ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [2/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πρώτο Μέρος εδώ

 ΙΙ.

Στις 5 Μαρτίου 2026, έναν μήνα και πέντε μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, διαβάζω μία από τις σπάνιες πλέον δηλώσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν:

«Μια χώρα δέχτηκε επίθεση χωρίς κανένα πραγματικό λόγο και δολίως, τη στιγμή που υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μαζί της, και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ή η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε τούτη την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από δύο κράτη που καθώς φαίνεται έχουν απολέσει κάθε μέτρο αυτογνωσίας και ευθύνης, αλλά και διέταξε τον ιρανικό λαό να πάψει να αμύνεται3

Εννοείται ότι μία χώρα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες αυτήν την περίοδο, δέχθηκε σοβαρή επίθεση. Όχι μόνον στην επικράτειά της αλλά και στην αξιοπρέπεια και την αυτεξουσιότητά της. Η Δύση, αρχικά, επικαλούμενη το μεταμοντέρνο παραμύθι του δικαιωματισμού που γνωρίζει ως κάκιστος πλασιέ να πουλάει τα τελευταία χρόνια στην υπόλοιπη υφήλιο, εγκατέλειψε την κασέτα που είχε βάλει να παίζει μονίμως, για να βγει στην επιφάνεια το πραγματικό ζητούμενο της επίθεσης στο Ιράν: το πετρέλαιο. Και δεν είναι μόνον το πετρέλαιο αλλά και το ποιος ελέγχει έναν γεωγραφικό τόπο και ένα φυσικό πέρασμα που από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκει σε συγκεκριμένους λαούς. Αφού οι ΗΠΑ και οι σκοταδιστές δορυφόροι τους στην περιοχή κατάφεραν να επιβάλουν, έπειτα από δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχούς προσπάθειας, το τερατώδες καθεστώς της Αλ-Κάιντα στην Συρία, διέλυσαν εν συνεχεία τον Λίβανο και προχωρούν προς την πλήρη γενοκτονία ενός από τους ελάχιστους λαούς που λειτουργεί ακόμη με σεβασμό στην πατρογονική του γη και του οποίου η αξιοπρέπεια καθορίζει τον τρόπο ζωής του: τους Παλαιστινίους.

Αλλά αυτά είναι ασήμαντα γεγονότα για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής ηπείρου και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους του Νότου της Χερσονήσου του Αίμου, που φαίνεται ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματα δημοκρατίας και ελευθερίας μέσω του «έξυπνου» τηλέφωνου και του τουρισμού, και πιστεύουν ότι η καταστροφή τόπων με τους οποίους είχαν άμεση σχέση επί χιλιετηρίδες, δεν τους αφορά άμεσα, ως Έλληνες, αλλά κάποιον άλλον μακρινό γαλαξία.

Κατ’ ελπίδα: ο βαμβαρδισμός του Ντουμπάϊ, ως αντίποινα των Ιρανών στην απειλή αφανισμού της πατρογονικής τους γης, έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρόσχαρη υπόσχεση καταστροφής ενός μοντέλου που απειλεί εδώ και δεκαετίες τον πλανήτη. Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι από όλους τους κατοίκους του τόπου που ο Πτολεμαίος αποκαλούσε «Ευδαίμονα Αραβία» τα σημερινά Εμιράτα δεν είχαν ποτέ να επιδείξουν το παραμικρότερο είδος πολιτισμού, ούτε και κάποια ευδαιμονία (εν αντιθέσει, π.χ., με τους κατοίκους της Υεμένης και εν μέρει του προϊσλαμικού Μπαχρέιν), καθότι ο νομαδικός τρόπος ζωής τούς εμπόδιζε να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση και τα ολιγάνθρωπα ψαροχώρια τους ζούσαν ακριβώς από την αλιεία και ενίοτε από την εύρεση οργανικών πολύτιμων λίθων όπως τα μαργαριτάρια τα οποία και πουλούσαν στους ξένους.

Η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εύρεση του πετρελαίου. Από την δεκαετία του 1950, ξεκινάει ένας ασυλλόγιστος αγώνας επιβεβαίωσης των Εμιράτων χάρη στον υλικό πλούτο. Το 1971 όσοι από την ανατολική Αραβία κατάφεραν να βρουν πετρέλαιο στην ξηρή έρημό τους ενώθηκαν σε συνομοσπονδία χάριν ακριβώς του πετρελαίου. Όσοι από τους γηγενείς βεδουίνους δεν συμμετείχαν ή και δεν συμμετέχουν στην μετατροπή της Αραβίας σε Μαϊάμι, εξορίζονται στην έρημο. Για τις ιθύνουσες τάξεις δεν τίθεται ζήτημα: μπορούν πάντα να βρουν σκλάβους από την Αφρική και την Ινδική Χερσόνησο.3 Πράγμα που γίνεται συστηματικά μέχρι σήμερα: Νοτιοαφρικανοί, Κογκολέζοι, Ταζμανοί καθώς και Αιθίοπες παίρνουν τον δρόμο της εξορίας, τον δρόμο της σκλαβιάς που έχουν χαραχθεί εδώ και αιώνες. Είτε από την Σομαλία είτε από το περίφημο Port Sudan οι έμποροι μαύρης σάρκας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εφοδιάσουν την, πλέον, Δύσθυμη Αραβία με καινούργιους σκλάβους για τις celebrities που συχνάζουν στο Ντουμπάι. (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [1/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Μνήμη Gianfranco Sanguinetti
«Πρέπει να ξέρουμε, φίλε μου, ότι είναι μεγάλο κατόρθωμα να περιφρονούμε αυτό που οι άλλοι θεωρούν σημαντικό μες στην ζωή. Ο πλούτος, για παράδειγμα, οι τιμές, η δόξα, η εξουσία και όλα όσα περιβάλλονται από εξωτερική λάμψη, σαν να πρόκειται για θεατρική παράσταση, δεν θα φαίνονταν ανώτερα αγαθά σε έναν σοφό άνδρα. Αντίθετα, ανώτερη θα ήταν η ίδια η περιφρόνησή τους.»
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, Περί Ύψους
«Θα πρέπει να ξοδεύουμε την περιφρόνησή μας με φειδώ καθότι, στην εποχή μας, είναι τόσοι πολλοί οι αξιοπεριφρόνητοι άνθρωποι.»
ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ
«Αλλά τα κεφάλια δεν έχουν πρωκτό. Ό,τι εισέρχεται στο κουτί τους, δεν ξαναβγαίνει ποτέ.»
M. G. CLÉZIO, Les Géants
Ι.

Πράγα1. Νύχτα. Εσωτερικό. Μπαρ.

Έπειτα από ένα ανησυχητικό στριφογύρισμα μιάμισης ώρας γύρω από την Παλαιά Πόλη της Πράγας, αλλά και εντός της, υπό καταρρακτώδη βροχήν, κατάφερα να βρω μια ήσυχη γωνιά σε τούτην την μυστική πόλη της Παλαιάς Ευρώπης η οποία δεν κατάφερε να μην πέσει και η ίδια θύμα της μουσειοποίησης και του low-cost τουρισμού του συνεχούς διψασμένου αγγλοσαξωνικού, και όχι μόνον, όχλου. Επειδή βρίσκομαι αρκετά βαθιά μέσα στην νύχτα θα αναγγείλω, όπως ένας προσωκρατικός, «Πάντα τὰ σπουδαῖα νυχτὸς μᾶλλον ἐξευρίσκεται».

