Μήνας: Μαΐου 2015

Οι «Πλανόδιοι» για τον Γιώργο Ιωάννου, 29.5.2015

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Κάθε Παρασκευή, το ΝΠ έχει πλέον ραδιοφωνική παρουσία. «Οι Πλανόδιοι» λοιπόν, από τις 5 έως τις 6 το απόγευμα, από τις διαδικτυακές συχνότητες του Τhe Press Project και με ποικίλα θέματα από τον κόσμο του λόγου και των ιδεών. Στο στούντιο ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Το θέμα της σημερινής εκπομπής, 29.5.: ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι

Advertisements

Έλενα Σταγκουράκη: Ο τελευταίος των ηρώων*

José-Mujica-of-Uruguay

Από το αντάρτικο πόλης στη θέση του Πρώτου Πολίτη της Ουρουγουάης –
ένας συμβιβασμένος επαναστάτης ή ένας οιονεί επαναστατημένος κομφορμιστής;

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ομπάμα, δεν διστάζει να τον συμβουλέψει πως ο λαός του θα έπρεπε να καπνίζει λιγότερο και να μαθαίνει και καμιά ξένη γλώσσα. Σε ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη, προτρέπει τους απεσταλμένους να σταματήσουν να συρρέουν σε ανούσιες και πανάκριβες γενικές συνελεύσεις, οι οποίες επιπλέον δεν ωφελούν σε τίποτα. Κάποιοι τον χαρακτηρίζουν ως τον Νέλσον Μαντέλα της Λατινικής Αμερικής ενθυμούμενοι τα χρόνια που πέρασε στις φυλακές, άλλοι τον κατηγορούν για ευφυολογήματα και διάβρωση της ισπανικής γλώσσας, φτάνοντας ώς το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη ακόμη και για το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’73. Τι ισχύει για τον απελθόντα Πρόεδρο της Ουρουγουάης, Χοσέ Μουχίκα, τον καλούμενον «Πέπε»; Άγιος ή δαίμονας; Ο ίδιος απαντά: «Αν δεν είχα ζήσει όσα έζησα, ίσως να μην ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι παιδί της ιστορίας μου».

Ο Χοσέ Αλμπέρτο Μουχίκα Κορντάνο γεννήθηκε το 1935 στο προάστιο Πάσο ντε λα αρένα (αυτολεξεί «Πέρασμα της άμμου») στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Με προγόνους βασκικής καταγωγής, μετανάστες στην Ουρουγουάη, και μητέρα ιταλικής καταγωγής, έμεινε ορφανός από πατέρα στα οχτώ του χρόνια. Έκτοτε συνέβαλλε ως παιδί στα έσοδα του νοικοκυριού διανέμοντας ψωμί και πουλώντας κρίνα που έβρισκε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού του.

Την εποχή εκείνη η Ουρουγουάη γνώριζε πρωτοφανή ανάπτυξη, προμηθεύοντας μαλλί και βοδινό κρέας στην ταλανισμένη από τους πολέμους Ευρώπη. Ήδη το 1930, η μικρή αυτή χώρα, η οποία ποτέ δεν ξεπέρασε τα 3,5 εκατομμύρια πολίτες, συγκαταλέγονταν μεταξύ των δώδεκα πλουσιότερων χωρών του κόσμου βάσει του κατά κεφαλήν εισοδήματος, γεγονός που έκανε κάποιους να την ονομάζουν «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής».

Νέος, τότε, ο Μουχίκα εργαζόταν για τον δημοφιλή αριστερό πολιτικό, Ενρίκε Έρρο, ωστόσο σταθμός στη ζωή και την πορεία του υπήρξε η συνάντησή του με τον Τσε Γκεβάρα στην μετεπαναστατική Κούβα. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ο Τσε έφτασε πλέον ως ήρωας, ως ιδανικό, ως σύμβολο τυπωμένο σε σημαίες και μπλουζάκια, όμως δεν είμαστε σε θέση να υποθέσουμε καν το χάρισμα αυτής της προσωπικότητας, κάτι στο οποίο συναινούν σύντροφοι και αντίπαλοί του, ούτε βέβαια τον αντίκτυπο της γνωριμίας μαζί του, κάτι για το οποίο γράφουν ανεξαιρέτως όλοι όσοι τον γνώρισαν, πολιτικοί, ποιητές, συγγραφείς και καθημερινός κόσμος. Ο Μουχίκα περιγράφει τη συνάντησή του με τον μεγάλο επαναστάτη: «Ήταν ανεπανάληπτος, πρωτοπόρος, και σημάδεψε τα νεανικά μας χρόνια».

Περί το 1970 πια, η Ουρουγουάη ήταν άλλη: πληθωρισμός, φτώχεια, στασιμότητα. Το 1962-63 είχαν προηγηθεί φασιστικές διαδηλώσεις, καθώς και η καταπάτηση του ασύλου του Πανεπιστημίου και η εισβολή σε αυτό, ανάλογη με τη δική μας στο Πολυτεχνείο το 1973. Με όραμα τον Τσε και την Κούβα, και δεδομένης της γεωφυσιογνωμίας του Μοντεβιδέο, ενός δηλαδή περιβάλλοντος αστικού, ο Μουχίκα, μαζί με ομοϊδεάτες του, στράφηκε στο αντάρτικο πόλης, με την οργάνωση «Τουπαμάρος», η οποία έλαβε το όνομά της από έναν Περουβιανό επαναστάτη του 18ου αιώνα, ονόματι Τούπακ Αμάρου ΙΙ. Οι Τουπαμάρος απέφευγαν το δογματισμό και πορεύονταν βάσει του μοτίβου δοκιμής-αποτυχίας. Χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα ήταν η αποφυγή βίας, ο αντικειμενικός προσανατολισμός τους στη δικαιοσύνη και η συμβολικότητα-θεατρικότητα των ενεργειών τους. Έτσι θα εισέβαλλαν στο σπίτι ενός διαβόητου δικαστή, μόνο και μόνο για να του αποσπάσουν όπλα και μία γραφομηχανή, την οποία εν συνεχεία θα επέστρεφαν (μαζί με μια απειλή) καθώς την χρησιμοποιούσε ο γιος του για το διάβασμά του. Θα εισέβαλλαν σε μια επενδυτική τράπεζα ιδιοκτησίας ενός υπουργού της κυβέρνησης, για να αποσπάσουν όχι μόνο ένα υπέρογκο ποσό, αλλά και τις φημολογούμενες λίστες παράνομων συναλλαγών, τις οποίες και θα άφηναν στην πόρτα εισαγγελέα, με αποτέλεσμα οι ένοχοι να δικαστούν και να φυλακιστούν. Ή, ακόμη, θα πραγματοποιούσαν έφοδο στο καζίνο Σαν Ραφαέλ, επιστρέφοντας τα φιλοδωρήματα των εργαζομένων. Με αυτά και με αυτά, οι Τάιμς τους χαρακτήρισαν «αντάρτες του Ρομπέν των δασών». Σχετικά με τη συμμετοχή του στους Τουπαμάρος ο Μουχίκα θα σχολιάσει πως υπήρξε αντίδραση στο γεγονός ότι το ½ της Ουρουγουάης ανήκε σε χίλιες διακόσες οικογένειες, τα μέλη των οποίων θεωρούνταν περισσότερο πατριώτες από τους υπόλοιπους Ουρουγουανούς ακριβώς επειδή κατείχαν τη μισή πατρίδα. «Εμείς δεν θέλαμε να είμαστε αμπελοφιλόσοφοι του καφενείου.»

Όποιος όμως έχει στην κατοχή του όπλα, αργά ή γρήγορα τα χρησιμοποιεί. Το Μάρτιο του 1970, αστυνομικός αναγνώρισε το Μουχίκα, με αποτέλεσμα να τραβήξουν και οι δύο πλευρές όπλο. Ο απολογισμός: δύο αστυνομικοί τραυματισμένοι από πυρά του Μουχίκα, και φυλάκιση του τραυματισμένου αντάρτη ο οποίος είχε δεχτεί προηγουμένως έξι πυροβολισμούς. Όπως χαρακτηριστικά θα πει ο ίδιος δεκαετίες αργότερα, «την άνοιξη ακολούθησε η βαρυχειμωνιά», τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Εκείνος φυλακίστηκε (κατορθώνοντας να αποδράσει δυο φορές) για πάνω από μία δεκαετία και γνώρισε την απομόνωση σε θαλάμους άνευ αποχωρητηρίου που οδηγούσαν τους περισσότερους στην τρέλα. Αλλά και η ειρηνική ζωή στο Μοντεβιδέο διαταρράχθηκε, με τους Τουπαμάρος να βρίσκονται πίσω από απαγωγές, βομβιστικές επιθέσεις και εκτελέσεις που άλλαξαν το κλίμα απέναντί τους. Επικράτησε αναβρασμός, και ο στρατός κλήθηκε να αναλάβει την εξάρθρωση και εξόντωση των Τουπαμάρος, γεγονός που επετεύχθη σε λιγότερο από ένα χρόνο. Από τους τελευταίους που συνελήφθησαν, τον Αύγουστο του 1972, ήταν ο Μουχίκα, τον οποίο βρήκαν να κοιμάται με ένα πολυβόλο και μια χειροβομβίδα ανά χείρας. Τον επόμενο χρόνο, το 1973, πραγματοποιήθηκε πραξικόπημα υπό τον Χουάν Μαρία Μπορνταμπέρρυ. Πολλοί τότε θεώρησαν υπεύθυνους τους Τουπαμάρος.

Βγαίνοντας από τη φυλακή, με το καθοίκι υπομάλης και υπερήφανος για το κεκτημένο του αυτό, ο Μουχίκα δεν ήταν πλέον ο ίδιος. Όχι ότι είχε συνθηκολογήσει ή συμβιβαστεί. Χέρι-χέρι με τη φυλάκισή του όμως μάλλον ήρθε και η ενηλικίωσή του. Αυτό θα εννοεί, λέγοντας για τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις: «Μου αρέσει αυτή η νεανική ενέργεια και ο αυθορμητισμός, αλλά νομίζω ότι δε θα οδηγήσει πουθενά εάν δεν ωριμάσει». Και αυτό το λέει ο ίδιος άνθρωπος που είχε ανατινάξει εργοστάσια ξένων ιδιοκτητών και που πολύ αργότερα, ως Πρόεδρος της Ουρουγουάης, θα τους προσέφερε φορολογικές ελαφρύνσεις. «Αναγκαστικά πρέπει να λειτουργεί ο καπιταλισμός και αναγκαστικά πρέπει να αυξηθεί η φορολόγηση προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Η προσπάθεια να ξεπεραστούν όλα αυτά δια μιας θα είχε ως αποτέλεσμα να υποφέρουν οι ίδιοι άνθρωποι, για τους οποίους παλεύεις». Παλαιοί του σύντροφοι τον κατακρίνουν: «Κάποιοι άφησαν τα ιδανικά τους στα κελιά τους» θα πει ο Χόρχε Σαμπάλσα. Η απάντηση του Μουχίκα; «Κάποιοι από τους παλιούς συντρόφους δεν καταλαβαίνουν, δεν βλέπουν τις μάχες που δίνουμε καθημερινά για τα προβλήματα του κόσμου και δεν κατανοούν πως η ζωή δεν είναι ουτοπία.»

