Month: Μαρτίου 2022

Εξομολογήσεις της Κολλέτ

*

Η Colette υπήρξε πόρνη της Μασσαλίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα γραπτά της συλλέχθηκαν από τους αστυνομικούς που τη βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της, την Άνοιξη του 1922. Ο δολοφόνος της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

*

…Δεν ξεχνώ το βλέμμα των ανδρών που κοιτώντας με εισχωρούνε μέσα μου.

Έμαθα να το εκτιμώ πάντα περισσότερο από τα κλειστά βλέφαρα άλλων που ούτε για λίγο δεν μου αποκαλύπτουν γυμνή και την ψυχή τους.

Εκθέτω όσο μπορώ το αιδοίο και τον πρωκτό μου στην απόλυτή τους διάκριση. Βαστάω τα πόδια μου ανοιχτά για νά ’ρθουν κοντά μου, βαθιά μες στο κορμί μου, όσο πιο πολύ γίνεται, να δω το πρόσωπο με τους σπασμούς των μυών γύρω απ’ το στόμα, το μέτωπο και τα φρύδια, τα μάτια τους.

Μάτια άλλοτε λαμπερά, υγρά απ’ τη συγκίνηση, άλλοτε θολά από μέθη ή λαγνεία, κάποιες φορές κόκκινα, φλογερά, τρομακτικά που κρύβαν βία. Ματιές γεμάτες πόθο, χαρά, έπαρση κατακτητή ή θηρευτή που μόλις κατέβαλε το θήραμα του και το απολαμβάνει. Ματιές απροσπέλαστες ανθρώπου που βλέπει όραμα σε έκσταση βακχική και το βλέμμα του δεν εστιάζει πουθενά αλλού από τον δικό του κόσμο. Μάτια τρυφερά, χαρούμενα, μάτια σκληρά, μάτια τρελά, μάτια γεμάτα υποτίμηση ίσως κι αηδία, αδιάφορα μάτια.

Τους παρατηρώ καθώς η ανάσα τους βαραίνει, τα ρουθούνια τους διευρύνονται, μια κοκκινίλα απλώνεται στο πρόσωπο και το λαιμό τους, κουβέντες ακαταλαβίστικες βγαίνουν από τα χείλη τους που ξέρω πως συνήθως δεν με αφορούν. Ο ρυθμός της διείσδυσής τους επιταχύνεται όσο πλησιάζουν στην κορύφωση. Απολαμβάνω τότε να έρχομαι ακόμα πιο κοντά αυξάνοντας τον ερεθισμό τους. Θέλω να νοιώσω και τα σκληρά τους χέρια στο λαιμό και τα μάγουλά μου, θέλω να γευτώ τον ιδρώτα, το σάλιο και το χνώτο τους και τότε τους κοιτώ ίσια στα μάτια προσπαθώντας να μπω μέσα τους πιο βαθιά απ’ ό,τι εκείνοι σε μένα.

Σπάνια κρατούν τα μάτια ανοιχτά ως το τέλος. Οι περισσότεροι σαν πλησιάζουν στην κορυφαία στιγμή κλείνουν τα βλέφαρα σφιχτά και με έναν σπασμό στο πρόσωπο τελειώνουν. Όταν πάλι ανοίξουν τα βλέφαρά τους είναι ξανά άλλοι άνθρωποι. Σε άλλη διάσταση εκστασιάζονται, βακχεύουν και σε άλλη ζούνε την καθημερινή τους τη ζωή. Αυτό για μένα είναι γνώση και εμπειρία ανεκτίμητη.

Σε εκείνους ωστόσο που με κοιτούν αδιάκοπα ως το τέλος, τους θαρραλέους που δε φοβούνται –όποια προαίρεση φωτεινή ή σκοτεινή κι αν έχουν– να αφήσουν τη ψυχή τους να φανεί και να ενωθεί μαζί μου, σε εκείνους χαρίζω εγώ τον οργασμό μου. Σ’ αυτούς που ξέρουν τα ένστικτά τους και δε τα κρύβουν. Σ’ αυτούς που δεν λογοδοτούν για τον πόθο, τη λαγνεία, την όποια τους επιθυμία. Με αυτούς αφήνομαι, με αυτούς ταξιδεύω, χάνομαι και πια δεν τους παρατηρώ. Ακολουθώ το ρυθμό τους, εγκαταλείπω κάθε μου άμυνα, κλείνω τα μάτια και μαζί τους τελειώνω.

Α.Χ.

*

*

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (4/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (4/4)

 

Τίς εἶμαι; Πόθεν δὲ ἐγὼ ς᾽ τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον;
Ἀφοῦ δὲ λάβῃ με ἡ γῆ κι᾽ ἀναστηθῶ κατόπιν
ἀπὸ τὴν κόνιν, τίς ἐγὼ θὰ εἶμαι τότε πάλιν;
Ποῦ θὰ μὲ θέση ὁ Θεός; Ἆρά γε θὰ μὲ σώσῃ;
ἀφοῦ μὲ λάβῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, εἰς εὔδιον λιμένα;

Πολλαὶ βεβαίως αἱ ὁδοὶ τοῦ πολυτλήτου βίου.
Ἄλλος μὲ ἄλλας θλίψεις του συμφύρεται καὶ πάθη,
κι᾽ οὐδὲν καλὸν ς᾽ τὸν ἄνθρωπον χωρὶς κακὸν ὑπάρχει.
Εἴθε δὲ μὴ τὰ λυπηρὰ πλεῖον μέρος κατεῖχον!