Για κάποιον περίεργο και ασυνείδητο λόγο, έβαλα στις αποσκευές μου μία από τiς μικρότερες διατριβές όλων των εποχών για ένα τεράστιο ζήτημα. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία γραπτά του μακαρίτη, πλέον, Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι. Απόδοση στην νεοελληνική: Το Μουνάκι χθες και σήμερα. Πιθανώς ο πόθος της ανάγνωσης του έργου, αντί για μια εκ νέου άγνωση του Κάφκα, του Τσάπεκ, του Κραλ ή κάποιας άλλης παραγνωρισμένης ή ξεχασμένης ιδιοφυίας που βγήκε από αυτόν τον τόπο, να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πρωτεύουσα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Αφού παρήγγειλα κάτι ζεστό, έβγαλα από το δισάκι μου το πολυπόθητο έργο και ξεκίνησα όχι την ανάγνωση, αλλά μια ανάγνωση επιβεβαιωτική των διάσπαρτων σκέψεων μου που αποτυπώνονται θέλοντας και μη, εν είδει κατάρας, από την έντονη και μικροσκοπική και εντομολογική παρατήρηση χώρων, τρόπων και συμπεριφορών σε χώρες που η τύχη ή η θέληση με οδηγεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα έναν αυτόματο συγκρητισμό ανάμεσα στην χώρα από όπου κατάγεται η γλώσσα στην οποία γράφω και ανάμεσα σε άλλες που, οφείλω να εκμυστηρευθώ, κάποιες γωνιές τους, έχουν μετατραπεί σε νέες πατρίδες για εμένα. Όμως η περιαυτολογία ταυτίζεται ενίοτε με την ματαιότητα ή και τον ναρκισσισμό, πράγματα τα οποία δεν θέλω να εξασκήσω γραπτώς εδώ.

Ο τίτλος του έργου του Σανγκουινέττι ξαφνιάζει τους συγκαιρινούς μας, τους τόσο βυθισμένους σε έναν κατευθυνόμενο μεταμοντέρνο πουριτανισμό, τουτέστιν στην διαμόρφωση της εικόνας αλλά και της ύπαρξης, ή καλλίτερα του τρόπου της ύπαρξης, ενός ανθρώπου βυθισμένου στην απώλεια παντός είδους ερωτισμού, στην συστηματική και συνεχιζόμενη εξαφάνιση κάθε είδους συναισθήματος που γεννά όχι μόνον η σάρκα αλλά και οι πολλαπλές εκφάνσεις της όταν εκείνη προσωποποιείται από το πνεύμα, (περισσότερα…)

Η ζωή στην επαρχία: Ο σιωπηλός κώδικας της ανδρικής ομοφυλοφιλίας

*

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε πόρτα κλειδωνόταν δύο φορές. Μία για τους κλέφτες, μία για τους γείτονες.

Έμεινα έναν χρόνο σε μια μικρή πόλη για σπουδές, και χρειάστηκαν λίγες εβδομάδες για να καταλάβω ότι δεν είχα μετακομίσει απλώς σε άλλο γεωγραφικό σημείο. Είχα μπει σε άλλο σύστημα επιβίωσης, με δικούς του κανόνες, δική του λογική, και μια συνοχή που δεν την είχα υποψιαστεί ζώντας από πάντα στην Αθήνα.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς είναι ότι εκεί δεν υπάρχει μυστικό. Όποιος φαντάζεται ότι η ομοφυλοφιλία στην ύπαιθρο παραμένει «κρυφή», με την αστική έννοια της λέξης, δεν έχει καταλάβει τη μηχανική του τόπου. Όλοι ξέρουν ποιος πάει πού, ποιος γύρισε αργά, ποιανού το αυτοκίνητο στάθμευσε έξω από ποια αυλή και για πόση ώρα. Η πληροφορία κυκλοφορεί καθημερινά και ελεύθερα.

Απλώς κυκλοφορεί πάντα σε τρίτο πρόσωπο.

Αυτό είναι όλο το σύστημα σε μία πρόταση. Η κοινότητα κατέχει την πληροφορία και αρνείται πεισματικά να την επικυρώσει σε δεύτερο πρόσωπο. Κανείς δεν θα σε ρωτήσει ευθέως αλλά όλοι θα συζητούν για σένα. Το queer σώμα υπάρχει εκεί ως διαρκές αντικείμενο ομιλίας και ποτέ ως συνομιλητής.

Κι επειδή είσαι μόνο αντικείμενο, η ιστορία σου δεν μένει ποτέ στο μέγεθός της. Το χωριό δεν αρκείται στο γεγονός, το κάνει σήριαλ. Και δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα, γιατί δεν σου το λέει ποτέ κανείς κατάμουτρα. Γίνεσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν έχει δικαίωμα απάντησης στη δική του ιστορία.

Δεν είναι σιωπή αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βίαιο: το να ακούς τον εαυτό σου να συζητιέται σε ένα καφενείο όπου κάθεσαι. Σε ένα αστικό οικογενειακό τραπέζι η ερώτηση για την προσωπική σου ζωή λείπει επειδή δεν θέλουν να ξέρουν. Στην επαρχία λείπει επειδή ξέρουν.

Και πίσω από αυτή τη λειτουργία δεν κρύβεται ατομική υποκρισία, κρύβεται κάτι παλαιότερο. Ο Κώστας Γιαννακόπουλος, ύστερα από χρόνια εθνογραφικής και αρχειακής έρευνας για τις ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, περιγράφει μια μετάβαση: από μια διάχυτη ομοσεξουαλικότητα, όπου η πράξη δεν παρήγαγε ταυτότητα, προς τη σύγχρονη δυτική διάκριση ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας. Στην επαρχία, το παλιό σύστημα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Επιβιώνει, δίπλα στο καινούργιο, και ρυθμίζει ακόμα ποιος είναι τι.

Σε αυτό το σύστημα, ο άντρας που διεισδύει δεν είναι ομοφυλόφιλος. Ομοφυλόφιλος είναι πάντα εκείνος που δέχεται.

Θέλει προσοχή εδώ, γιατί είναι εύκολο να διαβαστεί λάθος. Ο άντρας που γυρίζει το πρωί στην οικογένειά του, δεν λέει ψέματα στον εαυτό του με τη σύγχρονη έννοια της άρνησης. Υπακούει σε μια συνθήκη που έχει τη δική της ιστορική συνοχή και προηγείται της γενιάς του. Είναι κι αυτός γρανάζι σε έναν μηχανισμό που του επιτρέπει να υπάρχει στην κοινότητα μόνο αν κρατήσει ένα κομμάτι του εαυτού του αυστηρά στο σκοτάδι.

Το είδα να δουλεύει μπροστά μου, κάθε μέρα, για έναν χρόνο. Άνοιξα τις εφαρμογές την πρώτη εβδομάδα και μέσα σε λίγες μέρες είχα γίνει ένα από τα καινούρια θέματα της πόλης. Ο φοιτητής από την Αθήνα, που ήρθε για λίγο. Η ποικιλία ήταν πρωτοφανής: άσπρα κολάρα και κτηνοτρόφοι, φοιτητές, στρατιωτικοί, άντρες με τα διπλά μου χρόνια. Και πάνω απ’ όλα οικογενειάρχες. Οικογενειάρχες που έξω, στο καφενείο και στην πλατεία, ήταν η ίδια η επικύρωση του κώδικα — παντρεμένοι, με παιδιά, με την αρρενωπότητά τους άθικτη και μη διαπραγματεύσιμη. Και που έρχονταν σε μένα ζητώντας ακριβώς τη θέση που ο κώδικας καταδικάζει. Τη θέση εκείνου που δέχεται. Δηλαδή, τη θέση που στην ίδια τους την πόλη σημαίνει ότι είσαι πούστης. (περισσότερα…)

Η απουσία αγγίγματος και η εικονική εγγύτητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

1.

Στις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν «οι σχέσεις συμπαρουσίας προϋποθέτουν πάντα την εγγύτητα όσο και την απόσταση, την προσέγγιση όσο και την απομάκρυνση, τη σταθερότητα, όσο και τη φαντασία[1]. Ένα είδος ισορροπίας είχε εγκατασταθεί.

