Μήνας: Δεκέμβριος 2016

Αντίφαση, αντίθεση, αντινομία στην ποίηση

cern_1

~ . ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ομολογουμένως η ποίηση, από την φύση της, δεν μπορεί να είναι το πλέον ασφαλές καταφύγιο της λογικής (καίτοι βεβαίως  την συμπροβάλλει, όπως κάθε τι στον κόσμο φανερώνει, αναγκαστικώς, “μια λογική”) ή ο πλέον σταθερός δείκτης της. Μάλλον ορίζει μιαν “ακτίνα ελευθερίας”  σε σχέση με κάθε λογική, ή μια περιοχή -σχετικής- απαλλαγής από αυτήν. Είναι, από μιαν ορισμένη φιλοσοφική άποψη, η ποίηση,  ένα διάλειμμα στην λογική και την αναγκαιότητά της.

Βέβαια, αυτά είναι πολύ σχετικά, πάντα, μιας και όπως προελέχθη, τα όρια ανάμεσα σε λογική και μη-λογική, ή την υπέρβασή της, δεν είναι πάντοτε διακριτά ή με έναν προπαγιωμένο τρόπο αδιαμφισβήτητα, ωστόσο αυτό που έχει μεγίστη σημασία να λεχθεί σε αυτήν την περίπτωση είναι, πως καίτοι ομιλούμε για έννοιες που μπορεί να αποβούν κάποτε  “ρευστές”, εν τούτοις δεν παύουν γι’ αυτό να  προφαίνουν ως ξεχωριστές ανά περίσταση ή επιλογή..

Λέμε στον καθημερινό λόγο: “με αυτήν την λογική”, “σύμφωνα με την δική σου λογική” κλπ. Η Λογική φυσικά είναι μία, είτε την λαμβάνουμε στην τυπική είτε στην εγελιανή εκδοχή της, αλλά και σε κάποια άλλη που μπόρεσε να “επισημοποιηθεί” στον πνευματικό κόσμο, τουλάχιστον ως “μία” εκδοχή λογικής. Όμως, παρά τις μετρημένες αυτές “λογικές”, ο καθημερινός λόγος μαρτυρεί περί της υπάρξεως πολλών “λογικών”.  Πιθανόν, τόσες πολλές “λογικές” όσοι είναι οι άνθρωποι και οι περιστάσεις τους. Από αυτή την άποψη η “λογική της ποίησης” δεν είναι λιγότερον υπαρκτή, και με αυτήν ασχολούμαστε στο παρόν κείμενο, ερευνώντας, με έναν συμπερασματικό-καταληκτικό τρόπο, τις έννοιες της “αντίφασης”, της “αντίθεσης” και της “αντινομίας” αναφορικά με αυτήν την “λογική της ποίησης”.

Η αντίφαση, λοιπόν, από λογική άποψη λαμβάνεται ως μη συμβατότητα ή αλληλαποκλεισμός ανάμεσα σε δύο όρους ή δύο “θέσεις”:  μια αρχή ή τάση που ενείχε μεν αριστοτελικές αφετηρίες, ωστόσο παγιώθηκε στον χρόνο ανάμεσα σε πολύ πρόδηλες “αντιθέσεις” των οποίων η ενότητα (αντίφαση) θεωρείτο ως αδύνατη ή μη υπαρκτή στην πραγματικότητα. “Contradictio in terminis” (αντίφαση εν όροις), είναι ένας παλαιός όρος που δηλώνει το “ασύμβατο” που ενέχει η αντίφαση στην λεκτική εκφορά,  και στον βαθμό που συνήθως δεν διαπιστώνεται ή δεν έχει διαπιστωθεί έως τώρα στην πραγματικότητα, χωρίς όμως και τίποτε να αποκλείει κάτι τέτοιο εξ ορισμού και διηνεκώς. Δεν θα μπορούσε όμως, γενικότερα,  κάτι να υπάρχει ή να μην υπάρχει“ in terminis” αν δεν υπαγορευόταν (ή  δεν έδινε την εντύπωση πως υπαγορευόταν), εμμέσως, από αυτό το νεφελώδες πράγμα που αποκαλούμε “πραγματικό”.

