ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Σαν το σκυλί ή Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Στο μυθιστόρημα Η Δίκη του Φραντς Κάφκα, ο ήρωας Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει γιατί, δικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί και καταδικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί. Σε όλη τη διάρκεια της δίωξής του προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το αόρατο δικαστήριο που διέταξε τη σύλληψή του και ποιο είναι το έγκλημα που διέπραξε. Στο τέλος, δυο μαυροντυμένοι άνδρες οδηγούν τον Γιόζεφ Κ. σε ένα λατομείο έξω από την πόλη και τον εκτελούν. «Σαν το σκυλί» είναι τα τελευταία λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα που αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους δολοφονείται χωρίς εξήγηση από μια εξουσία αόρατη, σκοτεινή, απάνθρωπη.

«Σαν τα σκυλιά» δολοφονούνται στις μέρες μας αναρίθμητοι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με όπλα ή με βόμβες, με εμβόλια ή με τρένα, πολύτιμα σώματα κάθε ηλικίας πέφτουν νεκρά, σκοτωμένα από ορατές και αόρατες εξουσίες. Νέοι άνθρωποι εξοντώνονται μαζικά αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα να πολεμούν για δικαιοσύνη και δικαίωση σε έναν κόσμο όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και η εξουσία απόλυτη, αδίστακτη, απεχθής και ικανή για τα πάντα: ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές και τους δικαστές σε δολοφόνους.

Ολόκληρο το έργο του Κάφκα (αινιγματικό και με πολλαπλές ερμηνείες) είναι εξαιρετικά επίκαιρο για τη φύση και τους μηχανισμούς του Νόμου μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των συστημάτων εξουσίας. Μπορούμε να έχουμε πίστη στο Νόμο και ειδικότερα στους φύλακές του; Και αν δεν μπορούμε, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;» (Γιουβενάλης).

Στις μέρες μας το παραπάνω ερώτημα αποκτά αγωνιώδεις διαστάσεις. Καθώς η λεγόμενη «δικτατορία της εκτελεστικής εξουσίας» τείνει να γίνει πρότυπο διακυβέρνησης και οι δικαστικές εξουσίες είναι ανήμπορες να διαφυλάξουν την τήρηση του Νόμου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο πολίτης στη λειτουργία της δικαιοσύνης και που αλλού να προσφύγει όταν οι ίδιοι οι φύλακες της έννομης τάξης γίνονται μαριονέτες στα χέρια πλουτοκρατών και τυράννων αφήνοντας κάθε λογής άνομα συμφέροντα και εγκληματικές οργανώσεις να γίνουν δομικό και ρυθμιστικό στοιχείο του συστήματος;

«Αν η εποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα το έγκλημα, είναι γιατί υπάρχει η αδιαφορία για τη ζωή, που χαρακτηρίζει τον μηδενισμό» έγραφε ο Καμύ στα μέσα του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας, αυτή η αδιαφορία για τη ζωή είναι διάχυτη. Ένας νέος μηδενισμός σαρώνει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας. Από την καθημερινή βία των ανηλίκων με ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις μέχρι τα τερατώδη εγκλήματα της εξουσίας, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής προκαλεί οργή και αμηχανία.

Οργισμένοι και αμήχανοι παρακολουθούμε σε καθημερινή βάση ένα φριχτό «ρεπερτόριο» τραγωδιών και εγκλημάτων. Με τι να εξοργιστείς περισσότερο; Με την ατιμωρησία και τη συγκάλυψη της μαζικής δολοφονίας 57 ανθρώπων στα τρένα του θανάτου; Με το ρεσιτάλ υποκρισίας των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας; Με τις χιλιάδες έρευνες και τις επίσημες ομολογίες για τα εμβόλια του κορωνοϊού που διαφήμισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις, η ιατρική κοινότητα και τα συστημικά ΜΜΕ λέγοντας διαρκώς ψέματα και εξαπατώντας έναν ολόκληρο λαό και έναν ολόκληρο πλανήτη; Με τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους νέων ανθρώπων που πέφτουν ξαφνικά και δεν ξανασηκώνονται; Ή με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που έχουν μολύνει όλα σχεδόν τα επίπεδα της κρατικής διοίκησης; Ανήμποροι και αμήχανοι, χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στους κρίσιμους θεσμούς του κράτους (δικαιοσύνη, υγεία, ασφάλεια) εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε αφηρημένες μεταφυσικές τιμωρίες και σε απελπισμένες ευχές: είθε η δικαιοσύνη της ζωής να συντρίψει της αδικίας το κεφάλι.

Όμως, «Απ’ τα τσακάλια, δε γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια» (Βάρναλης). Τα τσακάλια της εξουσίας, έχοντας επιβάλλει την αυτοεξαίρεσή τους από το Νόμο συνεχίζουν ακάθεκτα τις απρέπειες και τα εγκλήματά τους. (περισσότερα…)

Ο Τραμπ χάνει τον έλεγχο

*

του OSKAR LAFONTAINE

~.~

Η τρομοκρατία και ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελούν μέσα άσκησης πολιτικής. Η αρχή αυτή οφείλει να ισχύει απαρέγκλιτα. Μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στη διάρκεια δείπνου δημοσιογράφων στην Ουάσιγκτον, ακούστηκαν πολυάριθμες δηλώσεις συμπαράστασης. Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς αποφάνθηκε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Αποφασίζουμε με πλειοψηφίες, όχι με τα όπλα». Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε την επίθεση «απαράδεκτη» και προσέθεσε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Διαβεβαιώνω τον Ντόναλντ Τραμπ για την αμέριστη υποστήριξή μου». Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ τόνισε: «Κάθε επίθεση κατά δημοκρατικών θεσμών ή κατά της ελευθερίας του Τύπου πρέπει να καταδικάζεται με τον αυστηρότερο τρόπο». Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η βία δεν έχει καμία θέση στην πολιτική.

Οι δηλώσεις αυτές ηχούν κενές, αν ληφθεί υπόψη η στήριξη που παρέχεται στην τρομοκρατική πολιτική της Ουάσιγκτον και στους πολέμους της που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η, κατ’ εντολήν Τραμπ, δολοφονία του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και μελών της ιρανικής ηγεσίας, από τους Ευρωπαίους εγκρίθηκε στην πράξη σχεδόν ομοφώνως: «Συμφωνούμε ότι αυτό το φρικτό καθεστώς στην Τεχεράνη πρέπει να εξαλειφθεί», δήλωνε τότε ο καγκελάριος Μερτς, ο οποίος μέχρι σήμερα διατηρεί ανοικτή για τον επιθετικό πόλεμο του Τραμπ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, την αμερικανική αεροπορική βάση του Ράμσταϊν στο Παλατινάτο. Από έναν τέτοιο καγκελάριο δεν μπορεί να αναμένεται εξωτερική πολιτική προσανατολισμένη στα γερμανικά συμφέροντα. Αντιθέτως, ο Μερτς στηρίζει την Ουκρανία με ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, παρότι αυτή ευθύνεται για την καταστροφή του σημαντικότερου ενεργειακού μας αγωγού, του Nord Stream. Εξίσου απίθανη προδιαγράφεται η προοπτική ειρήνης με έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που τους τελευταίους μήνες έχει διατάξει τον βομβαρδισμό τουλάχιστον επτά χωρών.

