ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Saba, Quasimodo, Montale, Ungaretti: Τέσσερις ιταλικές θάλασσες

Από αριστερά: Εουτζένιο Μοντάλε, Σαλβατόρε Κουαζίμοντο, Τζουζέππε Ουνγκαρέττι

*

Μετάφραση Χρίστος Κρεμνιώτης

Αυτή η μικρή μεταφραστική σύνθεση, αφιερώνεται στον Φίλιππο, στην Αναστασία και στην Έλσα. Ελάχιστο αναπλήρωμα των τελευταίων έντεκα καλοκαιριών – που δεν τα χάσαμε. Γιατί πολεμάμε.

~.~

Umberto Saba

Οδυσσέας

Σαν ήμουν νέος ταξίδεψα
πλάι στις ακτές της Δαλματίας.
Νησιά μικρά μόλις διακρίνονταν
πάνω απ’ του κύματος την άφρα –
και κάπου κάπου ένα πουλί μες στον αιθέρα
κοντόστεκε ξαμώνοντας το θήραμά του –
γλυφά και καλυμμένα από τα φύκια, κάτω
από τον ήλιο μοιάζαν με σμαράγδια. Όταν
η πλημμυρίδα που τη νύχτα σηκωνόταν
τ’ αφάνιζε, ιστία υπήνεμα όλο πιο αλάργα
γλιστρούσαν να ξεφύγουν απ’ τον δόλο.
Τώρα, βασίλειό μου, η γη του κανενός.
Το λιμάνι, για άλλους τα φώτα του ανάβει
κι όλο μακρύτερα με σεργιανίζουν
η αδέσποτη ψυχή μου και αυτή
η επώδυνη για τη ζωή αγάπη.

///

Salvatore Quasimodo

Η θάλασσα ακούγεται ακόμη

Η θάλασσα μετά από τόσες νύχτες,
ακόμη ακούγεται, ανάλαφρη στην άμμο.
Ηχώ φωνής στον νου κλεισμένης που
μεσ’ απ’ τα περασμένα καταφτάνει και
μαζί της κι ο άπληστος θρήνος των γλάρων –
ίσως πουλιών που από τους πύργους
ο Απρίλης τα εξορίζει στις πεδιάδες.
Με τη φωνή της, σ’ ένιωθα κοντά μου.
Τώρα, θα ήθελα σ’ εσένα να ’ρθει
μια ηχώ δικής μου ανάμνησης όμοιας μ’ εκείνο
τον σκοτεινό του πέλαγου αναστεναγμό. (περισσότερα…)

Τζιρόλαμο Αντζεριάνο, Επιλογές από το «Ἐρωτοπαίγνιον»

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Λίγα γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον Girolamo Angeriano. Γεννημένος λίγο πριν το 1480 στην Καμπανία, γιος νομομαθούς, προσχωρεί νέος στον νεολατινικό λογοτεχνικό κύκλο που σχηματίζεται γύρω από τον Τζιοβάννι Ποντάνο στη Νάπολη. Ενδέχεται να πέρασε ένα διάστημα στη Ρώμη. Για τον συζυγικό και οικογενειακό του βίο μας λείπει οποιαδήποτε πληροφορία και γνωρίζουμε, τέλος, πως πέθανε το 1535. Η πενιχρότητα, πάντως, αυτή των βιογραφικών στοιχείων για τον Αντζεριάνο έρχεται σε εντυπωσιακή αντίθεση με το εύρος της επιρροής του στη λογοτεχνία του 16ου αιώνα.

Η επιρροή αυτή οφείλεται πρωτίστως στο αξιοθαύμαστο ποιητικό έργο που φέρει τον τίτλο Ἐρωτοπαίγνιον. Το έργο εκδόθηκε στη Φλωρεντία το 1512, και τόσο την αρχική έκδοση, όσο και τη δεύτερη έκδοση του 1520, πρέπει να τις επιμελήθηκε ο ίδιος ο Αντζεριάνο. Έκτοτε εκδόθηκε (επανειλημμένα) στο Παρίσι, και επίσης στη Βενετία, το Ντόρντρεχτ και τη Φρανκφούρτη. Πέρα από τις διαρκείς εκδόσεις, το έργο αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης μίμησης. Μέλη της «Πλειάδας» εμπνέονται από το Ἐρωτοπαίγνιον και το αξιοποιούν τόσο σε γαλλικές όσο και σε λατινικές ποιητικές συνθέσεις. Ομοίως εμπνέει ποιητές και συγγραφείς στην Ιταλία, την Ολλανδία, την Αγγλία και τη Γερμανία.

Το έργο αποτελείται από 199 επιγράμματα, γραμμένα όλα σε ελεγειακό δίστιχο. Σχεδόν αποκλειστικά, τα ποιήματα αφορούν μια γυναίκα, την «Καιλία». Δεν υπάρχει, φυσικά, λόγος να αναζητήσουμε την «πραγματική» γυναίκα πίσω από την ποιητική φυσιογνωμία της Καιλίας. Αφενός το ίδιο το έργο αντλεί εκτεταμένα από ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές ─πρωτίστως από την Πλανούδεια Ανθολογία─ αφιερώνοντας στην Καιλία στίχους και αισθήματα ειπωμένα, αφετέρου δε, και κυρίως, η ίδια η πρωτοτυπία του Ἐρωτοπαιγνίου έγκειται, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, στον περιπαικτικά ινδαλματικό χαρακτήρα που πλάθεται για το ίδιο το ερωτικό αντικείμενο. Η υπερβολή αποτελεί το σήμα κατατεθέν κάθε στοιχείου που συνδέεται με την Καιλία, κι όμως αυτή άλλον σκοπό δεν έχει από την αναπτερωτική ιλαρότητα. Ο Αντζεριάνο είναι ένας δημιουργός που αγαπά θερμά την ελεγειακή παράδοση μα επιθυμεί ─και κατορθώνει─ ταυτόχρονα να παρωδήσει, να αναγελάσει, έντεχνα και ιδιοφυώς, την ίδια της την υπερβολή.

