Σωτήρης Γουνελάς

Ο Μποκόρος και οι ίσκιοι του

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου-συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:

«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της φύσης». (σ. 54)

Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…

Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά –φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το «τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.

Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.

Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.

Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.

Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει: (περισσότερα…)

Τεχνική, τεχνοκρατία καὶ γλώσσα: Ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ στὸν Μάρτιν Χάιντεγγερ

*

τοῦ ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ συγγραφέα Γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ: Κείμενα πρὶν καὶ μετὰ τὴν έκδημία του  τὸ ὁποῖο μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴκαρος.

///

Καθὼς διανύεται μιὰ περίοδος ἀνήσυχη, κρίσιμη καὶ ἄκρως ἀπροσδιόριστη, θεώρησα ὅτι σὲ ἕνα βιβλίο γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ ἔχει σημασία νὰ διασταυρώσω μερικὰ κείμενα τοῦ Χάιντεγγερ  μὲ τὴν προώθηση τῆς τεχνοκρατίας σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ὁ Γιανναρᾶς ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἀναφέρθηκαν σὲ τέτοια ζητήματα, καὶ μάλιστα συνέδεσε τὴν ἐπέλαση τῆς τεχνοκρατίας μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐξέλιξη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Μιὰ «σύνοψη τῶν ἐπιπτώσεων αὐτῆς τῆς πραγματικότητας εἶναι αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα:

[…] στὴν τρέχουσα τεχνολογική μας γλώσσα θὰ λέγαμε, ὅτι γίνεται ὁ ἄνθρωπος συγκεκριμένη χρονικὴ μονάδα παραγωγῆς καὶ μετρημένη διάρκεια κατανάλωσης – ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ γίνεται ὀκτάωρο, περιορισμένες χρονικὲς διαφυγὲς «ψυχαγωγίας», ἐτήσιο εἰσόδημα καὶ ἐτήσιες δαπάνες, συντάξιμα χρόνια, καὶ τελικὰ δυὸ ἡμερομηνίες: γέννησης καὶ ταφῆς.[1]

Ἂς δοῦμε, λοιπόν.

Οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν πάρει εἴδηση ὅτι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα προέρχεται ἀπὸ τὴν τεχνική. Προτοῦ φτάσουμε στὰ τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης (ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζεται ἡ τεχνητὴ γονιμοποίηση), θὰ πρέπει νὰ δοῦμε –καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτοῦ ποὺ ὁ Χάιντεγγερ ὀνομάζει «παραδοσιακὴ γλώσσα»– τί σημαίνει γλώσσα τῆς τεχνικῆς καὶ πῶς ἀντιτίθεται στὴν ἄλλη, ἀλλὰ καὶ ποιὲς ἄκρως ἀρνητικὲς συνέπειες ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτήν. Ὑπάρχουν τεράστια ζητήματα ποὺ πρέπει ἐπιτέλους νὰ τεθοῦν μπροστὰ στὰ μάτια, στὰ αὐτιά, στὴν καρδιὰ καὶ στὴ διάνοια τῶν ἀνθρώπων σήμερα, καθὼς ὁ κόσμος ἀγγίζει ἕνα ὅριο ἤ, μᾶλλον, τὸ ὑπερβαίνει ἀλόγιστα, χωρὶς νὰ καταλαβαίνει σχεδὸν τίποτα.

Λέω, λοιπόν, ὅτι ἀρχαῖοι λαοὶ ὅπως οἱ Ἕλληνες, οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰνδοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Πέρσες, ἀλλὰ προπαντὸς ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες μὲ τὶς ἀρχαῖες καταβολές μας, κυρίως ὡς πρὸς τὴ γλώσσα καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγο, ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ ξαναδοῦμε σὲ βάθος –ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀναστοχαστοῦμε, ὅπως λένε διάφοροι διανοούμενοι– τὴ σημασία ὅρων ὅπως ἀλήθεια, λόγος, γλώσσα, ὀμορφιά (κάλλος), ὕπαρξη, συν-ύπαρξη, φύλο, ἔρωτας, ἀγάπη, ζωή. Γιατὶ τὸ κυρίαρχο πνεῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου ὅλα αὐτὰ ὄχι ἁπλῶς τὰ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἢ ἀποδόμηση, ἀλλὰ τὰ ἀπορρίπτει ἢ τὰ περιθωριοποιεῖ, θεωρώντας ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐπινοεῖ ἄλλες σημασίες, ἐρήμην κάθε πνευματικῆς ἱστορίας καὶ κάθε παραδοσιακῆς γλώσσας.

