*
της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
~.~
Κατά προεκλογικά κυρίως διαστήματα, η αντισυστημική τέχνη στη Δημοκρατία είχε την τιμητική της. Παραστάσεις του Χριστού, της Παναγίας, μεταναστών, ομοφυλοφίλων και αιρετών αξιωματούχων του κράτους πρόβαλλαν ως καλλιτεχνική τομή. Αδειάζοντας οι καφετέριες και τα μπιλιαρδάδικα, γέμισαν κόσμο οι γκαλερί, τα μουσεία και τα πολιτιστικά κέντρα. Η τεχνοκριτική εκτόπισε επιτέλους τις αναρτήσεις και ειδικά τις φωτογραφίες με φίλτρα. Οι Σχολές Καλών Τεχνών άνοιγαν νέα παραρτήματα, οι Μπιενάλε έκαναν πρωτοσέλιδα και οι οίκοι δημοπρασιών χτύπησαν ποσά πρωτοφανή στην ιστορία της αγοράς τέχνης.
Σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, λογοτέχνες και κομματικά στελέχη εγκατέστησαν παντού πρότυπα ουρητήρια με την υπογραφή «R. Mutt 2025». Συλλέκτες και θηρευτές ταλέντων αναζήτησαν την Κρήνη σε τεχνοτόπους, εφημερίδες και ειδικά αφιερώματα. Γυναίκα, συγγραφέας και ποιήτρια με ανδρικό ψευδώνυμο, και συγκεκριμένα Ρίτσαρντ Μουτ, παρουσίασε μια τέτοια κρήνη πορσελάνης σε εκθεσιακό χώρο, η οποία έτυχε εξαιρετικής υποδοχής ως γλυπτό.
Αναπαράγοντας μια εύληπτη ιδέα, ένα στιγμιαίο σοκ, μία ορισμένη κατεύθυνση ή ένα μεμονωμένο συμπέρασμα με απαράμιλλη, ομολογουμένως, συνέπεια, η Κρήνη έπαψε πλέον να αποσταθεροποεί το βλέμμα, εφόσον μπορούσε απλά να το καθοδηγεί. Οι μηχανισμοί της μαζικής κουλτούρας και ο ορθολογισμός εκτόπισαν τη μεταρσίωση και την πραγμάτωση στο μοναδικό. Μορφές προβλέψιμες και αναγνωρίσιμες, εμμονικά σχεδόν επαναλαμβανόμενες εγείρονταν σε αντικείμενο λατρείας. Η υπεραπλούστευση συμβόλων, αξιών και συνθετότατων διεθνών καταστάσεων νοούνταν πλέον ως ριζοσπαστική αναμέτρηση με την παράδοση.
Το θέμα είδε τον εαυτό του να εγείρεται παντοδύναμο, αφήνοντας πίσω του τη μορφή και την ίδια την πραγμάτευση του περιεχομένου, που πολλές φορές συνέχονταν σε ό,τι η ανθρώπινη εξέλιξη αποκάλεσε «τέχνη» ή «υψηλό», μη αναγώγιμο δηλαδή σε μήνυμα, πληροφορία ή παντιέρα. Το θέμα-μπαμπούλας μπορούσε να διεγείρει τα πλήθη, χωρίς να τα πολιορκεί, μετείχε δε στους νόμους της αγοράς, την οποία εξήγγελλε ότι προτίθετο να αποδομήσει.
Ο Μπαμπούλας έπαιρνε δε συχνά τη θέση του Αμνού, για να μας πείσει ότι η χειρονομία μπορούσε να γενικευθεί, χωρίς ν’ αδειάζει, το ίδιο κι οι απολογητές του, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση,
Ο Αμνός φορούσε Prada.
Η ιδεολογία έπαψε να θεωρείται ως ένα καταρχήν –μαρξικά και μεταμαρξιστικά– σύστημα, ενώ οι Κρήνες αδυνατούσαν να δουν τον εαυτό τους ως μετα-αφήγηση των μεγάλων αφηγήσεων. Ομοίως, η ιστορία δεν χρειαζόταν πια μεθοδολογική και αναλυτική ακρίβεια, εφόσον μια μετα-ιστορία εξηγούσε πλέον πώς λειτουργεί ή πώς φτιάχνεται η κάθε ιστορία. Όντος του έργου ανοιχτού σε ερμηνεία ή εκφραστή μιας όποιας υπό αίρεση και πάντα εναλλάξιμης αλήθειας, οι κριτικοί επιτέλους ξεκουμπίστηκαν και μας άφησαν στην ησυχία μας. (περισσότερα…)