Ὁ πλοῦτος εἶνε ἄπιστος. Ἓν ὄνειρον ὁ θρόνος.
Πόνος ἐστὶ τὸ ἄρχεσθαι. Εἱρκτὴ δὲ ἡ πενία.
Τὸ κάλλος δὲ ταχύπτερον, μιᾶς ἀστραπῆς ἡ λάμψις.
Βράσμα τοῦ χρόνου, μαρασμός, ὑπάρχει ἡ νεότης.
Τὸ γῆρας πλῆρες θλίψεων, τοῦ βίου μας ἡ δύσις.
Οἱ λόγοι δέ, πτερόεντες. Τὸ κλέος καὶ τὸ αἷμα
τὸ παλαιόν, οἱ εὐγενεῖς γονεῖς μας, ὅλα ταῦτα,
ἕνας ἀέρας. Ἡ ἰσχὺς τοῦ σώματός μας πάλιν,
συὸς ἀγρίου δύναμις. Καὶ ὑβριστής, ὁ κόρος.
Δεσμός, ὁ γάμος βέβαια. Ἡ εὐτεκνία πάλιν
εἶν᾽ ἀναγκαία τις φροντίς. Ἡ δυστεκνία νόσος.
Αἱ ἀγοραί, τὰ βήματα, μέριμναι τῆς κακίας.
Ἡ ἠρεμία πάλιν δέ, ἀδράνεια ὑπάρχει.
Αἱ τέχναι, ἀποβλέπουσιν εἰς θεραπείαν πάντων
τῶν χαμαιζήλων καὶ φθαρτῶν. Στενὸς ὁ ξένος ἄρτος.
Τὸ νὰ ὀργόνης δὲ τὴν γῆν, μόχθος. Τῶν ποντοπόρων
μέρος τὸ περισσότερον, εὑρίσκεται εἰς ᾍδην.
Ἡ δὲ πατρίς, ἓν βάραθρον, οἰκεῖον. Ὄνειδός δε,
ἡ ξενιτεία. Ἅπαντα τὰ τῶν θνητῶν ἐνταῦθα
μόχθος καὶ πόνος. Ἅπαντα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ
γέλως ὑπάρχουν, χνοῦς, σκιά, φάσμα, πνοὴ καὶ δρόσος,
πτερόν, ἀτμὶς καὶ ὄνειρον, ροῦς ποταμοῦ καὶ κῦμα,
ἴχνη νεὼς καὶ αὖρα δὲ καὶ κόνις. Ἕνας κύκλος
τῳόντι ἀεικίνητος ὁποὺ ὁμοίως πάντα
κατακυλίει καὶ ἐστὼς καὶ τρέχων ἢ καὶ μένων
πάγιος, ἢ λυόμενος, εἴς τε τὰς περιόδους
τοῦ χρόνου, εἰς ἡμέρας τε καὶ νύκτας, εἰς τοὺς πόνους,
εἰς τοὺς θανάτους, ἔτι δὲ εἰς τὰς ἀνίας πάσας,
εἰς τὰς χαράς, τὰς νόσους μας, εἰς τε τὰς δυσπραγίας
καὶ εὐδρομίας, ὄλβους τε ἅμα καὶ δυστυχίας.

Καὶ ὅμως τοῦτο εἶνε δὰ τῆς Σῆς Σοφίας, Λόγε
Γενέτωρ, ὅλα τὰ ἐδῶ ἄστατα νὰ ὑπάρχουν,
ἵνα μὲ ἔρωτα βαθὺν τὰ στάσιμα ποθῶμεν.
Τὰ πάντα μὲ τὰς πτέρυγας διέρχονται τοῦ νοῦ μας
τροχάδην, ὅσα παλαιὰ καὶ ὅσα αὖθις νέα.
Κανὲν οὐτιδανώτερον ἄλλο δὲν εἶνε μᾶλλον
ἀπὸ αὐτὰ τὰ μάταια καὶ τὰ φθαρτὰ τοῦ κόσμου.

Εἰς τοὺς ἀνθρώπους μόνον ἓν καλὸν ὄντως ὑπάρχει
καὶ στερεὸν καὶ μόνιμον· τῆς γῆς νὰ ἀποσπῶνται,
τὸν τοῦ Κυρίου αἴροντες Σταυρὸν ἀγαλλιῶντες.
Καὶ δάκρυα καὶ στεναγμοί, νοῦς μελετῶν τὰ θεῖα.
Ἐλπὶς καὶ λάμψις ἔκλαμπρος Τριάδος οὐρανίας,
τοῖς καθαροῖς τε καὶ ἁγνοῖς μόνοις συμμιγνυμένης.
Τοῦ ἀστοχάστου τοῦ χοὸς λύσις. Ἡ ἀφθαρσία
Εἰκόνος ἣν ἐλάβομεν παρὰ Θεοῦ οἱ πάντες.
Νὰ ζῶμεν ἕνα βίον δὲ ἀλλότριον καὶ ξένον
τῆς ζωῆς ταύτης. Καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τοῦ παρόντος
κόσμον ἄλλον νὰ λάβωμεν. Τὰ ἄχθη καὶ τὰς θλίψεις
ὅλας νὰ ὑπομένωμεν μὲ γενναιοψυχίαν.

~•~

Πρὸς ἑαυτόν

(Κατ’ Ἐρώτησιν καὶ Ἀπόκρισιν)

