Στήλες | Λεξισώματα (από την Αντωνία Γουναροπούλου)

«Αν άνευ του πνεύματος το γράμμα είναι νεκρόν, το πνεύμα χωρίς του γράμματος εξανεμούται εις ξυλόπνευμα.» – Ιωάννης Συκουτρής

Μαύροι κατά μαύρων: Τι συμβαίνει σήμερα στη Νότια Αφρική;

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Ενθρονίσεις σε ξένες χώρες

Το βράδυ της 14ης Μαρτίου 2026, στην πόλη Ηστ Λόντον (East London) της επαρχίας Ήστερν Κέηπ (Eastern Cape), μίας από τις εννέα επαρχίες του κράτους της Νότιας Αφρικής, η νιγηριανή κοινότητα των Igbo[1] διοργάνωσε μια επίσημη τελετή ενθρόνισης: ο Solomon Ogbonna Eziko, από τους ηγέτες της κοινότητας («chief»), στέφθηκε βασιλιάς, φέροντας πλέον τον τίτλο «Igwe Ndigbo Na East London» – που σημαίνει «Ο Ίμπο Βασιλιάς του Ηστ Λόντον».[2]

Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα: το Ηστ Λόντον (ή Ku-Gompo, κατά την πιο πρόσφατη μετονομασία του) είχε ήδη βασιλιά: συγκεκριμένα, η πόλη ανήκει στη δικαιοδοσία του βασιλιά Jonguxolo Sandile, του βασιλικού οίκου Rharhabe της φυλής Xkosa, ο οποίος ενθρονίστηκε με όλους τους καθιερωμένους τύπους και αναγνωρίστηκε, όπως προβλέπει ο νόμος, από τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2020.[3] Όλα αυτά ίσως ακούγονται περίεργα και ξένα για έναν δυτικό, αλλά στη Νότια Αφρική –και σε άλλες αφρικανικές χώρες, όπως είναι και η ίδια η Νιγηρία– δίπλα στους διοικητικούς θεσμούς της γενικής κυβέρνησης λειτουργεί συμπληρωματικά και συμβουλευτικά και ένα δεύτερο σύστημα διακυβέρνησης, παραδοσιακό, τοπικό και εθιμικό, πλήρως κατοχυρωμένο από το σύνταγμα και τη νομοθεσία.[4] Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο τίτλος του βασιλιά συναρτάται άμεσα με την ύπαρξη διακριτής «παραδοσιακής κοινότητας» και «εδαφικής επικράτειας» – και τα δύο απαιτούν την αναμφισβήτητη ύπαρξη μιας ιδιαίτερης, κληρονομικής παράδοσης που πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο.

Για τους Νοτιοαφρικανούς πολίτες, επομένως, οι τίτλοι του «παραδοσιακού ηγέτη», του «βασιλιά» και της «παραδοσιακής κοινότητας» δεν αποτελούν τίτλους απλώς και μόνο «επί τιμή», αλλά αντίθετα συνεπάγονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες όσον αφορά την εκπροσώπηση των κοινοτήτων τους και μια πολύ πραγματική εξουσία. Έτσι, όταν οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί παρακολούθησαν το βίντεο της ενθρόνισης του Igbo βασιλιά, εξοργίστηκαν: η πράξη αυτή εκλήφθη ως μονομερής και επιδεικτική αγνόηση των νόμων που διέπουν το κράτος τους εκ μέρους «ξένων», οι οποίοι θα όφειλαν να σέβονται τη χώρα υποδοχής τους, και, τελικά, εκλήφθη ως απειλή. Άμεσα, τις επόμενες μέρες, καταδίκασαν την ενθρόνιση όλοι οι εκπρόσωποι της τοπικής και κρατικής εξουσίας, από τον βασιλιά Jonguxolo Sandile και τους υπόλοιπους νόμιμους παραδοσιακούς ηγέτες μέχρι το Υπουργικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής Συρίλ Ραμαμπόσα.[5] Ομοίως έπραξαν και οι επίσημες αρχές της Νιγηρίας, ενώ ο ίδιος ο «βασιλιάς των Ίμπο στο Ηστ Λόντον» αρνήθηκε δημοσίως τον τίτλο του και απολογήθηκε στον νοτιοαφρικανικό λαό.[6]

