Μήνας: Ιουνίου 2015

Αλέξανδρος Κορδάς: Στον ορίζοντα της τήξης

557630_4114779500877_2021037900_n

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λυκόφως η Τήξη του Ερέβους, ένα βιβλίο ποίησης, το πρώτο που μας δίνει ο ποιητής Χρήστος Κατρούτσος. Αρχικά λοιπόν, μιλούμε για μια προσπάθεια, άλλοτε επιτυχημένη, άλλοτε λιγότερο επιτυχημένη, αλλά πάντως για μια προσπάθεια που αξίζει της προσοχής μας. Ένα πρώτο ερώτημα τίθεται ήδη εδώ, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας; Το ερώτημα αυτό είναι οδηγητικό, κι έτσι θα καταπιαστούμε μαζί του κατά το μήκος του κειμένου, με σκοπό να το διαλευκάνουμε, αν όχι να το απαντήσουμε.

Ο τίτλος ενός βιβλίου είναι κάτι απ’ το οποίο οι άνθρωποι συνηθίζουν να πιάνονται με σκοπό να πάρουν μια πρώτη ιδέα γι’ αυτό, μια πρώτη γεύση, όπως λέμε. Ο τίτλος του βιβλίου που συζητούμε μοιάζει, απ’ αυτή τη ματιά, σκοτεινός: τι θα πει δηλαδή «τήξη του Ερέβους»; Ανατρέχοντας στη θεωρία, θυμίζω στον εαυτό μου, και σ’ εσάς, ότι τήξη είναι μια φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στέρεο υλικό μετατρέπεται σε υγρό. Αυτή η διευκρίνηση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού αυτό το οποίο τήκεται είναι το Έρεβος, μια οντότητα κατ’ εξοχήν ποιητική. Ο Ησίοδος, που θα πρέπει πάντοτε να παίρνουμε τη γνώμη του σε τέτοια ζητήματα μας βεβαιώνει ότι το Έρεβος προήλθε από το σμίξιμο του Χάους και της Γαίας και έχει αδελφή του τη Νύχτα. Περιμένουμε λοιπόν ότι μ’ ένα τέτοιο συγγενολόι, το Έρεβος θα πρέπει να ’ναι κάτι αρκετά συγκεχυμένο, κάτι τι, ας πούμε, το άμορφο. Όμως το άμορφο, γινόμενο ρευστό, αποκτά μορφή, είναι πλέον κάτι. Διαβάζοντας την Τήξη του Ερέβους, ένας χείμαρρος λέξεων, πολλές φορές δυσνόητων, μας παρασύρει στις περιδινήσεις του, έτσι που δυσκολευόμαστε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Στο σημείο αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε μια απόσταση, και να σταθούμε κριτικά. Να πούμε τι δεν μας αρέσει, κι αφού ταχτοποιήσουμε λίγο αυτό, ίσως να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε και τι μας αρέσει, μένοντας έτσι πιστοί στο οδηγητικό μας ερώτημα, που σας υπενθυμίζω ότι ήταν, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας. Ξεδιπλώνεται λοιπόν, μπροστά μας μια σειρά από προβλήματα, που μας εμποδίζουν να τοποθετήσουμε το βιβλίο στο σωστό του ράφι μέσα στη βιβλιοθήκη του μυαλού μας. Μια πρώτη παρατήρηση, που θα έκανε ένας προσεχτικός αναγνώστης, είναι ότι το βιβλίο δεν έχει υποστεί επιμέλεια: θαυμαστικά και αποσιωπητικά είναι διάσπαρτα παντού, αρκετά ποιήματα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε, ενώ συχνά βλέπουμε λέξεις βαρύγδουπες και ακατάλληλους συνδυασμούς λέξεων. Όλο αυτό το σκηνικό μας προκαλεί μια κάποια δυσφορία, έτσι που λέμε, τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Περί τίνος πρόκειται; Την εικόνα αυτή επιδεινώνουν κάποια αφηρημένα, αντιποιητικά σχήματα, και κάποιοι ρηχοί συναισθηματισμοί.

