Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό.

///

ΤΟ ΛΗΜΜΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Das Wort Mensch, als Vokabel
eingeordnet, wohin sie gehört
JOHANNES BOBROWSKI

Το λήμμα άνθρωπος
στο λεξικό
θησαυρισμένο,
πράγματι,
σε θέση ορθή.

Μεταξύ ανθράκων και ανθώνων.

///

ΑΝΤΙΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Zerbrochen sind die harmonischen Krüge,
die Teller mit dem Griechengesicht
die vergoldeten Köpfe der Klassiker
ERNST JANDL

Έπαψε πια των σκαπανέων το σάλπισμα,
το εγερτήριο των ρήξεων,
του καινούργιου η προφήτισσα ορμή.

Στων Πιερίδων ωστόσο το στόμα
οι παμπάλαιες λέξεις ακούγονται ακόμα.

///

NOTTURNO

μνήμη Ανδρέα Κίτσου-Μυλωνά

Κόπηκε η μέρα. Του χειμώνα η πάχνη
έξω πυκνώνει, νυσταλέος καπνός.
Παραμονεύει του καιρού η αράχνη.
Γλιστράει στα τζάμια πιο βαρύ το φως.

Στάθηκε η ανάσα. Το αργό οξυγόνο
στάζει στης φλέβας τα λιμναία νερά.
Το σώμα αφήνεται στον τέλειο πόνο.
Το βλέμμα βλέπει τελευταία φορά.

Ρίγησε ο αέρας. Ο κήπος σφύζει,
των δέντρων λύγισε η παλιά σιγή.
Γυμνό ένα απόβραδο χάδι ποτίζει
σκοτάδι τα έπιπλα, σκουριά τη γη.

Νύχτωσε ο κόσμος. Μαύρη ανεμώνη
κρύβει των άστρων τον αρχαίο τροχό.
Κάποιος ξεκίνησε στο φρέσκο χιόνι
με βήμα ασάλευτο, χωρίς ηχώ.

22. 2. 2004

///

Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Η ΣΕΛΗΝΗ

Διαβάζοντας τους Κινέζους ποιητές του Γ. Λειβαδά

Τίποτα δεν γνωρίζουμε
για τη ζωή
του ξακουστού Λι Πο,
βάρδου στην επικράτεια
τη μακρινή
της Κίνας.

Πάρεξ μονάχα αυτό:

Πως μεθυσμένος βούτηξε
κάποια βραδιά
στου ποταμού
τα ραγισμένα τα νερά,
για ν’ αγκαλιάσει
μόνος αυτός κι ανέγγιχτος
το ανέγγιχτο φεγγάρι.

///

ΣΕ ΦΙΛΟ ΔΟΚΙΜΙΟΓΡΑΦΟ

Αυτό που μού ’στειλες, Πολύκαρπε, το πήρα
με αδημονία φυσική, το ξέρεις. Όμως
δεν είδα να χαράζεται μέσα του δρόμος.
Έχει κι η πρόζα λένε τη δική της λύρα

που εδώ σαν νά ’χει βουβαθεί. Ζωηρός διαβάτης
μου φάνηκες, με δρασκελιές μεγάλες,
μα η σκέψη άλλο ρυθμό ποθεί, ανάσες άλλες·
έτσι δεν φτάνει η φωνή τα όριά της.

Δώσε στον λόγο σου λόγο λοιπόν, μη βιάζεις
το βήμα σου άωρα. Για τον καιρό βεβαιώσου,
κοίτα ό,τι βγάζεις να ’ναι αλήθεια αντάξιό σου.
Μπρος στις σειρήνες της στιγμής μη λαχανιάζεις.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Από την ανέκδοτη συλλογή Οι περιστάσεις και οι μηχανές –
Αθησαύριστα και παραλειπόμενα ποιήματα 1986-2026.

*

*

*