Month: Οκτώβριος 2021

Ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

Για τη ζωγραφική του Δημήτρη Εφέογλου: ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αν σκεφτούμε την παράδοση σαν μια σκυταλοδρομία στη διάρκεια της οποίας η προγενέστερη γενιά δίνει στην επόμενη τη σκυτάλη τότε ο Δημήτρης Εφέογλου εκθέτοντας τα έργα του στη γκαλερί Ζουμπουλάκης δεν μπορεί παρά να νιώθει μια κάποια ικανοποίηση. Αυτή η ικανοποίηση πυροδοτείται από την αναγνώριση ότι ο χώρος που φιλοξενεί μια έκθεση, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χώρος, προϊόν τυχαίας επιλογής, αλλά ένας παράγοντας ιδιαίτερα επιδραστικός στην πρόσληψη του έργου τέχνης. Στην προκειμένη περίπτωση, η γκαλερί Ζουμπουλάκης είναι ένας χώρος δονούμενος από τον παλμό της σύγχρονης δυτικής τέχνης: από τον Ντε Κίρικο, τον Μαξ Ερνστ και τον Ράουσενμπεργκ μέχρι τους δικούς μας, Φασιανό, Μόραλη και Ακριθάκη η γκαλερί Ζουμπουλάκης συστήνει στο ελληνικό κοινό έργα ντόπιων και ξένων ζωγράφων που δεν ακολουθούν πεπατημένες οδούς, αλλά υιοθετώντας καινοτόμα εκφραστικά μέσα ανατρέπουν παραδοσιακές συμβάσεις αναπαράστασης διανοίγωντάς μας —εμάς, τους θεατές— σε έναν ολοένα και πλατύτερο κόσμο οπτικών εμπειριών. Σε αυτή λοιπόν τη σκυταλοδρομία τελευταίος σταθμός είναι ο Δημήτρης Εφέογλου, η ατομική έκθεση του οποίου με τίτλο As I Came Through the Desert Thus It Was διήρκησε από τις 16 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 9 του Οκτώβρη.

Ο τίτλος της έκθεσης είναι απόλυτα χαρακτηριστικός αυτού που προσδιορίζει. Για την ακρίβεια, έχω την αίσθηση ότι τα έργα του Εφέογλου λειτουργούν ως ένα εικαστικά μορφοποιημένο ερμηνευτικό σχόλιο πάνω στον συγκεκριμένο τίτλο. As I Came Through the Desert Thus It Was λοιπόν ‒ σε ελεύθερη μετάφραση: όταν ήρθα από την έρημο έτσι ήταν. Αυτό το «thus it was» ορίζει ουσιαστικά την καλλιτεχνική πρόταση του Εφέογλου. Με τη διαφορά ότι το «έτσι ήταν» μετατρέπεται σε «έτσι είναι», αφού ο παρελθοντικός χρόνος μιας περασμένης εμπειρίας μέσω του έργου τέχνης παροντοποιείται, η απουσία μεστώνεται από την παρουσία: το «ήταν» της βιωμένης περασμένης εμπειρίας μέσω μνημονικών διεργασιών —τι είναι άραγε η τέχνη αν όχι μια άσκηση της μνήμης;— μετρέπεται σε «είναι» ‒ ένα «είναι» ζωντανό, ενσώματο, υλικά παρών, χειροπιαστά σαφές. Πώς είναι λοιπόν καθώς φτάσαμε από την έρημο; Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: ο τίτλος της έκθεσης είναι δανεισμένος από το ποίημα του ρομαντικού ποιητή Τζαίημς Τόμσον, «The City of Dreadful Night», δημοσιευμένο το 1874. Το συγκεκριμένο ποίημα ξεχωρίζει για τον τρόπο που παρουσιάζεται το Λονδίνο του ύστερου 19ου αιώνα. Η πόλη-σύμβολο της Βιομηχανικής Επανάστασης, δεν είναι μια πόλη που προοιωνίζεται την πρόοδο, δεν είναι προάγγελος καιρών ξέγνοιαστων, απαλλαγμένων από τον κάματο της χαμηλά αμειβόμενης χειρωνακτικής εργασίας ‒ τουναντίον, το Λονδίνο απεικονίζεται σαν μια χοάνη, σαν ένα χωνευτήρι ψυχών, ένα σύμβολο απολύτως δηλωτικό της αστικής αποανθρωποποίησης που επιφέρει η πρόοδος της Βιομηχανικής Επανάστασης. Φέρνοντας το ποίημα του Τόμσον στην εικαστική του έκθεση, ο Εφέογλου διεκδικεί τη σύζευξη δυο διακριτών καλλιτεχνικών ιδιωμάτων: ποίηση και ζωγραφική, λεκτικές διεργασίες και οπτικοί όγκοι συνυφαίνονται, ώστε η αλήθεια που παράγεται από το έργο τέχνης να μην περιορίζεται στην επικράτεια της μιας ή της άλλης περιοχής αλλά να εξακτινώνεται και στις δύο ταυτόχρονα. Αλήθεια αδιαίρετη: το έργο διαβάζεται και βλέπεται ταυχρόνα.

