ΝΠ | Σκέψη

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)

Στον ίδιο φαύλο κύκλο

Bartolomeo Del Bene, Η Πόλις της Αληθείας

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εκκοσμίκευση των Νέων Χρόνων; Διαφωτισμός και χειραφέτηση της πολιτικής από τη θρησκεία; Τι ψευδαίσθηση… Ούτε μία ούτε δύο: τρεις εσχατολογίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή γύρω στα νερά του Περσικού Κόλπου. Η χριστιανική προτεσταντική των ΗΠΑ, η εβραϊκή σιωνιστική του Ισραήλ και η ισλαμική σηιτική του Ιράν.

Ο εκθεολογισμός της πολιτικής ρητορικής είναι ίσως η πιο χτυπητή εξέλιξη των τελευταίων ετών. Τους Αμαληκίτες θέλει να εξαλείψει εκ νέου από προσώπου γης ο Νετανιάχου και οι συν αυτώ στα Ιεροσόλυμα. Τον Αντίχριστο της «παγκόσμιας κυβέρνησης» αντιμάχεται ο Πέτερ Τιλ και οι τεχνογκουρού. Τον Σατανά αυτοπροσώπως βλέπει επί τω έργω κατά της Μητέρας Ρωσσίας στην Ουκρανία και αλλαχού ο Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τον Εξαποδώ αναγνωρίζει στη μορφή του Τραμπ και η Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου ποζάρει ως άλλος Ιησούς φωτοστεφάνωτος και αίρων τας αμαρτίας του κόσμου…

Πώς γίνεται και μετά από τρεις αιώνες ριζικής, εκθεμελιωτικής κριτικής στον θρησκευτικό «σκοταδισμό» να μην έχουμε κάνει βήμα από την αρχική μας αφετηρία; Η απάντηση είναι απλή και έχει δοθεί εγκαίρως από πολλούς στοχαστές. Όλες οι πολιτικές ιδεολογίες που έχουν τη ρίζα τους στον Διαφωτισμό, στην πράξη αντέγραψαν τη δομή του θρησκευτικού πιστεύω που γύρεψαν να παραμερίσουν. Την θεόθεν Πρόνοια αντικατέστησε η εξίσου νομοτελειακή Πρόοδος. Η Ιστορία παρέμεινε στάδιο οντολογικά υποδεέστερο, προορισμένο να φτάσει στο Τέλος, την Τελείωση και την Τελειότητά της, απλώς αυτή τη φορά ενδοκοσμικά και όχι μετά την Έσχατη Κρίση. Η Ανάσταση μετονομάστηκε σε Επανάσταση. Ο ενεστώς άνθρωπος κηρύχθηκε λιποβαρής, παρακατιανός και αναμορφωτέος: ένας Νέος Άνθρωπος -του Σοσιαλισμού, του Φασισμού, του Φιλελευθερισμού- ήταν γραφτό να πάρει τη θέση του, ή ακόμη καλύτερα, ένας Μετάνθρωπος ή ένας άνθρωπος υβριδικός, η Ανθρωπομηχανή.

Όπως έγραφε ο Βίλχελμ Μύλμαν στα 1984, οι θρησκευτικοί πόλεμοι μπορεί να ξεκίνησαν στην Αρχαιότητα με τους αμοιβαίους διωγμούς μεταξύ εθνικών και ναζαρηνών, στην πράξη όμως δεν τελείωσαν ποτέ. Ο ίδιος ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές είναι φαινόμενο διαχρονικό και, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ανεξάλειπτο. Όμως η ταύτιση του Αντιπάλου με το Κακό και το αίτημα της καθολικής του εξάλειψης ως ύψιστου ηθικού καθήκοντος ουτωσώστε να διανοιχθεί η οδός προς τη Σωτηρία (το Χιλιόχρονο Ράιχ, την Αταξική Κοινωνία, την Δικαιωματοπάροχο Αγορά) είναι ένα νέο ποιοτικά φαινόμενο με γενεαλογία συγκεκριμένη, με ρίζες στον μονοθεϊσμό και την προσδοκία της μίας και οριστικής Αλήθειας. Τα μεταδιαφωτιστικά πολιτικά στρατόπεδα ανέγραψαν όλα στα λάβαρά τους, στην εκάστοτε ιδιόλεκτό τους, το βιβλικό «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει».