Ίσως, όμως, δεν πρόκειται καν για “υπαγόρευση”, αλλά για επιβολή όρων πάνω σε αυτό το νεφέλωμα, όσον και αυτό μας ξαφνιάζει ή μας τρομοκρατεί, όταν το υποψιαζόμαστε. Επειδή, με τις λέξεις μας στην ουσία δεν “περιγράφουμε” κάτι, αλλά περισσότερον το ορίζουμε εκ των προτέρων. Απ’ αυτήν την άποψη, η ορολογική αντίφαση δεν ξεχωρίζεται εύκολα από μιαν υποτιθέμενη “πραγματική” αντίφαση. Δεν ξέρουμε τι είναι “πραγματική” αντίφαση έτσι κι αλλιώς, στον βαθμό που δεν βλέπουμε καμμία “ουσία” με ορατό τρόπο· in terminis διαπιστώνουμε (υποθέτουμε) πάντα τις αντιφάσεις στον κόσμο.

Σίγουρα, το όλο ζήτημα προκύπτει δαιδαλώδες, εφ’ όσον και αναμενομένως, κάθε διαπίστωση ορολογικής αντίφασης με την παλαιά αριστοτελική και σχολαστικιστική έννοια, υπαγορεύεται από μιαν προδεδομένη φιλοσοφική θέση ή προκατάληψη που μπορεί να έχει ο διαπιστώνων  την “αντίφαση”.

Στον βαθμό που ούτε η “ουσία” ούτε η “υπόσταση” είναι άμεσα ορατές, τότε οι λογικές ασυμβατότητες δεν παύουν  συνήθως να προκύπτουν από την πίστη σε μιαν ορισμένη σχέση ανάμεσα σε λέξεις και έννοιες, στο πλαίσιο όμως μιας εκ των προτέρων δεδομένης φιλοσοφικής βεβαιότητας ή παραδοχής κάποιας φιλοσοφικής “σχολής”.

Για παράδειγμα: λέμε πως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτοχρόνως σε δύο σημεία (τόπους). Αυτό για τον ιστορικό ή δυτικό νου, είναι τόσον ακλόνητον ως βεβαιότητα (μάλλον ως απόρριψη βεβαιότητας), ώστε να αρνείται, σχεδόν ανακλαστικώς,  κάθε αντίθετο ισχυρισμό. Η πειθώ της  εμπειρίας ή μη εμπειρίας,  είναι εκείνη που δημιουργεί έτσι κι αλλιώς αυτήν την προπαραδοχή ή προκατάληψη. Για έναν πρωτογονικό (ή και αρχαϊκό) νου όμως, το να βρίσκεται ένας άνθρωπος ταυτοχρόνως σε δύο τόπους ακούγεται ως κάτι φυσιολογικό (μαγική αντίληψη του κόσμου) ή τουλάχιστον, δεν το αποκλείει. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να το “αποδεχθεί”.

Ούτε η ποίηση όμως, στον βαθμό που δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην την λογική της αιτιότητας, θα είχε κάποιο πρόβλημα να αποδεχθεί είτε αυτό είτε παρόμοια εν γραπτώ.

Γενικά, μιλώντας, η ποίηση δεν χειρίζεται μόνον τις αντιφάσεις ως (όχι ακριβώς λογικές αλλά σίγουρα ως “υπαρκτικές”) προκλήσεις όσον διαπιστώνεται πως η ίδια συχνά ασφυκτιά  στην επικράτεια της λογικής (αν η φιλοσοφία βρίσκεται “σαν στο σπίτι της” μέσα σε αυτήν την επικράτεια, η ποίηση απλά την μετέρχεται ως ξενοδοχείο), αλλά συνιστά, εν πολλοίς, η ίδια αντίφαση. Γιατί; επειδή, ο λόγος υπάρχει πρωτίστως χάριν “αιτιότητας”, μια έννοια με την οποία η ποίηση δεν είναι υποχρεωμένη να έχει κατ’ ανάγκην και τις καλύτερες σχέσεις. Η αναγκαιότητα του λόγου είναι το μέτρο της πάλης για επιβίωση σε ένα εχθρικό περιβάλλον και , κατ’ επέκτασιν,  για επιβίωση στην Ιστορία, τουλάχιστον από ένα χρονικό σημείο και μετά.

