θάνατος

Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

(περισσότερα…)

Η αθανασία ως κατάρα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Α.

Ο Μπαρούχ Σπινόζα (Ηθική) σημειώνει ότι «ο ελεύθερος άνθρωπος άλλο δεν σκέφτεται παρά τον θάνατο, και η σοφία του είναι ένας στοχασμός όχι του θανάτου αλλά της ζωής». Στην παραπάνω φράση συμπυκνώνεται το διαυγές συμπέρασμα: τα πάντα στην ανθρώπινη ζωή έχουν σημασία επειδή ακριβώς οι άνθρωποι είναι θνητοί, και το γνωρίζουν. Όσα κάνουν οι θνητοί άνθρωποι έχουν νόημα εξαιτίας αυτής της επίγνωσης. Αυτό που καθιστά κάθε άνθρωπο πολύτιμο και αναντικατάστατο, είναι ο θάνατος, ή η ιδέα του θανάτου. Οι άνθρωποι ωθούνται στην πράξη απ’ την επίγνωση ότι είναι φάσματα. Κάθε πράξη που επιτελούν, μπορεί να είναι η τελευταία τους. Τα πάντα, στους θνητούς, έχουν την αξία του φθαρτού και ανεπανόρθωτου.

Αν νικιόταν κάποτε ο θάνατος, δεν θα είχαν πια νόημα όλα αυτά που με τόσο μόχθο συνέθεσαν οι άνθρωποι προκειμένου να ενσταλάξουν κάποιο σκοπό στην τόσο σύντομη ζωή τους. Όμως, όπως γράφει ο Μπάουμαν (Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της), σε συνέχεια των προηγουμένων, η ουσία του ζητήματος είναι ότι η γνώση της θνητότητας του ανθρώπου σημαίνει συνάμα και γνώση της δυνατότητας της αθανασίας του. Το να έχει επίγνωση της θνητότητας σημαίνει ότι μπορεί να φαντάζεται την αθανασία, να εργάζεται για την αθανασία του.

Είναι γενικά γνωστό, αλλά αποτελεί εξαιρετικά σπάνια πεποίθηση στο ανθρώπινο γένος, ότι στη Φύση η αθανασία είναι κάτι το κοινότοπο. Αν εξαιρέσεις τον άνθρωπο, όλα τ’ άλλα πλάσματα είναι αθάνατα, αφού αγνοούν το θάνατο. Αυτό που είναι θείο, τρομερό, αδιανόητο, είναι η επίγνωση της αθανασίας υποστηρίζει ο Μπόρχες (Ο Αθάνατος). Η άτεγκτη πραγματικότητα του θανάτου κάνει την αθανασία μια γοητευτική πρόταση, αλλά η ίδια η πραγματικότητα κάνει συνάμα το όνειρο της αιωνιότητας μια δραστική δύναμη, ένα κίνητρο για δράση. Η αθανασία είναι εντέλει ένα καθήκον.

Όμως, συνεχίζει ο Μπόρχες, μονάχα το όνειρο της αθανασίας δίνει νόημα στη ζωή, ενώ η αθάνατη ζωή, αν ποτέ την κατορθώναμε, δεν θα έφερνε παρά τον θάνατο του νοήματος, ακριβώς όπως συμβαίνει στα πρόσωπα στο προαναφερθέν διήγημα. Εκεί τα πρόσωπα που κέρδισαν την Αθανασία, άρα ήταν προηγουμένως θνητοί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «τρωγλοδύτες, που δεν μιλούσαν και καταβρόχθιζαν φίδια». Βρίσκονταν στην κατάσταση «του απροσδιόριστου, του αποτρόπαιου, του ουδόλως νοητού».

Β.

 «Είδα τότε με τα μάτια μου τη Σίβυλλα στην Κύμη να κρέμεται μέσα σε κλουβί, κι όταν τ’ αγόρια τη ρωτούσανε: Σίβυλλα τι θέλεις; Απαντούσε εκείνη: αποθανείν θέλω». (Πετρώνιος, Σατυρικόν, 48.8.)

«Σύμφωνα μ’ έναν μύθο, η Σίβυλλα της Κύμης (αιολικής αποικίας στην Καμπανία της Ιταλίας, πολύ κοντά στη σημερινή Νάπολη) υπήρξε ερωμένη του Απόλλωνα. Του ζήτησε να της χαρίσει την αθανασία (ή, κατ’ άλλους, τόσα χρόνια ζωής όσα και οι κόκκοι της άμμου που κρατούσε στη χούφτα της), ξέχασε όμως να ζητήσει και την αιώνια νεότητα. Έτσι, γερνώντας, ζάρωσε τόσο πολύ, που έγινε μικρή σαν ένα τζιτζίκι. Και το τραγικότερο είναι πως ήταν υποχρεωμένη να παραμείνει ζωντανή». (Από τις σημειώσεις του μεταφραστή Κλείτου Κύρου στη Ρημαγμένη Γη του Τ. Σ. ΈλιοτT, ύψιλον/βιβλία, σ. 58).

