεί σε αυτόν, αντανακλάται συχνά στη γλώσσα και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνεται χάρη σε αυτήν. Οι λέξεις δεν είναι απλώς ετικέτες που «κολλάνε» πάνω σε έννοιες ή αντικείμενα. Είναι σε θέση να διαμορφώσουν καινούργιες συλλήψεις, να σταθεροποιήσουν προϋπάρχουσες ή να επεκτείνουν το εύρος τους. Η γλώσσα δεν είναι απλά μια κωδικοποίηση ή αναπαράσταση της σκέψης, αλλά και όχημα αυτής, οδηγώντας τη σε τόπους απρόσμενους. Οπότε επηρεάζουν την αποτύπωση μιας κοσμοεικόνας, τη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης και εν τέλει τη συγκρότηση μιας ταυτότητας.

Ορισμοί, χρήσεις και καταχρήσεις

Μήπως για να γνωρίσω το νόημα των λέξεων θα αρκούσε ένα καλό λεξικό σε συνδυασμό με τη γνώση συντακτικών και γραμματικών κανόνων; Έστω για παράδειγμα η λέξη «γη». Διαβάζω στο αντίστοιχο λήμμα ενός λεξικού τον εξής ορισμό: «ο τρίτος σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, που έχει σχήμα ελλειψοειδές και πάνω στον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι» . Περιλαμβάνει ένας τέτοιος ορισμός τα δυνατά νοήματα της λέξης «γη»; Αποδίδει το νόημά της τόσο σε μια συζήτηση για τη γεωργία, όσο και κατά τη μεταφορική της χρήση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο; Περιέχει το νόημα της λέξης «γη» όπως την διαβάζω σε κείμενο του Αριστοτέλη και προσπαθώ μέσω αυτής να ερμηνεύσω ένα χωρίο; Σε ποιόν βαθμό αποκαλύπτει το νόημα παραγώγων αυτής, όπως η λέξη «απογείωση»;

Σαφώς η γνώση των ορισμών και επεξηγήσεων που παρέχει ένα λεξικό, καθώς και των γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, αποτελούν συχνά προϋπόθεση για την ορθή χρήση μιας λέξης, αλλά μία τέτοια γνώση δεν διασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιήσω ορθά τη λέξη αυτή σε διαφορετικές πρακτικές. Δηλαδή ότι θα την χρησιμοποιήσω καίρια, κατά τρόπο που θα φωτίσει μοναδικά μία συγκεκριμένη περίσταση, κατά τρόπο που θα κάνει τη λέξη ένα ξέφωτο στο οποίο φτάνω ύστερα από μάταιες περιπλανήσεις. Μήπως αρκεί να παρατηρώ με ποιο τρόπο κάποιοι άλλοι -πιο έμπειροι- χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις, ή να ακολουθήσω τις υποδείξεις τους; Κάτι ανάλογο φαίνεται να κάνουν τα παιδιά, όταν αρχίζουν να εκφέρουν λέξεις ακούγοντας τους μεγαλύτερους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει σε ένα παιδί μία μπάλα, λέγοντάς του ταυτόχρονα «αυτό ονομάζεται μπάλα», το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει το νόημα της λέξης «μπάλα». Θα αρχίσει να συσχετίζει λέξεις και αντικείμενα, οπότε στη συνέχεια θα μπορεί να αναφερθεί σε αυτά δια της γλώσσας.

Όμως αρκεί το άκουσμα μιας λέξης για να κατανοήσει ένα παιδί το νόημά της; Ακόμα και αν την αρθρώσει, μήπως απλώς την παπαγαλίζει; Προκειμένου να διαπιστώσω αν έχει κατανοήσει τη λέξη, παρατηρώ με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί• σε ποιες περιστάσεις, πρακτικές και γλωσσικά παιχνίδια. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μιας λέξης ελέγχεται κατά τη χρήση αυτής. Για παράδειγμα, έστω ότι ακούω από έναν καθηγητή γεωμετρίας την επεξήγηση μιας καινούργιας λέξης για μένα, όπως η λέξη «υποτείνουσα». Μου δείχνει επίσης πώς υπολογίζεται σε ένα τρίγωνο, ή σε ποια θεωρήματα υπεισέρχεται. Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο να μου δημιουργηθεί η πεποίθηση, ακολουθούμενη από ένα αίσθημα ικανοποίησης, ότι ακούγοντας τον καθηγητή, έχω πλέον κατανοήσει τι σημαίνει «υποτείνουσα». Όμως διαπιστώνω την άγνοιά μου μόλις προσπαθήσω να την υπολογίσω σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, το άκουσμα μιας λέξης για την κατανόηση του νοήματός της. Πρέπει να δοκιμαστώ στη χρήση της και από εκεί θα διαπιστωθεί αν όντως την κατανόησα ή όχι. (περισσότερα…)

