Μήνας: Ιουνίου 2019

Ψυχές

ΤΟΥ Τ.Κ. ΟΥΙΛΙΑΜΣ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Υπάρχουν στιγμές στη Θεία Κωμωδία κατά τις οποίες εμφανίζονται μπροστά στον Δάντη διάφορες μορφές και του συστήνονται λέγοντας, «Είμαι η ψυχή του…». Όχι «Είμαι ο τάδε κι ο δείνα», αλλά «Είμαι η ψυχή…». Κάθε φορά που συναντώ αυτά τα σημεία, νιώθω έντονη κατάπληξη, φθόνο ή και κάτι ακόμη βαθύτερο. Στον δικό μου κόσμο, στο κομμάτι του δράματος της ιστορίας στο οποίο παίρνω μέρος, δεν έχω βρει ποτέ τον τόπο από τον οποίο θα μπορούσα να ατενίσω τον εαυτό μου ή τον κόσμο με τρόπο που θα μου επέτρεπε να χρησιμοποιήσω με κάποια σιγουριά τέτοιους όρους που αφορούν τη φύση –αν όχι του ανθρώπου εν γένει– της ύπαρξής μου. Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «ψυχή» ή τη λέξη «πνεύμα» για να αναφερθώ σε κάτι στη ζωή μου ή στη ζωή κάποιου άλλου (κι είναι αρκετές οι φορές που το έχω κάνει), συνειδητοποιώ πως φτιάχνω έναν χώρο μέσα μου ώστε να εκδηλωθεί κάτι, αυτό όμως που στην πραγματικότητα εκδηλώνεται είναι μιας μορφής ελπίδα, κάποια προσδοκία, για ολότητα, για τo όραμα εκείνο του ατόμου και του κόσμου που θα συμπεριλαμβάνει τα πάντα, και που οι λέξεις το υπονοούν, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν συνεπάγονται την ύπαρξή του. Καμιά από τις δύο λέξεις δεν μου έρχεται στο νου δίχως να μου προξενήσει το οικτρό συναίσθημα πως πρόδωσα τον ίδιο μου τον εαυτό και τη γλώσσα μου και, κατά μία έννοια, την αλήθεια της ζωής μου.

Κι όμως, κάθε φορά που αυτές οι οντότητες που λέγονται «ψυχές» έρχονται πράγματι ενώπιον του Δάντη και μεμψιμοιρούν ή, εντέλει, εξυψώνονται δεν νιώθω επιφύλαξη αλλά τρομερή ανακούφιση, λες και μου προσφέρθηκε κάποιας μορφής ολοκλήρωση που δεν θα μπορέσει ποτέ ούτε στο ελάχιστο να μου την παράσχει τίποτε άλλο στη λογοτεχνία ή στη ζωή. Ο Δάντης διαθέτει την ικανότητα να ξεδιπλώνει την αφηρημένη έννοια της ψυχής με τρόπο πειστικό που μπορώ και τον συμμερίζομαι όχι διότι ενστερνίζομαι τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, παρά γιατί έχει περίτεχνα διαμορφώσει ένα ποιητικό όραμα που συνδέει τη συνειδητή μας ζωή με την προσωπική ιδέα ενός συγκεκριμένου ατόμου και με τη μεγάλη εικόνα της ανθρωπότητας, καθώς και με ό,τι βρίσκεται στο επέκεινα, κοντά, ωστόσο, στους ανθρώπους, οι οποίοι φέρουν γι’ αυτό την πλήρη ευθύνη.

Και νομίζω πως μπορώ να φτάσω να πιστέψω στα «συστήματα» του Δάντη, να τα αποδεχτώ, διότι το πολιτικοηθικό όραμα το οποίο διαμορφώνει o Δάντης είναι απαλλαγμένο από κάθε επίπλαστη αθωότητα κι από κάθε προσποιητή ηθική η οποία να θεωρεί την αυτοσυγχώρεση –για την ίδια– δεδομένη εκ των προτέρων. Με το που αφεθούμε στον Δάντη, στην ποίηση που εξυφαίνει και στην κοσμολογία που αναπτύσσει, ενσωματωνόμαστε εφ’ όρου ζωής σ’ έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο η ηθική και οι πράξεις αναμειγνύονται δια των αισθήσεων, και βιώνουμε τα τελικά στάδια στα οποία μας έχουν προσδέσει οι ηθικοί, πνευματικοί μας στοχασμοί, λες και βρισκόμαστε στην εύθραυστη σάρκα της συνείδησης. Ο Δάντης δεν δημιουργεί σύστημα ηθικής τέτοιο που να μας δίνει τη δυνατότητα να κλειστούμε μέσα του και να προστατευτούμε∙ μας πείθει πως οι συνθήκες για μια ηθική ύπαρξη βρίσκονται ήδη εξ ολοκλήρου εντός μας, και, κάτι ακόμη πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου,  χαρακτηρίζει αυτές τις συνθήκες πλήρεις, πληρότητα που είναι ικανή να συμπεριλάβει ό,τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος αλλά και το ύψος που μπορεί να φτάσει: εναπόκειται σ’ εμάς να έλθουμε σε συμφωνία μ’ αυτό το όραμα. Το ξεστράτισμά μας δεν σημαίνει πως είμαστε απαραιτήτως κακοί, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι δεν είναι διόλου απίθανο να υπάρχουμε μέσα στην ίδια αυτή ασάφεια κι έλλειψη αποφασιστικότητας από την οποία γεννιέται –όπως ξεκάθαρα μας δείχνει η Κόλαση– κατά κανόνα το κακό.

Η αποκάλυψη αυτή –ή για να είμαστε ακριβείς η ποίηση που την ενσαρκώνει– είναι φυσικά το παν. Διότι η ευφάνταστη ιστορία του ποιήματος είναι η ανάμειξη του απολύτως συμπαγούς με το ολότελα άφατο, του ανεξάλειπτα υλικού με το ηθικό, της αξίας με τον κώδικα, του πάθους με τη βούληση, της πρόθεσης με το αποτέλεσμα. Η μεγαλοφυΐα του ακτινοβολεί κατά τους συμβολισμούς της πράξης και του συναισθήματος, όπως και κατά τις μεταφορικές μεταμορφώσεις αμφοτέρων, και φτιάχνει από τον κόσμο μας το υλικό με βάση το οποίο ο νους μπορεί και πιθανότατα πρέπει να στοχαστεί, κι ο στοχασμός αυτός αποτελεί λειτουργία της δομής και της ουσίας του. Δεν αποκλείεται, επομένως, να μην έχουμε άλλους όρους πέρα από την «ψυχή» και το «πνεύμα» για να συλλάβουμε όλα αυτά τα πολύπλοκα που μας συμβαίνουν όταν βυθιζόμαστε σε μια τέτοια απαιτητική ενότητα αισθαντικότητας και περισυλλογής.

Σε τελική ανάλυση, παρ’ ότι η ηθική μέθοδος της Θείας Κωμωδίας διέπεται από μεγάλη αυστηρότητα, η κοσμολογία που παρουσιάζει, ακόμα και για κάποιον που δεν πιστεύει, είναι γενναιόδωρη και γεμάτη ελπίδα. Τόσο έντονο είναι αυτό, που καμιά φορά σκέφτομαι πως ό,τι ζήσαμε στην πρόσφατη ιστορία υπήρξε τόσο μα τόσο αηδές, υπερβολικά βάναυσο εκ προθέσεως, ώστε η γενναιοδωρία αυτή να φαντάζει κάτι παραπάνω από έκφραση νοσταλγίας. Έχει υπάρξει υπερβολικά πολλή ενσυνείδητη και ασυνείδητη έκφραση του κακού, έχουν υπάρξει υπερβολικά πολλές εκατόμβες και υπερβολικά πολλά ολοκαυτώματα, που ακόμα κι ο κόσμος του Δάντη δεν τα χωράει. Ενίοτε σχηματίζεται η εντύπωση πως τώρα το Καθαρτήριο θα όφειλε να είναι ένα βουνό καμένης σάρκας∙ άραγε θα έβρισκε τη δύναμη μια συνείδηση που το διασχίζει τραγικά σερνάμενη να αρθρώσει η ίδια ακόμα και τη δική της «ψυχή» ή το δικό της «πνεύμα»; Ο Όμηρος μπορεί να διέθετε την κατάλληλη ποιητική γλώσσα ώστε να είναι σε θέση να δείξει πως θα είμαστε για πάντα κτήνη τα οποία –διασκεδάζοντας σχεδόν– ξεσκίζουν το ένα το άλλο∙ κι ο Σέξπιρ, ο ποιητής μας του αιωνίου γίγνεσθαι, της ασημαντότητας του ηθικού χαρακτήρα, διέθετε την κατάλληλη ποιητική προκειμένου να περιγράψει ως που μπορεί να φτάσει ένα και μόνο άτομο –έχουν υπάρξει τόσοι και τόσοι Ριχάρδοι– όμως μπορούμε άραγε να φανταστούμε το ρόδο του θείου έρωτος ν’ ανθεί από όλη αυτήν την ανθρώπινη στάχτη; Τα δεινά μας μοιάζουν να είναι ασυγκρίτως πιο ντροπιαστικά από εκείνα του Δάντη∙ ολόκληρο το σύστημα του κόσμου μας καλείται να λογοδοτήσει για το ότι βλέπει τον κόσμο να αποσυντίθεται με τρόπους που κι ο ίδιος ο Δάντης δεν θα μπορούσε να τους φανταστεί.