Για τη δόξα, τον πλούτο και την ισχύ μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί ο καθένας. Για μια ιδέα όμως, μόνος ένας πιστός. Ο ηθικός σκεπτικιστής, ο αγνωστικιστής ποτέ δεν θυσιάζεται για μια ιδέα, όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελλ. Για τον λόγο ότι φοβάται την ειρωνεία: η ιδέα του ίσως αποδειχθεί εσφαλμένη.

Με την έννοια αυτή, η αποτυχία των πολιτικών ιδεολογιών να εκπληρώσουν εμπράκτως τις υποσχέσεις τους (ακόμη και οι πιο ζηλωτές φιλελεύθεροι δυσκολεύονται πια να διαβεβαιώσουν τους πιστούς τους ότι το μέλλον που τους περιμένει εν καπιταλισμώ θα είναι καλύτερο από το παρόν) ήταν επόμενο να οδηγήσει σε μια συστροφή: στην ανακλαστική επάνοδο στο real thing, στη γνήσια θεολογία. Η αναρρίπηση των θρησκειών έρχεται να αντιπαλέψει όχι μόνο το κενό του νοήματος στο οποίο έχουμε περιπέσει, αλλά κάτι πρωτογενέστερο: το ναυάγιο των Ουτοπιών που το γέννησαν.

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται, φευ, για μια παλινωδία. Για μία παλινδρόμηση, αλίμονο, στον ίδιο φαύλο κύκλο.

*

*

*

Χώρος και Χρόνος στην Ιστορία του Πολιτισμού: Σημειώσεις για τον Παναγιώτη Κονδύλη

*

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

~.~

«Αυτό που ονομάζεται πνεύμα της εποχής
δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο
παρά το ίδιο το πνεύμα των ανθρώπων, μέσα
στο οποίο η εποχή καθρεφτίζεται.»
ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ
«Ο ιστορικός είναι ένας αναδρομικός προφήτης.»
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΛΕΓΚΕΛ

 

Ι. Η Κοινωνιολογική Σύλληψη του Κονδύλη

Στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης περιγράφει τη μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Στην παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των όψεων και διαστάσεων που θίγει ο Κονδύλης στο έργο αυτό, παρά θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημείου, και πιο συγκεκριμένα ενός εργαλείου στο οποίο στηρίχθηκε εν μέρει ο εν λόγω διαχωρισμός: της διάκρισης χώρου και χρόνου ως μορφών κοινωνικής εμπειρίας. Πριν το κάνουμε όμως αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε σύντομα το ευρύτερο μεθοδολογικό πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιεί ο Κονδύλης προκειμένου να υποστηρίξει τη βασική θέση του βιβλίου ότι «η προβληματική του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου—τόσο στην κοινωνική και πολιτική όσο και στην πολιτισμική της έποψη—φωτίζεται καλύτερα αν τη δούμε στο πλαίσιο της παρακμής του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής, καθώς και της μετάβασης από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία».[1]

Για να φωτίσει αυτήν την ιστορική μετάβαση, ο Κονδύλης κατασκευάζει δύο ιδεότυπους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα δύο διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα που περιγράφει: ο πρώτος είναι το «συνθετικό–εναρμονιστικό» σχήμα σκέψης, που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης και ζωής του αστικού πολιτισμού, κι ο δεύτερος είναι το «αναλυτικό–συνδυαστικό» σχήμα σκέψης, που αντιστοιχεί στον τρόπο σκέψης και ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Ο Κονδύλης θεωρεί πως πρωτεργάτες αυτής της μετάβασης υπήρξαν τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα του μοντερνισμού· παρά την εσωτερική ετερογένεια και ποικιλομορφία τους, η εξωτερική αντι-αστική στόχευση των ρευμάτων αυτών επισημάνθηκε από διάφορους κοινωνιολόγους και ιστορικούς. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει έναν κοινό παρανομαστή ανάμεσα τους, ο Λίχτχαϊμ έγραφε π.χ. το 1972: «το κίνημα του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν διέθετε κάποιο ενιαίο θεματικό πυρήνα, παρά μόνο μια γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που με ασαφή τρόπο αποκαλούνταν αστικός τρόπος ζωής».[2] Αν, για τον Κονδύλη, ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός υπήρξε η ατμομηχανή αυτής της μεταβολής, καθώς, όπως γράφει, η τέχνη συχνά επιτελεί ρόλο σεισμογράφου βαθύτερων ιστορικών διεργασιών και κοσμοθεωρητικών εντάσεων,[3] τότε, στον απόηχο των κινημάτων αυτών, ολόκληρη η πνευματική ατμόσφαιρα υπέστη μια ριζική μεταβολή.[4] Και η  μεταβολή τούτη συνυφάνθηκε εξ αρχής με αντίστοιχες μετατοπίσεις στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας, οι οποίες όμως, για λόγους οικονομίας, θα μείνουν εκτός του πλαισίου της ανάλυσης μας.[5]

