ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Czesław Miłosz, Tέσσερα ποιήματα

Czesław Miłosz, 1911 – 2004

~.~

Συνάντηση κατά τύχη

Βίλνιους, 1936
Περνάγαμε μέσ’ ἀπό παγωμένα χωράφια πάνω σ’ ἕνα κάρο τήν αὐγή.
Ἕνα κόκκινο φτερό ὑψώθηκε στό σκοτάδι.

Καί ξαφνικά ἕνας λαγός διέσχισε τό δρόμο.
Κάποιος μᾶς τόν ἔδειξε μέ τό χέρι του.

Αὐτά, πολύ παλιά. Κανείς τους σήμερα δέν εἶναι ζωντανός,
Οὔτε ὁ λαγός οὔτε ὁ ἄνθρωπος πού ἔκανε τή χειρονομία.

Ὥ ἀγάπη μου, ποῦ εἶναι, ποῦ πηγαίνουν
Ἡ λάμψη ἑνός χεριοῦ, ἡ ἀνταύγεια τῆς κίνησης, ὁ ψίθυρος τῶν βότσαλων.
Δέ ρωτάω ἀπό θλίψη, ἀλλά θαμπωμένος ἀπό ἀπορία.

///

Κι ὡστόσο τά βιβλία

Κι ὡστόσο τά βιβλία θά βρίσκονται πάνω στά ράφια, ξεχωριστές ὑπάρξεις,
Πού ἐμφανίστηκαν κάποτε, ἀκόμη ὑγρά
Ὅπως λαμπερά κάστανα κάτω ἀπό δέντρο τό φθινόπωρο,
Καί, ἀγγιγμένα, χαϊδεμένα, ἄρχισαν νά ζοῦν
Παρά τίς φωτιές στόν ὁρίζοντα, κάστρα ἀνατιναγμένα,
Φυλές ἐν πορείᾳ , πλανῆτες ἐν κινήσει.
«Ὑπάρχουμε» εἶπαν, ἀκόμη κι ἄν οἱ σελίδες τους
Ἦσαν κουρελιασμένες, ἡ φλόγα πού βούιζε
Ἔγλειφε ὥς τήν ἐξάλειψη τά γράμματά τους. Τόσο πιό μεγάλης διάρκειας
Ἀπό μᾶς, πού ἡ εὔθραστη θέρμη μας
Κρυώνει μαζί μέ τή μνήμη, σκορπίζεται, χάνεται.
Φαντάζομαι τή γῆ, ὅταν δέν θά ὑπάρχω πιά:
Τίποτα δέν συμβαίνει, καμιά ἀπώλεια, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀλλόκοτη παρέλαση,
Γυναικεῖες ἐνδυμασίες, δροσόλουστες πασχαλιές, ἕνα τραγούδι στήν κοιλάδα.
Ὡστόσο τά βιβλία ἐκεῖ πάνω στα ράφια θά εἶναι, ὑψηλῆς καταγωγῆς,
Προερχόμενα ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά κι’ ἀπό φῶς, κορυφαῖα ὕψη.

///

Ἀργοπορημένη ὡριμότητα

Ὄχι νωρίς, κοντά στό πλησίασμα τῶν ἐνενήντα χρόνων μου,
ἔνιωσα μιά θύρα ν’ἀνοίγει ἐντός μου καί εἰσῆλθα
στή διαύγεια τοῦ ἄγουρου πρωϊνοῦ.

Ἡ μια μετά τήν ἄλλη οἱ προηγούμενες ζωές μου ἀπέπλεαν
σάν καράβια, με τη θλίψη τους μαζί.
Και οἱ χῶρες, οἱ πόλεις, οἱ κῆποι, οί κόλποι τῶν θαλασσῶν
ὅσα παραχωρήθηκαν στόν χρωστήρα μου ἦρθαν ἐγγύτερα,
ἕτοιμα τώρα νά περιγραφοῦν καλύτερα ἀπό πρίν.

Δέν ἀποχωριζόμουν τούς ἀνθρώπους,
λύπη και συμπόνια μᾶς ἕνωναν.
Ξεχνᾶμε –ἐπέμενα νά λέω– πώς ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Βασιλιᾶ.

Γιατί ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προερχόμαστε δέν ὑπάρχει καμιά διαίρεση
μέσα στό Ναί καί τό Ὄχι, μέσα στό εἶναι, ἦταν καί θά εἶναι.

Ὑπήρξαμε ἄθλιοι, δέν χρησιμοποιήσαμε παραπάνω ἀπό ἕνα ἑκατοστό
τοῦ δώρου πού λάβαμε γιά τό μακρύ μας ταξίδι.