Πώς το κατορθώνει όμως αυτό ο καλλιτέχνης; Βάσει ποιων μορφοπλαστικών διεργασιών και τι θέλει τελικά να πετύχει; Γιατί ασφαλώς και θέλει κάτι να πετύχει. Σκέφτομαι συχνά την τέχνη σαν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής: υπάρχουν μάχες, υπάρχουν εχθροί και φίλοι, ζώντες και τεθνεώτες. Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, στόχοι, υπάρχουν κανόνες και πρακτικές ικανές να οδηγήσουν στο τελικό αποτέλεσμα. Ποιος συγγραφέας άραγε, ποιος εικαστικός, ποιος μουσικός συνθέτει απροσχεδίαστα, παρακινούμενος αποκλειστικά από το ένστικτο, συνεπαρμένος από την αυθορμησία της στιγμής; Ακόμα και στις πιο ενστικτώδεις, παρορμητικές καλλιτεχνικές πράξεις —αίτημα που ο Αντρέ Μπρετόν, φερ’ ειπείν, πολύ θα το ήθελε να εφαρμόζεται στα σουρεαλιστικά έργα— είναι αδύνατον να υποστηρίξουμε ότι εκείνο που παράγεται είναι τελικά το αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης, αδιαμεσολάβητης πράξης. Πάντα υπάρχει ένα μορφοποιητικό φίλτρο ‒ ή, καλύτερα, μια συνθεσιακή ικανότητα, χάρη στην οποία το αχανές, φυγόκεντρο υλικό της βιωμένης εμπειρίας τακτοποιείται, αξιοποιείται και εκφράζεται. Αυτή η υψηλής έντασης κεντρομόλος κίνηση, ικανή να συνθέτει αναπλάθοντας το υλικό της εμπειρίας, είναι ουσιαστικά μια από τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία του έργου τέχνης.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Εφέογλου. Όλη η έκθεση χτίζεται σε αντιθέσεις, σε ένα διαρκές παιχνίδι μεταξύ φωτός και σκοταδιού, κρυπτότητας και επιφάνειας ‒ σε ένα παιχνίδι τελικά μεταξύ ζωής και θανάτου. Τα έργα που έχουμε μπροστά μας προϋποθέτουν ακριβώς αυτό το παιχνίδι. Καθόλου τυχαίο, εξάλλου, ότι ο επιμελητής της έκθεσης, Αποστόλης Αρτινός, αναφέρεται στο περιεχόμενο της έκθεσης με τα ακόλουθα λόγια: «Η σιωπή του κόσμου, αυτή η απόσυρση των εικόνων του, ο αποκλεισμός τους, η αδύνατη αναπαράστασή τους».1 Πιο απλά: υπάρχει κάτι που αντιστέκεται, κάτι, που σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, παραμένει ανεικόνιστο, το οποίο όμως παλεύει να ιδωθεί. Τις αντιστάσεις αυτής της διαφεύγουσας πραγματικότητας θα προσπαθήσει να κάμψει ο καλλιτέχνης. Η «σιωπή του κόσμου», για την οποία μιλά ο Αρτινός, ορίζει έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα σε θάνατο και ζωή, ο οποίος όμως διεκδικεί να χαράξει τη δική του επικράτεια. Για αυτό και η σιωπή δεν είναι σιγή, αλλά, μετουσιωμένη στο έργο τέχνης, μετατρέπεται σε μια σιωπή απολύτως ενεργητική, εντελώς ενσώματη. Για να ιδωθεί ωστόσο, για να αποκτήσει μιλιά, πρέπει το σώμα του θεατή να τεθεί σε κίνηση ‒ πρέπει, με άλλα λόγια, το βλέμμα να σωματοποιηθεί. Αρκεί μια περασάδα, μια περασάδα με συχνές στάσεις, οι οποίες θα επιτρέψουν στο βλέμμα να επικεντρωθεί στον ενδιάμεσο εκείνο χώρο που διαγράφουν τα έργα του Εφέογλου. Η προσπάθεια αποκάλυψης ενός νοήματος εξακολουθητικά διαφεύγοντος, θα ήταν αδύνατον να στηθεί με καθαρές μορφές μιας παραστατικής (figurative) απεικόνισης με σαφείς υπαινιγμούς σε εγκόσμια αντικείμενα. Πρόκειται για μια ζωγραφική που παλεύει να απαγκιστρωθεί από τον εξωτερικό κόσμο, ώστε να τον διεκδικήσει εκ νέου, που αξιώνει, με άλλα λόγια, να κάνει πράξη την περίφημη φράση του Πάουλ Κλέε: «η ζωγραφική δεν αναπαράγει το ορατό. Καθιστά κάτι ορατό». Τι καθιστά ορατό, εν προκειμένω, η ζωγραφική του Εφέογλου;

