ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Guillaume Apollinaire, Λατρεμένο μου μικρό μου Λου

*

Λατρεμένο μου μικρό μου Λου σ’ αγαπώ
Άστρο μου μικρό που τρεμοφέγγεις σ’ αγαπώ
Σώμα ηδονικά ελαστικό σ’ αγαπώ
Αιδοίο που σφίγγεις σαν καρυοθραύστης σ’ αγαπώ
Στήθος ζερβό τόσο ρόδινο κι αυθάδικο σ’ αγαπώ
Στήθος δεξιό τόσο απαλά ροδαλό σ’ αγαπώ
Θηλή δεξιά στο χρώμα της σαμπάνιας προτού να βγάλει αφρό σ’ αγαπώ
Θηλή αριστερή που μοιάζεις με εξόγκωμα στο μέτωπο νεογέννητου δαμαλιού σ’ αγαπώ

Νύμφες υπερτροφικές απ’ τα συχνά σου αγγίγματα σας αγαπώ
Γλουτοί ευκίνητοι που πίσω τινάζονται με χάρη σάς αγαπώ
Ομφαλέ που μοιάζεις με σελήνη βαθουλή και σκοτεινή σ’ αγαπώ
Λόχμη καστανόξανθη σαν δάσος τον χειμώνα σ’ αγαπώ
Μασχάλες με χνούδι σαν κύκνος νεογέννητος σας αγαπώ
Καμπύλη των ώμων που σαγηνευτικά διαγράφεσαι σ’ αγαπώ
Μηρέ με την αρμονική καμπύλη σου σαν κίονας αρχαίου ναού σ’ αγαπώ
Αυτιά καλοραμμένα σαν μικρά μεξικάνικα κοσμήματα σας αγαπώ
Κόμη βουτηγμένη στο αίμα των ερώτων σ’ αγαπώ
Πόδια έμπειρα πόδια ορθωμένα σας αγαπώ
Λαγόνες που ιππεύουνε λαγόνες δυνατές σας αγαπώ
Μέση που δεν γνώρισε ποτέ κορσέ μέση ευλύγιστη σ’ αγαπώ
Πλάτη θαυμαστά πλασμένη που λύγισε για μένα σ’ αγαπώ
Στόμα, ω απόλαυσή μου, ω νέκταρ μου σ’ αγαπώ
Βλέμμα μοναδικό, βλέμμα σπιθοβόλο σ’ αγαπώ
Χέρια που λατρεύω την κίνησή τους σας αγαπώ
Μύτη μοναδικά αριστοκρατική σ’ αγαπώ
Περπατησιά κυματιστή και χοροπηδητή σ’ αγαπώ
Ω Λου μικρό μου σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ.

Κουρμελουά, 8 Απριλίου 1915

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

*

*

Derek Walcott, Ο άνεμος στην αυλόπορτα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤA

για τον Έρικ Ρόουτς

Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το σκισμένο στόμα.
Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το αλμυρό του σώμα.

Μα θα σου πω τι υμνεί:

Λέει για τον τοίχο με την πρωινή χαρά να ξεχειλίζει
από το χείλος του περιβολιού,
για την αυλή με το στρωμένο χώμα,
καθαρή σαν σαλονιού τραπέζι,
μ’ ένα κίτρινο δέντρο,
ένα άκε, μι’ αμυγδαλιά,
ή μια ροδιά
μες στο κρυστάλλινο ανθογυάλι του ήλιου.

Καμιά φορά θ’ ακούμπαγε το δάχτυλο
στου ανέμου τον σφυγμό
σαν άκουγε τη θάλασσα μέσα τις αρκεύθους.
Ξεκίνησε να κολυμπά ως την Αφρική,
μα το σώμα του τον πρόδωσε·
διάλεξε αυτόν τον τρόπο
να φτάσει στους προγόνους του.

Όχι, δεν ήθελα να το γράψω αυτό,
μα θέλοντας και μη
θ’ ανοίξει δρόμο
με τη ματσέτα του ανερώτητα ο ήλιος
ανάμεσα απ’ τα βουρκωμένα βλέφαρα.
Στον ιδρωμένο από την πάχνη αγρό
τα μηρυκαστικά μασούν το μαύρο
σάμπως εργοστάσια.
Δεν ήθελα να τ’ ακούσω ξανά:
τον αντίλαλο από σαραβαλιασμένους ανεμόμυλους,
το σούσουρο των άγριων γλυκοπατατών
κυριεύοντας αργά τους ρημαγμένους φράχτες,
των βρύων τις ραπτομηχανές
γαζώνοντας των σκλάβων τα κελιά…

Μα η βροχή ξεσπά
στα μέτωπα των άγριων γλυκοπατατών,
η αυλόπορτα πιάνει ξανά
το σκουριασμένο της ρεφρέν,
και οι πρώτες σταγόνες της ψιχάλας,
σπονδές στον Σάνγκο
– μέσα μου διορθώνει ο Αφροέλληνας: στον Δία! –
στεγνώνουν γρήγορα σαν ιδρώτας στο μέτωπο –
μαζί και τα δάκρυά μας.

