Στάχεις | Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη (επιμέλεια Ηλίας Μαλεβίτης)

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Ως πρώτο βήμα για τη συγκρότηση αυτής της ελλείπουσας ανθολογίας, το ηλεκτρονικό ΝΠ παρουσιάζει μια εκτεταμένη επιλογή των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από Νεοέλληνες ποιητές.

Ηρώς και Λέανδρου βυζαντινοί απόηχοι

Εισαγωγή-Μετάφραση
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Παρουσιάζοντας τις νεοελληνικές του αποδόσεις, γράφαμε πως το επύλλιο του Μουσαίου διαπερνά τη βυζαντινή λογοτεχνική παράδοση. Τα δυο λιγότερο γνωστά κείμενα που ακολουθούν, σε δική μου μετάφραση, φανερώνουν όψεις ιδιαίτερες της απήχησης και της ανταπόκρισης που βρήκε η τραγική ιστορία του Μουσαίου στη βυζαντινή ποιητική ευαισθησία. Το πρώτο ποίημα (γραμματικοῦ τινος) είναι ένας βυζαντινός κέντρωνας, που βρίσκεται στην Παλατινή Ανθολογία (9, 381), γραμμένος κατά τον 10ο-11ο αιώνα κι είχε αποδοθεί στον Λέοντα τον Φιλόσοφο. Όπως γράφει ο Hunger, «ο Λέων κατόρθωσε μέσα σ’ αυτούς τους δώδεκα στίχους να αποδώσει φαινομενικά αβίαστα την ιστορία της Ηρώς και του Λεάνδρου και μάλιστα χωρίς γραμματικά λάθη».

Οι «Στίχοι τοῦ Λεάνδρου» που έπονται έχουν ένα ξεχωριστό, διττό, ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς προέρχονται από την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κάτω Ιταλίας τον 13ο αιώνα. Συγγραφέας ο Ιωάννης Γράσσος ο Υδρουντήνος (από το Ότραντο), «βασιλικός νοτάριος» κι εν συνεχεία «βασιλικός γραμματικός» του Φρειδερίκου Β΄, μαθητής του περίφημου Νεκτάριου, ηγουμένου της μονής των Κασούλων. Χωρίς να διαπιστώνεται κάποια ιδιαίτερη ποιητική αξία, όπως σημειώνει κι ο εκδότης τους Gigante, στους δωδεκασύλλαβους αυτούς στίχους παρατηρείται μια αξιοσημείωτη μετατόπιση. Απαντώντας στον ξένο που τους ρωτά, οι τραγικοί νέοι δεν μετανιώνουν για τον θάνατό τους, μα και ομολογούν πως ζουν παντοτινά τον έρωτά τους στον κάτω κόσμο, χωρίς της πικροθάλασσας και των γονιών τον φόβο, μιας κι εκεί στον άλλο κόσμο των σκιών, οι έρωτες κι πόθοι ανθούν πιότερο κι απ’ τον επάνω κόσμο! Δεν ξέρω κι ούτε μπορώ να μιλήσω για συσχετίσεις, απλά θα ήθελα να θυμίσω πως την ίδια εποχή, που ηγεμόνευε ο Φρειδερίκος Β΄, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έγραφαν στα ―βυζαντινά―ελληνικά την ποίησή τους, ενώ στο Παλέρμο κάποιοι άλλοι ντόπιοι ποιητές πειραματίζονταν να πρωτογράψουν στην ιταλική γλώσσα την ποίησή τους.

*

*

~•~

Σ᾽ ακρόγιαλο που πρόβαλλε στην άπλα του Ελλησπόντου,
κόρη σεμνή ανέβηκε σε πύργου το ανώγι
κι άρχισε να θρηνολογεί βαριά και να στενάζει,
κρατώντας χρυσολύχναρο που φως λαμπρό σκορπούσε,
να φέγγει του κολυμπητή του δύσμοιρου εκείνου
μπας και γοργά διαβεί το κύμα της θαλάσσης,
σιμά της τη θεσπέσια νυχτιά για να περάσει,
όταν οι υπόλοιποι θνητοί ύπνο γλυκό κοιμούνται.
Μα μέγα κύμα εβρόνταγε σπάζοντας στη στεριά.
Κι όσες νυχτιές κι όσες αυγές γεννήθηκαν στον κόσμο,
τόσες η κόρη και ο νιος αντάμωναν οι δυο τους·
στην κλίνη τους πλαγιάζανε, κρυφά απ’ τους γονιούς τους,
που ορίζαν Σηστό κι Άβυδο και την πανώρια Αρίσβη.

