Month: Οκτώβριος 2021

Η παράδοση και οι κληρονόμοι της

Χορός γυναικών, Χανιά Κρήτης, αρχές του 20ού αιώνα

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ποιος είναι ο συνεχιστής μιας παράδοσης; Ο τυπικός, βιολογικός κληρονόμος της ή ο ουσιαστικός συντηρητής και αναβιωτής του μηνύματός της ακόμη κι αν είναι αλλόφυλος και μακρινός;

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, το ιταλικό σονέτο. Γεννιέται στη Σικελία από τον νοτάριο Ντα Λεντίνι, μεγαλύνεται στα χέρια του Δάντη, αποκορυφώνεται στον Πετράρχη και γίνεται πανευρωπαϊκός συρμός. Τους επόμενους αιώνες εξακολουθούν φυσικά να γράφονται καλά σονέτα στα ιταλικά, ο Μικελάντζελο είναι μια τέτοια περίπτωση. Όμως η δάδα καίει λαμπρότερη εκτός Ιταλίας. Στην Ισπανία του Γκαρθιλάσο και του Γκόνγκορα, στη Γαλλία της Πλειάδος, στην Αγγλία του Σπένσερ κ.ο.κ. Τον 20ό αιώνα τα καλύτερα σονέτα γράφονται στα γερμανικά από τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Σημαίνει αυτό ότι ο πραγματικός κληρονόμος του Πετράρχη τον 20ό αιώνα είναι ένας γερμανόγλωσσος Αυστριακός από την Πράγα; Μα φυσικά, αυτό ακριβώς σημαίνει! (περισσότερα…)

Ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα

Νότος Ρεθύμνου, Λιβυκό πέλαγος, νησιά Παξιμάδια

 

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη, 2021

“Οδός άνω και κάτω μία”, έγραφε ο Ηράκλειτος και η Λίλα Τρουλινού, «κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας», το ίδιο χώμα πατώντας, αυτό που γενεές γενεών ποτίζουν με το αίμα τους άντρες και γυναίκες μιας μυστικής μινωικής ουσίας, με βήματα γερά, μας χαρίζει (μέσα από την έξοχη μορφή που πάντα προσφέρει η «Περισπωμένη» του Σωτήρη Φασούλα) ένα από τα πιο άξια λόγου μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Ένα μυθιστόρημα-ταξίδι προς την ωριμότητα, αφήγηση της συνειδητοποίησης της ταυτότητας και της παρουσίας στον κόσμο δυο ορφανών εφήβων, μέσα από την κάθοδό τους στο σκοτεινό σπήλαιο της ζωής που αναδεικνύεται χώρος μαθητείας με όργανα τόσο τη φαντασία των παραμυθιών όσο και τον οδυνηρό ρεαλισμό της Ιστορίας.

Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο Αγγελής και ο Χρυσάφης, ταξιδεύουν στο χρόνο, από την Ενετοκρατία ως την γερμανική Κατοχή (την κτηνωδία που τόσο πρόθυμα ξεχνάνε οι σταδιοδρόμοι ρεαλιστές), για να αποκαταστήσουν την τάξη της ύπαρξης μέσα στο οδυνηρό χάος της εποχής μας. Η κάθοδος αυτή σε ένα Καθαρτήριο, απαραίτητο βήμα γι’ αυτή την αποκατάσταση, τούτους τους καιρούς της εξαχρείωσης, μοιάζει περιπέτεια. Ποιος είναι τόσο καθαρός για να γίνει κριτής; Μονάχα δυο έφηβοι. Που τολμούν και καταδύονται στο ιστορικό βάθος της Κρήτης, βλέπουν κατάματα ίσκιους και φαντάσματα, ανθρώπους, υπανθρώπους, λέξεις και πράγματα, «όλα θαμμένα κάτω από τη μολυσμένη σκόνη της αχρονίας», χωρίς να χάνουν στιγμή, τον σκοπό τους, να βρουν δρόμους για τον ουρανό και τρόπους για τη γη.

