Μήνας: Φεβρουαρίου 2019

Η αμείλικτη απεραντοσύνη του κάμπου

4 (6)

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χεσούς Καρράσκο
Άγρια ερημιά
(μετ. Λένα Φραγκοπούλου)
Αντίποδες, 2018

Ένα αγόρι κουλουριασμένο μέσα σε μια τρύπα στο χώμα κρύβεται από τους συγχωριανούς του, που τον ψάχνουν.
Ένα αγόρι σχεδόν θαμμένο μες «στο λαγούμι του στο χώμα» λουφάζει, επιμελώς καλυμμένο από πάνω του με κλαριά οιονεί –διαπερατή αλλ’ αόρατη– ταφόπλακα.
Το αγόρι κρύβεται ασάλευτος, χωμένος στην κρυψώνα του.
Το αγόρι δεν βγάζει άχνα στις κραυγές των ανθρώπων που καλούν το όνομά του.
Σαν σουρουπώνει και πέφτει το φως της μέρας, ο οικεία βουλήσει ‘κατελθών εις τον Άδη’ εγείρεται· καθώς ο ήλιος δύει αυτός αναδύεται από τον ‘κάτω κόσμο’ των εξαφανισμένων, στον έρημο από ανθρώπους κόσμο του σκοταδιού, για να κρυφτεί ακόμα καλύτερα, ακόμα μακρύτερα από όλο το χωριό του, τον πατέρα του και την οικογένειά του, τον δάσκαλο, τον χωροφύλακα. Μέσα στη νύχτα, αρχίζει να βαδίζει μακριά προς «ό,τι εκτεινόταν πέρα από τα πόδια του» κι «αποτελούσε, απλούστατα, άγνωστη γη», «τοσοδούλης και σκουρόχρωμος στη σκοτεινιά» τραβάει μακριά κατά τον Βορρά, «απομακρυνόταν από το χωριό, από τον χωροφύλακα, από τον πατέρα του. Έφευγε, κι αυτό από μόνο του αρκούσε».
Στην περιπλάνησή του προς την άγνωστη γη συναντά έναν γέρο πλανόδιο βοσκό με το μικρό του κοπάδι από γίδες, το σκυλί και τον γάϊδαρο μα και τη Βίβλο του απόκοντα. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή κι η μοίρα τους συμπλέκονται αδιαχώριστα μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο γέρος κι ο μικρός θα αντιμετωπίσουν μαζί τον βίαιο κόσμο που ορίζει ο ενήλικας χωροφύλακας, απ’ τον οποίο το αγόρι τρέχει να φύγει μακριά και με τον οποίο ο περιπλανώμενος γερο-βοσκός έχει ανοιχτούς λογαριασμούς.

81zTKTRzb9LΗ Άγρια ερημιά είναι το πρώτο βιβλίο του Καρράσκο, κι όπως λέει ο ίδιος είναι κατά πολύ επηρεασμένο από τον τόπο που μεγάλωσε στην Ισπανία. Ο χώρος κι ο χρόνος του μυθιστορήματος, αν και δεν αναφέρονται, παραπέμπουν ευδιακρίτως στην φρανκική ισπανική επαρχία κοντά στα μέσα του 20ου αιώνα. Ήδη ο τόπος κάνει την εμφάνισή του στον τίτλο του βιβλίου: στο ισπανικό πρωτότυπο είναι Intemperie, που σημαίνει τα στοιχεία (της φύσης), όπως λέμε “να είσαι στο έλεος των στοιχείων της φύσης”. Ταυτόχρονα, εξηγεί η Margaret Jull Costa, μεταφράστρια του έργου στα αγγλικά, η φράση “dejar alguien a la intemperie” σημαίνει “αφήνω κάποιον απροστάτευτο” γι’ αυτό και διάλεξε τη μετάφραση Out in the Open (Έξω στην ανοιχτωσιά) καθώς υποβάλλει την ιδέα της έκθεσης στα στοιχεία της φύσης αλλά και της φανέρωσης των σκοτεινών μυστικών σε δημόσια θέα. Η Λένα Φραγκοπούλου, που μας χάρισε τούτη την εξαιρετική μεταφορά του έργου στη γλώσσα μας, διαλέγει για την ελληνική μετάφραση την Άγρια ερημιά, μια φράση που ακούγεται δυο φορές μέσα στη διήγηση για να περιγράψει τον ψυχισμό λες του τόπου κι όχι το ίδιο το τοπίο, τον τραχύ κι άνυδρο κάμπο που διαβαίνουν ο μικρός κι ο γέρος.

Κοντά στη φοινικιά, ανακάλυψε τα απομεινάρια μιας παλιάς πλίθινης κατασκευής, που είχε διαβρωθεί από τον ήλιο και τον άνεμο και που από τους τοίχους της είχε μείνει στο έδαφος μονάχα μια γραμμή από πηλό. Αναγνώρισε την ορθογώνια κάτοψη μιας μονοκάμαρης κατοικίας, απ’ αυτές που συνηθίζουν να χτίζουν στη περιοχή, και θυμήθηκε το σπίτι του που ήταν έξω απ’ το χωριό.
Τώρα, μόνος κάτω απ’ τον ήλιο, κοιτούσε εκείνη την περίμετρο που είχε ύψος δυο σπιθαμές και στρογγυλεμένα τελειώματα, θυμίζοντας κρατήρα με τέσσερις γωνίες.  Ανέβηκε σε μία απ’ αυτές και κοίταξε ολόγυρα αναζητώντας σημάδια που να προδίδουν την παρουσία των διωκτών του ή οποιουδήποτε άλλου. Το έδαφος εκτεινόταν με ελαφρούς κυματισμούς προς όλες τις κατευθύνσεις και, όπου κι αν έστρεφε τη ματιά του, οι επιφάνειες τρεμόπαιζαν από την κάψα του εδάφους. […] Ο μικρός κρεμασμένος από τα χάμουρα του γαϊδάρου ένιωθε το λίκνισμα του ζώου σαν λιτανεία μονότονη όσο και η έκταση που διέσχιζαν. Μαυρίλα στα υψώματα, στον ορίζοντα, στη χέρσα γη. Με τον γέρο για οδηγό και τον γάιδαρο για στήριγμα, άφησε τις αναμνήσεις από τον τόπο του να τον παρασύρουν. Το χωριό του ήταν χτισμένο στον πάτο μιας ρηχής ρεματιάς, που κάποτε είχε νερό, αλλά τώρα αποτελούσε απλώς ένα μακρόστενο βαθούλωμα καταμεσής ενός απέραντου κάμπου.

Και ξεκινάω από δω. Από την αρχή ως το τέλος αυτό που κυριαρχεί είναι η άγρια ερημιά του τόπου. Άνυδρος, φρυγμένος, ακάλυπτος, δαρμένος αλύπητα από την ξηρασία, ο τόπος είναι ο πρωταγωνιστής, δευτεραγωνιστές οι άνθρωποι, αν μπορείς ανθρώπους να καλείς ό,τι απογυμνωμένο έχει απομείνει πια από αυτό που κάποτε θύμιζε άνθρωπο, θες πρόκειται για την κάτισχνη και τσακισμένη δυάδα των ηρώων ή για τη βίαιη και χτηνώδη επέλαση των  διωκτών τους. Ναι· είναι σαφές ότι ο Καρράσκο θέλει να μιλήσει για τον τόπο και την παρουσία του ανθρώπου μέσα σε αυτό το τοπίο της συμφοράς. Ναι, κι ακόμη βαθύτερα θέλει να μιλήσει για τη συμφορά, τον πόνο και την ακατάπαυστη βάσανο και κακουχία της ανθρώπινης ζωής.

Θυμήθηκε το κτήμα με τα λιόδεντρα που εκτεινόταν στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς. Εκεί όπου είχε βρει καταφύγιο. Ένας ξύλινος στρατός ριζωμένος, που γέμιζε το τοπίο κηλίδες στις αποχρώσεις του δέρματος. Συχνά, μια δεντροκορφή στηριζόταν σε δυο τρεις ροζιασμένους κορμούς, που πρόβαλλαν από τη γη σαν ανθοφόρα γεροντικά δάχτυλα. Ήταν σπάνιο να βρεις μια ελιά που να μοιάζει πραγματικά με δέντρο. Αντίθετα, αφθονούσαν οι ροζιασμένοι κορμοί, οι ξερές σχισμάδες απ’ τις οποίες κάποτε τρύπωσε το νερό για να παγώσει και να κάνει το ξύλο να σκάσει. Ένα τσούρμο φαντάροι που γυρνάνε από το μέτωπο. Λαβωμένοι, αλλά πορεύονται. Πορεύονται τόσο καιρό, ώστε κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά ότι προχωράνε. Δεν μαρτυρούν αυτοί πως ο χρόνος περνά. Ο χρόνος είναι αυτός που τους οφείλει την υπόστασή του.

Απόντα ολωσδιόλου τα ονόματα. Τίποτα δεν ονοματίζεται, ούτε οι τόποι ούτε οι άνθρωποι. Μόνο μια νύξη σύνδεσης (σαν συνένοχο κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη) με το πασίγνωστο αρχετυπικό λογοτεχνικό ζευγάρι που περιδιάβαινε αντάμα τον ισπανικό χερσότοπο κάνει ο συγγραφέας, που δυστυχώς ξεθωριάζει, αν δεν εξαφανίζεται, στην ελληνική μετάφραση. Το πρωτότυπο «Tomó la pértiga bajo un brazo como si fuera un Quijote y levantó la punta endirección a los animales» μεταφέρεται ως εξής: «έβαλε τη γκλίτσα του σαν δονκιχωτικό κοντάρι κάτω από το μπράτσο του και ύψωσε το ένα άκρο προς τη μεριά των ζώων». Κι αυτή η πικαρέσκα χειρονομία του συγγραφέα, που κωμικά ιχνογραφεί τον μικρό ως Δον Κιχώτη, αποτελεί φόρο τιμής προς τον πατριώτη του Θερβάντες αλλά και προς το ίδιο το γελαστικό στοιχείο στο μυθιστόρημα.

Η γλώσσα πλούσια στις περιγραφές του πάμφτωχου, αυχμηρού κι άγριου τοπίου έχει συγχρόνως και μια αμεσότητα σχεδόν γευστικής, οσφρητικής κι απτικής τάξεως. Ώρες ώρες είναι σαν να αναπνέεις τη σκόνη του εδάφους, να μυρίζεις τη γιδίλα του κοπαδιού και το φρεσκοαρμεγμένο γάλα, το κάτουρο, να νιώθεις το κάψιμο του ήλιου στο δέρμα και το αίμα που κυλάει, την αλμύρα των δακρύων.

Και δεν είναι μόνον η απουσία του νερού κι η ξηρασία που ορίζουν τον τόπο και τους ανθρώπους, αλλά που αυτή η απουσία εντείνεται κι οξύνεται ως τις ακραίες ψυχικές εκτάσεις του ανθρώπινου με τη διαρκή παρουσία των υγρών εκροών του ανθρώπου (αρνητικό –υλικό και ψυχικό– σύστοιχο του επιποθούμενου και διαρκώς ελλείποντος ύδατος): τα ούρα και τα δάκρυα.

Άκουσε τ’ όνομά του να απλώνεται ανάμεσα στα δέντρα σαν μια σταγόνα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού» κι όμως τον ραίνει το κάτουρο του δασκάλου· κατουριέται ο ίδιος στην κρυψώνα του προκειμένου να μην φανερωθεί. Το κάτουρο κυριαρχεί παντού περισσότερο κι απ’ το νερό που η απουσία του ορίζει την άγρια ερημιά όλου του τόπου κι όλου του έργου. Ως αρνητικό του νερού αλλά κι ως έκφραση ορατή του τρόμου εμπρός στη βία. Κατουριέται στην παρουσία και μόνον του χωροφύλακα. «Η λιμνούλα στα πόδια του είχε χαθεί ανάμεσα στις σχισμές του ασβέστη, αλλά τα μπατζάκια του ήταν υγρά και άρχιζε να νιώθει ένα ελαφρύ μούδιασμα στις γάμπες.

Κάτουρο και δάκρυα· δάκρυα άφθονα όσο το νερό που λείπει:

Κουλουριασμένος για να βρει στο χώρο ένα σημείο σύγκλισης ανάμεσα στην υγρασία της γης και των ματιών», «το αγόρι έμεινε για λίγο να κοιτάζει τη γαβάθα με τις γροθιές σφιγμένες πάνω στο τραπέζι. Άφησε το κεφάλι του να πέσει λες και ο λαιμός του διαλύθηκε απότομα κι άρχισε να κλαίει με ένα νευρικό, καταπιεσμένο κλάμα που του έκοβε την ανάσα κάθε στιγμή.

Και με τι σοφή μαεστρία δοσμένη αυτή η επαναληπτική σκηνή των δακρύων του αγοριού μες στη γαβάθα με τα καρύδια! Την πρώτη φορά ως έκφραση πόνου για την αναπόδραστη βία, τη δεύτερη σαν ξέσπασμα λυτρωτικό στη θύμησή της.

p3ydje1545138571846

Αν μόνον ο Θεός ονομάζεται μια φορά στο κείμενο έτσι κι ο Σατανάς. Κι αυτός είναι απερίφραστα ο χωροφύλακας: «Το αγόρι ακούγοντας τη λέξη “χωροφύλακας” από το στόμα του βοσκού ένιωσε το αίμα να του πυρπολεί τα πόδια και τη φλόγα να ανεβαίνει από τις πατούσες και να του καίει τα σωθικά όπως μόνο η ντροπή μπορεί  να κάψει. Στο άκουσμα του ονόματος του Σατανά από ξένα χείλη, ένιωσε να γκρεμίζονται τα τείχη μέσα στα οποία βίωνε την ατίμωσή του. Ήταν γυμνός ενώπιον του γέρου και ενώπιον των ανθρώπων». Ο χωροφύλακας ορίζει (καθορίζει αλλά και διαφεντεύει) τον κόσμο του ενήλικου κακού, της άγριας ερημιάς, ενάντια στο αγόρι· στα αγόρια.

Μ’ αυτό το κακό αναμετριέται ο γέρος και το αγόρι. Η νιότη και τα γερατειά. Ο ενδιάμεσος ενήλικος κόσμος εχθρός τους, διώκτης, η άνανδρη παραφωνία αντί για την ισορροπία, ανάμεσα στα δυο άκρα του εκκρεμούς της ανδρικής ζωής. Αυτή τη στρεβλή ενηλικίωση θέλει να αλλάξει ο μικρός με τη φυγή του, για αυτόν τον στόχο θα βοηθήσει κι ο γέρος με τη συμπαράσταση του στον μικρό.

Η γυναίκα πάλι απούσα παντού, ούτε σχεδόν ως ανάμνηση ή επίκληση μάνας: ένας άγριος ερημωμένος άκαρπος, άγονος ‘αρσενικός’ κόσμος ξηρασίας, βίας, σωματικής και ψυχικής κακουχίας κι εξάντλησης. Απαράκλητος. Η μόνη σχεδόν αναφορά στη γυναίκα-μάνα αφορά μια θαμμένη μνήμη για το κουβάλημα της στάμνας με νερό από τη βρύση στην πλατεία.

Γυμνός κι έρημος, με τη διπλή σημασία της λέξης (κενός κι ακάλυπτος) ο τόπος· απαράκλητος. Κι όμως σ’ αυτόν τον ερημότοπο, σαν άλλοι Ισραηλίτες νομάδες, ο γέρος και το αγόρι περιπλανώνται για να ξεφύγουν από του χωροφύλακα τα χέρια. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, που συνταιριάζει ακόμα περισσότερο στην περιπλάνηση του Ισραήλ στην έρημο, για να ανδρωθεί το αγόρι, να πάρει όλη την ηθική εκπαίδευση που θα τον κάνει άντρα, ώστε να φτάσει ελεύθερος στη γη της Επαγγελίας-ενηλικίωσης, ενώ ο γέρος ως άλλος Μωυσής θα το οδηγήσει ίσαμε εκεί (σαν έναν άλλο Ιησού του Ναυή) χωρίς ο ίδιος να καταφέρει να μπει. Το χρέος του καταπώς φαίνεται ήταν να οδηγήσει το αγόρι –αφού την σμιλέψει και την διαπλάσει– στην πνευματική κι ηθική ενηλικίωσή του.

―Θα πρέπει να πας μόνος σου για νερό.
―Δεν ξέρω που έχει.
― Θα σου πω εγώ.
―Φοβάμαι.
―Είσαι γενναίο αγόρι.
― Όχι, δεν είμαι.
―Έφτασες μέχρι εδώ.
―Γιατί είχα εσάς.
―Γιατί είχες θέληση.
Το αγόρι δεν ήξερε τι να αποκριθεί.
―Είδες τον στέφανο του Ιησού εκεί πάνω;
―Ναι. Έχει τρεις ακτίνες.
―Τις λένε δυνάμεις. Η μία είναι η μνήμη, η άλλη είναι η νόηση και η τρίτη,  η θέληση.
Ο μικρός σήκωσε το βλέμμα. Πάνω από το τείχος διαγραφόταν στο λυκόφως μαι μαύρη σιλουέτα και μάντευε κανείς το χιτώνα, τα χέρια και τον στέφανο. Ακούγοντας εκστατικός τα λόγια του γέρου, άφησε για μια στιγμή τις σκοτούρες του κατά μέρος.
―Και ο Χριστός βασανίστηκε.
― Εγώ δε θέλω να βασανιστώ άλλο.
―Τότε θα μείνουμε εδώ και θα πεθάνουμε από τη δίψα. Τα βάσανά σου σύντομα θα τελειώσουν.

Carrasco-2017-02-800x533Αυτή ακριβώς η ηθική διάπλαση και ωρίμαση του αγοριού έχει να κάνει με τον κόσμο της πίστης και της ηθικής στάσης. Και φυσικά διόλου τυχαία δεν είναι η τετραπλή αναφορά της Βίβλου μες στο ολόγυμνο τοπίο της παντελούς ανυπαρξίας ονομάτων. Μέσα στη ρημαγμένη γη, πέρα απ’ τον πόνο, τη συμφορά και την κατάρρευση, ο Καρράσκο μιλάει και για την πίστη και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων. Η δε φράση «ο ίδιος άνεμος που έφερνε τους ανθρώπους γυρνούσε και τα διάφανα φύλλα της Βίβλου, που ήταν ανοιχτή στο έδαφος», θαρρώ πως με ευκρίνεια εικονοποιητική δηλώνει πως η ίδια η ζωή που φέρνει το ελαύνον κακό προκαλεί ταυτοχρόνως και την απάντησή του από την ηθική. «Έμοιαζε περισσότερο με τη Σκηνή του μαρτυρίου παρά με μαντρί» μας λέει σε κάποια στιγμή για την πρόχειρη στάνη του κοπαδιού. Αλλά κι η χέρσα και φρυγμένη γη έχει παρομοιαστεί με την κόλαση. Μια κόλαση που η τελική επί γης εκπύρωση των κακών βρίσκει το λεκτικό της σύστοιχο στη διαπίστωση του γέρου: «οι πύλες της Κόλασης έχουν ανοίξει και τους περιμένουν». Όλα τα τωρινά βάσανα του αγοριού συσχετίζονται στον νου του με την θρησκευτική εικονοποιΐα του κηρύγματος: «σκέφτηκε πως η κόλαση που τον περίμενε στο τέλος της ζωής του δεν πρέπει να διέφερε και πολύ από τα βάσανα που περνούσε τώρα. Πως εκείνο το πηγάδι με τις φλόγες, το γεμάτο μαύρες ψυχές, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτός εδώ ο ξερόκαμπος με τον εσμό των αθλίων του».

