Μήνας: Απρίλιος 2018

Ειρήνη Γιαννάκη, Ομόνοια

 

ομονοια

~.~

I
ΠΑΡΟΔΟΣ

Νομίζω όλα αρχίσανε μία μέρα στο σχολείο
όταν μου δώσαν να φορέσω μια κορδέλα που ’γραφε ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
κι είπα δεν θέλω αυτόν τον ρόλο
δώστε μου μια ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
διψάει για δράμα η πλατεία.

~ . ~


ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

Μία μέρα που δεν θα το περιμένει κανείς
θα σταματήσουν όλα να γυρνούν στην πλατεία
θα παγώσουν οι περαστικοί, τα αμάξια, οι μηχανές
θα αλλάξουν φορά τα λεωφορεία
το πλήθος θα κάνει αναστροφή
τα τρόλεϊ θα βγουν σε οπισθοπορεία
θα αναδιπλωθούν στα έγκατα οι στοές
οι σήραγγες θα γεμίσουν με χώμα
το μετρό δεν θα ’ναι μέλλον βροντερό
θα ’ναι πρωταπριλιάτικο ψέμα
θα αναβλύσουν οι πίδακες νερό
θα γεμίσουν χλόη τα παρτέρια
ο κύκλος θα γίνει γωνιακός
θα μπουν σε τροχιά περιστέρια.
Θα επιστρέψουν τότε οι Μούσες κι οι εννιά
και θα μοιάζουν όλα όπως πρώτα
όμως θα υπάρχει μια διαφορά
θα στηθεί στο κέντρο η Καλλιόπη αυτή τη φορά
με μία επιγραφή στη βάση να μαρτυρά
πως οι έσχατοι έσονται πρώτοι.

~ . ~

III
ΕΞΩΣΤΗΣ

Τσαμπιά σταφύλια στα μπαλκόνια
Στο Μπάγκειον περιπολούν στρατιώτες
Στη μια γωνιά σμήνος μελίσσι
Στην άλλη η ερημιά γλείφει τα τείχη

Σε περιμένω τρεις αιώνες
Ντυμένη τη στολή του ναύτη
Στον Μέγα Αλέξανδρο χάσκουν κολώνες
Κι είναι το βλέμμα μου ο αποστάτης

Για να με δεις έχω ανατείλει
Στο πάλκο σαν την Εσκενάζυ
Έχω υψωθεί σαν καπνοστήλη
Στην Πνύκα ίσα που χαράζει

’Κει που ’ταν τότε ο Μπακάκος
Μία μαύρη τρύπα πίσσα στάζει
Στην Πανεπιστημίου μία σβούρα αρπάζει
ανθρώπους, λέξεις, περιλήψεις

μα πέντε δρόμους παραπέρα
Είσαι ω είσαι της απόβασης η λαμπερή ημέρα.
Είσαι μία σφαίρα που τρυπάει την καρδιά μου πέρα ώς πέρα
Μα πριν θρυμματιστεί, ένα αχ από ηδονή αφήνει στον αέρα.

~ . ~

ΙV
ΑΥΛΑΙΑ

Αχ, άσε με να δω λιγάκι από το παραπέτο στην πλατεία
λένε πως κάτω γίνεται σφαγή για μια καλή ταξιθεσία.
Αχ, άσε να διαβώ τα οδοφράγματα να νιώσω λίγη οχλαγωγία
η μάνα μου αντί για παραμύθια μού ’λεγε μια βρώμικη προϊστορία.

Αχ, άσε με, λιγάκι, άσε με να δω το πρόσωπό μου στο πηγάδι
λένε πως έχει αφοδεύσει εκεί για τα καλά η ιστορία σκοτάδι.
Στο υπόσχομαι δεν θα πετρώσω ούτε θα ψάξω λούστρο για ψεγάδι
μέδουσα και καρυάτιδα αν με δω μαζί, κάτω απ’ το ίδιο το μαγνάδι.

