Νατάσα Κεσμέτη

Czesław Miłosz, Tέσσερα ποιήματα

Czesław Miłosz, 1911 – 2004

~.~

Συνάντηση κατά τύχη

Βίλνιους, 1936
Περνάγαμε μέσ’ ἀπό παγωμένα χωράφια πάνω σ’ ἕνα κάρο τήν αὐγή.
Ἕνα κόκκινο φτερό ὑψώθηκε στό σκοτάδι.

Καί ξαφνικά ἕνας λαγός διέσχισε τό δρόμο.
Κάποιος μᾶς τόν ἔδειξε μέ τό χέρι του.

Αὐτά, πολύ παλιά. Κανείς τους σήμερα δέν εἶναι ζωντανός,
Οὔτε ὁ λαγός οὔτε ὁ ἄνθρωπος πού ἔκανε τή χειρονομία.

Ὥ ἀγάπη μου, ποῦ εἶναι, ποῦ πηγαίνουν
Ἡ λάμψη ἑνός χεριοῦ, ἡ ἀνταύγεια τῆς κίνησης, ὁ ψίθυρος τῶν βότσαλων.
Δέ ρωτάω ἀπό θλίψη, ἀλλά θαμπωμένος ἀπό ἀπορία.

///

Κι ὡστόσο τά βιβλία

Κι ὡστόσο τά βιβλία θά βρίσκονται πάνω στά ράφια, ξεχωριστές ὑπάρξεις,
Πού ἐμφανίστηκαν κάποτε, ἀκόμη ὑγρά
Ὅπως λαμπερά κάστανα κάτω ἀπό δέντρο τό φθινόπωρο,
Καί, ἀγγιγμένα, χαϊδεμένα, ἄρχισαν νά ζοῦν
Παρά τίς φωτιές στόν ὁρίζοντα, κάστρα ἀνατιναγμένα,
Φυλές ἐν πορείᾳ , πλανῆτες ἐν κινήσει.
«Ὑπάρχουμε» εἶπαν, ἀκόμη κι ἄν οἱ σελίδες τους
Ἦσαν κουρελιασμένες, ἡ φλόγα πού βούιζε
Ἔγλειφε ὥς τήν ἐξάλειψη τά γράμματά τους. Τόσο πιό μεγάλης διάρκειας
Ἀπό μᾶς, πού ἡ εὔθραστη θέρμη μας
Κρυώνει μαζί μέ τή μνήμη, σκορπίζεται, χάνεται.
Φαντάζομαι τή γῆ, ὅταν δέν θά ὑπάρχω πιά:
Τίποτα δέν συμβαίνει, καμιά ἀπώλεια, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀλλόκοτη παρέλαση,
Γυναικεῖες ἐνδυμασίες, δροσόλουστες πασχαλιές, ἕνα τραγούδι στήν κοιλάδα.
Ὡστόσο τά βιβλία ἐκεῖ πάνω στα ράφια θά εἶναι, ὑψηλῆς καταγωγῆς,
Προερχόμενα ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά κι’ ἀπό φῶς, κορυφαῖα ὕψη.

///

Ἀργοπορημένη ὡριμότητα

Ὄχι νωρίς, κοντά στό πλησίασμα τῶν ἐνενήντα χρόνων μου,
ἔνιωσα μιά θύρα ν’ἀνοίγει ἐντός μου καί εἰσῆλθα
στή διαύγεια τοῦ ἄγουρου πρωϊνοῦ.

Ἡ μια μετά τήν ἄλλη οἱ προηγούμενες ζωές μου ἀπέπλεαν
σάν καράβια, με τη θλίψη τους μαζί.
Και οἱ χῶρες, οἱ πόλεις, οἱ κῆποι, οί κόλποι τῶν θαλασσῶν
ὅσα παραχωρήθηκαν στόν χρωστήρα μου ἦρθαν ἐγγύτερα,
ἕτοιμα τώρα νά περιγραφοῦν καλύτερα ἀπό πρίν.

Δέν ἀποχωριζόμουν τούς ἀνθρώπους,
λύπη και συμπόνια μᾶς ἕνωναν.
Ξεχνᾶμε –ἐπέμενα νά λέω– πώς ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Βασιλιᾶ.