~•~

Ἀκτῇ ἐπὶ προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ,
παρθένος αἰδοίη ὑπερώιον εἰσαναβᾶσα
πύργῳ ἐφεστήκει γοόωσά τε μυρομένη τε·
χρύσεον λύχνον ἔχουσα φάος περικαλλὲς ἐποίει,
κεῖνον ὀιομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι
νηχόμενος, καὶ λαῖτμα τάχισθ’ ἁλὸς ἐκπεράασκε
νύκτα δι’ ἀμβροσίην, ὅτε θ’ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι·
ῥόχθει γὰρ μέγα κῦμα ποτὶ ξερὸν ἠπείροιο.
ὅσσαι γὰρ νύκτες τε καὶ ἡμέραι ἐκγεγάασι,
παρθένος ἠίθεός τ’ ὀαρίζετον ἀλλήλοισιν
εἰς εὐνὴν φοιτῶντε φίλους λήθοντε τοκῆας,
οἳ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον ἔχον καὶ δῖαν Ἀρίσβην. (περισσότερα…)

«Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 4 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο και Τρίτο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Πέτρου Μαρκάκη

Ο Πέτρος Μαρκάκης εξέδωσε μεταφρασμένο το επύλλιο του Μουσαίου «σε δημοτικούς στίχους», όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο το 1944, υπό τον τίτλο Τα κατά την Ηρώ και το Λέαντρο (Αθήνα, εκδ. Αριστ. Ν. Μαυρίδης). Της μεταφραστικής του εργασίας προτάσσεται ένα σύντομο κατατοπιστικό σημείωμα για τον Μουσαίο και το έργο του. Ο Μαρκάκης συνέγραψε θεατρικά έργα, διηγήματα, ποίηση, μα κυρίως καταπιάστηκε με την έρευνα για το έργο και την παρουσία Νεοελλήνων ποιητών (για τον Κάλβο, τον Παλαμά κ.ά.· ξεχωρίζει το έργο του για τον Ουράνη). Παράλληλα ας σημειωθεί πως επέδειξε ιδιαίτερο μεταφραστικό ενδιαφέρον και για τη βυζαντινή ποίηση και λογοτεχνία, καθώς συνέγραψε μια μελέτη για τον Πωρικολόγο μα και μετέφρασε την Κατομυομαχία του Θεοδώρου Προδρόμου για το Εθνικό Θέατρο (παραστάθηκε στο Ηρώδειο στις 23 και 24 Ιουνίου 1989). Υπήρξε σταθερός και μακροχρόνιος συνεργάτης της Νέας Εστίας, μα και άλλων περιοδικών.

~•~

Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα, ποὺ μάρτυρας στεκότουν
στὰ ἐρωτικὰ σμιξίματα τοῦ βουτηχτῇ τὶς νύχτες,
κι’ αὐτὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα, ποὺ τὴν αὐγὴ δὲν εἶδε,
τὴν Ἄβυδο καὶ τὴ Σηστὸ καὶ τῆς Ἡρῶς τοὺς γάμους.
Σὰ νά ’ναι τώρα τ’ ἀγρικῶ! Τὸ Λέαντρο ν’ ἀκούω
στὸ πέλαγος νὰ κολυμπᾶ κι’ ὁ λύχνος νὰ φωτάει
―ὁ στολιστὴς καὶ καλεστὴς γιὰ τῆς Ἡρῶς τὴ σμίξη,
ποὺ γίνεται ὁλοβράδυνα, τοῦ Ἔρωτα τὸ καμάρι―.
Αὐτὸν τὸ λύχνο θά ’πρεπεν, ὁ Δίας πού ’ναι ἀπάνω,
σὰν θὰ τελεύουν τῆς νυχτιᾶς οἱ μάχες τῆς ἀγάπης,
νὰ τὸν ἐστήνει ἐκεῖ ψηλά, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ἀστέρια
καὶ τῆς ἀγάπης νὰ τὸν πεῖ καὶ στολιστὴ τῆς νύφης.
Γιατὶ στὶς πίκρες τοῦ ἔρωτα ἐκεῖνος παραστεκότουν,
μ’ ἀδιάκοπα μηνύματα, πού ’στελνε γιὰ τοὺς γάμους,
―πρὶν νὰ σβυστεῖ μὲ τὴν πνοὴ τὴν ἄπονη τ’ ἀνέμου―.
Ἔλα λοιπὸν καὶ σὺ Θεά, μαζὶ μὲ μὲ τραγούδα,
ὁ λύχνος πῶς ἐσβύστηκε κι’ ὁ Λέαντρος πῶς χάθη.
[…]

Μέσ’ τῆς Θεᾶς της τὸν ναὸ ἡ Ἡρὼ συργιάνι κάνει
καὶ τ’ ὄμορφό της πρόσωπο λαμποκοπᾶ κι’ ἀστράφτει
σὰν τῆς σελήνης τὴ θωριᾶν ὅταν λευκὴ προβάλλει.
Μὲ βοῦλες ὁλοκόκκινες τὰ μάγουλά της εἶναι,
σὰν ρόδων ποὺ τὰ πέταλα δίχρωμα πρωτανθίζουν.
Καὶ ροδανθώνας θὲ νὰ ποῦν, πὼς εἶναι τὸ κορμί της,
ἀφοῦ ὅλα εἶναι τὰ μέλη της τριαντάφυλλα. Πατώντας
ροδοφεγγοῦν οἱ ἀστράγαλοι μέσ’ τὸν λευκὸ χιτῶνα.
Ὁλάκερο τὸ σῶμα της στολίδια εἶναι γιομᾶτο.
Τὶς Χάριτες οἱ παλαιοὶ ποὺ τρεῖς τῆς λέν, γελοιοῦνται,
χίλιες ἀξίζει Χάριτες, μιὰ γελαστὴ μάτια της.
Εἶχε πετύχει ἡ Κύπριδα καλόγρια ποὺ τῆς πρέπει.