Προτιμώντας την ενεργή συμμετοχή από την περιθωριοποίηση, γεγονός που θα τους επέτρεπε να συμβάλουν δυναμικά στη χάραξη πολιτικής, οι Τουπαμάρος εντάσσονται στο κοινοβουλευτικό σύστημα και στο «Ευρύ Μέτωπο» το 1989. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιους, όπως τον πολιτικό αναλυτή Αντόλφο Γκαρσέ, μοιάζουν έτοιμοι να θυμηθούν ανά πάσα στιγμή τα παλιά και να δράσουν υπογείως. Με τις εκλογές του 1994, οι Τουπαμάρος κερδίζουν δύο έδρες στη Βουλή, τη μία από τις οποίες κατέχει ο Μουχίκα.

Έκτοτε θα ακολουθήσει σταθερά ανοδική πορεία στην πολιτική ώς την εκλογή του το 2009 στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, το οποίο θα αναλάβει και θα ασκήσει ώς το 2014. Η ορκωμοσία του μάλιστα θα τελεστεί από την Πρόεδρο της Βουλής, σύζυγο και ομοϊδεάτισσά του, Λουσία Τοπολάνσκι. Η Τοπολάνσκι, προερχόμενη από ευκατάσταση οικογένεια, υπήρξε επίσης μέλος των Τουπαμάρος, με έντονη δραστηριότητα. Μικρή τη φώναζαν «οδοντογλυφίδα» (“la Flaca”) επειδή ήταν πολύ αδύνατη, ωστόσο οι Τουπαμάρος μετέτρεψαν το παρατσούκλι της σε «πέτρα» (“la Tronca”) καθώς ήταν δυνατή και σκληρή. Παντρεύτηκε τον Μουχίκα μόλις το 2005, μετά από είκοσι χρόνια συμπόρευσης, τα δεκατρία από τα οποία τα πέρασαν έγκλειστοι και μάλιστα σε διαφορετικές φυλακές. Το σύνταγμα της Ουρουγουάης δεν επιτρέπει τη διαδοχική επανεκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος ψηφίζεται απευθείας από το λαό, και έτσι τον Μουχίκα διαδέχθηκε ο Ταμπαρέ Βάσκες.

Όσο για το πολιτικό ποιόν του, ο Μουχίκα διευκρινίζει: «Ο κόσμος δεν με ψήφισε επειδή ήμουν Τουπαμάρο, ούτε όμως του απέκρυψα το παρελθόν μου». Και αλλού: «ίσως με ψήφισαν επειδή τους λέω την αλήθεια, χωρίς περιστροφές, ακόμη και όταν δεν τους αρέσει». Παρόμοια πικρία θα ένιωσε άλλωστε και ο ίδιος τη μέρα που τον εξέλεξαν Πρόεδρο, την ίδια μέρα που ψήφισαν την παροχή αμνηστίας σε πρόσωπα με ενεργό ρόλο στη δικτατορία.

Ο τέως Πρόεδρος αυτοχαρακτηρίζεται ως φιλελεύθερος, θεωρώντας ως μέγιστη πρόκληση και επίτευγμα τον συγκερασμό του ιδεαλισμού με τον πραγματισμό. Έτσι, ο πραγματιστής πλέον Μουχίκα, θεωρεί ανώφελο τον αγώνα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και μάλιστα προβαίνει στον ακόλουθο παραλληλισμό: «Είναι κάτι ανάλογο με το είδωλό μου στον καθρέφτη και τις ρυτίδες που αντικρίζω: δεν μου αρέσουν, είναι όμως αναπόφευκτες.» Εξάλλου, όπως εξηγεί, το πρόβλημα με την παγκοσμιοποίηση δεν είναι το φαινόμενο αυτό καθαυτό, αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης. «Η παγκοσμιοποίηση είναι εσφαλμένη γιατί κυβερνάται από την αγορά και όχι την πολιτική. Οι εθνικές κυβερνήσεις νοιάζονται μόνο για τις επόμενες εθνικές εκλογές, τη στιγμή που κανένας δεν ασχολείται σοβαρά με τα πάμπολλα προβλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως είναι αναπόφευκτο να ζει κανείς σε συστήματα καπιταλιστικά. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα υπήρχε πίστη στον άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να έχει μεν πολλά μειονεκτήματα, έχει όμως και εντυπωσιακές δυνατότητες».

Κατά τον Μουχίκα, ύψιστο μέλημα οφείλει να είναι το εδώ και τώρα, η αντιμετώπιση της φτώχειας και η βελτίωση της καθημερινής ζωής, ενώ αντιθέτως η ουτοπία του ιδεαλισμού προσανατολίζεται εκ των πραγμάτων στο μέλλον. Όσο για τη δική του ζωή, ο χαρακτηρισμός του ως «ο φτωχότερος Πρόεδρος του κόσμου» είναι ενδεικτικός. Τον αντικρούει με τη θέση του Σένεκα, σύμφωνα με την οποία φτωχός δεν είναι εκείνος που έχει λίγα, παρά εκείνος που ολοένα επιθυμεί περισσότερα, καθώς αναλώνεται από την επιθυμία και δεν απολαμβάνει τη ζωή. «Όσο περισσότερο περιπλέκει κανείς τη ζωή του με υλικά αγαθά, τόσο περισσότερο χρόνο καλείται να δαπανήσει για τη διαχείρισή τους. Γι’ αυτό εμείς [ο ίδιος και η σύζυγός του] ζούμε σήμερα όπως πριν σαράντα χρόνια, στην ίδια γειτονιά, με τους ίδιους ανθρώπους και με τα ίδια πράγματα. Δεν παύεις να είσαι κοινός άνθρωπος επειδή εξελέγης Πρόεδρος.»

Πάντως, τα λόγια αυτά στην περίπτωση του «Πέπε» δεν ήταν λόγια του αέρα, αν και συνήθως οι πολιτικοί δεν κατορθώνουν να ξεπεράσουν επιτυχώς το σκόπελο του ευκταίου και της υπόσχεσης. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ο Μουχίκα απαρνήθηκε όλες τις τιμές που αποδίδονται στο αξίωμά του, από το προεδρικό μέγαρο ώς τη χρήση υπηρεσιακού οχήματος με οδηγό. Αντ’ αυτού, παρέμεινε στο απλό σπίτι των τριών δωματίων σε αγρόκτημα έξω από το Μοντεβιδέο, όπου καλλιεργεί λουλούδια, τα οποία στη συνέχεια πουλάει για να κερδίζει τα προς το ζην. Αντί για πολυτελή Μερσεντές με φιμέ τζάμια χρησιμοποιεί έναν μπλε σκαραβαίο του ’70 που τον επισκευάζει κατά το δυνατόν ο ίδιος. Ούτε και το τρακτέρ φοβάται, και οι εικόνες με τον ίδιο πάνω σε αυτό κάνουν το γύρο του κόσμου. Περισσότερο θα έπρεπε να φοβάται κανείς ό,τι εκείνος χαρακτηρίζει «πνευματική φτώχεια»: «Η ζωή μας έχει γίνει απλούστερη, αυτό όμως συνεπάγεται την εξάλειψη της δημιουργικότητας».

Ακόμη, ο Μουχίκα έπραξε ως Πρόεδρος αυτό που θα ήταν αρκετό να πράξουν οι Έλληνες πολιτικοί προκειμένου να πείσουν τον ελληνικό λαό για την αναγκαιότητα των θυσιών που επιβάλλει η αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης. Με δική του πρωτοβουλία απαρνήθηκε το 90% του μισθού του, το οποίο παραχωρούσε για την υποστήριξη μονογονεϊκών οικογενειών, μετά την εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από το σύζυγο. «Οι γυναίκες που πέφτουν συχνότερα θύμα διακρίσεων είναι αυτές που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Η έμφυλη βία παρατηρείται κυρίως στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Τα φτωχά κορίτσια δεν τυγχάνουν καλής μεταχείρισης από την κοινωνία μας» θα παραδεχτεί.

Η σύγκρουση των κοινωνικών τάξεων είναι για τον απερχόμενο Πρόεδρο γεγονός. «Ναι, πρόκειται αναμφίβολα για πόλεμο. Είναι ανόητο να βλέπεις μια γυναίκα να χαρακτηρίζει την υπάλληλο καθαριότητας ‘συντρόφισσα’, τη στιγμή που εκείνη είναι το αφεντικό και η άλλη η υπηρέτρια.» Εξού και ένας από τους κεντρικούς στόχους της προεδρίας Μουχίκα ήταν η εξάλειψη των κοινωνικών διαφορών και η επίτευξη ισότητας. Όχι της κακώς νοούμενης, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ίσοι, όσο της ισότητας των ευκαιριών που είναι πολύ σημαντική και από την οποία πολύ απέχει η χώρα του –¬αλλά και οι κοινωνίες των περισσότερων χωρών, θα προσθέταμε εμείς.

Οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις επί Μουχίκα τον έκαναν δημοφιλή σε ολόκληρη την υφήλιο, ωστόσο ο ίδιος είναι λιγότερο ενθουσιασμένος από την πρόοδο που συντελέστηκε. «Μπορεί οι μεταρρυθμίσεις αυτές να υπακούουν στο αίσθημα δικαιοσύνης και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωστόσο η αιτία του προβλήματος παραμένει και δεν είναι άλλη από τη σύγκρουση των τάξεων». Η Ουρουγουάη επέτρεψε προσφάτως την έκτρωση έως τη δωδέκατη εβδομάδα κύησης, όπως και το γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων. Ωστόσο ο Πρόεδρος σχολιάζει μετριόφρων για την ομοφυλοφιλία πως «πρόκειται για ένα φαινόμενο τόσο παλιό όσο η ανθρωπότητα. Το ιδανικό θα ήταν να μπορεί να ζει κανείς όπως θα ήθελε».

Ο Βερνάτσα, σύμβουλος δημοσίων σχέσεων του Μουχίκα, σχολιάζει πως στα σαράντα χρόνια της καριέρας του δεν συνάντησε άλλο άνθρωπο με τέτοια ικανότητα ευελιξίας και προσαρμογής. Ο Μουχίκα τον είχε προσλάβει ώστε να εξομαλυνθεί η κατάσταση και οι επιχειρήσεις να μην απειλούν πως θα εγκαταλείψουν τη χώρα σε περίπτωση νίκης του. Στον Βερνάτσα οφείλεται και η περισσότερο επιμελημένη εμφάνιση του Προέδρου, ο οποίος πείστηκε να χτενίζει τα μαλλιά του και να φοράει και κανένα πουκάμισο. Έτσι, αν και όχι σε απόλυτη συμφωνία με τις συνήθειές του, υιοθέτησε ένα προφίλ που του εξασφάλισε το αξίωμα του Προέδρου.

