Μήνας: Ιουλίου 2017

Για την κριτική του όχλου

Γκρος

~ . ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~  

Ο ξεπεσμός του δήμου σε όχλο, ο εκφαυλισμός ενός λαού και η κατάληξή του σε αποφάσεις μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικές, είναι από τα βασικότερα θέματα της αρχαίας πολιτικής σκέψης. Όχι μόνο στον Αριστοτέλη, αλλά και στον Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, η παθολογία της αγελαίας μάζας έχει κεντρική θέση.

Δεν χρειάζεται όμως να μείνει κανείς στους Αρχαίους. Στην νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, κριτική του όχλου βρίσκει κανείς σε πλείστους όσους ποιητές μας. Στον «Ρωμιό» του Σουρή λ.χ., ποίημα-κοίτασμα εθνικής αυτογνωσίας:

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Αλλά και στον Βάρναλη του «Κύρ Μέντιου»:

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο, 
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Ή στον Γκάτσο της «Ελλαδογραφίας»:

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα ’ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;

Κυρίως όμως στον Κωστή Παλαμά των Σατιρικών γυμνασμάτων. Στο μοναδικό αυτό βιβλίο βρίσκει κανείς μια νηφάλια, κοινωνιολογικής ακριβείας περιγραφή των νοερών άκρων εντός των οποίων κινείται διαχρονικά ο Δήμος, από το μεγαλείο ώς την καταισχύνη:

Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.
Ο λαός είναι τίποτε και είν’ όλα,
είναι του εκδικητή το γιαταγάνι

κι είν’ η μαϊμού η ξεδιάντροπη, η μαργιόλα,
και η ρίζα και η κορφή, ο στερνός κι ο πρώτος,
κι εγώ κι εσύ, κι ο ανθός κι η καρμανιόλα

Για τη «σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού» έχουν μιλήσει πολλοί, με καυστικότερο όλων τον Παναγιώτη Κονδύλη το 1992 – η διατύπωση αυτή είναι δική του. Αλλά και οι σημαντικότεροι πολιτικοί καλλιτέχνες των ημερών μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Αρκάς, αυτή την εξαθλίωση επέλεξαν, με μεγάλη γενναιότητα και ισόποσο προσωπικό κόστος, να κάνουν θέμα τους. Ήδη από το «Κούρεμα» και τους «Κωλοέλληνες» ο Σαββόπουλος, με τον πρόσφατο ιδιοφυή «Προφήτη» του ο Αρκάς.

Φυσικά, όπως το είδαμε κατ’ επανάληψη, και μόνο η νύξη ότι ο περιούσιος λαός μπορεί να ευθύνεται εν μέρει τουλάχιστον για τα χάλια του, αρκεί για να προκαλέσει την μήνιν όλων των παρατάξεων, και της λεγόμενης αριστεράς και της λεγόμενης δεξιάς που σπεύδουν να τον πάρουν, κι αυτόν και τις ψήφους του, υπό την προστασία τους.

Και η μεν «αριστερά» μαίνεται διότι αδυνατεί να παραδεχθεί ότι το πολιτικό υποκείμενο που κατά σύστημα εξιδανικεύει, ο λαός, μπορεί κι αυτός να καταντήσει μια εκμαυλισμένη και εκφαυλισμένη μάζα. Αν το παραδεχόταν, οχλοςθα όφειλε να αναθεωρήσει μαζί και την αφελή ανθρωπολογία της, κληροδότημα του Διαφωτισμού, που δογματίζει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός και ότι αρκεί να τον αφήσει κανείς ελεύθερο για να ακμάσει εν αγαθότητι και δικαιοσύνη. Κάτι τέτοιο όμως θα ισοδυναμούσε γι’ αυτήν την, κατ’ επάγγελμα αισιόδοξη, αριστερά με ιδεολογική αυτοχειρία. Γι’ αυτήν την αριστέρα, αλλά και για κάθε ομόλογο λαϊκισμό, φταίχτης για τα παθήματα είναι πάντα οι Άλλοι, κατά προτίμηση οι «από πάνω» ή οι «απ’ έξω» ή οι απλώς «διαφορετικοί». Κι ας είναι ενίοτε αυτοί ακριβώς που προειδοποιούσαν για τις επερχόμενες συνέπειες.

Η δε «δεξιά» πάλι πλειοδοτεί σε μένος κατά των «υβριστών» του λαού, επειδή τον ταυτίζει αβασάνιστα με το έθνος, με την παράδοση και την ιστορία του. Καθώς τα τελευταία βάλλονται πράγματι από τους θιασώτες του εθνομηδενισμού και της παγκοσμιοποίησης, οι δικοί της οπαδοί τείνουν να πιστέψουν ότι όποιος μιλάει αρνητικά για τους σημερινούς Έλληνες, αποδομεί εν ταυτώ και την ιδέα του ελληνικού έθνους στη διαχρονία του. Όμως όταν πρόκειται για ανθρώπους όπως ο Κονδύλης, ο Σαββόπουλος, ο Αρκάς, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η κριτική τους είναι απόπειρα, συχνά απεγνωσμένη, εθνικού φρονηματισμού όχι εθνικής αποδόμησης. Παραίνεση ανόρθωσης, όχι παραίτηση ούτε μοιρολατρία.

Χάρη στην προορατικότητα του Κωνσταντίνου Τσάτσου, εισηγητή της πλειοψηφίας το 1975, και παρά τις κοντόφθαλμες αντιδράσεις που η διάταξη ακόμη προκαλεί, το ισχύον Σύνταγμα κάνει αυτήν την κρίσιμη διάκριση μεταξύ παροδικού λαού και διαχρονικού έθνους: «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του λαού και υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους». Σ’ αυτή τη διάκριση βασίζεται λ.χ. η αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης, που είναι έκφραση προβαθμιαία της διιστορικής αλληλεγγύης που διέπει τα έθνη. Παρότι κυρίαρχος ο ενεστώς λαός δεν είναι παντοδύναμος. Δεν δικαιούται χάριν της δικής του ευημερίας να υποθηκεύει το μέλλον των επιγενομένων ή να ευτελίζει την κληροδοσία των προηγούμενων.

Φυσικά η συνταγματική αυτή πρόνοια έχει χαρακτήρα ηθικής προειδοποίησης περισσότερο, παρά ευεφάρμοστης νομικής ρήτρας. Σε συνθήκες γενικευμένης παρακμής, οι πλειοψηφίες καθοδηγούνται από την αρχή της ηδονής και όχι από τη μέριμνα της αυτοσυντήρησης. Ωστόσο κι έτσι ακόμη, ως υπόμνηση δυνητική είναι ωφέλιμη. Μας θυμίζει ότι πάνω από τη δική μας ετυμηγορία, αυτή της ψήφου των επόμενων εκλογών, υπάρχει μια ετυμηγορία ανώτερη. Ότι πάνω από τα ατομικά δικαιώματά μας υφίσταται ένα ανώτερο χρέος. «Δεν κληρονομούμε τη γη από τους προγόνους μας, τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας», λέει μια ινδιάνικη παροιμία, που έγινε διάσημη από το οικολογικό κίνημα. Ο Κωστής Παλαμάς έχει πει το ίδιο πράγμα, και ίσως καλύτερα. Όλοι εμείς, οι παρούσες γενεές, χρωστάμε:

σε όσους ήρθαν, πέρασαν,
θα ’ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί.

Advertisements

Δημήτριος Μουζάκης, Εννέα ποιήματα

Dimitris Mouzakis

~ . ~   

Ι.

Eίναι κάποιες καταστάσεις που
σε δυσκολεύουν πολύ στα λόγια.
Μπορείς, βέβαια, να γράψεις ένα ποίημα και
να τις αθανατώσεις εκεί.
Το ποίημα είναι μια πραγματικότητα που
υπάρχει μόνο και μόνο επειδή γράφτηκε.
Το ποίημα δεν είναι λόγια.

ΙΙ.

Όταν ζούσε αναρωτιόμουν αν
τη θαυμάζω τόσο επειδή το αξίζει
ή επειδή είναι η μάνα μου.
Τώρα ξέρω
αν και ποίημα αντάξιό της δεν κατάφερα
και πώς να καταφέρω
αφού μήτε είμαι μήτε θα γίνω ποτέ
αντάξιός της
μήτε κανείς ή τίποτα που έζησα, συνάντησα
ή ξέρω.
Έχει, όμως, μια παράξενη αξία το κεφάλι μου
αφού όταν κι αυτό χαθεί
δε θα ’χει τίποτ’ απ’ τη μάνα μου
ο κόσμος.

ΙΙΙ.

Καθώς διαπιστώνω
ένα πρόσωπο πατέρα το ’χεις μέσα σου
κι όταν στην αγκαλιά κρατήσεις το παιδί σου
βγαίνει και φωταγωγεί τα κύτταρά σου.
Ανακαλύπτω, όμως, κι εν’ άλλο πρόσωπο που
αγνοούσα, μήτε θα μάθαινα ποτέ αν
δε γινόμουνα γονιός.
Αυτό που μου εμπνέει η καρδιά της γυναίκας μου
η γιομάτη δάκρυα και μεστή καλοσύνη
υποχρεώνοντάς με όλο και πιο ψηλά:
καλύτερος πατέρας, καλύτερος σύντροφος
καλύτερος άνθρωπος
χάρη σε σένα, Ιωάννα μου.

IV.

Ο παππούς της γυναίκας μου
αγκάλιαζε τα δένδρα.
Αυτό θα πει γονιός.
Την ώρα που μοσχοβολάς
να σε βλέπει το παιδί σου ώστε
να μη χρειαστεί ποτέ
να υπερασπιστείς το άρωμα.

V.

Δώσε μου μια ώρα, Του ζητώ
να ζωντανέψω τους νεκρούς
για να τα πούμε.
Δε γίνεται, μου λέει
έχουν κι αυτοί τα δικά τους πεθαμένα.
Δεν έχει τελειωμό αυτό το πένθος.

VI.

Όμορφη που ’ναι η μικρή μου κόρη.
Της αρέσει να της τρίβουν το πόδι και
να κοιτά τα άπαντα με διεισδυτική μανία
όταν δεν της αποσπά την προσοχή
η πείνα ή ο πόνος.
Τότε κλαίει με τη χάρη τραγουδίστριας
τσιμπά μια άρπα καμωμένη
απ’ τα μεγάλα μου αγγεία.

VII.

Δεν απέμεινε πια καμία εμμονή.
Αφέθηκα στο αεράκι που φυσά
να ρωτώ τι άλλο θα μου κάνεις
και κείνο ν’ απαντά έχω
έχω να σου κάνω
πέρα από κάθε σύνορο και κάθε φαντασία.
Απόμεινε κραταιά μόνον αυτή η πίστη.

VIII.

Μετά από μακρά ή σύντομη
περίοδο εγωισμών
επιτέλους πεθάναμε.
Πριν το θάνατό μας
δεν καταλάβαμε τίποτα
μετά το θάνατό μας
δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβουμε.
Αν σκεπτόμασταν λίγο παραπάνω
ίσως το βάσανό μας να μην ήταν τόσο
οξύ.

IX.

Είναι αργά κι η μικρή μου κοιμάται
συνοφρυώνεται, χαμογελά
αφήνει εν’ αναπαίσθητο αναστεναγμό
σα νυχτερινό άρωμα.
Προσπαθώ να φανταστώ τι βλέπει.
Ίσως βλέπει χρώματα, ίσως σκιές
ίσως φώτα που στην αρχή θεριεύουν κι
έπειτα σβήνουν.
Τα όνειρα της μικρής μου
βυζαίνουν όλο νόημα τα μάτια μου.
Τα δάκρυά μου την ξυπνούν για να θηλάσει.
Η κόρη μου κι η μάνα της σπάνε τα πλευρά μου
για να χωρέσει κι άλλο στήθος γύρω
απ’ την καρδιά μου.
Δεν είμαι ακριβώς χαρούμενος
δεν είμαι ακριβώς θλιμμένος
ειμ’ ένας μυς σε σύσπαση που
προσπαθεί ν’ αντέξει την ευθύνη.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ

 

 

 

 

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (4/4)

 

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»
Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό.

Για να χρησιμοποιήσω στίχους σας, εξακολουθούν να σας λένε «Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες. (…) Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις.»;

— Όχι, κανείς πια δεν μου λέει κάτι τέτοιο (γέλια). Νομίζω πως πλέον περιμένουν από μένα να μιλήσω, πράγμα που δείχνει πως ακόμη και οι πιο βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, κυρίως όταν έχουν ριζώσει πάνω στην υποκρισία και σε ψεύτικους τρόπους, μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχει κάτι το απελευθερωτικό, μου φαίνεται, όταν κάποιος είναι σε θέση να φωτίσει με ομορφιά αυτό που συχνά υποφωτίζουν οι κοινοτοπίες ή βρωμίζουν οι χυδαιότητες. Ενάντια σε όσους επιδιώκουν να αισθανόμαστε ένοχες, εγώ προτείνω ένα όραμα άλλο: το όραμα της γυναίκας που γνωρίζει πως το να είναι γυναίκα συνιστά προνόμιο και όχι μειονέκτημα. Είναι ανάγκη, άνδρες και γυναίκες να αντικρίσουμε αλλήλους δίχως φόβο, απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητά μας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πορείας σας στην ποίηση προσχωρήσατε στο Μέτωπο των Σαντινίστας. Πώς τράφηκαν αυτές οι εμπειρίες; Τι προσέφερε η ποιήτρια στην αντάρτισσα και με ποιο τρόπο ο πολιτικός αγώνας αναμειγνυόταν στους στίχους;

— Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Σομόσα ήταν ηρωικός, επικός. Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια. Για μένα η Νικαράγουα ήταν ανέκαθεν αγάπη παθιασμένη. Η χώρα μου μού μιλά με ηφαίστεια, με αγκαλιάζει με δέντρα, με ποτίζει με βροχές κατακλυσμικές. Να γράφω ποίηση για τη χώρα μου, το λαό μου, τη γενναιότητα και το ήθος, με τα οποία αγωνίστηκε κι εξακολουθεί να αγωνίζεται, είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα από τα μύχια του είναι μου. Πιστεύω πως σχετίζεται με την ανάγκη μου για ενότητα. Δεν ξέρω γιατί έχουμε τη μανία να διαχωρίζουμε την ψυχή από το σώμα, την αγάπη για έναν άνθρωπο από την αγάπη για την πατρίδα, τη ζωή από την πολιτική. Ζωή για μένα σημαίνει να μπορώ να τα βιώνω όλα αυτά ως ενιαίο σύνολο.