Η Λίλα Τρουλινού ανασταίνει με τόλμη στιγμές, τοπία, μορφές και βλέμματα, λύπες και χαρές. Η γραφή της είναι ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα του λαού μας. Μια διαρκής απρόσμενη αύξηση του βάθους της γραφής αυτής όπου ο συμβολισμός δεν περιορίζεται σε παραστάσεις και δεν ρηχαίνει με κρίσεις λογικές. Η ψυχή μέσα σε ανάερα σχήματα ζει ανεμπόδιστα όλες τις φαντασίες της που αναδεύονται ως τα μύχια των ηρώων ενώ κάθε της χορδή πάλλεται για να δοθεί ολόκληρη στο εφηβικό όνειρό τους. Μια αγωγή προς το θαύμα αυτή η πορεία που δεν γεννά ένα νέο μύθο αλλά την κρυφή δύναμη που γεννά τους μύθους. Μια επιστροφή στη φύση που δίνει στην ψυχή τόνο δημιουργικό για να αποκριθεί στη μουσική που θα τη γεμίσει με αφθονία εξηγήσεων.

Εξαίσια χρήση της λεκτικής γλώσσας μα και της ομιλίας της σιωπής. Ένας ονειρικός οργασμός, ένα εκστατικό βύθισμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν κάθε υλική σύσταση και γίνονται ένα με τον εσώτερο εαυτό μας. Απλό το μυστικό της: στο ύψος της τέχνης δεν οδηγεί η ευφυής κατασκευή αλλά η βύθιση στο αίμα και στο χρόνο. Τα εκφραστικά σύμβολα που αποδίδουν τον εσωτερικό δυναμισμό μιας πλούσιας ζωής και δημιουργούν ένα αισθητικό αποτέλεσμα με πληρότητα και αυτάρκεια. Η εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφοποίηση που φτάνει ως τη σιωπή για να εικονίσει το άρρητο και το ανέκφραστο. Αυτή η γλώσσα μάς καθιστά μάρτυρες ενός δράματος που δεν μπορούμε να το αφήσουμε χωρίς να μιλήσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Σιρίν και Χοσρόης ή ένα λουτρό βιαστικά τελειωμένο

1808375027_2d13f7c50d_o

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πάντα είχα την υποψία ότι η σωτήρια μαγεία της Σεχραζάτ, που πλάνευε τον Σαχριάρ μέχρι το χάραμα της κάθε μέρας, δεν οφειλόταν μοναχά στου λόγου της το παραμυθητικό χάρισμα. Απόδειξη καμιά δεν είχα, αλλά να, μου φαινόταν ελάχιστο το διάστημα που απαιτούσε η αφήγηση των ιστοριών της κάθε νύχτας. Σέβομαι όμως το γεγονός πως τούτη η τελευταία παρθένα της ανονόμαστης (άρα της κάθε πολυάνθρωπης) πολιτείας κατάφερε να κρατήσει για χίλιες και μια νύχτες (δηλαδή ως την αιωνιότητα, την αντεκδικητικά εξιλαστική για τις ισάριθμες αδικοσφαγμένες συμπολίτισσές της) απαραμείωτη την προσήλωση του μυθικού Σάχη και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όμορφο κεφάλι της Σεχραζάτ πάνω στον αλαβάστρινο λαιμό της. Και μιας και λέξη δεν μπορώ να πω για τις άλλες, τις κρυφές κι ανείπωτές της (έτσι κι αλλιώς) χάρες, θα ξεκινήσω τη δική μου ιστόρηση με μιαν απ’ τις μυθικές της αφηγήσεις.