Παράλληλα, ο Κονδύλης τονίζει ότι στον πρώτο ιδεότυπο κυριαρχεί το πρωτείο του χρόνου, ενώ στον δεύτερο το πρωτείο του χώρου.[6] Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, ότι δηλαδή κάποιες ιστορικές εποχές οργανώνουν την εμπειρία τους χωρικά και άλλες χρονικά, είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Συγκρίνοντας την αστική σύνθεση με εκείνη της χριστιανικής κοινωνίας που προηγήθηκε, ο Κονδύλης σημειώνει πως «αν στην αντίληψη της societas civilis το αρμονικό Όλο έμοιαζε με πυραμίδα, τώρα φαίνεται μάλλον σαν σφαίρα».[7] Στην περίπτωση της μετα-αστικής κοινωνίας, η πιο εναργής εικόνα στην οποία προσφεύγει κατ’ επανάληψη για να φωτίσει την ιδιαιτερότητα της νέας μορφής σκέψης είναι εκείνη της επίπεδης επιφάνειας. Ας δούμε τώρα πώς αντιλαμβάνεται θεωρητικά αυτή τη διάκριση. Συνοψίζοντας τις βασικές διαφορές των δύο μορφών σκέψης, ο Κονδύλης γράφει:

Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης. Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυασθούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.[8] (περισσότερα…)

«Μεταξύ αστικής και μετα-αστικής εποχής»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη για το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα

*

Εισαγωγικό Σημείωμα – Μετάφραση
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ

Στην επιστολή που ακολουθεί προς τον φίλο του, Falk Horst, ο Κονδύλης παραθέτει ορισμένα παραδείγματα που φωτίζουν την αντίθεση ανάμεσα στην αστική και τη μετα-αστική λογοτεχνία. Η αντίθεση αυτή αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, στο οποίο ο Κονδύλης περιγράφει την ευρύτερη μετάβαση από τον αστικό πολιτισμό του 19ου αιώνα στον μαζικοδημοκρατικό πολιτισμό του 20ού. Βασική θέση του βιβλίου είναι ότι ο καλλιτεχνικός και λογοτεχνικός μοντερνισμός —από τον νατουραλισμό και τον ιμπρεσιονισμό ίσαμε τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα— υπήρξε το πρώτο χρονολογικά πνευματικό κίνημα που εξαπέλυσε μια συντονισμένη επίθεση στα κοσμοθεωρητικά θεμέλια του αστικού πολιτισμού.

Το βιβλίο έχει σε μεγάλο βαθμό δοκιμιακή μορφή, είναι γραμμένο σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και στερείται τόσο παραπομπών όσο και βιβλιογραφίας. Όταν δε ο συγγραφέας αναφέρεται σε συγκεκριμένες υφολογικές ή κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, ονοματίζει μόνο ρεύματα και «-ισμούς» (π.χ. φουτουρισμός), χωρίς να παραπέμπει ευθέως σε ονόματα ή σε συγκεκριμένα έργα. Λάτρης των πανοραμικών κατόψεων, ο Κονδύλης συχνά «τσουβαλιάζει», όπως κατά καιρούς του καταλογίστηκε, την εσωτερική μοναδικότητα του έργου τέχνης σε σχήματα που εξυπηρετούν την προώθηση μιας συνθετικής ματιάς. Στο σημείο αυτό η προσέγγιση του διασταυρωνόταν με εκείνη του Άρνολντ Χάουζερ, ο οποίος κατά παρόμοιο τρόπο πίστευε ότι μια τέτοια θεώρηση δεν αποσκοπεί στο να υπονομεύσει τις ατομικές αρετές του έργου τέχνης, αλλά στο να το δει από μια άλλη σκοπιά – εκείνην που ο Ούγγρος ιστορικός της τέχνης θεωρούσε ως την κυρίαρχη του 20ού αιώνα: την κοινωνιολογική. Σε κάθε περίπτωση, η ακόλουθη επιστολή μπορεί να λειτουργήσει ως μίτος χειροπιαστών παραδειγμάτων για τον ενδιαφερόμενο ερευνητή που θα επιθυμούσε να προβεί σε μια πιο εστιασμένη ανάγνωση των γενικών ερμηνευτικών διαγνώσεων του βιβλίου.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά τόσο την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη όσο και τον κ. Φαλκ Χορστ. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Χώρος και χρόνος στην ιστορία του πολιτισμού: Σημειώσεις πάνω στην Παρακμή του αστικού πολιτισμού του Παναγιώτη Κονδύλη». – ΣΒ