Τι είναι η Νικαράγουα για εσάς; Εξακολουθεί να σας πονάει πολύ η χώρα σας, όπως γράφετε σε ένα από τα ποιήματά σας;

— Αχ, πώς να σου το πω. Η Νικαράγουα για μένα είναι ο άντρας μου, με όνομα γυναικείο. Είναι η χώρα κάτω από το δέρμα μου, είναι το εσωτερικό μου πλήθος. Δεν μπορώ παρά να πω το ίδιο που έχω γράψει σε τόσα ποιήματα και κείμενά μου: είναι το κέντρο μου. Όταν, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα, αναγνωρίζω από το παράθυρο το τοπίο, νιώθω πως η ψυχή επιστρέφει στο σώμα μου. Προφανώς και με πονά: με πονά το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει έπειτα από τόσες προσπάθειες. Με πονά που πρόκειται, όπως λέει μια φίλη, για τη χώρα του Σίσυφου, εκείνου που οι θεοί τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να κουβαλάει μια τεράστια πέτρα ώς την κορφή ενός βουνού, μοναχά για να διαπιστώσει φτάνοντας στην κορυφή πως η πέτρα θα κατρακυλήσει κι εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Με πονά η υλική φτώχεια ενός λαού, ο οποίος από άποψη ανθρωπιάς είναι μοναδικά πλούσιος. Γι’ αυτό όμως και με παρηγορεί η Νικαράγουα: γιατί πέρα απ’ όλα αυτά, παραμένει μια χώρα θρεπτική, γεμάτη γέλιο και όρεξη για ζωή.

Περάσατε λοιπόν από την ευφορία της επανάστασης στην απογοήτευση της πραγματικότητας. Σας βοήθησε η συγγραφή να ξορκίσετε την απογοήτευση; Και  αν ναι, επαρκεί από μόνη της ως μέτρο ή χρειάζεστε κι άλλου είδους «δραστηριοποίηση»;

— Θεωρώ την απογοήτευσή μου φυσιολογική, ωστόσο δεν πρόκειται για απογοήτευση εξαιτίας της χώρας, παρά εξαιτίας της τσιγκουνιάς της πολιτικής. Η συγγραφή με βοηθάει, καθώς μου επιτρέπει να φαντάζομαι λύσεις και δυνατότητες, αλλά και να συμβάλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου στον δημόσιο διάλογο και στην αναζήτηση περαιτέρω τρόπων για τη χάραξη μιας πορείας, η οποία τώρα μοιάζει ασαφής. Η δραστηριοποίηση παραμένει απαραίτητη, είναι πάντοτε αναγκαία στη Λατινική Αμερική, και καθένας πρέπει να βρει το δικό του τρόπο να δραστηριοποιείται υπό τις νέες αυτές συνθήκες, οι οποίες τουλάχιστον δεν τον υποχρεώνουν ευτυχώς να πάρει τα όπλα.

Με αφορμή το ερώτημα «Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου έγκειται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;» στο ποίημά σας «Ως προς το ρήμα ‘βρίσκομαι’», ερωτώ: Τι βλέπει σήμερα η Τζοκόντα Μπέλλι στην άλλη όψη της ποίησής της;

— Στο ποίημα αναφερόμουν στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνει κανείς να βλέπει όχι μόνο την εκτυφλωτική ιδέα της ουτοπίας, αλλά και να κατανοεί τη δυσκολία που ενέχει η διατήρηση της συνέπειας στην καθημερινότητα. Μαθαίνει να κατανοεί πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει τώρα με την ποίησή μου είναι πως δεν φοβάμαι να έρθω αντιμέτωπη με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά που ενυπάρχει στο είδος μας. Δεν φοβάμαι να κατονομάσω το κακό –είτε αφορά την αριστερά είτε τη δεξιά– γιατί οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντοτε σε καλές πράξεις. Στο όνομα δε της επανάστασης και των πιο υψηλών ιδανικών έχουν διαπραχθεί φρικαλεότητες και μεγάλες αδικίες.

Γιατί μοιάζει όμως στο ποίημα «Μάστιγες του 21ου αιώνα» να κερδίζει έδαφος ο σκεπτικισμός, αφού όπως γράφετε εκεί «τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη» και «δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά»;

— Γιατί είναι λυπηρό να αναγνωρίζει κανείς αυτό το είδος κρούστας που δημιουργείται στη συνείδηση, αρχής γενομένης από την αδιαφορία. Οι στίχοι αυτοί δεν ήταν προϊόν σκεπτικισμού, παρά μιας βαθειάς θλίψης για καταστάσεις όπως αυτή στο Ιράκ. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί κι εξακολουθούμε να ζούμε σαν να μην συνέβη τίποτε. Υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις, όμως υπάρχουν και άλλες, όπως η αντίδραση μετά το σεισμό στην Αϊτή, όπου ο κόσμος αποδείχθηκε αλληλέγγυος, προσφέροντας χρήματα και βοήθεια. Ως ποιήτρια δεν μπορώ παρά να αντιδρώ απέναντι σε τέτοιες καταστροφές, άλλοτε απορώντας και άλλοτε ελπίζοντας.

Δεν είναι παράδοξο που σε αυτό το ποίημα γράφετε ότι ίσως δεν αξίζει πια τον κόπο η διερώτηση, ενώ η συγκεκριμένη ενότητα ποιημάτων σας, τα πολιτικά, βρίθει ερωτημάτων;

— Πότε-πότε λέω ψέματα στον εαυτό μου (γέλια). Φυσικά και αξίζει τον κόπο η διερώτηση. Η ποίησή μου θέτει πολλά ερωτήματα γιατί επιδιώκει να συνδιαλαγεί με τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει να αναμειχθεί.

Κάπου αναφέρεστε στον Σέσαρ Βαγιέχο. Ποια η σημασία της ποίησής του στη ζωή σας και με ποιους άλλους ποιητές συνδιαλέγεται η δική σας ποίηση;

— Ο Βαγιέχο είναι ποιητής δύσκολος. Δεν με επηρεάζουν όλα όσα έχει γράψει στον ίδιο βαθμό. Κάποια ποιήματά του είναι πολύ σκοτεινά, σχεδόν απροσπέλαστα, ενώ άλλα μοιάζουν με αστραπή, έτσι που όταν τα διαβάζεις νιώθεις να φωτίζεται ο ουρανός. Δεν θα σου αναφέρω όμως όλους τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγομαι γιατί δεν θα μας έφταναν οι σελίδες της εφημερίδας (γέλια).

Ορτέγα: Τα μέσα και ο σκοπός. Ποιος ο απολογισμός σας για το έργο του Ντανιέλ Ορτέγα;

— Τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο Ντανιέλ Ορτέγα για την επανεκλογή του είναι νόμιμα, όπως νόμιμη είναι και κάθε βουλή που λαμβάνει υπόψη της τις αδικίες και την ανάγκη κυριαρχίας του λαού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, και ότι η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγα υποκινείται από μια βούληση μακιαβελική που ισχυρίζεται πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κυβέρνησή του δεν θέλει τη δημοκρατία, αλλά τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιο είναι το κοινό συμφέρον και, εν ανάγκη, να το επιβάλει. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που τρέμει την υγιή κριτική, τους πνευματικούς ανθρώπους και την ελευθερία των κυβερνουμένων, και η οποία ενεργεί μυστικά και ύπουλα εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει με τον τρόπο του να φέρει αντίρρηση. Δυστυχώς, ο Ορτέγα επαναλαμβάνει τα σφάλματα των δικτατοριών του παρελθόντος, μόνο που αυτή τη φορά το πράττει με εξαγγελίες «επαναστατικές». Και όμως, ρέπει προς τον αυταρχισμό και επιδιώκει να συγκεντρώσει τόσο την οικονομική, όσο και την πολιτική ισχύ στο πρόσωπο το δικό του, της συζύγου του και της οικογενείας του. Είναι άνθρωπος φιλόδοξος και ανασφαλής, με πολλά σκοτεινά σημεία στο χαρακτήρα του. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Σαντινίστας, οι επικεφαλής ήταν εννιά. Τώρα η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο και την οικογένειά του, μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας ποτέ δεν έζησαν ως απλοί πολίτες. Ο Ορτέγα πέρασε τη ζωή του ολόκληρη στην πολιτική. Υπήρξε πρόεδρος κι επικεφαλής, υποστηριζόμενος πότε από το Κράτος και πότε από το κόμμα. Αγνοεί την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες της Νικαράγουας, ενώ αυτά που θεωρεί πως θέλει ο κόσμος δεν προκύπτουν από εμπειρία, αλλά από μια νοοτροπία τύπου οδηγιών χρήσης. Μια νοοτροπία παρωχημένη, που παραβλέπει πως οι κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ελευθερία και συναίσθηση, και όχι προεδρικά διατάγματα. Με αυτά δε τα τελευταία, όχι μόνο βρήκε τον τρόπο να ζητήσει την επανεκλογή του –πράγμα που το Σύνταγμά μας απαγορεύει–, αλλά και να καταπατήσει κάθε νομική και ηθική αρχή του κράτους της Νικαράγουας.

«Εφημερίδα»
Αργεντινή, 4 Φεβρουαρίου 2010

****

Γεννημένη σε προνομιακό περιβάλλον στη Μανάγουα της Νικαράγουας, η Τζοκόντα Μπέλλι αφιερώθηκε στον αγώνα των Σαντινίστας και στη λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα βιβλία πρόζας και ποίησης, όπως και μυθιστορήματα. Της έχει απονεμηθεί πλήθος βραβείων, από το «Βραβείο της Μικρής Βιβλιοθήκης Seix Barral» και το «Βραβείο Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Γκουανταλαχάρας, ώς το «Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών» από το γαλλικό κράτος (2013) και το πιο πρόσφατο «Βραβείο Αντρές Σαμπέλια» της Χιλής (2014).

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (3/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει
 
Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.
 
Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους
 
Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.
 

Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)

Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;
 
Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.
 
Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;
 
Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.
 
  

Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)

Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.
 
Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.
 
Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;
 
Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.
 
Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.

Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης (América en el idioma de la memoria)
 
Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
 
ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.
 
Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.
 
ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.
 
IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.
 
V.Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!
 
VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.
 
VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.
 
Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—
 
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.
 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας

 

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (2/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Απεργία (Huelga)

Θέλω μια απεργία να συμμετέχουμε όλοι.
Μια απεργία από χέρια, πόδια και μαλλιά,
μια απεργία να γεννιέται μες στο σώμα του καθένα.

Θέλω μια απεργία

από εργάτες                από περιστέρια
από σοφέρ                   από λουλούδια
από τεχνικούς             από παιδιά
από γιατρούς               από γυναίκες.

Θέλω μια απεργία μεγάλη,
που να φτάνει ώς την αγάπη.

Μια απεργία, όλα να τα σταματάει,

το ρολόι                      τα εργοστάσια
τα φυτώρια                  τα σχολεία
τα λεωφορεία               τα νοσοκομεία
τις λεωφόρους             τα λιμάνια.

Μια απεργία από μάτια, από χέρια και φιλιά.
Μια απεργία να επιτρέπει την ανάσα,
μια απεργία να γεννάει τη σιωπή
για ν’ ακούγονται του τύραννου τα βήματα σαν φεύγει.

 

Τι είσαι, Νικαράγουα; (¿Qué sos Nicaragua?)                                       

Τι είσαι
παρά ένα τριγωνάκι γης
χαμένο καταμεσής του κόσμου;

Τι είσαι
παρά το πέταγμα πουλιών
πολύχρωμων μωμώτ
μίμων πολύγλωσσων
και κολιβρίων;

Τι είσαι
παρά το κελάρυσμα ποταμών
που πέτρες μεταφέρουνε λαμπρές και λείες
ίχνη αφήνοντας νερού στα βουνά;

Τι είσαι
παρά στήθη γυναικεία φτιαγμένα από πηλό,
λεία, μυτερά, απειλητικά;
 
Τι είσαι
παρά το θρόισμα των φύλλων σε δέντρα υπερμεγέθη
πράσινα, πολύκλαδα, γεμάτα περιστέρια;

Τι είσαι
παρά πόνος και σκόνη και κραυγές το δειλινό,
– «γυναικείες κραυγές, σαν σε γέννα»-;

Τι είσαι
παρά γροθιά σφιγμένη και στο στόμα σφαίρα;
 
Τι είσαι, Νικαράγουα,
και τόσο με πονάς;

 

Φορείς οραμάτων (Los portadores de sueños)

Οι προφητείες όλες
γράφουν για το τέλος του κόσμου.