Ὁ Χάιντεγγερ στὸ βιβλίο του Παραδοσιακὴ γλώσσα καὶ τεχνικὴ γλώσσα, τὸ ὁποῖο περιέχει ὁμιλία ποὺ ἔδωσε τὸ 1962, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα τριῶν ἐτῶν, διευκρινίζει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δύο γλῶσσες μὲ τρόπο ἁπλὸ καὶ καίριο. Μιλώντας γιὰ «“φυσικὴ”»[2] ἢ «παραδοσιακὴ»[3] γλώσσα, τονίζει ὅτι εἶναι «αὐτὴ ποὺ δὲν τὴν ἐπινόησε καὶ δὲν τὴ διαμόρφωσε ἡ τεχνικὴ […] – ἡ μὴ τεχνικοποιημένη καθομιλούμενη γλώσσα».[4] Γιὰ νὰ δείξει τὴν ὅλη διάσταση αὐτῆς τῆς γλώσσας, ὁρίζει τὴν παράδοση ὡς τὴ «διαφύλαξη τοῦ ἀρχικοῦ»,[5] τὴ «διατήρηση νέων δυνατοτήτων τῆς ἤδη ὁμιλούμενης γλώσσας. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἐμπεριέχει καὶ δωρίζει τὸ ἀνείπωτο».[6] Καὶ προσθέτει ὅτι ἡ ἴδια ἡ γλώσσα

καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα ἀπὸ τὴν παρακαταθήκη της νὰ πεῖ τὸν κόσμο ἐκ νέου καὶ ἔτσι νὰ φανερώσει Αὐτὸ-ποὺ-ἀκόμη-δὲν-ἔχει-ἰδωθεῖ. Αὐτή, ὅμως, εἶναι ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ κλήση τῶν ποιητῶν.[7]

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ διασταυρώσω τὰ λεγόμενα τοῦ Χάιντεγγερ μὲ τὴν παρακάτω διατύπωση τοῦ ποιητῆ Νικηφόρου Βρεττάκου ἀπὸ τὴν ὁμιλία του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸ 1988. Ἀναφερόμενος στὸν ἀρχαιοελληνικὸ λόγο, λέει:

Ὁ ποιητικὸς μας λόγος ὑπῆρξε ὁ ἐκφραστὴς τῆς ἑλληνικῆς μοναδικότητας, γιατὶ μέσα στοὺς ποιητὲς λειτουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ κόσμος καὶ ἡ φωνή τους εἶναι φωνὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Εἰκόνα τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἀποτέλεσε τὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ σκεπτικοῦ.[8]

(περισσότερα…)

Με την τεχνητή νοημοσύνη να τυλίγει τον πλανήτη σαν ανακόντα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

ΡΑΚΕΝΔΥΤΗ ΧΛΙΔΗ

του Κώστα

Τώρα λουκούλλεια γεύματα. Τώρα πόδια χρυσά κι αυτά σε φαγοπότι. Τώρα κυρίες πανάκριβες, ξενύχτησαν προβάροντας μακιγιάζ. Τώρα κηροπήγια πολυτελή. Κι αυτός εκεί, της «δυτικής οφρύος», στη μέση πουκαμισιά τραπεζομάντηλο. Αγοράζει τα πάντα, κοροϊδεύει, ασχημονεί.

Ο κόπρος του Αυγείου περιφέρεται πλανητικά, επισκέπτεται τις «ανώτερες τάξεις», καταστρέφει νεαρά κορίτσια, διαβρώνει, τυφλώνει, εξοντώνει.

Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι έχουν, κανονίζουν τη ζωή ανθρώπων που ξέρουν ότι …δεν έχουν!

Μαζεμένο καρκατσουλιό. Μήπως εκδίκηση της γυφτιάς που τα θέλει όλα χρυσά; Μήπως ληστές λυμαίνονται τον πλανήτη κουστουμαρισμένοι; «Ονομάζομαι πάντα παίρνω» Και όλοι μας καρφωμένοι στο θέαμα, μαγνητισμένοι: Οι ηγέτες αιωρούμενοι, με τις γραβάτες στη θέση τους καταφεύγουν στον Οθωμανό. Τρελός χορός δισεκατομμυρίων. Ποιος παρακολουθεί τι;

Αλιβάνιστοι, ανταλλλάσσουν όπλα και νομίσματα, συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

Διώξε πέρα τις εικόνες.
Ψεύτικος ντουνιάς απλώθηκε σαν όλεθρος
Άνθρωποι καμωμένοι παρανάλωμα πυρός
Σφαγές ανομολόγητες.
Ύστερα θα αναλάβουν οι «πολιτισμένοι» εργολάβοι
Την ανοικοδόμηση.
Ω κέρδη, δεν σας ύμνησαν ακόμη!
Ολούθε κέρδητα.
Χρυσωμένο το χάπι περιφέρεται.
Θα σκάψουν τα έγκατα της γης
«Σπάνιες γαίες» λέγονται τώρα
Μα διόλου σπάνιος ο λυγμός
Πίσω απ’ τις βιτρίνες με τα είδωλα.
Κάτι έχει χαθεί, κάτι εξατμίστηκε
Το κενό σαν υδρατμός, σαν υγρασία
Διαποτίζει χώρες και λαούς.
Υπόγειοι συριγμοί
Κραδασμοί-σεισμοί
Μετρούν την ένταση, την απόσταση
Τα καταγράφουν όλα,
Μετρήσεις ακρίβειας.