Γ.

Η λεπίδα του Αθάνατου είναι ο ελληνικός τίτλος μιας ιαπωνικής ταινίας (πρωτότυπος τίτλος: Mugen no Junin, διεθνής τίτλος: Blade of the Immortal) του 2017 σε σκηνοθεσία Τακάσι Μιίκε, που με τη σειρά της βασίζεται σε μάνγκα του Χιροάκι Σαμούρα.

O νεαρός σαμουράι Μάντζι εξολοθρεύει τους 100 μισθοφόρους που ευθύνονται για τνο θάνατο της μικρής του αδερφής. Όταν κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης τραυματιστεί θανάσιμα, μια υπεραιωνόβια μοναχή και μάγισσα, η Γιαομπικούνι, θα τον σώσει από τον βέβαιο θάνατο, αλλά ταυτόχρονα θα τον καταδικάσει στην αθανασία, τοποθετώντας μέσα στο σώμα του τα ιερά σκουλήκια του αίματος, τα οποία θα γιατρεύουν στο εξής κάθε πληγή του και θα επανενώνουν τα ακρωτηριασμένα του μέλη.

Πενήντα χρόνια μετά, κι ενώ ο Μάντζι έχει ήδη πάρει μια γεύση από το τίμημα της αθανασίας, ο σαμουράι που ζει με το βάρος και την κατάρα του θρύλου του υπόσχεται να βοηθήσει ένα κορίτσι, τη Ριν, που μοιάζει συγκλονιστικά στη νεκρή του αδερφή και να εκδικηθεί μία ομάδα ικανότατων ξιφομάχων με επικεφαλής τον ερμαφρόδιτο κι αδίστακτο πολεμιστή Ανότσου, που ευθύνεται για τη δολοφονία των γονιών της.

«Ο θάνατος είναι ανελέητος, αλλά η αθανασία είναι ακόμα περισσότερο», θα πει σε κάποια σκηνή της ταινίας ο Μάντζι, λίγο πριν το εκπληκτικό φινάλε της τελικής μάχης με τους 300 (!) αντιπάλους.

///

Βλ. σχετικά:

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, «Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

*

*

«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον θάνατο και τον ίσκιο του έχουν γραφτεί πάμπολλα. Για την ακρίβεια –από μια σκοπιά τουλάχιστον– όλα όσα έχουν γραφτεί, για εκείνον μιλούν. «Φιλοσοφία μελέτη θανάτου», που έλεγε και ο Πλάτων.

Για την αθανασία, αντίθετα, δεν έχει γραφτεί τίποτε σχεδόν που να γνώρισε αξιόλογη διάδοση. Πώς πρέπει αλήθεια να την εννοήσουμε; Ως άρση απόλυτη του χρόνου ή μήπως ως ατέρμονη χρονικότητα; Ως πλήρωση υποστασιακή, όπως το επαγγέλλονται οι μεσσιανικές θρησκείες, ή ως διηνεκές μαρτύριο, όπως η σύλληψη της Ewige Wiederkehr του Νίτσε αφήνει να διαφανεί, αιώνια ανακύκληση του όμοιου και του αυτού;

Οι σύγχρονοι κοσμολόγοι μοιάζει να θεμελιώνουν και επιστημονικά την νιτσεϊκή προϊδέαση. Αν ο χρόνος (και ο χώρος) είναι άπειρος, μας βεβαιώνουν, δεν είναι απλώς ενδεχόμενο, είναι εντελώς βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα, όχι μόνο θα συμβούν τα πάντα, αλλά θα επαναληφθούν και άπειρες φορές με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Με τα λόγια του ερημίτη του Sils Maria:

«Σκέψου μια μέρα ή μια νύχτα ένας δαίμονας να τρύπωνε στην μοναξιά σου την πιο μοναχική και να σου ’λεγε: “Αυτή τη ζωή, όπως τη ζεις τώρα δα και την έζησες, θα τη ζήσεις και θα την ξαναζήσεις αμέτρητες ακόμη φορές· και τίποτε δεν θα ’ναι καινούργιο σ’ αυτήν, αλλά κάθε πόνος και κάθε ηδονή και κάθε ιδέα και στεναγμός και κάθε τι ανείπωτα μικρό και μεγάλο της ζωής σου όλα τους θά ‘ρθουν ξανά να σε βρουν, κι όλα τους με την ίδια σειρά και με την ίδια τάξη.”»

