φιλοσοφία

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

Τεχνητή νοημοσύνη, λάθη και δημιουργία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η κρισιμότητα της μάθησης

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα της εποχής μας και μοιάζει ως η κατεξοχήν δύναμη ικανή να αλλάξει την καθημερινότητά μας τα επόμενα  χρόνια. Μετά την επανάσταση του διαδικτύου και τις εφαρμογές που γέννησε, από το ηλεκτρονικό εμπόριο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα, η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μοιάζει ακριβώς η φυσική συνέχεια της επανάστασης αυτής: μπορεί να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό τον ωκεανό πληροφορίας που έχει συγκεντρωθεί στο διαδίκτυο και τις εφαρμογές που προαναφέρθηκαν. Διανύουμε πλέον την περίοδο της παραγωγικής ΤΝ κατά την οποία  μπορούν να παραχθούν κείμενο, ήχος και εικόνα (και όχι μόνο να αναγνωριστούν, όπως συνέβαινε σε προγενέστερα μοντέλα ΤΝ όπως τα νευρωνικά δίκτυα), ανάλογα με το τι ζητάει ο καθένας μας.

Τι το ιδιαίτερο έχει η τεχνητή νοημοσύνη σε σχέση με άλλα υπολογιστικά μοντέλα; Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μιμούνται κατά τον πλησιέστερο τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, σε σχέση με διαδικαστικά (procedural) υπολογιστικά μοντέλα. Αποτελούνται από κατανεμημένες υπολογιστικές μονάδες που λειτουργούν παράλληλα, και αλληλοσυνδέονται ώστε να είναι δυνατή η μεταξύ τους επιθυμητή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, έχουν την ικανότητα της μάθησης: μαθαίνουν με βάση περιστατικά στα οποία εκτίθενται, χωρίς έναν εκ των προτέρων αλγόριθμο σαφώς διατυπωμένο, συχνά με τακτικές δοκιμής και λάθους (trial and error). Κάτι που θυμίζει το πώς μαθαίνει ο άνθρωπος από την εμπειρία του: εξού και ο όρος «τεχνητή» νοημοσύνη. Μοιάζει να διαθέτουν μια ικανότητα  αυτο-οργάνωσης και μία δυναμική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους (με ότι τα τροφοδοτεί με ‘παραστάσεις’/ πληροφορίες), φέροντας εις πέρας εργασίες χωρίς προηγουμένως να απαιτείται  ο σαφής καθορισμός κανόνων: η λειτουργία τους  είναι ευρετική και όχι διαδικαστική (heuristic vs. procedural). Κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να συλλάβουν και την μη προτασιακή ή έμμεση γνώση (όπως, για παράδειγμα, εκείνη που αντανακλάται σε μια πρακτική δεξιότητα) .

Λάθη, μνήμη και οι άκαμπτοι κανόνες

Το γεγονός ότι τα μοντέλα ΤΝ προσαρμόζονται στο εκάστοτε περιβάλλον και τα περιστατικά με τα οποία τα τροφοδοτεί, ότι μαθαίνουν και θυμούνται -όπως και ο άνθρωπος-, ρυθμίζοντας ανάλογα τη λειτουργία τους, δημιουργεί μια παρανόηση: ότι δεν έχουν ένα σκληρό πυρήνα κανόνων στη λειτουργία τους. Κατά βάση, ένα μοντέλο ΤΝ καλείται να επιλύσει ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης: θα πρέπει να βελτιστοποιήσει (να ελαχιστοποιήσει ή να μεγιστοποιήσει) μία μετρική σχέση ή μία συνάρτηση. Ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης έχει τη γενική μορφή «μεγιστοποίησε (ή ελαχιστοπoίησε) την   f(x), υπό τους περιορισμούς   gi(x), i=1,…, n»,  όπου η συνάρτηση f(x) πρέπει να συλλαμβάνει ουσιωδώς το εκάστοτε πρόβλημα και η ακριβής διατύπωσή της μπορεί να είναι συχνά αρκετά επίπονη. Επίσης, ένα λάθος σε αυτήν είναι καθοριστικό για τη φύση των αποτελεσμάτων που αργότερα θα μας δώσει η ΤΝ. Αυτή η συνάρτηση δίνεται εξ αρχής στο μοντέλο ΤΝ και δεν αλλάζει ούτε κατά την περίοδο μάθησης ούτε κατά την περίοδο εφαρμογής. Επιπρόσθετα, ένα νευρωνικό δίκτυο (το οποίο είναι στον πυρήνα των σύγχρονων μοντέλων ΤΝ) αποτυπώνεται από ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων με συγκεκριμένες σταθερές, και τούτο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη και αμετάβλητη καμπύλη ενέργειας, με συγκεκριμένες συνθήκες ευστάθειας, ενεργειακού ελάχιστου και αποφυγής  χαώδους λειτουργίας, δηλαδή όταν ένα σύστημα «κρεμάει» κατά τη διάλεκτο των προγραμματιστών (περισσότερα…)

«Πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή»: Απάντηση του Γ. Κακολύρη και ανταπάντηση του Π. Γκόνη

*

Από τον κ. Γεράσιμο Κακολύρη λάβαμε το απαντητικό γράμμα που δημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω μαζί με την ανταπάντηση του κ. Παναγιώτη Γκόνη, υπ’ όψιν του οποίου το θέσαμε.