~.~

ΤΖΙΡΟΛΑΜΟ ΑΝΤΖΕΡΙΑΝΟ

Επιλογές από το Ἐρωτοπαίγνιον

[1]

 

  1. «Η αγανάκτηση του βιβλίου» [2]

Ποια Ερινύα σε στοίχειωσε κι όλο σε καταδιώκει;
Ντροπή δεν νιώθεις να μιλάς για όσα δεν μολογούνται;
Οι ποιητές, λέει ο λαός, είναι μωροί και χαύνοι,
Κι εύκολα μαρτυρώ εγώ: πλήρως απεχαυνώθης.
Γράφεις και σβήνεις διαρκώς, σβήνεις και ξαναγράφεις,
Κι ούτε κι οι στίχοι που κρατάς αξίζουν αναγνώστη.
Κι ούτε τα τέσσερα που παν, ιδέα καμιά δεν έχεις,
Όλη η ζωή σου ξεγλιστρά μες στην ανοησία,
Και δεν μπορεί να βρει ο νους στέρεο αποκούμπι.
Παραπονιέμαι δίκαια· μου μπήγεις τη λεπίδα,
Εγκαρτερώ σβησίματα, πληγές μου φέρνει η πένα.
Θαρρώ πως αγνοείς εσύ τι ’ναι παραφροσύνη·
Απολαμβάνεις, θα ’λεγα, σφοδρή, τυφλή, την τρέλα.
Ένα με θλίβει μόνο εμέ: αν βγω στο φως της μέρας,
Στον αναγνώστη τι θα πω; Τι άχαρη η γραφή σου!
Όπως και να το κάνουμε, δεν φταίω εγώ καθόλου,
Θα διαλαλήσω βροντερά «το κρίμα στον λαιμό σου»,
γιατί όλη στο κεφάλι σου πρέπει η ενοχή να πέσει.
Στους δρόμους θα φωνάζω εγώ: «καλοί μου αναγνώστες,
Να σας ευφράνω ήθελα, μα αδύνατον κατέστη,
Ερωτευμένος παλαβός έγραψε αυτούς τους στίχους!»

 

  1. «Στην Καιλία» [3]

Έρως πυρός τυλίγεται βαθιά μες στα μαλλιά σου,
Σε χείλη, φρύδια ευφραντικά λάμπει γλυκός ο Έρως.
Σε χέρια ο Έρως όμορφα, σε στήθη άσπρα στέκει·
Σαν τραγουδάς καλότεχνα, κει ξεπροβάλλει ο Έρως.
Συμφύεται ο Έρωτας με πόδια που βαδίζουν·
Ωσάν σκλαβάκι μιας κυράς, σου προσκολλάται ο Έρως.
Δεν είναι ένας μα πολλοί, Έρωτες στο κορμί σου,
Κάθε σου πράξη και προσόν, Έρως είναι, Θεά μου. (περισσότερα…)

Edwin Muir, Τά Ἄλογα

Edwin Muir (Ὀρκάδες Νήσοι, Σκωτία, 1887 – Καίμπριτζ, Ἀγγλία, 1959)

~.~

Μόλις δώδεκα μῆνες μετά
Τόν πόλεμο τῶν ἑπτά ἡμερῶν πού ἀποκοίμισε τόν κόσμο,
Ἀργά το βράδυ ἔφτασαν τά παράξενα ἄλογα.
Ὥς τότε εἴχαμε κρατήσει τή συμφωνία μας μέ τή σιωπή,
Ἄν καί οἱ λίγες πρῶτες μέρες ἦσαν τόσο ἀκίνητες
Πού καί μόνον στό ἄκουσμα τῆς ἀνάσας μας τρομάζαμε.
Τή δεύτερη μέρα
Τά ραδιόφωνα χάλασαν· γυρίσαμε τά κουμπιά· καμιά ἀπάντηση.
Τήν τρίτη μέρα ἕνα πολεμικό πέρασε κατά το βοριά,
Νεκρά σώματα σωροί στό κατάστρωμα. Τήν ἕκτη μέρα
Ἕνα ἀεροπλάνο βούτηξε πάνω ἀπό μᾶς στή θάλασσα. Ἔκτοτε
Τίποτα. Τά ραδιόφωνα βουβά·
Καί στέκονται, μπορεῖ ἀναμμένα, σ’ ἕνα ἑκατομμύριο δωμάτια
Σ’ ὅλο τόν κόσμο. Ὅμως τώρα ἄν γινόταν να μιλήσουν,
Ἄν αἰφνίδια μιλοῦσαν πάλι,
Ἄν σημαίνοντας μεσημέρι μιλοῦσε μιά φωνή,
Ἐμεῖς δέ θ’ ἀκούγαμε, δέ θά τῆς ἐπιτρέπαμε νά φέρει
Ἒκεῖνον τόν χαλασμένο παλιό κόσμο πού κατάπινε τά παιδιά του
Μέ μιά μεγάλη χαψιά. Δέ θά τό ἐπιτρέπαμε ξανά.
Μερικές φορές σκεπτόμαστε τά ἔθνη νά κείτονται κοιμισμένα,
Τυφλά κουλουριασμένα σέ ἀδιαπέραστη θλίψη,
Κι ἔπειτα ἡ παράξενη σκέψη μᾶς σαστίζει.
Τά τρακτέρ παρατημένα δῶθε κεῖθε στά χωράφια· τά βραδινά
Φαντάζουν σάν σκοτεινά θαλάσσια τέρατα σέ κατάκλιση καί ἀναμονή.
Τά ἐγκαταλείπουμε κεῖ πού βρίσκονται καί τ’ἀφήνουμε να σκουριάσουν:
«Θά σαπίσουν ὁλότελα καί θά γίνουν ὅπως τό ὑπόλοιπο χῶμα»
Ἂναγκάζουμε τά βόδια νά σύρουν τά σκουριασμένα μας ἄροτρα,
Ἀφημένα κατά μέρος ἀπό χρόνια. Ἔχουμε γυρίσει πίσω
Πολύ πιό πίσω ἀπό τή γῆ τῶν προγόνων μας.
Κι ὕστερα, ἐκεῖνο τό βραδινό
Προχωρημένο καλοκαίρι τά παράξενα ἄλογα ἔφτασαν.
Ἀκούσαμε κάποιο μακρινό χτύπο πάνω στό δρόμο,
Ἕνα τυμπάνισμα πού βάθαινε· σταμάτησε, συνέχισε πάλι
Καί στή γωνία μεταλλάχτηκε σέ ὑπόκωφο κεραυνό.
Εἴδαμε τά κεφάλια
Σάν ἄγριο κύμα πού φούσκωνε καί φοβηθήκαμε.
Εἴχαμε πουλήσει τ’ ἄλογά μας τόν καιρό τῶν πατέρων μας
Γιά ν’ ἀγοράσουμε νέα τρακτέρ. Τώρα μᾶς ἦσαν ξένα
Σάν ἄτια μυθικά πάνω σέ ἀρχαία ἀσπίδα ξαμολημένα.
Ἤ εἰκονογραφήσεις σέ βιβλίο ἱπποτῶν.
Δέν τολμήσαμε να πᾶμε κοντά τους. Ὅμως περίμεναν,
Πεισματάρικα καί ντροπαλά, λές εἶχαν σταλθεῖ
Ἂπό μιά παλιά ἐντολή νά βροῦν ποῦ βρισκόμαστε
Και κείνη τήν ἀπό καιρό χαμένη ἀρχαϊκή συντροφικότητα.
Τήν πρώτη στιγμή οὔτε πού μᾶς πέρασε ἡ σκέψη
Πώς ἦσαν πλάσματα γιά νά τά κατέχουμε καί νά τά χρησιμοποιοῦμε.
Ἀνάμεσά τους ὑπῆρχαν κάπου μισή δωδεκάδα πουλάρια
Ριγμένα σέ κάποιαν ἐρημιά τοῦ διαλυμένου κόσμου,
Ὣστόσο νέα σάν νά εἶχαν ἔρθει ἀπό τή δική τους Ἐδέμ.
Ἂπό τότε λοιπόν σέρνουν τ’ ἄροτρά μας καί κουβαλοῦν τά φορτία μας,
Ὅμως ἐκείνη ἡ ἐλεύθερη ὑποταγή μπορεῖ ἀκόμη νά μᾶς τρυπάει τίς καρδιές.
Ἡ ζωή μας ἀλλαγμένη· ὁ ἐρχομός τους τό ξεκίνημά μας.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Μικρός ἐπίλογος γιά τό ποίημα καί τήν ἱστορία του

