ΝΠ | Αποφθέγματα

Θραύσματα ημερολογίων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι θραύσματα ημερολογίων. Από το 1987 μέχρι και το 2024 κατέγραφα συστηματικά σε ημερολόγια και τετράδια κάθε λογής γεγονότα και σκέψεις. Εδώ και δυο χρόνια σταμάτησα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η καθημερινή διαδικασία με κούραζε και με άγχωνε. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για τη χρησιμότητά της. Για πολλά χρόνια ήταν μια μορφή θεραπείας και μια συλλογή πληροφοριών κυρίως για λογοτεχνικούς λόγους. Τώρα αυτές οι ανάγκες έχουν ξεθωριάσει. Έχοντας τακτοποιήσει μέσα μου μια σειρά από καημούς και απωθημένα, οι καθημερινές καταγραφές μου φαίνονται κουραστικές και ανούσιες. Επιπλέον, έχω αποδεχτεί το γεγονός ότι το λογοτεχνικό μου σχέδιο θα παραμείνει στα χαρτιά. Η αιτία βρίσκεται ισόποσα σε προσωπικές ανεπάρκειες, συνθήκες και στη γενικότερη αίσθηση ματαιότητας που χαρακτηρίζει σταθερά την εσωτερική ζωή μου – μια αίσθηση γλυκόπικρη και απελευθερωτική. Γενικά το διάβασμα μου δίνει περισσότερη χαρά και δύναμη από το γράψιμο. Πάνω στο γραφείο και σε μια μικρή βιβλιοθήκη δίπλα μου έχω γύρω στα ογδόντα βιβλία. Αυτά διαβάζω ξανά και ξανά. Όλα τα υπόλοιπα, περίπου χίλια, αναπαύονται σε μια μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο. Πολύ όμορφη εικόνα. Χαίρομαι και μόνο που τα βλέπω.

///

Η τέχνη και η αγάπη είναι τα μόνα πράγματα που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν έχει αποτύχει πλήρως στο κοσμικό του εγχείρημα.

///

Το να γράφεις για τη ζωή σου σημαίνει να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου ή να τον επινοείς; Και τα δύο. Αυτοβιογραφία και αυτομυθοπλασία είναι αλληλένδετες.

///

Με τα χρόνια καταλήγω όλο και πιο μόνος. Ανέφικτες οι καινούργιες φιλίες, τελειωμένες οι παλιές. Ταμπουρωμένοι όλοι στην αυταπάτη της οικονομικής τους ασφάλειας. Τους φαίνεται επικίνδυνος ο τρόπος που ζω. Τους ενοχλεί που δηλώνω «πάντα φτωχός, ποτέ άφραγκος». Τους ενοχλεί που δεν δίνω δεκάρα για τις καθιερωμένες αξίες αυτού του τόπου. Τους ενοχλεί που μιλάω και γράφω για τον θάνατο και τη ματαιότητα.

///

Ερχόταν σχεδόν μια φορά το μήνα στο σπίτι για να μιλήσουμε για λογοτεχνία και φιλοσοφία. Στην αρχή πίστευα ότι οι προθέσεις του ήταν έντιμες αλλά σύντομα φάνηκε ότι ο πραγματικός σκοπός του ήταν τα χρήματα. Μου ζητούσε κάθε φορά δέκα, είκοσι ευρώ. Όποτε είχα, του έδινα. Ένα κυριακάτικο πρωινό ήρθε απρόσκλητος και μπήκε μέσα με συμπεριφορά ανθρώπου που είναι σε απελπισία. Ήταν η δεύτερη χρονιά του κόβιντ. Φορούσε διπλή μάσκα και απέφυγε κάθε είδος χειραψίας. Κούτσαινε λιγάκι – ή έκανε πως κούτσαινε. Άρχισε να μου λέει ότι έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι έπρεπε να πάει στην Αθήνα για εγχείρηση. Μου είπε ότι είχε πάρει στη σειρά φίλους και συγγενείς και ζητούσε από τον καθένα ένα ποσό, όσα μπορούσε ο καθένας. Από μένα ζήτησε πεντακόσια ευρώ. Δεν ξέρω τι εντύπωση του είχα δώσει αλλά τέτοιο ποσό ήταν υπερβολικό για τα δεδομένα μου. Του είπα δεν έχω. Επέμενε. Αναγκάστηκα με τρόπο να του δείξω ότι η επίσκεψή του ήταν δυσάρεστη. Έφυγε. Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Τον είδα να βγάζει τη μάσκα και να την πετά στο πεζοδρόμιο. Τον είδα να περπατά κανονικά, ζωηρά, σχεδόν χορευτικά. Δεν ξαναήρθε για επίσκεψη.

///

Στα εφηβικά και στα νεανικά μου χρόνια δούλεψα σε ξενοδοχεία. Αγάπησα τους χώρους, του συναδέλφους, τους τουρίστες, τη ζωή, τη Ρόδο στην χρυσή εποχή της. Στα πενήντα μου ξαναβρέθηκα να εργάζομαι σε ξενοδοχεία. Και μίσησα σχεδόν τα πάντα – ακόμα και τον εαυτό μου.