Αυτό το πρώτο βραχυκύκλωμα θα πρέπει κανείς να το υπερβεί – δεν είναι υποχρεωτικό βέβαια, μπορεί να πει: εγώ θέλω ένα κείμενο που δεν θα πέφτει λέξη, που κάθε κόμμα θα είναι στη θέση του. Αν κάνουμε όμως ένα βήμα πέρα από τη λογική αυτού που σέρνεται πίσω από κόμματα, θα δούμε κάποιον που προσπαθεί εναγωνίως να φτιάξει την ιδιόλεκτο του, παλεύοντας με το χαρτί. Διότι το χαρτί παρουσιάζει την τάση να θέλει να παραμείνει χαρτί• με όμοιο τρόπο, το ποίημα θέλει να παραμείνει στο χαρτί. Το ποίημα θέλει; πόσο συχνά οι λέξεις μας ξεγελούν; Το ποίημα δεν θέλει, είναι, για την ακρίβεια είναι στο χαρτί. Εκείνος που θέλει είναι ο ποιητής, και αυτό που θέλει είναι να κατοικεί και να κατοικείται από τη γλώσσα, δηλαδή να διαλέγεται: «γιατί μπορεί και μια τελεία/ για να γλυτώσει αφορισμούς που την πληγώνουν/ να κυλιστεί σε καταφύγιο διαλόγου», απόσπασμα από το ποίημα «Σαν άκουσες σημεία των καιρών», όπου γίνεται ένας εύστοχος συγκερασμός ποίησης και σημειωτικής. Ενώ σε επόμενη σελίδα ο ποιητής παλεύοντας ανάμεσα στις παύλες ενός διαλόγου, θα μας πει: «κι ας ζω μες στα χαμηλοτάβανα,/ μα τώρα, έτοιμος να συνθλιβώ,/ μοιάζει η οροφή να χαμηλώνει,/ η μία παύλα να συμπίπτει με την άλλη/ -Ρε μήπως και μονολογώ;/ Μίλα μου κι όρθιος πάλι να σταθώ, πες μου μια Καλημέρα» («Καταφύγιο διαλόγου»). Αυτή η αγωνία για διάλογο, που είναι ακριβώς τόσο μεγάλη όσο η έλλειψή του, μεγαλώνει διαρκώς, καθώς φυσά και ρήμα συναιρείται (…) «σα λόγος συρρικνώνεται μες σε καιρούς πολυγλωσσίας,/ καιρούς που οι ανάσες είναι μετρημένες/ και δεν αποθησαύρισα ούτε μια φυσαλίδα οξυγόνου./ Λίγο κρυμμένο άνεμο που είχα τον παρέδωσα/ σ’ ένα φιλί να παρασύρει τα λόγια τα ξερά/ στα στεγνωμένα μας πνευμόνια/ και μοιάζουμε μπαλόνια άδεια πια/ καθώς απέδρασε το παιδικό μας όνειρο στο μύθο».

Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Μέδουσες και αχινοί», μας θυμίζει αυτή την αρχαϊκή εικόνα της Βαβυλωνίας των γλωσσών, για την οποία μας μιλάει η Βίβλος. Αυτό το αρχέγονο πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, έχει παγιοποιηθεί, σχεδόν συστηματοποιηθεί στους δυο αιώνες μαζοποιήσης, ανάμεσα στους οποίους έλαχε να βρεθούμε. «Σ’ αυτή την πυρκαγιά/ Αιώνες τρεις χιλιάδες έλιωσαν/ από σπινθήρα λόγου ξύλινου/ στη νύχτα των κρυστάλλινων ελάτων./ Ρωτώ: τη στάχτη αυτή ποιος θα την κάνει σαπούνι της αηδίας, και παρακάτω: Τι πνιγεροί καιροί/ σα Μέλλον γέμει ενοχών/ και άμποτη κατοπινά με τρικυμία των ενόχων» (από το ποίημα «Στα έλατα δακρύων»). Εδώ ο Κατρούτσος βάζει κυριολεκτικά σ’ ένα τσουβάλι όλες τις πληγές του 20ου αιώνα, τις εκκαθαρίσεις των Ναζί, την προπαγάνδα, τη δική τους και των υπολοίπων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τα ονόματα τους ηχούν σαν συμπυκνώσεις στο χώρο του κακού. Το ερώτημα που απηχεί στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι εκείνο του Hölderlin, που μετά τον Celan είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε: προς τι να είσαι ποιητής σε σκοτεινούς καιρούς; Δόξα τω Θεώ το ερώτημα απαντάται από μόνο του, στο βαθμό που συνεχίζεται να γράφεται ποίηση. Αλλά ακριβώς σε αυτό συνίσταται η πάλη του ποιητή με το χαρτί, διότι η συνείδηση του ανθρώπου δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το ποίημα θα παραμείνει ένα αξεδιάλυτο υπόλειμμα λόγου εγγεγραμμένο στο χαρτί κι ως εκ τούτου δεν θα έχει καμία δύναμη μπροστά στη φρίκη που έρχεται από τα έξω.

