ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Ελλαδέξ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)

Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.

Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.

///

«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;

«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».

Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…

Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).

«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»

Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.

///

Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

///

Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.

Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. (περισσότερα…)

Μην αποπατείτε στην Πνύκα

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

Υπάρχει τρόπος να σιχαθούμε την Ακρόπολη και τα όσα αντιπροσωπεύει γι’ αυτό που εξακολουθητικά λέμε «Δυτικό πολιτισμό» (που σήμερα πλέον ηχεί σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο), ή ό,τι άλλο απόμεινε από ένα μουμιοποιημένο παρελθόν για να πουληθεί στην τουριστική βιομηχανία τής χώρας;  Ναι· αρκεί μία καρτ-ποστάλ με τον αμερικανικό αετό μπροστά της. Χρειάστηκε να το δούμε κι αυτό, να ζήσουμε και αυτή την ταπείνωση, κι επιπλέον να υποστούμε τον χορό των χειροκροτούντων υποτακτικών, αυτού του απέραντου εκτροφείου ερπετών που είναι η σημερινή Ελλάδα. Υποκλιθήκαμε σε ένα ανθρώπινο τίποτα, έναν σαλτιμπάγκο γεμάτον μίσος και σαδισμό για ό,τι υπερήφανο και ανεξάρτητο κινείται σ’ αυτόν τον κόσμο, αρχής γενομένης από την πατρίδα του, την Κούβα, για τον στραγγαλισμό τού γενναίου λαού τής οποίας είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας και καυχιέται γι’ αυτό – όπως και για τον άγριο βασανισμό της Παλαιστίνης, για τον βιασμό της Βενεζουέλας και την αιμορραγία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, για την απάνθρωπη κλίμακα των σφαγών στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον Λίβανο… Είναι ο ίδιος εκείνος που στην πολυσυζητημένη του ομιλία τής 14ης Φεβρουαρίου αυτής της χρονιάς (2026), στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, εξαπέλυσε δηλητηριώδη αντικομμουνισμό και λευκό εθνοσωβινισμό, έπλεξε ύμνο τής ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και ζήτησε τη συσπείρωση όλων των ξεδοντιασμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της «Δύσης» πίσω από την δολοφονική μηχανή των ΗΠΑ για την ανάκτηση μιας παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι σε ελεύθερη πτώση σήμερα – και χειροκροτήθηκε γι’ αυτά… Στο ίδιο αυτό πνεύμα ξαναμίλησε την Πνύκα, προσθέτοντας στο ματωμένο του κομπολόι σαν λάφυρο μία ακόμα χάντρα, τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τον χορό των Ελλήνων χειροκροτητών τού Μάρκο Ρούμπιο, που είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας σε ανέκκλητη σήψη. Απλώς, δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο με εξέπληξαν οι «άλλοι», όλοι εκείνοι που μετέφρασαν σωστά, εν πρώτοις, το μήνυμα του Ρούμπιο.  Πολύ σωστά, είπαν ότι ήρθε για ένα ακόμα θηριώδες εμπορικό deal, που περιελάμβανε αφενός την αγορά πρόσθετων όπλων (6 δις in advance), αφετέρου το σχέδιο του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» που φιλοδοξεί ν’ αντικαταστήσει την προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια με (τρομακτικά ακριβότερο) φυσικό αέριο των ΗΠΑ.[1] Και ακόμη σωστότερα είδαν —και είπαν— ότι ήρθε να ζητήσει την ενεργό συστράτευση των υποτελών στον νέο γύρο πολέμου που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν και του Άξονα της Αντίστασης στη Δυτική Ασία.

Ωραία. Τι περιμένει φυσιολογικά κάποιος ύστερ’ από μια τέτοια διαπίστωση; Μήπως μια συζήτηση του αν πράγματι χρειαζόμαστε, και σε τι, την «προσφορά» (που είναι στην πραγματικότητα ένας ελάχιστα συγκεκαλυμμένος φόρος υποτέλειας), ή μήπως μια έντιμη απάντηση ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο και συμφέρον να μετάσχει σε έναν απ’ όλες τις απόψεις παράνομο πόλεμο, και ότι πάντως η αμερικανική βάση τής Σούδας (ο πολυτιμότερος κόμβος Αμερικανοϊσραηλινών κι Ευρωπαίων στις φονικές τους επιχειρήσεις στην περιοχή μετά την καταστροφή των αμερικανικών βάσεων στο Κόλπο) δεν περιλαμβάνει στη σύμβασή της τη χρήση για επιθετικούς σκοπούς; Όχι όμως… Τίποτε απ’ αυτά δεν απαίτησαν οι κάθε πολιτικής αποχρώσεως «εθνικόφρονες»[2] αντικυβερνητικοί να πει ή να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ένα και μόνο ζήτημα θέτουν σε όλους τους τόνους: τι ζητήσαμε εμείς ως αντάλλαγμα για όλ’ αυτά; Λοιδορούν το καθεστώς Μητσοτάκη ότι «πουλάει φτηνά» την κυριαρχία τής χώρας, διατεινόμενοι ότι είναι πολύτιμο εμπόρευμα που μπορεί να πιάσει πολύ καλύτερες τιμές την αγορά· δηλαδή, παζαρεύουν ωμά το τίμημα της υποτέλειας, εκλαμβάνοντας την ίδια την υποτέλεια ως αυτονόητη και δεδομένη. Και σαν φύλλο συκής τής δουλοφροσύνης τους χρησιμοποιούν —ακόμα μία φορά— τη θολή και κατάπτυστη έννοια του «εθνικού συμφέροντος».