///

Αθήνα, 1990. Είμαι φοιτητής, τρίτο έτος στην παλιά ΑΣΟΕΕ. Δουλεύω σε νυχτερινό μαγαζί, μπουζούκια, ωράριο δέκα το βράδυ μέχρι ξημέρωμα. Μεγάλα ονόματα της εποχής στην πίστα. Μια νύχτα, λόγω διαφωνίας σε λογαριασμό, βρίσκομαι με φαλτσέτα στο λαιμό. Φτιαγμένος ο άλλος, έτοιμος να με καθαρίσει. Δεν θυμάμαι πολλά αλλά με σώζει η παρέμβαση του μαιτρ. Λίγο καιρό αργότερα ο άνθρωπος που με έσωσε με βάζει τσιλιαδόρο σε παράνομες συναλλαγές του. Έπαιξα τον ρόλο δυο νύχτες. Δεν μου ταίριαζε. Έφυγα από το μαγαζί. Βρήκα δουλειά σε βιοτεχνία, βοηθός λογιστή. (περισσότερα…)

Καλλιτεχνικές μεταφορές

Ἡ Φιλοσοφία θέτει τὰ ἐρωτήματα, ἡ Ἐπιστήμη τὰ ἁπλοποιεῖ, ἡ Τέχνη τὰ ἀπαντάει.

Γιὰ τὸ τί εἶναι ζωή, ἡ ἀπάντηση ἔρχεται ἀπὸ τὸ Imagine τοῦ Τζὼν Λένον. Γεννιόμαστε σ’ ἕνα δωμάτιο σχετικὰ σκοτεινό, καθισμένοι μπροστὰ σ’ ἕνα ἀλλόκοτο καὶ πολύπλοκο ἀντικείμενο (πιάνο) χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἰδέα πῶς λειτουργεῖ, ποιοί εἶναι οἱ κανόνες — χτυπᾶμε ἀκανόνιστα τὰ μαῦρα πλῆκτρα καὶ τὰ ἄσπρα πλῆκτρα προσπαθῶντας νὰ συνδυάσουμε τοὺς τόνους καὶ τὰ ἡμιτόνια σὲ ἁρμονία· παλεύουμε γιὰ μιὰ μελῳδία ποὺ νὰ βγάζει νόημα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Θεός —μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς ἐξωτικῆς ὀμορφιᾶς γυναίκας (καλὴ καὶ εὐειδής, λευκὰ ἱμάτια ἔχουσα)— πηγαινοέρχεται ἀργὰ στὸ δωμάτιο ὅπου μὲ ἁπαλὲς κινήσεις ἀνοίγει τελετουργικὰ ἕνα-ἕνα τὰ μεγάλα παράθυρα νὰ μπεῖ φῶς· ἔξω ἡ Φύση ντυμένη στὰ πράσινα. Ὁ χῶρος σταδιακὰ φωτίζεται, τὸ σκοτάδι ὑποχωρεῖ, οἱ λεπτομέρειες διαγράφονται, τὰ ἔπιπλα προσαρμόζονται στὴν ὅραση. Ὅλα εἶναι ἄσπρα —τὸ ἄσπρο τοῦ χιονιοῦ— κι ἐμεῖς ἐκεῖ, σκυμμένοι στὸ πιάνο χωρὶς παρτιτούρα, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα· τραγουδᾶμε, πατᾶμε νότες, δὲν ἐγκαταλείπουμε. Κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα πλησιάζει καὶ κάθεται δίπλα μας, ἀμίλητη. Καθὼς ἡ μουσικὴ σβήνει καὶ τὸ τραγούδι τελειώνει, γυρίζει τὸ κεφάλι, μᾶς κοιτάει (ἕνα βλέμμα γεμάτο κοσμικὸ νόημα) καὶ μᾶς χαρίζει ἕνα παθιασμένο φιλὶ στὸ στόμα. Τὸ χαμόγελό της μᾶς κρατάει ζωντανούς.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸν θάνατο… μᾶλλον ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ ἕναν ἐκτυφλωτικῶς κατάφωτο ρόμβο αἰωρούμενο στὸ διάστημα, ἐν εἴδει σκηνῆς, κατὰ πῶς θέλουν οἱ Alphaville.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

*

 

 

 

Ἴων Δραγούμης, Ὁ δροσερός κόσμος

*

Μεταγραφή-Σχολιασμός-Επιμέλεια
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά και έχει τιτλοδοτηθεί με την ευκαιρία  της δημοσίευσης αυτής. Αποτελεί απόσπασμα/ημερολογιακή εγγραφή της 12ης Απριλίου του 1905. Ο 25ετής Ίων Δραγούμης υπηρετεί  ως υποπρόξενος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήδη από τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς και σύντομα πρόκειται να συναντηθεί με την Πηνελόπη Δέλτα. Θα μείνει στην Αλεξάνδρεια λιγότερο από έξη μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του εκεί θα συνδεθεί φιλικά με τον Κ. Π. Καβάφη.

Η μεταγραφή έγινε από το χειρόγραφο που φυλάσσεται στην ΑΣΚΣΑ στο Τμήμα αρχείων/Αρχείο Ίωνος Δραγούμη/Τετράδιο με αρ. 11, σελ. 58a-59a. Περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση τελευταίο αδημοσίευτο μέρος των Τετραδίων του Ίωνος Δραγούμη [«Η αγάπη έθρεψε τη ζωή μου» – Τα αδημοσίευτα Τετράδια 1905-1908, Επιμέλεια – Εισαγωγή – Επίμετρο – Σχόλια Νώντας Τσίγκας].