Λακτάντιος, «Ποιός πού ’χει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾶ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ 

Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς μιλήσαμε. Τώρα πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὰ ἱερά τους μυστήρια. Στὴν Κύπρο ὁ Τεῦκρος[1] θυσίασε στὸν Δία ἀνθρώπινο σφάγιο καὶ τὴν θυσία αὐτὴ τὴν κληροδότησε στοὺς ἑπόμενους, κάτι ποὺ καταργήθηκε πρόσφατα μὲ διαταγὴ τοῦ Ἁδριανοῦ. 2 Στὴν χώρα τῶν Ταύρων, ἔθνος ἀπολίτιστο κι ἄγριο, ὑπῆρχε νόμος νὰ θυσιάζουν τοὺς ξένους στὴν Ἀρτέμιδα[2] κι ἡ τέλεσι αὐτῆς τῆς θυσίας διατηρήθηκε γιὰ πολὺ καιρό. 3 Οἱ Γαλάτες ἐξευμένιζαν τὸν Ἠσὸ καὶ τὸν Τευτάτη μ’ ἀνθρώπινο αἷμα[3]. Ἀμέτοχοι αὐτῆς τῆς κτηνωδίας δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ Λατῖνοι, ἐφόσον ὁ Λατιάριος Ζεὺς[4] λατρεύεται ἀκόμη καὶ σήμερα μ’ αἷμα ἀνθρώπινο. 4 Τί τὸ καλὸ ζητοῦν ἀπ’  τοὺς θεοὺς ὅσοι προσφέρουν τέτοιες θυσίες; Κι ἀπὸ τί μποροῦν νὰ προστατεύσουν τέτοιοι θεοὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφοῦ ἐξευμενίζονται μὲ τὸν πόνο τους; Ἀλλὰ γιὰ τοὺς βάρβαρους δὲν εἶναι ν’ ἀπορῇ κανεὶς καὶ τόσο, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τους συμβαδίζει μὲ τὰ ἤθη τους. Οἱ δικοί μας ὅμως, ποὺ ἀνέκαθεν διεκδικοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν δόξα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μήπως δὲν ἀποδεικνύονται κτηνωδέστεροι μ’αὐτὰ τ’ ἀνόσια τελετουργικά; 5 Πιότερο πρέπει νὰ θεωροῦνται ἐγκληματίες αὐτοὶ ποὺ ἐνῷ ἔχουν στιλβωθῆ μὲ τὶς σπουδὲς τῶν ἐλευθέριων τεχνῶν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀνθρωπισμό, παρὰ ὅσοι ἀπαίδευτοι κι ἁπλοϊκοὶ ὀλισθαίνουν ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἀγαθῶν σὲ πράξεις ἐγκληματικές. 6 Φαίνεται ὡστόσο πὼς αὐτὴ ἡ τελετουργία τῶν ἀνθρωποθυσιῶν εἶναι παλιά, δεδομένου πὼς μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας λατρεύτηκε ὁ Κρόνος στὸ Λάτιο, ὄχι βέβαια νὰ σφάζεται ἄνθρωπος στὸν βωμό, ἀλλὰ νὰ ῤίχνεται στὸν Τίβερι ἀπὸ τὴν Μουλβία γέφυρα[5]. 7 Ὁ Βάρρων[6] μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ κάποιον χρησμό, τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος στίχος ἔχει ὡς ἑξῆς:

καὶ κεφαλὰς ᾍδη καὶ τῷ πατρὶ πέμπετε φῶτα[7].

Κι ἐπειδὴ αὐτὸ φαίνεται δισήμαντο ὑπάρχει συνήθεια νὰ ῤίπτεται καὶ δᾷδα καὶ ἄνθρωπος[8]8 Ὡστόσο λέγεται πὼς αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας καταργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, διατηρουμένου ὅμως τοῦ τελετουργικοῦ, ὥστε ἀντὶ ἀληθινῶν ἀνθρώπων νὰ ῤίπτωνται ὁμοιώματα ἀπὸ βοῦρλα. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ὀβίδιος στὸ Ἡμερολόγιο:

Ὡς ὁ Τιρύνθιος νὰ  ’ρθῇ στὸν τόπο
θυσίες γίνονταν μὲ Λευκάδιο τρόπο,
ἐκεῖνος ὅμως ἀρχὴ θὰ κάμῃ
σκιάχτρα νὰ ῤίχνουνε μὲς στὸ ποτάμι [9].