Δεν εκπλήσσει το ότι αυτή η αντίληψη του «εθνικού συμφέροντος» επισωρεύει τα πλήγματα το ένα μετά το άλλο. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των πανωλεθριών είναι η πρόσφατη ψήφιση από τη Βουλή τής Λιβύης τού λεγόμενου Τουρκολυβικού Μνημονίου, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες να επιδεινώσει την «καλωδιάδα» με την οποία μας έχουν ζαλίσει τ’ αυτιά. Πώς θα αποτρέψουμε τις παρενοχλήσεις τής Τουρκίας στην πόντιση ενός καλωδίου που θα διασυνδέει ηλεκτρικά την Ευρώπη (μέσω Ελλάδας και Κύπρου) με το Ισραήλ, ενέργεια η οποία κατοχυρώνει κεκτημένα εις βάρος τής Ελλάδας στο μοίρασμα των θαλάσσιων ζωνών τής Ανατολικής Μεσογείου; Γιατί Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ισραηλινοί, που είναι οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι, δεν παρεμβαίνουν ρητά και απερίφραστα υπέρ της Ελλάδας; Γιατί οι Λίβυοι του Χαφτάρ τα βρίσκουν με την Τουρκία, μέχρι χθες ανταγωνιστή, και η Ευρώπη αντιδρά τόσο χλιαρά; Γιατί οι Αιγύπτιοι, μέχρι χθες υποστηρικτές τού Χαφτάρ και ανταγωνιστές τής Τουρκίας (άρα δυνητικοί «σύμμαχοι» της Ελλάδας), όχι μόνο δεν κάνουν το βήμα που περιμένουμε αλλά και «δεν μας τα λένε καλά» με το Σινά; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τους «πατριώτες» μας, αποφεύγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούν να θέσουν το ερώτημα που προϋποτίθεται όλων αυτών: σε ποιους έχουμε διαλέξει να προσκολληθούμε, και ποιους κάνουμε ασυγχώρητα εχθρούς. (περισσότερα…)

Γιατί μιλάμε;

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Α΄

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έχουν αναφέρει ρητά ότι η ταξική πάλη καταλήγει πάντα «είτε σε μια επαναστατική αναδιοργάνωση ολόκληρης της κοινωνίας, είτε στην κοινή καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων».

Αυτή η περίφημη φράση από το πρώτο κεφάλαιο («Αστικοί και Προλετάριοι») του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1848) των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς αναδεικνύει μια κρίσιμη αλλά συχνά παραγνωρισμένη πτυχή της μαρξιστικής θεωρίας για την ιστορία. Αν και ο μαρξισμός συνδέεται συχνά με μια ντετερμινιστική (προκαθορισμένη) πίστη στη νομοτελειακή νίκη του προλεταριάτου, η συγκεκριμένη διατύπωση εισάγει την πιθανότητα της κοινής καταστροφής (gemeinsamer Untergang) των αντιμαχόμενων τάξεων.

Τα δύο πιθανά σενάρια της ταξικής πάλης είναι: 1) Επαναστατική αναδιοργάνωση ολόκληρης της κοινωνίας. Πρόκειται για την περίπτωση όπου η ανερχόμενη επαναστατική τάξη (ιστορικά η αστική τάξη απέναντι στη φεουδαρχία, και μελλοντικά το προλεταριάτο απέναντι στην αστική τάξη) καταφέρνει να ανατρέψει το παλιό κατεστημένο. Αυτό οδηγεί σε ένα ανώτερο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα (π.χ. πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και, κατά τον Μαρξ, από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό). 2) Κοινή καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων: Όταν η ταξική σύγκρουση φτάνει σε αδιέξοδο χωρίς καμία τάξη να μπορεί να επιβληθεί ή να οδηγήσει την κοινωνία μπροστά, το αποτέλεσμα είναι η γενική κατάρρευση, η παρακμή και η οπισθοδρόμηση του πολιτισμού. Ιστορικό παράδειγμα που συχνά αναφέρεται σε αυτή την κατηγορία είναι η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η ανάλυση αυτή τονίζει ότι η ιστορική εξέλιξη δεν είναι αυτόματη ούτε εγγυημένη. Η έκβαση της ιστορίας εξαρτάται από την ανθρώπινη δράση, την πολιτική οργάνωση και τη συνειδητή πάλη (αυτό που στη μαρξιστική ορολογία ονομάζεται υποκειμενικός παράγοντας). Αν η εργατική τάξη δεν καταφέρει να οργανωθεί και να ανατρέψει το υπάρχον σύστημα, η κρίση του καπιταλισμού μπορεί να μην οδηγήσει στον σοσιαλισμό, αλλά σε μια γενικευμένη βαρβαρότητα και καταστροφή για όλους.

Β΄

Η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θεωρείται το κλασικό παράδειγμα «κοινής καταστροφής» επειδή η μακροχρόνια κοινωνική και ταξική σύγκρουση στο εσωτερικό της δεν οδήγησε σε ένα ανώτερο κοινωνικό σύστημα, αλλά στην κατάρρευση ολόκληρου του πολιτισμικού και οικονομικού οικοδομήματος.

Σύμφωνα με τη μαρξιστική ανάλυση (την οποία ανέπτυξε εκτενέστερα ο Ένγκελς στο έργο του Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους), η ρωμαϊκή κοινωνία εγκλωβίστηκε σε ένα ιστορικό αδιέξοδο για τους εξής λόγους.

1) Το αδιέξοδο της δουλοκτησίας: Η οικονομία της Ρώμης βασιζόταν στους δούλους. Με την πάροδο των αιώνων, η τάξη των μεγαλογαιοκτημόνων (πατρίκιοι/αριστοκρατία) συγκέντρωσε τεράστιες εκτάσεις γης (λατιφούντια), τις οποίες καλλιεργούσαν δούλοι. Αυτό οδήγησε στην καταστροφή των ελεύθερων μικροκαλλιεργητών (πληβείων), οι οποίοι έχασαν τη γη τους, μετατράπηκαν σε ένα εξαθλιωμένο «προλεταριάτο» των πόλεων και ζούσαν από τα κρατικά επιδόματα, χωρίς όμως να έχουν παραγωγικό ρόλο. (περισσότερα…)

Ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον άνθρωπο

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Στην Καθημερινή της 23ης Αυγούστου 2026 δημοσιεύτηκαν μεταξύ άλλων δύο εξαιρετικά άρθρα: το ένα της Τ. Καραϊσκάκη («Όλο και λιγοστεύουν οι “ίδιοι με μένα”» και το άλλο της Τ. Επτακοίλη («Ώρα για ψηφιακή αποτοξίνωση»). Και τα δύο εστιάζουν σε ζητήματα που αφορούν τη ζωή των ανθρώπων όπως διαμορφώνεται σήμερα μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Σκέφτηκα να αναδείξω τη σημασία τους γιατί τα τελευταία χρόνια επέρχεται ένας Αρμαγεδδών τεχνοκρατικής «πανδημίας» που, ενώ κατακλύζει τον πλανήτη, φαίνεται να περνάει απαρατήρητος ως τέτοιος. Και μάλιστα στα μάτια δισεκατομμυρίων ανθρώπων που μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε μια τεχνολογία που τις αληθινές όψεις της αγνοούν.