[Στην πύρινη τούτη βιβλική εικονοποιΐα τολμώ να προσθέσω και μιαν άλλη αντιστοιχία: όταν ο μικρός σώζεται, ωσάν τους παίδες της καμίνου της φλεγομένης, από το παρανάλωμα της φωτιάς που λαμπάδιασαν οι διώκτες του στον πύργο που είχε καταφύγει.]
Πέρα από τις ρητές μνείες όμως, αλλά και την ισχνή κι απόμακρη μνήμη του κηρύγματος του παπά, η αναφορά στη Βίβλο ουσιαστικά έχει να κάνει με την ανάληψη της ηθικής ευθύνης και απόφασης, με την αντιμετώπιση των ηθικών διλημμάτων ως τέτοιων και την υπέρβαση του εγώ. Αντί για τον παπά με τα συγκεχυμένα εκκλησιαστικά κηρύγματα, ή τον πατέρα που ιδίαις χερσί παρέδωσε το αγόρι στις δυνάμεις του κακού, το έργο αυτό το διακονεί ο γέρος βοσκός.

Το αγόρι ξανάσκυψε στο πλευρό του γέρου.
―Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου.
―Πρέπει να τα καταφέρεις.
―Δεν υπάρχει ούτε φτυάρι ούτε αξίνα.
―Αν δεν τους θάψεις θα τους φάνε τα όρνια.
―Και τι σημασία έχει;
―Έχει.
―Αυτοί οι άνθρωποι δεν το αξίζουν.
Γι’ αυτό πρέπει να το κάνεις.

Ούτως ή άλλως το μόνο λογικό ποίμνιο του γερο-ποιμένα δεν ήταν τα λιγοστά του γίδια αλλά το αγόρι.
Ο γέρος όμως είναι κι ο εκδικητής τιμωρός, ο άγγελος της αργοπορημένης αλλά κι αμείλικτης δικαιοσύνης.

Η πόρτα έτριξε ελαφρά και άνοιξε αργά αργά. Ένα αεράκι μπήκε από το δρόμο κι έκανε τις φλογίτσες να τρεμοπαίξουν. Στο κατώφλι, η σιλουέτα του τσοπάνη με το δίκαννο του βοηθού ανά χείρας είχε κάτι το αλλόκοτο: το καμπουριασμένο κορμί, το παντελόνι που έπλεε και το πρόσωπο σκαμμένο από το μόχθο και τις στερήσεις. Ίσα που κρατιόταν όρθιος κι έπρεπε να στηρίζεται στο κάσωμα για να μην πέσει. Ανάσαινε με δυσκολία.
― Φύγε από δω, γέρο.
Ο τσοπάνος έμεινε στην πόρτα ασάλευτος, σημαδεύοντας το κεφάλι του χωροφύλακα με το δίκαννο. […]
Ο χωροφύλακας είχε παραλύσει. Όχι από φόβο, από κατάπληξη.
―Δεν έχεις τ’ αρχίδια, τσομπάνη.
― Μην κοιτάς, μικρέ.

Γι’ αυτό κι ο δεσμός τους, μετά την αμείλικτη δοκιμασία της άγριας ερημιάς, γίνηκε ακατάλυτος, ψυχικός και σωματικός. Κατόρθωμα υιϊκής και πατρικής σχέσης αξεδιάλυτης.

Το αγόρι πετάχτηκε σαν ελατήριο και, χωρίς καν να κοιτάξει τον βοσκό, αγκάλιασε το καχεκτικό κορμί του. Βυθίστηκε στα κουρέλια του για να γίνει ένα μαζί του, για να τρυπώσει στο γαλήνιο καταφύγιο που αρνούνταν να του προσφέρουν τα δικά του χέρια. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν τόσο κοντά με κάποιον χωρίς να πρέπει να παλέψει. Η πρώτη φορά που το δέρμα του άγγιζε ενός άλλου και άφηνε τους χυμούς και τις ουσίες της ύπαρξής του να βγουν από τους πόρους του. Ο βοσκός τον υποδέχτηκε χωρίς να πει λέξη, σαν να υποδεχόταν προσκυνητή ή εξόριστο.

Αφού τελειώσει ο αγώνας και πληρωθεί το αναπόφευκτο μεγάλο τίμημα, έρχεται στο τέλος κι η βροχή σαν λυτρωτικός, καθαρτικός επίλογος. Έρχεται και πέφτει στάλα τη στάλα επάνω στη σκληρή, σχεδόν πετρωμένη γη:

χοντρές στάλες έσκαγαν πέφτοντας στο σκονισμένο έδαφος, χωρίς να το διαπερνούν»· σκάει παρά πέφτει, συγκρούεται με την ξεραμένη γη και την φρυγμένη παιδική ψυχή, που έχει πια ανδρωθεί. Κι όμως ο ερχομός της στην άγρια ερημιά ήταν αλάνθαστο σημείον για το αγόρι, που «ξαναγύρισε στο κατώφλι κι έμεινε εκεί όσο κράτησε η βροχή, έμεινε να κοιτάζει πώς χαλάρωνε για λίγο ο Θεός τις βίδες του μαρτυρίου του.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 2. Μάξιμος Τρεκλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μάξιμος Τρεκλίδης

(Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

51588430_1093537220842597_623115577585565696_n

ια’

[Ὁ ὕπνος τοῦ ἠλίου νοσταλγία
φέρνει στὰ χρώματα.] Τὸ πέρα κύμα
μὲ φτάνει μ’ ἕναν λιπόθυμο ἀέρα,
ἀφοῦ οἱ νεφέλες ἔχουν ἀπεργία.

Εἶναι μιὰ μέρα σκέτη εὐλογία…
Ἀκολουθώντας τὶς ἀμμορυτίδες
καθὼς μὲ συντροφεύουνε ἀχτίδες
ἀνίσχυρες, μὲ μιὰ σιωπὴ ἁγία.

Βραδιάζει καὶ λέω νὰ τὴν κάνω.
Βάζω στὸ mp3 τὸ Pilgrimage τῶν Om
κι ὅλο τυχαίως κοιτάζω πρὸς τὰ πάνω.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀμπεμπαμπλόμ,
ὁ κόσμος τὸ παπούτσι ποὺ βρομάει.
Μὰ ἡ ὀμορφιὰ στὸ κούτελο ὁρμάει.

~.~

γγ’

Τὴ νύχτα ποὺ μ’ ἀγχώνουνε οἱ κοῦκοι,
κι ἄχρονα, ἀνειρήνευτα ρολόγια,
τὸ μόνο ποὺ μὲ σώζει εἶναι τὰ λόγια
σου: look our shadows, are so spooky.

Ἄρα ἡ καρδιὰ δὲν εἶναι λόγια,
γυρεύει ποῦ καὶ ποῦ κάνα χαστούκι,
ὅπως κι οἱ ἔννοιες τραμποῦκοι
φυλάγουν παρελθόντος λεξιλόγια.

Ξάπλωσε ἐδῶ, νυχτοκλάδευτη φίλη,
δίπλα στὰ μάτια μὲ τὸ αἰώνιο δείλι.
Ἔμπα στὸ χρῶμα κι ἂν δὲν χορτάσεις

θὰ μείνει ὁ χρόνος ποὺ σταμάτησε,
μία στιγμὴ ποὺ ἐγκλημάτισε
ποὺ μέσα της διαρκῶς θὰ ἐφησυχάζεις.

~.~

XV

                                                           Στὸν Πάνο

Πέφτουν τὰ σώματα κι ἀνεβαίνουν οἱ λέξεις μας
Σὰν τοὺς κλειστοὺς καπνοὺς μέχρι ποὺ χάνονται
Ἐρχόμενοι στὸ βαθύτερο λευκὸ
Ποὺ ἐνυπάρχει ἀβέβαιη ἡ νεκρὴ φωνή μας
Ἔξω ἀπ’ τοῦ χρόνου τὸ land up comedy –
Ποὺ ἀναγκαστήκαμε νὰ περάσουμε παρέα μὲ τὴ
Μεμψίμοιρη σάρκα μας – ζητιανεύει τὸ τέλος τῆς ἀνάσας

Ὥστε πράγματι αἰχμαλωτίζεται κανεὶς σ’ ἀθάνατες πληγές –
Εἴμαστε παιδαρέλια τῆς νόησης ἀλλιῶς εὐγενεῖς
Μὲ φύλλα κρεμασμένα στὸ μέτωπο.
Οὔτε μᾶς λείπει τίποτα οὔτε ἔχουμε τίποτα.

Πέφτουν τὰ χρώματα κατεβαίνουν οἱ αἰσθήσεις μας.
Ὁπόταν ξαναρθεῖ ὁ θάνατος
Θὰ γελάσουμε παραπάνω. Τὸ βεβαιώνω –


Ὁ Μάξιμος Τρεκλίδης γεννήθηκε τὸ 1992 στὰ Ἰωάννινα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Τὰ Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου εἶναι ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή.

Θάνος Γιαννούδης, Αλυτρωτισμός

Khomeini

Αλυτρωτισμός

Θ’ ανάψω τρέλα περισσή στα περσικά κεφάλια…
Κ. Παλαμάς

Την Πολιτεία, το Κράτος, το Έθνος πρώτοι
αφήνετε και γίνεστε Ανθρωπότη…

Κ. Βάρναλης

(Τέλη της δεκαετίας του ογδόντα στην Τεχεράνη. Το πλήθος των πιστών αντρών ολολύζει όσο ο Αγιατολλάχ Χομεϊνί ανεβαίνει στην εξέδρα. Σήμερα πρόκειται να ζητήσει από τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκωρμπατζώφ, να ασπαστεί τον ισλαμισμό, πρόταση-πρόσχημα φυσικά, για να δικαιολογήσει με τη διαφαινόμενη άρνησή του μελλοντική επίθεση ενάντια και στο σοβιετικό κόσμο. Σε λίγο καιρό, βέβαια, δεν θα υπάρχει ούτε η ΕΣΣΔ ούτε ο ίδιος θα ζει, προς το παρόν όμως κοιτάζει τη λαοθάλασσα με το ονειροπαρμένο βλέμμα του και ξεκινά)

α΄

Πώς είν’ ο κόσμος μια ρωγμή στων ουρανών το φράχτη!
Πώς είν’ τα μάτια δυο φωτιές στ’ απόλυτο κενό!
Τό ξέρω πως τα λόγια μου θα τ’ ανταμώσει η στάχτη,
μα εγώ τραγούδι αγέρωχος για πάντα θ’ αρχινώ
στο δρόμο που διαβαίνανε Προφήτες με τις Μούσες,
στη χώρα που ονειρεύτηκες και με τα λόγια υμνούσες.

Αγγέλοι σ’ όλα τ’ ουρανού διαβαίνανε τα μήκη,
εδώ που τ’ αερόπλοια αφήνουν τις γραμμές.
Το ξέρω: κάθε άνθρωπος στην εποχή του ανήκει,
νιώθω όμως ώρες και στιγμές σαν ένα εκκρεμές
που κρυφαγγίζει απ’ τη μια αυτούς που μείναν πίσω
κι από την άλλη το μετά να πιάσω θα πασχίσω.

Προφήτη μου που μίλησες μονάχος με τη θεότη,
δώσε μου δύναμη και φως τον κόσμο να ξυπνώ,
ν’ ανοίγω χίλια σπιτικά στη δούλεψή σου – κι ό,τι
μάς καταχώνιασε στη γη, ολέθριο και φτηνό,
για τ’ όνομά Σου τ’ Άγιο δώσε πνοή να φτάνω
και να υψώνω μιναρέ στα θρύψαλλά του επάνω.

Προφήτη, εσύ που βάδισες τη νύχτα στη Μεδίνα,
οι τόποι αλλάξαν κι οι καιροί, μα η ψυχή γοργή!
Δώσε κραυγή στα λόγια μου να τρίξουν τα Λονδίνα,
στη Νέα Υόρκη αλαλαγμός να πέσει κι οιμωγή,
στις ψευτοχώρες που ο καιρός σαν φυλαχτό τίς βάνει
– η Ασία σ’ έπλασε, καημέ, η Ασία θα σέ γιάνει.

Όσα σημάδια της στιγμής κι αν φέρουμε στο δέρμα,
σέρνουμε πίσω μας λαούς, Προφήτη για οδηγό.
Ο δρόμος μας στην άβυσσο κι αβέβαιο το τέρμα,
μες στην ανεμοθύελλα κοντεύω να πνιγώ.
Βαδίζω μόνο ξέροντας ποιον κόσμο θα γεννήσω
αφού βαθιά μου Τον Αλλάχ φέρω στεριά και νήσο.

Προφήτη, μεταλλάχθηκες σ’ αυτό που περικλείει
πλέον την γην ολόκληρη του πριν και του μετά.
Ποιος από της ολότητας το παν μάς αποκλείει;
Μάθε του το καθήκον Σου και δείξε το σωστά,
για να σημάνει Κυριακή μες στη βουβή Τετάρτη,
αφού είν’ ο κόσμος μια ρωγμή στων ουρανών το φράχτη…

~.~

β΄

Πόλη γλυκιά, πατρίδα μου και φως μου, Τεχεράνη,
δεκάδες κι αν σε κούρσεψαν, απόμεινες λαμπρή.
Επάνω στα χαλάσματα φυτρώνει ένα γεράνι,
στον ποταμό σου χαίρεται το φως το κολιμπρί,
αιώνιοι αμύντορες φωτός κατά της λύπης –
τέτοια άνοιξη (φαντάσου την!) κι εσύ, καρδιά, να λείπεις.

Έχω καημούς, πατρίδα μου και μες τα χώματά σου
ύαινες βλέπω κι όρνεα που θέλουν το κακό.
Ήρθαν στον κάμπο δέσποινες που βγήκαν να γιορτάσουν
κι από κοντά τους δαίμονες ασίγαστους γρικώ.
Ω, πώς αλλάξαν οι καιροί και στο δρομί που πήρα
σιμώσαν χρόνια αφέγγιστα, σιμώσαν χρόνια στείρα!

Τόπε μου που μέ γέννησες και στη φωτιά μέ φέρνεις,
αξίνα που στην έρημο ζητάς μαύρο χρυσό
σύρε να πεις στους άρχοντες της Βόννης, της Λουκέρνης:
εκείνοι που ηττηθήκανε, γυρίζουν στην Ισσό,
θυσία πάλι προς τη γη να δώσουν το κορμί τους
-έτσι θα σπάσουν Γόρδιους δεσμούς κι αρχαίους μίτους.

Λαμπρή θυσία στον Αλλάχ! Υπάρχει πιο μεγάλη;
Ω, κόσμοι που θ’ ανοίξουνε! Ω, λίμνες με τα ουρί!
Τον μαχητή του αιώνιου τόν προσδοκά η αγκάλη,
ρυάκι Του Θεού η φωνή ενόσω διαλαλεί
αυτόν τον αγγελόκοσμο που μπρος σου ξημερώνει,
γκαζώνοντας το φορτηγό, τραβώντας την περόνη.

Ιστορικοί, φιλόλογοι, διδάσκαλοι, τεχνίτες,
κίνητρο δίνουν στα παιδιά να μείνουν στη ζωή,
αίμα να δώσουν και πνοή να φέξουν οι πλανήτες
και πριν προλάβουνε το φως να δούνε το πρωί
να τους φορέσουν πάνω τους τ’ αγκάθινο στεφάνι
-Μα όλα θα φύγουν, θα χαθούν, ο κόσμος είναι πλάνη!

Εγώ σάς δίνω θάνατο, εγώ σάς δίνω χάος,
εγώ σάς δίνω Τον Αλλάχ μονάχα εκδικητή!
Δεν είν’ ο λόγος μου γλυκός, ολάνθιστος και πράος,
είν’ ένα τέλμα, με το Χάρο πάντα νικητή.
Στενός ο κόσμος γύρω μου, ψηλά τ’ αστέρια πάνω…
Ω, πόσο θέλω να χαθώ! Πώς θέλω να πεθάνω!

~.~

γ΄

Έρχεται, όμως, το πρωί κι ο ήλιος της Περσίας
ανοίγει πόρτες κι ουρανούς μιας νέας εποχής,
σαν να ’χασε ο Απόλλωνας και να νικά ο Μαρσύας
ή άλλη μια θεότητα της Ζωροαστρικής
να βγαίνει κόντρα Στον Αλλάχ και να Τού λέει στα ίσα:
«ό,τι έθαψες σέ κυνηγά κι ας το καλύπτει πίσσα».

Έρχεται, όμως, το πρωί, χρυσάνθεμο μιας πλάσης
που οι χώρες που μάς χώρισαν δεν έχουν θέση πια.
Κυβέρνηση στα λόγια μας μονάχα αντανακλάσεις,
καταλαγιάζουνε μαζί τα όπλα κι η φωτιά,
καθώς το θαύμα της ζωής μπροστά μας ξεπροβάλλει
κι η δόλια μας παλιοζωή φαντάζει πιο μεγάλη.

Δεν είν’ η θέση μου η θηλιά, δεν είναι το φαρμάκι,
είναι να στέκω δίπλα σας και να σάς τραγουδώ,
να βάζω σ’ άγιες μουσικές τραγούδια του κοσμάκη,
να υμνώ στους μιναρέδες μας Το Μέγα Δημιουργό,
λαός μαζί με το λαό, πνοή στους δουλευτές του.
Αν βρεις το Χάρο, τη σοφήν απόφασή μου πες του!

Πλέον ανήκω στο πρωί και τα παιδιά του σκότους
όσο κι αν ψάχνουν στο μηδέν, δεν θα με ματαβρούν,
εκείνοι που ονομάσανε τους τελευταίους πρώτους
– εκείνοι μόνο ευθύνονται που οι μέρες μας αργούν
και στέκει ο κόσμος μια στιγμή ανάμεσα στις άλλες,
ασύνδετη κι ανήμπορη για τις ουράνιες σκάλες.

Πλέον ανήκω στο πρωί ενός καινούριου αγέρα
που από το μέλλον έρχεται και πάει στο παρελθόν.
Όσοι πιστέψαν σ’ είδωλα τούς έληξε η βεγγέρα,
στα σκοτεινά τους σχέδια δηλώσαμε «απών».
Πλέον ανήκω στο πρωί και τό κρατώ για προίκα,
καθώς ξανά τη θέση μου στο μέγα κύκλο βρήκα.