~ . ~

V
ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Θα καταλάβεις πατρίδα τι είναι
όταν θα δεις του δήμου την καρότσα
που ’ρχεται πτώματα για να περισυλλέξει
θα καταλάβεις πατρίδα τι είναι
όταν θα δεις μικρούς θεούς κυνηγημένους
από Ερινύες σε εσέ να έχουν προστρέξει
όταν τα χέρια από το πλήθος το βουβό
θα σε έχουν στα κλαδιά τους περιπλέξει
θα ξέρεις πια πατρίδα είναι
μία ψωραλέα λέξη
…….μία αβυσσάλεα έξη
όταν η πρώτη ριπή σε χαϊδέψει
όταν τα πρώτα κεφάλια να αιωρούνται δεις
θα ξέρεις πια πατρίδα είναι
 …….μία φαντασμαγορία καθ’ έξιν.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

 

ομονοια

Advertisements

Βισλάβα Συμπόρσκα, Πώς να (και να μη) γράφεις ποίηση

Szymborska

~.~

Συμβουλές μιας νομπελίστριας προς επίδοξους ποιητές

μετάφραση: Ιωάννης Αβραμίδης

Από τη στήλη της στην πολωνική εφημερίδα Λογοτεχνική Ζωή, η νομπελίστρια ποιήτρια Βισλάβα Συμπόρσκα για χρόνια απαντούσε σε επιστολές απλών αναγνωστών που της έστελναν τα ποιήματά τους. Μια επιλογή αυτών των απαντήσεων σε μετάφραση Clare Cavanagh δημοσιεύθηκε από το Poetry Foundation στα αγγλικά, απ’ όπου και η ελληνική απόδoση.

Στον Ηλιόδωρο από το Πρζέμυσλ: «Γράφεις “ξέρω ότι τα ποιήματά μου έχουν πολλά ψεγάδια, αλλά και τι έγινε; Δεν πρόκειται να κάτσω να τα διορθώσω.” Γιατί έτσι, Ηλιόδωρε; Μήπως επειδή θεωρείς την ποίηση τόσο ιερή; Ή μήπως την νομίζεις ασήμαντη; Και οι δύο τρόποι ν’ ἀντιμετωπίζεις την ποίηση είναι εσφαλμένοι και, το χειρότερο, απαλλάσσουν τον αρχάριο ποιητή από την υποχρέωση να δουλεύει πάνω στους στίχους του. Το να λέμε στην παρέα μας ότι μας κατέλαβε η έμπνευση του βάρδου την Παρασκευή στις 2:45 μ.μ. και άρχισε να ψιθυρίζει μυστηριακά απόκρυφα στο αυτί μας με τέτοια ένταση που μόλις και προλάβαμε να τα καταγράψουμε, ακούγεται ευχάριστο και προσφέρει ικανοποίηση. Αλλά στο σπίτι, πίσω από τις κλειστές πόρτες, διορθώνουμε επιμελώς, διαγράφουμε και αναθεωρούμε αυτά που διατυπώσαμε με άλλες λέξεις. Οι εμπνεύσεις είναι ωραίες και εκλεπτυσμένες, αλλά ακόμη και η ποίηση έχει την πεζή της πλευρά.»

Στον Χ.Ο., επίδοξο μεταφραστή: «Ο μεταφραστής δεν είναι υποχρεωμένος να μένει πιστός μόνο στο κείμενο. Οφείλει επίσης να αναδεικνύει τη συνολική ομορφιά της ποίησης διαφυλάσσοντας τη μορφή της και διατηρώντας με όση πληρότητα είναι δυνατόν το πνεύμα και το ύφος της εποχής».

Στη Γκράζυνα από το Σταραχοβίτσε: «Ας αφήσουμε τα φτερά κι ας δοκιμάσουμε να γράψουμε πατώντας στο έδαφος, τι λες;»

Στον κ. Γ. Κρ. από τη Βαρσοβία: «Χρειάζεστε καινούργιο στυλό. Αυτό που χρησιμοποιείτε κάνει πολλά λάθη. Θα είναι αλλοδαπό».

Στον Πήγασο (sic) από το Νιεπολομίτσε: «Με ρωτάς με ρίμες αν η ζωή μάς καταλαβαίνει (sic). Το λεξικό μου απαντάει αρνητικά.