Ποῦ δὲ οἱ λόγ’ οἱ πτερωτοί, πετῶντες εἰς ἀέρα;
Ποῦ τῆς ἐμῆς νεότητος τὸ ἄνθος τὸ ὡραῖον;
―Ἐχάθη φεῦ! ὁλοτελῶς. ―Ἡ δόξα δὲ ἡ τόση;
―Ἄφαντος ἔγεινε κι᾽ αὐτή. ―Ἀλλὰ καὶ ποῦ τὸ σθένος
τῶν εὐπαγέων μου μελῶν; ―Τὸ ἔκαμψεν ἡ νόσος.
―Ὁ πλοῦτος καὶ τὰ κτήματα ποῦ εἶνε τώρα πλέον;
―Τὰ ἔχει ὁ Θεὸς αὐτά. Ἄλλα δὲ εἰς παλάμας
ἁρπακτικὰς τῶν ἀσεβῶν παρέδωκεν ὁ φθόνος.
―Οἱ δὲ γονεῖς μου οἱ καλοὶ καὶ ἡ τῶν αὐταδέλφων
σεπτὴ δυὰς καὶ ἱερά; ―Κατῆλθον εἰς τὸν τάφον…
Καὶ μόνη μοῦ ἀπέμεινεν ἡ γλυκερὰ πατρίς μου.
Ἀλλὰ ἐπῆλθε κ’ ἐπ’ αὐτὴν ὁ βάσκανος ὁ δαίμων
σηκώσας κῦμα κελαινόν. Καὶ τώρα ξένος εἶμαι
καὶ ἔρημος, πλανώμενος εἰς χώραν ἀλλοτρίαν,
σύρων ζωήν τε λυπηρὰν κι’ ἀσθενικὸν τὸ γῆρας.
Ἄθρονός τε καὶ ἄπολις καὶ ἄπαις γε, μὴ ἔχων
τέκνα ποὺ νὰ φροντίζωσι νὰ μὲ γηροκομῶσι,
ζὼν ὅλας τὰς ἡμέρας μου μ’ ἀειπλανεῖς τοὺς πόδας.
Ποῦ νὰ τὸ ρίψω τοῦτό μου τὸ σῶμα; Ποῖον τέλος
θέλει μὲ εὕρει ἄρά γε καὶ ποία γῆ; Τίς τάφος
θὰ μὲ δεχθῇ φιλόξενος καὶ θὰ μὲ συγκαλύψῃ;
Τὰ ὄμματά μου ποῖος δέ, ὅταν θὰ βασιλεύουν,
ἠρέμα μὲ τὰ δάκτυλα ποῖος θὰ μοῦ τὰ κλείσῃ;
Ἄρά γε φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐσεβὴς θὰ ἦνε
αὐτὸς βεβαίως, ἢ κανεὶς ἐκ τῶν κακίστων ἴσως;
Αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς μοῦ φέρει
ἡ αὔρα, καὶ ἡ μέριμνα αὐτὴ μόνον ὑπάρχει
τῆς νηπιώδους μου φρενός. Εἴτε εἰς τάφον δώσῃ
κανεὶς τὸ σῶμα τὸ ἐμόν, ἕν ἄπνουν ἄχθος πλέον,
εἴτε καὶ ἄταφον αὐτὸ διόλου τῶν θηρίων
γείνη βορά, ἢ σπάραγμα θηρῶν τε καὶ κυνῶν τε
καὶ σαρκοφάγων πετεινῶν. Ἀνίσως δὲ καὶ θέλῃς,
πυρίκαυστον συσκόρπισον αὐτὸ εἰς τὸν ἀέρα,
ἢ ἄταφον ἀπόρριψον αὐτὸ κατὰ σκοπέλων,
ἢ μέσα εἰς τοὺς ποταμοὺς ἂς σήπεται, ἢ μέσα
ς᾽ τῶν ὑετῶν τὰ ρεύματα· διότι δὲν θὰ ἦμαι
μόνος ἐγὼ ὁ ἄγνωστος κ᾽ ἐξωκκλησιασμένος.
Εἴθε καλλίτερον αὐτὸ πολλοῖς θνητοῖς νὰ ἦτο!
Ἀλλ᾽ ὅμως ἅπαντας ὁμοῦ τὰ νεύματα τὰ θεῖα
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς εἰς ἓν ὁμοῦ συνάγουν
ἐκείνην τὴν ὑστάτην δὰ ἡμέραν τὴν μεγάλην,
ἔστω κι᾽ ἂν ἔγεινε κανεὶς σποδὸς ἴσως καὶ κόνις,
ἢ κι᾽ ἂν ἐξηφανίσθησαν τὰ μέλη του ἐκ νόσου.
Ἕνα δὲ μόνον τοῦτο δὰ μυρολογῶ στενάζων,
καὶ τοῦ Θεοῦ τρέμω πολὺ τὸ Βῆμα, τοὺς πυρίνους
τοὺς ποταμοὺς καὶ τ᾽ ἀφεγγῆ τὰ βάραθρα ἐκεῖνα.
Ἀλλ᾽, ὦ Χριστέ μου βασιλεῦ, σὺ εἶσαι ἡ πατρίς μου,
τὸ σθένος μου, ὁ ὄλβος μου, τὸ πᾶν. Καὶ εἰς ἐσένα
εἴθε ἀνάπαυσιν καλὴν κι᾽ ἀναψυχὴν νὰ εὕρω,
ὅταν ἀφήσω τὴν ζωήν, τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πόνους.

~•~

Θρηνητικὸν ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς

Ἀρτίγαμός τις νεαρὰ τὸν περιπόθητόν της
νυμφίον ἀπολέσασα, νεκρὸν αὐτὸν προθεῖσα
μέσα εἰς τοὺς παρθενικοὺς θαλάμους της ἀκόμη,
ἀρχίζει μυρολόγιον σπαρακτικόν, στιλπνή τε
καὶ ὡραιόμορφος· αἱ δὲ δμωαὶ αὐτῆς καὶ ἄλλαι
γυναῖκες συνομήλικες, ἔνθεν αὐτῆς καὶ ἔνθεν
ἱστάμεναι, ἀμοιβαδὸν μὲ γόους καταπίκρους
κραυγάζουν, μίαν ἀρωγήν, μίαν παρηγορίαν
νὰ δώσουν εἰς τὴν κλαίουσαν γυναῖκα προσπαθοῦσαι.

Καὶ πάλιν μήτηρ δυστυχὴς υἱόν της τὸν νεόχνουν
θανόντα κλαίει καὶ θρηνεῖ, ς᾽ τὰς παλαιὰς ὠδῖνας
νέας ὠδῖνας ἔχουσα. Καὶ ἄλλος τὴν πατρίδα
τὴν γλυκεράν του ἔκλαυσε μ᾽ ὀλοφυρμοὺς μεγάλους,
ἣν Ἄρης ἐξεπόρθησεν ὁ φοβερός· καὶ ἄλλος
κλαίει φεῦ! τὴν οἰκίαν του, ἣν φλὸξ ἡ οὐρανία
πανοίκτιστα κατέκαυσε καὶ ἐκεραύνωσέ την.

Ἀλλ᾽ εἰς ἐσένα, ὦ ψυχή, εἰπέ μου, ποῖος γόος
ἐπάξιος ὑπάρχει σοι, ἥνπερ αὐτὸς ὁ ὄφις
ὁ σκολιὸς ἐφόνευσε, ς᾽ τὴν θείαν δὲ Εἰκόνα
θάνατον ἐνετύπωσε πικρότατον τῳόντι;

Δάκρυε, δάκρυε λοιπόν, ἁμαρτωλέ, διότι
αὐτὸ μόνον ἀπέμεινεν εἰς σὲ φάρμακον πλέον.
Ἀφήσωμεν συμπόσια καὶ δεῖπνα καὶ θαλίας,
τοὺς ποθεινοὺς τοὺς φίλους μας καὶ συνομίληκάς μας.
Θ᾽ ἀφήσω δ᾽ οὕτῳ καὶ ἐγὼ τὸ ἐκ τῶν λόγων κλέος
καὶ δόξαν τὴν ὑπέρλαμπρον ἐπὶ τῇ ρητορείᾳ.
Θ᾽ ἀφήσω τὴν εὐγένειαν τὴν τῆς καταγωγῆς μου,
τοὺς οἴκους τοὺς ὑψηρεφεῖς καὶ ὅλον μου τὸν ὄλβον.
Θ᾽ ἀφήσω τὸ γλυκύτατον φῶς τοῦ ἡλίου· ἔτι
τὸν οὐρανὸν μὲ τ᾽ ἄστρα του τὰ ἀκτινοβολοῦντα,
ὁποῦ ὡς ἕνας στέφανος λαμπρὸς τὸν στεφανόνουν.
[…]