Την τριακοσιοστή ενενηκοστή πρώτη νύχτα λοιπόν, η περσίδα βεζυροπούλα ξετύλιξε την ιστορία του «Κισρά Παρβίζ, της Σιρίν και του ψαρά». Ο βασιλιάς Χοσρόης, Σαχανσάχ της Περσίας αγαπούσε τα ψάρια. Κι έτσι μια μέρα σ’ ένα ψαρά που του δώρισε ένα μεγάλο ψάρι, χάρισε τέσσερις χιλιάδες ντίρχαμ. Σαν τ’ άκουσε αυτό η Σιρίν είπε στον βασιλιά πως έπραξε αστόχαστα γιατί τώρα πια κάθε υπήκοός του θα συγκρίνει την αμοιβή του με το δώρο του βασιλιά στον απλό ψαρά. Και ζήτησε να τον καλέσουν πίσω και να τον ρωτήσει ο πολυχρονεμένος ηγεμόνας ποια ήταν η φύση του ψαριού, αρσενική ή θηλυκή. Σε κάθε πιθανή απάντηση ο βασιλιάς θα έλεγε πως επιθυμούσαν το αντίθετο, ζητώντας έτσι να επιστρέψει πίσω το χρηματικό ποσό που του είχε χαρίσει. Ο φτωχός μα πολυμήχανος ψαράς απηλογήθη πως το ψάρι ήταν σερνικοθήλυκο, κάνοντας τον βασιλιά να ξεκαρδιστεί στα γέλια και να τον φορτώσει με διπλά χρήματα. Για άλλη μια φορά μηχανεύεται κάτι κι επεμβαίνει η Σιρίν, προσπαθώντας να πάρει πίσω τα βασιλικά δωρήματα, αλλά ο απλός μα τετραπέρατος ψαράς καταφέρνει όχι μόνο να ματαιώσει κι αυτή την προσπάθειά της αλλά και ν’ αναγκάσει τον βασιλιά να στείλει ντελάληδες σ’ όλα τα μέρη του βασιλείου του για να βροντοφωνάξουν πως κανενός δεν του πρέπει ν’ αφεθεί να οδηγηθεί από γυναίκεια συμβουλή. Γιατί όποιος ακολουθεί τη συμβουλή τους, χάνει μαζί με το ένα ντίρχαμ κι άλλα δυο. Κι η Σεχραζάτ γλυκά κι ανεπαίσθητα γλίστρησε κι έχωσε την άκρη της ιστορίας του Χοσρόη και της Σιρίν μέσα στην επόμενη, υφαίνοντας ως κι αυτή την αυγή το ατέλειωτο λεκτικό πλεχτό της στης γλώσσας τον αργαλειό τον ακαταπόνητο.

(περισσότερα…)

Ἄθως Δημουλᾶς, Ἄλλη

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

Α Λ Λ Η

Παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη. Και πάλι
παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη πάλι.

Και δεν γνωρίζεις αν είναι άλλοι
οι νικηταί κι οι νικημένοι άλλοι.
Και όλ’ αυτά για μια ζωή άλλη,
μεγάλη και καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Για μια ζωή χωρίς τη ζάλη
από του χρόνου τη σπατάλη.
Χωρίς της τύχης την κραιπάλη.

Χωρίς το φόβο τι θα βγάλει
η μνήμη ή το αύριο. Γι’ άλλη
ζωή. Καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Άλλοτε και Αλλού, 1966
( Τα ποιήματα 1951-1985, Στιγμή 1986, σ. 129 )

 

 

 

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Δ΄: Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Coronation_of_Constantine_VII_as_co-emperor_in_908

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

(περισσότερα…)

Ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

~.~

Για τη ζωγραφική του Δημήτρη Εφέογλου: ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αν σκεφτούμε την παράδοση σαν μια σκυταλοδρομία στη διάρκεια της οποίας η προγενέστερη γενιά δίνει στην επόμενη τη σκυτάλη τότε ο Δημήτρης Εφέογλου εκθέτοντας τα έργα του στη γκαλερί Ζουμπουλάκης δεν μπορεί παρά να νιώθει μια κάποια ικανοποίηση. Αυτή η ικανοποίηση πυροδοτείται από την αναγνώριση ότι ο χώρος που φιλοξενεί μια έκθεση, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χώρος, προϊόν τυχαίας επιλογής, αλλά ένας παράγοντας ιδιαίτερα επιδραστικός στην πρόσληψη του έργου τέχνης. Στην προκειμένη περίπτωση, η γκαλερί Ζουμπουλάκης είναι ένας χώρος δονούμενος από τον παλμό της σύγχρονης δυτικής τέχνης: από τον Ντε Κίρικο, τον Μαξ Ερνστ και τον Ράουσενμπεργκ μέχρι τους δικούς μας, Φασιανό, Μόραλη και Ακριθάκη η γκαλερί Ζουμπουλάκης συστήνει στο ελληνικό κοινό έργα ντόπιων και ξένων ζωγράφων που δεν ακολουθούν πεπατημένες οδούς, αλλά υιοθετώντας καινοτόμα εκφραστικά μέσα ανατρέπουν παραδοσιακές συμβάσεις αναπαράστασης διανοίγωντάς μας —εμάς, τους θεατές— σε έναν ολοένα και πλατύτερο κόσμο οπτικών εμπειριών. Σε αυτή λοιπόν τη σκυταλοδρομία τελευταίος σταθμός είναι ο Δημήτρης Εφέογλου, η ατομική έκθεση του οποίου με τίτλο As I Came Through the Desert Thus It Was διήρκησε από τις 16 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 9 του Οκτώβρη.

Ο τίτλος της έκθεσης είναι απόλυτα χαρακτηριστικός αυτού που προσδιορίζει. Για την ακρίβεια, έχω την αίσθηση ότι τα έργα του Εφέογλου λειτουργούν ως ένα εικαστικά μορφοποιημένο ερμηνευτικό σχόλιο πάνω στον συγκεκριμένο τίτλο. As I Came Through the Desert Thus It Was λοιπόν ‒ σε ελεύθερη μετάφραση: όταν ήρθα από την έρημο έτσι ήταν. Αυτό το «thus it was» ορίζει ουσιαστικά την καλλιτεχνική πρόταση του Εφέογλου. Με τη διαφορά ότι το «έτσι ήταν» μετατρέπεται σε «έτσι είναι», αφού ο παρελθοντικός χρόνος μιας περασμένης εμπειρίας μέσω του έργου τέχνης παροντοποιείται, η απουσία μεστώνεται από την παρουσία: το «ήταν» της βιωμένης περασμένης εμπειρίας μέσω μνημονικών διεργασιών —τι είναι άραγε η τέχνη αν όχι μια άσκηση της μνήμης;— μετρέπεται σε «είναι» ‒ ένα «είναι» ζωντανό, ενσώματο, υλικά παρών, χειροπιαστά σαφές. Πώς είναι λοιπόν καθώς φτάσαμε από την έρημο; Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: ο τίτλος της έκθεσης είναι δανεισμένος από το ποίημα του ρομαντικού ποιητή Τζαίημς Τόμσον, «The City of Dreadful Night», δημοσιευμένο το 1874. Το συγκεκριμένο ποίημα ξεχωρίζει για τον τρόπο που παρουσιάζεται το Λονδίνο του ύστερου 19ου αιώνα. Η πόλη-σύμβολο της Βιομηχανικής Επανάστασης, δεν είναι μια πόλη που προοιωνίζεται την πρόοδο, δεν είναι προάγγελος καιρών ξέγνοιαστων, απαλλαγμένων από τον κάματο της χαμηλά αμειβόμενης χειρωνακτικής εργασίας ‒ τουναντίον, το Λονδίνο απεικονίζεται σαν μια χοάνη, σαν ένα χωνευτήρι ψυχών, ένα σύμβολο απολύτως δηλωτικό της αστικής αποανθρωποποίησης που επιφέρει η πρόοδος της Βιομηχανικής Επανάστασης. Φέρνοντας το ποίημα του Τόμσον στην εικαστική του έκθεση, ο Εφέογλου διεκδικεί τη σύζευξη δυο διακριτών καλλιτεχνικών ιδιωμάτων: ποίηση και ζωγραφική, λεκτικές διεργασίες και οπτικοί όγκοι συνυφαίνονται, ώστε η αλήθεια που παράγεται από το έργο τέχνης να μην περιορίζεται στην επικράτεια της μιας ή της άλλης περιοχής αλλά να εξακτινώνεται και στις δύο ταυτόχρονα. Αλήθεια αδιαίρετη: το έργο διαβάζεται και βλέπεται ταυχρόνα.

