Μήνας: Μαΐου 2019

Ο στίχος τοξωτό γεφύρι

~.~

της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΣΠΥΡΕΛΗ

Δημήτρης Ε. Σολδάτος,
Στην δροσιά του Δροσίνη,
έκδοση εκτός εμπορίου,
Λευκάδα 2019

Μιαν εξαιρετική συνομιλία ανοίγει στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης-ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος με το έργο του Γεωργίου Δροσίνη (1859-1951).

Παρόλο που τους χωρίζει ηλικιακά ένας και πλέον αιώνας, εντούτοις είναι εμφανές άλλη μια φορά ότι το άχρονο της ποίησης θα παραβλέπει τις χρονικές συμβάσεις των ανθρωπίνων και θα ενώνει τους ποιητικούς φθόγγους, όσο ο Αναγνώστης συναντάει το Ποίημα και όσο το Ποίημα αναμένει τον Αναγνώστη και τον καλοδέχεται στον ρυθμικό και θεματικό του τόπο. Νομίζω ότι στην προκείμενη περίπτωση συνέβησαν και τα δυο. Ο τίτλος Στην δροσιά του Δροσίνη είναι ευφυέστατος καθώς υποδηλώνει ευθέως την ποιητική συνομιλία.

Άλλωστε ο Δημήτρης Ε. Σολδάτος με παραστατικό και εξομολογητικό τόνο αναφέρεται στην γονιμοποιό επίδραση της προσωπικής του ανάγνωσης, που εν συνεχεία τον οδήγησε στη γραφή: «και με κυρίευσε το δαιμόνιο: να γράψω ποιήματα σαν κι αυτά, για να έχω τη χαρά να τα διαβάσω. Μια ψιχάλα, στην αρχή, έφερε το πρωτοβρόχι. Κατόπιν ξέσπασε η μπόρα, η νεροποντή. Κατακλυσμός Κυρίου! Οι καταρράκτες του μυαλού μου βροντούσαν κελαηδιστά νερά […] Κοιμόμουν ελάχιστα, ζούσα σαν υπνωτισμένος. Στιχουργούσα ακαταπαύστως. Δεν έγραφα ακριβώς, έγραφα καθ’ υπαγόρευσιν. Λες και κάποιος μου ψιθύριζε στίχους στ’ αυτί» (σελ. 13).

Η συλλογή των ποιημάτων του, όπως ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή του, «αποτελείται από παραλλαγμένα ποιήματα του Δροσίνη, που ορισμένα λειτουργούν ως αντίστιξη του αρχικού νοήματος ή παρωδούν την εποχή που διανύουμε, άλλοτε υπογείως και άλλοτε εμφανώς. Άλλα σκιαγραφούν δικές μου ιστορίες με το δικό τους ύφος. Άλλα συμπληρώνουν στίχους του, στην προσπάθεια μου να συνομιλήσω μαζί του γεφυρώνοντας του καιρού το χάσμα» (σελ. 14).

Οι στίχοι του ομοιάζουν με λαμπρά κομψά εικονίσματα στη διαδρομή του χρόνου τα οποία αφενός ελκύουν τον διερχόμενο αναγνώστη ή τον ερευνητή να σταθεί και να περιεργαστεί από κοντά την θαυμάσια τεχνική και το περιεχόμενό τους και αφετέρου μνημειώνουν τον Πρόγονο Ποιητή, ανανεώνοντας ταυτόχρονα την νοηματοδότηση του ποιητικού λόγου. Θα τολμήσω να καταθέσω ελάχιστα σχόλια για δυο ποιήματα από τη συλλογή Στην δροσιά του Δροσίνη.

Α. Οι “ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ” (σελ. 40) είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που αναδεικνύει το φαινόμενο του ποιητικού διαλόγου με έναν ιδιότυπο εικονιστικό και αντιστικτικό τρόπο. Ο Δ. Σ. διαισθανόμενος την υπέρτατη συν-κίνηση (συγκίνηση) που προκαλεί η συνάντησή του με τον μακρινό πρόγονο και με απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό προς τον ομότεχνό του αρχίζει με την εξής κορυφαία τετράστιχη στροφή όπου περιέχεται όλη η θεωρία της διακειμενικότητας.

Συνοδοιπόροι όχι, δεν κινήσαμε.
Στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο, όμως,
ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε
του καθενός μας για να σμίξει δρόμος.

Εσύ τα ταπεινά στ’ αστέρια ύψωσες
κι εγώ ταπείνωσα όλα τα επηρμένα
και σύντριψα το μπρούντζο και το μάρμαρο –
πηλός εσύ και σύντριψες εμένα.

Σ’ απάτητες ηλιοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα σ’ ανήλιαγες ραχούλες.
Καλόκαρδες βοσκούλες είχες Μούσες σου
κι εγώ ακατάδεχτες αρχοντοπούλες.

Εσύ βοτάνι της αγάπης έκοψες
κι εμένα η αγάπη έχει μαράνει
Στεφάνι δεν γυρεύω από δαφνόφυλλα –
έναν σου στίχο να ’γραφα μου φτάνει.

Ο τίτλος αλλά και ο πρώτος στίχος του ποιήματος παραπέμπουν ευθέως στον έμμετρο διάλογο που άνοιξε την εποχή του Μεσοπολέμου ο Παλαμάς με τον Δροσίνη, όπου ο πρώτος στέλνει το 1928 τους «Πεντασύλλαβους» στον ομότεχνό του και τον αναμένει ως κριτικό αναγνώστη και ο δεύτερος, οχτώ χρόνια αργότερα (το 1936), εκθειάζει το προβάδισμα αλλά και τον διαφορετικό ποιητικό δρόμο του αποστολέα. Ο ποιητής Σολδάτος, εν έτει 2019, αρχικά αφουγκράζεται και τους δυο, δηλαδή τον Παλαμά που επιλέγει για τον Δροσίνη την προσφώνηση “συνοδοιπόρος”i και την καταφατική απάντηση του Δροσίνη «Συνοδοιπόροι, ναι, κινήσαμε κι οι δυο»ii και ύστερα γράφει το δικό του ποίημα “Συνοδοιπόροι” προσδιορίζοντας πλέον την προσωπική του σχέση με τον Δροσίνη αλλά και με την ποίηση γενικότερα.

Απευθύνεται στο Δροσίνη αναλογικά με τον τρόπο που εκείνος «αποκρίθηκε» στον Παλαμά. Μορφικά ακολουθεί την εναλλαγή του 11σύλλαβου με τον 12σύλλαβο ιαμβικό στίχο καθώς και την τετράστιχη φόρμα των τεσσάρων στροφών του ποιήματος “Απόκριση στον Παλαμά”.iii Κρατάει επίσης από την κάθε στροφή αναγνωρίσιμες λέξεις του Δροσίνη όπως: Συνοδοιπόροι, κινήσαμε, καιρού, όμως, δρόμος (στροφή 1η). Εσύ, κι’ εγώ, το μπρούντζο και το μάρμαρο, πηλός, σύντριψες (στροφή 2η). Ανέβηκες, και στάθηκα, ραχούλες, Μούσες σου (στροφή 3η). Εσύ, Στεφάνι, από δαφνόφυλλα, φτάνει (στροφή 4η).