Σ’ όλα τα πέρατα γυρνώ και κράζω την αλήθεια
κι ας μέ κοιτάτε να μιλώ μια γλώσσα, μια φωνή
κι ας αρνηθήκαν –στις χαρές που δίνει η συνήθεια-
τον άγιο κράχτη που μπορεί τα χάη να συγκινεί.
Πλέον ανήκω στο πρωί! Και τη ροή θ’ αλλάξω
κι ηγέτες πλέον και λαούς μπορώ να μεταλλάξω!

~.~

δ΄

Μ.Δ.

Γιατί πιστέψατε στον Μαρξ; Ήταν ένας ακόμα
απ’ όσους ήρθαν και μετά θα φύγουν σωρηδόν.
Όσο κι αν δέσεις με λουριά τον άνθρωπο στο χώμα,
πάντα θα ψάχνει δίοδο των αστρικών οδών.
Χώρα χρυσή, χιλιόχρονη και κάτασπρη Ρωσία
που νόμιζες –βαριόμοιρη!– πως βρήκες το Μεσσία…

Έλα μαζί μας, Μιχαήλ, και φέρε το λαό σου
στο αιώνιο της όασης βασίλειο μπροστά!
Στο δρόμο της απόλυτης αλήθειας φανερώσου
που δε μετρά σχεδιασμούς, μουζίκους, ποσοστά
κι έχει γι’ αρχή και μέτρημα των πάντων την Εγίρα,
όσο οι εσχάτοι των λαών πεθαίνουνε στη γύρα.

Γιατί πιστέψατε στο Μάρξ; Σκορπάτε τη ζωή σας
σε λάθος στόχους και στα πιο τυχαία ιδανικά
κι αν οι καιροί που τύχαμε είναι παιδιά της λύσσας,
βρείτε τουλάχιστον σ’ αυτούς το δρόμο που νικά.
Μονάχος ο καθένας μας τι έχει να κερδίσει;
Έλα στο πλάι μας, μαζί να διώξουμε τη Δύση!

Έλα μαζί μας, Μιχαήλ! Κι είν’ η φωνή μας τόση
που –δεν μπορεί!– τ’ απέραντα θα πέσουν, θα σπαστούν.
Αυτή είν’ η Περεστρόικα που την ψυχή θα σώσει
όσοι αιώνες και κορμιά στο διάβα χρειαστούν!
Δέξου εντός σου Τον Αλλάχ, σαν πνεύμα εμφυσήσου
κι εγώ θα σπεύσω πλάι σου για τη μεταστροφή σου.

Γιατί πιστέψατε στον Μαρξ; Αλίμονο! Τα χρόνια
που ρίχτηκαν μες στ’ άκαρπο πηγάδι δεν γυρνούν,
μονάχες σβήνουν οι καρδιές στης γης την καταφρόνια
αντί στη θέση της καρδιάς να βάλουνε τον νουν,
αντί στου σφυροδρέπανου που κράταγαν τη βάση
ν’ αφήσουνε τον ουρανό Κοράνι να διαβάσει.

Έλα μαζί μας, Μιχαήλ! Και γιόμισε τις στέπες
με πάλλευκο κι ολάνθιστο στο χιόνι μιναρέ!
Όποιος πιστεύει Στον Αλλάχ δε μένει μ’ άδειες τσέπες,
δαίμονα νέων εποχών, νικήθης πονηρέ
και κράζεις μέσα στο χιονιά: «Ανοίξτε, να κατέβω!»
—Γιατί πιστέψατε στο Μαρξ; Γιατί κι εγώ πιστεύω;

~.~

ε΄

Γιατί πιστεύω Στον Αλλάχ ενόσω ο κόσμος φθίνει;
Γιατί είν’ τα μόνα λόγια μου Τζιχάντ και προσευχή;
Μια φλόγα μέσα μου μέ καίει και πια μ’ ορίζει εκείνη
κι ανοίγει ο δρόμος μου μπροστά χωρίς να έχει αρχή,
μοντέρνος ισαπόστολος ανατολής της Μέσης,
ενώ η Δύση στη ζωή κρατιέται απλά μ’ ενέσεις.

Νιώθω αλύτρωτο ένα φως να κυβερνά εντός μου,
να ορίζει τη γραφίδα μου, την κάθε μου λαλιά.
Να ‘ναι σημάδι των θεών ή δαίμονα αποκόσμου;
Μαύρα κοράκια των νεκρών ή της αυγής πουλιά;
Πηγή στην αμμοθύελλα της ζήσης μας την τόση;
Ποιος το ’βαλε στο είναι μου και ποιος θα μέ λυτρώσει;

Και προχωρώ το βίο μου κι αυτό να ζει σιμά μου,
στα βήματα στην έρημο, στις λέξεις που κοσμώ,
σ’ όσες γυναίκες φίλησα, στα γκρίζα πρωινά μου:
αφιέρωσα τα νιάτα μου στον αλυτρωτισμό,
να δίνω ό,τι μ’ έπλασε απλά για μια πατρίδα
που δεν μού υποσχέθηκαν, μα στα όνειρά μου είδα.

Κι η εποχή θα προχωρά –τι άλλο θες να κάμει;–
σε όνειρα που σβήνουνε το επόμενο πρωί.
Αιώνες θα διαδέχονται ομοίους τους, ποτάμι
που πετραδάκια γύρω του διασκορπά η ροή.
Καλότυχος αν ξέρεις πια, προτού την πόρτα κλείσεις,
πως ένα τέτοιο μοναχά είσαι κι εσύ επίσης.

Ζήσε, λοιπόν, και μην αργείς, παιδί της Αραβίας
σ’ εσένα ανήκει τ’ αύριο, σ’ εσένα κι ο καιρός!
Δεν θα σού κλέψουνε αυτοί το φως δια της βίας,
για σε θα φέγγει ο κόσμος σου σαν ήλιος λαμπερός.
Η ακτίνα του στο είναι μας εισβάλλει πυρωμένη
κι η αλύτρωτη πατρίδα μου για πάντα λυτρωμένη.

Μιλιούνια αλύτρωτες ψυχές απ’ της ζωής τη βρύση
περάσαν κι ούτε μια σταλιά δεν πρόλαβαν να πιουν.
Γι’ αυτούς η ρόδα τ’ ουρανού δεν θα ξαναγυρίσει,
για μας όμως είναι μπροστά οι μέρες που θα ‘ρθούν.
Άνοιξε την ψυχή στο φως, τις μαύρες λέξεις σβήσε:
όλα θα φύγουν, θα χαθούν! Μα εσύ, ως τότε, ζήσε!…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Κοινοτικό ήθος και εξατομίκευση

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΡΟΣΔΑΝΗ

Jean Bloch-Michel,
Φροσύνη,
Οκτάνα, 2018

Εξαιρετικά μεταφρασμένη από την Ευγενία Γραμματικοπούλου στην καλαίσθητη έκδοση της νεοσύστατης Οκτάνας, η Φροσύνη (1966) δίνει στον Έλληνα αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο του Jean Bloch-Michel (1912-1987).

Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ο Jean Bloch-Michel υπήρξε στενός φίλος του Αλμπέρ Καμύ του οποίου προλόγισε πολλές εκδόσεις. Διακρίνονται άλλωστε στη Φροσύνη ομοιότητες με το ύφος του Καμύ: η λιτή και κομψή φράση, ο ελεγχόμενος λυρισμός και η αποτύπωση των αισθήσεων του μεσογειακού καλοκαιριού.

~.~

Η πλοκή της νουβέλας είναι εξαιρετικά απλή. Αφού τελείωσε το λύκειο στην πόλη, η Φροσύνη επιστρέφει στο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές. Εκεί, την περιμένει ο πατέρας της Αλέξης, ο οποίος έχει πολύ συγκεκριμένα σχέδια για το μέλλον της. Επιθυμεί εφεξής η κόρη του να παραμείνει στο νησί, για να την έχει συντροφιά στα γεράματα του και να την παντρέψει με έναν άντρα που έχει ο ίδιος επιλέξει. Η Φροσύνη ανατρέπει τα σχέδιά του ανακοινώνοντας την απόφασή της να επιστρέψει στην πόλη για να συνεχίσει τις σπουδές της και να γίνει καθηγήτρια. Ο Jean Bloch-Michel περιγράφει με ενάργεια την ένταση που δημιουργούν οι αντικρουόμενες επιθυμίες των δύο πρωταγωνιστών, εστιάζοντας κυρίως στην ταραχή και την ψυχική αναστάτωση του Αλέξη.

Η Φροσύνη θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας της αν ο συγγραφέας περιοριζόταν στην περιγραφή της μανιχαϊκής σύγκρουσης μεταξύ ενός τυραννικού πατέρα και της επαναστατημένης κόρης του. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Παρόλο που η ανυπακοή της Φροσύνης αποσυντονίζει τον Αλέξη και τον ωθεί –σε μια στιγμή παραφοράς– να κάψει τα βιβλία της (σύμβολα ενός τρόπου ζωής τον οποίο δεν αποδέχεται), οι αντιδράσεις του δεν είναι απόρροια πληγωμένου εγωισμού. H απόφαση της Φροσύνης δεν πλήττει μόνο την πατρική εξουσία αλλά έναν ολόκληρο κόσμο: τον κόσμο του κοινοτικού ήθους που ενσαρκώνει ο Αλέξης. Πίσω από τη σύγκρουση των δύο πρωταγωνιστών, δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται αντιμέτωποι: ο κόσμος του κοινοτικού ήθους και εκείνος της εξατομικευμένης προσωπικότητας[1].

frosyni-9786188393103-1000-1339973

Ο κόσμος του Αλέξη είναι αιώνιος και αμετάβλητος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού που τον έπλασε. Κόσμος κλειστός, στο εσωτερικό του οποίου ο καθένας έχει τη θέση του και νιώθει ασφαλής. Χρέος κάθε γενιάς είναι να συνεχίσει την πορεία της προηγούμενης, χρέος κάθε ανθρώπου να διατηρήσει τα πράγματα ως έχουν: «Να ζεις σημαίνει να ανήκεις σε έναν κόσμο σωστά πλασμένο, όπου δεν χρειάζεται να αναρωτιέται κανείς κάθε πρωί ποια είναι η θέση του ή ποιο το καθήκον που οφείλει να εκπληρώσει στον κόσμο αυτόν». Σ ’έναν τέτοιον κόσμο ο εαυτός (ποιος είμαι, πού πάω, τι μου επιτρέπεται να κάνω;) δίνεται στο άτομο από την κοινότητα και οι εκδηλώσεις της ατομικότητας θεωρούνται σκάνδαλο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αλέξης δέχεται το πρώτο πλήγμα όταν, μουδιασμένος από την ανακοίνωση της απόφασης της Φροσύνης να εγκαταλείψει το νησί, τη ρωτάει ποιος πήρε την απόφαση που τους φέρνει αντιμέτωπους. Η Φροσύνη, από σεβασμό και μόνο, δεν τολμά «να ξεστομίσει τη μοναδική λέξη, που θα μπορούσε να είχε πει: ‘‘εγώ’’». Αυτό το εγώ που αποφασίζει να ακολουθήσει μια πορεία υπαγορευμένη από τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες και όχι επιβεβλημένη από τους άλλους είναι αδιανόητο για τον Αλέξη. Το γεγονός δε ότι η άρνηση του κόσμου του εκφράζεται από μια γυναίκα την καθιστά ακόμα πιο σοκαριστική. Εκεί έγκειται η δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ τους. Παίρνοντας την απόφαση να ζήσει τη ζωή της όπως η ίδια το επιθυμεί, η Φροσύνη μετατρέπεται σε αίνιγμα για τον πατέρα της, γίνεται Άλλη, ξένη. Η αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα αποδίδει εύστοχα αυτή τη μετατροπή: ο Jean Bloch-Michel εκθέτει λεπτομερώς την εσωτερική ζωή του Αλέξη, ενώ για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φροσύνης δεν μαθαίνουμε τίποτα. Μόνο οι εξωτερικές της αντιδράσεις περιγράφονται μέσα από τα μάτια του έκπληκτου πατέρα της, ο οποίος προσπαθεί μάταια να τις αποκρυπτογραφήσει.

Ο Jean Bloch-Michel δεν ορίζει τον τόπο και χρόνο της δράσης, αν και ο αναγνώστης καταλαβαίνει εύκολα ότι αυτή τοποθετείται σε κάποιο ελληνικό νησί κατά τη δεκαετία του ’50 ή του ’60. Ορισμένες απειλητικές για τον κόσμο του Αλέξη ενδείξεις έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Όπως τα καινούργια πλαστικά προϊόντα που αυτός αρνείται να συμπεριλάβει στην πραμάτεια του παντοπωλείου του και τα φερσίματα των νησιωτών που ζουν στην πόλη και έρχονται για τις διακοπές τους στο νησί. Πρόκειται όμως για μικρές ρωγμές στην επιφάνεια του κόσμου του· η καθημερινότητά του δεν διαταράσσεται. Μέχρι τη στιγμή που η στάση της Φροσύνης θα τον κλονίσει, κάνοντας τον να αναρωτηθεί, έστω και στιγμιαία, μήπως η σταθερότητα του κόσμου του δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του αλλά προσωπική του πρόσληψη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αφηγητής δεν παίρνει θέση στη διαμάχη τους. Αφήνει τους δύο πρωταγωνιστές να υπερασπιστούν πεισματικά τις επιλογές τους, εκκινώντας από τα βιώματά τους. Η κοινότητα, παρά τις όποιες αντιθέσεις μεταξύ των μελών της και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, είναι πράγματι ένας ειδυλλιακός μικρόκοσμος που εγγυάται τον αυθεντικό βίο ή, αντίθετα, συντηρεί ανισότητες και καταπνίγει οποιονδήποτε προσπαθεί να ζήσει για τον εαυτό του; Ο καθένας πιστεύει ότι έχει το δίκιο με το μέρος του, και για αυτό και οι δύο τους είναι συγκινητικοί. Η μοναξιά του χήρου και εγκαταλειμμένου από τους γιούς του Αλέξη, οι οποίοι έχουν αποξενωθεί από αυτόν και τον επισκέπτονται αραιά και πού ντυμένοι με κουστούμια «που πάντα μοιάζουν σαν να έχουν ραφτεί για άλλους», και η πεισματική του προσκόλληση στον κόσμο της κοινότητας μάς αγγίζει εξίσου με την επιμονή της Φροσύνης να μην επιτρέψει σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο της τον πατέρα, να αποφασίσει για λογαριασμό της.

jean-bloch-michel

Αν και στη νουβέλα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις δραματικής κατάληξης, ο Jean Bloch-Michel δεν ενδίδει στον πειρασμό της τραγικής έκβασης. Η αντίθεση των δύο πρωταγωνιστών δεν διαρρηγνύει τον χαμηλόφωνο τόνο, η μεταξύ τους ένταση δεν γίνεται ποτέ ανεξέλεγκτη. Ο Μίλαν Κούντερα έχει τονίσει στο δοκιμιακό του έργο τη δυσπιστία του μυθιστορήματος απέναντι στο τραγικό: τις θεατρικές του ρίζες, τη λατρεία του μεγαλείου, την τυφλότητά του απέναντι στην πεζότητα της ζωής[2]. Η Φροσύνη με το μελαγχολικό της κλείσιμο και τις ανθρώπινες διαστάσεις των χαρακτήρων της επιβεβαιώνει την αντίληψή του.

Αναμένοντας και άλλα κείμενα παρόμοιας ποιότητας, δεν μένει, κλείνοντας, παρά να ευχηθούμε στην Οκτάνα καλή συνέχεια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΡΟΣΔΑΝΗΣ


[1] Στηρίζομαι εδώ στην εργασία του Στέλιου Ράμφου, Ο καημός του ενός (Αρμός, Αθήνα 2007), στην οποία ο συγγραφέας πραγματεύεται το πρόβλημα της ελληνικής εξατομίκευσης. Ως εξατομίκευση ορίζεται η μακρά ιστορική διαδικασία η οποία αποκόπτει το άτομο από τα παραδοσιακά συστήματα αναφοράς, όπως η θρησκεία και τα ήθη της κοινότητας, και το στρέφει προς τον εαυτό του. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έλαβε χώρα μόνο στη Δυτική Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η ορθόδοξη θεολογία και ο ισχυρός ομαδισμός του ελληνικού λαού προέβαλαν ισχυρές αντιδράσεις στις εξατομικευτικές τάσεις. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα ο Έλληνας να διατηρεί σε πολλές πλευρές της ζωής του το προ-νεωτερικό ήθος και να αναζητεί την ταυτότητά του στο πλαίσιο της ομάδας (οικογένεια, σόι, κοινότητα, παρέα). Μια από τις επιτυχίες της νουβέλας είναι η (σε επίπεδο βιώματος) περιγραφή του κοινοτικού ήθους.

[2] Μίλαν Κούντερα, Ο Πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, μτφ. Γ. Η. Χάρης, Εστία, Αθήνα, 2005, σ. 148-151.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 1. Θοδωρῆς Ρακόπουλος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

(Φαγιούμ, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2010)

948b96274c66ed8468c35c7d6907f25a.jpg

φαγιούμ

Κάθε τόσο ἀπαντοῦν στὰ ἰντεντικίτ
μὲ φωτογραφικὴ ἀνακρίβεια
ἢ ἔνστολου μνήμη ἀνορθόγραφη
στὶς στροφὲς τῆς λεωφόρου,
αὐτοκινημένοι, ἀκίνητοι.

ἀσάλευτοι
σὰν γιὰ πορτρέτο διαβατηρίου
θολὸ σὲ τράνζιτ κι ὑπὸ βροχήν

κάνουν στάση ὅσο
–σὲ κάποιο ἄλλο ποίημα–
ἡ ἀδράνεια ἀποτυπώνει
τὸ ὁλοκάθαρο φαγιούμ τους

~.~

ἐπιφάνια

Στάθηκε λοιπὸν μπροστά
μὲ τὸ πνευμόνι του διαμπερές
κι ἕνα μπουκάλι χωρὶς πῶμα
ἢ μέσα μήνυμα

μὲ τὴν ἀμηχανία τοῦ ἀκάλεστου
στὸ κατώφλι κυριακάτικα
ὅταν ὅλες οἱ κάβες ἔχουν κλείσει

«ρὲ Πάνο» τοῦ εἶπα, «ἀπὸ τὸ χῶμα ἔρχεσαι καὶ μοῦ μυρίζεις
σὰν ὅταν ἔσκαβες χωράφια· ὁ ἴδιος· κόπιασε».

Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε– οὔτε κἂν φαίνονταν
νὰ ἔχει καταλάβει· μὲ κοίταζε ἀργὰ στὸ στῆθος
σὰν νὰ ψάχνει τοὺς ὑπότιτλους
κι ἔβγαζε ἕνα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας τὴν εὐφυΐα στάλα στάλα ἀπὸ τὸ μέτωπο.

Δὲν ἤτανε στὴ γλώσσα ὁ Πάνος.
Δὲν «τό ‘χε» ποὺ λὲν οἱ γλωσσοπλάστες.
Σὲ μιὰ μαύρη φωτογραφία ἤτανε, χωμένος στὸ παλιό του ροῦχο.