Μελλοντικά ο απελθών Πρόεδρος ονειρεύεται να δημιουργήσει μια αγροτική σχολή για νέους, αφού «οντας νέος, πάλευα να κάνω καλύτερο τον κόσμο και δεν απέκτησα δικά μου παιδιά». Για το τέλος κρατήσαμε τη φράση τού γιου του δικαστή εκείνου, στο σπίτι του οποίου είχαν εισβάλει οι Τουπαμάρος (στις προεδρικές εκλογές μάλιστα ψήφισε τον αλλοτινό εισβολέα): «Ίσως θα έπρεπε να τρέφω κάποια πικρία γι’ αυτόν. Εντούτοις, είναι ο μόνος δάσκαλος που και διδάσκει και κρατάει τον νόμο». Όχι και λίγο πράγμα, αν αναλογιστούμε την τρομερή δυσκολία να βρούμε το ελληνικό αντίστοιχό του. Όσο για εκείνους που, έχοντας φτάσει ώς αυτό το σημείο του κειμένου, θα σπεύσουν να παραλληλίσουν τον Μουχίκα με πρόσφατους –ανήλικους ή ενήλικους– ψευδοήρωες της Ελλάδας, τους βεβαιώνουμε ότι δεν έχουν κατανοήσει το κείμενο στο ελάχιστο.

* Κατά τον τίτλο του ντοκυμαντέρ του Εμίρ Κουστουρίκα για τη ζωή του Χοσέ Μουχίκα «Ο τελευταίος ήρωας της πολιτικής» (“The last hero of politics”).

********************************************

Adriana Lissidini

Με την ευκαιρία της ενασχόλησής μας με την περίπτωση του απελθόντα Προέδρου της Ουρουγουάης Χοσέ Μουχίκα, επικοινωνήσαμε με την Πρέσβη της Ανατολικής Δημοκρατίας της Ουρουγουάης στην Αθήνα, κα Αντριάννα Λισσιδίνι, η οποία δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που τις απευθύναμε:

Ε.Σ.: Μετά από δύο χρόνια θητείας σας στην Ελλάδα, σε ποια σημεία θεωρείτε ότι μοιάζουν οι Ουρουγουανοί με τους Έλληνες και σε ποια διαφέρουν; Αναφέρομαι σε στοιχεία τόσο της ιδιοσυγκρασίας των λαών όσο και σε κοινωνικοοικονομικά.
Α.Λ.: Ως γενική διαπίστωση, θα έλεγα πως υφίσταται μια πνευματική συγγένεια ανάμεσα στον ελληνικό και τον ουρουγουανικό λαό, μια ομοιότητα στη σκέψη και στο συναίσθημα, γεγονός που διευκολύνει την επικοινωνία τους, παρά τη διαφορά της γλώσσας. Ο ρόλος της οικογένειας είναι καταλυτικός και στις δύο χώρες. Επιπλέον, εμείς οι Ουρουγουανοί μεγαλώσαμε θαυμάζοντας την αρχαία Ελλάδα και, μεταξύ άλλων, είμαστε λάτρεις του θεάτρου. Η κύρια διαφορά των δύο λαών θα μπορούσε να εντοπιστεί στο στοιχείο της θρησκείας, μιας και στην Ελλάδα συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας, κάτι που δεν ισχύει στην Ουρουγουάη.

Ε.Σ.: Τη στιγμή που μιλάμε, η Ελλάδα περνάει μία από τις δυσκολότερες κρίσεις στην ιστορία της και ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών της δηλώνει απαισιόδοξο. Ποια η σημερινή κατάσταση στην Ουρουγάη;
Α.Λ.: Από το 2003 η Ουρουγουάη γνωρίζει σταθερή πρόοδο, με την ανάπτυξη να φτάνει το ποσοστό του 5,2% για τη δεκαετία 2003-2013. Αυτό οφείλεται στην αύξηση της τιμής των εξαγόμενων προϊόντων (κρέας, σιτηρά, ξυλεία), στην ανάπτυξη περαιτέρω στρατηγικών τομέων όπως -μεταξύ άλλων- του τουρισμού, της τεχνολογίας πληροροφιών, των οικονομικών, της λογιστικής, των μεταφορών, των κατασκευών, αλλά και των ξένων επενδύσεων, καθώς και της ανόδου της εσωτερικής ζήτησης.

Ε.Σ.: Γνωρίζετε προσωπικά τον Πρόεδρο Μουχίκα; Ποια η εντύπωσή σας γι’ αυτόν;
Α.Λ.: Δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Η εντύπωση που έχω συμπίπτει με αυτήν του κόσμου: πρόκειται για έναν άνθρωπο έξυπνο και έντιμο, συνεπή με τις ιδέες και τα πιστεύω του, ο οποίος πάνω απ’ όλα εργάστηκε υπέρ της τέχνης της συνύπαρξης.

Ε.Σ.: Πώς κρίνετε τη θητεία του στο αξίωμα του Προέδρου; Ο λαός της Ουρουγουάης θεωρείτε πως έμεινε ικανοποιημένος από αυτήν;
Α.Λ.: Η θητεία του Μουχίκα έληξε με ένα πολύ υψηλό ποσοστό έγκρισης των πεπραγμένων του. Πρόκειται για ένα ποσοστό της τάξης του 68%. Θεωρώ ότι αυτό απαντά στην ερώτησή σας από μόνο του.

Ε.Σ.: Στο αφιέρωμά μας για τον επερχόμενο Πρόεδρο προσπαθούμε να δώσουμε μια απάντηση στο ερώτημα που προκύπτει από τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις αναφορικά με το άτομο και το ρόλο του. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν συμβιβασμένο επαναστάτη ή για έναν επαναστατημένο κονφορμιστή; Ποια η άποψή σας;
Α.Λ.: Προσωπικά θα τον περιέγραφα ως έναν άνθρωπο που ήξερε να διατηρήσει τα νεανικά του όνειρα και να τα πραγματοποιήσει προσαρμόζοντάς τα στην πραγματικότητα. Η αγωνία του για όσους έχουν ανάγκη παρέμεινε η κατ’ εξοχήν κινητήρια δύναμη της ζωής του. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι παραχωρούσε το 90% του μισθού του για διάφορα προγράμματα, ένα από τα οποία αφορούσε την εξασφάλιση στέγης σε απόρους. Αν ορίζουμε ως επαναστάτη εκείνον που τολμά να εξερευνήσει νέες οδούς για την επίλυση προβλημάτων, τότε η απόφασή του σχετικά με τη νομιμοποίηση της καλλιέργειας, εμπορίας και κατανάλωσης της μαριχουάνας δεν είναι, παρά μια πράξη επαναστατική, δεδομένου ότι η Ουρουγουάη είναι η πρώτη χώρα παγκοσμίως που τολμά να προβεί σε τέτοιο διάβημα.

Ε.Σ.: Σε τι διαφέρει η θητεία σας στην Ελλάδα από εκείνην σε άλλες χώρες του κόσμου; Τι σκοπεύετε να επιτύχετε στο υπόλοιπο της θητείας σας εδώ;
Α.Λ.: Μέχρι στιγμής τα αξιώματα στα οποία θήτευσα διέφεραν αρκετά μεταξύ τους. Η πρώτη μου έδρα ήταν στην αποστολή της Ουρουγουάης στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, αφορούσε συνεπώς τις πολυμερείς σχέσεις. Η δεύτερη διπλωματική μου αποστολή ήταν στην Πρεσβεία της Ουρουγουάης στη Ρώμη, με την οποία απέκτησα και την πρώτη εμπειρία ως Πρόξενος, ενώ στη συνέχεια θήτευσα ως Γενική Πρόξενος στη Νέα Υόρκη, όπου έμφαση δινόταν στην ουρουγουανική κοινότητα.

Στην Ελλάδα, επομένως, μου δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να υπηρετήσω ως Πρέσβης της χώρας μου. Αυτό συνεπάγεται πολύ μεγαλύτερη ευθύνη από όση διέθετα προηγουμένως, ενώ ταυτόχρονα μου επέτρεψε να έρχομαι σε άμεση επαφή με τις αρχές της χώρας εξ ονόματος της Ουρουγουάης. Έφτασα στην Ελλάδα σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή, τον Αύγουστο του 2012, λίγο μετά την ανάληψη εξουσίας από την κυβέρνηση Σαμαρά, γεγονός που μου επέτρεψε να παρακολουθήσω από κοντά μια πρωτοφανή κατάσταση στη ζώνη του Ευρώ, η οποία –πέρα από το κοινωνικό δράμα που επιφέρει– συνιστά ένα άνευ προηγουμένου σημείο καμπής στην ιστορία της Ευρώπης.

Στο διάστημα που μου απομένει στην Ελλάδα, μία από τις φιλοδοξίες μου είναι η συμβολή στη γνωριμία του ελληνικού λαού με στοιχεία του πολιτισμού της χώρας μου. Στο πλαίσιο αυτό, η Πρεσβεία στηρίζει φέτος τη μετάφραση και έκδοση στα ελληνικά της ποιητικής ανθολογίας της ποιήτριάς μας Ιδέας Βιλαρίνιο από τις εκδόσεις Gutenberg, αλλά και το ανέβασμα στην Αθήνα μιας θεατρικής παράστασης για τη ζωή του Σωκράτη, βασισμένης σε έργο Ουρουγουανού συγγραφέα.

Ε.Σ.: Ένα μήνυμα, παρακαλώ, στους αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου και κατ’ επέκταση στους Έλληνες πολίτες.
Α.Λ.: Στους Έλληνες πολίτες έχω να πω ότι, παρόλο που στο χάρτη βρισκόμαστε μακριά, εμείς οι Ουρουγουανοί τούς αισθανόμαστε πολύ κοντά, όχι μόνο για τους λόγους που προανέφερα, αλλά επειδή και η Ουρουγουάη υπέστη σοβαρές οικονομικές κρίσεις που την οδήγησαν επανειλημμένα στο χείλος του γκρεμού. Ωστόσο, κατορθώσαμε να βγούμε από αυτές με ανανεωμένη πίστη στον εαυτό και τις δυνάμεις μας. Ως πολίτης της Ουρουγουάης εύχομαι ό,τι καλύτερο στο λαό που έχει προσφέρει τόσα στον κόσμο.