Αυτό που προτείνει μετ’ επιτάσεως ο Κατρούτσος, τόσο στην Τήξη του Ερέβους, όσο και στα θεωρητικά κείμενα που την ακολούθησαν, είναι μια προσπάθεια διάσωσης της ετερότητας. Πρόταση που δεν την εισηγείται βέβαια ο ίδιος, αλλά που είναι πόρισμα των συζητήσεων που προέκυψαν στην Ευρώπη στα μεταπολεμικά χρόνια, και που στην πατρίδα μας ήρθε μέσα απ’ τα γραπτά των λεγόμενων νεο-ορθοδόξων. Αυτή η σχολή σκέψης έχει επηρεάσει αρκετά το φίλο μας, τόσο, ώστε τόπους τόπους βλέπουμε να υιοθετεί την προβληματική της. Το ζητούμενο είναι, να βρεθεί μια έξοδος από το εγώ στο Άλλο, όπου Άλλο εννοούμε, οτιδήποτε πέραν του εγώ, χωρίς όμως ν’ ακυρώνεται η προσωπική ετερότητα.

Γυρνώντας πάλι απ’ τη δουλειά

μετά το μεροκάματο της άνεργής μου σκέψης,
κλειδιά να ψάχνω που συνέλεγα,
για σπίτι, τ’ αυτοκίνητο, της αγωνίας το ερμάρι.
Τις οδοντώσεις όλες είχα μάθει
μη φτιάξω ένα κλειδί που όλα να τ’ ανοίγει,
το ναι μου ξεκλειδώνοντας,
γιατί το όχι μου ακούστηκε
με σθένος στις καρδιές του ξημερώματος
από λαρύγγι που διαλάμπει πόνος και σιωπή,
μήπως και προσληφθώ σαν έσχατος
στην τήξη του ερέβους.

Το ποίημα αυτό, που το θεωρώ το καλύτερο της συλλογής, μας παρουσιάζει κάτι συγκεκριμένο, έναν άνθρωπο άνεργο, που γυρίζει στο σπίτι του νωρίς το πρωί. Το τι έχει προηγηθεί δεν το ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε και το τι έπεται. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος αυτός επιστρέφει στο σπίτι του χωρίς να έχει το νου του την εργασία του, ακριβώς επειδή δεν έχει εργασία. Τη στιγμή που γυρίζει το κλειδί της πόρτας, ζυγίζει μέσα του το βάρος της υπαρξιακής αγωνίας. Αυτό που αποφασίζει είναι να σταθεί με ελπίδα μπροστά στο κενό που τον ζυγώνει. Η εναγώνια κραυγή του γίνεται ακουστή απ’ όλες τις καρδιές του ξημερώματος, όλους τους ανθρώπους δηλαδή που όμοια μ’ εκείνον, ζυγίζουν την αγωνία μέσα τους, μόνο και μόνο για να την υπερβούν. Ένα βίωμα μυστικό, που απλώνεται σε κύκλους γύρω από τον άνθρωπο που το εκφράζει, τον άνθρωπο που τυχαίνει να είναι ποιητής. Κι αυτό είναι διπλή ατυχία για κάποιον που θέλει να είναι συνεπής, αφού θα πρέπει διαρκώς να παλεύει ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Την πάλη αυτή ο Χρήστος Κατρούτσος την πραγματεύεται και στο ποίημα «Μετέωρη γραφή»:

Επέστρεψα στη Γη καθώς η σκέψη βάρυνε
και γυμνητεύοντας σε κόσμο πιο πυκνό,
η μνήμη εξερράΓη του άγνωστου πλανήτη,
βρισκόμενος μετέωρα κομμάτια πια να ψυθιρίζουνε
χωρίς βαρύτητα καμιά πατρίδα.
Βαρύτητα δεν έχεις σαν κυνηγάς το όνειρο
και ύπνο βιάζεις στη διαδρομή ως άγρυπνος
σα μάζευες ξερόκλαδα στου άστρου σου τη θράκα
μη σβήσουν προσμονές που σιγοκαίγανε.
Στη διαδρομή που όρθιος πρέπει να σταθείς
ξεχνάς το εισιτήριο να χτυπήσεις,
στην τράπεζα που την αγνή σου πρόθεση τοκίζει
ξεχνάς τη στάση, κοιτάζοντας με τα μισόκλειστα σου μάτια
ημιλιπόθυμα τα κτήρια όπου έσυραν σαν άχρηστο ερμάρι,
ονειροπόλων δώματα, ψηφίδες ουρανού αφήνοντας και πάλι.

Ζούμε σ’ έναν αιώνα όπου τα όνειρα των επίγειων παραδείσων βαδίζουν πίσω μας, καμιά πατρίδα δεν φαίνεται να έχει βαρύτητα. Οι τράπεζες μάς δεσμεύουν τα όνειρα που χτίσαμε σε μια εποχή ευμάρειας. Μέσα απ’ τους τάφους τους ορισμένοι ψελλίζουν ευχολόγια, άλλοι υπόσχονται να μας φέρουν πίσω αυτά που απωλέσθηκαν, δημοκόποι αισχροί, στηρίζονται σε μια ελπίδα στερημένη από αλήθεια, δηλαδή ακριβώς σ’ ένα ψέμα. Χρέος του ποιητή σ’ ένα τέτοιο κόσμο είναι να γυμνητεύει, όπως ο γέρο-Ηράκλειτος, να γυρίζει ανάμεσα στα παιδιά, να θίγει τα κακώς κείμενα, κρατώντας στη φουχτίτσα του τα ψήγματα των ουρανών, που διέσωσε απ’ την κρίση. Χρέος του ποιητή είναι ν’ ανέχεται τις πτώσεις ώστε μετά πιο δυνατός να μιλά για τ’ άρρητα ρήματα της πραγματικής ελπίδας που βρίσκεται στο πέραν: «Κι ας σκοντάψει τ’ όνειρο/ στην ξηρασία που ’σπειρε η πείρα./ Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα/ σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια,/ παιδί μπορεί και πτήση να φυλά/ και πτώση να ανέχεται…» («Ν’ ανεχτείς την πτώση»).

Νομίζω ότι είναι πλέον εμφανές ότι το έργο για το οποίο μιλούμε, πέρα από τα όποια ελαττώματα και τις αστοχίες του, έχει ένα σπάνιο πλεονέκτημα, εγείρει το ερωτάν. Διότι ο ρόλος του ποιητή, όπως και του φιλοσόφου δεν είναι απλώς να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από εικόνες, αλλά ν’ ανασκαλεύει ερωτήματα. Κι ο ρόλος αυτός έχει πρωτεύουσα κοινωνική σημασία, εφόσον διεγείρει το υποκείμενο ν’ αναστοχαστεί θέσεις και στάσεις που αποδέχεται άκριτα. Αν αντίθετα ο ποιητής ή ο φιλόσοφος τροφοδοτεί με το έργο του τις αγκυλώσεις του υποκειμένου, το εγκαταλείπει έρμαιο στο υπαρξιακό του τέλμα. Στο βαθμό λοιπόν που ο ποιητής δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, συνεργεί σε αυτό που αποκαλούμε Τήξη του Ερέβους, διάλυση της σκοτεινιάς που τυλίγει το υποκείμενο. Τη δική του μερίδα αυτού του εγχειρήματος ο Χρήστος Κατρούτσος φαίνεται διατεθειμένος να την αναλάβει. Την Τήξη του Ερέβους ακολούθησαν οι δημοσιεύσεις μερικών λεπτοδουλεμένων ποιημάτων και δοκιμίων με έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Το corpus αυτό συνιστά τον ορίζοντα της Τήξης, την ελπίδα ότι μέσα απ’ όλα αυτά κάτι θ’ αναδυθεί.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Χρήστο Κατρούτσο