Προσωπικά, είχα θεωρήσει την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως το μικρότερο κακό, διότι, όπως πολλοί πολίτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχα κουραστεί από την υποκρισία των Μπιλ Κλίντον, Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν και του περιβάλλοντός τους. Το ότι ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας είναι άνθρωπος προκλητικά διεφθαρμένος, ότι πλουτίζει και εξυπηρετεί τους δισεκατομμυριούχους φίλους του, ήταν γνωστό και αναμενόμενο· όμως και οι Κλίντον και ο Μπάιντεν υπήρξαν εξίσου διεφθαρμένοι και ευνόησαν τους δικούς τους.

Ο Κλίντον απέρριψε τις προτάσεις που είχα υποβάλει, ως υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, για τη ρύθμιση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, επειδή «τη χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας την είχε αναλάβει η Γουώλ Στρητ». Οι πρόεδροι του Δημοκρατικού Κόμματος διεξήγαν τους πολέμους τους δήθεν στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας· στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο πάντοτε για διεκδίκηση ισχύος, σφαίρες επιρροής, πρώτες ύλες και αγορές.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους του να τερματίσει αυτούς τους «ανόητους και ατέρμονους» πολέμους. Ελπίζαμε, συνεπώς, ότι θα έφερνε επιτέλους ειρήνη στην Ουκρανία. Είχε δηλώσει δημοσίως ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς υπήρξε η κύρια αιτία του πολέμου αυτού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι προτίθεται να λάβει υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας της Ρωσίας. Ο υπουργός Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο, είχε μάλιστα παραδεχθεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση της Ουκρανίας ξεκίνησαν, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, με ευνοϊκές προοπτικές, αλλά οι Ευρωπαίοι προέβαλαν αντιρρήσεις. Διατύπωσαν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις και αποδέχθηκαν ότι οι ΗΠΑ αποσύρονταν ολοένα και περισσότερο από τον πόλεμο που η ίδια η Ουάσιγκτον είχε προκαλέσει. Πλέον, ο Τραμπ φαίνεται να έχει απολέσει πλήρως το ενδιαφέρον του για την Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να διαχειριστούν μόνοι τους την κατάσταση. Ο παράλογος αυτός πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ, έως ότου οι ευρωπαϊκές χώρες —και ιδίως η Γερμανία— εξαντληθούν οικονομικά. (περισσότερα…)

Παράνοια και εξουσία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~ 

 «Έχουμε καταλάβει εδώ και καιρό ότι ο Πρόεδρος Τραμπ διαθέτει ένα αποδιοργανωμένο μυαλό και μια χαοτική προσωπικότητα. Αυτό που έχουν αναδείξει οι τελευταίοι μήνες, και ιδιαίτερα οι τελευταίες εβδομάδες, είναι ότι οι παθολογίες του προέδρου είχαν καταρρακτώδεις επιπτώσεις εντός της διοίκησής του. Η μεγαλομανία, η παρορμητικότητα, η ασυνέπεια και η πλήρης αποστασιοποίηση του Τραμπ από την πραγματικότητα έχουν γίνει κρατική πολιτική. Έχουν εγκατασταθεί στην αμερικανική διοίκηση. Έχουν θεσμοθετηθεί.»
Jonathan Rauch – Peter Wehner,
«The Trump Administration Is in a Psychotic State»,
NEW YORK TIMES, 10.4.2026

Το βιβλίο Μάζα και Εξουσία[1] (Masse und Macht, 1960) αποτελεί το κορυφαίο δοκίμιο του νομπελίστα Ελίας Κανέττι, το οποίο ολοκλήρωσε μετά από έρευνα δεκαετιών. Στο βιβλίο αυτό, ο Κανέττι αναλύει τη δυναμική της ομαδοποίησης και της μαζοποίησης των ανθρώπινων κοινωνιών καθώς και τη φύση της εξουσίας.

Σύμφωνα με την ανάλυση του, ο άνθρωπος έχει έναν έμφυτο φόβο για το «άγγιγμα» του ξένου. Η μαζοποίηση είναι η μόνη κατάσταση όπου αυτός ο φόβος εξαφανίζεται, καθώς όλα τα διαφορετικά άτομα αποβάλλουν τις διαφορές τους και αισθάνονται σαν ένα ενιαίο σώμα χρησιμοποιώντας ως μέσο την «εκφόρτιση» (Entladung). Τα παραπάνω χαρακτηρίζουν τη φύση της μάζας.

Ευρισκόμενες σε αυτή την κατάσταση οι μάζες επιδιώκουν τη συνεχή αύξηση τους, θέλουν πάντα να μεγαλώνουν και δεν αναγνωρίζουν τα φυσικά όρια στην ανάπτυξή τους: την ισότητα, η οποία λειτουργεί ως λυτρωτική κατάσταση απέναντι στον «φόβο της επαφής» που αισθάνεται το άτομο στην καθημερινότητα, την πυκνότητα δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση ώστε να μην υπάρχει κενό ανάμεσα στα μέλη της, και τον προσανατολισμό προς έναν στόχο ή μια κατεύθυνση για να διατηρήσει τη συνοχή της και να αποφύγει την αποσύνθεση. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά προσδιορίζουν την ορμή της μάζας. Κεντρικό σημείο στην ορμή της μάζας είναι η εκφόρτιση. Πρόκειται για τη στιγμή που όλα τα άτομα που την αποτελούν αποβάλλουν τις διαφορές τους και αισθάνονται ως ένα ενιαίο σώμα. Χωρίς αυτή την εκφόρτιση, η μάζα δεν μπορεί να υπάρξει στην πλήρη, δυναμική της μορφή.