~.~

Προς Νέον Πλανόδιον,

Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο του περιοδικού δύο επιστολές του κ. Παναγιώτου Γκόνη, στις οποίες διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δύο άρθρα μου συνιστούν προϊόν λογοκλοπής. Η πρώτη αφορά κείμενό μου για τη σχέση Σαρτρ και Ντερριντά και η δεύτερη άρθρο μου σχετικά με την ανάγνωση του Δοκιμίου περί της καταγωγής των γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά.

Δεν θα επεκταθώ στο πρώτο κείμενο, δεδομένου ότι βασιζόταν σε υλικό πανεπιστημιακών παραδόσεων, χωρίς να δοθεί η δέουσα προσοχή κατά τη συγγραφή του. Θα επικεντρωθώ, αντιθέτως, στο άρθρο μου «Παραποιώντας το κείμενο: Η αποδομητική ανάγνωση του Δοκιμίου για την Καταγωγή των Γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά» από το 2002. Στο αρχικό του μέρος υπήρξαν όντως ατέλειες ως προς τον τρόπο παράθεσης και τεκμηρίωσης ορισμένων σημείων, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν αποφευχθεί με μεγαλύτερη επιμέλεια. Έτσι, στην αγγλική έκδοση του άρθρου το 2015, τα αμφιλεγόμενα αποσπάσματα δεν υφίστανται πλέον, πλην δύο περιπτώσεων που μου διέφυγαν. (περισσότερα…)

O φιλοσοφικός στοχασμός ως αισθητική παιδεία και τέχνη του ευ ζην

*

του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

ὅτι οὐ τὸ ζῆν περὶ πλείστου ποιητέον ἀλλὰ τὸ εὖ ζῆν  [1]

Σε μια εποχή που η κριτική σκέψη βρίσκεται σε κρίση μέσα στον κυκεώνα των ψηφιακών πληροφοριών, η Φιλοσοφία, τίμιε αναγνώστη μου, επιμένει να είναι ένας αέναος βαθύς συλλογισμός πάνω στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξής μας. Σημαίνει ότι προσλαμβάνουμε τα άμεσα δεδομένα της αισθητικής μας εμπειρίας κατά τρόπο που τα κρίνουμε ανάγοντάς τα στη σφαίρα της προβληματικής που τους αξίζει. Φιλοσοφώντας αντιμετωπίζουμε το βίο μου ως ένα ζητούμενο που προβάλλεται ενώπιον μας μέσα στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Το φιλοσοφικό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στα ερωτήματα και είναι το λογικό απότοκο μιας διάθεσης ενδελεχών ερευνών και το αναγκαίο αλλά ανεπαρκές καύσιμο της πνευματικής διαδρομής. Ανεπαρκές επειδή πρέπει να θέσουμε τα ερωτήματα ορθά, δηλαδή με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να λειτουργούν ως χαραμάδες, ώστε να μπορούμε να δούμε κάπου αλλού. Ως ανοίγματα προς το φως, φτιάχνοντας παράθυρα εκεί που δεν φαίνεται παρά τοίχος. Χρειάζεται μια δοκιμασμένη λογική μέθοδος από τους έμπειρους φιλοσόφους της ιστορίας του πνεύματος. Να ενσκήψουμε στις πηγές της αποταμιευμένης γνώσης. Χωρίς την ορθά διατυπωμένη ερώτηση δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί ένα γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα. Η ερώτηση λειτουργεί ως φορέας του προβληματισμού και τότε μόνο μπορεί να πραγματωθεί το μεγάλο στοίχημα της παραίτησης από όλα τα δεδομένα τα οποία θα καταφέρουμε να κρίνουμε ως ένα σύνολο προκατειλημμένων θέσεων. Αυτά με μια κίνηση ριζικής ανατροπής, τα εξοβελίζουμε. Η συνείδηση ανακαινίζεται μεταβάλλοντας όλη την ύπαρξη. Μια κάθαρση των ανώφελων «ιδεών». Ο κινητήριος μοχλός λοιπόν θα είναι το γνησίως ορθό φιλοσοφικό ερώτημα, ανοίγοντάς μας σε μια νέα μορφή αναδιαμορφωμένης κοινωνικής ύπαρξης. Ριζική αναθεώρηση.

Παιδιόθεν οι γονείς και οι δάσκαλοι χάραξαν στην κοινωνική αντίληψή μας ένα είδος πρόσληψης της εμπειρίας κρατώντας την υποκειμενική μας κρίση δέσμια και συρρικνώνοντας ή εξαλείφοντάς την. Ονομάζεται  προκατάληψη και τρέφεται από τη μισαλλοδοξία, καθιστώντας την υποκειμενική μας κρίση ανίκανη να συλλογιστεί ερευνώντας τόσο τα καθημερινά γεγονότα όσο τα διαχρονικά ζητήματα της αδιαλείπτως στοχαστικής διάνοιας, τα οποία διψούν όχι τόσο για απαντήσεις όσο για νέα ερωτήματα. Οι προκαταλήψεις ως απατηλές ιδέες φαίνεται να συνθέτουν το συνηθισμένο εαυτό μας που οι άλλοι, ως μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνία, ανεξάρτητη από την βούλησή μας, έχουν καθορίσει τις δικές μας προσλαμβάνουσες προσδιορίζοντας τις ηθικές και αισθητικές μας πράξεις. Συγκρουόμαστε λοιπόν δημιουργικά με τον προκατειλημμένο εαυτό μας. Αυτο-σκηνοθετούμε την ζωή μας ως ρέκτες της υπέρβασης των ορίων και της δοκιμασίας των πνευματικών αντοχών μας. (περισσότερα…)

Ἡ παρουσία τοῦ Ζάκ Ντερριντά καί ἡ ἀπουσία τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~ 

Εἰσαγωγή

Ντερριντά καί Κονδύλης. Καί οἱ δύο ὑποβάλλουν σέ αὐστηρό ἔλεγχο τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο, μοναδικό στό εἶδος του, πού τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος καί χάρις στό ὁποῖο διαρρύθμισε τήν ἀχανῆ ποικιλία τῶν ἀνθρώπινων ἐκδηλώσεων ὑπάγοντάς τες καθησυχαστικά σέ λίγες παραδεγμένες ἀρχές. Ὁ ἕνας, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ὀπισθοχωρεῖ μέχρι τή διαφωρά, ὁ ἄλλος, ἀφανής καί σκιώδης, διακοσμητικό (;) πρόσωπο σέ ὅλες τίς κεφαλαιώδεις σκηνοθετημένες σημασίες, σχεδόν ἀνώνυμος, εἰσόρμησε στόν διευθετημένο μας κόσμο διασπείροντας ἀνηλεῶς τίς κακές εἰδήσεις του. Πιάνουν τά δυό ἄκρα. Τό εὕρημα τοῦ ἑνός εἶναι γιά τόν ἄλλον ὁριστικός ἀποχαιρετισμός. Ὡστόσο καί οἱ δύο, ὁ ἕνας πρός στιγμήν καί ὁ ἄλλος μόνιμα, συμφώνησαν χωρίς νά φιλιώσουν σέ κάτι: τοῦτος ὁ κόσμος πού ζοῦμε, δέν φυλάσσεται… «Τίποτα δέν συνέβη πρίν ἀπό τό δευτερεῦον». Ἡ ἐν λόγῳ ντερρινταϊκή βραχυλογία θίγει τό οὐσιῶδες μέρος τῆς ὑποθέσεως. Δέν προηγήθηκε καμιά πληρότητα παρουσίας πρίν ἀπό τήν ἔλλειψη. Τό παρόν δέν εἶναι ποτέ πλήρως παρόν, γι’ αὐτό καί εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐπανιδιοποίηση ἐκείνου πού ἡ παρουσία στέρησε. Καμιά παρουσία, ἀληθῶς καί πρωτοτύπως, δέν προηγήθηκε∙ καμιά ἐξοχότητα δέν προπορεύτηκε∙ «πάντα ὅμως τήν ὀνειρεύτηκαν καί πάντα τήν ἀναδιπλασίασαν», τήν παρήγαγαν ἐξαλείφοντας τή διαφορά. Ἄν τωόντι κάτι συνέβη πρίν τό δευτερεῦον, τότε θά μποροῦσε κανείς –λ.χ. ὁ Σάφτσμπουρυ ἤ o Χάτσεσον– νά ὑποστηρίξει τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς πρός τήν καλοσύνη. Νά δεῖ τόν κόσμο μέ ἄλλα μάτια. Καί ἀντίστροφα: νά θεμελιώσει ἀδιεκδίκητα καί ὁμόφωνα τήν ἠθική ἀξιολόγηση στήν προσαγωγή τοῦ ζῶντος κόσμου σέ αὐτό πού ὄντως τοῦ συνέβη. Στόν Θεό, στή Φύση, στήν Τάξη, στήν Ἰδέα, στό Λόγο ἤ στήν Ἱστορία.

Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ πρωτεύοντος κόσμου στομφάζουν ἀδιάκοπα, ἐπειδή πρέπει νά ἀσφαλίσουν τίς κινήσεις τοῦ δευτερεύοντος κόσμου. Νά κλειδώσουν τό ἀπρονόητο σέ οὐρανοκατέβατες πολιτεῖες. Ἄς πάρουμε στήν τύχη τήν «Τάξη»: Ἡ πίστη στήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό καλό προϋποθέτει τήν ὕπαρξη μιᾶς προνοιακῆς τάξης. Ἕνα καλοῆθες σκοπούμενο διοργανώνει λάθρα τόν κόσμο κατασταίνοντας τόν ἄνθρωπο ὑπηρέτη του. Ὁ Ντερριντά, ἀπολύοντας ἕνα δευτερεῦον χωρίς πρωτεῦον, θραύει the great chain of Being. Δέν συνάπτει τή σωτηρία μέ κανένα ἀξίωμα ἤ ὑπούργημα. Ὡστόσο, ὡς γνήσιος μεταφυσικός, ἐλαύνεται ἀπό θεμελιωτικές ἐπί τῆς πορείας τοῦ κόσμου φιλοδοξίες: τό δευτερεῦον, λυτό, χωρίς πρωτότυπο, ἐρημικό θνητό στόν κόσμο, δέν θά τό ἀφήσει ἐν τέλει ἔρμο καί ἀπόξενο – ἂν καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκριβῶς εἶναι. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Κονδύλη θά διαφύγει τή σύλληψη, καθώς θά τοῦ ἐπιφυλάξει θερμή ἐντός τῆς φιλοσοφίας ὑποδοχή καί θά τό κατευοδώσει μέ ἕνα σωρό σπάνιας καλοσύνης λέξεις, σχεδιασμένες στό φιλοσοφικό ἐργαστήριο, παντελῶς ἀδέσμευτες ἀπό τό βάρος τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί χωρίς καμιά ἐμπειρική ἰσχύ. Καταλήγει νά γίνει ἕνας σωτηριώδης καί ὠφέλιμος φιλόσοφος.

Θεωρητικά, Κονδύλης καί Ντερριντά θά μποροῦσαν νά εἶχαν συναντηθεῖ γιά μιά στιγμή, ἄν ἀποκόπταμε ἀπό τό ἔργο τοῦ Ντερριντά τά γεροντικά μεσσιανικά κείμενα (ποιός θά ἔκανε, ὅμως, κάτι τέτοιο;) καθώς καί αὐτές τίς προστάτιδες ἀπό τό κονδυλικό κακό «ἀρχι-έννοιες» (ἀρχι-ίχνος, ἀρχι-βία κτλ.), ἄν, δηλαδή, τόν στενεύαμε στό μισό κείμενο τοῦ 1967 – annus mirabilis μιᾶς ὁρισμένης, μεγαλώνυμης, γαλλικῆς διανόησης, ἡ ἐναντιωματική πρόθεση τῆς ὁποίας ἄσκησε σέ ὅσους ἐνασμενίζονταν σέ νεαρή ἡλικία τόν ἀρνητισμό ἀπαράμιλλη γοητεία. Μιά τέτοια θεωρητική στιγμή παρώθησε ἐν μέρει τίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν. (περισσότερα…)

Ανάγκες, αντιστάσεις και οι πηγές τους

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η ταυτότητα ενός προσώπου ριζώνει σε έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, και σχηματίζεται από τη ζύμωση με αξίες και μια συναισθηματική ώθηση προς ό,τι το εν λόγω πρόσωπο θεωρεί ως συγκροτητικό του χαρακτηριστικό. Συγκροτητικά χαρακτηριστικά ενός προσώπου είναι οι ισχυρές του ανάγκες. Τέτοιες ανάγκες υπαγορεύει, για παράδειγμα, μια έμφυτη ροπή, όπως η επιδίωξη της απόλαυσης ή της ελευθερίας. Ανάγκες σχηματίζονται και από τις αξίες σε έναν κοινωνικό σχηματισμό, όπως αξία της ευημερίας ή της δικαιοσύνης. Τόσο οι έμφυτες ροπές (ως αυταξίες) όσο και οι αξίες που μας έχουν διαμορφώσει σε κοινωνικό σχηματισμό, γίνονται φανερές στις ανάγκες μας: τόσο στις ορμές που έχουμε, όσο και στις αντιστάσεις που προβάλουμε. Οι ανάγκες αποκαλύπτονται σε όσα πράττουμε, αλλά και σε όσα δεν πράττουμε. Ένα παράτολμο βήμα στο πέρασμα του Γιόσου, ανεβαίνοντας τον Όλυμπο, συναντά αντιστάσεις λόγω της έμφυτης ροπής για αυτοσυντήρηση (ισοδύναμα, για αποφυγή πόνου). Ανάλογα με το οικοσύστημα των αξιών του, ένα πρόσωπο συναντά αντιστάσεις στο να διακινήσει ναρκωτικά.

