Η αράχνη, η κουκουβάγια και ο Πορθητής: Μια ιστορία από την Άλωση της Πόλης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Όλα ξεκίνησαν με αφορμή την Άλωση της Πόλης. Εκεί λοιπόν που διάβαζα

«πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης»,

ξανάπιασα στα χέρια μου την Άλωση του Ράνσιμαν. Γρήγορα το μάτι μου έπεσε σε κάτι που είχα υπογραμμίσει ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια και σχετίζεται με μια υποτιθέμενη απαγγελία ενός περσικού δίστιχου από τον Πορθητή Μωάμεθ.

Ας ξαναθυμηθούμε όμως εκείνες τις στιγμές της εισόδου του νικητή, εκπορθητή Μωάμεθ στην Πόλη των Πόλεων, το απόγευμα της ίδιας μέρας, αφού ο στρατός του είχε επί το πλείστον καταλεηλατήσει πια και διαγουμίσει τις ζωές και το βιος της θεοφρούρητης Βασιλίδος, της περιλάλητης Κωνσταντινούπολης.[1]

«Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από την εκλεκτότερη φρουρά του από γενίτσαρους και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του, προχώρησε αργά μέσ’ από τους δρόμους ως την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις από τις πύλες της ξεκαβαλίκεψε και έσκυψε για να σηκώσει μια φούχτα χώμα που έριξε απάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινοφροσύνης μπροστά στο Θεό του. Μπήκε μέσα στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Κατόπιν, καθώς βάδιζε προς το ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε ν’ αποσπάσει ένα κομμάτι μάρμαρο από το δάπεδο. Γύρισε προς αυτόν με οργή και του είπε ότι η άδεια για λαφυραγωγία δεν περιλάμβανε την καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα προόριζε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί Έλληνες ζαρωμένοι στις γωνίες που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα δέσει για να τους απαγάγουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Κατόπιν βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το ιερό και του ζήτησαν έλεος. Και αυτούς επίσης άφησε να φύγουν κάτω από την προστασία του. Αλλά επέμεινε να μετατραπεί αμέσως η εκκλησία σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και κήρυξε ότι δεν υπήρχε άλλος θεός από τον Αλλάχ. Ο ίδιος κατόπιν ανέβηκε στο ιερό και προσκύνησε τον νικηφόρο Θεό του. Όταν βγήκε από την εκκλησία ο σουλτάνος, πέρασε την πλατεία και πήγε στο παλιό Ιερό Παλάτι. Καθώς περνούσε μεσ’ από τις μισοερειπωμένες αίθουσες και διαδρόμους του, λέγεται ότι μουρμούρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στο παλάτι των Καισάρων
και η κουκουβάγια κρώζει στους πύργους του Αφρασιάμπ».

(“When he left the Cathedral the Sultan rode across the square to the old Sacred Palace. As he moved through its half-ruined halls and galleries it was said that he murmured the words of a Persian poet: ‘The spider weaves the curtains in the palace of the Caesars; the owl calls the watches in Afrasiab’s towers”).

Δίπλα λοιπόν σ’ αυτή την τελευταία φράση με το περσικό δίστιχο είχα σημειώσει –Κύριος οίδε πότε!– ότι το δίστιχο αυτό προερχόταν από το Σαχναμέ του Φερντουσί. Γέλασα με έκδηλη ικανοποίηση μα και παρευθύς βάλθηκα να το επιβεβαιώσω σκαλίζοντας το Σαχναμέ του Φερντουσί. Όσο κι αν έψαχνα όμως, πουθενά δεν βρισκόταν τέτοιο δίστιχο. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή που το ξαναντίκρισα, μου έγινε έμμονη, βασανιστική ιδέα να βρω την προέλευσή του, να εξακριβώσω ποιο στόμα το ξεστόμισε πρώτο ή ποια γραφίδα το κατέγραψε. Ήταν όντως περσικής καταγωγής κι εμπνεύσεως ή δημιούργημα αυτοσχέδιο του Μεχμέτ του Πορθητή;

Ας δηλώσω ευθύς εξαρχής πως η εναρκτήρια ορμή για να θηρεύσω τον δημιουργό αυτού του δίστιχου ξεπήδησε κεραυνοβόλα κι αυθόρμητα, λόγω της ποιητικής πυκνότητας, εκφραστικής εικονοποιητικής δεινότητας κι εκθαμβωτικής ενάργειας του ίδιου του δίστιχου. Στα μάτια και στα αυτιά μου (και πάμπολλων άλλων μέχρι πρόσφατα, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια) δεν έχουν αστραποβολήσει άλλοι στίχοι που να μιλούν με τέτοια αλληγορική ακρίβεια (ναι· σύντομα θα εξηγήσω την υποτιθέμενη αντίφαση) και ελεγειακή εικονοποιΐα για την καταστροφή, την πτώση και την ερήμωση ενός πολιτισμού, μιας αυτοκρατορίας, μιας πανίσχυρης  εγκόσμιας κυριαρχίας· για την ανατροπή της τύχης. Συνήθως ό,τι σύστοιχο ανάλογο επικαλείται ο δυτικοστραφής νους μας είναι η κατάφορτη αποσιωπητικών και στοχαστικής διδακτικότητας συμπερασματική φράση sic transit gloria mundi