Επομένως συνειδητά συνεχίζει τον ποιητικό διάλογο ως επίγονος πλέον αυτών που συνομίλησαν εν ζωή μεταξύ τους. Το αξιοπρόσεκτο κυριαρχεί στην πρώτη στροφή. Ο Σολδάτος υπογραμμίζει την αθανασία της ποίησης που υπερβαίνει το Αδύνατον και καθιστά δυνατή τη συνάντηση των ποιητών ακόμα και «στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο». Υπέροχη σύλληψη η εικόνα του άυλου γεφυρώματος:«ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε / του καθενός μας για να σμίξει δρόμος».

Β. “ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΟΥ ΒΛΕΦΑΡΑ” (σελ. 46), είναι ο τίτλος του ποιήματος, του αφιερωμένου ολοφάνερα στο Δροσίνη. Αλλά και το παράθεμα στον υπότιτλο περιέχει στίχο του Δροσίνη από το έργο του Σπίθες στη Στάχτη (1940).iv Το ποίημα είναι διάστικτο από λέξεις που ηθελημένα παραπέμπουν σε τίτλους έργων του, χωρίς όμως να διαταράσσεται ο λυρισμός και ο δυναμισμός των στίχων. Αντιθέτως αναδεικνύεται όχι μόνο η θαυμαστική πρόθεση του επιγόνου προς το μακρινό ποιητικό πρόγονο αλλά κατατίθεται έμμετρα μέρος της εργογραφίας τουv με ποιητική μαεστρία.

Ιστοί Αράχνης σκέπασαν τους στίχους σου, Δροσίνη,
που Σταλακτίτες άστραφταν στ’ Αμάραντά σου ειδύλλια.
Τώρα Γαλήνη απλώθηκε. Τα Φωτερά Σκοτάδια,
μες στα Κλειστά σου Βλέφαρα, παρεκκλησιού καντήλια.

Η Πύρινη Ρομφαία σου ιτιά αστραποκαμένη.
Δυο μέτρα Χώμα Ελληνικό το μνήμα σου σκεπάζει.
Το Μοιρολόι της Όμορφης το πήρε το ποτάμι.
Σ’ Αλκυονίδες βροχερές η μέρα Θα Βραδιάζει.

Τα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής, Βοτάνι της Αγάπης.
Λαμπάδες τα γραμμένα σου, Φευγάτα Χελιδόνια,
Σπίθες στην Στάχτη γίνανε, που σκύβοντας φυσάω
ν’ ανάψουν τα εφήμερα για να καούν στα αιώνια.

Τα πάντα εδώ εκκινούνται από την απέραντη ευγνωμοσύνη του Σολδάτου για την «ωραία ψυχή» του Δροσίνη. Εκείνου που χάρισε στο λαό ένα ποίημα για τους ξενιτεμένους (“Χώμα ελληνικό”) ή που διέσωσε τη μαγεία του δημοτικού τραγουδιού στο “Μοιρολόι της όμορφης” ή ακόμη που έστρεψε τα βλέμματα του αναγνώστη στην φυσική ομορφιά και στον πολιτισμικό θησαυρό του ελληνικού τόπου και κατ’ επέκταση του κόσμου, εμμένοντας όμως σταθερά στην «ευωδία του εφήμερου και τη λαχτάρα της αιωνιότητας». Έχω την εντύπωση πως κρατήθηκε γερά από αυτές τις αξίες και εγκάρδια πήρε το δρόμο να τον συναντήσει στο τοξωτό γεφύρι των στίχων. Άλλωστε ο ίδιος ο Σολδάτος καταθέτει ότι τον «ψυχοκάρδιωνε η φωνή» του Δροσίνη κάθε φορά που «απ’ τα ύψη δείλιαζε το μάτι».

Μην θες να φτάσεις σε κορφές
τη μοναξιά αν φοβάσαι.
Όσο ανεβαίνεις στα ψηλά
τόσο πιο μόνος θά ’σαι.

*Η κ. Χρ. Σπυρέλη είναι φιλόλογος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

i Ο Παλαμάς έστειλε το βιβλίο του Πεντασύλλαβοι συνοδευόμενο με το εξής ποίημα το αφιερωμένο “Στο Δροσίνη”: Πώς αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε, ο πιο γερός, ο πιο παλιός / για τ’ ανέβασμα στου Τραγουδιού / τ’ Αγιονόρος. // Με το γέλασμα του παιγνιδιού / με το γνοιάσιμο του κόπου / δουλεμένο το βιβλίο μου καρτερεί / τη ματιά σου, θρέμμα ανθρώπου / που δεν είναι στη ζωή του μια στιγμή, / μια χαρά στην ύπαρξή του, δίχως / να ταράζει του τη σκέψη ο στίχος.

ii Μετά από χρόνια ο Δροσίνης δημοσιεύει στην ποιητική συλλογή Φευγάτα χελιδόνια (1936) ποίημα 4 τετράστιχων στροφών με τον τίτλο “Απόκριση στον Παλαμά” και μότο τους στίχους του Παλαμά «Πώς αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε»: «Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε / στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως / με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε / του καθενός μας χωριστός ο δρόμος: // Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες / κι’ εγώ στα ταπεινά κι’ αποριμένα, / και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο / κι’ άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα […]

iii Βλ. υποσημείωση ii.

iv «Σωρό τη στάχτη όπου θωρείς / φωτιά θα ’χει περάσει».

v Στους στίχους του ποιήματοςπεριέχονται οι παρακάτω τίτλοι έργων του Δροσίνη: στροφή 1η (ποίηση: Ιστοί Αράχνης, 1880. Σταλακτίται, 1881. Ειδύλλια, 1884. Αμάραντα, 1890. Γαλήνη, 1902. Φωτερά Σκοτάδια, 1915. Κλειστά βλέφαρα, 1918)·στροφή 2η (ποίηση: Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες, 1921. “Χώμα ελληνικό” από τη συλλογή Αμάραντα. Το μοιρολόι της όμορφης, 1927. Θα βραδιάζη, 1930)· στροφή 3η (πεζογραφία και ποίηση: Σκόρπια φύλλα της ζωής μου Α΄, 1940. Το βοτάνι της αγάπης, 1901. // Φευγάτα χελιδόνια, 1936. Σπίθες στη στάχτη, 1940. Λαμπάδες, 1947).

Advertisements

Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ

Η παραλία του Ντόβερ

1_7TdPq7EVjcA1eNBm0m-yTw.jpeg

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)

DOVER BEACH

The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.

Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.

The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.

Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.

~.~

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ

Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·  απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ

Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.

Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).

Matthew-Arnold.jpgΜερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή  περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση  της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο  Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.

Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και  βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.

Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία.  Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος  σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

fbd04008-b3ee-11e7-bd81-0feeb2b41cb44.jpeg

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα  Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoys Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.

KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ὁ «Φουτουρισμός» του Καρυωτάκη

2.jpg

~.~

Ὁ «Φουτουρισμός» τοῦ Καρυωτάκη

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κ. Γ. Καρυωτάκης: ἕνας συγγραφέας τῆς ἀνατροπῆς, ἐφόσον πάντοτε μᾶς ἀπασχολεῖ ὁ δημιουργικός –καὶ μόνον αὐτός– βίος του· ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ἀφοροῦν ἄλλα πεδία, ἄλλον συγγραφέα, ἄλλη ἐργασία. Πρόκειται γιὰ μιὰν ἀνατροπὴ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὶς μορφικὲς ἀκροβασίες στὰ ὅρια τοῦ παραδοσιακοῦ στίχου, συνεχίζοντας τὴ διάρρηξη ποὺ εἶχαν ξεκινήσει οἱ Παλαμᾶς, Καβάφης κ.ἄ. (ὁ κάθεὶς ἀπὸ τὸ μετερίζι του) καὶ φτάνοντας στὸ ἔντονο φλὲρτ μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς ποιητικὲς ἐξελίξεις καὶ τὸν ἐπελαύνοντα μοντερνισμό, τοῦ ὁποίου θὰ μπορούσαμε μὲ ἄνεση πλέον νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι ὑπῆρξε ἐκ τῶν κομβικῶν εἰσηγητῶν του στὴ νεοελληνικὴ περίπτωση.[1]

Ἡ σχέση τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὰ ποιητικὰ ρεύματα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα δὲν περνᾶ ἀπαρατήρητη. Ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή, Ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν πραμάτων (1919) ἀνήκει ἐξ ὁλοκληρου στὸν συμβολισμὸ καὶ τὴν décadence, στοιχεῖα τῆς ὁποίας διατηρεῖ καθ’ ὅλη τὴν ποιητική του πορεία. Μὲ τὰ Νηπενθῆ (1921) καὶ τὰ Ἐλεγεῖα καὶ Σάτιρες (1927), ὁ Καρυωτάκης εἰσβαίνει στὸν μοντερνισμό –κάτι ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως προετοίμαζε ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη συλλογή του–, χωρὶς ὅμως ν’ ἀφήνει τὴ συμβολιστικὴ εἰκονο-ποιητικὴ κατὰ μέρους. Πέραν αὐτῶν, στὰ νεανικά του ποιήματα –ὅπως, ἄλλωστε, καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔργο του– ἐντοπίζονται παρνασσικὲς ἐπιδράσεις, ἐνῶ δὲ θὰ ἦταν ὑπερβολὴ σὲ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ πρώιμου Καρυωτάκη νὰ κάνουμε λόγο γιὰ ὕπαρξη αἰσθητιστικῶν ψηγμάτων (πρβλ. ὅλα τὰ σημεῖα σύγκλισης τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὸν Οὐάιλντ ἢ τὸν Πόου). Παράλληλα, ὁ ποιητικός του τρόπος, ἡ στιχουργία του καὶ οἱ ἀνατροπὲς ποὺ εἰσηγεῖται, ταυτίστηκαν μὲ τὸ κίνημα τῶν Γάλλων fantaisistes· τρανὴ ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ μετάφραση ποιημάτων ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύκλο. Δὲν εἶναι λίγες οἱ μελέτες ποὺ ὑποστηρίζουν ἐπαρκῶς τὰ παραπάνω. Πλάι σ’ ὅλα αὐτά, ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας ἔχει ἀποτελέσει καί ἡ σχέση τοῦ Καρυωτάκη μὲ ποιητὲς ἄλλων ρευμάτων τῆς πρωτοπορίας (λ.χ. ὑπερρεαλισμός)· τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ δραστικότητα τῆς καρυωτακικῆς ποιητικῆς μέσῳ τῶν μελλοντικῶν “προβολῶν” της.[2]

Γίνεται, λοιπόν, σαφὲς ἀπὸ τὰ παραπάνω, ὅτι ὁ Καρυωτάκης κινεῖται μὲ ἐπιδεξιότητα ἀνάμεσα στὶς κυρίαρχες ποιητικὲς τάσεις τοῦ ὕστερου 19ου καὶ πρώιμου 20οῦ αἰώνα, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν πλήρως ἐνημερωμένη ποιητική του φυσιογνωμία, ἡ ὁποία σταχυολογώντας τὰ καλύτερα στοιχεῖα κάθε ρεύματος τῆς προγενέστερής του ἐποχῆς, κατάφερε καὶ δημιούργησε ἕνα προσωπικὸ στύλ, ποὺ ἀνῆκε –φανερὰ πλέον– στὴ νεωτερικότητα. Μ’ ἄλλα λόγια, ὁ Καρυωτάκης ὑπῆρξε ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ καιροῦ του. Ἡ θητεία του στὸν 19ο αἰώνα καὶ στοὺς τρόπους τῆς ποίησής του συνέβαλε στὴ διαμόρφωση τῆς συγγραφικῆς του φυσιογνωμίας καί σὲ ἐπίπεδο μορφῆς· ἡ θητεία αὐτή, ὅμως, ἐξελίχθηκε –κατόπιν τῆς ἐνσυνείδητης ἐπιλογῆς τοῦ ἰδίου– σ’ ἕναν (ἐκ)συγχρονισμὸ μὲ τὰ ποιητικὰ δρώμενα τοῦ καιροῦ του. Ἡ ἐνεργὴ ποιητικὴ δράση τοῦ Καρυωτάκη ἀνήκει ὁπωσδήποτε –παρὰ τὶς ὅποιες ἀφετηρίες της– στὸν 20ὸ αἰώνα.[3] (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 13. Γιάννης Στίγκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιάννης Στίγκας

(Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006)

1807

Ἔτσι ὅπως διαβάστηκε στὴν παλάμη μου καὶ σκόνταψα στ’ ἀλήθεια

Τόσες περιστροφὲς
κι ὅμως ὁ ἱστὸς τοῦ κόσμου
μιᾶς σπίθας ὑπόθεση
ν’ ἀνοίξουν οἱ ἀσκοὶ
νὰ γίνουν ὅλα Β΄ Γραμμικὴ
καὶ τυραννία τῆς στάχτης

Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά

τὸ φῶς συνδράμει
ὅσο καὶ τὸ σκοτάδι

μιᾶς σπίθας ὑπόθεση ἡ ζωή

ἀλλοῦ ἡ ζωὴ
κι ἄλλοῦ ἡ σπίθα
Νὰ ἀφήσεις τὴν ἐπίλυση στὸν ἄνεμο

φρόντισε μὲ τὰ θαύματα
νὰ γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
νὰ εἶναι ὁ ἔρωτας
τὸ Δέκα τοῦ Χαμοῦ
καὶ νὰ σὲ θέλει
*
Ἐγὼ τὸ χρόνο μου

χρὰκ καὶ χρὰκ

μ’ ἕνα τσεκούρι πισώπλατα
Τὰ ὑπόλοιπα
θὰ τὰ ποῦν στὶς ἐφημερίδες

Ποίησις εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου
καὶ ἀπὸ κάτω
πανστρατιὲς οἱ βλαστήμιες
Ἀλλὰ ἐσὺ
κοίτα νὰ φτάσεις στὴν ἀγάπη
χωρὶς τὶς βαλίτσες σου

κοίτα

~.~
(Ἰσόπαλο τραῦμα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2009)

21034232_1544173425621441_1522950707344014817_n

Ὁπλισμένο μὲ τρυφερότητα

 γιὰ τὴν Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ

Γεμάτο πούπουλα
τὸ στῆθος της
ὁ ἴσκιος της
καὶ τὸ βαθύ της χέρι

γιατὶ ἀπὸ πολὺ μικρὴ
παίζει τὸ μ’ ἀγαπᾶ
δὲν μ’ ἀγαπᾶ

μὲ τὸ φτέρωμα τῶν ἀγγέλων

Δὲν τὸ κάνει γιὰ τὴν ἀπάντηση

τὸ κάνει γιὰ νὰ μὴ φεύγουν

~.~

Ἡ ἐπείγουσα ἁγιότητα τοῦ Ντύλαν Τόμας

Ἀπ’ ὅλους τοὺς Θωμάδες
ὁ πιὸ ἔμπιστος
σ’ ἐμένανε
ποτὲ δὲν ἐμαρτύρησε
τί σόι ὑποστυλώματα
γυρεύει τὸ σκοτάδι