Η Τ. Καραϊσκάκη «χτύπησε» καίρια. Παρέθεσε μια σειρά από «παράγοντες» στην κυριολεξία ανεξέλεγκτους που εμφανίζονται στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια και κατ’ ουσίαν ανέλαβαν την διακυβέρνηση του πλανήτη. Γράφει:

«Ο μέσος πολίτης της Δύσης αφιερώνει μόλις 34 λεπτά την ημέρα στην αυτοπρόσωπη συνομιλία με άλλους. Υποτιμά την αξία της κοινωνικής επαφής. Προτιμά (σε ποσοστό 90%)ψτην ενασχόληση με το κινητό από την κουβεντούλα με τους οικείους. Ενώ είναι περισσότερο συνδεδεμένος από ποτέ, είναι ταυτόχρονα λιγότερο από ποτέ στενά συνδεδεμένος. Οι οθόνες απορροφούν το 30% του χρόνου του ξυπνητού ανθρώπου (μένουμε κατά μέσον όρο 900 λεπτά την ημέρα ξύπνιοι και κοιτάζουμε μια οθόνη 270 λεπτά τις καθημερινές και 380 λεπτά τα Σαββατοκύριακα) αλλοιώνοντας την υφή της εμπειρίας».

Υπογραμμίζοντας παρακάτω την απουσία σχέσεων αληθινής φιλίας και «πραγματικού εαυτού» παραπέμπει στον Ζήνωνα που όταν ρώτησαν τι εστί φίλος αποκρίθηκε «ένας άλλος ίδιος με μένα».

Τι σημαίνουν αυτές οι επισημάνσεις; Σημαίνουν ότι ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον άνθρωπο. Αυτή είναι η αλήθεια. Κάτι συνέβη –φοβερό– για να φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Μήπως αποξενώθηκε από τον εαυτό του; Μήπως παραμορφώθηκε; Μήπως περιόρισε την πνευματική διάσταση του είναι του («λήθη του Είναι» λέει ο Χάιντεγγερ) και κατέστη ανάπηρος; Ούτε να δοθεί θέλει, ούτε να προσφερθεί, ούτε να προσφέρει. Έκλεισε τον εαυτό του στα ηλεκτρονικά μηχανήματα –αποθέωση της μοναξιάς– και πορεύεται. Κατά βάθος δεν ξέρει που πηγαίνει (ή που τον πηγαίνουν). Και ίσως δεν τον ενδιαφέρει.

Τα ζητήματα που θίγει το άρθρο έχουν κατά καιρούς τεθεί από σπουδαίους νόες, οι οποίοι κατήγγειλαν την εδραίωση της μηχανής στη ζωή των ανθρώπων και διείδαν ότι αυτό κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην πρόοδο των κοινωνιών και της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Γάλλος Ζακ Ελλύλ με το σπουδαίο σύγγραμμά του Το τεχνικό σύστημα και ο Σπ. Κυριαζόπουλος με το βιβλίο Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος. Άλλοι ταύτισαν την ανάπτυξη της τεχνολογίας με την ίδια την «εξέλιξη» του δυτικού πολιτισμού. Αυτά τα ζητήματα τα έθεσε και ο γράφων στο βιβλίο του Το τέλος του ανθρώπου ή η παραμόρφωσή του (Αρμός 2022). Το ερώτημα είναι: μας ενδιαφέρει –ειδικά στην Ελλάδα– να καταλάβουμε τις αρνητικές επιπτώσεις της όλης «εξέλιξης» του κόσμου; Και ποια η θέση μας και η στάση μας μέσα σ’ αυτή την «εξέλιξη»;

Η Τ. Επτακοίλη συμπληρώνει, κατά κάποιο τρόπο, με το δικό της άρθρο τα παραπάνω. Σχετικά με την «ψηφιακή πραγματικότητα», παρ’ όλο που πρακτικά φαίνεται να διευκολύνεται η παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες, αυτό που ελάχιστα σημειώνεται, κριτικάρεται, αξιολογείται είναι η απόλυτη εξάρτηση από τα συστήματα αυτά, που όσο περνάει ο καιρός παρουσιάζονται ως η μόνη απαραίτητη λύση. Ελάχιστα αναφέρεται ότι όλα αυτά περιθωριοποιούν την ανθρώπινη ύπαρξη, την βάζουν σε παρένθεση και προωθούν την ηλεκτρονική πρωτοκαθεδρία. Εξάλλου, οι ατέλειωτες ώρες επικοινωνίας με κινητά, τάμπλετ και υπολογιστές συνιστούν αφαίρεση της ψυχοσωματικής παρουσίας του άλλου. Την ίδια στιγμή στα μήκη και πλάτη του πλανήτη καταστρέφονται λαοί ολόκληροι, άνθρωποι μένουν στον δρόμο, αναγκάζονται να ξενιτευτούν, να εξοριστούν, οι πόλεμοι δεν λένε να σταματήσουν και εν μέσω όλων αυτών είναι σαν οι απώλειες ανθρώπινων ζωών να αποτελούν «παράπλευρες απώλειες». (περισσότερα…)