Στον κ.  Κ.Κ. από το Μπύτομ: «Μεταχειρίζεσαι τον ελεύθερο στίχο σαν ανοιχτό στα πάντα. Αλλά η ποίηση (παρά τα όσα λέμε) είναι, ήταν και θα είναι πάντα παιχνίδι. Και όπως κάθε παιδί γνωρίζει, όλα τα παιχνίδια έχουν κανόνες. Γιατί λοιπόν μεγαλώνοντας να το ξεχνάμε;»

Στην Πούσκα από το Ράντομ: «Ακόμη κι η ανία θα ’πρεπε να περιγράφεται με γούστο. Πόσα πράγματα συμβαίνουν σε μια μέρα που δεν συμβαίνει τίποτε;»

Στον Μπολέσλαβ Λ-κ. από την Βαρσοβία: «Η υπαρξιακή σου οδύνη εύκολα καταλήγει σε μικρολογία. Χορτάσαμε απόγνωση και ζοφερά βάθη. “Oι βαθυστόχαστες σκέψεις” , λέει ο αγαπητός Τόμας (ο Μαν φυσικά, ποιος άλλος;) “θα ’πρεπε να μας προκαλούν μειδίαμα”. Διαβάζοντας το ποίημά σου «Ωκεανός» βρεθήκαμε να παραδέρνουμε σε μια μικρή λιμνούλα. Καλύτερα να θεωρείς τη ζωή σου μια αξιοσημείωτη περιπέτεια που σου συνέβη. Αυτή είναι και η μοναδική μας συμβουλή προς το παρόν.»

Στον Μάρεκ, επίσης από τη Βαρσοβία: «Έχουμε μια αρχή, ότι όλα τα ποιήματα για την άνοιξη αποκλείονται αυτομάτως. Το θέμα αυτό δεν υπάρχει πια στην ποίηση. Εξακολουθεί, φυσικά, να ευδοκιμεί στην ίδια τη ζωή. Aλλά πρόκειται για δυο ξεχωριστά πράγματα.»

Στον Μπ. Λ. από τα προάστια του Βρότσλαβ: «Ο φόβος για τον άμεσο λόγο, η σταθερή, επίμονη προσπάθεια να εκφράσετε τα πάντα με μεταφορές, η συνεχής ανάγκη ν’ αποδεικνύετε σε κάθε στίχο ότι είστε ποιητής: Αυτές είναι οι ανησυχίες που κατατρύχουν κάθε εκκολαπτόμενο βάρδο. Είναι, ωστόσο, ιάσιμες, αν διαγνωσθούν εγκαίρως.»

Στον Ζμπ. από το Πόζναν: «Κατορθώσατε να στριμώξετε περισσότερες υψήγορες λέξεις σε τρία μικρά ποιήματα από ό,τι οι περισσότεροι ποιητές σε όλη τους τη ζωή. “Πατρίδα”, “αλήθεια” , “ελευθερία” , “δικαιοσύνη”: λέξεις σαν αυτές δεν είναι ανέξοδες. Τις διαρρέουν πραγματικοί ποταμοί αίματος που το μελάνι δεν μπορεί να απομιμηθεί.»

Στον Μιχάλ από το Νόουι Ταργκ: «Ο Ρίλκε απέτρεπε τους νέους ποιητές από τα μεγάλα, σαρωτικά θέματα, αφού είναι τα πλέον δύσκολα και απαιτούν μεγάλη καλλιτεχνική ωριμότητα. Τους συμβούλευσε να γράφουν γι’αυτά που βλέπουν γύρω τους, για το πώς ζουν την κάθε μέρα, για το τι χάθηκε, τι βρέθηκε. Tους ενθάρρυνε να κομίσουν στην τέχνη τους ό,τι μας περιβάλλει: εικόνες ονείρων, αξιομνημόνευτα αντικείμενα  “Αν η καθημερινή ζωή σου μοιάζει φτωχή”, έγραφε, “μη κατηγορείς τη ζωή. Τον ίδιο σου τον εαυτό να κατηγορείς. Απλώς δεν είσαι αρκετά ποιητής ώστε να αντιληφθείς τον πλούτο της”. Ίσως αυτή η συμβουλή να σας φαίνεται κοινότοπη κι εξυπνακίστικη. Γι’ αυτό επικαλεστήκαμε προς υποστήριξή μας έναν από τους πιο εσωτεριστές ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας – παρατηρήστε απλώς πώς εγκωμίασε τα λεγόμενα ποιήματα της καθημερινότητας.»