Στη συνέχεια ο Κανέττι, συνδέει την εξουσία με το ένστικτο της επιβίωσης. Ο «Επιζών» είναι αυτός που στέκεται όρθιος ανάμεσα στους νεκρούς, και αυτή η στιγμή αποτελεί την αρχέγονη μορφή της εξουσίας. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά των Ντελέζ- Γκουατταρί[2] στην ταινία Λώρενς της Αραβίας (1962) του Ντέηβιντ Λιν, και συγκεκριμένα στην σκηνή που διαδραματίζεται μετά την κατάληψη της Άκαμπα: «Το βράδυ, ύστερα από τη μάχη, ο ταγματάρχης Λώρενς ξαπλώνει στη σειρά τα νέα γυμνά πτώματα πάνω στο συμπαγές σώμα της ερήμου». Η στιγμή της επιβίωσης αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της εξουσίας.  Η εξουσία γεννιέται από τη στιγμή που κάποιος στέκεται όρθιος ανάμεσα σε νεκρούς. Ο ηγέτης αισθάνεται ανώτερος επειδή εκείνος επέζησε ενώ άλλοι χάθηκαν. Αυτή η «στιγμή του επιζώντος» είναι η απόλυτη ηδονή της εξουσίας. Όμως, για τον Κανέττι η φύση της εξουσίας είναι παρανοϊκή. Στη συνέχεια της σκηνής που αναφέρθηκε παραπάνω, ο σκηνοθέτης δείχνει ότι ο Λώρενς βρίσκεται σε μια κατάσταση ψυχολογικής κατάρρευσης και εσωτερικής σύγκρουσης, έχοντας έρθει αντιμέτωπος με τη βία του πολέμου. Η διάταξη των πτωμάτων με μια σχεδόν «τελετουργική» ή «αισθητική» τάξη υπογραμμίζει την αποξένωσή του από την πραγματικότητα και την αρχόμενη ψύχωση ή την εμμονή του με την εικόνα του ως «μεσσία» ή «τιμωρού». Για τον Κανέττι η φύση της εξουσίας είναι παρανοϊκή! Αυτή η μετατροπή στο σκεπτικό του, ακολουθεί την ακόλουθη ψυχολογική διαδρομή. (περισσότερα…)

Στον ίδιο φαύλο κύκλο

Bartolomeo Del Bene, Η Πόλις της Αληθείας

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εκκοσμίκευση των Νέων Χρόνων; Διαφωτισμός και χειραφέτηση της πολιτικής από τη θρησκεία; Τι ψευδαίσθηση… Ούτε μία ούτε δύο: τρεις εσχατολογίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή γύρω στα νερά του Περσικού Κόλπου. Η χριστιανική προτεσταντική των ΗΠΑ, η εβραϊκή σιωνιστική του Ισραήλ και η ισλαμική σηιτική του Ιράν.

Ο εκθεολογισμός της πολιτικής ρητορικής είναι ίσως η πιο χτυπητή εξέλιξη των τελευταίων ετών. Τους Αμαληκίτες θέλει να εξαλείψει εκ νέου από προσώπου γης ο Νετανιάχου και οι συν αυτώ στα Ιεροσόλυμα. Τον Αντίχριστο της «παγκόσμιας κυβέρνησης» αντιμάχεται ο Πέτερ Τιλ και οι τεχνογκουρού. Τον Σατανά αυτοπροσώπως βλέπει επί τω έργω κατά της Μητέρας Ρωσσίας στην Ουκρανία και αλλαχού ο Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τον Εξαποδώ αναγνωρίζει στη μορφή του Τραμπ και η Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου ποζάρει ως άλλος Ιησούς φωτοστεφάνωτος και αίρων τας αμαρτίας του κόσμου…

Πώς γίνεται και μετά από τρεις αιώνες ριζικής, εκθεμελιωτικής κριτικής στον θρησκευτικό «σκοταδισμό» να μην έχουμε κάνει βήμα από την αρχική μας αφετηρία; Η απάντηση είναι απλή και έχει δοθεί εγκαίρως από πολλούς στοχαστές. Όλες οι πολιτικές ιδεολογίες που έχουν τη ρίζα τους στον Διαφωτισμό, στην πράξη αντέγραψαν τη δομή του θρησκευτικού πιστεύω που γύρεψαν να παραμερίσουν. Την θεόθεν Πρόνοια αντικατέστησε η εξίσου νομοτελειακή Πρόοδος. Η Ιστορία παρέμεινε στάδιο οντολογικά υποδεέστερο, προορισμένο να φτάσει στο Τέλος, την Τελείωση και την Τελειότητά της, απλώς αυτή τη φορά ενδοκοσμικά και όχι μετά την Έσχατη Κρίση. Η Ανάσταση μετονομάστηκε σε Επανάσταση. Ο ενεστώς άνθρωπος κηρύχθηκε λιποβαρής, παρακατιανός και αναμορφωτέος: ένας Νέος Άνθρωπος -του Σοσιαλισμού, του Φασισμού, του Φιλελευθερισμού- ήταν γραφτό να πάρει τη θέση του, ή ακόμη καλύτερα, ένας Μετάνθρωπος ή ένας άνθρωπος υβριδικός, η Ανθρωπομηχανή.

Όπως έγραφε ο Βίλχελμ Μύλμαν στα 1984, οι θρησκευτικοί πόλεμοι μπορεί να ξεκίνησαν στην Αρχαιότητα με τους αμοιβαίους διωγμούς μεταξύ εθνικών και ναζαρηνών, στην πράξη όμως δεν τελείωσαν ποτέ. Ο ίδιος ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές είναι φαινόμενο διαχρονικό και, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ανεξάλειπτο. Όμως η ταύτιση του Αντιπάλου με το Κακό και το αίτημα της καθολικής του εξάλειψης ως ύψιστου ηθικού καθήκοντος ουτωσώστε να διανοιχθεί η οδός προς τη Σωτηρία (το Χιλιόχρονο Ράιχ, την Αταξική Κοινωνία, την Δικαιωματοπάροχο Αγορά) είναι ένα νέο ποιοτικά φαινόμενο με γενεαλογία συγκεκριμένη, με ρίζες στον μονοθεϊσμό και την προσδοκία της μίας και οριστικής Αλήθειας. Τα μεταδιαφωτιστικά πολιτικά στρατόπεδα ανέγραψαν όλα στα λάβαρά τους, στην εκάστοτε ιδιόλεκτό τους, το βιβλικό «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει».

Για τη δόξα, τον πλούτο και την ισχύ μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί ο καθένας. Για μια ιδέα όμως, μόνος ένας πιστός. Ο ηθικός σκεπτικιστής, ο αγνωστικιστής ποτέ δεν θυσιάζεται για μια ιδέα, όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελλ. Για τον λόγο ότι φοβάται την ειρωνεία: η ιδέα του ίσως αποδειχθεί εσφαλμένη.

Με την έννοια αυτή, η αποτυχία των πολιτικών ιδεολογιών να εκπληρώσουν εμπράκτως τις υποσχέσεις τους (ακόμη και οι πιο ζηλωτές φιλελεύθεροι δυσκολεύονται πια να διαβεβαιώσουν τους πιστούς τους ότι το μέλλον που τους περιμένει εν καπιταλισμώ θα είναι καλύτερο από το παρόν) ήταν επόμενο να οδηγήσει σε μια συστροφή: στην ανακλαστική επάνοδο στο real thing, στη γνήσια θεολογία. Η αναρρίπηση των θρησκειών έρχεται να αντιπαλέψει όχι μόνο το κενό του νοήματος στο οποίο έχουμε περιπέσει, αλλά κάτι πρωτογενέστερο: το ναυάγιο των Ουτοπιών που το γέννησαν.