Elena Stagkouraki: El Último de los Heroes*

jose_mujica_by_robertobizama-d6zq9kn

De la guerrilla urbana al cargo de Primer Ciudadano del Uruguay– un rebelde comprometido o algo así como un conformista cuasi revolucionario?

por ELENA STAGKOURAKI

En un encuentro que mantuvo con el Presidente de EE.UU., Obama, no duda en aconsejarle que su pueblo debería fumar menos y aprender alguna lengua extranjera. En un discurso en las Naciones Unidas, insta a los delegados a que dejen de asistir a asambleas generales carísimas y sin sentido, que además no benefician en nada. Algunos lo caracterizan como el Nelson Mandela de América Latina, al recordar los años que pasó en la cárcel, otros – políticos en su mayoría – lo acusan por la agudeza de sus palabras y la corrosión de la lengua española, llegando al punto de atribuirle responsabilidad por el golpe de estado militar del ’73. ¿Qué es válido acerca del saliente Presidente del Uruguay José Mujica, al que llaman “Pepe”? ¿Ángel o demonio? Él mismo responde: “Si no hubiera vivido lo que viví, quizás no sería el que soy. Soy hijo de mi historia”.

José Alberto Mujica Cordano nació en 1935 en el suburbio de Montevideo Paso de la Arena. Con antepasados vascos, inmigrantes en Uruguay y madre de ascendencia italiana, quedó huérfano de padre a los ocho años de edad. Desde entonces contribuía como niño en los gastos del hogar repartiendo pan y vendiendo lirios que encontraba en el patio del fondo de su casa. En esa época el Uruguay vivía un crecimiento sin precedentes, abasteciendo de lana y carne vacuna a la Europa atormentada por las guerras. Ya en 1930, este pequeño país, el cual nunca superó los 3,5 millones de habitantes, había sido catalogado como uno de los doce más ricos del mundo, según el ingreso per cápita, por lo cual algunos lo llamaron “la Suiza de América”.

De joven, Mujica trabajó para el famoso político de izquierda entonces diputado nacionalista, Enrique Erro, sin embargo, hito en su vida y su trayectoria constituyó su encuentro con Ché Guevara en la Cuba posrevolucionaria. En Europa y en Grecia, el Che ha llegado a ser casi como un héroe, como un ideal, como un símbolo estampado en banderas y camisetas. Sin embargo, no estamos en condiciones de imaginar siquiera el carisma de esta personalidad, asunto sobre el cual coinciden sus camaradas y opositores, ni por supuesto, el resultado de haberlo conocido, sobre lo cual escriben todos los que lo conocieron, políticos, poetas, escritores y personas en general. Mujica describe su encuentro con el gran revolucionario: “Fue irrepetible, pionero y marcó nuestros años de juventud”.

Alrededor de 1970, el Uruguay ya era otro: inflación, pobreza, estancamiento. En 1962-63 habían precedido manifestaciones fascistas, así como la situación del asilo de la Universidad y su ocupación, similar a la de nuestra Universidad Politécnica en 1973. Con el ideal puesto en el Che Guevara y en Cuba, y dada la fisionomía urbana de Montevideo, Mujica, junto con un grupo de su misma ideología, se volcó a la guerrilla ciudadana, dentro de la organización “Tupamaros”, cuya denominación proviene del nombre del revolucionario peruano del siglo XVIII, Túpac Amaru II. Los tupamaros evitaban el dogmatismo y actuaban según el método de ensayo y error. Se caracterizaban por evitar la violencia, por tener una visión objetiva de la justicia y por el simbolismo-teatralidad de sus acciones. De este modo, ingresarían en el domicilio de un juez infame, sólo para quitarle las armas y una máquina de escribir que más tarde devolverían (junto con una amenaza) ya que la usaba el hijo del juez para sus estudios. Ingresarían en un banco de inversión, propiedad de un ministro del gobierno, para arrebatar no sólo una abultada suma, sino también las listas de las que se rumoreaba que contenían transacciones ilegales, las cuales dejarían en la puerta de la fiscalía para que los culpables pudieran ser juzgados y encarcelados. O incluso, efectuarían una redada en el casino de San Rafael y devolverían las propinas a los trabajadores. Por todo eso, el periódico The New York Times los calificó como “guerrilleros de Robin Hood”. Respecto a su participación en el grupo de los tupamaros, Mujica comentará que fue una reacción frente al hecho de que la mitad del Uruguay pertenecía a mil doscientas familias, las cuales eran consideradas más patriotas, exactamente por eso, por ser propietarias de la mitad de la patria. “Nosotros no queríamos ser filósofos charlatanes de boliche”. Pero el que tiene armas, tarde o temprano las usa. En marzo de 1970, un policía reconoció a Mujica, por lo que ambos empuñaron sus armas. Como resultado, dos policías fueron heridos por los disparos de Mujica que fue a parar a la cárcel herido, ya que recibió seis disparos. Como dirá él mismo décadas después, “a la primavera le siguió el crudo invierno”, tanto en lo personal como en lo colectivo. Fue a la cárcel (de la que logró escapar dos veces) por más de una década y conoció el aislamiento en celdas sin retrete que llevaban a la mayoría hasta la locura. Pero la vida pacífica de Montevideo también fue perturbada por los tupamaros, que cometían secuestros, ataques con bombas y ejecuciones que cambiaron la opinión pública sobre ellos. Los disturbios reinaban y entonces se le encargó al ejército el desmantelamiento y exterminio de los tupamaros, hecho que se cumplió con éxito en menos de un año. Entre los últimos que arrestaron, en agosto de 1972, estaba Mujica, a quien encontraron durmiendo con una ametralladora y una granada de mano. Al año siguiente, en 1973, fue el golpe de estado bajo el gobierno de Juan María Bordaberry. Muchos consideraron responsables a los tupamaros.

Cuando salió de la cárcel con la pelela bajo el brazo y orgulloso por su acervo, Mujica ya no era el mismo. No era que hubiera claudicado o renunciado. Sino que más bien en la cárcel se hizo adulto. Eso es a lo que se refirió cuando habló sobre las revoluciones y los levantamientos: “Me gusta esta energía de juventud y la espontaneidad, pero creo no va dirigir a nada si no madura.” Y esto lo dice la misma persona que hizo estallar fábricas de propietarios extranjeros y que mucho más tarde, como Presidente del Uruguay, los beneficiaría reduciendo impuestos. “Necesariamente tiene que funcionar el capitalismo y necesariamente tienen que aumentar los impuestos para poder afrontar los serios problemas que tenemos. El intento de superar todo eso de una sola vez tendría como resultado que sufran las mismas personas por las que se lucha”. Algunos viejos compañeros lo critican: “Algunos dejaron sus ideales en sus celdas”, dirá Jorge Sabalsa. ¿La respuesta de Mujica? “Algunos de los viejos compañeros no entienden, no ven que cada día luchamos contra los problemas de la gente y no entienden que la vida no es una utopía.”

Prefiriendo la participación activa a la marginación, hecho que les permitió contribuir enérgicamente en el desarrollo político, los tupamaros formaron parte del Parlamento y del “Frente Amplio” en 1989. A pesar de eso, para algunos, como el analista político Adolfo Garcé, parecen estar preparados para recordar de un momento a otro el pasado y actuar de manera oculta. En las elecciones de 1994, los tupamaros consiguieron dos escaños en la Cámara de Diputados, uno de los cuales lo obtuvo Mujica.

A partir de ahí, Mujica continuará su trayectoria estable y ascendente en la política, hasta las elecciones del 2009, en las que fue electo Presidente de la República, cargo que asumió y ejerció hasta el año 2014. Incluso la ceremonia de su juramento estará a cargo de la Presidenta del Poder Legislativo, esposa y compañera en las ideas, Lucía Topolanski. Topolanski, proveniente de una familia acomodada, fue también miembro de los tupamaros, desarrollando con una actividad intensa. De niña la llamaban “la Flaca”, sin embargo los tupamaros cambiaron su apodo por el de “la Tronca”, porque era fuerte y dura. Se casó con Mujica recién en 2005, después de veinte años de convivencia y trece años que pasaron presos en cárceles diferentes. La Constitución del Uruguay no permite la reelección sucesiva del Presidente de la República, el cual es votado directamente por el pueblo, y así a Mujica lo sucedió Tabaré Vázquez.

En cuanto a su carácter político, Mujica, aclara: “La gente no me votó porque fui tupamaro, pero tampoco oculté mi pasado”. Y en otra oportunidad dijo: “quizás me votaron porque les digo la verdad sin vueltas, aún cuando no les guste”. Un trago amargo similar habrá sentido el día en que fue electo Presidente, al votarse también el rechazo a la anulación de la amnistía a las personas que ejercieron un rol activo durante la dictadura.

El ex Presidente se auto caracteriza como liberal, considerando como máximo desafío y logro, su mezcla de idealismo y pragmatismo. De este modo, el Mujica pragmático considera inútil la lucha contra la globalización e incluso recurre a la siguiente comparación: “Es algo parecido a cuando me miro al espejo y me veo las arrugas: no me gustan, sin embargo son inevitables.” Por otra parte, como explica, el problema de la globalización no es un fenómeno en sí mismo, sino la falta de voluntad política. “La globalización es un error porque es gobernada por el mercado y no por la política. A los gobiernos sólo les importan las elecciones nacionales, de ahí que nadie se ocupe seriamente de los numerosos problemas del mundo. Esto no significa, claro, que sea inevitable que alguien viva en sistemas capitalistas. Si así fuera, no habría confianza en el hombre, que si bien puede tener muchos defectos, tiene también unas posibilidades impresionantes”.

Según Mujica, de lo que nos debemos ocupar principalmente es del aquí y ahora, del tema de la pobreza y mejorar la vida diaria, mientras que por el contrario, la utopía del idealismo de hecho se orienta hacia el futuro. En cuanto a su propia vida, refuta, la calificación de “el Presidente más pobre del mundo” diciendo, en concordancia con Séneca, que pobre no es el que tiene poco, sino el que quiere cada vez más viviendo consumido por el deseo y sin disfrutar la vida. “Cuanto más se rodea alguien de bienes materiales, más tiempo necesita para administrarlos. Por eso nosotros [él y su esposa] vivimos hoy como hace cuarenta años, en el mismo barrio, con las mismas personas y las mismas cosas. Uno no deja de ser una simple persona por el hecho de haber sido electo Presidente.”

De todos modos, estas palabras en el caso del “Pepe” no fueron dichas en el aire aunque generalmente los políticos no logran superar con éxito el obstáculo que los separa de lo deseable y del compromiso asumido. Durante su presidencia, Mujica rechazó todos los honores que se le ofrecieron en razón de su cargo, desde el palacio presidencial hasta el uso de auto oficial con chofer. En vez de eso, permaneció en su simple casa de tres ambientes en una chacra fuera de Montevideo, donde cultiva flores, que luego vende para ganarse la vida. En vez de un lujoso Mercedes Benz con vidrios oscuros maneja su escarabajo azul del ’70 que él mismo, dentro de lo posible, va reparando. Tampoco le teme al tractor, y las fotos suyas sobre este vehículo dan la vuelta al mundo. Más debería uno temerle a lo que él califica como “pobreza espiritual”: “Nuestra vida se ha vuelto más simple, pero esto trae aparejado la falta de creatividad”.