Κι όσα δεν καταγράφονται;
Όσα δεν χωρούν στο μέτρημα;
Όσα μυστικά υπάρχουν;
Όσα τρέχουν λαχανιασμένα;
Όσα δε φτάνουν να γίνουν λόγος;
Όσα τα καταπίνει η σιωπή;

Διάφανα πλέγματα ζωής
Δεν ξέρουν τι είναι.
Η τρυφερότητα λυγμεί,
Ο στεναγμός κρυμμένος
Σπλάχνα πατρίδας άγνωστα
Οράματα νεκρά
Της Αλήθειας ο βωμός σβηστός.
Ειρήνη πού ’ναι η εκκλησιά σου;

Απλωμένα δίχτυα αγάπης
Ξεφτισμένα.
Κι εκείνη η αστερόεσσα νύχτα
Χαμένη και λησμονημένη.
Ποιο φως καρτερείς;

Να σταματάς πάνω στα πρόσωπα.

Φευγαλέες εικόνες.
Μισοσκότεινα
Ακούγονται οι κουβέντες
Αλλά τα πρόσωπα μισοφανέρωτα.
Όλος ο κόσμος έτσι, μισοφανέρωτος,
Φτιασιδωμένος,
Δέρμα που ολοφύρεται
Χωμένο στις κρέμες και τις πούδρες.

Ολόγυρα τα τροχοφόρα
Η βουή τους,
Μια ορισμένη φωτεινή συννεφιά
Των φαναριών τους
Καθώς τα βλέπεις στον καθρέφτη
Να τρέχουν να ξεφύγουν.

Δεδομένα και στερεότυπα σχήματα.
Πανευτυχείς διαφημιζόμενοι
Πολιτικολογίας συνέχεια
«Εκπεσόντες φόροι»
«Εκφυγόντα κέρδη».
Οι επίσημες διατυπώσεις.
Άνευρες. Στομφώδεις.
Θριαμβικές.
Αφασία.

*

*

Τι συμβαίνει στον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Τι συμβαίνει στον κόσμο; Παραφορά ή παράνοια;

Πως ν’ αρχίσει κανείς ένα τέτοιο γραπτό; Πως να διατυπώσει απορίες, ερωτήματα και απαντήσεις;

Μια σκοτεινιά απλώνεται στον κόσμο. Δεν θέλουν να τη βλέπουν. Ζουν οι περισσότεροι στη φαντασία τους. Πιο πολύ απ’ όλους, οι Έλληνες. Οι άλλοι είναι πολύ πιο ρεαλιστές. Προσγειωμένοι, σχεδόν κολλημένοι στα επίγεια, επαγγελματιστές, χρηματοκεντρικοί, ζουν εν μέσω και διαμέσου της Αγοράς. Μα έτσι δεν γίνονται εκτός των άλλων αγοραίοι;

Λόγια, πράξεις, επιθυμίες, σκέψεις, ορμές, πάθη, φλυαρίες, κατάθλιψη, μοναξιά, περιδινούνται αενάως, κυκλοφορούν συχνά σε ρυθμούς ματαιότητας, περιφέρονται σχεδόν ασκόπως. Κάτι βασανίζει τους ανθρώπους και προσπαθούν άλλοτε να το απωθήσουν, άλλοτε να κρεμαστούν πάνω του και άλλοτε να το κάνουν καλλιτεχνία. Άλλες φορές πάλι πασχίζουν να αναπτύξουν θεωρητικά σχήματα, να κάνουν ερμηνείες των φαινομένων ή των γεγονότων και αφοσιώνονται σε απέραντες αναλύσεις; Που τις πιο πολλές φορές ενδιαφέρουν μονάχα τους επινοητές τους.

Κατά βάθος οι άνθρωποι έχουν μεγάλη ανάγκη να μιλήσουν. Νομίζουν ότι αυτό είναι εύκολο. Δεν τους απασχολεί ότι η ομιλία είναι κάτι σπουδαίο, είναι το ιδιαίτερο χάρισμα του ανθρώπου, είναι κάτι σαν ταυτότητα. Αυτή η ταυτότητα είναι πιο σημαντική από την αστυνομική ταυτότητα!