Στην Ούλα από το Σόποτ: «Έναν ορισμό της ποίησης σε μια πρόταση – εντάξει. Γνωρίζουμε τουλάχιστον πεντακόσιους ορισμούς, αλλά κανένας τους δεν μας δίνει την εντύπωση του ακριβούς και αρκούντως περιεκτικού συγχρόνως. Καθένας τους εκφράζει το γούστο της δικής του εποχής. H έμφυτη επιφυλακτικότητα μας εμποδίζει να επιχειρήσουμε μόνοι μας έναν καινούργιο. Αλλά θυμηθείτε τον χαριτωμένο αφορισμό του Καρλ Σάντμπουργκ: “Ποίηση είναι το ημερολόγιο ενός θαλάσσιου πλάσματος που ζει στη ξηρά και θα επιθυμούσε να πετά”. Ποιος ξέρει αν μια μέρα δεν τα καταφέρει;»

Στον Λ-κ Μπ.-Κ από το Σλουψκ: «Περιμένουμε περισσότερα από έναν ποιητή που συγκρίνει τον εαυτό του με τον Ίκαρο, από όσα αποκαλύπτει μέσα από το μακροσκελές ποίημα που εσωκλείει.  Κύριε Μπ. – Κ., αδυνατείτε να αντιληφθείτε το γεγονός ότι ο σημερινός Ίκαρος ανυψώνεται πάνω από ένα τοπίο διαφορετικό από εκείνο των αρχαίων χρόνων. Βλέπει μεγάλους δρόμους γεμάτους αυτοκίνητα και φορτηγά, αερολιμένες, αεροδιαδρόμους, τεράστιες πόλεις, εκτεταμένα σύγχρονα λιμάνια και άλλα τέτοια πράγματα. Είναι δυνατόν να μην εισβάλει στο αυτί του ώρες ώρες ένας χείμαρρος;»

Στον Τ.Β., Κρακοβία:  «Στο σχολείο δεν αφιερώνεται καθόλου χρόνος –φευ– για την αισθητική ανάλυση των λογοτεχνικών έργων. Επικεντρώνουν στην κεντρική ιδέα και τα ιστορικά συμφραζόμενα. Φυσικά αυτή η γνώση είναι καίριας σημασίας, αλλά ανεπαρκής για οποιονδήποτε επιθυμεί να γίνει καλός ανεξάρτητος αναγνώστης, πόσο μάλλον για κάποιον με δημιουργικές φιλοδοξίες. Οι νεαροί επιστολογράφοι μας συχνά σοκάρονται επειδή τα ποιήματά τους για την ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Βαρσοβίας ή για την τραγωδία του Βιετνάμ μπορεί να μην είναι καλά. Είναι πεπεισμένοι πως οι έντιμες προθέσεις εγγυώνται το ύφος. Αν όμως θέλεις να γίνεις ένας αξιοπρεπής τσαγκάρης δεν αρκεί να ενθουσιάζεσαι με το ανθρώπινο πόδι. Πρέπει να γνωρίζεις για το δέρμα σου, τα εργαλεία σου, να επιλέξεις το σ,ωστό σχήμα κ.ο.κ. Το ίδιο ισχύει και για την καλλιτεχνική δημιουργία.»

Στον κ. Μπρ. Κ. από το Λάσκι: «Τα πεζά ποιήματά σας κυριαρχούνται από τη μορφή του Μεγάλου Ποιητή που δημιουργεί τα σπουδαία έργα του σε κατάσταση  ευφορίας υπό την επήρεια αλκοόλ. Μπορούμε να μαντέψουμε ποιον έχετε κατά νου, αλλά σε τελική ανάλυση τα ονόματα δεν μας απασχολούν. Μάλλον πρόκειται για την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το αλκοόλ διευκολύνει τη συγγραφή, ενισχύει τη φαντασία, οξύνει το πνεύμα και υπηρετεί ένα σωρό άλλες χρήσιμες λειτουργίες που βοηθούν την έμπνευση του βάρδου. Αγαπητέ μου κ. Κ., ούτε αυτός ο ποιητής ούτε κανείς άλλος ποιητής που γνωρίζω προσωπικά, και στην πραγματικότητα κανείς άλλος ποιητής δεν έχει γράψει ποτέ τίποτε το σπουδαίο υπό μόνη την επήρεια σκληρών ποτών. Το καλό έργο προκύπτει από την προσεκτική και κοπιώδη νηφαλιότητα χωρίς κανένα εύθυμο βουητό στο κεφάλι. “Έχω ιδέες συνεχώς, μα μετά τη βότκα το κεφάλι μου πονάει”, λέει ο Βισπιάνσκι. Αν ένας ποιητής πίνει, το κάνει ανάμεσα σ’ ένα ποίημά του και στο επόμενό του. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Αν το οινόπνευμα προήγε την σπουδαία ποίηση τότε ένας στους τρεις πολίτες της χώρας μας θα ήταν τουλάχιστον Οράτιος. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να γκρεμίσουμε ακόμη ένα μύθο. Ελπίζουμε ότι θα ανασυρθείτε αλώβητος από τα συντρίμμια.»

