κινηματογράφος

Λεωνίδας Κακάρογλου (1952-2025): Μια ελεγεία στη μνήμη του

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

«Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου,
κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας»
“Γενέθλιο απόντων”
(Στο λευκό του βυθού, Πλέθρον 1989)

Τον Λεωνίδα τον γνώριζα από πολύ μικρός. Τα σπίτια μας ήταν στην ίδια περίπου γειτονιά, εκείνη του παλιού Νοσοκομείου Χανίων και ο Λεωνίδας τύχαινε να είναι συνομήλικος του αδερφού μου Σταύρου με τον οποίο εμένα με χωρίζουν τέσσερα χρόνια. Όταν εγώ τέλειωνα την Δευτέρα Δημοτικού, ο Σταύρος με τον Λεωνίδα, φίλοι κολλητοί και συμμαθητές, έμπαιναν στην Πέμπτη. Κι αυτό γιατί εγώ είχα κερδίσει χρονιά κατά την εγγραφή μου στην Πρώτη Δημοτικού καθώς ήμουν γεννημένος Γενάρη μήνα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια. Καθώς λοιπόν ξεκινούσαμε κάθε πρωί για το σχολείο από την ίδια γειτονιά, ήταν φυσικό να κατεβαίνουμε όλοι μαζί, αγουροξυπνημένοι, μικροί μεγάλοι, μια παρέα, με τις σχολικές τσάντες στα χέρια, για τα πετρόχτιστα σχολεία της οδού Κοραή.

Αγουροξυπνημένοι; Όλοι εκτός του Λεωνίδα. Γιατί αν για όλα τα παιδιά τότε το πρωινό ξύπνημα ήταν ένα αναγκαίο κακό που προσπαθούσαν να το απωθήσουν από τα βλέφαρά τους κερδίζοντας έστω και ένα τελευταίο δευτερόλεπτο πρωινού ύπνου, για τον Λεωνίδα το πρωινό ξύπνημα ήταν χαρά μεγάλη. Δεν ξυπνούσε απλώς στην ώρα του, ξυπνούσε τουλάχιστον μία, μπορεί και δυο ώρες νωρίτερα, ντυνόταν, έκανε μια γρήγορη επανάληψη στα μαθήματα της ημέρας, έφτιαχνε την τσάντα του, έπινε το γάλα του και τότε διαπίστωνε πως του περίσσευε πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος του χρειαζόταν για να περπατήσει μέχρι τα πετρόχτιστα. Οπότε τι έκανε; Ξεκινούσε από το σπίτι του στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια, έπαιρνε τον δρόμο προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του σχολείου, ανέβαινε τρία με τέσσερα τετράγωνα πάνω, την ανηφόρα της οδού Στέφανου Δραγούμη, έφτανε στο σπίτι μας και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, καθόταν στα σκαλάκια της εξώπορτας να περιμένει να ξυπνήσει ο συμμαθητής του Σταύρος, που ειρήσθω εν παρόδω, τις περισσότερες φορές ακόμα κοιμόταν, να σηκωθεί, να πλυθεί, να ντυθεί, να πιει το γάλα του για να κατέβουν μαζί κουβεντιάζοντας την κατηφόρα για τα σχολεία. Τον θυμάμαι ακόμα, πίσω από το χοντρό συρμάτινο τζάμι της εξωτερικής μας πόρτας, με κοντά παντελόνια, καθισμένο στα σκαλοπάτια, ένα μικρόσωμο ευγενικό αγόρι με κανελί σχεδόν ξανθά σγουρά μαλάκια και φακίδες στο πρόσωπο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και με μια δερμάτινη σχολική τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του να περιμένει τον συμμαθητή του να αδειάσει το ποτήρι με το γάλα που του είχε ετοιμάσει ο πατέρας μας, για να φύγουν μαζί στο σχολείο. Ο πατέρας μας, που ήταν ο πρώτος που ξυπνούσε στην οικογένεια, έβλεπε την σκιά του παιδιού πίσω απ’ το τζάμι, και θυμάμαι άνοιγε την πόρτα για να του πει μια καλημέρα: «Λεωνίδα, τι κάνεις εδώ;», «Περιμένω τον Σταύρο να φύγουμε μαζί σχολείο», «Πέρνα μέσα να περιμένεις, ο Σταύρος κοιμάται ακόμα, μην κάθεσαι εδώ μόνος», «Όχι, είναι πρωί ακόμα και δεν θέλω να ενοχλήσω». Συνήθως, καθόταν εκεί στα σκαλάκια, έβγαζε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο απ’ την τσάντα που την είχε ξαπλώσει στα γόνατά του, το άνοιγε πάνω της και συνέχιζε την επανάληψη κάποιου μαθήματος μέχρι ο Σταύρος να ετοιμαστεί, να πιει και την τελευταία γουλιά απ’ το γάλα του και να βγει έξω.

Θα μου πείτε και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί πίσω από αυτήν την τρυφερή σχολική εικόνα της παιδικής ηλικίας, ο Λεωνίδας αποκάλυπτε μια ιδιότητα, πήγα να πω μια ιδιοσυγκρασία, που θα τον συντρόφευε σε όλη την ενήλικη ζωή του και που, όχι λίγες φορές, έγινε αιτία άδικων παρεξηγήσεων. Αποκάλυπτε, θέλω να πω, το άγχος του για τα πράγματα που αγαπούσε, όπως η μάθηση, ένα αίσθημα ανάμεσα στην ανυπομονησία και την ασυγκράτητη διάθεση προσφοράς, ένα δημιουργικό άγχος, μια πλησμονή αισθημάτων που ανάβλυζε από μέσα του και τον κινητοποιούσε στο έπακρο και που σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, ήταν αυτό το αίσθημα που μετασχηματίστηκε σε άγχος για την ίδια τη ζωή και τις ευτυχισμένες στιγμές της, το αναπόφευκτο τέλος τους, καθώς και το αναπόφευκτο τέλος της ύπαρξής μας, σημαδεύοντας ως κύριο χαρακτηριολογικό γνώρισμα την ποίησή του. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από εδώ, ίσως, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς την παρουσίαση της συνολικής εικόνας του μετέπειτα πολιτικού μηχανικού, λάτρη της κινηματογραφικής τέχνης και σημαντικού ποιητή, Λεωνίδα Κακάρογλου.

Τα χρόνια πέρασαν, ακολουθήσαμε ο καθένας τον δρόμο του, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του, όμως ποτέ δεν χαθήκαμε αν και για πολλά χρόνια εγώ ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα και αυτός στα Χανιά. Συνετέλεσε σε αυτό ο γάμος του με την αγαπημένη συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, Δέσποινα Βαρδάκη, από τις ελάχιστες αναμνήσεις που είχα διατηρήσει μέσα μου από εκείνα τα παιδικά χρόνια. (περισσότερα…)

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Χνούδι στο πηγούνι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ένα κινηματογραφικό είδος ορίζεται στην πράξη, εμπλουτίζεται, παραλλάσσει, αυτοαναιρείται, συντήκεται με άλλα είδη, ενώ μπορεί να κρατά το όνομά του, που μας χρησιμεύει για να εποπτεύουμε το ιστορικό του βάθος, για να συνεννοούμαστε, όταν η καινοφάνεια μιας ταινίας μάς προκαλεί αμηχανία. Για παράδειγμα: ποια είναι τα διαπιστευτήρια ενός κινηματογραφικού είδους όπως το road-movie, γιατί συνιστά ξεχωριστό είδος, πώς έχει διαμορφωθεί μέσα στους κόλπους της ιστορικής συνέχειας, έχει μια συγκεκριμένη εντοπιότητα ή μπορεί να μεταφερθεί σε οποιοδήποτε περιβάλλον και σε εποχές διαφορετικές από εκείνες που διαμόρφωσαν τον «κανόνα» των ταινιών του; Η «επίσκεψις» του ονόματός του μας οδηγεί, σίγουρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί το αχανές της χώρας, η ευχέρεια αλλά συνάμα και η διακινδύνευση των μετακινήσεων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μυθοπλασία περιπλάνησης. Εκεί το είδος παγίωσε κάποια βασικά χαρακτηριστικά που αποτέλεσαν τη μαγιά του είδους, την οποία οι δημιουργοί ανέπτυξαν περαιτέρω ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του. Ταινίες όπως Οι άνθρωποι της βροχής του Κόππολα, Το σκιάχτρο του Σάτζμπεργκ, μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους από όσο με ταινίες όπως το Θέλμα και Λουίζ του Σκοτ, όπως το Παρίσι, Τέξας του Βέντερς, κι αυτό καθότι το κινηματογραφικό είδος εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου και γίνεται διαφορετικά αιχμηρό.