Καὶ ὅμως ἡ καρδία μου καὶ οὕτω δὲν φροντίζει
περὶ αὐτῶν, οὐδὲ καλά-καλὰ τὰ λογαριάζει.
Μόνον δὲ τρέμω τοῦ Θεοῦ τὴν πλάστιγγα ἐκείνην,
τὴν καθαρὰν καὶ ἄδολον. Ἀλλοίμονον ς᾽ ἐμένα!
Τί ἔχω τότε δὰ ἐγὼ νὰ πάθω! Πῶς νὰ φύγω
τὴν ἁμαρτίαν; Εἰς τῆς γῆς τὰ βάθη νὰ κατέλθω,
ἢ εἰς τὰ νέφη ν᾽ ἀναβῶ διαλαθὼν τὸν βίον;
Εἴθε καὶ τόπος τις ἐδῶ τῳόντι νὰ ὑπῆρχεν
ἐλεύθερος ἁμαρτιῶν, ὡς λέγουν πὼς ὑπάρχει
χωρὶς θηρία τόπος τις, καὶ χώρα χωρὶς νόσους,
ἵνα ἐξόριστος ἐκεῖ ἀπὸ ἐδῶ ἀπέλθω.
[…]

~•~

Εἰς τὴν ἔξοδον

Παρῆλθον τἄνθη, ὁ καιρὸς προσήγγισε τοῦ θέρους.
Κατελευκάνθη μου ἡ θρίξ, καλεῖ τὸν στάχυν ἅλως.
Ὁ ὄμφαξ πέρασε κι᾽ αὐτός, ἡ δὲ τομὴ πλησίον.
Τῶν δὲ κακῶν μου ὁ ληνὸς ἰδοὺ πατεῖται πλέον.
Ἀλλοίμονον εἰς τὴν κακὴν ἡμέραν μου ἐκείνην!
Καὶ ποῦ νὰ φύγω ἀπ᾽ αὐτήν; Καὶ τί θὰ ἀπογείνω;
Πόσος δὲ φόβος ἐπ᾽ ἐμὲ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μου!
Φόβος δὲ μὴ ἀναφανῶ ἐξ ἀκανθῶν γεμᾶτος
καὶ τῆς Γομόρρας σταφυλῶν, ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλθῃ
κριτής, Θεὸς πρὸς τοὺς θεοὺς τὰ κατ᾽ ἀξίαν νέμων,
Χώραν φωτὸς εἰς ἕκαστον ὅσον ἀντέχ᾽ ἡ ὄψις.
Μία δὲ μόνη μου ἐλπὶς ὑπάρχει, τὰς ἡμέρας
αὐτάς μου τὰς ὀλιγοστάς, τὴ ποδηγίᾳ, Μάκαρ,
τῇ σῇ καθοδηγούμενος, νὰ ἐπιστρέψω πάλιν.

(περισσότερα…)

Ευριπίδης, Ηλέκτρα (Μετάφραση-Επίμετρο Στρατής Πασχάλης)

 

*
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Δύο Στάσιμα και ένα απόσπασμα από το Επίμετρο της Ηλέκτρας του Ευριπίδη που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό από την Κάπα Εκδοτική, εν όψει της καλοκαιρινής παράστασης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα με την Μαρία Κίτσου και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στους κεντρικούς ρόλους.

~.~

ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Λαμπρά καράβια για την Τροία,
τ’ αμέτρητα κουπιά σάς οδηγούσαν,
κι εσείς δοσμένα στο χορό των Νηρηίδων,
ενώ πηδούσε το δελφίνι απ’ τη φλογέρα
γητεμένο πλάι στην πλώρη,
κι εκείνη σαν γαλάζιο αλέτρι
όργωνε τα νερά,
κατευοδώνατε της Θέτιδας τον γιο
που ’χε φτερά σε πόδια αλαφροπάτητα,
μα και τον Αγαμέμνονα,
καθώς ξεκίναγαν να παν στην τρωική
του ποταμού Σιμόεντα την όχθη.

Οι Κόρες του Νηρέα είχανε φύγει
απ’ τ’ ακρωτήρια της Εύβοιας
τ’ άρματα φέρνοντας και την ασπίδα –
έργα του ΄Ηφαιστου, που μόχθησε
για να τα πελεκήσει
σ’ αμόνι από χρυσό – (περισσότερα…)

Μοναστηράκι-Ὁδός Μυλλέρου-Ἵππιος Κολωνός: Ἕνα «χειμωνιάτικο ταξίδι»

                       

*

τῶν ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ – ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

«Χειμωνιάτικο ταξίδι». Ἔτσι βάφτισε ὁ Γιάννης τὸ «τάμα» ποὺ εἴχαμε κάνει, λίγο πρὶν ἐκδηλωθεῖ ὁ κορωνοϊός: Νὰ περπατήσουμε μαζὶ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου στὸ Μεταξουργεῖο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου, κάθετα στὴν Πειραιῶς, στὸ ὕψος τῆς πλατείας Κουμουνδούρου καὶ τοῦ παλαιοῦ Βρεφοκομείου, ὅπου σήμερα στεγάζεται ἡ πρώτη Δημοτικὴ Πινακοθήκη, μέχρι τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ὁδοῦ, ὣς τὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου, τὴ νότια εἴσοδο στὸν Κολωνό. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὸ τὸ «τάμα» εἶναι πολλοί. Θὰ τοὺς διαβάσετε στὸ συνοδευτικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μυλλέρου. Δὲν θὰ διαβάσετε ὅμως τοὺς ἄλλους, τοὺς πιὸ οὐσιαστικούς, ποὺ μᾶς τραβοῦσαν ἐκεῖ σὰν ὑπόθεσες ψυχικές. Εἶναι ἡ βαθειὰ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἑνώνει, σχεδὸν ἀνομολόγητη. Εἶναι ἡ καταγωγή μας, τὰ πρῶτα μας βήματα καὶ ἡ ἐφηβεία. Ὁ Γιάννης μεγάλωσε στὸν Κολωνό, ἐγὼ στὰ δυτικὰ ὑψώματα τοῦ Περιστερίου. Δυτικὰ τῆς δύσης. Ἡ γνωριμιά μας μετρᾶ δυστυχῶς λίγα χρόνια, ὅμως χρόνια μεστὰ ἀπὸ λόγια καὶ ἔργα πού, ἂν ἀραδιαστοῦν, ὑπερβαίνουν ὅ,τι ὀνομάζουν οἱ νεολόγοι «προσδόκιμο ζωῆς». Θὰ εἰπωθοῦν ἀλλοῦ. Ὄχι ἐδῶ.