*

*

Πιάνω λοιπόν το νήμα της αναζήτησης από εκεί όπου ξεκίνησα κι εγώ, πριν από οκτώ συναπτά έτη, και το ξετυλίγω διαβαίνοντας τις δαιδαλώδεις ατραπούς που πορεύτηκα. Στράφηκα πάλι στον Ράνσιμαν και στη συνοδευτική υποσημείωση, όπου μας πληροφορεί πως αντλεί το συγκεκριμένο παράθεμα από την Ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας του Δημητρίου Καντεμίρ, συμπληρώνοντας πως ο Καντεμίρ παραδίδει μεν την παραπομπή στα περσικά όχι όμως και την πηγή της προέλευσής της.

Ο Μολδαβός πρίγκηπας, βοεβόδας, λόγιος, πολύγλωττος (μιλούσε, κατανοούσε κι έγραφε σε έντεκα γλώσσες), πολυσχιδής συγγραφέας και μουσικός συνθέτης Δημήτριος Καντεμίρ (1673-1723) συνέγραψε, λατινιστί, ανάμεσα στα πολλά και ποικίλα έργα του, και μια ιστορία της Οθωμανικής αυλής (Historia incrementorum atque decrementorum Aulae Othomanicae), το χειρόγραφο της οποίας κυκλοφορούσε στη δυτική Ευρώπη για χρόνια. Χάρη στις επίμονες προσπάθειες του γιου του, το έργο μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον N. Tindal και κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1734 (The History of growth and decay of the Othman Empire), και κατόπιν στα γαλλικά, γερμανικά, ρωσσικά κλπ. παραμένοντας το βασικό έργο για την Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Στη μετάφραση του Τίνταλ το επιζητούμενο παράθεμα έχει ως εξής:

«[…] he [ο Μωάμεθ] goes in a triumphal procession to Sancta Sophia, and there orders the Ezan to be sung, and  Namaz to be perform’d. After prayers he goes to the Imperial Palace, and as he is entering, being addicted to Poetry, he is reported to say an extempore Distich in the Persian Language», με την επεξηγηματική υποσημείωση που ακολουθεί: «The Distich was, Perdè dari mikuined ber kysr Caisar ankebut Bumi neubèt mizènedber kiumbeti Efrasiyab, that is, “The spider has wove her web in the Imperial Palace, the owl has sung her watch song upon the towers, of Efrasiyab,” (a palace of the King of Persia, celebrated in the Turkish fables.) This oracle seems to intimate the downfall of the proud majesty of the Grecian Emperors. For as we see spiders throw their Webs over ruinous and deserted houses; In like manner, the Grecian Empire, subverted and wrested from its ancient possessors, is likely to become as the palaces of Efrasiyab, in which, instead of guards, owls make their nests, and scream out their direful notes. A true prediction, and fulfilled in every circumstance! For at this day, as I before observ’d the palace of the Grecian Emperors is become the Residence of owls and bats, a lively emblem of the destroy’d Empire» (Demetrius Cantemir, late Prince of Moldavia, The History of the Growth and Decay of the Othman Empire, trans. from Latin by N. Tindal, 1734-35, 102).

Εδώ ας σταθούμε για λίγο για να καταπιαστούμε με μια αρχική ερμηνευτική ανάλυση του δίστιχου, όπως παραδίδεται από τον Καντεμίρ. Στα περσικά έχει ως εξής:

*

*

Κι η απλοποιημένη, ορθή φωνητική μεταγραφή του είναι η ακόλουθη:

Perde dari mikonad der qasr-i Qaysar ankebut
Bum nevbet mizened der kunbed-i Afrasiab.

Perde dari σημαίνει το παραπέτασμα, την κουρτίνα, στην θύρα, αλλ’ ως εκ τούτου και την ανειλημμένη αρμοδιότητα ενός προσώπου (καθώς και το αξίωμα ενός προσώπου) να μετακινεί ακριβώς το παραπέτασμα στον ηγεμονικό θάλαμο, επιτρέποντας ή απαγορεύοντας την είσοδο προς αυτόν, δηλονότι τον αρχιθαλαμηπόλο· επέχει εδώ τόπο μεταφοράς της ισχύος.