σημ: αὐτὸ τὸ ποίημα βγῆκε μὲ ἀναμμένο τὸ ἀλάρμ
μόλις προσπέρασα ἕναν ποὺ σοῦ ἔμοιαζε ρὲ Πάνο
ἀκίνητος στὸ ἀεράκι τοῦ ἀμπελώνα
μὲ τὸ πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε τὴν ἀριθμητικὴ τῶν πουλιῶν.

~.~

ἀπὸ κουτὶ φοντάν

(σχόλια σὲ φωτογραφία)

Στέκουν τὰ δέντρα ἀνώνυμα στὸ γκρί:
ἁβρά, μὲ ἔνταση ἀναπάντεχης γεωγραφίας,
στὸ ρυάκι ποὺ ἐπαναλαμβάνονταν Πρωτομαγιὲς σειρά
σὲ δρόμο μὲ ἐθνόσημα, πουκάμισα γραμμὴ
ἢ μὲ Τορόντου κλίμακα: τεράστια, μακρινά.

Ἀγνωστοι δρόμοι, πόλεις σὲ αιὠνια ἀπογέματα·
ἡ σκαλωσιὰ μὲ ὁμόηχα ἐπίθετα ποὺ λὲν family tree.
Γελᾶν στ’ ἀρχαῖα ἢ μακεδόνικα – πάντως σπαστά.
Τὸ φῶς ὅριζε ἴδιο τότε ὅπως τώρα, τὰ ἐκθέματα
ποὺ θὰ γινόντουσα ζωές τους. Ἀγέλαστοι, μαζί.

Τὸ λικέρ, γερμένο σὰν φακός, διαλύει τὴν πυκνότητα
ἀπὸ τὰ παραστήματα στὴν ἀναμνηστική:
σοβαροί, φερμένοι στὸ κάδρο τελευταία στιγμή
– στὸ ρέμα, στὴν παρέλαση, στὸν Καναδᾶ.
Ἡ ἀφιέρωση, ἀπὸ πίσω, σὲ ἐπίσημα πολυτονικὰ
καί –θὲς νὰ πεῖς— «μὲ ἀνορθόγραφη κομψότητα».

Τοῦ Θόδωρου: μνήμη

~.~

(Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2014)

563028_350354455017919_163015065_n

Ἡ Τούρνα (μακεδ.), Τουτέστιν Λοῦτσος

Ἡ τούρνα, το μικρὸ σκυλόψαρο τῆς Βεγορίτιδας, μὲ
τὰ ἀνοιχτά της φαιοκόκκινα βράγχια, μὲ κοιτοῦσε,
βλέποντας πρὸς τὴ γραμμὴ τοῦ κενοῦ, στὴ λαϊκὴ
ἀγορὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας Ἀμυνταίου (δίπλα
στὸν καφενὲ τοῦ Τζότζου, ὄχι ἐκεῖνον τὸν καινούριο).

Σὰν ἄπιστος Θωμᾶς –τοῦ Καραβάτζο– ἀκούμπησα
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου τὴ γλαρὴ ἐπιφάνεια στὸ
βράγχιο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ αὐτί: μὲ τὶς χορδὲς τοξωτὰ
ὁλόγυρα. Μπῆκα στὸ βασίλειό του ἀνοίγοντας τὶς
κόκκινες κουρτίνες, εἰσβάλλοντας μὲ τὸ νύχι. Μέσα
ἀπὸ τὶς λάσπες καὶ τὸν ὑποτροφισμό, ὅλα τὰ ψάρια
μιλᾶνε μακεδόνικα – ἀκόμη καὶ οἱ κορίγανοι, ποὺ
φέραν οἱ ἀλιεῖς ὡς γόνους ἀπὸ τὴν Οὐγγαρία. Εἶδα
ὴ γλώσσα του, βαμμένη καφετιά –λασπωμένη–
μέσα στὸ παγωμένο στόμα: ἴδια μὲ τὴ δική μου.

[τὸ ζωικὸ βασίλειο (τοῦ Ἰουλίου Βέρν)]

~.~

Ἕνας μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ κτυπᾶ μὲ διακριτικό-
τητα, καὶ προσοχή, μιὰ πόρτα, στὸ Ναϊρόμπι τῆς
Κένυας ἢ στὸ Πέραμα – σὲ μιὰ λαϊκὴ πολυκατοι-
κία. Ἡ σύντροφός του, πιὸ ἀποφασιστική, ἴδιας ἡλι-
κίας, χρησιμοποιεῖ τὸ ρόπτρο, παρακάμπτοντας τὴν
ἀμηχανία του: καθὼς ἀδράχνει τὸ ἐπίχρυσο χεράκι
γιὰ νὰ ἀκουστεῖ, τοῦ ἀγγίζει ἐλαφρὰ τὴν παλάμη.
Τοῦ χαμογελάει κι ἐκεῖνος κοκκινίζει, μέσα ἀπὸ τὸ
σφιχτό, ζεστὸ γιλέκο του. Ἀκούγονται πολὺ ἀπαλὰ
ἄλλα σταθερὰ βήματα, ποὺ πλησιάζουν, πίσω ἀπὸ
τὴν ἑτοιμόρροπη πόρτα· μᾶλλον ἀπὸ ξυλοπάπουτσα.
Ὁ σύρτης τραβιέται· οἱ χιλιαστὲς χαϊδεύουν ἀσυνεί-
δητα τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ κρατοῦν ὑπὸ μάλης, καί,
γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο, ὁ νεαρὸς σκέπτεται νὰ ρω-
τὴσει τὴ σύντροφό του ποιό εἶναι τὸ ἀγαπημένο της
χωρίο· ἐν τῷ μεταξύ, ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τοῦ δια-
δρόμου, ποὺ ἀνοίγει μπροστά τους στὸ κατώφλι τῆς
πόρτας, ξεπροβάλλει καὶ τοὺς καλεῖ, χωρὶς δεύτερη
κουβέντα, στὸ σπίτι Του, ὁ Ἰησοὺς Χριστός.

[Χιλιαστές]


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ Ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Ηρώ Νικοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

poulia

της ΗΡΩΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Τα πουλιά
 
Τα πουλιά προσπαθούν διαρκώς
χτίζουν και στους πιο άσχημους δρόμους
σε γυμνά στενά αδιέξοδα
στη Φυλής στη Μύρωνος
 
αδιάφορα για την απελπισία μας
τραγουδούν πάνω από χωματερές
πάνω από λίμνες πάνω από τάφους
κανείς δεν ξέρει τι λένε
 
σ’ έρημες σκονισμένες πλατείες
σε στέγες ρημαγμένων καφενείων
χειμώνα καιρό δε λογαριάζουν
πάνε κι έρχονται με τον ήλιο
 
και τα χρώματα στροβιλίζονται
γύρω τους ευκίνητα σκηνικά
μέχρι να βρουν
το ευαίσθητο σημείο σου
 
Κάπου έχεις ακουμπήσει τον εαυτό σου
δεν είσαι εσύ
ευτυχώς δε θυμάσαι
έτσι μπορείς και ακούς καλύτερα
 
Γιατί ποιος είσαι εσύ
που νόμιζες πως για σένα
τραγουδούν τα πουλιά
κι ανατέλλουν τα χρώματα
 
Θα ’σαι πολύ τυχερός
αν κάποτε γίνεις ένα μαζί τους

 

~ . ~

Τα ψαράκια
 
Τα ψαράκια τρέφονται
με τις χαμένες ανάσες μας
δίνουν φωνή σε λυγμούς πνιγμένους
ανοιγοκλείνουν ρυθμικά
το μικρό τους στόμα
ρουφάνε τις κραυγές της νύχτας
 
Γλιστρούν πλάι σε βαριά
φορτηγά και γκαζάδικα
καταπίνουν ασταμάτητα
βρισιές απελπισμένες της βάρδιας
και φωσφορίζουν στα βρώμικα νερά
 
Τραγουδούν μαζί με το κύμα
ύστερα γίνονται αστέρια
γυαλίζουν οι ράχες τους
μας χαιρετούν κοπαδάκια
μικρές χαρούμενες βουτιές
 
Όμως σπάνια
πολύ σπάνια μας κοιτάνε
ξέρουν καλά πως
η εγγύτητα του βλέμματος
στοιχίζει πάντα τη ζωή τους

 

~ . ~

Μύρμηξ
 
Από παιδάκι προσκυνώ
μικρές φωλιές στο χώμα
ταξιδευτές κουβαλητές
εργάτες ήρωες
παράδειγμα του κόσμου
 
Απ’ όλα τ’ αεικίνητα
τα πιο μικρά αγαπώ
εκείνα μαυρούλικα
με πνεύμα ζωοφόρο
που μπαινοβγαίνουνε σ’ αυλές
σε μαγαζιών επιγραφές
σε παραμύθια
 
Σε λάκκους κλεισμένους κι ανοιχτούς
σε νεροχύτες λαμπερούς
σε χωματένιους κήπους
στρατιές ολόκληρες σε φούρνων αποθήκες
μα και σε ρετιρέ της Αττικής
ζητώντας πάντα οι υψιπετείς
αθόρυβη ύπαρξη αθώα
 
Από παιδί σκύβω κοιτώ
φιλώ
κι ακόμα εκεί με βρίσκω

 

~ . ~

Η εκ Φωκαίας Αργυρώ
 
Σάμος 2017
 
Μονάχη σου
πως τόλμησες
τέτοιαν απόφαση
μικρή Μονάχους
την κακιά φύση μας
τα έξυπνα μάτια σου
να παν ν’ αλλάξουν
 
Ποια ήσουν νόμισες
που θα σ’ αφήνανε
δίχως αντίτιμο
πλατιά να λιάζεσαι
εις τας σεζλόνγκ
που αυτοί στα νιάτα τους
δεν σεβαστήκανε
ούτε Κινγκ Κονγκ
 
Ποιας αθωότητας
δίχτυ σε τύλιξε
και σε ξενέρισε
στην αμμουδιά
ποια ορφάνια ζήτουλα
για χάδια σ’ έφερε
στα όμορφα
Σεϊτάνια
 
Υδρόβιοι γείτονες
πάντοτε εσείς
δίνατε χάρη ως και το όνομα
πόλης παράλιας Ιωνικής
 
Κι ήρθες ανήξερη
μικρή αθώα και τρυφερή
στο αβυσσαλέο ανθρώπινο
μίσος να χαϊδευτείς
 
* Το 2017 στη Σάμο σκότωσαν με κυνηγητικό όπλο την μασκότ του νησιού, τη μικρή μεσογειακή φώκια Μονάχους-Μονάχους που την είχαν ονομάσει Αργυρώ.

 

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Γυμνός ορίζοντας

18 (5)
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μυρτώ Χμιελέφσκι
24+7
Θράκα 2018

Νικόλας Μιτζάλης
Χωρίς σπιθαμή
Χαραμάδα 2017

Έτυχε τελευταία να διαβάσω αρκετά από τα βιβλία νεότερων ποιητών και αυτή η, έστω μικρή, εποπτεία παρήγαγε μια σχετική αθυμία για την αναμενόμενη ποιητική φαρέτρα των κοινόχρηστων ποιητικών συμβόλων που κληρονομούν αυτόχρημα οι νεότεροι και μη: σιωπή και λήθη και φεγγάρι και ψυχή, αιμορραγούσα ναρκισσευόμενη ή μεγαλήγορη ευαισθησία. Μια ποίηση που όζει ποιητικότητας. Αρκετή από την ποίηση που γράφεται σήμερα τελείται ερήμην του αποσπασματικού, του κοινότοπου, του μετρίως βιωμένου που συνιστά τη ζωή μας γενικά και ειδικά τη νεοελληνική συνθήκη της αποδομημένης εν κρίσει βεβαιότητας. Εξακολουθεί να θέλει να αρθρώσει μια έσχατη χειρονομία ψυχής, μα αν το χέρι δεν ακουμπά πάνω στα πράγματα εξαερώνεται σε νεφελώδες σύμβολο.

Κι ο αναγνώστης; Τι αντανάκλαση πορίζεται από αυτό; Τι αντοχές, τι προσδοκίες έχει; Ο χαλκέντερος υπομονετικός βιβλιοφάγος είναι μια μειονότητα, ο ευσυνείδητος κουράζεται, ο νέος βιάζεται. Και η περιβόητη ποίηση της κρίσης; Φλέγον άρα επικίνδυνο θέμα, η ταύτιση χρόνου-βιώματος, ως γνωστόν, παράγει συχνά μια θερμή, άνιση αισθηματολογία ή ρητορικότητα. Ένας τρόπος να αποτυπωθεί πειστικά αυτό το βίωμα που είναι ζεστό και ανεπίγνωστα τραυματικό είναι να ειπωθεί χωρίς εμπάθεια, με έναν ασχολίαστο ρεαλισμό που θα αφήσει το πράγμα να εκτεθεί και να διαπιστωθεί οιονεί αδιαμεσολάβητο.

68b1caf6-1c44-4aba-9cec-402a6a13cf2fΜια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το μικρό βιβλίο της Μυρτώς Χμιελέφσκι που, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου της, είναι εικαστικός και αυτό έχει σαφώς καθορίσει και την ποιητική της δουλειά. Θα ονόμαζα το εγχείρημά της «φωτορεαλισμό». Εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η όραση, το φωτογραφικό στιγμιότυπο, η αναφορά σε κινήσεις, χειρονομίες καθημερινών ανθρώπων στον ηλεκτρικό, στο δρόμο, στην κουζίνα, στην αυλή του σχολείου, σε στενάχωρα μικροαστικά τριάρια. Πρωταγωνιστές οι επαίτες του δρόμου, ξένοι μικροπωλητές, μετανάστες, νεόφτωχοι νοικοκυραίοι, ζευγάρια, έφηβοι που δεν γνωρίζουν πώς, μα θέλουν την εξέγερση, άνθρωποι μόνοι ή μαζί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι το υλικό του καθεμέρα, σε «αμοντάριστα» πλάνα, ακινητοποιημένο ένα συμβάν ή την ακολουθία μιας ρουτίνας που μέσα στην επαναληπτικότητά της εκχέει τη λυπημένη ασφυξία της ζωής ή φωτίζει τη χαραμάδα μιας αληθινής επιθυμίας:

ΟΡΙΣΑ

(Οι συγγενείς στην πατρίδα)
φροντίζουν τα παιδιά της καλύτερα κι απ’ τα δικά τους

τα μεγαλόσωμα χέρια της (σαν φτυάρια για το χώμα)
μπορούν να δεχτούν: σκληρή δουλειά
αναμονές και διαδρομές
χλωρίνη και μικροπροσβολές
(δεν μου είπε ποτέ για μεγάλες προσβολές)

(παλιά) έτρωγε κρύο και ξύλο
τώρα τρώει κάθε μέρα χοιρινό με 4 ευρώ το κιλό
(τι ευκαιρία στο μονό τραπέζι!)
ή πολυκαιρισμένες μερίδες φαγητού στα ξένα σπίτια

άκουσε στις 8 παρά (στο σπίτι που καθαρίζει)
την πρώτη πρωινή μιλιά αντρός
και μέσα της ταράχτηκε

Δεν λείπει, βέβαια, το ειρωνικό σχόλιο, αλλά προκύπτει διακριτικό μέσα από την έκθεση της μικρορουτίνας σε μικρά μονόπρακτα του βίου:

Happiness

Πώς σε προσέχει η σύζυγός σου
πόσο σιδερωμένος ο γιακάς σου
πόσο χωρίς φθορά τα πουλόβερ σου
ακριβό το μπουφάν σου
και πώς αποφασίσατε μια καθημερινή απόγευμα
τατουάζ να χτυπήσετε στους ώμους
τα μικρά σας εναλλάξ και καλλιγραφικά
δώρο επετείου και όλο λέξεις ενδιάμεσα
σε άπταιστα αγγλικά να πετάς
κι αν δεν σχολάς πριν τις εννιά γιατί πειράζει
μπορείς να πληρώσεις τέσσερις διανυκτερεύσεις
σε ξενοδοχείο με χιονισμένα έλατα τριγύρω

Η «αμέτοχη» οπτική γωνία και η συγκεκριμένη όραση παράγουν κείμενα- νεκρές φύσεις της ζωής που πορεύεται ασυνάρτητη και αυτοσχέδια, κοιταγμένη με συμπάθεια, καταγεγραμμένη σαν βιαστικό σημείωμα στο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που μαζεύει αυτό το άτακτο υλικό, για να το διασώσει σε μια στοιχειώδη τάξη:

Το συμπαγές στερεό στο οποίο κινείται φτιαγμένο από:
παράπονα μικροπαρεξηγήσεις μεγάλες παρεξηγήσεις
τραπέζια κυριακάτικα πηγαινοερχόμενες κατσαρόλες ταψιά
άνοστα φαγητά σφουγγαρισμένα μωσαϊκά
προβλήματα οικονομικά αβοήθητα παιδιά
και ο χρόνος ενδιάμεσα γλιστράει
θυμώνει βροντά τα χέρια πονηρά
σε τραπέζια που δεν σωριάζονται ακόμη

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι αστοχίες, τα άνευρα σκαριφήματα μιας εντύπωσης που μένουν ακίνητα ποιητικά, καθώς το αμοντάριστο παραμένει, σε αρκετές περιπτώσεις, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Η συλλογή σε κερδίζει ωστόσο. Η καθημερινή αχθοφορία της ύπαρξης εκτεθειμένη στη χαμηλή, κακοφωτισμένη, ενίοτε, σκηνή μπορεί να λειτουργήσει πιο ποιητικά, αφημένη, χωρίς «συγκινημένη» διαμεσολάβηση, ως τέτοια που είναι, αφοπλιστική στην ατέλειά της.

~.~

19225920_1123912657713210_2532041067951421803_nΜια δεύτερη εκδοχή της «ποίησης της κρίσης» εκπροσωπεί το «Χωρίς σπιθαμή» του Νικόλα Μιτζάλη. Το βιβλίο είναι μια δήλωση ανυπακοής, γι’ αυτό και μετέρχεται μια αντιρρητική ρητορική που υπερασπίζεται ό,τι κινείται στην περιφέρεια ή στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού. Ταυτίζεται με ό,τι αμήχανα ονομάζουμε κοινωνικά αποκλίνον: ανήλικοι παραβατικοί, έγκλειστοι των φυλακών, μπαχαλάκηδες κουκουλοφόροι, νομάδες του χρόνου, παρίες, αυτόχειρες στρατιώτες στη σκοπιά, εξαρτημένοι οροθετικοί, εξεγερμένοι. Εν ολίγοις, όσοι στριμώχνονται στις υποσημειώσεις του «Δημοκρατικού παράδοξου», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα:

[…]
Αμόλευτα πεντάφτωχοι
πρεζάκηδες κακοποιοί πόρνες και αλκοολικοί
ανθρώπινα απορρίμματα μαζεμένα
στου δημοκρατικού παραδόξου την χωματερή

ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κοίταξα μέσα απ’ το τζάμι
να δω πως είναι τα όνειρα
και τα είδα στριμωγμένα πίσω από καρτελάκια τιμών
να προσπαθούν να χωρέσουν σε κάρτες πιστωτικές
και σε συναλλαγές
δεμένα με κορδελίτσες παρδαλές και ανάγκες
πλασματικές
ψιθύρων κραυγές
έσκυψα, σήκωσα μια πέτρα και έσπασα τη βιτρίνα.