Με τον ίδιο τρόπο σκεφτόταν και η Έμιλυ Ντίκινσον την ίδια πάνω κάτω εποχή:

«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει…»

Στις μέρες μας, εντελώς νιτσεϊκή (και ντικινσόνια) ήταν η ταινία Η Μέρα της Μαρμότας. Ο Φιλ Κόννορς, ο ήρωας του φιλοσοφικότατου αυτού φίλμ, ζει και ξαναζεί αενάως την ίδια ακριβώς ημέρα, την 2α Φεβρουαρίου, στο ίδιο μέρος, το Punxsutawney της Πενσυλβάνιας, με τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους να ξανακάνουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, να λένε τα ίδια ακριβώς λόγια, στην ίδια απαράλακτη σειρά. Ακόμη και η απόφασή του να αυτοκτονήσει δεν αλλάζει τη μοίρα του: όσες φορές και αν το κάνει, και το κάνει επανειλημμένα και με όλο τον ζήλο που του εμπνέει η απόγνωση, και πάλι την επομένη, που είναι και πάλι η ίδια 2α Φεβρουαρίου, θα ξυπνήσει την ίδια ώρα, στο ίδιο ξενοδοχείο, με το ίδιο ξυπνητήρι να του ξαναπαίζει το ίδιο τραγούδι: «I Got You Babe».

Μήπως είναι αυτή τελικά η εγγύτερη περιγραφή που διαθέτουμε του Παραδείσου; Δεν είναι η αέναη αδιατάρακτη άφευκτη επανάληψη, ακόμη κι όταν απουσιάζει η μεγάλη οδύνη, η πιο φρικτή παιδωμή; Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είχε το θάρρος να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο για το Πουργατόριο της Θείας Κωμωδίας, τα ίδια όμως δεν λέγονται πάνω κάτω από δεινούς κριτικούς και για τον Paradiso, το τρίτο μέρος του έπους του περιώνυμου Φλωρεντίνου; «Θα προετίμων να πίω καλύτερα» γράφει ο Λευκάδιος, «δεν ηξεύρω ποίον αηδέστατον φάρμακον, παρά να καταδικασθώ είς την ανάγνωσίν του…»

Απ’ αυτή τη σκοπιά, κάθε επαναφορά, κάθε επανάληψη της όποιας κατάστασης, κάθε πάγωμα του χρόνου, είναι ένα υπαρξιακό βασανιστήριο. Τι έχουν να προσφέρουν στον δεσμώτη της Εδέμ ακόμη και τα πιο έκπαγλα ουρί, τι είναι η visio beatifica ή η καθ’ ημάς θέωσις εμπρός στην ωκεάνια ανία της αιωνιότητος. Τι ωφελεί να ζει κανείς εν τόπω χλοερώ, ένθα πάσα λύπη απέδρα, σε αδιάλειπτη αγάπη προς τον Θεό, απαλλαγμένος από ανταγωνισμό, φθόνο ή σύγκρουση; Ο πρώτος ψυχολογικός νόμος της μακαριότητος, το ελιξήριο κάθε ευδαιμονίας, είναι η κίνηση, όχι η στάση, η μεταβολή, όχι η καθήλωση. Όπως ακριβώς η απόλυτη δυστυχία, η τέλεια ευτυχία, για πολύ, δεν αντέχεται.

«Ἐποίησά μοι κήπους καὶ παραδείσους καὶ ἐφύτευσα ἐν αὐτοῖς ξύλον πᾶν καρποῦ», γράφει ο Εκκλησιαστής. «Καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος…»

*

*

*

Το μυστικό της θαλάσσιας ανεμώνης

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Παλιό όσο και ο άνθρωπος, το όνειρο της αθανασίας δεν έπαψε ποτέ να θρέφει την ψυχή του ανθρώπου και να δίνει ελπίδα και νόημα στη ζωή του. Ανήμπορο να εξηγήσει το υπαρξιακό του μυστήριο και να διαχειριστεί τον φόβο του θανάτου, το ανθρώπινο ον αναζητά διαρκώς στηρίγματα και αυταπάτες. Παρά την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, ο άνθρωπος παραμένει θνητός, ανίδεος και ανυπεράσπιστος και ο πολιτισμός μια αναμέτρηση με το κενό και το τίποτα. Στη σκια του θανάτου ο άνθρωπος δημιουργεί, καταστρέφει και πεθαίνει. Οι συνταγές του πολιτισμού είναι ατελέσφορες. Το ανθρώπινο σώμα, πρωταρχική πηγή αγωνίας και βασάνων, εξακολουθεί να κρύβει καλά τα μυστικά του. Το βιολογικό πεπρωμένο παραμένει ακλόνητο. Η θνητότητα τρελαίνει τον άνθρωπο, προκαλεί ρωγμές σε όλα τα οχυρά του και τον κάνει να ψάχνει κάθε λογής παρηγοριές και καταφύγια. Για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν και πεθαίνουν χωρίς προνόμια, η θρησκεία και η πίστη στην αιώνια ζωή ήταν και είναι παρηγοριά και ελπίδα. Για τους ανθρώπους όμως της εξουσίας που ονειρεύονται αιώνια βασίλεια και θεϊκούς ρόλους επί της γης, η θρησκεία δεν ήταν ποτέ αρκετή.