Ο τίτλος της έκθεσης, As I Came Through the Desert Thus It Was, εξειδικεύεται σε μια σειρά έργων με το όνομα One Last Look, ένα τελευταίο βλέμμα, μια ύστατη ματιά πάνω σε κάτι. Πάνω σε τι; Εστιάζουμε αρχικά στο υλικό. Το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου αντανακλάται αρχικά εδώ, στη σημειολογία της ύλης: ζωγραφικές επιφάνειες φτιαγμένες από μεγάλων διαστάσεων διάτρητα χαρτιά —υλικό εύπλαστο, ευάλωτο, τρύπιο, παραδομένο στη φθορά—, τα οποία στην πίσω τους πλευρά είναι επικολλημένα με αλουμινοταινία ‒ υλικό ανθεκτικό με υψηλή αντοχή στη διάβρωση. Ζωγραφισμένη είναι η εμπρόσθια όψη, η καμωμένη από το μη ανθεκτικό υλικό. Το ασημί φόντο καλύπτεται —κάποιος θα έλεγε μουτζουρώνεται— με ακανόνιστες μπλε, μαύρες κάθετες, πλάγιες και οριζόντιες καμπύλες και γραμμές, οι οποίες άλλοτε κυριαρχούν η μια εις βάρος της άλλης, και άλλοτε υποχωρούν από τη βαρυτική έλξη που τους ασκεί το ασημί φόντο. Η διαδρομή του επισκέπτη στη σειρά έργων με τίτλο One Last Look, ολοκληρώνεται —αν μπορεί να πει κανείς ότι μια έκθεση ποτέ ολοκληρώνεται— με την τελευταία ζωγραφική επιφάνεια, στην οποία βλέπουμε το μαύρο χρώμα να έχει κυριαρχήσει. Κατά τη γνώμη μου απολύτως συνειδητά: το ασημί φόντο είναι η περιοχή που εσωκλείει το φως, η φωτισμένη περιοχή στην επικράτεια της οποίας παλεύουν να κυριαρχήσουν το μπλε —χρώμα του καθαρού ουρανού, χρώμα που ξεκουράζει και, που, σύμφωνα με τον Γκαίτε, «υποχωρεί στο βλέμμα»—2 και το μαύρο, χρώμα που μαρτυρά απουσία φωτός. Η επικράτηση του μαύρου στο έργο που ολοκληρώνει την έκθεση θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ένα σχόλιο πάνω στις μεγάλες αντινομίες που κατοικούν στην ανθρώπινη ύπαρξη: ζωή και φως, θάνατος και σκοτάδι. Στα έργα του Εφέογλου βλέπουμε μια προσπάθεια συνύφανσης: η ζωή και το φως δεν εμφανίζονται χωρίς την επίγνωση του θανάτού τους, χωρίς την ενδεχόμενη απουσία τους. Για αυτό και άλλοτε επικρατεί το ένα, άλλοτε το άλλο ‒ και αν στο τέλος αυτό που μένει είναι το μαύρο, αυτό συμβαίνει όχι γιατί ο θάνατος είναι η σιγή του κόσμου, ένα φαινόμενο το οποίο εκμηδενίζει όλα τα άλλα, αλλά γιατί η συγκεκριμένη επιλογή προϋποθέτει την βασανιστική επίγνωση: όλη μας η ύπαρξη είναι ένα «Είναι-προς-Θάνατον». Δηλαδή, και με πιο απλά λόγια: σύνολη η ζωή μας διαμορφώνεται από τη συνεχή παρουσία του θανάτου, από το ενδεχόμενο εμφάνισής του. Ο θάνατος, εν προκειμένω, είναι ο τελικός προορισμός ‒ είναι όμως και η αρχή, το κινούν νήμα. Σε αυτήν την προβολή προς το επικείμενο του θανάτου είναι που επικυρώνεται όμως, όπως λέει και ο Χάιντεγκερ, η υπέρτατη ελευθερία της «Εδωνά-είναι» (Dasein) ύπαρξής μας. Για αυτό και τα έργα του Εφέογλου με τις επιλογές των τίτλων, με τις διακαλλιτεχνικές τους αναφορές, με το στρατηγικό διάλεγμα των υλικών και των χρωμάτων, συνιστούν μια σπουδή στην απώλεια, μια σπουδή στην απώλεια που προϋποθέτει όμως τη δίψα για ζωή, ένα έργο αφιερωμένο στον θάνατο ως επικείμενο —αλλά όχι συντελεσμένο— γεγονός ‒ ένα One Last Look ως μετουσιωμένη, άρα και ένσαρκη, παρουσία.

ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗΣ ΝΙΚΟΣ


1 Βλ. το σχετικό σημείωμα στον κατάλογο της Έκθεσης.

2 Βλ.: Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, Φαινομενολογία της αντίληψης, (μτφρ.: Κική Καψαμπέλη), Αθήνα, Νήσος, 2016, σ. 367.

W. B. Yeats, Ο Πύργος (μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

 

William B. Yeats

Ο ΠΥΡΓΟΣ

Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Ι

Βασανισμένη μου καρδιά, και τι να κάνω
μ’ αυτόν τον παραλογισμό, των γηρατειών
τον κωμικό τον μορφασμό που επάνω
στο πρόσωπό μου ήρθε και κόλλησε καθώς
στον σκύλο η ουρά του;
ποτέ μου φαντασία εγώ
δεν είχα πιο παράφορη, πιο επινοητική,
μάτι κι αυτί που να ποθούν τόσο το αδύνατο –
ούτε παιδί τα καλοκαίρια που σκαρφάλωνα
στη ράχη του Μπεν Μπώλμπεν να ψαρέψω,
τη μέρα την ισόβια να ξοδέψω.
Καιρός η Μούσα μου θαρρώ να τα μαζεύει,
φίλο τον Πλάτωνα ή τον Πλωτίνο αυτή να πιάσει
ωσότου φαντασία, αυτί και μάτι
μ’ επιχειρήματα να τά ’βρουν κι άλλα σχήματα
κομψά· ή ώσπου μια χύτρα σκωπτικά
στα πόδια να τους σκάσει.

 

(περισσότερα…)

Αυτοανθολογούμενοι: Ελένη Σιγαλού

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Ελένη Σιγαλού (Ιωάννινα, 1964) ζει στην Πάτρα όπου εργάζεται ως καθηγήτρια φυσικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το Αλφαβητάρι του Βλέμματος (Ηριδανός, 2013) και Ιουλίου Όχλησις και 61 Χαϊκού (Κουκούτσι, 2016). Έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις.

⸙ ⸙ ⸙

(περισσότερα…)

Αποχαιρετισμός στον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι

Mario Andrea Rigoni (Asiago, 2.6.1948 – Montebelluna, 15.10.2021)

~.~

Στις αληθινές φιλίες –ένα από τα θαύματα της ζωής–
λάμπει ένα αμυδρό φως αιωνιότητας: μόλις γινόμαστε φίλοι
και φαίνεται σαν να ήμασταν από πάντα.

MARIO ANDREA RIGONI, «Fondi di cassetto», 2019

Ανάμεσα στις τόσες πολλές φράσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα που αναδύονται από τη φιλία μου με τον Μάριο, σκέφτομαι αυτόν τον αφορισμό του, τόσο αντιπροσωπευτικό του χαρακτήρα του και των όσων ο ίδιος ήταν ικανός να σου εμπνεύσει από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Αξιαγάπητος, γενναιόδωρος, ευγενής, συμπονετικός, αυθόρμητος και γλυκός σαν παιδί.

Από το 2014 έως σήμερα τον συνάντησα τέσσερις φορές, συχνά μαζί με τη σύζυγό του Λουίζα, στο Μιλάνο, στην Πάντοβα και στην Ελλάδα. Διατηρούσαμε μια αδιάλειπτη επικοινωνία, γραπτή, τηλεφωνική, ακόμη και μέσω skype, μέχρι τις τελευταίες μέρες. Είχα την τιμή και την τύχη να μεταφράσω στα ελληνικά μια επιλογή από αφορισμούς και ποιήματά του, και πρόσφατα τη συλλογή διηγημάτων Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων (Loggia, 2021), την οποία πρόλαβε να δει.

Τούτα τα φτωχά, ασυνάρτητα λόγια μου δεν επαρκούν, γιατί ο Μάριο Αντρέα Ριγκόνι ήταν ένα σπάνιο ον. Εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να ανατρέξω στα λόγια του αγαπητού φίλου κινηματογραφιστή Τζόννυ Κονσταντίνο, ο οποίος γνώρισε τον Μάριο τον Γενάρη του 2020 και έγραψε ένα υπέροχο κείμενο για την συνάντησή τους εκείνη («In compagnia di Rigoni», Il primo amore, 31.1.2020): «Η συνάντηση με τον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι είναι από εκείνες που, στα περιορισμένα όρια μιας ύπαρξης βιωμένης μες στη φωτιά του πάθους, καθιερώνει ένα πρότερον και ένα ύστερον».

