Στήλες | Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας (από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο)

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)

Οδός Πυθέως 2, Μασσαλία

Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον 15ο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρεττάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.

“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.

«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη

Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς. (περισσότερα…)