Έντυπη:

Ποίηση, Μανδραγόρας, τεύχος 51,
Κουκούτσι, τεύχος 10

Ηλεκτρονική:

Ποίηση, Ανυπέρβλητο, Μαστίγιο και Μάστιγα, το παιδί της στείρας:
http://poema.gr/poem.php?id=545

Η μοναξιά μου έλος, Οι πιγκουίνοι, Ευλογία αφασίας:
http://frear.gr/?p=4595

Δοκίμιο, Φιλοσοφία και Τέχνη στη γραμμική αντίληψη:
http://poema.gr/dokimio.php?id=388&pid=

Το Πολυτεχνείο Ψυχορραγεί: http://frear.gr/?p=8854

Η δόμηση του χώρου (δομή στο χώρο και διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα στην προνεωτερική εποχή): http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/5079-%CE%B7-%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1.html

Κριτική, «Σταγόνες από αγκάθι και κεντρί», σημείωμα της Άγγελας Γαβρίλη για το βιβλίο:
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1388_2041

Στην Τήξη του Ερέβους, σημείωμα του Μανώλη Σιμιτσάκη:
https://www.goodreads.com/review/show/891229348

THXH_EREVOUS_EXO-500x500

Advertisements

Έλενα Σταγκουράκη: «Αγρίμια κι αγριμάκια μου»

1902052_1382480022021073_1610780076_n

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

“SEXUS”
του Θεοδόση Βολκώφ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015

«Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα/ κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω»: Οι δύο πρώτοι στίχοι της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Βολκώφ δεν αφορούν μόνο τον έρωτα απέναντι σε ένα ποιητικό Εσύ. Στην πραγματικότητα συνιστούν επίκληση στην ίδια την Ποίηση και τη Ζωή, μια επίκληση γεμάτη πάθος και άσβεστη δίψα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συλλογή.

Μετά την απολαυστικά κωμική και καυστική, αλλά και μαστορικά δουλεμένη συλλογή σονέτων με τις ιστορίες του Pietro Aretino εν έτει 2013, την οποία η κριτική επιδεικτικά αγνόησε, ο Βολκώφ ανακτά το οικείο του ποιητικό πρόσωπο, σοβαρό και στιβαρό, για να γράψει για τον Έρωτα: έναν έρωτα πιστό ή άπιστο, σταθερό ή πρόσκαιρο, πάντως έναν έρωτα σαρκικό, λάγνο και ακόρεστο. Εξού και ο τίτλος της συλλογής, δοσμένος στα λατινικά κατά την προσφιλή συνήθεια του ποιητή. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί ―/ πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο» ή αλλού «Αυτή που υποτάσσεται προστάζει,/ της λείας λεία αυτός που κυνηγά. (…)/ το σώμα το αντρίκειο πώς σπαράζει/ και της γυναίκας το κορμί πώς σπαρταρά…».

