κακό

Γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το ερώτημα γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο, ερώτημα με το οποίο κατατρίβονται οι θεολόγοι από καταβολής του επαγγέλματός τους, είναι παιδιάστικο. Η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι ες αεί η αυτή: επειδή αποδίδει, ο «αδικοπραγών» επωφελείται, κερδίζει από την «αδικοπραξία» του.

Το ερεθιστικό ερώτημα είναι το ανάποδο. Γιατί υπάρχει το «καλό» στον κόσμο; Για ποιον λόγο λ.χ. «ευεργετούμε» κάποιον χωρίς να απαιτούμε άμεση απτή ανταπόδοση για την πράξη μας; Η προφανής απάντηση είναι και εδώ η ώς άνω: επειδή κάτι έχουμε να κερδίσουμε εμμέσως ή μελλοντικά από την «ευεργεσία» μας: τη φήμη της ανωτερότητας, δυνητικές επαφές, φιλίες, συμμαχίες, μια χείρα βοηθείας στην ανάγκη. Και όταν ο «ευεργετηθείς» αποδεικνύεται αχάριστος, όπως τόσο συχνά είναι η περίπτωση, αντί να αγανακτήσουμε με τον εαυτό μας για την άστοχή μας κρίση ως προς το ποιόν του, ηθικολογούμε επικαλούμενοι έναν ανύπαρκτο ηθικό νόμο…

Το «καλό» ή το «κακό» είναι ετερώνυμα εντέλει του ίδιου πράγματος, μικροτερτίπια ή μεγαλόσχημες στρατηγικές της επιβίωσης. Εξού και αποδίδονται ελευθέρως στην ίδια συμπεριφορά, αναλόγως του ποιος τα επικαλείται. «Καλό» είναι αυτό που κάνουμε εμείς, «κακό» αυτό που πράττουν οι αντίπαλοι. Ακόμη και ο Ισραηλινός φαντάρος όταν σκοτώνει ανυπεράσπιστα παιδιά στη Γάζα ή τη Δυτική όχθη, σαν τον ναζιστή στρατοπεδάρχη ή τον ιεροεξεταστή δήμιο που έκαιγε τις μάγισσες ή τους αιρετικούς, είναι πεπεισμένος: ο φόνος που διαπράττει είναι πράξη ηθική, απαραίτητη μάλιστα για την επίτευξη ενός «αγαθού» σκοπού: τη σωτηρία του έθνους, την έλευση του Μεσσία, την πάταξη του Σατανά. Ο Νεοπτόλεμος όταν γκρεμοτσακίζει τον μικρό Αστυάνακτα από τα τείχη της καιόμενης Τροίας, ακολουθεί τις διδαχές του κοινού νου: ο γιος του Έκτορα είναι ρίσκο – αν ζήσει, ίσως αύριο γυρέψει εκδίκηση.

Στη συλλογική μας μνήμη, φυσικά, για να αυτοπροστατευθούμε, κρατάμε πάντα τις περιπτώσεις όπου το καθ’ ημάς «κακό» τιμωρήθηκε, και ξεχνάμε βολικά όλες τις άλλες, όπου η ιστορία το επιβεβαίωσε ως εύστοχη επιλογή. Αν οι ναζί είχαν κερδίσει τον πόλεμο, το Ολοκαύτωμα θα ήταν μια υποσημείωση σε κάποιο εγχειρίδιο. Ίσως μάλιστα διδασκόταν στα σχολεία ως προληπτική ανθρωπιστική δράση, αφού με αυτό θα είχε αποφευχθεί ο βάρβαρος εποικισμός της Παλαιστίνης, η επιβολή του απαρτχάιντ, η εθνοκάθαρση και η γενοκτονία των γηγενών…

«Το Δαιμονικό δεν είναι κάποιο σκοτεινό ορμέμφυτο, αλλά η έσχατη συνέπεια της σκέψης», έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Και ήθελε να πει με αυτό ότι ο άνθρωπος είναι ενιαίος: δεν χρειάζεται να είσαι θηρίο, και με τον ορθό λόγο μια χαρά καταλήγεις και πάλι στην ωμότητα. «Καμιά αθωότητα δεν είναι αθώα», σημειώνει αλλού, «καμιά ενοχή δεν είναι ένοχη». (περισσότερα…)