Además, como Presidente, Mujica hizo lo que habría sido suficiente que hubieran hecho los políticos griegos para convencer a su pueblo sobre la necesidad de asumir los sacrificios que impone la crisis actual. Por iniciativa propia, cedió el 90% de su sueldo al sustento de familias monoparentales como consecuencia del abandono del hogar por el cónyuge. “Las mujeres que con mayor frecuencia son víctimas de la discriminación, son las que viven en condiciones de pobreza. La violencia de género se observa principalmente en las clases sociales más bajas. Las niñas pobres, no son bien tratadas por nuestra sociedad”, reconoce Mujica.

Para el ex presidente, el conflicto de las clases sociales es un hecho. “Sí, se trata sin duda de una guerra. Es absurdo que una mujer se refiera a su empleada doméstica como ‘compañera’, desde el momento en que la primera es la jefa y la otra una sirvienta.” De ahí que uno de los objetivos centrales de la presidencia de Mujica fuera la eliminación de las diferencias sociales y el logro de la igualdad. No de la mal interpretada, por la cual todos son iguales, sino la igualdad de oportunidades que es muy importante y dista mucho de existir en su país, aunque también existe en las sociedades de la mayoría de los países, añadiríamos nosotros.

Las reformas progresistas durante su gobierno hicieron popular a Mujica en todo el mundo, aunque él no se sienta tan entusiasmado por el progreso logrado. “Es posible que estas reformas obedezcan al sentido de justicia y respeto de los derechos humanos, sin embargo la causa del problema sigue siendo y no es otra que el conflicto entre las clases sociales”. El Uruguay ha aprobado recientemente la ley que despenaliza el aborto hasta la décimo segunda semana del embarazo, así como también el matrimonio entre homosexuales. Sin embargo, el Presidente comenta sencillamente que la homosexualidad “es un fenómeno tan viejo como la humanidad. Lo ideal es que cada uno vivía como quiera”.

Vernazza, asesor de Mujica, comentó que en los cuarenta años de su carrera nunca antes había conocido a una persona tan flexible y de tan amplia capacidad de adaptación. Mujica lo había contratado para que normalizara la situación y que las empresas no amenazaran con abandonar el país en caso de que ganara las elecciones. Fue Vernazza quien asesoró al Presidente en el cuidado de su apariencia y lo convenció a peinarse y a usar camisa. De este modo, aunque sin llegar a un total acuerdo con sus ideas y sus costumbres, Mujica adoptó una imagen que le aseguró el cargo de Presidente.

En el futuro, el ex Presidente sueña con crear una escuela agraria para jóvenes, ya que “de joven luché por mejorar el mundo y no tuve hijos”. Reservamos para el final la frase que pronunció el hijo del juez aquel, en cuya casa habían irrumpido los tupamaros (incluso en las elecciones presidenciales votó al intruso de aquel entonces): “Quizás debería haber alimentado alguna amargura respecto a él. Sin embargo, es el único maestro que enseña a cumplir la ley”. No se trata de poca cosa, si se tiene en cuenta la terrible dificultad para encontrar un caso similar en Grecia. En cuanto a aquellos que habiendo llegado hasta este punto del texto, se apresuran a encontrar similitudes entre Mujica y recientes falsos héroes –menores y mayores de edad- en Grecia, les aseguramos que no han comprendido este texto en lo más mínimo.

* Según título del documental de Emir Kusturika sobre la vida de José Mujica “El último héroe de la política” (“The last hero of politics”).

******************************************

Adriana Lissidini

Con el motivo de nuestra ocupación con el caso del ex-Presidente José Mujica, comunicamos con la embajadora de la República Oriental del Uruguay en Atenas, señora Adriana Lissidini, quien tuvo la gentileza de contestar nuestras preguntas.

E.S.: Después de dos años en Grecia, ¿en qué características cree usted que coinciden y en cuáles se distinguen los uruguayos de los griegos? Me refiero a elementos de su carácter como pueblo y de su cultura.

A.L.: Como afirmación general diría que existe una afinidad espiritual entre los pueblos griego y uruguayo, una similar forma de pensar y sentir que hace que se puedan entender con facilidad, más allá de los diferentes idiomas. El papel de la familia es central en ambos países. Culturalmente los uruguayos nos hemos formado admirando la Grecia clásica y entre otros aspectos quisiera destacar que somos grandes entusiastas del teatro. La principal diferencia entre ambos pueblos radica en el papel de la religión, que es inseparable del ser griego, mientras que en Uruguay, el laicismo es una característica dominante.

E.S.: En este momento Grecia pasa por una de las crisis más pesadas de su historia y gran parte de los griegos es pesimista. ¿Cuál es la situación contemporánea del Uruguay?

A.L.: Uruguay ha estado creciendo en forma ininterrumpida desde el año 2003, en la década 2003-2013 creció un promedio de 5,2%. Ello se debió a los buenos precios de sus más importantes productos de exportación (carne, granos, madera, celulosa), al desarrollo de otros sectores estratégicos como el turismo, la tecnología de la información, las finanzas, logística y transporte, construcción, entre otros; por una importante inversión extranjera así como por el aumento de la demanda interna.

E.S.: ¿Conoce usted al Presidente Mujica? En caso que sí, ¿cuál es su impresión de él? A.L.: No lo he tratado personalmente. Mi impresión es la de la mayoría de la población: se trata de una persona inteligente, honesta, que vive como predica y por sobre todas las cosas que ha trabajado en pro del arte de convivir.

E.S.: ¿Qué le pareció Mujica durante su mandato como Presidente? ¿Cree usted que el pueblo del Uruguay se quedó contento con él?

A.L.: Mujica terminó su mandato con un porcentaje altísimo de aprobación de su gestión: 68 %, creo que ello responde a su pregunta sin necesidad de ningún agregado.

E.S.: En nuestro texto intentamos dar una respuesta a la pregunta que resulta de las dos opiniones opuestas sobre el Presidente Mujica, es decir, si se trata de un revolucionario desistido o de un conservador de ropa revolucionaria. ¿Cuál es su opinión?

A.L.: Yo lo describiría como una persona que supo mantener sus sueños de juventud al tiempo de adaptarlos a la realidad posible. La preocupación por los más necesitados ha continuado siendo el principal motor de su vida. Quisiera recordar que dona el 90% de su sueldo a distintos proyectos, entre ellos un plan de viviendas para personas humildes. Si ser revolucionario es atreverse a examinar vías diferentes para la solución de problemas, su decisión de legalizar la producción, venta y consumo de marihuana es una medida revolucionaria, siendo el Uruguay el primer país en el mundo en atreverse a probar este nuevo camino.

E.S.: ¿En qué se diferencia su mandato en Grecia de sus funciones en otros países del mundo? ¿Qué aspira usted a conseguir en el tiempo que le queda en Grecia?

A.L.: Hasta ahora todos mis mandatos han sido diferentes entre sí, mi primera sede fue la Misión del Uruguay ante las Naciones Unidas, es decir un puesto multilateral. Mi segundo destino diplomático fue en la Embajada en Roma, que me dio mi primera experiencia consular y el tercero fue Cónsul General en Nueva York en el que el énfasis estaba en la atención a la comunidad compatriota.

En Grecia entonces, tuve la oportunidad por primera vez de ejercer como Embajadora de mi país. Esto me ha dado una responsabilidad mucho mayor a la que tuve antes, al mismo tiempo me ha brindado la oportunidad de tratar directamente con autoridades del país en nombre del Uruguay. Llegué a Grecia en un período muy particular, agosto de 2012, poco después de la asunción de gobierno de Samarás, por lo que he vivido intensamente una situación inédita en la zona euro, que al margen del drama social que encierra, es un punto de inflexión sin precedentes en la historia europea.

En el tiempo que me queda en Grecia, una de mis aspiraciones es contribuir al conocimiento por parte del pueblo griego de aspectos culturales de mi país. Por ello, la Embajada está apoyando este año la publicación y traducción al griego de la obra de nuestra poetisa Idea Vilariño; de la edición de un número especial sobre literatura uruguaya por parte de una revista literaria griega, así como la puesta en escena en Atenas de una obra de teatro sobre la vida de Sócrates, basada en un texto de un escritor uruguayo.

E.S.: Por favor, un mensaje para los lectores de la revista Neo Planodion, es decir para los ciudadanos griegos.

A.L.: A los ciudadanos griegos les digo que aunque muy lejanos geográficamente, los uruguayos nos sentimos muy cerca, no sólo por los motivos afectivos y culturales que expresé anteriormente, sino porque Uruguay ha sufrido durísimas crisis económicas que lo han puesto al borde del abismo en más de una oportunidad. Sin embargo, hemos logrado salir de las mismas con una confianza renovada en nosotros mismos. Como uruguaya deseo todo lo mejor a un pueblo que tanto ha dado al mundo.

Ο Νικόλα Κροτσέττι στους «Πλανόδιους»

Σήμερα στις 5 το απόγευμα στους «Πλανόδιους», την εβδομαδιαία εκπομπή του Νέου Πλανόδιου στο διαδικτυακό ραδιόφωνο του ΤΡΡ, φιλοξενούμε έναν ξεχωριστό άνθρωπο από τον κόσμο της γραφής και της ανάγνωσης: τον Nicola Crocetti, ιδρυτή του ομώνυμου εκδοτικού οίκου του Μιλάνου, διευθυντή ενός από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά της Ευρώπης, και μεταφραστή στα ιταλικά των περισσότερων σημαντικών Νεοελλήνων συγγραφέων και ποιητών, από τον Καζαντζάκη και τον Καβάφη ώς τον Ρίτσο και τον Αναγνωστάκη.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Έλενα Σταγκουράκη: «Επικό θέατρο» στο Παλλάς

newego_LARGE_t_248161_106503997

«Επικό θέατρο» στο Παλλάς

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο κύκλος με την κιμωλία»
του Μπέρτολντ Μπρεχτ
σκην. Κων/νος Μαρκουλάκης
Θέατρο Παλλάς
Μάιος 2015

«Τυφλοί στο μεγαλείο τους, λες και θα είναι αιώνιοι»: ο Μπρεχτ καταδικάζει την κοντόφθαλμη εξουσία, όποια και αν είναι αυτή, σε ένα έργο που –όπως το σύνολο των έργων του– είναι αιώνιο και πάντα επίκαιρο. Ο ίδιος βέβαια έβλεπε, και δεν αρνήθηκε ποτέ να πληρώσει το τίμημα αυτής του της ικανότητας και επιλογής.