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται, φευ, για μια παλινωδία. Για μία παλινδρόμηση, αλίμονο, στον ίδιο φαύλο κύκλο.

*

*

*

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»;

*

του ΗΕΝRΙ LΕVΑVΑSSΕUR

~.~

Η προσφυγή στον όρο «ιουδαιοχριστιανισμός» συνιστά ένα αμφισβητήσιμο συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να αποδώσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο προσήκει απλώς να ονομάζουμε ευρωπαϊκό, χωρίς να του προσάπτουμε άλλους, περιοριστικούς προσδιορισμούς.

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»; Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, στοχαστές ή πολεμογράφοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως τέτοια. Είναι, όμως, ακριβής και πρόσφορος αυτός ο ορισμός της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πραγματικότητας; Πρέπει η τελευταία να νοηθεί κατ’ ουσίαν ως «ιουδαιοχριστιανικών» καταβολών; Δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο, για δύο κύριους λόγους: ο πρώτος αφορά την ιστορία των ευρωπαϊκών λαών, ο δεύτερος την ιστορία των θρησκειών.

Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι γλώσσες που ομιλούνται σήμερα από τους ευρωπαϊκούς λαούς (λατινογενείς, γερμανικές, κελτικές, σλαβικές, βαλτικές, καθώς και η νέα ελληνική) ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση τη βασκική, την ουγγρική, τη φινλανδική και την εσθονική), στην οικογένεια των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών· πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν όλες κατάγονται από μια κοινή μητρική γλώσσα, ηλικίας άνω των 5.000 ετών. Και δεδομένου ότι η γλώσσα δομεί τη σκέψη, αυτή η κληρονομιά συνιστά θεμελιώδες τμήμα του πολιτισμού μας.

Επιπλέον, καμία μετακίνηση πληθυσμών ή αποικισμός εξωγενής προς το ινδοευρωπαϊκό σύνολο δεν υπήρξε επαρκώς μαζικός —από όσους έπληξαν κατά τόπους την Ευρώπη τα τελευταία πέντε χιλιάδες έτη— ώστε να ανατρέψει ριζικά τη σύνθεση του ευρωπαϊκού πληθυσμού σε ηπειρωτική κλίμακα (με εξαίρεση τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, τα οποία συνιστούν φαινόμενο άνευ ιστορικού προηγουμένου από την εποχή της διάχυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σήμερα απερίφραστα από τα πορίσματα των πλέον πρόσφατων παλαιογονιδιωματικών μελετών. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είναι απλώς ομιλητές ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (όπως συμβαίνει, λ.χ., με αφροαμερικανικούς πληθυσμούς που επικοινωνούν στα αγγλικά), αλλά και απόγονοι ινδοευρωπαϊκών προγονικών γραμμών, εγκατεστημένων επί χιλιετίες στον ίδιο χώρο.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν ήδη φθάσει σε προχωρημένο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης από την εποχή του Χαλκού, πριν από 3.500 χρόνια και πλέον. Ως προς την εξέλιξη των επιστημών και των τεχνών, αλλά και ως προς τις μεγάλες αρχές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Ευρώπη είναι επίσης κληρονόμος της ελληνικής σκέψης και του ρωμαϊκού προτύπου, τα οποία προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Τα μνημεία του Στόουνχεντζ, του Παρθενώνα ή του ρωμαϊκού Φόρουμ ανεγέρθηκαν πολύ πριν από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν απτά τεκμήρια της αρχαιότητας του πολιτισμού μας.

Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί η σημασία των εξωτερικών επιδράσεων, ιδίως των ανατολικών, που ασκήθηκαν κατά καιρούς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: κανένας πολιτισμός δεν αναπτύσσεται χωρίς επαφή με τους γείτονές του, με τους οποίους άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνδιαλέγεται, γεγονός που συνεπάγεται αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Παρά ταύτα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παραμένει διακριτός από τον περίγυρό του· διαθέτει ίδϊα ταυτότητα, και οι επιδράσεις που δέχθηκε ή άσκησε ανά τους αιώνες δεν πρέπει να οδηγούν σε παραγνώριση της ιδιοπροσωπίας του.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο χριστιανισμός δεν ανήκει στις «ρίζες» της Ευρώπης, αλλά συνιστά μάλλον ένα «εμβόλιο» που μετασχημάτισε φυσιολογικά την ανάπτυξη του δένδρου επί του οποίου εμφυτεύθηκε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της πολυχιλιετούς του εξέλιξης. Η διαπίστωση αυτή δεν αποβλέπει, βεβαίως, στην υποτίμηση της συμβολής του χριστιανισμού στον πολιτισμό μας. Χωρίς αυτή τη «μεταμόσχευση», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα ήταν αναμφίβολα πολύ διαφορετικός (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ουδείς μπορεί να το κρίνει). Η συγκίνησή μας ενώπιον των ερειπίων του Στόουνχεντζ ή του Παρθενώνα δεν αποκλείει τη συγκίνησή μας κάτω από τους θόλους του καθεδρικού της Σαρτρ. Ο θαυμασμός προς τον Όμηρο ή τον Αριστοτέλη δεν συνεπάγεται παραίτηση από την εκτίμηση προς τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον Πασκάλ. Ας προστεθεί —κάτι που δυστυχώς δεν είναι πλέον αυτονόητο στην εποχή μιας πολιτισμικής αποσάθρωσης υπό τις επιταγές «πνευματικών τρομοκρατών»— ότι μπορεί κανείς να θαυμάζει έναν στοχαστή χωρίς να συμμερίζεται όλες τις αναλύσεις του. Υπενθυμίζεται, τέλος, το προφανές: το να αναγνωρίζουμε ότι οι «ρίζες» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αρχαιότερες του χριστιανισμού δεν εμποδίζει κάποιον να είναι χριστιανός, ούτε θίγει την εγκυρότητα των δογμάτων των χριστιανικών ομολογιών για όσους τα ασπάζονται. Πρόκειται για διαπίστωση που ανήκει στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και όχι της πίστης: η ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα κατέστη χριστιανική, υπό την έννοια ότι η ιστορική της πορεία δεν νοείται χωρίς τη χριστιανική συμβολή, ενώ οι πρώιμες φάσεις της, που αποτελούν το απώτατο κληροδότημά μας, προηγούνται της έλευσης του χριστιανισμού στην Ευρώπη. Αντιστρόφως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο χριστιανισμός προσέλαβε πολλά από την Ευρώπη κατά την εγκατάστασή του σε αυτήν: αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα εκτενή δάνεια από την ελληνική σκέψη, τα «ρωμαϊκά» σχήματα οργάνωσης (στις δυτικές και ανατολικές εκδοχές τους), καθώς και τις τοπικές παραδόσεις «λαϊκής ευσέβειας», από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας έως σήμερα — τόσο στους καθολικούς και τους προτεστάντες όσο και στους ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Ντόναλντ Τραμπ: «Νικάμε πάντα εμείς!»