Ο άνθρωπος ζει σε ένα σύμπαν αιτιατών φαινομένων και αυτά αποπειράται κυρίως  να διακοινωνεί μέσω του προφορικού και γραπτού λόγου. Αν ζούσε σε ένα φαινομενικώς μη αιτιατό σύμπαν, τότε, παραδόξως, η ποίηση θα ήταν ο καθημερινός λόγος. Βέβαια, το γεγονός ότι ο πρωτογονικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται πολλά πράγματα με έναν μη αιτιατό τρόπο, δεν αίρει τον φόρο τιμής στην  αιτιότητα που είναι αναγκασμένος να καταβάλλει και αυτός στην καθημερινότητά του. Όμως οι επί μέρους ανθρωπολογικές διαφοροποιήσεις θα μας πήγαιναν πολύ μακριά σε ένα τέτοιο κείμενο, το οποίο ενέχει εξ αρχής άλλους σκοπούς.

Η αντίθεση από την άλλη, δεν είναι ζητούμενη ενότητα (όπως στην έννοια της “αντίφασης”) έστω και μη υπαρκτή, αλλά διεκφαίνεται πάντα ως αντι-παρά-θεση και  μη κατ’ ανάγκην δυναμική συνύπαρξη δύο εννοιών ή όρων ή προτάσεων που κρίνονται για τον α ή β λόγο ως “αντίθετες”.

Για παράδειγμα: το “άσπρο” και το “μαύρο” ως αντίθετα, με κυριολεκτική ή μεταφορική έννοια, μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν χωρίς να ορίζουν θέμα “ενότητας”. Ο κόσμος μας, προδήλως, είναι γεμάτος από τέτοιες αντιθετικές συνυπάρξεις, οι οποίες από την φύση τους δεν εμφανίζουν κάποιο “λογικό” πρόβλημα στο βαθμό που δεν παρουσιάζονται κατ’ ανάγκην ως ενότητα μεταξύ τους (αντίφαση).

Βέβαια από την άλλη, ο καθημερινός λόγος, δημιουργεί συχνά “ζήτημα εκ του μηδενός”, προκειμένου να εξάρει την απόρριψη μιας “αντίφασης”. “Είναι άσπρο-μαύρο, αυτό που είπες”, λέγεται συχνά, που σημαίνει “δεν ξέρεις τι λες”. Και όμως, ο κόσμος εμφανίζει το “άσπρο-μαύρο” στην καθημερινή οπτική αντίληψη με τέτοια συχνότητα, ώστε θα έπρεπε αυτή η αντι(συμ)παράθεση να θεωρείται ως το πλέον λογικό πράγμα στον κόσμο. Αν οι άνθρωποι κάποιες φορές δεν ξέρουν τι λένε, δεν μπορεί και ο σύνολος κόσμος να “μην ξέρει τι λέει”. Και στον βαθμό που ο πρώτος, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να “αντιφάσκει” με τον ίδιο τρόπο που η ζωή, ο κόσμος και οι μεμερισμένες αλήθειές τους αντιφάσκουν, τότε προφανώς “ξέρει τι λέει”, αλλά κυρίως “λέει ό,τι ξέρει” (έχει διαπιστώσει στην εμπειρία του και μεταφέρει στον λόγο του).