Η λέξη nevbet (στα αραβικά και στα περσικά) δηλώνει τόσο τον φρουρό, την φρουρά, τη βάρδια της φρούρησης, όσο και τη μουσική με τύμπανα και τρομπέτες που ορίζει την αλλαγή της βάρδιας της φρουράς.

Συντομίας χάριν, συνοπτικά ας σημειώσουμε εδώ πως  οι θόλοι του Αφρασιάμπ (kunbed-i Afrasiab) αποτελούν ιρανική αναφορά στον μυθικό βασιλέα, πρόγονο των Τουρανών (Τουρκομάνων), που εισέβαλε στο Ιράν και στο μαγικό του, υπερφυσικό παλάτι, που επισκίαζε οποιαδήποτε μεγαλόπνοη ανθρώπινη κατασκευή.

Μετά από αυτά, καθίστανται φανερές θαρρώ οι αλληγορικές σημασίες που διεγείρουν και κινητοποιούν τη φαντασία της ανατολίτικης σκέψης, συνοδευμένες από τις μεταφορικές πολιτικές συνδηλώσεις· συνδηλώσεις όμως που παραμένουν ανενεργές στην άμαθη, μη εξοικειωμένη με αυτές δυτική αντίληψη. Οπότε η πολιτισμική κατανόηση του δίστιχου βαθαίνει και εμπλουτίζεται σημασιολογικά με την ακόλουθη μετάφραση, που πάντα προϋποτίθεται, πριν από κάθε άλλη:

Η αράχνη (με τον ιστό της) είναι ο θαλαμηπόλος στου Καίσαρα το παλάτι
κι η κουκουβάγια κράζει τη μουσική για την αλλαγή φρουράς στους θόλους του Αφρασιάμπ.

Αρκεί προς ώρας.

Η επίδραση του Καντεμίρ και του έργου του εν γένει απέβη τεράστια για τη γνώση της οθωμανικής ιστορίας, καθιστώντας έτσι δυσχερές ή/και ακατόρθωτο να εξιχνιάσει κανείς την προέλευση της παρουσίας του συγκεκριμένου δίστιχου σε διάφορα έργα της αγγλικής γλώσσας. Τον Καντεμίρ όμως  ακολουθεί, κι αυτόν αντιγράφει ο πολύς Edward Gibbon, στη διαβόητη The History of the Decline and Fall of the Roman Empire (1776-1788). Ιδού πως περιγράφει την είσοδο του Μωάμεθ:

«From St. Sophia he proceeded to the august but desolate mansion of a hundred successors of the great Constantine, but which in a few hours had been stripped of the pomp of royalty. A melancholy reflection on the vicissitudes of human greatness forced itself on his mind, and he repeated an elegant distich of Persian poetry:

“The spider has wove his web in the Imperial palace, and the owl hath sung her watch-song on the towers of Afrasiab”»,

υποσημειώνοντας ακολούθως (και παραλληλιζόντας το δίστιχο με τους ομηρικούς στίχους που επαναλάμβανε ο Σκιπίων για την πτώση της Καρχηδόνας):

«This distich, which Cantemir gives in the original, derives new beauties from the application. It was thus that Scipio repeated, in the sack of Carthage, the famous prophecy of Homer. The same generous feeling carried the mind of the conqueror to the past or the future».

Περνώντας από την ιστορική αφήγηση στην ποίηση, συναντούμε την πιο ενδιαφέρουσα και δημιουργική χρήση και ποιητική ανάπλαση του εν λόγω δίστιχου στη σύνθεση Γκιαούρ (δημ. 1813) του λόρδου Βύρωνα, εκεί που περιγράφει το ερημωμένο παλάτι του Χασσάν:

The lonely Spider’s thin gray pall
Waves slowly widening o’er the wall;
The Bat builds in his Haram bower,
And in the fortress of his power
The owl usurps the beacon-tower.

Παραθέτω την ελληνική μετάφραση της Αικατερίνης Δοσίου (1857):

εἰς τὸν ἔρημόν του οἶκον μόνη ἡ ἀράχνη μένει,
κ’ εἰς τοὺς τοίχους τὸ τεφρίζον ὕφασμά της ἐνυφαίνει.
Νυκτερίδες κατοικοῦσι τώρα τὸ χαρέμιόν του
καὶ νυκτοφωνοῦσαι γλαῦκες ἔλαβον τὸ φρούριόν του,
κυριεύσασαι τὸν πύργον, ἕδραν τῶν δυνάμεών του.