Ομιλία δεν είναι εκφορά λέξεων και φράσεων που κάπως φτάνουν στη γλώσσα μας καλεσμένες ή ακάλεστες. Η ομιλία μας είναι συνυφασμένη με τη φωνή μας, (περισσότερα…)

«Η Ελλάδα πέθανε και τη σκοτώσαμε εμείς»: Ορθοδοξία και Δύση

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[6/12]

~.~

Έχοντας ήδη επισημάνει τις επιφυλάξεις του Κυριάκου Μαργαρίτη απέναντι στα ακαδημαϊκά πρότυπα της νεωτερικότητας, που παραπέμπουν σε ορθολογιστικά σχήματα, θετικισμό, κλειστή και ολοκληρωτική ερμηνευτική του κόσμου, σε ό,τι δηλαδή εισήγαγε η σκέψη του Διαφωτισμού, ο κατά τον συγγραφέα ξεπεσμός της Δύσης δεν δείχνει εκ πρώτης όψεως να διαφέρει από τη δριμεία κριτική του ατομοκεντρισμού και ρασιοναλισμού από τον νεοορθόδοξο θεολογικό στοχασμό: «Ο δόκτωρ Ζοζέφ Γκιγιοτάν […] ήταν αρκούντως ανθρωπιστής, τέκνο του Διαφωτισμού, ώστε να κατασκευάσει τη λαιμητόμο».[371]

Αν κάτι επιτρέπει την ομαδοποίηση σε ενιαία τάση των πολλών και κατά βάση ετερόκλητων απόψεων της νεότερης ελληνικής σκέψης της Ορθοδοξίας, μιλώντας πάντα για την περίοδο της ακμής της, αυτό συνίσταται στον ακραιφνή της αντιδυτικισμό, ειδικά με αναφορά στην πνευματική παρακμή του Νεοέλληνα εντός του νέου υποκειμενικού πεδίου που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση, την έλλειψη εθνικής αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης, τη μειονεξία και τον μιμητισμό έναντι της Δύσης, εν όψει και της ένταξης της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (1981) και την έκτοτε αναγωγή της καταναλωτικής ευχέρειας σε νοηματοδοτική προσδοκία, ανάμεσα σε άλλα.

Ο Χρήστος Γιανναράς προσδιορίζει το φαινόμενο, ήδη από το 1986, ως «Finis Graeciae» με τον νιτσεϊκού τύπου αφορισμό «Η Ελλάδα πέθανε και την σκοτώσαμε εμείς»,[372] ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και σε μείζονα εθνικά ζητήματα όπου ο πατριωτισμός εξέλιπε, ειδικά σε σχέση με τη στάση των Νεοελλήνων απέναντι στην εισβολή και την κατοχή της Κύπρου. Μέσα από την προοπτική της φιλοσοφίας του χρόνου, με εμφανείς απηχήσεις του μπεργκσονικού βιωμένου χρόνου της συνείδησης, ο Στέλιος Ράμφος θα μιλήσει την επαύριον της οικονομικής κρίσης για ένα ελληνικό Τime Οut (2012) (=διακοπή ή και τέλος χρόνου), αναφερόμενος σε μια κρίση κατ’ ουσίαν πνευματική και δευτερευόντως δημοσιονομική.[373] Ο δε Σωτήρης Γουνελάς, μπροστά στην επικράτεια του τεχνικού, φίλαυτου και οικονομοκρατούμενου πολιτισμού του μετα-ανθρωπισμού, φτάνει στο σημείο να μιλήσει για Το τέλος του ανθρώπου (2022),[374] αντιστρέφοντας με αποκαλυπτικό τόνο το φουκωικό, νιτσεϊκών καταβολών πρόταγμα που έθρεψε την εκκοσμικευμένη σκέψη της μετανεωτερικότητας.[375] (περισσότερα…)

«Το δέντρο είναι η αγάπη»


*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Χρήστος Αναγνωστόπουλος
Δέντρο ξανά
Περισπωμένη, 2025

Ο ποιητικός αυτός λόγος, ο ποιητικός αυτός μονόλογος, μας πάει αλλού. Μας βγάζει από τα τρέχοντα και χαώδη και μας εισάγει σε μια ομιλούσα ησυχία, μια σιγαλιά εικόνων, περιγραφών και ενοράσεων. Κι ωστόσο, πολλές από τις εικόνες του προέρχονται από τον σάλαγο της εποχής, βγαίνουν μέσα από καθημερινές πραγματικότητες πλάι στις οποίες σαν μόνιμοι συνοδοί βρίσκονται η μελαγχολία και η μοναξιά.

Ο Χρήστος Αναγνωστόπουλος αργοπορεί. Η ποίησή του βρίσκεται στους αντίποδες της φρενιτιώδους ταχύτητας του σύγχρονου κόσμου. Δεν έχει καμιά σχέση με τον Μαρινέττι, τον φουτουρισμό και την γενικευμένη αμερικανοποίηση του πλανήτη. Σκάβει ένα λαγούμι καταμεσής του κόσμου, το σκάβει πλάι στα σπίτια-ξενοδοχεία των πολλών, το σκάβει αναζητώντας εκείνες τις καθαρές πάναγνες όψεις της ζωής. Αυτές που συνάπτονται με την αγάπη.