Ο κύκλος με την κιμωλία, έργο πλέον κλασικό της παγκόσμιας δραματουργίας, γράφτηκε το 1944 και ανέβηκε στο θέατρο του Μπρεχτ, το Berliner Ensemble, το 1954. Η κύρια υπόθεση αφορά μια εξέγερση που οδηγεί στην αντικατάσταση του Κυβερνήτη Αμπασβίλλι, τη σύλληψή του και την άτακτη φυγή της συζύγου και των αυλικών του. Μες στην αναμπουμπούλα, η αυτάρεσκη σύζυγος, Νατάλια, ξεχνά πίσω το γιο της και διάδοχο, Μιχαήλ Αμπασβίλλι, τον οποίο σώζει και παίρνει μαζί της η υπηρέτριά της, Γρούσα. Μετά από πολλές περιπέτειες και κακουχίες, η Γρούσα καταφέρνει να σώσει και να μεγαλώσει το μωρό, ώσπου πάλι «οι καιροί αλλάζουν και οι ελπίδες των λαών ξεσπάνε», οπότε η βιολογική μητέρα θυμάται ξανά και διεκδικεί το γιο της. Ποια από τις δύο γυναίκες λογίζεται για μάνα του Μιχαήλ; Γύρω από αυτόν τον κεντρικό άξονα που παραπέμπει στην ανάλογη κρίση του Σολομώντα της Παλαιάς Διαθήκης, αναπτύσσεται πλήθος επιμέρους ιστοριών και επεισοδίων, τα οποία συμβάλλουν αφενός στην εξωτερίκευση των μηνυμάτων που επιθυμεί να εκφράσει ο Μπρεχτ, αφετέρου στο είδος θεάτρου, το οποίο πρέσβευε, όχι άλλο από το «επικό θέατρο» („episches Theater”).

Υπενθυμίζουμε ότι ο Μπρεχτ ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο όρο, καθώς και κύριος εκπρόσωπος του θεάτρου αυτού, ενός θεάτρου που δίνει έμφαση όχι τόσο στην υπόθεση και την έκβασή της, αλλά στον τρόπο αφήγησής της αυτόν καθαυτόν. Έτσι, χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, από την περίφημη «αποστασιοποίηση» („Verfremdung“) ώς τα διαφορετικά είδη και μέσα αναπαράστασης (μιμική, λεζάντες, βίντεο κλπ), ένα συγκεκριμένο σύστημα άρθρωσης και κίνησης, τη μουσική κ.ά., στόχευε στην πλήρη και αυτοτελή εξιστόρηση των επιμέρους επεισοδίων. Ο Μπρεχτ υπενθύμιζε στο θεατή του ότι παρακολουθεί θέατρο και όχι μια αληθινή ή αληθοφανή ιστορία, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχει και να συμπάσχει. Αντιθέτως, γνωρίζοντας τις διάφορες παραμέτρους, το κοινό όφειλε να λαμβάνει αντικειμενική στάση απέναντι στα τεκταινόμενα και να τα κρίνει έξωθεν.

Αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτό το είδος θεάτρου σεβάστηκε πλήρως και απέδωσε στην ολότητά του και με τρόπο θαυμαστό ο Μαρκουλάκης ως σκηνοθέτης της παράστασης, εκφράζοντας όχι τόσο το γράμμα, όσο το πνεύμα του Μπρεχτ. Έτσι, λαμβάνοντας δημιουργικές πρωτοβουλίες, όπως για παράδειγμα την παρουσίαση του ποιητή/αφηγητή ως ανάπηρου σε καροτσάκι –καίριο μήνυμα, στο οποίο πιθανότατα να συμφωνούσε σήμερα ο Μπρεχτ– μένει πιστός στο μπρεχτικό θέατρο και το ύφος του. Το παιχνίδι των σκιών πίσω από το πανί, οι εικόνες της Γρούσας που τρέχει στο βουνό ή περνάει τη γέφυρα, η σκηνή με τον ετοιμοθάνατο και ύστερα λουόμενο Γιουσούφ, η σκηνή της υστερικής αναχώρησης της Νατάλιας Αμπασβίλλι, αλλά και η απόδοση των ξέχωρων χαρακτηριστικών στοιχείων σε καθέναν από τους κύριους χαρακτήρες, αποδεικνύουν τη μαεστρία ενός σκηνοθέτη, ο οποίος είναι σε θέση να δημιουργήσει σεβόμενος και εκμεταλλευόμενος σωστά το υλικό που έχει στα χέρια του, είτε πρόκειται για το έργο είτε για το είδος του θεάτρου είτε για τους ηθοποιούς.

Τη μετάφραση του Κύκλου με την κιμωλία υπογράφει ο Οδυσσέας Ελύτης και τη μουσική του ο Μάνος Χατζιδάκις. Πρόκειται για μετάφραση έξοχη και άκρως ποιητική, η οποία –ομοίως– μένει πιστή κυρίως στο πνεύμα του Μπρεχτ. Σημειώνουμε εδώ ότι ο Ελύτης δεν μετέφρασε το έργο απευθείας από το γερμανικό πρωτότυπο, αλλά από τα γαλλικά, ενώ τους στίχους των τραγουδιών τούς δημιούργησε εξ αρχής ώστε να συμβαδίζουν με τη μουσική του Χατζιδάκι και την ελληνική ταυτότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, μένει πιστός στο πνεύμα του Μπρεχτ, κάτι που τόσο ως γνώστες του Μπρεχτ όσο και γερμανομαθείς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε. Η δε μουσική του Χατζιδάκι είναι τόσο μοναδικά χατζιδακική και παραμυθένια, τόσο θαυμαστά ταιριαστή με το έργο. Ελύτης και Χατζιδάκης γίνονται η ελληνική εκδοχή του ζεύγους Μπρεχτ-Βάιλ, δείχνοντας στο σημερινό κοινό πώς θα πρέπει να ήταν το θέατρο την εποχή των Μεγάλων του θεάτρου, της ποίησης και της μουσικής, την εποχή του Κουν, του Γκάτσου, του Θεοδωράκη κλπ. Ευτυχώς, η σκηνοθεσία του Μαρκουλάκη αξιοποίησε στο έπακρο αυτό το θησαυρό και του επέτρεψε να ακουστεί.

Η ομάδα των ηθοποιών πλαισιώνει αρμοστά το έργο. Ξεχωρίζει βέβαια η υπέροχη, συγκινητική και ανθρώπινη, ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαπα στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Γρούσας, μια ερμηνεία τόσο δική της και ταυτόχρονα τόσο αριστοτεχνικά δοσμένη. Εξαιρετικός στο ρόλο του ποιητή/αφηγητή ο δωρικός Δημήτρης Λιγνάδης και απολαυστικά κωμικός ο Κώστας Κορωναίος στους ρόλους του Γιουσούφ και του Πρίγκιπα Κασμπέκι. Λαμπρά υστερική η Ελισάβετ Μουτάφη ως Νατάλια Αμπασβίλλι και έκτακτος ο Γιώργος Παπανδρέου ως ‘γομάρι’ και ως Σωβά.

Τα σκηνικά της Λίλης Πεζανού, με τις τριγύρω σκαλωσιές και τις ολοένα εκ νέου διαμορφούμενες μεταλλικές κατασκευές, σέβονται την επιταγή του Μπρεχτ για εμφανή σκηνικά και συνιστούν διάφανο και έξυπνο φόντο για την εξέλιξη της υπόθεσης. Τα κοστούμια της ίδιας αποτυπώνουν με γλαφυρή παραστατικότητα το ποιόν του κάθε χαρακτήρα.

Τι κρατάμε από αυτήν την παράσταση, την οποία ευχαρίστως θα ξαναβλέπαμε;

«Κανένα πράγμα δεν είναι κανενός – ή, αν όχι,
τότε είναι σίγουρα ’κεινού που το ’χει
μεράκι του, και τ’ αγαπάει και το γνωρίζει.
Ένα παιδάκι ανήκει σ’ όποιον το φροντίζει,
τ’ αμάξι ανήκει στον προσεχτικό οδηγό,
μην τύχει και το ρίξει στο γκρεμό…»

Αθήνα, 17.5.2015

Ορέστης Αλεξάκης, 1931-2015

OrestisAlexakis

Τον είχα δει στις 21 Μαρτίου, στη Στοά του Βιβλίου στην εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών. Αυτός κατέβαινε από το βήμα, εγώ ανέβαινα. Τον χαιρέτισα και τον ασπάστηκα. Λίγο πριν είχε απαγγείλει με τον μοναδικό τρόπο του, πάντα από στήθους και με φωνή σημαδεμένη από την αρρώστια, τα πρώτα πρώτα του ποιήματα, γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Αναρωτιέμαι αν φρόντισε κανείς να τον ηχογραφήσει.

Η πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί ήταν στο παλιό Ντόλτσε, το 2000. Μου μίλησε γι’ αυτά που καταλάβαινε ότι έχουμε κοινά: τα χρόνια στη Γερμανία (όπου έκανε αυτοεξόριστος επί δικτατορίας· τις θαυμάσιες μεταφράσεις του από εκείνη τη γλώσσα ελάχιστοι τις γνωρίζουν), τον διχασμό μεταξύ δικηγορίας και ποίησης («για χρόνια πολλά είχα παρατήσει εντελώς το γράψιμο· κάθε φορά που ξεστράτιζα σ’ ένα ποίημα, έκανα τρεις μέρες να κατεβάσω δικογραφία»).

Μου δόθηκε να συμμετάσχω στο τελευταίο αφιέρωμα από περιοδικό που του έγινε. Μας ευχαρίστησε όλους με την μοναδική του αρχοντιά, που ένωνε μέσα της αξεδιάλυτα τους άψογους τρόπους και την συγκινημένη τρυφερότητα. Τα ίδια πράγματα δηλαδή που συναντά κανείς και στα ποιήματά του. Θα μας μείνουν αυτά. Αύριο το απομεσήμερο στο κοιμητήρι της Καλλιθέας αποχαιρετάμε τον Ορέστη Αλεξάκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μια βραδιά στον κήπο με γεύση Ουρουγουάης

11174242_837614929650494_6894667617987636952_o

Το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, με καλεσμένη του την Ουρουγουανή εκδότρια και κριτικό λογοτεχνίας Άννα Ινές Λάρρε Μπόρχες, σας προσκαλεί σε μια ευχάριστη βραδιά στην αυλή, με ποίηση και μουσική της Ουρουγουάης.

Γνωρίζετε ότι το τάνγκο δεν είναι αργεντίνικης, αλλά ουρουγουανικής επινόησης; Γνωρίζετε ακόμη ότι στην Ουρουγουάη υπάρχει η γενιά του ’45 –αντίστοιχη με τη δική μας γενιά του ’30–, με εκπροσώπους της από τον πασίγνωστο Μάριο Μπενεντέτι έως λιγότερο γνωστούς σε μας ποιητές, συγγραφείς και κριτικούς;

Γι’αυτά θα μιλήσουμε το βράδυ της Τετάρτης, 20 Μαίου, στην αυλή της Favela (Αρτεμισίου 4, στο Γκάζι), με μουσική τάνγκο από τον Herman Mayr και απαγγελία ποιημάτων από τη Λένα Καλλέργη (ποιήτρια), τη Νάνα Παπαδάκη (ηθοποιό) και την Έλενα Σταγκουράκη (μεταφράστρια).

Προλογίζει η Άννα Ινές Λάρρε Μπόρχες και ο διευθυντής του Νέου Πλανοδίου, Κώστας Κουτσουρέλης.