~.~

Τώρα, ἐγώ ἤ σύ ἤ ὁ ἄλλος, εἴμαστε ποιητές ἴσως, καί μᾶς ἀρέσει νά ζοῦμε ἀνάμεσα στόν δροσερό κόσμο[1] ὅπου δέν ὑπάρχουν δουλειές, ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις, πολιτικά καμώματα καί μπερδέµατα πεζά τοῦ τωρινοῦ ἤ καί ἄλλου πολιτισμοῦ. Ἀλλά δέν εἶναι ποιηταί ὅλος ὁ κόσμος. Ἦταν ἀλλιώτικος ὅμως ὁ καιρός τῶν πρώτων Ἑλλήνων· προτοῦ ἀρχίσουν τά μηδικά, προτοῦ γεννηθεῖ καί ὁ Αἰσχύλος ἀκόμη, ἦταν ἕνας καιρός πού ἄλλος κόσμος ἀπό τόν δροσερό ἐκεῖνον κόσμο –πού τώρα τόν λέµε καί μᾶς φαίνεται «ποιητικός»– δέν ὑπῆρχε καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μέσα στό δροσερότατο, πυκνό, καταπράσινο, παρθενικό δάσος µαζί μέ τήν Φοίβη καί τόν Φοῖβο καί μέ τόν Νάρκισσο καί τίς Νύμφες, καί μέ τίς Ὧρες καί τούς Ἥρωες. Τότε ὅλοι ἦταν ποιηταί, δημιουργοῦσαν μύθους, γιατί ἦταν ζωηρό τό μυαλό τους καί ἄδολο καί παρθενικό, ἀλέκιαστο καί ἀκούραστο. Δέν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τίς δυσκολίες, τίς δυστυχίες, τά μπερδέματα τῆς ζωῆς ὅλης, τοῦ πολιτισμοῦ. Λέν πώς ἦταν παιδιά[2] τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὅλη τήν ἡμέρα καί ὅλη τή νύχτα ἦταν περιτριγυρισμένοι ἀπό ἄγνωστα, ἀνεξήγητα πράγματα, τό φῶς καί τό σκοτάδι, τόν ἴσκιο καί τίς ἀχτίδες, τό νερό πού ἄφριζε καί ἔτρεχε καί κελάρυζε, τά φύλλα πού ἔτρεμαν καί μουρμούριζαν, τόν ἄνεμο πού βογκοῦσε ἤ τραγουδοῦσε ἤ σφύριζε περνώντας ἀπό τά φύλλα τῶν δένδρων, ἀπό τούς βράχους τῶν βουνῶν καί τά λαγκάδια, ἀπό τούς καλαμιῶνες. Ὁ ἀχός τῆς θάλασσας καί τῶν πεύκων ὁ ἀχός, ἡ σιγαλιά τῆς νύχτας, οἱ μυστικές ἀχτίδες τοῦ φεγγαριοῦ, οἱ ἁπαλές, πού χύνουνταν καί διαλύνουνταν ὑγρότατες καί ἕσταζαν ἀπό τά πράγματα, ὁ ἥλιος πού ἔπινε τό νερό καί ξέραινε τήν ὑγρασία καί τήν πρασινάδα, τά κρυφομιλητά τῶν φύλλων, τό καθρέφτισμα τῶν νερῶν, οἱ μυρωδιές τοῦ χώματος καί τῆς σαπίλας τῶν φύλλων, οἱ εὐωδίες τῶν ἀνθῶν, καί τά χρώματά τους καί τά σχήματα, καί ἡ φυλλορροή, καί ἡ ἀνθορροή, καί τό φθινόπωρο, καί ἡ κρύα βροχή, καί τό χιόνι, καί τό βογκητό τοῦ βορριᾶ, καί οἱ παγωνιές καί ἡ ἄσπρη πάχνη τοῦ χειμώνα, καί τό λυώσιμο τοῦ χιονιοῦ, καί τό φανέρωμα τῆς γῆς μέ τό χορτάρι καί τό γρασίδι, καί τό φύτρωμα τῶν κλαριῶν καί δέντρων, καί οἱ εὐωδίες τῆς ἄνοιξης, καί τό λιοπύρι τοῦ καλοκαιριοῦ, καί τό κιτρίνισμα τῶν χόρτων, καί ἡ πνοή τῆς θάλασσας, ὅλα, τί ἄγνωστα καί τί πολλά καί ἀνεξήγητα φαινόμενα, μυστήρια, μύθοι, ὅλα τά παρατηρῶ γιατί εἶναι καινούρια καί δροσερά (δηλαδή εἶμαι ἀκούραστος). (περισσότερα…)

Μηρυκασμοί και φλυαρίες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Αγαπώ το διάβασμα. Αγαπώ αυτή την εξάρτηση. Είναι η μόνη που έχω. Δεν θέλω να τη χάσω. Είναι το βασικό μου αντίδοτο απέναντι στη ματαιότητα. Με έχει βοηθήσει να αντέξω και θα με βοηθήσει να πεθάνω. (Θα μου λείψουν πολύ τα βιβλία. Μου λείπουν ήδη.)