Βρήκα το βιβλίο ως ένα πειστικό, σε αρκετά σημεία, εγχείρημα να εκφραστεί εκείνη η πλευρά της εμπειρίας του αποκλεισμού που βιώνει μια ομάδα ανθρώπων, όπως οι άνεργοι νέοι που αγναντεύουν τον ορίζοντα αποβιομηχανοποιημένων πόλεων, στο ποίημα –σχόλιο στους «Βιτελόνι» του Φελίνι:

ΒΙΤΕΛΛΟΝΙ

Ο άγγελος κι ο δαίμονας βολτάρουν μαζί
σε κάποια φθινοπωρινή προκυμαία της επαρχίας.
Καπνίζουν, κοροϊδεύουν, φλερτάρουν
κι όλο λένε να φύγουν.
Πάντα όμως μένουν εδώ.
Αυτός που φεύγει άλλωστε στ’ αλήθεια
είναι κείνος που δε μιλά ποτέ για φευγιό
Σαν τον Μοράλντο.
Τι είμαστε αν όχι χαραμοφάηδες σε μια ασπρόμαυρη πόλη
βαρίδια της και παράσιτά της και ονειροπόλοι της συνάμα.
Απατεωνίσκοι που τη βολεύουν με δανεικά
που όλο ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
αγκαλιά μ’ έναν άγγελο κι ένα δαίμονα
μένοντας πάντα στο ίδιο μέρος
παράδεισος και κόλαση μαζί

Και πέρα από αυτό, ο συγγραφέας ζητά να διαδηλώσει την εξέγερση ως στάση ζωής ή ως επικείμενη έλευση – λύση. Μια τέτοια στρατευμένη θέση αναπόφευκτα υιοθετεί τη θερμή, κάποτε στεντόρεια ρητορική της καταγγελίας, που συχνά εκτρέπει την ποιητική γλώσσα σε προφανείς πεζολογίες, ρομαντικές μεγαλοστομίες, μανιχαϊστικές διχοτομίες, αποκηρύξεις, ουτοπική επαναστατικότητα. Το ποιητικό αποτέλεσμα σε αυτά τα σημεία μέτριο:

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Θα ’ρθει μια μέρα που θ’ ανοίξω την πόρτα.
Διάπλατα.
Και θα βγω έξω.
Στο δρόμο.
Για να βρεθώ μέσα στα πράγματα.
Κοντά στο δικό τους καρδιοχτύπι.
Θ’ αφήσω τις ώρες μου συντροφιά με τη μοναξιά μου
για να συναντήσω τις κίτρινες σκιές
στην Πλατεία, στα χαμόσπιτα στο Κερατσίνι,
στα ημιυπόγεια των Αμπελοκήπων,
στις άθλιες γκαρσονιέρες του Πειραιά.
Θα βρω το Νικόλα να μετράει τα ψιλά
και την Κατερίνα με τα κιτρινισμένα δάχτυλα
Με βαρύ και αέρινο φορτίο θ’ ακολουθήσουμε
την κοινή οδό
προς το απίθανο.
Προς το απροσδιόριστο.
Ανοιχτή προς τον καθένα, ακολουθούμενη από
ελάχιστους.
Αμίλητοι θα περάσουμε την Στουρνάρα να πάρουμε
τον Μιχάλη
και λίγο πιο πέρα τον Αλέξη.
Θα κατέβουμε την Πατησίων εν μέσω αδιαφορίας και
εχθρότητας
Και θα πληθύνουμε
Εν μέσω επιτήδευσης, λήθης και άγνοιας
[…]
Και θα μπούμε βάζοντας φωτιά,
ψηλή όσο το δέντρο των άλλων στο Σύνταγμα,
φωτιά ανασυνθέτοντας την ύλη
μένοντας να καούμε μαζί της
Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε
Γιατί έφτασε ο καιρός να επαληθευτούμε
Γιατί ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Σε τι έγκειται επομένως το ενδιαφέρον του; Κατ’ εμέ, στο από μέσα κοιταγμένο και ένσαρκα βιωμένο πανόραμα των αποκλεισμένων και στο εξωστρεφές βλέμμα που εικονογραφεί με ευκρίνεια μανιφέστου αυτόν τον κόσμο. Αυτή η ευκρίνεια συνηγορεί υπέρ της ειλικρίνειας του συγγραφικού αιτήματος να βρεθεί ή να εκβιαστεί «μια πέραν του νόμου δικαιοσύνη», για να δανειστώ μια φράση το Σάββα Μιχαήλ. Αίτημα που αποτυπώνεται ακόμα και στους τίτλους των ποιημάτων: «Το χρώμα της φωτιάς», «Η ένοπλη χαρά», «Κατάδικοι», «Η κραυγή μας», «Αντίσταση», «Φάμπρικες», «Παλαιστίνη», «Φυλακές ανηλίκων»:

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

Ο χτύπος της μιας χάντρας με την άλλη
είναι η απόσταση του τοίχου
από τη σιδερόπορτα
εκείνη που συνήθισε το βλέμμα
χωρίς ουρανό, χωρίς ορίζοντα
απ’ το βαλς του Χατζιδάκι
κι ένα κουρέλι για πανί που ποτέ δεν φουσκώνει
ο χτύπος που μετρά το χρόνο
πάντα αντίστροφα
εκείνων που περιμένουν
με σφιγμένα δόντια

Πού συναντιούνται αυτές οι δυο φωνές και πώς δικαιολογείται η συμπαράθεσή τους; Και τα δυο βιβλία αγγίζουν έναν κόσμο που δεν ζητά την ποίησή του εκφωνημένη από άμβωνος ή χωνεμένη στη βαθιά σπηλιά του ηγεμονικού ποιητικού εγώ. Συνιστούν δυο αξιοπρόσεκτες απόπειρες να εγγραφεί αισθητικά η επείγουσα εκκρεμότητα ενός κόσμου, μέσα και γύρω μας, που ανισορροπεί μες στο παρόν της κρίσης και ψάχνει όχι την ελεγεία του, μα τη μαρτυρία του, προσφερόμενη με μια απερίφραστη ορατότητα. Πιστεύω ότι και τα δυο βιβλία προσφέρουν αυτό τον γυμνό ορίζοντα που δεν διαθλά, σε μια έγκλειστη αυτοανάλυση, αλλά εκθέτει, εν είδει αυτόπτη, αυτό που τώρα συμβαίνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

«Ex ungue leonem»

Anthologia

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ανθολογία Κωστή Παλαμά
ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου
Κέδρος, 2018

Όπως έχει επισημανθεί από συστηματικούς μελετητές του παλαμικού έργου, τις τελευταίες δεκαετίες η ποίηση του Κωστή Παλαμά εξακολουθεί να απασχολεί κατά μείζονα λόγο μια ευάριθμη ομάδα νεοελληνιστών που δραστηριοποιούνται κυρίως στους κόλπους της πανεπιστημιακής κοινότητας. Πέραν αυτής, η αναστροφή των συγχρόνων Ελλήνων λογοτεχνών και δη των ποιητών με το σύνολο ή έστω με όψεις της παλαμικής τεχνουργίας, όπως τουλάχιστον αυτή διαπιστώνεται είτε σε έργα αμιγώς ποιητικά είτε σε κριτικά άρθρα και κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα, είναι εξαιρετικά περιορισμένη και όπου τυχόν ανιχνεύεται πρόκειται για λιγοστές, σποραδικές και μεμονωμένες περιπτώσεις.[i]

Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί βέβαια την αξία και τη γονιμότητα που ενδέχεται να έχουν αυτοί οι κατά μόνας διάλογοι αλλά και δεν είναι δυνατόν να μεταβάλει σε βαθμό αξιοσημείωτο την εικόνα του ευρύτερου ποιητικού τοπίου, ενός τοπίου από το οποίο ο Παλαμάς απουσιάζει εκκωφαντικά και επί μακρόν. Εξάλλου, παρότι διακρίνονται κυρίαρχες ερμηνευτικές τάσεις, η στάση των συγχρόνων λογοτεχνών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν, έστω και εντελώς συγκυριακά, ή εξακολουθούν να ασχολούνται με το ποιητικό έργο του Παλαμά δεν είναι ενιαία. Ορισμένοι διάκεινται θετικά απέναντί του, αρκετοί μάλλον αρνητικά και άλλοι απλώς στέκουν αμήχανοι μπροστά του.[ii] Οι περισσότεροι πάντως, είτε γέρνουν προς την πλευρά της αποδοχής είτε προς την πλευρά της απόρριψης, προκρίνουν, ως γνωστόν, τον λυρικό, καταπώς λέγεται, Παλαμά, δηλαδή τον ποιητή του ήσσονος τόνου, απορρίπτοντας λιγότερο ή περισσότερο κατηγορηματικά τον δημιουργό των μακρόστιχων και μεγαλόπνοων συνθετικών έργων.

Η απουσία διαλόγου ευρείας κλίμακας με την παλαμική ποίηση, φαινόμενο που είχε ήδη επισημάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,[iii] είναι προφανής και έχει επαρκώς τεκμηριωθεί.[iv] Η πλειονότητα των Ελλήνων ποιητών της σήμερον μένει ξένη τόσο προς τον ποιητή όσο και προς τον κριτικό Παλαμά. Κατά πόδας ακολουθεί και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, στον βαθμό που νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για κοινό και μάλιστα ευρύ όσον αφορά την ποίηση και δη την ελληνική. Δεν είναι απλώς ο Παλαμάς που δεν διαβάζεται σήμερα από το σχεδόν μυθώδες εκείνο πλάσμα που αποκαλούμε «μέσο αναγνώστη» αλλά η ποίηση γενικώς.

Kostis Palamas

Όσο κι αν η φορά των πραγμάτων είναι τέτοια που θα χρειαστούν γενεές επί γενεών συνειδητών και –το κυριότερο– συντονισμένων προσπαθειών για την αντιστροφή του κρατούντος κλίματος και την επαναφορά της ποιητικής τέχνης στην προτέρα της αίγλη, δηλαδή στην εκ νέου εδραίωση μιας σχέσης ζωντανής με ένα ευρύ και ακμαίο κοινό πέρα από τα περίκλειστα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της λογοτεχνικής συντεχνίας, είναι βέβαιο ότι δυο τρία πράγματα μπορούν και επιβάλλεται να ξεκινήσουν από σήμερα κιόλας.

Νομίζω πως οι βασικοί πυλώνες ενός τέτοιου μεγαλεπήβολου εγχειρήματος δεν μπορεί παρά να είναι οι εξής δύο. Ισχυρός κριτικός λόγος από τη μια, δηλαδή λόγος εμπεριστατωμένος και εμπνευσμένος εν ταυτώ, που σημαίνει λόγος άξιος τόσο να διδάξει όσο και να εμπνεύσει, και συγκρότηση νέων ανθολογιών από την άλλη. Ανθολογιών όπου θα επιχειρείται η χαρτογράφηση του αχανούς σύγχρονου ποιητικού τοπίου όχι βάσει κριτηρίων εξωλογοτεχνικών όπως κατά κόρον συμβαίνει σήμερα αλλά βάσει κριτηρίων ακραιφνώς αισθητικών που θα ελέγχουν και συνάμα θα γονιμοποιούν τον ούτως ή άλλως αναπόφευκτο και εν πολλοίς καλοδεχούμενο υποκειμενισμό των εκάστοτε ανθολόγων. Αυτά είναι ζητήματα δύσκολα, που δεν λύνονται από τη μια μέρα στην άλλη και προϋποθέτουν όχι μόνο χρόνο και κόπο πολύ αλλά και τη συνεργασία –αν όχι και τη συστράτευση– ικανού αριθμού σοβαρών μελετητών και κριτικών.

Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι αντίστοιχο πρέπει να επιχειρηθεί και όσον αφορά την ειδική περίπτωση του Παλαμά που εδώ μας απασχολεί. Ισχυρή κριτική –και μάλιστα συνθετικής υφής– από τη μια και γενναία ανθολόγηση από την άλλη, πνευματικές ενέργειες κατ’ ουσίαν ομόλογες και συμπληρωματικές. Μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να επανατεθούν οι βάσεις που σιγά σιγά θα προλειάνουν το έδαφος για την εκ νέου γνωριμία με την παλαμική ποίηση. Διότι τόσο η κριτική όσο και η ανθολόγηση, με αυτά που επιλέγουν να φωτίσουν και να προτείνουν, επιχειρηματολογώντας και συγκρίνοντας η μια και επαναφέροντας τα πρωτότυπα κείμενα στον αναγνωστικό μας ορίζοντα η άλλη, έχουν χαρακτήρα πρωτίστως παιδευτικό και η τέτοια αισθητική προπαιδεία είναι απαραίτητη –και σήμερα και πάντα– για μια υγιή και γόνιμη αναστροφή με την ποίηση. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η υπέρτατη προσφορά της κριτικής στην υπόθεση της τέχνης και της σκέψης δεν είναι τελικά η ανάδειξη ετούτου ή εκείνου του έργου, αλλά η δημιουργία και στην προκειμένη περίπτωση η αναδημιουργία του μεγάλου απόντος των ημερών μας – του κοινού.

Μόλις τώρα κάναμε λόγο για κριτική συνθετική και ανθολόγηση γενναία. Αναγκαίες είναι λοιπόν κάποιες ελάχιστες διασαφήσεις. Η σημασία των ειδικών μελετών γύρω από το παλαμικό έργο που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία έτη ασφαλώς ούτε πρέπει ούτε μπορεί να υποτιμηθεί. Ουδείς επιτρέπεται να παραγνωρίσει την προσφορά τους, καθώς αρκετές από τις ειδικές αυτές μελέτες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βοηθήματα για εκείνον που θα τολμούσε να αναλάβει το μείζον συνθετικό έργο που θα έστηνε ενώπιον της εποχής μας τον Παλαμά – πλήρη και διαρκή. Σήμερα, το μεγάλο αυτό συνθετικό έργο που κρίνουμε αναγκαίο για την ουσιαστική δεξίωση της παλαμικής ποίησης και ακολούθως την αποκατάσταση του ποιητή στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να αποτελεί συνδυασμό και των δύο – αφενός να στηρίζεται γερά στη σύγχρονη φιλολογική έρευνα αξιοποιώντας τα πορίσματά της και αφετέρου να την υπερβαίνει.

«Γενναία» καλώ την ανθολόγηση εκείνη που τολμά να σταχυολογεί όχι μόνον τα ποιήματα που είναι πιθανότερο να αποκρίνονται στην τρέχουσα ποιητική ευαισθησία, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα από τη λιγότερο ή περισσότερο ευδόκιμη θητεία απάντων των γραφόντων στον μοντερνισμό, ελληνικό και ξένο, καθώς και στο μεταμοντέρνο, αλλά και τα ποιήματα εκείνα που ως εκ της ουσίας τους μπορούν να θέσουν υπό διερώτηση μακροχρόνιες αναγνωστικές έξεις και να αμφισβητήσουν ή ακόμη και να κλονίσουν από καιρό εμπεδωμένες αισθητικές αντιλήψεις.

Το συνθετικό έργο πάνω στον Παλαμά επί του παρόντος εκκρεμεί αλλά το ζήτημα της εκ νέου ανθολόγησής του βρίσκει, χάρη στο πρόσφατο πόνημα του Κώστα Χατζηαντωνίου, μια καθ’ όλα άρτια απάντηση. Με την ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου η δεύτερη αυτή ανάγκη καλύπτεται ανέλπιστα και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που μας επιτρέπεται να κάνουμε λόγο για ανθολογικό και κριτικό επίτευγμα. Στη συνέχεια του κειμένου μας θα προσπαθήσουμε να δείξουμε το γιατί.

 ~ . ~

Αν δεν λαθεύω, επί του παρόντος βρίσκονται σε κυκλοφορία τουλάχιστον επτά αυτοτελείς ανθολογίες της παλαμικής ποίησης. Από αυτές εκείνες που προσφάτως συζητήθηκαν περισσότερο είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) η μακρόβια ανθολογία των Κατσίμπαλη και Καραντώνη, η οποία χάρη στο εύρος και την προσπάθεια που καταβλήθηκε από τους ανθολόγους για συμπερίληψη του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ποιημάτων κάθε θεματικής και τεχνοτροπίας «έφτασε να υποκαταστήσει περίπου τα παλαμικά άπαντα», κατά την εύστοχη παρατήρηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη·[v] (β) η επίσης εκτενής ανθολογία του καθηγητή Κ. Γ. Κασίνη με πλουσιότατο φιλολογικό υπομνηματισμό[vi] και (γ) η  βραχύτερη ανθολογία του ποιητή Ηλία Λάγιου.[vii]

Ορθώς πάλι επισημαίνει ο Κ. Κουτσουρέλης ότι τη μεν ανθολογία του Κ. Γ. Κασίνη «η φιλολογική τεκμηρίωση, οι πίνακες και ο υπομνηματισμός που τη συνοδεύουν την καθιστούν ιδανική για τις ανάγκες της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής χρήσης και δευτερευόντως για το γενικότερο ακροατήριο»,[viii] τη δε ανθολογία του Λάγιου χαρακτηρίζει μια μερικότητα, καθώς «προσπερνά τον ραψωδό των μεγάλων φαντασμαγορικών επών»[ix] για να επικεντρωθεί στον παθητικό δημιουργό της «Φοινικιάς» και των βραχύτερων λυρικών συνθέσεων που κατά την κρίση του ανθολόγου μπορούν να συγκινήσουν τον σημερινό αναγνώστη. Δεδομένου ότι ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης σήμερα τις περισσότερες φορές στιχουργεί και ο ίδιος, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η ανθολογία του Λάγιου προτάσσει όχι τον Παλαμά στην πλήρη του έκπτυξη αλλά τον Παλαμά εκείνον που είναι πιθανότερο να αναδεχθούν οι σύγχρονοι ποιητές, όπως υπογραμμίζει και ο Κ. Κουτσουρέλης.

Σε αυτή τη γραμμή, ήδη από το 1993, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Παλαμά, δημοσιεύθηκαν μελετήματα συγχρόνων ποιητών πάνω σε θέματα που συνδέονται με συγκεκριμένες διαστάσεις της παλαμικής ποίησης. Τον «ελάσσονα» Παλαμά προκρίνει σαφώς ο ποιητής Διονύσης Καψάλης.[x] Τις αυτές περίπου απόψεις δείχνουν να συμμερίζονται οι Νάσος Βαγενάς, Μιχάλης Γκανάς, Ευγένιος Αρανίτσης και άλλοι, θεωρώντας σταθερά την περίφημη «Φοινικιά» ως την κορωνίδα και συνάμα ως την ύπατη πηγή του παλαμικού λυρισμού.[xi] Υπ’ αυτή την έννοια, η ανθολογία Λάγιου αποτελεί κατά τεκμήριο την εφαρμογή των εν λόγω αισθητικών απόψεων επί του παλαμικού σώματος.