Αν σκεφτούμε, βέβαια, ότι κάθε μυθοπλασία ενέχει εγγενώς την αναζήτηση, τότε η περιπλάνηση την οποία προϋποθέτει αυτή η τελευταία συνιστά ένα στοιχείο που θα αποτελούσε πλεονασμό να το ορίσουμε ως διακριτικό του road-movie: υπ’ αυτήν την έννοια κάθε ταινία είναι ένα road-movie, ενώ αυτό που συνιστά την ειδοποιότητα αυτού του τελευταίου είναι η κίνηση μέσα σε έναν σχετικά αχανή και άγνωστο χώρο, χώρο μιας εθνικής επικράτειας, βέβαια, μιας και το είδος έχει να κάνει περισσότερο με την εξερεύνηση του οικείου χώρου, με την αποκάλυψη της ξενότητας αυτού του τελευταίου, και όχι με την ανακάλυψη της εθνογραφικής ετερότητας: είναι δηλαδή προϊόν μιας «νεωτερικής» μετακίνησης εντός ενός χώρου που η παραπλανητική ομοιογένειά του κρύβει το μυστήριο της ξενότητάς του. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι αποτελεί κατεξοχήν ιθαγενές αμερικανικό προϊόν, όπως το γουέστερν, όπως το φιλμ-νουάρ, η σύμφυτή του ανοικειότητα προκύπτει κατά έναν φυσικό τρόπο.

Δύο ταινίες που παίζονται πρόσφατα σε αθηναϊκούς κινηματογράφους μάς παρακινούν να τις σκεφτούμε συμπληρωματικά και επιβάλλουν την παραπάνω οιονεί θεωρητική εισαγωγή: είναι Το τροχόσπιτο της Τσέχας Σουζάνα Κιρτσνέροβα και το Οχάμα του Αμερικανού Κόουλ Γουέμπλυ. Στο Τροχόσπιτο αυτοί που ρίχνονται στον δρόμο είναι δύο γυναίκες, αποδεσμευμένες από κάποια οικογενειακή εστία και παρακινούμενες από την ανάγκη για δουλειά που θα τους εξασφαλίσει τα έξοδα του ταξιδιού τους, της επιστροφής στην πατρίδα τους. Η οικογενειακή κεντρομόλος τάση δεν υφίσταται, εκτός από την ύπαρξη ενός παιδιού με σύνδρομο Ντάουν ‒ κάτι που αφ’ εαυτού αποτελεί μια ισχυρή δραματουργική κινητήριο δύναμη: το ταξίδι, παράλληλα με την αναζήτηση του βιοπορισμού, αποτελεί και μια μαθητεία για τον μικρό Ντάβιντ, μια μύησή του στον κόσμο της ενήλικης «κανονικότητας». Ευθύς εξαρχής και χωρίς σεμνοτυφίες, ο σκηνοθέτης καταγράφει την εμμονή του Ντάβιντ με τη απροσχημάτιστη ψαύση των γεννητικών του οργάνων, την προσκόλλησή του στο μητρικό σώμα, κατά έναν «αθώο» σεξουαλικό τρόπο, μητρικό σώμα που είναι ένα σημείο αναφοράς, μια πυξίδα ισορροπίας. Αφετέρου, και πάλι με διακριτικό τρόπο, μέσω της έμφασης των βλεμμάτων, η ταινία καταγράφει την παρακολούθηση εκ μέρους της μητέρας. Το βλέμμα της, στυλωμένο αδιάλειπτα πάνω στο γιο της και τη συμπεριφορά του, προδίδει μια συνεχή αγωνία για την τύχη του αλλά και μια βαθιά κατανόηση για τη θέση του μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ύπαρξη της συνοδοιπόρου, της Ζούζα, της άλλης γυναίκας της ταινίας, που ενσαρκώνει τη θηλύτητα πέραν του κλοιού της οιδιπόδειας απαγόρευσης, με την εμμονή του Ντάβιντ πάνω της, με τις προστριβές μεταξύ τους μέχρι την οριστική φυγή της φίλης που θα αφήσει τον γιο και τη μάνα στην ασφυκτική οιδιπόδεια μοναξιά τους. Η σκηνοθεσία μετέρχεται αυτές τις σχέσεις με λεπτότητα, φευγαλέα, χωρίς να επιμένει πάνω τους, χωρίς να δημιουργεί δραματουργικά δεδικασμένα. (περισσότερα…)

Το Συμβάν Ντεμπόρ: Ο λόγος που απομένει

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Καιρός του αποκτείνειν και καιρός του ιατρεύειν, καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν… Καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν, καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν… Κάλλιον είναι να βλέπει τις δια των οφθαλμών, παρά να περιπλανάται με την ψυχήν, και τούτο ματαιότης και θλίψις πνεύματος… Διότι τίς γνωρίζει τί είναι καλόν διά τον άνθρωπον εν τη ζωή, κατά πόσας τας ημέρας της ζωής της ματαιότης αυτού, τας οποίας διέρχεται ως σκιάν;
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ (Απόδοση Νεόφυτου Βάμβα)
Όλη η ταινία (με τη βοήθεια των εικόνων βέβαια, αλλά πρωτίστως με το κείμενο του «σχολιασμού») βασίζεται πάνω στο θέμα του νερού. Παραθέτουμε λοιπόν σε αυτή την ταινία ποιητές της ροής των πάντων (Λι Πο, Ομάρ Καγιάμ, Ηράκλειτος, Μποσυέ, Σέλλεϋ) που μίλησαν για το νερό: είναι ο χρόνος.
ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ (Από τις σημειώσεις για την ταινία
In girum imus nocte et consumimur igni
)

Αναφορικά με τον Ντεμπόρ, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν θα γράψει: «Μιλάει σαν να έχει ήδη λάβει χώρα η Μέρα της Κρίσεως και σαν το αληθινό να αναγνωρίστηκε ως μία στιγμή του ψεύτικου» (Mezzi senza fine. Note sulla politica). Η κρίση του Αγκάμπεν απαντά στη θεωρία του της εκκοσμίκευσης του χριστιανισμού που επιταχύνεται ολοένα και περισσότερο στους νεότερους χρόνους, με αποκορύφωμα τον 20ό αιώνα. Η Μέρα της Κρίσεως: δηλαδή το Τέλος του Κόσμου, το τέλος του γίγνεσθαι, το τέλος του χρόνου ως μονάδας μέτρησης της περατότητας.

Η έννοια του χρόνου, αναδεικνυόμενη από τον ντεμπορικό λόγο, είναι το στοιχείο-στοιχειό των ταινιών του. Ο κινηματογραφικός του λόγος λειτουργεί ως μία χειρονομία του δικού του χρόνου. Το κινηματογραφικό συμβάν είναι ο τόπος όπου εκτυλίσσεται η εικόνα της σκέψης του Ντεμπόρ. Σε αυτόν τον κινηματογράφο, εικόνα γίνεται ο λόγος που συνδέει την παραδοξότητα των γεγονότων: το παρελθόν μέσα στο παρόν καθώς και η πλησμονή ενός μέλλοντος που δεν έχει ακόμη έρθει. H ντεμπορική αξιολογική κρίση για την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων βρίσκει έκφραση σε ένα λόγο που δημιουργεί ένα μη τόπο της εικόνας: τη-χειρονομία-που-δεν-θα-μπορέσει-ποτέ-να-γίνει-εικόνα. Κι αυτό διότι η εικόνα ως εμπόρευμα, οριοθετημένη και ελεγχόμενη από την παραγωγή της, δεν μπορεί να λειτουργεί παρά μόνον ως εικόνα-φαίνεσθαι.

Η κουλτούρα της εικόνας στον καπιταλισμό γίνεται το υποκατάστατο της ζωής, μία ψευδής πραγματικότητα που απορροφά την ζωή και παρουσιάζει το ψεύτικο ως αληθινό και το αληθινό ως ψεύτικο. Η εικόνα ως εμπόρευμα είναι το εργαλείο του διαχωρισμού μέσα στην κοινωνία. Έτσι, το θέαμα, ως συσσώρευση εικόνων, είναι το «γίγνεσθαι-εικόνα» του καπιταλισμού: μία φαντασμαγορία του κεφαλαίου. (περισσότερα…)

«Κάτι τι το μέγα!» Ο συγγραφέας Λάμπρος Αστέρης (1871-1942)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Από την επιθεώρηση και τα χαριτωμένα στιχάκια, σε ωριμότερους στίχους, και από τις μάχες, στο πάλκο, από το χωριό στην πόλη και τ’ ανάστροφα. Πώς συναντιούνται όλα αυτά μέσα σε ένα πρόσωπο;  Κακοφωτισμένος ή όχι, ο Λάμπρος Αστέρης υπήρξε σίγουρα τ’ αντίθετο απ’ τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες κι η ζωή του ήταν ένα «λίγο απ’ όλα», ένα χωριό, μια αυλή όπως εκείνη της εκκλησίας του Άι-Νικόλα στον τόπο του: «ένα χωριό μέσα στο νου γραμμένο, με το μαρμαρένιο του καμπαναριό».

