Τεχνική, τεχνοκρατία καὶ γλώσσα: Ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ στὸν Μάρτιν Χάιντεγγερ

*

τοῦ ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ συγγραφέα Γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ: Κείμενα πρὶν καὶ μετὰ τὴν έκδημία του  τὸ ὁποῖο μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴκαρος.

///

Καθὼς διανύεται μιὰ περίοδος ἀνήσυχη, κρίσιμη καὶ ἄκρως ἀπροσδιόριστη, θεώρησα ὅτι σὲ ἕνα βιβλίο γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ ἔχει σημασία νὰ διασταυρώσω μερικὰ κείμενα τοῦ Χάιντεγγερ  μὲ τὴν προώθηση τῆς τεχνοκρατίας σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ὁ Γιανναρᾶς ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἀναφέρθηκαν σὲ τέτοια ζητήματα, καὶ μάλιστα συνέδεσε τὴν ἐπέλαση τῆς τεχνοκρατίας μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐξέλιξη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Μιὰ «σύνοψη τῶν ἐπιπτώσεων αὐτῆς τῆς πραγματικότητας εἶναι αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα:

[…] στὴν τρέχουσα τεχνολογική μας γλώσσα θὰ λέγαμε, ὅτι γίνεται ὁ ἄνθρωπος συγκεκριμένη χρονικὴ μονάδα παραγωγῆς καὶ μετρημένη διάρκεια κατανάλωσης – ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ γίνεται ὀκτάωρο, περιορισμένες χρονικὲς διαφυγὲς «ψυχαγωγίας», ἐτήσιο εἰσόδημα καὶ ἐτήσιες δαπάνες, συντάξιμα χρόνια, καὶ τελικὰ δυὸ ἡμερομηνίες: γέννησης καὶ ταφῆς.[1]

Ἂς δοῦμε, λοιπόν.

Οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν πάρει εἴδηση ὅτι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα προέρχεται ἀπὸ τὴν τεχνική. Προτοῦ φτάσουμε στὰ τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης (ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζεται ἡ τεχνητὴ γονιμοποίηση), θὰ πρέπει νὰ δοῦμε –καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτοῦ ποὺ ὁ Χάιντεγγερ ὀνομάζει «παραδοσιακὴ γλώσσα»– τί σημαίνει γλώσσα τῆς τεχνικῆς καὶ πῶς ἀντιτίθεται στὴν ἄλλη, ἀλλὰ καὶ ποιὲς ἄκρως ἀρνητικὲς συνέπειες ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτήν. Ὑπάρχουν τεράστια ζητήματα ποὺ πρέπει ἐπιτέλους νὰ τεθοῦν μπροστὰ στὰ μάτια, στὰ αὐτιά, στὴν καρδιὰ καὶ στὴ διάνοια τῶν ἀνθρώπων σήμερα, καθὼς ὁ κόσμος ἀγγίζει ἕνα ὅριο ἤ, μᾶλλον, τὸ ὑπερβαίνει ἀλόγιστα, χωρὶς νὰ καταλαβαίνει σχεδὸν τίποτα.

Λέω, λοιπόν, ὅτι ἀρχαῖοι λαοὶ ὅπως οἱ Ἕλληνες, οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰνδοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Πέρσες, ἀλλὰ προπαντὸς ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες μὲ τὶς ἀρχαῖες καταβολές μας, κυρίως ὡς πρὸς τὴ γλώσσα καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγο, ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ ξαναδοῦμε σὲ βάθος –ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀναστοχαστοῦμε, ὅπως λένε διάφοροι διανοούμενοι– τὴ σημασία ὅρων ὅπως ἀλήθεια, λόγος, γλώσσα, ὀμορφιά (κάλλος), ὕπαρξη, συν-ύπαρξη, φύλο, ἔρωτας, ἀγάπη, ζωή. Γιατὶ τὸ κυρίαρχο πνεῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου ὅλα αὐτὰ ὄχι ἁπλῶς τὰ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἢ ἀποδόμηση, ἀλλὰ τὰ ἀπορρίπτει ἢ τὰ περιθωριοποιεῖ, θεωρώντας ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐπινοεῖ ἄλλες σημασίες, ἐρήμην κάθε πνευματικῆς ἱστορίας καὶ κάθε παραδοσιακῆς γλώσσας.