Όμως τα τελευταία 30 έτη υπάρχει μια τρίτη παρουσία , η «εικονική εγγύτητα» , που είναι καθολικά και μόνιμα διαθέσιμη χάρη στα ηλεκτρονικά δίκτυα και η οποία διαταράσσει οριστικά την ισορροπία μετατρέποντάς την μονόπλευρα υπέρ της απόστασης, της απομάκρυνσης και της φαντασίας, και εις βάρος της προσέγγισης και της σταθερότητας.

Ως εκ τούτου προκύπτει το ακόλουθο ζήτημα. Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι προετοιμάζει τον τελικό διχασμό μεταξύ «φυσικής» και «πνευματικής» απομάκρυνσης. Μπορούμε να συνηγορήσουμε σε αυτό. Νομίζω ότι με τα υπάρχοντα δεδομένα βλέπουμε ότι η πρώτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της δεύτερης.

Η «εικονική εγγύτητα» έχει σήμερα τη δική της «υλική» βάση, την υψηλή τεχνολογία, η οποία είναι απείρως ευρύτερη, πιο ευέλικτη, πιο ποικιλότροπη, ελκυστική και περιπετειώδης από κάθε διάταξη υλικών σωμάτων.

Αποτέλεσμα αυτής της «νέας πραγματικότητας» είναι ότι η φυσική εγγύτητα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες από το παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο, να επηρεάσει την πνευματική απομάκρυνση…

2.

Ταυτόχρονα η «εικονική εγγύτητα» διαμορφώνει και την «εικονική απόσταση». Αποτελούν και οι δύο τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Σκεπτόμενοι αντιλαμβανόμαστε ότι η «εικονική απόσταση» προκαλεί την αναστολή, ίσως και την ακύρωση κάθε στοιχείου που μετατρέπει την γεωγραφική-τοπική κοντινότητα σε εγγύτητα. Καταργεί στην ουσία τον χώρο. Τον ενοποιεί σε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό χωριό στο οποίο η εγγύτητα δεν απαιτεί πλέον φυσική κοντινότητα, αλλά και η φυσική κοντινότητα δεν καθορίζει την εγγύτητα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπάουμαν [2].

Έτσι γινόμαστε μάρτυρες της προέλασης της εικονικής εγγύτητας η οποία καθιστά τις ανθρώπινες συνδέσεις συχνότερες και πιο ρηχές αλλά ταυτόχρονα εντονότερες και πιο σύντομες. Οι επαφές, συνεχίζει ο Μπάουμαν, χρειάζονται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να συναφθούν και να διαλυθούν. Η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο στο να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά και το να ερχόμαστε σε επαφή δεν αποτελεί εμπόδιο στο να μείνουμε απομακρυσμένοι.

Ο διαχωρισμός επικοινωνίας και σχέσης ίσως και να είναι το σημαντικότερο αρνητικό επίτευγμα της εικονικής εγγύτητας. Η ψηφιακή επικοινωνία οξύνει την εξατομίκευση του ανθρώπου, υποστηρίζει ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν[3], και συνεχίζει

«Παραδόξως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδομούν την κοινωνική διάδραση. Οδηγούν, εντέλει, στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Στην καλύτερη περίπτωση είμαστε δικτυωμένοι, χωρίς ωστόσο να είμαστε συνδεδεμένοι. Δεν υπάρχει άγγιγμα. Έτσι, ζούμε σε μια κοινωνία από την οποία απουσιάζει το άγγιγμα. Σε αντίθεση με το άγγιγμα, η επαφή δεν δημιουργεί εγγύτητα. Η σχέση με τον Άλλον συρρικνώνεται δραματικά όταν ό Άλλος, ως Εσύ, εκπίπτει σε Αυτό, σε ένα αντικείμενο που ικανοποιεί τις ανάγκες μου και επιβεβαιώνει το Εγώ μου. Ο Άλλος, στον οποίο βλέπω το είδωλό μου να κατοπτρίζεται, χάνει την Αλλότητά του, την Ετερότητά του. Ο ναρκισσισμός της κοινωνίας, που αυξάνεται όλο και περισσότερο και οδηγεί στην εξαφάνιση της σύνδεσης και του αγγίγματος, εντείνει το άγχος».

Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (αυτοί που αντιστοιχούν στην κοινωνία των ιδιωτών) υπολειτουργούν και αρκετοί απ’ αυτούς μένουν κενοί λόγω έλλειψης συμμετοχής. Μειώνεται δραστικά η συμμετοχή στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς συλλόγους, στις τοπικές δραστηριότητες της γειτονιάς και των δήμων. Ακόμη και οι συναναστροφές στους χώρους εργασίας μειώνονται. Το να έχεις φίλους έχει γίνει πολυτέλεια. Η δημιουργία οικογένειας είναι πλέον ένα τεράστιο πρόβλημα. Η πίεση για να κερδηθούν τα απαραίτητα προς το ζην φαίνεται ότι, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν, υπονομεύει κάθε συλλογικό ιδανικό. (περισσότερα…)

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

Η πραγματικότητα των δημόσιων ψυχιατρικών κλινικών στην Ελλάδα: Μια μαρτυρία

 

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

~.~

Συνηθίζω να γράφω δοκίμια. Το παρόν κείμενο, όμως, είναι μια μαρτυρία. Και θα προσπαθήσω να κρατήσω το ύφος άμεσο, απλό, σχεδόν προφορικό, όπως όταν ομολογείς κάτι σ’ έναν φίλο. Η εποχή μας φλυαρεί με υπερηφάνεια για τη συμπερίληψη, τις κατακτήσεις στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την προοδευτικότητα, τη χειραφέτηση της σεξουαλικότητας, την ελευθερία του λόγου, τις κοινωνικές της ανησυχίες. Ωστόσο, βιώνοντας το σήμερα και μελετώντας την Ιστορία, διαπιστώνω με θλίψη ότι το άτομο ποτέ ξανά δεν υπήρξε τόσο απομονωμένο. Απελπισμένο, κενό, έρημο αξιών και ιερότητας, δίχως ταυτότητα, αγωνιώντας απ’ την απουσία του ανήκειν. Όσον αφορά στα καθ’ ημάς, όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα της ζωής στην Ελλάδα. Τη διαφθορά, την ακρίβεια, την αναξιοκρατία, την οικονομική δυσχέρεια, το άγχος και την απαισιοδοξία μας για το μέλλον, την υποστελέχωση των σημαντικότερων θεσμών, την κρίση των αξιών, τον μακρύ κατάλογο των προβλημάτων που μας κατατρύχουν. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν την πραγματικότητα του περιθωρίου. Και λίγοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Σας υποσχέθηκα μια μαρτυρία. Κ’ εδώ θα μιλήσω για τη ζωή στη δημόσια ψυχιατρική κλινική.

