ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Άλμα εις βάθος

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ ΟΙ ΜΕΡΜΗΓΚΕΣ

Κομμένο απ’ του τραγουδιστή το σώμα
το διάφανο φτερό κείτεται πια στη γη·
παλλόμενη μια τελευταία νότα ηχεί
πάνω στων νεύρων τις χορδές, ακόμα.

Το σέρνει αργά μεθοδικός, ανδρείος
ο μαύρος που έπηξε τριγύρω του στρατός·
ο αρχιμέρμηγκας επρόσταξε ρητώς
να στοιβαχθεί προς βρώσιν υπογείως.

Μες στα λαγούμια οι φτερουγίσιες ήττες
προσφέρονται βορά· μ’ ό,τι τους μένει
τρέφουν νοικοκυραίους τρωγλοδύτες.

Ταΐζει η ελπίδα η τιμωρημένη
που υψώθηκε και τσάκισε ο αγέρας
το κάτεργο της κουρδισμένης μέρας.

///

ΤΟ ΑΘΛΗΜΑ (ΑΛΜΑ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ)

Δεν απαιτεί κάποιο ειδικό εξοπλισμό,
δυο ελατήρια στα παπούτσια και πεδίο
κατάλληλο: βυθό ψυχών ή και γκρεμό
(εξίσου πρόσφορα πεδία και τα δύο).

Το ελατήριο σαν βαρίδι λειτουργεί
κατά την πτώση του αθλητή, και με σφιγμένα
όλα τα νεύρα του σε μάζα συμπαγή
προσκρούει με φόρα ιλιγγιώδη στον πυθμένα.

Τον φόβο του θανάτου να τον διαπερνά
νιώθει ο άλτης, μα οι σιδερένιες σπείρες
που συμπιέζονται κι ανοίγουνε ξανά
τον σώζουν, αναδυτικοί εκτοξευτήρες.

Για μερικούς, είναι το σπορ εθιστικό.
Ξοδεύουν όλη τη ζωή τους πάνω κάτω,
σάλτο κι ανάδυση, σισύφειο ριζικό,
ψάχνουν την ύψωση φλερτάροντας τον πάτο·
και μόνη λύτρωση απ’ το ισόβιο «πάλι»
μια πιστολιά του Χρονομέτρη στο κεφάλι.

///

ΚΑΘΑΡΣΗ

Ας τράβαγε ο Πλούτων την τάπα του δρόμου,
βαθιά να γλιστρήσουν στης γης το σιφόνι
διαβάτες, τουρίστες, στρατοί αυτοκτόνοι
να πέσουν μεμιάς στην πυρά του υπονόμου.

Ας έστηνε ενέδρα μια Νέμεση χθόνια,
σανίδια σαθρά στο καπάκι που κλείνει
το Χάος· στα λαίμαργα ας μοίραζε σμήνη
αγχόνες, σατέν κομπιασμένα σεντόνια.

Να μείνουν μονάχα εκείνα που πρέπει:
ο άχρονος χρόνος στης θάλασσας πάνω
την πλάτη, η οπλή, το φτερό και το λέπι.

Κι εγώ, μ’ όλους ίδια ας χαθώ απ’ το πλάνο,
μ’ αν άξια υπήρξα ποτέ, ας μου μείνει
η εικόνα η στερνή κατευόδιο: Γαλήνη.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

**

 

 

Εις το όνομα του πατρός

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

~.~

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

Στον Παντελή Μπουκάλα,
για το «Είκοσί» του,
αιώνια νέο.
«Μόνος ο Μελικέρτης σου ο γονιός εκράτει
το κλάμα στην καρδιά και τη λύρα στο χέρι,
κι από τη νήτη σ’ έψαλλεν ώς την υπάτη».
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Από την ύψιστη κορφή του πόνου ετούτου,
όθε τού τάχθηκε να επισκοπεί τη μοίρα,
πανάξια έκρουσε την αγιασμένη λύρα
ο που έζησε και ζει τον θάνατο του γιου του.

Κατάματα αντικρίζοντας το τέλειο μαύρο
–που αγάπες, σώματα και λέξεις καταπίνει
και όλο αλέθει νόες και σπλάχνα μες στη δίνη
του μηδενός– και αντιπαλεύοντας τον ταύρο
του τίποτα –θεότυφλο, υιοβόρο τέρας,
που γκρέμιζε τα πάντα γύρω του κι εντός του
κι οι οπλές του σκάβαν βάραθρα εμπρός του–
γιος του χαμού ξαναγεννιόταν ο πατέρας.

Το φωτεινότερο άστρο έχει κιόλας σβήσει.
Χωρίς τα χρόνια του, τα χρόνια άδειοι αιώνες,
ψυχρά διαστήματα και μαύροι παγετώνες…
Μόνος θεός ο Θάνατος και νέκρα η φύση.
Μέσα και γύρω του κοιτά. Τι έχει απομείνει;
Η φαρμακεύτρα και φαρμακωμένη πλάση,
ο κόσμος που απ’ τον κόσμο όλον έχει αδειάσει
και πόνου άφραστου το άσβεστο καμίνι.

Κι ο Άλλος, ο Επουράνιος τάχαμου Πατέρας,
Αυτός που θέλησε τον θάνατο του γιου Του
και μες στο θέλημα του νου και του ματιού Του
το θόλωμα, δρεπανηφόρος πνέει αγέρας,
ξεσπώντας άθλια την πανάδικη οργή Του,
ο Αρχιφονιάς που όλα τα πάντα θανατώνει,
ο Αρχιεγώς που τον εαυτό Του αποθεώνει,
βάζει ξεδιάντροπα να λεν για τη στοργή Του…
Ο Λόγος… που φωνή, λαλιά, μιλιά δεν έχει,
Εκείνος που ό,τι κι αν συμβεί μόνο σωπαίνει,
ο πανταχού απών στη σύμπασα οικουμένη
τον εαυτό Του, αλήθεια, ακόμα πώς αντέχει;

Κι ο πήλινος τον Επουράνιο Πατέρα
–φορές πολλές έχοντας πρώτα συγχωρέσει
Αυτόν που απ’ τη θειότητά Του έχει εκπέσει–,
του Αυγούστου εκείνου τη Δεκάτη Έκτη μέρα,
τα μάτια κλείνοντας, ευθύς καταδικάζει.

Μα στη θηλιά του μηδενός που έτσι τον σφίγγει,
και τον λυγμό και τη βρισιά μες στο λαρύγγι
τα πνίγει ο λεξιμάγος αίφνης και τ’ αλλάζει…
Παίρνει τη φτώχεια, την ορφάνια και τη γύμνια
και με τη σπλαχνοβόρα μνήμη παραστάτη
και τ’ άγρυπνο κι ολόφωτο του πόνου μάτι
σε μέλος μεταλλάσσει πένθος και βλαστήμια.
Για το ελάχιστο «μαζί», το αιώνιο «χώρια»,
έτσι τον Άδικο ο δίκαιος τον ντροπιάζει
και στη μορφή του αδικοθάνατου αγκαλιάζει
τ’ αδικοσκοτωμένα όλου του κόσμου αγόρια.

Πιάνει γραφή για να ξεγράψει το γραμμένο
κι απ’ τους αιώνες τη θανάσιμη τη μέρα,
μ’ ακούει τον Ίσκιο να μιλά, να λέει «Πατέρα,
σ’ όλα τα σύμπαντα εσύ ζεις κι εγώ πεθαίνω…»

Φωνή ορειχάλκινη, μαζί λυγμός και βρόντος.
Τον ήδη ζωντανό νεκρό ξανασκοτώνει
με θάνατο αργό, χωρίς να τον τελειώνει,
η ανεκρίζωτη ενοχή του επιζώντος.
Για μια στιγμή – κάνει ν’ αφήσει το κοντύλι
και ν’ αφεθεί στο κοσμικό για πάντα ψύχος. (περισσότερα…)

Ο Αττάρ μιλάει στη μούσα του για την ποιητική του σε κήπο του Ισπαχάν

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΡΩΤΗ

1.

Στὸ ποίημα ἐτοῦτο ἀνθίζουν κάτι λέξεις
παρατημένες ποὺ εἴχανε παγώσει
στῆς μνήμης το κελάρι. Μὰ ἦταν τόση
ἡ μέσα θέρμη τους νὰν τὶς διαλέξεις

ὡς σπόρο ἐσὺ καὶ νὰ τὶς ρίξεις σ’ ἕνα
παρτέρι μὲ ἄλλα ἄνθη τοῦ στόματός σου,
ποὺ ἐβλάστησαν σὰν ἄλλος ἑαυτός σου
μὲ ὅλα τῆς φαντασίας τὰ πλεγμένα

ἰαμβεῖα καὶ τὶς αἰώνιες προσηλώσεις
τῶν ποιητῶν. Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο
λαλοῦν τὰ ρήματά μου, Ρίτα. Οἱ γνώσεις

βλασταίνουν καὶ μὲ βάζουν νὰ προείπω
τὶς σκέψεις σου σὰν μεταφράσεις ρόδων
ἢ σὰν σονέτα λυρικῶν ἐφόδων.

2.

Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο, Ρίτα, οἱ κρίνοι,
τὰ ρόδα καὶ οἱ βιολέτες ζοῦν καὶ ἀρθρώνουν
ἀγάπης πνεύματα καὶ στελεχώνουν
εἱρμοὺς ποιητικοὺς ποὺ μὲ τὰ σμήνη

τῶν ἤχων φεύγουν καὶ πετοῦν σὲ σφαῖρες
τῶν λόγων ἄρρητες, κι ἂς τὶς θαυμάζεις —
θαυμάζεις μόνο αὐτὸ ποὺ δοκιμάζεις
στὸ ἀφτί. Τοῦ νοῦ οἱ ἕλικες μὲς στοὺς αἰθέρες

τυλίγονται εὐθυβόλων ἀρωμάτων,
ἀσπαίρουν καὶ ἐκτινάσσονται σὰν νά ’ναι
νερὰ πιδάκων καὶ ἁρμυρῶν κυμάτων

σελαγισμοί. Κι ἐκεῖ, καθὼς ξεσπᾶνε
οἱ λυρικοὶ ρυθμοί, ἔρχεσαι ἐσὺ πάλι
καὶ ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι.

3.

Ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι
καὶ μοῦ ζυμώνεις τοὺς ρυθμοὺς μὲ στίχους
παλιοὺς ποὺ σώζονται ὑγιεῖς στοὺς ἤχους
τοῦ παραδείσου ἐντός σου, Ρίτα. Ἡ ζάλη

τῶν ἀρωμάτων ἀπὸ τὴ λαλιά σου
εὐεργετεῖ τὶς ρίμες, τὶς εἰκόνες,
τῆς λύρας μου τὴ γλώσσα. Σὰν σηκώνεσ’
ὀρθόπλωρη, μὲς στὴν κορμοστασιά σου

συνεδριάζουν τὰ πουλιὰ τοῦ μύθου
ποὺ ἐτόνισα παλιὰ μ’ ἐξαίσιες λέξεις,
ἀπ’ τὰ φιλιά σου λεία. Ὅ,τι ἐσὺ ἐπιλέξεις

πάντα ἔχει ἀξία πολυτίμου λίθου
στὰ ποιήματά μου πού ’ναι καὶ δικά σου
σὰν να ’χουν χαραχτεῖ ἀπ’ τὰ δάχτυλά σου.

4.

Ἄν, ὅπως μοῦ ’γραψες πρὶν λίγες μέρες
εἶναι ὄντως μαγικοὶ τοῦ ποιητῆ σου
οἱ στίχοι, τοῦτο μόνο συλλογίσου·
μὴν ἔστειλες ἐσὺ μὲ τοὺς ἀγέρες

τὰ λυρικὰ μηνύματα στὰ κέντρα
τοῦ νοῦ του καὶ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του,
κι ἔτσι ἐγγυήθηκες τοῦ ἀναποδράστου
ἀποτελέσματος τὸν κῆπο. Δέντρα

καὶ πίδακες μὲ μουσικὲς ἐκκρίσεις
νὰ κρέμονται στὰ θεσπέσια χάη
τῆς φαντασίας καὶ νὰ μοῦ μηνάει

τῆς γλώσσας σου ἡ ἰσχὺς τὶς ἐφορμήσεις
τῶν νοητῶν στὰ φάσματα τοῦ ἀοράτου
μὲ μύθους καὶ ἦθος καιομένης βάτου.

5.

Τοῦ νοῦ τὰ κέντρα, τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα
φιλοξενοῦν τὰ ρόδα ἀπὸ τοὺς κήπους
ποὺ περπατᾶμε, Ρίτα, ὡς ὑποτύπους
δροσιᾶς ποὺ ζωογονεῖ τὴν ξεραΐλα

τῆς σήμερον ἡμέρας. Σιντριβάνια
οἱ μίσχοι τους τινάζουν τὰ νερά τους
στὰ δάχτυλά σου· ἀρδεύουν μὲ ἀθεάτους
σεισμοὺς τὴν τρυφερή τους ἐπιφάνεια,

νὰ γίνουν τ’ ἀκρωτήρϊά τους ζῶνες
ὑποδοχῆς κάτι ἥμερων λεόντων —
ναί, σ’ τό ’χω ξαναπεῖ. Τῶν ὄντως ὄντων

ἐκρήξεις στελεχώνουν τοὺς αἰῶνες.
Γυμνὰ στὶς χλόες πᾶν τὰ πέλματά σου
κι εἶν’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου.

6.

Μὲ τ’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου
κερδίζεται ὁ ρυθμὸς ποὺ σὲ ἀνεβάζει
στὰ ὑψίκρημνα τοῦ λόγου. Τὸ τοπάζι
ἰσορροπεῖ στὸ βάθος τῆς ματιᾶς σου

μὲ συλλαβὲς καὶ ρίμες πανσελήνου.
Τοῦ στίχου αὐτοῦ τὸ ρῆμα σ’ τὸ χαρίζω,
καὶ σοῦ χαράζω σὲ γρανίτη γκρίζο
ὀνόματα ποὺ θ’ ἀπηχοῦν ἐκείνου

τοῦ κάλλους σου τὴ ρύμη ποὺ εἰκονίσεις
διανοημάτων θὰ σκορπᾶ στὸν νοῦ σου
καλώντας σε ἀφειδῶς τοῦ ἀληθινοῦ μου

ἑαυτοῦ σταφύλια νά ’ρθεις νὰ τρυγήσεις.
Σὲ λυρικοὺς ἀσκοὺς φυλᾶς τὸν οἶνο
ποὺ ἐγὼ μὲ τὰ φιλιά σου πίνω.

7.

Θυμίσου τί εἶχα γράψει: Τὴν πνοή σου
νὰ τὴ ρυθμίζεις —δροσερή!— ὅπως τὰ ἄνθη
αὐτοῦ τοῦ κήπου. Καὶ τὸ νερατζάνθι
παράδειγμά σου κάν’ το στὴ ζωή σου:

γλυκόξινη ἔχει μοίρα, καὶ εἶναι χάδι
κρυφό, λυσιμελὲς τὸ νόημά του,
διαλεκτικὸ ἀποτύπωμα καμάτου
καὶ ρύμης, στὰ κατσάβραχα πετράδι,

πολύτιμη παλάμη σὰν ἀμπέλι,
βροχὴ ἀσπασμών ψιχαλιστὴ στὸ σκότος
σὰν τρύγος τῆς χαρᾶς, εὐρὺς σὰν Νότος

ποὺ βρίσκει τὸν Βορρᾶ σὲ μιὰ νεφέλη
μὲ τὸ Ἰσπαχάν της, καὶ τοὺς περιπάτους
τῶν δροσερῶν μας ρόδων ἀθανάτους.

*

**

 

Amanti di Valdaro

Ξανθό ρυάκι μες στις γρίλιες οι ηλιαχτίδες,
σαν μυστική κι απαραβίαστη ραστώνη·
αχλύς ονείρου, μεταξένιες αντηρίδες,
μια σοροκάδα σε λευκό λινό σεντόνι.

Ερωτευμένοι και περίκλειστοι αστέρες,
της ηδυπάθειας λαμνοκόποι στ’ ανοιχτά·
κορμιά-σεντούκια σε πειρατικές γαλέρες,
φιλιά πληθωρικά και μίνιμαλ, πνιχτά.

Ξάφνου μερμήδισε ένα τίναγμα στο χώμα
και μια σκαπάνη τούς μιλά σε γλώσσα ξένη.
Μ’ αυτοί φιλιούνται απερίσπαστοι ακόμα!
Των εραστών δυο σκελετοί αγκαλιασμένοι.

ΜΑΡΙΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Οι «Εραστές του Βαλντάρο» («Amanti di Valdaro»), είναι ένα ζεύγος ανθρώπινων σκελετών ηλικίας περίπου 6.000 ετών. Ανακαλύφθηκαν από αρχαιολόγους σε νεολιθικό τάφο στο Σαν Τζόρτζιο κοντά στη Μάντοβα της Ιταλίας, το 2007. Οι δύο άνθρωποι βρέθηκαν θαμμένοι αντικριστά, με τα χέρια τους περασμένα ο ένας γύρω από τον άλλον, σε στάση που θυμίζει ερωτική αγκαλιά.

*

*

*

 

Μιχαήλ Χωνιάτης, Στην Κοίμηση της υπεραγίας Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης (12ος-13ος αι.), επιφανής λόγιος της μέσης βυζαντινής περιόδου και μητροπολίτης Αθηνών, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, μαζί με τον αδελφό του, τον ιστοριογράφο Νικήτα. Το επίγραμμα που μεταφράζεται εδώ αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του βυζαντινής κοπής «Ελληνοχριστιανισμού»: Η ομηρική ποιητική φόρμα (ιδίωμα και μέτρο), στην πιο απαιτητική μάλιστα εκδοχή της, επιστρατεύεται προκειμένου να τιμηθεί μία από τις σπουδαιότερες εορτές της Ορθοδοξίας. Από άποψη περιεχομένου, ο ποιητής ακολουθεί την παράδοση που είχε διαμορφωθεί στους προηγούμενους αιώνες, αρχής γενομένης από μία πεζή αφήγηση περί Κοιμήσεως και Αναλήψεως της Θεοτόκου, που αποδιδόταν εσφαλμένα στον ευαγγελιστή Ιωάννη (σώζονται δύο εκδοχές, χρονολογούμενες περί τον 6ο αι.). Σύμφωνα με αυτήν, όταν έφτασε η ώρα της Κοιμήσεως, οι απόστολοι μεταφέρθηκαν με σύννεφα από το μέρος στο οποίο κήρυττε ο καθένας, προκειμένου να βρίσκονται μαζί με την αγαπημένη τους Θεομήτορα (το «φωτοδόχο σύννεφο» του πρώτου στίχου) την ύστατη εκείνη στιγμή. Μετά την απόδοση παρατίθεται το πρωτότυπο.

*

Το φωτοδόχο σύννεφο ξεμάκραινε απ’ το χώμα
προς τον θεϊκό νυμφώνα του, πιο πάνω κι απ’ τα αστέρια,
κι αμέσως μεταφέρονταν, από άλλη γη ο καθένας,
ιππότες λες, οι απόστολοι, καβάλα σε νεφέλες,
στην πόλη της Ιερουσαλήμ γοργά μαζί να φτάσουν.
Και γύρω απ’ τη θεόπαιδα και του Θεού μητέρα
δοξολογούν κι υμνολογούν κι ας είναι δακρυσμένοι.
Ασύγκριτος ο Κύριος και οι συννεφοφερμένοι·
Αυτός με τρόπο θαυμαστό συγκέντρωσε τα νέφη
για τη γλυκιά μητέρα Του, που φεύγει δοξασμένη.

*

Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου
(έκδ. Σπ. Λάμπρος, 1880)

Γῆθεν ἀειρομένης νεφέλης τῆς φωτοδόχοιο
εὐθὺ θεοδμήτων θαλάμων ὑπερουρανίων τε,
αἴφνης ἡνίοχοι νεφέων ἐλατῆρες ἐλαφρῶν
κήρυκες οἵδε φέρονται γαίης ἄλλοθεν ἄλλος
ὄφρα Σιῶνος ἐς ἄστυ ἅμα τροχόωντες ἵκοιντο·
ἀθρόοι, ἀμφὶ κόρην θεόπαιδα θεοῖο [τε] τίτθην,
θείαις ἀοιδαῖσιν κοπετοῖσί τε κυδαίνοντες.
Τίς ἀτάλαντος τῷ Κυρίῳ τοῖς δ’ ἐν νεφέλῃσιν,
ἃς αὐτὸς ξυνάγειρεν καινοτέροις τεράεσσι
μητρὶ φίλῃ φίλον ἐξόδιον τόδε κῦδος ὀπάζων;

Σημείωση: Ο στ. 8 στην έκδοση γράφει ταῖς, που δεν φαίνεται να δίνει ικανοποιητικό νόημα. Το άλλαξα σε τοῖς, αφού φαίνεται να αναφέρεται στους αποστόλους («αυτοί που ήταν / μεταφέρθηκαν πάνω στα σύννεφα»).

*

**

Ζωή Καρέλλη, Η Στενή Πύλη

*

H ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ

Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου
η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.

Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα
«η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν
τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων,
όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές.

Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

*

*

Νυχτερινή επίσκεψη

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Προσωπογραφικά προλεγόμενα: Ο Γιούστος Γλυκός από την Κορώνη έγραψε γύρω στα 1520 το στιχούργημα Πένθος θανάτου, το οποίο επηρέασε εμβληματικά έργα όπως η Ερωφίλη και ο Ερωτόκριτος (εκτεταμένα αποσπάσματα μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην ιστοσελίδα: «Δημώδης Γραμματεία» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). Ο Γεώργιος Σακελλάριος από την Κοζάνη δημοσίευσε το 1817 την ποιητική συλλογή Ποιημάτια, στα οποία εκδηλώνεται μία προρομαντική διάθεση, από τις πρώτες τέτοιες απόπειρες στη νεοελληνική λογοτεχνία. Πολλά από τα στιχουργήματα της συλλογής αφορμώνται από τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του (ψηφιακό αντίτυπο της συλλογής υπάρχει στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη», του Πανεπιστημίου Κρήτης).

*

Το σώμα πάντα ανήσυχο κι ο ψίθυρος εχθρός μου:
γιουστογλυκός… γιουστογλυκός… Αγέρι, με τρελαίνεις…
Γιούστος Γλυκός – Ποια πλάνη θα με τυραννήσει πάλι;
Ποιος είσαι; Δεν γνωρίζω τη μορφή σου· φύγε, φάσμα!
Όμως μ’ αρέσει το όνομα… «γλυκιά δικαιοσύνη»,
όπως την θέλησαν σοφοί που πια δεν θορυβούνε,
περίεργα ανυπόστατοι στην άτακτή μας μνήμη
ενώ η ζωή σαν το νερό κυλά και λιγοστεύει.
Η αναβολή, το ξέρουμε, γεμίζει την κλεψύδρα
του Χρόνου, που καραδοκεί να τρέξει απέναντί μας
κι ανέντιμος, δεν ξέρω πώς, συνέχεια θριαμβεύει.
Ενώ ο καιρός για στοχασμό, του ρεμβασμού, της σχόλης,
δένει τη φαντασία μας με την αιώνια πλάνη.

Κάτσε κοντά μου, φάντασμα, και πες μου
ποιο δόλωμα σε γράπωσε κι απόψε
ανάερο στον κόσμο μας διαβαίνεις;
Ποιον άνθρωπο κατοίκησες, ποιο σώμα
προσπάθησες να μιμηθείς, για λίγο
βέβαια, γιατί πριν μάθεις το παιχνίδι
αστραφτερό σε θέρισε δρεπάνι;
Κι αν είσαι κάποιου ποιητή, σ’ ακούω·
μην είσαι ο Σακελλάριος, της νύχτας
ο δακρυσμένος εραστής; Ή μήπως
Γιούστο Γλυκό στ’ αληθινά σε λένε
και δεν μου φέρνεις το καλό μαντάτο
πως κάπου, κάπως θα κριθώ όπως πρέπει;

Του κύκλου τα γυρίσματα, κι αν κάποτε γελούσι,
μες στ’ ασκημάδι –τι φριχτό– στο τέλος καταντούσι.
Ορθός κριτής στο λιόγερμα κανείς μας δεν ευρέθη
και κρίσις τάχα μου γλυκιά ποτέ δεν κατατέθη.
Γιατί σκιά τα τωρινά, κι αν έαρ, κρύο, θέρος,
και πιο μεγάλος ψευδουργός ο απάτηλός μας Έρως.
Κι αν τόσο κόπτεσαι, θνητέ, για τη δικαιοσύνη
όχι το βλέμμα, μα τον νου, με περισσή βιασύνη
στρέψε στην πέρα σου ζωή και μην κοιτάς οπίσω
κι ούτε να πεις: «Τόση χαρά πώς να την παρατήσω;»

Έφερε το ριζικό
νυχτερίδα φοβισμένη
–λες από παλιό σηκό–
κι η καρδιά μου μουδιασμένη
την κοιτάζει να πετά
σαν παιχνίδι χαλασμένο.
Τίποτα για εμάς μετά·
πανωφόρι ξεφτισμένο
μας σκεπάζει τον πηλό
με το χάος φωτισμένο.

Τέτοιες μνήμες με χτυπούσαν κι είχες, φίλε, πια χαθεί·
το όνομά σου λέει αλήθεια μες στον ύπνο τον βαθύ.

*

*

*

Σονέτο ~ ενός ακόμη θανάτου

*

Αναβοσβήνουν μέρες ανοιξιάτικες στην πόλη
αστράφτουν πάνω στο πεντάγραμμο των καλωδίων
δυο καρδερίνες που φτεροκοπούνε ζευγαρώνοντας
και με τις κίτρινες ανταύγειες τους τον νου ματώνουν

μέχρι της μνήμης τους βυθούς φτάνουν σαν ηλιαχτίδες
και μαρτυρούν που οι φυλλωσιές στο κοίταγμά τους
θρόισαν παλιού καημού –οι φυλλωσιές των σπλάχνων–
την πίκρα, που την έθαψες, μα φύτρωσε άγριο ήσκιο:

στο πίσω μέρος του νοσοκομείου, στα ψυγεία,
εκεί που έδιναν σε σκουπιδοσακούλες τους νεκρούς
ξέσκιζαν πέρα δώθε βιαστικές οι νεκροφόρες
μία κίτρινη τριανταφυλλιά γονατισμένη που

όσα τη ’θρεψαν
τη γυρεύανε πίσω:
λάσπη και ήλιος.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

**

Θερινός υποθετικός

*

Η ποιήτρια:

Θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι
αν είχα ένα σταμνί κι ένα πανάκι
αν δεν μ’ ακολουθούσε το κοράκι
αν είχα την απόφαση στο χέρι.

Αν δε με προσκαλούσαν της θαλάσσης
τα βάθη, σε κατάδυση μακάρια
στα δάχτυλά μου αν έπαιζα τα ζάρια
αν δεν μ’ αποπλανούσαν οι επιφάσεις.

Αν ήσουνα κι εσύ Θεός για λίγο
ίσαμε να σταθώ να ξαναρχίσω
αν όνομα είχε αυτό που να ξεφύγω
τρέχω, ή αν έστω θάρρευα να ελπίσω
πως η αντοχή μου θα τα καταφέρει,
θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι.

*

Το καλοκαίρι:

Θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι
και δεν θα ’ρχόταν τόσα να μου σούρει
αν ήξερε να πιάνει το τσεκούρι
αυτή, που όλο θηλιές να σφίγγει ξέρει…

Αν απ’ την ελεφάντινη την πύλη
τα όνειρά της δεν τραβούσε πάνω
τις νύχτες, αν δεχόταν να γλυκάνω
με τον χυμό μου το πικρό της χείλι,

αν άκουγε του γκιώνη τη θλιμμένη
φωνούλα στης νυχτός την ησυχία,
αν έπαυε τον ήρωα να προσμένει
που μέσ’ από του βίου της τα ορυχεία
θα καταρριχηθεί και θα την φέρει,
θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

**

Η Ταναγραία

*

Η Ταναγραία

Κυματιστή, αεράτη, μου θυμίζεις
με τον σπασμένο κότσο-σου παλιές,
ανέμελες σχεδόν μετακομίσεις
και μισοξεχασμένες αγκαλιές.

Τί σχήμα νά ’χε η πήλινη γλωσσίτσα
πρίν την τσακίσω; Δέν θυμάμαι πιά.
Σε ρίχνω συγχυσμένος στη βαλίτσα
με τα χοντρά τετράγωνα κουμπιά –

κι ύστερα αλλάζω γνώμη. Εδώ θα μείνεις!
Στο καταφύγιο που ετοιμάζω δέν
θα κουβαλήσω αγάλματα. Της μνήμης
μου φτάνει το μονότονο ρεφρέν.

///

Το κόκκινο και το μαύρο

Μα η μόνη-μου αλήθεια δέν είναι διπλή;
Σάν καλά τροχισμένο ψαλίδι
– προστασία μαζί κι απειλή –
την παίζω στα δάχτυλα. Πώς στραφταλίζει!

Τη ρίχνω στ’ αστέρια και παίρνει φωτιά,
κι απλώνει φτερά και σκεπάζει
με τό ’να μια αδιάφορη πλάση,
με τ’ άλλο του αρχαίου σερπετού την ψευτιά.

Κι απανάμεσα κάπου της σκέψης το αργό,
το τετράγωνο σέρνεται κάρο…
Το κόκκινο με το μαύρο
τη μάχη-του δίνει όπως πάντα, κι εγώ

κλειστός σάν βεντάλια, ανοιχτός σάν πληγή
τις αλήθειες-μου λέω και ξελέω
την πρώτη απ’ την προτελευταία,
την ίδια απ’ την άλλη τραβώντας να βγεί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

Λίβανος – Γάζα – Δυτική Όχθη

*

Γράψε, λοιπόν, μεγάλε ποιητή,
σε γλώσσα μέχρι χθες αποίητη·

γράψε, μα ο στίχος σου, σ’ το λέω ρητώς,
να πάψει πια να ’ναι μελίρρυτος·

να συλλαβίζεται κρουστός, αδρός,
σαν τον διαβάζεις να ’σαι κάθιδρος,

να μεταδίδεται τραχύς, στικτός,
να σε κολλά, να νοιώθεις διάστικτος,

να μην ξεχνάς·

να μοιάζει πάνω σου όπως τον κοιτάς,
σαν ένας παθογόνος μύκητας.

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

*

Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος (Νέα μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος)

J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery

*

Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει; (περισσότερα…)