Απ’ τα τετράψηλα ουράνια μέρη
που δε λογιάζονται πόσω είν’ ψηλά,
είδαν τα μάτια μου κάποιο αστέρι
κάτω ’ς την άβυσσον να ροβολά.

Το είδα και πρόσμενα το Θείο Χέρι
που όλαις η δύναμες το ακούν τυφλά,
πίσω ’ς το ψήλωμα πάλι να φέρη
το άστρο που έπεφτε ’ς τα χαμηλά.

Του κάκου! Έχάθηκε χωρίς ν’ αφήση
ούτε μι’ ακτίνα του μέσα ’ς την κτίσι
κατά την πτώσι του τη φτερωτή.

Έτσι αβοήθητη μήπως δε σβύνει,
χωρίς μι’ ακτίνα της, πίσω ν’ αφίνη
σαν το άστρο πέφτοντας και η αρετή;

*

Διαφημιζόταν ως ένα έργο με υπόθεση από τη σύγχρονη εποχή, που παράλληλα ζωντάνευαν όλα τα έθιμα και οι συνήθειες των χωριανών και των θαλασσινών μας, ενώ «αναμιγνυόταν επιτυχώς και ολίγη ιστορία της αρχαίας μας τέχνης, με αναπαράστασιν των αρχαίων μνημείων». Μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Καστέλλα και στο Τουρκολίμανο καθώς εκεί ναυλοχούσε το κότερο του Εμμανουήλ Μπενάκη  “Αελλώ”.

Πρόκειται για την ταινία Έρως και κύματα, της οποίας το σενάριο έγραψε ο ποιητής και ήταν παραγωγή της Dag films Co. – σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας ήταν αντίστοιχα οι Δημήτρης και Μιχάλης Γαζιάδης, παιδιά του Αναστασίου Γαζιάδη, Πειραιώτη φωτογράφου. (περισσότερα…)

Φόνος: Τρεις περιπτώσεις

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Strange darling, Mικρή ιστορία για έναν φόνο, Cure: Tρεις ταινίες με θέμα τον φόνο, που μιλούν για το κακό, ακόμη κι όταν αυτό είναι το απόλυτο κακό που εκφράζεται με τον «αναίτιο» φόνο. Ένας φόνος δεν είναι, βέβαια, απλώς ένας φόνος, μπορεί να είναι ένας στραγγαλισμός, μια αιματοχυσία, ένας πυροβολισμός, έχει και το κακό τα δικά του συμφραζόμενα, την κοινωνία που το γεννά, όσο κι αν η αιτιότητά του είναι πολλές φορές κρυμμένη.

Στο Strange darling η κοινωνική αιτιότητα είναι η λιγότερο διαφανής. Δύο νέοι συναντιούνται για περιστασιακό σεξ σε ένα μοτέλ. Ήδη αυτές οι προϋποθέσεις παραπέμπουν σε μια προϋπόθεση κοινωνικής παθογένειας. Ευκαιριακό σεξ: μεταξύ ανθρώπων άγνωστων ουσιαστικά μεταξύ τους, σε ένα μοτέλ με το ειρωνικό (ή και διακειμενικό) όνομα Γαλάζιος Άγγελος. Τα εκρηκτικά της βίας είναι διαθέσιμα εξαρχής: φόβος της κοπέλας ότι θα τη σκοτώσουν, αμηχανία για τις διαδικασίες της συνεύρεσης («Θέλεις να φασωθούμε πρώτα;»), διερεύνηση για τους τρόπους με τους οποίους θα παρέχει ο έναν στον άλλον ηδονή, σαδομαζοχιστικές τελετουργίες με το δέσιμο των χεριών με χειροπέδες, λεκτικές στρατηγικές επιφύλαξης, υπεκφυγής, ασφαλιστικές αποστάσεις έτσι ώστε η «έκθεση» απέναντι στον άλλον να μην είναι προφανής και τελεσίδικη, φόβος ανικανοποίησης και ανεπιτυχούς εκτέλεσης (το φάντασμα του διακυβευόμενου ανδρισμού, της θηλυκής ανοργασμικότητας).

Με βάση τα όσα βλέπουμε το σεξ είναι μια τεχνική που δεν λειτουργεί πάντα, όπως το δέσιμο και το σφίξιμο στον λαιμό της κοπέλας, και μπορεί να οδηγήσει σε ματαίωση, και, ως γνωστόν, η ματαίωση στο σεξ μπορεί να είναι ένας δυνητικός παράγοντας βίας. To σώμα πρέπει να πιεστεί, να σφιχτεί, μέχρι πνιγμού, μέχρι να παραχθεί ο αποπνικτικός οργασμός, οι υπαναχωρήσεις και οι δισταγμοί, ιδίως εκ μέρους του άνδρα, είναι συνεχόμενοι. Καμιά διείσδυση, λίγα φιλιά, έλλειψη αληθινού πάθους, υποτυπώδης ψυχική επαφή δύο ατόμων εγκλωβισμένων μέσα στις φαντασιώσεις μιας ηθελημένα εκτροχιαστικής δήθεν ηδονής, διατυπωμένες στο ύφος των life-syle περιοδικών. Οι νέοι είναι όμορφοι, καλοσχηματισμένοι, άτομα απρόθυμα όμως να παραχωρήσουν μιαν αδυναμία τους στον άλλον. Μέσα από το σεξ πρόκειται να αποδειχθεί μια υπεροχή ιδεολογική και στυλιστική όπως την επιτάσσουν οι κοινωνίες συμπεριφορές του 21ου αιώνα ή δεν ξέρω κι εγώ ποιας generation. Θα επιστρατευθεί η κοκαΐνη, και τελικά η βία, οι ρόλοι κυρίαρχου-κυριαρχούμενου ως αφροδισιακή επικουρία. (περισσότερα…)

Ἡ συντηρητικὴ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἡ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο ὡς ἕναν ἀκόμη woke διανοούμενο θὰ εἶχε χειροπιαστὸ ἀποτέλεσμα σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ κάνει, ἂς ποῦμε, 2,2 παιδιὰ ἀνὰ ζευγάρι (καὶ παντρεύονται ὅλοι) καὶ ἀπειλεῖται ὄντως ἡ πραγματικότητά της ἀπὸ τὴν χ, ψ, ζ ἀποδόμηση. Τὸ μόνο ποὺ ἀπειλεῖται ἐδῶ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό της ἡ κοινωνία, ποὺ εἶναι δανεισμένη ἀπὸ τὰ ἀναγνωστικὰ τῆς Α΄ δημοτικοῦ μεταξὺ 1950-1980. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ ἀντιλανθιμικὴ πλειονότητα ζῆ μιὰ (ὄντως ἀρκετὰ) λιγότερο ἀκραία ἐκδοχὴ τῶν ταινιῶν τοῦ Λάνθιμου κ.ἄ. woke κατασκευασμάτων, μὲ ἕνα ἢ κανένα παιδί (δείκτη γονιμότητας 1,38), παντρειὰ στὰ τριανταφεύγα ἢ ποτέ, καὶ τὸ 30-40% τῶν γάμων νὰ καταλήγουν σὲ διαζύγιο. Δὲν ἐννοεῖται φυσικὰ ἐδῶ ὅτι μερικοὶ «δὲν δικαιοῦνται διὰ νὰ ὁμιλοῦν» ὅσο καὶ ὅπως θέλουν· κάτι τέτοιο θὰ ἦταν περισσότερο ἀπὸ γελοῖο. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι σὲ ἕναν τρόπο ζωῆς μπορεῖ νὰ ἀντιπαρατεθεῖ ἀποτελεσματικὰ μόνο κάποιος ἀντίθετος τρόπος ζωῆς καὶ ὄχι μιὰ ἀντίθετη ἐπιχειρηματολογία, κι ὅτι τελικὰ πάει χαμένη ἡ ἀντεπιχειρηματολογία.