Ο Μάριο έφυγε την 15η Οκτωβρίου, μέρα που γιορτάζεται η Αγία Τερέζα της Άβιλα, προστάτιδα των συγγραφέων, μια μυστικίστρια που πιθανόν θα ενέπνεε στον Μάριο άλλο ένα απαστράπτον ποίημα σαν εκείνα που μας άφησε τελευταία.

ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

~.~

~.~

Ντόναλντ Τζάστις – Ρόμπερτ Μπλάυ: Ἕνα παντούμ, ἕνα γκαζάλ

 

Μετάφραση καί σχολιασμός ἀπό τήν ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΖΑΣΤΙΣ

Παντούμ της Μεγάλης Ύφεσης 

Οἱ ζωές μας ἀπέφυγαν τό τραγικό.
Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας,
Δίχως σκοπό, καί δίχως νόημα φανερό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, μικρές καταστροφές.

Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας
Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά τό ἡρωϊκό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, κάποιες καταστροφές.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς μικρολεπτομέρειες.

Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά ἡρωϊσμό.
Συνηθισμένες οἱ γιορτές, συνηθισμένος πόνος.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς λεπτομέρειες.
Πέρ’ ἀπ’ τόν φράχτη, οἱ γείτονες ἦσαν δικός μας χορός. (περισσότερα…)

Mikvé

 

της ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

Στην παλιά πόλη του Μονπελλιέ, στη Γαλλία, υπάρχει ένα μεσαιωνικό εβραϊκό καθαρτήριο λουτρό, ένα Mikvé, που χρονολογείται γύρω στον 12ο με 13ο αιώνα. Δεν χρησιμοποιείται σήμερα. Ο επισκέπτης το βλέπει μόνο ως μνημείο του παρελθόντος. Είναι χτισμένο έτσι, ώστε το πιο βαθύ σημείο του να επικοινωνεί με υπόγειο ποτάμι. Το νερό διαπερνά τις πέτρες της θεμελίωσης.

MIKVÉ

Λάμπει πράσινο το νερό
πάντα στη μνήμη
στενή πέτρινη σκάλα
υγρή και γλιστερή
βαριά πελεκημένα κομμάτια πέτρας
με λείο ανάγλυφο μέτωπο
καμάρες και παραπέτα
μικρά πλαϊνά χωρίσματα

Κατεβαίνω προσεκτικά τη σκάλα
γυμνά πέλματα
περνούν μπροστά μου
μαλακά βήματα
αστράγαλοι ευκίνητοι
λεπτά άσπρα υφάσματα
καταβύθιση στο πράσινο νερό

Το υπόγειο ποτάμι
δεν αφρίζει
δεν κυλάει βράχους και άμμο
διαπερνάει τις πέτρες σιωπηλό
διαπερνάει το έδαφος
το υπόγειο ποτάμι
ανεβαίνει
δε βιάζεται
δε φοβάται τα χρόνια
μέρες και μέρες και μέρες
δε φοβάται τη στέρηση
δικά του φώτα
περνούν κάτω
στα παλιά θεμέλια της πόλης

Εκείνη η κόρη
έμπαινε με ήρεμες κινήσεις στο νερό
χιτώνας σφιχτά υφασμένος
μαύρα πλεγμένα μαλλιά

Δεν έχει αρώματα
λουλούδια
μουσικές
αντανακλάσεις της φωτιάς

Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Μπαίνουν βαθιά
κατεβαίνουν
απλώνονται
αντηχούν στις καμάρες
Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Θα τις περάσει
πράσινες
μαζί του
από τους πόρους της γης και της πέτρας
Θα τις απλώσει
στα υπόγεια ρεύματα
πέρα από τα παλιά θεμέλια
πέρα από χρόνους
μέρες και μέρες και μέρες
Μυστικές λέξεις του μυαλού
αντηχούν στις καμάρες.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

 

 

Επιστροφή στην κανονικότητα

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί για την πλειοψηφία των Ελλήνων το στερεότυπο εκείνο που κυριαρχεί στις ημερήσιες συζητήσεις τους και στοιχειώνει τα νυχτερινά τους όνειρα. Παράλληλα αποτελεί μόνιμη επωδό των άνευ σημασίας ρητορειών των πολιτικών κομμάτων.

Αν δεχτούμε ότι ως στερεότυπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε σε γενικές γραμμές «μια εμβριθή παρατήρηση της οποίας η ουσιαστική αλήθεια έχει αμβλυνθεί από την επανάληψη» (Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία, Πόλις, 2021), γίνεται άμεσα αντιληπτό κάτι πολύ απλό: η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη συζήτηση που η (όποια) αλήθεια της έχει ξεφτίσει. Έχει κουράσει. Έχει μετατραπεί σε ένα σλόγκαν, τελικά, άνευ περιεχομένου και επομένως στην πραγματικότητα δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον σημαίνει ό,τι ο καθένας έχει στο μυαλό του.