Πώς το κατορθώνει όμως αυτό ο καλλιτέχνης; Βάσει ποιων μορφοπλαστικών διεργασιών και τι θέλει τελικά να πετύχει; Γιατί ασφαλώς και θέλει κάτι να πετύχει. Σκέφτομαι συχνά την τέχνη σαν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής: υπάρχουν μάχες, υπάρχουν εχθροί και φίλοι, ζώντες και τεθνεώτες. Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, στόχοι, υπάρχουν κανόνες και πρακτικές ικανές να οδηγήσουν στο τελικό αποτέλεσμα. Ποιος συγγραφέας άραγε, ποιος εικαστικός, ποιος μουσικός συνθέτει απροσχεδίαστα, παρακινούμενος αποκλειστικά από το ένστικτο, συνεπαρμένος από την αυθορμησία της στιγμής; Ακόμα και στις πιο ενστικτώδεις, παρορμητικές καλλιτεχνικές πράξεις —αίτημα που ο Αντρέ Μπρετόν, φερ’ ειπείν, πολύ θα το ήθελε να εφαρμόζεται στα σουρεαλιστικά έργα— είναι αδύνατον να υποστηρίξουμε ότι εκείνο που παράγεται είναι τελικά το αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης, αδιαμεσολάβητης πράξης. Πάντα υπάρχει ένα μορφοποιητικό φίλτρο ‒ ή, καλύτερα, μια συνθεσιακή ικανότητα, χάρη στην οποία το αχανές, φυγόκεντρο υλικό της βιωμένης εμπειρίας τακτοποιείται, αξιοποιείται και εκφράζεται. Αυτή η υψηλής έντασης κεντρομόλος κίνηση, ικανή να συνθέτει αναπλάθοντας το υλικό της εμπειρίας, είναι ουσιαστικά μια από τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία του έργου τέχνης.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Εφέογλου. Όλη η έκθεση χτίζεται σε αντιθέσεις, σε ένα διαρκές παιχνίδι μεταξύ φωτός και σκοταδιού, κρυπτότητας και επιφάνειας ‒ σε ένα παιχνίδι τελικά μεταξύ ζωής και θανάτου. Τα έργα που έχουμε μπροστά μας προϋποθέτουν ακριβώς αυτό το παιχνίδι. Καθόλου τυχαίο, εξάλλου, ότι ο επιμελητής της έκθεσης, Αποστόλης Αρτινός, αναφέρεται στο περιεχόμενο της έκθεσης με τα ακόλουθα λόγια: «Η σιωπή του κόσμου, αυτή η απόσυρση των εικόνων του, ο αποκλεισμός τους, η αδύνατη αναπαράστασή τους».1 Πιο απλά: υπάρχει κάτι που αντιστέκεται, κάτι, που σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, παραμένει ανεικόνιστο, το οποίο όμως παλεύει να ιδωθεί. Τις αντιστάσεις αυτής της διαφεύγουσας πραγματικότητας θα προσπαθήσει να κάμψει ο καλλιτέχνης. Η «σιωπή του κόσμου», για την οποία μιλά ο Αρτινός, ορίζει έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα σε θάνατο και ζωή, ο οποίος όμως διεκδικεί να χαράξει τη δική του επικράτεια. Για αυτό και η σιωπή δεν είναι σιγή, αλλά, μετουσιωμένη στο έργο τέχνης, μετατρέπεται σε μια σιωπή απολύτως ενεργητική, εντελώς ενσώματη. Για να ιδωθεί ωστόσο, για να αποκτήσει μιλιά, πρέπει το σώμα του θεατή να τεθεί σε κίνηση ‒ πρέπει, με άλλα λόγια, το βλέμμα να σωματοποιηθεί. Αρκεί μια περασάδα, μια περασάδα με συχνές στάσεις, οι οποίες θα επιτρέψουν στο βλέμμα να επικεντρωθεί στον ενδιάμεσο εκείνο χώρο που διαγράφουν τα έργα του Εφέογλου. Η προσπάθεια αποκάλυψης ενός νοήματος εξακολουθητικά διαφεύγοντος, θα ήταν αδύνατον να στηθεί με καθαρές μορφές μιας παραστατικής (figurative) απεικόνισης με σαφείς υπαινιγμούς σε εγκόσμια αντικείμενα. Πρόκειται για μια ζωγραφική που παλεύει να απαγκιστρωθεί από τον εξωτερικό κόσμο, ώστε να τον διεκδικήσει εκ νέου, που αξιώνει, με άλλα λόγια, να κάνει πράξη την περίφημη φράση του Πάουλ Κλέε: «η ζωγραφική δεν αναπαράγει το ορατό. Καθιστά κάτι ορατό». Τι καθιστά ορατό, εν προκειμένω, η ζωγραφική του Εφέογλου;