///

Πώς πρέπει να ζει κανείς ξέροντας ότι θα πεθάνει; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στη σκέψη μου από την εφηβεία μου. Άγνωστο πώς, η διαρκής επίγνωση του θανάτου δεν με οδήγησε στη απόλυτη άρνηση της ζωής και σε μηδενιστικές αντιλήψεις. Με τα χρόνια μετουσιώθηκε σε ένα συγκρατημένο πάθος για τη ζωή, σε αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις για καταξίωση και επιτυχία και σε μια σταθερή τήρηση ορισμένων ηθικών αρχών. Παρότι οι αρχικές συνθήκες της ζωής μου ευνοούσαν επικίνδυνες επιλογές και τη διαμόρφωση μιας στάσης χωρίς ηθικούς φραγμούς, αυτό τελικά δεν επικράτησε. Υποθέτω ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις της μάνας μου τις οποίες δεν ακολούθησα και η εντιμότητα του πατέρα μου που συμβάδιζε με τα αυτοκαταστροφικά πάθη του έπαιξαν τον ρόλο τους. Πάνω από όλα όμως, αυτό που με διαμόρφωσε ήταν το διάβασμα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας που μου έγινε εξάρτηση από τα εφηβικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ νωρίς τον Αλμπέρ Καμύ και να μαγευτώ αρχικά από το συγγραφικό του στυλ και μετά από τις ιδέες του. Με τα χρόνια γνώρισα και άλλους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές. Εμίλ Σιοράν, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Νίκο Καρούζο, Νίκο Καζαντζάκη, Κωστή Παπαγιώργη, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μίλαν Κούντερα, Ίμρε Κέρτες και άλλους. Χάρη σε αυτούς κατάφερα να επιβιώσω και να φτάσω στα 57 μου με τις λιγότερες δυνατές ήττες και ντροπές. Και με αυτούς τους φίλους που δεν γνώρισα ποτέ θα φτάσω στο τέλος του επίγειου πεπρωμένου μου.

///

Το διάβασμα και το γράψιμο με βοηθούν να διατηρήσω μια μορφή διαύγειας που μου είναι απολύτως απαραίτητη για να αντιμετωπίσω τη ματαιότητα, τη φθορά και τις καθημερινές αυταπάτες. Δεν ψάχνω ούτε ελπίζω σε οριστικές λύσεις ή ολοκληρωμένες θεωρίες. Ασκήσεις συνείδησης, πειθαρχίας και διαύγειας: αυτό κάνω κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο ή επιχειρώ να γράψω κάποιο κείμενο. Προφανώς πρόκειται για αντίφαση: ενώ έχω βαθιά επίγνωση της ματαιότητας των πάντων, ταυτόχρονα ζω σαν να πιστεύω ότι κάτι έχει αξία, κάτι που διαφεύγει της λογικής μου και ανάγεται σε περιοχές της ύπαρξής μου που αδυνατώ να εντοπίσω και να καταλάβω. Αν ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής με τη βασική μου ιδέα θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμα των ηρώων στο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Κοσερύ Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και να βυθιστώ στην απόλυτη τεμπελιά, στη απόλυτη απραξία και στην ολοκληρωτική απαλλαγή από κάθε μόχθο και από κάθε υποχρέωση. Φυσικά, θα πέθαινα της πείνας καθώς, σε αντίθεση με τους ήρωες του μυθιστορήματος που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην και μια υπηρέτρια που φροντίζει για τα πάντα, η δική μου επίγεια μοίρα ήταν και παραμένει φειδωλή σε παροχές και προνόμια. Η μυθιστορηματική φαντασία δημιουργεί ενδιαφέροντα σενάρια και γοητευτικούς χαρακτήρες αλλά αδυνατεί να προσφέρει οριστικές λύσεις στην ανεξήγητη και αγωνιώδη εμπειρία της ύπαρξης. Μπορεί ωστόσο να προσφέρει τη χαρά της ανάγνωσης και ορισμένες στιγμές διαύγειας – και αυτό είναι αρκετό.

///

Η ματαιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι ανυπέρβλητη. Δεν αίρεται, δεν εξαλείφεται, δεν καταργείται. Είναι η βασική συνθήκη μέσα στην οποία υπάρχουμε και πεθαίνουμε. Ολόκληρο το σύμπαν εκκρίνει ματαιότητα. Από τα αστέρια μέχρι τα κύτταρα όλα είναι εφήμερα. Κι εμείς, πρωτάρηδες στην ύπαρξη, πασχίζουμε να καταλάβουμε. Στήνουμε θεωρίες. Φλυαρούμε ακατάσχετα. (περισσότερα…)

Διονύσιος Σολωμός, Στοχασμοί

*

Εις το ποίημα του Χρέους μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθεί απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος.

Πραγματοποίησε τούτη την Ιδέα: όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί —πατρός, αδελφού, γυναικός— ριζωμένοι εις τη γη, και με αυτούς ο ενθουσιασμός της δόξας· — τους αρπάζεται η γη, και τοιουτοτρόπως αναγκάζονται να ξεσκεπάσουν εις τα βάθη της την αγιοσύνη της ψυχής τους. Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της. Από την αρχή ώς το τέλος περνάνε από πόνον εις πόνον έως τον άκρον πόνο· τότε έτρεξε η θάλασσα, και η ψυχή τους έπλεε εις την πίκρα και ετρέκλιζαν ωσάν μεθυσμένοι. Τότε ο εχθρός τούς ζητεί να αλλαξοπιστήσουν. Ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι ο Σταυρός είναι η καθέδρα της αληθινής σοφίας· επειδή όσα ο Ιησούς εις τρεις χρόνους εδίδαξε με το Ευαγγέλιο, όλα τα ανακεφαλαίωσε εις τρεις ώρες απάνου εις το Σταυρό.