Οι χίμαιρες της τεχνητής νοημοσύνης

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΚΑΝΑ

~.~

Φέρνω συχνά στον νου μου εκείνα τα εντυπωσιακά μαρμάρινα υδραγωγεία, να παρακμάζουν με τον καιρό ανάμεσα σε δασώδη φυλλώματα· τους υδάτινους δρόμους να αποσυντίθενται και τους περίφημους ρωμαϊκούς λιθόστρωτους δρόμους να χάνονται σιγά σιγά κάτω από τη βλάστηση, τις κατολισθήσεις και τη φθορά του χρόνου. Οι κάτοικοι της Βρετανίας στέκονται και τους κοιτούν, ανίκανοι να τους συντηρήσουν και να τους επαναφέρουν σε λειτουργική κατάσταση· ίσως, μάλιστα, με το πέρασμα του χρόνου, να αδυνατούν πια να κατανοήσουν τη χρήση τους και να τους αντικρίζουν μονάχα ως σημάδια της καταπιεστικής κατοχής ενός άλλου πολιτισμού, τον οποίο οι πρόγονοί τους καταδίωξαν ηρωικά.

Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον πολίτη του μέλλοντος να αντικρίζει τα υπερεργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης, ενώ μια τεράστια σειρά παροπλισμένων δορυφόρων εξακολουθεί να κινείται σε τροχιά γύρω από τη Γη. Ακυβέρνητοι, οι δορυφόροι αυτοί ξεφεύγουν κάθε τόσο από την τροχιά τους, εισέρχονται στην ατμόσφαιρα και, καθώς καίγονται, εμφανίζονται στον ουρανό σαν πεφταστέρια. Οι κάτοικοι της Γης τα αντικρίζουν χωρίς να καταλαβαίνουν ότι αυτό το στιγμιαίο φως είναι η γνώση ενός παλαιότερου, ανεπτυγμένου πολιτισμού, την οποία οι ίδιοι δεν μπορούν πλέον να προσεγγίσουν.

Η ξέφρενη πορεία της τεχνητής νοημοσύνης έχει αναστατώσει πλήθος ειδικών και μη: ερευνητές, οικονομολόγους, κοινωνιολόγους, διανοουμένους, δημοσιογράφους και πολλούς άλλους. Κάθε μέρα παρακολουθούμε αναλύσεις και συζητήσεις για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και τις δραστικές αλλαγές που θα επέλθουν στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στην οικονομία, στις τέχνες, ακόμη και στην ίδια την ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Είναι γεγονός ότι οι εξελίξεις δικαιολογούν την πεποίθηση πως επίκεινται ραγδαίες αλλαγές. Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα όπως τα παρουσιάζουν οι περισσότερες συζητήσεις στον δημόσιο λόγο. Κατά τη γνώμη μας, η τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο δεν αποτελεί θεμελιώδη κίνδυνο για την ανθρωπότητα, αλλά είναι ένας από εκείνους τους θεμέλιους λίθους που ανακαλύπτονται κατά καιρούς και επιτρέπουν στον πολιτισμό και στις κοινωνίες μας να προχωρούν και να εξελίσσονται. Όπως η εφεύρεση της ατμομηχανής, του τηλεφώνου, της γραμμής παραγωγής, του ηλεκτρισμού και του διαδικτύου έφερε επανάσταση στον τρόπο ζωής και αναδιαμόρφωσε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές δομές μας, έτσι και η ΤΝ έρχεται την κατάλληλη στιγμή να δώσει ώθηση σε έναν κουρασμένο πολιτισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προκλήσεις· οι προκλήσεις, όμως, αφορούν ένα διαφορετικό ζήτημα: την αδυναμία της κοινωνίας και των πολιτών της να συντονιστούν με τις αλλαγές και την εποχή τους.

Στο πεδίο της αγοράς εργασίας συζητείται ανοιχτά η άποψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη και τα αυτοματοποιημένα ανθρωποειδή ρομπότ θα αντικαταστήσουν τους εργαζομένους, προκαλώντας πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας. Η άποψη αυτή είναι τεχνολογικά, οικονομικά και ιστορικά αστήρικτη. Από ιστορική άποψη, γνωρίζουμε ότι αντίστοιχοι φόβοι κατά τη βιομηχανική επανάσταση αποδείχθηκαν άκαιροι: όπως φάνηκε στην πορεία, οι μηχανές αντικατέστησαν πολλές εργασίες, αλλά δημιούργησαν την ανάγκη για άλλες, συχνά πιο εξειδικευμένες και, επομένως, καλύτερα αμειβόμενες. Ιστορικά, η βιομηχανική επανάσταση οδήγησε σε οικονομική άνθηση και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργαζομένων. Από τεχνολογική άποψη, γνωρίζουμε ότι βασικό αποτέλεσμα της καινοτομίας είναι η μείωση του κόστους παραγωγής και η αύξηση της παραγόμενης ποσότητας. Αυτό οδηγεί τελικά σε σημαντική μείωση των τιμών και αύξηση της προσφοράς, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος, ως καταναλωτής, να μπορεί με τις ίδιες απολαβές να αγοράζει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα του ίδιου προϊόντος ή μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων. (περισσότερα…)

Μετά τη «μετα-εποχή» τι;

1.

Τα τελευταία 50 περίπου χρόνια ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικής μαζικοδημοκρατίας, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, του οικουμενισμού των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», του σχετικισμού των αξιών, της αποθέωσης του ιδιωτικού, της αναγωγής του χρήματος σε πραγματικό γενικό ισοδύναμο οποιασδήποτε πράξης και σκέψης και, βεβαίως, του υποτιθέμενου τέλους των ιδεολογιών…

Βρισκόμαστε δηλαδή αντιμέτωποι, ως πολίτες και ως κοινωνίες, με ένα πλέγμα απόψεων που όχι μόνο κυριαρχούν αλλά και επιβάλλονται με τρόπο δυναστικό, όχι μέσω της απαγόρευσης και της λογοκρισίας ‒όπως κοινώς πιστεύεται‒, αλλά με όχημα τον κατακλυσμό πληροφοριών, που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε επιλογή και κριτική επεξεργασία τους από τον ανθρώπινο νου.