Από κάπου θα πρέπει να ξεκινήσω. Έχω εμπειρίες από αρκετά ψυχιατρεία και οι ασθενείς με τους οποίους νοσηλεύτηκα μου μετέφεραν τα δικά τους βιώματα από άλλες κλινικές. Θα κάνω, λοιπόν, την αρχή εξηγώντας το ποινικό σύστημα που υπάρχει μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική. Αρκετοί ασθενείς είχαν φυλακιστεί, πριν καταλήξουν σε μια μονάδα ψυχικής υγείας. Συνήθιζαν να λένε ότι όσοι βρίσκονται στη φυλακή, φοβούνται τα ψυχιατρεία, και το αντίστροφο. Γιατί η φυλακή κ’ η δημόσια ψυχιατρική κλινική δεν διαφέρουν πολύ. Το προφανές είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις χάνεις την ελευθερία σου. Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο επικρατεί ένα σύστημα ποινών. Αρχικά, οι «συνεργάσιμοι» ασθενείς παίρνουν εξιτήριο πιο γρήγορα, ενώ οι «αντιδραστικοί» τιμωρούνται με την αύξηση της διαμονής τους εκεί. Η πρώτη κατηγορία ασθενών αποκτά προνόμια που δεν έχουν οι άλλοι, όπως η πρόσβαση στο κινητό τους τηλέφωνο, οι μεγαλύτερες μερίδες φαγητού, που ποτέ δεν είναι αρκετό, κ.ά. Αν ο ασθενής επιμένει να προβάλει αντίσταση, τον δένουν σ’ ένα κρεβάτι για 24-48 ώρες, δεν του επιτρέπουν να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, συχνά μάλιστα δεν τον καθαρίζουν καν. Είδα ασθενείς με μώλωπες απ’ τα σφιχτά δεμένα δεσμά, που φώναζαν για ώρες να τους τα χαλαρώσουν. Το επόμενο βήμα είναι η απομόνωση: ένα κυριολεκτικό κελί με μεταλλική πόρτα κ’ ένα παραθυράκι που μένει σχεδόν πάντα κλειστό. Κι όλ’ αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται σε άτομα που η συμπεριφορά τους οφείλεται σε μία νόσο, δεν είναι επιλογή. Θυμάμαι ακόμα ένα βράδυ που ο Θ., ναρκομανής με σύνδρομο στέρησης, ζητούσε επιτακτικά τη «βιταμίνη» του: έτσι ονόμαζε το φάρμακο που του χορηγούσαν. Ο Θ. ήταν επίσης άρρωστος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Οι νοσηλευτές δεν απαντούσαν στις εκκλήσεις του. Όπως καταλαβαίνετε, ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε στερητικό σύνδρομο και παράλληλα νοσεί ψυχικά μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος. Κ’ έτσι συνέβησαν τα πράγματα: ο Θ. άρχισε να χτυπά τα τζάμια του φαρμακείου και να φωνάζει. Ο νοσηλευτής που είχε βάρδια, βγήκε έξω έξαλλος, τον άρπαξε απ’ την μπλούζα κ’ ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει, τον προκαλούσε, «Έλα, έλα, αν σου βαστάει», τού ’λεγε, λες κ’ επρόκειτο για κανέναν αλήτη του δρόμου που του επιτέθηκε σε στενό ή για καβγά σε μπαρ. Ο Θ. φοβήθηκε κι ο νοσηλευτής φώναξε «Ε, βέβαια, όλοι κότες είστε τελικά».

Ο φόβος. Γεννιέται απ’ αυτές ακριβώς τις ποινές. Ειδικά για όσους έχουν κάνει εισαγωγή με εισαγγελική. Φοβούνται τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Είδα πολλούς να φέρονται σχεδόν δουλικά απέναντί τους, να τους κολακεύουν, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους, μόνο και μόνο για ν’ αφεθούν ελεύθεροι. Ο φόβος, όμως, σε μια ψυχιατρική κλινική προκαλείται κι απ’ τους ίδιους τους νοσηλευόμενους: λόγω έλλειψης κλινών, συγχρωτίζονται άτομα που η βαρύτητα της ψυχοπαθολογίας τους είναι εντελώς δυσανάλογη. Έτσι, νοσηλευόμενοι που είχαν εισαχθεί λόγω ηπιότερης παθολογίας, όπως π.χ. η πολυήμερη αϋπνία, συγκατοικούσαν με ψυχωτικούς. Νοσηλευόμουν μαζί μ’ εμπόρους όπλων, ναρκέμπορους κ’ έναν δολοφόνο. Μια νοσηλεύτρια με πλησίασε τη δεύτερη μέρα και μού ’πε «Αγόρι μου, τι κάνεις εδώ; Δεν ανήκεις εδώ. Σήκω φύγε». (περισσότερα…)

Η φούσκα: Δίπτυχο κυπριακού τραύματος [Μέρος Β΄]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Από την αρχή της δεύτερης θητείας του ο Σερίφης έδειξε πως δεν αστειεύεται. Πολιτικοί και ειδήμονες του διαδικτύου έπεφταν από τα σύννεφα, παρότι η Νέλλη είχε γράψει ήδη επ’ αυτού και του παρακολουθήματός του στην Ευρώπη πριν από την πρώτη κιόλας εκλογή του. Η απλότητα με την οποία μιλούσε θύμιζε, πράγματι, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν οι περισσότεροι λογοτέχνες και κυρίως οι αντισυστημικοί καλλιτέχνες στη Δημοκρατία, για να αποφανθούν για τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Προικισμένες πρέσβειρες αντικατέστησαν συνοπτικά τους επαγγελματίες διπλωμάτες. Τα τζετ τους προσγειώνονταν πλέον απευθείας στα μπουζούκια, θέτοντας τις σχέσεις μας με τη Συμμαχία σε νέα επίπεδα.

Εκτός από τον έλεγχο ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου, ο Σερίφης διεκδικούσε διακαώς και το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης. Για το ίδιο βραβείο προτάθηκαν, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τις υποψηφιότητες μέχρι το 1955, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Ιωσήφ Στάλιν.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους επεκράτησε γενικά πανικός. Πολυβραβευμένοι, κυρίως πολυβραβευμένες από το αδελφό κρατίδιο στη χώρα μας έκλαιαν γοερά.

«Στράφι λοιπόν οι περιοδείες, τόσα ευγενικά μου νεύματα;»

«Τόσες κόκκινες κορδέλες που έκοψα για τα βιβλία μου; Τόσες αναξιοποίητες σουηδικές κορώνες;»

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν; Για μια νεφέλη;»

Πολλοί διερεύνησαν το ενδεχόμενο να κάνουν πλέον καριέρα σε άλλο κλάδο. Άνθισαν ξανά οι κήποι, ανέκαμψαν τα ταξιδιωτικά κι ακτινοβόλησαν τα φιλοτελικά σωματεία. Άλλοι, δεδομένης της εμπειρίας τους στο μάρκετινγκ, ευδοκίμησαν ως υπεύθυνοι ανάπτυξης αγοράς, διαχειριστές εταιρικής εικόνας και αναλυτές ψηφιακής απόδοσης.

Η Σουηδική Ακαδημία, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες, εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για λογοτέχνες στη Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν εμπίπτει –ούτε και πρόκειται ποτέ να εμπέσει– στη σφαίρα ενδιαφερόντων του Σερίφη, παραμένοντας έτσι ανοικτό προς διεκδίκηση.

Συγγραφείς και διανοούμενες-to-be έκαναν τον σταυρό τους. Γραμματολόγοι και απονομείς βραβείων αναθάρρησαν. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις επανήλθε στη μόδα σταθερά η παγιέτα, την οποία επανέφεραν αισίως στη μόδα οι πρέσβειρες. Η αγορά του βιβλίου διασφαλίστηκε κι ο κόσμος ξαναβρήκε την παλιά, δημοσιοσχετικιστική του ρότα.

Ο Σερίφης όμως δεν κρατιόταν. Απέστειλε μάλιστα επιστολή στη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη της Συμμαχίας –τα πλείστα εκ των οποίων και μέλη του Κλαμπ– ζητώντας τα ρέστα, δηλώνοντας πως, αφού δεν πήρε το βραβείο, δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον η ειρήνη, στρέφοντας το βλέμμα του προς την Αρκτική:

Τα τόπια δεξιά. Βρας! Αλβανιστί, φωτιά.

Πάντως, αν η σουηδική επιτροπή αποφάσιζε να μοιράσει, όπως θα το έπτραττε αργότερα Λατινοαμερικάνα ηγέτιδα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε όλους τους μουσόπληκτους στη Δημοκρατία, θα γλιτώναμε σίγουρα από πολλές κακοτεχνίες, αναρτήσεις και δαφνοστεφανώματα.