Στον Ε.Λ., Βαρσοβία:  «Μάλλον θα ’πρεπε να μάθεις να αγαπάς σε πεζό λόγο.»

Στον Έσκο από το Σίερατζ: «Η νιότη είναι μια ενδιαφέρουσα περίοδος της ζωής. Αν κάποιος προσθέσει στις δυσκολίες της νιότης και συγγραφικές φιλοδοξίες θα πρέπει να διαθέτει μια εξαιρετικά στέρεη ιδιοσυγκρασία προκειμένου ν’ αντεπεξέλθει. Στα συστατικά της θα πρέπει να περιλαμβάνονται: επιμονή, συνέπεια, πολύ διάβασμα, περιέργεια, παρατήρηση, αποστασιοποίηση από το εγώ, ευαισθησία για τους άλλους, κριτική σκέψη, αίσθηση του χιούμορ και εδραία πεποίθηση ότι ο κόσμος αξίζει α. να συνεχίσει να υπάρχει, και β. καλύτερη τύχη από όση είχε ίσαμε τώρα. Οι δοκιμές που στείλατε φανερώνουν μόνο την επιθυμία σας να γράψετε και καμιά από τις υπόλοιπες αρετές που περιγράφονται ανωτέρω. Έχετε πολλή δουλειά να κάνετε.»

Στην Κάλι από το Λοτζ: «Το “γιατί” είναι η πιο σημαντική λέξη στην γλώσσα αυτού του πλανήτη και, μάλλον, και σ’ αυτή των άλλων γαλαξιών επίσης.»

Στον κ. Παλ-Ζετ από το Σκαρζύσκο Καμιέννα: «Τα ποιήματα που στείλατε υποδηλώνουν ότι αποτυγχάνετε να διακρίνετε τη διαφορά ύφους ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία. Για παράδειγμα το ποίημα με τίτλο “Εδώ”  είναι μια μικρή περιγραφή σε πεζό λόγο ενός δωματίου και της επίπλωσής του. Στην πεζογραφία τέτοιες περιγραφές επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία: στήνουν το σκηνικό για τη δράση που ακολουθεί. Την επόμενη στιγμή οι πόρτες θα ανοίξουν, κάποιος θα μπει και κάτι θα συμβεί. Στην ποίηση η ίδια η περιγραφή “συμβαίνει”. Καθετί γίνεται σημαίνον, έχει νόημα: η επιλογή των εικόνων, η θέση τους, το σχήμα που παίρνουν μέσα στις λέξεις. Η περιγραφή ενός συνηθισμένου δωματίου πρέπει να μετατραπεί μπροστά στα μάτια μας σε εξερεύνηση του δωματίου και το συναίσθημα που εμπεριέχεται στην περιγραφή πρέπει να κοινωνηθεί στους αναγνώστες. Ειδάλλως η πρόζα θα μείνει πρόζα, ανεξαρτήτως του πόσο σκληρά δουλέψατε για να κόψετε τις προτάσεις σας σε σειρές στίχων. Και το χειρότερο, τίποτε δεν συμβαίνει μετά.»

~ . ~

szymborska 2

Αλέξανδρος Κορδάς, Τέσσερα ποιήματα

leoforeio

~.~

ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Γέμισε πάλι κόσμο τὸ λεωφορεῖο,
στοιβάζουν τὰ κορμιά τους οἱ ἐπιβάτες·
ἔξω ἀπ’ τὰ τζάμια ὀργίασε τὸ κρύο,
δυὸ μάτια σὲ προσήλωσαν ἀχάτες.