Συγχρόνως, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, όλα τα παραπάνω συνεισφέρουν τα μέγιστα στη μετάλλαξη του λαού σε κατακερματισμένη κοινή γνώμη, στη μετάβαση από την εξέγερση των μαζών στον ατομικό ναρκισσισμό, στη λατρεία του εφήμερου, στον ολοκληρωτισμό μιας ελευθερίας χωρίς ισότητα και χωρίς αδελφοσύνη.

Το άμεσο μέλλον εγγράφεται εμφανώς σε αυτό το πλαίσιο… Η ανισότητα, η αυταρχικότητα, η ανομία, η τεχνοεπιστήμη, κυριαρχούν απολύτως οδηγώντας τον πλανήτη σε άγνωστες και επικίνδυνες ατραπούς.

Η πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα έφερε μια παράδοξη συνθήκη: όσο πιο γρήγορα άλλαζε ο κόσμος, τόσο πιο αργά άλλαζε το λεξιλόγιό μας για να τον περιγράψει. Οι έννοιες που κληρονομήσαμε από τον εικοστό αιώνα –καπιταλισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός, αυτοκρατορία, προλεταριάτο – μοιάζουν να γλιστρούν πάνω στα φαινόμενα που καλούνται να ερμηνεύσουν, σαν παλιά νομίσματα που η φθορά έχει σβήσει τη χάραξή τους. Η διάλυση του εννοιολογικού πλαισίου της ύστερης νεωτερικότητας, κάτι που αποδεικνύεται από τη μαζική χρήση της  άκλιτης πρόθεσης «μετά» εμπρός από τις έννοιες που την περιέγραφαν, δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί από νέες έννοιες που περιγράφουν τη νέα πραγματικότητα.

Αυτή η εννοιολογική υστέρηση δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό πρόβλημα. Είναι στρατηγικό, πολιτικό και, τελικά, υπαρξιακό. Όταν μια κοινωνία δεν έχει τα εργαλεία να περιγράψει αυτό που της συμβαίνει, χάνει και την ικανότητα να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να βρίσκονται στον κόσμο του 1985, ενώ η εξουσία έχει μετακινηθεί σε θύλακες που το δημόσιο λεξιλόγιο είτε αγνοεί είτε ονομάζει λανθασμένα. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά αναντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην κατανόησή της – μια αναντιστοιχία που εκδηλώνεται ως πολιτική αδυναμία, ως παραλυτική σύγχυση, και ως λαϊκιστική αντιπαράθεση στην οποία όλοι μιλούν για διαφορετικά πράγματα με τις ίδιες λέξεις.

Έχει φθάσει λοιπόν η ώρα να πραγματοποιηθεί  το επόμενο βήμα.

2.

Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το βιβλίο του Κώστα Μελά Μετά τη «μετα-εποχή» τι; Ο Κώστας Μελάς στο αναφερόμενο βιβλίο, θέτει το ακόλουθο ερώτημα: αφού η μετανεωτερικότητα, η παγκοσμιοποίηση, η μαζικοδημοκρατία και ο νεοφιλελευθερισμός έχουν φτάσει στα όριά τους, τι έρχεται; Ποιο είναι το επόμενο στάδιο της Ιστορίας; (περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [2/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πρώτο Μέρος εδώ

 ΙΙ.

Στις 5 Μαρτίου 2026, έναν μήνα και πέντε μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, διαβάζω μία από τις σπάνιες πλέον δηλώσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν:

«Μια χώρα δέχτηκε επίθεση χωρίς κανένα πραγματικό λόγο και δολίως, τη στιγμή που υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μαζί της, και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ή η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε τούτη την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από δύο κράτη που καθώς φαίνεται έχουν απολέσει κάθε μέτρο αυτογνωσίας και ευθύνης, αλλά και διέταξε τον ιρανικό λαό να πάψει να αμύνεται3.»

Εννοείται ότι μία χώρα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες αυτήν την περίοδο, δέχθηκε σοβαρή επίθεση. Όχι μόνον στην επικράτειά της αλλά και στην αξιοπρέπεια και την αυτεξουσιότητά της. Η Δύση, αρχικά, επικαλούμενη το μεταμοντέρνο παραμύθι του δικαιωματισμού που γνωρίζει ως κάκιστος πλασιέ να πουλάει τα τελευταία χρόνια στην υπόλοιπη υφήλιο, εγκατέλειψε την κασέτα που είχε βάλει να παίζει μονίμως, για να βγει στην επιφάνεια το πραγματικό ζητούμενο της επίθεσης στο Ιράν: το πετρέλαιο. Και δεν είναι μόνον το πετρέλαιο αλλά και το ποιος ελέγχει έναν γεωγραφικό τόπο και ένα φυσικό πέρασμα που από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκει σε συγκεκριμένους λαούς. Αφού οι ΗΠΑ και οι σκοταδιστές δορυφόροι τους στην περιοχή κατάφεραν να επιβάλουν, έπειτα από δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχούς προσπάθειας, το τερατώδες καθεστώς της Αλ-Κάιντα στην Συρία, διέλυσαν εν συνεχεία τον Λίβανο και προχωρούν προς την πλήρη γενοκτονία ενός από τους ελάχιστους λαούς που λειτουργεί ακόμη με σεβασμό στην πατρογονική του γη και του οποίου η αξιοπρέπεια καθορίζει τον τρόπο ζωής του: τους Παλαιστινίους.

Αλλά αυτά είναι ασήμαντα γεγονότα για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής ηπείρου και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους του Νότου της Χερσονήσου του Αίμου, που φαίνεται ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματα δημοκρατίας και ελευθερίας μέσω του «έξυπνου» τηλέφωνου και του τουρισμού, και πιστεύουν ότι η καταστροφή τόπων με τους οποίους είχαν άμεση σχέση επί χιλιετηρίδες, δεν τους αφορά άμεσα, ως Έλληνες, αλλά κάποιον άλλον μακρινό γαλαξία.