Ο καθημερινός λόγος, είναι αλήθεια, παίζει συχνά με αδιέξοδα που κάποτε ωστόσο δεν είναι τίποτε περισσότερο από πολύ εύκολα αντιληπτές προφάνειες της ζωής. Και η αντίφαση ανήκει μάλλον σε ό,τι διαπιστώνουμε εν πληθωρικότητι στην ζωή, όμως αρνούμαστε να το παραδεχθούμε στην καθημερινή σκέψη. Από αυτήν την άποψη, ο Χέγκελ, τουλάχιστον, που δόμησε την λογική του στην δυναμική πλευρά της αντίφασης, θα πρέπει να θεωρείται, εκτός των άλλων, ένας από τους πλέον ειλικρινείς φιλοσόφους που υπήρξαν ποτέ. Δεν απομυθοποίησε μόνον μια παλαιά, αριστοτελικού τύπου προκατάληψη, αλλά αγκάλιασε αυτό το ίδιο το “εξορκισμένο” και το προέβαλε θετικά.  Ό,τι για έναν μέσο νου ήταν “παράλογο”, για τον Χέγκελ ήταν η ίδια η ζωή.

Η ποίηση, πάντα “αγκαλιάζει” την αντίφαση, με την ίδια θέρμη που το έπραττε ο Γερμανός φιλόσοφος, είτε αυτό γίνεται συνειδητά είτε ασυνείδητα. Στο κάτω-κάτω, η ίδια η έννοια της “μεταφοράς” είναι κάτι το κατ’ εξοχήν αντιφατικό στην διεκπεραίωσή του μέσω του γραπτού λόγου.

Το γεγονός ότι ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να αποδώσει μέσω ενός συγκεκριμένου σχήματος λόγου την αλήθεια ενός γεγονότος, σκηνής, προσώπου, κατάστασης κλπ., στην πραγματικότητα μέσω μιας “απομάκρυνσης” από αυτά και προβαίνοντας σε μια δηλωτική- “ετερομοιοφανή” σχέση τους (να μου συγχωρηθεί ο νεολογισμός), αυτό συνιστά σίγουρα αντίφαση. Για να μπορέσει να δει, διαπιστώσει, εκτιμήσει, εκφράσει μιαν ουσιαστικότερη αλήθεια ενός πράγματος, “αποχωρεί” από αυτό.  Ή αλλιώς, και για να το πούμε πιο συνοπτικά:  για να προσεγγίσει κάτι ο ποιητής (μέσω της μεταφοράς), απομακρύνεται από αυτό. Και αυτό δεν είναι, φυσικά,  τίποτε άλλο από αντίφαση.

Η αντινομία, με καντιανή ή ευρύτερη έννοια, και εν κατακλείδι, είναι η ασυμβατότητα δύο “νόμων” μεταξύ τους, είτε φυσικών είτε όχι. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε αδικαιολόγητη και πολύ επιφανειακή εκδίωξη ή εξορκισμός του όρου “αντίφαση” στον καθημερινό λόγο, θα οφειλόταν παρερμηνευτικώς, μάλλον,  στην έννοια της “αντινομίας”, η οποία προκύπτει εχθρική έτσι κι αλλιώς για κάθε πρακτική δραστηριότητα του ανθρώπου.

Όμως, ακόμα και αυτή η έννοια, δεν θα μπορούσε να είναι “απαγορευμένη” στην ποίηση. Πολλές ποιήσεις (ιδιαίτερα εκείνες που μετέχουν σε ένα ικανό ποσοστό του “οραματικού” ή ενός σκοπούμενου φαντασιακού στοιχείου) βρίθουν από περιγραφές “αντινομικών”  φαινομένων.

Για να καταλήξουμε κατ’ ελπίδα σε ένα όσον το δυνατόν πιο ουσιώδες συμπέρασμα, θα έλεγε κανείς πως και οι τρεις έννοιες, “αντίφαση”, “αντίθεση”, “αντινομία”, μοιάζει αν όχι να δικαιώνονται στην ποίηση (έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κανείς το τι θα συνιστούσε ακριβώς “δικαίωση” και για τα τρία, και ούτε καν θα έπρεπε να θεωρηθεί “ζητούμενο” κάτι τέτοιο), τότε, τουλάχιστον, να βρίσκονται σε έναν πολύ οικείο χώρο. Εκεί όπου μπορούν να αναπτύσσονται ελευθέρως και χωρίς τον φόβο του ψόγου ή της μομφής από  την πλευρά μιας καθημερινόλογης ένστασης.