Στο βιβλίο της ιστορίας υπάρχουν πολλά κεφάλαια με μάχες ενάντια στο ανέφικτο – μάχες ηρωικές, τραγικές ή γελοίες. Δεν είναι λίγοι οι βασιλιάδες κάθε εποχής που αναζήτησαν διακαώς την αιώνια νεότητα και την αθανασία μέσω ελιξηρίων, αλχημείας και μυστικισμού. Σε Δύση και Ανατολή τα παραδείγματα αφθονούν. Οι Κινέζοι αυτοκράτορες αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο. Η εμμονή και η πληγωμένη τους έπαρση είχαν τραγικά αποτελέσματα. Στην προσπάθειά τους να γίνουν αθάνατοι, πολλοί  πέθαναν από δηλητηρίαση καθώς πειραματίστηκαν με ελιξήρια που περιείχαν υδράργυρο, αρσενικό, θείο, μόλυβδο και άλλες τοξικές ουσίες. Παρά την τεράστια δύναμή τους ο φόβος της εκμηδένισης και η επιθυμία για αιώνια εξουσία τους οδήγησε στην απόγνωση και την αυτοκαταστροφή. Θνητοί όσο και οι σκλάβοι, θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με το ταπεινό μεγαλείο της προσευχής και της ελπίδας αλλά προτίμησαν τη φαντασίωση του απίθανου και τον παραλογισμό της μεγαλομανίας.

Στις μέρες μας οι τρόποι έχουν αλλάξει αλλά ο πόθος για αιώνια ζωή παραμένει αναλλοίωτος. Σε μια συνάντηση Πούτιν και Σι στο Πεκίνο (3 Σεπτεμβρίου 2025) τα ανοιχτά μικρόφωνα τους έπιασαν να μιλούν για βιοτεχνολογία, μεταμοσχεύσεις και αθανασία. Η στιγμή μεταδόθηκε σε ζωντανή μετάδοση από τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό CCTV. Καθώς ο Πούτιν και ο Σι περπατούσαν προς το βάθρο της Πύλης Τιενανμέν, ο μεταφραστής του Πούτιν ακούστηκε να μεταφράζει τα λόγια του Ρώσου προέδρου στα Κινέζικα: «Η βιοτεχνολογία αναπτύσσεται συνεχώς. Τα ανθρώπινα όργανα μπορούν να μεταμοσχεύονται συνεχώς. Όσο περισσότερο ζεις, τόσο πιο νέος γίνεσαι και μπορείς ακόμη και να φτάσεις στην αθανασία» πρόσθεσε. Ο Κινέζος πρόεδρος, που ήταν εκτός κάμερας, ακούστηκε να απαντά: «Κάποιοι προβλέπουν ότι μέσα σε αυτόν τον αιώνα οι άνθρωποι μπορεί να ζουν έως και 150 χρόνια». (περισσότερα…)

Βασικά δεδομένα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

«Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει». Η βιογραφία του Ανθρώπου σε μια φράση.

///

Περίπου 73 χρόνια είναι το προσδόκιμο ζωής συνολικά στον κόσμο και περίπου 82 χρόνια στη χώρα μας και στην Ευρώπη. Πολλά ή λίγα; Εξαρτάται από το πόσο έχεις υποφέρει.

///

Συγνώμη Κύριε, εγώ τι φταίω αν ο Αδάμ έκανε τη μαλακία; Γιατί πρέπει να υποφέρουν και να πεθαίνουν δισεκατομμύρια για το λάθος του Πρώτου;

///

Ιδανικός τρόπος ζωής δεν υπάρχει. Όλοι τελούμε υπό τη διαρκή απειλή του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου. Ακόμα και οι καλύτερα προετοιμασμένες ζωές διατρέχουν κινδύνους. Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποιος στον εαυτό του είναι να το παίζει άτρωτος και να κλείνει τα μάτια μπροστά στα βασικά δεδομένα της ύπαρξης.

///

Εφόσον υπάρχει ο θάνατος, όλες οι πράξεις μας πάσχουν από απόλυτη ματαιότητα. Είναι, όμως, αυτός λόγος να τα παρατήσουμε και να παραιτηθούμε; Όχι. Είναι λόγος να εξαντλήσουμε τα πάντα και να εξαντληθούμε αλλά όχι και να ξεφτιλιστούμε. Ο θάνατος μπορεί και πρέπει να λειτουργεί ως ηθικό φίλτρο όλων των πράξεων και όλων των αποφάσεών μας.