(περισσότερα…)

Immanuel Kant, Χαρακτηρολογία ανδρών και γυναικών

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht) είναι το τελευταίο έργο του Ιμμάνουελ Καντ, το οποίο εξέδωσε ο ίδιος (1798). Προέκυψε από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Καντ για το αντικείμενο τούτο στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg, το σημερινό Καλίνινγκραντ), από το έτος 1772/73 έως το 1795/96, στηριζόμενος στα καλύτερα συγγράμματα εμπειρικής ψυχολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά και στις απέραντες γνώσεις του στα πεδία των επιστημών και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αρχαίας και νεότερης. Η σημασία και η αξία του έργου αναγνωρίζεται καθολικά και διεθνώς, όχι μόνο μέσα στα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Θεωρείται από τα θεμελιακά έργα του κλάδου της Ανθρωπολογίας, και μάλιστα τόσο της φιλοσοφικής όσο και της εμπειρικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης. Ως προς το περιεχόμενό του, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους κλάδους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, της ηθικής, της ψυχολογίας, εν μέρει και της κοινωνιολογίας.

Η Ανθρωπολογία αποτελείται, εκτός από τον πρόλογο, από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος («Ανθρωπολογική διδακτική») αποτελείται από τρία βιβλία, ακολουθώντας τη –γνωστή από άλλα έργα του Καντ, ιδίως την Κριτική της κριτικής δύναμης– διαίρεση των ανθρώπινων ψυχικών ή πνευματικών δυνάμεων στις γνωστικές ικανότητες, το συναίσθημα της ηδονής και της δυσαρέσκειας και το επιθυμητικό. Το δεύτερο μέρος (η «Ανθρωπολογική χαρακτηρολογία») πραγματεύεται τον χαρακτήρα του προσώπου, του φύλου, του λαού, της φυλής και του ανθρώπινου γένους. Το τμήμα που παρουσιάζουμε εδώ είναι συνέχεια του κεφαλαίου που ο Καντ αφιερώνει στον «χαρακτήρα του φύλου», δηλ. στα χαρακτηριστικά ή ιδιάζοντα γνωρίσματα των δύο φύλων, καθώς και τις  διαφορές και τις σχέσεις τους. Για το πλήρες κείμενο της παρούσας Εισαγωγής και το πρώτο μέρος του εν λόγω κεφαλαίου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