Ποιητικές συλλογές με θέμα τον έρωτα υπάρχουν πάμπολλες ―πώς αλλιώς, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος της ποίησης μιλά για τον έρωτα και το θάνατο, τα δύο βασικά θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο. Ούτε και η πρώτη φορά είναι που ο ίδιος ο Βολκώφ καταπιάνεται με το θέμα αυτό, το οποίο ο αναγνώστης του εντοπίζει τόσο στα πρωτόλεια Τραγούδια της ψυχής και της κόρης, όσο και στη μεταγενέστερη Missa Brevis. Επαναλαμβάνεται, λοιπόν, και κοινοτοπεί ο ποιητής; Κάθε άλλο. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει αυτή τη συλλογή από άλλες, είναι η αρρενωπότητά της, ή αλλιώς, το γεγονός ότι περιλαμβάνει μια ποίηση ‘αρσενική’. Τόσο καιρό ακούμε για ‘γυναικεία ποίηση’, έναν όρο που χρησιμοποιείται υποτιμητικά, μην κατορθώνοντας να ορίσει το προφανές: τον διαφορετικό –ούτε ανώτερο ούτε όμως κατώτερο– τρόπο έκφρασης που εκπηγάζει από τον διαφορετικό τρόπο βίωσης της πραγματικότητας, λόγω των συγκεκριμένων βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάθε φύλου. Λέμε, λοιπόν, ότι η ποίηση του Βολκώφ στο Sexus είναι ‘αρσενική’, με την έννοια ότι είναι διαποτισμένη από ένα χαρακτηριστικό καθαρά ανδρικό, παρόλο που σήμερα κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι διαμαρτύρονται ότι έχει ατονήσει ή αναληφθεί έως και αυτό από τη γυναίκα. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι άλλο από τον άνδρα-κυνηγό, τον άνδρα-αρχηγό της αγέλης, κατ’ επέκταση ισχυρό και επικρατές αρσενικό, και άρα το αρσενικό με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και διαιώνησης του είδους. Ο Βολκώφ γράφει για τον άντρα με τους όρους –βιολογικούς και κοινωνικούς– άλλων θηλαστικών που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως το λιοντάρι ή ο λύκος. Γι’ αυτό, ούτε και η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου-alter ego του ποιητή στο πρώτο ποίημα της συλλογής –όπως και σε άλλα– είναι τυχαία. Ομοίως, οι στίχοι «σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει» ή «ο καθένας θέλει (…) όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί» παραπέμπουν στις αγέλες των λιονταριών όπου το επικρατές αρσενικό λιοντάρι έχει το δικαίωμα γονιμοποίησης όλων των θηλυκών.

Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει τη συγκεκριμένη συλλογή από άλλες του είδους και ενυπάρχει ως αντίποδας του ζωικού ενστίκτου που επισημάναμε, είναι η πίστη σε μια δύναμη ανώτερη. Αυτή η δύναμη δηλώνεται στις σελίδες του βιβλίου άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, εκφράζοντας τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή. Ήδη στο τέταρτο ποίημα της συλλογής καταλήγει: «Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα». Για το άλμα ώς το «φύλο» με ένα «λ», η προσπάθεια που καλείται να καταβάλει ο αναγνώστης είναι αμελητέα. Έτσι, Θεός ονομάζεται συχνότατα και ο ίδιος ο φτερωτός θεός: «Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω/ αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ». Πολύ παρακάτω μάλιστα, το ομολογεί ευθέως: «Έτσι θρησκεύομαι –ένορχος, καβάλα» ή «Στο σώμα σου, κτιστέ ναέ ναών, ποιος Άγγελος φιλά ποιον Σατανά και στων κτηνών που σμίγουν το Ωσαννά (…)/ ποιος φίλερως εκμαίνεται Θεός…».

Η προσέγγιση του έρωτα από τον Βολκώφ είναι ρεαλιστική, σχεδόν κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο, εξού και οι σχετικές νότες στους τίτλους «Εκτόρειος ίππος», «Αχιλλέας και Πάτροκλος» κλπ. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη ρεαλιστική περιγραφή ερωτικών σκηνών, αλλά και στη ρεαλιστική –και κωμικά δοσμένη– αποτύπωση της κοινωνίας του 2015 στο τιτλοφορούμενο ποίημα «Γυναίκες άλλων»: «Θεέ μου, όχι πάλι αυτό» (…) «να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων». Ο ποιητής δεν αρκείται όμως σε ένα ποίημα, αντιθέτως προσθέτει εν είδει επιμέτρου χωριστή ενότητα με τίτλο «Τα μοιχικά», αποτελούμενη από δώδεκα σονέτα, δύο εκ των οποίων λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος της ενότητας και εμφανίζουν ίδια ανάπτυξη.