Κι όμως… Πρόσφατα συνάντησα σε κάποιο βιβλίο ένα χωρίο στο οποίο ο Φραντς Στανγκλ, ο διοικητής του στρατοπέδου θανάτου της Τρεμπλίνκα, εξιστορεί τον αρχικό του ερχομό στο στρατόπεδο. Προτού αναλάβει τα καθήκοντά του και προτού πυρπολήσει και την τελευταία λεπτή κλωστή της ανθρωπότητας. «Η Τρεμπλίνκα», λέει ο Στανγκλ, «ήταν το πιο φρικτό πράγμα που είχα δει ποτέ μου… ήταν η Κόλαση του Δάντη, ήταν ο Δάντης ολοζώντανος μπροστά μου». Το ότι ακόμη κι ένας φρικτός εγκληματίας όπως ο Στανγκλ δεν μπόρεσε να βρει καταλληλότερο σημείο αναφοράς για να περιγράψει την αποστροφή του μας κάνει απλώς να συνειδητοποιήσουμε για μια ακόμη φορά την έκταση και το μεγαλείο του μεταφυσικού δράματος που ο Δάντης, και μόνον ο Δάντης, περίτεχνα διαμόρφωσε για μας.

Τ.Κ. ΟΥΙΛΙΑΜΣ

Πηγή: Peter S. Hawkins / Rachel Jacoff (επιμ.), The Poet’s Dante, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2001.

Τ(σαρλς) Κ(ένεθ) Ουίλιαμς (1936, Νιου Τζέρζι – 2015, Νιου Τζέρζι): Aμερικανός πολυβραβευμένος ποιητής.

Advertisements

Βίαιη ενηλικίωση στην παγωμένη… Μικρά Ασία και άλλες ελάσσονες σκέψεις

Βίαιη ενηλικίωση στην παγωμένη… Μικρά Ασία και άλλες ελάσσονες σκέψεις

Για την «Εξερεύνηση» του Αλέξανδρου Μπάρα

 

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Σε πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Νέο Πλανόδιον,[1] κάναμε λόγο για τους Λύκους του Κωστή Παλαμά ως το ποίημα που αποτυπώνει την πλήρη συντριβή της Μεγάλης Ιδέας ακριβώς τη στιγμή εκείνη που η πτώση της συντελείται, με το δραματικό και γνωστό σε όλους μας τρόπο το 1922. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να προσδοκούμε από όλους τους ποιητές να είναι σε θέση να αντιδρούν ακαριαία, ούτε φυσικά να έχουν την πληθωρικότητα και την ολιστική, συνδυαστική σκέψη του Παλαμά. Για κάποιους δε ενδεχομένως το πλήγμα που έλαβε χώρα στον ψυχισμό τους να ήταν τόσο μεγάλο που χρειάστηκαν δεκαετίες ολόκληρες για να μπορέσουν να μιλήσουν γι’ αυτό, να το διαχειριστούν και να το κοινωνήσουν – κι ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση και πάλι διαμεσολαβημένο από δεκάδες πλευρές. Έχοντας αυτούς τους άξονες κατά νου αξίζει να μελετήσουμε την παραγνωρισμένη Εξερεύνηση του Αλέξανδρου Μπάρα, πάντοτε κρατώντας στη σκέψη μας πως έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή συνειδητά ελάσσονα.

thumbnail-by-urlΠώς, όμως, προσεγγίζουμε, αλήθεια, έναν ελάσσονα ποιητή; Ορισμένες – κατά βάση μετανεωτερικές– θεωρίες προτρέπουν να έχουμε ως άξονα την ιδιαίτερη και –τυχαία δημιουργημένη– έκκεντρη αφήγηση του καθενός, ως μοχλό ερμηνείας του εκάστοτε ατομοκεντρικού κόσμου, ενώ αντίστοιχα νεοσυντηρητικοί κύκλοι ζητούν τον πλήρη εξοβελισμό εν γένει της “χαμηλής φωνής” προς όφελος μίας –και πάλι κατασκευασμένης– μονοδιάστατης και υψηλού τόνου ποίησης. Παράλληλα, άλλες παρεμβάσεις τολμηρών ερευνητών θέτουν εν αμφιβόλω την ένταξη στη χορεία των μειζόνων ποιητών, περιπτώσεων συγγραφέων που οι δεκαετίες της κυριαρχίας του μοντερνισμού αντιμετώπισαν ως “ιερές αγελάδες”.[2] Σαφέστατα, βέβαια, όπως και στον κύκλο της ζωής η εξαφάνιση ενός είδους συμπαρασύρει τα άλλα στον αφανισμό, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη της μιας κατηγορίας χωρίς την άλλη ως αντεστραμμένη όψη της. Οι ελάσσονες ποιητές αποτελούν το απαραίτητο συμπλήρωμα της μείζονος ποίησης, με την προϋπόθεση φυσικά αυτή να υφίσταται –μπορούμε, αλήθεια, σήμερα να το δηλώσουμε αυτό με ευκολία;– και τοποθετούμενοι στην ορθή τους θέση εντός του λογοτεχνικού σχήματος, ενάντια στη λογική αντιστροφής της πυραμίδας που προκρίνει ως θεμέλια τις επιμέρους εξακτινώσεις. Όπως η ποίηση έχει τελματώσει σήμερα επειδή της λείπει ο συνειδητός εκείνος προφήτης και κράχτης, ο μείζων γύρω από τον οποίο θα δομηθεί το σύστημα, έτσι κι αυτός δίχως τους συνειδητά ελάσσονες που αναπτύσσουν διαλεκτική σχέση μαζί του δε θα καθίσταται μια ψυχρή κι απόκοσμη φωνή στην ατέλειωτη ερημιά. Επομένως, μόνο μέσω μιας ολιστικής οπτικής κι ανάλυσης μπορεί να κατορθώσει ο ερευνητής να υπερβεί τις παρερμηνείες και τις προκαταλήψεις.

Ειδικότερα στην περίπτωση του –σχεδόν λησμονημένου σήμερα– Αλέξανδρου Μπάρα, οι διαλεκτικές σχέσεις που ανοίγουν είναι πολλαπλές, τέμνοντας οριζόντια τον άξονα της μοντέρνας ποιητικής μας παραγωγής. Ο Κ. Στεργιόπουλος στην Ανθολογία Σοκόλη δίνει μια εύκολη λύση τοποθετώντας τον στη γενικότερη κατηγορία-ομπρέλα των “ενδιάμεσων κι επιγόνων” της ανανεωμένης παράδοσης,[3] δίπλα σε ονόματα όπως της Μαρίας Πολυδούρη και του Γιώργου Κοτζιούλα, με τους οποίους ελάχιστη συνάφεια έχουν η οπτική και η γραφή του. Για να μπορέσει ο αναγνώστης να καταλάβει τον Μπάρα, ας λάβει ως άξονες αναφοράς τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Καββαδία, μαζί με τους οποίους θα μπορούσε δυνητικά να κατηγοριοποιηθεί, έτσι ώστε να φτάσει κανείς να δηλώσει ακόμα πως ο Μπάρας αποτελεί έναν επίγονο του Καβάφη, με νοοτροπία Σεφέρη και ψυχικές επιθυμίες Καββαδία. Κι εξηγούμαι: η δομή και το ύφος του Μπάρα φέρνουν στο νου τις καινοτομίες του Καβάφη,[4] με τον ιδιότυπο επίγονο να καθίσταται μάλιστα ικανότερος στο χειρισμό του μέτρου και της υποδόριας –ή μη– ρίμας[5] από το πρότυπό του και να ξεπερνά φυσικά αυτομάτως όλους τους κοντινούς στον Καβάφη κι άτυπους “συνεχιστές” του. Η αντιμετώπιση, όμως, του νεωτερικού κόσμου και τρόπου ζωής ως πεδίου πλήρους ατομικής ήττας και αλλοτρίωσης τον εγγράφει στη λίστα των επικοινωνούντων με τον πυρήνα του σεφερικού έργου, με διαφορετικούς βέβαια λεκτικούς τρόπους απ’ ό,τι οι “σεφερίζοντες” Μ. Δημάκης και ο πρώιμος Ν. Βαλαωρίτης της Τιμωρίας των μάγων. Συγχρόνως, η επιθυμία για το ταξίδι-φυγή που ταυτίζεται ενίοτε με το τέλος της ζωής, μαζί και με τη συνακόλουθη παρουσία της θάλασσας φέρνουν στο νου ηχοχρώματα Ν. Καββαδία, ιδίως του πρώιμου έργου του, που διατηρεί το νήμα επικοινωνίας με την παράδοση του Ουράνη  και των συμβολιστών. Κι ο ίδιος ο Μπάρας εξάλλου, με την κοσμοπολίτικη ζωή που έζησε ως διπλωμάτης, ταξίδεψε πολύ μελετώντας και μεταφράζοντας Γάλλους ποιητές,  συμβολιστές και μη.[6]