Με «δημοκρατικό» τρόπο: Η ρητορική του μικρότερου κακού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Στο περιβάλλον της γερασμένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται , η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας. Αυτό προφανώς οφείλεται στην απουσία εχθρού, πράγμα που εκφράζεται στην πλήρη κατανίκηση της πάλαι ποτέ οργανωμένης γνήσιας λαϊκής υποκειμενικότητας,

Το πολιτικό προσωπικό των ελίτ που ηγείται σήμερα στις χώρες του Δυτικού κόσμου όπου ανήκουμε και πρωτίστως μας ενδιαφέρει, μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για «σύγκρουση», μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η «συναίνεση» που το εξυπηρετεί στα προκαθορισμένα επιθυμητά σημεία εντός του δεδομένου πλαισίου εξασφάλισης της κυριαρχίας του. Οι περίτεχνοι εκλογικοί νόμοι –πάντοτε σε πλειοψηφική κατεύθυνση– που συνεχώς εφευρίσκονται στο όνομα του αποστειρωμένου όρου της «κυβερνησιμότητας», σπρώχνει τον ψηφοφόρο να προβεί σε «χρήσιμες» επιλογές. Προφανώς αυτές οι «χρήσιμες επιλογές» συγκλίνουν προς το κέντρο, η κατάκτηση του οποίου στις χώρες της Δύσης αποτελεί το πραγματικό εκλογικό διακύβευμα. Άλλωστε αυτό εκφράζεται και από την εγκαθίδρυση στο κέντρο του συστήματος δύο πόλων: κεντροδεξιά – κεντροαριστερά στη θέση των τριών πόλων: δεξιά, κέντρο, αριστερά του πρόσφατου παρελθόντος[1].

Η πολιτική στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς θεμελιώνεται στην ουσιαστική αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων, χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης πολιτικής. Η φθίνουσα συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες στην Ευρώπη με την πάροδο του χρόνου αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής σε αυτό το καθεστώς είναι κατ’ αρχάς η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. (περισσότερα…)

Το έγκλημα: Ένας ουρανός

*

Πιστεύουμε ότι το έγκλημα λανθασμένα αποδίδεται στο Κακό. Σκεφτόμαστε έτσι, γιατί θεωρούμε ότι το Κακό είναι ο αληθινός κίνδυνος. Όπως όμως έχουμε γράψει και αλλού, το Καλό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από το Κακό (το Καλό ως ανεξημέρωτο Κακό). Ωστόσο η έννοια που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το έγκλημα και πρέπει να περιοριστούμε σε αυτήν, καθώς δεν περιέχεται σε καμία από τις παραπάνω. Δεν είμαστε επ’ ουδενί φιλόσοφοι, ίσως όμως είμαστε ποιητές, γι’ αυτό θα μεταχειριστούμε την ποιητική λειτουργία και θα πούμε ότι το έγκλημα είναι ένας ουρανός. Για μας ουρανός είναι ο μη ων, ο δίχως όνομα, ο Κανένας. Ισχυριζόμαστε δηλαδή ότι ο αληθινός εγκληματίας είναι αυτός που επιλέγει να μην ονομάζει τα πράγματα. Πρόσφατα διαβάσαμε ότι δεν υπάρχει πιο επικίνδυνος άνθρωπος από αυτόν που εξουσιάζει τη γλώσσα. Όμως αυτό είναι μια πλάνη, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος εξουσιάζεται ταυτόχρονα από τη Γλώσσα, η οποία είναι (αξιωματικά) Νόμος, συνεπώς εξουσιάζεται από αυτόν. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι ποιητές (η ιδέα «ποιήματα=εγκλήματα» πηγάζει μόνο από τη φιλαυτία μας), οι ζωγράφοι, γενικά οι καλλιτέχνες, και οι φιλόσοφοι, καθώς ονομάζουν.