Αυτή η κίνηση των Ίμπο στο Ηστ Λόντον σίγουρα θα έφερε στη μνήμη των Νοτιοαφρικανών ένα αντίστοιχο περιστατικό που συνέβη μόλις πέρυσι στην Γκάνα. Εκεί, τον Ιούλιο του 2025, ένας Νιγηριανός μεγιστάνας και ανεπίσημα χρισμένος «Ίμπο βασιλιάς» φάνηκε να διεκδικεί εδαφική επικράτεια για τη δημιουργία ενός «Βασιλείου των Ίμπο» στη χώρα – και εκεί, αυτό που ακολούθησε ήταν εκτεταμένες αντιδράσεις κατά των Νιγηριανών μεταναστών, οι οποίες δοκίμασαν τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.[7] Στη Νότια Αφρική το περιστατικό οπωσδήποτε λειτούργησε ως θρυαλλίδα για να εκδηλωθεί, για πολλοστή φορά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η έχθρα μιας μεγάλης μερίδας μαύρων Νοτιοαφρικανών απέναντι στους Αφρικανούς μετανάστες. Η κατανόηση της στάσης τους, που συχνά φτάνει στην παρανομία (λεηλασίες, αντιποίηση αρχής) και σε ακραία σημεία βίας, απαιτεί να γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο, στη δεκαετία του ’90, στις απαρχές του βίου της απελευθερωμένης από το απαρτχάιντ Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, και να δούμε τον τρόπο που άρχισε να διοικείται αυτό το κράτος αλλά και τον τρόπο που, ευθύς εξαρχής, άρχισαν να συνυπάρχουν στο έδαφός του οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες με τους ξένους.

*

Το 1994 έγιναν στη χώρα οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Στη Νότια Αφρική βρίσκονταν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες ξένων υπηκόων από τις γειτονικές χώρες της SADC,[8] εκ των οποίων ένα μεγάλο ποσοστό είχε εγκατασταθεί παράνομα στη χώρα ήδη από την εποχή του απαρτχάιντ, όταν η Νότια Αφρική είχε συνάψει μια σειρά από διμερείς κρατικές συμφωνίες και χρησιμοποιούσε ξένο εργατικό δυναμικό προσωρινής απασχόλησης, αμειβόμενο με μισθούς πείνας, για τη λειτουργία των ορυχείων και για τις φάρμες. Χιλιάδες από αυτούς τους ανθρώπους  (από το Λεσότο, τη Μοζαμβίκη και αλλού) είχαν καταφέρει να παραμείνουν στη χώρα, σχηματίζοντας τους δικούς τους ανεπίσημους –και εξαιρετικά φτωχούς– οικισμούς. Ένα άλλο ποσοστό ήταν «πρόσφατες αφίξεις», που είχαν σπεύσει να διασχίσουν τα σύνορα αναζητώντας είτε προσφυγικό άσυλο είτε μια καλύτερη ζωή στην απελευθερωμένη από το απαρτχάιντ «ατμομηχανή» της αφρικανικής οικονομίας. Τα κράτη αυτών των ανθρώπων, τα οποία ως επί το πλείστον είχαν αποτινάξει από πάνω τους την αποικιοκρατία δεκαετίες πριν από την απελευθέρωση της Νότιας Αφρικής, είχαν υποστηρίξει ενεργά τον αγώνα των Νοτιοαφρικανών κατά του απαρτχάιντ και είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα, υφιστάμενα τα διαφόρων μορφών αντίποινα της λευκής κυβέρνησής της. Τώρα, ήταν η σειρά της Νότιας Αφρικής να ανταποδώσει. (περισσότερα…)

«Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται;» Πέρα από την αρένα των σύγχρονων ΜΜΕ

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Διαδικτυακή αναζωογόνηση
από το παρελθόν και απ’ το παρόν

«Μακάρι να μην έπρεπε να πάω τόσα χρόνια πίσω γι’ αυτό το επίπεδο συζήτησης», «Αναζωογονητικό να παρακολουθείς δυο σπουδαία μυαλά να αντιπαρατίθενται, να συμφωνούν και να διαφωνούν. Με αλληλοσεβασμό!», «Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται; Τι τρέχει εδώ;»: Είναι λίγα από τα σύγχρονα σχόλια (2021 και 2018), γραμμένα στην πλατφόρμα του YouTube κάτω από τη συνέντευξη που πήρε το 1998 ο Πήτερ Ρόμπινσον από τους δημόσιους διανοούμενους Κρίστοφερ Χίτσενς και Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο, κορυφαίες μορφές ο πρώτος της αριστεράς και ο δεύτερος του αμερικανικού συντηρητισμού.[1]

Στην πληθώρα των βίντεο που βρίσκει κανείς στο YouTube και σε άλλες πλατφόρμες, υπάρχουν παλαιότερες εκπομπές και σύγχρονα podcasts με πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με σημαντικούς πολιτικούς, ιστορικούς, φιλοσόφους, συγγραφείς, επιστήμονες της ψηφιακής τεχνολογίας και, γενικότερα, με  ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Αυτές οι συζητήσεις άλλοτε παίρνουν τη μορφή εκτενών συνεντεύξεων και άλλοτε τη μορφή ντιμπέιτ, με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες. Το παρόν άρθρο, το δεύτερο της διμηνιαίας στήλης «Λεξισώματα» του Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζει και προτείνει τέτοιου είδους εκπομπές και podcasts, τα οποία προσελκύουν το ενδιαφέρον αλλά και «ξεκουράζουν», κατά κάποιον τρόπο, από τη φασαρία, την ένταση και την εριστικότητα που επικρατούν συχνά στα κυρίαρχα ΜΜΕ και σχεδόν πάντα στα σόσιαλ μίντια.

*

William F. Buckley Jr., Firing Line

Στο κανάλι του Ινστιτούτου Χούβερ, της δεξαμενής σκέψης του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, θα βρει κανείς πολλά από τα επεισόδια της εκπομπής Firing Line, με οικοδεσπότη τον συντηρητικό δημόσιο διανοούμενο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο.[2] Ο Μπάκλεϋ (1925-2008) ήταν μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του νεογενούς συντηρητικού κινήματος που ξεπήδησε στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και το οποίο κατά τα επόμενα είκοσι πέντε, περίπου, χρόνια αποδύθηκε σε μια έντονη προσπάθεια θεωρητικού αυτοπροσδιορισμού. Ο ίδιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε αυτή την πλούσια διαδικασία σύντηξης και μάχης των ιδεών, με τα βιβλία του, με το περιοδικό National Review που ίδρυσε το 1955, αλλά και με τις δημόσιες εμφανίσεις του. Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η δημοφιλία του Μπάκλεϋ είχε πια υπερβεί τα όρια του συντηρητικού χώρου, χάρη στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και, κυρίως, χάρη στο ρητορικό του στιλ, το οποίο χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός ευγένειας, αυτοσυγκράτησης, σαρκασμού και εντυπωσιακής, ακόμα και εξεζητημένης, γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Για κάποιους από τους αντιπάλους του, βεβαίως, ακριβώς αυτό το στιλ τον καθιστούσε περισσότερο αντιπαθή κι από την ιδεολογία του, ωστόσο αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό του ρόλο στην ιδεολογική αρένα, πρόθυμα έρχονταν σε αντιπαράθεση μαζί του. Τον Νοέμβριο του 1967, ο Μπάκλεϋ έγινε το θέμα εξωφύλλου του περιοδικού Time, με μια παραστατική καρικατούρα του σημαντικού γελοιογράφου Ντέιβιντ Λεβίν και τον τίτλο «Ο συντηρητισμός μπορεί να έχει πλάκα».[3] Γιατί όσον αφορά τον αμερικανικό συντηρητισμό, αυτό ακριβώς πιστώνεται στον Μπάκλεϋ: ότι, αφού έδωσε τη συνοχή μιας ιδεολογικής ταυτότητας σε μάλλον σκόρπιες ιδέες και πεποιθήσεις του συντηρητικού Αμερικανού πολίτη, έπειτα προσέδωσε σε αυτή την ταυτότητα τη νομιμότητα και τη γοητεία του στιλ, απαλλάσσοντάς την από την αραχνιασμένη κατήφεια του παρελθόντος:

«Εξαιτίας των επιτυχημένων του προσπαθειών να συγχωνεύσει τάσεις της ελευθεριακής (libertarian), παραδοσιοκρατικής και αντι-κομμουνιστικής σκέψης κάτω από μία και μόνη ταμπέλα, το νόημα του συντηρητισμού πάντα ήταν κάτι παραπάνω από το άθροισμα των προσπαθειών του. Όσο πιο “διασκεδαστικό” έκανε τον συντηρητισμό να φαίνεται, τόσο περισσότερο οι Αμερικανοί κατανοούσαν τις αντιλήψεις τους για τον νόμο και την τάξη, για τις κομμουνιστικές απειλές ή για την κοινωνική ασφάλεια ως συντηρητικές. Με το National Review, με πάμπολλα βιβλία, με την τηλεοπτική του λογιοσύνη στο Firing Line, με δεκάδες ομιλίες τον χρόνο και με μια εβδομαδιαία στήλη διαμοιρασμού περιεχομένου, ο Μπάκλεϋ ανέλαβε μια εκστρατεία υπέρ του συντηρητισμού για εκατομμύρια καρδιές και για εκατομμύρια μυαλά. Πριν από τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός σήμαινε πολλά πράγματα: την αμυντική υπεράσπιση του κατεστημένου, την αμυντική υπεράσπιση της αριστοκρατίας, την αμυντική υπεράσπιση του καπιταλισμού και την αμυντική υπεράσπιση της παράδοσης. Μετά τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός συνέχισε να σημαίνει όλα αυτά και περισσότερα, αλλά δεν είχε πια τίποτα το αμυντικό».[4]

Ίσως να μην ήταν τυχαίο ότι, ενάμιση χρόνο πριν η μορφή του κοσμήσει το εξώφυλλο του Time, ο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ ο Νεότερος είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού ως οικοδεσπότης της εκπομπής Firing Line. Το πνεύμα, το περιεχόμενο και ο αντίκτυπος αυτού του προγράμματος περιγράφονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Χούβερ, όπου και φυλάσσεται το αρχείο της εκπομπής:

«Όταν άρχισε να μεταδίδεται το Firing Line το 1966, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι ένα πρόγραμμα δημοσίου ενδιαφέροντος, με οικοδεσπότη μια ηγετική φυσιογνωμία του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού και ιδρυτή και εκδότη του περιοδικού National Review, θα αιχμαλώτιζε ένα κοινό πέρα από τους πιστούς συντηρητικούς. Η εκπομπή παρουσίαζε συζητήσεις ανάμεσα στον Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ και σε ηγετικές ανά τον κόσμο μορφές της πολιτικής, της ψυχαγωγίας, της δημοσιογραφίας και του ακαδημαϊκού κόσμου, και έγινε αμέσως επιτυχία. Με πάνω από 1.505 επεισόδια στη διάρκεια 33 ετών, το Firing Line αρχικά άλλαξε άρδην τα δεδομένα, και στη συνέχεια έθεσε τον πήχη, για τις τηλεοπτικές εκπομπές δημοσίου ενδιαφέροντος. (περισσότερα…)