Ἡ ἀποκαλυπτική ὅραση τοῦ Σκωτσέζου Edwin Muir, ἀπό τά Orkney Isles, γιά ἕνα καταστραμμένο κόσμο μετά ἀπό πυρηνικό ὄλεθρο, ἰσχύει δυστυχῶς καί σήμερα καί δέν περιορίζεται στά 1950, ἐποχή πού τό ποίημα γράφτηκε. Ὁ φόβος παραμένει διάχυτος καί τότε καί τώρα στόν πλανήτη. Τό ποίημα εἶναι πολυεπίπεδο καί ἔχουν γραφτεῖ πολλά γι’ αὐτό. Ἡ ἀκραία φτώχεια τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ «Orcadian Poet» σέ μιά προβιο-μηχανική ἐποχή χειρωνακτικοῦ μόχθου, καθώς καί τά τρομακτικά χρόνια στήν Γλασκώβη, ὅπου μετακόμισε ἡ οἰκογένειά του μέ τίμημα τή ζωή τῶν γονιῶν καί τῶν ἀδελφῶν του πολύ γρήγορα, προσέδωσαν στήν γενέθλια γῆ του Ἐδεμιαία, προπτωτική χάρη γιά τόν ποιητή. Ἡ σφοδρή του ἐναντίωση πρός τόν κόσμο τῶν μηχανῶν, θυμίζει τόν Οὐαλλό συνάδελφό του R.S. Thomas· ὅμως οἱ ἐχθρικές καί γιά τούς δυό τους μηχανές, στήν συγκεκριμένη περίπτωση τά τρακτέρ, σκουριάζουν πιά παρατημένα καί «τά βράδια φαντάζουν σάν σκοτεινά θαλάσσια τέρατα» κοιμισμένα κι αὐτά καί ἀναμένοντα ὅπως ὁ ὑπόλοιπος θανατερά κοιμισμένος κόσμος, μετά τήν πυρηνική καταστροφή. Ὡστόσο ὁ Muir δέν ἀπαρνιέται οὔτε ἐγκαταλείπεται ἀπό τήν ἐλπίδα. Βιβλικά ἄλογα αἰφνιδίως ἐπιστρέφουν ἀπό μιά δική τους Ἐδέμ, ὑπακούοντας σέ θεϊκά δοσμένη ἀρχαία ἐντολή νά βροῦν τούς ἀναπομείναντες ζωντανούς, μέἐλεύθερη τήν ὑποταγή τους σ’ αὐτούς, γιά νά ἀποκατασταθεῖ «ἡ ἀρχαϊκή συντροφικότητα τῆς συνεργασίας» ἀνάμεσά τους.

(περισσότερα…)

Leconte de Lisle, «Η Φύση είναι κενή…»

*

Mεσημβρία

Ρίχνει από κυανό ουρανό σεντόνια αργυρά,
ξάπλα στον κάμπο, άρχοντας θερινός, η Μεσημβρία,
κοιμάται η Γη μέσα σε μία εσθήτα από πυρά,
καυτός αέρας, oύτε ανάσα ούτε ομιλία.

Στέρεψε η πηγή, των κοπαδιών που ήταν δροσιά,
απέραντη άπλα, ίσκιο οι αγροί δεν έχουν σώσει,
το δάσος πέρα με την παρυφή του μες στη σκιά,
ασάλευτο σε ηρεμία βαθιά έχει ξαπλώσει.

Μόνο, για ύπνο αδιάφορα τρέχουνε μακριά
στάχυα σαν θάλασσα χρυσή, με τον καρπό γεμάτο·
της ιερής της Γης τα ειρηνικά είναι παιδιά,
του Hλίου το κύπελλο άφοβα ρουφώντας μέχρι πάτο.