Ἔτσι περνοδιαβαίνοντας πανώρια στὶς γυναῖκες,
ἡ καλογριά της Πάφισσας σὰν νιὰ Ἀφροδίτη λάμπει,
καὶ τὶς ἀμάλαγες ψυχὲς ὅλων τῶν νιῶν σπαράζει.
Ἄντρας κανεὶς δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴ τὴν ποθοῦσε.
Μέσ’ τὸν καλόχτιστο ναὸ σ’ ὅποια μεριὰ κι’ ἂν πάει
τὰ μάτια, ὁ νοῦς τους κι’ οἱ καρδιὲς παντοῦ τὴν ἀκλουθοῦνε. (περισσότερα…)

«Τὸν γάμο πὲς τὸν σκοτεινό»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 3 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Σίμου Μενάρδου

Η πιο γνωστή και ευχερώς κυκλοφορούσα (και διαδικτυακώς πλέον) μετάφραση του επύλλιου του Μουσαίου, δικαίως και παναξίως παραμένει αυτή του Σίμου Μενάρδου. Ο κυπριακής καταγωγής Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στην Οξφόρδη και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ου μην και στο King’s College και το Cambridge, όπου δίδαξε για ένα έτος νεοελληνική ποίηση, και ακαδημαϊκός, πέραν της εμβριθούς φιλολογικής και λογοτεχνικής του κατάρτισης («από του Ομήρου μέχρι του Παλαμά») επέδειξε κι ένα ιδιαίτερο τάλαντο ξεχωριστής ποιητικής ευαισθησίας και δημιουργικότητας. Πέραν των όσων προσωπικών ποιητικών έργων κατέλιπε, μας άφησε τον Στέφανο (Ι. Σιδέρης, 1924), τις μεταφράσεις αρχαίας και ύστερης ―λυρικής επί το πλείστον― ελληνικής ποίησης, και μάλιστα δυσμετάφραστων τμημάτων, που σώζονται κυρίως αποσπασματικά, όπως είχε επισημάνει ο Συκουτρής. Για το έργο του αυτό επαινέθηκε όχι μόνο από τον Συκουτρή, αλλά και από τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής του. Το έργο παρουσίασαν εγκωμιαστικά ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Σκίπης, ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς μεταξύ άλλων. Ευκαιρίας δοθείσης, θα ήθελα να εκφράσω εδώ τη βαθύτατη λύπη μου που δεν ευοδώθηκε ο αρχικός σχεδιασμός του να κυκλοφορήσει και δεύτερο τόμο των μεταφράσεών του που όπως είχε προαναγγελθεί περιλάμβανε εκλογές «εκατόν ποιητών και ποιημάτων από τη χιλιετή ελληνοχριστιανικήν αυτοκρατορίαν». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τουλάχιστον η γνώση και η επαφή ενός ευρέος κοινού (ου μην και ποιητών φευ, μα και διανοουμένων) θα είχε ζωογόνα εμπλουτιστεί με μία ακόμη σχεδόν άγνωστη κι απροσπέλαστη χιλιόχρονη ελληνική ποιητική παράδοση.

Την μετάφραση του Μουσαίου πρωτοδημοσίευσε σε δύο μερικά αποσπάσματα, το πρώτο στα Παναθήναια, έτος Δ΄. τχ. 78 (31 Δεκ. 1903), σ. 166-169, και το δεύτερο στο περιοδικό Ακρίτας, έτος Β΄, τ. Γ΄, τχ. 22-23 (Ιούν.-Ιούλ. 1905), σ. 140-143. Η πρώτη σύνολη και αυτοτελής έκδοση της μετάφρασης του έργου του Μουσαίου έγινε το 1911 (εκδ. Φέξης). Είναι ενδεικτικό για τον τρόπο και τον χαρακτήρα της εργασίας του τα όσα διαλαμβάνονται στο εισαγωγικό σημείωμά του:

«Το ύφος ενθυμίζει κάπου τα κρητικά και κυπριώτικα τραγούδια· αλλά ο σημερινός στιχουργός νομίζει ότι έπρεπε κάπως να μιμηθή τα παλαιά δημοτικά μας έπη, αφ’ ου και ο ποιητής εμιμήθη τόσον πολύ τα ομηρικά. Εχρειάζετο κάποιος τρόπος ανάλογος, δια ν’ αποδοθή οπωσδήποτε η τέχνη του Μουσαίου».

Εκδόθηκε ξανά μαζί με το σύνολο των μεταφράσεών του της αρχαίας και ύστερης ελληνικής ποίησης το 1924 (εκδ. Ι. Σιδέρης) και πάλι το 1971 (εκδ. Δίφρος). Η αξιοθαύμαστη και ποιητικότατη γλωσσική μετάπλαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης στη νεώτερη δημιοτκή γλώσσα αξιώθηκε και την ποιητική της εξύμνιση από τον Κωστή Παλαμά, που θαυμαστικά τον αναφέρει ως μεταφραστή και του Ομήρου και του Μουσαίου:

Στὸ Σίμο Μενάρδο

Καὶ τοῦ Ὁμήρου φωνὴ καὶ τοῦ Μουσαίου!
Ποίημα καινούριο ὁ στίχος σου τὴν κάνει,
καὶ τοῦ παρνασσικοῦ χοροῦ τοῦ ἀρχαίου
τοῦ φορεῖς δροσοστάλαχτο στεφάνι.