Οι ανάγκες μας, είτε διαμορφώνουν ορμές, ενίοτε ικανές να καταλύσουν δεσμούς, είτε μας προκαλούν αντιστάσεις, σαν ένα εσωτερικευμένο ‘πρέπει’ στη συμπεριφορά μας. Άλλες ανάγκες είναι ισχυρές και γνήσιες μέσα μας, άλλες επίπλαστες. Γι’ αυτό και κάθε αίτημα πληρότητας, συνυφαίνεται με ένα αίτημα αυτογνωσίας και ξεκαθαρίσματος των αναγκών μας. Για να γίνει ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, χρήσιμο είναι να αναρωτηθούμε πως σχηματίζονται οι ανάγκες μας, ποιες είναι οι πηγές τους. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τέσσερεις πηγές που γεμίζουν την κοίτη των αναγκών μας στην ανθρώπινη περιπέτεια: α) η βιολογική μας συγκρότηση β) η ιστορικότητα των αξιών ενός πολιτισμού, γ) οι πρακτικές που συμμετέχουμε στο εδώ και τώρα ενός κοινωνικού σχηματισμού, δ) η συναισθηματική ιδιαιτερότητα ενός μεμονωμένου προσώπου. (περισσότερα…)

Ο ανοιχτός ρεαλισμός του Ευτύχη Μπιτσάκη

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Με τον πρόσφατο θάνατο του Ευτύχη Μπιτσάκη, ομότιμου καθηγητή της φιλοσοφίας, συγγραφέα και εκδότη των περιοδικών Σύγχρονα Θέματα και Ουτοπία, γνωστών στους Έλληνες στοχαστές και λάτρεις της φιλοσοφίας, δημοσιεύθηκαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τιμητικά σημειώματα που εξήραν τον αγωνιστή διανοούμενο για τη γενναιότητα του φρονήματός του και τη δράση του για έναν καλύτερο κόσμο, για την οποία χρειάστηκε να θυσιάσει όχι λίγα από τα πιο γόνιμα χρόνια του σε φυλακές και εξορίες. Το παρόν κείμενο είναι τροποποιημένη βιβλιοκρισία μου δημοσιευμένη το 1999 στα Νέα του Σαββάτου για ένα βιβλίο που είχε εκδώσει ο Ευτύχης Μπιτσάκης την ίδια εκείνη χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ με την ελπίδα να αποτελέσει έναυσμα ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστή η ουσιαστική συμβολή του συγγραφέα στο πεδίο της φιλοσοφικής εννοιολογίας αλλά και των προοδευτικών ιδεών, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατοι οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί αγώνες. — ΑΔ

///

Ένας νέος ανοιχτός ρεαλισμός

Όσοι δυσφορούν με την αποθέωση που γνώρισε ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία, αλλά και ο θετικισμός στην επιστήμη ή στη φιλοσοφία, ξέρουν ότι η γνώση που παράγουν η επιστήμη, η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη σκέψη/γλώσσα και στην πραγματικότητα που είναι το αντικείμενο έρευνας με σκοπό την εξήγηση, την διαύγαση και την κατανόηση σε αυτά τα πεδία.

Αυτή η βασική αλληλεπίδραση σκέψης/γλώσσας και πραγματικότητας δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τις εμβαθύνσεις των φιλοσόφων αλλά και των επιστημόνων που φιλοσοφούν για να προχωρήσουν την έρευνα σε βάθος.

Το βιβλίο του φυσικού και φιλοσόφου Ευτυχή Μπιτσάκη Ο νέος επιστημονικός ρεαλισμός: Φιλοσοφικές διερευνήσεις στο χώρο της μικροφυσικής (Gutenberg, 1999, σ. 315), μετάφραση του γαλλόφωνου δικού του πονήματος  Le nouveau réalisme scientifique (1997) και συνέχεια του σημαντικού έργου του Les fondements conceptuels de la microphysique (1987) είναι καρπός τέτοιων εμβαθύνσεων.