Πίσω ἀπ’ τ’ ἀφτί σου νοιώθεις μιὰν ἀνάσα·
χέρια σ’ ἀγγίζουνε τυχαῖα καὶ τ’ ἀγγίζεις,
καὶ τρέμεις μὴν πιαστεῖς ξανὰ στὰ πράσα,
ἀπ’ τὸ πολὺ νὰ προσπαθεῖς καὶ νὰ ἐλπίζεις.

Τραντάζετ’ ἡ λαγνεία ὣς τὰ ἐρέβη,
ὅταν ὁ δρόμος μιὰ λακούβα συναντᾶ.
Κλέβεις τὸ βλέμμα κι’ ἔπειτα σὲ κλέβει,

μὰ δὲν ὑπάρχει προορισμὸς γιὰ τὸ μετὰ.
Καθένας τὴν ἐπιθυμία πρὶν κατέβει,
σκίζει μαζὺ μὲ τὸ εἰσιτήριο καὶ πετᾶ.

~ . ~

Η ΑΡΑΧΝΗ

Ἁπλώνει τὸν ἰστό της στὶς γωνίες,
μ’ ἀπόλυτη ἁρμονία ὑφασμένο.
Κάνει τὰ σχέδια χωρίς παρατυπίες,
ὄτι θὰ πιάσει μύγα τό ’χει δεδομένο.

Φρόνιμε παρατηρητὴ τῶν ἐπιγείων,
ἡ ἀράχνη εἶναι πλάσμα ποὺ γελιέται,
γιατὶ ἐλπίζει στὴν ἐπάρκεια τῶν σχεδίων,
μὰ μὲ μιὰ κίνηση ὁ ἰστὸς χαλιέται.

Κι’ αὐτή, μὲ μάτια καμωμένα ἀπὸ σκοτάδι,
παρατηρεῖ τὰ δευτερόλεπτα, τὸν χρόνο,
ὄπου θ’ ἁπλώσει τὸ καινούργιο της ὑφάδι,

πάνω ἀπ’ τὸν ἄμβωνα, στὸν θόλο τοῦ ἱεροῦ,
γιὰ νὰ κατέλθει πονηρὰ μέσα στὸ βράδυ,
νὰ βεβηλώσει τ’ ἅγια τοῦ Ναοῦ.

~.~

Ο ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ

Μὲ μιὰ ψυχὴ Σαβοναρόλα,
καὶ μὲ τ’ ἀνάβλεμμα τοῦ Ἰωάννη,
τοῦ σκότους μου ἀρχινάω βαρκαρόλα,
κι’ Ἔρημη Χώρα δὲν μὲ φτάνει.

Προφήτης, μὰ μὲ πνεῦμα γυρολόγου,
κρύβω στὶς τσέπες μου διαβῆτες,
καὶ μέσα στὴν κοιλιὰ τοῦ μπόγου,
τσατσάρες καὶ κερένιες μύτες.

Τὴν θλίψη μου τὴν ζήλεψαν ἀγύρτες,
κι’ οἱ ποιητὲς δὲν μὲ γνωρίζουν,
μὰ ’γὼ τοὺς δείχνω σιδηροπυρίτες
καὶ ἄλλα μέταλλα ποὺ μαγνητίζουν.

Λειψὸς κι’ ἀλαφροΐσκιωτος κι’ ἀκόμη,
τῆς Λύπης μου πουλάω κουρδιστήρια,
κι’ ὅσοι μὲ ζώσαν ὀραμάτων τρόμοι,
τοὺς φτύνω στίχους μὲς τὰ πανηγύρια.

Ναύπλιο, 16.01.2018

~.~

ΠΑΝΑΣ
ὕμνος ἑνὸς μύστη

Εἴδαμε πάλι τὸν θεὸ τὸν τραγοπόδη,
στὰ ξέφωτα νὰ παίζει τὴν φλογέρα.
Νεράϊδες ξαπλωμένες σ’ ἕνα βόδι,
ἀνάσαιναν μὲ τὴν πνοὴ τ’ ἀγέρα.

Καὶ στὸν ὀρίζοντα ἄλλα πλάσματα, ὀγκώδη,
ἐρχόντουσαν ὑπνωτισμένα ἀπὸ πέρα,
γιὰ νὰ παραβρεθοῦν κι’ αὐτὰ στὸ ξόδι,
τοῦ θεϊκοῦ ποὺ χάνανε πατέρα.