Τῆς τιμῆς τὸ χαιρέτισμα τὸ φέρνεις
καὶ στοῦ καιροῦ τοῦ νέου μας τὸ λυράρη,
καὶ τὴν καρδιά σου ἀδίσταχτα τὴ γέρνεις
φῶς ἱλαρὸ στοῦ ταπεινοῦ τὴ χάρη.

Στοὺς ποὺ ζοῦμε καιροὺς τί τάχα μένει
ποὺ νὰ στέκεται πιὸ ἄξιο στὴ ζωή;
Ποιός ξέρει! Μπορεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εὐφραίνει
τ’ ὄνειρο τῆς Πολύμνιας ἡ πνοή.

~•~

Όπως σημειώνει κι ο γιος του Μενάρδου Γεώργιος, που επιμελήθηκε την τελευταία μεταθάνατια έκδοση του Στεφάνου, ο Σίμος Μενάρδος «εδιόρθωνε αδιακόπως τα κείμενά του». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετάφραση του Μουσαίου, καθώς μια αντιβολή ήδη των πρώτων αποσπασματικών μεταφρασμάτων με την πρώτη αυτοτελή έκδοση και με την πρώτη έκδοση του Στεφάνου φανερώνει τις απανωτές διορθωτικές παρεμβάσεις του πατρός Μενάρδου. Οπότε, δικαίως θαρρώ πως υποχρεούμαστε εδώ να ακολουθήσουμε το κείμενο όπως μας παραδίδεται στην τελευταία, μεταθανάτια έκδοση του 1971, επειδή ακριβώς ενσωματώνει τις τελικές ―και σίγουρα τις πλέον κατασταλαγμένες― διορθώσεις και αλλαγές του μεταφραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μακρά εκδοτική πορεία τριών προηγούμενων δημοσιεύσεων. (περισσότερα…)

«Κι’ ὁ Ἔρωτας εἶν’ φοβερός»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 2 / 4 ]

~.~

Η τρίτη μετάφραση του Θρασύβουλου Χατζηαράπη

Στο προηγούμενο σημείωμα, σχετικά με τις μεταφράσεις του Θρασύβουλου Χατζηαράπη είχαμε αναφέρει πως η τρίτη και τελευταία του μετάφραση (1915) έγινε στη δημοτική με ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. Σε αυτή του την αναπάντεχη (κρίνοντας από τις δυο προηγούμενες εργασίες του στην καθαρεύουσα) μεταφορά του επύλλιου του Μουσαίου στη δημοτική γλώσσα, ο μεταφραστής είχε σύμβουλο κι εμπνευστή του, όπως γράφει, τη δημώδη γλώσσα του λαού. Γι’ αυτό και η μετάφραση διαστίζεται με αντίστοιχες λεκτικές εκφράσεις κι ηχοχρώματα που απηχούν παρόμοιες στιγμές και συνθήκες, όπως τραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Μα κι όλη η γλωσσική και μορφική της υπόσταση μαρτυρά έντονα κι έκδηλα τις λαϊκές της καταβολές, δηλαδή το δημοτικό τραγούδι. Νομίμως (και δικαίως θαρρώ) υποψιάζομαι πως για μια τέτοια μεταφραστική επιλογή, ο δημιουργός της αφενός πρέπει να είχε αποδεχτεί τις γλωσσικές και μορφικές επιλογές της νεώτερης ποιητικής έκφρασης της εποχής (Αθηναϊκή σχολή) κι αφετέρου πρέπει να είχε δεχτεί τις ισχυρές και ευεργετικές επιδράσεις της εργασίας του Σίμου Μενάρδου, που ολόκληρη είχε ήδη δει το φως της δημοσιότητας το 1911. Τούτο καταδεικνύουν απερίφραστα κι ορισμένες αξιοπρόσεκτες επιλογές ―μεταξύ άλλων― όπως λόγου χάριν η λέξη ‘εκκλησία’ για τον ναό, και ‘καλογριά’ για την αφιερωμένη παρθένο στην Αφροδίτη, που πρώτος ο Σίμος Μενάρδος υιοθέτησε. Πριν από την εκτενή ανθολόγηση της προκείμενης απόδοσης, παραθέτω την μετάφραση του επιγράμματος «Εἰς Ἡρὼ καὶ Λέανδρον» του Αντίπατρου Θεσσαλονικέως, από την Ελληνική Ανθολογία, όπως το παραθέτει ο Χατζηαράπης στο έργο του:

Γιὰ ἰδὲς αὐτὸ τὸ πέραμα μὲ πικραμένο μάτι,
γιατ’ εἶναι γιὰ τὸν ἔρωτα πολὺ πικρό, διαβάτη!…
Γιὰ ἰδὲς τὸν πύργο τῆς Ἡροῦς… ἐρείπια κρημνισμένα,
ὁ λύχνος ὁ προδότης ἄχ! Σὲ χρόνια περασμένα
ἔφεγγ’ ἐδῶ… Μὲ κύματα ὁ Λέανδρος, μ’ ἀέρα,
μὲ τὸ σκοτάδι τῆς νυχτιᾶς ἐπάλευε ’δῶ πέρα…
Ἀκόμα γιὰ τὸν ἄνεμο τὸ φθονερὸ κ’ οἱ δύο
ἔχουν πικρὸ παράπονο μέσ’ ἀπὸ μνῆμα κρύο…

~•~

Οὗτος ὁ Λειάνδροιο διάπλοος, οὗτος ὁ πόντου
πορθμὸς ὁ μὴ μούνῳ τῷ φιλέοντι βαρύς·
ταῦθ’ Ἡροῦς τὰ πάροιθεν ἐπαύλια, τοῦτο τὸ πύργου
λείψανον· ὁ προδότης ὧδ’ ἐπέκειτο λύχνος.
κοινὸς δ’ ἀμφοτέρους ὅδ’ ἔχει τάφος, εἰσέτι καὶ νῦν
κείνῳ τῷ φθονερῷ μεμφομένους ἀνέμῳ.

~•~ (περισσότερα…)

«Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 1 / 4 ]

~.~

Εισαγωγή: Από τον Ιωάννη Σκυλίτση στον Θρασύβουλο Χατζηαράπη

Ζώντας στο μεταίχμιο δυο κόσμων στην Ύστερη Αρχαιότητα, ο Μουσαίος αναφέρεται στις γραμματολογίες τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της βυζαντινής λογοτεχνίας. Με τον ίδιο βέβαια πάντα τρόπο που επιβάλλει η ολοσχερής έλλειψη στοιχείων. Σχετικά λοιπόν με τον παντελώς άγνωστο ποιητή που έζησε κατά τα τέλη του 5ου με τις αρχές του 6ου μεταχριστιανικού αιώνα, με μονότροπη επαναλαμβανόμενη σιγουριά λέγεται, ξανά και ξανά, πως στη στιχοποιΐα και τη μετρική συγκαταλέγεται στη «σχολή» του Νόννου.  Το μόνο δημιούργημά του όμως που έφτασε ως τις μέρες μας άρκεσε για να διασώσει ακέραιο και το δικό του όνομα επί δεκαπέντε αιώνες μες στον μεγάλο ωκεανό της ελληνικής λογοτεχνίας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τους θαλασσόβρεχτους έρωτες της Ηρώς και του Λέανδρου, η τραγική ιστορία δυο ερωτευμένων νέων. Το επύλλιο λοιπόν Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον διηγείται μια παλιά ερωτική ιστορία που συνέβη στον πορθμό του Ελλησπόντου, ανάμεσα στις πόλεις Σηστό και Άβυδο. Η όμορφη Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης που ζει απομονωμένη σ’ έναν πύργο πλάι στη θάλασσα ερωτεύεται τον Λέανδρο από την αντικρινή ακτή της Αβύδου κι ο έρωτάς τους συντελείται μυστικά, κάθε βράδυ, όταν ο Λέανδρος κολυμπά από την Άβυδο στην Σηστό οδηγούμενος από το φως του λυχναριού που ανάβει η Ηρώ από τον πύργο της. Όταν μια βαριά χειμωνιάτικη βραδιά σβήνει το λυχνάρι, ο Λέανδρος πνίγεται μες στα αφρισμένα κύματα του Ελλησπόντου, ακολουθώντας την ακατάβλητη επιθυμία του να συναντήσει την Ηρώ. Σαν αντικρίζει η Ηρώ το πτώμα του αγαπημένου της που έχει ξεβράσει η ακτή, πέφτει από τον ψηλό τον  πύργο και σκοτώνεται και αυτή.

Ο θρύλος στη μορφή που μας παραδίνεται δεν πρέπει να είναι παλιότερος από τη δημιουργία του φάρου της Αλεξάνδρειας (280 π. Χ.), όπως έχει επισημανθεί. Η τραγική ιστορία των δυο ερωτευμένων νέων γνώρισε γρήγορα μεγάλη κι ευρεία διάδοση κι ήδη από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα έχουμε αποσπάσματα ποιήματος με αυτό το θέμα. Ο Βιργίλιος, ο Στάτιος, ο Οβίδιος κι ο Μαρτιάλης μνημονεύουν την ιστορία, κι από εκεί διαχέεται σε όλον τον δυτικό Μεσαίωνα. Η ιστορία του Μουσαίου όμως από την άλλη διαπερνά την ελληνική Ανατολή, αρχής γενομένης με την αναφορά του Αγαθία, κι από εκεί φτάνει μέχρι τους βυζαντινούς κέντρωνες, τον Τζέτζη, το βυζαντινό μυθιστόρημα (Νικήτα Ευγενιανού, Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα): (περισσότερα…)

Μνήμη Παύλου Καλλιγά (1948-2025)