Επειδή όμως η γνώση και η διάχυση της περσικής ποίησης έχει ήδη εισχωρήσει (και καταγοητεύσει τα μυαλά και τη φαντασία) στην Βρετανία και στην Δυτική Ευρώπη, οι ερευνητές αμφιβάλλουν εάν ο Βύρων άντλησε το γνωστό μας δίστιχο από τον Καντεμίρ, που όντως εγνώριζε από την ηλικία των δέκα ετών, ή από το πρωτότυπο εγχειρίδιο περσικής γραμματικής του William Jones, λαμπρού φιλολόγου και πολύγλωσσου ανατολιστή (A Grammar of the Persian Language, Λονδίνο 1771). Εκεί ο Jones χρησιμοποιώντας περσικά ποιητικά παραθέματα ως παραδείγματα για την εκμάθηση της γραμματικής, μνημονεύει το δίστιχο, φευ χωρίς την αντίστοιχη μνεία δημιουργού του, και το μεταφράζει έτσι:

The spider holds the veil in the palace of Caesar;
the owl stands sentinel on the watch-tower of Afrasiab.

Η αμέσως επόμενη ποιητική αναφορά στο δίστιχο έρχεται από την Βρετανίδα ποιήτρια Felicia Hemans και τη σύνθεσή της The Last Constantine (1823), η οποία όμως δηλώνει πως το έχει αντλήσει από τον Γίββωνα:

The owl upon Afrasiab’s towers hath sung
Her watch-song and around th’ imperial throne
The spider weaves his web!

Ήδη εκείνη την περίοδο, παράλληλα με τη εξάπλωση της γνώσης για την Ανατολή και τη μετάφραση κλασικών αραβικών και περσικών κειμένων βαδίζει και η διάχυση της περσικής ποίησης στη Δύση. Το δε δίστιχο που μας απασχολεί συναντάται σε πάμπολλες περιγραφές ταξιδιωτικές από τις περιοχές της Ανατολής (βρισκόμαστε ήδη στην κορύφωση της οριενταλιστικής έξαψης και της περιέργειας για την εξωτική Ανατολή). Π.χ. ένας ταξιδιώτης καταγράφοντας τη συνομιλία του μ’ ένα σοφό και καλλιεργημένο δερβίση καθ’ οδόν προς το Χαμαντάν του Ιράν, γράφει πως ο δερβίσης

«concluded with the beautiful distich of Ferdousi, expressive of the transitory nature of human greatness― “The spider weaves his web in the palace of the Caesars, and the owl keeps her watch, like a sentinel, upon the ruined tower of Afrasiab”»

(J. S. Buckingham, Travels in Assyria, Media, and Persia, London 1829).

Αυτή η διάχυση φυσικά της ανατολίτικης λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα της περσικής ποίησης είναι ευρύτατα κι εν αφθονία παρούσα και στη γειτονική Γαλλία. Πέρα από μία αντίστοιχη με τη βρετανική πληθώρα παραδειγμάτων, αρκεί να μνημονεύσει κανείς δυο αξιοσημείωτο δείγματα της παρουσίας του δίστιχου, στον Λαμαρτίνο (Voyage en Orient, Paris 1836) και στον Γκωτιέ:

«Le vainqueur de Constantin XIII, s’il revenait au monde, pourrait placer encore avec à-propos sa mélancolique citation persane: ‘L’araignée file sa toile dans les palais des empereurs, et la chouette entonne son chant nocturne sur les tours d’Efrasiab».

(Αν ο νικητής του Κωνσταντίνου ΙΓ΄ [sic] επέστρεφε στον κόσμο, θα μπορούσε να επαναλάβει καίρια τη μελαγχολική περσική παραπομπή του: «Η αράχνη πλέκει τον ιστό της μες στο παλάτι των αυτοκρατόρων, και η κουκουβάγια λέει το νυχτερινό τραγούδι της πάνω στους πύργους του Αφρασιάμπ.», Theophile Gautier, Constantinople, Paris 1896, μτφρ. Έρση Μπομπολέση, Καστανιώτης)

Είναι σαφές πια πως το δίστιχο είναι ευρέως γνωστό και συχνόχρηστο, έως και παροιμιώδες. Το Λεξικό Larousse (Grand dictionnaire universel du XIXe siècle, Paris 1866), στο λήμμα για την ΑΡΑΧΝΗ παραθέτει το ίδιο δίστιχο και μάλιστα ως περσική παροιμία, υπονοώντας τοιουτοτρόπως την ευρύτητα της διάδοσής του: «L’araignée file sa toile dans le palais des empereurs, et la caquette entonne son chant noturne sur les tours d’Ephrasiab. (Prov. persan.)».