Όλες οι προφητείες προμηνύουν
πως ο άνθρωπος ο ίδιος το δικό του τέλος θα επιφέρει.

Μα οι αιώνες και η ζωή που ολοένα ανανεώνεται
γέννησαν ακόμη μια γενιά —
τη γενιά εκείνων που αγαπούν και ονειρεύονται∙
άνδρες και γυναίκες που δεν προσβλέπουνε στου κόσμου το τέλος,
μα στη δημιουργία ενός κόσμου, γεμάτου πεταλούδες και αηδόνια.

Από παιδάκια έφεραν το σημάδι της αγάπης.
Πίσω απ’ την όψη τους την καθημερινή
κρατούσαν φυλαγμένη τη στοργή και τον ήλιο του μεσονυχτίου.
Οι μανάδες τους τα έβρισκαν να κλαίνε για ένα νεκρό πουλί
και αργότερα, πολλούς απ’ αυτούς, τους έβρισκαν το ίδιο
νεκρούς σαν τα πουλιά.

Τα όντα αυτά συμβίωσαν με διάφανες γυναίκες
και τις άφησαν να κυοφορούνε μέλι, και με γιους ν’ ανθοφορούνε
μέσα από χαδιών χειμώνα.

Αυτά έγιναν κι έτσι πλήθυναν στον κόσμο οι φορείς των οραμάτων,
άγριες επιθέσεις δεχόμενοι απ’ τους φορείς προφητειών
που για καταστροφές μιλούσαν.
Τους είπανε φαντασιόπληκτους, ρομαντικούς, ουτοπιστές,
τους λόγους τους τους είπανε ξεπερασμένους
―και πράγματι ήταν τέτοιοι αφού η μνήμη του παράδεισου
στου ανθρώπου την καρδιά έχει παλιώσει―.
Όσοι πλούτη συγκεντρώνανε, τους έτρεμαν,
και καταπάνω τους έριχναν στρατούς,
μα οι φορείς των οραμάτων έκαναν έρωτα όλες τις νύχτες
κι ολοένα ο βλαστός τους ξεπρόβαλλε απ’ τις κοιλιές των γυναικών
που όχι μονάχα έφεραν οράματα μα και τα πλήθαιναν,
διαδίδοντάς τα και μιλώντας γι’ αυτά.
 
Με τον τρόπο αυτό αναπαρήγε ο κόσμος τη ζωή του
όπως αναπαρήγε εκείνους που εφηύραν τον τρόπο
του ήλιου τη λάμψη να παύσουν.
 
Οι φορείς των οραμάτων επέζησαν σε παγετούς,
μα σε κλίματα θερμά έμοιαζαν να ξεπετάγονται
σαν γενιά αυτοφυής.
Ίσως οι φοινικιές, οι γαλανοί ουρανοί, οι βροχές οι καταρρακτώδεις
σε τούτο να ’χανε ανάμειξη,
μα η αλήθεια είναι πως σαν μέλισσα εργάτρια
το είδος τους ολοένα ονειρευότανε και δημιουργούσε όμορφους κόσμους,
κόσμους αδελφωμένους, με άντρες και γυναίκες
με τον έναν ν’ αποκαλεί τον άλλο σύντροφο
που δίδασκαν αλλήλους ανάγνωση και
σε θανάτους από κοινού παρηγορούνταν,
αλλήλους φρόντιζαν, πρόσεχαν κι αγαπούσαν,
ο ένας τον άλλο στον τρόπο της αγάπης βοηθούσε
και στην προστασία της ευτυχίας.
 
Ευτυχείς ήταν στον κόσμο τους από ζάχαρη κι ανέμους,
κι απ’ όλα τα μέρη κατέφταναν άλλοι για να διαποτιστούν απ’ την ανάσα τους
κι απ’ την καθάρια ματιά τους,
και προς όλα τα μέρη σκόρπιζαν εκείνοι που τους γνώρισαν
φέροντας και οι ίδιοι οράματα, οραματιζόμενοι καινούργιες προφητείες
που για χρόνους θα μιλούσανε με πεταλούδες και μ’ αηδόνια
και που ο κόσμος δεν θα τέλειωνε μ’ εκατόμβες.
Αντιθέτως, οι επιστήμονες θα σχεδίαζαν
γέφυρες, κήπους, παιχνίδια εκπληκτικά
για να κάνουν πιο γλυκειά την ευτυχία του ανθρώπου.
 
Είναι επικίνδυνοι – εκτύπωναν οι μηχανές
Είναι επικίνδυνοι – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Είναι επικίνδυνοι – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Πρέπει να αφανιστούν – εκτύπωναν οι μηχανές
Πρέπει να αφανιστούν – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Πρέπει να αφανιστούν – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Οι φορείς των οραμάτων τη δύναμή τους την γνώριζαν,
γι’ αυτό δεν απορούσαν∙
ήξεραν ακόμη πως η ίδια η ζωή τούς είχε γεννήσει
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
Γι’ αυτό τη ζωή τους υπερασπίζονταν και με το θάνατο ακόμη.
Γι’ αυτό καλλιεργούσαν κήπους οραμάτων
εξάγοντάς τους με γιγάντιους ιμάντες πολύχρωμους.
Οι προφήτες του σκότους περνούσαν μερόνυχτα ολόκληρα
φρουρώντας περάσματα και δρόμους
ψάχνοντας αυτά τα επικίνδυνα φορτία
που ποτέ τους δεν κατόρθωναν να παγιδεύσουν
γιατί εκείνος που δεν έχει μάτια να οραματιστεί
δεν βλέπει οράματα ούτε μέρα ούτε νύχτα.
 
Και στον κόσμο εξαπλώθηκε κύμα μέγα οραμάτων
που οι έμποροι θανάτου δεν μπορούν να σταματήσουν.
Παντού υπάρχουνε φορτία με γιγάντιους ιμάντες
που μόνο αυτό το νέο γένος των ανθρώπων μπορεί να δει,
αφού ο σπόρος των οραμάτων δεν ανιχνεύεται
γιατί είναι φυλαγμένος μες σε κόκκινες καρδιές
ή σε ρούχα φαρδιά εγκυμοσύνης
όπου εμβρυακοί οραματιστές θορυβούν μες στις κοιλιές
που τους φιλοξενούν.
 
Λένε πως μετά τη γέννησή τους
η γη άνοιξε διάπλατα έναν ουρανό με ουράνια τόξα
και τη γονιμότητα φύσηξε στις ρίζες των δέντρων.
 
Εμείς μονάχα ξέρουμε πως τους έχουμε δει.
Ξέρουμε πως η ίδια η ζωή τους γέννησε
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
 
 

Γαλάζια Κυριακή στο Λος Άντζελες (Domingo azul en Los Ángeles)

Γαλάζια Κυριακή.
Δρόμοι της θλίψης μου. Το αυτοκίνητο στρίβει στη γωνία.
Γρήγορη οδήγηση, μουσική.
Η ζωή. Οι στροφές. Οι ανηφόρες και οι κατηφόρες. Κι όλ’ αυτά προς τι;
Προς τι η αναπνοή;
Το σώμα; Η άνοδος και η κάθοδος.
Η συνομιλία. Η συναυλία του Βίκτορ Ερνάντες Κρους.
Η θλίψη της Σεσίλιας.
Λος Άντζελες ξένο. Πόλη ξένη. Πρόσωπα άγνωστα.
Κοιτάζω στον καθρέφτη, η γυναίκα πίσω καπνίζει. Μόνη.
Όπως εγώ. Η πόλη αυτή θρονιάζεται στον αμφιβληστροειδή μου
με τους κήπους της και τους ψηλούς της φοίνικες πλάι στη θάλασσα.
Οι άποροι, και εκείνοι που όλους τους πόρους διαθέτουν.
Εύθραυστα ανθρώπινα όντα. Τόσο εύθραυστα. Τόσο μόνα.
Να ’ναι άραγε θλιμμένα; Ή να φταίει η Κυριακή με τους άδειους δρόμους της;
Ή να φταίω πάλι εγώ με τη ματαιότητα που με κατατρέχει; Η αναζήτηση
του νοήματος. Έχουν νόημα άραγε όλ’ αυτά; Να είχαν κάποτε;
Ο αγώνας. The struggle. Όλοι αγωνιζόμενοι.
Ο άνδρας με την πινακίδα στη γωνία:
“I need 100.00 to buy a house
and a car.” Χαμογελά.
Γελά με την ίδια του την επιγραφή.
Ποια η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον και σε μένα;
Εγώ στο αυτοκίνητό μου. Μόνη.
Εκείνος με την κινητή του οικία, το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ.
Το παγκάκι στο πάρκο όπου πότε-πότε κοιμάται. Μόνος.
Ο σερβιτόρος που βγαίνει στο δρόμο να καπνίσει. Αργεντίνος.
Αυτή η πόλη δεν έχει πατρίδα. Ανήκει στους εκπατρισμένους.
Γι’ αυτό μ’ αρέσει. Ίσως να μ’ αρέσει γι’ αυτό.
Ίσως αυτή να ’ναι η μόνη της αξίωση.
Το μόνο που τη σώζει από τα εγκλήματα την αφθονία
και τη λήθη. Οι φοίνικες. Η ομίχλη του πρωινού.
Η μυρωδιά της θάλασσας από μακριά. Οι πατινέρ
στα πεζοδρόμια του μόλου. Τα κορίτσια με τα ωραία κορμιά τους μαυρισμένα.
Η παραλία με τους μυς. Η Βενετία. Απομίμηση της άλλης. Κανάλια. Γέφυρες.
Πάπιες που τρέχουν πίσω από ψίχουλα στην άκρη του πάρκου.
Από το σπίτι μου βλέπω τα βουνά της Σάντα Μόνικα.
Το πράσινο πέρα μακριά. Τους λόφους του Μπέβερλυ Χιλς. Τα βουνά
του Σαν Γκάμπριελ (ψήλωσαν κάμποσο
στον τελευταίο σεισμό). Η κόρη μου η Αντριάνα διαβαίνει αυτούς
τους δρόμους. Πηγαίνει στο προνήπιο, στην 4η λεωφόρο. Έχει συνηθίσει
τον κόσμο που περνάει βιαστικός, δίχως να κοντοσταθεί, τα χαμόγελα
των περαστικών, το πάρκο Λίνκολν.
Μονάχα εγώ φαίνεται να μην συνηθίζω τους αυτοκινητόδρομους, τον ψυχρό
θόρυβο των πραγμάτων, τη θλιβερή σιωπή του κόσμου.
 

Κόντρα στην ελπίδα (Contra toda esperanza)

Ετούτες τις μέρες
που ο κόσμος όλος τρέμει την εντροπία
κι αναδιπλώνεται,
γίνονται όλο και πιο επίπονες
οι δημόσιες αισιόξες προβλέψεις.
 
Ενδείξεις δεν υπάρχουν που να ενισχύουν
την κυοφορία ανέμων
που θα μας κατηύθυναν σε ηπείρους άγνωστες γεμάτες βλάστηση
ή λέξεων ενθαρρυντικών που θα εξηγούσαν αμοιβαίες προσβολές.
Αντιθέτως: οι καιροί συγκεντρώνουν αποδείξεις ενάντια σε κάθε πιθανότητα ισορροπίας.
 
Εκατοντάδες τα όντα που πεθαίνουν
ενόσω άλλοι νοιάζονται απαθείς για τις δικές τους αγωνίες
— πατώντας κουμπιά, θεατές πάνω σε μαλακά καθίσματα—
Μια κοινωνία voyeurs
που ευλογεί την αφθονία της.
                                    —Τα αγοράκια στο εμπορικό κέντρο
                                    πυροβολούν και συγκεντρώνουν πόντους συνθλίβοντας
                                                                                               [εχθρούς φανταστικούς.
Εξελιγμένες τεχνικές αναπαράγουν μακελειά σε αίθουσες
[κινηματογραφικές με αναρίθμητες οθόνες.
 
Εν μέσω απληστίας
γυναίκες και άντρες διαλύουν τη βεβαιότητα του αναπόφευκτου θανάτου
την πλάτη γυρνώντας στη μοίρα τη συλλογική,
ενώ αρπάζονται από μια ευτυχία φευγαλέα κι ελάχιστη.
 
Βρέχει στα ανθρωπάκια με τις ομπρέλες, όπως στον πίνακα του Μαγκρίτ.
Καθένας αποκρούει όπως–όπως τον καυτό ήλιο 
Καθένας με την ψευδαίσθηση πως επιβιώνει
και πως είναι περιττό να ονειρεύεται βροντόφωνα.
 
Ποιήτρια μες στη μοναξιά μου.
Μάρτυρας ενός κόσμου αισχρού,
σέρνομαι με τα βαριά φτερά μου ώς την κορφή
απ’ όπου θα ριχτώ σαν άλλος Ίκαρος, πάλι και πάλι,
γιατί ίσως
γιατί μάλλον
γιατί δεν παραιτούμαι.
  