Κατ’ ελπίδα: ο βαμβαρδισμός του Ντουμπάϊ, ως αντίποινα των Ιρανών στην απειλή αφανισμού της πατρογονικής τους γης, έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρόσχαρη υπόσχεση καταστροφής ενός μοντέλου που απειλεί εδώ και δεκαετίες τον πλανήτη. Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι από όλους τους κατοίκους του τόπου που ο Πτολεμαίος αποκαλούσε «Ευδαίμονα Αραβία» τα σημερινά Εμιράτα δεν είχαν ποτέ να επιδείξουν το παραμικρότερο είδος πολιτισμού, ούτε και κάποια ευδαιμονία (εν αντιθέσει, π.χ., με τους κατοίκους της Υεμένης και εν μέρει του προϊσλαμικού Μπαχρέιν), καθότι ο νομαδικός τρόπος ζωής τούς εμπόδιζε να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση και τα ολιγάνθρωπα ψαροχώρια τους ζούσαν ακριβώς από την αλιεία και ενίοτε από την εύρεση οργανικών πολύτιμων λίθων όπως τα μαργαριτάρια τα οποία και πουλούσαν στους ξένους.

Η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εύρεση του πετρελαίου. Από την δεκαετία του 1950, ξεκινάει ένας ασυλλόγιστος αγώνας επιβεβαίωσης των Εμιράτων χάρη στον υλικό πλούτο. Το 1971 όσοι από την ανατολική Αραβία κατάφεραν να βρουν πετρέλαιο στην ξηρή έρημό τους ενώθηκαν σε συνομοσπονδία χάριν ακριβώς του πετρελαίου. Όσοι από τους γηγενείς βεδουίνους δεν συμμετείχαν ή και δεν συμμετέχουν στην μετατροπή της Αραβίας σε Μαϊάμι, εξορίζονται στην έρημο. Για τις ιθύνουσες τάξεις δεν τίθεται ζήτημα: μπορούν πάντα να βρουν σκλάβους από την Αφρική και την Ινδική Χερσόνησο.3 Πράγμα που γίνεται συστηματικά μέχρι σήμερα: Νοτιοαφρικανοί, Κογκολέζοι, Ταζμανοί καθώς και Αιθίοπες παίρνουν τον δρόμο της εξορίας, τον δρόμο της σκλαβιάς που έχουν χαραχθεί εδώ και αιώνες. Είτε από την Σομαλία είτε από το περίφημο Port Sudan οι έμποροι μαύρης σάρκας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εφοδιάσουν την, πλέον, Δύσθυμη Αραβία με καινούργιους σκλάβους για τις celebrities που συχνάζουν στο Ντουμπάι. (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [1/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Μνήμη Gianfranco Sanguinetti
«Πρέπει να ξέρουμε, φίλε μου, ότι είναι μεγάλο κατόρθωμα να περιφρονούμε αυτό που οι άλλοι θεωρούν σημαντικό μες στην ζωή. Ο πλούτος, για παράδειγμα, οι τιμές, η δόξα, η εξουσία και όλα όσα περιβάλλονται από εξωτερική λάμψη, σαν να πρόκειται για θεατρική παράσταση, δεν θα φαίνονταν ανώτερα αγαθά σε έναν σοφό άνδρα. Αντίθετα, ανώτερη θα ήταν η ίδια η περιφρόνησή τους.»
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, Περί Ύψους
«Θα πρέπει να ξοδεύουμε την περιφρόνησή μας με φειδώ καθότι, στην εποχή μας, είναι τόσοι πολλοί οι αξιοπεριφρόνητοι άνθρωποι.»
ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ
«Αλλά τα κεφάλια δεν έχουν πρωκτό. Ό,τι εισέρχεται στο κουτί τους, δεν ξαναβγαίνει ποτέ.»
M. G. CLÉZIO, Les Géants
Ι.

Πράγα1. Νύχτα. Εσωτερικό. Μπαρ.

Έπειτα από ένα ανησυχητικό στριφογύρισμα μιάμισης ώρας γύρω από την Παλαιά Πόλη της Πράγας, αλλά και εντός της, υπό καταρρακτώδη βροχήν, κατάφερα να βρω μια ήσυχη γωνιά σε τούτην την μυστική πόλη της Παλαιάς Ευρώπης η οποία δεν κατάφερε να μην πέσει και η ίδια θύμα της μουσειοποίησης και του low-cost τουρισμού του συνεχούς διψασμένου αγγλοσαξωνικού, και όχι μόνον, όχλου. Επειδή βρίσκομαι αρκετά βαθιά μέσα στην νύχτα θα αναγγείλω, όπως ένας προσωκρατικός, «Πάντα τὰ σπουδαῖα νυχτὸς μᾶλλον ἐξευρίσκεται».

Για κάποιον περίεργο και ασυνείδητο λόγο, έβαλα στις αποσκευές μου μία από τiς μικρότερες διατριβές όλων των εποχών για ένα τεράστιο ζήτημα. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία γραπτά του μακαρίτη, πλέον, Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι. Απόδοση στην νεοελληνική: Το Μουνάκι χθες και σήμερα. Πιθανώς ο πόθος της ανάγνωσης του έργου, αντί για μια εκ νέου άγνωση του Κάφκα, του Τσάπεκ, του Κραλ ή κάποιας άλλης παραγνωρισμένης ή ξεχασμένης ιδιοφυίας που βγήκε από αυτόν τον τόπο, να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πρωτεύουσα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Αφού παρήγγειλα κάτι ζεστό, έβγαλα από το δισάκι μου το πολυπόθητο έργο και ξεκίνησα όχι την ανάγνωση, αλλά μια ανάγνωση επιβεβαιωτική των διάσπαρτων σκέψεων μου που αποτυπώνονται θέλοντας και μη, εν είδει κατάρας, από την έντονη και μικροσκοπική και εντομολογική παρατήρηση χώρων, τρόπων και συμπεριφορών σε χώρες που η τύχη ή η θέληση με οδηγεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα έναν αυτόματο συγκρητισμό ανάμεσα στην χώρα από όπου κατάγεται η γλώσσα στην οποία γράφω και ανάμεσα σε άλλες που, οφείλω να εκμυστηρευθώ, κάποιες γωνιές τους, έχουν μετατραπεί σε νέες πατρίδες για εμένα. Όμως η περιαυτολογία ταυτίζεται ενίοτε με την ματαιότητα ή και τον ναρκισσισμό, πράγματα τα οποία δεν θέλω να εξασκήσω γραπτώς εδώ.