Τετάρτη, 20 Μαίου, στις 20.00μμ, στη Favela (Αρτεμισίου 4, στο Γκάζι -σταθμός μετρό «Κεραμεικός»)

Σας περιμένουμε!

Το ΝΠ στο ραδιόφωνο

Από αυτή την Παρασκευή, και κάθε Παρασκευή, το ΝΠ αποκτά ραδιοφωνική παρουσία. «Οι Πλανόδιοι» λοιπόν, από τις 5 ώς τις 6 το απόγευμα, από τις διαδικτυακές συχνότητες του Τhe Press Project και με ποικίλα θέματα από τον κόσμο του λόγου και των ιδεών.

Η πρώτη εκπομπή έχει τίτλο της «Ο Στέλιος Ράμφος για τον Παναγιώτη Κονδύλη». Με αφετηρία το αυτοβιογραφικό κείμενο του Ράμφου για τον Κονδύλη που δημοσιεύσαμε στην ιστοσελίδα του περιοδικού και σχολιάστηκε πολύ, συζητάμε για τους διαφορετικούς δρόμους που ακολούθησαν αυτοί οι δυο εντελώς ιδιαίτεροι άνθρωποι από τότε που πρωτογνωρίστηκαν στα φοιτητικά έδρανα του Πανεπιστημίου Αθηνών στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για τις πασίγνωστες αποκλίσεις στη σκέψη τους αλλά και για μερικές, απρόοπτες ίσως, συγκλίσεις τους.

Στο στούντιο ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Προσκεκλημένος τους ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος.

Έλενα Σταγκουράκη: «Να αντέξεις είναι το ζητούμενο»…

ImageHandler.ashx

«Να αντέξεις είναι το ζητούμενο»*

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο γυάλινος κόσμος»

του Τένεσι Ουίλιαμς

σκην. Ελένη Σκότη

Θέατρο Εμπορικόν

Μάιος 2015

«Κάτω απ’ αυτήν την ηρεμία…» σχολιάζει η Αμάντα Γουίνγκφιλντ, αφήνοντας ημιτελή τη φράση της. Με την αναζήτηση αυτής ακριβώς της αλήθειας πέρα από τα φαινόμενα καταγίνεται το έργο που καθιέρωσε τον Ουίλιαμς. Μόνο που, για να την αντικρίσει κανείς και να την παραδεχτεί ξεστομίζοντάς την, χρειάζεται θάρρος και αντοχή, χαρακτηριστικά που δε διαθέτουν όλοι –ή που ίσως δεν επιθυμούν να διαθέτουν.

Ο γυάλινος κόσμος, κλασικό πλέον έργο του παγκόσμιου δραματολογίου, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1944 στο Σικάγο, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Έκτοτε γνωρίζει πολυάριθμες παραστάσεις κάθε χρόνο ανά τον κόσμο. Γραμμένο με ιδιαίτερη μαεστρία, πυκνότητα νοήματος, συμβολισμό, αλλά και χώρο για ελευθερίες, το έργο επικεντρώνεται στη ζωή μιας τριμελούς οικογένειας μετά την εγκατάλειψή της από τον πατέρα. Με τρόπο χειρουργικό και σχεδόν δίχως να γίνεται αντιληπτό από τον ίδιο, ο αναγνώστης-θεατής γίνεται μάρτυρας τριών διαφορετικών κόσμων, τους οποίους ενώνει μονάχα το γεγονός ότι συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη. Έτσι, ό,τι σημαίνουν για την κόρη τα γυάλινα αντικείμενα, σημαίνει για τον γιο η ποίηση και για τη μητέρα οι αναμνήσεις του παρελθόντος. Η ευθραυστότητα του γυαλιού δεν χαρακτηρίζει μόνο τις φιγούρες της Λώρας, αλλά και τη δραστηριότητα του Τομ στον αντιποιητικό κόσμο της αποθήκης όπου εργάζεται και τις μνήμες της Αμάντας από μια εποχή για πάντα χαμένη. Σε μια πραγματικότητα με μέγα ζητούμενο την επιβίωση, τόσο φυσική –λόγω της Μεγάλης Κρίσης που εξουθένωσε τις ΗΠΑ–, όσο –κυρίως– ψυχική, οι χαρακτήρες καταφεύγουν στους δικούς τους παράλληλους κόσμους προκειμένου να αντέξουν. Και αλίμονο, όταν η πραγματικότητα αποφασίσει να τους υπενθυμίσει την ύπαρξή της.

Η σκηνοθετική απόδοση της Σκότη στέκεται στο ύψος του έργου και δεν αφήνει τις σκηνοθετικές ελευθερίες που αυτό επιτρέπει ανεκμετάλλευτες. Κυρίως πρόκειται για τον πολλαπλό ρόλο του Τομ, ο οποίος εν προκειμένω, πέρα από αφηγητής και πρόσωπο του έργου, παίζει κάποτε και ρόλο σκηνοθέτη. Αυτή η πολλαπλότητα του ρόλου του Τομ ίσως δικαιολογεί κάπως το γεγονός ότι ο γιος παρουσιάζεται ασπρομάλλης και μεγαλύτερος ηλικιακά από τη μητέρα του, κάτι που παρ’ όλ’ αυτά, ξενίζει αρκετά το θεατή. Αν το παραβλέπει, αυτό οφείλεται κυρίως στη θαυμαστή συμβολή του Καταλειφού που τον υποδύεται.

Στην παράσταση, αυτός ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας πραγματικός έφηβος, με κίνηση και έκφραση εφήβου, απλά με άσπρα μαλλιά. Άλλωστε, κατ’ επιταγή των γονιδίων, πόσοι και πόσοι νέοι δεν έχουν λευκά μαλλιά. Η Θέμις Μπαζάκα, ως Αμάντα Γουίνγκφιλντ, καταπληκτική! Πρόσωπο, σώμα και κίνηση μιλούν από μόνα τους για να αποδώσουν μια γυναίκα τόσο υπέροχα καταπιεστική και τρυφερή, ονειροπόλα και πραγματίστρια, σωστή –θα λέγαμε– Ελληνίδα μάνα. Η παράσταση κυλάει γύρω της, με την ίδια στο επίκεντρο. Η Στέλλα Βογιατζάκη θαυμαστά ιδανική για το ρόλο της Λώρας, τόσο που δεν ξέρουμε αν πρέπει να επαινέσουμε περισσότερο τη διανομή ή την ερμηνεία της: αλαβάστρινη, εύθραυστη, αφελής, ένας σπάνιος μονόκερος η ίδια. Ο αεράτος Κωνσταντίνος Γώγουλος στο ρόλο του Ο’ Κόνορ προσωποποιεί αρμοστά την αδυσώπητη πραγματικότητα, προσφέροντας την αντίστιξη στον αδύναμο και θλιβερό κόσμο των Γουίνγκφιλντ.

Η μετάφραση του Δήμου Κουβίδη έχει ως αποτέλεσμα ένα κείμενο ποιητικό, με μπρίο και φρεσκάδα. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη εξαιρετικά μες τη λιτότητά τους, δίνοντας έμφαση στην οικονομική δυσχέρεια και την ευθραυστότητα. Καλοί οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, αν και θα χρειάζονταν κάπως γοργότερα αντανακλαστικά, και αρκετά αναμενόμενη η ηχητική επένδυση του Σταύρου Γασπαράτου.

«Είμαι ακόμη κατάπληκτη απ’ τη ζωή» αναφωνεί η Αμάντα Γουίνγκφιλντ, δίνοντας έτσι φωνή στη σκέψη του θεατή. Πριν από κάποια χρόνια, ο Γυάλινος κόσμος θα αντιμετωπιζόταν ίσως ως ένα έργο Αμερικανού συγγραφέα, συγκεκριμένης εποχής και ξένης πραγματικότητας. Και τώρα, στην Αθήνα του 2015, αποζητά ξάφνου αγωνιωδώς ο καθένας μας το γυάλινο κόσμο που θα τον ανακουφίσει. Όσο δεν χάνεται η επαφή με την πραγματικότητα, πρόκειται για κάτι θεμιτό. Εξάλλου, αυτό το τελευταίο έρχεται να μας θυμίσει ο Τένεσι Ουίλιαμς.

* Στίχος της Κικής Δημουλά

Αθήνα, 8 Μαίου 2015

ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΛΕΝΗ ΣΚΟΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟΣ - ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ

ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΕΛΕΝΗ ΣΚΟΤΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟΣ – ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ
ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ

Απάντηση της Εταιρείας Συγγραφέων στο ΝΠ

Στις 4.5.2015, δημοσιεύσαμε σχόλιο δικό μας σχετικό με την καταγγελία του ποιητή Νίκου Ερηνάκη ότι ένα από τα βιβλία της εφετινής βραχείας λίστας του Βραβείου Γιάννη Βαρβέρη που αθλοθετεί η Εταιρεία Συγγραφέων αποτελεί προϊόν λογοκλοπής. Ο κ. Γιώργος Χουλιάρας, αντιπρόεδρος της Εταιρείας, μας έστειλε σήμερα την απάντηση που ακολουθεί. Από την πλευρά μας, μένουμε προσώρας στη διαπίστωση ότι η επιστολή της Ε.Σ. δεν απαντά επί της ουσίας σε κανένα από τα ζητήματα που θίξαμε με την παρέμβασή μας. Και ότι η Κριτική Επιτροπή του Βραβείου Βαρβέρη (η εφετινή νικήτρια του οποίου ανακοινώθηκε χθες) δεν έχει έως τώρα τοποθετηθεί. Θα επανέλθουμε. (Κ.Κ.)

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

Αγαπητέ Κώστα,

Λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων υγείας σήμερα, ο Πρόεδρος της Εταιρείας Δημήτρης Καλοκύρης μού ζήτησε να μεταφέρω – με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου (μετά τη συγκρότηση του νέου ΔΣ στις 5.5.15) και με τις όποιες τυχόν διευκρινίσεις – την απάντησή του και απάντηση της Εταιρείας. Πρόκειται για επείγον ζήτημα, καθώς επίκειται η ανακοίνωση σχετικά με την απονομή του Βραβείου Βαρβέρη στις 25 Μαΐου.

Η απάντηση έχει ως εξής:

Προφανώς στο Νέο Πλανόδιον δεν έχουν φθάσει όλες οι πληροφορίες.

Ο κ. Ερηνάκης ουδέποτε απευθύνθηκε στο ΔΣ της Εταιρείας ή στην Επιτροπή του Βραβείου, αλλά σε εμένα προσωπικά, ζητώντας τη συμβουλή μου περί του πρακτέου. Του απάντησα (17 Απριλίου):

«Σας ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με το βιβλίο του κ. Νιαμονητού.

Εννοείται ότι τα μέλη των επιτροπών αξιολογούν κατά την κρίση τους τα βιβλία που παραλαμβάνουν και δεν υπεισέρχονται σε συγκριτικές μελέτες για τις πιθανές πηγές εμπνεύσεως κάθε πρωτοεμφανιζόμενου.