Αυτή η επισκόπηση όμως των συχνότατων πλέον ανατολίτικων αναφορών παρατήρησα πως έχουν κοινή προέλευση την ίδια την Περσία άμεσα, κι όχι τις δυτικές πηγές. Ταυτόχρονα δε δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής η προσπάθεια, για την ακρίβεια η βεβαιότητα της απόδοσης του δίστιχου σε μεγάλες δόξες της περσικής ποίησης, πράγμα που συνεχίστηκε ακάθεκτα έως τις μέρες μας. Είναι αναγκαίο εδώ να σημειώσω πως κατά καιρούς και από διάφορους, και δη σημαντικούς ιστορικούς ή μελετητές, αποδόθηκε ―μετά πάσης βεβαιότητας και ακλόνητης σιγουριάς, χωρίς όμως την παραμικρή παραπομπή στη σύνολη ποιητική σύνθεση ή την παράθεση των αναγκαίων πειστηρίων― η πατρότητα στον Φερντουσί, τον Σααδί, τον Ανβαρί και τον Χακανί. Η βιασύνη μου κι η επιθυμία μου να αποδώσω το δίστιχο σε μια μεγάλη περσική ποιητική δόξα ακολουθούσε διαπίστωσα την αντίστοιχη δίψα και άλλων, κατά πολύ σημαντικότερων, θυμάτων μιας παρόμοιας ακατασίγαστης λαχτάρας. Κι εξαιτίας όλων αυτών των ισχυρών βεβαιοτήτων έψαχνα μανιωδώς και με αναπτερωμένες κάθε φορά ελπίδες από ντιβάν σε ντιβάν (στις συλλογές των περσικών ποιητικών έργων)· και από αναφορά σε υπαινιγμό κι από παραπομπή στην παραμικρή μνεία αναζητούσα δυσεύρετα άρθρα στα ρωσικά ή σε περιοδικά του 1966 απ’ τη Λαχώρη του Πακιστάν, πασχίζοντας να πετύχω το δίστιχο και τον δημιουργό του, που με είχε πια στοιχειώσει. Κι όμως, κι όμως· εις μάτην…

Πουθενά, η ακλόνητη απάντηση που αναζητούσα, πουθενά η οριστική κι αμετάσειστη βεβαιότητα που θήρευα.

Εις μάτην; Κι όμως, κι όμως…

Στράφηκα πάλι πίσω, στις ιστορίες της Άλωσης και στον βίο του Μεχμέτ του Πορθητή, πιο υποψιασμένος μα και πιο αποφασισμένος τώρα πια να ψάξω διεξοδικότερα όλες τις διαθέσιμες μαρτυρίες. Καταγράφω ευθύς αμέσως τις ελάχιστες και πιο γνωστές πηγές που παραδίδουν λόγια κι αντιδράσεις του Μωάμεθ.

Ο Κριτόβουλος, μη αυτόπτης της Αλώσεως μάρτυς, μεταφέρει τα εξής για την αντίδραση και τα υποτιθέμενα λόγια του Μωάμεθ εμπρός στο οικτρό θέαμα της λαφυραγωγίας της Πόλης:

«Ὁ δὲ βασιλεὺς ἑώρα δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων καὶ τὴν ἐρήμωσιν τῶν οἰκιῶν καί τὴν παντελὴ φθοράν αυτῆς καὶ τὸν ὄλεθρον· καὶ οἶκτος αὐτὸν εὐθὺς ἐσήει καὶ μετάμελος οὐ μικρὸς τῆς ἀπωλείας τε καὶ διαρπαγῆς καὶ δάκρυον ἀφῆκε τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ μέγα στενάξας τε και περιπαθές, “οἵαν, ἔφη, πόλιν εἰς διαρπαγὴν καὶ ἐρήμωσιν ἐκδεδώκαμεν;” οὕτως ἔπαθε τὴν ψυχήν».

*

*

Από Το Ρώσικο Χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρη (Η Πολιορκία και η Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453), που παρά τις κάποιες συγχύσεις, στηρίζεται σε αυθεντική μαρτυρία ανθρώπου παρόντος στα γεγονότα, μαθαίνουμε τα ακόλουθα για τον Μωάμεθ:

«κι έφτασε στην πλατεία, μπροστά στη μεγάλη εκκλησία, ξεπέζεψε κι έπεσε με το πρόσωπο χάμω στη γη, επήρε χώμα με το χέρι του και το εσκόρπισε στο κεφάλι του· έτσι ευχαριστούσε το Θεό. Κι αφού εθαύμασε το μέγιστο αυτό κτίσμα είπε τα ακόλουθα: “Αλήθεια, οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν κι έφυγαν κι ύστερα από κείνους άλλοι τέτοιοι ποτέ δεν θα υπάρξουν”» (απόδοση Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Κέδρος).