Το πέρασμα των δεκαετιών ελάχιστα μετέβαλε τα παραπάνω χαρακτηριστικά μιας ποιητικής φωνής ούτως ή άλλως ολιγαρκούς ως προς την πληθώρα της παραγωγής της, αποτέλεσε όμως την αιτία που η ελαφριά ειρωνεία του πρώιμου Μπάρα σταδιακά περιορίζεται και οι μνήμες του παρελθόντος με τη -συνυφασμένη σ’ αυτές– εξιστόρηση περασμένων αληθινών –ή αληθοφανών– γεγονότων μεγεθύνονται. Σε μια τέτοια ενότητα ποιημάτων με τον τίτλο «Αναδρομή»  είναι που στεκόμαστε σήμερα, ενότητα που εκκινεί την τέταρτη συλλογή των Συνθέσεων του Μπάρα που εκδόθηκε το 1973, ενότητα που ανακαλεί μνήμες, εκδρομές κι εικόνες από την Κωνσταντινούπολη της παιδικής και νεανικής του ηλικίας. Η  “Εξερεύνηση “, κατά την άποψή μας το σπουδαιότερο και βαθύτερο ποίημα του Ρωμιού της Πόλης, είναι γραμμένη στον προσφιλή για τον Μπάρα ελευθερωμένο στίχο, τον οποίο και μεταπλάθει κατά το δοκούν είτε πεζολογικά είτε αυστηρά έμμετρα. Αποτελεί ποίημα χωρισμένο σε δύο ενότητες, με την μικρότερη σε έκταση πρώτη να λειτουργεί ουσιαστικά προλογικά εισάγοντας τον αναγνώστη στη βαθύτερη “περιπέτεια” της δεύτερης.

Το ποίημα θεωρητικά εξιστορεί την εντύπωση που προκάλεσε στην ψυχή του νεαρού εφηβικού ποιητικού υποκειμένου, η αποτυχημένη προσπάθεια του Φρίτσοφ Νάνσεν να κατακτήσει στα τέλη του 19ου αιώνα τον Βόρειο Πόλο.[7] Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πολλαπλά χρονικά επίπεδα πάνω στα οποία δομείται το ποίημα: α) η τριετής περίοδος 1893-96 που κράτησε το προαναφερθέν ταξίδι της “εξερεύνησης”, β) ένα μεταγενέστερο ημερολόγιο του Νάνσεν, γ) το οποίο διαβάζει στα ταραγμένα «τέλη καλοκαιριού τού ΄22» ο νεαρός Μπάρας, δ) καθώς φυσικά και η τριπλή απόσταση του –ώριμου πια– ποιητή από τα γεγονότα μισόν αιώνα μετά και στα 1970 όπου τοποθετείται η συγγραφή του ποιήματος. Στο προλογικό πρώτο μέρος, ο Μπάρας θυμάται το εποχικό κατώφλι της ενηλικίωσης και τα ερεθίσματα εκείνα που διαμόρφωσαν το υπόστρωμα της μετέπειτα ποιητικής του. Αξίζει να σταθούμε στην “αντικειμενικοφανή” θεωρητική υποστήριξη που δίνει για την αγάπη και την προτίμησή του στην ερημιά της απομόνωσης έναντι της έντασης και του “ορυμαγδού”, άξονα με τον οποίο προσεγγίζουμε εν γένει το ποίημα, μιας και κάτι αντίστοιχο πράττει κι εδώ με την απόφασή του να μιλήσει ψυχρά κι αποστασιοποιημένα για το 1922. Απορρίπτοντας, λοιπόν, την εξερεύνηση «με το ένα μάτι ανοιχτό», όπου «δεν βρίσκει κανείς καιρό με την ψυχή του να μιλήσει»  (αλίμονο! Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για του παλαμικούς Λύκους!), αντιπροτείνει «τ’ απέραντα οροπέδια των παγετώνων» –«προαύλια του διαστήματος» γι’ αυτόν–, στα οποία και μόνο είναι δυνατή η επικοινωνία με το είναι και τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Βαθύτερη είναι και η ουσία γενικότερα του ποιήματος που μόνο επιδερμικά έχει να κάνει με τον ίδιο τον Νάνσεν.

maxresdefaultΑς μην ξεχνάμε εδώ, βέβαια, και τη λογοκρισία της δικτατορίας, η οποία αποτέλεσε έναν παραπάνω λόγο για να μιλήσει διαμεσολαβημένα για μια αποτυχημένη κι εθνικά επιζήμια στρατιωτική εκστρατεία, σ’ ένα ποίημα σκληρής ενηλικίωσης και διάλυσης των πρωτόβγαλτων ονείρων, τόσο προσωπικών όσο και συλλογικών. Το καλοκαίρι, λοιπόν, του 1922 που από την αρχή του δεύτερου μέρους της «Εξερεύνησης» ο ποιητής ορίζει ως το «στερνό» του εφηβικό «που επέταξες μ’ οργή στη γη τα στάχυα / κι εκράτησες πριν φύγεις το μαχαίρι», ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης και της Ιωνίας ζει μέσα στον τρόμο και την αβεβαιότητα για το ίδιο του το μέλλον εξαιτίας της διαρκούς υποχώρησης του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο. Του ίδιου, μάλιστα, του Μπάρα, του μέλλεται αμέσως μετά την καταστροφή να αναχωρήσει από τον «παιδικό του παράδεισο», προς ώρας όμως τον βλέπουμε να βρίσκει διαφυγή από τα αμείλικτα αδιέξοδα στο παλιό του ημερολόγιο.

«Τρία χρόνια» κρατά το ταξίδι του πλοίου «Φραμ» στο Βορρά, καθόλου τυχαίο φυσικά με τα τρία χρόνια της περιόδου της βραχύβιας κατοχής της Σμύρνης από τον Ελληνικό Στρατό. Οι ομοιότητες στις δυο “εξερευνήσεις”, αυτήν του Βόρειου Πόλου κι εκείνη της Ανατολής, δεν σταματούν, όμως, εκεί. Έτσι, παρατηρούμε το ξεκίνημα της “υπερβόρειας” εκστρατείας να λαμβάνει χώρα «εν μέσω γενικού πανδαιμονίου / και με παλλαϊκάς επευφημίας» (λείπει, δηλαδή, μόνο ένας αντίστοιχος “Στεργιάδης” για να τους επιτηρεί), ενώ παράλληλα οι «δεμένοι θαλασσόλυκοι» ( που «μοιράζονται μαζί του αδελφωμένοι / τον πάγο, την ερμιά, την καταιγίδα») φέρνουν στο νου αναμφίβολα τους εμπόλεμους στρατιώτες. Τα δε υποστρώματα του νορβηγικού πλοίου («το χτίσανε γερά, μελετημένα / στου πάγου τα δαγκώματα ν’ αντέχει») συνεκδοχικά μπορούν να διαβαστούν και ως μια αντανάκλαση των ιδεολογικών βάσεων αυτού του εθνικού ιδεολογήματος. Σύντομα, όμως, όλες οι αρχικές προσδοκίες συντρίβονται. Το πλοίο Φραμ, όταν έρχεται ο άγριος χειμώνας του μαγνητικού πόλου, «στον πάγο απολιθώνεται μονήρες» (μόνο και χωρίς βοήθεια πια, όπως και η ελληνική εκστρατεία στις εσχατιές της Μικράς Ασίας – άλλωστε η «αρκούδα πεινασμένη τριγυρίζει» όπως γράφει ο Μπάρας, ίσως αποτυπώνοντας την εχθρική πια στάση της Σοβιετικής Ρωσίας έναντι στα ελληνικά συμφέροντα).