*

Ο μόλις εχθές εκδημήσας καθηγητής φιλοσοφίας Παύλος Καλλιγάς άφησε πίσω του έργο σημαντικό, κυρίως και πρωτίστως με την υποδειγματική έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου, τη μετάφραση και τα σχόλια του, κι η οποία με τα λόγια του Βασίλη Κάλφα «είναι μάλλον η πληρέστερη και πιο ενημερωμένη έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου σε διεθνές επίπεδο». Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα ποίημα του Λέοντος φιλοσόφου (9ος αι.), που ο ίδιος μετέφρασε στην εφημερίδα Τα Νέα τον Απρίλιο του 2021. Γαίαν έχοι ελαφράν. — Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Λέοντος του Φιλοσόφου

Ψυχρά τα γηρατειά, κι η κράση μου –αλλοίμονο–
φύσει φλεγματική. Αλλά κι ο Φλεβάρης μήνας
υπερβολικά ψυχρός, ενόσω του Υδροχόου το ζώδιο
πλανιέται τούτον τον καιρό στη συνοδεία του ήλιου,
κάνοντας σε κάποια μέρη ίσαμε και το κρασί να πήζει
και τα λαγήνια ακόμη από την παγωνιά να σπάζουν.

Μα κι εδώ που κατοικώ το χιόνι είναι σαν βουνό
και το σπίτι ολωσδιόλου παγωμένο,
ενώ ο βοριάς φυσά δριμύς, όλο φαρμάκι,
οξύς και διαπεραστικός σαν απ’ τα Τάρταρα να πνέει,
αφού, όπως φαίνεται, ο νοτιάς έχει τα μέρη μας αφήσει. (περισσότερα…)

Πάνος Θεοδωρίδης, Σπαράγματα μεταφράσεων

Νεανική φωτογραφία του συγγραφέα από τη σελίδα του στο fb

~.~

Η θανή του Πάνου Θεοδωρίδη επισπεύδει την κατάθεση αυτής της μικρής ανθοδέσμης από σύντομες μεταφράσεις του βυζαντινών ποιημάτων, μέσα σε κείμενά του, σαν μικρό φόρο τιμής στη μνήμη του. Αρχιτέκτονας, ποιητής, συγγραφέας, ηθοποιός, αρθρογράφος, μπλόγκερ, πολυσχιδής άνθρωπος. Η αγάπη κι η βαθιά γνώση του για το Βυζάντιο και τη λογοτεχνική όσο και την υλική κληρονομιά του υπήρξε παθιασμένη και μεγάλη. Ας αναφέρω μοναχά το πάθος του με τους νερόμυλους και το σενάριο που έγραψε για την ταινία Δοξόμπους, όπου έπαιζε κι ο ίδιος. Ας επιτραπεί κατ’ εξαίρεσιν, σ’ αυτή την μικρή ανθολόγηση να συμπεριλάβουμε, ως κολοφώνα της, ένα άλλο κείμενό του που εκφράζει την αγάπη του για τον Μανουήλ Φιλή.

Πριν δυόμισι χρόνια του είχα ζητήσει να συμπεριλάβω στην Ανθολογία της Βυζαντινής ποίησης ορισμένα σπαράγματα βυζαντινών ποιημάτων αποδοσμένων στη νεοελληνική, που είχε σε ορισμένες αναρτήσεις του στο φέησμπουκ. Ταυτόχρονα τον είχα ρωτήσει και για ένα μικρό κομμάτι που το παρουσίαζε σαν απόσπασμα από τον Μανουήλ Φιλή.

άλλο να βρίσκεσαι γυμνός το θέρος
κι άλλο στου χειμώνα το εξοχικό παραγώνι
παρόμοια άλλο να θλίβεσαι που είσαι θνητός
κι άλλο να θλίβεσαι γιά φίλο πεθαμένο.

Μου απάντησε πως ήταν πλαστό. Κι όμως συλλογίζομαι τώρα πόσο λιτό κι απέριττο, αληθινό, επιτύμβιο επίγραμμα μοιάζει· ταιριαστό και για τη δική του μνήμη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα…

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~•~

Ιωάννης Γεωμέτρης, ο και Κυριώτης:

Όλα τα πάντα ανθούν, το αμπέλι παλεύει να γεννήσει
ξεχειλίζει το φρέσκο μέλι από τις κερήθρες […]

/// (περισσότερα…)

Ιωάννης Δαμασκηνός, Νεκρώσιμα ιδιόμελα

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Με τον δικό του τρόπο και την ιδιαίτερη ματιά του απέδωσε στη νεοελληνική ο Άρης Δικταίος τα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού, που ψάλλονται στη Νεκρώσιμη Ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για τον Δαμασκηνό ως ποιητή και υμνογράφο καθώς και για τη Νεκρώσιμη Ακολουθία παραπέμπουμε στην πρώτη δημοσίευση της ανθολόγησης της βυζαντινής ποίησης.