Ελευθερία της έκφρασης; Ένα εκπαιδευτικό πείραμα στις ΗΠΑ

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Να λες το ανείπωτο, να αμφισβητείς το αδιαμφισβήτητο – το πείραμα του UATX

Μέσα στα χρόνια, η άλωση των πιο καταξιωμένων αμερικανικών πανεπιστημίων από τις διάφορες πρακτικές της κουλτούρας της ακύρωσης έχει γεννήσει αντιδράσεις και πρωτοβουλίες εκ μέρους πολλών διανοουμένων που παραμένουν πάντα φιλελεύθεροι στις αρχές τους και δημοκρατικοί στις πεποιθήσεις τους. Είτε ανήκουν στον συντηρητικό χώρο είτε στον παραδοσιακό προοδευτικό, τους ενώνει μια βαθιά ριζωμένη πίστη σε κλασικές αρχές τoυ φιλελευθερισμού, όπως είναι ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας της έκφρασης. Το 2021, όταν αναγγέλθηκε η ίδρυση του Πανεπιστημίου του Ώστιν στο Τέξας (University of Austin in Texas – UATX), το οποίο φέτος διανύει το δεύτερο έτος της λειτουργίας του, φάνηκε να δημιουργεί ένα έντονα ποθούμενο αντίπαλο δέος στην ανελευθερία και το κλίμα φόβου που είχε επιβάλει ο αριστερογενής γουοκισμός. Η λογοκρισία και αυτολογοκρισία φοιτητών και διδακτικού προσωπικού υπό τον φόβο διοικητικών, ακαδημαϊκών, αλλά και κοινωνικών ποινών, η γιγάντωση μιας βαθιά πολιτικοποιημένης γραφειοκρατίας εντός των πανεπιστημίων που στοχεύει ακριβώς στην αστυνόμευση και στην επιβολή ποινών,[1] οι κατάφωρες αδικίες των μεθόδων πρόσληψης καθηγητών και εισαγωγής φοιτητών που γεννά η άδικη εφαρμογή πολιτικών θετικών διακρίσεων – όλα αυτά οδήγησαν μια ομάδα καταξιωμένων ακαδημαϊκών και ερευνητών να γυρίσουν την πλάτη τους στα ήδη υπάρχοντα πανεπιστήμια, και δη σε αυτά της Ivy League, τα οποία θεώρησαν ότι είχαν αποτύχει να προστατέψουν τις απολύτως αναγκαίες προϋποθέσεις παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης, και να ιδρύσουν κάτι εντελώς διαφορετικό. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε μέχρι να διορθωθούν τα πανεπιστήμια. Γι’ αυτό ξεκινάμε ένα καινούργιο» δήλωσε τον Αύγουστο του 2021 ο Πάνο Κανέλος, πρώτος πρύτανης του νεοσύστατου πανεπιστημίου.[2] Οι θέσεις που εξέφραζε σε αυτό το αναγγελτήριο, και καταγγελτικό, κείμενο σε γενικές γραμμές εξέφραζαν όλους όσοι εκείνη την εποχή ήρθαν να στελεχώσουν το διδακτικό προσωπικό και τη συμβουλευτική επιτροπή του ιδρύματος. Άμεσα ή έμμεσα, όλοι είχαν βιώσει τις αντιδημοκρατικές και αντιπαιδαγωγικές συνέπειες που είχε η κατάλυση της ελευθερίας της έκφρασης, η φίμωση και η ολοένα μεγαλύτερη ιδεολογική μονοφωνία στα πανεπιστήμια, και μοιράζονταν την ίδια αγωνία με τον Πάνο Κανέλος: (περισσότερα…)