Ο τίτλος του έργου του Σανγκουινέττι ξαφνιάζει τους συγκαιρινούς μας, τους τόσο βυθισμένους σε έναν κατευθυνόμενο μεταμοντέρνο πουριτανισμό, τουτέστιν στην διαμόρφωση της εικόνας αλλά και της ύπαρξης, ή καλλίτερα του τρόπου της ύπαρξης, ενός ανθρώπου βυθισμένου στην απώλεια παντός είδους ερωτισμού, στην συστηματική και συνεχιζόμενη εξαφάνιση κάθε είδους συναισθήματος που γεννά όχι μόνον η σάρκα αλλά και οι πολλαπλές εκφάνσεις της όταν εκείνη προσωποποιείται από το πνεύμα, (περισσότερα…)

Η ζωή στην επαρχία: Ο σιωπηλός κώδικας της ανδρικής ομοφυλοφιλίας

*

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε πόρτα κλειδωνόταν δύο φορές. Μία για τους κλέφτες, μία για τους γείτονες.

Έμεινα έναν χρόνο σε μια μικρή πόλη για σπουδές, και χρειάστηκαν λίγες εβδομάδες για να καταλάβω ότι δεν είχα μετακομίσει απλώς σε άλλο γεωγραφικό σημείο. Είχα μπει σε άλλο σύστημα επιβίωσης, με δικούς του κανόνες, δική του λογική, και μια συνοχή που δεν την είχα υποψιαστεί ζώντας από πάντα στην Αθήνα.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς είναι ότι εκεί δεν υπάρχει μυστικό. Όποιος φαντάζεται ότι η ομοφυλοφιλία στην ύπαιθρο παραμένει «κρυφή», με την αστική έννοια της λέξης, δεν έχει καταλάβει τη μηχανική του τόπου. Όλοι ξέρουν ποιος πάει πού, ποιος γύρισε αργά, ποιανού το αυτοκίνητο στάθμευσε έξω από ποια αυλή και για πόση ώρα. Η πληροφορία κυκλοφορεί καθημερινά και ελεύθερα.

Απλώς κυκλοφορεί πάντα σε τρίτο πρόσωπο.

Αυτό είναι όλο το σύστημα σε μία πρόταση. Η κοινότητα κατέχει την πληροφορία και αρνείται πεισματικά να την επικυρώσει σε δεύτερο πρόσωπο. Κανείς δεν θα σε ρωτήσει ευθέως αλλά όλοι θα συζητούν για σένα. Το queer σώμα υπάρχει εκεί ως διαρκές αντικείμενο ομιλίας και ποτέ ως συνομιλητής.

Κι επειδή είσαι μόνο αντικείμενο, η ιστορία σου δεν μένει ποτέ στο μέγεθός της. Το χωριό δεν αρκείται στο γεγονός, το κάνει σήριαλ. Και δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα, γιατί δεν σου το λέει ποτέ κανείς κατάμουτρα. Γίνεσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν έχει δικαίωμα απάντησης στη δική του ιστορία.

Δεν είναι σιωπή αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βίαιο: το να ακούς τον εαυτό σου να συζητιέται σε ένα καφενείο όπου κάθεσαι. Σε ένα αστικό οικογενειακό τραπέζι η ερώτηση για την προσωπική σου ζωή λείπει επειδή δεν θέλουν να ξέρουν. Στην επαρχία λείπει επειδή ξέρουν.

Και πίσω από αυτή τη λειτουργία δεν κρύβεται ατομική υποκρισία, κρύβεται κάτι παλαιότερο. Ο Κώστας Γιαννακόπουλος, ύστερα από χρόνια εθνογραφικής και αρχειακής έρευνας για τις ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, περιγράφει μια μετάβαση: από μια διάχυτη ομοσεξουαλικότητα, όπου η πράξη δεν παρήγαγε ταυτότητα, προς τη σύγχρονη δυτική διάκριση ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας. Στην επαρχία, το παλιό σύστημα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Επιβιώνει, δίπλα στο καινούργιο, και ρυθμίζει ακόμα ποιος είναι τι.

Σε αυτό το σύστημα, ο άντρας που διεισδύει δεν είναι ομοφυλόφιλος. Ομοφυλόφιλος είναι πάντα εκείνος που δέχεται.

Θέλει προσοχή εδώ, γιατί είναι εύκολο να διαβαστεί λάθος. Ο άντρας που γυρίζει το πρωί στην οικογένειά του, δεν λέει ψέματα στον εαυτό του με τη σύγχρονη έννοια της άρνησης. Υπακούει σε μια συνθήκη που έχει τη δική της ιστορική συνοχή και προηγείται της γενιάς του. Είναι κι αυτός γρανάζι σε έναν μηχανισμό που του επιτρέπει να υπάρχει στην κοινότητα μόνο αν κρατήσει ένα κομμάτι του εαυτού του αυστηρά στο σκοτάδι.