Κάποτε, λες της ζέουσας ψυχής τους ο καημός,
από τα βάθη των μεστών σταχιών ψίθυρος βγαίνει·
σαν ένας μεγαλειώδης και αργός κυματισμός
ξυπνά, και σε γεμάτο σκόνη ορίζοντα πεθαίνει.

Όχι μακριά, βόδια στη χλόη τον παίρνουνε λευκά
και τα παχιά προγούλια τους αργόσυρτα σαλιώνουν,
τρέχουν ξοπίσω, με μάτια έξοχα, υπνωτικά
από τα όνειρα τους τα βαθιά που δεν τελειώνουν.

Θνητέ, μεσημεριάτικα όλος θλίψη ή χαρά,
αν ίσως τους αγρούς διαβείς τους φωτοχτυπημένους,
φύγε! η Φύση είναι κενή, του Ήλιου είσαι βορά:
ζωή δεν έχει εδώ, ούτε φαιδρούς ούτε θλιμμένους.

Μα αν χορτασμένος είσαι πια από γέλια και λυγμούς,
και για τη λήθη του αγριεμένου κόσμου έχεις διψάσει,
αν θες, από συγνώμες άδειος και από ξορκισμούς,
μια μεγαλειώδη, κατηφή ηδονή να δοκιμάσεις,

ο Ήλιος σού απευθύνει λόγους μεγαλοπρεπείς,
με την άσπλαχνη φλόγα του ένα αενάως γίνε,
γύρνα με βήμα αργό σε πολιτείες χαμερπείς
και η καρδιά σου ένα με το θείο Μηδέν ας είναι.

/// (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Ερωτικό

*

ΕΡΩΤΙΚΟ

Πώς την ψυχή μου να εμποδίσω εγώ
ν’ αγγίξει τη δική σου; Πώς μπορεί
σε κάτι άλλο να δοθεί έξω από σένα;
Αχ, νά γινόταν στα κρυφά
να τη φυλάξω εγώ
σε μέρη σιωπηλά, μέρη χαμένα,
που δεν τα φτάνει της αβύσσου σου η κλαγγή.

Μα ό,τι μας άγγιξε ποτέ εμάς τους δυο,
τώρα στην ίδια δοξαριά μάς έχει ενώσει,
δύο χορδές εμείς, κεντάμε μια φωνή.
Σ’ όργανο ποιο μάς έχουνε τεντώσει;
Το χέρι μάς κρατά ποιου βιολιστή;
Γλυκό τραγούδι εσύ.

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

*

**

Paul Verlaine, «Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια!…»

*

Οι αποβάθρες

Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια! Είχα την άνεσή μου,
αν όχι πλούσιος, κάτεχα όμως το κατιτί μου…
Ήμουν νεαρός με γούστα όλο ανησυχία
όπως προστάζει η εικονογραφοβιβλιοφιλία.

Μακριά μου η ηλίθια έπαρση: καμπόσος δεν περνιόμουν,
και τότε έστω! Σε τιμαλφείς στιγμές και αν χανόμουν,
και ήμουνα, ή κι όχι, από πικρίες πεισματωμένος
τιμές που αφορούσαν… ή άλλα! Μα όχι χολωμένος!

Άπλωνε ο Σηκουάνας‒ κι είναι πάντα απλωτός‒
σαν φίδι από χρυσά, πράσινα, μαύρα ολόστικτος…
Πάντα ριγά ο αιθέρας… Φίλια η τοποθεσία!…

Bιβλίο όμως πουθενά! Τσιράκια βιβλιοπωλών
Στους πάγκους όλους σκόρπισαν πανωλεθρία
Που έχουν γίνει η ειρωνεία των βιβλιοεραστών.

///

Βιβλιόφοβοι

Στη Γυναίκα όπου αγάπη τέλεια πρέπει να δώσει,
κάθε ελπίδα, ‒κατά βάθος‒ κάθε εμπιστοσύνη,
ωστόσο την καρδιά του η σκιά και η χροιά θα τρώσει,
καρδιά βιβλιόφιλου, παρότι εκ γενετής σε ειρήνη

και σε ανάπαυλα καθημερνά είναι ταγμένη
όπου με το Βιβλίο φτιάχνει τη ζωή του, κι όταν
σε τάφρο απλοϊκή ρίχνει ήσυχη, γαληνεμένη
τον παλαιό του πυρετό, τα πέριξ γεγονότα.

Γυνή άγγελος και δαίμονας, λέει δίστιχο αρχαίο,
υποταγμένη… αλλά και δεσποτική βεβαίως,
κλαψιάρα από τη φύση της μα και… σκληρή επίσης.

Και, αφότου Κύριος οίδε πόσο έχει διαβάσει,
ποιο είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει!
Τον διακόπτει, και αυτός, «μερσί» θα της… ψελλίσει!

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

**

*

Dylan Thomas, Πρόλογος του Συγγραφέα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο «Πρόλογος του Συγγραφέα» («Author’s Prologue») υπήρξε το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Ντύλαν Τόμας. Συντέθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1953, και λειτουργεί σαν ποιητική διαθήκη αλλά και σαν πανηγυρική αυτοπαρουσίαση: ο ποιητής εμφανίζεται εδώ ως θαλασσινός βάρδος, βιβλικός προφήτης και τεχνίτης της γλώσσας μαζί, υψώνοντας την «κιβωτό» του μέσα σ’ έναν κόσμο που πλημμυρίζει από φθορά, μνήμη και τραγούδι.

Το ποίημα είναι επίσης αξιοσημείωτο για την εξαιρετικά ιδιότυπη κατασκευή της ομοιοκαταληξίας του. Ο Τόμας οργανώνει το κείμενο σαν κυκλικό πλέγμα ή κατοπτρική αλυσίδα: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τελευταίο, ο δεύτερος με τον προτελευταίο, ο τρίτος με τον τρίτο από το τέλος κ.ο.κ., δημιουργώντας έτσι μια μορφή που κλείνει επάνω στον εαυτό της σαν κύμα ή σαν τελετουργικός ψαλμός. Η τεχνική αυτή –σπάνια ακόμη και στο δικό του έργο– εντείνει την αίσθηση πως το ποίημα δεν τελειώνει αλλά επιστρέφει αδιάκοπα στην πηγή του: στη φωνή, στη θάλασσα, στον χρόνο και τη μνήμη.