Ἔμπαινε μέσα στὴν εἰρκτὴ ὁ κερασφόρος,
κι’ ἔσβηνε τὸ τραγούδι του θλιμμένο.
Ὁ Πάνας εἴπαν, ὁ Βαὰλ, ὁ Ἐωσφόρος,

θὰ ἐπιστρέψει στὰ μεγάλα δάση,
κι’ ἂς τὸν νομίζουν οἱ ἄθεοι πεθαμένο,
κι’ ἂς ἔχουν τὰ τραγούδια του ξεχάσει.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ

Γλυκόπικρη αυτοειρωνεία

Σήλικα

~. ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Σήλικα Ρηγοπούλου,
Μαθήματα οικιακής οικονομίας,
Μελάνι, 2017

Τα Μαθήματα οικιακής οικονομίας, η πρώτη συλλογή της Σήλικας Ρηγοπούλου, συνθέτουν μια ευρηματική και παιγνιώδη παραβολή του βίου της νοικοκυράς.

Η καθημερινή βιοτική μέριμνα της γυναίκας παρουσιάζεται ως μια διαρκής μεταφορά της υπαρξιακής μέριμνας, της προσπάθειας να ερευνηθεί και να διασωθεί ο ψυχικός χώρος μέσα στην επανάληψη, τη ρουτίνα, την τελετουργία του οικόσιτου βίου. Γι’ αυτό και πράξεις και αντικείμενα, όπως το ξεσκόνισμα, η γενική καθαριότητα, οι τέντες, το μωσαϊκό, οι κάλτσες, οι καρέκλες, οι τοίχοι γίνονται σύμβολα της γεωμετρημένης βιοτής που αγωνίζεται να σημασιοδοτήσει και ει δυνατόν να διευρύνει τα δεδομένα τετραγωνικά του βίου:

Όταν βρέχει δεν βγαίνω έξω.
Διαχειρίζομαι εσωτερικές υποθέσεις.

Με την υγρασία η σκόνη κατακάθεται.
Δεν κορδώνεται στο φως, δεν περηφανεύεται,
δεν πανηγυρίζει.
Την εντοπίζω στο ξύλο, το χαρτί, το γυαλί.
Παραδίνεται αμαχητί,
υποτάσσεται με όλους τους κόκκους της.

Λίγο πριν εξαφανιστεί
σχεδιάζω πάνω της το ιδεόγραμμα
του βασιλεύοντος ήλιου:
δίνω αξιοπρέπεια στην αποχώρηση
νόημα στον αφανισμό.

(«Ξεσκόνισμα»)

Στα καταγωγικά κείμενα αυτής της συλλογής ανήκει, μεταξύ άλλων, η Αμνάδα των ατμών της Αθηνάς Παπαδάκη του 1980, όπου εκεί η μάχη με τη σκόνη του θρυμματισμένου χρόνου της γυναίκας λαμβάνει την δραματική οξύτητα του αγώνα εναντίον της θρυμματισμένης γυναικείας ταυτότητας. Ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό ποίημα της Αμνάδας με παρόμοιο τίτλο:

Επαναφέρω τη μνήμη στα πράγματα.
Το ξύλο ή το γυαλί
την αγάπη διαισθάνεται και λάμπει.
Ακόμα και το ξεσκονόπανο
στο σκοινάκι του μπαλκονιού, το νοιάζομαι,
έτσι πλυμένο,
τους βαμβακερούς κάμπους της Βοιωτίας
θα θυμάται, σκέφτομαι.
Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι,
η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,
υποχωρώ
ώσπου
κεφάλι
ρούχα,
πόδια
διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.

(«Ξεσκονίζοντας»)

Στην Αμνάδα των ατμών, όμως, βλέπουμε το συντριπτικό βάρος του ρόλου πάνω στο πρόσωπο. Ο νεροχύτης, το νυφικό κρεβάτι, η χύτρα ταχύτητας, τα ασπρόρουχα γίνονται επίβουλα όργανα αφανισμού: Ετούτα τα λινά τεκμήρια αγάπης, / τραπεζομάντηλα, πετσέτες, / που αγκαλιάζουν το τραπέζι / ή τα γόνατα / είναι που με εκμηδενίζουν; αναρωτιέται η Παπαδάκη, αποτυπώνοντας εναγώνια τη γυναικεία αυτεπίγνωση των ποιητριών της γενιάς του ΄70.

