Day: 31.05.2026

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μια αυτοανθολογία

Δημήτρης Δασκαλόπουλος (6.12.1939 – 30.5.2026)

~.~

Όταν το 2019 προσκαλέσαμε στις Νύχτες του Ιουλίου στα  Χανιά τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο για να παρουσιάσουμε την αυτοβιογραφία του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου», ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και εγώ του ζητήσαμε να μας στείλει μερικά ποιήματά του που ο ίδιος τα θεωρεί αντιπροσωπευτικά του έργου του, ώστε να διαβαστούν κατά την εκδήλωση. Τα εννέα ποιήματα που ακολουθούν είναι εκείνα που μας έστειλε τότε. Ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά καλύπτουν πάνω από μισόν αιώνα γραφής. Το ΝΠ τα αναρτά τώρα στη μνήμη του. — ΚΚ

~.~

«ΜΝΗΜΗ» VI.

Είχες φυτέψει στην αυλή μας λουλούδια.
Ο σπόρος που κύλησε από τ’ άγια σου χέρια
κράτησε καιρό μέσα του τη δύναμη της ζωής.
Προχτές ανοίχτηκε στο φως ένα τριαντάφυλλο
και είπε πως είναι η Ομορφιά
που δεν πεθαίνει με τον θάνατο.

(Απόπλους, 1963, από την ενότητα «Ξανθίππη»)

///

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Ζούσαμε τέσσερις σ’ ένα παράξενο σπίτι
στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση.
Ο ένας έφυγε μετά το μεσημέρι κι ο άλλος
πέθανε την ώρα που φύτευε τριαντάφυλλα.
Απομείναμε δυο σε χωριστά δωμάτια
περιφραγμένοι με εύπλαστα συναισθήματα.
Τ’ απογεύματα μετά τις ανοιξιάτικες μπόρες,
καθώς ανεβαίνουν από τα νοτισμένα χώματα
σαν καπνοί από θειάφι οι θύμησες,
σφιγμένα σ’ επίσημες μαύρες φορεσιές
βγαίνουν σεργιάνι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και έκαναν ελάχιστη τη μικρή ζωή μας φεύγοντας.
Τότε, μες από τις δακρυσμένες φυλλωσιές
και τα κλαμένα μάτια των καρπών που αιωρούνται,
κουνάμε δειλά τα χέρια στους άλλους δυο
που διασχίζουν απόκοσμοι τον κήπο
χωρίς να βλέπονται, αμίλητοι κι αγνώριστοι.
Και οι περίοικοι έχουν να πουν πώς, όταν
προβάλλει στην ανατολή ο ήλιος και φεύγει
στη δύση η σελήνη, δεν είναι παρά
τα προσφιλή χαμένα πρόσωπα
που διεκδικούν τη μνήμη μας
πάνω απ’ το παράξενο σπίτι.

Ο κόσμος αρχίζει στα μάτια και τελειώνει στα όνειρα.

(Επιστροφές, 1973)

///

Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.

***

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

(Και τα δύο, Αλφαβητάρι, 1976)

/// (περισσότερα…)