///

Σε αντίθεση, ίσως, με την κοινή αντίληψη, η αυτοκτονία δεν είναι σπάνια ή ασυνήθιστη επιλογή. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάθε σαράντα δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος βάζει τέλος στη ζωή του. Προσωπικά απορρίπτω την αυτοκτονία ως λύση στο πρόβλημα της ματαιότητας αλλά ταυτόχρονα δεν έχω κανένα ακλόνητο επιχείρημα υπέρ της ζωής για κάποιον που δεν μπορεί πια να την αντέξει.

///

Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) είναι αποκαλυπτικά: στην Ελλάδα το 2024 καταγράφηκαν 128.259 θάνατοι και μόλις 69.675 γεννήσεις. Δηλαδή στη χώρα μας οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις. Το 2010 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους. Από το 2011 και μετά η εικόνα αντιστράφηκε οριστικά. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Χωρίς συμβατικούς πολέμους αλλά με δόλιες μεδοθεύσεις το έθνος μας σταδιακά αφανίζεται.

///

Αν η μακροζωία είναι ο βασικός στόχος των περισσότερων ανθρώπων τότε πρέπει να δούμε τις συνταγές ζωής κάποιων που έφτασαν τα 110 και τα 120 χρόνια. Μελετώντας συνοπτικά τις βιογραφίες τους και τις δηλώσεις τους κατέληξα στο συμπέρασμα ότι με κάποιες διαφορές όλοι ομολογούν πως τρία ήταν τα βασικά δεδομένα του τρόπου ζωής τους. Λιτή ζωή και διατροφή, ήρεμη καρδιά και συμπόνια. Και τα τρία είναι δύσκολα αλλά όχι ανέφικτα. Αρκεί να έχει κάποιος το θάρρος να αντισταθεί στον καθιερωμένο τρόπο ζωής (χρήμα, επιτυχία κτλ) και να ζήσει σε μια απόσταση ασφαλείας από την υστερία της κοινωνίας. Είναι σχεδόν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο, αυτές οι προϋποθέσεις μακροζωίας να καλλιεργηθούν στο κέντρο μιας κοινωνίας που έχει ως βασικές αξίες ζωής την υλιστική υπερβολή, την ακατάσχετη κίνηση, τη μίμηση και την απληστία. (περισσότερα…)

Ο «περί θανάτου» λόγος στην ποίηση του Γεώργιου Ζαλοκώστα

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Μοι απεκρίθη ευμενής
— Τι με κοιτάζεις τρέμων;
Εγώ δεν είμαι δαίμων,
Ψυχάς να κυνηγώ.

Είμαι θεός του γέλωτος,
Των πονηρών ο τρόμος,
Χαρά των άλλων, Μώμος
Ο σκώπτης είμ’ εγώ.

Οπόσα πάθη σύγχρονα
Σου έσχισαν τα στήθη
Γνωρίζω, μ’ απεκρίθη
Κ’ επίτηδες εδώ,

Σε ήλθα μόνον να ιδώ,
Και να τα βαλσαμώσω
Κατέβην να σε σώσω
Από τον μαρασμόν.

Στο ποίημα «το Κυνήγιον» του Ζαλοκώστα ο θεός του γέλιου, του σαρκασμού και της ειρωνείας Μώμος παίρνει τον ποιητή σε ένα ταξίδι προκειμένου να τον σώσει από τον μαρασμό, την πικρία και τα βάσανα που προκλήθηκαν από τον θάνατο των παιδιών του. Από το ποίημα αυτό λείπει το τέλος. Δεν γνωρίζουμε ποια λύση δίνεται και αν ο Μώμος σαν τα φάντασματα του Ντίκενς στη Χριστουγεννιάτικη ιστορία καταφέρνει να μεταφέρει ξανά κάτι από τη χαρά της ζωής. Αυτή η εκκρεμότητα του τέλους είναι κατά τη γνώμη μου διπλά σημαίνουσα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην πρώτη περίπτωση οι αξιολογικές κρίσεις, οι αποτιμήσεις και οι διαφορετικές ερμηνευτικές προσλήψεις για το έργο ενός ποιητή ή ποιήτριας στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον δεν συνοδεύονται ποτέ από μια οριστική τελεία και παύλα. Παραμένουν διαρκώς ανοιχτές και διλημματικές, εγκιβωτίζοντας την εκάστοτε ιστορικότητα και τους κοινούς τόπους της εποχής, τα διαφορετικά αισθητικά, πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα, καθώς και τις υποκειμενικές φωνές κριτικών και αναγνωστών. (περισσότερα…)

Πόσο «εθνικό» είναι το εθνικό μας πένθος; 

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Καθημερινά, πεθαίνουν πάνω από 350-400 άνθρωποι στην Ελλάδα. Παρότι κάθε ζωή είναι μοναδική, δεν αισθανόμαστε λύπη για όλους. Επίσης η ανθρώπινη ψυχολογία αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία να αισθανθεί λύπη για μεγάλους αριθμούς ανθρώπων που υποφέρουν και πεθαίνουν καθημερινά, όπως στην Παλαιστίνη και την Ουκρανία. Η ενσυναίσθησή μας μειώνεται καθώς αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που υποφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι ενώ μπορεί να αισθανθούμε έντονη συμπόνια για ένα μεμονωμένο άτομο, η ικανότητά μας να αισθανθούμε το ίδιο για μεγάλες ομάδες ανθρώπων μειώνεται σημαντικά.