Στιγμές ἀπό χτές κι ἀπό αἰῶνες πρίν
– τό χτύπημα ενός ξίφους, τό βάψιμο τῶν βλεφαρίδων μπρος στον καθρέπτη,
ἕνα γυαλισμένο μετάλλιο, μιά θανάσιμη βολή τοῦ μουσκέτου,
μια καραβέλα μέ τό κύτος ποδισμένο πάνω σέ ὕφαλο –
κατοικοῦν μέσα μας,
προσδοκώντας μιάν ἐκπλήρωση.

Τό γνώριζα, πάντοτε, πώς θά ἤμουν ἕνας ἐργάτης τοῦ ἀμπελώνα,
ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ζωντανοί ἄνδρες καί γυναῖκες τοῦ ἴδιου καιροῦ,
εἴτε συνειδητά τό γνωρίζουν εἴτε ὄχι.

///

Τραγούδι γιά τό Τέλος τοῦ Κόσμου

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Μέλισσα περικυκλώνει ἕνα τριφύλλι,
Ψαράς μπαλώνει ἕνα γυαλιστερό δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια ἀναπηδοῦν στή θάλασσα,
Δίπλα σέ νερόλακκο χελιδονάκια παίζουν
Καί τό φίδι ἔχει χρυσαφένιο πουκάμισο ὅπως τοῦ πρέπει πάντα.

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Γυναῖκες μιλοῦν στά χωράφια κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τους,
Ἕνας μεθυσμένος νυστάζει στήν ἄκρη τῆς πρασιᾶς,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στό δρόμο
Καί μιά βάρκα μέ κίτρινα πανιά πλησιάζει τό νησί,
Φωνή βιολιοῦ κρέμεται στόν ἀέρα
Kαί ὁδηγεῖ σέ ἀστροφώτιστη νύχτα.

Καί κεῖνοι πού προσδοκοῦσαν ἀστραπές καί βροντές
Ἀπογοητεύονται.
Καί κεῖνοι πού περίμεναν σημάδια καί ἀγγέλων σάλπιγγες
Δέν τό πιστεύουν πώς συμβαίνει τώρα.
Ὅσο ὁ ἥλιος και ἡ σελήνη εἶναι ψηλά,
Ὅσο ὁ μπάμπουρας ἐπισκέπτεται τό ρόδο
Ὅσο γεννιοῦνται ροδαλά βρέφη
Κανείς δέν πιστεύει πώς συμβαίνει τώρα.

Μόνον ἀσπρομάλλης γέροντας, ἴσως προφήτης,
Ὅμως, δέν εἶναι προφήτης, γιατί εἶναι τρομερά πολυάσχολος,
Ἐπαναλαμβάνει καθώς στηρίζει τίς τομάτες του:
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα,
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα.

Βαρσοβία, 1944

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

///

Οἱ ἀποδόσεις αὐτές βασίζονται στίς ἀγγλικές μεταφράσεις τῶν ποιημάτων. Κατά σειρά: τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ καί τῆς Lillian Vallee· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas, ἐπίσης· τοῦ Αnthony Milosz.

*

*

*

Paul Valéry, «Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι…»

*

Ένα ανακάτεμα το πνεύμα

Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι, φράσεις,
όσα από ύπνο ή έρωτα μέσα έχουν περάσει,
όσα η τύχη ή οι θεοί μάς έχουνε δωρίσει,
ένα άλμπουμ με θραύσματα ζωής έχουν γεμίσει.

Χαζό, άτοπο, ανοίκειο, συμπαθές, κατά το ρεύμα,
ένα ανακάτεμα και τίποτε άλλο είναι το πνεύμα,
δούλος μιας μύγας ή κυρίαρχος κάποιου νόμου,
από όπου κάθε λεπτό ξεμπλέκει το ΕΓΩ μου.

///

[Έχετε γεια…!]

Έχετε γεια…! ωραίες μου εικόνες, προς τα σας πηγαίνει
η αγκαλιά, λιμάνι λες κι είστε που δεν χορταίνει!
Εμπρός, καράβια άγρια με φτερά ορθωμένα στα ύψη,
κινδύνων ιστιοφόρα που ’χει ο Χάρος σπιρουνίσει!
Γρήγορα…! θα χαθεί ο Τάνταλος μέσα στο βράδυ…
Και τότε ένα Τριαντάφυλλο μες στο μοιραίο σκοτάδι,
καθώς η εφήμερη των ουρανών χαρά θα σβήσει,
ένα έσχατο εντελώς, ένα τριαντάφυλλο της Δύσης
χλομό μες στο αχανές το βράδυ θα ανατριχιάζει…
Στου εξώστη το κατάρτι πλέον δεν βλέπω να σπαράζει
συλφίδα με σημαίας χρώμα από αύρα που μεθάει,
και η ψυχρή πνοή που και το δέρμα διαπερνάει
λες και από ένα ζοφερό καρνάγιο μέσα φτάνει
που δεν είναι άλλο απ’ το μεγάλο ετούτο το λιμάνι!
Παράθυρα κλείστε, κλείστε παράθυρα δαρμένα!
Μεγάλα μάτια με της γνήσιας νύκτας τη φοβία!
Κι εσύ από τα ύψη με τα άστρα τα σπαρμένα
δέξου την μπολιασμένη από μυστήριο και ανία
κείνη τη μητρική των στοχασμών σου αλαλία…