Είναι, λοιπόν, από αυτήν την άποψη, η ποίηση κάτι πολυτιμότερο απ’ όσον φαίνεται ή εκτιμάται συνήθως. Μα πραγματικά, αν μπορούμε να αλλάζουμε με τόσην ευκολία τις σχέσεις των πραγμάτων στον ποιητικό γραπτό λόγο, και στον βαθμό που τίποτε δεν μας πείθει πως μεταφέρουμε γλωσσικά στον καθημερινό λόγο τις σχέσεις των ιδίων πραγμάτων έτσι όπως υποτίθεται ότι υπάρχουν σε κάποιο νεφελώδες “πραγματικό”  παρά μόνον τις προδιαγράφουμε με λέξεις (“εμφανίζοντάς” τις  κατά κάποιο τρόπο!), τότε, και στον βαθμό, ακόμα, που ο άνθρωπος δεν θα παύει ολοένα να “διανοίγεται” ανθρωπολογικώς με κύρια συνιστώσα αυτής της δύναμης εξόδου την ίδια την γλωσσική λειτουργία του, συνυπολογιζομένων όλων αυτών λοιπόν, η ποίηση είναι μια πολύ πιο σοβαρή υπόθεση, απ’ όσον συνήθως πιστεύουμε.

Ανοίγει “δρόμους” στο μέλλον, με έναν τρόπο που ούτε οι ποιητές συνήθως υποψιάζονται. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει, πως η ποίηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους ποιητές, αν θα θέλαμε σε αυτήν την περίπτωση να μετασχηματίσουμε με φάλτσα πρόθεση  ένα τετριμμένο κλισέ, αλλά, σίγουρα, σημαίνει πως η ποίηση είναι πολύ πιο σοβαρή υπόθεση, απ’ όσον φαίνεται ή φέρεται να την παίρνουν συνήθως πολλοί ποιητές.

Επειδή, κάποτε έχει νόημα το “ανθρωπολογικό” μέρος να υφίσταται πολύ πιο πάνω από το μονόπλευρα “γραμματολογικό” της λογοτεχνίας. Αν βεβαίως, επιθυμούμε να μην πάει χαμένο τζάμπα τίποτε από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, και να προτιμούμε σε κάθε περίπτωση  την  ζωντανή σάρκα του λόγου έναντι των σκορπισμένων οστών του.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Advertisements

Ιστορία της γενειάδος

bearded

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Η γενειάδα, καθώς και η κόμη, είναι τα στοιχεία εκείνα της εξωτερικής μας εμφάνισης, στα οποία μπορούμε να παρέμβουμε ευκολότερα. Δύσκολα καθορίζει κανείς το ύψος, το πάχος ή το σχήμα του σώματός του. Εντούτοις μπορεί να καθορίσει το μήκος, την πυκνότητα ακόμα και αυτή την ύπαρξη της γενειάδας του (αν ανήκει, βέβαια, στο άρρεν φύλο).

Περισσότερο απ’ την κόμη, η γενειάδα, ως κατ’ εξοχήν του άρρενος προνόμιο, αποτέλεσε βασικό παράγοντα της παγκόσμιας ιστορίας. Δεν θα υπερβάλλαμε, αν υποστηρίζαμε πως η παγκόσμια ιστορία είναι και ιστορία της γενειάδας.

Οι μεγάλοι πολιτισμοί μπορούν να διαχωριστούν σε αγένειους και γενειοφόρους. Οι δύο διαλεκτικές δυνάμεις που κινούν την παγκόσμια ιστορία είναι η γενειοφόρος και η αγένειος. Και κάθε ριζική μεταβολή στον κόσμο συνοδεύεται από την εκ νέου εμφάνιση ή εξαφάνιση της γενειάδας.

Κατ’ εξοχήν αγένειος πολιτισμός ήταν ο αιγυπτιακός, αν παραβλέψουμε το στενό σφηνοειδές γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι που συνήθιζαν να έχουν οι Αιγύπτιοι, το οποίο ασφαλώς δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως αληθινή γενειάδα αλλά μάλλον ως απλό διακοσμητικό στοιχείο. Μάλιστα οι Αιγύπτιοι απεχθάνονταν σε τέτοιο βαθμό την τριχοφυΐα, ώστε ξύριζαν ακόμα και την κόμη τους, κι όχι μόνον οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες: η Νεφερτίτη λ.χ. ήταν φαλακρή.