Οι αντιδράσεις στον θάνατο κάποιων ανθρώπων, ειδικά δημόσιων προσώπων. για τη συντριπτική πλειοψηφία εξαρτώνται από την κληρονομιά που άφησαν πίσω τους – και, κυρίως, από το πώς οι πράξεις τους επηρέασαν τις ζωές μας. Ο θάνατος του Κώστα Σημίτη, όπως και εκείνος της Μάργκαρετ Θάτσερ, αποκάλυψε βαθιές ταξικές διαιρέσεις. Ενώ η πολιτική ελίτ και μέρος της σημιτικής διανόησης εκφράζουν σεβασμό, η λαϊκή βάση αντιδρά με οργή ή αδιαφορία.

Ο θάνατος της Μάργκαρετ Θάτσερ το 2013 προκάλεσε εκρηκτικές αντιδράσεις στη Βρετανία. Δεν θρήνησαν όλοι τη «Σιδηρά Κυρία». Πολλοί μάλιστα πανηγύρισαν. Το τραγούδι «Ding Dong! The Witch Is Dead» από τον Μάγο του Οζ έγινε σύμβολο της λαϊκής οργής. Ακούστηκε σε διαδηλώσεις και γιορτές, ενώ έφτασε στη 2η θέση των βρετανικών charts, μια σαρκαστική «απάντηση» στη θριαμβευτική ρητορική της πολιτικής ελίτ. Στις εργατικές γειτονιές, όπως το Μπρίξτον και το Μπάρνσλεϋ, πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους τραγουδώντας και κρατώντας πανό που έγραφαν: «The Witch is Dead» (Η μάγισσα πέθανε). Πολλοί θυμούνταν τη σκληρή απορρύθμιση και το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων που κατέστρεψαν τις κοινότητές τους. Στα χρόνια πριν τον θάνατό της, τα γήπεδα αντηχούσαν από το σύνθημα: «When Maggie Thatcher dies, we’re gonna have a party!» (Όταν πεθάνει η Μάγκι Θάτσερ, θα κάνουμε γιορτή!).

Στην Ελλάδα, ο θάνατος του Κώστα Σημίτη προκάλεσε ένα δίπολο αντιδράσεων φέρνοντας στο φως βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κήρυξε τετραήμερο εθνικό πένθος. Η πολιτική ελίτ, μεγάλο μέρος της διανόησης και ορισμένα κεντροαριστερά κόμματα τον αποχαιρέτησαν με σεβασμό, εστιάζοντας στην «ευρωπαϊκή του κληρονομιά» – για την ακρίβεια μας κληρονόμησε το ευρώ, ένα ενιαίο νόμισμα εντελώς ακατάλληλο για τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. (περισσότερα…)

Ένα κρανίο και 206 οστά

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

1

Το νεκροταφείο του χωριού επεκτάθηκε πρόσφατα. Δεν περνά μέρα χωρίς κηδεία. Χιλιάδες συγχωριανοί μου βρίσκονται θαμμένοι εκεί: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς και φίλοι, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι άνθρωποι που χτυπήθηκαν ξαφνικά από αρρώστιες και άλλοι που σκοτώθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα. Τόσες χαμένες ζωές, τόσες τραγωδίες, τόσα σχέδια που έμειναν ορφανά και ανολοκλήρωτα: ποιο το νόημα; Το ίδιο αναρωτιέμαι και όταν στέκομαι μπροστά στον τάφο των γονιών μου. Φαντάζομαι τα οστά και τα κρανία τους και αναρωτιέμαι «αυτό είναι όλο;». Δεν ξέρω. Εκείνη τη στιγμή όλα μου φαίνονται το ίδιο τραγικά όσο και γελοία. Θα ήθελα, μόλις βγω απ’ το νεκροταφείο, να τα παρατήσω όλα, κάθε προσπάθεια, κάθε στόχο, επιτέλους να ζήσω την απλούστερη δυνατή ζωή, την πιο ήσυχη, την πιο λιτή, απαλλαγμένη απ’ όλες τις μάταιες συνήθειες και τις καθιερωμένες ανοησίες. Αλλά δεν είμαι ακόμα απόλυτα έτοιμος για μια τέτοια κατάκτηση.