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

***

 Yves Bonnefoy, Ανάγνωσε το βιβλίο!

*

Ο κήπος ήταν γεμάτος πορτοκαλιές, η γαλάζια σκιά, πουλιά που τιτιβίζανε στα κλαριά. Το μεγάλο καράβι, με όλα τα φώτα του αναμμένα, προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπηλές όχθες. Τι είναι το χρώμα, αναρωτήθηκε εκείνος που έσπρωξε τη χαμηλή μικρή πόρτα, που τη θρυμμάτιζε το δάσος και που συνέχιζε με κηλίδες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση βροχή. Ίσως είναι το σημάδι που μας δείχνει ο Θεός μέσω του κόσμου, καθότι από αυτό το πράσινο σε αυτό το γαλάζιο ή σε αυτήν την ώχρα την ολίγον τι κόκκινη, εν τέλει είναι σαν μία φράση δίχως νόημα, και ποιός άλλος σιγεί, όπως αυτός; Το καράβι είχε σταματήσει, άρχισαν να φαίνονται τώρα όλα αυτά τα άτομα που πηγαινοερχόντουσαν σε μία από τις γέφυρες, σκοτεινές σιλουέτες πάνω από μικρές φλόγες, μέσα στους καπνούς. Αλλά ο κόσμος δεν έχει χρώματα, όπως τόσο αφελώς πιστεύουμε, λέγει ακόμη, μόνον το χρώμα είναι, μόνο, και οι σκιές του, μέρη ή πράγματα, δεν είναι παρά ο τρόπος που έχει να ανοίγεται στον εαυτό του, να ανησυχεί για τον εαυτό του, να αναζητεί την ακτή. Η νύχτα πέφτει, η ημέρα ξημερώνει, αλλά υπάρχει πάντα το ίδιο γαλάζιο, καμμία φορά γκρι, ή το ίδιο κόκκινο μέσω τόσων ωρών, έτσι δεν είναι; Και όσο για τις λέξεις! – Ήδη, κατεβαίνοντας από το πλοίο, παιδιά, πληθώρα παιδιών που τρέχανε με όλους τους τρόπους, γελώντας, έπειτα μία γηραιά γυναίκα, το κεφάλι περικυκλωμένο από φλόγες, μετά ένας γέρος στο μπράτσο ενός νεαρού, ντυμένου στα λευκά. Και πόσοι άλλοι ακόμη! Αλλά ήδη αυτός, εκείνος ο ερχόμενος άλλος, δεν κοίταζε πια, εκείνος που σκεπτικός προχωρούσε στον κήπο των πορτοκαλεόδεντρων, πάνω στην άμμο.

Όσο για τις λέξεις! Ποιος υποκρίθηκε ότι δεν είναι πράγματα μιας ατελούς ανάμνησης, εξ αιτίας των ήχων τους –των χρωμάτων τους– που αύξαναν τη φήμη τους στον κόσμο; Η λέξη νύχτα είναι φωτεινή, αλλά και η νύχτα το ίδιο, για όσο είναι ακόμη σκοτεινή. Ή μάλλον η νύχτα δεν είναι ούτε φωτεινή ούτε σκοτεινή, δεν είναι παρά μία λέξη απλώς, όπως το πεσμένο πορτοκάλι, όπως το γαλάζιο γρασίδι. Πατούσε τώρα, πάντα διαλογιζόμενος, αυτό το χορτάρι ανάμεσα στα δένδρα, ανάμεσα στα οποία πήγε να κάτσει διότι η κούρασή του είχε μεγαλώσει από τη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι του κήπου και έχοντας μαζέψει όλη τη ζέστη των καλοκαιρινών δρόμων στον σβέρκο. Ψηλή, μαύρη, η γυναίκα που ήρθε να στηριχθεί σε αυτό το παράθυρο, κοντά στον γιό της. Και οι δύο κοιτάγανε τη νύχτα να πέφτει, δίχως να λένε τίποτα, ή καλύτερα είναι η ημέρα που ξημερώνει, ένα σκοτεινό κόκκινο, και που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, από τη μεριά εκείνη του μουράγιου που ’ναι έρημο, καλυμμένο με βαριές πέτρες.