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Νεκρώσιμα ἰδιόμελα

Ἀπόδοση Ἄρη Δικταίου

 

Σὲ ποιὰν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς δὲν ἔχει ἡ θλίψη
τὸ μοιράδι της; Πάνω στὴ γῆ ποιά δόξα
ἔμεινε ἀσάλευτη; Πιὸ εὔθραυστος κι ἀπὸ τὸν ἴσκιο,
πιὸ ἀπατηλὸς κι ἀπ’ τὰ ὄνειρά εἶναι ὁ κόσμος.
Λίγο νὰ γείρει, καὶ τὴ θέση του ὁ θάνατος παίρνει.

Σὰν λουλούδι μαραίνεται, σὰν ὄνειρο φεύγει
καὶ περνᾶ καὶ σβήνει ὁ ἄνθρωπος. Ἂλλ’ ὅταν
ἡ σάλπιγγα ξανασημάνει, οἱ πεθαμένοι,
ὅλοι, ὡς σὲ δυνατὸ σεισμό, θὰ σηκωθοῦνε.

Θέ μου, ἡ ψυχὴ πόσο ἀγωνιᾶ, πόσο ὑποφέρει
ὅταν τὸ σῶμα ἀποχωρίζεται! Πῶς κλαίει, τότε,
Θέ μου, καὶ νὰ τὴ λυπηθεῖ κανεὶς δὲν εἶναι!
Παρακαλεστικὰ γυρνᾶ καὶ βλέπει τοὺς Ἀγγέλους,
ἀλλὰ τοῦ κακοῦ! Ἁπλώνει στοὺς ἀνθρώπους
τὰ χέρια της, μὰ δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ βοηθήσει.

Μάταια, μάταια εἶναι ὅλα τ’ ἀνθρώπινα, γιατί
δὲν δύνονται κ’ ὕστερα ἀπὸ τὸ θάνατο νὰ ὑπάρχουν.
Κανεὶς δὲν παίρνει τὸν πλοῦτο του μαζί του,
ἡ δόξα δὲν τὸν ἀκλουθεῖ, γιατί ὅλα, ἄχ, ὅλα
χάνονται ἀμέσως μόλις ὁ θάνατος προβάλλει. (περισσότερα…)

Μιχαήλ Χωνιάτης, Τὸ χαμένο μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, συγγραφέας και μητροπολίτης Αθηνών (1182-1204), αυτάδελφος του γνωστού ιστορικού Νικήτα, γεννήθηκε το 1138 στις Χώνες της Μικράς Ασίας, εξ ού και η επωνυμία τους άλλωστε, και ήταν μαθητής του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης. Υπερασπίστηκε την Αθήνα κατά την πολιορκία της πόλης από τον Λέοντα Σγουρό και κατά την Λατινοκρατία κατέφυγε στην Κέα και αργότερα στη μονή Προδρόμου στη Βουδονίτσα της Λοκρίδας (κοντά στις Θερμοπύλες), όπου και εκμέτρησε το ζην γύρω στα 1222. Σθεναρός πολέμιος της αστικής αριστοκρατίας την επέκρινε για την αδιαφορία της προς την τύχη των επαρχιών. Όπως σημειώνει ο Καζντάν, ο Μιχαήλ ανήκε στους σπάνιους εκείνους συγγραφείς που ξέφυγαν από τις τυπικές συμβάσεις και μας παρέδωσε ζωντανές εικόνες και περιγραφές, αναπτύσσοντας μάλιστα τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές του σε ολοκληρωμένες παραστατικές αφηγήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα –ένα από τα ελάχιστα που συνέγραψε– που έχει αποδώσει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (τον οποίο θερμώς ευχαριστώ για την άδεια αναδημοσίευσης εδώ) και μιλά για το χαμένο παρελθόν της πόλης της Αθήνας. Της πόλης της οποίας ήταν μητροπολίτης, γνώριζε και θαύμαζε το ένδοξο παρελθόν της, και προσπάθησε με αυτή την ελεγεία να εκφράσει την αγάπη του για την χαμένη πια ομορφιά της, σαν ερωτευμένος που στερείται το ζωντανό πρόσωπο της αγαπημένης του και την αντικρίζει μόνο μέσα από τη μεσολάβηση μιας εικόνας. Του Μιχαήλ Χωνιάτη σώζονται και δυο τοιχογραφίες από τα μέσα του 13ου αιώνα από τα περίχωρα των Αθηνών (Καλύβια Αττικής και Πεντέλη), που φανερώνουν μάλιστα ότι θεωρούνταν άγιος ήδη σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του.

~•~ (περισσότερα…)

Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, Κοντάκιον εἰς τὴν γέννησιν

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΡΩΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ

Κοντάκιον εἰς τὴν γέννησιν

(ἀπόσπασμα τοῦ ΛΣΤ´ ὕμνου)

Αὐτός, ποὺ ἀπὸ πατέρα, δίχως μάνα, πρὶν ἀπ’ τὸν Ἑωσφόρο ἐγεννήθη,
στὴ γῆν ἀπὸ Σὲ σαρκώθη σήμερα δίχως πατέρα,
γι’ αὐτὸ καὶ τὴν καλὴ εἴδηση φέρνει στοὺς μάγους ἕνα ἀστέρι,
κι ἄγγελοι μὲ βοσκοὺς ἀντάμα τραγουδοῦν
τὴν ἀνέκφραστη γέννα
σου, ὦ χαριτωμένη!