~.~

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Τη μέρα αυτή που αργά καταλαγιάζει
καθώς κατευοδώνεται το θέρος
μέσα στη σολομίσια ορμή του ήλιου
στο θαλασσοδαρμένο ετούτο σπίτι
επάνω σ’ ένα βράχων γκρεμοτόπι
πλεγμένο με καρπό και τσιριτρό
αφρούς, πτερύγια, φλάουτα και φτερά
στη χορική οπλή ενός δάσους, πλάι
σε γλιτσιασμένες, αστερόεσσες αμμουδιές
με τους σάμπως ψαρούδες φωνακλάδες
γλάρους τους –όστρακα, κοχλιούς μα και ξεφτέρια–
και άντρες κορακάτους, εκεί έξω,
που γονατίζουν, σύννεφα ζωσμένοι
στου ηλιοβασιλέματος τα βρόχια
–χήνες σχεδόν στον ουρανό, καμακιστές
αγόρια κι ερωδιούς και μια μπουρού
για θάλασσες επτά που ραψωδεί
νερά αιώνες απ’ τις πόλεις μακριά
της εννιαήμερης νυχτιάς με τους πυργίσκους
που λαμπαδιάζουν σαν τα λιοφρυγμένα
καλάμια από ψηλό ξεράχυρο
μες στον θρησκευτικό τον άνεμο–
σε μιαν ειρήνη φτώχεια μέσα ψάλλω
σ’ εσάς τους ξένους (αν και οι ωδές
μια φλογερή, λοφιοφόρα είναι πράξη –
είναι των πτερωτών η πυρκαγιά
μες στο στροβίλισμα του υπερκόσμιου δάσου
για τ’ άγαρμπά μου κύκνια πλατσουρίσματα)
έξω απ’ τα φύλλα αυτά που ψαύει η θάλασσα
που θα τους μοιάσετε κι εσείς στο πέταγμα
μα και στην πτώση τόσο σύντομα –
τρίμμα θα γίνετε κι ύστερα απέθαντοι
στ’ ασφυκτικό το βράδυ. Προς το πέλαγο
ασκητικός γλιστράει ο ήλιος-σολομός
κι άλαλοι κύκνοι στίκτουν με γλαυκό
του κόλπου το λυκόφως καθώς πελεκώ
τούτο το πανδαιμόνιο από μορφές
για να συλλάβετε το πώς εγώ,
άνθρωπος-αδελφός του σίφουνα,
μπορώ να αινώ αντάμα αυτό τ’ αστέρι –
γόνο του πέλαγου που όλο πουλιά κραυγάζει,
του ανθρώπου σπάραγμα, αιματοβλογημένο.
Τη γη σαλπίζω –ναι!– που αναπηδά
από το ψάρι ως τον λόφο! Δείτε εδώ:
χτίζω την όλο μυκηθμούς μου κιβωτό
όσο η αγάπη μου μπορεί καλύτερα
σαν ο κατακλυσμός γύρω αρχινά
μέσ’ απ’ το κεφαλόβρυσο του φόβου –
απ’ την κατάστιχη οργή όπως βρυχάται
κι από της σάρκας την αναπνοή
να τρέξει σαν οροσειρά τηγμένη
επάνω από των κοιμισμένων τ’ άλγη
και προβατόλευκων κοίλων αγρών
στην Ουαλία, ως τη δική μου αγκάλη. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Czesław Miłosz, Tέσσερα ποιήματα

Czesław Miłosz, 1911 – 2004

~.~

Συνάντηση κατά τύχη

Βίλνιους, 1936
Περνάγαμε μέσ’ ἀπό παγωμένα χωράφια πάνω σ’ ἕνα κάρο τήν αὐγή.
Ἕνα κόκκινο φτερό ὑψώθηκε στό σκοτάδι.

Καί ξαφνικά ἕνας λαγός διέσχισε τό δρόμο.
Κάποιος μᾶς τόν ἔδειξε μέ τό χέρι του.

Αὐτά, πολύ παλιά. Κανείς τους σήμερα δέν εἶναι ζωντανός,
Οὔτε ὁ λαγός οὔτε ὁ ἄνθρωπος πού ἔκανε τή χειρονομία.

Ὥ ἀγάπη μου, ποῦ εἶναι, ποῦ πηγαίνουν
Ἡ λάμψη ἑνός χεριοῦ, ἡ ἀνταύγεια τῆς κίνησης, ὁ ψίθυρος τῶν βότσαλων.
Δέ ρωτάω ἀπό θλίψη, ἀλλά θαμπωμένος ἀπό ἀπορία.

///

Κι ὡστόσο τά βιβλία

Κι ὡστόσο τά βιβλία θά βρίσκονται πάνω στά ράφια, ξεχωριστές ὑπάρξεις,
Πού ἐμφανίστηκαν κάποτε, ἀκόμη ὑγρά
Ὅπως λαμπερά κάστανα κάτω ἀπό δέντρο τό φθινόπωρο,
Καί, ἀγγιγμένα, χαϊδεμένα, ἄρχισαν νά ζοῦν
Παρά τίς φωτιές στόν ὁρίζοντα, κάστρα ἀνατιναγμένα,
Φυλές ἐν πορείᾳ , πλανῆτες ἐν κινήσει.
«Ὑπάρχουμε» εἶπαν, ἀκόμη κι ἄν οἱ σελίδες τους
Ἦσαν κουρελιασμένες, ἡ φλόγα πού βούιζε
Ἔγλειφε ὥς τήν ἐξάλειψη τά γράμματά τους. Τόσο πιό μεγάλης διάρκειας
Ἀπό μᾶς, πού ἡ εὔθραστη θέρμη μας
Κρυώνει μαζί μέ τή μνήμη, σκορπίζεται, χάνεται.
Φαντάζομαι τή γῆ, ὅταν δέν θά ὑπάρχω πιά:
Τίποτα δέν συμβαίνει, καμιά ἀπώλεια, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀλλόκοτη παρέλαση,
Γυναικεῖες ἐνδυμασίες, δροσόλουστες πασχαλιές, ἕνα τραγούδι στήν κοιλάδα.
Ὡστόσο τά βιβλία ἐκεῖ πάνω στα ράφια θά εἶναι, ὑψηλῆς καταγωγῆς,
Προερχόμενα ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά κι’ ἀπό φῶς, κορυφαῖα ὕψη.

