*
ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
*
ΜΕΣΗΜΕΡΙ
«Αχ δέντρο γερτό, σκεφτικό, πανέκπληχτο, που αντιμάχεσαι σθεναρά το φως του μεσημεριού. Ντύνεσαι τις βαριές σκιές σου και αποκρούεις τις κάθετες εφορμήσεις της λάμψης. Γιατί το κάνεις; Τι φοβάσαι;»
«Φοβάμαι την ύπαρξή μου», ψιθυρίζει το δέντρο, «δεν βλέπεις τόσο φως που πολεμά να με καταπιεί;»
«Τι αστειότητες!», παρεμβαίνει το φως. «Κανέναν δεν θέλω να καταπιώ, απλώς δοκιμάζω ανώδυνες παραλλαγές της ώσμωσης».
*
*
*
ΞΕΦΤΙΔΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ
Λιτό τοπίο. Χαλικόδρομος. Ισχνές καρυδιές υψώνονται εδώ κι εκεί και νεογέννητες παραποτάμιες λεύκες σκιάζουν αγρούς και αδειανά μονοπάτια. Ο δρόμος τρέχει στην ευθεία του και χάνεται πέρα μακριά στο σημείο όπου τον καταπίνει ο ουρανός. Κυματίζει μια πλημμυρίδα από μακρόστενα λευκά σύννεφα σχεδόν αμέσως πάνω από το κεφάλι μου. Κοιτάζω και βλέπω μια γαλάζια θλίψη να κατοικεί στον ουρανό. Παράλληλα μια λευκή μαγεία από τανυσμένα νέφη προσπαθεί να αναιρέσει το άχθος αυτής της θλίψης. Αλλά κάτω, στρωτά στο έδαφος, είμαι κι εγώ. Βαδίζω και ατενίζω όλα τα υπεράνω μου και μάλλον αβοήθητος τείνω προς το μέρος της γαλάζιας θλίψης. Ανεπαισθήτως.
*
*
*
ΜΕΛΙ ΣΤΟ ΚΟΥΤΕΛΟ
Περπατώντας τα στενά γύρω από την πλατεία Βικτωρίας με τον φίλο ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο και πηγαίνοντας για τον πρωινό καφέ θυμηθήκαμε μέρες παλιές φωτισμένες από την εφηβεία μας ακόμα. Σε μια γωνιά ο Γιώργος κοντοστέκεται και μου λέει: «Τι θυμήθηκα τώρα. Να, εδώ, με σταμάτησε πριν λίγο καιρό ένας περασμένης ηλικίας άνδρας που κουβαλούσε έναν γεμάτο ντενεκέ λαδιού. Ακούμπησε το φορτίο του κάτω, η άτριχη κεφαλή του έλαμψε στον ήλιο και, τείνοντας το χέρι του, μου είπε: «Σε γνώρισα, είσαι τώρα μεγάλος εκείνος που ήξερα όταν ήσουνα μικρός». Τα έχασα. Τι φράση ήταν αυτή και υποτίθεται ότι εγώ γράφω τα ποιήματα. Μια σπίθα άναψε μέσα μου, ενθουσιάστηκα, άνοιξα την αγκαλιά μου και αναφώνησα «Στρατηγέ μου»! Μα ποιος ήταν Γιώργο; Δεν κατάλαβες; Ο Μίμης Δομάζος. Συνεχίσαμε την πορεία και ο Γιώργος, φλύαρος όπως πάντα, μου εκμυστηρεύτηκε: Πολλές φορές αναλογίζομαι το γιατί μας αγαπάει ο κόσμος τόσο πολύ και μάλιστα εντελώς ανεπιφύλαχτα και μέσα στους αγαπώμενους φυσικά βάζω κι εσένα, μου είπε ο Γιώργος, που ξέρει πάντα πώς να ενθαρρύνει και να μη κακοκαρδίζει τον συνομιλητή του. Γιατί, λοιπόν, Γιώργο; Άκου να δεις, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, απλώς είναι αυτό που μου είπε μια γριά: «έχουμε μέλι στο κούτελο».
*
*
*
ΑΙΧΜΕΣ ΗΡΕΜΙΑΣ
Ο βάτος. Ένας ταπεινός θάμνος με ακοίμητο βιβλικό επίχρισμα. Αν τον αφήσεις ελεύθερο θα καταπνίξει πεδιάδες και περιβόλια. Στις μοναχικές εξορμήσεις μου με ακολουθεί παντού, συνήθως φράζοντας τα περάσματα και, κάπου-κάπου, ευφραίνοντας το βλέμμα μου με την παραζάλη των κόκκινων φύλλων του. Τα αγκάθια του είναι σωστά εγχειρίδια και κάποτε ψαλίδια κοπτικής-ραπτικής. Αιχμές φαρμακερών κεντημάτων για τους απρόσεχτους και αφηρημένους. Όμως τα φύλλα του με το αρρωστημένο χειμέριο ύφος τους, βουτηγμένα σε ένα χρώμα που ψυχορραγεί, είναι αιχμές ηρεμίας και προσήλωσης στη λειτουργία της νοσταλγίας. Τα κοιτάζεις για λίγο και θεραπεύεσαι από ένα σωρό μεμψιμοιρίες. Μεγαλώσαμε, μας κατάπιαν τα χρόνια, μας άφησαν οι δυνάμεις μας. Ε, και;
*
*
*
ΠΑΡΑΦΟΡΑ
Να ήταν τάχα από έρωτα που το μακρύφυλλο κοτσάνι στρώθηκε απελπισμένο μέσα στην καταχνιά της χλόης; Να ήταν τάχα από θυμό για την κωλυσιεργία του χειμώνα να επιταχύνει το βήμα της αποχώρησής του από το σπαργανωμένο με πληθωρικούς υδρατμούς λιβάδι; Να ήταν τάχα από την ένταση της μνήμης και από τη διάλυση απισχνασμένων αισθημάτων; Παρατηρώ την ερυθρά παραφορά του ταπεινού χορταρικού και δεν μπορώ να απαντήσω. Όσο αίμα κι αν είχε μέσα στους μίσχους του το διοχέτευσε στο προεξέχον φύλλο του και έτσι, κραδαίνοντάς το σαν ασπίδα ή και σαν δόρυ, απειλεί τον χειμώνα και όποιον άλλον επίβουλον εχθρό. Μάχες ή προθέσεις μαχών παντού. Βίος.
*
*
*
ΣΑΘΡΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ
Το μπαλκονάκι του παλιόσπιτου στέκει σαθρό. Τα σκαλάκια του σε ανεβοκατεβάζουν γογγύζοντας στα πίσω χρόνια. Ανεβαίνεις τρέμοντας. Πίσω από την εξώθυρα παραμονεύει το χάος. Τα δωμάτια έγιναν φωλιές αλεπούδων και κυνηγότοποι αγρίων σκύλων. Όμως υπάρχουν οι θαμμένες φωνές, που τις νύχτες της απόλυτης σιωπής ανέρχονται κυματιστά και πλανώνται ανήσυχες κάτω από την τρύπια στέγη. Από εκεί κάποιες τρυπώνουν στα όνειρά μας και μας αναστατώνουν. Πόσο ευάλωτοι είμαστε απέναντι σε εκείνους που δεν έχουν σάρκα.
*
Περιπλανήσεις με λόγο και εικόνα
Επιμέλεια στήλης ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
*
*