Στο βιβλίο αυτό που πρωτοεκδόθηκε με πρόλογο του καθηγητή του College de France και ακαδημαϊκού J. C. Pecker, και στη συνέχεια στα ιταλικά, με πρόλογο του καθηγητή Μ. Castellana, ο συγγραφέας ακολουθώντας μια φιλοσοφική παράδοση που εκτείνεται από τους προσωκρατικούς και τον Αριστοτέλη έως τον Χέγκελ και τον Μπασελάρ εμβαθύνει στα προβλήματα που εγείρει ο φυσικός μικρόκοσμος με τις τεράστιες αντικειμενικές δυναμικότητες που κρύβει μέσα του. Αποτέλεσμα είναι ένας ανοιχτός ρεαλισμός που εκφράζει μια δυναμική αντίληψη της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας στην αλληλόδρασή τους. (περισσότερα…)

Πέτρος Ράμους, Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

ΠΕΤΡΟΣ ΡΑΜΟΥΣ

Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης

[ 2/2  ]

Ας επικεντρωθούμε τώρα στο κύρος και στη μέθοδο του Γαληνού και ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τη διδασκαλία ενός τόσο σημαντικού άνδρα. Διότι από όλους τους σχολιαστές του Αριστοτέλη για τους οποίους μίλησα στο πρώτο βιβλίο, κανείς δεν υπερέχει, κατά τη γνώμη μου, του Γαληνού. Του αρμόζουν ύψιστοι έπαινοι. Το πνεύμα του είναι μοναδικό. Η δε ευγλωττία του, παρόλο που φαντάζει νεανική και υπέρ το δέον ‘ασιατική’ και παρατραβηγμένη, για εκείνους, πάντως, που έχουν να διαθέσουν τον χρόνο, δεν αποδεικνύεται δυσάρεστη. Η ενδελέχειά του στη συγγραφή είναι μοναδική, μα, πάνω από όλα -και αυτό το τιμώ απεριόριστα- τη φιλοσοφική του στάση διακρίνει ένας πηγαίος και αχειραγώγητος ζήλος: προτάσσει τον σκοπό των πραγμάτων, διακρίνει μεταξύ της χρηστικότητας των τεχνών καθώς και της τελικής ευχαρίστησης και αλήθειας προς την οποία συντείνουν. Ακολουθώντας τη γραμμή μιας επιχειρηματολογίας, όχι μόνον θα συστήσει θερμά αυτό που βρίσκεται σε συμφωνία με την αρετή, μα, πιστός στην ίδια επιχειρηματολογία, θα ασκήσει δριμεία κριτική και σε ό,τι συνδέεται με μια ροπή προς το σφάλμα. Θέτει στο στόχαστρό του προηγούμενούς του φιλοσόφους που πίστεψαν προπετώς πολλές θεωρίες και φαντασιοκοπίες τις οποίες είχαν απλώς διαβάσει ή ακούσει. Τούτοι δεν μπήκαν στον κόπο να εξετάσουν εάν όσα διάβαζαν ή άκουγαν είναι αληθή, ούτε τα αντιπαρέβαλαν με κριτήρια της αλήθειας όπως η αίσθηση και η εμπειρία.

Ωστόσο, παρόλο που υπήρξε τόσο σημαντικός φιλόσοφος σε τόσα πράγματα, πρέπει να εξετάσουμε τι δίδαξε ο Γαληνός ως προς τη μέθοδο. Διότι κάνει ενίοτε λόγο για μέθοδο, άλλοτε για θεωρία -όπως ο Σιμπλίκιος- και άλλοτε για διδασκαλία σχετικά με την τάξη. Ας επικεντρωθούμε στην ουσία και όχι στην ορολογία που χρησιμοποιεί. Πιστεύω, λοιπόν, ότι, από τη στιγμή που βρει κανείς την ύλη μιας ολόκληρης τέχνης -τους ορισμούς, τους κανόνες, τις διαιρέσεις της-, έχουν δε αποκρυσταλλωθεί όλες οι βασικές παραδοχές και έχει κριθεί ποια ακριβώς είναι η ύλη αυτής της τέχνης, η επιστημονική και έντεχνη διάταξη αυτής της ύλης μπορεί να επιτευχθεί με έναν και μόνον τρόπο: ξεκινώντας από εκείνα που είναι πρότερα και γνωριμότερα κατά τη φύση. Με την άδειά σου, εγώ αυτό το αποκαλώ ‘μέθοδο’. Εάν τώρα εσύ, θεωρώντας ότι ως προς τον όρο ‘μέθοδος’ αλλά και ως προς τον ορισμό του, επιθυμείς να παρουσιάσεις τον Γαληνό ως αντίπαλό μου, τονίζοντας ότι τούτος εισήγαγε ποικίλους τρόπους διάταξης μιας τέχνης, εγώ ξεκάθαρα το αρνούμαι. Για να αποφύγουμε όμως μια διαφωνία που θα στρέφεται απλώς γύρω από τον όρο, θεωρώντας ότι ο Γαληνός μπορεί να εννοούσε κάτι διαφορετικό από αυτό που εννοούμε εμείς, επίτρεψέ μου να προσδιορίσω το θεμέλιο της αντιπαράθεσης. Εσύ επικαλείσαι την αυθεντία του Γαληνού· εγώ θα επικεντρωθώ στη βάση της διαφωνίας.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς, κατά τη γνώμη σου, ορίζει ο Γαληνός τι είναι ‘μέθοδος’: «εγώ ισχυρίζομαι», λέει, «ότι θα είσαι σε θέση να βρεις την αλήθεια των υπό διερεύνηση πραγμάτων εάν πρώτα αναγνωρίσεις την αρχή του δρόμου που οδηγεί σε αυτήν· γιατί αν χάσεις την αρχή, θα περιπέσεις σε πολλά λογικά σφάλματα. Με τα ίδια δε κριτήρια με τα οποία βρήκες την αρχή, θα βρεις το δεύτερο και το τρίτο έρεισμα, καθώς και όλα όσα έπονται»[1]. Τη μέθοδο που εξηγώ εδώ, φαίνεται, λοιπόν, να περιέγραψε ο Γαληνός στο ξεκίνημα του ένατου βιβλίου του Περί των Ιπποκράτους και Πλάτωνος δογμάτων. Ο ίδιος ορισμός επαναλαμβάνεται λίγο αργότερα στο ίδιο βιβλίο, εκεί όπου αναφέρεται η παρατήρηση του Ιπποκράτη πως για να κατανοηθεί τι χαρακτηρίζει το πρόσωπο ενός ανθρώπου που νοσεί, πρέπει αυτό να αντιπαραβληθεί με το πρόσωπο ενός ανθρώπου υγιούς. Σημειώνει, λοιπόν, ο Γαληνός: (περισσότερα…)