Λεσκοβίκι, Αγιακούτσο. Λευκωσία.
Ήμουν κι εγώ εκεί. (περισσότερα…)

Μια απρόβλεπτη Ρωσία θα ήταν κακή είδηση για τον κόσμο

*

του ΑΝΤΡΕΪ ΜΕΛΝΙΤΣΕΝΚΟ *

~.~

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν εκεί όπου πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Το μέτωπο δεν είναι παρά το σημείο όπου μια πίεση, συσσωρευμένη επί μακρόν, διαρρηγνύει επιτέλους την επιφάνεια. Ως τότε, όμως, τα θεμέλια έχουν ήδη υπονομευθεί: η γλώσσα της αμοιβαίας ασφάλειας έχει σιγήσει, η εμπιστοσύνη στις δεσμεύσεις έχει διαβρωθεί, η κοινή αντίληψη περί των ορίων του επιτρεπτού έχει χαθεί και μαζί της η ικανότητα να αντιμετωπίζεται ο άλλος ως μέρος ενός κοινού συστήματος και όχι ως απειλή προς εξουδετέρωση. Όταν αυτοί οι δεσμοί λυγίζουν, η πολιτική παύει να κατευθύνει τα γεγονότα· αντίθετα, σύρεται από αυτά.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια σύγκρουση πολλαπλών επιπέδων: από τη μια είναι μια τραγωδία δύο λαών που επί αιώνες συνυπήρξαν στον ίδιο ιστορικό χώρο· συγχρόνως όμως είναι και μια αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση με πολλά επίδικα: εδάφη, συμμαχίες, την ιστορική μνήμη και το μέλλον της διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Πίσω όμως από όλα αυτά διακρίνεται μια βαθύτερη αποτυχία. Ο σύγχρονος κόσμος έχει απολέσει τον μηχανισμό που άλλοτε επέτρεπε στις μεγάλες δυνάμεις να συνυπάρχουν μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα ασφαλείας, χωρίς να αμφισβητούν η μία τη νομιμότητα και την υπόσταση της άλλης. Όταν αυτός ο μηχανισμός καταρρέει, η αρχιτεκτονική των θεσμών αντικαθίσταται από ηθικολογικές διακηρύξεις και η τιμωρία εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως στρατηγική.

Δεν είμαι ούτε πολιτικός ούτε ιδεολόγος. Οι πολιτικοί κινούνται από τη βούληση· οι ιδεολόγοι από την πίστη. Ο δικός μου κόσμος είναι εκείνος των σύνθετων υλικών συστημάτων: των ροών φυσικών πόρων, της μετατροπής τους σε λιπάσματα και ηλεκτρική ενέργεια, των δικτύων μεταφοράς που οργανώνουν αυτές τις ροές και των μακρών χρονικών οριζόντων μέσα στους οποίους λειτουργούν. Τα συστήματα αυτά αδιαφορούν για τις διακηρύξεις. Εξακολουθούν να λειτουργούν όσο διατηρούνται οι κρίσιμες συνδέσεις τους και καταρρέουν όταν υπονομεύονται τα θεμέλια που βαστάζουν το βάρος τους. Μια ροή μοιάζει με ποτάμι: μπορεί να εκτραπεί, όχι όμως να εξαφανισθεί με μια πολιτική απόφαση. Προσπαθώ, λοιπόν, να περιγράψω τον κόσμο όπως θα τον περιέγραφε ένας φυσικός: όχι όπως θα επιθυμούσε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι.

Η εμπειρία που σημάδεψε τη διαμόρφωσή μου ήταν η καταστροφή του Τσερνόμπιλ το 1986, η οποία συνέβη κοντά στην πόλη όπου γεννήθηκα. Εκείνη η τραγωδία απέδειξε ότι ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο εγκλείει τεράστιες ποσότητες ενέργειας, δεν συγχωρεί ούτε την εσφαλμένη εκτίμηση ούτε την αλαζονεία. Μια αλληλουχία φαινομενικά ασήμαντων γεγονότων μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή προτού καν αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει. Από τότε αδυνατώ να αντιμετωπίσω τον πυρηνικό παράγοντα ως αφηρημένη έννοια· αποτελεί το έσχατο όριο, πέρα από το οποίο κάθε υπολογισμός χάνει το νόημά του. Εκεί όπου οι συνέπειες είναι μη αναστρέψιμες, αυτή είναι η μόνη μορφή ευθύνης που μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή.

Το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας είναι το εξής: ποτέ άλλοτε η ανάγκη για διεθνή ασφάλεια δεν υπήρξε τόσο επιτακτική, ενώ ποτέ άλλοτε οι θεσμοί που είχαν οικοδομηθεί για να την εξασφαλίσουν —οι κανόνες, οι μηχανισμοί επιβολής, τα κοινώς αποδεκτά πλαίσια νομιμοποίησης— δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένοι. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννιέται εύκολα ο πειρασμός να θεωρηθεί η κυριαρχία του αντιπάλου ως η ίδια η πηγή της αστάθειας. Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας δεν επιλύει το πρόβλημα της ασφάλειας· καταργεί τον μοναδικό μηχανισμό μέσω του οποίου αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Η Ουκρανία δεν είναι απλώς ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Είναι ένα κράτος, μια κοινωνία και μια συλλογική πολιτική βούληση που έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα. Η ουκρανική εθνική κυριαρχία είναι πραγματική. Εξίσου ασταθής όμως είναι και μια ουκρανική ασφάλεια που θα στηριζόταν στη μόνιμη άρνηση της κυριαρχικής υπόστασης της Ρωσίας.

Ένας γείτονας με σαφώς προσδιορισμένα συμφέροντα και προβλέψιμο κόστος ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών του, προσφέρει διαφορετική ποιότητα ασφάλειας από έναν γείτονα που καθορίζεται από τον ρεβανσισμό ή από τη νοοτροπία της πολιορκημένης χώρας. Η βιώσιμη ειρήνη προϋποθέτει αναγνώριση της κυριαρχίας και των δύο πλευρών, όχι επειδή οι δύο χώρες οφείλουν να αλληλοσυμπαθούνται, αλλά επειδή μόνον κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες που διαρκούν.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Μόσχα είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, απλό: ο αρχικός της στόχος —η διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία η Ρωσία θα συμμετέχει ως ισότιμος παράγοντας και όχι ως αντικείμενο διαχείρισης— παραμένει ανέφικτος. Επιμέρους μάχες μπορούν να κερδηθούν ή να χαθούν· ένας πόλεμος φθοράς, όμως, αδυνατεί από μόνος του να επιλύσει το πρόβλημα. Το μόνο που επιτυγχάνει είναι να το παρατείνει. (περισσότερα…)

«Quo vadis Germania?» Ένας διάλογος του Κώστα Μελά με την Τεχνητή Νοημοσύνη για τη Γερμανία υπό τον Φρήντριχ Μερτς

*

Να σε ρωτήσω τώρα, τι νομίζεις ότι κάνει ο Μερτς στη Γερμανία;

Στη Γερμανία, ο Φρήντριχ Μερτς, ο οποίος εκπλήρωσε το όνειρο της ζωής του και ανέλαβε καγκελάριος από τον Μάιο του 2025, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια τεράστια πολιτική κρίση και κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητάς του. Η πορεία του αυτή τη στιγμή επιβεβαιώνει απόλυτα όλα όσα συζητήσαμε προηγουμένως για τη «νέα κανονικότητα», τον κυνισμό της εξουσίας και το πώς οι ηγέτες εγκλωβίζονται μόλις αναλάβουν τη διακυβέρνηση. Η κατάσταση που αντιμετωπίζει ο Μερτς στο Βερολίνο συνοψίζεται στα εξής κρίσιμα μέτωπα:

  1. Ιστορικό χαμηλό στη δημοτικότητα και άνοδος της AfD

Μόλις έναν χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Μερτς καταγράφει αρνητικά ρεκόρ. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις (Μάιος 2026), το 85% των Γερμανών δηλώνει δυσαρεστημένο από το έργο του, ενώ τα προσωπικά του ποσοστά αποδοχής έχουν κατρακυλήσει στο 16%. Το χειρότερο για τον ίδιο είναι ότι η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει ξεπεράσει πλέον τη Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU), εισπράττοντας όλη την αρνητική και τιμωρητική ψήφο των πολιτών.