Μα επιτέλους από πού πρωτομαθαίνουμε για το πολυσυζητημένο δίστιχο που ξεστόμισαν τα χείλη του Πορθητή (μα και ποιητή) Μωάμεθ; Ποια είναι η πένα που παρέδωσε στους μεταγενέστερους αυτούς τους στίχους τους θρηνητικούς; Η μαρτυρία του Καντεμίρ έρχεται ήδη αργά, η μακρά του όμως παραμονή καθώς κι οι σπουδές του στην οθωμανική Πόλη οδηγούν με σχετική ασφάλεια στην πιθανότερη δεξαμενή αυτής της γνώσης. Ναι, η μνεία η πρωταρχική προέρχεται από την άλλη πλευρά, την πλευρά των νικητών, από την πλευρά των ελαυνόντων πορθητών. Κι από την ίδια ακριβώς πηγή φαίνεται πως αντλεί κι ο Καντεμίρ, μέσω του οποίου πληροφορήθηκε η Δύση την ύπαρξη τούτου του δίστιχου. Υπάρχει λοιπόν το σημαντικό και κεφαλαιώδες ― αν και ιδιαίτερο, λόγω και των συχνών ποιητικών και θρησκευτικών παρεμβολών του― έργο ενός Τούρκου, του Τουρσούν Μπεγκ, που ακολούθησε τον Μωάμεθ στις εκστρατείες και τις κατακτήσεις του (Tursun Beg, Ιστορία του Μεχμέτ του Πορθητή). Αν και από αρκετούς θεωρείται βέβαιο πως ήταν αυτόπτης και αυτήκοος στα όσα διαδραματίστηκαν με την είσοδο του Μωάμεθ στην κατακτημένη Πόλη, ένας-δυο κορυφαίοι μελετητές, στηριζόμενοι σε εσωτερικά κυρίως κριτήρια, αμφισβητούν την παρουσία του εκείνες ακριβώς τις στιγμές. Όπως κι αν έχει αυτή η φωνή αφηγήθηκε, με τη δική της χροιά, τα όσα μνημονεύουμε. Ας την ακούσουμε επομένως να περιγράφει την είσοδο του Μωάμεθ στην Αγιασοφιά (ακολουθώντας το ύφος των βυζαντινών ‘Εκφράσεων’):

«Στον κεντρικό τρούλο, ένας επιδέξιος καλλιτέχνης είχε απεικονίσει, με επιχρυσωμένα γυάλινα κομμάτια και πολύχρωμες ψηφίδες τη μορφή ενός σεβάσμιου άνδρα [του Ιησού Χριστού] με τέτοιο τρόπο ώστε, από όπου κι αν τον κοίταζε κανείς, να στρέφει το πρόσωπό του προς αυτή την κατεύθυνση. Αφού συλλογίστηκε τα θαυμαστά και παράξενα έργα τέχνης και τις εικόνες που ήταν στερεωμένες στην κοίλη επιφάνεια αυτής της εκκλησίας, ο παντισάχ, ο ηγεμόνας του κόσμου, καταδέχτηκε να ανέβει στην κυρτή επιφάνεια. Ανέβηκε όπως το πνεύμα του Θεού [ο Ιησούς] ανυψώθηκε στον τέταρτο ουρανό. Από τις στοές των ενδιάμεσων ορόφων, κοίταξε σκεπτικός τα κύματα της θάλασσας στο δάπεδο και πάτησε στην οροφή του τρούλου. Όταν παρατήρησε ότι τα εξαρτήματα και τα βοηθητικά κτίσματα αυτής της επιβλητικής κατασκευής ήταν ερείπια και κατεστραμμένα, συλλογίστηκε ότι αυτός ο κόσμος είναι παροδικός και ασταθής και ότι, τελικά, θα καταρρεύσει. Από τα γλυκά σαν ζάχαρη λόγια που είπε, το παρακάτω δίστιχο έφτασε στα αυτιά αυτού του άθλιου [που είμαι] και χαράχτηκαν στην πλάκα της καρδιάς [μου]:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στους πύργους του Χοσρόη
η κουκουβάγια κυκλογυρίζει το φρούριο του Αφρασιγιάμπ