Γιατί ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προερχόμαστε δέν ὑπάρχει καμιά διαίρεση
μέσα στό Ναί καί τό Ὄχι, μέσα στό εἶναι, ἦταν καί θά εἶναι.

Ὑπήρξαμε ἄθλιοι, δέν χρησιμοποιήσαμε παραπάνω ἀπό ἕνα ἑκατοστό
τοῦ δώρου πού λάβαμε γιά τό μακρύ μας ταξίδι.

Στιγμές ἀπό χτές κι ἀπό αἰῶνες πρίν
– τό χτύπημα ενός ξίφους, τό βάψιμο τῶν βλεφαρίδων μπρος στον καθρέπτη,
ἕνα γυαλισμένο μετάλλιο, μιά θανάσιμη βολή τοῦ μουσκέτου,
μια καραβέλα μέ τό κύτος ποδισμένο πάνω σέ ὕφαλο –
κατοικοῦν μέσα μας,
προσδοκώντας μιάν ἐκπλήρωση.

Τό γνώριζα, πάντοτε, πώς θά ἤμουν ἕνας ἐργάτης τοῦ ἀμπελώνα,
ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ζωντανοί ἄνδρες καί γυναῖκες τοῦ ἴδιου καιροῦ,
εἴτε συνειδητά τό γνωρίζουν εἴτε ὄχι.

///

Τραγούδι γιά τό Τέλος τοῦ Κόσμου

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Μέλισσα περικυκλώνει ἕνα τριφύλλι,
Ψαράς μπαλώνει ἕνα γυαλιστερό δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια ἀναπηδοῦν στή θάλασσα,
Δίπλα σέ νερόλακκο χελιδονάκια παίζουν
Καί τό φίδι ἔχει χρυσαφένιο πουκάμισο ὅπως τοῦ πρέπει πάντα.

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Γυναῖκες μιλοῦν στά χωράφια κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τους,
Ἕνας μεθυσμένος νυστάζει στήν ἄκρη τῆς πρασιᾶς,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στό δρόμο
Καί μιά βάρκα μέ κίτρινα πανιά πλησιάζει τό νησί,
Φωνή βιολιοῦ κρέμεται στόν ἀέρα
Kαί ὁδηγεῖ σέ ἀστροφώτιστη νύχτα.

Καί κεῖνοι πού προσδοκοῦσαν ἀστραπές καί βροντές
Ἀπογοητεύονται.
Καί κεῖνοι πού περίμεναν σημάδια καί ἀγγέλων σάλπιγγες
Δέν τό πιστεύουν πώς συμβαίνει τώρα.
Ὅσο ὁ ἥλιος και ἡ σελήνη εἶναι ψηλά,
Ὅσο ὁ μπάμπουρας ἐπισκέπτεται τό ρόδο
Ὅσο γεννιοῦνται ροδαλά βρέφη
Κανείς δέν πιστεύει πώς συμβαίνει τώρα.

Μόνον ἀσπρομάλλης γέροντας, ἴσως προφήτης,
Ὅμως, δέν εἶναι προφήτης, γιατί εἶναι τρομερά πολυάσχολος,
Ἐπαναλαμβάνει καθώς στηρίζει τίς τομάτες του:
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα,
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα.

Βαρσοβία, 1944

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

///

Οἱ ἀποδόσεις αὐτές βασίζονται στίς ἀγγλικές μεταφράσεις τῶν ποιημάτων. Κατά σειρά: τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ καί τῆς Lillian Vallee· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas, ἐπίσης· τοῦ Αnthony Milosz.