Ο στίχος στο Sexus πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο ποιητής έχει θέσει για την ποίησή του και οι οποίες είναι εμφανείς σε όλες του τις συλλογές. Πρόκειται για στίχο με ένταση και πάθος, με ένα ρωμαλέο σφρίγος που τον διαπερνά είτε περιγράφει την καταστροφή του κόσμου και τη δημιουργία του εξ αρχής (στο Γιουβενάλη) είτε αποδίδει την ηδονή και την πλήρωση της ερωτικής στιγμής (εδώ). Απαραγνώριστο στοιχείο του στίχου αυτού είναι το γεγονός ότι υπακούει στις φόρμες και τα μέτρα που υπαγορεύουν η παράδοση και οι χιλιετίες της λυρικής ποίησης: πάντα στίχος έμμετρος, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτος, δομημένος συχνότατα σε σονέτα και παραλλαγές τους, αλλά και σε μπαλάντες και πλήθος άλλων μορφών. Τι λέει γι’ αυτό ο ποιητής στον αναγνώστη; «Κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα/ πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής/ στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα/ όμως εδώ καθόλου μη σταθείς». Αφενός ο εκφραστικός Τρόπος, αφετέρου η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα με τις οποίες ο Βολκώφ αντιμετωπίζει την ποίηση και το γεγονός της γραφής, μας παραπέμπουν στον Παλαμά. Για τη γέφυρα με το σήμερα φροντίζει εν προκειμένω η θεματολογία του, η οποία μπορεί μεν να είναι διαχρονική, αλλά στον τρόπο έκφρασής της και το εύρος που υπονοεί, συνιστά καθρέφτη της σημερινής πραγματικότητας. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικότερη η ύπαρξη των «Μοιχικών».

Με την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, ο Βολκώφ, αυτός ο κοσμοκαλόγερος που προτιμά την απομόνωση του γραφείου από τα λογοτεχνικά σαλόνια, αποδεικνύει έμπρακτα ότι συνιστά εξαιρετική περίπτωση και σε ένα άλλο επίπεδο, το πλέον ουσιώδες: είναι φορέας μιας ποίησης συνεπούς και ενιαίας και, προπάντων, είναι φορέας Ποίησης.

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2015

sexussexus-2

Κώστας Κουτσουρέλης: Περί μεταφραστικών βραβείων

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Μεταφραστικό έργο αξιοβράβευτο ο Γιώργος Μπλάνας έχει και παραέχει. Κι αν το δει κανείς με τη λογική της επετηρίδας (αυτά μετρούν παρ’ ημίν…) ήταν καιρός του πια να το πάρει το Κρατικό. Τώρα γιατί η Επιτροπή αποφάσισε να του το δώσει για μια δουλειά που, όπως στο βιβλίο (αντιφατικά) δηλώνεται, γίνεται μεν από τα ρωσικά αλλά παραλλήλως «ακολουθεί την αγγλική απόδοση», είναι άλλης τάξεως ζήτημα. Και η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής όσο εικάζεται.