Και αύριο το πλοίο θα ξαναφύγει, με εκείνους επιβιβασμένους, ή μπορεί και να σταθεί εδώ, να σκουριάζει, και εκείνοι αποβιβάστηκαν, χθες, πότε; Και τώρα προχωρούν, σχεδόν στην τύχη, πάνω στην άμμο. Σε ξέρω καλά, έλεγε εκείνος, όταν ήταν ακόμη παιδί, στη μικρή κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα. Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, ερχόσουν προς το μέρος μου εδώ και τόσον καιρό με αυτά τα φοινικόφυλλα ανάμεσα στα χέρια, ήταν ο ουρανός ή όχι; και πίσω από σένα, την τόσο λεπτοκαμωμένη, βρισκόταν το καθαρό χρώμα, ενάντια στην αποβάθρα του χρόνου ορθωμένο σε υψηλά κύματα με στροβίλους δίχως θόρυβο.

Προχωρεί ακόμη μέσα στον κήπο. Από εδώ και στο εξής, βρίσκονται παντού μεγάλες αλέες, των οποίων τα θολωτά φυλλώματα και τα φρούτα μπλέκονται το ένα με το άλλο πιο μπροστά πάνω σε μία γαλάζια σκιά μωσαϊκού, ή ίσως λάμπει ένα αστέρι, αλλά αυτός ο δρόμος που θέλησε να ακολουθήσει, ύστερα από λίγο έναν άλλον, και μετά άλλους πολλούς, που διακλαδωνόντουσαν γρήγορα, πάνω στη λεπτή άμμο όπου τα βήματα βουλιάζουν σαν να ήταν σε πλαγιές αμμολόφων. Τα πορτοκάλια είναι ώριμα, βαριά, πολυάριθμα στο ρηχό πανέρι των χαμηλών κλαδιών. Ένα παγκάκι βρίσκεται εκεί, κάθεται, ακουμπά δίπλα του αυτό το βιβλίο που ούτε καν ονειρεύεται να ανοίξει. Η μητέρα και ο γιος μπροστά στη νύχτα, με τη φωτιά σε δύο πέτρες να υψώνεται πίσω τους στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο έναστρος ουρανός στα πόδια τους, στο άπειρο, ένας εκθαμβωτικός σωρός δίχως δονήσεις, δίχως ακτίνες σε πίσσα σκοτάδι.

Και πώς είναι όλα τόσο γαλήνια, εκεί, δίπλα στο παγκάκι, κοντά στον κορμό του γηραιού δένδρου. Πώς έχει η ζέστη δαντέλες σχεδόν διαφανείς πάνω στο ύφασμα του γαλάζιου χορταριού! Πώς η υπνηλία του κόσμου προσφέρεται για ζωή, μέγα κορμί γυμνό που κινείται καμμιά φορά δίχως να ξυπνά, μαλλιά ανακατεμένα πάνω στα σεντόνια όπου εναλλάσσονται οι σκιές και το φως των περσίδων! Αφουγκράζεται αυτήν την ατάραχη αναπνοή. Ανασηκώνεται λίγο. Παίρνει το χέρι του που είναι μουδιασμένο, ξεσφίγγει ένα ένα τα δάχτυλα που δεν αντιστέκονται, αφήνοντας να ξεφύγει –αναμφιβόλως– λίγο από το όνειρο.

Μα, τι ακούει εδώ και ένα λεπτό; Τι είναι αυτός ο μονότονος ήχος, παρόμοιος με τους ενοχλητικούς γδούπους που τον χτυπάγανε δίχως σταματημό, στον κηπάκο της νεότητάς του, της μικρής του τσουγκράνας πάνω σε ένα σιδερένιο κουβά, ενίοτε ξέχειλο από υγρό χώμα; Τρία χτυπήματα, έπειτα μια παύση, έπειτα τρία ακόμη χτυπήματα, ή τέσσερα, και πάλι το μυστήριο της σιωπής, και έτσι συνεχίζεται για πολύ ακόμα, δίχως να το είχε θελήσει! Φοβόταν ότι θα κατέβαιναν από κει ψηλά να του φωνάξουν ότι είναι δειλός, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα βήμα δεν κατέβηκε γρήγορα προς το μέρος του από το ύψος των σκαλοπατιών, οπότε έπρεπε να προχωρήσει κι άλλο, κάτω από όλους τους ουρανούς, πάντα μονάχος του. (περισσότερα…)

Guillaume Apollinaire, Λατρεμένο μου μικρό μου Λου

*

Λατρεμένο μου μικρό μου Λου σ’ αγαπώ
Άστρο μου μικρό που τρεμοφέγγεις σ’ αγαπώ
Σώμα ηδονικά ελαστικό σ’ αγαπώ
Αιδοίο που σφίγγεις σαν καρυοθραύστης σ’ αγαπώ
Στήθος ζερβό τόσο ρόδινο κι αυθάδικο σ’ αγαπώ
Στήθος δεξιό τόσο απαλά ροδαλό σ’ αγαπώ
Θηλή δεξιά στο χρώμα της σαμπάνιας προτού να βγάλει αφρό σ’ αγαπώ
Θηλή αριστερή που μοιάζεις με εξόγκωμα στο μέτωπο νεογέννητου δαμαλιού σ’ αγαπώ

Νύμφες υπερτροφικές απ’ τα συχνά σου αγγίγματα σας αγαπώ
Γλουτοί ευκίνητοι που πίσω τινάζονται με χάρη σάς αγαπώ
Ομφαλέ που μοιάζεις με σελήνη βαθουλή και σκοτεινή σ’ αγαπώ
Λόχμη καστανόξανθη σαν δάσος τον χειμώνα σ’ αγαπώ
Μασχάλες με χνούδι σαν κύκνος νεογέννητος σας αγαπώ
Καμπύλη των ώμων που σαγηνευτικά διαγράφεσαι σ’ αγαπώ
Μηρέ με την αρμονική καμπύλη σου σαν κίονας αρχαίου ναού σ’ αγαπώ
Αυτιά καλοραμμένα σαν μικρά μεξικάνικα κοσμήματα σας αγαπώ
Κόμη βουτηγμένη στο αίμα των ερώτων σ’ αγαπώ
Πόδια έμπειρα πόδια ορθωμένα σας αγαπώ
Λαγόνες που ιππεύουνε λαγόνες δυνατές σας αγαπώ
Μέση που δεν γνώρισε ποτέ κορσέ μέση ευλύγιστη σ’ αγαπώ
Πλάτη θαυμαστά πλασμένη που λύγισε για μένα σ’ αγαπώ
Στόμα, ω απόλαυσή μου, ω νέκταρ μου σ’ αγαπώ
Βλέμμα μοναδικό, βλέμμα σπιθοβόλο σ’ αγαπώ
Χέρια που λατρεύω την κίνησή τους σας αγαπώ
Μύτη μοναδικά αριστοκρατική σ’ αγαπώ
Περπατησιά κυματιστή και χοροπηδητή σ’ αγαπώ
Ω Λου μικρό μου σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ.

Κουρμελουά, 8 Απριλίου 1915

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

*

*

Derek Walcott, Ο άνεμος στην αυλόπορτα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤA

για τον Έρικ Ρόουτς

Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το σκισμένο στόμα.
Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το αλμυρό του σώμα.

Μα θα σου πω τι υμνεί:

Λέει για τον τοίχο με την πρωινή χαρά να ξεχειλίζει
από το χείλος του περιβολιού,
για την αυλή με το στρωμένο χώμα,
καθαρή σαν σαλονιού τραπέζι,
μ’ ένα κίτρινο δέντρο,
ένα άκε, μι’ αμυγδαλιά,
ή μια ροδιά
μες στο κρυστάλλινο ανθογυάλι του ήλιου.

Καμιά φορά θ’ ακούμπαγε το δάχτυλο
στου ανέμου τον σφυγμό
σαν άκουγε τη θάλασσα μέσα τις αρκεύθους.
Ξεκίνησε να κολυμπά ως την Αφρική,
μα το σώμα του τον πρόδωσε·
διάλεξε αυτόν τον τρόπο
να φτάσει στους προγόνους του.

Όχι, δεν ήθελα να το γράψω αυτό,
μα θέλοντας και μη
θ’ ανοίξει δρόμο
με τη ματσέτα του ανερώτητα ο ήλιος
ανάμεσα απ’ τα βουρκωμένα βλέφαρα.
Στον ιδρωμένο από την πάχνη αγρό
τα μηρυκαστικά μασούν το μαύρο
σάμπως εργοστάσια.
Δεν ήθελα να τ’ ακούσω ξανά:
τον αντίλαλο από σαραβαλιασμένους ανεμόμυλους,
το σούσουρο των άγριων γλυκοπατατών
κυριεύοντας αργά τους ρημαγμένους φράχτες,
των βρύων τις ραπτομηχανές
γαζώνοντας των σκλάβων τα κελιά…

Μα η βροχή ξεσπά
στα μέτωπα των άγριων γλυκοπατατών,
η αυλόπορτα πιάνει ξανά
το σκουριασμένο της ρεφρέν,
και οι πρώτες σταγόνες της ψιχάλας,
σπονδές στον Σάνγκο
– μέσα μου διορθώνει ο Αφροέλληνας: στον Δία! –
στεγνώνουν γρήγορα σαν ιδρώτας στο μέτωπο –
μαζί και τα δάκρυά μας.

Ο αγρότης ζέχνει γλυκερά κάτι από θάμνο·
μυρίζει όπως το γαϊδουράκι του –
μυρίζουν και οι δύο το ίδιο:
σαν τον ψηλό, ψηλό τόπο,
γεμάτο σύννεφα, χρυσές
μηλιές περιφραγμένες. (περισσότερα…)

C. F. Meyer, Το τέλος της γιορτής

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898)

~.~

Με τον Σωκράτη οι φίλοι εκεί που πίναν
και τα ποτήρια προς τα χείλη τείναν
ήρθε ένας νέος, πίσω ο νους με πάει,
με δυο αυλητρίδες λυγερές στο πλάι.

Όλες οι κούπες ώς τον πάτο αδειάσαν,
τα μαραμένα χείλη μας σωπάσαν,
τα όργανα πήρανε να μουρμουρίζουν…
Μιλιά! Του Άδη οι αυλοί μάς νανουρίζουν!

Μτφρ. Ντίνος Κομοτηναίος

*

**

 

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.

 ~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Μην άδεις στο Βατικανό ούτε και στο Φανάριον
εφ’ όσον δεν ομοιάζεις με ψιττακό ή κανάριον.

Όσο για Λούθηρο, Ζβίγγλιο ή Καλβίνο,
τράβα μια μονοκοντυλιά και πες: «Τους σβήνω».

Τους πάσης φύσεως λυπηρούς, χιλιαστάς, Μορμόνους
προσπέρνα τους αμίλητος, παράτησέ τους μόνους.

Σχισματικοί, αιρετικοί, δεν ξέρουνε τον όρθρο,
ρίχνουν κουραμπιεδόσκονη στον προαιώνιο βόθρο.

Εδώ απαιτείται εκσκαφεύς, κανένα μέσον άλλο,
δεν πρόκειται για πάσσαλον που εκκρούεται πασσάλῳ.

Απ’ όσο μέσα απ’ τις γραμμές του κείμενου διακρίνω
πρέπει να ήτανε χοντρό και τεντωμένο κρίνο.

Του αμνού η μήτηρ πρόβαλλε πάντα αρνησικυρία
όποτε τη ρωτάγανε: «Αρνί συ, κυρία;»

Αποβιώνων προ Χριστού ειρηνικά και ήπια
λυπόνταν που δεν πρόλαβε να σφαγιάσει νήπια.

Όθεν η εις Αίγυπτον φυγή όχι λόγω κινδύνου,
αλλ’ εις τα πλαίσια τουρισμού φτηνού και ανωδύνου.

Σε στάβλο απαντήσανε μπάνικο βρέφος θείο
και στρίβοντας τον μύστακα οι μάγοι: «Έλα στον θείο».

Ποτέ δεν το ξανάκουσαν μάγοι, άγγελοι, ποιμένες
πως και στη γέννα μένουνε άθικτοι οι υμένες.

Τρεις επί δεκατέσσερις, ποια ήτανε η λύση;
Πάσχιζε να τη βρει προτού ο αλέκτωρ τρις λαλήσει.

Σαράντα δύο γενεές του χάρισε ο Ματθαίος
και όσοι το αμφισβητούν ανευλαβώς και αθέως. (περισσότερα…)