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Πρέπει να νικήσουμε, καταλαβαίνεις κουτορνίθι; Να νικήσουμε! – γιατί την είχε συνεπάρει και εκείνην η ελπίδα της νίκης, και παρ’ όλο που αισθανόταν ότι στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές, γιατί τίποτε δεν τελειώνει οριστικά.»
LÁSZLÓ KRASZNAHORKAI

«Νικάμε, ό,τι και να γίνει!» Οι διαπραγματεύσεις στην Ισλαμαμπάντ συνεχίζονταν ακόμη, είχαν περάσει μάλιστα σε πολύ περίπλοκο στάδιο, όταν το απόγευμα του Σαββάτου (11.04.2026) ο πρόεδρος Τραμπ έσπασε μια σπάνια σιωπή λίγων ωρών για να δηλώσει για άλλη μια φορά την επιτυχία του στον πόλεμο κατά του Ιράν, μια επιτυχία που δεν επιβεβαιώνουν οι ειδικοί. Ο πρόεδρος έφυγε από την κατοικία του λίγο πριν τις 5:00 μ.μ. και, όταν ρωτήθηκε για την απεμπλοκή των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων του Ιράν προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις, είπε:

«Νικάμε, ό,τι και να γίνει! Τους νικήσαμε στρατιωτικά. Πόντισαν μερικές νάρκες, αλλά εμείς βυθίσαμε όλα τα πλοία τους». Αναφερόμενος στον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, βασικού ζητήματος στις διαπραγματεύσεις, εξήγησε: «Πιθανότατα έσπειραν μερικές νάρκες στη θάλασσα, αλλά έχουμε ναρκαλιευτικά στην περιοχή και καθαρίζουν τα Στενά». Αναφερόταν στην είδηση ​​ότι εκείνη τη μέρα, για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, πολλά αμερικανικά πλοία άρχισαν να διασχίζουν το Ορμούζ, αμφισβητώντας έτσι τον κλοιό του ιρανικού αποκλεισμού.

Ο Τραμπ δικαιολόγησε τον θριαμβευτικό του θρίαμβο ως εξής: «Νικήσαμε το Ναυτικό τους, νικήσαμε την Πολεμική τους Αεροπορία, νικήσαμε την αντιαεροπορική τους άμυνα, νικήσαμε τα ραντάρ τους! Νικήσαμε τους ηγέτες τους! Είναι όλοι τους νεκροί!»

Στη συνέχεια, υποσχέθηκε: «Θα ανοίξουμε τα Στενά ακόμα κι αν δεν τα έχουμε ανάγκη. Κι αυτό επειδή υπάρχουν πολλές άλλες χώρες στον κόσμο που τα χρειάζονται και τώρα είναι είτε φοβισμένες είτε αδύναμες».

Στη συνέχεια, απηύθυνε προειδοποίηση προς τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η οποία, σύμφωνα με το CNN, ετοιμάζεται να προμηθεύσει όπλα αεράμυνας στην Τεχεράνη, κι αυτό ενώ επίκειται η επίσκεψη του ενοίκου του Λευκού Οίκου στο Πεκίνο που έχει προγραμματιστεί για τα μέσα Μαΐου: «Αν η Κίνα κάνει κάτι τέτοιο, θα έχει χοντρά μπλεξίματα!»

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, που υπό τον αντιπρόεδρο Βανς ήταν ακόμη υπό εξέλιξη, παρουσιάστηκε σχεδόν αδιάφορος: «Ίσως υπάρξει συμφωνία, ίσως και όχι. Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν έχει καμία σημασία για μένα. Θα δούμε τι θα συμβεί, βρισκόμαστε σε πολύ προχωρημένες διαπραγματεύσεις με το Ιράν». Πάντως «Ανεξάρτητα του τι θα συμβεί, εμείς θα νικήσουμε!»

Vinceremo! («Θα νικήσουμε!») έλεγε και ο Μουσσορλίνι… Δυστυχώς για τον Μουσσολίνι, το αποτέλεσμα δεν ήταν νικηφόρο για τους Ιταλούς. Στο τέλος, δεν νίκησαν. Και εγώ ψάχνω να βρω ποιον πόλεμο κέρδισαν μετά τον Β΄ Π. Π. οι Αμερικανοί, και σε ποιον πέτυχαν τους στόχους που είχαν θέσει…

Οι πληροφορίες από την La Repubblica

*

*

*

 

Ο κόσμος είναι διάφανος κι εμείς διαπερατοί

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ο κόσμος είναι διάφανος κι εμείς διαπερατοί

Μόνο καλπάζουσα αφέλεια δικαιολογεί όσους διατηρούσαν έστω και ελάχιστες αμφιβολίες για την ύπουλη χρήση του Predator από την κυβέρνηση και την παρακολούθηση Ελλήνων πολιτών με αδιευκρίνιστα κριτήρια. Η δήλωση λοιπόν του ιδιοκτήτη της Intellexa ότι η εταιρεία του παρέχει τεχνογνωσία μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου και άρα ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε όχι από ιδιώτες αλλά από κυβερνητικές υπηρεσίες δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Κεντρική μέριμνα όλων των κυβερνήσεων σε Βορρά και Νότο, Δύση και Ανατολή και όλων των πολιτευμάτων, υποτιθέμενα δημοκρατικών ή πασίδηλα αυταρχικών, κοσμικών ή θεοκρατικών, είναι να χώνουν τη σουβλερή τους μύτη στο μυαλό και στα βρακιά των υπηκόων τους. Αυτοί είναι οι εχθροί και η φιλυποψία απέναντί τους αποτελεί θέσφατο για τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, τους πρεντατοριανούς της εξουσίας και τις παρακρατικές τους συμμορίες. Οι κυβερνήσεις άλλωστε, ως μικρομερισματούχοι του Κράτους Υπονοίας ακολουθούν απλώς την πρακτική των αφεντικών τους, των μεγάλων εταιρειών που συλλέγουν καθημερινά τρισεκατομμύρια δεδομένων για τα υποψήφια εμπορικά τους θύματα.