2

Ενώπιον του τάφου θεωρίες, προσχήματα και αυταπάτες καταρρέουν. Δεν είναι αστείο πράγμα ο λάκκος. Δεν ξέρω αν εκεί μέσα τελειώνουν όλα ή αν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, μια φωνή μέσα μου, σαν εσωτερικός υποβολέας, μου υπενθυμίζει διαρκώς: και πριν στον τάφο κατεβείς, πρόσεξε πώς θα πορευτείς.

3

Πέθανε ο γάτος μας ο Ερμής. Έντεκα χρόνια έζησε μαζί μας.  Ο πόνος μου ήταν στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. Η γυναίκα μου ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαψε πολλές φορές μέχρι το βράδυ. Έκλαιγε και τις επόμενες μέρες. Ο δικός μου πόνος παρέμεινε στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. (Ερμάκο μου, σε ευχαριστώ για την παρέα και τις χαρές που μας έδωσες. Εύχομαι ολόψυχα να ξαναβρεθούμε).

4

Προσωρινό μέλος της ζωντανής ανθρωπότητας, αργά ή γρήγορα θα γίνω κι εγώ μόνιμο μέλος της νεκρής ανθρωπότητας. Η ατομική μου ιστορία θα χαθεί για πάντα στο αχανές κοιμητήριο της λήθης. Αυτή είναι η βιογραφία μου στην απλούστερη μορφή της. Και με κάποιες διαφορές, και η βιογραφία κάθε ανθρώπου.

5

Μήπως δηλητηριάζω τη ζωή μου συλλογιζόμενος διαρκώς τον θάνατο; Είναι κακό να σκέφτομαι τόσο συχνά ότι κάποτε θα πάψω να υπάρχω; Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά για μένα αυτή η ιδεοληψία με τα χρόνια λειτουργεί θετικά. Μόνο συλλογιζόμενος τη θνητότητά μου μπορώ να ζω φυσιολογικά: με βοηθά να μην παίρνω τίποτα στα σοβαρά (με εξαίρεση τον ανθρώπινο πόνο) και μειώνει όσο πρέπει την υπερβολική βούληση για δράση που είναι πάντα η αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση του κακού. (περισσότερα…)

Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις;

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Με ποιόν να πας και ποιόν ν’ αφήσεις;

Τα βιβλία είναι καλοί φίλοι του ανθρώπου αλλά ο συνωστισμός τους προξενεί αργά η γρήγορα γενικευμένη κρίση ζηλοτυπίας που κλιμακώνεται εν μέσω εμπρηστικών τριβών και μισαλλοδοξίας. Αναπτύσσεται μία διάθεση εκτοπισμών, απειλούνται συρράξεις και ο αναγνώστης που κινδυνεύει να βρεθεί μεταξύ διασταυρούμενων πυρών καταφεύγει στην ύστατη αποτρεπτική χειρονομία. Προσθέτει στις ήδη υπάρχουσες μια ακόμα βιβλιοθήκη και αποδύεται σε μια επιχείρηση αποσυμφορήσεως που μοιραία προκαλεί νέα εμφράγματα. Διότι η βιβλιοθηκονομία είναι σπουδαία επιστήμη επειδή καταπιάνεται με δυσεπίλυτα προβλήματα. Η μεθοδολογία της έχει την αυστηρότητα συνεσταλμένης γεροντοκόρης: μαγνητίζεται από τους σκοπέλους που προσπαθεί να αποφύγει και όσο εξελίσσεται, η διχοστασία της εντείνεται. Στον Μεσαίωνα, ροδαλά αγορίστικα κωλαράκια και ασχημάτιστα κοριτσίστικα στήθη ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν στις εικονογραφημένες εκδόσεις περί του φύλου των αγγέλων. Τα εγχειρίδια δαιμονολογίας χωρίζονταν από τις θεολογικές πραγματείες μ’ ένα τείχος εξορκισμών και οι αποκηρυγμένοι συγγραφείς φυλακίζονταν σε αποστειρωμένες αίθουσες μακριά από τους εγκεκριμένους. Στη βικτωριανή περίοδο, οι κυρίες που επιμελούνταν τη σύνθεση της οικιακής βιβλιοθήκης απαγόρευαν την ερεθιστική επαφή μεταξύ συγγραφέων διαφορετικού φύλου, ιδιαίτερα αν ήταν έγγαμοι, ενώ στους ελεύθερους συζυγικών δεσμών επέτρεπαν να συσφίξουν τις σχέσεις τους στο ίδιο ράφι, πάντα υπό την επιστασία ενδιάμεσων ηλικιωμένων κηδεμόνων. Η προοδευτική εποχή μας επέλυσε βέβαια αυτά τα προβλήματα, καραδοκούν όμως άλλα, περισσότερο πολύπλοκα. Σύμφωνα με την κρατούσα εθιμική τάξη τα λεξικά πάνε με τα λεξικά. Είναι όμως φρόνιμο να βάλεις το ομηρικό λεξικό του Πανταζίδου δίπλα στο λεξικό των συνθετών του Καντέ αντί να εξασφαλίσεις τη συνακρόασή του με τις σειρήνες της Οδύσσειας; Οι βιογραφίες πάνε με τις βιογραφίες, αλλά μπορείς να τοποθετήσεις τη βιογραφία του σκυθρωπού Καντ από τον επίσης φιλόσοφο Ερνστ Κασσίρερ πλάι στη βιογραφία του φασαριόζου Τζόυς από τον Παίηντερ; Τα απομνημονεύματα πάνε με τα απομνημονεύματα, αλλά σου πάει η καρδιά να χωρίσεις τις αναμνήσεις της Σελέστ Αλμπαρέ από το έργο του λεπτοφυούς Προυστ και να την υποχρεώσεις να υφίσταται, πλάτη με πλάτη, τους κομπασμούς και το άγαρμπο φλερτ του αρειμάνιου στρατηγού Σαράϊγ; Λύση ασφαλώς υπάρχει αλλά είναι δαπανηρή: δύο αντίτυπα για κάθε αμφιλεγόμενη κατάταξη. Ένα πιστό στο είδος και στη σειρά του κι ένα να λιποτακτεί προς τις εκλεκτικές συγγένειες της καρδιάς του. (περισσότερα…)