*

*

Σε αυτή, την πρώτη χρονικά αφήγηση που διαθέτουμε, αμέσως αμέσως διαπιστώνουμε δυο καίριες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αφήγηση του Καντεμίρ, αλλά και των περσικών κειμένων που έφταναν στην Ευρώπη. Εν πρώτοις η τοποθεσία. Ο Τουρσούν Μπεγκ θέλει τον Μωάμεθ να ξεστομίζει αυτά τα λόγια όχι περιφερόμενος στα άδειο κι ερημωμένο αυτοκρατορικό παλάτι, μα από την εξωτερική κορυφή του τρούλου της μεγάλης εκκλησίας, της του Θεού Σοφίας· από εκεί όπου το βλέμμα εποπτεύει απρόσκοπτο όλη την Πόλη και θεάται την καταστροφή που έχει επιφέρει ο χρόνος μα κι η λαφυραγωγία. Κατά δεύτερον στη θέση του αυτοκρατορικού παλατιού (του Καίσαρα) έχει το παλάτι του Χοσρόη (του Πέρση βασιλέα των βασιλέων), μα και χρησιμοποιεί άλλες περσικές λέξεις για τα παλάτια ή τους πύργους. Αδύνατον να διακρίνει κανείς την αλήθεια του πρώτου ισχυρισμού για τον τόπο, σε ό,τι όμως αφορά το δεύτερο φαίνεται πως σε διαφορετικά οθωμανικά χειρόγραφα παραδίδονται και οι δυο γραφές. Αλλά και σε άλλους οθωμανούς ιστορικούς, έστω και λίγο μεταγενέστερους, συναντούμε την γραφή ‘του Καίσαρα’. Όντως και στα περσικά χειρόγραφα ή ποιητικά ανθολόγια, ήδη από τις απαρχές του 16ου αιώνα, που πρωτοεμφανίζονται καταγεγραμμένοι οι στίχοι, παρατηρούνται αυτές οι εναλλαγές, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο τόσο να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς έγραφε το πρωταρχικό δίστιχο αλλά και πότε πρωτοκυκλοφόρησε. Σαν αποτέλεσμα αυτή η αμφισημία εξακολουθεί να συνοδεύει το δίστιχο, αν κι ίσως βρίσκω πιθανότερο η φράση για το παλάτι του Καίσαρα να αντικατέστησε αυτήν του Χοσρόη (μετρικά και λεκτικά ήταν ευχερές κι απλό) λίγο μετά την Άλωση της Πόλης.

Ο Μεχμέτ, εκτός από πορθητής ήταν και ποιητής, με το παρωνύμιο μάλιστα Αβνί και σώζεται η συλλογή των ποιημάτων του, στην οποία όμως δεν περιλαμβάνεται το εν λόγω δίστιχο. Σώζεται μόλις και το τεφτέρι του, όπου δοκιμάζει τη γραφή των ελληνικών γραμμάτων αλλά και έχει σχεδιάσει και μια κουκουβάγια. Θέλω να φαντάζομαι πάντως, πως όποιο κι αν ήταν το αρχικό περιεχόμενο του δίστιχου, ο Μεχμέτ (διεγείροντας και το ποιητικό του ένστικτο κιόλας κι όχι μόνο την απομνημόνευση) χρησιμοποίησε τη φράση για το παλάτι του Καίσαρα αντί για του Χοσρόη. Πιθανόν για λόγους «επικαιροποίησης», μιας και μπροστά του αντίκριζε το παλάτι του βυζαντινού Καίσαρα. Διεύρυνε επίσης έτσι και μεγιστοποιούσε ―λόγω της μακροβιότητας της των Ρωμαίων αυτοκρατορίας― την αντίθεση της ισχύος μιας σύγχρονης εγκόσμιας κυριαρχίας προς μια παλαιότερη μυθική (Αφρασιάμπ). Εξάλλου, όπως μου θύμισε κι ένας φίλος, αμέσως μετά την κατάκτηση της Πόλης ανέλαβε τον βυζαντινό τίτλο του Καίσαρα.

Όπως είναι φανερό απάντηση στο ερώτημα για τον δημιουργό του δίστιχου που ξεστομίστηκε στην Άλωση της Πόλης από τα χείλη του πορθητή της δεν βρήκα κι ούτε έχω να προσφέρω το ομολογώ, με πλήρη βεβαιότητα. Κι όμως, τι κι αν δεν βρέθηκε ο αρχικός δημιουργός; Ίσως εντέλει συλλογίζομαι σημαντικότερο κι από την ανακάλυψη του πρωταρχικού αυθεντικού δημιουργού (είναι άραγε κι ένας ή ο ανώνυμος λαός;) είναι η ίδια η παρουσία κι η διάχυση αυτού του περίφημου δίστιχου σε ανατολή και δύση, γεγονός που μαρτυρά την επιδραστική του ισχύ. Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς και οι Πέρσες από νωρίς στα ποιητικά τους ανθολόγια πότε το προσέγραφαν στον Φερντουσί, πότε στους μεγάλους ποιητές του 12ου αιώνα, τον Χακανί και τον Ανβαρί, και πότε στον Σααδί, διότι αποτελούσε κοινό κτήμα της περσικής αντίληψης και κατανόησης της πορείας του κόσμου και των ανθρωπίνων, και των τροπών της τύχης.