Το χειρότερο όμως είναι ότι η παράνοια του Μεγάλου Αδελφού, που άλλοτε κυρίευε μόνο άρρωστους ζηλιάρηδες, έχει δηλητηριάσει  ολόκληρη την κοινωνία. Πολλοί κουτσομπόληδες ξενυχτούν στο διαδίκτυο για να ξεσκεπάσουν παρεκκλίνουσες συμπεριφορές άλλων χρηστών – και σε λίγο, ως αποτέλεσμα του τεχνοκρατικού εκδημοκρατισμού, τα πιο προηγμένα εργαλεία ηλεκτρονικής παρακολούθησης θα βρίσκονται στα χέρια του καθενός. Οι ψυχαναλυτές θα επιτηρούν τους αναλυόμενους για το ενδεχόμενο να μοιράζονται τα μυστικά τους με τις καφετζούδες, τα κουρεία θα καιροφυλακτούν για κάποια ξένη ψαλιδιά στα κεφάλια των πιστών τους, τα μανάβικα της γειτονιάς θα επισκοπούν πελάτες ύποπτους για φρουτολαγνικές αποστασίες – κι όλοι μαζί, ως αληλλοβλεψίες, θα σκαλίζουμε ο ένας τα σωθικά του άλλου με θλιβερές συνέπειες: γιατί όντως βρίσκει κανείς ακριβώς ό,τι ψάχνει. (περισσότερα…)

«Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται;» Πέρα από την αρένα των σύγχρονων ΜΜΕ

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Διαδικτυακή αναζωογόνηση
από το παρελθόν και απ’ το παρόν

«Μακάρι να μην έπρεπε να πάω τόσα χρόνια πίσω γι’ αυτό το επίπεδο συζήτησης», «Αναζωογονητικό να παρακολουθείς δυο σπουδαία μυαλά να αντιπαρατίθενται, να συμφωνούν και να διαφωνούν. Με αλληλοσεβασμό!», «Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται; Τι τρέχει εδώ;»: Είναι λίγα από τα σύγχρονα σχόλια (2021 και 2018), γραμμένα στην πλατφόρμα του YouTube κάτω από τη συνέντευξη που πήρε το 1998 ο Πήτερ Ρόμπινσον από τους δημόσιους διανοούμενους Κρίστοφερ Χίτσενς και Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο, κορυφαίες μορφές ο πρώτος της αριστεράς και ο δεύτερος του αμερικανικού συντηρητισμού.[1]

Στην πληθώρα των βίντεο που βρίσκει κανείς στο YouTube και σε άλλες πλατφόρμες, υπάρχουν παλαιότερες εκπομπές και σύγχρονα podcasts με πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με σημαντικούς πολιτικούς, ιστορικούς, φιλοσόφους, συγγραφείς, επιστήμονες της ψηφιακής τεχνολογίας και, γενικότερα, με  ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Αυτές οι συζητήσεις άλλοτε παίρνουν τη μορφή εκτενών συνεντεύξεων και άλλοτε τη μορφή ντιμπέιτ, με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες. Το παρόν άρθρο, το δεύτερο της διμηνιαίας στήλης «Λεξισώματα» του Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζει και προτείνει τέτοιου είδους εκπομπές και podcasts, τα οποία προσελκύουν το ενδιαφέρον αλλά και «ξεκουράζουν», κατά κάποιον τρόπο, από τη φασαρία, την ένταση και την εριστικότητα που επικρατούν συχνά στα κυρίαρχα ΜΜΕ και σχεδόν πάντα στα σόσιαλ μίντια.

*

William F. Buckley Jr., Firing Line

Στο κανάλι του Ινστιτούτου Χούβερ, της δεξαμενής σκέψης του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, θα βρει κανείς πολλά από τα επεισόδια της εκπομπής Firing Line, με οικοδεσπότη τον συντηρητικό δημόσιο διανοούμενο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο.[2] Ο Μπάκλεϋ (1925-2008) ήταν μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του νεογενούς συντηρητικού κινήματος που ξεπήδησε στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και το οποίο κατά τα επόμενα είκοσι πέντε, περίπου, χρόνια αποδύθηκε σε μια έντονη προσπάθεια θεωρητικού αυτοπροσδιορισμού. Ο ίδιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε αυτή την πλούσια διαδικασία σύντηξης και μάχης των ιδεών, με τα βιβλία του, με το περιοδικό National Review που ίδρυσε το 1955, αλλά και με τις δημόσιες εμφανίσεις του. Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η δημοφιλία του Μπάκλεϋ είχε πια υπερβεί τα όρια του συντηρητικού χώρου, χάρη στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και, κυρίως, χάρη στο ρητορικό του στιλ, το οποίο χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός ευγένειας, αυτοσυγκράτησης, σαρκασμού και εντυπωσιακής, ακόμα και εξεζητημένης, γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Για κάποιους από τους αντιπάλους του, βεβαίως, ακριβώς αυτό το στιλ τον καθιστούσε περισσότερο αντιπαθή κι από την ιδεολογία του, ωστόσο αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό του ρόλο στην ιδεολογική αρένα, πρόθυμα έρχονταν σε αντιπαράθεση μαζί του. Τον Νοέμβριο του 1967, ο Μπάκλεϋ έγινε το θέμα εξωφύλλου του περιοδικού Time, με μια παραστατική καρικατούρα του σημαντικού γελοιογράφου Ντέιβιντ Λεβίν και τον τίτλο «Ο συντηρητισμός μπορεί να έχει πλάκα».[3] Γιατί όσον αφορά τον αμερικανικό συντηρητισμό, αυτό ακριβώς πιστώνεται στον Μπάκλεϋ: ότι, αφού έδωσε τη συνοχή μιας ιδεολογικής ταυτότητας σε μάλλον σκόρπιες ιδέες και πεποιθήσεις του συντηρητικού Αμερικανού πολίτη, έπειτα προσέδωσε σε αυτή την ταυτότητα τη νομιμότητα και τη γοητεία του στιλ, απαλλάσσοντάς την από την αραχνιασμένη κατήφεια του παρελθόντος:

«Εξαιτίας των επιτυχημένων του προσπαθειών να συγχωνεύσει τάσεις της ελευθεριακής (libertarian), παραδοσιοκρατικής και αντι-κομμουνιστικής σκέψης κάτω από μία και μόνη ταμπέλα, το νόημα του συντηρητισμού πάντα ήταν κάτι παραπάνω από το άθροισμα των προσπαθειών του. Όσο πιο “διασκεδαστικό” έκανε τον συντηρητισμό να φαίνεται, τόσο περισσότερο οι Αμερικανοί κατανοούσαν τις αντιλήψεις τους για τον νόμο και την τάξη, για τις κομμουνιστικές απειλές ή για την κοινωνική ασφάλεια ως συντηρητικές. Με το National Review, με πάμπολλα βιβλία, με την τηλεοπτική του λογιοσύνη στο Firing Line, με δεκάδες ομιλίες τον χρόνο και με μια εβδομαδιαία στήλη διαμοιρασμού περιεχομένου, ο Μπάκλεϋ ανέλαβε μια εκστρατεία υπέρ του συντηρητισμού για εκατομμύρια καρδιές και για εκατομμύρια μυαλά. Πριν από τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός σήμαινε πολλά πράγματα: την αμυντική υπεράσπιση του κατεστημένου, την αμυντική υπεράσπιση της αριστοκρατίας, την αμυντική υπεράσπιση του καπιταλισμού και την αμυντική υπεράσπιση της παράδοσης. Μετά τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός συνέχισε να σημαίνει όλα αυτά και περισσότερα, αλλά δεν είχε πια τίποτα το αμυντικό».[4]

