Ο ναός της Παναγίας Σκριπούς, του έτους 873-4, όπως σώζεται σήμερα· ο τρούλος ανακατασκευάστηκε τον 20ό αιώνα.
~.~
ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #19
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ
«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.
~.~
Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος
Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.
Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της. Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη, είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.
Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:
☩ Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο ☩.