 

 

Μάστιγες του 21ου αιώνα (Plagas en el siglo XXI)

Ιράκ. Η βόμβα εκρήγνυται καταμεσής του δρόμου. Κορμιά τινάζονται στον αέρα.
Ο βομβιστής αυτοκτονίας φωνάζει τη στιγμή της έκρηξης: Μέγας ο Αλλάχ.
Ο Βορειοαμερικάνος στρατιώτης. Ο ροδαλός, ξανθός νεαρός αφήνει τα λεκτρονικά
και πιάνει τα πολυβόλα στη Φαλούχα. Μπαίνει στη μάχη σε ρυθμό
heavy metal. Ρομπότ, με στολή παραλλαγής. Θώρακας προστατευμένος, ενώ
μέλη ακρωτηριασμένα κυλιούνται στους δρόμους της Βαγδάτης.
Πόσοι κιόλας οι νεκροί;
Πόση πείνα σε Νιγηρία και Τανζανία;
Πόσα σήμερα τα νεκρά από AIDS παιδιά;
Στη Νέα Υόρκη οι πασαρέλες λανσάρουν τις τάσεις της μόδας για το φθινόπωρο.
Γυναίκες παραγγέλνουν στο διαδίκτυο πανωφόρια και τζην
που στοιχίζουν όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός πέντε σχολείων μαζί
σε οποιαδήποτε χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Η αφθονία των μητροπόλεων εξακουλουθεί.
Τα τεράστια καταστήματα ανοίγουν τις πύλες τους
στο αδάμαστο κύμα των καταναλωτών
Ανύπαρκτες οι ελεύθερες θέσεις στάθμευσης στα εμπορικά.
Σήμερα, εξήντα χρόνια από τη Χιροσίμα
οι βόμβες καταχωνιάζονται στα σακίδια φοιτητών
που λόγο καλύτερο δεν έχουν να ζουν
παρά να πεθάνουν δημόσια.
Η ταυτότητά τους αποκαλύπτεται στις ειδήσεις των οχτώ
Πρόσωπα υγιή μελαχρινά δίχως δέσμευση καμιά που να τα συγκρατεί
Ο ουρανός πολλά υποσχόμενος
Παρθένες καρτερούν με τραγούδια και σώματα γυμνά.
Κάτω στη γη, αντιθέτως, η ντροπή της εξάρτησης,
της μετανάστευσης και της εξώθησης της μητρικής γλώσσας στην ανάμνηση.
 
Οι μανάδες, μαύρες, κλαίνε με τους τίτλους πολυσέλιδων εφημερίδων
με ανακοινώσεις κάθε χρώματος.
Η παγκοσμιοποίηση καταρρίπτει τα σύνορα
σαν στρατός κατακτητής που εισβάλλει δίχως σφαίρες
στην κάνη εμπρός της απληστίας και με το look καλοθρεμμένου.
Όσοι δεν έχουνε, κλέβουνε, και τον μεγαλύτερο κλέφτη
τον βραβεύει η κοινότητα με την ψήφο της.
 
Τρέμει του ποιητή ο παλμός θέλοντας να καταγγείλει
Ποιος τις λέξεις του ν’ ακούσει, απ’ όσους αγνοούν αυτά που πρέπει να ειπωθούν;
Όλοι είμαστε στο κόλπο. Σήμερα με τα ιστολόγια, τα γραφεία,
και την καθημερινή δημόσια καταγγελία των αηδιαστικών
τα πάντα είναι γνωστά.
Και όμως, τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη.
Σε οποιοδήποτε φαρμακείο, σε οποιοδήποτε κατάστημα ενοικίασης ταινιών
πωλείται το φάρμακο για τη λήθη θανάτων βίαιων
ή και άλλων, λιγότερο φαντασμαγορικών. Οι ανώνυμοι δίνουν τη ζωή τους
δίχως νεκρικές πομπές, δίχως νεκρολογίες ή τους ύμνους κανενός.
Απαγορεύεται η φωτογράφιση φερέτρων και κορμιών ακρωτηριασμένων.
Οι πόλεμοι οι σημερινοί είναι άσηπτοι μέσα στον τρόμο τους
Τα σημάδια τους ανάλαφρα σαν τον καπνό που παρασύρει ο άνεμος
Τα πτώματα δεν μυρίζουν πια ψοφίμι
πνιγμένα όπως είναι μες στ’ αρώματα λοσιόν σκανδαλωδώς ακριβών
που υπόσχονται αιώνια ομορφιά και αντιγήρανση.
Η βιομηχανία δεν παύει να προσφέρει νεότητα.
Όμως μονάχα οι γέροι θέλουνε να ξαναγίνουν νέοι.
Οι νέοι δεν ξέρουν τι να θελήσουν.
Δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη
θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά.
Ίσως τον κόπο πια να μην αξίζει η διερώτηση.
Ίσως να μην υπάρχουν πια καν ερωτήματα.
 

 
Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα
(Llegada por avión a Nicaragua)
 
Του ανέμου το τραγούδι με καλωσορίζει
Νύχτα στη Μανάγουα
Τόσοι και τόσοι που από αγάπη πέθαναν
διασχίζουν κρυφά το σκοτάδι.
Από την πόλη αναδύεται ένας ψίθυρος
που γίνεται αεράκι
και κινεί των δέντρων τα κλαδιά
Από το αεροπλάνο
η πόλη μοιάζει με ουρανό κατάφωτο από αστέρια που λαμπυρίζουν.
Η μικρή μητρόπολη εκτείνεται σε χρώμα μπλε και ώχρας
σαν ουρανός που προεκτείνεται στη γη
–για ποιον να λάμπουνε τα φώτα της Μανάγουας;–
Από αέρος έχω δει τις νύχτες σε τόσες και τόσες πόλεις
μα καμιά σαν ετούτη δεν βλεφαρίζει
Είναι τα κλαδιά, σκέφτομαι
Οι αμυγδαλιές και οι βελανιδιές στις αλέες
λικνίζουν τα χέρια τους πάνω απ’ τη φωταψία
και προκαλούν την ψευδαίσθηση που ψάχνω να ξεδιαλύνω
από τη θέση μου στο αεροπλάνο που πίσω ξανά με φέρνει
στο θάμπος του παρελθόντος μου.
Εδώ κάποτε εξεγέρθηκε ολόκληρος λαός σαν γροθιά
για να πάρει το μέλλον του στα χέρια του.
Όλα ετούτα ξαποσταίνουν στο μυαλό μου καθώς το αεροπλάνο προσγειώνεται.
Εκεί, σ’ εκείνον τον τομέα του αεροδρομίου, προσγειώθηκα μια μέρα
επιστρέφοντας από την εξορία και τη ζωή μιας απάτριδος.
Ετούτη η ίδια άσφαλτος με υποδέχτηκε
όταν, σε καιρό πολέμου και ανάγκης,
το διάδρομο φώτιζαν φανάρια.
Μικρές λάμπες πετρελαίου υποδείκνυαν με το φως τους την πορεία
σαν μεταφορά, λυπηρή, μαγευτική, μα γεμάτη προκλήσεις
Τόσο παρελθόν στην καρδιά μου σωρεύεται
που κάποτε νιώθω πως χώρος δεν υπάρχει για το παρόν
πολύ λιγότερο για ένα παρόν άσαρκο και πλαδαρό,
αυτό το παρόν δίχως παρουσία,
ένα παρόν όπου η απουσία αυτού που υπήρξε
είναι η μαύρη τρύπα σε αυτόν τον ουρανό που εκτείνεται
εκεί όπου ξαποσταίνει το boeing που με φέρνει.
 
Την ώρα της επιβίβασης σ’ αυτό το αεροπλάνο
είδα τους φορτωτές του να γελούν
σχολιάζοντας τους όγκους αποσκευών που θα ’πρεπε κάπως να τοποθετήσουν.
Πλησιάζοντας κανείς στην έξοδο του αεροπλάνου στην πτήση για Μανάγουα
γνωρίζει πως έχει φτάσει σ’ άλλη χώρα.
Οι επιβάτες ορεξάτοι και πάντα φορτωμένοι
Συνωστίζονται στην πόρτα κατά την επιβίβαση
λες και τρέμουν μην απομείνουν δίχως θέση ως τιμωρία που δεν ήταν πρώτοι την ουρά.Οι γυναίκες ταξιδεύουν όμορφες και επιμελώς στολισμένες,
αφού ξέρουν πως ολόκληρη η οικογένεια θα περιμένει να τις παραλάβει,
περίεργη για το ταξίδι,
για το αν έχουν αλλάξει, αν έχουν ίσως ομορφύνει, αν φορούν ρούχα καινούργια.
 
Πάντοτε σκέφτομαι τον Κορτάσαρ
και την περιγραφή του ταξιδιού του στη χώρα των κρονόπιος,
εκείνων των γλυκών ενοίκων της αθωότητας και του αυθορμητισμού.
Η Νικαράγουα, λοιπόν, χώρα των κρονόπιος.
Γνωρίζεις πως έχεις φτάσει πριν καν φτάσεις
απ’ όλα ετούτα τα σημάδια που περιγράφω
και που μέσα μου μονάχα την αγάπη και τη νοσταλγία αυξάνουν
για εκείνην την αναίδεια
με την οποία οποιοσδήποτε,
μη θέλοντας να διαβεί ατέλειωτους διαδρόμους σε αεροδρόμιο ξένο,
ζητά ένα καροτσάκι αναπηρικό.
Όταν φτάνουν τα αεροπλάνα απ’ τη Μανάγουα
οι υπάλληλοι σχηματίζουνε ουρά περιμένοντας τους επιβάτες
καθένας και μ’ ένα καροτσάκι αναπηρικό
λες και το αεροπλάνο κατέφθανε από μια χώρα αναπήρων.
Χαμογελώ
και φαντάζομαι τη γυναίκα που θα περιγράφει στη γειτόνισσα
τη στρατηγική που θ’ ακολουθήσει για να διασχίσει ένα αεροδρόμιο
δίχως να κάνει βήμα η ίδια ή να νοιαστεί για το οτιδήποτε.
Τον καιρό της επανάστασης πολλοί χειροκροτούσαν
όταν οι ρόδες έτριζαν στην άσφαλτο κατά την προσγείωση.
Σήμερα κανείς πια δεν χειροκροτεί μα η έξαψη παραμένει αδιάπτωτη.
Ελάχιστοι φτάνουν τόσο ενθουσιώδεις στην πατρίδα τους όσο οι συντοπίτες μου
Ελάχιστοι ταξιδιώτες γίνονται σήμερα δεκτοί με τέτοιο χαλασμό
από τις οικογένειες που στριμώχνονται πάνω στο τζάμι της αίθουσας
στην παραλαβή των αποσκευών
Όλοι τους εκεί, στέλνοντας φιλιά, σηκώνοντας τα χέρια μόλις δουν το πολυαναμενόμενο πρόσωποεκείνον ή εκείνην που προβάλλει μισοκρυμμένη πίσω από αμέτρητες πελώριες βαλίτσες
απαρέγκλιτα γεμάτες με δώρα για όλους.
 
Φτωχή είναι η χώρα μου
μα λάμπει σαν ουρανός πεσμένος κατά τύχη πάνω στη γη,
ουρανός σαν ριχτάρι απαλό
γλυκό και παιχνιδιάρικο, σαν μωρό παιδί στην αγκαλιά.
 
 
Ωδή στην προκολομβιανή Νικαράγουα (Oda a un país güegüense)
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς.
 
Η χώρα αυτή τα κρύα πόδια της αποθέτει στο στέρνο μου
μ’ ένα πρόσωπο, προσωπείο απαραγνώριστο στην παραμόρφωση της χλεύης.
Με αναγκάζει να εκλιπαρώ τον άνεμο να μου εξηγήσει την αδηφαγία τούτης της
[απάτης
τη φθορά, την αρπαγή, τη μυρωδιά της σήψης που κάποτε αναδίνουν
ακόμη και τα λουλούδια της τα πιο λαμπρά.
 
Η χώρα αυτή γνωρίζει πως δεν θέλω τα πονεμένα σωθικά της ν’ αντικρίσω,
τα πληγιασμένα σπλάχνα της, τις ουλές από πληγές μυριάδες
τα ίχνη από δόρατα αιχμηρά και μαχαιριές θαμμένες.
 
Η χώρα αυτή με κάνει να μισώ που οι αισθήσεις μου δεν ξεχωρίζουνε
και σβήνουνε τις ζοφερές οπτασίες πριν εκείνες με αγγίξουν:
πλάτες δαρμένες που στενάζουνε σαν στόματα,
πρόσωπα βασανισμένα, εγκαταλειμμένα απ’ την ελπίδα.
 
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα.
 
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα.
 
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες.
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο.
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου.
 
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει,
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει.
 