Οι σύντροφοι του Νάνσεν υπό αυτές τις συνθήκες λιποψυχούν. Αρχίζουν να θυμούνται «τα σπίτια τους μακριά στη Νορβηγία», «τη γυναίκα, τα παιδιά τους», χάνοντας το κουράγιο τους, κι η επερχόμενη νύχτα πια φαντάζει οριστική και «άσωστη». Στο σημείο αυτό, ο Αλέξανδρος Μπάρας σε μια από τις δυνατότερές του ποιητικά σκηνές αλλάζει το οπτικό πεδίο και μιλά ως εβδομηντάρης πια ποιητής προκαταλαμβάνοντας την εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας: «Χριστούγεννα, ας ορίσουνε κι οι φίλοι– / στ’ απρόσιτα όμως τέτοιου τώρα πλάτους / ποιο αντέχει περιστέρι να ’χουν στείλει; / –ο ασύρματος δεν βρέθηκεν ακόμη, / στα πρόθυρα αγωνίζεται ο Μαρκόνι / κι όσοι είναι μόνοι αληθινά είναι μόνοι…» Σα να έλεγε, π.χ., ο Καρυωτάκης «πώς να σωθούν οι φθισικοί, αφού ακόμη ο Φλέμινγκ δεν έχει ανακαλύψει την πενικιλίνη»! Τα χρονικά πεδία διαπλέκονται, η νεανική ειρωνεία του Μπάρα επανέρχεται, ενώ, μάλιστα, η όλη του πνευματική παραγωγή συντείνει στο συμπέρασμα πως ακόμα κι όταν ο Μαρκόνι τα “καταφέρει”, η ατομική και συλλογική μοναξιά του μοντέρνου, τεχνολογικού κόσμου περισσότερο θα γιγαντωθεί, παρά θα ελαττωθεί, καθιστώντας έτσι την τραγωδία κοινή και πανανθρώπινη, υπεράνω όλων των επικαιρικών συμφραζομένων.

Αφού ο Μαρκόνι δεν έχει ακόμα πετύχει, η μοιραία πορεία του Φραμ και –συνακόλουθα– των Ελλήνων είναι προδιαγεγραμμένη. Τότε, ο Νάνσεν αποφασίζει σε μια απονενοημένη πράξη να αφήσει το καράβι και –μονάχα μαζί με τον πιο πιστό του φίλο– να παλέψει να φτάσει με έλκηθρο στην εσχατιά της γης, μόνο για να δει και αυτή του την πράξη να καταδικάζεται στη συντριβή. Ο Νορβηγός θάβει «σταυρωμένο τ’ όνειρό του […] δίπλα σε σημαία» και παίρνει οριστικά κι αμετάκλητα το δρόμο της επιστροφής. Αντίστοιχα, ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας μετά την υποχώρηση του στρατού ξεριζώνεται από τις πατρογονικές του εστίες, ενώ ο νεαρός Μπάρας αναγκάζεται από τις συνθήκες και τα παρεπόμενα της καταστροφής στο δρόμο της φυγής από την Πόλη. Ο ηλικιωμένος Νορβηγός διπλωμάτης, μάλιστα, ο οποίος και προτείνει την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλήνων και Τούρκων το 1923 στη Λωζάνη δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Φρίτσοφ Νάνσεν (!), με τους ρόλους να έχουν αντιστραφεί και τη νέα ελληνική γενιά στη θέση του, καταδεικνύοντας έτσι πια προς πάσα κατεύθυνση και το πραγματικό νόημα του ποιήματος. Η ενηλικίωση έχει συντελεστεί πλήρως, μέσα και παράλληλα με τις δραματικές εξωτερικές συνθήκες. Όλα μέλλονται εντέλει να πάρουν το δρόμο τους σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, αλλά θα λάβουν χώρα σε έναν κόσμο “απομαγεμένο”: ο Βόρειος Πόλος θα κατακτηθεί λίγα χρόνια αργότερα αλλά από τον Αμούσντεν κι όχι από τον Νάνσεν,[8] η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη θα ακμάσουν αλλά ως τουρκικό πια έδαφος, ο ίδιος ο Μπάρας θα γυρίσει στην τελευταία αλλά ως διπλωμάτης Αναγνωστόπουλος[9] εργαζόμενος στο έδαφος μιας άλλης χώρας, ο Μαρκόνι θα εφεύρει τον ασύρματο σώζοντας ζωές και ταξίδια χωρίς όμως να έχει βοηθήσει τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους τη στιγμή που έπρεπε ώστε να έχει νόημα και συνοχή ο κόσμος. Τα όνειρα της νιότης θα μείνουν για πάντα θαμμένα: στο ημερολόγιο, στους βόρειους πάγους, στα χώματα της Μικράς Ασίας, η οποία και ήταν παρούσα σε όλο το ποίημα χωρίς ωστόσο στιγμή να έχει αναφερθεί.

Εκατό χρόνια μετά την ενηλικίωση του Μπάρα, η ελληνική ποίηση φαίνεται να έχει παγώσει κι αυτή στους δικούς της ιδιότυπους “παγετώνες”, σαν ένα χαλασμένο πικάπ που παίζει αενάως αποσπάσματα από το ίδιο, φθαρμένο πια βινύλιο και τα αναδιατάσσει τυχαία θαρρώντας ότι πρωτοτυπεί. Ίσως η συστηματική επανατοποθέτηση του έργου που έχει συντελεστεί πάνω στους σωστούς του άξονες να ήταν, βέβαια, μια καλή αρχή ώστε να αρχίσει ένα ξεκαθάρισμα και μια αναγκαία επαναδιευθέτηση πέραν των εκάστοτε συγκυριακών στοχεύσεων. Ακόμα κι αν προκαλεί τη θυμηδία μέσα στον κυκεώνα των αντιμαχόμενων φωνών του διαρκώς αποθεωμένου “τώρα” κάποιος πρέπει να το κάνει, άμεσα όμως κι όχι μισόν αιώνα μετά και διαμεσολαβημένα όπως ο –σε κάθε περίπτωση αξιοπρεπέστατος– ποιητής που εξετάσαμε. Εξάλλου, κάπως πρέπει κι εμείς να προχωρήσουμε και να δημιουργήσουμε μέχρι να βρεθεί ένας “νέος Μαρκόνι” για να δημιουργήσει εκείνο τον απαραίτητο δίαυλο επικοινωνίας και για να στείλει –όπως θα ‘λεγε κι ο συγγενικός στη γραφή του Μπάρα Ν. Καββαδίας– «το S.O.S»…[10]

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ


Σημειώσεις:

[1] Βλ.: Θάνος Γιαννούδης, «Γαλήνη του κόσμου κι ειρήνη: Οι Λύκοι του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη»: https://neoplanodion.gr/2018/10/17/%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B9-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7-o%CE%B9-%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CE%B9/ (τελ. προσπέλαση: 3/3/2019).

[2] Όπως αποδείχτηκε περίτρανα τα τελευταία χρόνια από το δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη για τον Καβάφη (Κώστας Κουτσουρέλης, Κ. Π. Καβάφης, Μελάνι, Αθήνα 2013) από τη συνακόλουθη θύελλα αντιδράσεων που προκάλεσε.

[3] Βλ.: Κώστας Στεργιόπουλος (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία-Γραμματολογία, τ. Γ’ : Η ανανεωμένη παράδοση, Σοκόλης, Αθήνα 2000, σσ. 482-501.

[4] Κάτι που έχει επισημάνει και ο Στεργιόπουλος, βλ. Κ. Στεργιόπουλος (επιμ.), ό.π. (σημ. 3), σ. 484.

[5] Έχει γράψει και αμιγή έμμετρα ποιήματα που αγγίζουν τη μορφική τελειότητα, επομένως καθίσταται σαφές πως πρόκειται για βαθύ γνώστη που κάνει απλά τη συνειδητή επιλογή να “παίξει” με το μέτρο και τη ρίμα.

[6] Βλ.: Αλέξανδρος Μπάρας, Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση, Πρόσπερος, Αθήνα 1986.

[7] Για τον αγώνα αυτόν του Νάνσεν που θεωρείται σήμερα στη Νορβηγία εθνικός ήρωας, βλ.: «Το έπος του Φρίτσοφ Νάνσεν στους πάγους», (25/12/2008) στο: https://www.tovima.gr/2008/12/25/society/to-epos-toy-fritsof-nansen-stoys-pagoys/, (τελ. προσπέλαση: 3/3/2019).

[8] Βλ.: «Η κατάκτηση του Βόρειου Πόλου και η περιπέτεια σε ένα παγόβουνο εμπειρίας», (8/8/2009), στο: http://www.kathimerini.gr/366163/article/epikairothta/kosmos/h-katakthsh-toy-voreioy-poloy-kai-h-peripeteia-se-ena-pagovoyno, (τελ. προσπέλαση: 3/3/2019).

[9] Το πραγματικό όνομα του ποιητή.