Την έχει καθαρίσει από μολέματα, συναισθηματισμούς, μικροαστισμούς και κραιπάλες. Γι’ αυτό:

Σ’ αυτό το δρόμο για την αγάπη
Δύσκολα κανείς θα με συντροφεύει (σ. 18)

Στην πορεία του τον συντροφεύει κάτι σα μεγάλη αφαίρεση. Έχει κληθεί να αφαιρέσει τα περιττά, την προσκόλληση στις αισθήσεις, αυτό τον κατακλυσμό οριζόντιας αναζήτησης χωρίς ουρανό. Έχει άλλη αντίληψη για τα πράγματα που αποκαλύπτεται στους στίχους:

Γιατί οι αποστάσεις δεν μετριούνται
με τα χιλιόμετρα
παρά με την υπερηφάνεια ή την αγάπη (σ. 21)

Αυτοί οι στίχοι θυμίζουν τον Καρούζο όταν γράφει:

Ο χρόνος δεν είναι ρολόγι
είναι χιόνι.
(περισσότερα…)

Η εξορία της αγάπης

 *

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Υπάρχει ένα δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου με τίτλο «Χωρομετρήσεις» και υπότιτλο «Τρισάγιο σε τρεις ποιητές» (δες Μελέτες, β΄ τόμος, Δόμος 1994, σ. 357-388). Οι ποιητές είναι ο Αττίλα Γιόζεφ, ο Όσιπ Μαντελστάμ, και η Άννα Αχμάτοβα. Αρχίζοντας, και προτού καταπιαστεί με τις περιπτώσεις τους, σχολιάζει:

«Μας έχουν ζαλίσει το κεφάλι μας. Όλοι ανεβασμένοι σε σανίδια διαφημίζουν τα αγαθά τους, διαλαλούν την πραμάτεια τους, φωτογραφίζονται προσωπικά ή ομαδικά, στα γραφεία τους ή παραταγμένοι σε εξέδρες, και στη μεγάλη ιστορική επέτειο –όλοι γιορτάζουν κάποια ιστορική επέτειο– […] βλέπουμε να παρελαύνουν από κάτω στοιχημένα:

5.800.000 τουφέκια και καραμπίνες,
102.000 οπλοπολυβόλα,
28.000 ολμοβόλα,
53.0000 πεδινά και βαριά πυροβόλα.»

Η αναφορά προέρχεται από την «Θριαμβευτική Παρέλαση» του ασυμπλήρωτου Κοριολανού του Έλιοτ. Βρίσκω το κείμενο άκρως επίκαιρο καθώς η παρούσα περίοδος του πλανήτη σημαδεύεται από συζητήσεις και προετοιμασίες για θηριώδεις εξοπλισμούς και για πιθανότητα πυρηνικού πολέμου. Ο Λορεντζάτος πιο κάτω τα βάζει με τις πολιτικές ιδεολογίες και με αυτούς που τις καλλιεργούν (αν όχι τις επιβάλλουν) και με όλους όσοι κατά την ρήση του Πασκάλ «πέφτουν έξω τόσο περισσότερο επικίνδυνα, όσο ακολουθούν ο καθένας μια δικιά του αλήθεια». Τα βάζει ακόμη με την «μεγαλεπίβουλη ιστορία» (που την θεωρεί αφαίρεση) όπως και με την «ανθρωπότητα» (άλλη αφαίρεση) γιατί τον ενδιαφέρει ο συγκεκριμένος άνθρωπος με σάρκα και οστά. Γράφει: (περισσότερα…)

Υπαίθριες σκέψεις για την βία, την ασχήμια και την ομορφιά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Αχνοφαίνεται πέρα μακριά. Ένα κομμάτι βουνοκορφής. Αχνό μέσα απ’ τη ζέστη που ανεβαίνει κι απλώνεται αργά αργά μαζί με το φως της μέρας, τους ήχους από τα τζιτζίκια και ότι άλλο σκιρτά στην ύπαιθρο.

Κοιτάζεις από ένα ψηλό σημείο. Είσαι σε σπίτι εξοχής, σε ύψωμα, κι αγναντεύεις πέρα τη βουνοκορφή. Αχνοφαίνεται κι όμως ελκύει. Μπορεί να θυμίζει κάτι άλλο, μια ανεπαίσθητη μορφή, μια εικόνα που έρχεται από το παρελθόν, άσβηστη, χαμένη ποιος ξέρει σε ποιο άβρετο βάθος που κάτι υπονοεί, κάτι υποβάλλει.