 
 
Ξενιτεμοί (Migraciones)
 
Έρχεται η ζωή και μας πιάνει απ’ τα μαλλιά
Βγάζει η γλώσσα της μαλλιά να μας χλευάζει
να γελάει μαζί μας
Να ’μαι εδώ, επιστρέφω στην εστία,
σαν ένα άψυχο κορμί
Η ψυχή έμεινε πίσω
στη χώρα τη μικρή όπου το όνομά μου
ακούει τον αντίλαλό του
κι όπου εγώ είμαι εγώ
Η αγάπη, ο κόσμος, μας μετατακινούν
σαν πουλιά αποδημητικά
μα υπάρχουνε κι εκείνοι που φτάνουνε απαθείς στις νέες τους οικίες
στα ήσυχα λημέρια και τους βοσκότοπους
όπως υπάρχουμε και οι άλλοι, που ποτέ δεν αναχωρούμε
παρά μονάχα κινούμαστε μες στου ταξιδιού τις ιεροτελεστίες
κι επιβιβαζόμαστε σε αεροπλάνα, σε αυτοκίνητα και λεωφορεία,
σακατεμένοι, με την αίσθηση του διαμελισμού
Ξενιτεμοί κατοικούν τον κόσμο
των χαμένων αναμνήσεων και ανθρώπων μισών,
άγλωσσων, καταδικασμένων σε νοσταλγία
Σύντομα πολύ θα βρίσκομαι στο μέρος όπου η ουσία μου
τον κύκλο θα κλείνει που σχηματίζει η οικογένειά μου
Μα ούτε εκείνοι ούτε εγώ θα κατέχουμε αλλήλους εξ ολοκλήρου
αφού γεωγραφία ολόκληρη θα με χωρίζει απ’ τη μόνη ζωή
όπου μ’ αναγνωρίζω.
 
 
Χριστούγεννα (Navidad)
 
Αντίθετα απ’ τον καιρό που ήμουν παιδί
και περίμενα τον Santa Claus
φορτωμένο ένα σάκο όλο δώρα
να κατέβει από τα κεραμίδια του σπιτιού
απ’ τις υδροροές,
ενήλικη πλέον επιθυμώ
έναν Άγιο Νικόλα μ’ ένα σάκο
που να μπορεί μακριά να πάρει
τις ήττες, τους θανάτους και τους πολέμους
που μας άφησε ετούτη η χρονιά.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (1/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εντρυφώντας εδώ και καιρό στον κόσμο της Τζοκόντας Μπέλλι, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τη γοητεία της, γοητεία που γητεύει και καθηλώνει οποιονδήποτε ασχοληθεί μαζί της. Εντυπωσιάστηκα από τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, την οποία γνώρισα ως άκρως θηλυκή, ερωτική και γήινη ποιήτρια (δημιουργό κάποιων από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει), ως ιδιαίτερα επιτυχημένη και αγαπητή συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, ως γυναίκα-κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αλλά –αυτό και αν κάνει τη διαφορά!– και ως αντάρτισσα που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας Σομόσα στη Νικαράγουα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η εξορία της σε Μεξικό, Κόστα Ρίκα και Κούβα. Παρακολουθώντας λοιπόν στενά, διαβάζοντας και μεταφράζοντας, τόσο την ποίησή της, όσο και τον πολιτικό επικαιρικό σχολιασμό της, συνάντησα μια γυναίκα με συναίσθηση της φύσης του φύλου της· μια γυναίκα με επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου και της πολιτικής της ευθύνης ως τέτοιας, αφενός ως ‘ον πολιτικό’ εν γένει που οφείλει να συμμετέχει στα κοινά, αφετέρου ως γυναίκα της Λατινικής Αμερικής με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και ανάγκες που προκύπτουν λόγω της συχνής –κάποτε δε συστηματικής και παραδοσιακής– καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των γυναικών εκεί. Στη Μπέλλι βλέπω μια γυναίκα που διαρκώς αγωνίζεται, είτε για να ομορφύνει τον κόσμο με τους στίχους της είτε για να τον καταστήσει πιο δίκαιο και αξιοβίωτο με το συνεχή σχολιασμό της και τη διαρκή δημόσια δραστηριοποίησή της, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το κόμμα των Σαντινίστας το 1994. Πολύ συχνά μάλιστα η ποίησή της συνιστά ένα ακόμη μέσο πολιτικού αγώνα. Αυτήν ακριβώς την ποίηση θέλησα να παρουσιάσω εδώ, με όλο της το πάθος, όλο της το βάθος και όλη την τρυφερότητα για τον άνθρωπο, στοιχεία που τόσο χαρακτηρίζουν την Μπέλλι.

Ε.Σ.

***************************************************************

Βασιλικό ύδωρ  

(Αποχαιρετιστήριο κείμενο για την αποχώρησή της από τη «Νέα εφημερίδα», τον Ιανουάριο του 2012.)

Της Τζοκόντας Μπέλλι

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2006, εξέφρασα σε φίλο και παλιό συναγωνιστή την πεποίθησή μου πως εάν επικρατούσε ο Ντανιέλ Ορτέγα, δεν θα σηκώναμε ποτέ πια κεφάλι ως χώρα. Εκείνος, αμετανόητα αισιόδοξος, μου απάντησε με έμφαση: «Όχι, Τζοκόντα, αυτή η χώρα δεν είναι πια η ίδια. Δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο». Δυστυχώς, εγώ ήμουν εκείνη που δικαιώθηκε. Μοιάζει ψέμα, ωστόσο ακόμη και σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ και πολέμησε τόσο γενναία για να αποτινάξει μακροχρόνιες και επαναλαμβανόμενες δικτατορίες, στάθηκε δυνατόν η ιστορία να αναδιπλωθεί και η χώρα να επιστρέψει στην τρωτή εκείνη θέση, στην οποία την καταδικάζει η παράδοση, ως έρμαιο στα χέρια οποιουδήποτε διαθέτει τον απόλυτο χειρισμό των μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ντανιέλ Ορτέγα, ο οποίος από το 1979 κατείχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις-κλειδιά στον πολιτικό χώρο της Νικαράγουας και ο οποίος προτίθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία της χώρας, ως επικεφαλής  της κυβέρνησης, στη μακροβιότερη θητεία που είχαμε ποτέ.

Η δόλια και δίχως ενδοιασμούς πολιτική, συνιστώντας το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Ορτέγα, κατάφερε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια να παγιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία, χάρη στη στήριξη της συζύγου του, Ροζάριο Μουρίγιο. Σε εκείνην οφείλει ο Ορτέγα μια επικοινωνιακή πολιτική χειραγώγησης που του επέτρεψε να ανακυκλώνεται ως μυθική μορφή και θεματοφύλακας συλλογικών κεκτημένων, όχι μόνο του Σαντίνο και ολόκληρου του επαναστατικού ρεύματος των Σαντινίστας, αλλά και του συνόλου των αξιών του λαού της Νικαράγουας. Υπό την καθοδήγηση της Ροζάριο Μουρίγιο, το ιδίωμα της κυβέρνησής του μετατράπηκε σε αμάλγαμα θελκτικών και γλυκερών επιθέτων που επιστρατεύουν εξίσου τα πιο παγιωμένα κλισέ του χριστιανισμού και τα πιο επαναστατικά σλόγκαν, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αχλύος, βαμβακιού, μιας ζάχαρης χρώματος ροζ, ένα προπέτασμα πυκνού καπνού, πίσω από το οποίο εξυφαίνεται μέρα με τη μέρα ένα δίχτυ πυκνό και κολλώδες, προορισμένο να ακινητοποιεί οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική εναντιώνεται στην απόλυτη συγκέντρωση ισχύος σε αυτό το δίδυμο.

Η φυσική τάση του ανθρώπου για ειρήνη και αρμονία, οτιδήποτε ανυψώνει και μπορεί να επαναλαμβάνεται σαν προσευχή στο πλαίσιο προπαγάνδας, ο ιδεαλισμός των χίπηδων και η ποπ τέχνη μετατράπηκαν στα χέρια της Μουρίγιο σε γλυκό σιροπάκι που τα παληκαράκια δεν διστάζουν στιγμή να καταπιούν, έτσι όπως λαχταρούν την πολυπόθητη συλλογικότητα που αμβλύνει την αξιοσέβαστη επιθυμία τους να συμμετέχουν στον καθορισμό του πεπρωμένου της πατρίδας τους.

Έτσι ηττήθηκε κατά κράτος η λογική στη Νικαράγουα, με ένα φαντασμαγορικό νούμερο ταχυδακτυλουργικής, αντάξιο εκείνου [Ορτέγα] που πιστεύει στο μαγικό υπόστρωμα της κοινής φαντασίας και στερείται ενδοιασμών να το εκμεταλλευτεί. Το άκρον άωτον είναι πως ακόμη και ολόκληρο Πρίγκηπα κατόρθωσαν να αναμείξουν. Αμφιβάλλω αν ο Πρίγκηπας Φίλιππος γνωρίζει για το κερασάκι αυτό με το οποίο σερβίρεται το επιδόρπιο που προσεκτικά μαγειρεύει η Πρώτη Κυρία.

Πριν πέντε χρόνια ανέλαβα αυτή τη στήλη στη «Νέα εφημερίδα», με την πρόθεση να παρακολουθήσω τα βήματα της κυβέρνησης Ορτέγα, ελπίζοντας ότι ο φίλος μου θα είχε δίκιο και πως δεν θα ήταν πια δυνατόν να επιστρέψει το παρελθόν. Θέλησα να κρατήσω τα ιστορικά πρακτικά της τύφλωσης που προκαλεί η εξουσία, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει εμπνεύσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ωστόσο, ως είθισται, η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία: ο Ντανιέλ Ορτέγα και η αυλή του ήρθαν για να μείνουν. Θα μείνουν με το καλό, με το κακό, με οποιοδήποτε τίμημα, πεπεισμένοι πως συνιστούν την πανάκεια πάντων των δεινών που μας καταδυναστεύουν.

Η ίδια η χρονογράφος εξομολογείται πως δεν διαθέτει πια ούτε το στομάχι ούτε τη διάθεση για ένα χρονογράφημα, το οποίο στις 19 Ιουλίου του 1979 πίστεψε πως δεν θα ξαναγραφόταν στη χώρα της, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια του δικού της βίου.

Με την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας από τον Ηγέτη και τη Μοργκάνα του, η πραγματικότητα στη Νικαράγουα θα παραμείνει μεταλλαγμένη σε φαντασίωση. Για πολύ καιρό –αγνοώ πόσον–, οι λέξεις δεν θα έχουν περιεχόμενο: θα ζούμε μέσα σε μιαν ομίχλη, εξαπατημένοι με τεχνητά θαύματα αιώνιων Χριστουγέννων και θεατρινίστικων ψευδαισθήσεων.

Παίρνω λοιπόν τις λέξεις μου και τραβάω γι’ αλλού. Δεν σιωπώ επ’ ουδενί. Σας περιμένω στα μυθιστορήματα, στα ποιήματά μου, σε εκείνα τα αποκυήματα της φαντασίας που, μέρα με τη μέρα,  μοιάζουν περισσότερο αληθινά από τούτο δω.

Ευχαριστώ τους πιστούς σχολιαστές που συντρόφευσαν τα λόγια μου αυτά τα χρόνια, όπως κι εκείνους που μου επιτέθηκαν και τους άλλους που με εγκωμίασαν. Όλοι τους, συμμέτοχοι σε τούτη την άσκηση.

Ευχαριστώ και τον Φρανσίσκο Τσαμόρρο –άλλος ένας που πήρε τις λέξεις του και τράβηξε γι’ αλλού– για την υποδοχή που μου επεφύλαξε στην παλιά του εφημερίδα, η οποία πλέον –μετά βεβαιότητος– είναι νέα.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.
Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:
Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!

 

Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.

Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.
Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.

Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…

 

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.
Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.
Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.
Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.
Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.
 
 
 

Ποιητική ανθρωπογεωγραφία

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

~. ~  

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~.~   

Παναγιώτης Νικολαΐδης,
Παραλογή,
Gutenberg, 2015

Η Παραλογή είναι η τέταρτη συλλογή του Κύπριου ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη. Για να φρεσκάρουμε λίγο τη μνήμη μας, διαβάζουμε στην εισαγωγή του Γ. Ιωάννου για τις παραλογές, ότι πρόκειται για διηγηματικά, πολύστιχα δημοτικά που κατάγονται από «μύθους αρχαίους, νεότερες παραδόσεις, δραματικά, κοινωνικά περιστατικά, σκάνδαλα συνταρακτικά της εποχής».

Η βαθιά τους ρίζα και η παραμυθική τους υφή γονιμοποίησε τη φαντασία πολλών γενιών και αποτέλεσε ένα διακριτό «τοπόσημο» για ποιητές όπως ο Μίλτος Σαχτούρης που στις Παραλογαίς του 1948 διηγείται το εφιαλτικό παραμύθι του εμφυλίου ή ο Μιχάλης Γκανάς που στη δική του Παραλογή (1998) υφαίνει μια ονειρική πατριδογνωσία της μνήμης και του βιώματος. Ανάλογη πρόθεση διακρίνει και την Παραλογή του Π. Νικολαΐδη που στη δεύτερη, ομότιτλη της συλλογής, ενότητα επιχειρεί την πατριδογνωσία των περιπετειών του ελληνισμού από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο έως την μνημονιακή Ελλάδα.