Έντονες δύναμες, οι οποίες ξετυλίζονται εις φυσικοεθνικά όργανα, εις μία μικρή γη· δύναμες μεγάλες κάθε λογής, οι οποίες εμψυχώνουν το ξετύλιγμα οπού ακατάπαυτα προχωρεί μεγαλύτερο. Ενώ αυξαίνει, κάμε ώστε ανάμεσα εις τες νικηφόρες ενάντιες δύναμες να ευρίσκεται η ενθύμηση της περασμένης δόξας· — Οι Αδελφοποιτοί. — Μελέτησε καλά τη φύση της Ιδέας, και το υπερφυσικό και γεννητικό βάθος της ας πετάξει έξω το φυσικό μέρος, και τούτο ας τεθεί αβίαστα εις όργανα εθνικά. Αλλά όπως φθάσει τινάς εις τούτο, ανάγκη να μελετήσει τον υποστατικόν ίσκιον, οπού θα βγάλει έξω τα σώματα, μέσ’ από τα οποία αυτός θα φανερωθεί με εκείνα ενοποιημένος. Και μέσα εις αυτά τα σώματα ας εκφρασθεί, εις όλα τα μέρη του έργου, η εθνικότης όσο το δυνατό πλέον εκτεταμένη. Τοιουτοτρόπως η Μεταφυσική έγινε Φυσική.

Πάρε και σύμπηξε δυνατά μίαν πνευματική δύναμη, και καταμέρισέ την εις τόσους χαρακτήρες, ανδρών και γυναικών, εις τους οποίους ν’ ανταποκρίνονται εμπράκτως τα πάντα. Σκέψου καλά αν τούτο θα γένει ρομαντικά, ή, αν είναι δυνατό, κλασικά, ή εις είδος μιχτό, αλλά νόμιμο. Του δευτέρου είδους άκρο παράδειγμα είναι ο Όμηρος· του πρώτου ο Σέικσπηρ· του τρίτου, δεν γνωρίζω.

Η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη· μία από τες σημασίες: η μικρή γη, έως τότε δίχως δόξα, δίχως όνομα, διαμιάς υψώνεται εις το άκρο της δόξας, πρώτα με το να σηκωθεί, και έπειτα με το να βασταχθεί, αποκρούοντας πολλές δύναμες, και από εκεί πέφτει εις τη βαθύτατη δυστυχία. Τοιουτοτρόπως μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό από την αρχήν ώς το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα· κι έτσι τωόντι κάθε λέξη εβγήκε μεστή από το νόημα, και το έργο δείχνεται ατομικό, σύμφωνο με το πνεύμα της Γενικότητος που το εγέννησε.

(περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.

 ~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Μην άδεις στο Βατικανό ούτε και στο Φανάριον
εφ’ όσον δεν ομοιάζεις με ψιττακό ή κανάριον.

Όσο για Λούθηρο, Ζβίγγλιο ή Καλβίνο,
τράβα μια μονοκοντυλιά και πες: «Τους σβήνω».

Τους πάσης φύσεως λυπηρούς, χιλιαστάς, Μορμόνους
προσπέρνα τους αμίλητος, παράτησέ τους μόνους.

Σχισματικοί, αιρετικοί, δεν ξέρουνε τον όρθρο,
ρίχνουν κουραμπιεδόσκονη στον προαιώνιο βόθρο.

Εδώ απαιτείται εκσκαφεύς, κανένα μέσον άλλο,
δεν πρόκειται για πάσσαλον που εκκρούεται πασσάλῳ.

Απ’ όσο μέσα απ’ τις γραμμές του κείμενου διακρίνω
πρέπει να ήτανε χοντρό και τεντωμένο κρίνο.

Του αμνού η μήτηρ πρόβαλλε πάντα αρνησικυρία
όποτε τη ρωτάγανε: «Αρνί συ, κυρία;»

Αποβιώνων προ Χριστού ειρηνικά και ήπια
λυπόνταν που δεν πρόλαβε να σφαγιάσει νήπια.

Όθεν η εις Αίγυπτον φυγή όχι λόγω κινδύνου,
αλλ’ εις τα πλαίσια τουρισμού φτηνού και ανωδύνου.

Σε στάβλο απαντήσανε μπάνικο βρέφος θείο
και στρίβοντας τον μύστακα οι μάγοι: «Έλα στον θείο».

Ποτέ δεν το ξανάκουσαν μάγοι, άγγελοι, ποιμένες
πως και στη γέννα μένουνε άθικτοι οι υμένες.

Τρεις επί δεκατέσσερις, ποια ήτανε η λύση;
Πάσχιζε να τη βρει προτού ο αλέκτωρ τρις λαλήσει.

Σαράντα δύο γενεές του χάρισε ο Ματθαίος
και όσοι το αμφισβητούν ανευλαβώς και αθέως. (περισσότερα…)

Οδυσσέας Ελύτης, 18.3.1996-18.3.2026

 

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ

Σσσς… πια τίποτε· τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε· κανένα φωτισμένο από το πίσω μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται

Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει
Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω

Σσσς… μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει· παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι όπως των ψαράδων ή
Σωμάτων που εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ο αιθέρας
.                  κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπό σου ν’ αγγιχτεί

Όλος λάθη φεύγω· φιλιά που επάνω μου έμειναν
Και τι ωραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια

Τι ωραία και πάλι ν’ αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη
Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οι λύπες, οι ευωδιές
Κι οι άλλες που απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ’ ουρανού την ύλη
Νά τες τώρα που διαγράφονται: ο λίθος και το μνήμα κι ο στρατιώτης
Οι λευκές των γυναικών καλύπτρες κι η μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων

Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ’ ορφανέψατε κι αποκούμπι αλλού δε βρήκα

Σσσς… μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός που όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι από μόνου σου
Επειδή τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου
Η θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος· ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

Ελεγεία της Οξώπετρας, 1991

*

**

Gustave Thibon, 33 αφορισμοί

Γκυστάβ Τιμπόν (1903-2001)

*

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που δεν αντέχω: αυτούς που δεν αναζητούν τον Θεό και αυτούς που φαντάζονται ότι τον έχουν βρει.