///

Ἀργοπορημένη ὡριμότητα

Ὄχι νωρίς, κοντά στό πλησίασμα τῶν ἐνενήντα χρόνων μου,
ἔνιωσα μιά θύρα ν’ἀνοίγει ἐντός μου καί εἰσῆλθα
στή διαύγεια τοῦ ἄγουρου πρωϊνοῦ.

Ἡ μια μετά τήν ἄλλη οἱ προηγούμενες ζωές μου ἀπέπλεαν
σάν καράβια, με τη θλίψη τους μαζί.
Και οἱ χῶρες, οἱ πόλεις, οἱ κῆποι, οί κόλποι τῶν θαλασσῶν
ὅσα παραχωρήθηκαν στόν χρωστήρα μου ἦρθαν ἐγγύτερα,
ἕτοιμα τώρα νά περιγραφοῦν καλύτερα ἀπό πρίν.

Δέν ἀποχωριζόμουν τούς ἀνθρώπους,
λύπη και συμπόνια μᾶς ἕνωναν.
Ξεχνᾶμε –ἐπέμενα νά λέω– πώς ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Βασιλιᾶ.

Γιατί ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προερχόμαστε δέν ὑπάρχει καμιά διαίρεση
μέσα στό Ναί καί τό Ὄχι, μέσα στό εἶναι, ἦταν καί θά εἶναι.

Ὑπήρξαμε ἄθλιοι, δέν χρησιμοποιήσαμε παραπάνω ἀπό ἕνα ἑκατοστό
τοῦ δώρου πού λάβαμε γιά τό μακρύ μας ταξίδι.

Στιγμές ἀπό χτές κι ἀπό αἰῶνες πρίν
– τό χτύπημα ενός ξίφους, τό βάψιμο τῶν βλεφαρίδων μπρος στον καθρέπτη,
ἕνα γυαλισμένο μετάλλιο, μιά θανάσιμη βολή τοῦ μουσκέτου,
μια καραβέλα μέ τό κύτος ποδισμένο πάνω σέ ὕφαλο –
κατοικοῦν μέσα μας,
προσδοκώντας μιάν ἐκπλήρωση.

Τό γνώριζα, πάντοτε, πώς θά ἤμουν ἕνας ἐργάτης τοῦ ἀμπελώνα,
ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ζωντανοί ἄνδρες καί γυναῖκες τοῦ ἴδιου καιροῦ,
εἴτε συνειδητά τό γνωρίζουν εἴτε ὄχι.

///

Τραγούδι γιά τό Τέλος τοῦ Κόσμου

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Μέλισσα περικυκλώνει ἕνα τριφύλλι,
Ψαράς μπαλώνει ἕνα γυαλιστερό δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια ἀναπηδοῦν στή θάλασσα,
Δίπλα σέ νερόλακκο χελιδονάκια παίζουν
Καί τό φίδι ἔχει χρυσαφένιο πουκάμισο ὅπως τοῦ πρέπει πάντα.

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Γυναῖκες μιλοῦν στά χωράφια κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τους,
Ἕνας μεθυσμένος νυστάζει στήν ἄκρη τῆς πρασιᾶς,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στό δρόμο
Καί μιά βάρκα μέ κίτρινα πανιά πλησιάζει τό νησί,
Φωνή βιολιοῦ κρέμεται στόν ἀέρα
Kαί ὁδηγεῖ σέ ἀστροφώτιστη νύχτα.

Καί κεῖνοι πού προσδοκοῦσαν ἀστραπές καί βροντές
Ἀπογοητεύονται.
Καί κεῖνοι πού περίμεναν σημάδια καί ἀγγέλων σάλπιγγες
Δέν τό πιστεύουν πώς συμβαίνει τώρα.
Ὅσο ὁ ἥλιος και ἡ σελήνη εἶναι ψηλά,
Ὅσο ὁ μπάμπουρας ἐπισκέπτεται τό ρόδο
Ὅσο γεννιοῦνται ροδαλά βρέφη
Κανείς δέν πιστεύει πώς συμβαίνει τώρα.

Μόνον ἀσπρομάλλης γέροντας, ἴσως προφήτης,
Ὅμως, δέν εἶναι προφήτης, γιατί εἶναι τρομερά πολυάσχολος,
Ἐπαναλαμβάνει καθώς στηρίζει τίς τομάτες του:
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα,
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα.

Βαρσοβία, 1944

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

///

Οἱ ἀποδόσεις αὐτές βασίζονται στίς ἀγγλικές μεταφράσεις τῶν ποιημάτων. Κατά σειρά: τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ καί τῆς Lillian Vallee· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas, ἐπίσης· τοῦ Αnthony Milosz.

*

*

*

Paul Valéry, «Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι…»

*

Ένα ανακάτεμα το πνεύμα

Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι, φράσεις,
όσα από ύπνο ή έρωτα μέσα έχουν περάσει,
όσα η τύχη ή οι θεοί μάς έχουνε δωρίσει,
ένα άλμπουμ με θραύσματα ζωής έχουν γεμίσει.

Χαζό, άτοπο, ανοίκειο, συμπαθές, κατά το ρεύμα,
ένα ανακάτεμα και τίποτε άλλο είναι το πνεύμα,
δούλος μιας μύγας ή κυρίαρχος κάποιου νόμου,
από όπου κάθε λεπτό ξεμπλέκει το ΕΓΩ μου.

///

[Έχετε γεια…!]