Το είδα να δουλεύει μπροστά μου, κάθε μέρα, για έναν χρόνο. Άνοιξα τις εφαρμογές την πρώτη εβδομάδα και μέσα σε λίγες μέρες είχα γίνει ένα από τα καινούρια θέματα της πόλης. Ο φοιτητής από την Αθήνα, που ήρθε για λίγο. Η ποικιλία ήταν πρωτοφανής: άσπρα κολάρα και κτηνοτρόφοι, φοιτητές, στρατιωτικοί, άντρες με τα διπλά μου χρόνια. Και πάνω απ’ όλα οικογενειάρχες. Οικογενειάρχες που έξω, στο καφενείο και στην πλατεία, ήταν η ίδια η επικύρωση του κώδικα — παντρεμένοι, με παιδιά, με την αρρενωπότητά τους άθικτη και μη διαπραγματεύσιμη. Και που έρχονταν σε μένα ζητώντας ακριβώς τη θέση που ο κώδικας καταδικάζει. Τη θέση εκείνου που δέχεται. Δηλαδή, τη θέση που στην ίδια τους την πόλη σημαίνει ότι είσαι πούστης. (περισσότερα…)

Η απουσία αγγίγματος και η εικονική εγγύτητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

1.

Στις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν «οι σχέσεις συμπαρουσίας προϋποθέτουν πάντα την εγγύτητα όσο και την απόσταση, την προσέγγιση όσο και την απομάκρυνση, τη σταθερότητα, όσο και τη φαντασία[1]. Ένα είδος ισορροπίας είχε εγκατασταθεί.

Όμως τα τελευταία 30 έτη υπάρχει μια τρίτη παρουσία , η «εικονική εγγύτητα» , που είναι καθολικά και μόνιμα διαθέσιμη χάρη στα ηλεκτρονικά δίκτυα και η οποία διαταράσσει οριστικά την ισορροπία μετατρέποντάς την μονόπλευρα υπέρ της απόστασης, της απομάκρυνσης και της φαντασίας, και εις βάρος της προσέγγισης και της σταθερότητας.

Ως εκ τούτου προκύπτει το ακόλουθο ζήτημα. Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι προετοιμάζει τον τελικό διχασμό μεταξύ «φυσικής» και «πνευματικής» απομάκρυνσης. Μπορούμε να συνηγορήσουμε σε αυτό. Νομίζω ότι με τα υπάρχοντα δεδομένα βλέπουμε ότι η πρώτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της δεύτερης.

Η «εικονική εγγύτητα» έχει σήμερα τη δική της «υλική» βάση, την υψηλή τεχνολογία, η οποία είναι απείρως ευρύτερη, πιο ευέλικτη, πιο ποικιλότροπη, ελκυστική και περιπετειώδης από κάθε διάταξη υλικών σωμάτων.

Αποτέλεσμα αυτής της «νέας πραγματικότητας» είναι ότι η φυσική εγγύτητα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες από το παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο, να επηρεάσει την πνευματική απομάκρυνση…

2.

Ταυτόχρονα η «εικονική εγγύτητα» διαμορφώνει και την «εικονική απόσταση». Αποτελούν και οι δύο τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Σκεπτόμενοι αντιλαμβανόμαστε ότι η «εικονική απόσταση» προκαλεί την αναστολή, ίσως και την ακύρωση κάθε στοιχείου που μετατρέπει την γεωγραφική-τοπική κοντινότητα σε εγγύτητα. Καταργεί στην ουσία τον χώρο. Τον ενοποιεί σε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό χωριό στο οποίο η εγγύτητα δεν απαιτεί πλέον φυσική κοντινότητα, αλλά και η φυσική κοντινότητα δεν καθορίζει την εγγύτητα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπάουμαν [2].

Έτσι γινόμαστε μάρτυρες της προέλασης της εικονικής εγγύτητας η οποία καθιστά τις ανθρώπινες συνδέσεις συχνότερες και πιο ρηχές αλλά ταυτόχρονα εντονότερες και πιο σύντομες. Οι επαφές, συνεχίζει ο Μπάουμαν, χρειάζονται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να συναφθούν και να διαλυθούν. Η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο στο να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά και το να ερχόμαστε σε επαφή δεν αποτελεί εμπόδιο στο να μείνουμε απομακρυσμένοι.

Ο διαχωρισμός επικοινωνίας και σχέσης ίσως και να είναι το σημαντικότερο αρνητικό επίτευγμα της εικονικής εγγύτητας. Η ψηφιακή επικοινωνία οξύνει την εξατομίκευση του ανθρώπου, υποστηρίζει ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν[3], και συνεχίζει

«Παραδόξως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδομούν την κοινωνική διάδραση. Οδηγούν, εντέλει, στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Στην καλύτερη περίπτωση είμαστε δικτυωμένοι, χωρίς ωστόσο να είμαστε συνδεδεμένοι. Δεν υπάρχει άγγιγμα. Έτσι, ζούμε σε μια κοινωνία από την οποία απουσιάζει το άγγιγμα. Σε αντίθεση με το άγγιγμα, η επαφή δεν δημιουργεί εγγύτητα. Η σχέση με τον Άλλον συρρικνώνεται δραματικά όταν ό Άλλος, ως Εσύ, εκπίπτει σε Αυτό, σε ένα αντικείμενο που ικανοποιεί τις ανάγκες μου και επιβεβαιώνει το Εγώ μου. Ο Άλλος, στον οποίο βλέπω το είδωλό μου να κατοπτρίζεται, χάνει την Αλλότητά του, την Ετερότητά του. Ο ναρκισσισμός της κοινωνίας, που αυξάνεται όλο και περισσότερο και οδηγεί στην εξαφάνιση της σύνδεσης και του αγγίγματος, εντείνει το άγχος».

Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (αυτοί που αντιστοιχούν στην κοινωνία των ιδιωτών) υπολειτουργούν και αρκετοί απ’ αυτούς μένουν κενοί λόγω έλλειψης συμμετοχής. Μειώνεται δραστικά η συμμετοχή στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς συλλόγους, στις τοπικές δραστηριότητες της γειτονιάς και των δήμων. Ακόμη και οι συναναστροφές στους χώρους εργασίας μειώνονται. Το να έχεις φίλους έχει γίνει πολυτέλεια. Η δημιουργία οικογένειας είναι πλέον ένα τεράστιο πρόβλημα. Η πίεση για να κερδηθούν τα απαραίτητα προς το ζην φαίνεται ότι, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν, υπονομεύει κάθε συλλογικό ιδανικό. (περισσότερα…)

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)