Αντιθέτως, οι Ασσύριοι, ήδη από την εποχή του Σαρδανάπαλου, έτρεφαν πλουσιότατη μακρά γενειάδα. Η σύγκρουση των δύο βασιλείων ήταν, βέβαια, αναπόφευκτη. Οι Ασσύριοι ρήμαξαν την Αίγυπτο και λεηλάτησαν τις περίλαμπρες πολιτείες της. Λίγο αργότερα, οι επίσης γενειοφόροι Πέρσες έθεσαν τέλος στην κρατική της υπόσταση. Οι γενειοφόρες δυνάμεις επικράτησαν στην Εγγύς Ανατολή.

Οι μικρογένειοι Έλληνες του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη αναχαίτισαν την προς δυσμάς προέλαση των βαθυγένειων Μήδων και έσωσαν τον Ελληνισμό, αλλά σύντομα οι Πέρσες επανέκαμψαν και εκμεταλλευόμενοι τις έριδες των ελληνικών πόλεων, ουσιαστικά ρύθμιζαν τα της Ελλάδος κατά το συμφέρον τους. Ο περσικός χρυσός κατόρθωσε ό,τι απέτυχαν να κάνουν τα δρεπανηφόρα άρματα του Ξέρξη. Μόνον όταν επικράτησε το ξύρισμα της γενειάδας, τον καιρό δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κι από τον αγένειο Μακεδόνα στρατηλάτη, καταλύθηκε η περσική αυτοκρατορία.

Οι Σελευκίδες και Πτολεμαίοι διάδοχοι του Αλεξάνδρου παγίωσαν στην Ανατολική Μεσόγειο ένα αγένειο status quo, το οποίο διατήρησαν κι οι Ρωμαίοι. Η μετάβαση από τη δυναστεία των Λαγιδών στους Λατίνους του επίσης αγένειου Οκταβιανού Αυγούστου δεν συνιστούσε ρήγμα στην ιστορία του Ελληνισμού αλλά ομαλή συνέχεια. Ο Ελληνισμός συνέχισε να θάλλει και να μεγαλουργεί και υπό το σκήπτρο των Ρωμαίων.

Από την εποχή του Αδριανού όμως η γενειάδα αναδύθηκε σταδιακά εκ νέου. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός πως στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, όταν ο αρχαίος κόσμος ακτινοβολεί τις λοίσθιες αναλαμπές του, οι αγένειες δυνάμεις επανακάμπτουν προς στιγμήν: ακόμα κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν αγένειος, όπως κι οι διάδοχοί του. Πολλές φορές στην ιστορία δρουν την ίδια περίοδο δυνάμεις κατ’ εξοχήν αντίρροπες μεταξύ τους.

Η είσοδος όμως στον κυρίως Μεσαίωνα, μετά την βασιλεία του Ηρακλείου και τις αραβικές κατακτήσεις, σημαδεύεται από την πλήρη επικράτηση των γενειοφόρων. Λαϊκοί και κληρικοί, αυτοκράτορες και αυλικοί, όλοι τρέφουν γενειάδα. Τη εξαιρέσει, βέβαια, των ευνούχων. Η ιδιότητα όμως του σπανού επέφερε όνειδος βαρύ. Οι σύγχρονοι ορθόδοξοι ιερείς είναι τα τελευταία λείψανα αυτού του μεγάλου γενειοφόρου πολιτισμού των Μέσων Χρόνων. Και μιας και μιλήσαμε για τους ορθόδοξους ιερείς, ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε την σημασία της γενειάδας (ή της απουσίας της) στα θρησκευτικά δόγματα. Συγκρίνετε τον αγένειο και κεκαρμένο βουδισμό με τον συνήθως αμύστακο πλην βαθυγένειο ακραίο ισλαμισμό. Στην συνείδηση των περισσοτέρων μας άλλωστε, η ύπαρξη ή μη της γενειάδας στους θρησκευτικούς λειτουργούς δεν συνιστά τη βασική διαφορά μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων;