Έχετε γεια…! ωραίες μου εικόνες, προς τα σας πηγαίνει
η αγκαλιά, λιμάνι λες κι είστε που δεν χορταίνει!
Εμπρός, καράβια άγρια με φτερά ορθωμένα στα ύψη,
κινδύνων ιστιοφόρα που ’χει ο Χάρος σπιρουνίσει!
Γρήγορα…! θα χαθεί ο Τάνταλος μέσα στο βράδυ…
Και τότε ένα Τριαντάφυλλο μες στο μοιραίο σκοτάδι,
καθώς η εφήμερη των ουρανών χαρά θα σβήσει,
ένα έσχατο εντελώς, ένα τριαντάφυλλο της Δύσης
χλομό μες στο αχανές το βράδυ θα ανατριχιάζει…
Στου εξώστη το κατάρτι πλέον δεν βλέπω να σπαράζει
συλφίδα με σημαίας χρώμα από αύρα που μεθάει,
και η ψυχρή πνοή που και το δέρμα διαπερνάει
λες και από ένα ζοφερό καρνάγιο μέσα φτάνει
που δεν είναι άλλο απ’ το μεγάλο ετούτο το λιμάνι!
Παράθυρα κλείστε, κλείστε παράθυρα δαρμένα!
Μεγάλα μάτια με της γνήσιας νύκτας τη φοβία!
Κι εσύ από τα ύψη με τα άστρα τα σπαρμένα
δέξου την μπολιασμένη από μυστήριο και ανία
κείνη τη μητρική των στοχασμών σου αλαλία…

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

***

 Yves Bonnefoy, Ανάγνωσε το βιβλίο!

*

Ο κήπος ήταν γεμάτος πορτοκαλιές, η γαλάζια σκιά, πουλιά που τιτιβίζανε στα κλαριά. Το μεγάλο καράβι, με όλα τα φώτα του αναμμένα, προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπηλές όχθες. Τι είναι το χρώμα, αναρωτήθηκε εκείνος που έσπρωξε τη χαμηλή μικρή πόρτα, που τη θρυμμάτιζε το δάσος και που συνέχιζε με κηλίδες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση βροχή. Ίσως είναι το σημάδι που μας δείχνει ο Θεός μέσω του κόσμου, καθότι από αυτό το πράσινο σε αυτό το γαλάζιο ή σε αυτήν την ώχρα την ολίγον τι κόκκινη, εν τέλει είναι σαν μία φράση δίχως νόημα, και ποιός άλλος σιγεί, όπως αυτός; Το καράβι είχε σταματήσει, άρχισαν να φαίνονται τώρα όλα αυτά τα άτομα που πηγαινοερχόντουσαν σε μία από τις γέφυρες, σκοτεινές σιλουέτες πάνω από μικρές φλόγες, μέσα στους καπνούς. Αλλά ο κόσμος δεν έχει χρώματα, όπως τόσο αφελώς πιστεύουμε, λέγει ακόμη, μόνον το χρώμα είναι, μόνο, και οι σκιές του, μέρη ή πράγματα, δεν είναι παρά ο τρόπος που έχει να ανοίγεται στον εαυτό του, να ανησυχεί για τον εαυτό του, να αναζητεί την ακτή. Η νύχτα πέφτει, η ημέρα ξημερώνει, αλλά υπάρχει πάντα το ίδιο γαλάζιο, καμμία φορά γκρι, ή το ίδιο κόκκινο μέσω τόσων ωρών, έτσι δεν είναι; Και όσο για τις λέξεις! – Ήδη, κατεβαίνοντας από το πλοίο, παιδιά, πληθώρα παιδιών που τρέχανε με όλους τους τρόπους, γελώντας, έπειτα μία γηραιά γυναίκα, το κεφάλι περικυκλωμένο από φλόγες, μετά ένας γέρος στο μπράτσο ενός νεαρού, ντυμένου στα λευκά. Και πόσοι άλλοι ακόμη! Αλλά ήδη αυτός, εκείνος ο ερχόμενος άλλος, δεν κοίταζε πια, εκείνος που σκεπτικός προχωρούσε στον κήπο των πορτοκαλεόδεντρων, πάνω στην άμμο.

Όσο για τις λέξεις! Ποιος υποκρίθηκε ότι δεν είναι πράγματα μιας ατελούς ανάμνησης, εξ αιτίας των ήχων τους –των χρωμάτων τους– που αύξαναν τη φήμη τους στον κόσμο; Η λέξη νύχτα είναι φωτεινή, αλλά και η νύχτα το ίδιο, για όσο είναι ακόμη σκοτεινή. Ή μάλλον η νύχτα δεν είναι ούτε φωτεινή ούτε σκοτεινή, δεν είναι παρά μία λέξη απλώς, όπως το πεσμένο πορτοκάλι, όπως το γαλάζιο γρασίδι. Πατούσε τώρα, πάντα διαλογιζόμενος, αυτό το χορτάρι ανάμεσα στα δένδρα, ανάμεσα στα οποία πήγε να κάτσει διότι η κούρασή του είχε μεγαλώσει από τη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι του κήπου και έχοντας μαζέψει όλη τη ζέστη των καλοκαιρινών δρόμων στον σβέρκο. Ψηλή, μαύρη, η γυναίκα που ήρθε να στηριχθεί σε αυτό το παράθυρο, κοντά στον γιό της. Και οι δύο κοιτάγανε τη νύχτα να πέφτει, δίχως να λένε τίποτα, ή καλύτερα είναι η ημέρα που ξημερώνει, ένα σκοτεινό κόκκινο, και που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, από τη μεριά εκείνη του μουράγιου που ’ναι έρημο, καλυμμένο με βαριές πέτρες.

Και αύριο το πλοίο θα ξαναφύγει, με εκείνους επιβιβασμένους, ή μπορεί και να σταθεί εδώ, να σκουριάζει, και εκείνοι αποβιβάστηκαν, χθες, πότε; Και τώρα προχωρούν, σχεδόν στην τύχη, πάνω στην άμμο. Σε ξέρω καλά, έλεγε εκείνος, όταν ήταν ακόμη παιδί, στη μικρή κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα. Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, ερχόσουν προς το μέρος μου εδώ και τόσον καιρό με αυτά τα φοινικόφυλλα ανάμεσα στα χέρια, ήταν ο ουρανός ή όχι; και πίσω από σένα, την τόσο λεπτοκαμωμένη, βρισκόταν το καθαρό χρώμα, ενάντια στην αποβάθρα του χρόνου ορθωμένο σε υψηλά κύματα με στροβίλους δίχως θόρυβο.