Όμως οι επιμερισμοί και οι αναγωγισμοί αυτού του είδους, ιδίως όταν εφαρμόζονται σχεδόν στανικά σε ένα ποιητικό σώμα που διακρίνεται για την πολυμορφία και την πολυτροπία του όπως το παλαμικό και ως εκ τούτου αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε μονόπλευρη προσέγγιση, εγείρουν σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα. Επιπλέον έχω την αίσθηση ότι τελικώς περισσότερα προβλήματα προξενούν παρά επιλύουν. Σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η ανθολογία δεν συνιστά τον τόπο που μας επιτρέπει να εποπτεύσουμε κάτι από το όλον αλλά ένα διαθλαστικό γυαλί που έως ένα βαθμό παραμορφώνει και κατά συνέπεια ενδέχεται μέχρι και να παραπλανά τον ανυποψίαστο αναγνώστη ως προς την ουσία του ανθολογημένου έργου. Ο Παλαμάς μεσολαβημένος από τον Λάγιο είναι μια εκδοχή του λυρικού που θα μπορούσε να είναι ο ποιητής του Δωδεκάλογου, αν δεν ήταν αυτό ακριβώς που υπήρξε – ο Παλαμάς, δηλαδή ένα δημιουργικό υποκείμενο απείρως ευρύτερο από αυτό που δείχνει έτοιμη να δεξιωθεί η τρέχουσα ποιητική ευαισθησία. Η ανθολογία Λάγιου είναι ένας αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά λυρικός Παλαμάς, ένας «Παλαμάς σε σμίκρυνση» και μάλιστα μη αναλογική. Το παλαμικό έργο ωστόσο είναι γέννημα ενός πολυσθενούς δημιουργικού πνεύματος, ενός πνεύματος που περιέχει –και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό– όχι μία και δύο αλλά δέκα, είκοσι, τριάντα, εκατό ισόκυρες ποιητικές φωνές. Πράγμα που έως ένα βαθμό άλλωστε εξηγεί και την εκπληκτική γονιμότητά του.

Τηρουμένων των αναλογιών, το παλαμικό σύμπαν –διότι περί σύμπαντος πρόκειται– όπως και το φυσικό, έχει το κέντρο του παντού. Με άλλα λόγια, κάθε σημείο μέσα στο χωροχρονικό του συνεχές μπορεί να ιδωθεί ως κέντρο. Τίποτα επομένως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια και βιαστικά, τίποτα δεν πρέπει να αφήνεται αβασάνιστα στην τύχη του. Και ασφαλώς τίποτα δεν μπορεί να αποκοπεί –και μάλιστα βιαίως– χωρίς να φτωχύνει και κυρίως χωρίς να αλλοιωθεί σε βαθμό ανεπανόρθωτο η εντύπωση που θα αποκομίσουμε για το οργανικά ανεπτυγμένο σύνολο. Κάθε επιμέρους πτυχή του πρέπει συνεπώς να εξετάζεται διττά:  αυτοτελώς αλλά και υπό την προοπτική του όλου.

Καίρια διατύπωσε το μείζον ζήτημα που ανακύπτει από τις τέτοιες προσεγγίσεις του παλαμικού έργου, ίσως υπέρ το δέον βασισμένες σε υποκειμενικές αρέσκειες και απαρέσκειες, ο Ευριπίδης Γαραντούδης. Σε μελέτημά του σημειώνει σχετικά: «Αν δεχτούμε, όπως πιστεύω, ότι τα στοιχεία του παμποιητισμού και του πανιδεατισμού του Παλαμά, με άλλα λόγια τα βασικά και ειδοποιά στοιχεία της ποιητικής του, είναι σύμφυτα και στα λυρικά ποιήματά του, αυτό σημαίνει ότι σήμερα διαβάζουμε, ανθολογούμε και αποτιμούμε τον Παλαμά ως ποιητή διαφορετικό από αυτό που ουσιαστικά ήταν και είναι. Με άλλα λόγια, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στον ελάσσονα παλαμικό λυρισμό και στον πυρήνα του, τη “Φοινικιά”, εμμέσως επιλέγουμε να διαβάζουμε τον Παλαμά ως καθαρά λυρικό, με άλλα λόγια ως νοσταλγικό, εσωστρεφή, θρηνητικό και πεσιμιστή ποιητή, παραβλέποντας ή και αφαιρώντας έτσι τα γνωρίσματα του θριαμβικού, του ραψωδικού και του “μεγάλου” ποιητή, γνωρίσματα που –το επαναλαμβάνω– διαχέονται σε ολόκληρο το ποιητικό έργο του και ενυπάρχουν οργανικά και στα λυρικά ποιήματά του».[xii]

Το ότι σημερινή ποίηση αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά στο έδαφος ενός χαμηλότονου λυρισμού, αντλώντας τα θέματά της από περιστατικά του ιδιωτικού κυρίως βίου, ενόσω σε απόλυτη συστοιχία μεγάλο μέρος της σύγχρονης τεχνοκριτικής επιμένει να την ταυτίζει ανυπερθέτως με τη χαμηλή φωνή λέει, νομίζω, πολύ περισσότερα για τον χαρακτήρα της εποχής μας παρά για το ήθος και την ουσία της υψιπετούς ποίησης αυτής καθ’ αυτήν. Ο ευρύτατα διαδεδομένος σκεπτικισμός και η συνακόλουθη σχετικοκρατία καλλιεργούν την καχυποψία έναντι κάθε διατύπωσης που εκφράζει ρητά ή και υπόρρητα μιαν εδραία πίστη. Η ριζική πάλι αμφιβολία για την ίδια την αξία και τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου να αρθρώσει κάτι το ουσιαστικό τόσο για την ανθρώπινη συνθήκη διαχρονικά όσο και για τον νέον ανθρωπολογικό τύπο που κυοφορούν οι καιροί μας δύσκολα εναρμονίζεται με ένα ποιητικό λόγο που δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του και αξιώνει να διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο στη δημόσια συζήτηση. Όταν η σχετικοκρατία αποκρυσταλλώνεται σε ιδεολογικό ή αισθητικό δόγμα φτάνει μέχρι την άρνηση κάθε ποιητικότητας σε οποιονδήποτε λόγο δεν συμμορφώνεται με τις επιταγές της. Ο δυναμισμός ταυτίζεται άκριτα με τον στόμφο και η αυτοπεποίθηση με την αφέλεια. Κάθε μεγάλη ποιητική πράξη εξισώνεται με τον θεατρινισμό και η μακρά πνοή με την απεραντολογία. Κάτι τέτοιο συνέβη εν ολίγοις και με τα επικολυρικά έργα του Παλαμά κατά τις πρόσφατες δεκαετίες.

Την αντίληψη αυτή έρχεται να ανασκευάσει αποφασιστικά και κυρίως εμπράκτως, μαζί με δυο τρεις άλλες –σποραδικές ακόμη– κριτικές γραφίδες, και η σύγχρονη ανθολόγηση του παλαμικού έργου από τον Κ. Χατζηαντωνίου.

~ . ~

Τι νέο κομίζει λοιπόν στην παλαμική –και όχι μόνον– υπόθεση η καινούργια ανθολογία που μόλις κυκλοφόρησε; Πολλά και καλά είναι η άμεση απάντηση και μάλιστα για πολλούς, γεγονός που υπό τις παρούσες συνθήκες κρίνεται εξίσου σημαντικό. Τους πολλούς πρέπει να ξανακερδίσει η ποίηση, αν στα χρόνια που έρχονται φιλοδοξεί να αναβιώσει ως τέχνη ζωτική και όχι απλώς να επιβιώσει ως ενασχόληση του περιθωρίου. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διά της γοητείας και της εμβρίθειας. Κάθε βιβλίο ποιητικό, όπως το υπό συζήτηση, που συναιρεί τα δύο αυτά στοιχεία βάζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο λίθο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η νέα παλαμική ανθολογία δεν απευθύνεται στους επαΐοντες, στους ειδικού ενδιαφέροντος αναγνώστες, ακαδημαϊκούς ή ποιητές και λογοτέχνες. Στοχεύει πρωτίστως στην εξοικείωση ενός ευρύτερου αλλά απαιτητικού κοινού με μια απολύτως κορυφαία πνευματική φυσιογνωμία των γραμμάτων μας που εντούτοις παραμένει ακόμα και σήμερα –και μάλλον περισσότερο σήμερα– «ο μεγάλος άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων» κατά τη γνωστή φράση του Αιμίλιου Χουρμούζιου.[xiii]

Η ανθολογία Χατζηαντωνίου βρίσκεται, θα έλεγε κανείς, στο τρίστρατο όπου συναντώνται οι τρεις μνημονευθείσες ανθολογίες, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τη χρυσή τομή τους. Όμως –και αυτό πρέπει να τονιστεί– η τομή ετούτη δεν είναι το αναιμικό προϊόν συμβιβασμών και της τήρησης ίσων αποστάσεων αλλά το ακριβώς αντίθετο: το αιματώδες και άκρως κρίσιμο σημείο μιας έμφρονος τόλμης, γεμάτης γνώση και ευθυκρισία. Πρόκειται για το απότοκο μιας ματιάς οπωσδήποτε προσωπικής αλλά όχι αυθαίρετης, που πατά τόσο στη βαθιά γνώση του ανθολογούμενου έργου όσο και στην βέβαιη επίγνωση της τρέχουσας πνευματικής ατμόσφαιρας εντός της οποίας έρχεται να το προτείνει.

Συμπαγέστερη από την ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη και πληρέστερη από την ανθολογία Λάγιου, χωρίς να υποκύπτει στον πειρασμό της ανάδειξης δύο τριών λαμπερών στίχων από πληθώρα ποιημάτων όπως η ανθολογία Κασίνη, η ανθολογία Χατζηαντωνίου συνδυάζει επιτυχώς τα κριτήρια της αντιπροσωπευτικότητας και της ποιότητας,[xiv] χωρίς να χάνει στιγμή από τα μάτια της το σχεδόν δυσανεκτικό έναντι της παλαμικής ποίησης αναγνωστικό παρόν. Πρόκειται δηλαδή για μια εργασία πλήρως συγχρονισμένη με την τρέχουσα αναγνωστική πραγματικότητα.

Ο ανθολόγος ξέρει καλά ότι σήμερα, για πολλούς και διαφόρους λόγους, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν ούτε μισό στίχο του Παλαμά. Ότι και από αυτούς που κάπως τον έχουν διαβάσει οι περισσότεροι τον θεωρούν λογοτέχνη μουσειακό, γερασμένη μορφή ενός καιρού αλλοτινού που τίποτα δεν έχει να πει στον δικό μας. Ξέρει επίσης ότι η εποχή δουλεύει ποιητικά σε άλλο ύφος και κυρίως με άλλο ήθος. «Άλλες είναι οι διαστάσεις της ποιητικής ψυχής στις μέρες μας»,[xv] ειδοποιεί στην περιεκτική αλλά γλαφυρή του γλώσσα. Γνωρίζει ακόμα πόσο αρνητική είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για κάθε έργο πολύστιχο και πόσο πολύ ξενίζει ποιητές και αναγνώστες ο υψηλός τόνος.

Έτσι λοιπόν, προκειμένου να παράσχει μια ανθολογία που θα μπορέσει κατ’ αρχάς να κινήσει το ενδιαφέρον, δυνάμενη να λειτουργήσει ως πόλος έλξης για το έργο του Παλαμά, ο Κ. Χατζηαντωνίου περιστέλλει αποφασιστικά τον όγκο της. Ανθολογεί 163 ποιήματα και αυτοτελή ποιητικά αποσπάσματα έναντι των 210 της ανθολογίας Κατσίμπαλη-Καραντώνη και των άνω των 500 της ανθολογίας Κασίνη. Εντούτοις δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ανθολογούμενου έργου υπερτονίζοντας μονομερώς ορισμένες του όψεις και αποσιωπώντας άλλες. Δίνει απλόχερα το βήμα τόσο στον λυρικό όσο και στον επικό ποιητή. Στον βάρδο Παλαμά, στον ποιητή πολίτη και οπλίτη, αφιερώνει σημαντικό μέρος της ανθολογίας του. Μαζί με άλλα υψηλότονα αλλά βραχύσωμα ή μεσαίας έκτασης ποιήματα (π.χ., Ο γκρεμιστής, Ο Ασκραίος, Οι λύκοι), αφιερώνει περί τις 120 σελίδες σε εκλεκτές περικοπές του Δωδεκάλογου και της Φλογέρας από τις περίπου 420 της ανθολογίας του, δηλαδή κάτι περισσότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής της έκτασης. Είναι αυτά ακριβώς τα έργα για τα οποία ο Ηλίας Λάγιος έγραψε πως σήμερα δεν διαβάζονται «ούτε με σφαίρες».[xvi] Ο Κ. Χατζηαντωνίου αραιώνει τον ποιητικό οίνο με καθαρό και γάργαρο νερό – όσο ακριβώς χρειάζεται για να διατηρήσει την ηδύτητά του χωρίς να χάσει την αψάδα του.

Palamas

Στην ερώτηση «αν ο Παλαμάς ζει και βασιλεύει», όπως παραστατικά τη διατύπωσε ο Γιώργος Σεφέρης στη συγκινησιακά φορτισμένη ομιλία που εκφώνησε την επαύριον της τελευτής του Παλαμά,[xvii] η απάντηση του Κ. Χατζηαντωνίου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια γενναία κατάφαση. Ένα απερίφραστο, καθαρό και βροντώδες «ναι». Εδώ δεν υπάρχουν κανενός είδους μισόλογα και ανυπόφορα «ναι μεν, αλλά» . Ο Παλαμάς, λέει και πρωτίστως δείχνει ο ανθολόγος του, δεν ζει υπό όρους, ούτε επιβιώνει μερικώς ή κατ’ επιλογήν. Πολύ περισσότερο, ο Παλαμάς δεν έχει ανάγκη τη φιλολογική ή αναγνωστική συγκατάβασή μας. Δεν ψευτοζεί ο λυρικός Παλαμάς πάνω από τη σορό του επικού Παλαμά, ούτε φύεται αποκαρδιωτικά μόνη η Φοινικιά μαζί με κάποια μικρά λυρικά του ποιήματά εν μέσω των ερειπίων του Γύφτου και της Φλογέρας. Ο Παλαμάς ζει ολόκληρος και μυριοϋπόστατος, ακερμάτιστος και πλήρης, πυκνός και πλατύς μαζί. Με τα λόγια του Κ. Χατζηαντωνίου από την εξαίρετη εισαγωγή του, «ο Παλαμάς φανέρωσε την ποίηση ως καθολική δυνατότητα ζωής».[xviii]

Μολονότι ο βαθιά παιδευτικός χαρακτήρας της κριτικής και της ανθολόγησης έχει περάσει σήμερα σε τρίτη και τέταρτη μοίρα, εμμένουμε και θα εμμένουμε σε αυτόν.  Κριτικός και ανθολόγος είναι παντού και πάντοτε πρωτίστως οδηγοί, είναι αυτοί που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη με τις αναλύσεις και τις εκλογές τους να προσεγγίσει το εκάστοτε έργο με κάποια ασφάλεια. Είναι αυτοί που προσπαθούν να αναδείξουν το ουσιώδες, ανοίγοντας και φωτίζοντας τον δρόμο προς αυτό, και παράλληλα προφυλάσσουν από κακοτοπιές και ανώφελα λοξοδρομίσματα. Είναι ακόμη αυτοί –πράγμα για το οποίο σπανίως κάνουμε λόγο– που θα καλλιεργήσουν μεθοδικά και συστηματικά την αγάπη προς το έργο και πρωτίστως προς την ίδια την ποίηση· όχι όμως μιαν αγάπη ανεδαφική και μετέωρη αλλά εκείνη που εδράζεται στα πράγματα, στο ίδιο το έργο ως απτή και αναντίρρητη αντικειμενική πραγματικότητα.

Κατά συνέπεια, ένας ανθολόγος που διαρκώς αμφιβάλλει, που μονίμως παλινωδεί, που στέκεται αθεράπευτα αμφίθυμος απέναντι στο έργο που καλείται να ανθολογήσει είναι αν μη τι άλλο κακός οδηγός. Τέτοιοι συνήθως είναι όσοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς εσωτερική σχέση με το έργο που ανθολογούν ή που ασκούν υπερβολική βία πάνω του, αυτοί που υπερερμηνεύουν ή παραθεωρούν αδικαιολογήτως. Είναι επίσης εκείνοι που έρχονται εκ των υστέρων, οχυρωμένοι πίσω από τα αισθητικά δόγματα του καιρού τους, ακόμη και για να κάνουν μάθημα στον ποιητή, αυτοί που αυτάρεσκα του κουνούν το δάχτυλο.

Σε ευθεία αντίθεση με την πλειονότητα των συγχρόνων λογοτεχνών, ο Κ. Χατζηαντωνίου δεν νιώθει την παραμικρή αμηχανία μπροστά στο παλαμικό έργο, το οποίο, όπως άλλωστε και άλλη παλαιότερη εργασία του μαρτυρεί, γνωρίζει σε βάθος.[xix] Δεν στέκει δίβουλος απέναντί του ούτε διακατέχεται από κανένα «άγχος εκσυγχρονισμού και επικαιροποίησης της ποιητικής του γλώσσας. Το αποδέχεται ως όλον και ως όλον το προτείνει, γνωρίζοντας πως ο αληθινά διαχρονικός συγγραφέας μπορεί να φαντάζει ανεπίκαιρος ή και παρωχημένος όποτε οι καιροί αδυνατούν να αναμετρηθούν στα ίσα με το πνευματικό του ανάστημα.

Εξ όνυχος τον λέοντα. Σε αυτή τη φράση μπορεί να συνοψισθεί η οδηγητική αρχή που διέπει την ανθολογική εργασία του Κ. Χατζηαντωνίου και την καθιστά τόσο επιτυχή, δηλαδή αντιπροσωπευτική και γοητευτική συνάμα. Αρκεί βέβαια ο λέων να είναι λέων, όπως εν προκειμένω ισχύει, και το νύχι να είναι νύχι – όχι παρωνυχίδα– όπως ευτυχώς συμβαίνει. Το σώμα της παλαμικής ποίησης δεν ψηλαφάται ως μνημείο παλαιικό και θρυμματισμένο, ως έκθεμα ανασυρμένο από τις αραχνιασμένες αποθήκες ενός φανταστικού λογοτεχνικού μουσείου, αλλά ως σάρκα αιμάτινη και κρουστή, ως κάτι ακόμα ολοζώντανο που –σε πείσμα της λαθροβίωσης στην οποία τόσο απερίσκεπτα καταδικάστηκε– έχει και θέση και ρόλο να διαδραματίσει μέσα στη σύγχρονη ζωή. Κοντά στον ελεγειακό τραγουδιστή ο στεντόρειος ραψωδός και δίπλα στον ραψωδό ο σατιριστής, ο πατριδολάτρης και ο ριζοσπάστης, ο μεταφυσικός και ο αντιμεταφυσικός, ο χοϊκός και ο μυστικιστής, ο λάγνος και ο σεραφικός, όλοι οι ποιητές που συνέθεταν αυτή τη συγκλονιστική συγγραφική προσωπικότητα, την πληθωρικότερη που γνώρισαν ποτέ τα γράμματά μας καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία τους, αφήνουν τα ίχνη τους στα ποιήματα που ανθολογούνται.