Τὸ σταφύλι της τὸ ἀγεώργητο βλασταίνοντας, ὅπως ἀμπέλι,
στὴν ἀγκαλιά της τὸ κράταγε σὰν κλῆμα κ’ ἔλεγεν: «Ἐσύ ’σαι
ὁ καρπὸς μου κ’ ἡ ζωή μου, ἀπὸ σὲ ἔχω μάθει,
ὁ Θεός μου, ὅτι εἶμαι ὅ,τι ἤμουν.
Τῆς παρθενίας μου τὴ σφραγίδα ἀνάλλαγη θωρώντας,
Λόγο ἀμετάβλητο, ποὺ ἔγινε σάρκα, σὲ κηρύσσω·
πῶς σ’ ἔπιασα μέσα μου δὲν ξέρω, τῆς φθορᾶς νικητὴ μόνο σὲ ξέρω,
γιατὶ εἶμαι ἁγνή, ἂν καὶ βγῆκες ἀπὸ μένα,
γιατί, φυλάγοντάς την ἀνέγγιχτη, τὴ μήτρα μου ἄφησες ὅπως τὴ βρῆκες,
γι᾽ αὐτὸ γιορτάζει ἡ χτίση ὁλόκληρη, φωνάζοντάς με:
ἡ χαριτωμένη. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [2/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [2/2]

Μετάφραση Τασούλας Καραγεωργίου

~.~

Θερμές ευχαριστίες στη μεταφράστρια και στον φίλο Άγγελο Καλογερόπουλο εκ μέρους του περιοδικού Το Κοινόν των ωραίων τεχνών για την άδεια της αναδημοσίευσης (οι αποδόσεις βρίσκονται στο τχ. 3, Ιούνιος 2018). – ΗΜ

Πρὸς μοναχὸν Ἀνδρέαν
(ἀπόσπασμα)

Πολλοὶ λένε (κι ἂν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λόγια τους
δὲν τὸ γνωρίζω), λένε ὅμως καὶ μὲ πείθουν· ὅ
τι πολὺ χαίρεσαι, ὦ μοναχὲ καὶ πατέρα,
ἂν κάποιος σοῦ προσφέρει λείψανα σεπτὰ
ἀνδρῶν μαρτύρων ἢ σεβαστῶν γυναικῶν,
καὶ θῆκες θείων λειψάνων λένε πὼς ἔχεις πολλές,
ποὺ τὶς ἀνοίγεις πάντα καὶ τὶς δείχνεις
στοὺς φίλους σου· δέκα χέρια τοῦ μάρτυρα Προκόπιου,
τοῦ Θεοδώρου δεκαπέντε γνάθους,
τοῦ Νέστορος περὶ τὰ ὀκτὼ ποδάρια,
τοῦ Γεωργίου δε κάρες τέσσερις
καὶ μαστοὺς πέντε τῆς ἀθλοφόρου Βαρβάρας
καὶ –πρόσφατα ἀποκτήματα– τὰ ὀστᾶ
ἀπὸ τοὺς δώδεκα βραχίονες
τοῦ καλλινίκου μάρτυρα Δημήτριου
κι ἀκόμα τοὺς καλάμους ἀπὸ τὰ εἴκοσι συνολικὰ σκέλη
τοῦ Παντελεήμονος (τί πλῆθος στ’ ἀλήθεια!)

~•~ (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [1/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [1/2]

Μετάφραση Γιώργου Βαρθαλίτη

~.~

Τα βιογραφικά στοιχεία του Χριστόφορου Μυτιληναίου αντλούνται από το ίδιο το έργο του. Τα ελάχιστα στοιχεία που συνάγουμε από εκεί φανερώνουν έναν σημαντικό βυζαντινό λόγιο, ο οποίος κατάγεται μάλλον από τη Μυτιλήνη όπως δείχνει και το επίθετό του, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, και έχει σίγουρα λάβει υψηλή μόρφωση. Οι τίτλοι που κατείχε (υπογραφεύς του βασιλέως, πατρίκιος, ανθύπατος κλπ.), όπως παρουσιάζονται στο έργο του, αναδεικνύουν τον Χριστόφορο σε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Πόλης στην εποχή του. Το έργο του καλύπτει μία ευρεία κλίμακα ειδών και θεμάτων· από την γραφίδα του προέρχεται ένα μεγάλο μέρος δίστιχων επιγραμμάτων στα Μηναία καθώς και έργα θρησκευτικού περιεχομένου (αφιερωμένα σε εορτές ή βιβλικά πρόσωπα), μα και πολλά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα της οικογένειάς του (ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων αυτά για τον θάνατο του αδελφού του και της μητέρας του), σε ιερωμένους, αξιωματούχους, ή φίλους του αλλά και αρκετά άλλα με σατυρικό περιεχόμενο. Η σημερινή απόδοση του Γιώργου Βαρθαλίτη, που παραθέτουμε, αφορά σε ένα κομψό ποίημά του για την αράχνη, και είχε φιλοξενηθεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Παλίμψηστον (τχ. 33, Άνοιξη 2016).

(περισσότερα…)