Η αναζήτηση της ιθαγένειας και του ταυτοτικού της τραύματος ενισχύεται από την επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει την κυπριακή διάλεκτο σε αρκετά ποιήματα –ή να συνυφάνει το διαλεκτικό με το τρέχον–, επιλογή που στοχεύει διπλά, στη μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος και στην απόδοση ενός βιώματος που δεν μπορεί να διατυπωθεί σε όλη του την ένταση χωρίς τη δική του γλωσσική σάρκα:

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν
εν είσεν νερόν

Μια τέτοια προαπόφαση εγείρει το ενδιαφέρον ερώτημα κατά πόσο το διαλεκτικό μπορεί να κινηθεί πέρα από το πλαίσιο της περιθωριακής γραφικότητας (στο οποίο το έχει καταδικάσει η κυρίαρχη γλωσσική νόρμα) και να φέρει το σώμα μιας αναντικατάστατης, όσο και αποσιωπημένης, γλωσσικής, ιστορικής, πνευματικής αντίληψης του κόσμου, που μέσα από την ντοπιολαλιά αποπειράται να διατηρήσει την ιδιοσυστασία της. Σε αυτό έχουν, βέβαια, προτείνει απαντήσεις οι μετααποικιακές και πολιτισμικές θεωρίες που θίγουν τον εξουσιαστικό λόγο του κέντρου έναντι της περιφέρειας και τη λειτουργία του τοπικού έναντι του μητροπολιτικού Λεβιάθαν, συζήτηση ακόμα ανοιχτή σε χώρες όπως η Κύπρος που πολύπλαγκτες αναζητούν την εθνική τους ταυτότητα μετά την αποικιοκρατία και πλείστα άλλα δεινά.

Πέραν αυτού, συναντάμε και μια γλώσσα που αξιοποιεί τις ρυθμικές και θεματικές φόρμουλες των δημοτικών τραγουδιών και άλλοτε τρέχουσα, σύγχρονη, κάποτε, ειρωνική:

ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δε θα ’χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ’χαμε Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω.

Ή περιορίζεται στο έπακρον στη γνωμική αιχμηρότητα:

ΠΤΩΣΗ

Άλλοι πιστεύουν στη βαρύτητα
[…]
Εμείς το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά

Ένα ενδιαφέρον και αρκετά γόνιμο γλωσσικό πείραμα που πραγματεύεται μέσω του διακειμενικού διαλόγου τις βασικές εκκρεμότητες της ύπαρξης, με διαφορετική αιχμή κάθε φορά στις ενότητες που ακολουθούν («Παραλογή Β-Δ»): η χθόνια γη της παιδικής ηλικίας και της μνήμης του τόπου, η λειτουργία της ποίησης, η υπαρξιακή αναζήτηση νοούμενη συχνά ως μια εις Άιδου καθοδος, εξού και η συχνή παρουσία των μορφών του αρχαίου μύθου ως τα πλέον εύπλαστα και στοιχειακά –ενίοτε και στοιχειωμένα– για την ελληνική αυτοσυνειδησία σχήματα («Οιδίπους», «Ελένη», «Ορφέας», κ.ο.κ.).

Ο προβληματισμός περί γλώσσας και γενικότερα τα ποιήματα ποιητικής είναι ιδιαίτερα ισχυρά στα μικρή αυτή ολιγόστιχη συλλογή και συχνά συνυπάρχουν με άλλες θεματικές όπως ο αμήχανος ελληνισμός του χρέους. Αυτό υποδηλώνει μια μείζονα τάση της νέας ποίησης να ενδοστρέφεται αναλογιζόμενη τη λειτουργία της (ως στάση ζωής, ως πράξη ανυπακοής, ως έσχατο προμαχώνα του αυθεντικού), αλλά ουσιαστικά προδίδοντας την απορία της μπροστά στην αδυναμία να διαπραγματευτεί, πέρα από ένα συμβολικό επίπεδο, με την υπερβαίνουσα σκληρότητα της πραγματικότητας. Κατ’ εμέ, όσο η ποίηση διαλογίζεται λιγότερο για τον εαυτό της τόσο περισσότερο αφορά τους άλλους.

Ένα άλλο ενδιαφέρον αλλά και συζητήσιμο θέμα είναι η συχνή χρήση των motto που άλλοτε παρατίθενται προλογικά – σχολιαστικά κατά τη συνήθη πρακτική της παρακειμενικής αναφοράς και άλλοτε ενσωματώνονται στο ποιητικό σώμα δημιουργώντας ένα κείμενο-διακείμενο. Εντός του ποιητικού σώματος ανήκουν και τα παραθέματα του ποιητικού, κυρίως, λόγου τρίτων –Σαχτούρη, Χιόνη, Γκανά, Παυλόπουλου κ.ά.– αποτελώντας αυτά τα ίδια ή κυρίως αυτά το ποίημα, όπως στο ποίημα «Της Μέρκελ». Με αυτή την πρακτική, ο πρωτότυπος ποιητικός λόγος είτε πυροδοτείται διαλεγόμενος με το λόγο του άλλου είτε έρχεται –κάποτε ισχνός– να σχολιάσει το υπέρτερο ή κυρίαρχο μήνυμά του. Ένας λόγος δηλ. που εκτείνει τα όριά του μέσα στη γενικότερη κοινοκτημοσύνη της ποιητικής περιουσίας. Ίσως η ολιγοσύλλαβη, ολιγόστιχη εκφορά του πρωτότυπου ποιητικού λόγου μέσα στα κείμενα αυτά υποδηλώνει τη συνειδητή και μπολιασμένη από τον αναπόφευκτο μοντερνισμό συνείδηση του γράφοντος πως είναι «παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».

Καταληκτικά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη περίπτωση, τουλάχιστον ως πρόταση, πάνω σε ένα βασικό ζητούμενο: ποια αφήγηση τελικά λειτουργεί, όταν είναι να περιγραφεί η ανθρωπογεωγραφία ενός τόπου, η φιλόδοξη εποποιία του παρελθόντος, ο σιγανός στοχασμός χειραφετημένος από την παράδοση του είδους, ο αποσταγμένος ως τη σίγαση λόγος του σύγχρονου ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με την κληρονομιά του άλλοτε και την απαίτηση του τώρα;

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Τα ομιχλώδη πεδία της συνείδησης

illu1

  ~  .  ~  

του ΓΙΑΝΝΗ ΝΤΟΣΚΑ  ~  .  ~  

Κανείς από μας δεν στέκει ποτέ στα βήματά του
καθένας πορεύεται και απομακρύνεται
προς τα κρησφύγετα της οπτασίας του

Ανδρέας Εμπειρίκος
(από το ποίημα «Η στιλβηδών»)

Μια ιστορία μικρού μήκους

Περπατάει στις όχθες του ποταμού και παρατηρεί την ορμητική ροή του νερού. Η Μ είναι δεινή κολυμβήτρια. Πρόσφατα κέρδισε μετάλλιο ως μέλος της ομάδας κολύμβησης του πανεπιστημίου. Κι όμως, κάθε φορά που περπατά δίπλα στο ποτάμι, νιώθει ένα ρίγος φόβου να διαπερνά τη σπονδυλική της στήλη. Απορροφημένη από τη θολούρα του υγρού στοιχείου, φαντάζεται μια φριχτή ανθρωπόμορφη φιγούρα, όμοια με έναν παραμορφωμένο θεό Ποσειδώνα, να αναδύεται μέσα από το νερό και να απειλεί να την αρπάξει σέρνοντάς την μαζί του στον βυθό. Της συμβαίνει συχνά. Κάποιες φορές της δείχνει αγάπη και σε άλλες περιπτώσεις την αντιμετωπίζει με μίσος τρομερό. Αν και κάθε φορά τη σκοτώνει, νιώθει ένα αίσθημα ανακούφισης και αποφόρτισης. Το δυνάμωμα της βροχής την έβγαλε απότομα από τις εικόνες μέσα της. Επιταχύνει τον βηματισμό της και κατορθώνει να βρει καταφύγιο στο πλησιέστερο καφέ-μπαρ.

Ο Κ στέκει όρθιος με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα του είναι στραμμένο προς την τζαμαρία που δείχνει έναν κόσμο μουντό, με σύννεφα και βροχή. Είναι και ο ίδιος μουντός. Οι καρδιακοί του σφυγμοί ακολουθούν τον ρυθμό κλιμάκωσης της φαντασίωσής του: έχει τελειώσει τις καθημερινές εργασίες ρουτίνας ανοίγματος του καταστήματος και έχει πάρει την πρωτοβουλία να ασχοληθεί και με κάποιες επιπλέον. Ο ιδιοκτήτης μπαίνει στο χώρο τσαντισμένος και αντί να τον επαινέσει για την πρωτοβουλία του, δίνεται σε σχόλια υποτίμησης εναντίον του. Ο Κ του αντιμιλά και καθώς τα λόγια του ιδιοκτήτη γίνονται διαρκώς πιο πικρόχολα, ο Κ ξεσπά! Τον αρπάζει με λύσσα από τον λαιμό και χτυπάει με μανία το κεφάλι του πάνω σε ένα τραπέζι. Η φαντασίωσή του αποτυπώνεται ανάγλυφα στα μελίγγια του, ενώ νιώθει τα ρουθούνια του σχεδόν να φρουμάζουν από την ένταση. Μια πύρινη ηδονή αναδύεται από τα σωθικά του. Μια φωνή, όμως, τον τραβά μακριά από τις σκέψεις του. Ένας θαμώνας ζητά ένα ακόμη ποτό. Ακουμπά τα χέρια στην μπάρα και γέρνει ελαφρώς προς τα εμπρός για να ακούσει πιο προσεκτικά τον θαμώνα, ενώ την ίδια στιγμή μια γυναίκα μπαίνει με ορμή στο καφέ-μπαρ. Η βροχή έξω έχει δυναμώσει.

Ο Π έφερε στα χείλη του το ποτό του και άρχισε να παρατηρεί εκείνη που μόλις είχε μπει μέσα στο μπαρ. Το παλτό της είναι μούσκεμα. Το βγάζει αργά και αισθησιακά και την ίδια στιγμή τα μάτια της σαρώνουν κάθε σημείο του χώρου. Είναι νεαρή. Το στενό φόρεμά της αναδεικνύει τις όμορφες γραμμές του γυμνασμένου κορμιού της. Κάθεται, στρώνει τα μαλλιά της με τα δυο της χέρια και ζητά με φωνή λάγνα ένα τσάι. Το χρώμα της φωνής της τον διαπέρασε αυτόματα και δόθηκε σε μια επίμονη προσπάθεια παρατήρησης του σώματός της. Το ίδιο βράδυ εκείνη ήταν νοητά δίπλα του όταν έκανε έρωτα με τη γυναίκα του. Μετά από μια εβδομάδα, συνέχισε να είναι στο μυαλό του όταν άρχισε να αυνανίζεται στο σαλόνι του σπιτιού του. Την έβλεπε να τον πνίγει και να τον πατάει. Του άρεσε η βία της και ο τρόπος που τον υποτιμούσε. Οι μέρες πέρασαν. Εκείνη σταδιακά, σαν σκιά, χάθηκε.

Νοητική ψηλάφηση των φαντασιώσεων

Τι χαρακτηρίζει τις προαναφερθείσες φαντασιωτικές προβολές; Τι τις ξεχωρίζει από τις ψευδαισθήσεις ή τις αναμνήσεις; Η φαντασίωση ως έννοια άλλοτε χρησιμοποιείται για να περιγράψει παραισθήσεις, αυταπάτες ή ψευδαισθήσεις και άλλοτε αναφέρεται σε ονειροπολήσεις ή στα όνειρα του ξύπνιου. Είναι άραγε εύκολο να δοθεί ένας συγκεκριμένος ορισμός της φαντασίωσης; Μάλλον όχι. Για παράδειγμα, είναι πολύ χαρακτηριστική η προσπάθεια που κάνει ο Eric Klinger να δώσει έναν ορισμό:

«H φαντασίωση είναι η προφορική αποτύπωση της νοητικής εκείνης κατάστασης της οποίας τα παράγωγα, ιδέες ή εικόνες, δεν αξιολογούνται ως χρήσιμα για την ανάπτυξη κάποιας δράσης προς επίτευξη ενός εξωτερικού σκοπού.»

Μια προσεκτική ματιά στον παραπάνω ορισμό, μας φανερώνει ότι είναι αρκετά μονόπλευρος. Μας δίνει εικόνα μόνο για το τι δεν είναι η φαντασίωση. Επίσης, προσπαθεί να προσδιορίσει την έννοια της φαντασίωσης δίνοντας μόνο ένα γενικό και αόριστο κριτήριο: «τα προϊόντα της φαντασίωσης δεν αξιολογούνται ως χρήσιμα για την ανάπτυξη κάποιας δράσης προς επίτευξη ενός εξωτερικού σκοπού», το οποίο μπορεί εύκολα να συσχετιστεί και με άλλα νοητικά φαινόμενα.

illu3Παρόλο που η καθημερινή φαινομενολογική εμπειρία μας δείχνει ότι οι φαντασιώσεις μοιράζονται πολλά κοινά με τις παραισθήσεις, τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες και τις αναμνήσεις, υπάρχουν επίσης σημαντικές και λεπτές διαφορές. Πολύ πιο δύσκολο είναι βέβαια να διακρίνει κανείς τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και τη φαντασίωση.