Ο αγρότης ζέχνει γλυκερά κάτι από θάμνο·
μυρίζει όπως το γαϊδουράκι του –
μυρίζουν και οι δύο το ίδιο:
σαν τον ψηλό, ψηλό τόπο,
γεμάτο σύννεφα, χρυσές
μηλιές περιφραγμένες. (περισσότερα…)

C. F. Meyer, Το τέλος της γιορτής

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898)

~.~

Με τον Σωκράτη οι φίλοι εκεί που πίναν
και τα ποτήρια προς τα χείλη τείναν
ήρθε ένας νέος, πίσω ο νους με πάει,
με δυο αυλητρίδες λυγερές στο πλάι.

Όλες οι κούπες ώς τον πάτο αδειάσαν,
τα μαραμένα χείλη μας σωπάσαν,
τα όργανα πήρανε να μουρμουρίζουν…
Μιλιά! Του Άδη οι αυλοί μάς νανουρίζουν!

Μτφρ. Ντίνος Κομοτηναίος

*

**

 

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.

 ~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Μην άδεις στο Βατικανό ούτε και στο Φανάριον
εφ’ όσον δεν ομοιάζεις με ψιττακό ή κανάριον.

Όσο για Λούθηρο, Ζβίγγλιο ή Καλβίνο,
τράβα μια μονοκοντυλιά και πες: «Τους σβήνω».

Τους πάσης φύσεως λυπηρούς, χιλιαστάς, Μορμόνους
προσπέρνα τους αμίλητος, παράτησέ τους μόνους.

Σχισματικοί, αιρετικοί, δεν ξέρουνε τον όρθρο,
ρίχνουν κουραμπιεδόσκονη στον προαιώνιο βόθρο.

Εδώ απαιτείται εκσκαφεύς, κανένα μέσον άλλο,
δεν πρόκειται για πάσσαλον που εκκρούεται πασσάλῳ.

Απ’ όσο μέσα απ’ τις γραμμές του κείμενου διακρίνω
πρέπει να ήτανε χοντρό και τεντωμένο κρίνο.

Του αμνού η μήτηρ πρόβαλλε πάντα αρνησικυρία
όποτε τη ρωτάγανε: «Αρνί συ, κυρία;»

Αποβιώνων προ Χριστού ειρηνικά και ήπια
λυπόνταν που δεν πρόλαβε να σφαγιάσει νήπια.

Όθεν η εις Αίγυπτον φυγή όχι λόγω κινδύνου,
αλλ’ εις τα πλαίσια τουρισμού φτηνού και ανωδύνου.

Σε στάβλο απαντήσανε μπάνικο βρέφος θείο
και στρίβοντας τον μύστακα οι μάγοι: «Έλα στον θείο».

Ποτέ δεν το ξανάκουσαν μάγοι, άγγελοι, ποιμένες
πως και στη γέννα μένουνε άθικτοι οι υμένες.

Τρεις επί δεκατέσσερις, ποια ήτανε η λύση;
Πάσχιζε να τη βρει προτού ο αλέκτωρ τρις λαλήσει.

Σαράντα δύο γενεές του χάρισε ο Ματθαίος
και όσοι το αμφισβητούν ανευλαβώς και αθέως. (περισσότερα…)

