Day: 13.05.2026

Η ποιητική της κλίμακας: άνοδος, πτώση και επίγνωση

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Χριστίνα Καραντώνη,
Αποκλιμάκωση,
Κουκκίδα, Αθήνα 2025

Η Αποκλιμάκωση της Χριστίνας Καραντώνη δεν αφηγείται· σκέφτεται. Τα ποιήματα δεν επιδιώκουν να αφηγηθούν ένα γεγονός· επιχειρούν να συλλάβουν μια κίνηση. Εκεί όπου άλλες ποιητικές συλλογές επιδιώκουν κορύφωση, εδώ εγκαθίσταται μια βαθμιαία μετατόπιση της εμπειρίας: μια άνοδος και μια πτώση της συνείδησης.

Σ’ αυτή την κατηγορία των σπανιότερων συλλογών ανήκει η Αποκλιμάκωση: μια σύνθεση που συγκροτείται ως ενιαία ποιητική κατασκευή. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό ότι η ποιήτρια δεν ενδιαφέρεται απλώς για παραγωγή μεμονωμένων ποιημάτων· επιχειρεί να οργανώσει μια διαδρομή. Το βιβλίο λειτουργεί ως ποιητική αρχιτεκτονική, όπου κάθε ποίημα αποτελεί βαθμίδα μιας ευρύτερης κίνησης.

Η δομή της συλλογής —«Ιχνηλασία», «Αναβαθμοί», «Κλιμάκωση», «Αποκλιμάκωση», «Εποπτεία», «Προοπτική»— δηλώνει εξαρχής αυτή την πρόθεση. Η ποίηση εδώ αναπτύσσεται σαν πορεία πάνω σε κλίμακα: μια σταδιακή άνοδος, μια κορύφωση και τελικά μια μετατόπιση προς την αποστασιοποιημένη θέαση. Η εμπειρία της ανόδου και της πτώσης οργανώνει όχι μόνο τη διάταξη των ενοτήτων αλλά και τη συμβολική οικονομία των ποιημάτων.

Στην ίδια αρχιτεκτονική λογική εντάσσονται και οι φωτογραφίες που προηγούνται των ποιημάτων, λειτουργώντας ως υπέρτιτλοι των τίτλων τους. Οι εικόνες αυτές —επίσης της ίδιας της ποιήτριας— δεν εικονογραφούν τα ποιήματα αλλά ανοίγουν έναν πρώτο ορίζοντα θέασης. Όπως και το λεξιλόγιο της συλλογής, οργανώνονται γύρω από σχέσεις χώρου, κλίμακας και απόστασης, προτείνοντας μια οπτική εκδοχή της ίδιας ποιητικής κίνησης.

Η σκάλα —παρούσα ως εικόνα αλλά και ως υπόγεια μεταφορά— λειτουργεί ως κεντρικό σχήμα της συλλογής. Στα σκαλοπάτια της εγγράφεται η εμπειρία της ανθρώπινης ύπαρξης: η προσπάθεια, η ισορροπία, η δοκιμασία, αλλά και η αναπόφευκτη πιθανότητα της πτώσης. Η ποίηση της Καραντώνη διερευνά εκείνη τη λεπτή περιοχή όπου η άνοδος μετασχηματίζεται σε επίγνωση.

Ήδη από το πρώτο ποίημα, τον «Εντοιχισμό»¹, ο αναγνώστης εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η ύλη και το σώμα συνδέονται με την εμπειρία του περιορισμού:

Εντοιχισμένη στη φούχτα
της πέτρας η υφή
και η αφή πλαντάζει
νιώθει την ειρκτή.

(περισσότερα…)

Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)