Paula Meehan, Η στιγμή ακριβώς που έγινα ποιήτρια

*
για την Κέυ Φόραν

ήταν το 1963 όταν η κυρία Σάννον
βαρώντας τον σπόγγο στον μαυροπίνακα
μισοχαμένη μέσα σ’ ένα σύννεφο από κιμωλία
είπε, Δώστε προσοχή στα βιβλία σας, κορίτσια,
γιατί αλλιώς θα με θυμηθείτε, θα καταλήξετε
στη ραπτοβιομηχανία.
δεν ήταν ακριβώς επειδή μερικές μανάδες των κοριτσιών
δούλευαν στη ραπτοβιομηχανία
ή που και η θεία μου ακόμα δούλευε εκεί
όπως και πολλοί γείτονες, αλλά
το ότι αυτές οι λέξεις «θα καταλήξετε»
έκλεβαν την αξιοπρέπεια από τον μόχθο.
Δεν το γνώριζα τότε,
όχι με αυτές τις λέξεις – μόχθος, αξιοπρέπεια.
Ούτε και το ότι έμαθα μετά
όχι με τις ίδιες λέξεις – την αξιοπρέπεια, τον μόχθο.
Όλ’ αυτά έχουν ανασυσταθεί,
ώστε πια να βγάζουν νόημα· επιτρέποντας επίσης
στη δασκάλα να έχει δίκιο
και κανείς δεν το ξέρει αυτό καλύτερα από μένα.
Όμως, τους φαντάστηκα: μητέρες, θείες και γείτονες
δεμένους σαν κοτόπουλα
πάνω στον ιμάντα μεταφοράς
ραμμένους με τον τρόπο που η γιαγιά μου
έραβε τα πουλιά έχοντάς τα γεμίσει
με φασκόμηλο και κρεμμύδια.
Οι λέξεις μπορούν να σε ξεπουπουλιάσουν
αφήνοντάς σε γυμνό
λες κι έχεις χάσει το λαμπερό σου φτέρωμα.

As If By Magic-Selected Poems (2021)

Μετάφραση: Νώντας Τσίγκας

*

*

*

Richard Tillinghast, Ἡ γιαγιά μοῦ εἶπε

*

Βρές ἕναν τόπο ὅπου τά δέντρα εἶναι ψηλά
ὅπου καμπάνες λένε τίς ὧρες,
ὅπου καπνός ξύλου ἀκονίζει τόν ἀγέρα
ὅταν ἀρχίζει ἡ ἀλλαγή τοῦ χρόνου.

Ἕναν τόπο ὅπου μπορεῖς νά κάτσεις σ’ ἕνα στασίδι
καί ν’ ἀκοῦς τίς πανάρχαιες λέξεις νά μελλωδοῦνται.

Φτιάξε ἕναν ἐξώστη, εἶπε ἡ γιαγιούλα,
γιά τόν σκύλο σου νά ξαπλώνει καί νά ὀνειρεύεται πλάι σου.
Φύτεψε λίγη μέντα νά μεγαλώνει
κάτω ἀπ’ τή βρυσούλα πού στάζει.

Ἄς ἔρχονται πυγολαμπίδες τά καλοκαιρινά βράδια
γιά νά κάθεσαι ἔξω μέ ρακί
παρακολουθώντας τούς φτερωτούς περιπλανώμενους νά χαράζουν
μονοπάτια φωτιᾶς καί ταξίδια ἐρώτων.

Καί τήν ἴδια τήν ἀστραπή, εἶπε ἡ ἡλικιωμένη κυρία. Πάρε χρόνο
ὥσπου νά σέ συνεπάρει – ἡ ἀστραπή,
καί ἡ χαμηλή ὑπόκωφη βουή
τῆς βροντῆς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ βουνοῦ
στίς μακριές ἀβυθομέτρητες νύχτες.

Ἄς ἁπλώνει πάνω στη στέγη σου ἡ βροχή τά μακριά της
δάχτυλα ὅταν κοιμᾶσαι ἀπομακρύνοντας τήν πληγή
ἀπό ὅσα μᾶς κυκλώνουν.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

στήν Χριστίνα Καραντώνη, η μεταφράστρια

*

*

*

 

 

«Χτενίζοντας τα σκουπίδια για λέξεις και ρίμες», Η Ιρανή ποιήτρια Φορούγκ Φαρροχζάντ (1934-1967)

*

Εισαγωγή –  Ανθολόγηση –  Μετάφραση – Σημειώσεις
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Επιστημονικός συνεργάτης από την περσική (φαρσί)
ΜΠΑΜΠΑΚ ΛΟΓΚΜΑΝΙ

~.~

«Αν δεν καταφέρεις να απελευθερωθείς από τον εαυτό σου και να αποδεσμευτείς από τους περιοριστικούς εαυτούς των υπολοίπων, δε θα καταφέρεις τίποτε.»
«Το να συνηθίζει κανείς σε παράλογες έξεις της ζωής και να υποτάσσεται σε περιορισμούς, φραγμούς και τείχη είναι ενάντια στη φύση.»

Η Φορούγκ Φαρροχζάντ (فروغ فرخزاد, Forugh Farrokhzad), η αποκαλούμενη και ως “η επαναστάτισσα ποιήτρια του Ιράν”, είναι μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης ιρανικής λογοτεχνίας. Προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, τύχη που συνοδεύει συχνά τα σπουδαία μυαλά και τους ανθρώπους που καινοτομούν, ειδικά στο χώρο του πολιτισμού, με το παράδειγμά της η Φαρροχζάντ ενέπνευσε κι εξακολουθεί να εμπνέει μετά θάνατον γενιές και γενιές γυναικών του Ιράν, στον αγώνα τους για ένα καλύτερο μέλλον.