Ακόμη κι αν η εν λόγω ανθολογία ταυτιζόταν με τα παλαμικά άπαντα, θα αρκούσε από μόνη της για να περιληφθεί ο Παλαμάς στους κορυφαίους του νεοελληνικού Παρνασσού, κάτι που αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις μεγάλες αρετές της. Ξέρουμε βέβαια ότι τούτη δεν συνιστά παρά την κορυφή του παγόβουνου. Χάρη στη μέριμνα του ανθολόγου ωστόσο μπορούμε να υποψιαστούμε τον γιγάντιο όγκο κάτω από τις καλοαρμοσμένες ποιητικές ψηφίδες που συνθέτουν την επιφάνεια των τετρακοσίων και πλέον σελίδων της.

Κλείνοντας, δυο λόγια και για ορισμένα μορφολογικά στοιχεία της έκδοσης. Όλως αξιέπαινη η επιλογή των επιμελητών και του ανθολόγου να μην στοιβαχθούν όπως όπως χάριν εξοικονόμησης σελίδων τα ποιήματα, αλλά να τους δοθεί ο χώρος να ανασάνουν. Κάθε ποίημα –με τη λογική εξαίρεση των τετραστίχων από τον Κύκλο των τεστραστίχων και τις Νύχτες του Φήμιου– τυπώνεται σε ξεχωριστή σελίδα, πρακτική διόλου αυτονόητη σήμερα προκειμένου για ανθολογίες ή ακόμη και για άπαντα ποιητών. Τα ποιήματα παρουσιάζονται κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης τους ένταξης σε συλλογές, ενώ οι συλλογές διακρίνονται η μία από την άλλη διά της παρεμβολής ενός δισέλιδου. Οι κεφαλίδες σημαίνουν τα ποιητικά βιβλία από τα οποία αντλείται κάθε ποίημα ή ποιητικό απόσπασμα. Εν ολίγοις, τηρήθηκε η μορφή που προκρίθηκε και στα ποιητικά άπαντα ενός άλλου σπουδαίου ποιητή και κριτικού του Κώστα Βάρναλη,  που κυκλοφορήθηκαν από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Δίνεται λοιπόν η ευκαιρία στον αναγνώστη να προσεγγίσει την ανθολογία όχι ως επιτομή βαρύτιμων απάντων αλλά ως μια εκτενή και πολυσυλλεκτική ποιητική συλλογή, πράγμα που λειτουργεί άκρως ενθαρρυντικά για την ανάγνωση.

Ο Κ. Χατζηαντωνίου αναδεικνύεται στον γεφυροποιό που συνδέει το ποιητικό μας παρόν με τη διαχρονική αξία που ακούει στο όνομα Παλαμάς και η ανθολογία του στη σεμνή και ωραία πύλη μέσα από την οποία ο αναγνώστης μπορεί να οδηγηθεί σε μια συστηματικότερη γνωριμία με την παλαμική ποίηση.

Η εν λόγω ανθολογία αποτελεί μια ολοκληρωμένη και άκρως υπεύθυνη απάντηση στα ανθολογικά προβλήματα που θέτει ένα έργο τόσο ογκώδες, θεματογραφικά και ειδολογικά πλούσιο, και επιπλέον μια απάντηση σύγχρονη, ικανή να εξυπηρετήσει τόσο τις τρέχουσες αναγνωστικές μας ανάγκες όσο και αυτές των προσεχών δεκαετιών. Είναι ένας πρώτος σταθμός, ένα ορμητήριο ακόμα, απ’ όπου μπορεί να εκκινήσει η εξερεύνηση της παλαμικής ενδοχώρας και παράλληλα ένας αξιόπιστος χάρτης και μια προσεκτικά καμωμένη πυξίδα. Το πόσοι, ποιοι και με τι αποτελέσματα θα επιδοθούν στο εγγύς και μεσοπρόθεσμο μέλλον σε αυτή την πνευματική περιπέτεια μένει να δειχθεί. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Οι λιγοστοί παλαμιστές έχουν κάθε λόγο να χαιρετίσουν την προσπάθεια και το αποτέλεσμά της. Οι υπόλοιποι αναγνώστες δεν μπορούμε παρά να είμαστε ευγνώμονες για την απόκτηση ενός νέου και «αθλητικού» Παλαμά, ευλύγιστου και ευκίνητου, που μπορεί να μας οδηγήσει μέσω της υψηλής διανοητικής απόλαυσης που χαρίζει η ανάγνωσή του και στον άλλον Παλαμά – τον μέγα.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

 ______________________________________

[i] Από τους ποιητές που τυχαίνει να έχω υπ’ όψιν μου σχετικά τους κείμενα και στα οποία εξετάζονται συστηματικότερα όψεις του παλαμικού έργου αναφέρω ενδεικτικά τους Νάσο Βαγενά, Διονύση Καψάλη, Ηλία Λάγιο και Παντελή Μπουκάλα από τους παλαιότερους, και Γιώργο Βαρθαλίτη, Δημήτρη Κοσμόπουλο, Κώστα Κουτσουρέλη και Μάνο Τασάκο από τους νεότερους, καθώς και τον νεότατο ποιητή Θάνο Γιαννούδη.

[ii] Χαρακτηριστικό είναι το προ δεκαπενταετίας αφιερωματικό ένθετο της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, όπου κείμενα για τον Παλαμά υπογράφουν ορισμένοι εκ των πλέον προβεβλημένων Ελλήνων λογοτεχνών των τελευταίων χρόνων. Βλ. Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[iii] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παλαμάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1949.

[iv] Η κυριότερη εργασία όσον αφορά στην κριτική πρόσληψη του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι ασφαλώς η εκτενής μονογραφία του Ευριπίδη Γαραντούδη, όπου τεκμηριώνονται φιλολογικά και σχεδόν εξαντλητικά η παρουσία του παλαμικού έργου ως αντικειμένου ακαδημαϊκών μελετημάτων από τη μια και η ισχνότητα του διαλόγου με τους σύγχρονους ποιητές και λογοτέχνες από την άλλη. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά, Καστανιώτης, 2003.

[v] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, «Ανθολογώντας τον Παλαμά, Νέα Εστία, τχ. 1878, Σεπτ. 2018, σ. 536.

[vi] Δεν γνωρίζω άλλον φιλόλογο που να έχει εργαστεί με περισσότερη συνέπεια, επιμονή και –ας μην φοβηθούμε τη λέξη– αγάπη πάνω στο έργο του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εκτός από την εν λόγω ανθολογία, την οποία συνοδεύει εκτενέστατο μελέτημα 120 σελίδων περίπου, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένα ολόκληρο βιβλίο μέσα στο βιβλίο, αναφέρω ενδεικτικά τους τέσσερις τόμους της αλληλογραφίας του Παλαμά, τους τρεις τόμους με άρθρα και χρονονογραφήματά του, την κριτική έκδοση της Φλογέρας του βασιλιά και φυσικά τον πρώτο τόμο της κριτικής έκδοσης των Απάντων του Παλαμά που επιτέλους κυκλοφόρησε, εργασίες που δεν θα είχαν δει το φως της δημοσιότητας χωρίς τη μέριμνα και την επιμέλεια του Κ.Γ. Κασίνη. Ειδικά όσον αφορά την ανθολογία, το μόνο που θα είχε ίσως να παρατηρήσει κανείς σε μια κατά τα λοιπά εξόχως προσεγμένη και πολύτιμη φιλολογική εργασία είναι –όπως εξάλλου δηλώνεται ρητά από τον ίδιο τον ανθολόγο– η στρατηγική επιλογή της απομόνωσης σε αρκετές περιπτώσεις δύο, τριών ή και ενός μόνο στίχου από πολύστιχα ή και ολιγόστιχα ακόμη ποιήματα. Καθ’ όλα σεβαστή η απόφαση και κατανοητές οι προθέσεις. Ο Κ.Γ. Κασίνης αναζητά προγραμματικά και συστηματικά τις λυρικές αποκορυφώσεις, τις στιγμές της απόλυτης λυρικής πύκνωσης· και από αυτές στο έργο του Παλαμά –και σε αντίθεση με τα κοινώς παραδεδεγμένα και τις εμπεδωμένες προκαταλήψεις– υπάρχουν όντως πάμπολλες. Όμως έχω την αίσθηση ότι αντιμετωπίζοντας έως ένα βαθμό τον Παλαμά ως οιονεί αφορισματογράφο ή ακόμη και ως αισθητή ποιητή ή ως «Σολωμό που ξαστοχεί» ελλοχεύει ο κίνδυνος ιδίως ο αμύητος αναγνώστης, αυτός δηλαδή που δεν έχει διαβάσει ποτέ του Παλαμά, και τέτοιος είναι σήμερα ως επί το πολύ ακόμη και ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης, να σχηματίσει κατά περιπτώσεις εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρόμοιες επιφυλάξεις έχει διατυπώσει παλαιότερα σε άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας παρουσιάζοντας την ανθολογία στο κοινό της Καθημερινής. Βλ. Παντελής Μπουκάλας, «Νέα ανθολογία του Κωστή Παλαμά», Η Καθημερινή, 18/1/2005. http://www.kathimerini.gr/206505/article/politismos/arxeio-politismoy/nea-an8ologia-toy-kwsth-palama. Τελευταία ανάκτηση: 3/12/2018.

[vii] Η θεματική ανθολογία του καθηγητή Παντελή Βουτουρή που μόλις κυκλοφόρησε, καθώς επικεντρώνεται αυστηρά στον ερωτόληπτο και ερωτογράφο Παλαμά, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στο παρόν. Σε αυτήν ανθολογούνται 133 ποιήματα και ποιητικά αποσπάσματα, ενώ του ανθολογημένου σώματος προτάσσεται εκτενές εισαγωγικό μελέτημα. Βλ. Ο ερωτικός Παλαμάς, εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια Παντελής Βουτουρής, Μελάνι, 2018.

[viii] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[ix] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[x] Βλ. Διονύσης Καψάλης, «Ο “ελάσσων” Παλαμάς» και «Τραγούδι αφάνταστο», Τα μέτρα και τα σταθμά, Άγρα, 1998 σσ. 67-88.

[xi] Βλ. Αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά, Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[xii] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τι υπάρχει πάνω και γύρω από την παλαμική “Φοινικιά”;», Ποιητική, τχ. 13, σσ. 115-127.

[xiii] Αιμίλιος Χουρμούζιος, Ο Παλαμάς και η εποχή του, Εκδόσεις «Διόνυσος» Γεωργ. Νασιώτη, 1974, τόμ. 1, σ. 11.

[xiv] Δύο από τα βασικά κριτήρια του ανθολογείν όπως επισημαίνει μετ’ επιτάσεως και στην εισαγωγή της ανθολογίας του ο Κ.Γ. Κασίνης. Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, εισαγωγή-επιλογή Κ.Γ. Κασίνης, Πατάκης, 2004.

[xv] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 9.

[xvi] Κωστής Παλαμάς, Κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, επιμέλεια-ανθολόγηση Ηλίας Λάγιος, Ερμής, 2001, σ. 18.

[xvii] Γιώργος Σεφέρης, «Κωστής Παλαμάς», Δοκιμές τόμ.1, Ίκαρος, 1981, σ. 214.

[xviii] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 10.

[xix] Αναφέρομαι στα λαμπρά «Προλεγόμενα» των Λύκων, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της πιο πρόσφατης παλαμικής βιβλιογραφίας, υπόδειγμα εμβρίθειας και πνευματικής τιμιότητας. Βλ. Κωστής Παλαμάς, Οι λύκοι, προλ. Κώστας Χατζηαντωνίου, Ιδεόγραμμα, 2011, σ. 7-25.

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (3/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το δεύτερο και το πρώτο μέρος)

ΙΙΙ. ΤΟ ΘΕΑΜΑ

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτική προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

557766f37f20cΗ καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

dome-of-mosque-at-dusk-700712709-5aa7ff240e23d9003705318eΗ βαθιά ναρκισσιστική νεύρωση δεν οφείλεται μόνο στην στρατιωτική κατωτερότητά τους απέναντι στη Δύση. Ακόμα μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει η πνευματική και υλική εξάρτηση από τους Δυτικούς. Τα τελευταία τετρακόσια χρόνια οι Άραβες δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μια αξιομνημόνευτη ανακάλυψη. Ο Ρούντολφ Σιμέλι μνημονεύει την πρόταση ενός ιρακινού συγγραφέα: «Αν τον 18ο αιώνα ένας ιρακινός είχε προχωρήσει στην ανακάλυψη της ατμομηχανής, αυτή δεν θα είχε κατασκευαστεί ποτέ». Κανένας ιστορικός δεν θα έφερνε αντίρρηση. Για τον νοήμονα Άραβα κάθε αντικείμενο της πεζής καθημερινότητας στο Μαχρέμπ ή στη Μέση Ανατολή, κάθε ψυγείο, κάθε τηλέφωνο, κάθε πρίζα, κάθε κατσαβίδι, (τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς) συνιστούν ένα σιωπηρό χτύπημα. Τα παρασιτικά πετρελαϊκά κράτη που ζουν από τα αποθέματά τους είναι κι αυτά αναγκασμένα να εισάγουν τεχνολογία από το εξωτερικό. Αν δεν απασχολούσαν γεωλόγους από τη Δύση, εργάτες και εργοδηγούς, αν δεν είχαν στόλους από τάνκερ και διυλιστήρια θα ήταν αδύνατον να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματά τους. Το βασίλειό τους είναι γι’ αυτό ένα είδος κατάρας θυμίζοντάς τους συνεχώς τον βαθμό εξάρτησής τους από την Δύση. Αν εξέλειπε το πετρέλαιο η οικονομία του αραβικού κόσμου θα είχε μικρότερη ισχύ από εκείνη μιας και μόνο φινλανδικής εταιρίας τηλεφωνίας.

Ανάλογα αντιπαραγωγικός αποδείχτηκε ο αραβικός κόσμος και σε πολιτικό επίπεδο. Ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός, δύο εισαγόμενα είδη, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Οποιοδήποτε δημοκρατικό σκίρτημα καταπνίγεται συνήθως εν τη γενέσει του. Είναι πάντως αυτονόητο πως τέτοιες γενικότητες αναφέρονται στο σύνολο και αποσιωπούν τις όποιες προσωπικές ικανότητες των κατοίκων, οι οποίες, όπως σε όλο τον κόσμο, υπόκεινται κι εδώ στους νόμους της γενετικής διασποράς. Σε πολλά αραβικά κράτη πάντως η έκφραση προσωπικής άποψης θέτει το άτομο σε θανάσιμο κίνδυνο. Σ’ αυτόν τον κίνδυνο οφείλεται το γεγονός ότι οι καλύτεροι Άραβες επιστήμονες, τεχνικοί, συγγραφείς και πολιτικοί στοχαστές ζουν εξόριστοι. Πρόκειται για ένα σοβαρό Brain Drain, ανάλογο μ’ εκείνο της εβραϊκής ελίτ στην Γερμανία της δεκαετίας του ’30.

Οι μέθοδοι καταπίεσης, κοινές στα αραβικά κράτη, αντλούν την καταγωγή τους από την ανατολική Δεσποτεία, με τους άπιστους δυτικούς να αποτελούν κι εδώ το βασικό πρότυπο. Αυτοί ανακάλυψαν και εξήγαν τα πάντα, από το περίστροφο ως τα τοξικά αέρια, χρήση των οποίων κάνει όλος ο αραβοϊσλαμικός κόσμος. Οι ηγέτες του έχουν ενστερνιστεί ακόμα και τις μεθόδους της GPU ή της Γκεστάμπο. Όμως ούτε η ισλαμιστική τρομοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τέτοια δάνεια. Όλα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιεί, από την δυναμίτιδα μέχρι το δορυφορικό τηλέφωνο, από το αεροπλάνο μέχρι την βιντεοκάμερα, είναι προϊόντα φτιαγμένα στη μισητή Δύση. Μια τόσο ευρεία εξάρτηση

398px-hizbollah_posters_2006

είναι προφανές πως δεν μπορεί παρά να γίνεται μόνο δύσκολα αποδεκτή. Ιδιαιτέρως η επαφή των μεταναστών με τον δυτικό πολιτισμό, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, τους προκαλεί συνεχή πολιτισμικά σοκ. Ο πακτωλός των προϊόντων, οι διαφορετικές απόψεις, οι οικονομικές και σεξουαλικές επιλογές οδηγούν σ’ ένα Double Bind, κάτι ανάμεσα σε έλξη και απώθηση. Την ίδια ώρα η συνεχής συνειδητοποίηση της υστέρησης του δικού τους πολιτισμού γίνεται αβάσταχτη. Είναι αυτονόητη η επίδραση που έχει στην προσωπική τους αυτοεκτίμηση αυτή η συνειδητοποίηση καθώς εξηγεί τη τάση τους να επιστρατεύουν θεωρίες συνομωσίας για να δικαιολογήσουν το χάσμα. Δεδομένης της κατάστασης η ένταξη στους κόλπους των Ισλαμιστών αποτελεί για πολλούς έναν μεγάλο πειρασμό και μια ευκαιρία να τιμωρήσουν άλλους για τις προσωπικές τους αδυναμίες.

Ο Ισλαμισμός δεν ενδιαφέρεται να προτείνει λύση στο δίλημμα τού αραβικού κόσμου αφού εξαντλείται στον αρνητισμό του. Πρόκειται για ένα αυστηρά απολιτικό κίνημα, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύει να εξελιχτεί ή να μετασχηματιστεί σε κάτι πέρα απ’ αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, ως μόνο στόχο του έχει την κατάκτηση και εξολόθρευση των κατοίκων του πλανήτη, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείται από απίστους και αιρετικούς.

Αυτή η έντονη επιθυμία δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η καταστροφική δύναμη των απόλυτα ηττημένων αρκεί, βεβαίως, για να σκοτώσει χιλιάδες, ίσως δεκάδες χιλιάδες αμάχους και να φθείρει αδιάκοπα έναν πολιτισμό, στον οποίο έχει κηρύξει πόλεμο. Ένα στοιχείο για την επίδραση που μπορούν να έχουν οι λίγες δεκάδες άνθρωποι-ζωντανές βόμβες είναι οι συνηθισμένοι πια, καθημερινοί έλεγχοι ασφαλείας.