Ἔχουμε μιὰ διαμάχη μεταξὺ ἀνθρώπων ποὺ βιώνουν λίγο-πολὺ μὲ τὸν ἴδιο (κάποιοι) ἐλευθεριακὸ ἢ (ἄλλοι) ἀνέμελο κι ἁπλῶς μὴ συντηρητικὸ τρόπο τὴν σεξουαλικότητα καὶ τὴν προσωπική τους ζωή, καὶ ἁπλὰ μαλώνουν γιὰ τὸ πόσο ἀκραῖα πρέπει νὰ βιώνεται αὐτὴ ἡ «ἐλεύθερη ζωὴ» ἢ πόσο σωστό, γενναῖο καὶ σπουδαῖο εἶναι νὰ κατεδαφίζεις παλιὰ σύμβολα.

Σύμβολα ποὺ εἶναι, αὐτὰ καθεαυτά, κενὰ περιεχομένου ὅταν δὲν βιώνονται ἀλλὰ μόνο γίνονται ἀντικείμενο ὑπεράσπισης, καὶ ποὺ καταντοῦν λάβαρα ἐκπληρώνοντας μόνο μιὰ παράπλευρη λειτουργία κάθε συμβόλου (ἡ ὁποία τελικὰ τὸ ἀποδομεῖ, ὅταν καθίσταται ἡ βασικὴ λειτουργία του): Τὴν κομματικότητα καὶ τὸ ποιὸς κυριαρχεῖ ὡς ἔσχατος ἑρμηνευτής τους. Εἶναι σὰ νὰ πιστεύει κάποιος στὰ μάγια καὶ ὁ γείτονάς του νὰ μὴν τὰ πιστεύει, ὡστόσο κατὰ τὰ ἄλλα νὰ ζοῦν ἀμφότεροι μέσα στὴν ἴδια κιμαδομηχανή, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀσπάζεται κάτι ἰδιαίτερο καθένας, ὥστε νὰ νοιώθει ξεχωριστός ἀπὸ τὸν πλησίον. (περισσότερα…)

Μια (σχεδόν) προεξοφλημένη «αποτυχία»

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Και σιγά σιγά τα παράπονα, η γκρίνια, οι επικρίσεις, η απογοήτευση άρχισαν να συσσωρεύονται. Οι προσδοκίες καλλιεργήθηκαν επί μακρόν και συστηματικά. Άρθρα στον Τύπο, πληροφορίες από τα παρασκήνια, trailers, teasers, φωτογραφίες πρωταγωνιστών: το γεγονός, όπως συνήθως συμβαίνει με το μάρκετιγκ αυτών των ταινιών, διήγειρε τις αναμονές του κοινού· όμως, τελικά,  και άλλο τόσο τις διέψευσε. Επρόκειτο για τη συνάντηση δύο «μεγεθών»: το ένα ιστορικό, το άλλο καλλιτεχνικό, κινηματογραφικό. Ο Ναπολέων, αφενός, ο Γάλλος στρατηγός και αυτοκράτορας, με περιττές τις περαιτέρω συστάσεις, και, αφετέρου, ο Ρίντλεϋ Σκοτ, αγαπημένος μιας μερίδας σινεφιλικού κοινού, δημιουργός με καλλιτεχνικά (Μπλέιντ Ράνερ) αλλά και εμπορικά διαπιστευτήρια (Ο μονομάχος). Η συνάντηση προοιωνιζόταν ευτυχής, κάτι όμως δεν πήγε καλά, κάτι έκανε το κοινό να αποσύρει τη φανατική του προτίμηση στον σκηνοθέτη, αλλά και ακόμη και κάποιους «φιλότιμους» κριτικούς, που δεν έχουν ενδοιασμούς να σιγοντάρουν μια ταινία με σκοπό την εισπρακτική της επιτυχία, να τσιγκουνευτούν με τα «αστεράκια» τους και με όποια  αστερόσκονη   συνήθως επιδαψιλεύουν.

Δεν ήταν εντελώς απρόβλεπτη τούτη η «αποτυχία». Η συνάντηση του κινηματογράφου με μορφές αυτού του μεγέθους, αυτής της ιστορικής και εθνικής σημασίας, κρύβει πάντα έναν κίνδυνο. Αφενός, έχουμε την ιστορία, την ιστοριογραφία, με τα γεγονότα και την τεκμηρίωσή τους, με τη χρονολογική τους σειρά, αλλά και με τα πορίσματα, τα συμπεράσματα, τις διδαχές τους, λιγότερο ή περισσότερο υποκειμενικές. Αυτή η λίγο-πολύ «αντικειμενική» διάσταση θα πρέπει να «κουμπώσει» με μια συγκεκριμένη μυθοπλαστική εκδοχή, με τους κανόνες της, με  τους ρυθμούς της.

(περισσότερα…)

Δοκιμές και δοκιμασίες γεύσεων

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Πήρε καιρό ώσπου η μαγειρική, η κουζίνα, οι διατροφικές συνήθειες να γίνουν ένα θέμα πρόσφορο για κινηματογραφική εκμετάλλευση. Ο «ευτελής», πεζολογικός τους χαρακτήρας, συνδεδεμένος άμεσα με τη διατροφική ρουτίνα, δεν ενέπνεε την αξιοποίησή τους. Η πλοκή, η ίντριγκα, η δραματικότητα ήταν δύσκολο να διαπεράσουν την εμπειρία της γεύσης και της γαστριμαργικής απόλαυσης. Χρειαζόταν μια συνολική στροφή στάσης του δυτικού πολιτισμού απέναντι στην υλική και υλιστική πραγματικότητά του ώστε να επέλθει αυτή η αλλαγή. Σε τούτο βοήθησαν, βέβαια, και τα νέα πεδία ενδιαφέροντος όπως, για παράδειγμα, αυτά της νέας  ιστορίας ή της κοινωνικής ανθρωπολογίας, που θεώρησαν ότι το φαγητό και η μαγειρική δεν ικανοποιούν απλώς ανάγκες  συντήρησης αλλά είναι τρόποι βάσει των οποίων ένας πολιτισμός σημασιοδοτεί την πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος και προσπαθεί να βάλει τάξη, να ταξινομήσει ιδέες και έννοιες. Η έκρηξη των τηλεοπτικών εκπομπών με θέμα τη μαγειρική είναι ένα πρόσφατο μαζικοεπικοινωνιακό παρακολούθημα της εν λόγω τάσης.

Αν θέλαμε να ανιχνεύσουμε την εισβολή της μαγειρικής στον κινηματογράφο, θα αναφέραμε ενδεικτικά τη Γιορτή της Μπαμπέτ του Γκάμπριελ Άξελ, βέβαια, όπου βλέπουμε τη σούπα χελώνας με σέρρυ αμοντιγιάδο και την τούρτα σαβαρέν με ρούμι και φρουί γλασέ να διεκδικούν την κινηματογραφική τους φωτογένεια, δίνοντας την επαναστατική, απελευθερωτική διάσταση της μαγειρικής στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης· τη Μεγάλη νύχτα των Στάνλεϋ Τούτσι και Κάμπελ Σκοτ, όπου η διαπάλη μεταξύ της διεκπεραιωτικής κουζίνας και της υψηλής γαστριμαργίας, του αμερικάνικου τρόπου ζωής και της ιταλικής παράδοσης, συμπλέκεται με τις ερωτικές περιπέτειες και τις οικογενειακές αντιπαραθέσεις, για να καταλήξει, μετά τη φιλόδοξη εδεσματική φαντασμαγορία, σε μια σκέτη… ομελέτα του τέλους· το Ο σεφ που έπαιζε με τη φωτιά  [Βurnt] του Τζων Γουέλς, που δείχνει την υστερία της τελειομανίας των σεφ και της καταχρηστικής εξουσίας που ασκούν· και, βέβαια, το επαγγελόμενο και μηδέποτε πραγματοποιημένο γεύμα, με την καθαρά συμβολική του σημασία, ως  στοιχειωτική ανικανοποίηση μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης,  στην Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας του Λουίς Μπουνιουέλ. Χωρίς να θέλουμε να παραλείψουμε και  τον επιβλητικό πολιτικό συμβολισμό του γεύματος που έδωσε ο Μάρκο Φερρέρι  στην ταινία του Το μεγάλο φαγοπότι. (περισσότερα…)