///

Διάσπαρτες παρατηρήσεις

Η γυναίκα θέλει να κυριαρχεί, ο άνδρας να κυριαρχείται (ιδίως προ του γάμου). Σε τούτο οφείλεται η αβροφροσύνη της παλαιάς ιπποσύνης. – Η γυναίκα αποκτά ενωρίς εμπιστοσύνη στον εαυτό της ως προς το να αρέσει. Ο νέος ανησυχεί πάντα μήπως δεν αρέσει και γι’ αυτό είναι αμήχανος (ντροπαλός) στη συντροφιά με κυρίες. – Την υπερηφάνεια αυτή της γυναίκας, να αποτρέπει κάθε όχληση του άνδρα με το σεβασμό που εμπνέει και το δικαίωμα να απαιτεί σέβας για τον εαυτό της ακόμα και δίχως αξιομισθίες, τα επιβάλλει απλώς βάσει του τίτλου[1] του φύλου της. – Η γυναίκα αρνείται, ο άνδρας επιζητεί∙ η υποταγή της είναι εύνοια. – Η φύση θέλει τη γυναίκα να τη ζητούν∙ γι’ αυτό η ίδια δεν έπρεπε να είναι τόσο εκλεκτική στην εκλογή της (σύμφωνα με το γούστο της) όσο ο άνδρας, τον οποίο η φύση έχει φτιάξει και πιο χονδροειδή, και που αρέσει στη γυναίκα αρκεί μονάχα να δείχνει στην εμφάνισή του δύναμη και ικανότητα για να την υπερασπίζεται. Πράγματι, εάν η γυναίκα έδειχνε αηδία όσον αφορά στην ομορφιά της μορφής του και αν ήταν εκλεπτυσμένη στην επιλογή της, για να μπορεί να ερωτεύεται, θα έπρεπε να εμφανίζεται αυτή ότι επιζητεί, ενώ αυτός ότι αρνείται∙ κάτι που θα υποβίβαζε ολοσχερώς την αξία του φύλου της ακόμα και στα μάτια του άνδρα. – Η γυναίκα πρέπει να φαίνεται ότι είναι στον έρωτα ψυχρή, αντιθέτως ο άνδρας ευσυγκίνητος. Το να μην ανταποκριθεί σε μιαν ερωτική πρόκληση φαίνεται ότι είναι ντροπή για τον άνδρα, ενώ για τη γυναίκα είναι αισχρό το να τείνει εύκολα ευήκοο το αυτί σε μια τέτοια πρόκληση.– Ο πόθος της γυναίκας να επιδεικνύει τα θέλγητρά της σε όλους τους λεπτούς άνδρες, είναι φιλαρέσκεια, ενώ η προσποίηση [του άνδρα] να φαίνεται πως είναι ερωτευμένος με όλες τις γυναίκες, είναι αβροφροσύνη∙ και τα δύο μπορεί να μια σκέτη επίδειξη που έχει γίνει μόδα δίχως κανένα σοβαρό επακόλουθο∙ όπως ήταν το Cicisbeat[2] μια προσποιητή ελευθερία της γυναίκας στον γάμο, ή ο θεσμός των ευνοουμένων ερωμένων[3] που υπήρχε επίσης άλλοτε στην Ιταλία. {Στην Historia Concilii Tridentini [Ιστορία της Συνόδου του Τριδέντου (Τρέντο)]} λέγεται μεταξύ άλλων: erant ibi etiam 300 honestae meretrices, quas cortegianas vocant. [Υπήρχαν επίσης εκεί 300 έντιμες εταίρες που τις αποκαλούν ευνοούμενες ερωμένες].[4]) Για τον θεσμό αυτόν διηγούνται ότι διακρινόταν από περισσότερο ευπρεπή πολιτισμό της κόσμιας δημόσιας συναναστροφής από όσο οι μικτές συντροφιές στις ιδιωτικές κατοικίες.– (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

Αρρυθμίες πρακτικών και το νεοελληνικό στοίχημα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο πήχης των πρακτικών

Ένα πρόσωπο προσανατολίζεται είτε μέσω ευρύτερων αιτημάτων είτε μέσω μεμονωμένων πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Σύμφυτη με την έννοια της πρακτικής είναι η έννοια του κριτηρίου. Τα κριτήρια αφορούν το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που τίθεται σε κυκλοφορία – ως προϊόν, ως υπηρεσία, ως αγαθό. Χαράζουν τα όρια μεταξύ του ορθού και του λανθασμένου, του άξιου και του ανάξιου, του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Επιπλέον, δεν πέφτουν από τον ουρανό. Από ανθρώπους φτιάχνονται, μέσα από ποικίλες ζυμώσεις στην εκάστοτε πρακτική, και στον χρόνο δοκιμάζονται. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός θέτει τον δικό του πήχη, διαμορφώνει τα δικά του κριτήρια στην εκάστοτε πρακτική. Διαμορφώνει πρότυπα· τι είναι αποδεκτή δημοσιογραφία, άξιο λογοτεχνικό έργο, κατάλληλη ιατρική φροντίδα, σωστή εκπαιδευτική προσέγγιση ή λανθασμένη. Σε κάποιους κοινωνικούς σχηματισμούς αναπτύσσονται καινοτομίες στις πρακτικές (ενδεχομένως και ολότελα καινούργιες πρακτικές), ενώ σε άλλους αναπτύσσονται αντίγραφα, τα οποία είτε εξελίσσουν το πρότυπο είτε αποτελούν επιτόπιες προσαρμογές είτε καταντούν κακέκτυπά του. (περισσότερα…)