[10] Νίκος Καββαδίας, «Black and White»: Πούσι, Άγρα, Αθήνα 2008 [18η ανατύπωση], σσ. 19-20.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 17. Αυγή Λίλλη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Αὐγὴ Λίλλη

(Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ἕνα σωσίβιο, Λευκωσία, Ἀρμίδα, 2011)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Στὸ μπάρ

Ντύνομαι βιαστικά.
Τραβῶ δυὸ μαῦρες γραμμὲς στὰ μάτια μου.
Φορῶ τὸ ἀγαπημένο μου τζάκετ.
Κατεβαίνω κέντρο καὶ
μπαίνω στὸ μπὰρ ποὺ συχνάζω.
Δὲν χρειάζεται κὰν νὰ παραγγείλω.
Μὲ ξέρουν πολλοί,
ἀλλὰ κανεὶς δὲν μὲ γνωρίζει.
Πίνω
καπνίζω
χορεύω σὰν ἠλίθια
περιμένοντας μιὰ φωνὴ γιὰ νὰ οὐρλιάξω.
Ὅλοι μὲ βλέπουν καὶ χαμογελοῦν,
ἄλλοι χειροκροτοῦν.
Γελῶ κι ἐγὼ μαζί τους.
Εἶμαι πολὺ καλὴ
μὲ αὐτὰ ποὺ φοράω,
γιατὶ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει ὅτι
ἐγὼ
θέλω ἁπλῶς νὰ ξαπλώσω στὸ ξύλινο δάπεδο
καὶ νὰ πεθάνω.

~.~

(Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα, Λάρισα, Θράκα, 2018)

26994039_1807708152586974_1526944588332815333_n

Σονετ-

Ὅλοι οἱ ἐραστές μου πέθαναν
κι ἐγὼ ἀκόμα
μὲ τὶς πιτζάμες,
ὠτοασπίδες φοράω
τὸν χρόνο νὰ κλείσω ἀπ’ ἔξω,
μὲ γιαούρτι καὶ λεμόνι ἢ ἀσπιρίνη
νὰ μὲ σώσω
ἀπὸ πανάδες, μνήμη καὶ χοληστερόλη,
τὸν πόνο νὰ λογαριάσω
στὸ κεφαλάρι τρίλιζα
τὶς προθέσεις μου νὰ διαγράψω –
μόλις ποὺ προλαβαίνω δηλαδὴ
νὰ πάρω τὰ αἵματα, 
κοντολογὶς
ἕνα σονέτο νὰ γράψω μόνο,
ἕνα σονέτο νὰ γράψω
μόνο.


Ἡ Αὐγὴ Λίλλη γεννήθηκε τὸ 1980. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Λευκωσία. Ἔχει γράψει δραματικοὺς μονολόγους γιὰ τὸ θέατρο, σενάρια γιὰ ταινίες μικροῦ μήκους κι ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ἕνα σωσίβιο (2011) και Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα (2018).

Ο αδερφός του Τζον Ντάφι

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Κανονικά, αυτή την ιστορία δεν θα έπρεπε να την γράψουμε ή να την πούμε καθόλου. Με το να την γράψουμε ή με το να την πούμε την καταστρέφουμε. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που βίωσε την παράξενη εμπειρία για την οποία πρόκειται να μιλήσουμε δεν ανέφερε ποτέ σε κανέναν το παραμικρό και το γεγονός ότι κράτησε το μυστικό του επτασφράγιστο στη μνήμη του είναι όλο το ζουμί της ιστορίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ευθύς εξαρχής τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόμαστε – ότι είναι παράλογο να πούμε εμείς την ιστορία, παράλογο να να την ακούσει κανείς και αδιανόητο να περιμένουμε πως κάποιος θα την πιστέψει.

Εντούτοις, θα κάνουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο μια χάρη. Θα συγκρατηθούμε και δεν θα αναφέρουμε το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να πούμε το μυστικό του επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει να κοιτά τους φίλους του στα μάτια. Μπορούμε πάντως να πούμε πως το επώνυμό του είναι Ντάφι. Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες με το επώνυμο Ντάφι στον κόσμο∙ ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ένας νέος Ντάφι θα κάνει πιθανότατα την εμφάνισή του σε κάποια γωνιά του πλανήτη. Μπορούμε ακόμη ακόμη να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε ότι είναι ο αδερφός του Τζον Ντάφι. Δεν προδίδουμε κάτι λέγοντάς το, διότι αν υπάρχουν εκατό μόνον άνθρωποι με το ονοματεπώνυμο Τζον Ντάφι, ακόμη κι αν δεχόμασταν πως θα μπορούσε να βρεθεί και να ερωτηθεί ο καθένας χωριστά από αυτούς, δεν θα ερχόταν στο φως τίποτα το ντροπιαστικό. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος Τζον Ντάφι δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του, δεν εγκατέλειψε ποτέ το κρεβάτι του, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν όσο έζησε και δεν τον είδε παρά μονάχα ένας άνθρωπος. Και το όνομα αυτού Γκάμλι. Ο Γκάμλι ήταν γιατρός. Ήταν παρών κατά τη γέννηση του Τζον Ντάφι όπως και κατά τη στιγμή του θανάτου του, μια ώρα αργότερα.

Ο αδερφός του Τζον Ντάφι ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα ύψωμα στο Ίντσικορ. Το πρωί, καθώς ντυνόταν, είχε τη δυνατότητα να ατενίσει την πλατιά κοιλάδα του ποταμού Λίφι στη μια άκρη, τις πλαγιές του πάρκου Φοίνιξ στην άλλη, και να γαληνέψει. Ο ποταμός σπανίως ήταν ορατός, όμως τα πρωινά που είχε ήλιο φαινόταν σαν μακρύ απαστράπτον δόρυ στην παλάμη της κοιλάδας. Έμοιαζε με αξιοσέβαστο παντρεμένο κύριο που μπαίνει βιαστικά στο Δουβλίνο για δουλειά.

Κάποιες φορές ο αδερφός του Τζον Ντάφι έφερνε κατά νου το ότι το ρολόι του πηγαίνει μπροστά κι έτσι περνούσε μια στιγμή ραστώνης με το τηλεσκόπιο του πατέρα του, να κοιτά την κοιλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με μάτι αετού. Το χωριό Τσαπελίζοντ βρισκόταν στα αριστερά, σχεδόν καλυμμένο στο βάθος, όμως κάθε πρωί οι κάτοικοι σήκωναν νωχελικά –το έκαναν θαρρείς για να επωφεληθεί ο κύριος Ντάφι– ένα σύννεφο καπνού για να δείξουν ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκονταν.

Ο φακός του κυρίου Ντάφι συνήθως στεκόταν ακίνητος μόλις εντόπιζε τη μορφή ενός άντρα ο οποίος περπατούσε βιαστικά στα ψηλότερα σημεία του πάρκου και χανόταν από το οπτικό πεδίο κατευθυνόμενος προς το φρούριο Μαγκαζίν. Ένα μικρό λευκό τεριέ χοροπηδούσε μπροστά του και κατά διαστήματα επιτάχυνε για να τον προσπεράσει, αφού πρώτα είχε χασομερήσει κάπου πίσω του.

Ο άντρας κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα εργαλείο το οποίο στην αρχή ο κύριος Ντάφι το πέρασε για πυροβόλο όπλο ή επαναληπτική καραμπίνα, όμως κάποιο πρωινό o άντρας βαστώντας το απ’ την άκρη χτυπούσε ζωηρά μ’ αυτό τα βαρέλια κάτω στο δάπεδο καθώς περπατούσε, και τότε φανερώθηκε στον κύριο Ντάφι –ο οποίος ένιωσε ορισμένη απογοήτευση– ότι το αντικείμενο ήταν μπαστούνι.

Τον άντρα έτυχε να τον λένε Μάρτιν Σμάλεν. Ήταν συνταξιούχος μηχανοδηγός και ζούσε ήσυχα μαζί με τη λεπτεπίλεπτη αδερφή του στο Πάρκγκειτ, στον αριθμό 4 της οδού Κάνον Ρόου. Ο κύριος Ντάφι δεν ήξερε πώς τον λένε και δεν αξιώθηκε ποτέ να τον συναντήσει ή να βρεθεί στην ευχάριστη θέση να τον γνωρίσει, ίσως όμως αξίζει να αναφέρουμε πως οι δυο τους κάποτε στάθηκαν δίπλα δίπλα στη μπάρα μιας παμπ στην οδό Λιτλ Ίστερ, χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ολότελα ξένοι. Ο κύριος Σμάλεν παρήγγειλε ουίσκι κι ο κύριος Ντάφι μπίρα.