Στη συλλογή της Ρηγοπούλου, εν έτει 2017, το βίωμα μιας άλλης γενιάς, αν και ενταγμένο σε ανάλογη χωροθεσία και προβληματική, παρουσιάζεται διαφοροποιημένο, καθότι λιγότερο εναγώνιο, ελάχιστα τραγικό. Ο εγκλωβισμός αποδραματοποιείται: τεμαχίζω το μήνα προσεχτικά. / Χωράω κάθε μέρα σε μια κλεψύδρα. / Τη γυρίζω ανάποδα. / Παίρνω τη σκόνη μου πίσω. / Το χρόνο μου πίσω, διαβάζουμε στο ποίημα «Γενική». Εδώ η γυναίκα φαίνεται να καθοδηγεί, σε αρκετά σημεία, τη σκηνοθεσία και τη στοχοθεσία του βίου, να την ορίζει: Ενημερώνω χάρτες, / τροποποιώ στερεότυπες αντιλήψεις, / νομιμοποιώ καταπατημένες περιοχές του έσω χώρου, / με συγχωρώ, με καταλαβαίνω, με αποδέχομαι. («Επαγγελματικός προσανατολισμός»).

Αυτό που στη γυναικεία φωνή του ’70 ήταν πικρά σαρκαστικό, υποδηλωμένο, συχνά, στις διαλείψεις της σιωπής γίνεται τώρα γλυκόπικρα αυτοειρωνικό, απερίφραστα δηλωτικό, συγκαταβατικό εντέλει. Κι αυτή η συγκατάβαση είναι η κατεξοχήν μέθοδος συναισθηματικής οικονομίας, ανάλαφρα διοχετευμένης σε συσσωρεύσεις αντικειμένων και απαριθμήσεις ψυχικών προβολών και τεχνασμάτων για να κατοικηθεί εξημερωμένη η εντός εστίας φθορά.

Η αναζήτηση π.χ. των χαμένων κλειδιών πριν από την έξοδο ενεργοποιεί όχι μόνο την υπαρξιακού τύπου απορία: Μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο; / Μήπως δεν είμαι έτοιμη να φύγω; / Μήπως χρειάζομαι μια ανάπαυλα, μια ενδοσκόπηση, / μια ανασκόπηση της ζωής που με προσπερνάει; Αλλά και την ειρωνική κατακλείδα του τελευταίου στίχου: Ή μήπως απλώς χρειάζομαι κλειδοθήκη;

Αυτός είναι, άλλωστε, ο δεσπόζων τρόπος της συλλογής: η υπονόμευση του βαρυσήμαντου ή ποιητικά φορτισμένου λόγου με τη χρήση του κοινότοπου, το οποίο ειρωνικά, συνήθως, ανασημασιοδοτημένο δίνει στο ποίημα τον καίριο υπαινιγμό του, όπως στο ποίημα «Αλλαγή εποχής»:

Αντιπαθώ το μόνιμο πράσινο των αιεθαλών.
Προτιμώ φυλλοβόλες αποκαλύψεις στο μπαλκόνι:
μιμόζες, γαζίες, πασχαλιές.

Τη γυμνή αλήθεια.

Καθόλου σίγουρη πως κάποτε θα τη μάθω ολόκληρη.
Απόλυτα σίγουρη πως από πάντα την ξέρω.

Σε αρκετά, όμως, ποιήματα η αποφόρτιση μέσω του χιούμορ, της λογοπαικτικής γλώσσας, της συνεχούς συμπαράθεσης του κυριολεκτικού και μεταφορικού οδηγεί σε φλυαρία (π.χ. στα ποιήματα «Φωταγωγία», «Θέρμανση») ή σε απλώς έξυπνα κείμενα (π.χ. «Επίκληση στην οικιακό βοηθό», «Αίθουσα συσκέψεων», «Μικρή αγγελία») που περιορίζονται να επισημάνουν κομψές αναλογίες ανάμεσα στον έξω και στο μέσα χώρο. Ο μεγαλύτερος, άλλωστε, κίνδυνος πηγάζει από τα δυνατά μας σημεία, τα προτερήματά μας, που μπορεί να λειτουργήσουν, στην κατάχρησή τους, ως δυνάμει μανιέρες. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη δουλειά που κατορθώνει να εδραιώσει το στίγμα της, αλλά οφείλει παράλληλα να διερωτηθεί για τις ευκολίες της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