*
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
~.~
1.
Στις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν «οι σχέσεις συμπαρουσίας προϋποθέτουν πάντα την εγγύτητα όσο και την απόσταση, την προσέγγιση όσο και την απομάκρυνση, τη σταθερότητα, όσο και τη φαντασία[1]. Ένα είδος ισορροπίας είχε εγκατασταθεί.
Όμως τα τελευταία 30 έτη υπάρχει μια τρίτη παρουσία , η «εικονική εγγύτητα» , που είναι καθολικά και μόνιμα διαθέσιμη χάρη στα ηλεκτρονικά δίκτυα και η οποία διαταράσσει οριστικά την ισορροπία μετατρέποντάς την μονόπλευρα υπέρ της απόστασης, της απομάκρυνσης και της φαντασίας, και εις βάρος της προσέγγισης και της σταθερότητας.
Ως εκ τούτου προκύπτει το ακόλουθο ζήτημα. Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι προετοιμάζει τον τελικό διχασμό μεταξύ «φυσικής» και «πνευματικής» απομάκρυνσης. Μπορούμε να συνηγορήσουμε σε αυτό. Νομίζω ότι με τα υπάρχοντα δεδομένα βλέπουμε ότι η πρώτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της δεύτερης.
Η «εικονική εγγύτητα» έχει σήμερα τη δική της «υλική» βάση, την υψηλή τεχνολογία, η οποία είναι απείρως ευρύτερη, πιο ευέλικτη, πιο ποικιλότροπη, ελκυστική και περιπετειώδης από κάθε διάταξη υλικών σωμάτων.
Αποτέλεσμα αυτής της «νέας πραγματικότητας» είναι ότι η φυσική εγγύτητα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες από το παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο, να επηρεάσει την πνευματική απομάκρυνση…
2.
Ταυτόχρονα η «εικονική εγγύτητα» διαμορφώνει και την «εικονική απόσταση». Αποτελούν και οι δύο τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Σκεπτόμενοι αντιλαμβανόμαστε ότι η «εικονική απόσταση» προκαλεί την αναστολή, ίσως και την ακύρωση κάθε στοιχείου που μετατρέπει την γεωγραφική-τοπική κοντινότητα σε εγγύτητα. Καταργεί στην ουσία τον χώρο. Τον ενοποιεί σε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό χωριό στο οποίο η εγγύτητα δεν απαιτεί πλέον φυσική κοντινότητα, αλλά και η φυσική κοντινότητα δεν καθορίζει την εγγύτητα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπάουμαν [2].
Έτσι γινόμαστε μάρτυρες της προέλασης της εικονικής εγγύτητας η οποία καθιστά τις ανθρώπινες συνδέσεις συχνότερες και πιο ρηχές αλλά ταυτόχρονα εντονότερες και πιο σύντομες. Οι επαφές, συνεχίζει ο Μπάουμαν, χρειάζονται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να συναφθούν και να διαλυθούν. Η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο στο να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά και το να ερχόμαστε σε επαφή δεν αποτελεί εμπόδιο στο να μείνουμε απομακρυσμένοι.
Ο διαχωρισμός επικοινωνίας και σχέσης ίσως και να είναι το σημαντικότερο αρνητικό επίτευγμα της εικονικής εγγύτητας. Η ψηφιακή επικοινωνία οξύνει την εξατομίκευση του ανθρώπου, υποστηρίζει ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν[3], και συνεχίζει
«Παραδόξως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδομούν την κοινωνική διάδραση. Οδηγούν, εντέλει, στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Στην καλύτερη περίπτωση είμαστε δικτυωμένοι, χωρίς ωστόσο να είμαστε συνδεδεμένοι. Δεν υπάρχει άγγιγμα. Έτσι, ζούμε σε μια κοινωνία από την οποία απουσιάζει το άγγιγμα. Σε αντίθεση με το άγγιγμα, η επαφή δεν δημιουργεί εγγύτητα. Η σχέση με τον Άλλον συρρικνώνεται δραματικά όταν ό Άλλος, ως Εσύ, εκπίπτει σε Αυτό, σε ένα αντικείμενο που ικανοποιεί τις ανάγκες μου και επιβεβαιώνει το Εγώ μου. Ο Άλλος, στον οποίο βλέπω το είδωλό μου να κατοπτρίζεται, χάνει την Αλλότητά του, την Ετερότητά του. Ο ναρκισσισμός της κοινωνίας, που αυξάνεται όλο και περισσότερο και οδηγεί στην εξαφάνιση της σύνδεσης και του αγγίγματος, εντείνει το άγχος».
Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (αυτοί που αντιστοιχούν στην κοινωνία των ιδιωτών) υπολειτουργούν και αρκετοί απ’ αυτούς μένουν κενοί λόγω έλλειψης συμμετοχής. Μειώνεται δραστικά η συμμετοχή στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς συλλόγους, στις τοπικές δραστηριότητες της γειτονιάς και των δήμων. Ακόμη και οι συναναστροφές στους χώρους εργασίας μειώνονται. Το να έχεις φίλους έχει γίνει πολυτέλεια. Η δημιουργία οικογένειας είναι πλέον ένα τεράστιο πρόβλημα. Η πίεση για να κερδηθούν τα απαραίτητα προς το ζην φαίνεται ότι, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν, υπονομεύει κάθε συλλογικό ιδανικό. (περισσότερα…)











