φιλοσοφία

«Είναι παρόμοια και διαφορετικά»: Για το “Γιατί κοιτάζουμε τα ζώα;” του Τζων Μπέρτζερ

του ΑΝΤΩΝΗ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Θα ξεκινήσω από μια φράση απατηλής απλότητας από το ομότιτλο δοκίμιο του Τζων Μπέρτζερ:

«Τα ζώα γεννιούνται, είναι νοήμονα όντα και πεθαίνουν. Ως προς αυτά ομοιάζουν με τον άνθρωπο. Στην επιφανειακή τους ανατομία (αν και λιγότερο σε ό,τι αφορά τη βαθύτερή τους ανατομία), στις συνήθειές τους, στον χρόνο τους, στις φυσικές τους ικανότητες διαφέρουν απ’ τον άνθρωπο. Είναι παρόμοια και διαφορετικά» (σελ. 23).

Στο πρωτότυπο κείμενο δεν υπάρχει δεύτερος όρος σύγκρισης. Ο Μπέρτζερ δεν λέει: «Είναι παρόμοια με μας και διαφορετικά από μας». Χρησιμοποιεί ένα πιο λακωνικό συντακτικό σχήμα: “They are both like and unlike”. Tο σχήμα αυτό είναι λιγότερο ανθρωποκεντρικό από και πιο αφηρημένο από το αναμενόμενο: εκφράζει την ιδέα ότι τα ζώα φέρουν τις ποιότητες της ομοιότητας και της διαφοράς—είναι φορείς αυτών των ποιοτήτων ως εννοιών. Η διάκριση από την πιο «κανονική» συντακτική εκδοχή έχει τη σημασία της: τα ζώα δεν διαφέρουν μόνο από τον άνθρωπο· διαφέρουν και μεταξύ τους. Και δεν διαφέρουν απλώς ως συνομοταξίες ή ομοταξίες. Δεν διακρίνονται απλώς σε σπονδυλωτά και ασπόνδυλα, θηλαστικά, πτηνά, ερπετά, ψάρια, έντομα, ή αμφίβια, ούτε απλώς σε συγγενικά γένη και είδη, ούτε απλώς σε «άγρια», εξημερωμένα, οικόσιτα ή ζώα συντροφιάς. Τα ζώα αποτελούν επίσης μοναδικότητες, και επειδή διαφέρουν και μεταξύ τους ακόμη και όταν ανήκουν στο ίδιο είδος, ομοιάζουν με τον άνθρωπο, που κι αυτός είναι παρόμοιος και διαφορετικός ως προς τους άλλους ανθρώπους και ακόμη και ως προς τον εαυτό του, αν το σκεφτεί κανείς.

Το πρώτο κείμενο του βιβλίου, η σύντομη «Ιστορία περί ποντικών», αφορά αυτό ακριβώς το θέμα: ακόμη και ένα τόσο ταπεινό ζώο όπως το ποντίκι των αγρών διαθέτει ατομική προσωπικότητα, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας καταγράφοντας τον εντελώς διαφορετικό τρόπο που κάθε παγιδευμένο ποντίκι στο σπίτι του αντιμετωπίζει τον τρόμο του εγκλεισμού και του ενδεχομένου του θανάτου, από τη μία πλευρά και την έκσταση της ελευθερίας, από την άλλη. Ο Μονταίνιος έγραφε, στην «Απολογία για τον Ρεϊμόν Σεμπόν» πως «υπάρχει μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα σε έναν δεδομένο άνθρωπο κι έναν άλλον από ό,τι ανάμεσα σ’ έναν δεδομένο άνθρωπο κι ένα δεδομένο ζώο».[1]  Με τον τρόπο αυτό εξέφραζε το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος να ορίσεις την ομοιότητα και τη διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο ζώο, αλλά πολλές, διαφορετικές και ακόμη και αμοιβαία συγκρουόμενες εκδοχές του ορίου που χωρίζει και συνδέει τις δύο κατηγορίες. Ο Ντεριντά θα έλεγε πως για τον λόγο αυτό, το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα καθίσταται «αβυσσαλέο».[2]

Στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του, ο Αριστοτέλης, όπως είναι γνωστό, όριζε τον άνθρωπο ως «φύσει πολιτικὸν ζῷον» και λίγο αργότερα ως ζῷον λόγον ἔχον: «λόγον δὲ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων».[3] Και στις δύο περιπτώσεις καθίσταται σαφές ότι ο άνθρωπος εντάσσεται στα ζώα και την ίδια στιγμή διαφοροποιείται από αυτά — είτε οριζόμενος ως ζώο που βρίσκει τη φυσική του αποστολή στην κοινωνία και την κοινωνική ζωή, είτε ως ζώο προικισμένο με λόγο. Από την άλλη, προβάλλουν αμέσως επιπλοκές: ο Αριστοτέλης παραδέχεται σχεδόν αμέσως ότι ο άνθρωπος δεν είναι το μόνο πολιτικό ζώο (υπάρχουν, παρατηρεί, οι μέλισσες και τα αγελαία ζώα). Συνεπώς, η διαφορά δεν είναι απόλυτη αλλά μάλλον συγκριτική: ο άνθρωπος είναι απλώς περισσότερο πολιτικό ζώο από τα άλλα ζώα. Μπορεί όμως να είναι και λιγότερο πολιτικό ζώον από τα άλλα, γιατί υπάρχει και ο φύσει ἄπολις άνθρωπος, ο «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιος».[4] Ούτε ο λόγος αποτελεί κάποιο αδιάβλητο κριτήριο: υπάρχει και ο άνθρωπος χωρίς λόγο και λογική, ἀνοσιώτατος και ἀγριότατος των ζώων.[5] Με λίγα λόγια: το ανθρώπινο ζώο καταφεύγει τόσο στην ομοιότητα όσο και στη διαφορά του από τα άλλα ζώα για να ορίσει τον εαυτό του, να μορφοποιήσει νοητικά αυτό που θεωρεί ότι του ανήκει ως ποιότητα και δικαίωμα. Αυτό σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί ποτέ να απολυτοποιήσει ούτε τη μία ούτε την άλλη: αν δεν μπορεί να συγκροτηθεί ως κάτι που δεν διαχωρίζεται από τα άλλα ζώα, δεν μπορεί να συγκροτηθεί ούτε ως κάτι απόλυτα διαφορετικό απ’ αυτά. Αν κυριαρχούσε η ομοιότητα, τότε θα κατέρρεε η συνείδηση της διαφοράς και συνεπώς η ίδια η διακριτική λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης· αν κυριαρχούσε η διαφορά, τότε ο άνθρωπος θα αυτοεξοριζόταν απόλυτα από τον φυσικό κόσμο και η σχέση του με αυτόν θα ήταν άγονα σολιψιστική. Όμως ούτε η ομοιότητα ούτε η διαφορά είναι σταθερές και μονοδιάστατες ποιότητες· αντίθετα, έχουν την τάση, κάθε φορά που τίθεται το ερώτημα της σχέσης ανθρώπου και ζώου στη σκέψη, να κινούνται ανεξέλεγκτα, να αλληλοϋπονομεύονται, να πολλαπλασιάζονται, ακόμη και να μετατρέπονται στα αντίθετά τους.

Η απλή λοιπόν πρόταση του Μπέρτζερ —«είναι παρόμοια και διαφορετικά»—παραπέμπει όχι απλώς σε μια σχέση αλλά πολύ βαθύτερα, στην ίδια τη δυνατότητα μιας σχέσης. Για τον Μπέρτζερ, αυτή η σχέση ενώνει και ταυτόχρονα χωρίζει δύο μέρη.  Αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν—περισσότερα, οπωσδήποτε, από τα 45.000 χρόνια στα οποία χρονολογούνται οι εικόνες των χοίρων στα σπήλαια της Ινδονησίας—οι άνθρωποι άρχισαν να διαπραγματεύονται συμβολικά την πολυπλοκότητα της σχέσης τους με τα ζώα γύρω τους: ο άνθρωπος δεν ήταν απλώς θηρευτής αλλά εν δυνάμει θήραμα και τα ζώα δεν ήταν απλώς έμβια όντα αλλά και εκφράσεις δυνάμεων ή ποιοτήτων που το ανθρώπινο ον στερούνταν και τις οποίες, κατά συνέπεια, αντιμετώπιζε με κάποιο δέος. Αργότερα, όταν άρχισε να εξημερώνει κάποια είδη θηλαστικών, ο άνθρωπος άρχισε να διακρίνει σ’ αυτά τροφούς, μέσα προστασίας από το κλίμα, συντρόφους στο κυνήγι, πολύτιμους οδηγούς σε μονοπάτια, σε πηγές πόσιμου νερού ή σε βρώσιμα φυτά, εικόνες δύναμης, ταχύτητας, επιδεξιότητας, αντοχής. (περισσότερα…)

Αυτό που φαίνεται, αυτό είναι – αλλά όχι ολόκληρο

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο κόσμος εντυπώνεται στις αισθήσεις μας και αποκτάμε μαζί του μια τριβή∙ αποκτάμε εμπειρία.  Οι εντυπώσεις συνιστούν μία πρώτη, ανεπεξέργαστη εμφάνιση όσων μας περιβάλλουν.  Δεν αποτελούν μία καταγραφή ψυχρής πληροφορίας: είναι δυνατό να συνυφαίνονται πρωτογενώς με αισθήματα.  Η εμπειρία ενός τόπου μπορεί να συνυφαίνεται με ένα αίσθημα θαυμασμού.

Αλλά η πραγματικότητα είναι όντως αυτή που βλέπω; Με άλλα λόγια, αυτό που μου εμφανίζεται, αυτό είναι; Αν όχι, τίθενται υπό αμφισβήτηση όσα βλέπω, καθώς και οι πεποιθήσεις μου γι’ αυτά. Εν τέλει, ποιά είναι τα όρια της γνώσης μας για την πραγματικότητά που μας περιβάλλει; Μήπως δεν μπορούμε ποτέ να τη γνωρίσουμε όπως είναι; Μήπως βρισκόμαστε μέσα σε ένα σκηνικό ανάλογο με εκείνο της ταινίας «Το σόου του Τρούμαν» (“The Truman show”, 1998); Δηλαδή σε ένα σκηνικό που εκλαμβάνουμε ως ατόφιο κόσμο, ενώ όλα γύρω μας είναι εντέλει έξωθεν σκηνοθετημένα;

Η απόκλιση εντύπωσης και πραγματικότητας συμβαίνει, όταν για παράδειγμα, οι συνθήκες παρατήρησης είναι ελλιπής, όπως οι συνθήκες φωτισμού, ή όταν είναι υπάρχει πρόβλημα στα μέσα παρατήρησης (μια ασθένεια σε κάποια εκ των αισθήσεων). Επιπλέον, η εδραιωμένη αντίληψη ότι κάτι δεν είναι αυτό που φαίνεται, οφείλεται και στο γεγονός ότι για να γίνει αντιληπτό αυτό το κάτι, δηλαδή προσιτό σε εμάς, διαποτίζεται εξαρχής από δυνάμεις της νόησής μας. Μήπως τότε τα αντικείμενα διαθλώνται στις νοητικές δυνάμεις όπως ακριβώς και στο νερό, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται παραμορφωμένα; Σε μία τέτοια περίπτωση θα ήμασταν καταδικασμένοι να προσανατολιζόμαστε στον κόσμο υπό  καθεστώς διαρκούς ζάλης. Μήπως λοιπόν στην εμπειρία μας δεν εντυπώνονται ατόφια τα αντικείμενα, δηλαδή όπως πραγματικά είναι, αλλά διαθλώμενα στη νόηση; Όχι, αν διακρίνουμε την εκδήλωση των δυνάμεων της νόησης σε ενεργητική (ή εκούσια) και παθητική (ή ακούσια). Αυτή τη διάκριση εισήγε ο Μακντάουελ (Νους και Κόσμος, 1992, απηχώντας το αριστοτελικό σχήμα δυνάμει/ενεργεία.

Παθητική και ενεργητική εκδήλωση της νόησης

Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν ενεργητικά όψεις του κόσμου υπό την έννοια ότι υπάρχει μια ανάληψη ευθύνης, μια εκούσια στάση έναντι του κόσμου, σχηματίζοντας κρίσεις και πεποιθήσεις γι’ αυτόν.  Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν παθητικά όψεις του κόσμου, υπό την έννοια ότι  το υποκείμενο δέχεται γεγονότα του κόσμου, χωρίς να έχει την ευθύνη μιας τέτοιας αποδοχής, δηλαδή χωρίς να διαμορφώνει ακόμα κρίσεις ή πεποιθήσεις για ό,τι αισθάνεται· απλά αφήνεται ακούσια στα γεγονότα του κόσμου, παρασύρεται στη δίνη τους.

Καθώς λοιπόν βλέπω ένα αντικείμενο, εντυπώνεται στις αισθήσεις μου. Οι εντυπώσεις -τα δεδομένα των αισθήσεων- διαποτίζονται από παθητικές εκδηλώσεις δυνάμεων της νόησης. Έτσι, συνιστούν εμφανίσεις των αντικειμένων. Το αντικείμενο μου φαίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Προκειμένου να σχηματίσω πεποιθήσεις για το αντικείμενο, αναλαμβάνω μία ευθύνη, κάτι που προϋποθέτει η ενεργητική εκδήλωση δυνάμεων της νόησης. Συλλαμβάνω το αντικείμενο μέσα από εκδιπλώσεις του, διακρίνοντας ομοιότητες, διαφορές και αναλογίες. Μία τέτοια ευθύνη είναι πιο αντιληπτή όταν η πεποίθηση είναι υπό τη μορφή κρίσεως. Όταν δηλαδή διατυπώνω μια πρόταση για το αντικείμενο της μορφής «το Χ είναι Ψ», υποστηρίζοντας ότι  είναι έτσι ή αλλιώς, ακόμα και όταν σταματώ να το βλέπω, απομονώνοντάς το από μια συγκεκριμένη περίσταση. (περισσότερα…)

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του λαού (Β΄ Μέρος)

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.

Το πλήρες βιβλίο, σε μετάφραση, σχόλια και επίμετρο του Κ. Ανδρουλιδάκη, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2026 από τις εκδόσεις «Εκκρεμές».

///

Ο χαρακτήρας του λαού

Β΄ Μέρος1

Α΄ Μέρος εδώ

3. Ο Ισπανός που κατάγεται από τη μείξη ευρωπαϊκού με αραβικό (νέγρικο2) αίμα δείχνει στη δημόσια και στην ιδιωτική συμπεριφορά του ορισμένη επισημότητα, και ακόμα και ο αγρότης δείχνει την επίγνωση της αξιοπρέπειάς του απέναντι σε ανωτέρους, στους οποίους είναι επίσης νομίμως υπάκουος.- Η ισπανική «grandezza»3 και η μεγαληγορία που απαντά ακόμα και στην καθομιλουμένη γλώσσα τους φανερώνουν ευγενή εθνική υπερηφάνεια. Γι’ αυτό, ο Ισπανός απεχθάνεται εντελώς τη γαλλική οικειότητα που καταντά σε θρασύτητα. Είναι μετρημένος και υπάκουος ολόψυχα στους νόμους, ιδίως σ’ εκείνους της αρχαίας θρησκείας του.- Η σοβαρότητα τούτη δεν τον εμποδίζει όμως να διασκεδάζει σε μέρες ψυχαγωγίας (λ.χ. κατά τη συγκομιδή της σοδειάς του με τραγούδι και χορό), και όταν σε μια καλοκαιρινή βραδιά παίζεται το «fandango»4 δεν λείπουν οι εργάτες, όσοι έχουν τώρα σχόλη, που χορεύουν στους δρόμους με τη μουσική αυτή.- Αυτή είναι η καλή πλευρά του.

Η λιγότερο καλή πλευρά του είναι: δεν μαθαίνει από τους ξένους, δεν ταξιδεύει για να γνωρίσει άλλους λαούς·*5 παραμένει στις επιστήμες μάλλον αιώνες πίσω∙ όντας δύσκολος για κάθε μεταρρύθμιση, είναι υπερήφανος να μπορεί να μην εργάζεται, έχει ρομαντική διάθεση του πνεύματος, όπως αποδεικνύει η ταυρομαχία, ειδεχθής όπως το αλλοτινό Auto da Fe,6 και φανερώνει στο γούστο του καταγωγή εν μέρει εκτός της Ευρώπης.

4) Ο Ιταλός συνενώνει τη γαλλική ζωηρότητα (ευθυμία) με την ισπανική σοβαρότητα (σταθερότητα), ο δε αισθητικός χαρακτήρας του είναι μια καλαισθησία συνδεδεμένη με αψιθυμία, καθώς η θέα από τις Άλπεις του προς τις θελκτικές κοιλάδες προσφέρει υλικό αφ’ ενός για το θάρρος και αφ’ ετέρου για την ήρεμη απόλαυση. Η ιδιοσυγκρασία εδώ δεν είναι ανάμεικτη ούτε ασταθής (διότι άλλως δεν θα δημιουργούσε χαρακτήρα), αλλά αποτελεί μια ψυχική προδιάθεση της αισθητικότητας για το συναίσθημα του υψηλού, ενόσω αυτό είναι συνάμα συμβατό με εκείνο του ωραίου.- Στους μορφασμούς του εκδηλώνεται το ισχυρό παιγνίδι των αισθημάτων του, και το πρόσωπό του είναι εκφραστικό. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων τους στις αίθουσες των δικαστηρίων είναι τόσο παθιασμένες, ώστε μοιάζουν με την απαγγελία στο θέατρο.

Όπως ο Γάλλος είναι εξαιρετικός στην καλαισθησία της συνομιλίας, έτσι είναι ο Ιταλός στην καλλιτεχνική καλαισθησία. Ο πρώτος αγαπά περισσότερο τις ιδιωτικές διασκεδάσεις, ο δεύτερος τις δημόσιες: φαντασμαγορικές πομπές, λιτανείες, μεγάλα θεάματα, καρναβάλια, μασκαράτες, τη μεγαλοπρέπεια των δημοσίων κτηρίων, πίνακες σχεδιασμένους με το πινέλο ή ως μωσαϊκό, ρωμαϊκές αρχαιότητες με μεγαλειώδη ρυθμό, για να τα βλέπει αλλά και για να τον βλέπουν στην υψηλή κοινωνία. Επιπλέον όμως (για να μην λησμονούμε βέβαια την ιδιοτέλεια): επινόηση των συναλλαγματικών, των Τραπεζών και της λοταρίας.- Αυτή είναι η καλή πλευρά του: όπως η ελευθερία που επιτρέπουν στον εαυτό τους οι γονδολιέρηδες και οι Lazzaroni 7 απέναντι στους αριστοκράτες.

Η λιγότερη καλή πλευρά τους είναι: ότι, όπως λέει ο Ρουσσώ,8 αγορεύουν σε μεγαλοπρεπείς αίθουσες και κοιμούνται σε φωλιές αρουραίων. Οι «conversazioni» [συνομιλίες] τους μοιάζουν με το Χρηματιστήριο, όπου η κυρία του σπιτιού προσφέρει σε μια μεγάλη συντροφιά κάτι να δοκιμάσουν, ώστε να ανταλλάξουν τα νέα της ημέρας τριγυρνώντας από δω κι από κει, δίχως να χρειάζεται απαραίτητα να είναι φίλοι, και έπειτα δειπνούν για το βράδυ με ένα μικρό επιλεγμένο μέρος από τη συντροφιά αυτή.- Αλλά η κακή πλευρά τους είναι: το ότι τραβάνε μαχαίρι, οι συμμορίτες, η καταφυγή των δολοφόνων σε ιερούς τόπους [άσυλα], το παραμελημένο αξίωμα των δικαστικών και αστυνομικών επιμελητών (sbirro)9 κοκ.· για όλα τούτα δεν ευθύνονται τόσο οι Ρωμαίοι όσο το δικέφαλο πολίτευμά τους.10– Αλλά αυτές είναι κατηγορίες τις οποίες διόλου δεν επιθυμώ να υιοθετήσω και που τις διαδίδουν συνήθως οι Άγγλοι, οι οποίοι δεν εγκρίνουν κανένα άλλο πολίτευμα παρά μόνο το δικό τους. (περισσότερα…)

Σιωπές και λέξεις ολογράμματα

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό (Ημερολόγιο Ιουλίου #12). Το ερώτημα είναι, όντας διυποκειμενικό, με ποιο τρόπο μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Κατ’ αρχάς η διυποκειμενικότητα δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με τη στενή έννοια, δηλαδή ως μία ξερή σύμβαση της κοινότητας, ή μία ομοφωνία που επιτυγχάνεται μέσω κάποιου πλειοψηφικού κανόνα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη διυποκειμενικότητας, η στενή και η ευρεία. Η στενή διυποκειμενικότητα εκφράζει μία συνάθροιση ανθρώπων και η συναίνεση σε αυτή προκύπτει πλειοψηφικά.

Η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει το γεγονός ότι έτσι διάγουμε τον βίο μας και όχι αλλιώς, ανατρεφόμαστε σε μια κοινωνία ανθρώπων με κρυσταλλωμένες συνήθειες και παραδόσεις, κάτι που διαμορφώνει το κάρμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Έχουμε μια συγκεκριμένη, και όχι άλλη, βιολογική συγκρότηση με ποικίλα ένστικτα. Διαπερνώμαστε από σκέψεις, αισθήματα, ορμές και ψυχικές ανάγκες. Δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε τον κόσμο με τις υπάρχουσες νοητικές μας ικανότητες, και ο περίγυρός μας είναι αυτός που είναι και όχι κάποιος άλλος. Με άλλα λόγια, η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει μία ευρύτερη συναίνεση που αντανακλά την ανθρώπινη φυσική ιστορία (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §Ι.25).

Σιωπές και η αντικειμενικότητα

Μια ευρύτερη συναίνεση δεν εκφράζεται τόσο στο τι λέμε όσο στο τι δεν λέμε: στις σιωπηρές παραδοχές που αντανακλούν τις άρρητες βεβαιότητες για τον κόσμο γύρω μας. Καθημερινά, κατά τη σχέση μας με τον κόσμο εγγράφονται εντός μας ρητές βεβαιότητες. Στρέφοντας την προσοχή μου σε ένα σφαιρικό αντικείμενο και δείχνοντάς το, λέω με βεβαιότητα «Αυτό είναι σφαιρικό». Την ίδια στιγμή, εκτός από ρητά διατυπωμένες βεβαιότητες, αποκτώ και άρρητες. Άρρητες βεβαιότητες για το τι είναι ή δεν είναι ένα αντικείμενο. Όταν περπατώ στην άσφαλτο έχω την άρρητη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνει σύννεφο. Τέτοια βεβαιότητα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, ότι ο συνομιλητής απέναντί μου που τον λένε Κώστα δεν είναι αρειανός. Βεβαιότητα η οποία εκδηλώνεται στις πράξεις μου απέναντί του : πώς του μιλάω, πώς του συμπεριφέρομαι, κλπ. Το ενδεχόμενο να είναι αρειανός δεν το λαμβάνω καν υπόψη μου όταν απευθύνομαι σε αυτόν. Αυτές οι άρρητες βεβαιότητες –οι ούτως καλούμενες σιωπηρές παραδοχές– εγγράφονται σε μένα υποσυνείδητα. Είναι σιωπηρές εφ’ όσον δεν τις αρθρώνω· είτε γιατί τις εκλαμβάνω ως αυτονόητες, είτε γιατί είναι υποσυνείδητες. Παρόλ’ αυτά υποστηρίζουν τις πρακτικές και τα συνακόλουθα γλωσσικά παιχνίδια, λειτουργώντας όπως οι μεντεσέδες πάνω στους οποίους γυρίζει η πόρτα. (Λ. Βιττγκενστάιν, Περί βεβαιότητας, §88-§114, §204, §341, §524, §558, για τη σχέση των σιωπηρών παραδοχών με τις υπόλοιπες γνώσεις μας, τις αρθρωμένες γλωσσικά).

Η ευρεία διυποκειμενικότητα, όπως αποτυπώνεται σε παραδοχές σιωπηρές, δεν μπορεί παρά να είναι συνυφασμένη με μία συγκεκριμένη φυσική νομοτέλεια, με ένα περίγυρο που συνίσταται από αντικείμενα. Είναι, λοιπόν, ικανή να φιλοξενήσει την αντικειμενικότητα. Έτσι, ο τόπος της συμφωνίας που αναδεικνύουν οι σιωπηρές παραδοχές βοηθά στη χάραξη της πορείας εκείνης που θα αποφύγει την Χάρυβδη του σχετικισμού, αλλά και τις σκεπτικιστικές της προεκτάσεις. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο ο καθένας έχει το ορθό με το μέρος του κατά τη χρήση μιας λέξης, αλλά και δεν υπάρχει κάτι που να αποδώσει την ορθότητα στην εν λόγω χρήση. Όμως γιατί ο σκεπτικιστής να μην αμφισβητήσει παραδοχές σιωπηρές που βρίσκονται στη ρίζα των διακρίσεων ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο; Γιατί ακριβώς αυτές είναι σιωπηρές. Όντας μη γλωσσικά αρθρωμένες, δεν δίνουν την προτασιακή λαβή στον σκεπτικιστή να τις αμφισβητήσει. Μπορεί μεν αυτός να αμφισβητεί λεκτικά την ίδια του την ύπαρξη, αλλά μία τέτοια αμφισβήτηση αντιφάσκει με χαρακτηριστικά των πράξεών του· με σιωπηρές παραδοχές τους που αντικατοπτρίζουν μια βεβαιότητα για την ύπαρξή του. Οπότε οι σιωπηρές παραδοχές είναι αδιάβροχες σε ξαφνικές ριπές λέξεων από σκεπτικιστικές νεφέλες.

Σιωπές και υποκειμενικότητα

Όμως τι γίνεται με την υποκειμενικότητα; Μπορεί και αυτή να φιλοξενηθεί στην ευρεία διυποκειμενικότητα, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις; Ισοδύναμα, μπορούν τα νοήματα και οι γλωσσικοί κανόνες να φιλοξενήσουν μία προσωπική προοπτική; Ναι, και αυτό οφείλεται στην άλλη όψη των σιωπηρών παραδοχών. Κατ’ αρχάς, οι σιωπηρές παραδοχές δεν είναι δεμένες μόνο με τη φυσική νομοτέλεια των αντικειμένων, αλλά και με τη δική μου ιδιαιτερότητα. Εκεί, στα υπό των λέξεων, αντικατοπτρίζουν τη συγκεκριμένη και μοναδική βιολογική συγκρότηση που έχω, με ριζωμένα σε αυτήν αισθήματα, επιθυμίες και ανάγκες. Εφ’ όσον λοιπόν μία λέξη νοηματοδοτείται και από τα σιωπηρά της συμφραζόμενα, αυτά αποτυπώνουν και την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου. Μια ιδιαιτερότητα που προστίθεται ως καινούργια απόχρωση στο νόημα των λέξεων που χρησιμοποιώ.

Μία διευκρίνηση χρειάζεται για τη νοηματοδότηση μιας λέξης από τα συμφραζόμενά της. Τέτοια συμφραζόμενα μπορούν να είναι ρητά, δηλαδή άλλες λέξεις μέσα σε μια πρόταση ή φράση. Οπότε η υποκειμενικότητα, μία προσωπική ματιά, μπορεί να εισέλθει στις διυποκειμενικές λέξεις μέσα από μία κατάλληλη και ιδιαίτερη χρήση τους. Αλλά τα συμφραζόμενα που νοηματοδοτούν μια λέξη είναι και άρρητα. Δηλαδή παραδοχές σιωπηρές, εκεί στην άκρη της φωνής, που γίνονται τα αθέατα συμφραζόμενα προτάσεων και λέξεων. Ο δε ρόλος τους στη νοηματοδότηση είναι καθοριστικός, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις ή φράσεις, με κάποιους ανθρώπους συνεννοούμαι ενώ με άλλους παρεξηγούμαι.

Οι σιωπηρές παραδοχές μιας λέξης συμβάλλουν στις αποχρώσεις του νοηματικού της ορίζοντα. Χάρη σε αυτές, οι αναγκαία δημόσιες λέξεις, οι απορρέουσες από μία ευρεία διυποκειμενικότητα, μπορούν να αποδώσουν υποκειμενικά αισθήματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Η δε υποκειμενικότητα δεν προκύπτει μόνο μέσα από την κατάλληλη χρήση άλλων λέξεων, ή από ιδιαίτερους συνδυασμούς ρητών συμφραζομένων. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος λογοτέχνης για να περάσει την ιδιαιτερότητά του στο νόημα των λέξεων. Το νόημα μιας λέξης, εφ’ όσον καθορίζεται και από σιωπηρά συμφραζόμενα, αποκτά μια ιδιαίτερη φόρτιση ανάλογα με το υποκείμενο που την εκφέρει, την ιστορικότητά του αλλά και τη συγκεκριμένη περίσταση.

Αποχρώσεις και λέξεις ολογράμματα

Οι σιωπηρές παραδοχές γίνονται ο υπόγειος δίαυλος που τροφοδοτεί τους κανόνες, όχι μόνο με αντικειμενικότητα, αλλά και με υποκειμενικότητα. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, ότι μία λέξη είναι σαν ένα ολόγραμμα (αναφέρομαι στην εφεύρεση του Denis Gabor, καθηγητή Φυσικής στο Imperial College του Λονδίνου και βραβευμένου με Nobel Φυσικής, η οποία επιτρέπει την απεικόνιση τρισδιάστατης χωρικής πληροφορίας σε δισδιάστατη επιφάνεια). Το ολόγραμμα αυτό προκύπτει από μία ευρεία διυποκειμενικότητα. Ανάλογα με την γωνία που θα το κοιτάξουμε αποκαλύπτεται σε τρεις διαστάσεις: εκείνη της στενής διυποκειμενικότητας, της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Ανάλογα με τη λέξη και τη χρήση της, μας αποκαλύπτεται ως επί το πλείστον είτε η διάσταση της στενής διυποκειμενικότητας, είτε της υποκειμενικότητας, είτε της αντικειμενικότητας.

Σε αρκετές λέξεις κυριαρχεί η στενά διυποκειμενική τους διάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι προέκυψαν από μία σύμβαση μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων, και το νόημά τους εξακολουθεί να ρυθμίζεται πλειοψηφικά από μια συνάθροιση ανθρώπων. Αλλά δεν εξαντλείται εκεί το νόημα της κάθε λέξης. Αν μία λέξη αναφέρεται σε ένα αντικείμενο, αποκτά στέρεο περίγραμμα λόγω της τριβής που έχει η ζωή μας με το αντικείμενο αυτό και τη νομοτέλεια στην οποία εντάσσεται. Κάτι που προσδίδει αντικειμενικότητα στην αναφορά της λέξης. Μια ελαφρά μετατόπιση δε, ή μία αλλαγή οπτικής γωνίας, φανερώνει και μια καινούργια διάσταση στο νόημα μιας λέξης, ικανή να εμφανίσει όψεις μιας υποκειμενικότητας στον χειρισμό του αντικειμένου μέσω της λέξης αυτής. Η υποκειμενική διάσταση δεν ακυρώνει την αντικειμενικότητα του νοήματος αλλά του προσθέτει καινούργιες αποχρώσεις, ένα διαφορετικό βάθος.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #13

*

**

 

Στέλιος Ράμφος, «Δὲν διεκδικῶ ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες»

Στέλιος Ράμφος (1939-2026)

 

Εις μνήμην του Στέλιου Ράμφου, αναδημοσιεύουμε εδώ απόσπασμα μιας εκτενούς συζήτησης που μια ομάδα συγγραφέων, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, είχαμε με τον εκλιπόντα στοχαστή πριν από 15 περίπου χρόνια. Περιλήφθηκε στο βιβλίο του Η νίκη σαν παρηγοριά, Αρμός 2012. – ΚΚ

~.~

Σ.Ρ.: Ὁ ἑρμηνευτικός μου ἄξονας ἔγ­κειται στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς συνθῆκες οἱ ὁποῖες προσ­φέρουν δυνατότητες μεγαλύτερης δημιουργικότητος καὶ ἐλευθερίας κινήσεως στοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλη τὴν ἀρ­νητικότητα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κάθε Γκουαντάναμο. Κι ἀλλιῶς: Μὲ ἐνδιαφέρει δηλαδὴ νὰ διαβάζω στὰ γεγονότα τὴν διήκουσα γραμμὴ τῆς ἐσωτερικῆς λογι­κῆς τους, ὅταν ὑπάρχῃ τέτοια λογική. Ἀναζητῶ τὸ νόημά τους. Ξέρω ὅτι ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ψαρέψῃ μαυρίλα, βρίσκει ἄπειρη στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κρατῶ εἶναι οἱ συντελεστὲς ἐμβαθύνσεως καὶ ἐμ­πλουτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτοὶ συνδέονται μὲ μιὰν ἀ­νάγκη μερικότητος εἴτε προέρχονται ἀπὸ μιὰ δίψα καθ­ολικότητος. Ἐκεῖ κερδίζεις ἢ χάνεις τὸ στοίχημα. Ἀναζητῶ κάθε φορὰ καὶ σὲ κάθε περίπτωσι τί εἶναι ἐ­κεῖνο τὸ ὁποῖο στὴν προοπτικὴ τῆς συγκυρίας κάνει πλουσιώτερη καὶ πιὸ ἀνθρώπινη τὴν ζωή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω, λ.χ., πολὺ μεγαλύτερη σημασία στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἢ στὴν γλῶσσα ἐφ’ ὅσον κρίνω ὅτι οἱ ἀπώτατες συνέπειες ἑνὸς τέτοιου παράγοντος πᾶνε πολὺ πιὸ μακριὰ ἀπὸ ἕνα φαινόμενο ὀδυνηρὸ μέν, ἀλλὰ περιστατικώτερο ἢ ἐπιφανειακότερο. Μπορεῖ νὰ κάνω λάθος στὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει πρωταρχικὰ τὸ κριτήριο αὐτοῦ ποὺ μᾶς κάνει πλουσιώτερους. Ὡς κοινωνικὸ καὶ πνευματικὸ ὄν, ὁ ἄνθρωπος δὲν ὁλοκληρώνει τὸν προορισμό του μὲ τὸ φαΐ του. Ξέρω τί σκληρό, τί ἀδυσώπητο εἶναι νὰ στερηθῇς τὸ φαΐ, ἀλλὰ ξέρω ἐπίσης ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἐὰν ζῇς γιὰ νὰ τρῶς θὰ γίνῃς ζῷο, αὐτὸ εἶναι τὸ σκεπτικό μου καὶ τὸ κριτήριό μου. Τὰ ἄλλα ἐκβάλλουν σχεδὸν πάντα στὴν εἰδησεογραφικὴ δημοσιογραφία, ἡ δουλειὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἀκριβῶς νὰ στερῇ ἀπὸ τὰ γεγονότα τὸ βάθος τους καὶ νὰ τὰ κρατῇ ἔτσι σὰν φελλοὺς στὴν ἐπιφάνεια.

Κ.Κ.: Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς ἐπικρίνουν εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐπικεντρώνεστε καὶ ξεκινᾶτε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παθογένεια καὶ προτείνετε λύσι ὑπέρβασης τῶν δικῶν μας προβλημάτων παραγνωρίζετε ὅτι καὶ ὁ τόπος στοῦ ὁποίου τὴν κατεύθυνσι κινούμαστε, ἡ Εὐρώπη, ἔχει καὶ αὐτὸς τὶς δικές του παθογένειες πού, ἂν μάλιστα τὶς βάλῃ κανεὶς στὸ κοσμοϊστορικό τους πλαίσιο, μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερες, πολὺ χειρότερες, πολὺ βαθύτερες καὶ κρισιμότερες ἀπ’ ὅ,τι οἱ δικές μας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἀκόμα καὶ ἂν προσθέτετε τὸ «παρ’ ὅλο», ἐξιδανικεύετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίκρισι…

Σ.Ρ.: Ἐξιδανικεύω τὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, ἂς ποῦμε. (περισσότερα…)

Οι ορίζοντες των λέξεων

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Προσανατολίζομαι στον κόσμο συμμετέχοντας σε διάφορες πρακτικές. Οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Ανάλογα δε με το είδος της πρακτικής, οι λέξεις παίζουν διαφορετικό ρόλο στην έκβασή της· άλλοτε κρίσιμο και άλλοτε συνοδευτικό. Άλλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις στη δημοσιογραφία και άλλη σ’ ένα παιχνίδι όπως η ρουλέτα. Σε κάθε περίπτωση, σε μία πρακτική καλούμαι συχνά να ονομάσω γεγονότα και όψεις του κόσμου. Καλούμαι να αναφερθώ με σαφήνεια σε αυτά, κάτι όχι τόσο εύκολο αφού εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε ποικίλες καταστάσεις. Οπότε προκύπτουν τα εξής ερωτήματα : Πώς γνωρίζω το νόημα των λέξεων ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά καθώς αναφέρομαι σε όψεις του κόσμου;

Μία διερεύνηση για το νόημα των λέξεων έχει προεκτάσεις που εντέλει σχετίζονται τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ίδιο τον προσανατολισμό μας. Όχι μόνο γιατί οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Όχι μόνο γιατί οι λέξεις ασκούν μιαν έλξη, αποτελώντας για μας ένα κάποιο ελιξήριο. Η εκδίπλωση του καθενός στον κόσμο και η προσπάθεια του να προσανατολιστεί σε αυτόν, αντανακλάται συχνά στη γλώσσα και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνεται χάρη σε αυτήν. Οι λέξεις δεν είναι απλώς ετικέτες που «κολλάνε» πάνω σε έννοιες ή αντικείμενα. Είναι σε θέση να διαμορφώσουν καινούργιες συλλήψεις, να σταθεροποιήσουν προϋπάρχουσες ή να επεκτείνουν το εύρος τους. Η γλώσσα δεν είναι απλά μια κωδικοποίηση ή αναπαράσταση της σκέψης, αλλά και όχημα αυτής, οδηγώντας τη σε τόπους απρόσμενους. Οπότε επηρεάζουν την αποτύπωση μιας κοσμοεικόνας, τη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης και εν τέλει τη συγκρότηση μιας ταυτότητας.

Ορισμοί, χρήσεις και καταχρήσεις

Μήπως για να γνωρίσω το νόημα των λέξεων θα αρκούσε ένα καλό λεξικό σε συνδυασμό με τη γνώση συντακτικών και γραμματικών κανόνων; Έστω για παράδειγμα η λέξη «γη». Διαβάζω στο αντίστοιχο λήμμα ενός λεξικού τον εξής ορισμό: «ο τρίτος σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, που έχει σχήμα ελλειψοειδές και πάνω στον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι» . Περιλαμβάνει ένας τέτοιος ορισμός τα δυνατά νοήματα της λέξης «γη»; Αποδίδει το νόημά της τόσο σε μια συζήτηση για τη γεωργία, όσο και κατά τη μεταφορική της χρήση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο; Περιέχει το νόημα της λέξης «γη» όπως την διαβάζω σε κείμενο του Αριστοτέλη και προσπαθώ μέσω αυτής να ερμηνεύσω ένα χωρίο; Σε ποιόν βαθμό αποκαλύπτει το νόημα παραγώγων αυτής, όπως η λέξη «απογείωση»;

Σαφώς η γνώση των ορισμών και επεξηγήσεων που παρέχει ένα λεξικό, καθώς και των γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, αποτελούν συχνά προϋπόθεση για την ορθή χρήση μιας λέξης, αλλά μία τέτοια γνώση δεν διασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιήσω ορθά τη λέξη αυτή σε διαφορετικές πρακτικές. Δηλαδή ότι θα την χρησιμοποιήσω καίρια, κατά τρόπο που θα φωτίσει μοναδικά μία συγκεκριμένη περίσταση, κατά τρόπο που θα κάνει τη λέξη ένα ξέφωτο στο οποίο φτάνω ύστερα από μάταιες περιπλανήσεις. Μήπως αρκεί να παρατηρώ με ποιο τρόπο κάποιοι άλλοι -πιο έμπειροι- χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις, ή να ακολουθήσω τις υποδείξεις τους; Κάτι ανάλογο φαίνεται να κάνουν τα παιδιά, όταν αρχίζουν να εκφέρουν λέξεις ακούγοντας τους μεγαλύτερους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει σε ένα παιδί μία μπάλα, λέγοντάς του ταυτόχρονα «αυτό ονομάζεται μπάλα», το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει το νόημα της λέξης «μπάλα». Θα αρχίσει να συσχετίζει λέξεις και αντικείμενα, οπότε στη συνέχεια θα μπορεί να αναφερθεί σε αυτά δια της γλώσσας.

Όμως αρκεί το άκουσμα μιας λέξης για να κατανοήσει ένα παιδί το νόημά της; Ακόμα και αν την αρθρώσει, μήπως απλώς την παπαγαλίζει; Προκειμένου να διαπιστώσω αν έχει κατανοήσει τη λέξη, παρατηρώ με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί• σε ποιες περιστάσεις, πρακτικές και γλωσσικά παιχνίδια. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μιας λέξης ελέγχεται κατά τη χρήση αυτής. Για παράδειγμα, έστω ότι ακούω από έναν καθηγητή γεωμετρίας την επεξήγηση μιας καινούργιας λέξης για μένα, όπως η λέξη «υποτείνουσα». Μου δείχνει επίσης πώς υπολογίζεται σε ένα τρίγωνο, ή σε ποια θεωρήματα υπεισέρχεται. Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο να μου δημιουργηθεί η πεποίθηση, ακολουθούμενη από ένα αίσθημα ικανοποίησης, ότι ακούγοντας τον καθηγητή, έχω πλέον κατανοήσει τι σημαίνει «υποτείνουσα». Όμως διαπιστώνω την άγνοιά μου μόλις προσπαθήσω να την υπολογίσω σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, το άκουσμα μιας λέξης για την κατανόηση του νοήματός της. Πρέπει να δοκιμαστώ στη χρήση της και από εκεί θα διαπιστωθεί αν όντως την κατανόησα ή όχι. (περισσότερα…)

Φιλοσοφικά Πρότερα

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ως αφετηρία του φιλοσοφείν, μνημονεύεται συχνά το θαυμάζειν, όπως αναφέρεται στη γοητευτική διατύπωση του Πλάτωνα στον διάλογο Θεαίτητος (155d): «μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη». Όμως τί θα ήταν η φιλοσοφία χωρίς την αναζήτηση της αλήθειας; Ας σταθούμε τώρα σε μια άλλη διατύπωση , του Αριστοτέλη αυτή τη φορά,  από το κείμενό του Μετά τα Φυσικά (1011b25), όσον αφορά το τι είναι αληθές : «τὸ μὲν λέγειν τὸ ὂν εἶναι καὶ τὸ μὴ ὂν μὴ εἶναι ἀληθές». Κοινώς, να λες γι’ αυτό που είναι ότι είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι. Η διατύπωση του Αριστοτέλη εκ πρώτης όψεως είναι αφοπλιστικά απλή, μια μάλλον αυταπόδεικτη πρόταση του κοινού νου. Μια πρόταση που θα ικανοποιούσε πολλούς αιώνες μετά και τον Βιτγκενστάιν, όσον αφορά το πώς οφείλουν να είναι οι φιλοσοφικές προτάσεις. Σε μια δεύτερη ανάγνωση εντυπωσιάζει για την πυκνότητα και τη μεγαλοφυία της. Απομονώνοντας τα συστατικά της και  διερωτώμενοι  γι’ αυτά, αρχίζει να απλώνεται ενώπιόν μας σχεδόν όλο το φιλοσοφικό πεδίο: φιλοσοφία της γλώσσας, γνωσιολογία,  οντολογία, ενώ μια δρασκελιά πιο πέρα παραμονεύει η ηθική και η αισθητική.

Ας ξεκινήσουμε από το «να λες», δηλαδή από τις  λέξεις. Απ’ όσα λέμε και εννοούμε και δι’ αυτών αναφερόμαστε σε όψεις του κόσμου. Όμως πώς οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους και τί αποκαλύπτουν; Άπαξ και εγείρεται το ζήτημα του «αληθούς» όσων λέμε, εγείρεται και το ζήτημα της γνώσης γι’ αυτά που λέμε. Ιδού, λοιπόν, η φιλοσοφία της γλώσσας και η γνωσιολογία.  Και περνάμε στο τι είναι και το τι δεν είναι. Στην οντολογία, στα όντα και τα μη όντα (του Αργύρη Χιόνη, και όχι μόνο). Κάπου εκεί προκύπτει και το ψεύδος, δηλαδή να λες γι’ αυτό που είναι ότι δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι είναι. Οπότε εμφανίζονται στο προσκήνιο  ζητήματα ηθικής και των πράξεων που συνυφαίνονται με όσα λέμε για το τι είναι και τι δεν είναι. Αλλά και ζητήματα αισθητικής, αν αναλογιστούμε τα ζωτικά ψεύδη και τις φανερώσεις ενός έργου τέχνης ή μιας στάσης ζωής.

Σε τούτο το φιλοσοφικό ημερολόγιο όπως έχει ξεδιπλωθεί μέχρι στιγμής, εκτέθηκε ένα οικοσύστημα από το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας με έννοιες όπως έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, αξίες, αυταξίες, οι φάροι σε μια διαδρομή, δυνατότητες που ενεργοποιούνται, πολιτισμικές υπαγορεύσεις, δεύτερη φύση, συναισθηματική ώθηση, οι δυσκολότερα μεταβαλλόμενες ανάγκες, πρόσωπο και ταυτότητα, αναθεώρηση ριζική και μη, προδοσία, προσανατολισμός εντός κι εκτός πρακτικών, ολόπλευρη εκδίπλωση, πολύεδρη αρμονία, πληρότητα.

Στη συνέχεια θα πάμε ένα βήμα πριν και  θα ιχνηλατήσουμε τις παραδοχές του οικοσυστήματος αυτού από το πεδίο της φιλοσοφίας της γλώσσας, της γνωσιολογίας και της οντολογίας. Για να επιστρέψουμε, δυναμωμένοι από θεωρία, και πάντα υπό τη στέγη ενός ιδεαλισμού εδάφους,  στην ίδια την πρακτική της ποίησης. Στα ποιήματα και τις λέξεις τους· αυτές τις μικρογραφίες κόσμου.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #10

*

*

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

Τεχνητή νοημοσύνη, λάθη και δημιουργία

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η κρισιμότητα της μάθησης

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα της εποχής μας και μοιάζει ως η κατεξοχήν δύναμη ικανή να αλλάξει την καθημερινότητά μας τα επόμενα  χρόνια. Μετά την επανάσταση του διαδικτύου και τις εφαρμογές που γέννησε, από το ηλεκτρονικό εμπόριο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα, η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μοιάζει ακριβώς η φυσική συνέχεια της επανάστασης αυτής: μπορεί να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό τον ωκεανό πληροφορίας που έχει συγκεντρωθεί στο διαδίκτυο και τις εφαρμογές που προαναφέρθηκαν. Διανύουμε πλέον την περίοδο της παραγωγικής ΤΝ κατά την οποία  μπορούν να παραχθούν κείμενο, ήχος και εικόνα (και όχι μόνο να αναγνωριστούν, όπως συνέβαινε σε προγενέστερα μοντέλα ΤΝ όπως τα νευρωνικά δίκτυα), ανάλογα με το τι ζητάει ο καθένας μας.

Τι το ιδιαίτερο έχει η τεχνητή νοημοσύνη σε σχέση με άλλα υπολογιστικά μοντέλα; Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μιμούνται κατά τον πλησιέστερο τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, σε σχέση με διαδικαστικά (procedural) υπολογιστικά μοντέλα. Αποτελούνται από κατανεμημένες υπολογιστικές μονάδες που λειτουργούν παράλληλα, και αλληλοσυνδέονται ώστε να είναι δυνατή η μεταξύ τους επιθυμητή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, έχουν την ικανότητα της μάθησης: μαθαίνουν με βάση περιστατικά στα οποία εκτίθενται, χωρίς έναν εκ των προτέρων αλγόριθμο σαφώς διατυπωμένο, συχνά με τακτικές δοκιμής και λάθους (trial and error). Κάτι που θυμίζει το πώς μαθαίνει ο άνθρωπος από την εμπειρία του: εξού και ο όρος «τεχνητή» νοημοσύνη. Μοιάζει να διαθέτουν μια ικανότητα  αυτο-οργάνωσης και μία δυναμική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους (με ότι τα τροφοδοτεί με ‘παραστάσεις’/ πληροφορίες), φέροντας εις πέρας εργασίες χωρίς προηγουμένως να απαιτείται  ο σαφής καθορισμός κανόνων: η λειτουργία τους  είναι ευρετική και όχι διαδικαστική (heuristic vs. procedural). Κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να συλλάβουν και την μη προτασιακή ή έμμεση γνώση (όπως, για παράδειγμα, εκείνη που αντανακλάται σε μια πρακτική δεξιότητα) .

Λάθη, μνήμη και οι άκαμπτοι κανόνες

Το γεγονός ότι τα μοντέλα ΤΝ προσαρμόζονται στο εκάστοτε περιβάλλον και τα περιστατικά με τα οποία τα τροφοδοτεί, ότι μαθαίνουν και θυμούνται -όπως και ο άνθρωπος-, ρυθμίζοντας ανάλογα τη λειτουργία τους, δημιουργεί μια παρανόηση: ότι δεν έχουν ένα σκληρό πυρήνα κανόνων στη λειτουργία τους. Κατά βάση, ένα μοντέλο ΤΝ καλείται να επιλύσει ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης: θα πρέπει να βελτιστοποιήσει (να ελαχιστοποιήσει ή να μεγιστοποιήσει) μία μετρική σχέση ή μία συνάρτηση. Ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης έχει τη γενική μορφή «μεγιστοποίησε (ή ελαχιστοπoίησε) την   f(x), υπό τους περιορισμούς   gi(x), i=1,…, n»,  όπου η συνάρτηση f(x) πρέπει να συλλαμβάνει ουσιωδώς το εκάστοτε πρόβλημα και η ακριβής διατύπωσή της μπορεί να είναι συχνά αρκετά επίπονη. Επίσης, ένα λάθος σε αυτήν είναι καθοριστικό για τη φύση των αποτελεσμάτων που αργότερα θα μας δώσει η ΤΝ. Αυτή η συνάρτηση δίνεται εξ αρχής στο μοντέλο ΤΝ και δεν αλλάζει ούτε κατά την περίοδο μάθησης ούτε κατά την περίοδο εφαρμογής. Επιπρόσθετα, ένα νευρωνικό δίκτυο (το οποίο είναι στον πυρήνα των σύγχρονων μοντέλων ΤΝ) αποτυπώνεται από ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων με συγκεκριμένες σταθερές, και τούτο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη και αμετάβλητη καμπύλη ενέργειας, με συγκεκριμένες συνθήκες ευστάθειας, ενεργειακού ελάχιστου και αποφυγής  χαώδους λειτουργίας, δηλαδή όταν ένα σύστημα «κρεμάει» κατά τη διάλεκτο των προγραμματιστών (περισσότερα…)

«Πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή»: Απάντηση του Γ. Κακολύρη και ανταπάντηση του Π. Γκόνη

*

Από τον κ. Γεράσιμο Κακολύρη λάβαμε το απαντητικό γράμμα που δημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω μαζί με την ανταπάντηση του κ. Παναγιώτη Γκόνη, υπ’ όψιν του οποίου το θέσαμε.

~.~

Προς Νέον Πλανόδιον,

Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο του περιοδικού δύο επιστολές του κ. Παναγιώτου Γκόνη, στις οποίες διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δύο άρθρα μου συνιστούν προϊόν λογοκλοπής. Η πρώτη αφορά κείμενό μου για τη σχέση Σαρτρ και Ντερριντά και η δεύτερη άρθρο μου σχετικά με την ανάγνωση του Δοκιμίου περί της καταγωγής των γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά.

Δεν θα επεκταθώ στο πρώτο κείμενο, δεδομένου ότι βασιζόταν σε υλικό πανεπιστημιακών παραδόσεων, χωρίς να δοθεί η δέουσα προσοχή κατά τη συγγραφή του. Θα επικεντρωθώ, αντιθέτως, στο άρθρο μου «Παραποιώντας το κείμενο: Η αποδομητική ανάγνωση του Δοκιμίου για την Καταγωγή των Γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά» από το 2002. Στο αρχικό του μέρος υπήρξαν όντως ατέλειες ως προς τον τρόπο παράθεσης και τεκμηρίωσης ορισμένων σημείων, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν αποφευχθεί με μεγαλύτερη επιμέλεια. Έτσι, στην αγγλική έκδοση του άρθρου το 2015, τα αμφιλεγόμενα αποσπάσματα δεν υφίστανται πλέον, πλην δύο περιπτώσεων που μου διέφυγαν. (περισσότερα…)