Ὁ Χάιντεγγερ στὸ βιβλίο του Παραδοσιακὴ γλώσσα καὶ τεχνικὴ γλώσσα, τὸ ὁποῖο περιέχει ὁμιλία ποὺ ἔδωσε τὸ 1962, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα τριῶν ἐτῶν, διευκρινίζει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δύο γλῶσσες μὲ τρόπο ἁπλὸ καὶ καίριο. Μιλώντας γιὰ «“φυσικὴ”»[2] ἢ «παραδοσιακὴ»[3] γλώσσα, τονίζει ὅτι εἶναι «αὐτὴ ποὺ δὲν τὴν ἐπινόησε καὶ δὲν τὴ διαμόρφωσε ἡ τεχνικὴ […] – ἡ μὴ τεχνικοποιημένη καθομιλούμενη γλώσσα».[4] Γιὰ νὰ δείξει τὴν ὅλη διάσταση αὐτῆς τῆς γλώσσας, ὁρίζει τὴν παράδοση ὡς τὴ «διαφύλαξη τοῦ ἀρχικοῦ»,[5] τὴ «διατήρηση νέων δυνατοτήτων τῆς ἤδη ὁμιλούμενης γλώσσας. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἐμπεριέχει καὶ δωρίζει τὸ ἀνείπωτο».[6] Καὶ προσθέτει ὅτι ἡ ἴδια ἡ γλώσσα

καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα ἀπὸ τὴν παρακαταθήκη της νὰ πεῖ τὸν κόσμο ἐκ νέου καὶ ἔτσι νὰ φανερώσει Αὐτὸ-ποὺ-ἀκόμη-δὲν-ἔχει-ἰδωθεῖ. Αὐτή, ὅμως, εἶναι ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ κλήση τῶν ποιητῶν.[7]

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ διασταυρώσω τὰ λεγόμενα τοῦ Χάιντεγγερ μὲ τὴν παρακάτω διατύπωση τοῦ ποιητῆ Νικηφόρου Βρεττάκου ἀπὸ τὴν ὁμιλία του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸ 1988. Ἀναφερόμενος στὸν ἀρχαιοελληνικὸ λόγο, λέει:

Ὁ ποιητικὸς μας λόγος ὑπῆρξε ὁ ἐκφραστὴς τῆς ἑλληνικῆς μοναδικότητας, γιατὶ μέσα στοὺς ποιητὲς λειτουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ κόσμος καὶ ἡ φωνή τους εἶναι φωνὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Εἰκόνα τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἀποτέλεσε τὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ σκεπτικοῦ.[8]

Ὁ Βρεττάκος μᾶς λέει ὅτι ὁ λόγος, ὅπως ἔρχεται ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους –ὄχι μονάχα ποιητές–, καλύπτει τὴν ἴδια τὴν οὐσία τοῦ ὄντος ἄνθρωπος, ἀκολουθώντας τὸν Ἡράκλειτο καὶ τὶς σπουδαῖες ρήσεις του: α) «οὐκ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντος»[9] («νὰ ἀκοῦτε ὄχι ἐμένα, ἀλλὰ τὸν Λόγο»), β) «τοῦ λόγου δ’ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν»[10] [«ἐνῶ ὁ Λόγος εἶναι κοινός (στοὺς ἀνθρώπους), οἱ πολλοὶ ζοῦν σὰν νὰ ἔχει ὁ καθένας τὴ δική του φρόνηση (ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸν Κοινὸ Λόγο)»] καὶ γ) «ὑπὸ τοῦ διοικοῦντος λόγου καὶ θεοῦ τὰ σύμπαντα»[11] («ὁ Λόγος εἶναι ὁ ἁρμονιστὴς τοῦ σύμπαντος»). Δὲν εἶναι, δηλαδή, ἡ διάνοια καὶ ἡ γλώσσα ζήτημα ἐπικοινωνίας (ἢ ἀκόμη χειρότερα πληροφόρησης, ὅπως στὴν τεχνικὴ γλώσσα), ἀλλὰ ὑποστατικῆς καὶ ὑπαρξιακῆς διάστασης τοῦ ὄντος ἄνθρωπος, ποὺ διαφοροποιεῖται πλήρως ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτὰ ὡς ὁμιλούσα ὀντότητα.

Θὰ πρόσθετα ἐδῶ ὅτι οἱ ποιητὲς θὰ ἔπρεπε νὰ δίνουν μεγαλύτερη ἔμφαση στὸ τρίπτυχο φωνὴ – ὁμιλία – ὀντότητα (ἄνθρωπος, δημιούργημα). Ἐδῶ, προτοῦ φτάσουμε στὸν Χριστὸ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου, μᾶς χρειάζεται ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος λέει:

Ἀπεναντίας, ἡ τωρινὴ διερεύνησή μας […] δείχνει αὐτὴ τὴ δύναμη τῆς γνώσης ποὺ καθένας ἔχει μέσα στὴν ψυχή του, κι ἐπίσης τὸ ἐργαλεῖο, μὲ τὸ ὁποῖο καθένας φθάνει στὴ μάθηση. Ὅπως ἀκριβῶς ἂν δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ στρέφει κανεὶς τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς παρὰ μόνο στρέφοντας ὁλόκληρο τὸ σῶμα [ἐννοεῖ τοὺς δεσμῶτες τοῦ σπηλαίου], ἔτσι πρέπει νὰ στραφεῖ μὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ γίγνεσθαι πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά, ὥσπου νὰ γίνει ἱκανὴ ἡ ψυχὴ νὰ ἀντέχει νὰ ἀντικρύζει τὸ ὂν καὶ τὸ πιὸ φωτεινὸ ἀπὸ τὸ ὄν· καὶ ἰσχυριζόμαστε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Ἀγαθό.[12]

Ὁ Σωκράτης μᾶς βάζει μπροστὰ στὴ διάταξη: ὀντότητα-ἄνθρωπος, ἐνδιάθετος Λόγος (ὁ Κοινὸς Λόγος τοῦ Ἡράκλειτου), δημιούργημα-Ἀγαθό (Θεός). Θεωρεῖ ὅτι ἡ γνώση δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς καταβολές του καὶ τὴν ψυχική του πραγματικότητα, τὴν κατάσταση τῆς ὁποίας ἔχει καθορίσει ἡ ὑπερουράνια προέλευσή της· δὲν φτάνει νὰ συλλάβει τὴν ψυχοσωματικὴ ἑνότητα ποὺ συλλαμβάνει ἡ χριστιανικὴ ἀποκάλυψη καὶ θεολογία, ἀλλὰ φτάνει νὰ δεῖ τὴν ψυχικὴ πλευρὰ τοῦ ἀνθρώπου: ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προέρχεται «εἶδε» τὴν Ὀμορφιά, τὴ Δικαιοσύνη, τὴν Ἀλήθεια, καὶ τὶς φέρει μέσα της. Ἄρα ἡ γνώση εἶναι ἀνα-γνώριση, ἂν ὄχι καὶ ὁμο-λογία σὲ σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος ὅταν θεωρηθεῖ θεόδοτος, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ τὴν ψυχή του.

Αὐτὴ ἡ διάσταση ὁλοκληρώνεται στὸν Χριστὸ καὶ συνιστᾶ θεολογία. Ὁ σαρκωμένος Λόγος δὲν ἀφήνει τίποτα ἀνέγγιχτο καὶ τίποτα ἀπρόσληπτο: προσλαμβάνει τὰ πάντα καὶ τὰ καθαίρει, ἀνεβάζοντάς τα σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. Ὁ Χάιντεγγερ δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει σὲ τέτοιες διατυπώσεις, διότι δὲν πιστεύει. Τὰ λέει ὅλα ὣς ἐκεῖ ποὺ χρησιμοποιεῖ τὶς λέξεις ἄρρητο καὶ ἀνείπωτο. Γιατὶ δὲν δέχεται σάρκωση τοῦ Λόγου. Αὐτὸ εἶναι τὸ Κενὸ στὸν δυτικὸ κόσμο μετὰ τὸν Μεσαίωνα, ἂν ὄχι καὶ πρίν. Ἡ Δύση ἔγδυσε τὸν Λόγο ἀπὸ τὴ Σάρκωση, τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπέρλογη διάσταση καὶ τὸν ἔκανε ἀνθρωποκεντρικὴ ratio. Ὁ Χάιντεγγερ, γράφοντας ὅτι ἡ παραδοσιακὴ γλώσσα κρατάει τὸ ἀρχικό, κοιτάζει πρὸς τοὺς προχριστιανοὺς ἀλλὰ ὄχι πρὸς τὸν Χριστό. Δὲν βάζει στὸ κέντρο τὸ Πρόσωπο τοῦ Λόγου καὶ τῆς Ἀλήθειας καί, μὴ βρίσκοντας ἄκρη στὴ φιλοσοφία, στρέφεται στὴν ποίηση. Στέκεται στὴ γλώσσα καὶ στὴν ποίηση καὶ τὶς συνδέει.