Ο Γκοντάρ απέναντι στην επικαιρότητά του

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Υπάρχουν ταινίες που φέρουν εντός τους το χρονικό τους στίγμα και την επείγουσα επικαιρότητά τους. Άλλες πάλι την ομολογούν λιγότερο. Η ταινία μυθοπλασίας, βέβαια, είναι μοιραία ετεροχρονισμένη σε σχέση με τις χρονικές συνθήκες παραγωγής της. Ο αόριστος, κατεξοχήν παρελθοντικός χρόνος, είναι ο χρόνος της μυθοπλασίας, του παραμυθιού. Ο Ιβάν ο Τρομερός μπορεί να έχει μια υπονοούμενη σχέση με την ιστορική στιγμή του σταλινισμού, η Σωσίβια λέμβος του Χίτσκοκ είναι προφανέστερα υποταγμένη στην αναγκαιότητα να αντιμετωπιστεί ο φασισμός και να κερδηθεί ο πόλεμος, η Κινέζα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είναι όμως αναντίστατα βουτηγμένη στην «επικαιρότητά» της. Μια επικαιρότητα της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, του γκωλισμού και των αντιπάλων του, της μεταπολεμικής ανάτασης αλλά και δυσφορίας, του ψυχρού πολέμου, του ιδεολογικού αναβρασμού μέσα στις δυτικές δημοκρατίες· μια επικαιρότητα των αριστερών ιδεών και ιδεοληψιών, του σταλινισμού, του μαοϊσμού και των ποικίλων παραφυάδων τους, των αναρχικών της Ναντέρ και των σιτουασιονιστών, μια επικαιρότητα σφραγισμένη από τον πόλεμο του Βιετνάμ, από τα αιτήματα για ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, από όλη εκείνη την πυρετώδη κατάσταση που θα οδηγήσει σε ό,τι τόσο κωδικοποιημένα και συμβολικά ονομάζουμε «Μάης του ’68».

Βασικοί φορείς και πρωταγωνιστές αυτών των αιτημάτων: οι νέοι. Οι μεταβολές στο προσδόκιμο της ζωής, η διάχυση του αλφαβητισμού, η γενίκευση της εκπαίδευσης θα καταστήσουν τούτο το κομμάτι του πληθυσμού έναν καίριας σημασίας φορέα. Σε αυτούς δίνεται πλέον το βάρος για τη συνέχιση και την προοπτική της κοινωνίας. Οι συμπαρομαρτούσες έννοιες της ομορφιάς, του σφρίγους, της υγείας, της αθωότητας και της ορμής θα είναι αναπόφευκτα πλέον επενδυμένες σε αυτούς. Νέοι θα είναι, λοιπόν, οι πρωταγωνιστές της Κινέζας. Και η επανάσταση είναι η εμμονή τους. Ο κόσμος πρέπει να αλλάξει, έστω μόνο για να αλλάξει. Έστω μόνο η επανάσταση για την επανάσταση.

Πώς τώρα ο μαοϊσμός, το κινέζικο καθεστώς της πολιτιστικής επανάστασης μπόρεσε να εμπνεύσει έναν τέτοιο οίστρο, δεν είναι κάτι που πρέπει να ξενίζει. Ο σταλινισμός ήταν ήδη μια τόσο «κοντινή» πραγματικότητα, ο ολοκληρωτισμός των γκουλάγκ διαγραφόταν ήδη ξεκάθαρα. Η Κίνα μπόρεσε να φαντάξει για ένα διάστημα ως ένας εναλλακτικός δρόμος μεταξύ του αστικού φιλελευθερισμού και του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Χωρίς να αποκλείουμε μια χροιά οριενταλισμού, το κινεζικό όραμα διέθετε ακόμη μια πρωτογενή ριζοσπαστική δύναμη, αυτήν που χρειαζόταν ώστε η έννοια της «επανάστασης», μια έννοια που δεν χρειάζεται πάντα να την παίρνουμε στην ονομαστική της αξία, να γίνει ένας καθοδηγητικός πόλος, μια οιστρηλατική ουτοπία, με άλλα λόγια να γίνει ένα όριο της σκέψης, κάτι που ο εξεγερμένος νους θέλει να φτάσει πάση θυσία, έστω κι αν μετά από αυτό δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, δεν μπορεί να υπολογίσει καμιά συνέπειά του και συνέχειά του. Ας γίνει η ανατροπή αυτού που υπάρχει και κατόπιν βλέπουμε: αυτό ομολογεί περίπου ένας από τους ήρωες της ταινίας. Καθότι η επανάσταση είναι ένα ποθητό ζητούμενο που κρύβει την επόμενη μέρα, τη μετεπαναστατική «μελαγχολία». Η επαλήθευση της επανάστασης, βέβαια, δεν είναι υπόθεση των διανοουμένων και των καλλιτεχνών, αλλά της ίδιας της ιστορικής πραγματικότητας‒ που περικλείει και αυτούς. Η επανάσταση τελικά δεν έγινε, και αυτό μας κάνει να βλέπουμε σήμερα τόσα χρόνια μετά τον Γκοντάρ και τους ήρωές του ως θύματα της ιστορικής τους πλάνης και της μοιραίας υποκειμενικότητάς τους. Η διαφορά υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών, για την οποία ο ιστορικός υλισμός τόσο μελάνι έχει χύσει, υπογραμμίζεται με έμφαση από τους ήρωες της ταινίας, που τούτη η ιδεολογική τους παραφορά μπορεί να μας φαίνεται μάταιη, αλλά δεν μπορεί και να μη μας υποκινήσει συναισθήματα συμπάθειας. Όλοι λίγο-πολύ είμαστε θύματα μιας ιστορικής αυταπάτης. (περισσότερα…)

H πυρίκαυστη βάτος: Κινηματογράφος και «Θρησκευτική εμπειρία».

andrei-rublev1.png

του ΘΑΝΑΣΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗ*

Στον Σωτήρη Γουνελά

Η εναγώνια ατομική αναζήτηση του αναχωρητισμού. Μια σχέση αναπόσπαστη από την ανάγκη εναγκαλισμού του θείου. Η δύσκολη ανίχνευση της πραγματικότητας του καθημερινού βίου μέσω της αγκυροβόλησης στη θεία βούληση είναι κάποια από τα θεμελιακά στοιχεία που προβάλλει στο έργο του Αντρέι Ρουμπλιώφ, ο σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι.

Το ιστορικό Ο Ρώσος αγιογράφος Αντρέι Ρουμπλιώφ, περιπλανιέται στη χώρα του δοκιμάζοντας την πίστη του στις εσχατιές των ανθρώπινων σχέσεων. Στιγμιότυπα του μοναχικού βίου, συνεπής αναχωρητισμός αλλά και έντονη μαθητεία αποτελούν ισχυρές μνήμες που ορίζουν τον βίο του. Με μια συνεχή ηθική αμφιθυμία για το αν πράττει το καλό στη σχέση του με το θείο αναλαμβάνει αγιογραφικές εργασίες που του αναθέτουν μοναστήρια και πόλεις. Το έργο του έντονα καθορισμένο από την μαθητεία του στον μεγάλο δάσκαλο Θεοφάνη αποτελεί τομή ανάμεσα στην τότε βυζαντινή τέχνη και τα κέντρα που τη στήριζαν– και στην οπτική θεώρηση για κάτι το ιδιαίτερο ίσως και νεωτερικό για τον νέο τόπο, τη Ρωσία, η οποία επιθυμεί να γίνει διάδοχος του Βυζαντίου στην παντοκρατορία. Τούτο το ζύγιασμα παρότι φάνηκε ομαλό στη ζωγραφική δημιουργία του, αποτέλεσε για τον ίδιο προσωπικά ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα. Σε μια ταραγμένη και σπαρασσόμενη από συνεχείς πολέμους χώρα η αναχωρητική του στάση, ως προσωπικό ήθος, και η έξοχη απόδοση της τέχνης του δεν ταίριαζαν πάντα.

Το ύφος του έργου παραπέμπει σε μια διαρκή σκιά αγώνα –μια σκιαμαχία άρνησης των καταστάσεων του παρόντος από τους ήρωες του έργου– «οὐ γὰρ ἔχομεν ὦδε τόπον ἀλλὰ τὸν μέλλοντα…». Τα γεγονότα εκλαμβάνονται ως πειρασμοί στην έρημο της ανθρώπινης ψυχής. Οι σχέσεις στα άκρα με άξονα ανθρώπους “σαλούς” για την κατάδειξη της αμαρτίας ή της άρσης της συμβατικής ηθικής.

andrei_tarkovsky-02.jpg

Ο Ταρκόφσκι ανιχνεύει μέσω της μνείας του στον μεγάλο Ρώσο αγιογράφο την παράλληλη με την πραγματικότητα μορφή της εμπιστοσύνης απέναντι στο θείο μέσω της αποκάλυψης. Τούτη ως ατομική εμπειρία ενέχει την έννοια της μεταστροφής (conversion). Mιας αιφνίδιας αλλαγής της διάθεσης του νου και των αισθημάτων, χωρίς την ιδιαίτερη προσοχή για την κατ’ αίσθηση αντίληψη, αλλά με την εμπιστοσύνη στην ακρόαση και τη μέριμνα της καρδιάς με κάθε ιδιωτική αφέλεια που η διάθεση αυτή εκδηλώνει. Ο σκηνοθέτης ξέρει ότι η απολυτότητα τούτης της σχέσης είναι επισφαλής. Την έκφραση τη δείχνει με τη σιωπή η οποία έρχεται μετά την ύστατη κρίση όπως αυτή προβάλλει στην αρχή των καρέ του έργου του.