  1. Οικονομική αποτελμάτωση και εσωτερικές συγκρούσεις

Ο Μερτς, ένας παραδοσιακός οικονομικός φιλελεύθερος, ήρθε στην εξουσία υποσχόμενος να αναζωογονήσει τη γερμανική οικονομία. Αντίθετα, η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής στασιμότητας, με επιχειρήσεις να κλείνουν και θέσεις εργασίας να χάνονται λόγω των υψηλών τιμών της ενέργειας. Ο κυβερνητικός του συνασπισμός με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) αναλώνεται σε διαρκείς εσωτερικούς καυγάδες για τη χαλάρωση του «φρένου χρέους» (Schuldenbremse), προκειμένου να γίνουν επενδύσεις στην άμυνα και τις υποδομές.

  1. Διεθνής απομόνωση και συγκρούσεις

Στην εξωτερική πολιτική, ο Μερτς προσπάθησε να δείξει ένα σκληρό, ηγετικό προφίλ στην Ευρώπη, αλλά έχει εγκλωβιστεί σε πολλαπλά μέτωπα:

  • Μέτωπο με τον Τραμπ: Μετά από αιχμηρές δηλώσεις του Μερτς, ο Ντόναλντ Τραμπ του επιτέθηκε δημόσια μέσω των social media, σχολιάζοντας ειρωνικά ότι «δεν του προξενεί εντύπωση που η Γερμανία τα πάει τόσο άσχημα».
  • Η διπλωματική «τάπα» από τον Ζελένσκι: Πριν από ελάχιστες ημέρες, ο Μερτς έστειλε επιστολή στους Ευρωπαίους ηγέτες προτείνοντας να δοθεί στην Ουκρανία ένα καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» της ΕΕ χωρίς δικαίωμα ψήφου, ως ενδιάμεσο βήμα για τον τερματισμό του πολέμου. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απέρριψε αμέσως και κατηγορηματικά την πρόταση Μερτς, απαιτώντας πλήρη ένταξη, γεγονός που εξέθεσε τον Γερμανό καγκελάριο διεθνώς.
  1. Επικοινωνιακός πανικός

Βλέποντας τα ποσοστά του να καταρρέουν, ο Μερτς εφαρμόζει τώρα μια σπασμωδική τακτική: επιτίθεται ταυτόχρονα στις Βρυξέλλες και στις ΗΠΑ, προσπαθώντας να δείξει στο γερμανικό ακροατήριο ότι υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα, ενώ παράλληλα υιοθετεί μια όλο και πιο σκληρή ρητορική στο μεταναστευτικό για να ανακόψει τις διαρροές προς την AfD. Στην πραγματικότητα, ο Μερτς στη Γερμανία ζει το δικό του πολιτικό δράμα. Πίστευε ότι η επιστροφή των Χριστιανοδημοκρατών στην εξουσία θα έφερνε τη σταθερότητα, αλλά τελικά αποδείχθηκε διαχειριστής μιας παρακμάζουσας κανονικότητας, ανίκανος να εμπνεύσει θετική προοπτική σε μια κοινωνία γεμάτη φόβο και ατομική ανασφάλεια.

Γιατί ο Μερτς επιμένει να χαρακτηρίζει τη Ρωσία μοναδικό εχθρό της Γερμανίας;

Η επιμονή του Φρήντριχ Μερτς να παρουσιάζει τη Ρωσία ως τον απόλυτο και άμεσο υπαρξιακό εχθρό της Γερμανίας αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής του. Αυτή η ρητορική δεν είναι τυχαία, αλλά εξυπηρετεί συγκεκριμένες εσωτερικές, οικονομικές και γεωπολιτικές σκοπιμότητες, λειτουργώντας παράλληλα ως η δική του «σωστή πλευρά της ιστορίας». Οι βασικοί λόγοι πίσω από αυτή την εμμονή είναι:

  1. Η δικαιολόγηση του «Υβριδικού Πολέμου» στην καθημερινότητα

Ο Μερτς υποστηρίζει ότι η Γερμανία δεν βρίσκεται σε ειρήνη, αλλά δέχεται ήδη καθημερινά επιθέσεις από τη Μόσχα. Κατονομάζει ως ρωσικές ενέργειες τις κυβερνοεπιθέσεις στα γερμανικά δίκτυα, τις δολιοφθορές σε υποδομές κοινής ωφέλειας, τις πτήσεις ύποπτων drones πάνω από αεροδρόμια, ακόμη και τις εκστρατείες παραπληροφόρησης. Παρουσιάζοντας τη Ρωσία ως ενεργό εχθρό, προσπαθεί να εξηγήσει στους Γερμανούς πολίτες ότι η απειλή δεν είναι μακριά, αλλά βρίσκεται ήδη «μέσα στο σπίτι τους».

  1. Το άλλοθι για τη Γερμανική Στρατιωτικοποίηση

Η Γερμανία υλοποιεί ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα αναβάθμισης των ενόπλων δυνάμεών της (Bundeswehr). Σε μια χώρα με το ιστορικό βάρος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η κοινωνία είναι παραδοσιακά βαθιά ειρηνιστική. Για να πειστούν οι Γερμανοί φορολογούμενοι να δεχτούν τη διοχέτευση δισεκατομμυρίων ευρώ στην άμυνα —την ίδια ώρα που η οικονομία τους βουλιάζει— ο Μερτς χρειάζεται έναν ξεκάθαρο, μεγάλο και τρομακτικό αντίπαλο. Η Ρωσία του Πούτιν είναι ο ιδανικός στόχος για αυτό. (περισσότερα…)

Ο πόνος στις οθόνες μας

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Προ αρκετών μηνών, όταν η αποτρόπαια σφαγή που λαβαίνει χώρα στη Λωρίδα της Γάζας δεν είχε ακόμα ξεφτίσει ως ειδησεογραφικό θέμα και παρέμενε επίκαιρη –και άρα, περισσότερο από κάτι το συμβαίνον, ήταν εκείνο που είχε τη δυνατότητα να πουληθεί ως συμβαίνον– είχα λάβει από παλαιό φίλο, ολιγώτατο ως ποιητή πλην όμως τύπο ανθρώπου ευσυνείδητου, το παρακάτω σύντομο μήνυμα, το οποίο και παραθέτω verbatim.

«Δεν μου ’ναι εύκολο, τις μέρες αυτές, ν’ ακούω τη μουσική που έχουν γράψει για τη Γάζα, να διαβάζω τα ποιήματα που μιλούν για τον λαό της ή που τα παιδιά της γράψανε για αυτήν, κάνοντας την ιστορία τους τραγούδι. Δεν μου ’ναι μπορετό να γράψω εγώ για αυτήν. Και το δεύτερο ποίημα μου για κείνη το εναποθέτω κάθε πρωί μισογεννημένο, θλιβερό στην ημιτελή του μετριότητα, σ’ ένα χαρτί απάνω στην πιο εμφανή γωνία του γραφείου μου.

Ακόμα περισσότερο, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τις ολοένα αυξανόμενης έντασης εικόνες φρίκης που κατακλύζουν την οθόνη μου. Σ’ ένα ψυχολογικό επίπεδο δεν είναι ίσως παρά ένας μηχανισμός απώθησης. Αλλά, οπωσδήποτε, υπάρχει κάτι το τερατώδες στην εικόνα εκείνη που αναφέρεται στην απανθρωπιά, την αδιάκριτη σφαγή, τον θάνατο των νηπίων, τον λιμό. Στην απόλυτη οδύνη. Στο μαύρο, ορθάνοιχτο στόμα του αποθηριωμένου ανθρώπου που χάσκει καταπίνοντας το φως.

Θες να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά, γιατί το αντίθετο θα ήτανε δειλία. Μα κάνοντάς το, δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς την πραγματικότητα του ηθικού μας ξεπεσμού, όσο και να επιβεβαιώσεις την ενοχή σου.