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του φύλου

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht) είναι το τελευταίο έργο του Ιμμάνουελ Καντ, το οποίο εξέδωσε ο ίδιος (1798). Προέκυψε από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Καντ για το αντικείμενο τούτο στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg, το σημερινό Καλίνινγκραντ), από το έτος 1772/73 έως το 1795/96, στηριζόμενος στα καλύτερα συγγράμματα εμπειρικής ψυχολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά και στις απέραντες γνώσεις του στα πεδία των επιστημών και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αρχαίας και νεότερης. Η σημασία και η αξία του έργου αναγνωρίζεται καθολικά και διεθνώς, όχι μόνο μέσα στα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Θεωρείται από τα θεμελιακά έργα του κλάδου της Ανθρωπολογίας, και μάλιστα τόσο της φιλοσοφικής όσο και της εμπειρικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης. Ως προς το περιεχόμενό του, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους κλάδους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, της ηθικής, της ψυχολογίας, εν μέρει και της κοινωνιολογίας.[1]

Η Ανθρωπολογία αποτελείται, εκτός από τον πρόλογο, από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος («Ανθρωπολογική διδακτική») αποτελείται από τρία βιβλία, ακολουθώντας τη –γνωστή από άλλα έργα του Καντ, ιδίως την Κριτική της κριτικής δύναμης– διαίρεση των ανθρώπινων ψυχικών ή πνευματικών δυνάμεων στις γνωστικές ικανότητες, το συναίσθημα της ηδονής και της δυσαρέσκειας και το επιθυμητικό. Το δεύτερο μέρος (η «Ανθρωπολογική χαρακτηρολογία») πραγματεύεται τον χαρακτήρα του προσώπου, του φύλου, του λαού, της φυλής και του ανθρώπινου γένους. Το τμήμα που παρουσιάζουμε εδώ πραγματεύεται τον «χαρακτήρα του φύλου», δηλ. τα χαρακτηριστικά ή ιδιάζοντα γνωρίσματα των δύο φύλων, καθώς και τις  διαφορές και τις σχέσεις τους.[2]

Εκ πρώτης όψεως, η Ανθρωπολογία παρουσιάζει αδιανόητη πληθώρα θεμάτων και διάσπαρτων παρατηρήσεων. Εντούτοις, εγγύτερη εξέταση αποκαλύπτει μια υποκείμενη συστηματικότητα, συνάφεια και συνοχή. Χαρακτηριστικό της δομής της Ανθρωπολογίας είναι λ.χ. ότι κανονικά, μετά τη θεωρητική παρουσίαση του κάθε θέματος (συνήθως με ορισμούς), ακολουθούν εμπειρικές παρατηρήσεις και διασαφήσεις με παραδείγματα από τη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία ή τη λογοτεχνία.

Ειδικότερα, η ανθρωπολογία αποτελεί το εμπειρικό υπόβαθρο και σύστοιχο, δηλ. το εμπειρικό και εφαρμοσμένο μέρος της πρακτικής και ηθικής φιλοσοφίας. Εκθέτει την εμπειρική ψυχολογία, στηριγμένη σε διεξοδική ανάλυση των ψυχικών ή πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου: των γνωστικών ικανοτήτων, του συναισθήματος της ηδονής ή ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας ή λύπης, καθώς και του επιθυμητικού ή της θέλησης. (περισσότερα…)

Alain de Benoist, «Το θέαμα της τραμπικής Δεξιάς στην Ευρώπη είναι αποκαρδιωτικό»