Paula Meehan, Η στιγμή ακριβώς που έγινα ποιήτρια

*
για την Κέυ Φόραν

ήταν το 1963 όταν η κυρία Σάννον
βαρώντας τον σπόγγο στον μαυροπίνακα
μισοχαμένη μέσα σ’ ένα σύννεφο από κιμωλία
είπε, Δώστε προσοχή στα βιβλία σας, κορίτσια,
γιατί αλλιώς θα με θυμηθείτε, θα καταλήξετε
στη ραπτοβιομηχανία.
δεν ήταν ακριβώς επειδή μερικές μανάδες των κοριτσιών
δούλευαν στη ραπτοβιομηχανία
ή που και η θεία μου ακόμα δούλευε εκεί
όπως και πολλοί γείτονες, αλλά
το ότι αυτές οι λέξεις «θα καταλήξετε»
έκλεβαν την αξιοπρέπεια από τον μόχθο.
Δεν το γνώριζα τότε,
όχι με αυτές τις λέξεις – μόχθος, αξιοπρέπεια.
Ούτε και το ότι έμαθα μετά
όχι με τις ίδιες λέξεις – την αξιοπρέπεια, τον μόχθο.
Όλ’ αυτά έχουν ανασυσταθεί,
ώστε πια να βγάζουν νόημα· επιτρέποντας επίσης
στη δασκάλα να έχει δίκιο
και κανείς δεν το ξέρει αυτό καλύτερα από μένα.
Όμως, τους φαντάστηκα: μητέρες, θείες και γείτονες
δεμένους σαν κοτόπουλα
πάνω στον ιμάντα μεταφοράς
ραμμένους με τον τρόπο που η γιαγιά μου
έραβε τα πουλιά έχοντάς τα γεμίσει
με φασκόμηλο και κρεμμύδια.
Οι λέξεις μπορούν να σε ξεπουπουλιάσουν
αφήνοντάς σε γυμνό
λες κι έχεις χάσει το λαμπερό σου φτέρωμα.

As If By Magic-Selected Poems (2021)

Μετάφραση: Νώντας Τσίγκας

*

*

*

Richard Tillinghast, Ἡ γιαγιά μοῦ εἶπε

*

Βρές ἕναν τόπο ὅπου τά δέντρα εἶναι ψηλά
ὅπου καμπάνες λένε τίς ὧρες,
ὅπου καπνός ξύλου ἀκονίζει τόν ἀγέρα
ὅταν ἀρχίζει ἡ ἀλλαγή τοῦ χρόνου.

Ἕναν τόπο ὅπου μπορεῖς νά κάτσεις σ’ ἕνα στασίδι
καί ν’ ἀκοῦς τίς πανάρχαιες λέξεις νά μελλωδοῦνται.

Φτιάξε ἕναν ἐξώστη, εἶπε ἡ γιαγιούλα,
γιά τόν σκύλο σου νά ξαπλώνει καί νά ὀνειρεύεται πλάι σου.
Φύτεψε λίγη μέντα νά μεγαλώνει
κάτω ἀπ’ τή βρυσούλα πού στάζει.

Ἄς ἔρχονται πυγολαμπίδες τά καλοκαιρινά βράδια
γιά νά κάθεσαι ἔξω μέ ρακί
παρακολουθώντας τούς φτερωτούς περιπλανώμενους νά χαράζουν
μονοπάτια φωτιᾶς καί ταξίδια ἐρώτων.

Καί τήν ἴδια τήν ἀστραπή, εἶπε ἡ ἡλικιωμένη κυρία. Πάρε χρόνο
ὥσπου νά σέ συνεπάρει – ἡ ἀστραπή,
καί ἡ χαμηλή ὑπόκωφη βουή
τῆς βροντῆς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ βουνοῦ
στίς μακριές ἀβυθομέτρητες νύχτες.

Ἄς ἁπλώνει πάνω στη στέγη σου ἡ βροχή τά μακριά της
δάχτυλα ὅταν κοιμᾶσαι ἀπομακρύνοντας τήν πληγή
ἀπό ὅσα μᾶς κυκλώνουν.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

στήν Χριστίνα Καραντώνη, η μεταφράστρια

*

*

*

 

 

«Χτενίζοντας τα σκουπίδια για λέξεις και ρίμες», Η Ιρανή ποιήτρια Φορούγκ Φαρροχζάντ (1934-1967)

*

Εισαγωγή –  Ανθολόγηση –  Μετάφραση – Σημειώσεις
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Επιστημονικός συνεργάτης από την περσική (φαρσί)
ΜΠΑΜΠΑΚ ΛΟΓΚΜΑΝΙ

~.~

«Αν δεν καταφέρεις να απελευθερωθείς από τον εαυτό σου και να αποδεσμευτείς από τους περιοριστικούς εαυτούς των υπολοίπων, δε θα καταφέρεις τίποτε.»
«Το να συνηθίζει κανείς σε παράλογες έξεις της ζωής και να υποτάσσεται σε περιορισμούς, φραγμούς και τείχη είναι ενάντια στη φύση.»

Η Φορούγκ Φαρροχζάντ (فروغ فرخزاد, Forugh Farrokhzad), η αποκαλούμενη και ως “η επαναστάτισσα ποιήτρια του Ιράν”, είναι μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης ιρανικής λογοτεχνίας. Προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, τύχη που συνοδεύει συχνά τα σπουδαία μυαλά και τους ανθρώπους που καινοτομούν, ειδικά στο χώρο του πολιτισμού, με το παράδειγμά της η Φαρροχζάντ ενέπνευσε κι εξακολουθεί να εμπνέει μετά θάνατον γενιές και γενιές γυναικών του Ιράν, στον αγώνα τους για ένα καλύτερο μέλλον.