Στην πραγματικότητα η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα», δεν συνδέεται καθόλου με το παρελθόν – κάτι που υπονοείται μέσω του ουσιαστικού «η επιστροφή»– αλλά με το μέλλον.

Γιατί όμως δεν λέγεται αυτό με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται μια λέξη που δηλώνει την επαναφορά κάποιας παρελθούσης περιόδου; Με παιγνιώδη τρόπο αφήνει να υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων η ελπίδα – το τελευταίο στοιχείο που υπάρχει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας– για μια επιστροφή σε μια ακαθόριστη εποχή όπου ο καθένας μπορεί να φαντασιώνεται ότι η ζωή του ήταν καλύτερη από ότι είναι σήμερα.

Ο πιο πιθανός λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, στην άδηλη και αβέβαιη μελλοντική «κανονικότητα» που συνεχώς εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Αυτή πρέπει με κάποιο τρόπο να συνδεθεί με το παρελθόν αλλά και συγχρόνως να αποκοπεί από αυτό δημιουργώντας μέσω των συμβολικών μηχανισμών μια παραμόρφωση της εν εξελίξει συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά κάποιο πολιτικό κόμμα, κάποια οργάνωση πολιτών, αφορά και είναι πολύτιμη για ένα ετερόκλητο, άμορφο συνασπισμό συμφερόντων που φροντίζει ιδιαίτερα να συγκαλύπτει τις προθέσεις του.

Καμμιά κοινωνική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται χωρίς να έχει προαγγελθεί, προετοιμαστεί και διευκολυνθεί από ένα σύνολο μικρότερων αλλαγών, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες στην ιστορική καθημερινότητα.

Αυτές οι μικρές αλλαγές περνούν απαρατήρητες διότι καλύπτονται από την εντύπωση ότι αποτελούν θετικές και προοδευτικές απαντήσεις στις νέες ιστορικές προκλήσεις, μια αίσθηση προερχόμενη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, και όταν τελικά «επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» (August Comte, Έκκληση στους συντηρητικούς, Καστανιώτης, 2000).

Όμως όταν εγκαθίσταται, πλέον, ως κυρίαρχη η κοινωνική αλλαγή, η ιστορία έχει πάρει το δρόμο της. Το ουσιαστικό είναι η ιδεολογική ματιά να έχει κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

 

 

Γιώργης Μανουσάκης, Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι μικρὸ ἀπόσπασμα (σελίδες χειρογράφου 341-348) ἀπὸ ἀνέκδοτο δίτομο χειρόγραφο βιβλίο ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997, μετὰ τὰ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία (μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν) τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996. Ὁ πρῶτος χειρόγραφος τόμος (σελίδες 367, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη. Ὁ δεύτερος τόμος (σελίδες 261, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι. Ὁ τίτλος τῆς παρούσας δημοσίευσης εἶναι τῆς ἐπιμελήτριας.

⸟  ⸞  ⸟

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἡ Piazza di Spagna, μιὰ πλατεία σχετικὰ μικρὴ χωρὶς τίποτα τὸ ξεχωριστό, σοῦ χαρίζει τὴ μοναδικὴ θέα τῆς Scalinata, ποὺ στὴν κορφή της ὑψώνεται ἡ ἐκκλησία τῆς Trinita dei Monti. Εἶναι καλοκαίρι καὶ λείπουν οἱ γλάστρες μὲ τὰ κόκκινα καὶ κίτρινα λουλούδια. Ἡ φαρδιὰ σκάλα ἀνεβαίνει γυμνὴ κι ἀστόλιστη. Κοντοστέκεται στὰ τρία κεφαλόσκαλα, χωρίζεται σὲ δυό, σμίγει στὸν πρῶτο ἐξώστη μὲ τὰ κολονάκια γιὰ νὰ ξαναχωριστεῖ μπροστὰ στὸν τοῖχο μὲ τὸν ὀβελίσκο κι ἀγκαλιάζοντας τὴν πλατειούλα, ποὺ σχηματίζεται μπροστὰ καὶ χαμηλότερα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, συνεχίζει τὴν ἄνοδο, ὥσπου νὰ ἑνωθοῦν οἱ δυὸ βραχίονές της ὁριστικὰ μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Ἡ κλίμακα μὲ τὰ διάφορα ἐπίπεδά της, πλαισιωμένη ἀπὸ παλιὰ χτήρια, μὲ τὰ δίδυμα καμπαναριά τῆς Trinita dei Monti νὰ προβάλλεται στὸν οὐρανό, σχηματίζει μιὰ γοητευτικὴ σκηνογραφία. Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ τόσοι ντόπιοι καὶ ξένοι ἀνεβαίνουν καὶ κατεβαίνουν ἀδιάκοπα, σταματοῦνε στοὺς ἐξῶστες ν’ ἀπολαύσουν τὴ θέα ἢ κάθονται στὰ σκαλοπάτια νὰ ξεκουραστοῦν. Ἀπὸ ’δῶ δὲν περνοῦν αὐτοκίνητα κι ὅλος ὁ χῶρος ἀνήκει στοὺς περιπατητές.

Μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία χτίστηκε τὸ 1495 γιὰ τοὺς Γάλλους καθολικοὺς τῆς Ρώμης, ἔπειτα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας Καρόλου τοῦ Ζ΄, κι ἡ Scaleria ἔγινε τὸ 1723 ἀπὸ τὸ Γάλλο πρεσβευτὴ ποὺ δαπάνησε καὶ τ’ ἀνάλογα χρήματα, ἡ πλατεία πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὸ Palazzo di Spagna ποὺ οἰκοδομήθηκε τὸ 17ο αἰώνα στὴ νοτιοδυτικὴ γωνιά της καὶ στέγασε τὴν ἱσπανικὴ πρεσβεία.

Ἡ περιοχὴ τῆς Πλατείας ἤτανε παλιότερα τόπος συγκεντρώσεων καὶ διαμονῆς ποιητῶν καὶ καλλιτεχνῶν. Ἐδῶ γύρω κατοικήσανε κατὰ καιροὺς ὁ Ροῦμπενς, ὀ Μπάυρον, ὁ Τέννυσον, ὁ Λίστ, ὁ Βάγκνερ, ὁ Μπαλζάκ, ὁ Σταντάλ. Σ’ ἕνα σπίτι, δεξιὰ τῆς σκάλας πέθανε ὁ Τζὸν Κὴτς τὸ 1821 στὰ εἰκοσιέξι του χρόνια. Τὸν τραβοῦσε κι αὐτὸν ἡ γοητεία τῆς Μεσογείου, ὅπως καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους κορυφαίους ἄγγλους ρομαντικούς, τὸν Μπάυρον καὶ τὸν Σέλλεϋ, ποὺ ἀφήσανε τὴν τελευταία  πνοή τους στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ἰταλία. Γιὰ τὸν Κὴτς συνέτρεχε κι ἕνας πρόσθετος λόγος. Ἀναζητοῦσε τὸ μεσογειακὸ ἥλιο, μήπως καὶ γιατρευτεῖ ἀπὸ τὴ φυματίωση ποὺ ἔπασχε. Ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ φίλου του Τζόζεφ Σέβερν, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Ρώμης. Εἶχε συναίσθηση τῆς κατάστασής του ὅταν ἔλεγε: «Ζῶ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ νιώθω κιόλας τὰ λουλούδια νὰ φυτρώνουν ἀπὸ πάνω μου». (περισσότερα…)

Το δαχτυλίδι του Μαρδόνιου

 

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ

Αγόραζε αγαθά πολυτελή,
χρεώνοντας λογαριασμό του ζάπλουτου συζύγου της
και τα επέστρεφε την άλλη μέρα
εισπράττοντας μέρος της αξίας σε χρήμα.
Μια μέρα έτυχε στης Νέας Υόρκης το Τίφανυς
να δει πολύτιμο δαχτυλίδι «του Μαρδονίου», βαρύ,
πρώτο, στων αρχαιοπρεπών κομματιών τη συλλογή.

Σχήμα ασπίδας, κρύσταλλοι ακριβοί, δέσιμο από χρυσό,
στο κέντρο σμαράγδι αστραφτερό
με σκαλισμένο τον περσικό λέοντα.
Ο πωλητής θαρρεί πως το θέλει για δώρο
στον μακρινό Έλληνα σύζυγο.
Επαινεί τα πετράδια, επιμένει γλυκομίλητα:
«Δαχτυλιδιού του Μαρδονίου αντίγραφο πιστό
λαφύρου των Ελλήνων στων Πλαταιών τη μάχη.
Το πρωτότυπο υπάρχει σε μουσείο ιδιωτικό».
Εκείνη το αγοράζει και την επομένη το επιστρέφει,
όμοια σαν κάθε τι άλλο που πήρε.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Ἀναστάσης Βιστωνίτης, The Raven

 

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

T H E   R A V E N

Στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου τὸ κρύο φῶς τοῦ δωματίου,
κόκκινες πληγὲς τὰ μάτια καρφωμένα στὸ κενό,
στὸ ταβάνι μαῦρο στίγμα καὶ τὸ στῆθος μου ἕνα ρῆγμα,
δηλητηριῶδες μεῖγμα στὸ ποτήρι τὸ νερό –
σπάζουν γύρω μου τοπία μ’ ἕναν πορφυρὸ σπασμό.