Ίσως να μην ήταν τυχαίο ότι, ενάμιση χρόνο πριν η μορφή του κοσμήσει το εξώφυλλο του Time, ο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ ο Νεότερος είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού ως οικοδεσπότης της εκπομπής Firing Line. Το πνεύμα, το περιεχόμενο και ο αντίκτυπος αυτού του προγράμματος περιγράφονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Χούβερ, όπου και φυλάσσεται το αρχείο της εκπομπής:

«Όταν άρχισε να μεταδίδεται το Firing Line το 1966, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι ένα πρόγραμμα δημοσίου ενδιαφέροντος, με οικοδεσπότη μια ηγετική φυσιογνωμία του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού και ιδρυτή και εκδότη του περιοδικού National Review, θα αιχμαλώτιζε ένα κοινό πέρα από τους πιστούς συντηρητικούς. Η εκπομπή παρουσίαζε συζητήσεις ανάμεσα στον Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ και σε ηγετικές ανά τον κόσμο μορφές της πολιτικής, της ψυχαγωγίας, της δημοσιογραφίας και του ακαδημαϊκού κόσμου, και έγινε αμέσως επιτυχία. Με πάνω από 1.505 επεισόδια στη διάρκεια 33 ετών, το Firing Line αρχικά άλλαξε άρδην τα δεδομένα, και στη συνέχεια έθεσε τον πήχη, για τις τηλεοπτικές εκπομπές δημοσίου ενδιαφέροντος. (περισσότερα…)

Γιατί η αριστερά δεν είναι woke

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Susan Neiman
Η αριστερά δεν είναι woke
Επίκεντρο, 2025

Η φιλοσοφικοκοινωνική μελέτη της Σούζαν Νείμαν με τίτλο Η αριστερά δεν είναι woke έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια πλήθος αντιδράσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη συγγραφέα να επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να διαχωρίσει δύο όρους που πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημοι. Η πρόσφατη, ωστόσο, μετάφραση του βιβλίου και στην ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται πως έχει τύχει ως τώρα μιας διεξοδικής και αντικειμενικής εξέτασης, με την κάθε πλευρά του ανοιχτού και ζωηρού διαλόγου να μένει μονάχα στον τίτλο και να επιβεβαιώνει τα ήδη προκατασκευασμένα συμπεράσματά της. H διαφήμισή του, αρχικά, σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε έναν κοινωνικό αυτοματισμό από σχολιαστές του εθνικιστικού χώρου που ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενό του και επαναλάμβανε ψυχροπολεμικές απλουστεύσεις. Αντίστοιχα, η ευμενής κριτική ενός ιερέα για το βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών, μόλις εκείνο κυκλοφόρησε, δεν βοήθησε εξίσου, μιας και ταύτισε αυτομάτως τη συγγραφέα στο αριστερό φαντασιακό με το τμήμα εκείνο του συντηρητικού χώρου που ξιφουλκεί από διαφορετική αφετηρία έναντι του εκείνου που αποκαλεί ως ‘‘woke’’. Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο απέχει παρασάγγας από την ως τώρα πολεμική έναντι του φαινομένου, μιας και εγγράφεται ξεκάθαρα εντός του αριστερού χώρου και της ριζοσπαστικής παράδοσης, κρατώντας στο ακέραιο στον πυρήνα του την αταλάντευτη πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την πεποίθηση του ασταμάτητου αγώνα για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις. Ορισμένες επεξηγήσεις, επομένως, κρίνονται κάτι παραπάνω από αναγκαίες.

Αν αφήσουμε στην άκρη τον (συνειδητά) προκλητικό τίτλο του βιβλίου που αγγίζει ακόμα και τα όρια του clickbait, κρίνουμε πως ο δικαιότερος και αντικειμενικότερος θα ήταν: Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Η Νείμαν παρατηρεί πως η γραμμή της επίθεσης στη νεωτερικότητα (που μεσουρανούσε στο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό δοκίμιο έναν αιώνα πριν) έχει πλέον αντικατασταθεί από την επίθεση στον Διαφωτισμό και από τη –συναφή με την τελευταία– διαρκή αποδόμησή του. Ως ιδιότυπο «γενάρχη» αυτής της τάσης, η συγγραφέας ονοματίζει ανοιχτά τον Μισέλ Φουκώ, το έργο του οποίου κατακεραυνώνει με κάθε ευκαιρία στις σελίδες της μελέτης της, τονίζοντας τις αντιφάσεις του και παρατηρώντας απρόβλεπτες ιστορικές συνάφειές του με απολυταρχικές αντιλήψεις. Ο Φουκώ είναι, κατά την ερευνήτρια, εκείνος που έθεσε, σε τέτοια έκταση, σε τέτοιο εύρος και γνωρίζοντας τόση απήχηση, τις βάσεις για μια ανοιχτά μηδενιστική κριτική στο διαφωτιστικό πρόγραμμα, ακυρώνοντας εντέλει τις κοσμοϊστορικές επιτεύξεις του. Η αναίρεσή τους από τον μετέπειτα αυτοματισμό των ακαδημαϊκών επιγόνων και των συναφών λόμπι πίεσης, η οποία, μάλιστα, λαμβάνει χώρα στο όνομα της «προόδου» και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαίνεται πως νομοτελειακά οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς για τον ίδιο τον Διαφωτισμό και την Αριστερά ως ώριμο τέκνο του, όπως η μελετήτρια επισημαίνει. (περισσότερα…)

Ο Τραμπ σαν εγγαστρίμυθος του Νετανιάχου

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

1.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να κηρύξει πόλεμο κατά του Ιράν παρότι δεν είχαν εξαντληθεί οι διπλωματικές επιλογές του. Επιπλέον, ούτε μια ομαλή αλλαγή καθεστώτος φαίνεται σήμερα στόχος ρεαλιστικός ώστε να διευκολύνεται από την κήρυξη του πολέμου, ούτε η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ είναι σε θέση να εξουδετερώσει την «επικείμενη απειλή» για την ασφάλειά τους (την οποία ο Τραμπ επικαλέστηκε προκαλώντας γέλωτες). Τίποτε απ’ όλα αυτά.

Ο Τραμπ ξεκίνησε έναν ακόμη πόλεμο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή –ανατρέποντας μια κεντρική προεκλογική υπόσχεση προς τη βάση του MAGA– για να προωθήσει τα δικά του προσωπικά και πολιτικά συμφέροντα. Οι Ιρανοί και πρωταρχικά οι λαοί σε όλη την περιοχή θα πληρώσουν υψηλό τίμημα, αλλά και οι υπόλοιποι λαοί των χωρών του πλανήτη θα καταβάλλουν το μερίδιο τους πρωτίστως ως οικονομικό κόστος και όχι μόνο. Σαφέστατο κόστος ενδέχεται να έχουν και οι ίδιοι οι Αμερικανοί εάν η ανομία του Τραμπ στο εξωτερικό προωθήσει τις αυταρχικές του φιλοδοξίες και στο εσωτερικό (άλλωστε τις έχει αρχίσει).

