Μήνας: Μαΐου 2019

Θοδωρής Αρσένης, Σονέτα

Felix-Lorioux-French-Illustrator-children-books-illustration (13)

Η ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα κρύβομαι στα όνειρά μου
και πάντα σκέψεις μου θα ανασύρω,
να δω σαν πόσες ωριμάζουν γύρω
από τη μουσική του πενταγράμμου.

Πριν αφεθεί η σκέψη στα χαρτιά μου,
τη νύχτα, που οι στίχοι ρίχνουν κλήρο,
θα προσπαθήσω απ’ όλους να εγείρω
τον στίχο που θα φέρει στου θαλάμου

το άδειο μου κρεβάτι περασμένες
μορφές, σε χρόνο πλέον ενεστώτα
συνωμοσίες στο χαρτί γραμμένες.

Τη νύχτα πάντοτε, καθώς τα φώτα
θα σβήσουνε και έρχονται με λέξεις
για σίτιση οι πρωινές ορέξεις.

~.~

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΟΣ

Εκείνα που με κόπο έχεις γράψει
και μοιάζουν με το έργο κάποιας μαίας
θα ταξιδεύουνε σαν Οδυσσέας,
από τα βάθη του για να ξεθάψει

το νόστο, όταν ξέρει πως θα πάψει
να βασανίζεται· μα της αυλαίας
η έναρξη θ’ αρχίσει πάλι και ας
θα έχουνε τα πάντα πια ξεβάψει.

Γιατί τ’ αδημονεί σαν Πηνελόπη
ο αναγνώστης. Όμως, όσα είδες
δε θα τ’ αναγνωρίζει και οι κόποι

νομίζεις παν χαμένοι, σαν ελπίδες.
Αλλά αμετακίνητο κρεβάτι,
δες, τα κοινά βιώματα εισπράττει.

~.~

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Εικόνα δύο μήλων.

Σαν εκλογή θεάς, ωραίας, στέκει
και τ’ άλλο γειτνιάζει με το χώμα,
εκεί απ’ όπου ξεκινά το σώμα
χωρίς κανένα ρούχο αιδούς να πλέκει.

Μα η ομοιότητα τα περιπλέκει.
Σε δίλημμα θα βρίσκεται το στόμα,
γιατί το δήγμα δε γνωρίζει ακόμα,
αν όφις ή θεά τα διαπλέκει.

Αν πρέπει όμως κάποιο να δαγκώσει,
η πείνα όλους τους φόβους υπερβαίνει,
για να διαλέξει εκείνο που, απ’ όση

ψυχή υπάρχει, λίγο τη βαραίνει,
καθώς το σώμα δεν αιχμαλωτίζει
σε πρόσταγμα θεού που δε λυγίζει.

~.~

Ο ΘΗΡΕΥΤΗΣ

Το χέρι που με τάισε ρωτάω,
γιατί για μένα ήταν μία πείνα,
αλλά και αίνιγμα, όλα εκείνα
που με την τρυφερότητα ζητάω.

Σαν βρέφος που ζητά ξανά το πράο
μιας μάνας αίσθημα τον πρώτο μήνα
και ξεχωρίζει τη θηλή. Ξεκίνα
απ’ την αρχή εσύ, παρακαλάω.

Τα δάχτυλα στα χείλη μου θα έχεις
να νιώθω την τραχύτητα για γεύση,
γιατί γνωρίζω πως σαν λύκος τρέχεις

κι εγώ πια προσπαθώ να μη νοθεύσει
ο έρωτας με ψίχουλα την πλάνη
και γίνω θηρευτής που πάντα χάνει.

~.~

ΕΡΩΤΙΚΟ

αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλά δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει…
Σαπφώ

Η νύχτα αυτή εμένα καίει τόσο,
καθώς κρυφά μου είπε η Αφροδίτη
να δω γοργά πώς μ’ έλκεις σαν μαγνήτη
και τόσα ηδέα λόγια να αρθρώσω.

Ο ύπνος, που σε έχει πάρει ωστόσο,
μου δίνει λέξεις και με το γραφίτη
θα γράψω ό,τι βλέπω απ’ τον φεγγίτη,
το στάσιμο φεγγάρι θα σκοτώσω.

Τα βλέφαρά σου άρα θα ανατείλουν;
ή μάταια θα ξαγρυπνώ για σένα
χωρίς τα χείλη ένα φιλί να στείλουν.

Φευ, δεν αφήνεις τ’ όνειρο για μένα
και η δική μου η έξαψη, η μεγάλη,
το χάραμα δε θα ‘χει πια προβάλει.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 15. Σταύρος Μπουρδάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Σταῦρος Μπουρδάκης

(Θρῆνοι καὶ μύθοι, Ἀθήνα, Ὄστρια, 2017)

1280px-Albino_Alligator_2008

Ἡ Ρεβέκα

Τῆς εἶπα λόγια ἀγάπης
γιὰ τὰ ὡραῖα της μαλλιά,
μά ἐκείνη ἔσφιξε τὰ δόντια
καὶ μοῦ δωσε μιὰ μπουνιά.

Αἱμόφυρτος στὸ πάτωμα ἀναφωνῶ:
«δὲν τὸ περίμενα αὐτὸ Ρεβέκα!»
Ἄντρας δὲν μοῦ τὴν ἄστραψε
καὶ μοῦ τὴν ἄστραψε γυναίκα.

~.~

Οἱ κροκόδειλοι στὴ Γουινέα

Ξύπνησα σήμερα μὲ τὴν ψυχὴ στὰ πόδια καὶ δὲν μπο-
ροῦσα νὰ τὴν σηκώσω γιὰ νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι που
ἤμουνα χωμένος. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχα δουλειὰ νὰ κάνω, ἀλ-
λὰ μὲ εἶχε τόσο πλακώσει, ποὺ ἔπρεπε νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ
τὴν βάλω νὰ πιεῖ καφὲ γιὰ νὰ ἀνακουφιστεῖ.
Ἀφοῦ εἶναι τόσο βαριὰ τὰ πόδια, εἶπα, ἂς σηκώσω τὴν
πλάτη. Ἔτσι σηκώθηκα ὁ μισὸς καὶ κοίταγα τὰ πόδια.
Συνέχισαν νὰ εἶναι βαριά, ὁπότε γύρισα στὸν πισινό μου
καὶ κάθισα στὸ κρεβάτι καὶ ξανακοίταξα τὰ πόδια.
Τὸ πῆρα τελικὰ ἀπόφαση καὶ σηκώθηκα ὁλόκληρος. Ἄρ-
χισα νὰ τρεκλίζω, ὥσπου ἡ ψυχὴ πῆγε σὲ ὅλο τὸ σῶμα καὶ
μπόρεσα νὰ περπατήσω.
Ἡ μέρα ἦταν ἐλαφρὰ φωτισμένη ἀπὸ τὸν πρωινὸ ἥλιο
καὶ οἱ γάτες νιαούριζαν. Ἄρχισαν πάλι νὰ μὲ γεμίζουν σκέ-
ψεις ποὺ εἶχα ξεχάσει.
Στὴν τηλεόραση ἡ κυβέρνηση καὶ ἡ ἀντιπολίτευση καὶ
ὅλοι οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι, προσπαθοῦσαν σκληρὰ νὰ
βελτιώσουν τὰ πράγματα, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχω κάπου νὰ πάω
τὸ πρωί, ἔτσι ὥστε μετὰ ἀπὸ χρόνια νὰ πάρω σύνταξη καὶ
νὰ μὴν ἔχω πάλι ποῦ νὰ πάω. Στὰ ἐνδιάμεσα χρόνια, πολλὰ
βέβαια μπορεῖ νὰ συμβοῦν.
Ξύπνησα σήμερα τὸ πρωὶ καὶ χαίρομαι ποὺ δὲν βρέχει.
Ξύπνησα καὶ σκέφτομαι τὰ πάντα, μέχρι καὶ τοὺς κροκό-
δειλους στὴ Γουινέα.

~.~

Τὸ ξημέρωμα τοῦ θνητοῦ

Κάθομαι καὶ παρατηρῶ ἀπὸ τὸ παντζούρι μου,
ὁ ἥλιος σπέρνει τὸ φῶς του σ’ ἕνα χάος
ἀπὸ πολυκατοικίες.
Μεταλλικὰ κατασκευάσματα σκίζουν τὸν οὐρανό,
ἀφήνοντας ὑπόκωφους ἤχους.
Πολιτισμένα ὄντα ποὺ τὰ ὀνομάζουν
συνανθρώπους μου, ντυμένα βολτάρουν.
Ἕνα μαυρωπὸ πλάσμα μὲ φτερὰ
ποὺ τὸ λένε στὸν τόπο μου μύγα,
κυκλοφέρνει πίσω μου βουίζοντας.

Ἡ τηλεόραση ἠχεῖ καὶ ἀναβοσβήνει,
τὸ σῶμα μου ἀνασαίνει καὶ ἠλεκτρίζεται,
τὸ μυαλό μου πλέκει συνειρμούς,
μὴ μπορώντας νὰ ἐννοήσει,
καὶ φτάνω στὸ τέλος καὶ ἀναρωτιέμαι:
ποῦ στὸ διάολο βρίσκομαι;


Ὁ Σταῦρος Μπουρδάκης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1984. Σπούδασε Ψυχολογία στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Θρῆνοι καὶ μύθοι (2017).

Ρικάρντο Πίγλια, Η ομιλία κατά την απονομή του βραβείου Rómulo Gallegos

Η ομιλία κατά την απονομή του 27ου διεθνούς βραβείου μυθιστορήματος Rómulo Gallegos

(μτφρ. από τα ισπανικά Γιώργος Αποσκίτης)

Δεν το βρίσκω περιττό να σας πω πως με τιμά ιδιαιτέρως και είμαι βαθιά συγκινημένος που βρίσκομαι εδώ. Είμαι ευγνώμων στους συναδέλφους της επιτροπής, στους φίλους από το Celarg[1]. Και οφείλω να ευχαριστήσω για την παρουσία του τον Υπουργό Πολιτισμού της Βενεζουέλας, καθώς και όλους εσάς που είστε εδώ απόψε.

Μου φαίνεται πολύ σημαντικό ένα βραβείο που απονέμεται στη Λατινική Αμερική να φέρει την παράδοση και το κύρος που φέρει το βραβείο Rómulo Gallegos. Το να παίρνεις κάποιο βραβείο είναι πάντοτε μια άβολη συνθήκη, νιώθει κανείς αναγνώριση για τη δουλειά του και την ίδια στιγμή νιώθει έξω απ’ τα νερά του, γιατί τα βραβεία απονέμονται στα βιβλία και όχι στα πρόσωπα.

Θα μπορούσαμε να συλλογιστούμε αυτή την άβολη συνθήκη, την απόσταση αυτή ανάμεσα στα βιβλία και στον συγγραφέα, ως κλασικό θέμα της λογοτεχνίας. Αυτός που γράφει δεν είναι αυτός που είναι και αυτός που αφηγείται δεν είναι αυτός που γράφει, όπως έχει ειπωθεί. Υπάρχει κάτι από τη φανταστική σύλληψη της ιδέας του σωσία σ’ αυτή τη συνθήκη: τα βιβλία διαθέτουν πάντα κάτι από τον Κύριο Χάιντ, είναι πάντοτε η σκιά του συγγραφέα τους. Όμως, αναμφίβολα, –καθώς πρόκειται για βραβείο μυθιστορήματος– η αφήγηση είναι που συνδέει τους αφηγητές, τα μυθιστορήματα και τους αναγνώστες. Και πάνω στην αφήγηση θα ήθελα απόψε να πω λίγα λόγια.

Έχω φανταστεί πολλές φορές πως, εάν, χάρη σε κάποια μαγική διαδικασία, μπορούσαμε να έχουμε στη διάθεσή μας όλες τις εξιστορήσεις που κυκλοφορούν σε μια πόλη μέσα σε μία μέρα, θα γνωρίζαμε περισσότερα γι’ αυτόν τον τόπο απ’ ό,τι αναλύοντας ανακοινώσεις πολιτικού περιεχομένου, ειδήσεις, έρευνες, στατιστικές ή λαμβάνοντας τον λόγο των μέσων ενημέρωσης. Αυτές οι εξιστορήσεις εντός της κοινωνίας είναι το μεγαλύτερο από τα συγκείμενα της λογοτεχνίας. Με περισσότερες από μία έννοιες το μυθιστόρημα δουλεύει πάνω στην πραγματικότητα την ήδη αφηγημένη. Η πολλαπλή αυτή πλοκή από ανώνυμες φωνές, εκδοχές, μικροσκοπικές ιστορίες, προσωπικές αντιλήψεις, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο ζει το μυθιστόρημα.

Το να διηγούμαστε ιστορίες είναι μια από τις σταθερότερες πρακτικές της κοινωνικής ζωής∙ μια τυχαία μέρα στη ζωή του καθενός από εμάς είναι ως ένα βαθμό φτιαγμένη και από τις ιστορίες που λέμε και μας λένε, από τη διάδοση ιστοριών που ανταλάσσουμε ο ένας με τον άλλον και που αποκρυπτογραφούμε διαρκώς στο δίκτυο της κοινωνικής ζωής∙ καλούμαστε πάντοτε να αφηγηθούμε. «Πες μου!», είναι μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές απαιτήσεις. Άπαντες μετερχόμαστε την αφήγηση και αναγνωρίζουμε μια καλή εξιστόρηση. Όμως, πώς θα ήταν μια καλή εξιστόρηση; Μια ιστορία που τη βρίσκει ενδιαφέρουσα όχι μονάχα εκείνος που αφηγείται, αλλά και ο αποδέκτης της. Ένα παράδειγμα είναι η εξιστόρηση των ονείρων. Αυτός που διηγείται ένα όνειρο έρχεται αντιμέτωπος με το πρόβλημα που έχουν να λύσουν οι αφηγητές που πιστεύουν ότι οι ιστορίες που ενδιαφέρουν τους ίδιους θα φανούν σε όλους ενδιαφέρουσες. Όταν κανείς διηγείται ένα όνειρο, όταν λέει «Ονειρεύτηκα το σπίτι της παιδικής μου ηλικίας», η εικόνα αυτή φέρει για τον αφηγητή ένα ιδιόμορφο νοηματικό φορτίο, γιατί θυμάται κανείς καλά όλα όσα ήταν το σπίτι αυτό της παιδικής ηλικίας, όμως πρέπει και να γνωρίζει πώς να μεταδώσει αυτή την ανάμνηση κι αυτό το συναίσθημα.

Επομένως, καλός αφηγητής δεν είναι μόνον αυτός που βίωσε την εμπειρία, το συναίσθημα της εμπειρίας, παρά και κάποιος που είναι ικανός να μεταδώσει στον άλλο τη συγκίνηση αυτή. Γι’ αυτό μόλις μου διηγηθούν ένα όνειρο, προσπαθώ να δω αν είμαι κι εγώ μες στο όνειρο, αν εμφανίζομαι εκεί, διότι κάτι τέτοιο θα έκανε το όνειρο λιγάκι πιο ενδιαφέρον, ενδεχομένως και πιο επικίνδυνο, όμως, σε κάθε περίπτωση, θα υπονοούνταν κι η δική μου παρουσία σ’ αυτή την ιστορία. Η εξιστόρηση εξαρτάται απ’ αυτόν τον υπαινιγμό κι αυτός είναι πάντα συνδεδεμένος με τον αποδέκτη της ιστορίας∙ στη δομή αυτή έχει θεμελιωθεί η ποιητική του διηγήματος από τον Πόε ως τον Μπόρχες.

Η αφήγηση, από την άλλη, είναι ένας από τους πρωταρχικούς τρόπους χρήσης της γλώσσας∙ κάποιοι φτάνουν να πιστέψουν ότι η αφήγηση βρίσκεται στις απαρχές της κουλτούρας. Ο Καρλ Πόπερ σημειώνει: «Προτείνω τη θέση ότι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της ανθρώπινης γλώσσας είναι η δυνατότητα να διηγηθεί ιστορίες∙ κάλλιστα η δεξιότητα αυτή μπορεί και να υπήρχε ήδη στον κόσμο των ζώων, όμως υπαινίσσομαι», λέει ο Πόπερ, «πως η στιγμή που η γλώσσα γίνεται ανθρώπινη βρίσκεται σε στενότατη σχέση με τη στιγμή που ο άνθρωπος επινοεί κάποια διήγηση». Η διαδικασία της αφήγησης θα ήταν η συνθήκη του πιθανού και του αινιγματικού, κατά τι θαυματουργού συμβάντος από το οποίο ξεπροβάλλει η γλώσσα. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να κατονομάσουν κάτι που δεν βρίσκεται εδώ, για να ανασυνθέσουν μια απούσα πραγματικότητα, για να αλυσοδέσουν τα συμβάντα, να εγκαθιδρύσουν κάποια τάξη, να ανασυνθέσουν συγκεκριμένους νοηματικούς συσχετισμούς. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα που έδινε ο μυθιστοριογράφος Ε. Μ. Φόρστερ στο βιβλίο του Aspects of the novel: «Ο βασιλιάς πέθανε κι ύστερα πέθανε η βασίλισσα, είναι ένα γεγονός. Ο βασιλιάς πέθανε κι ύστερα πέθανε η βασίλισσα από τη θλίψη της, είναι μια εξιστόρηση».

Διατηρείται η χρονική ακολουθία, όμως το συναίσθημα του αναπόδραστου, της λύπης, το επισκιάζει. Το κίνητρο της δράσης, το νόημα, το «γιατί συμβαίνουν τα πράγματα με αυτή τη σειρά;», είναι το κλειδί της αφήγησης.

Από την άλλη, η αφήγηση είναι μια ιστορία που έχει διαρκέσει πολύ καιρό, πάντα οι άνθρωποι διηγούνταν ιστορίες, θα μπορούσαμε να φτάσουμε να φανταστούμε την πιθανή αρχή της αφήγησης, θα μπορούσαμε να τεκμαρθούμε ένα σημείο αφετηρίας, να φανταστούμε μια αρχική εξιστόρηση: μπορούμε να φανταστούμε πως ο πρώτος αφηγητής έφτασε κοντά στη σπηλιά γυρεύοντας πιθανότατα κάτι, κυνηγώντας κάποιο θήραμα, διέσχισε ένα ποτάμι κι ύστερα κάποιο βουνό, και κατέληξε σε μια κοιλάδα κι εκεί είδε κάτι που του φάνηκε ασυνήθιστο κι επέστρεψε για να διηγηθεί την ιστορία.

Μπορούμε να φανταστούμε, σε κάθε περίπτωση, πως ο πρώτος αφηγητής ήταν ένας ταξιδιώτης κι ότι το ταξίδι είναι μια από τις κεντρικές δομές της αφήγησης. Κάποιος βγαίνει από τον κόσμο τον καθημερινό, πάει σε άλλο μέρος και διηγείται  ό,τι είδε, διηγείται τη διαφορά.

Και αυτός ο τρόπος να αφηγείται κανείς το ιστόρημα σαν ταξίδι, μια δομή που παραμένει, έφτασε ως τις μέρες μας∙ δεν υπάρχει ταξίδι δίχως αφήγηση. Κατά μία έννοια θα μπορούσαμε να πούμε πως ταξιδεύουμε ούτως ώστε να αφηγηθούμε. Όμως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως υπάρχει και κάποια άλλη προέλευση της πράξης της αφήγησης, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι αυτός ο άλλος πρωταρχικός αφηγητής θα ήταν ο μάντης, ο σαμάνος, ο ιχνευτής της φυλής, αυτός που αφηγείται μια πιθανή ιστορία με βάση ασαφή κατάλοιπα και ίχνη. Υπάρχουν ορισμένα σημάδια, ορισμένες ενδείξεις, που η προσπάθεια κατανόησής τους δεν έχει τέλος, είναι απαραίτητο κάποιος να τα αποκρυπτογραφήσει και το να τα αποκρυπτογραφήσει σημαίνει να πλέξει μια κάποια εξιστόρηση, επομένως θα μπορούσαμε να πούμε πως ο πρώτος αφηγητής ενδέχεται να ήταν κάποιος που διάβαζε οιωνούς, που διάβαζε το πέταγμα των πουλιών, τα ίχνη στην άμμο, τα σχέδια στο καβούκι της χελώνας, και με βάση αυτά τα σημάδια ανασυνέθετε μια πραγματικότητα απούσα, κάποιο νόημα ξεχασμένο και μελλοντικό.

Αυτή την ανασύνθεση μιας ιστορίας με βάση συγκεκριμένα σημάδια που βρίσκονται εδώ, στο παρόν, αυτό το πέρασμα σε κάποια άλλη παροδικότητα, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε εξιστόρηση-διερεύνηση∙ υπάρχει κάτι που δεν το γνωρίζω κι η εξιστόρηση το ανασυνθέτει, το φαντάζεται, το αφηγείται.

Εάν σκεφτούμε τη μακρά αυτή ιστορία της αφήγησης, θα μπορούσαμε να φανταστούμε πως υπήρξαν, κατόπιν τούτου, δύο βασικά είδη αφήγησης που έχουν παραμείνει απ’ το ξεκίνημα, δύο μεγάλα σχήματα που βρίσκονται πέρα από τα είδη και που τα ίχνη και τα απομεινάρια τους μπορούμε να τα δούμε σήμερα στις αφηγήσεις που κυκλοφορούν και αντέχουν, το ταξίδι και η διερεύνηση.

Η διερεύνηση κατανοημένη ως εξιστόρηση που έρχεται να δώσει τη λύση σ’ ένα αίνιγμα, σε κάτι που δεν φτάνουμε ποτέ να καταλάβουμε επαρκώς και που η εξιστόρηση προτίθεται να το αποκαταστήσει και να το αποκρυπτογραφήσει. Και την ίδια στιγμή, οι δύο αυτοί μεγάλοι τρόποι να αφηγούμαστε έχουν τους ήρωές τους, τους πρωταγωνιστές τους, τις θρυλικές μορφές τους, λες και είχε καταλήξει η επανάληψη αυτών των εξιστορήσεων να αποκρυσταλλωθεί στη μορφή που στηρίζει το σχήμα, θα μπορούσαμε επομένως να σκεφτούμε ότι οι δύο μεγάλοι τρόποι να αφηγούμαστε έχουν κι αυτοί κατασκευάσει τους δικούς τους ήρωες. Υπάρχει η μεγάλη παράδοση του ταξιδιώτη, του πλάνητα, εκείνου που εγκαταλείπει την πατρίδα του, ο οξύνους Οδυσσέας, ο Πολύτροπος, ο πολυταξιδεμένος, εκείνος που βρίσκεται μακριά, εκείνος που νοσταλγεί την επιστροφή, το υποκείμενο που βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση επισφάλειας, ο νομάς, ο ξένος, αυτός που βρίσκεται μακριά απ’ το σπίτι του και ζει με τη νοσταλγία κάποιας απώλειας. Θα μπορούσαμε άρα να φανταστούμε τον Οδυσσέα σαν ενός είδους ήρωα, σαν ενός είδους πρωταρχικό ήρωα∙ με βάση πάντα την απομόνωσή του και τη νοσταλγία του αποκτά υπόσταση ως υποκείμενο κι έχει τη δυνατότητα να αφηγηθεί.

Και, φυσικά, ο έτερος ήρωας της υποκειμενικότητας, η άλλη μεγάλη μορφή, είναι ο Οιδίποδας, αυτός που αποκρυπτογραφεί τα αινίγματα, αυτός που διερευνά κάποιο έγκλημα και στο τέλος καταλήγει να καταλάβει πως ο εγκληματίας είναι αυτός ο ίδιος∙ είναι ο Οιδίποδας ο πρωταγωνιστής της δομής της εξιστόρησης-διερεύνησης, και, άρα, της εξιστόρησης που μοιάζει με κάποια χαμένη ιστορία που πρέπει οπωσδήποτε αυτός να την ανασυνθέσει, κι η εξιστόρηση αυτή που λείπει είναι η ιστορία της ζωής του.

Ο Οδυσσέας κι ο Οιδίποδας, φανταστικοί ήρωες ετούτων των αρχαϊκών εξιστορήσεων, καθορίζουν την αφήγηση ως ταξίδι ή ως διερεύνηση του νοήματος.

Αργότερα ονομάζονται Δον Κιχώτης ή Άχαμπ[2], ονομάζονται Ερδοσάιν[3] ή Δόνια Μπάρμπαρα[4]∙ υπάρχει πάντοτε, στις μεγάλες αφηγήσεις, το πάθος για την εξεύρεση κάποιου νοήματος στη ζωή. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο η νοηματοδότηση είναι προϊόν χειραγώγησης και στον οποίο τα μέσα δεν παρουσιάζουν την πραγματικότητα κάτω από κριτικό πρίσμα, η λογοτεχνία επιμένει στο να έχει βλέψεις στην αλήθεια, κι είναι οι βλέψεις της αυτές που τη δικαιώνουν.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ανακαλέσω ένα γεγονός, ένα ασήμαντο συμβάν που κατά μία έννοια φωτίζει αυτό που θέλω να πω και φωτίζει μαζί μ’ αυτό και πολλά άλλα πράγματα, χωρίς να τα κατονομάζει επακριβώς.

Πριν από χρόνια, το 1978, εν μέσω στρατιωτικής δικτατορίας, επισκέφτηκα την Αντωνία Κριστίνα, μία από τις μητέρες της Πλατείας του Μαΐου, που είχε δύο εξαφανισμένα παιδιά: την Ελεονώρα και τον Ρομπέρτο. Η Αντωνία ζούσε σ’ ένα πολύ λιτό διαμέρισμα σε μια συνοικία του Μπουένος Άιρες, θυμάμαι πολύ καλά πως κατά διαστήματα παρέμενε σιωπηλή κι ύστερα μου έλεγε πως ήταν τέτοια τα ψέματα που λέγονταν που καθόταν και τσακωνόταν με τη συσκευή της τηλεόρασης, έβλεπε τις ειδήσεις, τις πολιτικές εκπομπές και τους μιλούσε και τις διέψευδε, μόνη της, σε κάποιο σπίτι στο Μπουένος Άιρες, τη χιονοστιβάδα των ειδήσεων που επαναλάμβαναν τις κυνικές εκδοχές της πραγματικότητας σύμφωνα με τη στρατιωτική δικτατορία. «Είναι φορές που ζητώ απ’ τον Θεό», – μου είπε η Αντωνία εκείνο το σούρουπο, «να μου δώσουν ένα λεπτό, ένα μόνο λεπτό για να πω πώς έχουν τα πράγματα». Κάθε βράδυ, ξαναπερνούσε και πρόβαρε αυτό που ήθελε να πει σε ένα λεπτό μέσα. Έβαζε ξανά και ξανά νοητές πινελιές στην εξιστόρηση των γεγονότων.

Η τάση ανάμεσα στην ιστορία και στην εμπειρία, ανάμεσα στην πληροφορία και στην αφήγηση, είναι το διακύβευμα σ’ αυτή τη συνθήκη. Σε ορισμένα μέρη της πόλης για μερικά χρόνια κυκλοφορούσαν οι αληθινές εκδοχές, τα γεγονότα, οι εξιστορήσεις που μας επέτρεπαν να μαθαίνουμε τι συνέβαινε κάτω από την πλημμυρίδα χειραγωγούμενης πληροφορίας. Η Αντωνία ήταν μαζί και Σεχραζάντ, μόνη σ’ ένα διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες διηγούνταν την ιστορία της και την ιστορία των παιδιών της. Αυτή και τόσοι ακόμη μας βοήθησαν να αντιστεκόμαστε αλλά και να μην ξεχνάμε.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Καράκας, Βενεζουέλα, 2 Αυγούστου 2011

RICARDO PIGLIA

[1] Celarg: ακρωνύμιο για το ίδρυμα Centro de Estudios Latinoamericanos Rómulo Gallegos (Κέντρο λατινοαμερικανικών σπουδών Rómulo Gallegos) στην Ουρουγουάη.

[2] Αναφορά στον πλοίαρχο Άχαμπ από το Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ.

[3] Αναφορά στον Ερδοσάιν από τους Εφτά τρελούς του Ρομπέρτο Αρλτ.

[4] Αναφορά στη Δόνια Μπάρμπαρα από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Rómulo Gallegos.

Σοφία Κολοτούρου, Φτωχικός λόγος

ellin stavromenos

Φτωχικός λόγος

Στον Ευριπίδη Γαραντούδη

Α΄

Ρόδο της μοίρας γύρευες να μας αποτελειώσεις,
με του Κοέλιο δόγματα και τον Αλχημιστή.
Κι ήταν ωραίο το σύμπαν σου, που υπόσχονταν με δόσεις
σε κάθε επιθυμία μας πως θα συνωμοτεί.

Της ευτυχίας το ανέβασμα γινόταν με το χάπι
-της πλάκας σεμινάρια και διαλογισμός-
κι η τσέπη μας πως στέναζε για να βρει λίγη αγάπη!
Ο κόσμος είναι δύσκολος αν γεννηθείς φτωχός.

~.~

Β΄

Τους πόνους απ’ τη φτώχεια μας ξεχνάς με λίγα φράγκα
και λησμονιούνται μονομιάς με μερικά ευρώ.
Λάμπουνε ξάφνου τα χρυσά, που τα ’τρωγε η μαρμάγκα…
Ω, να προσέξεις… κοίταξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

κουδούνισμά τους… Τ’ άγγιξες μέσα στο πορτοφόλι
το χέρι απλώθη κι άλλο κέρμα τώρα πάει να βρει…
Ω το πεντακοσάευρο, που το γυρεύουμ’ όλοι
πολύ θα μας ξελάσπωνε ετούτη τη στιγμή!

Τις ώρες του αποχωρισμού, νέα ευρώ να ξαναβγαίνουν
από την τσέπη ανθίζοντας, ως μάννα εξ ουρανού.
Να φέγγουνε τα μάτια μας και λίγο να γλυκαίνουν
στη σκέψη πια της θέρμανσης, μα και του φαγητού…

Ο νηστικός να έκλεισε τα μάτια; Μένει πάλι
σαν το παιδάκι με τα σπίρτα, μόνο και φτωχό
σε μια γωνιά στην άκρη εκεί, μες την ανεμοζάλη,
του πλούσιου το παράθυρο βλέποντας το κλειστό.

Ρόδο της μοίρας γνώριζες, δεν γύρισες το βλέμμα
την ώρα που του πόνου μας θέριζε ο σπαραγμός.
Μας έμπλεξες στα βάσανα, μας έπνιξες στο αίμα
κι απόκαμε κι η μέρα μας, χαμήλωσε το φως.

~.~

Γ΄

Ω σκοτεινό αναρρίγημα μπρος στ’ άδειο πορτοφόλι!
κρατάει ωστόσο – ελπίζουμε – κι άλλο η πιστωτική,
γιατί αν δεν γίνεται δεκτή, πλέον τη βάψαμε όλοι.
Την Mastercard που έχασε, πως θα την ξαναβρει

εκείνος που την άγγιζε κρυφά μες την παλάμη
με κάποιον πόθο του βαθύ, θαρρείς ερωτικό
που αίφνης, τον πλημμύριζε – ορμητικό ποτάμι –
από την μέσα τσέπη του σπρώχνοντας το παλτό.

Χαμήλωνε το βλέμμα του, σχεδόν χαμογελούσε
λες κάποια πόζα έπαιρνε για selfie ή ζωγραφιά.
Λησμονημένα μοιάζουν πια τα χρόνια αυτά που ζούσε
το βίο του ανάλαφρα∙ λέει λόγια σαν κι αυτά:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου που ήρθε κι ισοπέδωσε
και την ψυχή μου έχει μαυρίσει, σαν κατράμι.
Παλιά κοιτούσαμε τον ουρανό, που πίκρες έδωσε
και πήγανε τα χρόνια μας σιγά σιγά χαράμι.

Μες του μυαλού το ξάφνιασμα, μες του κορμιού τα βάσανα
δεν με κρατούνε πια τα πόδια και τα χέρια
Κι έχω ξεχάσει από καιρό τον τρόπο που ανάσανα
δεν βρίσκω πια στον ουρανό τα πεφταστέρια.

Στη θύμησή μου βρέθηκαν μιας μνήμης λίγα θραύσματα,
μακρινές φαινόταν απ’ το βάθος εικόνες
κι ήταν στιγμές που τα παλιά ξανάβλεπα φαντάσματα
εορτών σε καλοκαίρια και ζεστούς χειμώνες.

Σαν να είχα πάλι ωραία ντυθεί, σαν μια καλή διαφήμιση
σαν να ’ταν στην ντουλάπα μου και τα Σανέλ μου
που τα φορούσα κάποτε – με πιάνει κι η συγκίνηση –
στην πίστα που χορεύαμ’ όλοι μας, στου Ρέμου…»

Το φως της μέρας φίλοι μας λιγόστεψε και σβήνει
και μοιάζει αστείο να ζητάς τα δώρα του καιρού.
Μίκρυνε και τ’ απόθεμα. Του επιτοκίου η οδύνη
μας έζωσε και ο φόβος μας, του νέου λογαριασμού.

…Μες το ταμιευτήριο, πως πάει και λιγοστεύει
ευρώ ευρώ το όνειρο, παλιάς ανεμελιάς
μέσα στις νέες τράπεζες, ποιος δάνεια γυρεύει
και ποιόν θα κοροϊδέψουνε στα πλαίσια της δουλειάς…

~.~

Δ΄
Χίλια ευρώ στα ξαφνικά, του πλούτου τα σημάδια
ζητούνται και γυρεύουνται για τους λογαριασμούς
για ΦΠΑ και ΕΝΦΙΑ, σ’ ανεύρετα συρτάρια
μήπως και τους πληρώσουμε, με διακανονισμούς.

Με νόμους και ψηφίσματα, η αχόρταγή τους σκέψη
γυρνά, πιέζει, σφίγγει σε μια πρέσα την ψυχή.
Μας κυβερνούν αμίλητοι και -ποιος να το πιστέψει-
μας βάζουν να πληρώνουμε «δι’ ασήμαντη αφορμή».

Στέκει η Βουλή πολύ ψηλά∙ στο περιστύλιό της
κυκλοφορούν διατάγματα, νόμοι, πολιτικοί.
Έξω διχάζεται ο λαός, μα πάντα η ανθρωπότης
στο τέλος υποτάσσεται, στρατιώτες στη γραμμή.

Ξάφνου συλλαλητήριο συμβαίνει ή πορεία
που ήσυχα διαλύεται, στην ξαφνική βροχή.
Κι αποσταμένοι βλέπουμε την ίδια ιστορία,
που σαν ταινία πολύ παλιά, λες θα ξαναπαιχτεί.

Στην φαντασία γυρίζουνε τα χίλια ευρώ μας τώρα
και λάμπουνε τα μάτια μας στους υπολογισμούς.
Πως, λέει, θα ξεχρεώναμε, θα φεύγαμ’ απ’ την χώρα,
νύχτα, μ’ ένα ελικόπτερο, ψηλά στους ουρανούς.

~.~

Ε΄

Που πήγε η μέρα η όμορφη, που παίζαμε στο λόττο;
Δεν θα βρεθεί στην τσέπη μας να πέσει ένας λαχνός
κι εκείνος που στο σύστημα θα βάλει ένα μπουρλότο
μήπως γυρίσει και για μας της μοίρας ο τροχός;

Στα χρόνια της υπομονής ασπρίσαν τα μαλλιά μας
και λέγαμε πως θα ’ρθουνε τα θαύματα σε μας
μ’ αγγέλους που θ’ ακούγανε, λοιπόν, τα δάκρυά μας
καθώς ο ήλιος θα ’γερνε και πάλι προς δυσμάς,

στη θάλασσα… Ρόδο και σύμβολο αμάραντο της τύχης,
να που δεν μας ευνόησες. Κι αν γύρισε ο τροχός
τ’ αγκάθια μόνο έδειξες∙ δεν χαμηλώνει ο πήχης
λιγάκι, να περάσουμε, να ζήσει κι ο φτωχός.

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 14. Μαρίνα Αρμεύτη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μαρίνα Ἀρμεύτη

(Ὁ κύριος ἱππόκαμπος, Ἀθήνα, Φίλντισι, 2018)

rainbow_seahorse-1516922536m

Κρίση πανικοῦ

Κερματισμένος ὁ ἀέρας
Οἱ μουσικὲς δύσκολα ταξιδεύουν
Οἱ ἀνάσες μας στοχεύουν στὸ πάνω διάζωμα
Καὶ τὰ κορμιά μας τεντώνονται
γιὰ τοῦ δικοῦ μας Διόνυσου τὰ μάτια
Στὸ πρῶτο στάσιμο
ξεκίνησα γιὰ νὰ σὲ συναντήσω.
κι ἔλυσα ἕνα – ἕνα τὰ αἰνίγματα
Ὣς τὴν ἀλήθεια

Σὰν τυφλωθεῖ ὁ Οἰδίποδας
Οἱ θεατὲς ἀνακουφισμένοι
ποὺ δὲν κοιμήθηκαν μὲ τὴ μάνα τους
τραβοῦν μὲ τὰ ἀκριβὰ ἀμάξια τους
γιὰ τὸν ἀναπόφευκτο
Κιθαιρώνα τους

  • Ὁ πίνακας ‘Rainbow Seahorse’ ἀνήκει στὴν Althea E. Jenkins (2017)

Ἡ Μαρίνα Ἀρμεύτη γεννήθηκε τὸ 1974 στὴ Λεμεσό. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Λευκωσία ὡς φιλόλογος στὴ Μέση ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητική συλλογή Ὁ κύριος ἱππόκαμπος (2018).

Ο στίχος τοξωτό γεφύρι

~.~

της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΣΠΥΡΕΛΗ

Δημήτρης Ε. Σολδάτος,
Στην δροσιά του Δροσίνη,
έκδοση εκτός εμπορίου,
Λευκάδα 2019

Μιαν εξαιρετική συνομιλία ανοίγει στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης-ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος με το έργο του Γεωργίου Δροσίνη (1859-1951).

Παρόλο που τους χωρίζει ηλικιακά ένας και πλέον αιώνας, εντούτοις είναι εμφανές άλλη μια φορά ότι το άχρονο της ποίησης θα παραβλέπει τις χρονικές συμβάσεις των ανθρωπίνων και θα ενώνει τους ποιητικούς φθόγγους, όσο ο Αναγνώστης συναντάει το Ποίημα και όσο το Ποίημα αναμένει τον Αναγνώστη και τον καλοδέχεται στον ρυθμικό και θεματικό του τόπο. Νομίζω ότι στην προκείμενη περίπτωση συνέβησαν και τα δυο. Ο τίτλος Στην δροσιά του Δροσίνη είναι ευφυέστατος καθώς υποδηλώνει ευθέως την ποιητική συνομιλία.

Άλλωστε ο Δημήτρης Ε. Σολδάτος με παραστατικό και εξομολογητικό τόνο αναφέρεται στην γονιμοποιό επίδραση της προσωπικής του ανάγνωσης, που εν συνεχεία τον οδήγησε στη γραφή: «και με κυρίευσε το δαιμόνιο: να γράψω ποιήματα σαν κι αυτά, για να έχω τη χαρά να τα διαβάσω. Μια ψιχάλα, στην αρχή, έφερε το πρωτοβρόχι. Κατόπιν ξέσπασε η μπόρα, η νεροποντή. Κατακλυσμός Κυρίου! Οι καταρράκτες του μυαλού μου βροντούσαν κελαηδιστά νερά […] Κοιμόμουν ελάχιστα, ζούσα σαν υπνωτισμένος. Στιχουργούσα ακαταπαύστως. Δεν έγραφα ακριβώς, έγραφα καθ’ υπαγόρευσιν. Λες και κάποιος μου ψιθύριζε στίχους στ’ αυτί» (σελ. 13).

Η συλλογή των ποιημάτων του, όπως ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή του, «αποτελείται από παραλλαγμένα ποιήματα του Δροσίνη, που ορισμένα λειτουργούν ως αντίστιξη του αρχικού νοήματος ή παρωδούν την εποχή που διανύουμε, άλλοτε υπογείως και άλλοτε εμφανώς. Άλλα σκιαγραφούν δικές μου ιστορίες με το δικό τους ύφος. Άλλα συμπληρώνουν στίχους του, στην προσπάθεια μου να συνομιλήσω μαζί του γεφυρώνοντας του καιρού το χάσμα» (σελ. 14).

Οι στίχοι του ομοιάζουν με λαμπρά κομψά εικονίσματα στη διαδρομή του χρόνου τα οποία αφενός ελκύουν τον διερχόμενο αναγνώστη ή τον ερευνητή να σταθεί και να περιεργαστεί από κοντά την θαυμάσια τεχνική και το περιεχόμενό τους και αφετέρου μνημειώνουν τον Πρόγονο Ποιητή, ανανεώνοντας ταυτόχρονα την νοηματοδότηση του ποιητικού λόγου. Θα τολμήσω να καταθέσω ελάχιστα σχόλια για δυο ποιήματα από τη συλλογή Στην δροσιά του Δροσίνη.

Α. Οι “ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ” (σελ. 40) είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που αναδεικνύει το φαινόμενο του ποιητικού διαλόγου με έναν ιδιότυπο εικονιστικό και αντιστικτικό τρόπο. Ο Δ. Σ. διαισθανόμενος την υπέρτατη συν-κίνηση (συγκίνηση) που προκαλεί η συνάντησή του με τον μακρινό πρόγονο και με απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό προς τον ομότεχνό του αρχίζει με την εξής κορυφαία τετράστιχη στροφή όπου περιέχεται όλη η θεωρία της διακειμενικότητας.

Συνοδοιπόροι όχι, δεν κινήσαμε.
Στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο, όμως,
ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε
του καθενός μας για να σμίξει δρόμος.

Εσύ τα ταπεινά στ’ αστέρια ύψωσες
κι εγώ ταπείνωσα όλα τα επηρμένα
και σύντριψα το μπρούντζο και το μάρμαρο –
πηλός εσύ και σύντριψες εμένα.

Σ’ απάτητες ηλιοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα σ’ ανήλιαγες ραχούλες.
Καλόκαρδες βοσκούλες είχες Μούσες σου
κι εγώ ακατάδεχτες αρχοντοπούλες.

Εσύ βοτάνι της αγάπης έκοψες
κι εμένα η αγάπη έχει μαράνει
Στεφάνι δεν γυρεύω από δαφνόφυλλα –
έναν σου στίχο να ’γραφα μου φτάνει.

Ο τίτλος αλλά και ο πρώτος στίχος του ποιήματος παραπέμπουν ευθέως στον έμμετρο διάλογο που άνοιξε την εποχή του Μεσοπολέμου ο Παλαμάς με τον Δροσίνη, όπου ο πρώτος στέλνει το 1928 τους «Πεντασύλλαβους» στον ομότεχνό του και τον αναμένει ως κριτικό αναγνώστη και ο δεύτερος, οχτώ χρόνια αργότερα (το 1936), εκθειάζει το προβάδισμα αλλά και τον διαφορετικό ποιητικό δρόμο του αποστολέα. Ο ποιητής Σολδάτος, εν έτει 2019, αρχικά αφουγκράζεται και τους δυο, δηλαδή τον Παλαμά που επιλέγει για τον Δροσίνη την προσφώνηση “συνοδοιπόρος”i και την καταφατική απάντηση του Δροσίνη «Συνοδοιπόροι, ναι, κινήσαμε κι οι δυο»ii και ύστερα γράφει το δικό του ποίημα “Συνοδοιπόροι” προσδιορίζοντας πλέον την προσωπική του σχέση με τον Δροσίνη αλλά και με την ποίηση γενικότερα.

Απευθύνεται στο Δροσίνη αναλογικά με τον τρόπο που εκείνος «αποκρίθηκε» στον Παλαμά. Μορφικά ακολουθεί την εναλλαγή του 11σύλλαβου με τον 12σύλλαβο ιαμβικό στίχο καθώς και την τετράστιχη φόρμα των τεσσάρων στροφών του ποιήματος “Απόκριση στον Παλαμά”.iii Κρατάει επίσης από την κάθε στροφή αναγνωρίσιμες λέξεις του Δροσίνη όπως: Συνοδοιπόροι, κινήσαμε, καιρού, όμως, δρόμος (στροφή 1η). Εσύ, κι’ εγώ, το μπρούντζο και το μάρμαρο, πηλός, σύντριψες (στροφή 2η). Ανέβηκες, και στάθηκα, ραχούλες, Μούσες σου (στροφή 3η). Εσύ, Στεφάνι, από δαφνόφυλλα, φτάνει (στροφή 4η).

Επομένως συνειδητά συνεχίζει τον ποιητικό διάλογο ως επίγονος πλέον αυτών που συνομίλησαν εν ζωή μεταξύ τους. Το αξιοπρόσεκτο κυριαρχεί στην πρώτη στροφή. Ο Σολδάτος υπογραμμίζει την αθανασία της ποίησης που υπερβαίνει το Αδύνατον και καθιστά δυνατή τη συνάντηση των ποιητών ακόμα και «στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο». Υπέροχη σύλληψη η εικόνα του άυλου γεφυρώματος:«ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε / του καθενός μας για να σμίξει δρόμος».

Β. “ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΟΥ ΒΛΕΦΑΡΑ” (σελ. 46), είναι ο τίτλος του ποιήματος, του αφιερωμένου ολοφάνερα στο Δροσίνη. Αλλά και το παράθεμα στον υπότιτλο περιέχει στίχο του Δροσίνη από το έργο του Σπίθες στη Στάχτη (1940).iv Το ποίημα είναι διάστικτο από λέξεις που ηθελημένα παραπέμπουν σε τίτλους έργων του, χωρίς όμως να διαταράσσεται ο λυρισμός και ο δυναμισμός των στίχων. Αντιθέτως αναδεικνύεται όχι μόνο η θαυμαστική πρόθεση του επιγόνου προς το μακρινό ποιητικό πρόγονο αλλά κατατίθεται έμμετρα μέρος της εργογραφίας τουv με ποιητική μαεστρία.

Ιστοί Αράχνης σκέπασαν τους στίχους σου, Δροσίνη,
που Σταλακτίτες άστραφταν στ’ Αμάραντά σου ειδύλλια.
Τώρα Γαλήνη απλώθηκε. Τα Φωτερά Σκοτάδια,
μες στα Κλειστά σου Βλέφαρα, παρεκκλησιού καντήλια.

Η Πύρινη Ρομφαία σου ιτιά αστραποκαμένη.
Δυο μέτρα Χώμα Ελληνικό το μνήμα σου σκεπάζει.
Το Μοιρολόι της Όμορφης το πήρε το ποτάμι.
Σ’ Αλκυονίδες βροχερές η μέρα Θα Βραδιάζει.

Τα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής, Βοτάνι της Αγάπης.
Λαμπάδες τα γραμμένα σου, Φευγάτα Χελιδόνια,
Σπίθες στην Στάχτη γίνανε, που σκύβοντας φυσάω
ν’ ανάψουν τα εφήμερα για να καούν στα αιώνια.

Τα πάντα εδώ εκκινούνται από την απέραντη ευγνωμοσύνη του Σολδάτου για την «ωραία ψυχή» του Δροσίνη. Εκείνου που χάρισε στο λαό ένα ποίημα για τους ξενιτεμένους (“Χώμα ελληνικό”) ή που διέσωσε τη μαγεία του δημοτικού τραγουδιού στο “Μοιρολόι της όμορφης” ή ακόμη που έστρεψε τα βλέμματα του αναγνώστη στην φυσική ομορφιά και στον πολιτισμικό θησαυρό του ελληνικού τόπου και κατ’ επέκταση του κόσμου, εμμένοντας όμως σταθερά στην «ευωδία του εφήμερου και τη λαχτάρα της αιωνιότητας». Έχω την εντύπωση πως κρατήθηκε γερά από αυτές τις αξίες και εγκάρδια πήρε το δρόμο να τον συναντήσει στο τοξωτό γεφύρι των στίχων. Άλλωστε ο ίδιος ο Σολδάτος καταθέτει ότι τον «ψυχοκάρδιωνε η φωνή» του Δροσίνη κάθε φορά που «απ’ τα ύψη δείλιαζε το μάτι».

Μην θες να φτάσεις σε κορφές
τη μοναξιά αν φοβάσαι.
Όσο ανεβαίνεις στα ψηλά
τόσο πιο μόνος θά ’σαι.

*Η κ. Χρ. Σπυρέλη είναι φιλόλογος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

i Ο Παλαμάς έστειλε το βιβλίο του Πεντασύλλαβοι συνοδευόμενο με το εξής ποίημα το αφιερωμένο “Στο Δροσίνη”: Πώς αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε, ο πιο γερός, ο πιο παλιός / για τ’ ανέβασμα στου Τραγουδιού / τ’ Αγιονόρος. // Με το γέλασμα του παιγνιδιού / με το γνοιάσιμο του κόπου / δουλεμένο το βιβλίο μου καρτερεί / τη ματιά σου, θρέμμα ανθρώπου / που δεν είναι στη ζωή του μια στιγμή, / μια χαρά στην ύπαρξή του, δίχως / να ταράζει του τη σκέψη ο στίχος.

ii Μετά από χρόνια ο Δροσίνης δημοσιεύει στην ποιητική συλλογή Φευγάτα χελιδόνια (1936) ποίημα 4 τετράστιχων στροφών με τον τίτλο “Απόκριση στον Παλαμά” και μότο τους στίχους του Παλαμά «Πώς αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε»: «Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε / στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως / με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε / του καθενός μας χωριστός ο δρόμος: // Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες / κι’ εγώ στα ταπεινά κι’ αποριμένα, / και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο / κι’ άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα […]

iii Βλ. υποσημείωση ii.

iv «Σωρό τη στάχτη όπου θωρείς / φωτιά θα ’χει περάσει».

v Στους στίχους του ποιήματοςπεριέχονται οι παρακάτω τίτλοι έργων του Δροσίνη: στροφή 1η (ποίηση: Ιστοί Αράχνης, 1880. Σταλακτίται, 1881. Ειδύλλια, 1884. Αμάραντα, 1890. Γαλήνη, 1902. Φωτερά Σκοτάδια, 1915. Κλειστά βλέφαρα, 1918)·στροφή 2η (ποίηση: Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες, 1921. “Χώμα ελληνικό” από τη συλλογή Αμάραντα. Το μοιρολόι της όμορφης, 1927. Θα βραδιάζη, 1930)· στροφή 3η (πεζογραφία και ποίηση: Σκόρπια φύλλα της ζωής μου Α΄, 1940. Το βοτάνι της αγάπης, 1901. // Φευγάτα χελιδόνια, 1936. Σπίθες στη στάχτη, 1940. Λαμπάδες, 1947).

Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ

Η παραλία του Ντόβερ

1_7TdPq7EVjcA1eNBm0m-yTw.jpeg

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)

DOVER BEACH

The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.

Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.

The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.

Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.

~.~

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ

Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·  απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ

Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.

Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).

Matthew-Arnold.jpgΜερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή  περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση  της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο  Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.

Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και  βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.

Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία.  Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος  σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

fbd04008-b3ee-11e7-bd81-0feeb2b41cb44.jpeg

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα  Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoys Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.

KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ὁ «Φουτουρισμός» του Καρυωτάκη

2.jpg

~.~

Ὁ «Φουτουρισμός» τοῦ Καρυωτάκη

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κ. Γ. Καρυωτάκης: ἕνας συγγραφέας τῆς ἀνατροπῆς, ἐφόσον πάντοτε μᾶς ἀπασχολεῖ ὁ δημιουργικός –καὶ μόνον αὐτός– βίος του· ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ἀφοροῦν ἄλλα πεδία, ἄλλον συγγραφέα, ἄλλη ἐργασία. Πρόκειται γιὰ μιὰν ἀνατροπὴ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὶς μορφικὲς ἀκροβασίες στὰ ὅρια τοῦ παραδοσιακοῦ στίχου, συνεχίζοντας τὴ διάρρηξη ποὺ εἶχαν ξεκινήσει οἱ Παλαμᾶς, Καβάφης κ.ἄ. (ὁ κάθεὶς ἀπὸ τὸ μετερίζι του) καὶ φτάνοντας στὸ ἔντονο φλὲρτ μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς ποιητικὲς ἐξελίξεις καὶ τὸν ἐπελαύνοντα μοντερνισμό, τοῦ ὁποίου θὰ μπορούσαμε μὲ ἄνεση πλέον νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι ὑπῆρξε ἐκ τῶν κομβικῶν εἰσηγητῶν του στὴ νεοελληνικὴ περίπτωση.[1]

Ἡ σχέση τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὰ ποιητικὰ ρεύματα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα δὲν περνᾶ ἀπαρατήρητη. Ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή, Ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν πραμάτων (1919) ἀνήκει ἐξ ὁλοκληρου στὸν συμβολισμὸ καὶ τὴν décadence, στοιχεῖα τῆς ὁποίας διατηρεῖ καθ’ ὅλη τὴν ποιητική του πορεία. Μὲ τὰ Νηπενθῆ (1921) καὶ τὰ Ἐλεγεῖα καὶ Σάτιρες (1927), ὁ Καρυωτάκης εἰσβαίνει στὸν μοντερνισμό –κάτι ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως προετοίμαζε ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη συλλογή του–, χωρὶς ὅμως ν’ ἀφήνει τὴ συμβολιστικὴ εἰκονο-ποιητικὴ κατὰ μέρους. Πέραν αὐτῶν, στὰ νεανικά του ποιήματα –ὅπως, ἄλλωστε, καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔργο του– ἐντοπίζονται παρνασσικὲς ἐπιδράσεις, ἐνῶ δὲ θὰ ἦταν ὑπερβολὴ σὲ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ πρώιμου Καρυωτάκη νὰ κάνουμε λόγο γιὰ ὕπαρξη αἰσθητιστικῶν ψηγμάτων (πρβλ. ὅλα τὰ σημεῖα σύγκλισης τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὸν Οὐάιλντ ἢ τὸν Πόου). Παράλληλα, ὁ ποιητικός του τρόπος, ἡ στιχουργία του καὶ οἱ ἀνατροπὲς ποὺ εἰσηγεῖται, ταυτίστηκαν μὲ τὸ κίνημα τῶν Γάλλων fantaisistes· τρανὴ ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ μετάφραση ποιημάτων ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύκλο. Δὲν εἶναι λίγες οἱ μελέτες ποὺ ὑποστηρίζουν ἐπαρκῶς τὰ παραπάνω. Πλάι σ’ ὅλα αὐτά, ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας ἔχει ἀποτελέσει καί ἡ σχέση τοῦ Καρυωτάκη μὲ ποιητὲς ἄλλων ρευμάτων τῆς πρωτοπορίας (λ.χ. ὑπερρεαλισμός)· τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ δραστικότητα τῆς καρυωτακικῆς ποιητικῆς μέσῳ τῶν μελλοντικῶν “προβολῶν” της.[2]

Γίνεται, λοιπόν, σαφὲς ἀπὸ τὰ παραπάνω, ὅτι ὁ Καρυωτάκης κινεῖται μὲ ἐπιδεξιότητα ἀνάμεσα στὶς κυρίαρχες ποιητικὲς τάσεις τοῦ ὕστερου 19ου καὶ πρώιμου 20οῦ αἰώνα, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν πλήρως ἐνημερωμένη ποιητική του φυσιογνωμία, ἡ ὁποία σταχυολογώντας τὰ καλύτερα στοιχεῖα κάθε ρεύματος τῆς προγενέστερής του ἐποχῆς, κατάφερε καὶ δημιούργησε ἕνα προσωπικὸ στύλ, ποὺ ἀνῆκε –φανερὰ πλέον– στὴ νεωτερικότητα. Μ’ ἄλλα λόγια, ὁ Καρυωτάκης ὑπῆρξε ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ καιροῦ του. Ἡ θητεία του στὸν 19ο αἰώνα καὶ στοὺς τρόπους τῆς ποίησής του συνέβαλε στὴ διαμόρφωση τῆς συγγραφικῆς του φυσιογνωμίας καί σὲ ἐπίπεδο μορφῆς· ἡ θητεία αὐτή, ὅμως, ἐξελίχθηκε –κατόπιν τῆς ἐνσυνείδητης ἐπιλογῆς τοῦ ἰδίου– σ’ ἕναν (ἐκ)συγχρονισμὸ μὲ τὰ ποιητικὰ δρώμενα τοῦ καιροῦ του. Ἡ ἐνεργὴ ποιητικὴ δράση τοῦ Καρυωτάκη ἀνήκει ὁπωσδήποτε –παρὰ τὶς ὅποιες ἀφετηρίες της– στὸν 20ὸ αἰώνα.[3] (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 13. Γιάννης Στίγκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιάννης Στίγκας

(Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006)

1807

Ἔτσι ὅπως διαβάστηκε στὴν παλάμη μου καὶ σκόνταψα στ’ ἀλήθεια

Τόσες περιστροφὲς
κι ὅμως ὁ ἱστὸς τοῦ κόσμου
μιᾶς σπίθας ὑπόθεση
ν’ ἀνοίξουν οἱ ἀσκοὶ
νὰ γίνουν ὅλα Β΄ Γραμμικὴ
καὶ τυραννία τῆς στάχτης

Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά

τὸ φῶς συνδράμει
ὅσο καὶ τὸ σκοτάδι

μιᾶς σπίθας ὑπόθεση ἡ ζωή

ἀλλοῦ ἡ ζωὴ
κι ἄλλοῦ ἡ σπίθα
Νὰ ἀφήσεις τὴν ἐπίλυση στὸν ἄνεμο

φρόντισε μὲ τὰ θαύματα
νὰ γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
νὰ εἶναι ὁ ἔρωτας
τὸ Δέκα τοῦ Χαμοῦ
καὶ νὰ σὲ θέλει
*
Ἐγὼ τὸ χρόνο μου

χρὰκ καὶ χρὰκ

μ’ ἕνα τσεκούρι πισώπλατα
Τὰ ὑπόλοιπα
θὰ τὰ ποῦν στὶς ἐφημερίδες

Ποίησις εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου
καὶ ἀπὸ κάτω
πανστρατιὲς οἱ βλαστήμιες
Ἀλλὰ ἐσὺ
κοίτα νὰ φτάσεις στὴν ἀγάπη
χωρὶς τὶς βαλίτσες σου

κοίτα

~.~
(Ἰσόπαλο τραῦμα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2009)

21034232_1544173425621441_1522950707344014817_n

Ὁπλισμένο μὲ τρυφερότητα

 γιὰ τὴν Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ

Γεμάτο πούπουλα
τὸ στῆθος της
ὁ ἴσκιος της
καὶ τὸ βαθύ της χέρι

γιατὶ ἀπὸ πολὺ μικρὴ
παίζει τὸ μ’ ἀγαπᾶ
δὲν μ’ ἀγαπᾶ

μὲ τὸ φτέρωμα τῶν ἀγγέλων

Δὲν τὸ κάνει γιὰ τὴν ἀπάντηση

τὸ κάνει γιὰ νὰ μὴ φεύγουν

~.~

Ἡ ἐπείγουσα ἁγιότητα τοῦ Ντύλαν Τόμας

Ἀπ’ ὅλους τοὺς Θωμάδες
ὁ πιὸ ἔμπιστος
σ’ ἐμένανε
ποτὲ δὲν ἐμαρτύρησε
τί σόι ὑποστυλώματα
γυρεύει τὸ σκοτάδι

αὐτός

ἀνθρακωρύχος πάντα του
νὰ βρεῖ τὴ φλέβα τῆς κατάνυξης
ὅλα της τὰ διαμάντια

ἄλλοι τὰ θέλουν γιὰ κοσμήματα
κι ἄλλοι νὰ κάνουνε διάρρηξη
στὰ πιὸ ψηλὰ μεσάνυχτα
ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀθῶοι

ἅμα συμπέσει καὶ πανσέληνος
μπορεῖς καὶ ν’ ἀπαγάγεις τὸ Θεό

κι οὔτε παζάρια

τίποτα

μονάχα νὰ κοιτάζεστε
μοιράζοντας τὸν πανικὸ ἰσότιμα
τὸν πανικὸ στὰ δύο

Τώρα καταλαβαίνω Ντύλαν μου
πῶς μπόρεσες καὶ ἔζησες

μονάχα μὲ τὰ μάτια


Ὁ Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Σπούδασε ἰατρική. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἡ ἀλητεία τοῦ αἵματος (2004), Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά (2006), Ἰσόπαλο τραῦμα (2009), Ὁ δρόμος μέχρι τὸ περίπτερο (2012), Βλέπω τὸν κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, β΄ ἔκδ. 2016)  Ἐξυπερὺ σημαίνει χάνομαι (2017.)

 

Μια γήινη αρμονία

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο πατέρας μου ήταν ένας πραγματικός Γαργαντούας· με πρώτη ματιά δεν το καταλάβαινες, γιατί ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά. Μπορούσε όμως να κλάνει περπατώντας – βήμα και κλανιά. Δεξί, προυτ, αριστερό, προυτ. Με αυτό τον τρόπο διέσχισε ουσιαστικά ολόκληρη την Ευρώπη προελαύνοντας μαζί με τον βασιλιά της Νεάπολης ή με τον αμφιβόλου εντιμότητος Μέτερνιχ, τυλιγμένος διαρκώς σε αυτήν τη γλυκερή, διαπεραστική, υπνωτική μυρωδιά κλανιάς. Σαν γνήσιος προλετάριος. Ο πατέρας μου ήταν η προσωποποίηση της εξέγερσης των μαζών. Η οποία εξέγερση ξέσπασε εκ των πραγμάτων κάποια φορά που ο πατέρας μου, από υπερβολική εμπιστοσύνη στο προαναφερθέν ταλέντο του αλλά και από απερισκεψία, χέστηκε επάνω του. Όσο και αν μαζεύτηκε, όσο και αν προσπάθησε να σφίξει τους μυς του σφιγκτήρα του, ήταν ήδη πολύ αργά. Τα σκατά ήδη κατρακυλούσαν μέσα στα μπατζάκια του. Αυτή η χώρα βρωμάει αφόρητα, σχολίασε ο πατέρας μου. Οι περί αυτόν, οι ακόλουθοί του, ένευσαν με μεγάλο ζήλο.[1]

Στο απόσπασμα της υπέροχης Ουράνιας αρμονίας που παραθέτουμε εδώ, ο Πέτερ Εστερχάζυ αποτίει φόρο τιμής στον θεμελιωτή του μυθιστορηματικού είδους Φρανσουά Ραμπελαί. Ήδη στην πρώτη αράδα του αποσπάσματος, ο Ούγγρος συγγραφέας παραπέμπει ευθέως στον διάσημο πρωταγωνιστή των ραμπελαισιανών ιστοριών. Ο αφηγητής παρομοιάζει τον πατέρα του με τον Γαργαντούα, τον αγαθό γίγαντα που τρωγοπίνει διαρκώς και διασκεδάζει διακωμωδώντας τα πάντα. Ο Γαργαντούας του Εστερχάζυ, βέβαια, σε αντίθεση με τον πρωτότυπο, είναι εξωτερικά εκλεπτυσμένος και αριστοκρατικός: «ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά», μας πληροφορεί ο αφηγητής. Στην ουσία όμως, είναι γλεντζές και γελωτοποιός, ακριβώς όπως ο πρόγονός του. Διέσχισε, λέει ο συγγραφέας μας, όλη την Ευρώπη κλάνοντας. Κι ας συνόδευε μάλιστα τον βασιλιά της Νεάπολης ή τον διαβόητο Αυστριακό πολιτικό Μέτερνιχ. Όταν μάλιστα εφόρμησε για την τελική έφοδο και τη σπουδαιότερη επαναστατική πράξη, χέστηκε πάνω του.

Όπως ακριβώς η γαργαντουική φύση του πατέρα δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, λόγω του εκλεπτυσμένου παρουσιαστικού του, έτσι δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως και η ραμπελαισιανή ψυχή του εστερχάζειου μυθιστορήματος. Ο λόγιος αναγνώστης διαβάζει ένα μεταμοντερνιστικό και πειραματικό έργο. Και όλα τα εξωτερικά στοιχεία του βιβλίου φαίνονται να τεκμηριώνουν αυτή τη γραμματολογική παρατήρηση. Η δομή της Ουράνιας αρμονίας, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ιδιότυπη: αποτελείται από μικρά άτιτλα αλλά αριθμημένα κεφάλαια, που εκτείνονται από λίγες αράδες μέχρι πολλές σελίδες. Η υπόθεση κάθε κεφαλαίου είναι εντελώς διαφορετική και ξεχωριστή. Ο τόπος και ο χρόνος, όπως κι οι χαρακτήρες, επίσης αλλάζουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Αλλά και το είδος στο οποίο ανήκει το βιβλίο δεν είναι αμιγώς μυθιστορηματικό. Η ποίηση, το δοκίμιο και η φιλοσοφία εισβάλλουν ορμητικά στο έργο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους μεγάλους συγγραφείς του μοντερνισμού.

Ο ίδιος ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο πατέρας, μεταμορφώνεται διαρκώς: αλλάζει πρόσωπο και χαρακτήρα, γίνεται πλούσιος και φτωχός, άρχοντας και χωριάτης. Μετακινείται διαρκώς στο χώρο και το χρόνο, διασχίζει την Ευρώπη, πολεμά τους Τούρκους, συνδειπνεί με τους βασιλιάδες της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Και μάλιστα αυτή η διαρκής μεταμόρφωση εντάσσεται σε μια σκόπιμη και καλά μελετημένη στρατηγική του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποκαλύπτει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του:

[…] αν προσωποποιήσουμε τα πάντα στον πατέρα, τότε ο πατέρας σχεδόν δεν υπάρχει. Αν όλοι είναι πατέρας, τότε ουσιαστικά κανείς δεν είναι. Συνήθως δεν μπορούμε να αγγίζουμε τον πατέρα. Πρέπει να τον κρατάμε σε απόσταση. Εγώ έκανα ακριβώς το αντίθετο. Τους έκανα όλους πατεράδες.[2]

Ο Εστερχάζυ θεματοποιεί στο έργο του την εξάλειψη του πατέρα, την εξαφάνιση της πατρικής φιγούρας, που έχει συντελεστεί στον μεταμοντέρνο κόσμο μας. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος γίνεται έτσι ένας σύγχρονος Τηλέμαχος, που αναζητά διαρκώς τον χαμένο πατέρα του. Όπως έχει δείξει ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι στο Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου, αυτή είναι η μοίρα του σύγχρονου γιου, ν’ αναζητά τον οριστικά εξαφανισμένο πατέρα του, επιθυμώντας διαρκώς να τον ξαναβρεί και να τον κληρονομήσει:

[…] η συμβολική εξουσία του πατέρα έχει χάσει το εκτόπισμά της, εξέλειψε, έδυσε αμετάκλητα […] η έλλειψη αυτή δεν υποδηλώνει μια προσωρινή κρίση του πατρικού ρόλου […] Ο χρόνος του έχει αμετάκλητα τελειώσει, εξαντληθεί, λήξει. […] Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι μια αντιστροφή του οιδιπόδειου συμπλέγματος. […] Ο Τηλέμαχος δεν εκδηλώνει την πατροκτόνο βία του Οιδίποδα· αναζητά τον πατέρα, όχι ως αντίπαλο με τον οποίο θα πολεμήσει μέχρι θανάτου, αλλά ως μια προσδοκία, μια ελπίδα […] Ενώ το βλέμμα του Οιδίποδα σβήνει μέσα στην ανίσχυρη μανία της αυτοτύφλωσης –ως ανεξίτηλη σφραγίδα ενοχής–, το βλέμμα του Τηλέμαχου στρέφεται στον ορίζοντα για να διακρίνει αυτό που επιστρέφει από το πέλαγος.[3]

Στην Ουράνια αρμονία, και ιδίως στο δεύτερο μέρος της, που είναι πιο αυτοβιογραφικό, Τηλέμαχος γίνεται και ο ίδιος ο συγγραφέας Πέτερ Εστερχάζυ: αναζητά τον πατέρα του και προσπαθεί να αποκαταστήσει τη μορφή του. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η προσωπική Τηλεμάχεια του Εστερχάζυ έληξε οδυνηρά λίγο πριν από την έκδοση της Ουράνιας αρμονίας, όταν έμαθε, μετά το θάνατο του πατέρα του, και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, διαβάζοντας τα σχετικά αρχειακά τεκμήρια, ότι ο πατέρας του ήταν πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών στην κομμουνιστική Ουγγαρία. Ένας άνθρωπος που διακήρυσσε την πίστη του στην ελευθερία και στη δημοκρατία, μέλος μιας οικογένειας που διώχτηκε και εκτοπίστηκε, είχε υπηρετήσει την κομουνιστική δικτατορία ως χαφιές της αστυνομίας. Αυτή την επώδυνη εμπειρία αφηγείται ο συγγραφέας μας στη Διορθωμένη έκδοση, ένα μυθιστόρημα-συμπλήρωμα της Ουράνιας αρμονίας, που κυκλοφόρησε στα ουγγρικά το 2002.

Ας επιστρέψουμε όμως στην Ουράνια αρμονία, η οποία φαίνεται, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου, ως ένα πρωτοποριακό, υπερμοντέρνο έργο. Αν όμως κοιτάξουμε κάτω απ’ την επιφάνεια, μπορούμε να εντοπίσουμε στο μυθιστόρημα του Εστερχάζυ όλα εκείνα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα απ’ τις απαρχές του και μέχρι σήμερα. Η Ουράνια αρμονία ανήκει στην ίδια παράδοση με τα έργα του Ραμπελαί και του Θερβάντες, του Στερν και του Ντιντερό· κι ας δανείζεται ένα σωρό στοιχεία απ’ τον Τζόυς, τον Μούζιλ ή τον Μπροχ. Σε κάθε σελίδα τού εστερχάζειου μυθιστορήματος ξεπετάγεται ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, ο Γαργαντούας και ο Πανούργος, ο Ζακ και ο αφέντης του.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το μυθιστόρημα του Εστερχάζυ είναι μοντερνιστικό αλλά ταυτόχρονα παραμένει, παραδόξως, κλασικότροπο. Παρότι ο ίδιος δηλώνει πως πρότυπό του είναι ο Τζόυς και όχι η ρεαλιστική μυθιστοριογραφία, πίσω απ’ την πειραματική γραφή του μπορούμε να διακρίνουμε όλα τα διαχρονικά θέματα και τεχνάσματα της ευρωπαϊκής μυθιστοριογραφίας. Μέσα στο έργο του χωνεύει και μεταγράφει όλους τους κορυφαίους του είδους.

Ένα χαρακτηριστικό που δείχνει την ουσιαστική σχέση του Εστερχάζυ με το παραδοσιακό μυθιστόρημα είναι, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή του κειμένου μας, η βωμολοχία και η σκατολογία, στοιχεία που απ’ την εποχή του Ραμπελαί και του Θερβάντες αποτελούν βασικά γνωρίσματα του είδους. Με τον βλάσφημο λόγο οι μυθιστοριογράφοι επιτυγχάνουν την ανατροπή και τον υποβιβασμό απ’ το υψηλό και εκλεπτυσμένο στο χαμηλό και χοντροκομμένο. Το υψηλό μάλιστα, στην περίπτωση του Εστερχάζυ, συνδέεται με την αριστοκρατία, ενώ το χαμηλό με το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας παρωδεί την εξέγερση των μαζών παρομοιάζοντάς τη με ασυγκράτητη αφόδευση.

Η μέθοδος αυτή, ο υποβιβασμός και η προσγείωση απ’ το υψηλό και επικό στο ταπεινό και χθαμαλό, είναι η ουσία της ραμπελαισιανής και θερβαντικής τέχνης. Η βωμολοχία, η σκατολογία και γενικά ο βλάσφημος λόγος είχαν πάντα βαθιά απελευθερωτική, ψυχικά και κοινωνικά, λειτουργία. Ιδιαίτερα σε αυταρχικές εποχές και κοινωνίες, όπως η μεσαιωνική Ευρώπη. Ο Εστερχάζυ αντλεί απ’ αυτή την πλούσια λογοτεχνική παράδοση και την αξιοποιεί δημιουργικά στο έργο του. Άλλωστε, και η σύνδεση της σκατολογίας, του υποβιβασμού και της παρωδίας με την ιστορία, η διακωμώδηση πραγματικών ιστορικών περιστατικών, είναι και αυτή τεχνική που οι απαρχές της εντοπίζονται στο ραμπελαισιανό έργο.

Εκτός απ’ τη σκατολογία, που βλέπουμε στο παραπάνω απόσπασμα, στο έργο του Εστερχάζυ υπάρχουν διαρκώς και περιπαικτικές ή κωμικές αναφορές στο σεξ και στις γενετήσιες λειτουργίες. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο υπ’ αριθμόν 94 περιγράφει πώς δύο μέλη της οικογένειάς του αυνανίζονταν, όταν ήταν έφηβοι, με το γραμμόφωνο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ένας απ’ τους δύο στα γεννητικά όργανα. Ο τρίτος και μικρότερος αδερφός, που παρακολουθούσε του δύο μεγαλύτερους να αυνανίζονται, τρόμαξε τόσο πολύ ώστε δεν έκανε ποτέ σεξ. Έτσι, μοναδικός κληρονόμος της οικογένειας έμεινε ο δεύτερος αδερφός, που έμεινε ακέραιος σωματικά και ψυχολογικά ύστερα απ’ αυτή την εμπειρία.

Στην πορεία του βίου μιας οικογένειας υπεισέρχονται πολλές συμπτώσεις, ο παλμός της ιστορίας και της προσωπικότητας, άλλοτε ευνοείται ο ένας κλάδος, άλλοτε ο άλλος, άλλοτε πάλι απρόσμενα (;) ο πρωτότοκος γιος πεθαίνει ηρωικώς ενώ ο επόμενος – τέλος πάντων, δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε και πολύ συγκεκριμένο. Στη δική μας περίπτωση αποφασιστικός παράγοντας αποδείχθηκε το γραμμόφωνο. […] Ήταν τρεις αδελφοί, ο πατέρας μου ήταν ο μεσαίος, κι όμως αργότερα όλα κατέληξαν σ’ εκείνον. Πώς συνέβη αυτό; Ο πατέρας μου τρελαινόταν μ’ αυτό το γύρω γύρω, και προκειμένου να το κάνει πιο… πιο αισθητό, εφευρετικός καθώς ήταν, στερέωσε φτερά πάνω στο πλατό και μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του (τον νόμιμο κληρονόμο) παρακολουθούσαν την περιστροφή, μέχρι που τους έπιανε ζαλάδα· αργότερα άρχισαν να λαμβάνουν και ενεργά μέρος, χρησιμοποιώντας το περιστρεφόμενο πλατό με τα φτερά σαν ένα είδος αυνανιστήρα (η πρώτη εφεύρεση του πατέρα μου!): έβαζαν τις τσουτσούνες τους ανάμεσα στα φτερά, τα οποία, καθώς γυρνούσαν, τους γαργαλούσαν (τις τσουτσούνες). […] Και τότε τι συνέβη; Συνέβη ότι κάποια στιγμή το πλατό γυρνώντας έσκισε ένα κομμάτι από το όσχεο του μεγαλύτερου αδελφού, κι αυτό ήταν. Τέρμα. Ο μικρότερος αδελφός του πατέρα μου ήταν ακόμα πολύ μικρός (υποτίθεται ότι θα κληρονομούσε τις λιμνούλες και τα δάση που βρίσκονταν προς το Μορ) και παρακολουθούσε τους μεγάλους κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα. Αυτά που είδε –τον μαύρο δίσκο στο πλατό, τα περιστρεφόμενα φτερά και τη στύση-κάγκελο ανάμεσά τους– τον τρομοκράτησαν τόσο πολύ, που στο εξής και για την υπόλοιπη ζωή του δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τίποτε απ’ όλα αυτά. Κι έτσι ο πατέρας μου έγινε ο μοναδικός κληρονόμος και ο βασικός κλάδος της οικογένειας, κι επιπλέον αισθανόταν υπέροχα με το γύρω γύρω.[4]

Εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει πολλά: τη σύνδεση του γραμμοφώνου με τη φροϋδική θεωρία (που μας μεταφέρει στην Κεντρική Ευρώπη του Μεσοπολέμου), τη γελοιοποίηση των αριστοκρατικών και φεουδαρχικών αρχών περί κληρονομικότητας, το εγκώμιο του αυνανισμού. Και εδώ, όπως και στο προηγούμενο απόσπασμα, ο συγγραφέας αναποδογυρίζει και υποβιβάζει. Υποβιβάζει τις φεουδαρχικές παραδόσεις μεταβίβασης της κληρονομιάς· αιτία αποκλεισμού του κληρονόμου δεν είναι τώρα κάποιος ηρωικός θάνατος στη μάχη, αλλά ο αυτοευνουχισμός λόγω ατυχήματος. Υποβιβάζει το γραμμόφωνο από υψηλής ποιότητας όργανο μουσικής απόλαυσης σε ιδιότυπο σεξουαλικό βοήθημα. Υποβιβάζει το ίδιο το λογοτεχνικό είδος της οικογενειακής σάγκας: δεν αφηγείται πια ηρωικές πράξεις της οικογένειας αλλά επονείδιστα προσωπικά μυστικά.

Παρότι λοιπόν ο Εστερχάζυ τιτλοφορεί το μείζον έργο του Ουράνια αρμονία, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μυθιστόρημα τόσο γήινο όσο όλα τα μυθιστορήματα. Οι ήρωές του είναι ίδιοι με μας, κι ας είναι βασιλείς, ευγενείς και ήρωες. Είναι χωμάτινοι, αποτυχημένοι, θνητοί. Και ο συγγραφέας μας τους βλέπει με στοργή και τρυφερότητα, παρόλο που τους περιπαίζει διαρκώς και τους σαρκάζει ενίοτε σκληρά. Η αρμονία του Εστερχάζυ δεν είναι ουράνια, αλλά γήινη, και συνηχεί με τις αρμονίες του Ραμπελαί, του Θερβάντες και όλων των γελαστών και κωμωδών μυθιστοριογράφων που προηγήθηκαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Πέτερ Εστερχάζυ, Ουράνια αρμονία, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου – Μανουέλα Μπέρκι, Ποταμός, Αθήνα 2005, σελ. 101-102.

[2] Ανταίος Χρυσοστομίδης, «Για μένα η νοσταλγία είναι συνώνυμο του ψεύδους» (συνέντευξη με τον Πέτερ Εστερχάζι), Οι κεραίες της εποχής μου, τόμ. 2, Καστανιώτης, Αθήνα 2013, σελ. 93.

[3] Massimo Recalcati, Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα, μτφρ. Άννα Πλεύρη – Γιοβάνα Βεσσαλά, Κέλευθος, Αθήνα 2016, σελ. 11-13.

[4] Ουράνια αρμονία, ό.π., σελ. 115-116.