Ὁ Γιάννης ὅρισε μετεωρολογικῶς τὴν ἡμέρα: στὶς 25 Φεβρουαρίου, Παρασκευή, λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι. Μιὰ ἡλιόλουστη μέρα μέσα στὸν χειμώνα.

Κατέβηκα νωρίς, γιὰ τὸν μηνιαῖο ἀνεφοδιασμὸ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν ἐκδόσεων «Κουκκίδα», τοῦ φίλου Δημόπουλου. Ἀστόχαστη ἐπιλογή. Θὰ ἔπρεπε νὰ κουβαλῶ ἕνα βιβλικὸ βάρος δέκα τουλάχιστον κιλῶν. Βιάζομαι, ὡστόσο, νὰ πῶ ὅτι ἡ χαρὰ τῆς συνοδοιπορίας ἔκανε τὰ πράγματα ἀνάλαφρα. Σχεδὸν λησμόνησα τὸ ἄχθος. Ἕνα εἶδος σεισάχθειας. Πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση στὸν σταθμὸ Μοναστηρακίου (λέω καλὰ τὴ γενική;), εἶχα χρόνο, σκέφτηκα νὰ περπατήσω στὸν ἀρχαῖο Κεραμεικό. Μάλιστα, βρίσκω ἐδῶ τὴν εὐκαιρία νὰ προτείνω μιὰ συνάντηση ἐκεῖ, κυριακάτικη, μὲ πλανόδιους φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Θὰ ἔχουμε νὰ ποῦμε πολλά. Λ.χ., ἡ Τασούλα Καραγεωργίου γνωρίζει τὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου σὰν τὴν παλάμη της. Τοὺς ἔχει ἀφιερώσει ποιήματα, ὡραίους ἀναπαίστους. Θὰ εἶναι καὶ ὁ Andreas Kelletat. Δὲν τὸν ξέρετε. Θὰ τὸν μάθετε σύντομα στὸ «Κοράλλι». Ἐπισκέπτης κι αὐτός τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἐνδεχομένως καὶ ἡ κυρία Στρόσεκ, τοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνασκαφῶν στὸν Κεραμεικὸ ἀπὸ τὸ 1993. Βρέθηκα, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ λόγους σχετικοὺς μὲ τὸ δρομολόγιο ποὺ θὰ κάναμε. Ἀπὸ τὸ Δίπυλο ξεκινοῦσε ὁ δρόμος γιὰ τὸν Κολωνό. Στὴ νοητὴ εὐθεία βρίσκεται ἡ πρώην ὁδὸς Κεραμεικοῦ ποὺ τὸ 1884, ὅπως θὰ διαβάσετε, μετονομάστηκε σὲ Μυλλέρου. Βρισκόμουν στὴν ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης πομπῆς ποὺ δὲν θὰ ἔπαιρνε τὴν Ἱερὰ ὁδὸ γιὰ τὴν Ἐλευσίνα οὔτε τὴν Παναθηναίων γιὰ τὸν Παρθενώνα. Σήμερα μόνο μὲ ἰσχυρὴ φαντασία καὶ θέληση μπορεῖς νὰ τὴν ἀναπαραστήσεις. Καὶ νὰ τὴν περπατήσεις. (περισσότερα…)

Μακριά από το Μόναχο

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Tο δίσεκτο έτος 2008 κυριαρχεί ακόμα η μονοπολική αισιοδοξία. «Ηγέτης όλου του κόσμου, είμαι εγώ» σκέπτονται οι ΗΠΑ και θέλουν το ΝΑΤΟ όχι απλώς να επεκταθεί, αλλά να γίνει ει δυνατόν παγκόσμιο: μια πλανητική συμμαχία δημοκρατιών που ασπάζονται τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες. Οι δημοκρατίες, σύμφωνα με τη θεωρία της «δημοκρατικής ειρήνης», δεν κηρύσσουν πόλεμο η μία εναντίον της άλλης. Το καθεστώς αυτό  εξυπηρετεί αποφασιστικά την κυρίαρχη δημοκρατική χώρα, τις ΗΠΑ. Και έτσι αποφασίζουν, μεταξύ άλλων, να πιέσουν τους βορειοατλαντικούς συμμάχους τους να ασπασθούν στην προσεχή διάσκεψη κορυφής στο Βουκουρέστι, τη Γεωργία και την Ουκρανία, ως επίσημα υποψήφια μέλη. Αξίζει να αναφερθεί ότι τότε, η συντριπτική πλειονότητα των Ουκρανών είναι ακόμα αντίθετη με την ένταξη της χώρας τους στο ΝΑΤΟ.  Έναν μήνα πριν τη διάσκεψη, ο νεοεκλεγείς Μεντβέντεφ, πρόεδρος μιας Ρωσίας που ανακτά τον γεωπολιτικό δυναμισμό της, και έχει ήδη καταπιεί επεκτάσεις του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς για τις οποίες είχε διαβεβαιωθεί περί του αντιθέτου, λέει αυτολεξεί στους FT: «Δεν είμαστε χαρούμενοι για τις εξελίξεις σχετικά με τη Γεωργία και την Ουκρανία. Θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά προβληματικό για την υπάρχουσα δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Θα ήθελα να τονίσω ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένο όταν έχει εκπροσώπους ενός στρατιωτικού μπλοκ στο οποίο δεν ανήκει, να πλησιάζουν τα σύνορά του». Αυτό είναι το σκεπτικό, ever since, και επαναλαμβάνεται σε όλους τους δυνατούς τόνους.