Από τότε που θεσπίστηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης το 1989, ο τιμώμενος είναι σχεδόν πάντα μεταφραστής πεζογραφίας, πρωτίστως δε μυθιστορήματος. Μετρημένες στα μισά δάκτυλα της μιας χειρός είναι οι περιπτώσεις όπου το βραβείο πήγε σε μεταφραστή ποιήσεως ή δράματος. Αν δεν ξεχνάω κάποιον, ο Φωκάς το πήρε για τα ποιήματα του Μπωντλαίρ και ο Πασχάλης για μια τραγωδία του Ρακίνα, αυτοί είναι όλοι κι όλοι… Πέρσι η Επιτροπή ανέβλεψε μεν από τη συνήθη μονοφθαλμία της, αλλά έκανε την απρέπεια να μοιράσει το βραβείο στον Σταμπουλού για τον Χαίλντερλιν και στον Καψάλη για τον Σαίξπηρ. Αποτέλεσμα ήταν ο δεύτερος να το αρνηθεί. Πέραν των άλλων, για τα οποία είχα γράψει τότε, βλέπουμε κι εδώ την ίδια εξοργιστική στάση: μια ποιητική, μια θεατρική μετάφραση από μόνη της δεν γεμίζει το μάτι των κριτών, πρέπει να πάει πακέτο με μια δεύτερη για να τύχει βραβεύσεως!

Τώρα, ο Μπλάνας έχει την ατυχία να είναι παμμεταφραστής. Έχει αποδώσει έργα από όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη. Και είναι μάλιστα εκτός μυθιστορήματος που αποδίδει κατά τη γνώμη μου τα μέγιστα. Έλα όμως που αυτά, όπως είπαμε, δεν μετρούν… Ούτε οι ποιητικές του μεταφράσεις λ.χ. από τον Πόε ή τον Μπλαίηκ, ούτε καν οι επιστολές του Ουάιλντ που εξέδωσε δεν μέτρησαν στον καιρό τους. Και χρειάστηκε τώρα να προκύψει ένας Γκρόσσμαν, να θεωρηθούν πληρούμενες οι άτυπες προϋποθέσεις που αντικανονικώς έχουν τεθεί (πεζογραφία! μυθιστόρημα! τούβλο! προβολή από τον Τύπο!), να ανέλθει και ο ίδιος ο μεταφραστής κάμποσες θέσεις στην επετηρίδα, ώστε να λάβει ένα βραβείο που έτσι κι αλλιώς δικαιούται… Επαναλαμβάνεται δηλαδή κι εδώ το ίδιο φαινόμενο που βλέπουμε συστηματικά σ’ όλα τα Κρατικά Βραβεία: για να τηρηθούν οι διάφορες ενδοσυντεχνιακές ισορροπίες, σπανίως βραβεύεται η καλύτερη δουλειά ενός συγγραφέα. Στην καλύτερη περίπτωση, το βραβείο μετακυλίεται στο μέλλον και απονέμεται σε εργασία πολύ λιγότερο πρόσφορη. Παραδείγματα τέτοια, φευ, υπάρχουν πάμπολλα…

Το αποτέλεσμα εν προκειμένω; Αποσιωπώντας το ζήτημα, που όντως προκύπτει, χωρίς καν να υπερασπίζεται την κρίση της (διότι υπάρχουν βέβαια και έμμεσες μεταφράσεις άξιες επαίνου και επάθλων, η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη από δαύτες…) η Επιτροπή αντί να προστατεύσει τον μεταφραστή και την προσφορά του, κατάφερε το αντίθετο: τον εξέθεσε.

Αλλού λοιπόν ας αναζητηθεί το πραγματικό πρόβλημα με τα κρατικά βραβεία. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα θεσμικό· μια χαρά είναι οι θεσμοί στα χαρτιά, ούτε επετηρίδα, ούτε ειδολογικές διακρίσεις προβλέπουν! Τη νοοτροπία του σιναφιού, τον τρόπο με τον οποίο όλοι εμείς κρίνουμε και σκεφτόμαστε, αυτά πρέπει να θέσουμε εδώ στο επίκεντρο της συζήτησης.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Οι «Πλανόδιοι» για τον Δημήτρη Αρμάο, 5.6.2015

armaos

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Η σημερινή μας εκπομπή, 5.6., είναι αφιερωμένη στη μνήμη και το έργο του ποιητή και φιλόλογου Δημήτρη Αρμάου. Για τον Αρμάο συζητούν με τον Κώστα Κουτσουρέλη ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ξενοφών Μπρουντζάκης και ο τυπογράφος και επιμελητής των εκδόσεων Gutenberg Γιάννης Μαμάης.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι

– 29.5. για τον Γιώργο Ιωάννου