Αυτό είναι το λιγότερο απ’ όσα η τρομοκρατία μπορεί να κοστίσει στον πολιτισμό. Γιατί η τρομοκρατία είναι ικανή να δημιουργήσει ένα γενικότερο κλίμα φόβου προκαλώντας αντιδράσεις πανικού. Αυξάνει την δύναμη και την επιρροή της πολιτικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών, της εξοπλιστικής βιομηχανίας και των ιδιωτικών εταιριών προστασίας, οδηγεί στην ψήφιση όλο και πιο άγριων κατασταλτικών νόμων και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ελευθεριών που έχουν κερδηθεί με αγώνες. Δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε τις γνωστές θεωρίες συνομωσίας για να καταλάβουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που επιχαίρονται με όλα αυτά. Για εκείνους δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν εξωτερικό εχθρό που να ενεργοποιεί τις δυνάμεις της παρακολούθησης και καταστολής. Η ρωσική εσωτερική πολιτική είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Όλα τα παραπάνω ο Ισλαμισμός μπορεί να τα θεωρήσει ως επιτυχία του. Ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά στις παγκόσμιες ισορροπίες δυνάμεων. Ακόμα και το εντυπωσιακό χτύπημα στο Κέντρο Παγκόσμιου Εμπορίου δεν μπόρεσε να επηρεάσει την ηγετική θέση που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης συνέχισε τις εργασίες του την Δευτέρα αμέσως μετά το χτύπημα. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που είχε στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν στην πραγματικότητα μηδαμινές.

salman-abedi-isis-616833Αντιθέτως, οι συνέπειες για τις αραβικές κοινωνίες ήταν τεράστιες. Τον λογαριασμό για τις μακροπρόθεσμες καταστροφές δεν θα κληθεί να τις πληρώσει η Δύση αλλά οι περιοχές εκείνες στο όνομα των οποίων δρα ο Ισλαμισμός. Και δεν είναι μόνο οι άστεγοι, οι μετανάστες και οι αναζητούντες άσυλο όσοι πρόκειται να υποφέρουν. Ολόκληροι λαοί θα υποχρεωθούν -πέρα από κάθε έννοια δικαιοσύνης- να πληρώσουν τεράστιο τίμημα για τις πράξεις των αυτόκλητων αντιπροσώπων τους. Η πεποίθηση πως η τρομοκρατία θα μπορούσε να βελτιώσει τις ήδη πολύ άσχημες προοπτικές τους είναι εντελώς παράλογη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας που να κατόρθωσε να μακροημερεύσει καταπνίγοντας το παραγωγικό της δυναμικό.

Στόχος των απόλυτα ηττημένων, όπως βλέπουμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, είναι να οργανώσει την αυτοκτονία ενός ολόκληρου πολιτισμού. Μια ευρεία εξάπλωση της λατρείας τους για τον θάνατο δεν μοιάζει, ωστόσο, πιθανή. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι τόσο πιθανό να συμβούν όσο και τα καθημερινά, συνηθισμένα πια, δυστυχήματα στους δρόμους.

Ο πλανήτης είναι υποχρεωμένος να πορευτεί κατ’ αυτό τον τρόπο, όσο οι κοινωνίες του συνεχίζουν να παράγουν ολοένα και περισσότερους ηττημένους.

ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Χανς Μάγκνους Έντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (2/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

ΙΙ. Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο απόλυτα ηττημένος ξεπερνά την απομόνωσή του, κοινωνικοποιείται, αναζητάει μια πατρίδα της ήττας στην οποία δεν θα βρει μόνο κατανόηση αλλά και την αναγνώρισή του, μια κοινότητα ομοϊδεατών που θα τον καλωσορίσει, μια κοινότητα που τον χρειάζεται; Τότε είναι που ξυπνά μέσα του η καταστροφική ενέργεια, η αδίστακτη φύση, το αμάλγαμα την επιθυμίας για θάνατο και της μεγαλομανίας. Ένα καταστροφικό αίσθημα παντοδυναμίας είναι τότε που τον λυτρώνει από την αδυναμία του.

Παρ’ όλ’ αυτά είναι αναγκαία και μερικά ιδεολογικά «φυτίλια» για να τον πυροδοτήσουν κι όπως δείχνει η ιστορία ποτέ δεν έλειψαν ανάλογες αφορμές. Αδιάφορο αν πρόκειται για θρησκευτικά ή πολιτικά, για εθνικιστικά, κομμουνιστικά ή ρατσιστικά δόγματα: κάθε στενοκέφαλο είδος σεχταρισμού μπορεί να θέσει σε λειτουργία την υπνωμένη ενέργεια του απόλυτα ηττημένου ανθρώπου.

hans-magnus-enzensberger-e71f2384-f23f-4b4e-b695-126f8f314e3-resize-750Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη μάζα αλλά και για τον εκάστοτε μεμονωμένο υποκινητή. Ο υποκινητής ασκεί μια έλξη, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εμμονικά ηττημένος. Οι οπαδοί του αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα χαρακτηριστικά εκείνα που προδίδουν την παραφροσύνη του. Δικαίως του προσάπτεται κυνισμός αφού ως καλός γνώστης τους είναι φυσικό να υποτιμά τους οπαδούς του γνωρίζοντας πως πρόκειται για ηττημένους, τους οποίους εν τέλει θεωρεί ανάξιους. Γι’ αυτό το λόγο ηδονίζεται με τη σκέψη, όπως σημείωσε ο Ελίας Κανέτι πριν από μισό αιώνα, πως πρέπει να οδηγήσει στο θάνατο όλους τους υπόλοιπους, ανάμεσα σ’ αυτούς και τους οπαδούς του, πριν ή καεί κι ο ίδιος στο υπόγειο στρατηγείο του.

Σ’ αυτό το σημείο επανέρχεται, με τρόπο επιτακτικό, κοντά σε άλλα παραδείγματα από την ιστορία, η θύμηση της εθνικοσοσιαλιστικής πλατφόρμας. Περί τα τέλη τής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης πολλά κομμάτια του πληθυσμού θεωρούσαν πως ανήκουν στην πλευρά των ηττημένων. Τα αδιάσειστα στοιχεία που έχουμε από την περίοδο μαρτυρούν πολλά. Όμως, ούτε η οικονομική κρίση αλλά ούτε και η ανεργία δεν θα αρκούσαν να ανεβάσουν τον Χίτλερ στην εξουσία. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ήταν αναγκαία μια προπαγάνδα που θα ενεργοποιούσε τα ναρκισσιστικά ανακλαστικά μετά την ήττα του 1918 και τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι περισσότεροι Γερμανοί έριχναν το φταίξιμο στους άλλους. Οι τότε νικητές, «μια παγκόσμια συνομωσία καπιταλιστών και μπολσεβίκων», μα πριν απ’ όλους οι Εβραίοι, το αιώνιο μαύρο πρόβατο, έπρεπε να παραμείνουν στο επίκεντρο τής στόχευσης. Το βασανιστικό συναίσθημα της ήττας δεν θα μπορούσε να απαλειφθεί παρά μόνο με μια φυγή προς τα μπρος, με μια φυγή προς την παραφροσύνη. Ήδη από το ξεκίνημα, στο μυαλό των εθνικοσοσιαλιστών γυρόφερνε το φάντασμα μιας παγκόσμιας κυριαρχίας. Απ’ αυτή την άποψη οι στόχοι τους δεν μπορούσαν ούτε να οριοθετηθούν ούτε να μεταβληθούν, δεν ήταν δηλαδή μόνο ανέφικτοι, αλλά και πέραν πάσης πολιτικής βάσεως. Ούτε μια ματιά στον παγκόσμιο χάρτη δεν θα έπειθε τον Χίτλερ και τους οπαδούς του για το άνισο του αγώνα μιας μικρής κεντροευρωπαϊκής χώρας ενάντια σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Το αντίθετο, μάλιστα. Δεν υπάρχει ούτε λύση, ούτε κάποιο συμβιβαστικό μοντέλο που θα έστρεφε τον απόλυτα ηττημένο άνθρωπο προς μιαν άλλη κατεύθυνση αλλά και θα κατεύναζε τα καταστροφικά του ένστικτα. Όσο πιο απονενοημένο είναι το εγχείρημά του τόσο πιο φανατικά γαντζώνεται στο στόχο του. Είναι αρκετά πιθανό ο Χίτλερ και οι οπαδοί του να μην επιθυμούσαν τη νίκη αλλά το πέρασμα στην ιστορία ως απόλυτα ηττημένες οντότητες. Αυτό βεβαίως δεν τους απέτρεψε απ’ το να ξεσπάσουν την συσσωρευμένη οργή τους απέναντι σε όσους θεώρησαν υπεύθυνους για τις δικές τους ήττες μ’ ένα εκκαθαριστικό πόλεμο χωρίς προηγούμενο. Αρχικός τους στόχος ήταν η εξαφάνιση των Εβραίων και των αντιπάλων τους ήδη από το 1919, χωρίς αυτό να σημαίνει πως σκόπευαν να χαριστούν στους συμπατριώτες τους. Ο πραγματικός σκοπός δεν ήταν η νίκη, αλλά η εξόντωση, η πτώση, μια συλλογική αυτοκτονία, ένα τρομερό τέλος. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση για το γεγονός ότι Γερμανοί πολέμησαν στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο προασπιζόμενοι ακόμα και το τελευταίο χάλασμα στο Βερολίνο. Ο ίδιος ο Χίτλερ επιβεβαιώνει το σκεπτικό περί ήττας έχοντας δηλώσει πως ο γερμανικός λαός ήταν ανάξιος της επιβίωσης. Όντας υπεύθυνος για τις εκατόμβες των θυμάτων ο δικτάτορας κατάφερε εν τέλει να φτάσει εκεί που ήθελε: στην ήττα. Όμως οι λαοί που γύρευε να εξολοθρεύσει, Εβραίοι, Πολωνοί, Ρώσοι, Γερμανοί, υπάρχουν και σήμερα.

Ωστόσο ο ηττημένος άνθρωπος δεν εξαλείφθηκε αλλά συνεχίζει να ζει ανάμεσά μας. Αναπόφευκτο: σ’ όλες τις ηπείρους υπάρχουν δυνάμεις έτοιμες να καλοσωρίσουν την παρουσία του. Η διαφορά είναι πως στην εποχή μας πολύ σπάνια οι δυνάμεις αυτές έχουν κρατική υπόσταση αφού ακόμα και σ’ αυτό τον τομέα η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει πάρει κεφάλι. Αν και οι κυβερνήσεις είναι αυτές που διαθέτουν τα μέσα μιας μαζικής εξόντωσης, εν τούτοις η κρατική εγκληματικότητα, έτσι όπως την γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες έχει υποχωρήσει αισθητά.

Στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, οι ενεργές κολλεκτίβες των ηττημένων είναι πλέον λίγες παρά το γεγονός πως συνεχίζουν να έχουν συναλλαγές με διεθνείς χρηματοδότες και εμπόρους όπλων. Αντιθέτως υπάρχει πληθώρα τοπικών ομάδων με επικεφαλής κάποιους οπλαρχηγούς ή συμμορίτες. Οι αυτόκλητες αυτές φρουρές και παραστρατιωτικές συμμορίες αρέσκονται να προσδίδουν ένα απελευθερωτικό, επαναστατικό χαρακτήρα στις ενέργειές τους. Την ίδια ώρα υπάρχουν ΜΜΕ που τους αποκαλούν αντάρτες, έναν κολακευτικό γι’ αυτούς ευφημισμό. Τα ονόματα και οι συντομογραφίες που επιλέγουν ποικίλουν: «Φωτεινό μονοπάτι», MLC, RCD, SPLA, ELA, LTTE, LRA, FNL, IRA, LIT, KACH, DHKP, FSLN, UVF, JKLF, ELN, FARC, PLF, GSPC, MILF, NPA, PKK, MODEL, JI, NPA, AUC, CPNML, UDA, GIA, RUF, LVF, SNM, ETA, NLA, PFLP, SPM, LET, ONLF, SSDF, PIJ, JEM, SLA, ANO, SPLMA, RAF, AUM, PGA, ADF, IBDA, ULFA, PLFM, ULFBV, ISYF, LURD, KLO, UPDS, NLFT, ATTF, αδιάφορο αν πρόκειται για «αριστερούς» ή «δεξιούς». Κάθε τέτοια ένοπλη αγέλη αυτοχαρακτηρίζεται «στρατός», επανδρώνεται με μαχητές και κομάντος, πασχίζει με διακηρύξεις και βαρύγδουπες προκηρύξεις να προσδώσει σοβαρότητα στο προφίλ της εμφανιζόμενη ως εκπρόσωπος κάποιων κοινοτήτων. Η ζωή των άλλων τούς είναι παντελώς αδιάφορη αφού ως απόλυτα ηττημένοι έχουν πειστεί για την απαξία της δικής του ζωής. Δεν δίνουν καμία σημασία στην επιβίωση, είτε αυτό αφορά σε αντιπάλους, σε οπαδούς ή σε απλούς άμαχους. Απάγουν και σκοτώνουν με ευχαρίστηση τους ανθρώπους που προσπαθούν να μετριάσουν τον πόνο στο πεδίο δράσης τους, πυροβολούν για παράδειγμα νοσηλευτές και γιατρούς, καίνε ακόμα και την τελευταία κλινική της περιοχής τους όπου μπορεί να μην έχει απομείνει παρά ένα κρεβάτι κι ένα νυστέρι. Δεν γνωρίζουν ουσιαστικά καμία διαφορά μεταξύ ακρωτηριασμού και αυτοακρωτηριασμού.

Καμιά απ’ αυτές τις αγέλες, ωστόσο, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης. Σε περιπτώσεις ιδεολογικής εκμετάλλευσης κρατικών και εθνικών συγκρούσεων κάτι τέτοιο ήταν απολύτως φυσικό. Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κι έπειτα οι ομάδες που ακολούθησαν την παράδοση του διεθνισμού έχασαν την στήριξη τους από τις υπερδυνάμεις τόσο σε επίπεδο προπαγάνδας όσο και σε καθαρά υλικό επίπεδο. Με το κεφάλαιο να επικρατεί παγκοσμίως αναγκάστηκαν να βάλουν στην άκρη τις βλέψεις τους για παγκόσμια επιβολή και περιορίστηκαν στην υπεράσπιση των τοπικών εντολέων τους.

hamasΩς εκ τούτου έχει απομείνει μόνο ένα κίνημα που μπορεί να ενεργήσει βίαια αναπτύσσοντας παγκόσμια δράση κι αυτό δεν είναι άλλο από τον ισλαμισμό. Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ισλαμισμός είναι να συγκεντρώσει την θρησκευτική ενέργεια ενός δόγματος παγκόσμιας εμβέλειας, το οποίο με 1,2 δισεκατομμύρια οπαδών δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυναμικό αλλά εξαπλώνεται δημογραφικά σε όλες τις ηπείρους. Αν και αυτή η τεράστια ομάδα ανθρώπων είναι πολλαπλά διηρημένη και κατακερματισμένη από τις εθνικές και τις κοινωνικές συγκρούσεις, εν τούτοις η ιδεολογία τού ισλαμισμού αποτελεί το ιδανικό όχημα για την κινητοποίηση απόλυτα ηττημένων ανθρώπων. Για να την επιτύχει είναι σε θέση να επικαλεστεί ταυτόχρονα τόσο θρησκευτικούς και πολιτικούς όσο και κοινωνικούς λόγους.

Πολλές υποσχέσεις επιτυχίας δίνει και το μοντέλο οργάνωσης του ισλαμισμού έχοντας εγκαταλείψει τον αυστηρό συγκεντρωτισμό παλαιότερων ομάδων και αντικαταστήσει την αλάθητη και παντοδύναμη κεντρική διοίκηση μ’ ένα ευέλικτο δίκτυο. Πρόκειται για μια πρωτότυπη, σύγχρονη καινοτομία.

Κατά τα άλλα ακολουθείται η πεπατημένη των προκατόχων. Συχνά παραβλέπουμε πως η μοντέρνα τρομοκρατία είναι μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 19ου αιώνα. Οι σημαντικότεροι πρόγονοί της θα πρέπει να αναζητηθούν στην τσαρική Ρωσία, παρ’ όλο που στην δυτική Ευρώπη η παράδοση είναι εξίσου μακρά. Τα τελευταία χρόνια ο αριστερός ριζοσπαστικός τρόμος της δεκαετίας του ’70 έχει λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Σ’ αυτό τον τύπο τρομοκρατίας οφείλουν οι ισλαμιστές την περίσσεια συμβόλων και τεχνικών. Το ύφος των δηλώσεών τους, τα μαγνητοσκοπημένα βίντεο, η εμβληματική χρήση των Καλάσνικοφ, ακόμα και οι χειρονομίες, η γλώσσα του σώματος και ο τρόπος ντυσίματος δείχνουν πόσα έχουν διδαχθεί από τα δυτικά τους πρότυπα. Κραυγαλέες είναι και άλλες ομοιότητες όπως για παράδειγμα η προσκόλληση σε γραπτά θέσφατα. Το Κοράνι παίρνει τη θέση του Μαρξ και του Λένιν κι αντί για τον Γκράμσι ο όρκος δίνεται στον Σαγίντ Κούτμπ. Φορέας της επανάστασης δεν είναι πια το παγκόσμιο προλεταριάτο αλλά η κλειστή ομάδα τού δόγματος. Πρωτοπόρος και αυτόκλητος αντιπρόσωπος των μαζών δεν είναι πια το κόμμα αλλά το παγκοσμίως εξαπλωμένο δίκτυο των ισλαμιστών πολεμιστών. Αν και ο Ισλαμισμός φαίνεται να χρησιμοποιεί παλιές ρητορικές φόρμες και ο λόγος των ηγετών του να χαρακτηρίζεται από μεγαλοστομία και υψηλούς τόνους, εν τούτοις πολλές από τις βασικές του ιδέες τις οφείλει στον μισητό εχθρό του, τον κομμουνισμό. Και οι δύο συμφωνούν πως η ιστορία διέπεται από άκαμπτους νόμους, πως η νίκη είναι αδιαπραγμάτευτη και πως με κάθε ευκαιρία θα πρέπει να ξεσκεπάζονται αποστάτες και προδότες, οι οποίοι κατά την δοκιμασμένη λενινιστική μέθοδο θα πρέπει να επιπλήττονται τελετουργικά.

Καμία έκπληξη δεν υπάρχει ούτε στην λίστα των αγαπημένων εχθρών: εδώ βρίσκουμε την Αμερική, την παρηκμασμένη Δύση, το παγκόσμιο κεφάλαιο, τον Σιωνισμό. Σ’ όλους αυτούς προστίθενται και οι άπιστοι, τα 5,2 δισεκατομμύρια δηλαδή τού υπόλοιπου κόσμου. Τέλος οι σχισματικοί μουσουλμάνοι, Σιΐτες, Ιμπαντίτες, Αλεβίτες, Σεϊδίτες, Αχμαντίγια, Βαχαμπίτες, Δρούζοι, Σούφις, Χαριντσίντες, Ισμαϊλίτες αλλά και οπαδοί άλλων πίστεων.

(Το τρίτο και τελευταίο μέρος εδω.)