*

Επανεκλεγείς στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ανέκτησε μόνο την εξουσία αλλά επιτάχυνε μια ιστορική ρήξη που είχε ήδη ξεκινήσει κατά την πρώτη του θητεία. Μέσα σε λίγους μήνες, οι αποφάσεις του έχουν κλονίσει τα θεμέλια της διεθνούς τάξης που καθιερώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, προκαλώντας σοκ και άρνηση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Στρατηγική αποσύνδεση από τη Γηραιά Ήπειρο, αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, εγκατάλειψη της πολυμέρειας και μια απροκάλυπτη επιβεβαίωση της δυναμικής της ισχύος: ο Τραμπισμός 2.0 αγκαλιάζει πλέον το τέλος των ηθικών ψευδαισθήσεων που δομούσαν τη «συλλογική Δύση». Για τον Αλαίν ντε Μπενουά, αυτή η ακολουθία σηματοδοτεί πολύ περισσότερα από μια απλή αλλαγή στυλ ή πολιτικού προσωπικού. Σηματοδοτεί την είσοδο σε έναν πολυπολικό, βάναυσο κόσμο, απογυμνωμένο από την οικουμενιστική ρητορική, όπου η Ευρώπη εμφανίζεται πιο εξαρτημένη και πιο ανυπεράσπιστη από ποτέ. Σε αυτή την εις βάθος συνέντευξη στον Γιαν Βαλερύ και τον ενημερωτικό ιστότοπο Breizh-info.com (27.1.2026), ο Γάλλος φιλόσοφος αναλύει τις συνέπειες της γεωπολιτικής μετατόπισης και τα αδιέξοδα μιας ηπείρου που εξακολουθεί να αρνείται να διδαχθεί από αυτήν.

Μετάφραση Κώστας Χατζηαντωνίου

///

Breizh-info.com: Με ποιους τρόπους η δεύτερη θητεία του Τραμπ σηματοδοτεί μια ακόμη βαθύτερη ρήξη με την παγκόσμια τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο;

Alain de Benoist: Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένος να ακολουθήσει την πορεία που ακολουθεί αυτή τη στιγμή. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν, είχε άφθονο χρόνο να προσδιορίσει τους στόχους του, να βελτιώσει το όραμά του και να αξιολογήσει τον στενό του κύκλο για να καθορίσει σε ποιον μπορούσε πραγματικά να βασιστεί. Μετά την επανεκλογή του, ξεκίνησε μια φρενίτιδα ανακοινώσεων που άφησαν (και εξακολουθούν να αφήνουν) τον υπόλοιπο κόσμο άναυδο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην μάλλον ιδιόμορφη προσωπικότητά του. Πάρτε έναν παρανοϊκό, μεγαλομανή ναρκισσιστή, έναν πολιτικό ρήτορα και έναν επιχειρηματικό καρχαρία, ανακατέψτε τα όλα μαζί και έχετε τον Ντόναλντ Τραμπ. Έναν χαρακτήρα κάπου ανάμεσα στον βασιλιά Υμπύ και τον Καλιγούλα.

Η βαθύτερων συνεπειών ρήξη είναι η «αποσύνδεση» μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα σε λίγους μήνες, ο Τραμπ προκάλεσε κατάρρευση της «συλλογικής Δύσης», υπονόμευσε τα θεμέλια της Ατλαντικής Συμμαχίας και άλλαξε τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου. Τώρα απειλεί την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Ακόμα κι αν πολλοί δεν το συνειδητοποιούν, αυτό είναι ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός που θα επηρεάσει σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Το να πιστέψει κανείς ότι όλα αυτά θα υποχωρήσουν όταν ο Τραμπ φύγει από τον Λευκό Οίκο θα ήταν λάθος. Μόλις η εμπιστοσύνη διαλυθεί, χρειάζεται αρκετός χρόνος για να επουλωθεί. Ειδικά επειδή, μετά τον Τραμπ, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Τζ. Ντ. Βανς να τον διαδεχθεί. Και ο Βανς συχνά παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που έχει «όλα τα χαρακτηριστικά του Τραμπ χωρίς κανένα από τα ελαττώματά του». Δεν υπάρχει επιστροφή. (περισσότερα…)