*

*

*

Siegfried Sassoon, «Δόξα τῶν Γυναικῶν»

Siegfried Sassoon, 1886 – 1967

~.~

Μᾶς ἀγαπᾶτε σάν εἴμαστε ἥρωες, ἐδῶ πρίν απ’ τήν ἀναχώρηση
Ἤ πληγωμένους σέ ἀξιομνημόνευτους τόπους.
Λατρεύετε τίς παρασημοφορίες· πιστεύετε
Πώς ἡ ἱπποσύνη ἐξαγοράζει τήν ἀτιμία τοῦ πολέμου.
Μᾶς κάνετε ὄστρακα. Ἀφουγκράζεστε μέ ἀπόλαυση
Κοχύλια μέ ἱστορίες ἀπό λάσπη καί ρίσκο, καί στοργικά συνεπαρμένες
Στέφετε στήν ἀπόσταση τό μακρινό μας πάθος καθώς παλεύουμε,
Καί πενθεῖτε τίς δαφνοστεφανωμένες ἀναμνήσεις μας ὅταν εἴμαστε σκοτωμένοι.
Ἀδιανόητο νά πιστέψετε πώς τά βρετανικά στρατεύματα ποτέ «ἀποσύρονται»
Ὅταν ἡ τελευταία φρίκη τῆς κόλασης τά τσακίζει, καί τρέχουν
Ποδοπατώντας τά ἀπαίσια πτώματα, τυφλά ἀπ’ τό αἱμα.
Ὤ Γερμανίδα μάνα πού ὀνειρεύεσαι πλάι στή φωτιά
Ἐνῶ πλέκεις κάλτσες νά στείλεις στόν γιό σου,
Τό πρόσωπό του εἶναι χωμένο βαθιά μές στόν βοῦρκο.

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

*

**

Richard Tillinghast, Ἡ γιαγιά μοῦ εἶπε

*

Βρές ἕναν τόπο ὅπου τά δέντρα εἶναι ψηλά
ὅπου καμπάνες λένε τίς ὧρες,
ὅπου καπνός ξύλου ἀκονίζει τόν ἀγέρα
ὅταν ἀρχίζει ἡ ἀλλαγή τοῦ χρόνου.

Ἕναν τόπο ὅπου μπορεῖς νά κάτσεις σ’ ἕνα στασίδι
καί ν’ ἀκοῦς τίς πανάρχαιες λέξεις νά μελλωδοῦνται.

Φτιάξε ἕναν ἐξώστη, εἶπε ἡ γιαγιούλα,
γιά τόν σκύλο σου νά ξαπλώνει καί νά ὀνειρεύεται πλάι σου.
Φύτεψε λίγη μέντα νά μεγαλώνει
κάτω ἀπ’ τή βρυσούλα πού στάζει.

Ἄς ἔρχονται πυγολαμπίδες τά καλοκαιρινά βράδια
γιά νά κάθεσαι ἔξω μέ ρακί
παρακολουθώντας τούς φτερωτούς περιπλανώμενους νά χαράζουν
μονοπάτια φωτιᾶς καί ταξίδια ἐρώτων.

Καί τήν ἴδια τήν ἀστραπή, εἶπε ἡ ἡλικιωμένη κυρία. Πάρε χρόνο
ὥσπου νά σέ συνεπάρει – ἡ ἀστραπή,
καί ἡ χαμηλή ὑπόκωφη βουή
τῆς βροντῆς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ βουνοῦ
στίς μακριές ἀβυθομέτρητες νύχτες.

Ἄς ἁπλώνει πάνω στη στέγη σου ἡ βροχή τά μακριά της
δάχτυλα ὅταν κοιμᾶσαι ἀπομακρύνοντας τήν πληγή
ἀπό ὅσα μᾶς κυκλώνουν.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

στήν Χριστίνα Καραντώνη, η μεταφράστρια

*

*

*

 

 

Mary Oliver, Γιά ταξίδια σέ ὄμορφους τόπους

*

Ἀκόμη ψάχνω κάθε μέρα τόν Θεό
κι ἀκόμη τόν ἀνακαλύπτω παντοῦ,
στήν σκόνη, στά παρτέρια τῶν λουλουδιῶν.
Σίγουρα στούς ὠκεανούς,
στά νησιά πού πλαγιάζουν πέρα μακριά
ἤπειροι πάγου, χῶρες ἄμμου
καθεμιά μέ τή δική της σύναξη πλασμάτων
καί τόν Θεό, κάτω ἀπό ὁποιοδήποτε ὄνομα.
Πόσο τέλειο νά βρίσκομαι πάνω σέ ἕνα πλοῖο μέ
ἐκατό ἴσως χρόνια ἀκόμη στό χέρι μου.
Ἀλλά εἶναι ἀργά, γιά ὅλους μας,
καί ἀληθεύει πώς τό μόνο ὑπαρκτό πλοῖο
εἶναι τό πλοῖο ὅπου ὅλοι εἴμαστε πάνω
καίγοντας τόν κόσμο καθώς φεύγουμε.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

***

Denise Levertov, Ἡ Πηγή

*

Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας

Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.

Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.

Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.

(περισσότερα…)

Rolf Jacobsen, Φύλακας ἄγγελος

*

Εἶμαι τό πουλί πού φτεροκοπᾶ στό παράθυρό σου τό πρωί,
καί ὁ πιό κοντινός σου φίλος, πού ποτέ δέ μπορεῖς νά γνωρίσεις,
λουλουδίζει ψηλά ἐκεῖνο τό φῶς γιά τούς τυφλούς.

Εἶμαι ὁ παγετώνας πού λαμποκοπᾶ πάνω ἀπ’ τά δάση, τόσο ἁπαλά,
καί βαριές φωνές ἀπό τόν πύργο τοῦ καθεδρικοῦ.
Ἡ σκέψη πού αἰφνίδια σoῦ ἐμφανίζεται στό μέσο τῆς μέρας
καί σέ κάνει νά νιώθεις τόσο ὑπέροχα εὐτυχισμένος.

Εἶμαι αὐτός πού ἀγαπᾶς γιά πολλά χρόνια.
Βαδίζω δίπλα σου ὅλη μέρα καί σέ κοιτάζω ἐπίμονα
καί βάζω τό στόμα μου πάνω στήν καρδιά σου
παρόλο πού δέν τό ἀντιλαμβάνεσαι.

Εἶμαι τό τρίτο σου χέρι, ἡ δεύτερη σου σκιά, ἡ λευκή,
πού δέ μπορεῖς νά δεχτεῖς,
κι αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά σέ ξεχάσει ποτέ.

(περισσότερα…)

Mark Strand, Ὁ Ἐρχομός τοῦ Φωτός

*

Ἀκόμη καί τόσο ἀργά, συμβαίνει:
ὁ ἐρχομός τῆς ἀγάπης, ὁ ἐρχομός τοῦ φωτός.
Ξυπνᾶς και τά κεριά εἶναι ἀναμένα σάν ἀπό μόνα τους,
ἀστέρια συνάζονται, ὄνειρα ξεχύνονται στά μαξιλάρια σου
στέλνοντας ψηλά θερμά μπουκέτα ἀέρα.
Ἀκόμη και τόσο ἀργά, τά ὀστά τοῦ σώματος λάμπουν
Καί ἡ αὐριανή σκόνη λαμπρή φουντώνει στήν ἀναπνοή.

(The Late Hour, 2002)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Elaine Feinstein, Ἰούνιος

*

Ἀφυδατωμένε γερο-κάκτε
κιτρινίζοντας σέ διάφορα σημεῖα
χλομά στεκάμενε στό παράθυρο τῆς κουζίνας μου
σέ εἶχα παρατήσει γιά τά καλά πεθαμένο
ἀλλά τά κατάφερες πάλι σέ μιά νύχτα
μ’ ἕνα λουλούδι κροσσωτή τρομπέτα
καί μιά θηριώδη κόκκινη ἀναλαμπή!
Λοιπόν εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι,
ζεστός ἥλιος κελαηδισμός καί στεγνός ἀέρας·
θυμόμαστε τήν ἔρημο
και τίς πόλεις ὅπου τό γρασίδι σπανίζει.
Ἐδῶ πλάϊ στό πράσινο τῆς ἰτιᾶς ποτάμι
πλαγιάζουμε ξυπνητοί στήν ταράτσα
γιατί εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι· (περισσότερα…)

Mary Oliver, Λάμπες

*

Στίς ὀκτώ, ὄχι ἀργότερα
Ἀνάβεις τίς λάμπες,

Τή μεγάλη πλάι στό φαρδύ παράθυρο,
Τή μικρή πάνω στό γραφεῖο σου.