Τους όρους «δομή», «αρχιτεκτονική ασφαλείας», τους διαβάζουμε άπειρες φορές. Σε κανέναν μας δεν αρέσουν, καθώς αντανακλούν γεωπολιτικές και αμυντικές/εξοπλιστικές διαδράσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων εις βάρος, συχνά και δυστυχώς, των επιδιώξεων (λιγότερο δυνατών) ανεξάρτητων κρατών. Όμως, έτσι είχαν, έχουν και θα έχουν πάντοτε τα πράγματα. Και ακόμη περισσότερο αυτό ισχύει για τη Ρωσία, η οποία συνορεύει με 14 ανεξάρτητα κράτη, και αθεράπευτα αυταρχική καθώς είναι, θεωρεί την ιδέα της «δημοκρατικής ειρήνης» που βρίσκεται πίσω από την επέκταση του ΝΑΤΟ, μια ουτοπία που φέρνει ισχυρό στρατό δίπλα της. (περισσότερα…)

Ο Χάρτμουτ Ρόζα για την επιτάχυνση και την αλλοτρίωση στις σύγχρονες κοινωνίες

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Μετά την πρώτη τους έκδοση, οι εκδόσεις Πλήθος προσφέρουν στο ελληνικό κοινό μια ακόμη μετάφραση ενός έργου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Πρόκειται για το τολμηρό και ενδιαφέρον βιβλίο του Χάρτμουτ Ρόζα, Επιτάχυνση και αλλοτρίωση: για μια Κριτική θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα. Όπως μαρτυρεί ο υπότιτλος, ο συγγραφέας του βιβλίου επιδίδεται στη σκιαγράφηση μιας νέας κριτικής θεωρίας για το σήμερα. Η κριτική θεωρία του, ξεκαθαρίζει, στηρίζεται όχι σε κάποια κανονιστική σύλληψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά στην διαπιστωμένη αντίθεση ανάμεσα στους πόθους των υποκειμένων (συγκεκριμένα, στο νεωτερικό πρόταγμα της ικανοποίησης των φιλοδοξιών και επιθυμιών του αυτόνομου ατόμου) και στους θεσμούς και πρακτικές που εμποδίζουν αυτούς τους πόθους να υλοποιηθούν. Πρόκειται για αντίθεση που συμβαίνει με τρόπο ανεπίγνωστο για τους περισσότερους από εμάς και εδώ είναι που επανέρχεται η μαρξιστική θεώρηση περί ιδεολογίας και ψευδούς συνείδησης, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η Σχολή της Φραγκφούρτης, εξηγεί. Επιδιώκοντας να αρθρώσει έναν κριτικό Αριστερό λόγο απέναντι στον σύγχρονο καπιταλισμό, στα χνάρια των Χορκχάιμερ, Μαρκούζε και Άξελ Χόνετ, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναζητά ένα βασικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της Νεωτερικότητας και των σύγχρονων κοινωνιών, το οποίο και βρίσκει στην έννοια της «επιτάχυνσης». Κάνοντας λόγο για Νεωτερικότητα, μια έννοια συχνά επαναλαμβανόμενη αλλά ασαφή, ο Ρόζα τη διαιρεί σε «πρώιμη» (ως το 1850), «κλασική» (~1850-1970) και για «ύστερη» (1970-…).

Αν και η Νεωτερικότητα έχει συλληφθεί και περιγραφεί κοινωνιολογικά με έμφαση σε διαφορετικές έννοιες, από τον εργασιακό καταμερισμό έως τον ατομικισμό και την εμπορευματοποίηση, όλες αυτές διατρέχει υπόρρητα ένα κύριο στοιχείο: η επιτάχυνση. Οι δυτικές κοινωνίες είναι κοινωνίες της επιτάχυνσης. Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό; Σύμφωνα με τον Ρόζα, υπάρχουν τρεις βασικές «όψεις» της επιτάχυνσης στη Δύση. Αρχικά, υπάρχει η τεχνολογική επιτάχυνση, που είναι ίσως και η πιο προφανής και αυτονόητη σε όλους μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταχύτητα επικοινωνίας και μεταφορών διαρκώς «συμπιέζει» τον χώρο, σε σημείο να τον συρρικνώνει υπέρ του χρόνου, καθότι οι πραγματικές τοποθεσίες (π.χ. ξενοδοχεία, τράπεζες, πανεπιστήμια) παίζουν πια όλο και μικρότερο ρόλο για τις ουσιαστικές κοινωνικές εξελίξεις. Έπειτα, υπάρχει η επιτάχυνση της κοινωνικής μεταβολή, η οποία συνίσταται στην επιτάχυνση όχι διαδικασιών εντός της κοινωνίας (όπως συμβαίνει με την τεχνολογική), αλλά επιτάχυνση της ίδιας της κοινωνίας καθαυτής. Σύμφωνα πάλι με τον Ρόζα:

[…] η κοινωνική επιτάχυνση ορίζεται από μια αύξηση των ρυθμών αποσύνθεσης της αξιοπιστίας των εμπειριών και των προσδοκιών και από τη συστολή των χρονικών διαστημάτων που μπορούν να οριστούν ως «παρόν» (σελ. 49). (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (3/5)

*

(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως απειλή, φόβος, και απομόνωση

Στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τα ιδανικά παραλληλίζονται με το αλεύρωμα ψαριών πριν το τηγάνισμα. Ο αφηγητής σε καθεστώς τρόμου που εκφέρεται με φθόγγους, επισημαίνει την αναλωσιμότητα των ιδανικών. Το αλεύρι δίνει μια επιπλέον κρούστα στην ψαρίσια ύλη, χωρίς να αλλάζει τη βασική τους ύλη.

Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.[1]

 Στο «Κρατήσου», του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Δάλλα, ένας κακότυχος άνθρωπος, προγραμμένος του βυθού με το ιστορικό βάθος που έχει η λέξη, προσπαθεί να βρει περάσματα σαν τον ξιφία. Το δίστιχο αποτυπώνει την αίσθηση αγωνίας ενός ανθρώπου που βυθίζεται, να τα καταφέρει να επιβιώσει.

Και κάτω ο προγραμμένος του βυθού
Γυρεύει πέρασμα σαν τον ξιφία.
[2] (περισσότερα…)

Στη «σωστή πλευρά της ιστορίας»; Η υποδοχή ενός κειμένου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την περασμένη Παρασκευή, το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου». Διατύπωσα την –εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πρωτότυπη– άποψη ότι ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να έχει αποτραπεί εάν η δυτική πολιτική είχε χειριστεί το ζήτημα διαφορετικά και ιδίως εάν κατανοούσε τα κόκκινα καμπανάκια που χτυπούσε ο αντίπαλος. Το συμπέρασμα αυτό μου φαινόταν (και εξακολουθεί να μου φαίνεται) ολωσδιόλου αυτονόητο. Στη διπλωματία, όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι σημαντικό να κατανοείς την οπτική του αντιπάλου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όχι μόνον δεν έγινε αυτό, αλλά η Δύση (πρωτίστως οι ΗΠΑ) παρασύρθηκε σε απανωτά σφάλματα κρίσης που είχαν τραγικά αποτελέσματα για την Ουκρανία.

Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της δημοσίευσης είχα την τιμή να ανταλλάξω απόψεις με σοβαρότατους φιλελεύθερους πανεπιστημιακούς ή ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι, ευγενικά, αναγνώρισαν προτερήματα στην ανάλυσή μου, φροντίζοντας ωστόσο, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο, να τονίσουν και τη διαφωνία τους σε επιμέρους σημεία ή στα γενικότερα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η θετική πλευρά.

Διότι κατά τα άλλα, η ιδιωτική μου αλληλογραφία κατακλύστηκε και συνεχίζει να κατακλύζεται από χυδαιότητες και απειλές που ντρέπομαι και να επαναλάβω, προερχόμενες, κυρίως, από απρόσκλητους συνομιλητές. Χαρακτηριστικά, και αυτό εξηγεί τον συναισθηματισμό της ανάρτησης, ένας έφθασε να μου γράψει ότι δεν θα έλεγα τις ίδιες «αφηρημένες ηλιθιότητες» εάν «σε ένα από τα σεντόνια βρισκόταν καλυμμένο το παιδί μου»! Η επωδός όλων: Υποστηρίζω ουσιαστικά τον Πούτιν και δικαιολογώ τον πόλεμό του… Δικαιολογώ τα εγκλήματα πολέμου, τις φρικωδίες κατά των αμάχων και τα εκατομμύρια των προσφύγων…

Ξύνω πραγματικά το κεφάλι μου για να καταλάβω από πού κι ώς πού μου επιφυλάχθηκε αυτή η τόσο ξεχωριστή θέση στην κόλαση. Διότι μόνον ιεροεξεταστική λογική μπορεί να διέπει την ακατανίκητη προσπάθεια των «φίλων» μου, παρά τις μύριες διαβεβαιώσεις μου περί του αντιθέτου, να σκάψουν βαθιά στην ψυχή μου και να αποσπάσουν την ομολογία μου, την αληθινή απάντηση που ως αιρετικός φρόντισα να συγκαλύψω, στο ένα και μοναδικό ερώτημα: είμαι με τον Πούτιν ή είμαι με τους Ουκρανούς;

Το ερώτημα πώς φθάσαμε ώς εδώ και τι μπορεί να γίνει τώρα, είναι, φαντάζομαι, αδιάφορο. Για το δικαίωμα να ασκήσω κριτική στη Δύση, όχι ως εχθρός, αλλά ως φιλελεύθερο τέκνο της (γιατί αν τρέφω οποιαδήποτε ελπίδα για λύση έρχεται από εκεί), δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος.

Το μοναδικό θέμα είναι λοιπόν η καταδίκη της εισβολής. Ας εξηγήσω, για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτό, όχι βέβαια επειδή θεωρώ την εισβολή δίκαιη/επιτρεπτή/ηθική, αλλά, αρχικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας πόλεμος που σταμάτησε, ως δια μαγείας, επειδή καταδικάστηκε ως άδικος. Ο συμβολισμός της καταδίκης σπάνια είναι τόσο ισχυρός ώστε να αφοπλίζει έναν αντίπαλο ο οποίος θεωρεί ότι διεξάγει δίκαιο πόλεμο. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί πόλεμοι οι οποίοι αποφεύχθηκαν επειδή οι δυνητικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού κατανόησαν την κανονιστική οπτική της άλλης πλευράς.

Κυρίως όμως δεν συμφωνώ επειδή βλέπω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι της ηθικής μας στράτευσης κινδυνεύουν να φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουμε. Παρακαλώ αναλογιστείτε τι κάνουμε τώρα. Έχοντας το «ηθικό πλεονέκτημα» (συγγνώμη για τον προφανή συνειρμό, αλλά περί αυτού πρόκειται) που μας δίνει η ταύτιση με τον δίκαιο αγώνα των Ουκρανών, και καθώς δεν θέλουμε να αφήσουμε τους αμυνόμενους ανυπεράσπιστους αλλά θέλουμε να τους δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας, τους εξοπλίζουμε και τους παροτρύνουμε σε μάχη μέχρις εσχάτων απέναντι σε έναν εχθρό με σαφή υπεροπλία, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική προοπτική στον αγώνα τους και χωρίς την παραμικρή δέσμευση ότι θα πολεμήσουμε στο πλευρό τους.

Και καλά όλα αυτά στην αρχή του πολέμου. Τώρα που μάλλον θα βλέπουμε τον ρωσικό στρατό να καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε μεθόδους δοκιμασμένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, να ακολουθεί δηλαδή το εξαιρετικά βάναυσο, αλλά δυστυχώς πολύ επιτυχημένο, στρατηγικό σχέδιο που εφάρμοσε στη Συρία και το Γκρόζνι, ποιο πρακτικό νόημα θα έχει η καταδίκη του Πούτιν και η «αλληλεγγύη» με τους Ουκρανούς; Δεν αξίζει να αναρωτηθούμε ποιο είναι τελικά το μέγεθος της καταστροφής που είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε (και να εκλογικεύσουμε) προκειμένου να υπακούσουμε στο περί δικαίου αίσθημά μας, αντί να σκεφθούμε πολύ πιο απλά τι ωφελεί πραγματικά τον αδύνατο, ποιοι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι και τι πρέπει να συζητήσουν; Διότι, όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν, ο ιός της χιλιετίας φαίνεται να μην διέγραψε τη μνήμη και τη λογική βάσει της οποίας δρουν οι μεγάλες δυνάμεις. Και είναι βέβαιο ότι ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει, νωρίτερα και πρωτίστως, μέσω της συνεννόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.

Τώρα που οι βαναυσότητες θα διαδέχονται η μία την άλλη, θα μείνουμε λοιπόν με την ελπίδα ότι ο εχθρός, κάπου, στο βάθος-βάθος, ίσως και ηττηθεί; Φαντάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα αξίζει, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι να είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», στραγγαλίζοντας κάθε φωνή που τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Όσο για εμένα, ας πάρω τη θέση που μου αξίζει στην κόλαση.