///

Το να δικαιώνει κανείς τον Θεό σημαίνει να δικαιώνει μια συγκεκριμένη αντίληψη που έχει για τον Θεό και, κατά συνέπεια, να δικαιολογεί τον εαυτό του.

///

Το θείο αστέρι είναι εσωτερικό και αόρατο· φωτίζει την ψυχή του ταξιδιώτη και όχι το μονοπάτι που βαδίζει· μας δίνει αρκετή πίστη για να ξεπεράσουμε τα πάντα, αλλά δεν μας απαλλάσσει από τίποτα.

///

Η μνησικακία είναι ένα είδος δηλητηριασμένης πίστης όπου το προσβεβλημένο μέρος σφυρηλατεί άρρηκτους δεσμούς με το προσβλητικό και τον παραβάτη. Και όταν παύει να είναι πάθος, γίνεται συνήθεια και καθήκον: ακριβώς όπως ο γάμος. (περισσότερα…)

Εις εαυτόν

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

2010
Εσύ και ο εαυτός σου. Το ίδιο πάντοτε παιχνίδι, ποιος πρώτος θα ξεγελαστεί.

2110
Εκείνος ο Άλλος μέσα στο κεφάλι σου που όλη την ώρα σού επαναλαμβάνει: Μη νοιάζεσαι, δεν είναι αυτή η δική σου ζωή, είναι η ζωή ενός Άλλου. Εκείνου του Άλλου που τον λένε Εσύ.

2210
Τα ιδεώδη σβέρκο δεν διαθέτουν. Οι σφαλιάρες που τρως είναι όλες δικές σου.

2310
Και η πείρα σου όλη; Ένα μικρόβιο απ’ το παρελθόν με ξενιστή τη μνήμη.

2410
Εδώ μέσα, τα παραμύθια σου και οι μαυλιστικοί σου σκοποί. Κι εκεί έξω, το ζώο που σου δείχνει τα νύχια του.

2510
Ποιον ελεείς; Αυτόν που δεν φοβάσαι. (περισσότερα…)

Ποζάροντας για την αιωνιότητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία».

Η περιγραφή είναι, βέβαια, του Παύλου Νιρβάνα, από το ιστορικό της περίφημης φωτογράφησης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή το 1906, το δημοσιευμένο στη Νέα Εστία το 1933, 22 χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατο του εικονιζόμενου. Ο Νιρβάνας τη θεωρούσε τότε μοναδική, αγωνιούσε μήπως χαθεί για τους μεταγενέστερους η μορφή του μεγάλου διηγηματογράφου, και εκθέτει σε μάκρος πώς τον κατάφερε να του «ποζάρει». Έκτοτε έχουν έρθει στο φως μερικές ακόμη μεταγενέστερες, μια με τον Βλαχογιάννη το 1908 και δυο τρία πορτραίτα. Όμως η φωτογραφία του Νιρβάνα είναι πασίγνωστη, έχει πια ταυτιστεί με την εικόνα του Σκιαθίτη συγγραφέα, έχει σε μεγάλο βαθμό διαπλάσει τη μυθολογία που τον συνοδεύει. Ο φωτογράφος είχε δίκιο, τέτοια ευτυχία ο φακός πολύ σπανίως προσφέρει.

Η πρώτη εικόνα του Σολωμού που διαθέτουμε, δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο. Είναι ένας πίνακας (η φωτογραφική μηχανή δεν είχε ακόμη εφευρεθεί) εκ των χειρών του Νικολάου Κουτούζη, ζωγράφου, σατιρικού ποιητή και ιερωμένου Επτανήσιου (1741-1813). Είναι ένα πορτραίτο του 1799 ή του 1800 που δείχνει τον ποιητή, που είχε γεννηθεί την άνοιξη του 1798, σε βρεφική ηλικία. Σε αντίθεση με το σκυμμένο βλέμμα του 55χρονου Παπαδιαμάντη, ο ολιγόμηνος Σολωμός κοιτάζει κατάματα τον θεατή με μια παράδοξη σοβαρότητα. Το κορμάκι του φασκιωμένο αλλά ευθυτενές, τα μαλλιά του σε στυλ αυτοκρατορικό, ναπολεόντειο, το πρόσωπο εκφραστικό, μεγαλίστικο, με μια μελαγχολία αλλιώτικη από εκείνη των νηπίων, λες και ο εικονιζόμενος γνωρίζει ότι ποζάρει κι εκείνος για την αιωνιότητα. (περισσότερα…)