Ο τίτλος της έκθεσης, As I Came Through the Desert Thus It Was, εξειδικεύεται σε μια σειρά έργων με το όνομα One Last Look, ένα τελευταίο βλέμμα, μια ύστατη ματιά πάνω σε κάτι. Πάνω σε τι; Εστιάζουμε αρχικά στο υλικό. Το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου αντανακλάται αρχικά εδώ, στη σημειολογία της ύλης: ζωγραφικές επιφάνειες φτιαγμένες από μεγάλων διαστάσεων διάτρητα χαρτιά —υλικό εύπλαστο, ευάλωτο, τρύπιο, παραδομένο στη φθορά—, τα οποία στην πίσω τους πλευρά είναι επικολλημένα με αλουμινοταινία ‒ υλικό ανθεκτικό με υψηλή αντοχή στη διάβρωση. Ζωγραφισμένη είναι η εμπρόσθια όψη, η καμωμένη από το μη ανθεκτικό υλικό. Το ασημί φόντο καλύπτεται —κάποιος θα έλεγε μουτζουρώνεται— με ακανόνιστες μπλε, μαύρες κάθετες, πλάγιες και οριζόντιες καμπύλες και γραμμές, οι οποίες άλλοτε κυριαρχούν η μια εις βάρος της άλλης, και άλλοτε υποχωρούν από τη βαρυτική έλξη που τους ασκεί το ασημί φόντο. Η διαδρομή του επισκέπτη στη σειρά έργων με τίτλο One Last Look, ολοκληρώνεται —αν μπορεί να πει κανείς ότι μια έκθεση ποτέ ολοκληρώνεται— με την τελευταία ζωγραφική επιφάνεια, στην οποία βλέπουμε το μαύρο χρώμα να έχει κυριαρχήσει. Κατά τη γνώμη μου απολύτως συνειδητά: το ασημί φόντο είναι η περιοχή που εσωκλείει το φως, η φωτισμένη περιοχή στην επικράτεια της οποίας παλεύουν να κυριαρχήσουν το μπλε —χρώμα του καθαρού ουρανού, χρώμα που ξεκουράζει και, που, σύμφωνα με τον Γκαίτε, «υποχωρεί στο βλέμμα»—2 και το μαύρο, χρώμα που μαρτυρά απουσία φωτός. Η επικράτηση του μαύρου στο έργο που ολοκληρώνει την έκθεση θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ένα σχόλιο πάνω στις μεγάλες αντινομίες που κατοικούν στην ανθρώπινη ύπαρξη: ζωή και φως, θάνατος και σκοτάδι. Στα έργα του Εφέογλου βλέπουμε μια προσπάθεια συνύφανσης: η ζωή και το φως δεν εμφανίζονται χωρίς την επίγνωση του θανάτού τους, χωρίς την ενδεχόμενη απουσία τους. Για αυτό και άλλοτε επικρατεί το ένα, άλλοτε το άλλο ‒ και αν στο τέλος αυτό που μένει είναι το μαύρο, αυτό συμβαίνει όχι γιατί ο θάνατος είναι η σιγή του κόσμου, ένα φαινόμενο το οποίο εκμηδενίζει όλα τα άλλα, αλλά γιατί η συγκεκριμένη επιλογή προϋποθέτει την βασανιστική επίγνωση: όλη μας η ύπαρξη είναι ένα «Είναι-προς-Θάνατον». Δηλαδή, και με πιο απλά λόγια: σύνολη η ζωή μας διαμορφώνεται από τη συνεχή παρουσία του θανάτου, από το ενδεχόμενο εμφάνισής του. Ο θάνατος, εν προκειμένω, είναι ο τελικός προορισμός ‒ είναι όμως και η αρχή, το κινούν νήμα. Σε αυτήν την προβολή προς το επικείμενο του θανάτου είναι που επικυρώνεται όμως, όπως λέει και ο Χάιντεγκερ, η υπέρτατη ελευθερία της «Εδωνά-είναι» (Dasein) ύπαρξής μας. Για αυτό και τα έργα του Εφέογλου με τις επιλογές των τίτλων, με τις διακαλλιτεχνικές τους αναφορές, με το στρατηγικό διάλεγμα των υλικών και των χρωμάτων, συνιστούν μια σπουδή στην απώλεια, μια σπουδή στην απώλεια που προϋποθέτει όμως τη δίψα για ζωή, ένα έργο αφιερωμένο στον θάνατο ως επικείμενο —αλλά όχι συντελεσμένο— γεγονός ‒ ένα One Last Look ως μετουσιωμένη, άρα και ένσαρκη, παρουσία.

ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗΣ ΝΙΚΟΣ


1 Βλ. το σχετικό σημείωμα στον κατάλογο της Έκθεσης.

2 Βλ.: Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, Φαινομενολογία της αντίληψης, (μτφρ.: Κική Καψαμπέλη), Αθήνα, Νήσος, 2016, σ. 367.

W. B. Yeats, Ο Πύργος (μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

 

William B. Yeats

Ο ΠΥΡΓΟΣ

Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Ι

Βασανισμένη μου καρδιά, και τι να κάνω
μ’ αυτόν τον παραλογισμό, των γηρατειών
τον κωμικό τον μορφασμό που επάνω
στο πρόσωπό μου ήρθε και κόλλησε καθώς
στον σκύλο η ουρά του;
ποτέ μου φαντασία εγώ
δεν είχα πιο παράφορη, πιο επινοητική,
μάτι κι αυτί που να ποθούν τόσο το αδύνατο –
ούτε παιδί τα καλοκαίρια που σκαρφάλωνα
στη ράχη του Μπεν Μπώλμπεν να ψαρέψω,
τη μέρα την ισόβια να ξοδέψω.
Καιρός η Μούσα μου θαρρώ να τα μαζεύει,
φίλο τον Πλάτωνα ή τον Πλωτίνο αυτή να πιάσει
ωσότου φαντασία, αυτί και μάτι
μ’ επιχειρήματα να τά ’βρουν κι άλλα σχήματα
κομψά· ή ώσπου μια χύτρα σκωπτικά
στα πόδια να τους σκάσει.

 

(περισσότερα…)

Αυτοανθολογούμενοι: Ελένη Σιγαλού

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Ελένη Σιγαλού (Ιωάννινα, 1964) ζει στην Πάτρα όπου εργάζεται ως καθηγήτρια φυσικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το Αλφαβητάρι του Βλέμματος (Ηριδανός, 2013) και Ιουλίου Όχλησις και 61 Χαϊκού (Κουκούτσι, 2016). Έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις.