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

*

Στέφανος: Μιὰ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία (μτφρ. Μαρία Μαρκαντωνάτου)

*

Ἡ Παλατινὴ Ἀνθολογία περιλαμβάνει 3.700 ἐπιγράμματα, 17 αἰώνων (ἀπὸ τὸν 7ο αἰ. π.χ. ἕως τὸν 9ο αἰ. μ.χ). Τὸ ἔργο χρωστᾶμε στὸν πρωθιερέα τοῦ Παλατίου στὴν Κωνσταντινούπολη, Κωνσταντίνο Κεφαλᾶ. Ὁ ἀνθολόγος βασίστηκε στὶς ἀρχαῖες συλλογὲς τοῦ Μελεάγρου, Φιλίππου καὶ Ἀγαθία, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες νεότερες, καθὼς εἶχε στὴ διάθεσή του τὶς πλούσιες βιβλιοθῆκες τῆς Πόλης. Στὸ κλίμα διαφωτισμοῦ ποὺ ἐπικράτησε μὲ τὸν Φώτιο (Βυζαντινὴ Ἀναγέννηση, τὸν 9ο αἰ.), ὁ Κεφαλᾶς ἀνθολόγησε μὲ κριτήριο τὴν αἰσθητικὴ ἀξία τῶν ἐπιγραμμάτων ἤ τὶς πολύτιμες ἀναφορές τους. Τὸ χειρόγραφο βρέθηκε τὸ 1606, σὲ βιβλιοθήκη τῆς Χαϊλδεβέργης, πρωτεύουσας του Παλατινάτου, Γερμανικοῦ Πριγκιπάτου (ἐξ οὗ Παλατίνη ἤ Παλατινή, γνωστὴ ὡς Ἑλληνικὴ Ἀνθολογία).

Ἡ Παλατινὴ Ἀνθολογία, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δεκαπέντε βιβλία, περιέχει ποιήματα ἐρωτικά, ἐπιτύμβια, ἀναθηματικά, συμποτικά, σκωπτικά, παίγνια κ.λ.π. Προσφιλὲς ἀνάγνωσμα τοῦ Καβάφη, τοῦ ἔδωσε ἐρεθίσματα γιὰ τὴ δική του ποίηση, καὶ δικαίως θεωρεῖται μακρινὴ διδάσκαλός του. Παρακάτω δίνουμε τὸν δικό μας ἐλάχιστο Στέφανο, βασισμένον στὸ ἔργο τοῦ ἀείμνηστου Ἀνδρέα Λεντάκη, μὲ τὸν τίτλο 500 ποιήματα ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, Δωρικός, 1988 (β’ έκδοση).

Στὴ μετάφραση φροντίσαμε νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ πρωτότυπο, καὶ νὰ κρατήσουμε, κατὰ τὸ δυνατὸν, κάτι ἀπὸ τὸν ρυθμό.

ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ

~.~

V 83. ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην , σὺ δ’ ἐπιστείχουσα παρ’ ἀγὰς
στήθεα γυμνώσαις, καὶ με πνέοντα λάβοις.

Ἄνεμος νὰ γινόμουν ἄχ, κι’ ἐσὺ σ’ ἀκροθαλάσσι περπατώντας
τὸ στῆθος νὰ γυμνώσεις, καὶ πνέοντα νὰ μὲ πάρεις.

~.~ (περισσότερα…)

Φίλοι άφωνοι στο μαύρο αστερωμένοι

του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διονύσης Σέρρας, Οι κήποι της απόδρασης,
Ποιήματα 1992–2007, Γαβριηλίδης

Ο Διονύσης Σέρρας (1947) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Υπηρέτησε στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (1974–2001). Από το 1978 έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων λυρικών ποιητών, βιβλιογραφικές εργασίες και ανθολογίες ποιημάτων. Επίσης, από το 1995 συνεχίζει την έκδοση του ζακυνθινού περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα που είχε ιδρύσει το 1945 και εξέδιδε ως τον θάνατό του ο ιστορικός, λαογράφος και λογοτέχνης Ντίνος Κονόμος (1918–1990). Ο Σέρρας εντάσσεται τόσο ως προς τη χρονολογία γέννησης όσο και ως προς τη χρονολογία έκδοσης του πρώτου βιβλίου του στην 3η μεταπολεμική γενιά, τη λεγόμενη και «Γενιά του 70». Η ποιητική του συλλογή «Οι κήποι της απόδρασης» είναι το ενδέκατο στη σειρά ποιητικό του βιβλίο.

Η ποιητική του πορεία διακρίνεται από διαρκή συνομιλία με τις μεγάλες ποιητικές μορφές της νεότερης γραμματείας. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή Διπλές φωνές υπάρχουν τρία εκτενή ποιήματα για τον Καβάφη, ενώ και μόνο ο τίτλος της δεύτερης συλλογής Ωδή στον Διονύσιο Σολωμό, της τέταρτης συλλογής Έξι γραφές για τον Σεφέρη, καθώς και του ποιήματος Τριώδιο σιωπής για τον Ανδρέα Κάλβο της συλλογής του Σταγόνες σε μαύρο λευκό,  δηλώνουν αυτή τη συνομιλία.  Επίσης, στα ποιήματά του υπάρχουν άμεσες αναφορές και σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Νίκος Καρούζος.

Ο Διονύσης Σέρρας έχει διαμορφώσει ένα ευδιάκριτο προσωπικό ιδιαίτερο ύφος που το διακρίνει η πυκνότητα και η λιτότητα του λόγου και στο οποίο δεσπόζουν οι αποφθεγματικές εκφράσεις. Ο φιλολογικός του οπλισμός αποτελεί δημιουργικό εργαλείο για τις ποιητικές του συνθέσεις με αναγωγές του λόγου του στην αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση και στους μεγάλους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Έχοντας μεταφέρει στη σύγχρονη ελληνική έργα του Αρχίλοχου, του Αλκαίου, της Σαπφούς, του Ίβυκου και του Ανακρέοντος και βασιζόμενος και στη λόγια και στη δημώδη ποιητική παράδοση, έχει κατορθώσει να αφομοιώσει λειτουργικά ρυθμούς και μέτρα αυτών των παραδόσεων σε σύγχρονες ποιητικές μορφές. Το έργο του διακρίνεται από ρομαντικό πνεύμα και φέρει σαφείς απόηχους της ποίησης του Σολωμού και του Κάλβου. (περισσότερα…)