Εξάλλου, όπως ξέρετε, τα θέματα των επιρροών, της λογοκλοπής κλπ., ιδίως νέων δημιουργών, διυλίζονται μέσα στους έλικες των σκοτεινών εγκεφαλικών διαδρομών του κάθε συγγραφέα και σπανίως αποτελούν προϊόντα εσκεμμένης ή κακόβουλης ενέργειας.

Η γνώμη μου είναι ότι η αναγνώριση διατυπώσεών σας σε κείμενα τρίτων μάλλον θα πρέπει να σας ικανοποιεί και να σας ανεβάζει τη δημιουργική διάθεση.

Με φιλικούς χαιρετισμούς…»

Την ίδια μέρα ο κ. Ερηνάκης μου απάντησε:

«Σας ευχαριστώ πολύ για το μήνυμά σας.

Έχετε δίκιο σε όσα μου γράφετε κι άλλωστε εκτιμώ βαθιά την άποψή σας. Πιστεύω βέβαια πως θα έπρεπε τα μέλη μιας επιτροπής να λαμβάνουν υπόψη τους και σε ποιο βαθμό οι αναφορές του κάθε πρωτοεμφανιζόμενου αποτελούν πηγές εμπνεύσεων ή απλώς «έξυπνα» κρυμμένες αντιγραφές. Προφανώς όμως είναι σχεδόν αδύνατον να γνωρίζουν το έργο των υπόλοιπων νέων, οπότε σε καμία περίπτωση δεν έχει ευθύνη η επιτροπή, η Εταιρεία ή ακόμα και ο εκδοτικός.

Όπως έγραψα και στο μήνυμα απάντησης που έστειλα προ ολίγου, μάλλον είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζει κανείς αυτές τις καταστάσεις με χιούμορ. Με ενόχλησε απλώς που ενώ ο συγκεκριμένος παραδέχτηκε το γεγονός της αντιγραφής στέλνοντάς μου προσωπικό μήνυμα μαζί με το βιβλίο του, δεν δέχθηκε ποτέ να το παραδεχθεί και δημόσια.

Σας ευχαριστώ και πάλι.

Με θερμούς χαιρετισμούς…»

Συνεπώς η καταγγελία δεν έμεινε αναπάντητη, ενώ μετά την απάντηση και του κ. Ερηνάκη ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε χώρος περαιτέρω τοποθετήσεων από πλευράς μελών ΔΣ ή Επιτροπής Βραβείου.

Πέραν όλων αυτών, στο ΔΣ της Εταιρείας συζητούμε τη διοργάνωση ημερίδας περί λογοκλοπής και θα σας ενημερώσουμε σχετικά εν ευθέτω.

Φιλικότατα,
Δημήτρης Καλοκύρης

Αγαπητέ Κώστα,

Αν και θέμα απάντησης δεν υφίσταται από 17 Απριλίου, ας μου επιτραπούν ορισμένες απορίες παρά το γεγονός ότι δεν έχω προλάβει να διαβάσω τη σχετική αλληλογραφία που επισυνάπτεις.

Δεν μου είναι σαφές γιατί ο κ. Ερηνάκης, που μού είναι ιδιαίτερα συμπαθής λόγω καλών ποιημάτων, δεν απευθύνθηκε ευθέως ούτε στο ΔΣ της Εταιρείας ούτε στην Επιτροπή του Βραβείου Βαρβέρη, αλλά άφησε να δημιουργηθεί η εντύπωση μιας πλαγιοκόπησης, που θα μπορούσε να καταστεί ανεξέλεγκτη εις βάρος της Εταιρείας ακόμη και από την αντιπολιτευτική διάθεση που συχνά μας χαρακτηρίζει ως Έλληνες.

Δεν μου είναι σαφές τι ακριβώς αναμένεται από έναν φορέα όπως η Εταιρεία Συγγραφέων, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί μέσω του ΔΣ ή Επιτροπών της σε κριτή για καταγγελίες περί λογοκλοπών χωρίς προηγούμενη σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσής της, όπου βέβαια θα μπορούσε να υποβληθεί αντίστοιχη πρόταση από μέλη που θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ανήκει στις υποχρεώσεις της.

Θέλω να πω ότι διεθνή πρακτική αποτελεί, πέραν των κανονικών δικαστηρίων, η στοιχειοθέτηση και ο καυτηριασμός περιπτώσεων λογοκλοπής μέσω δημοσιευμάτων που παραδίδουν στη δημόσια χλεύη όσους καταγγέλλονται. Κάποια από αυτά τα ζητήματα άλλωστε χρειάζεται να αναδειχθούν σε οποιαδήποτε τυχόν ημερίδα για “κλοπολογίες” και πάσης φύσεως παραβιάσεις πνευματικών δικαιωμάτων.

Ασφαλώς πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα όχι μόνον για όσους από εμάς έχουμε υπάρξει θύματα πρακτικών αυτού του είδους.

Εγκάρδια,
Γιώργος Χουλιάρας

Η απάντηση αυτή του κ. Χουλιάρα (όπως και όλη η σχετική προγενέστερη αλληλογραφία) κοινοποιήθηκε σε πλήθος αποδέκτες (τα μέλη της διοίκησης της Ε.Σ., τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου, τον Κύκλο Ποιητών, έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, συγγραφείς) μεταξύ των οποίων, φυσικά, και ο καταγγέλλων Νίκος Ερηνάκης. Για λόγους προφανείς δεοντολογικούς, παραθέτουμε την ανταπάντησή του:

Καλησπέρα σε όλους,

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ ειλικρινώς περαστικά στην οικογένεια του κ. Καλοκύρη.

Τα μηνύματά μου στον κ. Καλοκύρη ήταν ευγενικά και διακριτικά, όπως άλλωστε και όλα τα υπόλοιπα μηνύματα που έχω στείλει αναφορικά με αυτό το ζήτημα, από σεβασμό και εκτίμηση. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνεχίζω να πιστεύω πως αυτό που θα περίμενα, τουλάχιστον από την κριτική επιτροπή, είναι να δημοσιευθεί μία ορθή επανάληψη που να εξαιρεί το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο περιέχει κραυγαλέα στοιχεία αντιγραφής και λογοκλοπής.

Έχοντας συζητήσει σε βάθος το ζήτημα με τον εκδότη μου κ. Σάμη Γαβριηλίδη, είχε την καλοσύνη να με διαβεβαιώσει πως θα ενημερώσει ο ίδιος αναλυτικά τα μέλη της κριτικής επιτροπής, όπως και έκανε, και πως εγώ δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ περαιτέρω.

Συνεπώς, η Εταιρεία και τα μέλη της κριτικής επιτροπής είχαν ενημερωθεί, όχι μόνο από τον κ. Γαβριηλίδη αλλά και από άλλους, και αναμέναμε μία επίσημη απάντηση ή κίνηση.

Επίσης ο ίδιος ο Νικόλας Νιαμονητός στο εκτενές γράμμα του που παραδεχόταν το γεγονός της αντιγραφής μού έγραψε πως θα έστελνε γράμμα στην επιτροπή για να αποσύρουν το βιβλίο του από τη λίστα — κίνηση που δεν γνωρίζω αν τελικώς έγινε.

Με την προσωπική μου επικοινωνία με συγκεκριμένους ανθρώπους μετά είχα σκοπό απλώς να γνωστοποιήσω το γεγονός και να ζητήσω συμβουλές αναφορικά με αυτό, καθώς, έχοντας κλείσει μόλις τα 27, δεν έχω την παραμικρή εμπειρία σε τέτοια ζητήματα και ακόμα και τώρα στέκομαι αμήχανος ως προς την αντιμετώπισή του. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως αποτελούσαν μέρος της επίσημης αντιμετώπισης του ζητήματος σε σήμειο που θα μπορούσαν να το καταστήσουν και λήξαν.

Σε κάθε περίπτωση όμως, αγαπητέ κ. Χουλιαρα, προς Θεού δεν θα είχα ποτέ κανένα σκοπό να επιβαρύνω την Εταιρεία με τον οποιονδήποτε τρόπο. Θα με στενοχωρούσε ιδιαιτέρως αν υποθέτατε, έστω και για μία στιγμή, κάτι τέτοιο για εμένα.

Τονίζω πως δεν κατηγόρησα ποτέ ούτε την Εταιρεία ούτε τα μέλη της κριτικής επιτροπής για το παραμικρό, καθώς θεωρώ απολύτως δικαιολογημένο να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν την ποίηση των νεοτέρων. Αν και έχω την αληθινή τιμή και χαρά πολλά μέλη της Εταιρείας να γνωρίζουν την ποίησή μου, θεωρώ απόλυτως δικαιολογημένο και λογικό τα τρία μέλη της φετινής επιτροπής να μην τη γνώριζαν, όπως και να μην έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο ποίημα του Πάουλ Τσέλαν που ο Νιαμονητός αντέγραψε από μετάφρασή μου.

Θεώρησα δεδομένο πως τα μέλη της κριτικής επιτροπής γνώριζαν το ζήτημα και πως θα έπρατταν αναλόγως. Το γεγονός πως δεν το ζήτησα ή απαίτησα ξεκάθαρα στα δικά μου μηνύματα προσωπικού ύφους ήταν μία επιλογή διακριτικότητας και σεβασμού προς την Εταιρεία και τα μέλη της. Μία διαφορετική συμπεριφορά από μέρους μου θα μπορούσε φοβάμαι να χαρακτηριστεί αλαζονική και αγενής, κάτι που δεν έχω επιτρέψει ποτέ στον εαυτό μου.

Από την αρχή αυτού του γεγονότος, εναπόθεσα, μαζί με τους δύο εκδοτικούς οίκους από τους οποίους κυκλοφορούν τα ποιητικά μου βιβλία, στη διακριτική ευχέρεια της κριτικής επιτροπής να εξετάσει το γεγονός και να οδηγηθεί στις κατάλληλες κινήσεις. Η αλήθεια είναι λοιπόν πως μετά τη γνωστοποίηση του γεγονότος περίμενα, αν μη τι άλλο, την επίσημη αναγνώρισή του.

Υποθέτω όμως πως για την ώρα θα πρέπει να αρκεστώ στο ότι τουλάχιστον διαπιστώθηκε κι αναγνωρίσθηκε από αρκετούς ανθρώπους του χώρου που σέβομαι βαθιά επίσης, γεγονός που γεννάει μέσα μου μία ζεστασιά και εξουδετερώνει εν μέρει το κενό που ένιωσα από τη στιγμή που μου γνωστοποιήθηκε από τρίτους αυτή η πράξη αντιγραφής.

Με εκτίμηση,
Νίκος Ερηνάκης

Για τους ίδιους λόγους, δημοσιεύουμε εδώ το αρχικό κείμενο της καταγγελίας του κ. Ερηνάκη.