Πέτρος Ράμους, Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Για να κατανοήσει κανείς την ιδεοϊστορική σπουδαιότητα της επεξεργασίας της έννοιας της μεθόδου από τον Πέτρο Ράμους (1515-1572) πρέπει να παραμερίσει πρώτα τον δημοφιλή εκείνο μύθο που θέλει τον Ντεκάρτ να εγκαινιάζει τάχα μία νέα εποχή στη φιλοσοφία πραγματευόμενος πρώτος και διεξοδικά την έννοια αυτή. Ο όρος μέθοδος εισάγεται στη φιλοσοφία ήδη από τον Πλάτωνα και συνδέεται πρωτίστως με τη θεμελίωση της διαλεκτικής· απαντά δε έκτοτε ευρέως τόσο στη φιλοσοφική παράδοση όσο και σε άλλες επιστήμες, έως τη βαθιά ύστερη αρχαιότητα. Ο όρος σήμαινε, όπως σε κάποιο βαθμό και σήμερα, τον «έντεχνο», δηλαδή τον συστηματικό, εγνωσμένο, έλλογο τρόπο προσέγγισης ενός ζητήματος (ή ενός συνόλου ζητημάτων), καθώς επίσης και τη σύνοψη ή τη βράχυνση των διαφόρων δρόμων ή οδηγιών για τη διαπίστωση του αληθούς και την άφιξη στον ποθητό γνωστικό προορισμό. Πολύ πιο σπάνια σηματοδοτούσε τον τρόπο οργάνωσης ενός ολόκληρου κλάδου του επιστητού. Η συζήτηση περί μεθόδου κορυφώνεται στον Γαληνό (129-περ.216), ο οποίος χρησιμοποιεί τον όρο πάνω από πεντακόσιες φορές, ενώ απασχολεί έντονα και όλους σχεδόν τους συγγραφείς της φιλοσοφικής σχολιαστικής παράδοσης. Στη Δύση, πρώτος ο Βοήθιος εισκομίζει τον όρο methodus, έναν όρο ο οποίος, παρόλο που δεν υιοθετείται στις μεσαιωνικές λατινικές μεταφράσεις του Αριστοτέλη, αξιοποιείται ευρέως στη σχολαστική γραμματεία.