αὐτός

ἀνθρακωρύχος πάντα του
νὰ βρεῖ τὴ φλέβα τῆς κατάνυξης
ὅλα της τὰ διαμάντια

ἄλλοι τὰ θέλουν γιὰ κοσμήματα
κι ἄλλοι νὰ κάνουνε διάρρηξη
στὰ πιὸ ψηλὰ μεσάνυχτα
ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀθῶοι

ἅμα συμπέσει καὶ πανσέληνος
μπορεῖς καὶ ν’ ἀπαγάγεις τὸ Θεό

κι οὔτε παζάρια

τίποτα

μονάχα νὰ κοιτάζεστε
μοιράζοντας τὸν πανικὸ ἰσότιμα
τὸν πανικὸ στὰ δύο

Τώρα καταλαβαίνω Ντύλαν μου
πῶς μπόρεσες καὶ ἔζησες

μονάχα μὲ τὰ μάτια


Ὁ Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Σπούδασε ἰατρική. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἡ ἀλητεία τοῦ αἵματος (2004), Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά (2006), Ἰσόπαλο τραῦμα (2009), Ὁ δρόμος μέχρι τὸ περίπτερο (2012), Βλέπω τὸν κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, β΄ ἔκδ. 2016)  Ἐξυπερὺ σημαίνει χάνομαι (2017.)

 

Μια γήινη αρμονία

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο πατέρας μου ήταν ένας πραγματικός Γαργαντούας· με πρώτη ματιά δεν το καταλάβαινες, γιατί ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά. Μπορούσε όμως να κλάνει περπατώντας – βήμα και κλανιά. Δεξί, προυτ, αριστερό, προυτ. Με αυτό τον τρόπο διέσχισε ουσιαστικά ολόκληρη την Ευρώπη προελαύνοντας μαζί με τον βασιλιά της Νεάπολης ή με τον αμφιβόλου εντιμότητος Μέτερνιχ, τυλιγμένος διαρκώς σε αυτήν τη γλυκερή, διαπεραστική, υπνωτική μυρωδιά κλανιάς. Σαν γνήσιος προλετάριος. Ο πατέρας μου ήταν η προσωποποίηση της εξέγερσης των μαζών. Η οποία εξέγερση ξέσπασε εκ των πραγμάτων κάποια φορά που ο πατέρας μου, από υπερβολική εμπιστοσύνη στο προαναφερθέν ταλέντο του αλλά και από απερισκεψία, χέστηκε επάνω του. Όσο και αν μαζεύτηκε, όσο και αν προσπάθησε να σφίξει τους μυς του σφιγκτήρα του, ήταν ήδη πολύ αργά. Τα σκατά ήδη κατρακυλούσαν μέσα στα μπατζάκια του. Αυτή η χώρα βρωμάει αφόρητα, σχολίασε ο πατέρας μου. Οι περί αυτόν, οι ακόλουθοί του, ένευσαν με μεγάλο ζήλο.[1]

Στο απόσπασμα της υπέροχης Ουράνιας αρμονίας που παραθέτουμε εδώ, ο Πέτερ Εστερχάζυ αποτίει φόρο τιμής στον θεμελιωτή του μυθιστορηματικού είδους Φρανσουά Ραμπελαί. Ήδη στην πρώτη αράδα του αποσπάσματος, ο Ούγγρος συγγραφέας παραπέμπει ευθέως στον διάσημο πρωταγωνιστή των ραμπελαισιανών ιστοριών. Ο αφηγητής παρομοιάζει τον πατέρα του με τον Γαργαντούα, τον αγαθό γίγαντα που τρωγοπίνει διαρκώς και διασκεδάζει διακωμωδώντας τα πάντα. Ο Γαργαντούας του Εστερχάζυ, βέβαια, σε αντίθεση με τον πρωτότυπο, είναι εξωτερικά εκλεπτυσμένος και αριστοκρατικός: «ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά», μας πληροφορεί ο αφηγητής. Στην ουσία όμως, είναι γλεντζές και γελωτοποιός, ακριβώς όπως ο πρόγονός του. Διέσχισε, λέει ο συγγραφέας μας, όλη την Ευρώπη κλάνοντας. Κι ας συνόδευε μάλιστα τον βασιλιά της Νεάπολης ή τον διαβόητο Αυστριακό πολιτικό Μέτερνιχ. Όταν μάλιστα εφόρμησε για την τελική έφοδο και τη σπουδαιότερη επαναστατική πράξη, χέστηκε πάνω του.

Όπως ακριβώς η γαργαντουική φύση του πατέρα δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, λόγω του εκλεπτυσμένου παρουσιαστικού του, έτσι δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως και η ραμπελαισιανή ψυχή του εστερχάζειου μυθιστορήματος. Ο λόγιος αναγνώστης διαβάζει ένα μεταμοντερνιστικό και πειραματικό έργο. Και όλα τα εξωτερικά στοιχεία του βιβλίου φαίνονται να τεκμηριώνουν αυτή τη γραμματολογική παρατήρηση. Η δομή της Ουράνιας αρμονίας, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ιδιότυπη: αποτελείται από μικρά άτιτλα αλλά αριθμημένα κεφάλαια, που εκτείνονται από λίγες αράδες μέχρι πολλές σελίδες. Η υπόθεση κάθε κεφαλαίου είναι εντελώς διαφορετική και ξεχωριστή. Ο τόπος και ο χρόνος, όπως κι οι χαρακτήρες, επίσης αλλάζουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Αλλά και το είδος στο οποίο ανήκει το βιβλίο δεν είναι αμιγώς μυθιστορηματικό. Η ποίηση, το δοκίμιο και η φιλοσοφία εισβάλλουν ορμητικά στο έργο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους μεγάλους συγγραφείς του μοντερνισμού.

Ο ίδιος ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο πατέρας, μεταμορφώνεται διαρκώς: αλλάζει πρόσωπο και χαρακτήρα, γίνεται πλούσιος και φτωχός, άρχοντας και χωριάτης. Μετακινείται διαρκώς στο χώρο και το χρόνο, διασχίζει την Ευρώπη, πολεμά τους Τούρκους, συνδειπνεί με τους βασιλιάδες της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Και μάλιστα αυτή η διαρκής μεταμόρφωση εντάσσεται σε μια σκόπιμη και καλά μελετημένη στρατηγική του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποκαλύπτει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του:

[…] αν προσωποποιήσουμε τα πάντα στον πατέρα, τότε ο πατέρας σχεδόν δεν υπάρχει. Αν όλοι είναι πατέρας, τότε ουσιαστικά κανείς δεν είναι. Συνήθως δεν μπορούμε να αγγίζουμε τον πατέρα. Πρέπει να τον κρατάμε σε απόσταση. Εγώ έκανα ακριβώς το αντίθετο. Τους έκανα όλους πατεράδες.[2]

Ο Εστερχάζυ θεματοποιεί στο έργο του την εξάλειψη του πατέρα, την εξαφάνιση της πατρικής φιγούρας, που έχει συντελεστεί στον μεταμοντέρνο κόσμο μας. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος γίνεται έτσι ένας σύγχρονος Τηλέμαχος, που αναζητά διαρκώς τον χαμένο πατέρα του. Όπως έχει δείξει ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι στο Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου, αυτή είναι η μοίρα του σύγχρονου γιου, ν’ αναζητά τον οριστικά εξαφανισμένο πατέρα του, επιθυμώντας διαρκώς να τον ξαναβρεί και να τον κληρονομήσει:

[…] η συμβολική εξουσία του πατέρα έχει χάσει το εκτόπισμά της, εξέλειψε, έδυσε αμετάκλητα […] η έλλειψη αυτή δεν υποδηλώνει μια προσωρινή κρίση του πατρικού ρόλου […] Ο χρόνος του έχει αμετάκλητα τελειώσει, εξαντληθεί, λήξει. […] Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι μια αντιστροφή του οιδιπόδειου συμπλέγματος. […] Ο Τηλέμαχος δεν εκδηλώνει την πατροκτόνο βία του Οιδίποδα· αναζητά τον πατέρα, όχι ως αντίπαλο με τον οποίο θα πολεμήσει μέχρι θανάτου, αλλά ως μια προσδοκία, μια ελπίδα […] Ενώ το βλέμμα του Οιδίποδα σβήνει μέσα στην ανίσχυρη μανία της αυτοτύφλωσης –ως ανεξίτηλη σφραγίδα ενοχής–, το βλέμμα του Τηλέμαχου στρέφεται στον ορίζοντα για να διακρίνει αυτό που επιστρέφει από το πέλαγος.[3]

Στην Ουράνια αρμονία, και ιδίως στο δεύτερο μέρος της, που είναι πιο αυτοβιογραφικό, Τηλέμαχος γίνεται και ο ίδιος ο συγγραφέας Πέτερ Εστερχάζυ: αναζητά τον πατέρα του και προσπαθεί να αποκαταστήσει τη μορφή του. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η προσωπική Τηλεμάχεια του Εστερχάζυ έληξε οδυνηρά λίγο πριν από την έκδοση της Ουράνιας αρμονίας, όταν έμαθε, μετά το θάνατο του πατέρα του, και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, διαβάζοντας τα σχετικά αρχειακά τεκμήρια, ότι ο πατέρας του ήταν πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών στην κομμουνιστική Ουγγαρία. Ένας άνθρωπος που διακήρυσσε την πίστη του στην ελευθερία και στη δημοκρατία, μέλος μιας οικογένειας που διώχτηκε και εκτοπίστηκε, είχε υπηρετήσει την κομουνιστική δικτατορία ως χαφιές της αστυνομίας. Αυτή την επώδυνη εμπειρία αφηγείται ο συγγραφέας μας στη Διορθωμένη έκδοση, ένα μυθιστόρημα-συμπλήρωμα της Ουράνιας αρμονίας, που κυκλοφόρησε στα ουγγρικά το 2002.

Ας επιστρέψουμε όμως στην Ουράνια αρμονία, η οποία φαίνεται, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου, ως ένα πρωτοποριακό, υπερμοντέρνο έργο. Αν όμως κοιτάξουμε κάτω απ’ την επιφάνεια, μπορούμε να εντοπίσουμε στο μυθιστόρημα του Εστερχάζυ όλα εκείνα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα απ’ τις απαρχές του και μέχρι σήμερα. Η Ουράνια αρμονία ανήκει στην ίδια παράδοση με τα έργα του Ραμπελαί και του Θερβάντες, του Στερν και του Ντιντερό· κι ας δανείζεται ένα σωρό στοιχεία απ’ τον Τζόυς, τον Μούζιλ ή τον Μπροχ. Σε κάθε σελίδα τού εστερχάζειου μυθιστορήματος ξεπετάγεται ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, ο Γαργαντούας και ο Πανούργος, ο Ζακ και ο αφέντης του.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το μυθιστόρημα του Εστερχάζυ είναι μοντερνιστικό αλλά ταυτόχρονα παραμένει, παραδόξως, κλασικότροπο. Παρότι ο ίδιος δηλώνει πως πρότυπό του είναι ο Τζόυς και όχι η ρεαλιστική μυθιστοριογραφία, πίσω απ’ την πειραματική γραφή του μπορούμε να διακρίνουμε όλα τα διαχρονικά θέματα και τεχνάσματα της ευρωπαϊκής μυθιστοριογραφίας. Μέσα στο έργο του χωνεύει και μεταγράφει όλους τους κορυφαίους του είδους.

Ένα χαρακτηριστικό που δείχνει την ουσιαστική σχέση του Εστερχάζυ με το παραδοσιακό μυθιστόρημα είναι, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή του κειμένου μας, η βωμολοχία και η σκατολογία, στοιχεία που απ’ την εποχή του Ραμπελαί και του Θερβάντες αποτελούν βασικά γνωρίσματα του είδους. Με τον βλάσφημο λόγο οι μυθιστοριογράφοι επιτυγχάνουν την ανατροπή και τον υποβιβασμό απ’ το υψηλό και εκλεπτυσμένο στο χαμηλό και χοντροκομμένο. Το υψηλό μάλιστα, στην περίπτωση του Εστερχάζυ, συνδέεται με την αριστοκρατία, ενώ το χαμηλό με το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας παρωδεί την εξέγερση των μαζών παρομοιάζοντάς τη με ασυγκράτητη αφόδευση.

Η μέθοδος αυτή, ο υποβιβασμός και η προσγείωση απ’ το υψηλό και επικό στο ταπεινό και χθαμαλό, είναι η ουσία της ραμπελαισιανής και θερβαντικής τέχνης. Η βωμολοχία, η σκατολογία και γενικά ο βλάσφημος λόγος είχαν πάντα βαθιά απελευθερωτική, ψυχικά και κοινωνικά, λειτουργία. Ιδιαίτερα σε αυταρχικές εποχές και κοινωνίες, όπως η μεσαιωνική Ευρώπη. Ο Εστερχάζυ αντλεί απ’ αυτή την πλούσια λογοτεχνική παράδοση και την αξιοποιεί δημιουργικά στο έργο του. Άλλωστε, και η σύνδεση της σκατολογίας, του υποβιβασμού και της παρωδίας με την ιστορία, η διακωμώδηση πραγματικών ιστορικών περιστατικών, είναι και αυτή τεχνική που οι απαρχές της εντοπίζονται στο ραμπελαισιανό έργο.

Εκτός απ’ τη σκατολογία, που βλέπουμε στο παραπάνω απόσπασμα, στο έργο του Εστερχάζυ υπάρχουν διαρκώς και περιπαικτικές ή κωμικές αναφορές στο σεξ και στις γενετήσιες λειτουργίες. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο υπ’ αριθμόν 94 περιγράφει πώς δύο μέλη της οικογένειάς του αυνανίζονταν, όταν ήταν έφηβοι, με το γραμμόφωνο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ένας απ’ τους δύο στα γεννητικά όργανα. Ο τρίτος και μικρότερος αδερφός, που παρακολουθούσε του δύο μεγαλύτερους να αυνανίζονται, τρόμαξε τόσο πολύ ώστε δεν έκανε ποτέ σεξ. Έτσι, μοναδικός κληρονόμος της οικογένειας έμεινε ο δεύτερος αδερφός, που έμεινε ακέραιος σωματικά και ψυχολογικά ύστερα απ’ αυτή την εμπειρία.

Στην πορεία του βίου μιας οικογένειας υπεισέρχονται πολλές συμπτώσεις, ο παλμός της ιστορίας και της προσωπικότητας, άλλοτε ευνοείται ο ένας κλάδος, άλλοτε ο άλλος, άλλοτε πάλι απρόσμενα (;) ο πρωτότοκος γιος πεθαίνει ηρωικώς ενώ ο επόμενος – τέλος πάντων, δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε και πολύ συγκεκριμένο. Στη δική μας περίπτωση αποφασιστικός παράγοντας αποδείχθηκε το γραμμόφωνο. […] Ήταν τρεις αδελφοί, ο πατέρας μου ήταν ο μεσαίος, κι όμως αργότερα όλα κατέληξαν σ’ εκείνον. Πώς συνέβη αυτό; Ο πατέρας μου τρελαινόταν μ’ αυτό το γύρω γύρω, και προκειμένου να το κάνει πιο… πιο αισθητό, εφευρετικός καθώς ήταν, στερέωσε φτερά πάνω στο πλατό και μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του (τον νόμιμο κληρονόμο) παρακολουθούσαν την περιστροφή, μέχρι που τους έπιανε ζαλάδα· αργότερα άρχισαν να λαμβάνουν και ενεργά μέρος, χρησιμοποιώντας το περιστρεφόμενο πλατό με τα φτερά σαν ένα είδος αυνανιστήρα (η πρώτη εφεύρεση του πατέρα μου!): έβαζαν τις τσουτσούνες τους ανάμεσα στα φτερά, τα οποία, καθώς γυρνούσαν, τους γαργαλούσαν (τις τσουτσούνες). […] Και τότε τι συνέβη; Συνέβη ότι κάποια στιγμή το πλατό γυρνώντας έσκισε ένα κομμάτι από το όσχεο του μεγαλύτερου αδελφού, κι αυτό ήταν. Τέρμα. Ο μικρότερος αδελφός του πατέρα μου ήταν ακόμα πολύ μικρός (υποτίθεται ότι θα κληρονομούσε τις λιμνούλες και τα δάση που βρίσκονταν προς το Μορ) και παρακολουθούσε τους μεγάλους κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα. Αυτά που είδε –τον μαύρο δίσκο στο πλατό, τα περιστρεφόμενα φτερά και τη στύση-κάγκελο ανάμεσά τους– τον τρομοκράτησαν τόσο πολύ, που στο εξής και για την υπόλοιπη ζωή του δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τίποτε απ’ όλα αυτά. Κι έτσι ο πατέρας μου έγινε ο μοναδικός κληρονόμος και ο βασικός κλάδος της οικογένειας, κι επιπλέον αισθανόταν υπέροχα με το γύρω γύρω.[4]

Εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει πολλά: τη σύνδεση του γραμμοφώνου με τη φροϋδική θεωρία (που μας μεταφέρει στην Κεντρική Ευρώπη του Μεσοπολέμου), τη γελοιοποίηση των αριστοκρατικών και φεουδαρχικών αρχών περί κληρονομικότητας, το εγκώμιο του αυνανισμού. Και εδώ, όπως και στο προηγούμενο απόσπασμα, ο συγγραφέας αναποδογυρίζει και υποβιβάζει. Υποβιβάζει τις φεουδαρχικές παραδόσεις μεταβίβασης της κληρονομιάς· αιτία αποκλεισμού του κληρονόμου δεν είναι τώρα κάποιος ηρωικός θάνατος στη μάχη, αλλά ο αυτοευνουχισμός λόγω ατυχήματος. Υποβιβάζει το γραμμόφωνο από υψηλής ποιότητας όργανο μουσικής απόλαυσης σε ιδιότυπο σεξουαλικό βοήθημα. Υποβιβάζει το ίδιο το λογοτεχνικό είδος της οικογενειακής σάγκας: δεν αφηγείται πια ηρωικές πράξεις της οικογένειας αλλά επονείδιστα προσωπικά μυστικά.

Παρότι λοιπόν ο Εστερχάζυ τιτλοφορεί το μείζον έργο του Ουράνια αρμονία, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μυθιστόρημα τόσο γήινο όσο όλα τα μυθιστορήματα. Οι ήρωές του είναι ίδιοι με μας, κι ας είναι βασιλείς, ευγενείς και ήρωες. Είναι χωμάτινοι, αποτυχημένοι, θνητοί. Και ο συγγραφέας μας τους βλέπει με στοργή και τρυφερότητα, παρόλο που τους περιπαίζει διαρκώς και τους σαρκάζει ενίοτε σκληρά. Η αρμονία του Εστερχάζυ δεν είναι ουράνια, αλλά γήινη, και συνηχεί με τις αρμονίες του Ραμπελαί, του Θερβάντες και όλων των γελαστών και κωμωδών μυθιστοριογράφων που προηγήθηκαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Πέτερ Εστερχάζυ, Ουράνια αρμονία, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου – Μανουέλα Μπέρκι, Ποταμός, Αθήνα 2005, σελ. 101-102.

[2] Ανταίος Χρυσοστομίδης, «Για μένα η νοσταλγία είναι συνώνυμο του ψεύδους» (συνέντευξη με τον Πέτερ Εστερχάζι), Οι κεραίες της εποχής μου, τόμ. 2, Καστανιώτης, Αθήνα 2013, σελ. 93.

[3] Massimo Recalcati, Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα, μτφρ. Άννα Πλεύρη – Γιοβάνα Βεσσαλά, Κέλευθος, Αθήνα 2016, σελ. 11-13.

[4] Ουράνια αρμονία, ό.π., σελ. 115-116.

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

democrit

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Ο Sol Stein στο βιβλίο του How to grow a novel (2002) εικάζει ότι οι πρώτοι αφηγητές, οι πρωταρχικοί παραμυθάδες κατά μία έννοια, ήταν οι κυνηγοί της φυλής. Πιθανόν μετά την επιστροφή τους από το κυνήγι, κουβαλώντας τη λεία τους ή γυρνώντας με άδεια χέρια, θα έπρεπε να δώσουν εξηγήσεις στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας για τα αποτελέσματα αυτής της τόσο ζωτικής δραστηριότητας. Θα έπρεπε να περιγράψουν κάπως τις περιπέτειες που πέρασαν, τις δυσκολίες, τα αναπάντεχα γυρίσματα της τύχης, τις ανακαλύψεις τους.

Επίσης οι προϊστορικοί εκείνοι αφηγητές θα ήταν αναγκασμένοι να υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες κατά την εξιστόρησή τους. Το πεινασμένο ακροατήριό τους θα απαιτούσε να μάθει γιατί τα θηράματα ήταν τόσο λίγα ή σε αντίθετη περίπτωση, αν η τροφή ήταν αρκετή, πως και πού βρέθηκε, για να επαναληφθεί η επιτυχία. Οι πρώτοι άγριοι ακροατές δεν φανταζόμαστε να έμεναν ικανοποιημένοι με μονολεκτικές απαντήσεις, εικάζει ο Sol Stein. Το θέμα τούς έκαιγε και θέλαν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 12. Κατερίνα Ζησάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κατερίνα Ζησάκη

19884490_668018116724035_5874316145561986867_n

(Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2014)

οἱ μέλισσες ποὺ δὲ δοκίμασαν τὸ μέλι

μιὰ μέρα θὰ ἀναμετρηθοῦμε
μὲ ὅ,τι διαθέτει ὁ καθείς
δέντρα σπαθιὰ λέξεις
ποῦ ξέρεις
ἴσως ν’ αὐτονομηθοῦνε
ἴσως ὁ κόσμος τους
λέω ἴσως
ἴσως ὁρμήσουμε σὰν διψασμένοι
γιατὶ ὁ κόσμος τους ἴσως
καὶ γιατὶ ἡ ὀμορφιὰ
βρίσκεται τόσα χρόνια μπροστά μας
κλεισμένη σ’ ἕνα βάζο μέλι
κι οὔτε ψηλὸ ράφι
οὔτε κανεὶς νὰ μαλώνει
οὔτε τίποτα

ὅμως πῶς γίνεται
κάθε ποὺ πᾶμε νὰ τὸ ἀνοίξουμε
παγώνουν τὰ χέρια

μιὰ μέρα
μὲ μιὰ τόσο δὰ μικρὴ κλωτσιὰ
θὰ τὸ σπάσουμε

πόσο ἀκόμα ρὲ σεῖς
πόσο μᾶς παίρνει νὰ κρατηθοῦμε

~.~

Έρημος,αλυκές,λάσπη,Ιράν

(Μισέρημος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2018)

ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει

θὰ ἤθελα ἡ ποίησή μου
νὰ εἶναι ἐλεύθερη
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ στὴ
θάλασσα χωρὶς τὰ ροῦχα
ὄχι – καλύτερα
ὅπως μιὰ νύχτα ἀπα-
γορευμένα στὸ ἀσανσὲρ
ἢ πιὸ καλύτερα ὅπως τότε ποὺ
τὸ σκάσαμε ἀπ’ τὴ μάντρα
κι ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ ποὺ
σκέφτηκα πὼς θὰ σᾶς χαιρετοῦσα

θὰ ἤθελα νὰ εἶναι ἐλεύθερη
νὰ κάνει ὅ,τι θέλει

ὄχι
θὰ ἤθελα
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ
ποὺ ἀπὸ ντροπὴ κρατήθηκα
κι ἔτρεχα καὶ βιαζόμουν
ὅμως στὸ τέλος μ’ ἕνα
ἁπλὸ ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει
τὸ κάτουρο ζεστὸ
πλημμύρισε τὰ πόδια μου
ἔτσι ἐλεύθερη θὰ ἤθελα τὴν ποίηση
καὶ τὴ δική μου


Ἡ Κατερίνα Ζησάκη γεννήθηκε  τὸ 1984 στὸν Πυργετὸ Λάρισας. Εἶναι μέλος τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο (2014) καὶ Μισέρημος (2018). Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. 

Σοφία Πόταρη, Τρία ποιήματα

της ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ

H μιλιά της μηλιάς
 
Κορίτσι αποξεχάστηκε σ’ αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του,
το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου,
φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.
 
Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!
 
Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούιξε και στα βαθειά το πάει…
 
Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν…
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντά, ξαγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι,
μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…
 
Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα με ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…
 
Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι,
μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν,
πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.
 
Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…
 
Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει,
άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…

~ . ~

Αστρικό φιλί
 
Άστραψες αστρικό φιλί, γαλαξιακό ζαφείρι
κι ο χρόνος κοντοστάθηκε για να σ’ απαλονίψει
τα δαχτυλάκια των ποδιών, που σε βαθύ κροντήρι,
πατήσανε την μοναξιά και στύψανε την θλίψη.
 
Μ’ έχυσες γάλα απ’ την λευκή των ομματιών σου κούπα
κι έπλασες σύμπαν τρυφερό σε πόθου γαλαξία,
πρωτόγαλα τα στήθια σου με βύζαξαν, σαν σου ’πα
πως μ’ ουρανεί το σώμα σου σε ιεροπραξία.
 
Αχ και παλιός να γύριζα πλανήτης στην τροχιά σου,
να σ’ είχα ήλιο στην ματιά, σελήνη στην πνοή μου,
δορυφορώντας σαν αστρί τον θείο έρωτά σου,
ουρανοδρόμοι εσύ κι εγώ σ’ αστερισμό διδύμου.

~ . ~

 
Ροβόλαγα τον λόφο
 
Βοτάνια μάζεψα άγρια με πέταλα πλοκάμια,
με φύλλα δροσοστάλαχτα, με ήλιο ερωτευμένα,
με μάτια π’ αγκιστρώνανε, με στόματα θαλάμια,
στο σώμα σου το τρυφερό για να πλεχτούν ένα – ένα.
 
Το φως σου με περίχυσε και δεν μπορώ να σβήσω
κι αν σβήσω κι αν νεκροχαθώ, σ’ εσένα θα γυρίσω.
 
Έκοψα φτέρη μυστική και σκίνου βλασταράκια,
να μπουν στο μαξιλάρι σου για να σε νανουρίζουν,
δάσους γλυκόπνοη δροσιά και σπήλιου τα λογάκια,
κισσού ριζούλες έπιασα για να σε γαργαλίζουν.
 
Γιατί είσαι μέλι και κρασί κι ανθί γλυκοθρεμμένο
και στων χειλιών σου την σχισμή το θέλω να πεθαίνω.
 
Τα πότισα τραγάκανθου μυρόβλητο ρετσίνι,
τα φίλησα, τα μέρωσα, τους είπα τ’ όνομά σου,
τους είπα για το σώμα σου, κρύα του Βάκχου κρήνη,
που με δροσίζει και με καίει στο θείο ξόδεμά σου.
 
Αχ, χείλη μου, χειλάκια μου, κοκκινοστοματάκι,
αχ, πιείτε με, μασήστε με, σάρκα και κοκκαλάκι.
 
Μαράθηκαν και λειώσανε στου κάλλους σου το λάμπος
και χύθηκαν στα χέρια μου να πέσουν να πεθάνουν,
την φλέβα θέλαν του λαιμού και του ποδιού το θάμπος,
θέλανε και τα χείλη σου να πιούνε, να γλυκάνουν.
 
Κολλιέδες τά ’πλεξα άπληστους για του λαιμού το χιόνι,
στολίδια να γυαλίσουνε στ’ αστράγαλου τ’ αμόνι.
 
Κι έτσι όπως ξέφρενη, τρελλή ροβόλαγα τον λόφο
κι άνοιγα χέρια και καρδιά στο αίμα του κορμιού σου,
σ’ είδα μπροστά μου γελαστόν μ’ αηδόνια μες στον κόρφο
και η καρδιά μου βρόντηξε στο χάδι του φιλιού σου.
 
Πανέμορφος ο αγριανθός και πώς μοσχοβολάει!
Mα στης παλάμης σου το φως, το φως του λησμονάει.
 
Σβήσανε τ’ άνθη, μάδησαν, μαράθηκαν τα φύλλα,
αέρας την σγουρόφυλλη ξετίναξε την φτέρη,
τα πόδια μου κοπήκανε σε πόθου ανατριχίλα,
το χέρι μου σαν μπλέχτηκε μες στο δικό σου χέρι.
 
Και το ρετσίνι χύθηκε νεράκι φλογισμένο,
σαν έλειωσα στο στόμα σου, μούρο λαχταρισμένο.
ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

Λογοκλοπής Ανάβασις

Από αναγνώστη μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή. ΝΠ

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

«Πρώτα βρίσκουμε τα λόγια: μεγάλη προσοχή, μια που κι άλλοι γράφουν χρόνια κι ίσως τα ‘χουνε πει»: η συμβουλή του Λουκιανού Κηλαηδόνη «προς νέο συνθέτη» αφορά και τους πανεπιστημιακούς, ιδιαιτέρως δε όσους αποδίδονται στην πρακτική της λογοκλοπής, η οποία έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις στην Ελλάδα. Υπάρχουν διάφορα (εξίσου μεμπτά) είδη λογοκλοπής, αλλά η πιο μεγαλειώδης εκδοχή της είναι το λεγόμενο και απλό «copy-paste», δηλαδή η κατά λέξη αντιγραφή μιας πηγής χωρίς αναφορά της και χωρίς αναφορά του γεγονότος πως το αντιγραφέν απόσπασμα αποτελεί απ’ ευθείας παράθεμα από αυτήν. Ακαδημαϊκά, κάτι τέτοιο αποτελεί το πλέον θανάσιμο (και το κατ’ εξοχήν ατιμώρητο) αμάρτημα. Ένας διδακτορικός τίτλος, πέρα από το κοινωνικό του κύρος, λειτουργεί ως προϋπόθεση για (και επιτρέπει την πρόσβαση σε) πανεπιστημιακή καριέρα, αλλά και μια σειρά από άλλες επαγγελματικές προοπτικές. Ως εκ τούτου, η λογοκλοπή δεν είναι μόνο ένα «εσωτερικό» θέμα σωστής εφαρμογής της ακαδημαϊκής δεοντολογίας και «ακαδημαϊκού ήθους», αλλά στο βαθμό που έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση τίτλων που αποτελούν προϋπόθεση για επαγγελματικές θέσεις στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα συνιστά απάτη με ευρύτερες συνέπειες.

Κάπως έτσι υπέπεσε στην αντίληψή μας, εντελώς ενδεικτικά, η διδακτορική διατριβή του κ. Γεράσιμου Κ. Ρεντίφη «Η έννοια της θεραπείας στο πλατωνικό έργο» (2012, https://bit.ly/drrendifis), υπό την επίβλεψη του καθηγητή Παναγιώτη Πανταζάκου στο ΦΠΨ του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστημίου Αθηνών: η διατριβή αποτελεί εν πολλοίς προϊόν λογοκλοπής και δη κατά λέξη αντιγραφής. Βρίθει ολόκληρων σελίδων copy-paste από ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς: από παλαιότερες διδακτορικές διατριβές με παρόμοιο θέμα, από μονογραφίες εν ενεργεία Ελλήνων πανεπιστημιακών, από μεταπτυχιακές εργασίες φοιτητών, ακόμα και από λυσάρι φροντιστηρίου για τη Γ’ Λυκείου… Δέκα ενδεικτικές περιπτώσεις εμφανούς λογοκλοπής παρουσιάζονται εδώ:  https://bit.ly/rendifis.

Έτσι, η ίδια Μούσα που ενέπνευσε τον Γεράσιμο Ρεντίφη να σχολιάσει το 2012 στη διατριβή του την πλατωνική προσέγγιση στην ιατρική τέχνη (σσ. 28-29 της διατριβής) ή τα τέσσερα στοιχεία (σ. 29) είχε εμπνεύσει αρκετά χρόνια πριν (1996) τον ιατρό Παναγιώτη Κων. Σκιαδά να καταγράψει τις ίδιες ακριβώς παραγράφους στη διατριβή του, «Ιατρικές αντιλήψεις στο έργο του Πλάτωνα» (σ. 48 και 50 αντιστοίχως, https://bit.ly/2uwUwCC). Η μισή σελίδα 72 απαντά επίσης ως έχει προγενέστερο βιβλίο της καθηγήτριας Χλόης Μπάλλα, Πλατωνική Πειθώ: Από τη Ρητορική στην Πολιτική (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 1997, σ. 54, https://bit.ly/2TYt0x6). Σχεδόν ολόκληρες οι σελίδες 127-128 και 132 έχουν ληφθεί αυτούσιες από τις σ. 155-156 και 157 της εργασίας της Χριστίνας Σίνου «Οι ποινές των δεσμών (φυλάκιση) και της βασάνου (βασανιστήρια) στο Αττικό Δίκαιο και τους «Νόμους» του Πλάτωνος», δημοσιευμένης στο Πλάτωνος Νόμοι (Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Αθήνα, 7-8 Μαϊου 2001, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 2001, https://bit.ly/2TExqUP): είναι η μόνη περίπτωση που στην πηγή της αντιγραφής αποδίδεται η τιμή να αναφέρεται ως σχετική βιβλιογραφία στην υποσημείωση, χωρίς βέβαια καμία ένδειξη πως πρόκειται για αυτούσιο copy-paste ξένης εργασίας. Παράγραφοι των σελίδων 31 και 36 έχουν ληφθεί αυτούσιες από μεταπτυχιακή εργασία της κας Μαρίας Τσαρουχά (ΑΠΘ 2007, http://bit.ly/2Wp3Cx3, σ. 8 και 11 αντιστοίχως), τα δύο τρίτα της σελίδας 60 έχουν ληφθεί από μεταπτυχιακή εργασία της κας Ερασμίας Κυριακίδου (ΑΠΘ 2009, http://bit.ly/2CGaizH, σ. 32), απόσπασμα της σ. 160 είναι αντιγραμμένο από διδακτορική διατριβή ψυχολογίας της Παντείου (Αγγελική Αρώνη, 2008, σ.5 http://bit.ly/2TYmnL4), σκέλος της σ. 49 έχει αντληθεί από…. φροντιστηριακό λυσάρι (σ. 8, http://bit.ly/2HWbO47), και πάει λέγοντας. Ξανά, το συνημμένο αρχείο καταδεικνύει λεπτομερώς τις ενδεικτικές αντιγραφές: https://bit.ly/rendifis, ενώ ολόκληρος ο φάκελος με τα τεκμήρια εντοπίζεται εδώ: https://bit.ly/fakelos.

Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι το εξής: παρά το γεγονός ότι τα παραπάνω καταγγέλθηκαν λεπτομερώς και με τεκμήρια στο Εκλεκτορικό Σώμα της θέσης Επίκουρου Καθηγητή «Ιστορίας της Φιλοσοφίας» στο ΦΠΨ του ΕΚΠΑ, για την οποία ο λογοκλόπος είναι υποψήφιος, η εισηγητική έκθεση των καθηγητών Σιάσου και Πέτσιου (https://bit.ly/siasos) δεν θεώρησε την καταγγελθείσα λογοκλοπή κώλυμα για να προτάξει τον κ. Ρεντίφη για την κάλυψη της θέσης, ανάμεσα σε 39 υποψηφίους! Δηλαδή, μετά από την τεκμηριωμένη καταγγελία της λογοκλοπής, η εισηγητική επιτροπή εν γνώσει της επιβραβεύει τον λογοκλόπο με την πρώτη θέση εν όψει της εκλογής πανεπιστημιακού καθηγητή…

Παντού στον κόσμο η δημοσιοποίηση σκανδάλων λογοκλοπής συνεπάγεται την αφαίρεση του διδακτορικού τίτλου από το ίδρυμα, ακόμα και για πολύ πιο ασαφείς περιπτώσεις λογοκλοπής από το μάλλον κραυγαλέο παράδειγμα που αναφέραμε. Ο διδακτορικός τίτλος απενεμήθη στον κ. Γεράσιμο Ρεντίφη το 2012 από το τμήμα ΦΠΨ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό περί διδακτορικών διπλωμάτων στο τμήμα, η λογοκλοπή συνιστά ρητώς λόγο αφαίρεσης του τίτλου: «αφαιρείται ο ήδη απονεµηθείς τίτλος [στην περίπτωση που] η διατριβή […] αποτελεί προϊόν λογοκλοπής» (Άρθρο 11). Μένει να φανεί πότε θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες για την αφαίρεση του διδακτορικού τίτλου του κ. Γεράσιμου Ρεντίφη.

Όμως, η λογοκλοπή στην Ελλάδα απλώς προελαύνει. Και ποιος να τη σταματήσει.

Με τιμή
Σταύρος Π. Ξανθός

*Λεπτομέρεια: ο κ. Γεράσιμος Ρεντίφης είχε διδάξει κατά το χειμερινό εξάμηνο του 2015/16 το μάθημα «Μεθοδολογία της Επιστημονικής Έρευνας (ΙΦ4)» στο τμήμα ΦΠΨ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.