Ξαναγυρίζω στη σκιαμαχία της κατάστασης πραγμάτων καθότι θα ήταν πολύ εύκολο να πούμε ότι ο σκηνοθέτης επιλέγει ασυνήθιστους ανθρώπους, ως κυνηγούς μιας μελλοντικής κατάστασης, προκειμένου να δειχτεί ενδεχομένως εύκολα το ηθικό πρόκριμα έναντι της συνήθους ανθρώπινης διαβολής. Το αντίθετο· η ίδια αποσυνάγωγη στάση των ατόμων γίνεται μέτρο κρίσης με την πρόθεση του σκηνοθέτη να αποβάλλει τη “ρετσινιά” του ηθικά άμεμπτου. Γι’ αυτό και παραπέμπει προς ένα αφήγημα ιστορικών αποτυπωμάτων. Φορείς ιδιοτήτων όπως δάσκαλοι, ηγούμενοι, μαθητές, ηγεμόνες και ληστές μετέχουν σε ένα συνεχή διάλογο στο προσκήνιο και το αποτύπωμα είναι μια ιστορία των αντιθέσεων. Φαινόμενο και εσωτερικότητα τελούν σε διαρκή διάλογο τον οποίον πρέπει να ακολουθεί το αφήγημα. Διάλογο από γεγονότα με το προσωπικό στοιχείο να αποκαλύπτει τον όγκο των ιστορικών δεδομένων αλλά και την πολλαπλότητα της συλλογικής και προσωπικής μας αποτυχίας.

Επιγραμματικά η παραπάνω εισαγωγή ιχνηλατεί τη θρησκευτική εμπειρία μέσα από απόπειρες δήλωσης απαρτίωσης ενός καρέ το οποίο ποτέ δεν θα είναι αυτοτελές. Ο σκηνοθέτης προβάλλει την εμπειρία ως ίχνος ατομικό με την αναγκαία ομοιότητα αναφοράς του στο πλήθος. Προς τούτο και επιλέγει ένα ύφος απλό και μια ματιά αθώα σαν του μικρού παιδιού που αναλαμβάνει πρόωρα ευθύνες. Κυριολεκτικά επιλέγει παραστάσεις με ιστορική μίξη για την ανάδειξη της έντασης των χαρακτήρων θέτοντας τη θρησκεία ως κομβικό πεδίο του ιστού της πλοκής. Εδώ η θρησκευτική εμπειρία δεν γίνεται αντικείμενο εννοιολόγησης ως μια συνεχή ανάλυση σε ερμηνευτικές προτάσεις με εκλογικευμένη συνύφανση. Η θρησκευτική εμπειρία πορίζει σε κάτι πρωτόλειο και συνάμα οικείο για τη ρωσική φυσιογνωμία του Ταρκόφσκι. Η εμπειρία του Ρώσου σκηνοθέτη στο έργο του είναι αλάνθαστη και ως γεγονός και ως παραλλαγή γι’ αυτό και οι ήρωες του που τη βιώνουν χάνονται στο μέγεθός της. Κρίνονται στην ύστατη κρίση. Σιωπούν μπροστά στο άφατο της απώλειας ή της σωτηρίας στο ανθρώπινο δράμα, και δείχνουν, τέλος, μιαν απύθμενη παιδικότητα μπροστά στη ματαιότητα της σιωπής του.

maxresdefault.jpg

Για να γίνω πιο σαφής. Μέσα από τούτη την παραγωγή όλη η πορεία του μεγάλου αγιογράφου είναι η προσωπική βιωτή ως σύμβολο ετεροβαρούς πορείας που δημιουργεί αναμφίβολα θεωρία γεγονότων, εννοιών, στάσεων και διαθέσεων. Η παιδικότητα για την οποία μίλησα πιο πάνω, αναδεικνύεται μέσα από τη σιωπή του μεσήλικα πλέον αγιογράφου ο οποίος την ενστερνίζεται λες και την έχει με ευκολία στην τσέπη του. Η «ηρακλείτεια ζαριά» των παιδιών σε ναούς και αγορές δεν δείχνει μόνο σχόλη αλλά κυρίως επινοητικότητα μήπως και επικρατήσουν οι αποφάσεις των μεγαλύτερων. Έτσι στο τέλος του έργου ένα παιδί ο Μπόρις με απίστευτες δεξιότητες αναλαμβάνει να ανακατασκευάσει ό,τι κατέστρεψαν οι παλιότεροι και καταρρέει όπως κάθε άνθρωπος μπροστά στο μέγεθος της ψυχικής αγωνίας γέρνοντας στο σώμα του Ρουμπλιώφ που ξαναβρίσκει τη λαλιά του. Τι μένει αναλλοίωτο και από τις πρώτες καταστροφές της βαρβαρότητας των Τατάρων αλλά και από την ματαιότητα της ανακατασκευής; Η Εκκλησία, ως σύμβολο πλέον της δικαιοσύνης για την ανθρώπινη καταφυγή από την κατάρρευση των μερών (ποιων μερών;). Μια πρόταση του σκηνοθέτη για την άρση της σκιαμαχίας με την προτροπή της σωτηριολογίας για την οποία η ευκρινέστερη εκδοχή της θα δοθεί στο κύκνειο άσμα του με το έργο του η Θυσία.

Τελικά τι θα μπορούσε να λάβει υπόψη της μια κινηματογραφική οπτική. Με ποια κριτήρια αποδίδεται ένα θρησκευτικό αφήγημα στην εκκοσμικευμένη πραγματικότητα. Ο Ταρκόφσκι δίνει απάντηση ζωής αναδεικνύοντας την αμεσότητα του βιώματος στη δυαδική σχέση του ανθρώπου με το θείο. Ο σκηνοθέτης προβάλλει στο πανί τον άνθρωπο που επιζητεί εναγώνια τη σχέση όχι μόνον ως δοχείο χάριτος αλλά κυρίως ως δράστη μιας ιστορίας «θεούμενης σάρκας», ενός σώματος που φέρεται και δρα σε μια ιστορία ανασύστασης και αποτυχίας των προσώπων.

Ο Ταρκόφσκι το επιτελεί στα έργα του με έναν παράδοξο / ιδιότυπο εξπρεσιονισμό εντός του οποίου θάλλει μια ρητή πνευματικότητα σε συνάφεια με μια διαρκώς πεπτωκυία φύση. Και τούτο το πετυχαίνει κυρίως θέτοντας αλλά την ίδια στιγμή αμφισβητώντας τη συνείδηση στην αμεσότητά της.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ


*Ο Θανάσης Σακελλαριάδης είναι Δ/ντής του Τομέα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

 

Ένας αθάνατος τρελός

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στα μέσα του 2018 κυκλοφόρησε επιτέλους, μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών, η τελευταία ταινία του Τέρι Γκίλιαμ, ο αριστουργηματικός Άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη. Η αρχική σύλληψη της ιδέας χρονολογείται ήδη στο 1989, μετά τις Περιπέτειες του βαρώνου Μυνχάουζεν. Όπως ο μυθομανής βαρώνος, έτσι και το νέο σχέδιο του Γκίλιαμ έμελλε να περάσει από πολλές και αντίξοες περιπέτειες, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Η ταινία πέρασε πραγματικά από σαράντα κύματα, ώσπου να επιτευχθεί τελικά η πραγματοποίησή της: ηθοποιοί αποχώρησαν, χρηματοδοτήσεις ματαιώθηκαν, τα σκηνικά καταστράφηκαν ολοσχερώς από καταιγίδα, παραγωγοί έσυραν τον σκηνοθέτη στα δικαστήρια. Εντέλει όμως ο Γκίλιαμ κατόρθωσε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το αξεπέραστο μυθιστόρημα του Θερβάντες μ’ έναν ιδιόμορφο, μεταμοντέρνο και εντελώς προσωπικό τρόπο.

Κεντρικός ήρωας της ταινίας είναι ένας νεαρός επιτυχημένος σκηνοθέτης, ο Τόμπυ Γκριζόνι. Εξαιτίας ίσως της επιτυχίας του, ο Τόμπυ έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα κυνικό και αλαζονικό ον: έχει εγκαταλείψει τον κινηματογράφο και σκηνοθετεί διαφημίσεις, κυνηγά μόνο το χρήμα και τις γυναίκες, βασανίζει διαρκώς τους συνεργάτες του με τις παράλογες απαιτήσεις του. Μοιραία έχει σταματήσει να ονειρεύεται και έχει χάσει την έμπνευσή του. Όλα αυτά όμως θ’ αλλάξουν ξαφνικά, όταν θα συναντήσει τον γέρο παπουτσή Χαβιέρ, τον άνθρωπο που είχε ενσαρκώσει τον Δον Κιχώτη σε μια μικρή ταινία που είχε σκηνοθετήσει ο Τόμπυ ως πτυχιακή εργασία δέκα χρόνια νωρίτερα. Ο δύστυχος γέρος μπήκε στο πετσί του ρόλου του και δεν μπόρεσε ποτέ να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Έγινε οριστικά ο Δον Κιχώτης.

Στη συνέχεια της ταινίας, λαμβάνουν χώρα μια σειρά από κωμικοτραγικά επεισόδια: Ο Τόμπυ προξενεί, χωρίς να το θέλει, το ξέσπασμα μιας πυρκαγιάς στο μικρό χωριό του Χαβιέρ. Η τοπική αστυνομία τον συλλαμβάνει, αλλά εμφανίζεται ο Χαβιέρ καβάλα στ’ άλογό του και τον απελευθερώνει. Στη συμπλοκή μάλιστα πυροβολείται –πάλι από λάθος του Τόμπυ– ένας αστυνομικός. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο Χαβιέρ και ο Τόμπυ, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, βρίσκονται χαμένοι στις ερημιές της Ισπανίας και η περιπλάνησή τους τους οδηγεί από άθλιους συνοικισμούς παράνομων μεταναστών μέχρι τα πολυτελή μέγαρα βαθύπλουτων Ρώσων ολιγαρχών. Στην πορεία τους συναντούν όλους τους ήρωες της παλιάς ταινίας του Τόμπυ: τον παπά και τον κουρέα του χωριού, αλλά και τη μικρή Ανχέλικα, που τώρα έχει γίνει μια πανέμορφη Δουλτσινέα. Συναντούν όμως και νέους δονκιχωτικούς ήρωες: έναν ύποπτο τσιγγάνο που εμφανίζεται συνεχώς μπροστά τους, ενσαρκώνοντας το πνεύμα της περιπλάνησης και της ελευθερίας· έναν πλούσιο φωνακλά παραγωγό, που επεμβαίνει διαρκώς στην πλοκή της ταινίας και στη ζωή του Τόμπυ· τη γυναίκα του παραγωγού, την Τζάκι, που προσπαθεί επίμονα ν’ αποπλανήσει τoν Τόμπυ· τον Ρώσο εκατομμυριούχο Αλεξέι Μίσκιν, στο πρόσωπο του οποίου σατιρίζεται ο Τραμπ.

Καθώς εξελίσσεται το ταξίδι του παράξενου ζεύγους, η πραγματικότητα συγχέεται όλο και περισσότερο με τη φαντασία στο μυαλό του Τόμπυ, αλλά και στο μυαλό των θεατών της ταινίας. Ενώ ο Τόμπυ είναι ρεαλιστής, παρασύρεται όλο και πιο πολύ από τις φαντασίες του Χαβιέρ. Κι ενώ αρχικά προσπαθεί να διαχωρίσει τη θέση του απ’ τα τρελά καμώματα του συντρόφου του, σιγά σιγά αρχίζει να βλέπει κι αυτός τον κόσμο μέσα από τα μάτια του. Στην αρχή της ταινίας, ο Τόμπυ βλέπει ολοκάθαρα την τρέλα του Χαβιέρ, την τρέλα του Δον Κιχώτη, που τον οδηγεί απ’ τη μια γελοία περιπέτεια στην άλλη, απ’ τη μια αποτυχία στην επόμενη, ακόμα χειρότερη, αποτυχία. Αισθάνεται γι’ αυτόν μόνο οίκτο και λύπηση, ακόμα και περιφρόνηση. Εξοργίζεται διαρκώς μαζί του, γιατί δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα και είναι εντελώς υπερφίαλος. Σιγά σιγά όμως αναπτύσσεται μεταξύ τους μια βαθιά φιλία. Κι όταν ο Χαβιέρ θα σκοτωθεί, έχοντας ξαναβρεί επιτέλους τα συγκαλά του, ο Τόμπυ θα τον θρηνήσει ειλικρινά, κι έπειτα θα πάρει τη σκυτάλη και θα συνεχίσει ο ίδιος αυτή την έμμονη τρέλα, αυτή τη χιμαιρική και ουτοπική παραφροσύνη του Δον Κιχώτη.

Ο Γκίλιαμ αντλεί συνέχεια από τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, αλλά διασκευάζει κατά το δοκούν. Παίρνει απ’ αυτόν ιδέες, χαρακτήρες, επεισόδια. Για παράδειγμα, μεταφέρει σχεδόν αυτούσιο στην ταινία του το επεισόδιο με το τεχνητό άλογο Κλαβιλένιο από το δεύτερο βιβλίο του Δον Κιχώτη, κεφάλαια 36-41.[1] Κάποια υποτιθέμενη πριγκίπισσα Ντολορίδα από την Καντάγια εμφανίζεται ενώπιον του δούκα και της αυλής του και ζητά τον Δον Κιχώτη. Του αφηγείται τη θλιβερή της ιστορία: πώς μεγάλωσε μέσα σε μια πλούσια οικογένεια, πώς την ήθελαν πολλοί άντρες, πώς την καταράστηκε ο μάγος Μαλαμπρύνο επειδή εκείνη αρνήθηκε τον έρωτά του. Και τότε φέρνουν μπροστά στον Δον Κιχώτη τον Κλαβιλένιο, ένα τεράστιο ξύλινο άλογο. Δεν έχει παρά να το καβαλικέψει και να πετάξει με αυτό ως το φεγγάρι, όπου θα συναντήσει τον Μαλαμπρύνο, τον ορκισμένο εχθρό του. Αν φτάσει στο φεγγάρι, αμέσως μόλις τον αντικρίσει ο Μαλαμπρύνο, η κατάρα θα λυθεί. Όπως αποκαλύπτεται στη συνέχεια βέβαια, όλα αυτά είναι μια καλοστημένη φάρσα εις βάρος του Δον Κιχώτη, για να γελάσει ο δούκας και η παρέα του.

Στην ταινία το επεισόδιο του Κλαβιλένιο λαμβάνει χώρα στο μεσαιωνικό κάστρο που έχει αγοράσει ο Ρώσος ολιγάρχης Μίσκιν. Να σημειώσουμε ότι τα γυρίσματα έγιναν στη Μονή του Χριστού (Convento de Cristo) στο Τομάρ της Πορτογαλίας. Η μονή ήταν φρούριο των Ναΐτών, ένα σπουδαίο αρχιτεκτονικό έργο χτισμένο στις αρχές του 12ου αιώνα. Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου ως σκηνικού της ταινίας είναι εξαιρετική. Και οι εξωτερικοί και οι εσωτερικοί χώροι της μονής μάς μεταφέρουν στον όψιμο Μεσαίωνα και υπηρετούν τέλεια την πλοκή της ταινίας: βλέποντας το φρούριο, ο Χαβιέρ βυθίζεται ακόμη περισσότερο στη φαντασίωσή του ότι είναι ιππότης.

Το κομψοτέχνημα του Γκίλιαμ, μία απ’ τις καλύτερες ταινίες του, πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητο. Οι κριτικοί το αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και συγκατάβαση, ενίοτε και με αρνητικότητα. Σώθηκε από την πλήρη απόρριψη και την ολοτελή καταδίκη λόγω του ονόματος του σκηνοθέτη και από σεβασμό στον τριαντάχρονο αγώνα του να πραγματοποιήσει το καλλιτεχνικό του όραμα. Σε μεγάλο βαθμό όμως, οι κριτικοί δεν κατάλαβαν το έργο. Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη είναι ένας ύμνος στην τρέλα, σ’ εκείνους τους ανθρώπους που κυνηγάνε μόνοι τους, ενάντια σε όλους και σε όλα, το ανέφικτο. Ο Δον Κιχώτης, ισχυρίζεται ο Τέρι Γκίλιαμ, είναι αθάνατος. Αν ένας φορέας του δονκιχωτισμού πεθάνει, θα βρεθεί αμέσως κάποιος νέος να τον αντικαταστήσει. Και είναι αθάνατος γιατί είναι αναγκαίος για τον κόσμο μας, όσο αναγκαία είναι η αναπνοή για τον άνθρωπο. Χωρίς αυτόν, χωρίς τα ουτοπικά οράματα, χωρίς τη φαντασία ότι ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει και να γίνει δικαιότερος, χωρίς το όνειρο ότι οι άνθρωποι μπορούν ν’ αγαπήσουν ειλικρινά και ανυπόκριτα, ο κόσμος μας θα ’χε προ πολλού σταματήσει να ζει και ν’ αναπνέει. Ο Γκίλιαμ διασώζει έτσι και ανανεώνει το μήνυμα του Θερβάντες, την πίστη στη δυνατότητα ν’ αλλάξει και να μεταμορφωθεί ο κόσμος χάρη στα χιμαιρικά όνειρα μεμονωμένων ιδαλγών. Πώς όμως να γίνει κατανοητή σήμερα μια τέτοια ταινία και πώς ν’ αποκρυπτογραφηθεί ένα τέτοιο μήνυμα; Σήμερα όλα πρέπει να ’ναι ρυθμισμένα στην εντέλεια και υπολογισμένα με τη μέγιστη ακρίβεια. Τίποτα δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη, τίποτα δεν μπορεί να βγει εκτός προγράμματος. Ο Δον Κιχώτης είναι εξορισμένος από το αξιακό σύστημα της εποχής μας στην επικράτεια του απαράδεκτα γελοίου και του εγκληματικά επιπόλαιου.