Γεννημένη το 1934 σε μια εύπορη, πολύτεκνη και πολύ αυστηρή οικογένεια, η Φορούγκ Φαρροχζάντ παλεύει από μικρή για την εύνοια του –στρατιωτικού στο επάγγελμα– πατέρα της. Πνεύμα ατίθασο, αγοροκόριτσο σωστό, παραβγαίνει με τα αγόρια της οικογένειας και της γειτονιάς στις αταξίες, προκειμένου να κερδίσει την προσοχή, πράγμα που επιτυγχάνει μεν, όχι όμως με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν την τιμωρούν, βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία και την ποίηση, μεταξύ άλλων, του Χάφεζ και του Ρούμι, πάντως δεν πτοείται. Έχει βάλει στόχο να αποδείξει ότι τα κορίτσια είναι ικανά για όσα κάνουν τα αγόρια, ή και καλύτερα.

Δεκαέξι ετών, παντρεύεται τον εγγονό μιας θείας της, ονόματι Παρβίζ Σαπούρ, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Μέσα σε ένα έτος, αποκτούν το γιο τους, Καμυάρ, τον οποίο εκείνη φωνάζει χαϊδευτικά Καμί. Ο έγγαμος βίος τής προσφέρει ελευθερία, αφού τώρα, ως νυμφευμένη και άρα ‘τακτοποιημένη’ γυναίκα, μπορεί να βάψει τα μάτια της με μαύρο μολύβι, να φορέσει κοντές φούστες και να χρησιμοποιήσει κατακόκκινο κραγιόν, όπως και κάνει[1]. Φευ, αυτά δεν είναι, παρά πράγματα μικρά που απλώς χρυσώνουν το κλουβί της. Σύντομα νιώθει δέσμια, όπως γράφει και στο ομώνυμο ποίημά της (που περιλαμβάνεται στο παρόν αφιέρωμα), να ασφυκτιά μέσα στο γάμο της και σε κοινωνικούς ρόλους παραδοσιακούς και προκαθορισμένους. Αργότερα, θα παραδεχτεί και θα αποδώσει σε αυτόν τον εσπευσμένο γάμο σε τόσο μικρή ηλικία το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκε περαιτέρω προσωπικά, πράγμα που επεδίωξε μανιωδώς από τα εικοσιεφτά της και μετά[2].

Με την παρακίνηση και τη στήριξη του συζύγου της, η Φαρροχζάντ αρχίζει να δημοσιεύει δειλά-δειλά τα ποιήματά της σε λογοτεχνικά περιοδικά, επισκεπτόμενη συχνά την Τεχεράνη εις αναζήτηση εκδότη για την έκδοσή τους. Οι λογοτεχνικοί κύκλοι της πρωτεύουσας παραμένουν ‘κλειστοί’ και την αντιμετωπίζουν ως “ποιήτρια”, όρο που χρησιμοποιούν υποτιμητικά και περιπαιχτικά, εν αντιθέσει με τον τίτλο του “ποιητή”. Καθώς η ποίηση της Φαρροχζάντ είναι έντονα αυτοβιογραφική και προκλητική, περισσότερο ενδιαφέρονται για το κουτσομπολιό και την ταυτοποίηση των προσώπων, παρά για τις λογοτεχνικές αρετές της, διαχέοντας φήμες για εξωσυζυγικές σχέσεις και περιπέτειες της δημιουργού.

(περισσότερα…)

Mary Oliver, Γιά ταξίδια σέ ὄμορφους τόπους

*

Ἀκόμη ψάχνω κάθε μέρα τόν Θεό
κι ἀκόμη τόν ἀνακαλύπτω παντοῦ,
στήν σκόνη, στά παρτέρια τῶν λουλουδιῶν.
Σίγουρα στούς ὠκεανούς,
στά νησιά πού πλαγιάζουν πέρα μακριά
ἤπειροι πάγου, χῶρες ἄμμου
καθεμιά μέ τή δική της σύναξη πλασμάτων
καί τόν Θεό, κάτω ἀπό ὁποιοδήποτε ὄνομα.
Πόσο τέλειο νά βρίσκομαι πάνω σέ ἕνα πλοῖο μέ
ἐκατό ἴσως χρόνια ἀκόμη στό χέρι μου.
Ἀλλά εἶναι ἀργά, γιά ὅλους μας,
καί ἀληθεύει πώς τό μόνο ὑπαρκτό πλοῖο
εἶναι τό πλοῖο ὅπου ὅλοι εἴμαστε πάνω
καίγοντας τόν κόσμο καθώς φεύγουμε.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

***