Τί σημαίνουν αὐτά; Σημαίνουν πρῶτα πρῶτα μιὰ ὁλότελα ἄλλη διάσταση ἀπέναντι σὲ αὐτὸ ποὺ ὁ Χάιντεγγερ λέει «τεχνικὴ γλώσσα». Ἡ περιγραφὴ τῆς διαφοροποίησης φανερώνει αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε φυσικὴ ἢ παραδοσιακὴ γλώσσα· αὐτὴ μᾶς πάει στὶς καταβολές, νικᾶ τὴ λήθη καὶ μᾶς φέρνει κοντὰ στὸ ἀληθινό – εἴτε ὡς τὸ ἔξω ἀπὸ τὴ λήθη, εἴτε ὡς τὸ ἀποκαλυμμένο (χριστιανικὰ ἢ ἀρχαιοελληνικά). Γιὰ τὸν Χάιντεγγερ ἔχει μεγάλη σημασία τὸ γεγονὸς τῆς φανέρωσης τῶν πραγμάτων μέσα ἀπὸ τὴ γλώσσα, τῆς ἀπο-κάλυψής τους διὰ τοῦ λόγου, εἴτε στὸ παρελθόν εἴτε στὸ παρόν, ὡς συμπλήρωσης τῶν ὅσων ἔχουν ἤδη ἀποκαλυφθεῖ. Ὡστόσο, τὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ἐπιμείνουμε σὲ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς γλώσσας, οἰκεῖο στὸν ἄνθρωπο ἐξαρχῆς, καὶ νὰ ἐναντιωθοῦμε στὴν τεχνικὴ γλώσσα γιὰ τοὺς λόγους ποὺ παραθέτει πιὸ κάτω:

Μὲ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία τῆς σύγχρονης τεχνικῆς αὐξάνεται ἡ ἰσχὺς –ἡ ἀξίωση ὅσο καὶ ἡ πράξη– τῆς τεχνικῆς γλώσσας ποὺ διαμορφώνεται μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνει τὸ μέγιστο εὖρος πληροφορίας. Ἐπειδὴ διεκπεραιώνεται σὲ συστήματα τυποποιημένου μηνύματος καὶ τυποποιημένης σηματοδότησης, ἡ τεχνικὴ γλώσσα συνιστᾶ τὴν πιὸ σφοδρὴ καὶ ἀπειλητικὴ ἐπίθεση στὸ ἰδιάζον τῆς γλώσσας: τὸ λέγειν ὡς αὐτὸ ποὺ δείχνει καὶ ἄγει στὴν ἐμφάνεια τὰ παρόντα καὶ τὰ ἀπόντα, τὴν πραγματικότητα ἐν εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ.[13]

Θὰ ἔφτανα νὰ πῶ ὅτι οἱ ἐπισημάνσεις εἶναι κοινῆς λογικῆς, ἂν αὐτὴ ἡ κοινὴ λογικὴ δὲν ἔχει πάει περίπατο σήμερα. Ὁ Χάιντεγγερ, παρὰ τὸν δυτικοευρωπαϊσμό του, μιλάει ἐδῶ μιὰ γλώσσα ἄμεσης κατανόησης, ποὺ μᾶς βάζει μπροστὰ στὴν κρίση τῆς ἐποχῆς. Ὄχι μονάχα ἐπισημαίνει τὶς ἐπιπτώσεις ποὺ ὁλόκληρος ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς ἐπιβάλλει στὸν πλανήτη διὰ τῆς τεχνικῆς, ἀλλὰ καὶ προειδοποιεῖ, ἤδη ἀπὸ τὸ 1962, γιὰ τὴν «ἐξέλιξη» ποὺ σήμερα λέγεται τεχνητὴ νοημοσύνη.

///

[1]. Χρῆστος Γιανναρᾶς, Τὸ προνόμιο τῆς ἀπελπισίας, Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 1973, σ. 219.
[2]. Martin Heidegger, Παραδοσιακὴ γλώσσα καὶ τεχνικὴ γλώσσα, εἰσ.-μτφρ.: Κοσμᾶς Ρασπίτσος, Περισπωμένη, Ἀθήνα 2023, σ. 107.
[3]. Αὐτ.
[4]. Αὐτ.
[5]. Αὐτ.
[6]. Αὐτ.
[7]. Αὐτ., σσ. 107-109.
[8] . Νικηφόρος Βρεττάκος, Ποιητικὸς λόγος καὶ ἐθνικὴ ἀλήθεια, Ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ στὴν Ἀκαδημία στὶς 9 Φεβρουαρίου 1988, Ἐκδόσεις Φιλιππότη, Ἀθήνα 1988, σ. 6.
[9] . Ἡράκλειτος, Ἀπόσπασμα 50 Diels-Kranz.
[10]. Ἡράκλειτος, Ἀπόσπασμα 53 Diels-Kranz.
[11]. Ἡράκλειτος, Ἀπόσπασμα 31.
[12]. Πλάτων, Πολιτεία, εἰσ. σημ.-μτφρ.-ἑρμ. σημ.: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Πόλις, Ἀθήνα 2002, σ. 513.
[13]. Martin Heidegger, Παραδοσιακὴ γλώσσα καὶ τεχνικὴ γλώσσα, ὅ.π., σ. 99.

*

*