Οι παραισθήσεις διαφοροποιούν υπαρκτά ερεθίσματα του κόσμου π.χ. βλέπω κάτι που υπάρχει εκεί έξω, αλλά το βλέπω με τρόπο διαφορετικό (αντιλήψεις με αλλοιωμένο αντικείμενο). Στη φαντασίωση π.χ. της Μ, δεν υπήρχε μια τέτοια κατάσταση, καθώς η παραμορφωμένη φιγούρα δεν θεωρούνταν μέρος της πραγματικότητας του κόσμου. Στις ψευδαισθήσεις τα πράγματα εμφανίζονται εκεί έξω ως υπαρκτά, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν (αντιλήψεις χωρίς αντικείμενο). Στη φαντασίωση π.χ. του Κ, δεν υπήρχε τέτοια ένδειξη. Το αιματοκυλισμένο αφεντικό ήταν καλά φυλαγμένο στη σκέψη του. Στην αυταπάτη, από την άλλη, συντηρείται μια λανθασμένη πεποίθηση ότι ισχύουν κάποια γεγονότα, ενώ στην πραγματικότητα αυτά δεν ισχύουν. Τέλος, οι αναμνήσεις στηρίζονται στις προηγούμενες αντιλήψεις μας και προϋποθέτουν δομικά τη χρονική συνδεσιμότητά τους. Φέρουν, επίσης, γνωσιοθεωρητικό φορτίο, δηλαδή την αγωνία του κατά πόσον είναι αληθείς ή όχι. Οι φαντασιώσεις, από την άλλη, δεν έχουν τέτοια στοιχεία. Αναμφισβήτητα η φαντασίωση συναντιέται πρόσκαιρα με τους παραπάνω μηχανισμούς, διατηρεί όμως παράλληλα την εννοιολογική της αυτοτέλεια. Και ο τρείς πρωταγωνιστές της ιστορίας δείχνουν να αντιλαμβάνονται καθαρά τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις εικόνες των εσωτερικών τους προβολών. Τι γίνεται, όμως, με τον μηχανισμό της φαντασίας;

Οι φαντασιώσεις συνήθως ταυτίζονται με τις ονειροπολήσεις του ξύπνιου και με τη συνειδητή ενεργοποίηση του μηχανισμού της φαντασίας. Η αίσθησή μου είναι ότι οι φαντασιώσεις έχουν μάλλον πιο υπαρξιακή βάση. Το ίδιο μας το σώμα μάς σπρώχνει προς αυτές. Η συνείδησή μας δεν τις φέρνει πάντα στην επιφάνεια με τον απόλυτο έλεγχό της. Τις υποδέχεται. Αυτό που συμβαίνει, συνήθως, είναι ότι από τη στιγμή που αρχίζει να ξετυλίγεται το σενάριο τους στη συνείδησή μας, αρχίζουν να γίνονται μέρος του μηχανισμού της φαντασίας, γεγονός το οποίο μας δίνει τη δυνατότητα ανασκευής της ροής τους. Οι φαντασιώσεις είναι συμπαγείς και καλά δομημένες ιστορίες που μας μιλούν. Βέβαια, σε σύγκριση με τα όνειρα, στις φαντασιώσεις υπάρχει σαφέστατα μεγαλύτερος έλεγχος, για αυτό και το περιεχόμενό τους ενδέχεται να μας κάνει πιο ενοχικούς.

Βαδίζοντας μέσα από τα φαντασιωτικά νεφελώματα

Τρείς άνθρωποι συναντώνται φευγαλέα. Ο κάθε ένας από αυτούς κινείται στο χώρο και το χρόνο αλληλεπιδρώντας με τους άλλους ανθρώπους, κουβαλώντας παράλληλα τις ιδιωτικές του κινηματογραφικές προβολές. Οι φυσικές παρουσίες των ανθρώπων μετατρέπονται, ανά πάσα στιγμή, σε πρωταγωνιστικές μορφές στις φαντασιώσεις των άλλων δίπλα μας. Άνθρωποι στιγμιαία χαμένοι σε ονειροπολήσεις και φαντασιώσεις. Εσωτερικές ενέργειες παράγονται διαρκώς και εκτονώνονται μέσα σε μορφοποιημένες παραστάσεις του νου. Διεγείρονται ένστικτα με τέτοιον τρόπο, που κάποιες στιγμές οδηγούν στην εμπειρία πρωτόγνωρων καταστάσεων. Δημιουργείται, με άλλα λόγια, ένας αυστηρά προσωπικός κόσμος, ο οποίος όμως μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο που θέτει κανείς τον εαυτό του μέσα στα πράγματα.

Τι μπορούμε να κάνουμε τελικά με αυτές τις εικονικές διαστάσεις της συνείδησής μας και ποιο είναι το νόημα τους; Για να γίνουν κατανοητές οι κινήσεις του πνεύματος, ας δούμε τι θέσεις πήρε ένα σημαντικό μέρος της παράδοσης της φιλοσοφίας του εμπειρισμού.

Καταρχάς, αρκετοί εμπειριστές θεώρησαν ότι η φαντασία εμφανίζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει παθολογική συσχέτιση ενός ανθρώπου με το περιβάλλον. Συνεχίζοντας την παράδοση του Hobbes, ο Locke δεν έδωσε στη φαντασία ιδιαίτερη σημασία: τη θεώρησε μια αλλοιωμένη και παρακμάζουσα εικόνα των αισθήσεων. Ο μηχανισμός της φαντασίας χρησίμεψε στον Locke μόνο για την επεξήγηση ακραίων ψυχοπαθολογικών καταστάσεων . Ο Locke οδηγείται αναπόφευκτα σε αυτό το συμπέρασμα από τη στιγμή που υποστηρίζει ότι το υλικό της γνώσης αποτελείται από απλές ιδέες οι οποίες παράγονται από τις ιδιότητες των πραγμάτων (οι πρωταρχικές ιδιότητες π.χ. το σχήμα, που είναι αχώριστες από τα πράγματα και οι δευτερεύουσες π.χ. το χρώμα, που αν και δεν υπάρχουν σε αυτά, λειτουργούν ως δυνάμεις που παράγουν διάφορες αισθήσεις). Σε έναν κόσμο, λοιπόν, που κυριολεκτικά μας δίνεται, η λειτουργία της φαντασίας παρεμβάλλεται βίαια, δημιουργώντας προβλήματα με το να μπλέκει ιδέες με τρόπο παραμορφωτικό.

O εμπειρισμός του Hume θα πάει ένα βήμα πέρα από την λοκιανή προσέγγιση των απλών ιδεών και θα αναγνωρίσει τη δύναμη της σύνθεσης με βάση τις καθολικές ρυθμιστικές αρχές της φαντασίας. Κάνει την αρχική διάκριση ανάμεσα στις ιδέες της μνήμης και στις ιδέες της φαντασίας και συνεχίζει αναλύοντας τις δεύτερες σε ιδέες κρίσης (π.χ. πεποιθήσεις) και σε ιδέες αμιγώς πλασματικές. Η φαντασία μετατρέπεται σε ενδιάμεσο παράγοντα ανάμεσα στις εντυπώσεις των αισθήσεων και το πεδίο των ιδεών. Αργότερα, ο Kant θα δεχτεί μεν την αναπαραγωγική λειτουργία της φαντασίας, όπως περίπου την περιέγραψε ο Hume, αλλά θα κάνει, επίσης, λόγο για παραγωγική ή υπερβατολογική φαντασία, με την οποία σχηματίζεται καθετί το αιφνίδια πρωτόγνωρο στη συνείδηση. Ανοίγει, σταδιακά, ο δρόμος προς τη νοηματοδότηση των φαντασιώσεων και την αποδοχή ενός νέου πεδίου δυνατοτήτων, όπως αυτό εκφράστηκε αργότερα από φιλοσόφους όπως ο Schopenhauer, καθώς επίσης και από την Ερμηνεία των Ονείρων του Freud.

Αν προσεγγίσει κανείς, λοιπόν, τις φαντασιώσεις με όρους αντιστοίχισης π.χ. η τάδε φαντασίωση αντιστοιχεί με το τάδε πράγμα του κόσμου, τότε σίγουρα θα απογοητευθεί. Αυτό που μάλλον έχει ουσία είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τις φαντασιώσεις και το περιεχόμενό τους. Βλέπω ξανά την Μ να περπατά προβληματισμένη δίπλα στο ποτάμι. Κουβαλά στις σκέψεις της μια ανθρωπόμορφη φιγούρα που επηρεάζει τον τρόπο που η ίδια αλληλεπιδρά με το υγρό στοιχείο. Σε τι ακριβώς αντιστοιχεί αυτή η φιγούρα; Σε τι πράγμα του κόσμου αναφέρεται; Μοιάζει με τον θεό Ποσειδώνα, αλλά δεν είναι αυτός. Καθιστά τούτη η μη αντιστοίχιση ανόητο το περιεχόμενο της φαντασίωσης, άρα και τον τρόπο που επηρεάζει την Μ;

Στη φαντασίωση της Μ φαίνεται ότι υπάρχει ένα είδος σκέψης, αλλά με έναν άλλον τρόπο. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η περιγραφή της φαντασίωσης με τη χρήση λέξεων, καθιστά επεξεργάσιμο και πιο εύπεπτο το περιεχόμενό της. Με την παραδοσιακή προσέγγιση της γλώσσας, υπάρχουν αντικείμενα, τα νοήματα, μέσα στη σφαίρα της σκέψης μας, στα οποία οι λέξεις μας αντιστοιχούν. Ετούτα τα νοητικά αντικείμενα αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα αντικείμενα του κόσμου μέσα στον οποίο κινούμαστε. Οι προτάσεις, λοιπόν, που περιγράφουν τη φαντασίωση της Μ, συντίθενται από τα προαναφερθέντα νοητικά αντικείμενα. Επομένως, όταν οι συνδυασμοί των νοητικών αντικειμένων της σκέψης μας αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα γεγονότα του κόσμου που μας περιβάλλει, τα νοήματα έχουν αναφορά, οπότε και οι προτάσεις μας είναι αληθείς .

Με τον παραδοσιακό, όμως, τρόπο προϋποτίθεται αυτό το οποίο επιδιώκουμε να καταλάβουμε: με ποιο τρόπο οι λέξεις μας αποκτούν νόημα. Αυτό καθώς κανένα νοητικό αντικείμενο δεν αναφέρεται αυτόματα σε κάτι στον κόσμο. illu2Είναι ο ενεργητικός τρόπος που ο ομιλητής χρησιμοποιεί τις λέξεις, μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς, που νοηματοδοτεί το λόγο. Και αυτό μπορεί να συμβεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους . Παρόλο που οι λέξεις δύναται να φέρουν ένα ορισμένο συμβατικό νόημα (π.χ. με τη μορφή κανόνων χρήσης), υπάρχει μια εσωτερική προθετικότητα στην Μ που ενεργοποιεί περαιτέρω τη σκέψη της και ντύνει με νόημα ξεχωριστό το περιεχόμενο της φαντασίωσής της. Επομένως, κάτι αποκτά νόημα κυρίως μέσα από τον τρόπο του υπάρχει κανείς στο εδώ και τώρα, μέσα από τις συμπεριφορές και τις πρακτικές του. Όποτε, δεν είναι παραγωγικό να προσεγγίσουμε την περιγραφή μιας φαντασίωσης μέσα από μια λογική επαλήθευσης ή μέσω μιας επεξήγησης του κατά πόσον κάποιος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί έννοιες και λέξεις με τρόπο συγκεκριμένο. Έχει, όμως, αξία να δούμε με ποιο τρόπο χρησιμοποιούμε τις λέξεις όταν μιλάμε για μια φαντασίωση και την επίδραση που έχουν οι συγκεκριμένες λεξικολογικές περιγραφές στο σώμα μας και το ευρύτερο περιβάλλον.

Οι φαντασιώσεις προεκτείνουν και εμπλουτίζουν τον κόσμο μας. Αποκτούν νόημα μόνο μέσα από τα χαμένα ή κοιμισμένα κομμάτια της συνείδησής μας. Οτιδήποτε γεννιέται μέσα στις φαντασιώσεις μας είναι μαζί και ένας τρόπος να βλέπουμε τον εαυτό μας αλλιώς. Είναι παραστάσεις που κατανοούνται ως υπόρρητο μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας, καθώς μοιάζουν εντελώς α-νόητες όταν τις σκεφτόμαστε ξεκομμένες από αυτήν. Παρόλο, επίσης, που το περιεχόμενό τους μας παρουσιάζει μια ασυνήθιστη θέαση του εαυτού μας, νιώθουμε ότι οι εικόνες τους έχουν την τάση να επηρεάζουν τις πεποιθήσεις μας, επομένως και τη δράση μας. Υπάρχει η αίσθηση μιας βαθιάς δέσμευσης, μιας συνεκτικής ενέργειας που διαχέεται σε όλο το πλαίσιο των θεωρήσεών μας.

Επιστρέφω στην Μ. Μια αναλαμπή συνειδητότητας μοιάζει με ένα από τα κομμάτια που λείπουν από το puzzle του νοήματος της φαντασίωσης της: την έχει σηκώσει ψηλά στα χέρια και τρέχει με πρόσωπο παραμορφωμένο, γελώντας με το γέλιο του γέλιου του. Κάθε δρασκελιά του τη φέρνει πιο κοντά στο απέραντο και σκούρο μπλε της θάλασσας. Είναι μικρόσωμη. Είναι ελαφριά. Κλαίει με το κλάμα του κλάματός της και τινάζει όλο και πιο νευρικά τα πόδια της. Εις μάτην. Είναι πλέον στον αέρα. Κλείνει τα μάτια μη μπορώντας να αντέξει την ιλιγγιώδη ταχύτητα των εικόνων των αντιλήψεών της. Με το σώμα ακινητοποιημένο σκάει με ορμή στη θάλασσα. Όλα υγρά και πνιγηρά. Η θάλασσα την καίει στη μύτη και στον λαιμό. Την πνίγει. Χτυπιέται πανικόβλητη και με ένα ενστικτώδες πάτημα στην άμμο του πυθμένα πετάγεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Κλαίει με το πιο κλάμα του κλάματός της ακούγοντας εκείνον, με το παραμορφωμένο πρόσωπο, να γελά με το πιο γέλιο του γέλιου του.