Γεννημένη το 1934 σε μια εύπορη, πολύτεκνη και πολύ αυστηρή οικογένεια, η Φορούγκ Φαρροχζάντ παλεύει από μικρή για την εύνοια του –στρατιωτικού στο επάγγελμα– πατέρα της. Πνεύμα ατίθασο, αγοροκόριτσο σωστό, παραβγαίνει με τα αγόρια της οικογένειας και της γειτονιάς στις αταξίες, προκειμένου να κερδίσει την προσοχή, πράγμα που επιτυγχάνει μεν, όχι όμως με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν την τιμωρούν, βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία και την ποίηση, μεταξύ άλλων, του Χάφεζ και του Ρούμι, πάντως δεν πτοείται. Έχει βάλει στόχο να αποδείξει ότι τα κορίτσια είναι ικανά για όσα κάνουν τα αγόρια, ή και καλύτερα.

Δεκαέξι ετών, παντρεύεται τον εγγονό μιας θείας της, ονόματι Παρβίζ Σαπούρ, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της. Μέσα σε ένα έτος, αποκτούν το γιο τους, Καμυάρ, τον οποίο εκείνη φωνάζει χαϊδευτικά Καμί. Ο έγγαμος βίος τής προσφέρει ελευθερία, αφού τώρα, ως νυμφευμένη και άρα ‘τακτοποιημένη’ γυναίκα, μπορεί να βάψει τα μάτια της με μαύρο μολύβι, να φορέσει κοντές φούστες και να χρησιμοποιήσει κατακόκκινο κραγιόν, όπως και κάνει[1]. Φευ, αυτά δεν είναι, παρά πράγματα μικρά που απλώς χρυσώνουν το κλουβί της. Σύντομα νιώθει δέσμια, όπως γράφει και στο ομώνυμο ποίημά της (που περιλαμβάνεται στο παρόν αφιέρωμα), να ασφυκτιά μέσα στο γάμο της και σε κοινωνικούς ρόλους παραδοσιακούς και προκαθορισμένους. Αργότερα, θα παραδεχτεί και θα αποδώσει σε αυτόν τον εσπευσμένο γάμο σε τόσο μικρή ηλικία το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκε περαιτέρω προσωπικά, πράγμα που επεδίωξε μανιωδώς από τα εικοσιεφτά της και μετά[2].

Με την παρακίνηση και τη στήριξη του συζύγου της, η Φαρροχζάντ αρχίζει να δημοσιεύει δειλά-δειλά τα ποιήματά της σε λογοτεχνικά περιοδικά, επισκεπτόμενη συχνά την Τεχεράνη εις αναζήτηση εκδότη για την έκδοσή τους. Οι λογοτεχνικοί κύκλοι της πρωτεύουσας παραμένουν ‘κλειστοί’ και την αντιμετωπίζουν ως “ποιήτρια”, όρο που χρησιμοποιούν υποτιμητικά και περιπαιχτικά, εν αντιθέσει με τον τίτλο του “ποιητή”. Καθώς η ποίηση της Φαρροχζάντ είναι έντονα αυτοβιογραφική και προκλητική, περισσότερο ενδιαφέρονται για το κουτσομπολιό και την ταυτοποίηση των προσώπων, παρά για τις λογοτεχνικές αρετές της, διαχέοντας φήμες για εξωσυζυγικές σχέσεις και περιπέτειες της δημιουργού.

(περισσότερα…)

Mary Oliver, Γιά ταξίδια σέ ὄμορφους τόπους

*

Ἀκόμη ψάχνω κάθε μέρα τόν Θεό
κι ἀκόμη τόν ἀνακαλύπτω παντοῦ,
στήν σκόνη, στά παρτέρια τῶν λουλουδιῶν.
Σίγουρα στούς ὠκεανούς,
στά νησιά πού πλαγιάζουν πέρα μακριά
ἤπειροι πάγου, χῶρες ἄμμου
καθεμιά μέ τή δική της σύναξη πλασμάτων
καί τόν Θεό, κάτω ἀπό ὁποιοδήποτε ὄνομα.
Πόσο τέλειο νά βρίσκομαι πάνω σέ ἕνα πλοῖο μέ
ἐκατό ἴσως χρόνια ἀκόμη στό χέρι μου.
Ἀλλά εἶναι ἀργά, γιά ὅλους μας,
καί ἀληθεύει πώς τό μόνο ὑπαρκτό πλοῖο
εἶναι τό πλοῖο ὅπου ὅλοι εἴμαστε πάνω
καίγοντας τόν κόσμο καθώς φεύγουμε.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

***

Donald Justice, «Το όνομά μου είναι όλα ή κανένα»

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Κώστας Μπέης

Γεννημένος στο Μαϊάμι και έχοντας κάνει τις σπουδές του εκεί (εν μέρει με τον συνθέτη Καρλ Ραγκλς), ο Ντόναλντ Τζάστις  (1925-2005) επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο του το 1982 ως καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλώριδας, στο Γκαίινσβιλ. Για πολλά χρόνια δίδαξε στο Εργαστήρι Συγγραφής τής Άιοβας. «Εντρυφώ», λέει ο ομιλητής ενός ποιήματος του Τζάστις, «στις δαψιλές αρνήσεις». Τα εμβληματικά τοπία του είναι γεμάτα με απουσίες – με τα σβησμένα, τα προσωρινά, τα κενωμένα, «ένας τόπος των άλλων και της σιωπής» όπου σπιθίζουν ασταθή ή μισοαπειλητικά σημεία και θαύματα. Κάτω από την ανακλαστική επιφάνειά τους, τα ποιήματά του ανακινούν μνήμες μιας αθωότητας ύπουλα προδομένης. Εάν η ποίηση μπορεί επαρκώς ν’ αποκαλύψει ή ενδεχομένως να λυτρώσει εκείνες τις μνήμες, είναι το ερώτημα που έχει θέσει εξ αρχής, για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Ο μετριοπαθής τόνος του Τζάστις και η σχολαστική τεχνική του κάποτε κρύβουν την τέχνη με την οποία μπορεί ανεπαίσθητα να κάνει το οικείο ξένο. Το πρώτο βιβλίο του Τζάστις κέρδισε το Βραβείο Λαμόντ το 1959. Τα Selected Poems τιμήθηκαν με το Βραβείο Πούλιτζερ το 1980.

~.~

Άντρες στα σαράντα

Άντρες στα σαράντα
Μαθαίνουν να κλείνουν σιγά
Τις πόρτες σε δωμάτια όπου δεν θα
Επανέλθουν.

Καθώς παίρνουν μια ανάσα στο πλατύσκαλο,
Το νιώθουν
Να κινείται κάτω τους τώρα σαν κατάστρωμα πλοίου,
Αν και το κύμα είναι απαλό.

Και βαθιά μες σε καθρέφτες
Ανακαλύπτουν πάλι
Το πρόσωπο του αγοριού που προσπαθεί να δέσει
Του πατέρα τη γραβάτα στα κρυφά (περισσότερα…)

Guido Gozzano, Σονέτα

*

Μετάφραση Σωτήρης Τριβιζάς

~.~

Ο Γκουΐντο Γκοτσάνο γεννήθηκε στο Τορίνο το 1883 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1916 από φυματίωση. Υπήρξε κορυφαίος εκπρόσωπος του κινήματος των crepuscolari, των ποιητών «του λυκόφωτος», η ποίηση των οποίων διακρίνεται για τον άκρατο λυρισμό και το μελαγχολικό της κλίμα, κάτι που τους φέρνει κοντά στους δικούς μας ποιητές του Μεσοπολέμου.

 

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΣΟΝΕΤΟΥ

Δόξα σ’ εσάς, Πατέρες, που Μαντόνες
αγαπημένες σε πλατωνικό μαρτύριο
υμνήσατε αναγείροντας το κτίριο
που ακουμπά σε δεκατέσσερις κολόνες.

Τίποτα δεν υπάρχει πιο γλυκό από σένα
ανταμοιβή μιας νύχτας αγρυπνίας
ούτε η κόμη κάποιας όμορφης κυρίας
ούτε τα γαλλικά καινούργια μέτρα.

Τέτοια μορφή δεν έχει ο κόσμος όλος
όταν κρυφά και με φροντίδα σ’ ετοιμάζει
σε μέθη ανείπωτη σοφός ονειροπόλος. (περισσότερα…)

Stéphane Mallarmé, «Στην πέτρα πάνω του Μπωντλαίρ…»

*

To Γλαυκό

( L’ azur )

H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.

Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;

Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!

Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.

Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!

Σε σε προστρέχω, ω ύλη (περισσότερα…)

Denise Levertov, Ἡ Πηγή

*

Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας

Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.

Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.

Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.

(περισσότερα…)