Και ο όγκος; Δεν σημαίνει κάτι, δεν φανερώνει; Διακρίνεις από μακριά δέντρα και βλάστηση. Όλα αχνά, σαν πίνακας ακουαρέλας, νεροχρώματα. Από πάνω απλωμένος ουρανός, αυτό το γαλάζιο, κάπως θαμπό, σίγουρα λόγω υδρατμών ζέστης που κόρωσε αυτές τις μέρες.

Άραγε ποιος λόγος σ’ έκανε να σταματήσεις σ’ αυτό το σημείο του βουνού; Ένα τοπίο ανοιχτό, όπου το βλέμμα περιφέρεται ελεύθερο, ζητάει κάτι να βρει, σίγουρα όμορφο, διάφανο, απλό αν όχι αδρό. Γραμμές, σχήματα, όγκοι, φύλλα, φυλλωσιές, κλαδιά, κορμοί μισοκαμένοι από την σχετικά πρόσφατη πυρκαγιά, ξερά χόρτα που τα χρυσίζει ο ήλιος, κυπαρίσσια καταπράσινα υψωμένα λίγο πιο ’κει που γλύτωσαν το κάψιμο, το μικρό νεκροταφείο του χωριού που πας να το πεις κοιμητήριο –αυτό είναι το σωστό, αλλά προϋποθέτει πίστη στην Ανάσταση–, πουλιά εξαφανισμένα –δεν ακούστηκε λαλιά–, το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών, θάμνοι ξεραμένοι αλλά και άλλοι ολοζώντανοι και βέβαια ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, εκατοντάδες λιλιπούτια πλάσματα αφανή, που αυλακώνουν το χώμα κρυμμένα.

Τώρα κοιτάζω φοίνικες. Δεν έχουν «ανδρωθεί» ακόμη, μοιάζουν παιδικοί. Είναι φουντωτοί, πράσινοι, τα μυτερά τους φύλλα σαν σπαθιά, περιβάλλουν το σπίτι, ακοίμητοι φρουροί ανήλικες, αντικρίζουν μικρές πεταλούδες που φάνηκαν μια στιγμή και χάθηκαν. Τις στροβιλίζει κι αυτές η αύρα και πετούν ανάμεσα στις πρασινάδες, ψάχνουν να βρουν κανένα λουλούδι να χαρούν την ευωδιά του ή να χαϊδευτούν στα πέταλά του.

Υπάρχει απουσία τρυφερότητας. (περισσότερα…)

Πορταΐτισσα

*

Και μέσα στο ναό σου φωτεινή
Σε φορητές εικόνες και φωτογραφήματα
Παρά το χρώμα το φαιό της Αφρικάνας και το μαυράκι Σου
Στην αγκαλιά.

Μονάχα τα κεφάλια φαίνονται
Μια στάλα ξεχωρίζουν
Τα δυό πρόσωπα κοντά-κοντά
Κι άμα προσέξεις, το βλέμμα της ταξίδι σε δώματα βασιλικά,
Σε ουρανούς.
Ο Χριστός
Για νά ’ναι τόσο σοβαρός
Το σταυρικό μαρτύριο κινηματογράφος
Μπροστά στα μάτια θα περνά. (περισσότερα…)

Επίθεση κατά του Ιράν: Ο ισραηλινός εξτρεμισμός και ο κυνισμός της Δύσης

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μήπως, τελικά, η Αμερική βρήκε επιτέλους τον πρόεδρό της; Μια χώρα όπου ευδοκιμούν οι λεγόμενες «μπίζνες» και όπου την περίοδο των εκλογών δαπανώνται τεράστια ποσά προς ενίσχυση (ή λάδωμα;) των υποψηφίων, μια χώρα όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι ως υποψήφιοι πρόεδροι ο Μπάιντεν και ο Τραμπ (υπερήλικες εν μέσω πληθυσμού τριακοσίων εκατομμυρίων!), μια χώρα που απαιτεί να είναι η μοναδική παγκυρίαρχη στον πλανήτη και φροντίζει να εκμηδενίζει κάθε ανταγωνιστή της, βρήκε στο πρόσωπο του Τραμπ τον άνθρωπό της. Ούτε πολιτικός είναι, ούτε οικονομολόγος, ούτε τεχνοκράτης. Όμως, για έναν ολόκληρο κόσμο, για τον μισό πλανήτη και παραπάνω, ο βασιλιάς είναι η λεγόμενη Οικονομία της Αγοράς και βεβαίως το δημιούργημά της η Κοινωνία της Αγοράς σε πλήρη αλληλεξάρτηση από την Τεχνοκρατία. Εάν εδώ προστεθεί και η μακροχρόνια σχέση Ισραήλ-ΗΠΑ, ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για να το χειριστεί είναι ο πρόεδρος Τραμπ.