Συντροφεύγοντας τόν ἑαυτό: Συγκαιρινές ἱστορίες

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~

Μέρος Β΄: Συγκαιρινές ἱστορίες

1.   Δέχτηκα ξαφνικά τά ἐξ οἰκείων βέλη νικηφόρων ἐγωισμῶν. Ἔτσι κι ἐγώ, οἰκεία βουλήσει, προσῆλθα στά γραφεῖα τῶν προϊσταμένων. Δηλαδή ξεκίνησα τήν ἀγόρευση μέσα σ’ ἕνα κουτί. Ε λοιπόν, ὅλη ἡ πιατέλα ἦταν μπροστά μου καί τσίμπαγα ὅποια λέξη ἤθελα. Ὄχι μόνο δέν ὑπῆρχε ἔλλειψη, ἀλλά τέτοια πληθώρα, πού ἔκανα κι ἐπιλογή. Ἄλλες τίς ἄφηνα, ἄλλες τίς ἔπιανα, σάν καλοτηγανισμένες πατάτες. Ὅλα ἦταν σέ θαυμαστή ἁρμονία· τά ρήματα, καθώς καί ἡ κίνηση τοῦ σώματος, στίς ἄκρες τοῦ ὁποίου κουβαλήθηκε μέ θάρρος τό θιγμένο μέσα μου, ἔδεναν μεταξύ τους σέ μιά καλοστημένη παράσταση διαμαρτυρίας χωρίς νά ξεφεύγω ἀπό τήν κομψοπρέπεια. Ἀντίθετα, ὅταν εἶναι νά μιλήσω τήν ἀλήθεια μου σέ ἀγαπημένο πρόσωπο, οἱ λέξεις ξεμακραίνουν. Τό ποτήρι γεμίζει σταγόνα σταγόνα. Τά ψέματα δέν καταστρατηγούν τήν ἀλήθεια μέ σκοπό νά βλάψουν οὔτε τή φυλάσσουν, βέβαια, ὡς πολύτιμη. Ἔμπροσθεν τοῦ προϊσταμένου, τά ψέματα καί ἡ ἀλήθεια ἦταν ἕνα πρᾶγμα μέσα στό ἐπιμελημένο γαυρίαμα. Δέν ὑπῆρχε πρόβλημα, ἤμουν ἐγώ ἔξω. Ὅταν σέ στριμώξουν μέσα εἶναι τό πρόβλημα. Ὅταν σοῦ ζητᾶ τήν ἀλήθεια ἡ ἀγαπημένη, δέν εἶναι εὔκολο νά ζευγαρώσεις τή φιλοπρωτεία μέσα στό συναίσθημα μέ τήν ἐκλογή τῆς ἀλήθειας. Τί νά πεῖς; Κι αὐτά πού λές δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια, εἶναι τά λόγια τοῦ μόχθου σου μέσα στούς ρόλους μιᾶς πολύωρης ζωῆς. Ποιός εἶπε ποτέ γιά τόν ἑαυτό του ξεμέθυστες ἀλήθειες; Ὑπάρχουν τέτοιες; Ὑπάρχουν, καί τίς λέμε κι αὐτές, σά νά σπρώχνεις τόν ἄλλο μακριά. Οἱ λέξεις δέν εἶναι καμωμένες γιά τήν ἀλήθεια, μόνο οἱ πράξεις ἀληθεύουν, ἐπειδή ξεπετάγονται ἔξω ἀποκλεισμένες ἀπό τόν δημιουργό τους και δεν ἐξουδετερώνονται. Ποτέ μου δέν φιλοξένησα ἄνθρωπο! Δόλιος, προδοτικός, τά λέω καί πρῶτος ἐγώ τά πιστεύω, τήν ὥρα πού πίσω μου σπαρταροῦν ἐθελόκακα πράξεις χθεσινές πού δεν λένε να χηρεύσουν ἀπό μένα.