ΥΓ. Μην και η ίδια μου αυτή η ευαισθησία, όπως αλλοιώνεται από τις εντελώς άκαιρες ανησυχίες μου για την εικόνα, την ώρα πάνω της σφαγής, δεν αποτελεί άλλο ένα σύμπτωμα μιας εξαχρείωσης;»

Ο φίλος μου είχε ήδη δημοσιεύσει ένα ποίημα για τη Γάζα αισθαντικό, σαν λυρικό και πλήρες ανθρωπιστικής εξάρσεως, και το οποίο είχε καταφέρει να κερδίσει κάποιους ελάχιστους πόντους ορατότητας στην αρένα του διαδικτύου. Ομολογώ πως μού είχε φανεί αφελές, όμως οπωσδήποτε καλύτερο από τα δημιουργήματα άλλων που λογιάζονται για ακόλουθοι της υψηλότατης τέχνης και οι οποίοι, καβαλώντας το κύμα του διάχυτου τότε ανθρωπισμού, είχαν γράψει κάτι άγονα εγκεφαλογραφήματα γεμάτα κρύπτες και βαρυσήμαντες λέξεις κατάλληλες για λήμματα τόμων ασχολούμενων με τη νευροεπιστήμη. Τον καταλάβαινα υπό μία έννοια· η συγκίνηση και το συναίσθημα μαρτυρούν ανθρωπινότητα, κι ας έχουν κρυφτεί πίσω τους σωροί από πτώματα κατά καιρούς. Πάντως το σύνθημα επιμένει κραταιό: Συγκινούμαι άρα δεν είμαι τέρας. (Κάποιος άλλος θα έκανε την εξής πονηρή αντιστροφή: Συγκινούμαι άρα κρύβω την τερατώδη φύση μου πίσω από έναν ανώδυνο μορφασμό πόνου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).

Τώρα, όπως ομολόγησα λίγο πολύ παραπάνω, ο φίλος μου είναι πεπερασμένου μεν ταλέντου, αστείρευτης δε εντιμότητας, καθότι το ηθικό βάρος του ατόμου και το τάλαντο είναι συνήθως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Το αυτό γεγονός όμως δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον που μου γέννησε το μήνυμά του, καθότι διά της τόσο χαρακτηριστικής για ποιητές του σήμερα μελοδραματικής του τοποθέτησης, ο φίλος μου δεν περιέγραψε παρά ένα μείζον σύμπτωμα του θεάματος, δηλαδή τη φρενήρη αναπαραγωγή της βίας στον κόσμο των εικόνων. Η θέση του, αν μπορεί να υποτεθεί ότι στέκει ως τέτοια, εκκινεί από την ιδέα ότι η, καλλιτεχνική ή μη, πιστή ή όχι αναπαραγωγή της φρίκης έχει κάτι το τερατώδες ανεξαρτήτως προθέσεως· ότι με κάποιο τρόπο η τερατότητα του απεικονιζόμενου είναι εγγενής στην απεικόνιση. Βλέποντας το πράγμα υπό το φως μιας ιδιότυπης (οιονεί αρνητικής) διαλεκτικής, η τερατότητα της βίας που λαμβάνει χώρα στον φυσικό κόσμο παραμένει τέτοια καθεαυτή, στην ωμή, άμεση κατάστασή της (an sich). Είναι στο ξέβγαλμά της στον παγκόσμιο ιστό, στην (ψηφιακή και άρα ταχύτατη, ασυγκράτητη και κάποτε φετιχιστική) αναπαραγωγή της που βρίσκει την εξωτερίκευση της σε μια, αποσπασμένη από το συγκεκριμένο, αφαιρετική μορφή (für sich). Έχοντας βγει από την απομονωμένη ύπαρξή της κινείται ανεξέλεγκτη –μια βία διαμεσολαβημένη από το θέαμα, αυτοαναπαράξιμη και έχουσα πλέον βάρος στον κόσμο του οποίου γίνεται καθρέφτης και οδηγός· μια τερατότητα τώρα καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν (an and für sich). Είναι προφανές πως δεν μπορεί η συζήτηση εδώ να αφορά την απλή αναπαραγωγή της είδησης της συστηματικής εξόντωσης των Παλαιστινίων, η οποία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της παγκόσμιας δημοσιογραφίας και, κάποτε, και του πολίτη, αλλά προχωράει βαθύτερα. (περισσότερα…)

Πολλά τα νέα κόμματα, μα όλα τα ίδια μένουν


*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Σήμερα υπάρχει ακόμη η στίλβουσα επίστρωση
Που συγκρατεί τις υποτιθέμενες υποσχέσεις
Σε μια επιφάνεια»
JOHN ASHBERY

Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, θα προκαλέσει αναταράξεις στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας θετικές προσδοκίες για το μέλλον της χώρας. Υποστηρίζονται τα παραπάνω προφανώς από τους ίδιους τους πρωτεργάτες των εν λόγω εγχειρημάτων και από τα ΜΜΕ που για διάφορους λόγους τα στηρίζουν.

Αυτή η εικόνα που επιχειρείται να ενσταλαχτεί στα μυαλά των πολιτών ως νέα και καταλυτική παρουσία ανατροπής του υφιστάμενου δυσώδους πολιτικού σκηνικού, φοβούμαι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το επιφαινόμενο αυτού καθαυτού του πολιτικού σκηνικού που θέλει να ανατρέψει. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Εξάλλου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πόσα και πόσα νέα κόμματα δεν δημιουργήθηκαν… Ας μην τα αναφέρω, είναι γνωστά. Όλα ιδρύθηκαν για να ανατρέψουν το σάπιο καθεστώς. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ας συλλογιστούμε απλώς τα εξής: συνδυάζοντας ιστορικά και πολιτικά γεγονότα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας νέος κομματικός σχηματισμός έρχεται στο προσκήνιο ως μια ανάγκη κοινωνική και εθνική για να διανειχθεί ένας νέος ιστορικός ορίζοντας. Οι κοινωνικές διεργασίες είναι τόσο έντονα υποστηρικτικές σε αυτό, που διακρίνονται χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Σε ολόκληρη την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Όταν συνδύαζαν την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων με την ένταξή τους σε έναν μακροχρόνιο εθνικό και κοινωνικό στόχο.

Το βενιζελικό πολιτικό κίνημα και το φιλελεύθερο κόμμα είχαν εθνικό όραμα την γεωγραφική επέκταση και ολοκλήρωση της χώρας σε απόλυτο συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της στη βάση ενός πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο καραμανλισμός συνέδεσε την επιτυχημένη παρουσία του μετά τη περίοδο της δικτατορίας με την στερέωση της δημοκρατίας και τον εθνικό στόχο ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο παπανδρεϊσμός του Ανδρέα, αντίστοιχα, συνέδεσε την επίλυση βασικότατων κοινωνικών και θεσμικών προβλημάτων με έναν νέο πατριωτισμό.

Το ερώτημα επομένως είναι όχι η δημιουργία νέων «νέων» κομμάτων, αλλά αν κάποιο από αυτά μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ανάλογο προς τα αναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα. Αν μπορεί, μέσα σε ένα δυστοπικό εγχώριο περιβάλλον, και σε ένα αβέβαιο και ρευστό διεθνές περιβάλλον που όλο και χειροτερεύει, να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού και πολιτιστικού συλλογικού βίου.

Η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι». Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νέα κόμματα απέχουν παρασάγγας από το να εκπροσωπούν ένα παρόμοιο παράδειγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι παλαιοκομματική, ξεπερασμένη και βρίθει στερεοτύπων.

Για παράδειγμα. Τα νέα ελληνικά κόμματα αναφέρονται σε ένα «ραντεβού με την ιστορία», μια από τις συνήθεις και στομφώδεις πολιτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται διαχρονικά. Η επιλογή τέτοιων εκφράσεων γίνεται συνήθως για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση, να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες και να δώσει έναν τόνο ιστορικής βαρύτητας στις εκάστοτε πολιτικές κινήσεις.