Η ταινία του Γκίλιαμ κατηγορήθηκε, επίσης, από πολλούς κριτικούς για ασυναρτησία και χαοτικότητα όσον αφορά την πλοκή. Αυτή η ασυναρτησία όμως είναι θετικό και όχι αρνητικό στοιχείο της ταινίας. Αυτή η «οτινανοσύνη», για να χρησιμοποιήσουμε τον νεολογισμό των Σήφη Μάινα και Γιάννη Τζουβελέκη,[2] αφενός είναι μόνιμο γνώρισμα του έργου του Γκίλιαμ, και αφετέρου ταιριάζει ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη ταινία, αφού αντιστοιχεί στην οτινανοσύνη του μυθιστορήματος, την οποία ο Γκίλιαμ αναπροσαρμόζει στη μεταμοντέρνα εποχή μας και σ’ ένα άλλο είδος τέχνης, τον κινηματογράφο.

Ο Γκίλιαμ αναπτύσσει στην ταινία του ένα από τα βασικά στοιχεία του μυθιστορήματος: τη διάκριση, αλλά και την αλληλεπικάλυψη, φαντασίωσης και φαντασίας, επικίνδυνης τρέλας και δημιουργικού ουτοπισμού. Στο μυθιστόρημα σατιρίζεται διαρκώς η φαντασίωση του Δον Κιχώτη ότι είναι μεσαιωνικός ιππότης, ότι θα ξαναζωντανέψει τις ιπποτικές αρετές, ότι θα σώσει τον κόσμο. Οι φαντασιώσεις του έρχονται σε αντίθεση με τον κοινό νου, όπως του επισημαίνει διαρκώς ο Σάντσο, που προσπαθεί μάταια να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Επίσης, έρχονται σε αντίθεση με την εποχή του, με τον νεωτερικό κόσμο, με την επιστήμη και την τεχνολογία, με την εμπειρική πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουμε. Μοιραία λοιπόν ο Δον Κιχώτης γίνεται ακατάπαυστα καταγέλαστος απ’ όσους συναντά στο δρόμο του. Πολύ συχνά, εξάλλου, η αντιμετώπιση που του επιφυλάσσεται είναι σκληρή και βίαιη: τον ξυλοφορτώνουν και τον χλευάζουν. Οι φαντασιώσεις του έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την πραγματικότητα και συντρίβονται. Απ’ την άλλη πλευρά, η τρέλα του θερβαντικού ήρωα, ο αφελής ουτοπισμός του, το όνειρό του ν’ αλλάξει τον κόσμο, είναι που τον οδηγούν να συνεχίζει το ταξίδι του και παρασέρνουν τον Σάντσο να τον ακολουθεί. Η τρέλα του Δον Κιχώτη δεν είναι μόνο αρνητικά σημασμένη, ούτε καταδικάζεται πάντα ως σφάλμα. Αντίθετα, πολλές φορές είναι θετική αξία.

Ο Θερβάντες είναι κληρονόμος της αναγεννησιακής κοσμοθεωρίας. Ξέρει καλά όλη τη λαϊκή κοσμοθεωρία του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, που μέσα από το γέλιο και το καρναβάλι υμνεί το θάνατο του παλιού και τη γέννηση του νέου, τη διαρκή αναγέννηση και τη διαρκώς ανανεούμενη ζωή. Η αναγεννησιακή κοσμοθεωρία, τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή μορφή της, έβλεπε κάτι θετικό και εξαιρετικό στην τρέλα. Η τρέλα, όπως και το γέλιο που προκαλούσε, δεν ήταν απαραίτητα κάτι άρρωστο και μη ανθρώπινο. Ενίοτε θεωρούνταν καθαυτό ανθρώπινο γνώρισμα. Οι τρελοί μπορούσαν να είναι φορείς μιας άλλης, ανώτερης ίσως, αλήθειας από τη συμβατική αλήθεια που γνωρίζουμε οι υποτιθέμενοι υγιείς.

Έτσι, κατά την Αναγέννηση γίνεται προσπάθεια να διακριθούν δύο είδη τρέλας: μια «καλή» και μια «κακή» τρέλα. Η μία τρέλα θεωρείται επικίνδυνη και καταστροφική για τον φορέα της, και γι’ αυτό καταδικάζεται κι επιδιώκεται η θεραπεία της. Η άλλη τρέλα όμως θεωρείται ευεργετική, και γι’ αυτό επαινείται και εγκωμιάζεται. Όποιος την κατέχει θεωρείται ευλογημένος και προνομιούχος, ενίοτε και άγιος ή εκλεκτός. Είναι διάσημη η διατύπωση της διάκρισης μεταξύ «καλής» και «κακής» τρέλας που κάνει ο Έρασμος σ’ ένα έργο που ονομάζεται, όχι τυχαία, Μωρίας εγκώμιον, δηλαδή Έπαινος της τρέλας. Εκεί η ίδια η Τρέλα λέει τα εξής:

Υπάρχουν λοιπόν σίγουρα δυο ειδών τρέλες: Μια εκείνη που οι εκδικήτριες Ερινύες ξερνούν μέσα απ’ την Κόλαση, όταν ξαπολούν τα φίδια τους και φυσούν στην καρδιά των ανθρώπων την οργή του πολέμου, την άσβηστη δίψα για χρυσάφι, τον ένοχο και στιγματισμένο έρωτα, την πατροκτονία, την αιμομιξία, την ιεροσυλία κι άλλες τέτοιες μάστιγες ή όταν κυνηγούν με τα τρομαχτικά δαυλιά τους τις συνειδήσεις που εγκλημάτησαν.

Η άλλη τρέλα είναι ολότελα διαφορετική, έρχεται από μένα κι είναι το πιο ποθητό πράμα του κόσμου. Γεννιέται όποτε μια γλυκιά πλάνη του μυαλού ελευθερώνει την ψυχή από τις μαύρες έγνοιες της και την παραδίνει σ’ ένα πέλαγος ηδονής. Αυτή τη φρεναπάτη, ο Κικέρωνας, όπως έγραφε σ’ ένα γράμμα του στον Αττικό, την ποθούσε σαν υπέρτατο δώρο των θεών, για να ξεχάσει μέσα της όλα του τα βάσανα.[3]

Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη του Τέρι Γκίλιαμ έρχεται να μας θυμίσει πόσο αναγκαία είναι η τρέλα, πόσο ζωτική είναι η ύπαρξή της και πόσο θανατερή η απουσία της. Ο Δον Κιχώτης κυνηγά ανεμόμυλους, νομίζοντας ότι είναι γίγαντες. Ο σύγχρονος, απόλυτα ορθολογικός άνθρωπος δεν κυνηγά τίποτα, δεν ονειρεύεται καθόλου, αφού όλα τα όνειρα είναι ψεύτικα και μάταια, προορισμένα ν’ αποτύχουν. Έτσι όμως είναι πνευματικά και συναισθηματικά νεκρός. Είναι ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη μέσα του, και στην ουσία έχει πάψει πια να ζει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Βλ. Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος ΙΙ, μτφρ.-εισ.-σημ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2018, σελ. 414-460.

[2] Βλ. στο επεισόδιο «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη» της διαδικτυακής εκπομπής Σινε-συμπόσιο, https://www.youtube.com/watch?v=8s9ZS641YWo.

[3] Εράσμου, Μωρίας εγκώμιον, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός, Αθήνα 1970, σελ. 81-82.