Ας θίξουμε επί τροχάδην όμως την κεφαλαιώδη σημασία της γενειάδος στον Χριστιανισμό. Οι πρώτοι Χριστιανοί, για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον γενειοφόρο ιουδαϊσμό, ξυρίζονταν. Αγένειες, άλλωστε, είναι κι οι πρώτες αναπαραστάσεις του Χριστού. Πολύ αργότερα, όπως είπαμε, επικράτησε στο Βυζάντιο ο γενειοφόρος Χριστιανισμός. Ο αγένειος Χριστιανισμός αντιτίθεται και στους τελευταίους πωγωνοφόρους υπέρμαχους της εθνικής θρησκείας. Έτσι οι Αντιοχείς λοιδορούν, όπως μας λέει κι Καβάφης, τα “γελοία γένεια” του Ιουλιανού κι αυτός τους απαντά με τον δηκτικότατο Μισοπώγωνά του. Είναι λάθος να φανταζόμαστε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας (τον Γρηγόριο, τον Βασίλειο, τον Χρυσόστομο) ως σεβάσμιους γέροντες με τεράστια γενειάδα. Και νέοι ήταν –γεμάτοι αστείρευτη ενέργεια– και αγένειοι. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο αρκετά πρώιμο ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας που αναπαριστά έναν αγένειο Ιωάννη. Εικάζω πως ο ψηφοθέτης είχε κατά νουν αυθεντικές απεικονίσεις του Χρυσοστόμου.

Και για να μην μακρηγορούμε και να συντομέψουμε κάπως την επισκόπησή μας, η θαλερή Αναγέννηση ξυρίζεται, η Αντιμεταρρύθμιση επαναφέρει το υπογένειο, ο ανάλαφρος 18ος αιώνας ξαναξυρίζεται, ο Μεγάλος Πέτρος, για να εκπολιτίσει τους Ρώσσους, διατάσσει την αποτομή της γενειάδας και επιβάλει φόρο στους γενειοφόρους, ο βαρύς 19ος αιώνας υποκύπτει και πάλι στη γοητεία της, ο ρηξικέλευθος 20ός την ξανακόβει, οι hippies εκδηλώνουν δι’ εκείνης την αποστροφή τους στον αγένειο καθωσπρεπισμό.

Αυτά τα ολίγα για την τεράστια, την κοσμοϊστορική σημασία της γενειάδος στην ιστορία της ανθρωπότητας.

 

 

Ξάνθος Μα·ι·ντάς: Εν Κνίδω, Δ΄ π.Χ. αιώνας

afroditi

~ . ~

Στην πόλη έγινε γνωστό πως συνευρέθη με το άγαλμα της Αφροδίτης.
Αξιοθαύμαστη, του νέου επισκέπτη, η τρέλα και το πάθος
να αισθανθεί την ιερή σάρκα, όμως η θεϊκή η δύναμή της
κι η σύνεση της πολιτείας τιμώρησαν το ανίερό του λάθος.

Καμία έπαρση στην πράξη του αυτή
σαν θέλησε να νοιώσει δική του την άψυχη την πέτρα
και ν’ απολαύσει ολύμπια ηδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχέ της καλλιπύγιας εραστή, του κάτεργου τις μέρες τώρα μέτρα.

Ω! πόσο βέβηλοι οι αιώνες που πέρασαν αλλάζοντας τα ήθη.
Φάνηκε, ναι φάνηκε αυτό στο ξέφραγο των Παρισίων Λούβρο
στην ξιπασιά μεσήλικα που χάιδευε χλευαστικά της απαράμιλλης θεάς τα στήθη.

Και δεν κατάλαβε κανείς πως άλλο ο θλιβερός του αιώνα μας επιδειξίας
(που είχε κακάσχημο το απαράδεκτό του μούτρο)
και άλλο ο ερωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιάς της θεϊκής Κνιδίας.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