Αναφέραμε ήδη ότι ο όρος συνδέθηκε πρωτίστως με την τέχνη της διαλεκτικής. Στο πρώτο βιβλίο των Τοπικών ο Αριστοτέλης γράφει χαρακτηριστικά: «τοῦτο δ’ ἴδιον ἢ μάλιστα οἰκεῖον τῆς διαλεκτικῆς ἐστιν· ἐξεταστικὴ γὰρ οὖσα πρὸς τὰς ἁπασῶν τῶν μεθόδων ἀρχὰς ὁδὸν ἔχει»[1]. Στη μέση και ύστερη σχολαστική περίοδο, η διαλεκτική (ως Λογική) θεωρείται, πράγματι, η «τέχνη των τεχνών» (ars artium), η «επιστήμη των επιστημών» (scientia scientiarum), καθώς μπορεί να αξιοποιηθεί για να εξετάσει τις βάσεις των «μεθόδων» όλων των υπολοίπων επιστημών. Στον μεσαιωνικό νου, βέβαια, το πρόσημο παραμένει αυτονόητα αριστοτελικό, και οποιαδήποτε συζήτηση περί μεθόδου δεν αξιοποιείται σθεναρά προς χάριν μιας διακριτής ή σημαίνουσας ανακατεύθυνσης της θεμελίωσης ή του περιεχομένου της φιλοσοφικής σκέψης. Όταν, όμως, οι ανθρωπιστές του 15ου αιώνα, με πρωτεργάτη τον Λορέντσο Βάλλα (περ. 1407-1457), ρίχνονται στη μάχη της αναβάθμισης της ρητορικής σε κορωνίδα των τεχνών, και παρόλο που αποφεύγουν αρχικά ως σχολαστικό και εξεζητημένο τον όρο methodus, επεκτείνουν αποφασιστικά το περικείμενο της σχετικής συζήτησης ως εξής: για να αποκαθηλωθεί η διαλεκτική, πρέπει να αποδειχθεί ότι η ρητορική παρέχει μια ασφαλέστερη βάση θεμελίωσης των τεχνών από την αντίπαλό της. Με άλλα λόγια, η ρητορική πρέπει να αναδειχθεί σε τελική εγγυήτρια για τον εξής απλό λόγο: εκείνη κομίζει ακριβώς αυτό που κατά βάθος απαιτείται, δηλαδή, μια ανεκζήτητη, ταχυβάδιστη, ορθή πορεία (processus, via, ratio) αρτίωσης και διδασκαλίας των τεχνών. Τη σπερματική ιδέα του Βάλλα αναπτύσσουν ο Ρούντολφ Αγκρίκολα (1444-1485) και ο Γιοχάννες Στουρμ (1507-1589), με το έργο των οποίων είναι εμφανώς εξοικειωμένος και ο Πέτρος Ράμους (1515-1572). Περί το 1540 δε, το ζήτημα της μεθόδου (ο ορισμός της, η σπουδαιότητά της, ο αποδεκτός αριθμός έγκυρων «μεθόδων», η ακριβής λειτουργία που μια μέθοδος επιτελεί κ.ά.) έχει ήδη ανασκαλευτεί αισθητά ανά την Ευρώπη, εξέλιξη η οποία συνδέεται επίσης με την εκδοτική και πνευματική δραστηριότητα της εποχής -ενδεικτικά και μόνον: διάχυση του πλατωνισμού, εμφάνιση του προτεσταντισμού, επανεξέταση των θεμελίων της παιδαγωγικής, δημοτικότητα της αντισχολαστικής διαλεκτικής γραμματείας, εκδόσεις του γαληνικού corpus,  εκδόσεις της ελληνικής σχολιαστικής παράδοσης κ.ά.

(περισσότερα…)

Έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Στο έδαφος της διαδρομής μας έχουν τη ρίζα τους έμφυτες ροπές, οι δυνατότητες με τις οποίες γεννιόμαστε. Σκόπιμο είναι να διαφοροποιηθούν έμφυτες ροπές, όπως για παράδειγμα το να κοιμάμαι, να περπατάω με τα δύο πόδια ή το να μεγαλώνουν τα μαλλιά μου, από εκείνες της επιδίωξης ισχύος ή της απόλαυσης διά των αισθήσεων. Οι τελευταίες παίζουν ρόλο σε επιλογές κι αποφάσεις προσανατολισμού, και υπό αυτή την έννοια έχουν ηθική βαρύτητα. Η ικανοποίηση τέτοιων έμφυτων ροπών έχει κεντρικό ρόλο στην επιδίωξη της πληρότητας για έναν άνθρωπο, ανάλογα με το εκάστοτε κράμα των ροπών που ο ίδιος περιέχει, με τις εκάστοτε διαφορές στην ένταση και τη σταθερότητα μιας ροπής, ή ακόμα και στο πώς αυτή εκδηλώνεται.

Έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα είναι η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η θέληση για ισχύ, το να δίνεις και να δέχεσαι φροντίδα (όντας θηλαστικό), η ομιλία μιας γλώσσας. Ως όψεις της ομιλίας μιας γλώσσας, αυτής της αδιάσπαστης ενότητας σκέψης και λόγου, γίνονται αντιληπτές εδώ τόσο η ελευθερία (ως δυνατότητα επιλογής) όσο και η δημιουργία (ως απόδοση μορφής). Κάθε πρόσωπο έχει τον δικό του χαρακτήρα, τη δική του κράση, το δικό του κράμα έμφυτων ροπών, σε διαφορετική ένταση και αναλογία. Οι έμφυτες ροπές δεν μένουν ανεπηρέαστες από την περιπέτεια της εμπειρίας. Για παράδειγμα, το τι προκαλεί απόλαυση και τι λύπη δέχεται την επίδραση της ροής του χρόνου κατά τη διαμόρφωση μιας ταυτότητας. Ένας τόπος που μου προκάλεσε ένα ευχάριστο αίσθημα μπορεί αργότερα να με αφήσει αδιάφορο. (περισσότερα…)