Ο νυν πρόεδρος λοιπόν είναι κάτι σαν «διευθυντής ορχήστρας» αγοραπωλησιών και στυγνός υποστηριχτής συμφεροντολογικού επεκτατισμού. ¨Όπως στο παρελθόν ο Χίτλερ, ο οποίος διά του δόγματος «ανάγκη ζωτικού χώρου» (δεν μου φτάνει η έκτασή μου, θέλω κι άλλη) μπήκε ωραιότατα στην Τσεχοσλοβακία! Ο Τραμπ λέει περίπου το ίδιο: Γροιλανδία σε χρειάζομαι για τα ορυκτά σου, Καναδά σε χρειάζομαι, δεν με ενδιαφέρει τι θέλεις εσύ, ούτε ποια είναι η ιστορία σου, γιατί εγώ σήμερα υπερβαίνω την ιστορία. Και την υπερβαίνω ειδικά στην περίπτωση της Γάζας. Είναι εκπληκτικού κυνισμού οι διατυπώσεις του. Εκεί πέρα, λέει, είναι κόλαση. Ποιός θέλει να ζήσει εκεί; Το καλύτερο να τους μεταφέρουν στην Ιορδανία και την Αίγυπτο (τους ρώτησε κανένας αυτούς;) και η Αμερική θα αναλάβει την α ξ ι ο π ο ί η σ η της περιοχής!

Υπενθύμιση:

«Η εισβολή στο Ιράκ το 2003 στηρίχτηκε σε ένα γιγάντιο ψέμα: ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής. Μέχρι σήμερα ελάχιστοι λαμβάνουν υπ’ όψη τους την σημασία αυτού του ψέματος που σήμαινε εξαπάτηση του κόσμου αν όχι και των ίδιων των συμμάχων των ΗΠΑ, εξαπάτηση από την υπ’ αριθμόν 1 υπερδύναμη. Λογαριάστε ότι από το 1,7 τρισ. που πλήρωσαν οι αμερικανοί πολίτες, τα 138 δισ. δολάρια τα πήραν ιδιωτικές εταιρείες “υποστήριξης των στρατευμάτων”. Οι Financial Times υποστηρίζουν ότι το 52% των χρημάτων κατέληξαν στις τσέπες 10 εργολάβων. Πρώτη και καλύτερη από τις εταιρείες, αυτή που είχε διευθυντή τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τσέινυ. Ας σημειωθεί ακόμη ότι μόνο το 2000 η Αμερική κέρδισε 55 δισ. δολλάρια από πωλήσεις όπλων και ότι το 80% των όπλων για τα αραβικά κράτη προέρχεται από την Αμερική». (περισσότερα…)

Η κριτική του Σαραντάρη στους ποιητές

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μην ανοίξης ποτέ το στόμα να πής την αλήθεια
Γιατί ξάφνου θ’ ανάψουν οι γύμνιες του κόσμου
Θα πιάσει φωτιά η λαίμαργη ανθρώπινη σκόνη!
Έργα, Β΄ τόμ., σελ. 82 (1935)

Εάν ισχύει αυτό που λέει ο Λορεντζάτος ότι η ποίηση συνιστά την «εσχατολογία της λογοτεχνίας» και εάν η σχέση του Σαραντάρη με την ποίηση είναι σχέση ζωής, τότε αξίζει να δούμε πως ο φιλόσοφος αυτός ποιητής κρίνει τους άλλους ποιητές. Αρχίζοντας από κάποιες γενικές προϋποθέσεις. Ο Σαραντάρης ξέρει την Ευρώπη, τη φιλοσοφία της και την ποίησή της. Είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους με ανεπτυγμένη πολύ νωρίς αντιληπτικότητα και ευαισθησία. Ερχόμενος στην Ελλάδα απο την Ιταλία διαβάζει στα ελληνικά ποιήματα τα σημάδια της ευρωπαϊκής σφραγίδας ή επίδρασης, λόγου χάρη την απαισιοδοξία. Ασκημένος πάνω στους Ευρωπαίους αλλά μέσα από μια άλλη αίσθηση ζωής χριστιανικής απαίτησης, αρνείται την πρωτοκαθεδρία στην καλλιέργεια προσωπικού ύφους (πράγμα που προσάπτει στον Καβάφη), ειδικά όταν αυτό είναι σε βάρος μιας «ομιλίας», όπως λέει, που «να συμβαδίζει παράλληλα με τη λαλιά του λαού μας». Απαιτεί ένα βασανισμό του ποιητή, που να θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια του την υπόσταση, ή να το πω αλλιώς, να μην αφήνει περιθώρια αυταπάτης ή ωραιοπάθειας. Αυτό συνάδει με την πεποίθησή του ότι ο ποιητής χαρακτηρίζεται από προωθημένη αυτοσυνειδησία.

Πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ο Σαραντάρης στα 32 του έχει φύγει από τούτο τον κόσμο. Το έργο του κυοφορήθηκε και υλοποιήθηκε ουσιαστικά μέσα σε δώδεκα χρόνια, αν λογαριάσουμε ότι από τα είκοσι και μετά σχημάτισε στο χαρτί κείμενα απαιτήσεων αλλά και πλεονάσματα ψυχής. Παραμένει απορίας άξιον πώς ένας τόσο νέος άνθρωπος παρουσιάζει τέτοια ωριμότητα χωρίς να χάνει σε φρεσκάδα, χωρίς να γεροντοποείται αν μπορούμε να πούμε, χωρίς να απελπίζεται, παρ’ όλο που σε μερικά του ποιήματα καταγράφεται μια αβυσσαλέα μοναξιά. Όλες οι παραπομπές εδώ αναφέρονται στη δίτομη έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Κρήτης, που επιμελήθηκε με περισσή φροντίδα η φίλη Σοφία Σκοπετέα.

*

Ας δούμε λοιπόν πώς αντικρύζει ο άνθρωπος αυτός την ποίηση των άλλων, ελλήνων και ξένων και πως αυτή η στάση συνδυάζεται με τη γενικότερη θεώρηση της ζωής που περιέχει το έργο του.

Αραδιάζω μερικά ονόματα στο χαρτί: Μελισσάνθη, Καρέλλη, Παπατζώνης, Σαραντάρης. Ποιό είναι το κοινό τους σημείο; Για τους δύο τουλάχιστον είναι η πίστη, ή μια θρησκευτική διάσταση. Όμως ο Σαραντάρης, καθώς ετοιμάζεται να μιλήσει γι’ αυτούς, αρχίζει με τη φράση: «Ποιός σύγχρονος ποιητής μας έχει μια βίωση μέσα στην πίστη; Αναζητώ και δεν βρίσκω». (περισσότερα…)

Τα Στορίσματα του Χριστοδούλου εν Βόλω

*

Αυτά τα επικλινή κεραμίδια της εκκλησίας σαν πρωινή ομιλία φέγγουν στον ήλιο. Την καταυγάζει σιγά σιγά ολόκληρη.

Και ολοένα απλώνεται η ζωή. Είναι πράσινα δέντρα, είναι δρόμοι, είναι σοκάκια, είναι οι μεγάλες πλατείες, είναι της θάλασσας το αγνάντεμα, είναι η πόλη του Βόλου, μια λεπτή αύρα που φυσάει. Κάπου εδώ είναι ένας ζεστός ηλικιωμένος άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του μεταφράζοντας ένα σπουδαίο έργο κι έπιασε μετά ώρες ατέλειωτες, μερόνυχτα να φαντάζεται όλα όσα μετέφρασε, να τα σκιτσάρει, να τα χρωματίζει, να τα συνθέτει και μαζί με το σχέδιο να παρατάσσει μια πλακέτα κειμένου, μια εικόνα απ’ τη ζωή στο φαλαινοθηρικό, μια ζωγραφιά άφατης λεπτότητας και λεπτομέρειας: εδώ ο κανίβαλος, εκεί η φάλαινα, εδώ τα κουπιά, πιο πέρα το καμάκι, αυτός που το κρατά τρυπάει τον αέρα, στέκει σε δεινή ισορροπία μέσα στη βάρκα, ο καπετάνιος τού δίνει εντολές, δεν τον αφήνει σε ησυχία, δεν τον αφήνει να βάλει όλη του τη δύναμη στο καμάκι, να το τινάξει με σφοδρότητα, να σημαδέψει καλά, να πετύχει το λευκό θηρίο, την ψύχωση του Αχαάβ.

Έτσι όπως παρατάσσονται τα σχέδια, εδώ ένα σύννεφο, πιο πέρα η θάλασσα, φαντάσματα-μορφές, εσωτερική εικόνα εγκεφάλου, κρανία γυμνά, δίνες, στρόβιλοι, κύματα θεόρατα που τα σκεπάζουν όλα, ανθρώπινες ψυχές που δεν φαίνονται αλλά γράφεται στο χαρτί η παρουσία τους συμβολικά και μυστηριακά, ένα πλήθος σχήματα που χωρίς να εκφράζουν αμεσότητα, σου μεταδίδουν μια αίσθηση του μυστηρίου της ζωής.

Αυτά είναι τα Στορίσματα του Α. Κ. Χριστοδούλου, αποτυπωμένα με βάση το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μελβίλ Μόμπυ-Ντικ ή Η φάλαινα, καθώς τα εκθέτει στο Κέντρο Τέχνης του Βόλου «Ντε Κίρικο».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*

*

*