Προχωρεί ακόμη μέσα στον κήπο. Από εδώ και στο εξής, βρίσκονται παντού μεγάλες αλέες, των οποίων τα θολωτά φυλλώματα και τα φρούτα μπλέκονται το ένα με το άλλο πιο μπροστά πάνω σε μία γαλάζια σκιά μωσαϊκού, ή ίσως λάμπει ένα αστέρι, αλλά αυτός ο δρόμος που θέλησε να ακολουθήσει, ύστερα από λίγο έναν άλλον, και μετά άλλους πολλούς, που διακλαδωνόντουσαν γρήγορα, πάνω στη λεπτή άμμο όπου τα βήματα βουλιάζουν σαν να ήταν σε πλαγιές αμμολόφων. Τα πορτοκάλια είναι ώριμα, βαριά, πολυάριθμα στο ρηχό πανέρι των χαμηλών κλαδιών. Ένα παγκάκι βρίσκεται εκεί, κάθεται, ακουμπά δίπλα του αυτό το βιβλίο που ούτε καν ονειρεύεται να ανοίξει. Η μητέρα και ο γιος μπροστά στη νύχτα, με τη φωτιά σε δύο πέτρες να υψώνεται πίσω τους στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο έναστρος ουρανός στα πόδια τους, στο άπειρο, ένας εκθαμβωτικός σωρός δίχως δονήσεις, δίχως ακτίνες σε πίσσα σκοτάδι.

Και πώς είναι όλα τόσο γαλήνια, εκεί, δίπλα στο παγκάκι, κοντά στον κορμό του γηραιού δένδρου. Πώς έχει η ζέστη δαντέλες σχεδόν διαφανείς πάνω στο ύφασμα του γαλάζιου χορταριού! Πώς η υπνηλία του κόσμου προσφέρεται για ζωή, μέγα κορμί γυμνό που κινείται καμμιά φορά δίχως να ξυπνά, μαλλιά ανακατεμένα πάνω στα σεντόνια όπου εναλλάσσονται οι σκιές και το φως των περσίδων! Αφουγκράζεται αυτήν την ατάραχη αναπνοή. Ανασηκώνεται λίγο. Παίρνει το χέρι του που είναι μουδιασμένο, ξεσφίγγει ένα ένα τα δάχτυλα που δεν αντιστέκονται, αφήνοντας να ξεφύγει –αναμφιβόλως– λίγο από το όνειρο.

Μα, τι ακούει εδώ και ένα λεπτό; Τι είναι αυτός ο μονότονος ήχος, παρόμοιος με τους ενοχλητικούς γδούπους που τον χτυπάγανε δίχως σταματημό, στον κηπάκο της νεότητάς του, της μικρής του τσουγκράνας πάνω σε ένα σιδερένιο κουβά, ενίοτε ξέχειλο από υγρό χώμα; Τρία χτυπήματα, έπειτα μια παύση, έπειτα τρία ακόμη χτυπήματα, ή τέσσερα, και πάλι το μυστήριο της σιωπής, και έτσι συνεχίζεται για πολύ ακόμα, δίχως να το είχε θελήσει! Φοβόταν ότι θα κατέβαιναν από κει ψηλά να του φωνάξουν ότι είναι δειλός, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα βήμα δεν κατέβηκε γρήγορα προς το μέρος του από το ύψος των σκαλοπατιών, οπότε έπρεπε να προχωρήσει κι άλλο, κάτω από όλους τους ουρανούς, πάντα μονάχος του. (περισσότερα…)

Guillaume Apollinaire, Λατρεμένο μου μικρό μου Λου

*

Λατρεμένο μου μικρό μου Λου σ’ αγαπώ
Άστρο μου μικρό που τρεμοφέγγεις σ’ αγαπώ
Σώμα ηδονικά ελαστικό σ’ αγαπώ
Αιδοίο που σφίγγεις σαν καρυοθραύστης σ’ αγαπώ
Στήθος ζερβό τόσο ρόδινο κι αυθάδικο σ’ αγαπώ
Στήθος δεξιό τόσο απαλά ροδαλό σ’ αγαπώ
Θηλή δεξιά στο χρώμα της σαμπάνιας προτού να βγάλει αφρό σ’ αγαπώ
Θηλή αριστερή που μοιάζεις με εξόγκωμα στο μέτωπο νεογέννητου δαμαλιού σ’ αγαπώ

Νύμφες υπερτροφικές απ’ τα συχνά σου αγγίγματα σας αγαπώ
Γλουτοί ευκίνητοι που πίσω τινάζονται με χάρη σάς αγαπώ
Ομφαλέ που μοιάζεις με σελήνη βαθουλή και σκοτεινή σ’ αγαπώ
Λόχμη καστανόξανθη σαν δάσος τον χειμώνα σ’ αγαπώ
Μασχάλες με χνούδι σαν κύκνος νεογέννητος σας αγαπώ
Καμπύλη των ώμων που σαγηνευτικά διαγράφεσαι σ’ αγαπώ
Μηρέ με την αρμονική καμπύλη σου σαν κίονας αρχαίου ναού σ’ αγαπώ
Αυτιά καλοραμμένα σαν μικρά μεξικάνικα κοσμήματα σας αγαπώ
Κόμη βουτηγμένη στο αίμα των ερώτων σ’ αγαπώ
Πόδια έμπειρα πόδια ορθωμένα σας αγαπώ
Λαγόνες που ιππεύουνε λαγόνες δυνατές σας αγαπώ
Μέση που δεν γνώρισε ποτέ κορσέ μέση ευλύγιστη σ’ αγαπώ
Πλάτη θαυμαστά πλασμένη που λύγισε για μένα σ’ αγαπώ
Στόμα, ω απόλαυσή μου, ω νέκταρ μου σ’ αγαπώ
Βλέμμα μοναδικό, βλέμμα σπιθοβόλο σ’ αγαπώ
Χέρια που λατρεύω την κίνησή τους σας αγαπώ
Μύτη μοναδικά αριστοκρατική σ’ αγαπώ
Περπατησιά κυματιστή και χοροπηδητή σ’ αγαπώ
Ω Λου μικρό μου σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ.

Κουρμελουά, 8 Απριλίου 1915

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

*

*