Γιατί όμως αυτός που μπορεί, αλλά δεν ονομάζει, είναι ένας αληθινός εγκληματίας; Η απάντηση έγκειται στο γεγονός ότι έτσι καταργεί τον Νόμο, και δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα από αυτό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι πραγματικότητα, αλλά δυνατότητα (γι’ αυτό η Γλώσσα-Νόμος πρέπει να υπάρχει, γι’ αυτό σημειώσαμε παραπάνω μπορεί): υπάρχει πολλαπλός δίχως να είναι κάτι, γιατί είναι το μηδέν των πραγμάτων. Ζει μέσα στη στιγμή ως όριο, ως διαφορά, για να θυμηθούμε τον Ντερριντά. Μοναδική του αίσθηση είναι το φευγαλέο. Κι όμως είναι απολύτως βέβαιος για τα οράματά του. Ο πολιτισμός του δεν έχει γεννηθεί, γιατί η γέννησή του μετατοπίζεται διαρκώς στο μέλλον. Δεν είναι γλώσσα, συνεπώς ούτε σιωπή. Είναι ο θάνατος του Ενός και του Κόσμου, και ταυτόχρονα η αποκάλυψή τους. Αυτός ο εγκληματίας βιώνει τον κόσμο στην πλήρη και απέραντη υποκειμενικότητά του. Όταν όλοι εμείς συμμετέχουμε στα πράγματα μέσω των ονομάτων τους (συνεπώς συμμετέχουμε πραγματικά στα ονόματα μόνο), αυτός έρχεται σε άμεση επαφή με την καρδιά των αντικειμένων, καθιστώντας τα υποκείμενα. Δεν είναι πράξη, αλλά το ίχνος της. Προηγείται διαρκώς του εαυτού του, δίχως το κέντρο του να είναι το εγώ. Δεν έχει κέντρο. Είναι  ε υ α ί σ θ η τ ο ς, δηλαδή σχετικός. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που τον εφηύρε ο θάνατός του, καθώς μόνο στον θάνατο γίνεται Γλώσσα.

Δεν είναι αναρχικός, καθώς υπακούει σε έναν νόμο, που είναι η άρση του Νόμου, δηλαδή ο μη Νόμος. Αν θέλετε, είναι ένα alter ego του Αδάμ: για τον Αδάμ υπήρχε μόνο ένας νόμος (συνεπώς ο Αδάμ είχε Γλώσσα), ο οποίος απαγόρευε τον Καρπό της Γνώσης. Αν αυτός ο Καρπός είναι ο Νόμος (με την ευρεία και τη συγκεκριμένη έννοια), τότε ο νόμος του Αδάμ ήταν ο μη Νόμος, καθώς καταργούσε τον Νόμο. Θα πρέπει λοιπόν να φανταστούμε έναν Αδάμ κάτοχο της Γλώσσας και αρνητή της. Η εγκληματική εποχή του Αδάμ δεν είναι εκείνη του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά αυτή της αθωότητας. Το γεγονός όμως ότι η απαγόρευση του Καρπού υφίσταται για τον «Αδάμ της αθωότητας», σημαίνει ότι το Καλό και το Κακό δεν ανήκουν στη Γλώσσα του, αλλά ότι προηγούνται αυτής, διαφορετικά ο Αδάμ θα ήταν ηθικός πριν το προπατορικό αμάρτημα. Εάν όμως το Καλό και το Κακό δεν είναι ονόματα της Γλώσσας του Αδάμ, συνεπάγεται ότι η ηθική δεν είναι δημιουργία του ανθρώπου, αλλά ότι προηγείται αυτού. Όταν λοιπόν ο Ρεμπώ θεωρεί την ηθική πλάνη, πλανάται ο ίδιος. Κι όταν έντρομος αναφωνεί βλάσφημα «το Ευαγγέλιο!», δεν έχει αναγνωρίσει ακόμα τον πραγματικό εχθρό, που είναι η Γλώσσα. Όλη η ποίηση του Πρίγκιπα των Ποιητών παρασιτεί στον Νόμο-Γλώσσα της ηθικής, μη ξέροντας πώς να υπάρξει αλλιώς, ακριβώς επειδή το «αλλιώς» εδώ αναιρεί την ανθρώπινη υπόσταση (και μια τέτοια κριτική είναι ένα στεφάνι για τον Ρεμπώ, καθώς αποδεικνύει ότι απελπίστηκε στα έγκατα του ανθρώπου). Αυτομάτως κάτι τέτοιο ισχύει και για τον εγκληματία μας. Η διαφορά του όμως από τον Ρεμπώ είναι ότι αυτός με τον Νόμο ως μη Νόμο, βυθίζεται στην απουσία Γλώσσας.