9 Τὴν ἱερουργία αὐτὴ τελοῦν οἱ Ἑστιάδες παρθένες ὅπως λέει ὁ ἴδιος πάλι: (περισσότερα…)

Φιλοσοφικά Πρότερα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ως αφετηρία του φιλοσοφείν, μνημονεύεται συχνά το θαυμάζειν, όπως αναφέρεται στη γοητευτική διατύπωση του Πλάτωνα στον διάλογο Θεαίτητος (155d): «μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη». Όμως τί θα ήταν η φιλοσοφία χωρίς την αναζήτηση της αλήθειας; Ας σταθούμε τώρα σε μια άλλη διατύπωση , του Αριστοτέλη αυτή τη φορά,  από το κείμενό του Μετά τα Φυσικά (1011b25), όσον αφορά το τι είναι αληθές : «τὸ μὲν λέγειν τὸ ὂν εἶναι καὶ τὸ μὴ ὂν μὴ εἶναι ἀληθές». Κοινώς, να λες γι’ αυτό που είναι ότι είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι. Η διατύπωση του Αριστοτέλη εκ πρώτης όψεως είναι αφοπλιστικά απλή, μια μάλλον αυταπόδεικτη πρόταση του κοινού νου. Μια πρόταση που θα ικανοποιούσε πολλούς αιώνες μετά και τον Βιτγκενστάιν, όσον αφορά το πώς οφείλουν να είναι οι φιλοσοφικές προτάσεις. Σε μια δεύτερη ανάγνωση εντυπωσιάζει για την πυκνότητα και τη μεγαλοφυία της. Απομονώνοντας τα συστατικά της και  διερωτώμενοι  γι’ αυτά, αρχίζει να απλώνεται ενώπιόν μας σχεδόν όλο το φιλοσοφικό πεδίο: φιλοσοφία της γλώσσας, γνωσιολογία,  οντολογία, ενώ μια δρασκελιά πιο πέρα παραμονεύει η ηθική και η αισθητική.

Ας ξεκινήσουμε από το «να λες», δηλαδή από τις  λέξεις. Απ’ όσα λέμε και εννοούμε και δι’ αυτών αναφερόμαστε σε όψεις του κόσμου. Όμως πώς οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους και τί αποκαλύπτουν; Άπαξ και εγείρεται το ζήτημα του «αληθούς» όσων λέμε, εγείρεται και το ζήτημα της γνώσης γι’ αυτά που λέμε. Ιδού, λοιπόν, η φιλοσοφία της γλώσσας και η γνωσιολογία.  Και περνάμε στο τι είναι και το τι δεν είναι. Στην οντολογία, στα όντα και τα μη όντα (του Αργύρη Χιόνη, και όχι μόνο). Κάπου εκεί προκύπτει και το ψεύδος, δηλαδή να λες γι’ αυτό που είναι ότι δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι είναι. Οπότε εμφανίζονται στο προσκήνιο  ζητήματα ηθικής και των πράξεων που συνυφαίνονται με όσα λέμε για το τι είναι και τι δεν είναι. Αλλά και ζητήματα αισθητικής, αν αναλογιστούμε τα ζωτικά ψεύδη και τις φανερώσεις ενός έργου τέχνης ή μιας στάσης ζωής.

Σε τούτο το φιλοσοφικό ημερολόγιο όπως έχει ξεδιπλωθεί μέχρι στιγμής, εκτέθηκε ένα οικοσύστημα από το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας με έννοιες όπως έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, αξίες, αυταξίες, οι φάροι σε μια διαδρομή, δυνατότητες που ενεργοποιούνται, πολιτισμικές υπαγορεύσεις, δεύτερη φύση, συναισθηματική ώθηση, οι δυσκολότερα μεταβαλλόμενες ανάγκες, πρόσωπο και ταυτότητα, αναθεώρηση ριζική και μη, προδοσία, προσανατολισμός εντός κι εκτός πρακτικών, ολόπλευρη εκδίπλωση, πολύεδρη αρμονία, πληρότητα.

Στη συνέχεια θα πάμε ένα βήμα πριν και  θα ιχνηλατήσουμε τις παραδοχές του οικοσυστήματος αυτού από το πεδίο της φιλοσοφίας της γλώσσας, της γνωσιολογίας και της οντολογίας. Για να επιστρέψουμε, δυναμωμένοι από θεωρία, και πάντα υπό τη στέγη ενός ιδεαλισμού εδάφους,  στην ίδια την πρακτική της ποίησης. Στα ποιήματα και τις λέξεις τους· αυτές τις μικρογραφίες κόσμου.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #10

*

*