Ματαιογραφία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Κάθε φορά που προσπαθώ να γράψω κάτι για το παρελθόν, η μνήμη μου παρουσιάζεται επιλεκτική και διπρόσωπη. Το ένα πρόσωπο είναι καθαρό και ζωντανό, με εικόνες και γεγονότα ζωηρά και ευδιάκριτα. Το άλλο θολό και ομιχλώδες, αναμνήσεις που όσο τις σκαλίζω τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την αλήθεια και γίνονται υποθέσεις, ερμηνείες και ερωτήματα. Ειδικά η παιδική μου ηλικία είναι γεμάτη αμφίβολες και αβέβαιες πληροφορίες αλλά και ορισμένα επεισόδια που νοιώθω πως έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μου. Οι λίγες σελίδες που ακολουθούν είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο διαστάσεων της μνήμης μου. Είναι επίσης μία από τις πολλές εκδοχές που έγραψα, αυτή που διαισθάνομαι ότι βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια ή έστω ότι περιέχει τις λιγότερες επινοήσεις. Άλλωστε, κάθε απόπειρα εξιστόρησης της ζωής μας είναι λίγο πολύ μια μορφή μυθοπλασίας. Όσο για τον τίτλο – είναι μια λέξη αυθαίρετη, επινοημένη. Ίσως τη δημιούργησα για να προκαλέσω εντύπωση. Ίσως πάλι για να δείξω ότι αυτό το κείμενο είναι εφήμερο, περίπου θνησιγενές. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το προφανές: αυτό το αφήγημα θα μπορούσε να μην είχε γραφτεί – δεν θα άλλαζε τίποτα.

 

2

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από το τέλος της παιδικής μου ηλικίας και έχω την αίσθηση ότι η πραγματική αφετηρία της ζωής μου δεν ήταν η μέρα που γεννήθηκα αλλά η μέρα που αποφάσισα να παρατήσω το σχολείο. Έβγαλα με χίλιες δυο δυσκολίες το δημοτικό και στα δώδεκα μου η προοπτική να βασανίζομαι για άλλα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο μου φάνηκε τρομαχτική και ανυπόφορη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή και αργότερα, όταν άρχισα να αναλύω και να ερμηνεύω τις αναμνήσεις μου, κατάλαβα ότι με κείνη την απόφαση είχα κάνει ένα κρίσιμο βήμα για να χαράξω τη δική μου αυτόνομη πορεία. Ταυτόχρονα διαπίστωσα ότι δεν με απασχολούσε και πολύ η γνώμη των άλλων και ότι το να αρέσω και να με εκτιμούν δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ η βασική μου προτεραιότητα.  (περισσότερα…)

Χαρτογραφήσεις εντός κι εκτός πρακτικών

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο προσανατολισμός μας, και κατ’ επέκταση ο σχηματισμός μιας ταυτότητας στη διάρκεια του χρόνου, περνά μέσα από αναθεωρήσεις. Είτε ριζικές, όπως ένα χτύπημα της μοίρας, μία εκστατική εμπειρία, ή ένα συμβάν προδοσίας, είτε συχνά αδιόρατες που σιγά σιγά σμιλεύουν μία αίσθηση του κόσμου για το τι αξίζει και τι όχι. Προκειμένου να διερευνηθούν περαιτέρω οι συνθήκες των αδιόρατων αναθεώρησεων, θα γίνει αρχικά η διάκριση ανάμεσα στον προσανατολισμό εντός πρακτικών και στον προσανατολισμό εκτός πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Φυσικά, ο προσανατολισμός μας χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Αφορούν τον τρόπο ζωής του υποκειμένου. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, εργασιακό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών είναι υπερσύνολο του προσανατολισμού εντός πρακτικών, δηλαδή τον περιέχει, αφού, ακόμη και όταν λειτουργεί κάποιος ως επαγγελματίας ή εντός θεσμών, εξακολουθεί να είναι το ίδιο πρόσωπο, να φέρει την ίδια ψυχοσύνθεση. Η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών δεν εισάγει κάποια διχοτόμηση των δύο τρόπων, αφού το ίδιο πρόσωπο είναι που δραστηριοποιείται είτε εντός θεσμών και επαγγελμάτων είτε εκτός αυτών. Ένα ναυάγιο στον εντός πρακτικών προσανατολισμό δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον εκτός πρακτικών προσανατολισμό, και αντιστρόφως. Απλώς, μέσω της διάκρισης αυτής επιδιώκεται η ευκρίνεια στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τρόπους αναθεώρησης, ανάλογα με την έμφαση σε εκείνο που προέχει, είτε εντός είτε εκτός πρακτικών.

Μήπως η διάκριση εντός κι εκτός πρακτικών είναι εν πολλοίς η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό; (περισσότερα…)