Ουδέν το ψευδέστερον… Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα είναι ο συντηρητισμός του αύριο. Αυτό το δείχνει με ακρίβεια η θεωρία της «συστημικής ενσωμάτωσης». Από τη στιγμή που το αφήγημά τους δεν απηχεί έναν νέο εθνικό και κοινωνικό στόχο αποδεκτό «δια βοής» από τον λαό, το αποτέλεσμα είναι πως όλα τα νέα κόμματα μεταλλάσσονται κυνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ό,τι κατηγορούσαν.

*

**

Μαύροι κατά μαύρων: Τι συμβαίνει σήμερα στη Νότια Αφρική;

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Ενθρονίσεις σε ξένες χώρες

Το βράδυ της 14ης Μαρτίου 2026, στην πόλη Ηστ Λόντον (East London) της επαρχίας Ήστερν Κέηπ (Eastern Cape), μίας από τις εννέα επαρχίες του κράτους της Νότιας Αφρικής, η νιγηριανή κοινότητα των Igbo[1] διοργάνωσε μια επίσημη τελετή ενθρόνισης: ο Solomon Ogbonna Eziko, από τους ηγέτες της κοινότητας («chief»), στέφθηκε βασιλιάς, φέροντας πλέον τον τίτλο «Igwe Ndigbo Na East London» – που σημαίνει «Ο Ίμπο Βασιλιάς του Ηστ Λόντον».[2]

Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα: το Ηστ Λόντον (ή Ku-Gompo, κατά την πιο πρόσφατη μετονομασία του) είχε ήδη βασιλιά: συγκεκριμένα, η πόλη ανήκει στη δικαιοδοσία του βασιλιά Jonguxolo Sandile, του βασιλικού οίκου Rharhabe της φυλής Xkosa, ο οποίος ενθρονίστηκε με όλους τους καθιερωμένους τύπους και αναγνωρίστηκε, όπως προβλέπει ο νόμος, από τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2020.[3] Όλα αυτά ίσως ακούγονται περίεργα και ξένα για έναν δυτικό, αλλά στη Νότια Αφρική –και σε άλλες αφρικανικές χώρες, όπως είναι και η ίδια η Νιγηρία– δίπλα στους διοικητικούς θεσμούς της γενικής κυβέρνησης λειτουργεί συμπληρωματικά και συμβουλευτικά και ένα δεύτερο σύστημα διακυβέρνησης, παραδοσιακό, τοπικό και εθιμικό, πλήρως κατοχυρωμένο από το σύνταγμα και τη νομοθεσία.[4] Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο τίτλος του βασιλιά συναρτάται άμεσα με την ύπαρξη διακριτής «παραδοσιακής κοινότητας» και «εδαφικής επικράτειας» – και τα δύο απαιτούν την αναμφισβήτητη ύπαρξη μιας ιδιαίτερης, κληρονομικής παράδοσης που πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο.

Για τους Νοτιοαφρικανούς πολίτες, επομένως, οι τίτλοι του «παραδοσιακού ηγέτη», του «βασιλιά» και της «παραδοσιακής κοινότητας» δεν αποτελούν τίτλους απλώς και μόνο «επί τιμή», αλλά αντίθετα συνεπάγονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες όσον αφορά την εκπροσώπηση των κοινοτήτων τους και μια πολύ πραγματική εξουσία. Έτσι, όταν οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί παρακολούθησαν το βίντεο της ενθρόνισης του Igbo βασιλιά, εξοργίστηκαν: η πράξη αυτή εκλήφθη ως μονομερής και επιδεικτική αγνόηση των νόμων που διέπουν το κράτος τους εκ μέρους «ξένων», οι οποίοι θα όφειλαν να σέβονται τη χώρα υποδοχής τους, και, τελικά, εκλήφθη ως απειλή. Άμεσα, τις επόμενες μέρες, καταδίκασαν την ενθρόνιση όλοι οι εκπρόσωποι της τοπικής και κρατικής εξουσίας, από τον βασιλιά Jonguxolo Sandile και τους υπόλοιπους νόμιμους παραδοσιακούς ηγέτες μέχρι το Υπουργικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής Συρίλ Ραμαμπόσα.[5] Ομοίως έπραξαν και οι επίσημες αρχές της Νιγηρίας, ενώ ο ίδιος ο «βασιλιάς των Ίμπο στο Ηστ Λόντον» αρνήθηκε δημοσίως τον τίτλο του και απολογήθηκε στον νοτιοαφρικανικό λαό.[6]

Αυτή η κίνηση των Ίμπο στο Ηστ Λόντον σίγουρα θα έφερε στη μνήμη των Νοτιοαφρικανών ένα αντίστοιχο περιστατικό που συνέβη μόλις πέρυσι στην Γκάνα. Εκεί, τον Ιούλιο του 2025, ένας Νιγηριανός μεγιστάνας και ανεπίσημα χρισμένος «Ίμπο βασιλιάς» φάνηκε να διεκδικεί εδαφική επικράτεια για τη δημιουργία ενός «Βασιλείου των Ίμπο» στη χώρα – και εκεί, αυτό που ακολούθησε ήταν εκτεταμένες αντιδράσεις κατά των Νιγηριανών μεταναστών, οι οποίες δοκίμασαν τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.[7] Στη Νότια Αφρική το περιστατικό οπωσδήποτε λειτούργησε ως θρυαλλίδα για να εκδηλωθεί, για πολλοστή φορά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η έχθρα μιας μεγάλης μερίδας μαύρων Νοτιοαφρικανών απέναντι στους Αφρικανούς μετανάστες. Η κατανόηση της στάσης τους, που συχνά φτάνει στην παρανομία (λεηλασίες, αντιποίηση αρχής) και σε ακραία σημεία βίας, απαιτεί να γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο, στη δεκαετία του ’90, στις απαρχές του βίου της απελευθερωμένης από το απαρτχάιντ Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, και να δούμε τον τρόπο που άρχισε να διοικείται αυτό το κράτος αλλά και τον τρόπο που, ευθύς εξαρχής, άρχισαν να συνυπάρχουν στο έδαφός του οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες με τους ξένους.

*

Το 1994 έγιναν στη χώρα οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Στη Νότια Αφρική βρίσκονταν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες ξένων υπηκόων από τις γειτονικές χώρες της SADC,[8] εκ των οποίων ένα μεγάλο ποσοστό είχε εγκατασταθεί παράνομα στη χώρα ήδη από την εποχή του απαρτχάιντ, όταν η Νότια Αφρική είχε συνάψει μια σειρά από διμερείς κρατικές συμφωνίες και χρησιμοποιούσε ξένο εργατικό δυναμικό προσωρινής απασχόλησης, αμειβόμενο με μισθούς πείνας, για τη λειτουργία των ορυχείων και για τις φάρμες. Χιλιάδες από αυτούς τους ανθρώπους  (από το Λεσότο, τη Μοζαμβίκη και αλλού) είχαν καταφέρει να παραμείνουν στη χώρα, σχηματίζοντας τους δικούς τους ανεπίσημους –και εξαιρετικά φτωχούς– οικισμούς. Ένα άλλο ποσοστό ήταν «πρόσφατες αφίξεις», που είχαν σπεύσει να διασχίσουν τα σύνορα αναζητώντας είτε προσφυγικό άσυλο είτε μια καλύτερη ζωή στην απελευθερωμένη από το απαρτχάιντ «ατμομηχανή» της αφρικανικής οικονομίας. Τα κράτη αυτών των ανθρώπων, τα οποία ως επί το πλείστον είχαν αποτινάξει από πάνω τους την αποικιοκρατία δεκαετίες πριν από την απελευθέρωση της Νότιας Αφρικής, είχαν υποστηρίξει ενεργά τον αγώνα των Νοτιοαφρικανών κατά του απαρτχάιντ και είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα, υφιστάμενα τα διαφόρων μορφών αντίποινα της λευκής κυβέρνησής της. Τώρα, ήταν η σειρά της Νότιας Αφρικής να ανταποδώσει. (περισσότερα…)