Σώματα πελεκημένα καὶ ποτάμια παγωμένα,
πρόσωπα μεταφερμένα σ’ ἕνα μέλλον σκοτεινό,
χάνονται μακριὰ τὰ φῶτα κι ἔχω ἀκάλυπτα τὰ νῶτα –
κομματιάζουνε τὴν πόρτα μ’ ἕναν ξέφρενο ρυθμό.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόβο ποὺ μὲ σπρώχνει στὸ κενό.

Τὸ πουλί, βαλσαμωμένο, μοῦ φωνάζει: «Περιμένω
ἕνα χτύπημα στὸ χρόνο, μιὰ ἄγρια νεροποντή».
Πρὶν ἐτούτη ἡ νύχτα λήξει κάποιο χέρι θὰ μὲ πνίξει
καὶ μὲ φόβο θὰ τυλίξει τὴν αὐριανὴ ἀστραπή.
Δίχως φῶς καὶ δίχως χρῶμα θὰ μὲ θάψουν τὴν αὐγή;

Ἀπαντῶ στὸν ἑαυτό μου: «Εἶσαι γέννημα τοῦ τρόμου,
παραλήρημα τοῦ ἀνέμου ποὺ σφυρίζει στὰ κλαδιά,
στάχτη μιᾶς φωτιᾶς σβησμένης, τίποτε δὲν περιμένεις,
γέννημα τῆς πεθαμένης νύχτας ποὺ σὲ κυνηγᾶ».
Λύκοι ἀπ’ τὸ Βορρὰ θὰ σπείρουν αὔριο δόντια καὶ σκουριά.

Ἄνοιξη κομματιασμένη καὶ στ’ ἀγρίμια μοιρασμένη,
πέφτουν τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων καὶ παγώνουν οἱ πηγές,
ἔτσι ἡ λύπη μου φυτρώνει πάνω σ’ ἕνα ὑγρὸ σεντόνι,
ἔτσι ἡ λύπη μου ματώνει τῶν ματιῶν μου τὶς πληγές.
Ζῶ σ’ ἕνα παρὸν ἀβέβαιο κι ἕνα σπαραγμένο χθές.

Τὸ πουλί, ἀναστατωμένο, μοῦ φωνάζει: «Κατεβαίνω
ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ θανάτου κι ἀπ’ τὴ χώρα τῆς ὀργῆς».
Τρίζουν πόρτες καὶ σανίδια, μπαίνουν ἀπ’ τὶς τρύπες φίδια,
πέτρες, σίδερα, σκουπίδια καὶ μαχαίρια τῆς σφαγῆς.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόνο καὶ τὴν τρέλα τῆς φυγῆς.

Ἔτσι πέθανε τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπίδα τῶν ἀγγέλων
ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ πένθος γιὰ νὰ βάψουν τὰ φτερά.
Τρόμος ἔγινε ἡ γαλήνη καὶ τὰ χρώματα μοῦ σβήνει,
γύρω γύρω ἡ νύχτα στήνει τὰ τρελά της σκηνικά –
ὁ οὐρανὸς μοῦ δείχνει νέφη καὶ τὴ σάπια του καρδιά.

Πέφτουν στὸ θολὸ μυαλό μου τὰ πηχτὰ νερὰ τοῦ δρόμου,
μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τρέχουν τῶν ἐπίπλων οἱ σκιές,
εἶμαι μόνος μου, κρυώνω καὶ τὴν τρέλα μου πυκνώνω
σ’ ἕνα μεθυσμένο χρόνο πού ’χει γύρω του γραμμὲς
μπερδεμένες μὲς στὸ χῶρο καὶ σ’ ἀνώνυμες φωνές.

Ἕνα φῶς σκελετωμένο, βλέμμα κάποιου κρεμασμένου
μὲ τὰ μάτια πεταγμένα πρὸς τὸ μέλλον καὶ σκληρά,
σὰν ἐξογκωμένος φόνος πέφτει στὴ ζωή μου ὁ χρόνος,
σὲ μιὰ κάμαρα εἶμαι μόνος μ’ ἐφιάλτες καὶ σφυριὰ
κι ἕνα ἐβένινο κοράκι κρώζει καὶ σκορπάει φτερά.

Δὲν μπορῶ να σὲ ρωτήσω. Ἀπὸ τὸ παρόν σου πίσω
κρύβεται, πουλί, μιὰ λάμψη καὶ μιὰ μέθη ἀπὸ φωτιά.
Φιμωμένος στὴ σιωπή μου, χτυπημένος στὴ στοργή μου,
μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐρήμου ποὺ σκοτώνει τὰ φυτὰ
ταξιδεύω σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν γέννησε πουλιά.

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ

Alone. Ποιήματα στον Ε. Α. Poe, 1975
(τώρα στα Ποιήματα 1971-2008, Καστανιώτης, σ. 79-81)