Την αδερφή του κυρίου Σμάλεν την έλεγαν όχι Σμάλεν αλλά Γκόγκινς, χήρα του εκλιπόντος Πολ Γκόγκινς, χονδρεμπόρου υφασμάτων. Ο κύριος Ντάφι ούτε που την είχε ακουστά. Αυτή πάλι είχε έναν ξάδερφο που λεγόταν Λίο Κορ κι ο οποίος είχε απασχολήσει την αστυνομία. Το 1924 καταδικάστηκε σε κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα για κατασκευή πλαστών νομισμάτων. Η κυρία Γκόγκινς δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, είχε όμως ακούσει γι’ αυτόν πως μετανάστευσε στο Λάμπραντορ με το που αφέθηκε ελεύθερος.

Λίγα λόγια για το τηλεσκόπιο. Μια περίεργη ιστορία συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του∙ Ντάφι κι αυτός, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού. Παρ’ ότι δεν καρπώθηκε τα οφέλη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης –στην πραγματικότητα μπάρκαρε στα δεκαέξι του εξαιτίας ενός περιστατικού που συνέβη λόγω ατελούς κατανόησης της σεξουαλικής σχέσης– είχε τη στόφα λογίου και συχνά περνούσε τα απογεύματα των αδειών του στη στεριά μόνος στην τραπεζαρία του σπιτιού του να φυλλομετρά με χαρά κάποιο βιβλίο του Ομήρου ή να υπομνηματίζει τα όχι καλά λατινικά του Αγγελικού Δασκάλου [Θωμά Ακινάτη] και να μειδιά, φανερώνοντας έτσι την πολυμάθειά του. Την 4η Ιουλίου του 1927 στις τέσσερις η ώρα, κι ενώ ήταν στην τραπεζαρία, έχασε τα λογικά του. Το ίδιο εκείνο σούρουπο, στις οχτώ η ώρα, τέσσερις άντρες έφτασαν με ένα φορτηγάκι, τον πήραν από τη χώρα του θανάτου και τον μετέφεραν σε κάποιο μέρος στο οποίο θα ήταν υπό περιορισμό για το δικό του καλό.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι πολλά από τα προαναφερθέντα δεν έχουν στην πραγματικότητα και μεγάλη σχέση με την ιστορία του αδερφού του Τζον Ντάφι, όμως η μοντέρνα γραφή –υπάρχει αυτή η ελπίδα– έχει περάσει από το στάδιο κατά το οποία απλά συμβάντα παρατίθενται στο κενό δίχως κάποια ένδειξη ως προς τα ψυχολογικά και γενεσιουργά αίτιά τους τα οποία δουλεύουν στο βάθος. Έχοντας πάντως πει τόσα πολλά, ας μας επιτραπεί να καταγράψουμε τώρα εν συντομία τη φύση της περιπέτειας του αδερφού του Τζον Ντάφι.

Κάποιο πρωί σηκώθηκε –ήταν 9 Μαρτίου του 1932–, ντύθηκε και ετοίμασε το πρωινό του για να φύγει. Αμέσως μετά τον κυρίευσε η παράξενη ιδέα πως είναι τρένο. Καμιά εξήγηση δεν στέκει να επιχειρήσουμε να δώσουμε. Στα αγοράκια ενίοτε αρέσει να παριστάνουν πως είναι τρένα κι υπάρχουν στον κόσμο κάτι χοντρές γυναίκες που από μακριά μοιάζουν λιγάκι με τρένα. Μα ο αδερφός του Τζον Ντάφι ήταν βέβαιος πως είναι τρένο –μεγάλο σε μάκρος, βροντερό κι αχανές, πως απ’ τα πόδια του βγαίνει με κρότο λευκός καπνός και πως μακρόστενα φυσερά έρχονται ρυθμικά απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν το φουγάρο του.

Συν τοις άλλοις, ήταν βέβαιος πως είναι ένα συγκεκριμένο τρένο, το τρένο των 9.20 για Δουβλίνο. Ο σταθμός του ήταν η κρεβατοκάμαρα. Στεκόταν εντελώς ακίνητος για είκοσι λεπτά, γνωρίζοντας πως τα καλά τρένα είναι πάντοτε στην ώρα τους τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη. Έριχνε συχνά πυκνά ματιές στο ρολόι του ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν θα του περάσει η ώρα χωρίς να το προσέξει. Το ρολόι του έφερε πάνω του τις λέξεις «αντικραδασμικό» και «σιδηροδρομικός χρονομέτρης».

Στις 9.20 ακριβώς εξέπεμπψε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, έθεσε σε κίνηση τη μεγάλη μεταλλική μάζα του και αναχώρησε για την πόλη με ορμή αφήνοντας πίσω του καπνό. Το τρένο έφτασε δίχως καμιά καθυστέρηση στον προορισμό του, ο οποίος ήταν το γραφείο των κ.κ. Πόλτερ και Πόλτερ, νομικών συμβούλων και υπευθύνων λήψης ένορκων βεβαιώσεων. Για προφανείς λόγους, η επωνυμία της εταιρείας είναι επινοημένη. Μέσα στο γραφείο βρίσκονταν δύο άντρες, ο γηραιός κύριος Κράνμπερι κι ο νεαρός κύριος Χοτζ. Αμφότεροι ήταν υπάλληλοι κι αμφότεροι λογοδοτούσαν στον αδερφό του Τζον Ντάφι. Φυσικά, και των δύο τα επώνυμα τα έχουμε φανταστεί.

«Καλημέρα κ. Ντάφι.», είπε ο κ. Κράνμπερι. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ευγενέστατος κι είχε γίνει κατακίτρινος υπηρετώντας την εταιρεία.

Ο κ. Ντάφι τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν το βλέπεις ότι είμαι τρένο;», είπε. «Γιατί με αποκαλείς κ. Ντάφι;»

Ο κ. Κράνμπερι γέλασε κι έκλεισε το μάτι στον κ. Χοτζ, ο οποίος καθόταν έτσι νεαρός, περιποιημένος κι ευπαρουσίαστος πίσω από τη γραφομηχανή του.

«Εντάξει, κ. Τρένο.», είπε. «Κρύο σήμερα το πρωί, κύριε. Δύσκολο να ανεβάσετε ατμό ως επάνω κάτι τέτοια κρύα πρωινά, κύριε.»

«Δεν είναι εύκολο.», είπε ο κ. Ντάφι. Κατευθύνθηκε με χάρη στην καρέκλα του πιο πέρα και περίμενε υπομονετικά τους υπαλλήλους της εταιρείας να έρθουν να τον αποσυναρμολογήσουν όπως πρέπει. Ο κ. Χοτζ κρυφογελούσε πίσω απ’ τα στόρια του.

«Τίποτα φτηνές εκδρομές, κύριε;», ρώτησε.

«Όχι.», απάντησε ο κ. Ντάφι. «Υπάρχουν, φυσικά, ετήσια εισιτήρια.»

«Τρίτης και τέταρτης θέσης να υποθέσω, κύριε;»

«Όχι.», είπε ο κ. Ντάφι. «Προς επίρρωση των θέσεων του Χερ Μαρξ όλες οι ταξικές διακρίσεις στον τροχαίο εξοπλισμό του σιδηροδρομικού οργανισμού καταργήθηκαν.»

«Α, μάλιστα.», είπε ο κ. Κράνμπερι.

«Αυτό είναι κομμουνισμός.», είπε ο κ. Χοτζ.

«Εννοεί», είπε ο κ. Κράνμπερι, «ότι τώρα υπάρχει μόνο πρώτη θέση.»

«Πόσους τροχούς έχει η μηχανή σας;», ρώτησε ο κ. Χοτζ. «Τρεις μεγάλους;»

«Δεν είμαι εμπορευματική αμαξοστοιχία», είπε δηκτικά ο κ. Ντάφι. «Ο σχηματισμός στην επιβατική αμαξοστοιχία είναι τέσσερις-τέσσερις-δύο – δύο μεγάλοι κινητήριοι τροχοί σε κάθε πλευρά οι οποίοι ασφαλώς συνοδεύονται από ένα τρέιλερ με τέσσερις τροχούς στο μπροστινό μέρος και δύο μικρούς τροχούς στη θέση του οδηγού. Γιατί ρωτάς;»

«Είναι η αποβάθρα στη μέση.», είπε ο κ. Κράνμπερι. «Δεν βλέπει καθαρά.»

«Α, ναι, έχεις δίκιο.», είπε ο κ. Ντάφι. «Το ξέχασα.»

«Να υποθέσω πως χρησιμοποιείτε πολύ κάρβουνο;», είπε ο κ. Χοτζ.