Δέν προορίζονται γιά νά βλέπεις περνώντας –
Ἔξω πλανιέται τό λυκόφως πάνω ἀπό τήν ἄμμο,

Τίς χαμηλές βελανιδιές καί τά κούμαρα.
Ἀκόμη καί τά μικρόπουλα δέν ἔχουν καταλαγιάσει

Πέφτοντας γιά ὕπνο, ἀνέγγιχτα (περισσότερα…)

Richard P. Feynman, Στέκομαι στήν ἀκτή μονάχος

*

Στέκομαι στήν ἀκτή, μονάχος, κι ἀρχίζω νά σκέπτομαι
Ὑπάρχουν τά ὁρμητικά κύματα, βουνά ἀπό μόρια
Κάθε χαζομάρα πού κοιτάζει τή δική της δουλειά
Τρισεκατομμύρια ξεχωριστά, πού ὅμως ἑνωμένα
Δημιουργοῦν μιάν ἄσπρη ἐπιφάνεια

Αἰῶνες ἐπί αἰώνων, προτοῦ κανένα μάτι μπορέσει νά δεῖ
Χρόνο μέ τό χρόνο,
Κεραυνοβόλα χτυπώντας τήν ἀκτή ὅπως τώρα
Γιά ποιόν, γιατί;
Σ’ ἕνα νεκρό πλανήτη, δίχως ζωή νά εὐφραίνεται
Ποτέ σέ ἡσυχία, τυραννισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια
Ξοδεμένα θαυμαστά ἀπό τόν ἥλιο, χυμένα στό διάστημα
Μιά δύναμη κάνει τή θάλασσα νά βρυχᾶται
Βαθιά στη θάλασσα, ὅλα τά μόρια ἐπαναλαμβάνουν τά μοτίβα
Τοῦ ἑνός καί τοῦ ἄλλου ὡσότου νέα περίπλοκα σχηματίζονται
Κάνουν τά ἄλλα ὅμοια μ’ αὐτά
Κι ἕνας νέος χορός ξεκινᾶ (περισσότερα…)

Μεταφραστοῦ ἐφιάλτης

*

Πρέπει, θαρρῶ στό Λίμπο νά συνέβη, ὅπου
Κατά τόν Δάντη σπουδαῖοι ποιητές συνάζονται,
Φιλίες παλιές θυμοῦνται, κόντρες πού βγάζανε μάτι
Καί, τώρα πού τόν κόσμο ἀφῆκαν πίσω τους, δικαίως
Βάζουν ἀνάλογα τά πράγματα σέ τάξη.

Mέσα στό στριμωξίδι τῆς μεταφορᾶς στό τράνζιτ
Ἕνας Θεός ξέρει για ποιά καταραμένη τρύπα,
Τό ρίσκο εἶπα νά πάρω καί νά παρλάρω
Μέ μερικούς ἀπ’ τούς celebrities πού φαίνονταν
Βαριεστημένοι τόσο, ὅσο παγιδευμένοι θεατρῶνες
Ἀκριβοπληρωμένο ἔχοντας σέ μετρητά κι
Ἀνακαλύπτοντας μετά πόσο μισοῦν τό σόου τελικά…

Ἔπιασα ἕναν: «Ἀμφίβολο νά μέ γνωρίζετε, νομίζω…»
Τινάχτηκε καί μέ περιεργάστηκε: «Νά σέ γνωρίζω,
Κλαψούρη βλάκα!… Νά σέ γνωρίζω; Βεβαίως σέ γνωρίζω!
Ἐσύ ’σαι πού κατάστρεψες τό ἀριστούργημά μου! Δεῖτε
Ποιός εἶναι δῶ…» Στήν παρεούλα στράφηκε μέ χλευασμό,
«Στόκος κακόγλωσσος, τῆς τέχνης μας καταστροφή!
Ἡ πιό μεγάλη βρώμα ἀπό τοῦ Βελζεβούλη τήν πιό πρόσφατη πορδή!» (περισσότερα…)

Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~ (περισσότερα…)