Το παραπάνω μνημονικό θραύσμα έχει ανασυρθεί από το πεδίο αναμνήσεων της Μ. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθε σε επαφή με τη θάλασσα (ακόμα και αν αυτή η ανάμνηση είναι απλώς ένα μεταγενέστερο κατασκεύασμα ή μια επινόηση). Η φαντασίωση, λοιπόν, της Μ, κάτω από αυτό το πρίσμα, μοιάζει με ένα χαρμάνι που ενώνει το εξωτερικό περιβάλλον (νερό ποταμού), τα συναισθήματα της, τις μνήμες και το σώμα της. Με άλλα λόγια, η φαντασίωση της Μ δανείζεται από το τώρα και την εξωτερική πραγματικότητα, αναπλάθοντας βιωμένους χρόνους σε μια νέα αφήγηση. Η αποδοχή της φαντασίωσης ως γεγονός, αυτομάτως μετατρέπει ένα ψεύδος σε αλήθεια που διεκδικεί ζωή και πνοή. Με παρόμοιο τρόπο δεν μπαίνει και η Τέχνη στη ζωή μας;

Το οικείο μοιάζει να είναι το κλειδί για να προσεγγίσουμε μια φαντασίωση, γιατί επιτρέπει την απελευθέρωση του συναισθήματος. Το στοιχείο οικειότητας στη φαντασίωση της Μ είναι το νερό (είναι και πρωταθλήτρια!), ενώ στις εικόνες του Κ είναι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος στο οποίο εργάζεται. Δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς: η απουσία οικειότητας θα οδηγούσε στην επικράτηση μιας αμήχανης απορίας, γεγονός που θα καθιστούσε αμέτοχους τους φορείς των φαντασιώσεων.

Στα ένστικτα, εκφρασμένα ως πρωτογενείς δυνάμεις του σώματος, είμαστε όλοι ίδιοι, στη λογική διαχείρισή τους όμως μπορούμε να διαφοροποιούμαστε. Στις φαντασιώσεις, επίσης, ο καθένας ζει μέσα από τον ιδιαίτερο κόσμο του. Οι φαντασιώσεις γίνονται έτσι ένα ιδιαίτερο και προνομιακό πεδίο της εξατομίκευσης.

Φαντασίωση: μια λυτρωτική πράξη

Ο Freud, αναλύοντας τις περιπτώσεις των υστερικών και των ψυχαναγκαστικά νευρωτικών, τονίζει ότι παρόλο που έχουν εγκαταλείψει τη σχέση τους με την πραγματικότητα, δεν αίρουν απαραίτητα τη σχέση τους με πρόσωπα και πράγματα. Τα διατηρούν, όμως, ακόμη και στη φαντασία τους, κάτι που σημαίνει ότι από τη μια έχουν υποκαταστήσει ή αναμίξει τα πραγματικά αντικείμενα με φανταστικά των αναμνήσεων τους και από την άλλη, είναι δυνατόν να έχουν παραιτηθεί από την προετοιμασία κινητικών ενεργειών προς επίτευξη των στόχων τους σε αυτά τα αντικείμενα . Επομένως, εσωστρέφεται το σύνολο ή μέρος της ενέργειας, κάτι που μοιάζει και με μια μηχανική προσπάθεια ίασης. Με αυτόν τον τρόπο φαίνεται ότι τροφοδοτείται ο μηχανισμός των φαντασιώσεων.

Στην περίπτωση της Μ, η παραμορφωμένη φιγούρα αναδύεται στις φαντασιώσεις της σχεδόν κάθε φορά που βρίσκεται κοντά σε υγρό στοιχείο. Παρόλο, όμως, που κάθε φορά αφανίζεται από αυτή τη φιγούρα, νιώθει ένα βαθύ αίσθημα ανακούφισης και αποφόρτισης. Κάποιες φορές νιώθει και τρυφερότητα. Όμως δεν έχει διαρρήξει τη σχέση με την πραγματικότητα του υγρού στοιχείου: είναι πρωταθλήτρια στην κολύμβηση! Η βία της πρώτης επαφής με το υγρό στοιχείο είναι πάντοτε ζωντανή στο σώμα της και είτε αποφορτίζεται μέσα από τις φαντασιώσεις της είτε μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό.

Στον Κ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Μεταφράζει ως υποτίμηση τα σχόλια του ιδιοκτήτη του καταστήματος και νιώθει θυμό. Εδώ η ενέργεια διοχετεύεται στο φαντασιακό χωρίς να εκφράζεται με οποιονδήποτε τρόπο στον εξωτερικό του κόσμο. Τουλάχιστον άμεσα και με τρόπο διαφανή. Η φαντασίωση μετατρέπεται, με αυτόν τον τρόπο, σε πεδίο εκτόνωσης της ενέργειας του θυμού. Αυτή η μετατροπή είναι λυτρωτική: ο θυμός θα μπορούσε να επαναδιοχετευθεί στο σώμα του Κ με ψυχοσωματικές προεκτάσεις. Γιατί όμως δεν τον εξέφρασε σε άμεσο χρόνο προς τον ιδιοκτήτη; Ο Κ προφανώς φοβάται ότι θα επαναληφθεί το σκηνικό της φαντασίωσής του, γεγονός το οποίο θα είχε εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις. Με αφορμή την περίπτωση του Κ, μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ότι η μη εξωτερίκευση της ενέργειας του θυμού είναι και η απαρχή δημιουργίας προσωπείων και έκφρασης παθητικών επιθέσεων π.χ. μπορώ να δω τον Κ να εκδικείται «ξεχνώντας» εντολές του ιδιοκτήτη ή να επικοινωνεί με ύφος απόμακρο και σχεδόν αδιάφορο.

Ο Π έφυγε από το μπαρ με τη νεαρή Μ στη σκέψη του. Το ίδιο βράδυ η Μ ήταν νοητά ξαπλωμένη δίπλα του όταν έκανε έρωτα με τη γυναίκα του. Μετά από μια εβδομάδα εκείνη συνέχισε να είναι στο μυαλό του. Την έβλεπε να του ασκεί βία και ένιωθε ηδονή. Και σε αυτή την περίπτωση, η φαντασίωση μετατρέπεται σε πεδίο εκτόνωσης της σεξουαλικής ενέργειας. Επιλέγει ο Π να την εκτονώσει εκεί; Ή μήπως η φαντασίωση «επιλέγει» για εκείνον; Ποιος είναι ο ρόλος της βίας που εκφράζεται στις φαντασιώσεις του; Μήπως illu4υπάρχει και στην περίπτωση του Π κάποιο μνημονικό αποτύπωμα (π.χ. αρνητικά φορτισμένο δίπολο γυναίκα-βία από παλιά εμπειρία) το οποίο λυτρώνεται θεραπευτικά μέσα από μια ηδονική -άρα και θετικά φορτισμένη-φαντασίωση με μια γυναίκα; Γιατί, όμως, δεν επιλέγει να πάει κατευθείαν στην Μ ώστε να ζήσει μαζί της, σε χρόνο άμεσο, τη φαντασίωσή του; Υπάρχουν ηθικά κίνητρα πίσω από τη διοχέτευση της σεξουαλικής του ενέργειας προς τη φαντασίωσή του; Για παράδειγμα, η φαντασίωση του Π μπορεί να στηρίζεται στο παρακάτω αξιακό υπόβαθρο: είμαι πιστός σε εκείνη με την οποία αναζητώ να ζήσω την αγάπη σε βάθος. Η απιστία θα μπορούσε, λοιπόν, να διαλύσει τις συναισθηματικές φιλοδοξίες της αγάπης που έχει ο Π.

Όπως και να έχει, οι φαντασιώσεις μπορούν να αποτελέσουν ένα προνομιακό πεδίο μελέτης στο οποίο συναντώνται τα ερεθίσματα της αντίληψης, το ηθικό πεδίο επιλογών και οι βαθύτερες τάσεις και διαθέσεις του ατόμου. Μέσω του «ψεύδους» των φαντασιώσεων και της δημιουργικής φαντασίας, είναι δυνατόν να διευρύνουμε την κατανόηση της ίδιας της αλήθειας του εαυτού μας.

Ο ηθικός ορίζοντας των φαντασιώσεων

Συνήθως, κάνουμε λόγο για ηθικές αξιολογήσεις των πράξεων. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας και να δεχτούμε ηθικές αξιολογήσεις στο πεδίο των φαντασιώσεων;

Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε κάτι: υπάρχουν δυσάρεστες φαντασιώσεις; Μάλλον όχι. Στα προηγούμενα παραδείγματα, οι φαντασιώσεις είχαν τη μορφή μιας αποφορτιστικής ηδονής. Επιπλέον, παρόλο που υποστηρίχθηκε ότι οι φαντασιώσεις έχουν μια βαθιά και δυναμική καταγωγή, δεν μπορούμε να μην παραδεχθούμε ότι βρίσκονται μέσα στον άμεσο έλεγχο του εκάστοτε υποκειμένου. Επομένως, οι φαντασιώσεις μάς δημιουργούν ευχαρίστηση και μπορούμε να τις έχουμε, ως ένα βαθμό, κάτω από τον έλεγχό μας. Ετούτη η συνειδητοποίηση φέρει αυτόματα και το βάρος της ευθύνης.

Φαντάζομαι τον Π να μιλά με έναν φίλο του για τις φαντασιώσεις του με την Μ: «Μα δεν είναι απιστία καθώς πηγαίνω μαζί της μόνο στη σκέψη μου!». Θα ήταν πολύ σκληρό και άτεγκτο να δεχθούμε μια γενική θεώρηση κατά την οποία είναι μη αποδεκτό να φαντασιώνεται κανείς κάτι το οποίο δεν θα ήταν αποδεκτό ως πράξη. Νομίζω ότι και οι ειδικοί σύμβουλοι σχέσεων θα μας έλεγαν ότι ο Π μπορεί να έχει τέτοιου είδους φαντασιώσεις, αρκεί να μην υπονομεύεται η συναισθηματική του σύνδεση με τη σύζυγό του. Ο Π δεν εκδήλωσε ποτέ την ανάγκη να συνάψει εξωσυζυγική σχέση, αλλά απολαμβάνει να φαντάζεται τις ερωτικές σκηνές με την Μ. Όμως, ακόμα και να συνέβαινε στην πράξη, παρόλο που μάλλον δεν θα ήταν αρεστό στη σύζυγος του Π, δεν μπορούμε να πούμε ότι η ερωτική συνεύρεση με την Μ θα είχε κάτι θεμελιωδώς κακό.

Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που κάποιος στις φαντασιώσεις του νιώθει ηδονή με τον πόνο (π.χ. ο Κ) ή τον θάνατο άλλων ανθρώπων ή μέσω του βιασμού ανήλικων παιδιών; Για παράδειγμα, ο άνθρωπος που έχει φαντασιώσεις με παιδεραστικό περιεχόμενο, νιώθει ηδονή και μπορεί μάλιστα να επηρεάζει περαιτέρω το περιεχόμενό τους. Ερωτοτροπεί με παιδιά, το θέλει, το ξέρει και βρίσκει τρόπους να εμπλουτίζει τις εικόνες μέσα του.

Αυτό το ερώτημα μας πιέζει να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι με το περιεχόμενο των φαντασιώσεων. Μήπως θα ήταν πιο ορθό να δεχτούμε ότι δεν είναι σωστό να φαντασιωνόμαστε κάτι το οποίο θεωρείται θεμελιωδώς κακό; Στην περίπτωση του Π, δεν υπάρχει απόδοση ιδιότητας πόνου προς κάποιον άλλο άνθρωπο (π.χ. δε φαντασιώνεται τη σύζυγό του να μαθαίνει για τις συνευρέσεις του με την Μ και να οδηγείται σε καθεστώς απελπισίας). Στις άλλες περιπτώσεις, υπάρχει απόδοση ιδιοτήτων πόνου και μάλιστα, προς ανθρώπινα όντα που δε θεωρούνται ώριμα να διαλέξουν να υποστούν πόνο ή διάφορες ερωτικές πράξεις.

Οι φαντασιώσεις του ξύπνιου είναι κόσμος μέσα στον κόσμο. Στέκομαι στα πολυσύχναστα σημεία της πόλης και βλέπω εκατοντάδες ανθρώπους να περπατούν, κρατώντας παράλληλα, οι καθένας από αυτούς, τα μπαλόνια των φαντασιώσεών του. Κατανοώ ακόμη ότι οι ψυχικές δυνάμεις που διαπερνούν και συνθέτουν τούτο τον κόσμο των μπαλονιών, επηρεάζουν επίσης και τον τρόπο που ο κάθε ένας σχετίζεται με τους άλλους ανθρώπους. Αν δεχτούμε ότι ο άλλος τίθεται στο κέντρο της ηθικής μας ματιάς, τότε είναι ψυχικά διχαστικό να νοιαζόμαστε για τον άλλον άνθρωπο στον «πραγματικό» κόσμο, ενώ συντρίβουμε ηδονικά ανθρώπους στο παράλληλο σύμπαν των μπαλονιών.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΤΟΣΚΑΣ