Μήνας: Απρίλιος 2016

Κώστας Κουτσουρέλης: Συγγενείς, συντοπίτες, συνάδελφοι

 

κοινοτισμός

Λένε συχνά ότι ο Έλληνας είναι ατομικιστής, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δεν δίνει δεκάρα για το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται πολλοί (κάποτε και οι ίδιοι άνθρωποι) ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει περάσει από το στάδιο της εξατομίκευσης, ότι παραμένει δέσμια του κοινοτισμού της σε σημείο που με την κηδεμονία της να καταπιέζει, να εξουθενώνει το άτομο.

Και οι δύο παρατηρήσεις είναι εν μέρει σωστές και εν μέρει λανθασμένες. Περιγράφουν εμπειρικά μια πραγματικότητα, επειδή όμως το κάνουν με απρόσφορα σχήματα, δάνεια από την Εσπερία, αδυνατούν να την αποδώσουν πειστικά. Γιατί η διάκριση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ γενικού και ατομικού, δημόσιου και ιδιωτικού, ολότητας και μεμονωμένου προσώπου όπως συμβαίνει στη Δύση. Η κάθετη τομή που χωρίζει την κοινωνία μας είναι μεταξύ γενικού και ατομικού συμφέροντος, από τη μια, και μερικού συμφέροντος, από την άλλη. Σε σχέση με το γενικό, δημόσιο συμφέρον, αυτό το δεύτερο, το μερικό, είναι επίσης συλλογικό, όμως αφορά πάντοτε ένα μειοψηφικό υποσύνολο της ολότητας – τέτοιο είναι λ.χ. το τοπικιστικό, το παραταξιακό, προ πάντων όμως το οικογενειακό και το συντεχνιακό συμφέρον.

Στενά ατομικό συμφέρον στην Ελλάδα δεν νοείται – και εδώ έχουν δίκιο όσοι επισημαίνουν το έλλειμμα εξατομικεύσεως που μας χαρακτηρίζει. Η ένταξη στη συλλογικότητα παρ’ ημίν είναι υποχρεωτική, δυνατότητα εξόδου στην ουσία δεν υφίσταται, τόσο απαγορευτικές είναι οι κυρώσεις. Κάποιες φορές αυτές οι τελευταίες περιβάλλονται ουσιαστικά ισχύ νόμου. Ο δικηγόρος ή ο δημοσιογράφος λ.χ. ο οποίος θα αντιταχθεί στην πολλοστή εξωφρενική αποχή ή απεργία που κηρύσσει ο οικείος του επαγγελματικός σύλλογος, σε αντίθεση με τον κοινό εργαζόμενο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν θα εργαστεί ή αν θα απόσχει – η συντεχνία του έχει τον θεσμικό τρόπο να τον εξαναγκάσει να συμμορφωθεί! Αντιστοίχως, όπου τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, αυτή η τελευταία έχει σχεδόν παντού προτεραιότητα. Ο καθηγητής της Μέσης λ.χ., καίτοι διορισμένος από το ΑΣΕΠ, πειθαρχεί στα κελεύσματα της λοιπής δημοσιοϋπαλληλίας άπαξ και τεθεί θέμα απολύσεως των αναξιοκρατικά διορισμένων. Ο βιολονίστας της ΕΡΤ, που έχει περάσει από μύριες όσες οντισιόν για να προσληφθεί, βγαίνει στις ρούγες για να υπερασπιστεί τον τεχνικό ή τον διοικητικό υπάλληλο που μπήκε στον οργανισμό από την πίσω πόρτα.

Ιδίως το να ζεις στην επαρχία και να πηγαίνεις αντίδρομα σε ό,τι η τοπική κοινωνία θεωρεί θέσφατο, έχει κόστος. Ακόμη και την ψήφο εκεί, τα κόμματα (που με τη σειρά τους δεν είναι παρά διευρυμένες φαμίλιες, πολύ λίγο συγκρίσιμες με τα κόμματα στη Δύση) σε οικογενειακή βάση την υπολογίζουν, στη ζυγαριά του μικροπολιτικού πάρε-δώσε η ατομική ψήφος δεν βαραίνει. Αναλογικά πάνε και τα ρουσφέτια, κατά σόγια. Δεν διορίζεται πρόσωπο με προσόντα ή ιδιότητες ζητούμενες, η αξιοκρατία εδώ δεν παίζει τον ελάχιστο ρόλο. Διορίζεται το μέλος που η οικογένεια-πελάτισσα επιλέξει. Ακόμη και οι θέσεις εργασίες και τα προς ανάθεσιν έργα με βάση τη ζήτηση αυτών των πελατών καθορίζεται, όχι με βάση τις όποιες μετρήσιμες ανάγκες. Μουσεία, σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα φτιάχνονται εκ των ενόντων και επί τούτου για να εξαργυρωθεί η υπόσχεση να βολευτούν τα δικά μας παιδιά ή για να μοιραστούν τα δημόσια κονδύλια στους φίλα προσκείμενους. Αν ο πολιτευτής «ρίξει» την οικογένεια, λέει η άτυπη συμφωνία που ισχύει εδώ, τότε αυτή έχει όλο το δικαίωμα στις επόμενες εκλογές να μεταναστεύσει μαζικά σ’ έναν άλλο.

Ο γιος του Ολλανδού ή του Γερμανού βιομηχάνου ξέρει ότι το όνομά του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την αναγνώριση. Ξεκινάει λοιπόν ως απλό στέλεχος ώσπου να πείσει για τις ικανότητές του. Και αν αποδειχτεί ακατάλληλος, οι ίδιοι οι οικείοι του θα του υποδείξουν να αναζητήσει αλλού την τύχη του, διότι τέτοιο είναι το δικό τους προσωπικό αλλά και το γενικό συμφέρον της εταιρείας. Όμως η ελληνική φαμίλια, η ελληνική συντεχνία, η παρέα ακόμη, είναι προστατευτική, υποστηρίζει τυφλά τα μέλη της, τα καλομαθαίνει όσο μπορεί και τους συγχωρεί προκαταβολικά κάθε τους στραβοπάτημα.

Αν δεν θίγεται άμεσα, συγχωρεί μάλιστα ακόμη κι εκείνους που βδελύσσονται τις αξίες που εκείνη πρεσβεύει. Φτάνει βέβαια να μένουν στα λόγια. Ο εκσυγχρονιστής διανοούμενος, λ.χ., που κόπτεται για την αξιοκρατία και βγάζει πύρινους λόγους για χάρη της, στο Πανεπιστήμιό του όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι δεν διαφέρει απ’ τους άλλους. Κρατάει το στόμα του κλειστό, ακολουθεί την πεπατημένη και κοιτάει όπως όλοι –τί άλλο;– να βολέψει τους φίλους του.

Advertisements

Λίλα Κονομάρα: Το διαλανθάνον παντού

Βέης 

Γιώργος Βέης, Παντού. Μαρτυρίες,
μεταμορφώσεις, Κέδρος 2015

Τι υποδηλώνει ένας σταθμός χωρίς τραίνα; Πώς οι στίχοι των ποιημάτων περπατούν στον κόσμο ανεβασμένοι πάνω σε μια χάρτινη, κινέζικη ομπρέλα; Τι είναι τα πανδοχεία του Άδη στη Γιοκοχάμα; Πώς τα γλυκίσματα που δεν είναι γλυκά εκφράζουν την ιδέα της απόλυτης ηδύτητας;

Σαν τις ατέρμονες παραλλαγές σε ένα θέμα, το Παντού αποτελεί το έβδομο βιβλίο του Γιώργου Βέη με θέμα την Άπω Ανατολή και το απόσταγμα της θητείας του σ’ αυτήν. Σιγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, οι τόποι αυτοί μοιάζουν να στοιχειώνουν το συγγραφέα που επανέρχεται με την προσήλωση εμμονικού εραστή, προσθέτοντας κάθε φορά μία νέα πλευρά, μια καθοριστική λεπτομέρεια σ’ ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Ο ίδιος ανιχνεύει στα παιδικά του χρόνια και στο πολύωρο ταξίδι για τη Σάμο κάθε καλοκαίρι τις απαρχές αυτής της βαθιάς επιθυμίας. Η διαδικασία της μετάβασης φαίνεται να επηρέασε και την επιλογή του επαγγέλματος του διπλωμάτη. Η πολύχρονη μαθητεία του στην Ασία, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του του ποιητή, συνιστούν ιδιαίτερη συνθήκη για την ταξιδιωτική λογοτεχνία και προσδίδουν στα κείμενα αυτά μια ξεχωριστή ποιότητα και γοητεία.

Τι είναι όμως ο τόπος για τον Βέη; Πρόκειται για μια σύνθετη έννοια με πολλαπλές συνδηλώσεις. Είναι ένα πολύπλοκο με αναρίθμητες παραλλαγές σύστημα σαν του σκακιού, μας λέει, ασπαζόμενος τη ρήση του Καλβίνο, είναι «το νυν και το επερχόμενο», αυτό που δεν παύει ούτε στιγμή να συντελείται. Είναι αυτό που δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις όσες φορές κι αν τον επισκεφθείς, ένα μόνιμο αίνιγμα που θα σου διαφεύγει και θα σε καλεί να επιστρέψεις. Είναι το διαλανθάνον παντού. Η Σιγκαπούρη συναρπάζει με τις αντιφάσεις της, την έκρηξη των όγκων και τη σφοδρότητα των ανατροπών που φέρνει ένα τσουνάμι, την ευμάρεια της φιλελεύθερης οικονομίας που υπονομεύεται διαρκώς από μια αίσθηση ματαιότητας των εγκοσμίων, την πνευματικότητα του βουδισμού που ξεδιπλώνεται ανάμεσα στους υπερσύγχρονους ουρανοξύστες, την ατέρμονη διαδικασία του κύκλου από την αίγλη στον αφανισμό. Μέσα από μια διαδικασία σταδιακής μύησης, η Ιαπωνία σε καλεί να αποκρυπτογραφήσεις τον πολυσύνθετο κώδικα εθιμοτυπίας που την διακρίνει, υπενθυμίζοντάς σου διαρκώς με την αμφισημία της το πόσο επισφαλής θα ήταν κάθε απόπειρα ερμηνείας. Πώς δίπλα στα πιο προηγμένα τεχνολογικά επιτεύγματα, συνυπάρχει αρμονικά η πίστη ότι τα πνεύματα των νεκρών κυκλοφορούν ελεύθερα ή ότι τα αγαλματίδια στην είσοδο των σπιτιών προστατεύουν από το Κακό; Η μοναδική αυτή χορογραφία των παλαιστών Σούμο είναι «εγκώμιο στη Μάζα», «πρόλογος ενός συμβολικού θανάτου» ή «παράταση στο μέλλον ενός ευδιάκριτου μυθικού στοιχείου;» Πώς το όνομα προκαθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου στην Κορέα;

Ο τόπος είναι παράλληλα η αποδοχή του άλλου, του αλλότριου. Στην Κίνα, αυτό καθίσταται πιο εμφανές από παντού: η σταδιακή προσέγγιση με τη Δύση, η προσπάθεια επικοινωνίας, η σπουδαιότητα της γλώσσας ως εικαστικού συμβόλου μα και ως γέφυρας. Ο Βέης μας μιλάει για μια παλιά παράδοση «ταχυγραφής» η οποία μεταφέρεται στο ηλεκτρονικό παρόν των μέηλ και των sms. Αυτές οι ιστορίες των εκατό λέξεων εμφανίστηκαν την περίοδο που άνθησε η κλασική λογοτεχνία, και επανέρχονται σήμερα με τον όρο «hint-fiction». Πρόκειται για μικρο-μυθιστορήματα τα οποία ενίοτε συνοδεύονται και από σχόλια αναγνωστών, επιμερίζοντας έτσι την αφήγηση σε πολλά πρόσωπα. Αυτή θα είναι άραγε η λογοτεχνία την εποχή των ταχυφαγείων, αναρωτιέται ο συγγραφέας, ή μήπως όπως έλεγε ο Ντε Γκολ «η Ανατολή είναι ένα σταυροδρόμι. Περνούν τα πάντα απ’ αυτήν. Θρησκείες, στρατεύματα, αυτοκρατορίες, αγαθά, χωρίς κατ’ ουσίαν να κινείται τίποτα».

Ταυτόχρονα, ο τόπος αναδύεται από μέσα μας, από αυτό που είμαστε και από αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Η μετάβαση συμβαδίζει με τον πόθο μας να «διαγράψουμε τις καταναγκαστικές συνήθειές μας», όπως λέει ο Βέης, να υπερβούμε τα όριά μας και να ανακαλύψουμε μια άλλη διάσταση του εαυτού. Ο άλλος τόπος γίνεται δηλαδή ο τόπος των ανεκπλήρωτων ονείρων.

Για τον ταξιδιώτη-ποιητή όμως, ο τόπος παίρνει και μια άλλη διάσταση: είναι όπως αναφέρει «ένα πρόπλασμα δοκιμίου», ένας «ζωτικός πίνακας», η Σιγκαπούρη «ένα νησί περγαμηνή», «μια σπουδαία συλλογή διηγημάτων» «μια ολοκληρωμένη αφήγηση». Τι είναι άλλωστε η συγγραφή αν όχι ένα ατέλειωτο ταξίδι; Στις πολλαπλές του αναγνώσεις, το τοπίο, όπως κάθε κείμενο, γεννάει ένα νέο, είναι ταυτόχρονα συνεχής αναγωγή και δημιουργία. Τα σύννεφα γίνονται λέξεις που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί, «γλωσσοέμβρυα» τα ονομάζει, «νέφη πολλαπλών συγκινήσεων», γιατί όπως οι λέξεις φέρουν το καθένα το δικό του φορτίο, σχήμα, μετεωρισμό. Ο τόπος είναι ένα βιβλίο που γράφεται. Στις εντυπώσεις και τους οξυδερκείς στοχασμούς, έρχεται να προστεθεί η ποιητικότητα της γραφής του Βέη καθιστώντας πολλαπλή την απόλαυση και κομίζοντας μια νέα πρόταση στην ταξιδιωτική ελληνική λογοτεχνία.

Ο συγγραφέας προσεγγίζει τον εκάστοτε τόπο ως προσκυνητής, με σεβασμό και ευλάβεια, με τις αισθήσεις τεταμένες, αλλά και με την πνευματική του σκευή: «Βλέπω, δοκιμάζω, αγγίζω τη Σιγκαπούρη σαν καρπό του νου», λέει. Στις περιηγήσεις του, κοιτάζει παντού, αντλεί από παντού: παρατηρεί το φυσικό τοπίο μα και τις αρχιτεκτονικές και υφολογικές αναμίξεις, την οργάνωση του κράτους και τους θεσμούς, παρακολουθεί τη ζωή να ξεδιπλώνεται ως και στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, θίγει κοινωνικά προβλήματα, παραθέτει εν συντομία κάποιο ιστορικό στοιχείο, συνδιαλέγεται με την παγκόσμια λογοτεχνία, ανασύρει μνήμες και προσωπικά βιώματα, προβαίνει σε αισθητικές αποτιμήσεις και φιλοσοφικούς στοχασμούς. Προσπερνώντας ντετερμινιστικές ερμηνείες, στερεότυπα και απλουστευτικές αναγωγές, ο συγγραφέας αφήνεται σε συνειρμούς, ανιχνεύει ομοιότητες, επιρροές, προβαίνει σε μια συγκριτική θεώρηση των πολιτισμών, προσπαθώντας να βρει, κάτω από τις διαφορές, το νήμα που τους συνδέει, το παντού, τους «κοινούς παρονομαστές έκφρασης» όπως λέει σε όλες τις χώρες του κόσμου, όπως λόγου χάριν τη σπείρα. Κάθε φορά, βγαίνει έξω από το οικείο για να το ανακαλύψει εκ νέου, καθώς το ξένο του αποκαλύπτει ταυτόχρονα το πάτριο. Έτσι, σταδιακά συγκροτεί έναν νέο εαυτό και μια άλλη αντίληψη του κόσμου που τον περιβάλλει. Πέρα λοιπόν από «φορέας», «φερέφωνο τοπίου», ο συγγραφέας είναι εγκιβωτισμένος σ’ αυτό, αφού η κάθε ερμηνεία που επιχειρεί είναι ερμηνεία του θέματος αλλά από τη σκοπιά του ερμηνευτή. Η σχέση όμως είναι αμφίδρομη διότι την ίδια στιγμή που προσδιορίζει, επαναπροσδιορίζεται και ο ίδιος. Γιατί το ταξίδι δεν είναι μόνο μετατόπιση του σώματος μα και του μυαλού και μετατρέπει την επιστροφή σε μια καινούρια εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο τελειώνει με ένα κεφάλαιο-μνεία στη γενέθλια γη. Διαγράφοντας άλλον έναν από τους ατέρμονους κύκλους της σπείρας, ο συγγραφέας, ως άλλος Οδυσσέας, κατακλύζεται από τον πόθο του νόστου. «Το συναρπαστικό μέρος ενός ταξιδιού», μας λέει, «είναι μάλλον η ανάμνησή του. Ίσως διότι την επινοούμε σ’ ένα βαθμό. Αυτό θα πει επιστροφή».

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

 

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν.

Αναγνωρίζετε στην προσφυγική πολιτική της Γερμανίας και ορισμένες ρίζες στην ιστορία του γερμανικού πνεύματος; Θα μπορούσαμε π.χ. να πούμε, ότι η Γερμανία ενστερνίστηκε με άτεγκτο τρόπο την κατηγορική προστακτική του Καντ; (Οφείλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους, όπως θέλουμε εμείς να μας μεταχειρίζονται οι άλλοι.)

Ο Καντ ήταν βέβαια ιδιαζόντως ευφυής και διατύπωσε την κατηγορική προστακτική ως ηθική απαίτηση που απευθύνεται στο άτομο. Δεν θα του ερχόταν ουδέποτε η ιδέα στο μυαλό, να εγείρει αυτή την απαίτηση και για το κρατικό υποκείμενο. Ότι η πολιτική, ιδίως στην διεθνή αρένα, πρέπει να λειτουργήσει με μία τελείως διαφορετική λογική, δηλαδή με την λογική της κρατικής, συλλογικής βούλησης αυτεπιβεβαίωσης, αυτό ήταν για τον Καντ απολύτως ξεκάθαρο. Ο Καντ ήταν επίσης πεπεισμένος, ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ένα παγκόσμιο, οικουμενικό κράτος, κι ότι ο κόσμος θα συνεχίσει επίσης να ομαδοποιείται περαιτέρω σε μία ποικιλομορφία από κράτη. Λέγει βέβαια, ότι θα ήταν επιθυμητό για την αιώνια ειρήνη, αν θα υπήρχε μόνο ένα κράτος,αλλά για αυτό δεν αξίζει να πονοκεφαλιάζει κανείς, διότι αυτό το παγκόσμιο κράτος δεν θα υπάρξει ούτως ή άλλως ποτέ. Οι άνθρωποι υπάρχουν μέσω των γλωσσών και των πολιτισμών τους σε μεμονωμένα, ατομικά αυθύπαρκτα τμήματα.

Βλέπετε κάποιες παραλληλίες ανάμεσα σε αυτή την ουτοπία του ειρηνικού παγκόσμιου  κράτους και στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης;

Ναι, και εδώ επανερχόμαστε πάλι σε ένα τυπικά γερμανικό πρόβλημα. Η Γερμανία μετά το 1945 βρήκε διέξοδο διαφυγής στην ιδεολογία της Ευρώπης. Λέγω συνειδητά ιδεολογία, διότι εκεί υπήρχε η υπερβολική προσδοκία, ότι θα μπορούσαμε να διαλύσουμε την παλαιά Ευρώπη των διαφορετικών εθνών και να πλάσουμε από την παλιά Ευρώπη σύμφωνα με το πρότυπο των ΗΠΑ ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής μας ελίτ και η σκεπτόμενη κοινή γνώμη στη Γερμανία έβλεπε στην Ευρώπη ένα μέσο, για να απαλλαγεί από τον κακόφημο εθνικισμό. Αυτή η ιδέα δεν έφτασε στην πραγματικότητα ποτέ στον λαό. Εκεί το έβρισκαν απλά μονάχα ωραίο, ότι δεν υπήρχαν πια συνοριακοί έλεγχοι και ότι στην δυτική Ευρώπη επικρατούσε ειρήνη – κι αυτό ήταν πραγματικά το κυριότερο. Όσον αφορά τον λοιπό ευρωπαϊκό κανονιστικό οίστρο, μπορούμε πραγματικά να κάνουμε και δίχως αυτόν. Μονάχα ζημιά προκαλεί.

Η αντίληψη ήταν: Όταν υπερβούμε τον εθνικισμό, τότε υπερβαίνουμε τον πόλεμο.

Η πρόθεση ήταν ειλικρινής. Για αυτό η γερμανική πολιτική ήταν όλο και πιο πρόθυμη να μεταβιβάσει κυριαρχικά δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Το αργότερο με την ελληνική κρίση φάνηκε όμως, ότι στην Ευρώπη –πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά– τα εθνικά κράτη διατήρησαν το ειδικό τους βάρος. Μονάχα η Γερμανία το έβλεπε πάντοτε έτσι, ωσάν οι άλλοι να έκαναν «απιστίες» στην Ευρώπη των οραμάτων και των επιθυμιών μας.

Η Γερμανία επιθυμεί να μοιράσει τους πρόσφυγές της σε όλη την Ευρώπη. Πρόκειται μάλλον για μία απατηλή απαίτηση.

Η γερμανική πολιτική δεν θέλει να κατανοήσει, τι συμβαίνει στις ανατολικοευρωπαικές χώρες: Αυτές οι χώρες μόλις έχουν ξεφύγει από το κνούτο της Σοβιετικής Ένωσης και θέλουν τώρα μάλλον να απολαύσουν την νεοαποκτηθείσα εθνική κυριαρχία τους. Δεν επιθυμούν να παραδώσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής τους αμέσως πάλι στις Βρυξέλλες, απλώς επειδή η Γερμανία το επιθυμεί και το προωθεί δυναμικά με το όνειρό της για την Ευρώπη.Οι Γερμανοί διαγράφουν απλά από τον αισθητήρα τους και το ιστορικό υπόβαθρο της αμυντικής στάσης και των αμυντικών ανακλαστικών στην ανατολική Ευρώπη: η Βουλγαρία ήταν μέχρι το 1908 υπό την οθωμανική επικυριαρχία. Οι Τούρκοι έστεκαν μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενώπιον των πυλών της Βιέννης. Η ισλαμική, οθωμανική αυτοκρατορία είχε προωθηθεί βαθιά μέσα στην καρδιά των Βαλκανίων. Αυτό είναι παρόν στην συλλογική μνήμη αυτών των χωρών. Και όπως και να το κάνουμε, τα μεγάλα ρεύματα προσφύγων έρχονται προπάντων από τον ισλαμικό κόσμο.

Δεν είναι φυσιολογικό το γεγονός, όταν ισχυρά κράτη θέλουν να επιβάλλουν στα λιγότερο ισχυρά κράτη τις αξιακές τους αντιλήψεις και προτιμήσεις;

Η παλιμπαιδίζουσα αλλοκοσμία, που εκφράζεται στον μοραλισμό, είναι ήδη πραγματικά ένα πολύ ιδιαίτερο γερμανικό φαινόμενο. Η Μεγάλη Βρεττανία, ακόμα και η Γαλλία είναι όσον αφορά αυτό το ζήτημα πολύ πιο ώριμες χώρες. Γνωρίζουν π.χ. ότι σε ένα κυρίαρχο κράτος ανήκει και ο έλεγχος των συνόρων του. Όταν μία ηγέτις ενός κράτους όπως η Αγγέλα Μέρκελ δηλώνει: «Δεν μπορούμε να ελέγξουμε πια τα σύνορα», μας αυτοτοποθετεί ανάμεσα στα καταρρέοντα, αποτυχημένα κράτη, όπως εκείνα εκεί στην Αφρική. Ένας Βρεττανός ή ένας Γάλλος δεν θα το έλεγε ποτέ και ασφαλώς ούτε και ένας Ελβετός πολιτικός.

Υπερτιμάτε τους Ελβετούς πολιτικούς…

Εν πάση περιπτώσει τέτοιες δηλώσεις θα έπρεπε να μας κάνουν πολύ σκεπτικούς.

Ανήκετε στους λίγους διανοουμένους, που εκφράζονται κριτικά σε σχέση με την προσφυγική, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτική. Σε αυτά τα θέματα επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους της κουλτούρας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης μία τεράστια, κομφορμιστική πίεση: Όποιος αποκλίνει έστω και κατ΄ ελάχιστον από την «ρητορική του καλωσορίσματος των προσφύγων», παρουσιάζεται ως απάνθρωπο κτήνος, ως εμπρηστικός δημαγωγός, πιθανώς και ως ακροδεξιός. Από πού προέρχεται αυτό;

Η αριστερή και αριστεροφιλελεύθερη πολιτική σκηνή έχει μία συμπλεγματική σχέση με το έθνος. Η ανάγκη του έθνους για αυτεπιβεβαίωση και διαιώνιση προϋποθέτει όμως μία μη συμπλεγματική σχέση με αυτό ακριβώς το έθνος. Στους Γερμανούς διανοουμένους υπάρχει κάτι σαν μία εθνική αυταπέχθεια, ένα ούτως ειπείν εθνικό μίσος του εαυτού, ένα μίσος που δραπετεύει σε έναν ηθικό ουνιβερσαλισμό που είναι ξένος προς την πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπως η Γερμανία, που έχει φορτώσει στον εαυτό της τόσο μεγάλη και άφατη ενοχή, επιτρέπεται η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων μονάχα όταν μπορεί να παρουσιασθεί ως ηθική αποστολή ή ως ευρωπαική ιδεολογία. Γι αυτό υπάρχουν και οι διάφορες multikulti (πολυπολιτισμικές ) αντιλήψεις και ιδέες. Πριν από μερικά χρόνια, όταν ερχόντουσαν ήδη πολλοί οικονομικοί πρόσφυγες στη χώρα, στην αριστερά κυκλοφορούσε το σκαμπρόζικο ρητό: «Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς». Στην αυτοπεριφρόνηση ανήκει και ένα ιστορικό κοσμοείδωλο, που κατανοεί μεγάλα τμήματα της γερμανικής ιστορίας μονάχα ως προϊστορία του 1933, δηλαδή της κατάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ. Αυτή η πεποίθηση οδηγεί κατόπιν σε αξιώσεις όπως εκείνη του Γιόσκα Φίσερ, ότι το Άουσβιτς όφειλε να είναι ο ιδρυτικός μύθος για την διαμόρφωση της γερμανικής ταυτότητας. Η ιδεολογία αυτή όμως οδηγεί και σε παράλογες καταστάσεις όπως στην περίπτωση του Μάρτιν Χάιντεγγερ, που είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επειδή ήταν πράγματι εθνικοσοσιαλιστής, υπάρχουν πολλοί ανάμεσα στους νεώτερους διανοουμένους, που λένε ότι τον Χάιντεγγερ δεν μπορούμε πλέον να τον διαβάζουμε, δεν μπορούμε να διαβάζουμε, ούτε το ιδιοφυές βασικό του έργο από το έτος 1927, δηλαδή το Είναι και ο Χρόνος. Άνθρωποι, που δεν έχουν διαβάσει ούτως ή άλλως ποτέ Χάιντεγγερ, μπορούν τώρα να νιώθουν ωραία και λένε, ότι είναι μολυσμένος, και ότι απαγορεύεται να τον πιάνουμε τρόπον τινά στα χέρια μας.

Σύμφωνα με την λογική αυτή τώρα δεν θα επιτρεπόταν να μιλήσω μαζί σας, διότι σε τελευταία ανάλυση ιδρύσατε το 1970 μαζί με άλλους το μαοϊστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.

Ναι, φυσικά. Αυτό έγινε στα συνεπακόλουθα του Μάη του 1968. Μία πολύ ενδιαφέρουσα, ερεθιστική εποχή. Θέλετε πραγματικά να τα ακούσετε;

Μάλιστα, με πολλή χαρά.

Στην αρχή του κινήματος του 1968 υπήρχε το ξεκίνημα για νέες όχθες, η καυτή νέα μουσική από την Αγγλία και την Καλιφόρνια, η αντίθεση στις αυθεντίες, τα καινούρια βιβλία, η ερωτική απελευθέρωση – όλα τούτα ήταν μεγαλειώδη και πολύ ερεθιστικά πράγματα. Μετά ήλθε η τομή, μία αυτοδογματίζουσα σκλήρυνση με τις κομμουνιστικές ομάδες, που ήταν πραγματικές κομμουνιστικές σέκτες. Κι εγώ ήμουν σε μία σέκτα. Αυτές οι ομάδες προσανατολίζονταν στον Μάο και στην κινεζική πολιτιστική επανάσταση. Φυσικά αυτό γινόταν, επειδή δεν είχαμε ιδέα, τι πράγματι γινόταν εκεί στην Κίνα. Το βρίσκαμε απίστευτα γοητευτικό, πώς ένας κομματικός ηγέτης καλεί υποτίθεται τις μάζες σε εξέγερση ενάντια στον ίδιό του τον κομματικό μηχανισμό. Ο τύραννος Μάο δηλαδή, ως εμβληματική φιγούρα της αντιαυταρχικότητας! – μία σκανδαλώδης παρανόηση. Στην Γαλλία ηγέτες αυτής της κίνησης ήταν οι φιλόσοφοι Αντρέ Γκλυκσμάν και Μπερνάρ-Ανρί Λεβύ. Σε μένα όλο αυτό σταμάτησε, δόξα σοι ο Θεός, μετά τέσσερα χρόνια. Όλα τούτα ήταν σε γενικές γραμμές ένα σημάδι μίας πολύ τραυματισμένης, πολιτικής κριτικής ικανότητας. Μού είναι λίγο οδυνηρό και ντροπιαστικό, αλλά ανήκει κι αυτό στην ζωή μου.

Πώς επηρέασε τούτη η εμπειρία την σκέψη σας;

Ξέρω πολύ καλά τώρα τι είναι ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού. Συνολικά όμως, όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κουκλοθέατρο, δεν ήταν τραγωδία, αλλά ήταν μία κωμωδία. Ένα στέλεχος της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος μού είπε αργότερα κάτι πολύ σωστό: Αυτοί οι μαοικοί, που έστεκαν με το χάραγμα της αυγής καλά οργανωμένοι μπροστά από τις πύλες των εργοστασίων και μοίραζαν στους εργάτες φυλλάδια, δεν τους ανησύχησαν ποτέ, ήταν έτσι ή αλλιώς ομάδες με μεγάλο αίσθημα αυτοπειθαρχίας. Αυτό ήταν αλήθεια, δουλεύαμε πραγματικά πολύ, στις έξι η ώρα το πρωί στέκαμε στις πύλες των εργοστασίων, παρά το γεγονός ότι οι εργάτες σε γενικές γραμμές δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα για μας ή από εμάς. Κάποιοι από αυτές τις ομάδες του Μάη του 1968 πήγαν αργότερα στην τρομοκρατία, αλλά αυτό δεν ήταν πια πραγματικά η δική μας υπόθεση. Αυτό που είχαμε κάνει εμείς ήταν ένα είδος δημοσιουπαλληλίας, στον κομματικό μηχανισμό που είχαμε δημιουργήσει οι ίδιοι για να επιφέρουμε την παγκόσμια επανάσταση.

Πώς καταλαβαίνει κανείς ότι έχει εμπλακεί σε μία ιδεολογική πλάνη; Συμβαίνει αυτό αργά και σταδιακά, ή είναι κάτι που το καταλαβαίνει κανείς ξαφνικά;

Σε μένα προσωπικά ήταν μία ύπαρξη σε δύο κόσμους, στον ένα κόσμο πέραν των ορίων της σέκτας συνέχισα να διαβάζω Προύστ, Σοπενχάουερ και τα λοιπά. Μπορούμε να έχουμε δύο κόσμους σε ένα κεφάλι, αυτό μου συνέβαινε ακόμα και στην παιδική μου ηλικία, όταν η πιετιστική, θρήσκα γιαγιά μου ήθελε να με οδηγήσει με χείραν σιδηράν στην Εκκλησία, ενώ την ίδια στιγμή ο πατέρας μου επεδείκνυε ακάματα τον αθεισμό του. Προφήτης δεξιά, προφήτης αριστερά, εγώ αισθανόμουν καλά στην μέση, στο κέντρο ως παιδί του κόσμου. Έτσι ήταν όμως κιόλας: Από ένστικτο αποδεχόμουν και τον ένα και τον άλλο κόσμο. Είχα λοιπόν μεγάλη άσκηση στην πνευματική διπλή ζωή, όταν τη μέρα διάβαζα τον Μαρξ και τον Μαο και το βράδυ διάβαζα τον Προύστ και τον Σοπενχάουερ. Όταν τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα αποστασιοποιήθηκα από την αριστερή σκηνή, τότε ανοίξαμε μαζί με κάποιους ομοιδεάτες φίλους ένα περιοδικό, τα Μπερλίνερ Χέφτε (Τετράδια του Βερολίνου), όπου αναστοχαζόμασταν με βαθύνοια αλλά και πολύ κέφι όλη αυτή την τρελή ιστορία, από την οποία είχαμε μόλις αποχωριστεί: ήταν κι αυτό ένα κάποιο είδος διευθέτησης και απεμπλοκής από το παρελθόν μας. Είναι φανερό ότι στη Γερμανία είμαστε πολύ καλοί στο συγκεκριμένο  άθλημα.

Σας θεωρούσαν εξωμότη ή προδότη;

Ναι, κάτι σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά μου ήταν αδιάφορο, γιατί εν τω μεταξύ θεωρούσα την όλη υπόθεση γελοία. Και δεν είχα και άδικο, διότι μεγάλη ζημιά δεν κάναμε, εκτός από το να βλάψουμε τις δικές μας επαγγελματικές προοπτικές. Από τότε είμαι σε θέση να τρέφω μία περιφρόνηση για τους καριερίστες.

Από τότε δεν στρατευθήκατε πια πολιτικά, αλλά όμως κάνατε πολιτικές παρεμβάσεις. Πριν από μερικά χρόνια είχατε πει: «Το ιστορικό παρελθόν έχει διαμορφωθεί αποφασιστικά από το γεγονός ότι οι διάφοροι, μεμονωμένοι πολιτισμοί είχαν ξεχωρίσει ο ένας από τον άλλο μέσα στην απαράλλακτη διαφορετικότητά τους». Σήμερα αυτή η ρήση ακούγεται σαν μία συνηγορία υπέρ του κλεισίματος των συνόρων.

Ναι, έτσι το βλέπω ακόμα και σήμερα. Το ωραίο στα άτομα είναι βέβαια, ότι το καθένα έχει την ατομική του, ξεχωριστή μοναδικότητα. Το τρομακτικό είναι ο κομφορμισμός, όταν ο καθένας είναι όπως ο άλλος και κανένας δεν είναι ο εαυτός του. Για όλα αυτά παρεμπιπτόντως γράφω τώρα ένα βιβλίο: για το άτομο. Ό,τι ισχύει για το άτομο, ισχύει επίσης και για τους πολιτισμούς. Δεν είναι επιθυμητό ή επιδιωκτέο να εφεύρουμε τεχνητά έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ευρωπαϊκό είναι το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά κράτη, πολλοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί. Αυτό είναι ο πλούτος της Ευρώπης. Είναι εκπτώχευση όταν επιδιώκουμε κατά κάποιο τρόπο να ανάγουμε αυτή την πολυμορφία σε έναν κοινό παρονομαστή. Το έλλειμμα στη σημερινή λογοτεχνία, φιλοσοφία ή στη ζωγραφική είναι ότι εν τω μεταξύ υπάρχει πολύ λίγο ένας ιδιαίτερος, ξεχωριστός  δρόμος, ότι όλα είναι έτσι όπως είναι παντού. Πόσο θαυμαστά διαφορετική ήταν η κατάσταση για παράδειγμα την εποχή του ρομαντισμού ή του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Νίτσε, αλλά και ο Βάγκνερ είναι απαράλλακτα προιόντα της γερμανικής πολιτισμικής χλωρίδας, όπως είναι για την γερμανόφωνη Ελβετία ο Ιερεμίας Γκόττχελφ ή ένας Γκόττφρηντ Κέλλερ. Τα βιβλία μου είναι μία απόπειρα, να κάνω ορατά τα ισχυρά στοιχεία της γερμανικής κουλτούρας, στο καλό ή και στο κακό. Πρέπει να στοχεύουμε στο ιδιαίτερο και στο προσωπικό, για να μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι με καθολική ισχύ.

Τι είναι εκείνο που αποτελεί την ιδιαιτερότητα της γερμανικής σκέψης;

Η κλίση προς την μεταφυσική. Το γεγονός ότι βλέπουμε κάτι που είναι μεγαλύτερο από τον ρεαλισμό, ότι διανοίγουμε μία παραπέρα σφαίρα, πέραν της καθεστηκυίας θρησκείας. Ιδίως στην εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού διεκδικούσαν οι διανοητές την ελευθερία για στοχαστική υπέρβαση των ορίων, για την υπερβατικότητα. Αυτή η θαυμαστή γερμανική ιδιότητα, συνδέεται με ένα έλλειμμα, που εμφαίνεται και επιδρά πάνω από όλα στον τομέα της πολιτικής: δηλαδή με την απουσία του ρεαλισμού. Τούτο το μεταφυσικο-ρομαντικό στοιχείο έχει βλάψει την πολιτική, κριτική ικανότητά μας. Αγαπώ τον ρομαντισμό, αλλά δεν αγαπώ καθόλου τον πολιτικό ρομαντισμό.

Μπορούμε να συνοψίσουμε έτσι: Μετά την ανακήρυξη του θανάτου του Θεού από τον Νίτσε, αναζητήσαμε το υπεραισθητό σε άλλες όχθες, πράγμα που μας οδήγησε σε έναν υπερβολικό ρεαλισμό;

Ναι, φυσικά. Παραπέμπω εδώ στον Μαξ Βέμπερ, που έκανε την διάκριση μεταξύ ηθικής της πεποίθησης και ηθικής της ευθύνης. Ως άτομα μπορούμε να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι απέναντι στην ηθική της πεποίθησης και να επιθυμούμε να βοηθήσουμε όλους τους πρόσφυγες – αν και σε αυτούς που εκτίθενται δημόσια για αυτό το ζήτημα, τις πιο πολλές φορές πρόκειται μάλλον για ρητορική και μόνον. Η πολιτική όμως πρέπει να ενεργεί με βάση την ηθική της ευθύνης. Προς το παρόν όμως στην πολιτική σημαίνει η μεγάλη ώρα της ηθικής της πεποιθήσεως, όπως την εκπροσωπεί παραδειγματικά η Μέρκελ. Ακόμα και τώρα που προσπαθεί να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Με αυτούς τους τεράστιους αριθμούς προσφύγων θα έχουμε σε λίγο μία ισλαμική παράλληλη κοινωνία, με όλες τις μοιραίες συνέπειες.

Ο πολιτικός πρέπει λοπόν να μπορεί να διαχωρίζει ανάμεσα στην προσωπική του συναισθηματική κατάσταση και σε αυτό, που θα είναι μακροπρόθεσμα καλό για την ίδιά του τη χώρα.

Ο Νίτσε σε μία από τις καλύτερες στιγμές του συνηγορεί για αυτόν ακριβώς τον διαχωρισμό, που τον περιέγραψα στο βιβλίο μου το «Σύστημα των δύο συγκοινωνούντων δοχείων». Έλεγε: Από την μια πλευρά πρέπει να ταίζουμε με κάρβουνο την μηχανή του πλοίου του πολιτισμού, από την άλλη μεριά πρέπει όμως να ψύχουμε την μηχανή του πλοίου με τα μέσα της πολιτικής τέχνης. Η ηθική αποστολή και επιταγή πρέπει σύμφωνα με αυτή την οπτική να καταψύχεται στα όρια του πολιτικά πραγματοποιήσιμου και πολιτικά υπεύθυνου. Αυτό θα ήταν τελικά αυτό που ονομάζουμε πολιτική ωριμότητα.

Στο βιβλίο σας για το Κακό, γράφετε: «Το Κακό είναι το κόστος της ελευθερίας.» Δεν ανήκει στο παράπλευρο κόστος της ελευθερίας το γεγονός, ότι τώρα έρχονται πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη, που δεν επιθυμούν να ξέρουν τίποτα για την ελευθερία υπό την δική μας έννοια;

Η ελευθερία περιλαμβάνει μέσα της σε πολύ μεγάλο βαθμό την δυνατότητα της καταστροφής της. Για να μπορούμε να ζούμε σε μία ελευθεροκρατούμενη κοινωνία, πρέπει να περάσουμε από ένα μείγμα εθιμικής και παιδευτικής εκπαίδευσης. Πολλοί μουσουλμάνοι δεν διαθέτουν αυτό το φορτίο στις αποσκευές τους. Και η χώρα μας είναι πολύ λίγο συμφιλιωμένη με τον εαυτό της, ούτως ώστε να είναι σε θέση να παραγάγει μία πειστική πίεση για ενσωμάτωση. Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων είναι νεαροί άνδρες στα καλύτερα χρόνια τους, και απορώ γιατί δεν χρησιμοποιούν την ανδρική τους ενεργητικότητα και δύναμη για να φέρουν την χώρα τους σε μία τάξη. Μερικοί από αυτούς πολέμησαν εκεί ο ένας εναντίον του άλλου, και θα μεταφέρουν τις φιλονικίες τους εδώ σε μας, για να συνεχίσουν εδώ υπό πολύ πιο άνετες συνθήκες τις μάχες και τους αγώνες τους. Ακούω ήδη κάποιους να εγείρουν την κατηγορία της ισλαμοφοβίας. Αλλά το πολιτικό Ισλάμ πρέπει πράγματι να το φοβόμαστε, εαν δεν το πολεμάμε αποφασιστικά εκεί, όπου είναι εχθρικά διατεθειμένο απέναντί μας. Αν δεν προσέξουμε – και η παρούσα πολιτική ηγεσία δεν προσέχει – θα εισπράξουμε τα προβλήματα της Γαλλίας, μαζί με την τρομοκρατία και τον ισλαμικό αντισημιτισμό. Αυτός είναι μία απειλή και για τους εβραίους συμπολίτες μας.

Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα, όπου η ενσωμάτωση έχει επιτύχει.

Σίγουρα, και τότε αυτή η ανάμειξη είναι ένας εμπλουτισμός. Έχουμε όμως ανάγκη από μία πιο ρεαλιστική στάση: Δεν επιτρέπεται οι ισλαμικοί πληθυσμοί στην Ευρώπη να είναι πολύ μεγάλοι, διότι τότε από την καλή πρόθεση θα γεννηθεί μία πολύ κακή έκπληξη. Μία υγιής καχυποψία είναι απαραίτητη σε μετακινήσεις πληθυσμών μιας τέτοιας κλίμακας, αυτό μας το δείχνει η Ιστορία.

Τι είναι μία «ρεαλιστική στάση»;

Σε καταστάσεις σαν κι αυτή σήμερα όπου νιώθουμε αβοήθητοι έχει παρεισφρύσει η κιτς έκφραση ότι δήθεν πρέπει να καταπολεμήσουμε το πρόβλημα «στην αιτία του». Χαρακτηρίζω αυτή την έκφραση κιτς, επειδή είναι ψευδής, διότι οποία αυτοϋπερτίμηση υπάρχει σε μία τέτοια πρόταση! Οι αιτίες αυτής της γιγαντιαίας κατάρρευσης στην Εγγύς Ανατολή είναι τόσο περίπλοκες, που είναι απολύτως αδύνατο να τις παραμερίσεις από τα έξω. Μία ώριμη και ρεαλιστική κριτική ικανότητα θα έφθανε στο εξής συμπέρασμα: ΄Ολα αυτά είναι διαδικασίες κατάρρευσης, στις οποίες οι περισσότερες παρεμβάσεις έξωθεν, όπως οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και η Λιβύη κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο χειρότερη. Την πυρκαγιά δεν θα μπορέσουμε να την σβήσουμε, θα έχουμε πετύχει πολλά, αν τουλάχιστον προστατεύσουμε προσωρινά από αυτήν το δικό μας σπίτι.

Οι πρόσφυγες είναι τώρα όμως καθ΄ οδόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να συγκρατήσουμε αυτά τα τεράστια ρεύματα; Είμαστε σε θέση ολωσδιόλου να τα συγκρατήσουμε;

Πρέπει να φτιάξουμε κοντά στις περιοχές των εμφυλίων πολέμων ζώνες, όπου θα μπορούσαν οι πρόσφυγες να παραμένουν ασφαλείς, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να γίνει. Είναι απλά αδιανόητο, να έλθουν όλα αυτά τα οκτώ εκατομμύρια, που δραπετεύουν από την περιοχή στη Γερμανία. Το δικαίωμα ασύλου δεν είχε σχεδιασθεί για τέτοιες μετακινήσεις λαών, δεν μπορούμε λοιπόν μακροπρόθεσμα να το διατηρήσουμε, υπό την σημερινή του μορφή. Δεν αρκεί να μιλάμε για περιορισμό του αριθμού των εισροών, πρέπει στην ανάγκη να κλείσουμε και τα σύνορα. Τότε θα μεγαλώσει και η πίεση για να δημιουργήσουμε ζώνες ασφαλείας κοντά στην χώρα από την οποία προέρχονται οι πρόσφυγες, οι καταυλισμοί των οποίων θα έπρεπε να υποστηριχθούν οικονομικά με μεγάλα οικονομικά μέσα εκ μέρους της Ευρωπαικής Ένωσης.

Ελκύσατε την προσοχή πριν από λίγο καιρό, με την δήλωση ότι θα θέλατε να ερωτηθείτε ως πολίτης, πριν η χώρα πλημμυρίσει  με πρόσφυγες.

Η κ. Μέρκελ δεν έχει απλούστατα τη δημοκρατική εντολή, να αλλάξει μία χώρα κατά τον τρόπο που τούτη θα αλλάξει, αν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εισέλθουν εκατομμύρια μουσουλμάνοι μέσα σε αυτήν. Εν πάση περιπτώσει, η Μέρκελ, κατά την ανάληψη του αξιώματός της, ορκίστηκε να προφυλάξει τον γερμανικό λαό από τέτοιες ζημίες.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

Η «κουλτούρα του καλωσορίσματος» ήταν στην αρχή πολύ εντυπωσιακή, διότι ο κόσμος αυθόρμητα προέβη σε πράξεις και χειρονομίες γενναιοδωρίας. Αργότερα όμως, με την υποδαύλιση των ΜΜΕ, όλα αυτά έγιναν πολιτικό κιτς – μοραλιστικό πολιτικό κιτς, δίχως συναίσθηση ευθύνης και χωρίς ρεαλισμό. Έλλειψη ή κατάργηση συνόρων υπάρχει μόνο πάνω από τα σύννεφα, στην χαμοζωή του γήινου βίου μας όμως, τα σύνορα έχουν μία απολύτως στοιχειακή σημασία – αυτό θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα από τα γεγονότα που ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μας.

μετάφραση: ΠΕΤΡΟΣ ΓΙΑΤΖΑΚΗΣ

Δικαιοσύνη μέσω της ποίησης ή Περί της αναγκαιότητας της «Κραυγής»

????????????????????????????????????

Της Γιαέλ Ουρίμπε
Δομινικανή Δημοκρατία

Πέρασαν ήδη έξι χρόνια από τη δολοφονία της Μεξικανής ποιήτριας και ακτιβίστριας Σουζάνας Τσάβες. Η Τσάβες αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των γυναικών και τύγχανε ευρείας αναγνώρισης χάρη στις δραστηριότητές της –τόσο τις ακτιβιστικές, όσο και τις πνευματικές– κατά των δολοφονιών και της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών στην πόλη Χουάρες, από το 1993. Προς τιμήν της διοργανώθηκαν για πρώτη φορά το 2011 οι εκδηλώσεις που έφτασαν σήμερα να συνιστούν το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» (“Grito de Mujer”).

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν την ποίηση απλώς ως μια μοναχική πράξη ενδοσκόπησης κι αυτοεξορκισμού ή ως κάποιου είδους προσωπική μεταφυσική αναζήτηση. Κατ’ άλλους, η ποίηση συνιστά χρήσιμο όπλο ενάντια στις αδικίες, έναν χώρο που επιτρέπει την ελευθερία της έκφρασης και όπου κανείς αισθάνεται ελεύθερος να καταγγείλει δίχως φόβο την αδικία και την καταπίεση. Πολλοί ποιητές και πολλές ποιήτριες βρίσκουμε στήριγμα σε εκείνην, ελπίζοντας πως θα είμαστε ασφαλείς υπό τη σκέπη της και πως πέρα από τις ποιητικές εικόνες δεν υπάρχει χώρος για τον κίνδυνο ή την ανασφάλεια. Πόσο λάθος κάνουμε.

Πολλοί είναι οι εκπρόσωποι του είδους με αρκετό ταλέντο ώστε να χρησιμοποιούν την ποίηση ως μέσο καταγγελίας, ανίχνευσης της υποκρισίας, της ανηθικότητας, της ανισότητας και της διαφθοράς και οι οποίοι, έχοντας ακριβώς αυτό το χάρισμα, κινδυνεύουν να υποστούν λογοκρισία, εκβιασμό, εξορία, και στη χειρότερη των περιπτώσεων –όπως έχουμε δει– τη δολοφονία. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ποίηση τελικά δεν είναι η αθώα πρακτική που πιστεύει η πλειοψηφία.

Δεδομένων των πολιτικών πιέσεων και της διεθνούς κατακραυγής, η μεξικανική κυβέρνηση βρέθηκε υποχρεωμένη να αναζητήσει τους υπεύθυνους της δολοφονίας της Τσάβες. Το δε πόρισμα της αστυνομίας ήταν το εξής: «Η Τσάβες ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τρεις εφήβους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τους οποίους εκείνη είχε γνωρίσει δυο ώρες νωρίτερα και οι οποίοι την κάλεσαν να πιει μαζί τους ένα ποτό σε κοντινή τοποθεσία». Με αυτόν τον τρόπο αποκλείστηκε και η παραμικρή πιθανότητα συσχετισμού της δολοφονίας της με τον ακτιβισμό ή τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ωστόσο, η θέση των συνηγόρων παραμένει η ίδια: Η Τσάβες καταδικάστηκε επειδή αποκάλυπτε στα κείμενά της όσα υφίστανται οι γυναίκες στη χώρα της σε ευρεία κλίμακα, με τη συγκάλυψη μάλιστα ατόμων εξουσίας. Έτσι μας φιμώνουν, εμάς τους ποιητές.

Σπανίως οι αυτουργοί τέτοιων εγκλημάτων έρχονται αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, ενώ για την πλειοψηφία των δολοφονιών συγγραφέων και δημοσιογράφων επικρατεί η συγκάλυψη, η ατιμωρησία, ή –ακόμη χειρότερα– η λήθη.

Ο Άγγλος δημοσιογράφος, Κάθαλ Σερίν, οργανωτικό μέλος του Διεθνούς Σωματείου PEN, δήλωσε στο πλαίσιο των εορτασμών της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το εξής: «Σε κοινωνίες όπου ο ρόλος των γυναικών στη δημόσια σφαίρα είναι περιορισμένος, οι ποιήτριες συχνά καταδιώκονται ή έρχονται αντιμέτωπες με επικίνδυνες καταστάσεις μόνο και μόνο λόγω της τόλμης τους να εκφράσουν ανεξάρτητα τη γνώμη τους μέσω της ποίησης». Σχολίασε ακόμη πως οι ποιήτριες διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο από τις υπόλοιπες γυναίκες, καθώς η ποίησή τους όχι μόνο επιφέρει την οργή της πατριαρχικής καθεστηκυίας τάξης, αλλά και ξεπερνά τα όρια του στενού ρόλου και της πιεστικής κοινωνικής αποστολής που καλούνται να εκπληρώσουν οι γυναίκες. Η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού βάσει της ισότητας και της δικαιοσύνης –ιδίως μάλιστα σε μια κοινωνία πατριαρχική– θεωρείται βάρος για εκείνους που ασκούν εξουσία και περιορίζουν την ελευθερία του λόγου με εκβιασμούς, φυλακίσεις και άσκηση βίας.

Οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωπες ποιήτριες λόγω της ιδιότητάς τους είναι καταγεγραμμένες στην ιστορία. Ως ένα πρώτο παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τη διάσημη Ρωσίδα ποιήτρια του μοντερνισμού, Άννα Αχμάτοβα, της οποίας η ποίηση αποτυπώνει αφενός μια διάφανη φωνή, αφετέρου μια καταπιεσμένη θηλυκότητα και έντονη συναισθηματική αυτοκυριαρχία υπό τον τρόμο του σταλινικού καθεστώτος. Αντί για την εξορία, επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της ώστε να καταμαρτυρήσει όλες τις αθλιότητες που έγιναν τότε. Όταν συνελήφθη ο γιος της, Λεβ, το 1938, η Αχμάτοβα έκαψε όλα τα ποιήματά της αφού πρώτα τα είχε απομνημονεύσει, κι έκτοτε τα συγκρατούσε στη μνήμη της, απαγγέλλοντάς τα μόνο σε ιδιωτικές συναντήσεις σε σπίτια φίλων απολύτου εμπιστοσύνης. Η ποίησή της απαγορεύτηκε, εκείνη κατηγορήθηκε για προδοσία και εξορίστηκε. Με λίγα λόγια, και σε εκείνην επιβλήθηκε σιωπή.

Ακόμη όμως και στον 21ο αιώνα, ποιήτριες εξακολουθούν να καταδιώκονται λόγω της συγγραφής στίχων που εναντιώνονται σε κατεστημένες κοινωνικές αξίες. Στο Αφγανιστάν, για παράδειγμα, η ποίηση στη γλώσσα Πάστο είναι εκείνη που αποτελούσε για γενεές ένα επαναστατικό μέσο για τις γυναίκες. Τα «λαντάι» –«μικρό δηλητηριώδες φίδι» όπως μεταφράζεται από τη γλώσσα πάστο που είναι και επίσημη γλώσσα του κράτους–, είναι δημοφιλή δίστιχα, τα οποία συχνά καταγγέλλουν τους υποχρεωτικούς γάμους με καυστικό χιούμορ. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα 15 εκατομμύρια γυναίκες στο Αφγανιστάν, μόνο το 5% ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα ¾ παντρεύονται με υποχρεωτικό γάμο πριν τα 16. Η χρήση βίας εκεί είναι κάτι το συνηθισμένο. Και να φανταστεί κανείς πως κάποιοι εξακολουθούν να διερωτώνται ως προς τη χρησιμότητα της «Κραυγής» μας.

Το 2005, η 25χρονη τότε ποιήτρια Νάντια Αντζουμάν, εξέχουσα προσωπικότητα με διεθνή αναγνώριση, κατέληξε κατόπιν ξυλοδαρμού από το σύζυγό της με μοναδική αιτία την έκδοση ενός ποιητικού βιβλίου της. Το μόνο που απομένει τώρα από εκείνην είναι μερικά ποιήματα, η ανάμνηση και αγανάκτηση.

22687_10153113160685726_8037416269164901702_n

Η λογοτεχνία στο Αφγανιστάν

Λέγεται ότι η μεγαλύτερη λογοτεχνική λέσχη για γυναίκες στο Αφγανιστάν ονομάζεται Μιρμάν Μπαέ (Mirman Bahee) και βρίσκεται στην Καμπούλ. Οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν, ωστόσο στην περιφέρεια γύρω στα 300 μέλη αναγκάζονται να κρατούν τη συμμετοχή τους μυστική. Τέτοιες ομάδες υπήρχαν ανέκαθεν, αλλά με την αυγή του καθεστώτος των Ταλιμπάν οδηγήθηκαν στην ανωνυμία. Το 1996, γυναίκες συγγραφείς, μέλη του Λογοτεχνικού Κύκλου του Πανεπιστημίου της Εράτ, ίδρυσαν μια πολιτιστική οργάνωση με την ονομασία «Σχολή Ραπτικής ‘Χρυσό Βελόνι’». Με την πρόφαση ότι συγκεντρώνονται για να ράψουν, οι γυναίκες συζητούν, γράφουν και διαβάζουν λογοτεχνία, η οποία συχνά καυτηριάζει τις διακρίσεις που οι ίδιες υφίστανται στο περιβάλλον τους. Τα νέα ήθη και η κοινή λογική τις οδηγούν στη μυστική συγγραφή ποίησης ως μόνου τρόπου έκφρασης.
Όμως και το Αφγανιστάν διαθέτει ποιήτριες που πέρασαν στην ιστορία, όπως την αγωνίστρια Μαλαλάι, η οποία απέκτησε φήμη μαχόμενη εναντίον των βρετανικών στρατευμάτων τη δεκαετία του 1880 και ήταν από τους πρώτους που έγραψαν ποίηση στα σύγχρονα περσικά. Πλέον έχει ανυψωθεί στις σφαίρες του μύθου και σε αυτήν οφείλει το όνομά της η κάτοχος του Βραβείου Νομπέλ για την Ειρήνη, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η Πακιστανή ακτιβίστρια που δέχτηκε δολοφονική επίθεση από τους Ταλιμπάν σε ηλικία 14 ετών και κατόρθωσε να επιβιώσει εξόριστη από την πατρίδα της. Είναι η Μαλάλα που ονειρεύεται να γίνει μια μέρα γιατρός και ποιήτρια. Η ίδια Μαλάλα που εξακολουθεί να αγωνίζεται από την εξορία για το δικαίωμα των κοριτσιών στην πατρίδα της για μόρφωση.

Η περίπτωση της ποιήτριας Λίου Σια

Πολύ συχνά, ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών και η πολιτική ιδεολογία συνιστούν τα κύρια αίτια καταδίωξης των ποιητριών. Ανάλογη είναι η περίπτωση της Λίου Σιά, ιδρυτικού μέλους του Ανεξάρτητου PEN Club της Κίνας. Η Λίου Σια καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Πεκίνο από το 2010, όταν στο σύζυγό της, συγγραφέα και ακτιβιστή Δρ. Λίου Σιαόμπο, απενεμήθη το Βραβείο Νομπέλ για την Ειρήνη για τη δράση του υπέρ της κατάργησης του Κομμουνιστικού Κόμματος ως μόνου κόμματος και ο οποίος συνελήφθη με την κατηγορία της «υπονομευτικής δραστηριότητας εναντίον του Κράτους». Σύμφωνα με πληροφορίες, η ποιήτρια Λίου Σια υποφέρει από οξεία κατάθλιψη και η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω των περιοριστικών όρων που της έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ως μέσο πίεσης του συζύγου της, δίχως να υπάρχει εναντίον της ίδιας οποιαδήποτε κατηγορία. Πρέπει να τιμωρείται η σύζυγος για τις πράξεις του συζύγου; Αυτή η περίπτωση συνιστά άλλο ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί μια ποιήτρια να δεχτεί πίεση, μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα.

Υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ικανοποίηση από την έκφραση μιας ποιητικής ιδέας που υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και καταγγέλλει τις αυθαιρεσίες και τη βία, και εκείνην που πηγάζει από την πλήρη αναρχία όσων καταχρώνται την εξουσία.

Η περίπτωση της Σαν Σαν Νέε

Η Σαν Σαν Νέε, σημαντική συγγραφέας της Βιρμανίας και μία από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ως δημοσιογράφοι εκεί, φυλακίστηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Βιρμανίας μεταξύ 1994 και 2001 για τις «απόπειρές της εναντίον της κυβέρνησης». Από το 1974, η πολυγραφότατη Νέε έχει εκδώσει σειρά μυθιστορημάτων, περισσότερα από 500 διηγήματα και γύρω στα 100 ποιήματα, γεγονός που δεν εμπόδισε τη σύλληψή της για τη «δημοσίευση πληροφοριών πολέμιων του Κράτους». Το 2001 τιμήθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοσιογράφων με το «Χρυσό φτερό» για την ελευθερία. Ποια ελευθερία όμως;

Αναλογιζόμενος κανείς αυτές τις περιπτώσεις, δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί τι είναι αυτό που κάνει άτομα εξουσίας να αισθάνονται επαπειλούμενα από τους ποιητές και τις ποιήτριες. Να πρόκειται για το ότι κάθε καταπιεστικό και ολοκληρωτικό καθεστώς μάς βρίσκει αντίθετους ή για το ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούμε την ποίηση για να πούμε την αλήθεια για όσα βλέπουμε και υποφέρουμε; Το δίχως άλλο, η έκφραση της αλήθειας –ως καταγγελία της καταπάτησης δικαιωμάτων, της βίας, των υποχρεωτικών γάμων, κάθε είδους αδικίας απέναντι στις γυναίκες– συνιστά συχνά θέμα δυσάρεστο κι ακανθώδες για πολλούς. Από την άλλη όμως, η έκφραση της αλήθειας ποιητικώ τω τρόπω διαχωρίζει την κατάσταση που βιώνουμε από τη μυθοπλασία, συμβάλλει στην κατανόηση της κοινωνίας απέναντι σε δυσάρεστες συνθήκες που πολλοί προτιμούν να αποκρύπτουν και βοηθά στην καταπολέμηση προκαταλήψεων και διακρίσεων, με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωπες κατά τρόπο ευθύ ή –ακόμη χειρότερα– συγκεκαλυμμένο.

——————–

1280px-Jael_Uribe,_creadora_de_Grito_de_Mujer_y_fundadora_de_Mujeres_Poetas_Internacional_MPI

Η «Κραυγή γυναικών» ήρθε να υπενθυμίσει ότι η ποίηση μπορεί να αποτελέσει εκείνο το είδος τέχνης, με το οποίο η κοινωνία μπορεί να εκπαιδευτεί έτσι, ώστε να καταπολεμηθούν οι διάφορες μορφές βίας και καταπίεσης των γυναικών και να διατηρηθούν όσα κατακτήσαμε με πολλή δουλειά, πόνο, αίμα και θυσίες.

Στο Νέο Δελχί της Ινδίας στις 3 Μαρτίου του 2015 μια ομάδα ανδρών κακοποίησε μια γυναίκα και δήλωσε ευθαρσώς στον Τύπο πως το θύμα πήγαινε γυρεύοντας αφού βγήκε από το σπίτι βράδυ, φορούσε –κατά τη γνώμη τους– προκλητικά ρούχα και τόλμησε να φέρει αντίσταση, αντί να αποδεχτεί παθητικά την τύχη της και να υποταχτεί. Όταν η ίδια η κοινωνία και η κοινή πρακτική ορίζει ότι οι γυναίκες είναι εκ γενετής κατώτερα όντα ή όταν φαινόμενα παρόμοια με το παραπάνω λαμβάνουν χώρα καθημερινά, δεν συνιστά έκπληξη το γεγονός ότι τέτοιες πρακτικές θα διαιωνίζονται, υπό το πρόσχημα κάποτε του συνετισμού των γυναικών ή της παροχής ενός μαθήματος ηθικής σε αυτές.

Ένας από τους στόχους του κινήματος «Κραυγή γυναικών» μέσα από τις διάφορες εκφάνσεις του είναι η αλλαγή νοοτροπίας εκείνων που κατά κάποιο τρόπο θεωρούν πως η βία κατά των γυναικών είναι κάτι λογικό κι αποδεκτό, αντί ν’ αντιμετωπίζεται ως έγκλημα και ως κακό που πρέπει να εξαλείφεται από τη ρίζα του. Δημιουργήσαμε ένα κίνημα ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, ένα μέσο αφύπνισης αντρών, γυναικών και παιδιών/κοριτσιών ως προς τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς και τις διαστάσεις και διάφορες εκφάνσεις του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, από το οποίο καμία γυναίκα και κανένα κορίτσι δεν μπορεί να θεωρήσει ότι εξαιρείται.

Με την ετήσια διοργάνωση του φεστιβάλ αποσκοπούμε στην ανάδειξη διαφορετικών κάθε χρόνο και περιλάλητων περιπτώσεων άσκησης βίας κατά των γυναικών σε διάφορα σημεία του κόσμου, ώστε να γίνει ορατή η αθέατη πλευρά μιας πραγματικότητας που όλες οι γυναίκες –λίγο ώς πολύ– βιώνουμε. Θεωρούμε ότι η ανεπαρκής γνώση ως προς τα πολιτισμικά πιστεύω αφήνει περιθώριο για τη διαιώνιση της βίας κατά των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολλές γυναίκες για παράδειγμα αγνοούν τους παρόντες και παρελθοντικούς αγώνες άλλων γυναικών για την επίτευξη και διατήρηση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, την οποία απολαμβάνουμε. Γι’ αυτό μέσω της ένταξης και της συμμετοχής μας σε ευρύτερα προγράμματα πολιτισμού έχουμε κατορθώσει να συμπεριλάβουμε στην κοινωνική μας αποστολή πολυάριθμους οργανισμούς και καλλιτέχνες (γυναίκες και άντρες) ανά τον κόσμο, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική και νέο περιεχόμενο στη διαμαρτυρία κατά της βίας προς τις γυναίκες, η οποία έχει αυξηθεί σε ανησυχητικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, παρά τις πολυάριθμες σχετικές προσπάθειες κι εκστρατείες. Πεποίθησή μας είναι πως η πρόληψη συνιστά την καλύτερη αντιμετώπιση και πως η στοχευμένη προσπάθεια για τη διάσωση της αυτοεκτίμησης της γυναίκας μπορεί να σπείρει μέσα της σπόρους που θα ριζώσουν και θα βλαστήσουν, ώστε η καταγγελία της βίας να μη μένει χωρίς αντίκτυπο.

Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι ευκολότερο στα λόγια παρά στα έργα. Παρ’ όλα αυτά, αρθρώνοντας κανείς μια κραυγή από μελάνι κατά της βίας, βρίσκει, γράφοντας, τη δική του φωνή. Αυτό προσφέρει η ποίηση στις γυναίκες που συμμετέχουν στο κίνημά μας: μια πλατφόρμα όπου μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους για θέματα που για άλλους δεν παρουσιάζουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Πεποίθησή μας είναι ακόμη ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι εφικτές μόνο με τη συμμετοχή όλων, γι’ αυτό και οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι, πέρα από εγωισμούς και μικρότητες, χάριν του κοινού συμφέροντος.

Πρεσβεύουμε ότι δεν υφίσταται ο ένας, ‘σωστός’ κι ενδεδειγμένος, τρόπος να περάσουμε το μήνυμά μας. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που συμμετέχουν στον αγώνα μας, αλλά χρειάζεται ακόμη περισσότερη δουλειά προκειμένου να φτάσουμε στις πιο ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Η κοινωνία, αναμφίβολα, είναι έτοιμη και διατεθειμένη να μας ακούσει. Ισχύει πως «ό, τι ισχύει για τον έναν ίσως να μην ισχύει για τον άλλο», ωστόσο είναι πολλές οι γυναίκες που καταφεύγουν στην ποίηση κατορθώνοντας μέσω αυτής να ξορκίσουν τους δαίμονές τους. Τη χρησιμοποιούν μάλιστα ως ‘θεραπευτικό μέσο’, το οποίο, καθώς το μοιράζονται με άλλες γυναίκες, συμβάλλει στη δημιουργία ενός συλλογικού οργάνου, όπου ο τρόμος δεν έχει πλέον καμιά θέση. Έτσι αναβλύζει η Κραυγή, ατόφια και ειλικρινής, από τα ίδια τα σωθικά μας.

Πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης και διεύρυνσης του διαλόγου ως προς την καταλληλότητα κι αποτελεσματικότητα των διαφόρων μέσων προς επίτευξη της μη-βίας. Η «Κραυγή γυναικών» είναι απαραίτητη ως τόπος διεξαγωγής αυτού του διαλόγου, αυτού του τόσο απαραίτητου διαλόγου. Εκ των πραγμάτων έχει περισσότερο νόημα να διακηρύττει κανείς τη δική του προσωπική εμπειρία απευθυνόμενος σε συγκεκριμένο κοινό που γίνεται αποδέκτης του μηνύματος της αλλαγής, παρά να διαχέει ένα μήνυμα άνευ περιεχομένου και δίχως συναίσθηση ενός σκοπού. Είναι ακριβώς αυτό το θάρρος που απαιτείται από τις γυναίκες που τολμούν να διηγηθούν σε ένα ποίημα την εμπειρία τους, εκείνο που κάνει τις γυναίκες που τις ακούν να αναλογιστούν τα δικά τους βιώματα. Αυτού του είδους την αλλαγή έχουμε ανάγκη: μια αλλαγή που πορεύεται μέσα σε όλους και όλες, φτάνοντας εν τέλει στις γυναίκες στις οποίες απευθύνουμε το μήνυμά μας. Πρόκειται για γυναίκες που αγαπούν τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση τους γύρω τους, γυναίκες δυνατές και λιγότερο διαχειρίσιμες. Αυτός ο τρόπος έχει αποδειχτεί αποτελεσματικότερος στην περίπτωση της «Κραυγής γυναικών».

Η ποίηση εκτείνεται πέραν του ακτιβισμού. Η ποίηση μπορεί να εισχωρήσει στη συνείδηση των ανθρώπων και να μιλήσει στο συναίσθημα, επιτυγχάνοντας έτσι σπουδαία πράγματα. Παρά την καταπίεση που κάποτε υφιστάμεθα εμείς οι ποιητές και οι ποιήτριες, οφείλουμε να έχουμε συναίσθηση του γεγονότος ότι δεν πρόκειται να μας αποδοθεί δικαιοσύνη όσο μια γυναίκα που υφίσταται ενδοοικογενειακή βία, ένα κορίτσι που κακοποιείται από άτομο του οικογενειακού του κύκλου ή μια φοιτήτρια που έχει υποστεί βιασμό δεν κατορθώνουν να ανοίξουν το στόμα, να ορθώσουν το ανάστημα και την κραυγή τους και σταματήσουν μια για πάντα να ζουν στη σιωπή.

*Ομιλία της Γιαέλ Ουρίμπε, επικεφαλής του διεθνούς κινήματος και του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») στον Πολιτιστικό Σύλλογο της Μαδρίτης (Ateneo), Μάρτιος 2016.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα και υπεύθυνη της ελληνικής διοργάνωσης του φεστιβάλ.

Λοξές ματιές: Ο ποιητής στο κλουβί

kavafis

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τόνοι μελάνι έχουν χυθεί για το παγκόσμιας ακτινοβολίας ποιητικό έργο του Κ. Π. Καβάφη. Μελέτες, μονογραφίες, άρθρα, αφιερώματα σε περιοδικά, διεθνή συνέδρια, ων ουκ έστιν αριθμός. Το έργο του ποιητή έχει αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε σημείο που αναγκαζόμαστε –πριν μιλήσουμε γι’ αυτό– να πρέπει να ανατρέξουμε στην ογκωδέστατη βιβλιογραφία που το συνοδεύει. Έχει ενδιαφέρον όμως να δούμε πως έγινε η πρόσληψη του Καβάφη από εκείνους τους διανοούμενους που πρώτοι ήρθαν σε επαφή με το έργο του, εκείνους τους φιλοπερίεργους και φιλέρευνους πρώτους περιηγητές της οδού Lepsius.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γιάννη Οικονόμου μια διαφωτιστική σχετική συναγωγή. Τιτλοφορείται Κ.Π. Καβάφης, Κριτικές Μελέτες, σε επιμέλεια Γιώργου Πικρού. Πρόκειται για μια ετερόκλητη συλλογή δοκιμίων που απλώνεται σε χρονικό εύρος μερικών δεκαετιών. Οι συντάκτες των κειμένων, περιώνυμοι άνθρωποι των γραμμάτων μας (και όχι μόνο), θέλγονται από το αντικείμενο της σπουδής τους και μαζεύονται γύρω από αυτό σαν τουρίστες που θαυμάζουν ένα αξιοθέατο, ή σαν φιλότεχνοι μπροστά από ένα σπάνιο έκθεμα ή ακόμα σωστότερα σαν θαυμαστές μπροστά στο κλουβί κάποιου εξωτικού ζώου. Και επιδίδονται σε φλογερούς σχολιασμούς, με τον ζήλο του νεοφώτιστου.

Ως επί το πλείστον πρόκειται για διανοητές, συγγραφείς και ποιητές που γνώρισαν προσωπικά τον Αλεξανδρινό. Ο Γιώργης Πικρός στην χαρακτηριστικά ευσύνοπτη εισαγωγή του (απλώνεται σε περίπου δέκα αράδες) αναφέρει ότι οι κρίσεις που συγκέντρωσε σε αυτό το τομίδιο διίστανται. Άλλες τοποθετούνται υπέρ του ποιητή και άλλες εκφράζουν αντιρρητικές γνώμες. Ο επιμελητής υπερθεματίζει αυτή την επιλογή επικαλούμενος λόγους αντικειμενικότητας και σφαιρικής διαπραγμάτευσης. Και ορθώς το πράττει αυτό. Μπορεί στην εποχή μας, με την πάνδημη αναγνώριση της ποιητικής μεγαλοφυΐας του Καβάφη, οι αντιρρητικές κρίσεις να φαντάζουν παράταιρες ή και ενοχλητικές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποσιωπούνται. Ανεξαρτήτως εάν φαίνονται φαιδρές και σκάνε πάνω στους κυματοθραύστες της καβαφικής ποίησης σαν μικρά, ανώφελα κυματάκια.

Κάθε συγγραφέας πιάνει το θέμα του από διαφορετική σκοπιά. Κάποιοι από αυτούς, με την άγνοια και τις προκαταλήψεις της εποχής, κάνουν, με κάποια αμηχανία και αδεξιότητα, μνεία στην “γυναικεία” πλευρά της ψυχοσύνθεσης του ποιητή. Αλλά γενικώς αυτό είναι ένα θέμα απου αποσιωπάται. Ο Βάρναλης είναι απροκάλυπτα εκθειαστικός. Με τα επίθετα «μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» τιτλοφορεί ένα από τα κείμενά του που φιλοξενούνται στον εν λόγω τόμο. Ο ίδιος κάνει ειδική αναφορά και στο θρυλικό και διορατικότατο εκείνο κείμενο του Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια το 1903 και αποτελεί την πρώτη δημόσια παρουσίαση του καβαφικού έργου στην Ελλάδα. Ο Ουράνης και ο Καζαντζάκης συνεχίζουν τους διθυράμβους και τους πανηγυρικούς. «Η πιο εξαιρετική πνευματική φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης». Έτσι ξεκινάει το δοκίμιο του Καζαντζάκη. Ο Κ. Θ. Δημαράς ακολουθεί στο ίδιο ύφος, αλλά ρίχνει λίγο τους τόνους και προσπαθεί με το δοκίμιό του να μπει λίγο πιο βαθιά στην καβαφική ποίηση. Προβαίνει σε στίχο προς στίχο ανάλυση, επιμένει στην επιλογή των τίτλων των ποιημάτων (αφιερώνει παραπάνω από μιάμιση σελίδα στον τίτλο “Επέστρεφε” που με το εξόφθαλμο γραμματικό του λάθος σκανδάλισε πολύ, όπως αναφέρεται, τους φιλολόγους της εποχής) και προσπαθεί να φωτίσει το ψυχολογικό και συναισθηματικό υπόστρωμα της καβαφικής ποίησης.

Όλα βαίνουν καλώς λοιπόν μέχρι που φτάνουμε στο “πρόσκομμα” που λέγεται Τέλλος Άγρας. Εδώ η ανάλυση βαθαίνει απότομα. Ο συντάκτης αυτού του κειμένου δεν ενδίδει σε δοξαστικούς, αν και η τελική του ετυμηγορία είναι θετική απέναντι στον Αλεξανδρινό. Εξετάζει με το μικροσκόπιο την καβαφική ποίηση και αποπειράται να ξεχωρίσει την ήρα από το στάχυ. Και οι υπόλοιποι κριτικοί αυτού του τομιδίου έχουν γερή κατάρτιση, τεράστιο κύρος και εγνωσμένη οξυδέρκεια, αλλά μόνο ο Τέλλος Άγρας διηθίζει με τέτοιον εξονυχιστικό τρόπο το αντικείμενο της μελέτης του. Τι κάνει λοιπόν ο χαλκέντερος διανοούμενος και τραβάει τόσο αναπόδραστα την προσοχή μας; Τι τον κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους γίγαντες της κριτικογραφίας;

Αρχικά προβαίνει σε μια διαπραγμάτευση και επεξεργασία του θέματός του καθαρά τεχνικού επιπέδου. Μας θυμίζει μάλιστα μια ορολογία που τείνει να χαθεί από το σύγχρονο φιλολογικό λεξιλόγιο: συνίζηση, έκθλιψη, άτμητος στίχος, διασκελισμός, ημιστίχια κ.α. Η ψύχραιμη και διαυγής ανάλυσή του επικεντρώνεται αρχικώς σε τεχνικά ζητήματα και προχωράει εν συνεχεία σε θέματα ποιητικής ουσίας. Η προσέγγισή του ξεχωρίζει από των υπολοίπων μελετητών και στο εξής: ενώ, όπως είπαμε καταλήγει στον έπαινο, δεν φαίνεται από την αρχή διατεθειμένη να ενδώσει σε αυτόν, να του χαριστεί. Διαβάζοντας το κριτικό σημείωμα του Άγρα, έχουμε αρχικά την εντύπωση ότι ετοιμάζεται κλιμακωτά να κατακεραυνώσει τον Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βγαίνει από τους αρχικούς ψόγους, την επισήμανση των αδυναμιών, των “λαθών” και των ασυνεπειών” της καβαφικής ποίησης. Το ύφος του Άγρα διέπεται από παγωμένη διαύγεια, κρυστάλλινη λογική και ψύχραιμη αντιμετώπιση. Έρχεται, κατά συνέπεια σε πλήρη αντίθεση με το ύφος των προλαλησάντων, που διακρίνεται από θυμικές εξάρσεις και εύκολες, επαινετικές κρίσεις. Το μόνο στοιχείο που θολώνει λίγο την καθαρότητα της ματιάς του, είναι η λεπτή ειρωνεία που διαποτίζει το ξεκίνημα του δοκιμίου του.

Γρήγορα όμως αφήνει κατά μέρος τα ανεκδοτολογικά σχόλια και τις προσωπικές γνώμες και προβαίνει σε στυφή γραμματολογική ανάλυση. Έτσι αναλύει το μέτρο των ποιημάτων (επικρατεί “ρυθμικός σάλος”, σχολιάζει επιτιμητικά) και προβαίνει σε χαρακτηρισμούς αρκετά οξείς. Θα λέγαμε ότι βγάζει τα μαχαίρια του εδώ. Αναφέρει χαρακτηριστικά στίχους “κακά φτιαγμένους άτμητους”, “περιττοσύλλαβους”, “κακώς παρατονισμένους”. Στην συνέχεια βρίσκει την καβαφική ποίηση απογυμνωμένη από “μεταφορές, επίθετα, παρομοιώσεις”, αλλά εντοπίζει την δύναμή της σε τέσσερα άλλα βασικά όπλα: την περίφραση, την περιγραφή, την υποβλητική εικόνα και το ρήμα. “Α, τι ανήσυχα που είναι τα ρήματά του!” αναφωνεί θαμπωμένος από την κινητοποίηση ενέργειας που αυτά προκαλούν.

Μετά την παύση του Τέλλου Άγρα οι πανηγυρικοί συνεχίζονται. Όχι όμως εντελώς απρόσκοπτα. Στην συλλογή συγκαταλέγεται και το περιβόητο πρώτο λιβελλογράφημα κατά του Καβάφη που αποτέλεσε και πρότυπο, καθώς λέγεται, για όλα τα υπόλοιπα που θα ακολουθούσαν (δημοσιεύτηκε το 1912). Το υπογράφει ο εμπαθής Ροβέρτος Κάμπος (άραγε υπάρχει κάποια μακρινή συγγένεια με τον Άλβαρο ντε Κάμπος;!), ψευδώνυμο του ποιητή Πέτρου Μάγνη που το αληθινό του όνομα ήταν Κ.Γ. Κωνσταντινίδης. Ο αληθινός συντάκτης του κατάπτυστου (για μας του καβαφολάγνους – έτσι μας αποκαλεί ο ίδιος) και ανερμάτιστου αυτού αρθριδίου, βρίσκεται εγκιβωτισμένος σαν ρωσική μπάμπουσκα μέσα σε αλλεπάλληλα λογοτεχνικά ψευδώνυμα. Κέρδισε μια θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας μας με αυτό το μικρό και ζηλόφθονο δοκίμιο. Το ποιητικό του έργο πάντως θάφτηκε μέσα στις δεκαετίες και έσβησε από προσώπου γης.

Και ο Ψυχάρης εναντιώνεται με ένα μάλλον ιταμό, ευσύνοπτο και ατεκμηρίωτο κείμενο στην “καβαφολαγνεία”. Αλλά η πολεμική του είναι πρόχειρη, αβαθής και ατελέσφορη. Ο επιμελητής παρά την αρχική του διακήρυξη δεν επιλέγει να συμπεριλάβει στη συλλογή άλλους από τους τόσους επιφανείς αντικαβαφικούς λόγιους της εποχής.

Αντίθετα το τομίδιο κατακλύζεται από κείμενα των Βρισιμιτζάκη, Νικολαρεΐζη (εντυπωσιακή η προσέγγισή του με πολύ στέρεες επαγωγικές απολήξεις), Τσίρκα, Κατσίμπαλη, Μαλάνου κ.α. προς επίρρωσιν της έκδηλα φιλοκαβαφικής τάσης. Τέλος έρχονται και δυο δοκίμια από τα πολύ υψηλά κλιμάκια της παγκόσμιας λογοτεχνίας που επισφραγίζουν τον θρίαμβο της καβαφολαγνείας: Φόρστερ και Ώντεν αποτίνουν τον δικό τους φόρο τιμής στον ποιητή της Αλεξάνδρειας.

* * *

Τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Τι μας νοιάζει αν κάποιοι διανοούμενοι συνάχτηκαν κάποτε για να εξετάσουν αυτό το περίεργο ζώο, τον ποιητή στο κλουβί, που αβοήθητος περιμένει την κρίση τους; Ο ποιητής στο κλουβί –πολύ ωραία, τραγικά και μοιραία σχηματοποίησε αυτή την εικόνα ο Έζρα Πάουντ κατά την αιχμαλωσία του στην Πίζα– μοιάζει να είναι στο έλεος των επικριτών, αλλά και των θαυμαστών του. Παρά ταύτα υπάρχει μια ασπίδα προστασίας απέναντι σε όλη αυτή τη σκύλευση: το ίδιο του το έργο. Ρευστό, πολυποίκιλτο, ανοιχτό σε ερμηνείες και αναλύσεις, υπερβατικό, βρίσκεται θρονιασμένο σε ενα φαντασιακό επέκεινα, σε μια δική του λογοτεχνική νιρβάνα και από κει περιγελά ή συγκατανεύει φιλικά προς όλες τις απόπειρες προσέγγισης.

Το θέμα είναι λοιπόν πως ένα κείμενο μιλάει για ένα άλλο κείμενο. Πως αποφεύγει τη γελοιότητα ή τις παγίδες που ελλοχεύουν στην όλη διαδικασία. Ο Προυστ τα είχε επισημάνει σαφώς πλην εμμέσως όλα αυτά. Προσπαθούμε να μεταδώσουμε την συγκίνησή και την αίσθηση μεγαλείου που μας προκαλεί η επαφή με κάποιο σημαντικό έργο, με αλλαλαγμούς, επιφωνήματα, πιθηκισμούς και κραυγές ενθουσιασμού. Αυτή την εικόνα έχουν πολλές φορές τα κριτικά κείμενα ή οι φιλολογικές αναλύσεις, και δη στις μέρες μας. Άλλοτε το κείμενο που μιλούσε ευμενώς για άλλο κείμενο μπορεί να διακρινόταν από λεπτότητα, ευγένεια, διακριτικότητα, ηθική σεμνότητα. Σήμερα βλέπουμε πολύ συχνά μια τάση θεοποίησης του προς εξέτασιν προσώπου να γίνεται κανόνας ύφους και περιεχομένου.

Δεν είναι ψέμα στον σύγχρονο περί λογοτεχνίας δημόσιο λόγο, όπως εκφράζεται μέσα από περιοδικά, ίντερνετ κτλ. να υπερθεματίζεται η προσωπικότητα και το έργο κάποιου (εκλιπόντος συνήθως συγγραφέα) με ορολογία που προσιδιάζει σε ροκ σταρ. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι συχνά με επίθετα και χαρακτηρισμούς, τύπου “μεγάλος”, “τεράστιος”, ”ανυπέρβλητος”, “αριστουγημα”, “σκοτεινή ιδιοφυΐα” που συνοδεύουν σπουδαίους κατά τα άλλα δημιουργούς όπως Μπουκόφσκι, Μπολάνιο, Μαλλαρμέ κ.ά. Η αμετροέπεια στον δημόσιο λόγο δεν είναι βεβαίως κάτι καινούργιο και δεν είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί ή να εκλείψει μέσα από τέτοιου είδους επισημάνσεις.

Το να γράφεις κείμενα για άλλα κείμενα είναι σαν να βάζεις έναν παραμορφωτικό καθρέφτη μπροστά σε έναν κανονικό καθρέφτη. Το αποτέλεσμα βγαίνει αναγκαστικά αλλοιωμένο. Η εικόνα του πρώτου κειμένου αποτυπώνεται στο τεθλασμένο της είδωλο με τρόπο άγαρμπα και αδέξια σοβαροφανή. Το κείμενο που μιλάει για άλλο κείμενο είτε είναι εγκωμιαστικού χαρακτήρα είτε έχει χλευαστική διάθεση δεν μπορεί να σταθεί τις περισσότερες φορές με αξιοπρέπεια απέναντι στο αντικείμενο του. Καταρρακώνεται, συντρίβεται, εκμηδενίζεται από αυτό.

Από την πλειάδα των σημαντικών λογίων που παρελαύνει στον τόμο Κ.Π. Καβάφης Κριτικές Μελέτες, αναφερθήκαμε με έμφαση στην περίπτωση του Τέλλου Άγρα γιατί αντιστέκεται πεισματικά σε αυτή την κατηγορία. Κωφεύει στις σειρήνες της ενθουσιαστικής παρουσίασης, (σαφώς σε ένα έργο σαν το καβαφικό κάτι τέτοιο είναι τρομερά δύσκολο) και επιλέγει έναν τρόπο προσέγγισης αυστηρό, αλλά εναργή, επιφυλακτικό, αλλά και γενναιόδωρο, λεπτομερειακό αλλά εν τέλει ακριβοδίκαιο.

Ασφαλώς μπορεί να καταλογισθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση έλλειψη πάθους, άνευρη διάθεση, ψυχρότητα. Δεν πειράζει. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο (και) για λόγους διακειμενικής εντροπίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Χάρης Γαρουνιάτης: Τρία ποιήματα

γρασίδι

Τουριστικός οδηγός

Δεν είναι Λονδίνο εδώ, να βγαίνει ο σπάνιος ήλιος
και ν’ αλείφουμε τα γρασίδια με τα κορμιά μας.

Σπανιότητα είναι η βροχή, εκλεπτυσμένη, εξωτική·
αρθρώνει περιοδικά το μελαγχολικό της λόγο.

Είμαστε οι κληρονόμοι του μεγάλου καλοκαιριού.
Επιδεικνύουμε μηδενική ανοχή στην κακοκαιρία.

Σ’ αυτή τη γη ο ήλιος επέλεξε ν’ απλώσει τις γενιές του·
σ’ αυτή τη γη υπαινίσσεται τους υπαινιγμούς του.

Όταν οι επισκέπτες λένε ότι ο ίδιος ήλιος έλουσε
κάποτε το Σοφοκλή και τη Σαπφώ, καπηλευόμαστε

μια απλή συνωνυμία κι αλλάζουμε γρήγορα το θέμα:
πίνουμε, χορεύουμε, γελάμε. Είμαστε χαρούμενοι εδώ,

έχουμε κέφι· καμιά σκιά δε θα περάσει πάνω απ’ τη διάθεσή μας.
Ο καιρός είναι αίθριος, η θλίψη παροδική σαν μπόρα.

Αλίμονο, φάγαμε τον τόπο. Τίποτε δε βρέθηκε
που να δικαιολογεί τη θλίψη μας εδώ.

*   *   *

Σύνοψη

Στην αρχή η ζωή·
επιτακτικά. Κάποτε,
η αγενής κλήση στο σπίτι,
μια τυχαία διαλεγμένη
στιγμή μέσα στη νύχτα.

Έπειτα πάλι η ζωή,
αναπόφευκτα πια: η διαλογή
του ξύλου, τα κόστη, οι πιστοποιήσεις·
κι ύστερα ο πιο μαύρος
από τους ήλιους· η συνοδεία

με πένθιμα, αργά παπούτσια·
το νεκρό όνομα στα χείλη (μια λέξη
διόλου χρηστική), και η βόλτα
μες στα χρόνια έως τη μέρα
που θα επιστρέψεις για να πεις:

τα γόνατά σου –μαρμάρινα τώρα–
αντέχουν το βάρος μου ξανά.
Τελικά, τίποτε περισσότερο
από ένα ποτήρι που πέφτει και σπάει
μπροστά σε χίλια μάτια κουφών.

*   *   *

Σονέτο ενός πρόωρα γερασμένου εαυτού
σε ύφος μεγαλορρήμον και παρωχημένο

Πότε θα έρθει η χρονιά εκείνη
σαν ερωμένη αργά να μου αφαιρέσει
το ρούχο της νεότητας; Θα μ’ έχει
ολότελα η ζωή εκθλίψει, μα απ’ του

περίγυρου το βλέμμα μια για πάντα
θα ‘χει χαθεί η προσδοκία της δράσης,
αφού το σώμα μου θ’ απεικονίζει
πιστά τη ζαρωμένη μου ψυχή. Και

τότε μ’ ευλάβεια θα σκύβουν όλοι,
κι εγώ με υπόκωφη φωνή θα στάζω
στην άφρονα και σπάταλη ακοή τους
το απόσταγμά μου αυτό που πια δε σφάλλει.

Βιάσου λοιπόν εσύ, έντιμη ηλικία —
εκτός αν έσφαλε και πάλι η νιότη.

Συμπόσιο Κονδύλη: Οφειλές & ευχαριστίες

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Και τις δύο μέρες του Συμποσίου για τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι γενικές εντυπώσεις ήταν εξαίρετες. Ζωηρή και έντονη συζήτηση, πρωτότυπες και ουσιαστικές εισηγήσεις, αθρόα προσέλευση και αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού. Ίσως η αποστροφή εκείνη του Νίκου Ξυδάκη ότι τόσοι και τόσοι άνθρωποι από τους πιο διαφορετικούς χώρους, συγγραφείς και πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες και επιστήμονες, αφιερώσαμε ένα Σαββατοκύριακο για να μιλήσουμε για το έργο του Κονδύλη και την σημερινή Ελλάδα μέσα στην παρούσα συγκυρία, να συνοψίζει το πνεύμα της εκδήλωσης.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που μας τίμησαν με την παρουσία τους, ο Μιχάλης και η Πόπη Γκανά, ο Γιάννης Καλιόρης, ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος, ο Θεοφάνης Τάσης, η Παναγιώτα Βάσση, ο Βασίλης Ξυδιάς, ο Σωτήρης Μητραλέξης, ο Σπύρος Κουτρούλης, ο Διονύσης Σκλήρης, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, η Ζωή Μπέλλα, η αδελφή του τιμωμένου Μέλπω Μπούμπουλη-Κονδύλη, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Άγγελος Καλογερόπουλος και ο Γιώργος Κοκκόλης, αντιδήμαρχος Ραφήνας, που προήδρευσαν σε τρεις από τις συνεδρίες μας και άλλοι πολλοί – ζητώ συγγνώμη απ’ όσους ξεχνώ αυτή τη στιγμή.

Εκτός από τους 16 συνολικά εισηγητές, για την επιτυχία της εκδήλωσης εργάστηκαν πολλοί άνθρωποι και με ποικίλους τρόπους. Πρώτα απ’ όλα όσοι είχαν την πρωτοβουλία του προγράμματος και του σχεδιασμού: ο Γιώργος Αντωνιάδης, που σήκωσε αγόγγυστα το μεγαλύτερο οργανωτικό βάρος και έκανε το περισσότερο τρέξιμο, ο Κυριάκος Κωσταρέλος (οι φωτογραφίες εδώ είναι δικές του), ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος· οι εθελοντές του ΙΝΣΠΟΛ και οι συνεργάτες του Νέου Πλανόδιου (ειδική μνεία από μέρους μου στην Ειρήνη Γιαννάκη)· οι άνθρωποι του Δήμου Αθηναίων στην 7η Δημοτική Κοινότητα γύρω από την αεικίνητη, υποχρεωτικότατη και πάντοτε ευδιάθετη Σύμβουλο κ. Δάφνη Γαβρίλη· η κινηματογραφική ομάδα του Αντιφώνου και του Κωνσταντίνου Βεργή και άλλοι.

Προς όλους και όλες, και από τη θέση αυτή, τις θερμές μας ευχαριστίες!

Οι εισηγήσεις του Συμποσίου, εμπλουτισμένες με συνεισφορές συνεργατών που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν, όπως λ.χ. εκείνην της καθηγήτριας Ιωάννας Τσιβάκου την οποία θα προδημοσιεύσουμε προσεχώς στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου, προβλέπεται να δημοσιευτούν την επόμενη χρονιά. Θα προηγηθεί κάποια στιγμή διαδικτυακώς η βιντεοσκόπηση όλης της εκδήλωσης.

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Print

Συμπόσιο Κονδύλη, 9-10. 4. 2016

Print

1η Διεθνής Συνάντηση του διεθνούς κινήματος «Κραυγή γυναικών» στη Μαδρίτη…

Το διήμερο 4-6 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Ισπανίας η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών (MPI – Mujeres Poetas Internacional), οργανωτικού φορέα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του διημέρου, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ άλλων συζητήσεις για την κατάσταση των γυναικών στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο -στις οποίες ήταν αφιερωμένο το φετινό φεστιβάλ με τίτλο «Λουλούδια της ερήμου»-, παρουσιάστηκε η φετινή ομότιτλη ανθολογία ποίησης με αντίστοιχη θεματολογία, εγκαινιάστηκε έκθεση ζωγραφικής και παρουσιάστηκαν θεατρικά έργα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι εκπρόσωποι του κινήματος από 32 χώρες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, κάτι που μέχρι τώρα ίσχυε μονάχα σε διαδικτυακό επίπεδο. Η εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολύ αξιόλογες προσωπικότητες από το Μεξικό, την Ισπανία, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μαρόκο, την Ελβετία κ.α. και τη δυνατότητα να ανταλλάξει ιδέες και απόψεις σχετικά με το κίνημα, ώστε να ισχυροποιηθούν οι δεσμοί μεταξύ των εκπροσώπων και να γίνουν το κίνημα και το Φεστιβάλ ακόμη πιο δυνατά. 

Στο επίσημο δείπνο-γκαλά που σηματοδότησε τη λήξη της 1ης Διεθνούς Συνάντησης του κινήματος, ορισμένες από τις διοργανώτριες και τους διοργανωτές του Φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και η Έλενα Σταγκουράκη, τιμήθηκαν από την επικεφαλής του κινήματος Γιαέλ Ουρίμπε (Jael Uribe). Για τη δραστηριοποίηση και την προσφορά της στο κίνημα και τη διοργάνωση του φεστιβάλ στη χώρα μας, η Έλενα, μέλος της συντακτικής ομάδας του «Νέου Πλανοδίου« έλαβε ένα αγαλματίδιο που παριστάνει μια γυναίκα με φτερά, καθώς και τον αντίστοιχο έπαινο.

Το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» ξεκίνησε το 2011 στη Δομινικανή Δημοκρατία κι έκτοτε εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και τον κόσμο. Το 2013 το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη Μαλάλα Γιουσαφζάι, στηρίζοντας την υποψηφιότητά της για το Νόμπελ Ειρήνης. Ένα χρόνο αργότερα, ο στόχος επετεύχθη. Το 2015, το Φεστιβάλ εντάχθηκε στους παγκόσμιους εορτασμούς της ΟΥΝΕΣΚΟ για το «2015: έτος φωτός». Φέτος, με τη σκιά του Ισλάμ να πέφτει βαριά τόσο στις ίδιες τις γυναίκες που το ασπάζονται, όσο και παγκοσμίως, το φεστιβάλ είχε έναν επιπλέον ρόλο να παίξει. Το Νέο Πλανόδιο στήριξε και τη φετινή διοργάνωση του Φεστιβάλ στην Ελλάδα.

Στο λόγο που εκφώνησε κατά τη διάρκεια του γκαλά, η Σταγκουράκη τόνισε: «Ζούμε σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, όλο και πιο βίαιος, όλο και πιο εγωκεντρικός. Όπως είχε γράψει ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας, Νίκος Καζαντζάκης, ‘σήμερα που σαπίζει ο κόσμος, κι η ατιμία κι ο συμβιβασμός εξευτελίζουν και τις πιο γενναίες ψυχές, μία είναι η τακτική: Να ‘σαι ανένδοτος’. Έτσι κι εμείς, φίλες και φίλοι, παραμένουμε ανένδοτοι στον αγώνα μας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο και συνεχίζουμε αποφασιστικά τη διοργάνωση του φεστιβάλ ‘Κραυγή γυναικών’ για την επίτευξη του στόχου μας».

 

 

Κώστας Κουτσουρέλης: Φάμπρ και φάμπρικες

pic3abta-jan-fabre-21

 

Πολύ σωστά αποκάλεσαν κάποιοι «αποικιοκρατία» όλα εκείνα τα απίθανα που ανακοίνωσε τις προάλλες ο Φλαμανδός βοεβόδας του Φεστιβάλ Αθηνών και οι εγχώριοι βαστάζοι του. Όμως η αποικιοκρατία ξεκινάει από αλλού, όχι έξωθεν, έχει ρίζες βαθιές μες στο κεφάλι μας.

Γιατί εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε μεταπολιτευτικά το καλύτερο κομμάτι του πολιτισμού μας, κληρονομημένο ή πρόσφατο, παίρνοντας το κατόπι ωσάν κορδακιζόμενοι πίθηκοι την κάθε εισαγόμενη μπούρδα.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε, που δυσφημίσαμε μάλιστα, την έννοια της ελληνικότητας στην τέχνη, κολλώντας στον οικείο μας κόσμο, τον κόσμο των δικών μας βιωμάτων και τρόπων, τη ρετσινιά του επαρχιωτισμού και της εσωστρέφειας.

Εμείς είμαστε που ξεχάσαμε ότι οι οικουμενικότεροι Νεοέλληνες καλλιτέχνες, αυτοί που είχαν την μεγαλύτερη και διαρκέστερη απήχηση στο εξωτερικό, απ’ τον Καβάφη και τον Καζαντζάκη ώς τον Θεοδωράκη και τον Αγγελόπουλο, υπήρξαν εξ αρχής όχι απλώς ελληνοκεντρικοί, αλλά εμμονικοί, μέχρι παθήσεως κατεχόμενοι από την ιδέα του ελληνισμού, από την διηνεκή αναζήτηση της ταυτότητάς του μέσα στον μύθο και την ιστορία.

Εμείς είμαστε που αρνηθήκαμε, που πολεμήσαμε, που συκοφαντήσαμε τη ζωτικότερη γενιά που ανέδειξαν ποτέ τα ελληνικά γράμματα, τη Γενιά του 1930, και γεμίσαμε τα έντυπα και τις φιλοσοφικές μας σχολές με αγράμματους που αποκαλούν τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο σωβινιστές και φασίστες.

Εμείς είμαστε που είδαμε στον Σεφέρη, ένα από τα πλατύτερα, τα πιο οικουμενικά πνεύματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, τον επαρχιώτη εθνικιστή, τον προπαγανδιστή κάτι ύποπτων και γραφικών Βαλκάνιων τύπων, του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου.

Εμείς είμαστε που αποκλείσαμε τη λόγια ελληνική μουσική από τα Μέγαρα και τις Λυρικές μας, που δεν έχουμε αξιωθεί να ηχογραφήσουμε και να εκδώσουμε ακόμη και τα σπουδαιότερα έργα της, και που αντί για το Έτος Σκαλκώτα προτιμάμε να εορτάζουμε το Έτος… Ολιβιέ Μεσσιάν.

Εμείς είμαστε που στήνουμε εκθέσεις και αναδρομικές σε κάθε μικρομεσαίο διάττοντα και που στέλνουμε στις Μπιενάλε και τις Εκθέσεις Βιβλίου ανά την υφήλιο σμάρι τους μίμους και τα εκάστοτε πιο φρέσκα βλαστάρια μας, αλλά που ποτέ δεν τολμούμε να προβάλουμε έξω καταπώς τους αξίζουν τα αληθινά, διαχρονικά μας επιτεύγματα. Τον Γιαννούλη Χαλεπά, λ.χ., ώστε να καταφανεί ότι πρόκειται για μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Ή τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ασυζητητί έναν από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της δυτικής λογοτεχνίας.

Εμείς είμαστε που ευτελίσαμε την ελληνική γλώσσα, που την εξοβελίσαμε από τον δημόσιο χώρο, από τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα μας, που λατινογραφούμε και γκρηκλίζουμε ό,τι οικειότερό μας, και καταπίνουμε αμάσητα όλα αυτά τα τρισάθλια Super League και Mega Channel και Megaron Plus και Olympic Air και Hot Spots και Capital Controls, και δεν συμμαζεύεται.

Εμείς είμαστε που απαξιώσαμε με αφόρητη πόζα τη σπουδαία κληρονομιά του Φεστιβάλ Αθηνών και των Επιδαυρείων και με απίστευτη άγνοια και έπαρση ζητάμε κάθε φορά να μηδενίσουμε ξανά το κοντέρ μόλις τύχει και ‘ρθούμε στα πράγματα. Εκείνων των θεσμών δηλαδή που με όχημά τους το Εθνικό Θέατρο κατέστησαν την αττική τραγωδία κτήμα κοινό, εμπειρία αυτονόητη για κάθε μορφωμένο Έλληνα, και που μέσω του Κάρολου Κουν εμφύσησαν, επίτευγμα μοναδικό διεθνώς, νέα ζωή στην αττική κωμωδία συνδέοντάς την με την πολύχυμη λαϊκή μας κουλτούρα.

Ποια «ελληνική τέχνη» λοιπόν θυμηθήκαμε τώρα να προασπιστούμε, κι από ποιον; Όποιος δεν εκτιμά αυτό που έχει, όποιος δεν μπορεί να το δει στο φως της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, όποιος νομίζει ότι είναι υποχρεωμένος κάθε πέντε-δέκα χρόνια να επινοεί εκ νέου τον κόσμο του σαν κακομαθημένος νεόπλουτος που αλλάζει ντεκόρ στη παραλιακή του βιλίτσα, αυτός ούτε την τέχνη των άλλων, των ξένων πολιτισμών, μπορεί ποτέ να εκτιμήσει και να δεξιωθεί.

Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την καταναλώνει παθητικά, παρασιτικά, σαν κομπλεξικό μαθητούδι, χωρίς να υποψιάζεται καν περί τίνος πρόκειται. Και φυσικά να την καταχειροκροτεί σάν καλοκουρδισμένο αυτόματο βέβαιος ότι ε, αφού μας έρχεται απ’ έξω, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία…

Τον Φαμπρ και τις φάμπρικές του εύκολα κανείς τις αντιμετωπίζει και τις προσπερνά αν η αυτοκατανόησή του είναι υγιής, αν έχει καν τέτοια δική του αυτοκατανόηση και δεν έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια του άλλου. Η «αποικιοκρατία» που τώρα καταγγέλλουμε, είναι πρώτα απ’ όλα αποικιοκρατία εθελούσια, οικειοθελής. Είναι αυτή η γελοιώδης ξενομανία μας, που πατώντας σε χρόνιες εθνικές ανασφάλειες, πηγαίνει χέρι χέρι με την υποτέλεια και την εξάρτηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής μας, από την οικονομία ώς την εξωτερική μας πολιτική. Και που φανερώνει ανέκαθεν δύο τινά: Το σύμπλεγμα του φτωχού συγγενούς, που μασκαρεύεται στα μεγάλα σαλόνια για να κρύψει τον αληθινό του εαυτό. Και την ξιπασιά του δήθεν κοσμοπολίτη, που με μια πόζα φερμένη απ’ τα ξένα νομίζει πως θ’ αποσβολώσει τους ιθαγενείς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