Διατυπώνεται η άποψη, με βάση τη μελέτη της ιστορίας, ότι για τις ΗΠΑ ο πόλεμος είναι ένας ακαταμάχητος πειρασμός. Μια νεύρωση, δεδομένου ότι ακόμα και όταν όλα φαίνονται να κινούνται στο πλαίσιο της νηφαλιότητας, η παρόρμηση για επανάληψη των πολεμικών πράξεων ενεργοποιείται.

Παρότι συμφωνώ με την παραπάνω άποψη θεωρώ ότι η συνεχής ροπή των ΗΠΑ προς τον πόλεμο είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το DNA της respublica americana, δηλαδή στο ίδιο το Σύνταγμα των ΗΠΑ, όπου ενυπάρχει η έννοια της επεκτατικής Αυτοκρατορίας και των Ανοιχτών Συνόρων (Δες M. Hardt- A. Negri, Αυτοκρατορία, Scripta 2002, kεφ. 2.5). Είναι δηλαδή μια εμμένουσα τάση, ένα εμμένον χαρακτηριστικό του τρόπου θέσμισης της αμερικανικής πολιτείας. Είναι αδύνατον οι ΗΠΑ να απαρνηθούν τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις είτε απειλώντας, είτε εκφοβίζοντας, είτε ανατρέποντας καθεστώτα (ειρήσθω εν παρόδω, η ανατροπή του δημοκρατικού Μωχάμεντ Μοσαντέκ με πραξικόπημα που διοργάνωσαν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειιο το 1953 ήταν η αρχή όλων των περιπετειών του Ιράν μέχρι και σήμερα), είτε εξαπολύοντας πολέμους –οι περισσότεροι των οποίων άφησαν πίσω τους συντρίμμια και καταστροφή– είτε ακόμα όταν σπανίως εμφανίζονται ως καλοπροαίρετος ηγεμόνας. Στα αυτιά του πλανήτη αντηχεί επαναλαμβανόμενο το εκπορευόμενο από τις σημερινές πολιτικές αρχηγεσίες των ΗΠΑ σύνθημα: είμαστε οι πιο δυνατοί, κανείς δεν μπορεί να μας νικήσει! (Ξεχνούν βέβαια τις συντριπτικές ήττες τους στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία…).

Η επίθεση στο Ιράν, σε συνεργασία με το Ισραήλ, είναι ένας προληπτικός[1] πόλεμος εναντίον μιας χώρας τόσο αδύναμης και με οξυμένα εσωτερικά προβλήματα που την παραμονή της επίθεσης είχε συμφωνήσει στην πραγματικότητα να αποκηρύξει τα πυρηνικά όπλα, όπως αποκάλυψε ο Υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, μεσολαβητής μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου θέλουν να αποτρέψουν την ειρήνη. Ο Τραμπ ακολουθεί την ιδιοτελή πολεμοχαρή προπαγάνδα του Νετανιάχου και ασπάζεται την άποψή του: πόλεμος για χάρη του πολέμου. (περισσότερα…)

Ο Αλκιβιάδης του καιρού μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Δέκα χρόνια τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ένας αρτίστας της επιβίωσης. Επέζησε κάθε συνωμοσίας, κάθε πλεκτάνης εναντίον του. Χάρη στην εξωπραγματική αφοβία του αλλά και σ’ ένα εντελώς παράδοξο επικοινωνιακό χάρισμα δοκιμασμένο επί δεκαετίες στις φυλλάδες του κίτρινου τύπου και στους δέκτες της trash TV, συνάθροισε ένα γιγαντιαίο κίνημα γύρω του, αν και βέβαια χωρίς ποτέ να πείσει ολότελα ότι και ο ίδιος έπαιρνε τα αιτήματά του τοις μετρητοίς.

Ο λόγος της ανάδειξής του ήταν προφανής, στοχαστές όπως ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ είχαν προβλέψει την έλευση κάποιου σαν αυτόν ήδη από τη δεκαετία του 1990, και μόνο κάτι απονενοημένοι liberals καμώνονται μέχρι σήμερα ότι τον λόγο αυτόν τον αγνοούν. Πρόκειται βέβαια για την παταγώδη αποτυχία της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, αυτής που επονομάστηκε ψευδώς παγκοσμιοποίηση ενώ στην πράξη ήταν η ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου της Δύσης προς όφελος μιας δράκας όψιμων ολιγαρχών και η επαναποικιοποίηση του πλανήτη από ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών και τεχνολογικών κογκλομεράτων.

Ο Τραμπ ήταν γέννημα και θρέμμα αυτής της ολιγαρχίας, αλλά η ρητορική του ερχόταν απ’ αλλού, έθιγε τις ευαίσθητες χορδές πλατιών εργατικών στρωμάτων, πρεκάριων και απόβλητων του συστήματος, μιλούσε σ’ αυτούς σε ένα ιδίωμα μεικτό, με όρους ταυτόχρονα χριστιανοσυντηρητικούς, νεοπατριωτικούς, ακόμη και κεϋνσιανίζοντες-κοινωνιστικούς. «Trump Is Making Socialism Great Again», ανέκραζε τον Ιούλιο που μας πέρασε το συστημικότατο The Atlantic. Από κοντά, το Fortune αγωνιούσε έναν μήνα αργότερα: «Is MAGA going Marxist and Maoist?» Και το The Hill διαπίστωνε με φρίκη τον Σεπτέμβριο: «‘Marxism-Trumpism?’ Trump’s try at a planned economy is still socialism».

Και δεν ήταν μόνο η ρητορική του. Ο Τραμπ κατείχε την απίστευτη ικανότητα να αψηφά επιδεικτικά τους εχθρούς του, να τους κάνει να γελοιοποιούνται από τον εκνευρισμό τους, να υστεριάζουν, να διασύρονται. Πρόσφερε έτσι στους οπαδούς του μια ανεκτίμηση ηθική ικανοποίηση: την ευκαιρία να σπάσουν πλάκα με τα φαρμακωμένα μούτρα της Χίλλαρυ, με τα φαιδρά παθήματα των τηλεαστέρων του CNN ή του MSNBC, με τις ψηλομύτικες φάτσες των εστέτ διανοουμένων και των μη μου άπτου κουλτουριάρηδων. Την ώρα που η λεγόμενη αριστερά μήδιζε ανεμίζοντας κούφια λόγια και παρδαλά σημαιάκια, εκείνος κερνούσε τους losers της παγκοσμιοποίησης, τους deplorables και τους ταπεινωμένους τη μια ταξική νίκη μετά την άλλη. Συμβολικές νίκες, θα πει κανείς, άυλες νίκες. Νίκες όμως. Πώς να μην τον λατρέψουν; (περισσότερα…)