Ίσως μας πουν ότι ένας τέτοιος εγκληματίας δεν υπάρχει, ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει τόσο μακριά και να παραμείνει άνθρωπος. Αν όμως δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα που να μην προηγείται της φαντασίας μας, αυτή είναι μια απόδειξη της δυνητικότητάς του (δηλαδή, της ύπαρξής του). Κι όταν ο Κίρκεγκωρ γράφει ότι κάθε άτομο είναι ταυτόχρονα ολόκληρο το ανθρώπινο γένος (ως δυνατότητα), μπορούμε να πούμε ότι καθένας ενσαρκώνει έναν τέτοιο άνθρωπο μέχρι το όριο της επιλογής. Μόνο που αυτή η απόσταση χωράει την αιωνιότητα.

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ

*

Το Κακό: Ἐνα δοκίμιο

*

του Αλέξανδρου Σάντο Τιχομίρ

Αν το φαρμάκι κι η φωτιά κι η βία και το μαχαίρι
δεν έχουνε τα φανταχτά κεντίδια ακόμα κάνει
στο πρόστυχο της μοίρας μας και άθλιο καμβοπάνι,
είναι που λείπει απ’ την ψυχή το θάρρος – κι απ’ το χέρι.
[1]

Τι είναι το Κακό; Αυτό το όνομα που προφέρεται διαφορετικά από κάθε στόμα, που παίρνει αλλιώτικη μορφή μπροστά σε κάθε βλέμμα, ρευστή, σχετική. Κι όμως όλοι -τις περισσότερες φορές με τον μεγαλύτερο ζήλο- είναι έτοιμοι να το αναγνωρίσουν όπου το δουν, να το αποκαλύψουν, να το τιμωρήσουν: εδώ ψηλαφούμε στο χώμα τα ίχνη μιας άλλης έννοιας, άρρηκτα δεμένης με το Κακό, της οποίας η σχετικότητα είναι πραγματικό γνώρισμα, καθώς όντας όλοι προσηλωμένοι πάνω στο Κακό (μην τύχει και διαφύγει), αντικρίζουν πάνω του σαν καθρέφτισμα τη ρευστότητα, όταν αυτή ανήκει στον καθρέφτη· τον Νόμο. Κι εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να ρωτήσουμε: τι είναι ο Νόμος; Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ο Νόμος είναι ένας τόπος και, όπως κάθε τόπος, αλλάζει από το πέρασμα του χρόνου: κομμάτια του διαβρώνονται, νέες μορφές κάνουν την εμνίκφάνισή τους στα εδάφη του, μέρη χάνονται ολοσχερώς, άλλα αναγεννούνται. Για να είμαστε όμως πιο συγκεκριμένοι θα πούμε ότι ο Νόμος είναι ο τόπος εκείνος του οποίου τα σύνορα χαράσσουν οι Άλλοι. Και οι Άλλοι είναι οι διάφορες μορφές που λαμβάνει η Εξουσία: Θρησκεία, Δίκαιο, Ηθική, ή ακόμη και καλά κρυμμένες υποστάσεις, όπως το Όνομα του Πατρός (Ζακ Λακάν), οι ενορμήσεις της ζωής και του θανάτου (Σίγκμουντ Φρόυντ) κ.ά., με λίγα λόγια οι Άλλοι είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος μας ο Εαυτός, σαν αυτός να ήταν ένα τεράστιο μωσαϊκό που αποτελείται από αναρίθμητες ψηφίδες. (περισσότερα…)