«Περίπου μισό τόνο για κάθε τριάντα μίλια.», είπε αργά ο κ. Ντάφι, ελέγχοντας από μέσα του την κατανάλωση του συγκεκριμένου πρωινού. «Όπως θα φαντάζεστε κι αν ακόμη δεν σας το πω, το συνεχές σταμάτα-ξεκίνα στους προαστιακούς σταθμούς με εξαντλεί.»

«Είμαι σίγουρος», είπε συμπονετικά ο κ. Χοτζ.

Συνέχισαν να συνομιλούν κάπως έτσι για μισή ώρα ώσπου κατέφτασε ο κ. Πόλτερ ο πρεσβύτερος και κατευθύνθηκε σοβαρός σοβαρός στο γραφείο του στο βάθος. Με το που συνέβη αυτό η συζήτηση έφτασε στο τέλος της. Δεν ακούστηκαν και πολλά ακόμη ως την ώρα του γεύματος πέρα από τον γρατζουνιστό ήχο της πένας στο χαρτί κι από τους ακανόνιστους ήχους των πλήκτρων της γραφομηχανής.

Ο αδερφός του Τζον Ντάφι έφευγε πάντοτε απ’ το γραφείο στη μιάμιση και πήγαινε στο σπίτι για να γευματίσει. Κατά συνέπεια, ξεκινούσε να ανεβάζει ατμό στη μία παρά τέταρτο ούτως ώστε να μην υπάρχει καθυστέρηση στην ώρα της αναχώρησης. Κάθε φορά που ο «σιδηροδρομικός χρονομέτρης» έλεγε ότι είναι μιάμιση, έβγαζε ακόμη ένα στριγκό σφύριγμα κι έβγαινε ατμοκίνητος από το γραφείο αργά αργά δίχως να ανταλλάσσει ούτε κουβέντα ούτε ματιά με τους συναδέλφους του. Έφτανε στο σπίτι του ακριβώς στην ώρα του.

Πλησιάζουμε τώρα στο πλέον σημαντικό σημείο της πλοκής, στο περιστατικό που δίνει νόημα σε ολόκληρη την ιστορία. Στη μέση του γεύματός του ο αδερφός του Τζον Ντάφι ένιωσε κάτι σπουδαίο, κάτι παράδοξο, βαρυσήμαντο και μαγικό να συμβαίνει μες στο μυαλό του, κάποια υπέρμετρη ένταση να μαλακώνει, άπλετο φως να πλημμυρίζει έναν τόπο που ήταν ως τότε σκοτεινός. Τα μαχαιροπίρουνα έπεσαν απ’ τα χέρια του και κάθισε εκεί κάμποση ώρα με απελπισμένο βλέμμα∙ μια μπουκιά πατάτες παραμελημένη μες στο στόμα του. Στη συνέχεια κατάπιε, σηκώθηκε χωρίς δυνάμεις από το τραπέζι και περπάτησε ως το παράθυρο, σκουπίζοντας τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να τρέχει στο μέτωπό του.

Έστρεψε το βλέμμα του έξω στο φως της μέρας, όχι πια τρένο αλλά άνθρωπος κατατρομαγμένος. Ξανάφερε στο νου του ολόκληρο το πρωινό του σπιθαμή προς σπιθαμή. Εξ όσων θυμόταν δεν είχε σκοτώσει κανέναν, δεν είχε βρίσει κανέναν, δεν είχε σπάσει τίποτα παράθυρα. Μονάχα είχε μιλήσει με τον Κράνμπερι και τον Χοτζ. Κάτω στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχε κανένα σκοτεινό φορτηγάκι που να το λυμαίνονται άνθρωποι με στολές. Κάθισε ξανά κάτω, συντετριμμένος, δίπλα στο μισοτελειωμένο γεύμα.

Ο αδερφός του Τζον Ντάφι ήταν οπωσδήποτε θαρραλέος. Όταν γύρισε πίσω στο γραφείο είχε κατεβάσει λίγο ουίσκι στο στομάχι του κι ήταν σούρουπο, πιο αργά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ο Χοτζ κι ο Κράνμπερι έμοιαζαν απορροφημένοι στις επιστολές τους. Κρέμασε το καπέλο του ανέμελα και είπε:

«Φοβάμαι πως το τρένο άργησε λιγάκι να γυρίσει πίσω.»

Κάτω από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα έριξε ένα κοφτερό βλέμμα στο πρόσωπο του Κράνμπερι. Νόμισε πως είδε ένα αμυδρό χαμόγελο να περνά φευγαλέα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ηλικιωμένου την ώρα που αυτά παρέμεναν βυθισμένα σε μια κόλλα χαρτί. Το χαμόγελο έμοιαζε να σημαίνει πως αυτό το ίδιο πρωινό αστείο δεν ήταν αρκετά καλό λίγες ώρες αργότερα. Ο Χοτζ σηκώθηκε απότομα στη γωνιά του και κατευθύνθηκε ήσυχα στο γραφείο του κ. Πόλτερ κουβαλώντας μαζί του τις επιστολές του. Ο αδερφός του Τζον Ντάφι αναστέναξε και κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο του.

Εκείνη τη νύχτα, όταν έφυγε από το γραφείο, η καρδιά του ζύγιζε λιγότερο και πίστεψε πως έχει βρει μια καλή δικαιολογία για να αγοράσει κι άλλο αλκοόλ. Κανένας δεν ήξερε το μυστικό του παρά μόνον ο ίδιος και κανείς άλλος δεν επρόκειτο ποτέ να το μάθει.

Θεραπεύτηκε πλήρως. Το παράξενο νόσημα δεν επέστρεψε ποτέ. Ακόμα και σήμερα πάντως, ο αδερφός του Τζον Ντάφι εμφανίζεται στη σήραγγα στον ποταμό Λίφι με το βουητό των τρένων και στέκει ριζωμένος στο έδαφος όποτε συναντά ισόπεδη διάβαση – σιωπηλός, που λέει ο λόγος, επάνω σε μια κορυφή στο Ντέριεν.

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

Flann O’Brien, The Short Fiction of Flann O’Brien, Σαμπέιν / Λονδίνο / Δουβλίνο, Dalkey Archive Press, 2013 [πρώτη δημοσίευση: Irish Digest (Ιούν. 1940), σ. 69–73 και (με λίγες αλλά σημαντικές διαφορές) Story: The Magazine of the Short Story (Ιούλ.-Αύγ. 1941), σ. 65–68].

Φλαν Ο’Μπράιαν (1911, Κάουντι Τιρόουν – 1966, Δουβλίνο). Ιρλανδός συγγραφέας του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μπράιαν Ο’Νόλαν. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος και έγραψε (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα και σατιρικά κείμενα διατηρώντας για χρόνια στήλη στην εφημερίδα The Irish Times) –με διάφορα ψευδώνυμα– στα αγγλικά αλλά και στα ιρλανδικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Ο τρίτος αστυφύλακας (Αλεξάνδρεια, 2008) σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.

Νικόλας Κακατσάκης, Τρία ποιήματα

1280px-PairOfMules

Βιβλιοθήκη

Με την παλάμη ελαφρά απλωμένη
πάνω στο εξώφυλλο
αποστηθίζω το περιεχόμενο.
Με το νύχι δικάζω στις σελίδες
αναγιγνώσκω  την ποινή που η τύχη ίσως διάλεξε.
Η βιβλιοθήκη μου είναι ο καρμικός μου καθρέφτης.
Τις ράχες, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών, με τα ακροδάχτυλα ακουμπώ
και σεμνά φιλώ.
Ότι υπήρξα γενναίος αγοραστής βιβλίων αλλά όχι μεταπωλητής, το ξέρω
και μου έχει μείνει φυρά για αυριανά διαβάσματα.
Μερικά κρυστάλλινα ποτήρια που δεν χώραγαν στο ντουλάπι
στάζουν στα ράφια ηδύποτο με γεύση από γάλα.
Άρωμα από σκελίδες πορτοκάλια, μαζί με το φρούδι,
υπενθυμίζει ότι πνευματικά δικαιώματα
δεν έχουν οι νεκροί
– ποτ πουρί για χρόνια κλειστό στα ερμητικά τζάμια.
Βιάζομαι λοιπόν και αποφασίζω
να μην γεμίσω υποσημειώσεις τα κείμενα
να μην τσακίσω τις σελίδες στην δεξιά γωνία
με τρίγωνα πανιά να μην ταξιδέψω
στην θάλασσα των φιλικών συγγραφέων
και οι σελιδοδείκτες των ποιητών πέφτουν,
δαίμονες σε αχρηστία.
Όταν μια μέρα τρελάθηκα
άνοιγα τις βιτρίνες για ν’ αεριστούν τα βιβλία
από τον φόβο ότι τα λερώνουν
έντομα και μύκητες.
Παρακάλεσα τον αέρα να μπει από τ’ ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού
να ζωντανέψει την γνώση και την τέχνη
που κτήμα δικό μου θεωρώ,
κάθε τόμος κι αξίωμα.
Ουρλιάζουν οι τίτλοι γιατί δεν έχουν μάτια να δουν
και αυτιά ν’ ακούσουν,
δεν με αναγνωρίζουν
για αυθεντία ούτε για αφέντη.