2.   Παίζοντας στή ρουλέτα, διαλέγοντας τά νούμερα, εἶναι στιγμές, σπάνιες εἶναι ἀλήθεια, πού ἀντιλαμβάνεσαι πόσο πρωτότυπος ἤσουν! Ἐκπλήσσεσαι ἀπό τό γεγονός ὅτι τούς ἀριθμούς πού τελικά ξεχώρισες δέν θά μποροῦσες νά τούς εἶχες σκεφτεῖ. Σάν νά σέ προτίμησαν αὐτοί. Σάν νά ξέκριναν μόνοι τους καί νά σοῦ παρουσιάστηκαν ἀκάλεστα. Δέν φανταζόσουν ποτέ ὅτι θά μποροῦσες νά διαλέξεις αὐτούς ἀκριβῶς τούς ἀριθμούς. Ἀριθμοί πού συχνά κερδίζουν. Τέτοιους βρίσκει ὁ ἀρχάριος. Ἐξ οὗ καί ἡ λεγόμενη τύχη του. Ὁ καινούργιος παίκτης εἶναι ἀνοιχτός, ἀδούλωτος σέ ὅλες τίς συλλογές ἀριθμῶν. Χαρούμενος, δηλαδή, χωρίς ἄσχημες ἀκόμα ἀναμνήσεις, καί τωρινός στή δράση, ἁπλώνεται ἰσότιμα καί ἀμερόληπτα σέ ὅλους τούς ἀριθμούς. Καί διαλέγει σωστά. Πράγματι στήν τύχη. Καί τήν τύχη τή συναντᾶ. Ὁ παλιός παίκτης ἀντίθετα ἐπιμένει. Ἐπιμένει στό ἑαυτό του. Ἡ μνήμη του εἶναι βαριά. Κολλημένος στά νούμερά του ὅπως ὁ μεσήλικας στίς ἀτάκες του. Καί ἡ τύχη νά μήν εἶναι ποτέ ἀδιάφορη ἀλλά κάθε φορά νά περνάει σύρριζα. Βλέπεις τά νούμερά σου νά κερδίζουν συνεχῶς στό διπλανό τραπέζι. Ἡ τύχη νά βηματίζει πίσω ἤ μπροστά σου. Ἀφήνεις τά νούμερά σου γιά μιά ριξιά καί αὐτά βγαίνουν. Ἐπιστρέφεις καί βγαίνουν ἐκεῖνα πού διάλεξες ὅταν ἄφησες τά δικά σου. Δέν ξέρεις ποῦ νά πᾶς καί ποῦ νά σταθείς. Κρῖμα πού δέν ἐπέμενες! Ἡ μπίλια νά χώνεται ἐπίτηδες στη μόνη τρῦπα πού σκόπιμα ἄφησες ἀπό μιά μεγάλη συλλογή ἀριθμῶν, μόνο καί μόνο γιά νά δεῖς ἄν θά μπεῖ ἐκεῖ κοροϊδευτικά. Καί μπαίνει! Στό τέλος ἀντιλαμβάνεσαι πώς δέν ὑπάρχουν ἀριθμοί πού θά μποροῦσες νά διαλέξεις. Ὅλοι οἱ ἀριθμοί χάνουν. Συνεχίζεις νά παίζεις γιά νά σιγουρευτεῖς. Γιά νά ἐπιμείνεις. Καί ἐσύ ἐπιμένεις στόν χρόνιο ἑαυτό σου, στά νούμερά σου, ἀρχίζεις νά συχνάζεις ἐκεῖ σάν φτωχοκόριτσο πού θέλει νά φτουρήσει. Τό πουλί πέταξε καί ἐσύ ἀλησμόνητη παλιά καραμπίνα πού ἐμμένει στίς ἀτάκες πού χάνουν. Ἀναθυμητική στήλη πού πίνει οὐίσκι καί καπνίζει. Στό τέλος, ἔρχεται καί ὁ Πασκάλ: «μεγάλο πρᾶγμα ἡ ποιότητα, αὐτή πού σέ κάνει ἕτοιμο στά εἴκοσί σου χρόνια. Ὅταν οἱ ἄλλοι καταφθάνουν στά πενῆντα τους, ἐσύ ἔχεις κερδίσει ἄκοπα 30 χρόνια».

(περισσότερα…)

Αναθυμιάσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1312
Πετούσαν στα 10.000 πόδια. Τα καύσιμα κόντευαν να σωθούν, οι κινητήρες σε λίγο θα σταματούσαν, ακόμη όμως το αεροσκάφος ανέβαινε. Μάταια αναβόσβηναν τα λαμπάκια του κινδύνου στο έρημο πιλοτήριο. Στην καμπίνα, εμπρός στους ενθουσιώδεις επιβάτες, ο κυβερνήτης με φωνή στεντόρεια απήγγελλε: «Μ’ έναν σκοπό του ταξιδιού – προς τ’ άστρα!»

1412
Σε μια πισίνα ξενοδοχείου, ο ήρωας πασχίζει να σοδομίσει την ερωμένη του. Αποτυγχάνει αλλά ωσάν η διείσδυση να έχει επιτευχθεί, παριστάνει ότι επιτελεί όντως την πράξη. Το επεισόδιο παρμένο απ’ τον Κούντερα. Πισίνες, πισινοί, χουνέρια και πόζες – υπάρχει πιο μεστή περιγραφή της ενεστώσης Ευρώπης;

1512
Τι σόι άνθρωπος ήταν πράγματι, το ψυχανεμίστηκες μόνο όταν αποπειράθηκες να του εκφράσεις τον ώς τότε βουβό θαυμασμό σου. Θυμάσαι την γκριμάτσα του, εκείνη τη στιγμιαία αμφιταλάντευση μεταξύ θεατρικής μετριοφροσύνης και αυθόρμητης έπαρσης. Σαν να σου έλεγε: «Και ποιος είσαι εσύ που με κρίνεις;»

1612
Ο Μπρετόν: «Βγες στο δρόμο μ’ ένα περίστροφο κι άρχισε να πυροβολείς τυχαία στο πλήθος». Ο Μαγιακόφσκι: «Μ’ ένα ρεβόλβερ μοναχά στο χέρι μας και μέσα στο κεφάλι μας τον Λένιν». Και ο Γκαίμπελς: «Όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα, απασφαλίζω το Μπράουνινγκ». (Απ’ τα «Μεσοπολεμικά ξεστρατίσματα. Λησμονημένες σελίδες της Ιστορίας»).

1712
«Άραγες νά ’ναι η μοναξιά σ’ όλους τους κόσμους η ίδια;» (Ο ποιητής). «Δισεκατομμύρια πλανήτες περιπλανώνται “ορφανοί”, χωρίς άστρο μητρικό, στο διάστημα.» (Η εφημερίδα).

1812
Ένας περιπλανώμενος δερβίσης κάποτε εισόρμησε στο Βατικανό την ώρα που συνεδρίαζε η Κουρία κι άρχισε να κηρύττει με πάθος. Είναι ασεβής, είπε ένας καρδινάλιος. Είναι εξοργιστικός, είπε ένας άλλος. Του αξίζει ο θάνατος, υπερθεμάτισε ένας τρίτος. Α, είναι απλώς θεοπάλαβος, χαμογέλασε ο ποντίφηκας. Και επιπλέον, μας διασκεδάζει.

(περισσότερα…)