⸙ ⸙ ⸙

(περισσότερα…)

Αποχαιρετισμός στον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι

Mario Andrea Rigoni (Asiago, 2.6.1948 – Montebelluna, 15.10.2021)

~.~

Στις αληθινές φιλίες –ένα από τα θαύματα της ζωής–
λάμπει ένα αμυδρό φως αιωνιότητας: μόλις γινόμαστε φίλοι
και φαίνεται σαν να ήμασταν από πάντα.

MARIO ANDREA RIGONI, «Fondi di cassetto», 2019

Ανάμεσα στις τόσες πολλές φράσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα που αναδύονται από τη φιλία μου με τον Μάριο, σκέφτομαι αυτόν τον αφορισμό του, τόσο αντιπροσωπευτικό του χαρακτήρα του και των όσων ο ίδιος ήταν ικανός να σου εμπνεύσει από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Αξιαγάπητος, γενναιόδωρος, ευγενής, συμπονετικός, αυθόρμητος και γλυκός σαν παιδί.

Από το 2014 έως σήμερα τον συνάντησα τέσσερις φορές, συχνά μαζί με τη σύζυγό του Λουίζα, στο Μιλάνο, στην Πάντοβα και στην Ελλάδα. Διατηρούσαμε μια αδιάλειπτη επικοινωνία, γραπτή, τηλεφωνική, ακόμη και μέσω skype, μέχρι τις τελευταίες μέρες. Είχα την τιμή και την τύχη να μεταφράσω στα ελληνικά μια επιλογή από αφορισμούς και ποιήματά του, και πρόσφατα τη συλλογή διηγημάτων Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων (Loggia, 2021), την οποία πρόλαβε να δει.

Τούτα τα φτωχά, ασυνάρτητα λόγια μου δεν επαρκούν, γιατί ο Μάριο Αντρέα Ριγκόνι ήταν ένα σπάνιο ον. Εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να ανατρέξω στα λόγια του αγαπητού φίλου κινηματογραφιστή Τζόννυ Κονσταντίνο, ο οποίος γνώρισε τον Μάριο τον Γενάρη του 2020 και έγραψε ένα υπέροχο κείμενο για την συνάντησή τους εκείνη («In compagnia di Rigoni», Il primo amore, 31.1.2020): «Η συνάντηση με τον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι είναι από εκείνες που, στα περιορισμένα όρια μιας ύπαρξης βιωμένης μες στη φωτιά του πάθους, καθιερώνει ένα πρότερον και ένα ύστερον».

Ο Μάριο έφυγε την 15η Οκτωβρίου, μέρα που γιορτάζεται η Αγία Τερέζα της Άβιλα, προστάτιδα των συγγραφέων, μια μυστικίστρια που πιθανόν θα ενέπνεε στον Μάριο άλλο ένα απαστράπτον ποίημα σαν εκείνα που μας άφησε τελευταία.

ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

~.~

~.~

Ντόναλντ Τζάστις – Ρόμπερτ Μπλάυ: Ἕνα παντούμ, ἕνα γκαζάλ

 

Μετάφραση καί σχολιασμός ἀπό τήν ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΖΑΣΤΙΣ

Παντούμ της Μεγάλης Ύφεσης 

Οἱ ζωές μας ἀπέφυγαν τό τραγικό.
Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας,
Δίχως σκοπό, καί δίχως νόημα φανερό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, μικρές καταστροφές.

Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας
Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά τό ἡρωϊκό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, κάποιες καταστροφές.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς μικρολεπτομέρειες.

Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά ἡρωϊσμό.
Συνηθισμένες οἱ γιορτές, συνηθισμένος πόνος.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς λεπτομέρειες.
Πέρ’ ἀπ’ τόν φράχτη, οἱ γείτονες ἦσαν δικός μας χορός. (περισσότερα…)