~.~

Το Άλογο

Δεν ξέρεις πόσο όμορφα θα ένιωθα αγαπητέ
αν μου ανήκε ένα άσπρο άλογο,
να το έχω για δικό μου άνθρωπο.
Το άλογο ξυστρίζω και για τις οπλές του νοιάζομαι,
χτενίζω με την βούρτσα χαίτη και ουρά
κι απ’ τον λαιμό έως τα πλευρά
με ανοιχτή παλάμη θωπεύω.
Σκεπάζω τ’ άλογο με την παλιά κουβέρτα
και την αρματωσιά του
σέλα και χάμουρα, στολισμένα φυλαχτά
ακουμπώ προσεκτικά στην μάντρα.
Το περήφανο άτι τώρα έχω για θεό
γιατί έφιππος στην Μικρασία κάλπασα
να δω όλη την γη που περιουσία μου ήταν και κληρονομιά
και για να φθάσουμε ως εκεί που τα κτήματα τελειώναν
βάλαμε σημάδια στα δυο ποτάμια
και κοιμηθήκαμε μέσα στην σύναξη των αστεριών.

Στην διανυκτέρευση μου αυτή εφιάλτη είδα
το παππού μου πρόσφυγα να ψάχνει τ’ αδέρφια του
στους δρόμους απ’ όπου είχα περάσει
και σου μεταφέρω το λόγια του
πως κι ο Οδυσσέας
την Τροία για ν’ αλώσει
τον Δούρειο μηχανεύτηκε
το πελώριο κούφιο Άλογο
αλλά για την απάτη του αυτή
ζημιώθηκε απ’ τους θεούς στου νόστου το ταξίδι.

Άλλωστε  και τον Διομήδη τον Θρακιώτη
όταν απ’ τον Ηρακλή νικήθηκε
τα θαυμαστά κι άγρια άλογα του,
ίδιες οι κόρες του μεταμορφωμένες,
κατασπαράξαν.

~.~

 

Βωμός

Στην πέτρα την μονή και την μόνη λιόδεντρα κυκλωμένη,
που κερασφόρου θεού βάθρο
και βωμός, καρπών κι αίματος, στεκόταν
ο Φαύνος, παίζοντας ωραία,
το σουραύλι, την φλογέρα
διαλέγει την ανοιξιάτικη μέρα κι ανεβαίνει
ανεμίζοντας αλόγου χαίτη και ουρά
και με τις οπλές τα σαπρόφυτα που ήταν καλυμμένη
σαλεύει  με χλιμιντρίσματα
και των μυγών το βουητό.
Στα σάπια φρούτα της θυσίας, τάματα και προσφορές κι αποκαΐδια
Νύμφες κι Αμαδρυάδες τον ζητούν  στο σμίξιμο
του Έρωτα.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 16. Δανάη Σιώζιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Δανάη Σιώζιου

(Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2016)

10338759_329864053829339_6072563862714354427_n

Ὕπνος μικρός

Ξεχωρίζει μὲ κλειστὰ μάτια
τὸ σούρσιμο τοῦ φιδιοῦ
ἀπὸ τῆς σαύρας

διαφορετικὰ βαραίνει πάνω του
τὸ φύλλο τῆς καστανιᾶς
ἀπὸ τῆς κερασιᾶς.

Δὲν κινδυνεύει ὁ λιλιπούτειος κόσμος
ἀπὸ τὸ σῶμα του
μικρὸ καὶ ἐλαφρὺ πολύ

λαγοκοιμᾶται
πάνω στὸ νερὸ χορτάρι
συμφιλιωμένο μὲ τὸ χῶμα

κανένα ἀπὸ τὰ δύο
δὲν τὸ διεκδικεῖ
ἀκόμα.

~.~

Ἡ ρίζα

Συχνὰ ὁραματίζεται ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα
σὰν ἄσκηση χαλάρωσης.

«Κράτησέ μου τὸ κεφάλι», μὲ παρακαλεῖ,
«πρέπει νὰ μοῦ κρατήσεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὸ πιέσεις».
Τὸν διαβεβαιώνω πὼς δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα μὲ τὸ κεφάλι.
Στὴν πραγματικότητα τὸ φαντάζομαι ἀνοιγμένο,
νὰ τὸ ἐξερευνῶ μὲ τὸ δάχτυλο, μὲ ἕνα μικροσκόπιο
γιὰ μάτι.

Ὁραματιζόμαστε ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα.

Βρισκόμαστε τώρα στὸ βυθό
ἐκεῖ κάτι καίγεται.

~.~

Πιερότοι

Ποὺ ἤμασταν παχουλὰ μωρὰ
ποτὲ δὲν μᾶς τὸ συγχώρεσαν
μᾶς τσιμποῦσαν τὰ μάγουλα
μᾶς στρίμωχναν σὲ διχτυωτὰ πάρκα
μὲ κόπο σκαρφαλώσαμε
κι ὅταν ἐπιτέλους γλιτώσαμε
δὲν ξαναβάλαμε
ποτὲ πιὰ συνολάκια.


Ἡ Δανάη Σιώζιου γεννήθηκε τὸ 1987. Μεγάλωσε στὴν Καρλρούη καὶ στὴν Καρδίτσα. Ὑπῆρξε συνεκδότρια καὶ μέλος τῆς ὀμάδας τοῦ περιοδικοῦ Τεφλόν. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο: Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια (2016).

Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, Τσιν (μια επιλογή)

«Πώς σε λένε είπαμε», με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.

~ . ~

Κάθε πρωί
Η ίδια διαδρομή
Με το ίδιο τρένο
Πλάι στους ίδιους αγνώστους
Κι ο Τσιν
Αυτός ο δήθεν νεωτεριστής
Να κάνει ακριβώς
Το ίδιο
~ . ~
Σήμερα ο Τσιν πειραματίστηκε.
Κάθισε για άλλη μια φορά σπίτι του.
~ . ~
Αυτός ήταν,
έλεγες στον Τσιν,
Ο πιο μεγάλος σου έρωτας.
Και μάλλον
έρωτας
δεν ξέρεις
τι θα πει.
~ . ~
Αν το σώμα σου είναι εύπλαστο
Όπως ο Τσιν θυμάται
Και τα δυο σου πορτοκάλια
Κυρτώνουν γαλλικά προς τα επάνω
Αν τα πόδια σου λάμπουν σαν δυο
ασπρουλιάρικες λαμπάδες
Και τα χέρια σου δυο κλαδιά βασιλικού
Αν τα μαλλιά σου πέφτουν ως τη γη
Και σκουπίζουν αδιάκοπα
την ατσούμπαλη σου κίνηση
Και αν τα απόκρυφα σου σημεία
Μοιάζουν ακόμη με τα πιο παρθένα δάση
~ . ~
Έχει τις μαύρες του
Έξω φυσάει
Ψιλoβρέχει
Και το κρύο μπαίνει μέσα
Από τα τρύπια κουφώματα
Της οδού Λομβάρδου
Διαβάζει πράγματα που δεν θα έπρεπε
Γραμμένα από ανθρώπους που πρέπει
Και κοιτάει πέρα από την οθόνη
Ο Τσιν
Αυτός ο γέρο σκύλος
Μυξοκλαίει
~ . ~
Στο δρόμο δεν έβλεπε
Τίποτε
Ούτε ανθρώπους
Ούτε αυτοκίνητα
Τίποτε
Ο Τσιν
Μια φιγούρα της επαρχίας
Περπατούσε σκυθρωπός
Ενώ σκεφτόταν όλα όσα είχαν πάει λάθος
~ . ~
( Ο Τσιν είπε πως )
Βρίζοντας εσένα
Σε μια κόλλα χαρτί
Το όνομα σου
Γίνεται πλουσιότερο
~ . ~
Και χαθήκατε
Στο πρώτο φιλί
Στη λεωφόρο πάνω
Με τα αυτοκίνητα
Να παίζουν παιάνες
Ο Τσιν ήταν εκεί
~ . ~
Ο Τσιν υπενθυμίζει
πως η καρδιά
βρίσκεται
στο αριστερό μέρος
του σώματος
~ . ~
Ατέλειωτες
Σιωπές
Σπουδάζεις
Στη νύχτα
Τον Μπαχ
Με διάλειμμα
Το μήλο
Και κοιτάω
Αυτό το κορίτσι
Εγώ, ο Τσιν
Που δε λέει
Τίποτα
Παρά
Στο τέλος της
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