 

Πόσες και πόσες ποιητικές περιγραφές όλων αυτών δεν μας παρέδωσε η περσική ποιητική παράδοση, έχοντας πάντα στο κέντρο της τα ιρανικά εμβληματικά κτίρια-σύμβολα, μυθικά και ιστορικά, του Αφρασιάμπ και του σασανιδικού παλατιού του Χοσρόη στην Κτησιφώντα. Ας μνημονεύσω τον Χαφέζ:

Ο κόσμος τούτος, ερειπωμένος και βουβός,
είναι ο ίδιος σταθμός που αντίκρισε
το ιβάν [αίθουσα ακροάσεων] του Αφρασιάμπ…

Μα δεν χάθηκαν μόνο το ιβάν και το παλάτι του
στους άνεμους του αφανισμού —
κανείς πια δεν θυμάται
ούτε τον τάφο του.

[…]

Αλήθεια, μια σκηνή είναι τούτος ο ρημαγμένος κόσμος,
που είδε τις αίθουσες του Αφρασιάμπ…
Κι όχι μονάχα το παλάτι και οι θόλοι του
σκορπίστηκαν στον άνεμο της φθοράς —
μα ούτε τη μνήμη του τάφου εκείνου
κρατά πια άνθρωπος κανείς
.

Κι ας μεταφέρω και μερικούς στίχους από την πιο διάσημη ελεγειακοδιδακτική κασίντα του Χακανί (12ος αι.) για την πτώση του παλατιού της Κτησιφώντας (Mada’in Qasida), στου οποίου τα ερείπια στέκεται εμπρός και συλλογίζεται:

Άκου, καρδιά που βλέπεις πίσω απ’ του κόσμου τα φαινόμενα — κοίτα καλά·
του Μανταΐν το ανάκτορο καθρέφτη γνώριζε της μοίρας.

Πάρε μια μέρα τον δρόμο του Τίγρη και στάσου στο Μανταΐν·
κι ύστερα, με μια δεύτερη ματιά, χύσε τον ποταμό στα ερείπια επάνω.

Τόσο πικρά θρηνεί ο Τίγρης, που θαρρείς εκατό ποτάμια αίμα κυλούν·
κι από την πυρωμένη αιμάτινη ροή του στάζουν φωτιά τα βλέφαρα.

Τον Τίγρη θα δεις να φέρνει αφρό στα χείλη σαν άνθρωπος που σπαράζει·
λες κι από τον πυρετό της νοσταλγίας άνοιξε θρήνου στόμα.

«Εμείς υπήρξαμε παλάτι δικαιοσύνης — κι όμως μας βρήκε τέτοια συμφορά·
τι μέλλει άρα να πέσει στων τυράννων τα παλάτια;»

Βέβαια ο πιο ηχηρός ελεγειακός τόνος για την ανατροπή της τύχης και της πτώσης των ισχυρών, μας έρχεται από λίγο παλιότερα (τον 11ο αι.) και δεν είναι άλλος από το μοναχικό γουγουρητό ενός περιστεριού μες στα χαλάσματα του μυθικού παλατιού (μα και κάθε μεγαλοφάνταστου ανθρώπινου κατασκευάσματος). Είναι ένα ρουμπάι του Χαγιάμ, που έστω κι ελαφρώς αλλιωμένο το μετέφρασε στα αγγλικά ο Φιτζέραλντ (στη δεύτερη έκδοση 1868):

The Palace that to Heav’n his pillars threw
And Kings the forehead on his threshold drew
I saw the solitary Ringdove there,
And “Coo, coo, coo,” she cried; and “Coo, coo, coo.”

Το ίδιο αυτό ρουμπάι, διαμεσολαβημένο από τον Φιτζέραλντ πια, ευτύχησε να μεταφερθεί και στη γλώσσα μας, (από τον Παύλο Γνευτό το 1918):

Στο Ανάκτορο, που απ’ τα ψηλά προς τους πιστούς κοιτάζει,
Κι ο βασιλιάς περήφανος ζερβά δεξιά προστάζει,
Βλέπω που τώρα κάθεται μονάχη η δεκοχτούρα
Και «Κου, κου, κου» θρηνολογεί, και «Κου, κου, κου» φωνάζει.

///

[1] Να σημειώσω πως σήμερα πια διαθέτουμε πλήρεις κι εμπεριστατωμένες μελέτες της Άλωσης μα και ογκώδεις συλλογές όλων των μέχρι πρόσφατα απροσπέλαστων πηγών για αυτήν. Στις αρχές δε του μήνα, μόλις χτες, κυκλοφόρησε η βαρυσήμαντη κι ανατρεπτική ―πολλών βεβαιοτήτων και δεδομένων προκαταλήψεών μας, ιδίως για το αναπόφευκτο της πτώσης της Πόλης και τη σημασία της αντίστασής της― μελέτη του Αντώνη Καλδέλλη (1453: The Conquest and Tragedy of Constantinople, Oxford University Press), που κρατώ στα χέρια μου. Συναρπαστικό ―στέρεα θεμελιωμένο― ανάγνωσμα.

*

**