Ψυχροί συλλογισμοί

*

Ενώπιον του τάφου τα πάντα ακυρώνονται – σχεδόν τα πάντα.

 

Τι μένει από μια ανθρώπινη ζωή; Σχεδόν τίποτα. (Επιμένω να γράφω τη λέξη «σχεδόν» γιατί δεν είναι εύκολο να πιστέψω ότι η ζωή δεν έχει απολύτως κανένα νόημα).

 

Να νοιώθεις ξαφνικά, μπροστά στον τάφο του άλλου, ότι είσαι ένα τίποτα, ενώ λίγο πριν, έξω απ’ το νεκροταφείο, ένοιωθες πως είσαι τα πάντα – αυτή κι αν είναι επίγνωση!

 

Κάποτε θα πεθάνω, θα ξεχαστώ, θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ – αυτό είναι όλο.

 

Σκέφτομαι τον θάνατό μου: θα μου λείψει το μέλλον που δεν έζησα.

 

Οι προσευχές παρηγορούν αλλά δεν σώζουν. (περισσότερα…)

Η ψυχίατρος Κιούμπλερ-Ρος, οι ετοιμοθάνατοι και τα «πέντε στάδια του πένθους»

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η πρόσφατη και ακόμη παρούσα πανδημία μετέβαλε σοβαρά την καθημερινή μας ζωή, κλονίζοντας τις έως τότε ακλόνητες βεβαιότητές μας, δίνοντας την ευκαιρία συζητήσεων για τον θάνατο και την απειλή του σε εμάς. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Κατά την ψυχροπολεμική εποχή, όπου η Αμερική εμφανιζόταν με υπερηφάνεια ως μια “κοινωνία της χαράς” και η οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο ήταν γενικά κρυμμένη στη σιωπή, σαν να αποτελεί αυτό το γεγονός ένα είδος ταμπού. Το περίφημο βιβλίο Πλησιάζοντας τον θάνατο (On death and dying [1969], εκδόθηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά μόλις το 2019*, από τις εκδόσεις Ίκαρος), της Ελβετίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004), προϊόν δυόμισι ετών έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με παραπάνω από διακόσιους νοσοκομειακούς ασθενείς, υπήρξε ορόσημο στη διάλυση αυτού του ταμπού, καθώς ανέδειξε την έως τότε αδιάφορη, αν όχι απάνθρωπη, αντιμετώπιση των ανίατα ασθενών στα νοσοκομεία του δυτικού κόσμου, δίνοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να μιλήσουν στην κοινωνία οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Οι συνεντεύξεις της, στις οποίες συμμετείχαν (αν και αρχικά με μεγάλη δυσπιστία) γιατροί, ιερείς, καθώς και πλήθος φοιτητών πανεπιστημίου, έμοιαζαν με συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο ασθενής έκανε διάλογο με τους συμμετέχοντες και ηχογραφούνταν, με στόχο να βοηθηθούν και άλλοι. Η Κιούμπλερ-Ρος ήταν λοιπόν η πρώτη που επεδίωξε την επικοινωνία με τους ανίατα ασθενείς και αναδείχθηκε ως πρωτοπόρος στον νέο ερευνητικό κλάδο της θανατολογίας, καθώς και στα άσυλα ανιάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε στους 100 μεγαλύτερους διανοητές του εικοστού αιώνα. (περισσότερα…)

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)