Μήνας: Νοέμβριος 2014

Φιλιππομαρία Ποντάνι: Ποίηση και ιστορία

pontani

του ΦΙΛΙΠΠΟΜΑΡΙΑ ΠΟΝΤΑΝΙ

(από τον χαιρετισμό του συγγραφέα, συνεπιμελητή της ανθολογίας Poeti Greci del Novecento, που με την παρουσία του Νικόλα Κροτσέττι και την συμμετοχή του Αντώνη Φωστιέρη και του Παντελή Μπουκάλα θα παρουσιάσουμε αυτό το Σάββατο στον Πολυχώρο της Άγκυρας – Σόλωνος 124, στις 12.00 το μεσημέρι)

Η ιδέα μιας καινούργιας ανθολογίας της Νεοελληνικής ποίησης στον ιταλικό χώρο, τόσα χρόνια μετά τη σημαντικότατη έκδοση του Μάριο Βίττι, μού φάνηκε από την πρώτη στιγμή σχεδόν απαραίτητη, σχεδόν μια ανάγκη, από τη μία πλευρά για να επιβεβαιωθεί το γεγονός ότι η ελληνική λογοτεχνία δεν τελειώνει με τον Πίνδαρο ή τον Καλλίμαχο, αλλά έχει κάτι να πει και στη σημερινή πραγματικότητα· από την άλλη, για να παρουσιαστούν στο ιταλικό κοινό (και μάλιστα σε βιβλίο του Μονταντόρι) πολλοί λογοτέχνες που είτε έλειπαν εντελώς από τους καταλόγους είτε είχαν μεταφραστεί από μικρότερους εκδοτικούς οίκους.

Παράξενες όμως οι συμπτώσεις της ιστορίας· μαζί με τον Νικόλα Κροτσέττι είχα επιμεληθεί το 2004 μια άλλη, πολυσέλιδη ανθολογία, που δεν περιελάμβανε εξάλλου ούτε σχόλια ούτε τα απαραίτητα εισαγωγικά σημειώματα για κάθε ποιητή ή τουλάχιστον κίνημα. Εκείνη την περίοδο η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων, και της τόσο απρόβλεπτης νίκης στο Ευρωπαϊκό κύπελλο ποδοσφαίρου –και κακά τα ψέματα, η σχετική επιτυχία εκείνης της ανθολογίας οφειλόταν και σ’ εκείνα τα ιστορικά συμφραζόμενα.

Έξι χρόνια μετά, το βιβλίο που παρουσιάζουμε τώρα, συμπληρωμένο και πολύ πλουσιότερο από όλες τις απόψεις, κυκλοφόρησε σε μία εντελώς διαφορετική πολιτική και πολιτισμική ατμόσφαιρα, σε ένα κλίμα μάλιστα όπου δεν γινόταν πια λόγος για ποδόσφαιρο ή επενδύσεις, αλλά η Ελλάδα ήταν το κατ’ εξοχήν πρότυπο της χειρότερης οικονομικής κρίσης του αιώνα. Δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, ότι πολλές αναφορές και παραπομπές στο βιβλίο μας στον τύπο και βέβαια στο διαδίκτυο αφορούσαν προπάντων όχι τόσο τον Καβάφη ή τον Ελύτη (λογοτέχνες δηλαδή που διέθεταν κιόλας μια παγκόσμια αναγνώριση, τουλάχιστον ανάμεσα στο μορφωμένο κοινό, και κυκλοφορούσαν κιόλας στα βιβλιοπωλεία) αλλά την ομάδα των «ελασσόνων» στρατευμένων ή υπαρξιακών ποιητών, αυτών δηλαδή που είτε είχαν αντιδράσει άμεσα και με προσωπικό engagement στις τόσο περίπλοκες και αιματηρές πολιτικές ανησυχίες της χώρας, είτε τις είχαν αντανακλάσει στους στίχους τους, περιγράφοντας τη διαμόρφωση ή την παραμόρφωση της δικής τους προσωπικής και λογοτεχνικής συνείδησης μέσα στις τραγωδίες του 20ου αιώνα.

Η εν λόγω κατάσταση ισχύει ώς σήμερα. Σε μια γενικότερα μη ποιητική περίοδο σαν τη δικιά μας (με την έννοια του Εγγονόπουλου), όπου οι μεγάλες λυρικές φωνές λιγοστεύουν σχεδόν παντού στην Ευρώπη και οι δεκαετίες που περνούν δεν μας χαρίζουν έναν Σεφέρη ή έναν Ρίτσο, το να διαβάσουμε και να μεταδώσουμε στις επόμενες ιδιαίτερα γενιές αυτά που μας άφησαν οι πρόγονοί μας είναι περισσότερο από μια ευκαιρία, είναι ένα ηθικό καθήκον. Η σχέση μεταξύ ποίησης και ιστορίας είναι μια από τις βασικότερες αιτίες (αν και βέβαια όχι η μοναδική) για τις οποίες αξίζει τον κόπο οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι να γνωρίσουν τους Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα –και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους Ιταλούς, που μοιράζονται με τους Έλληνες τόσα κοινά στοιχεία και προπάντων εκείνη τη μεσογειακή ταυτότητα που θα έπρεπε να είναι ένας βασικός πυρήνας της μελλοντικής (ενδεχόμενης πια, θα έλεγα) Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό το βιβλίο μας· για να δείξει κανείς άλλη μια φορά ότι τα αγάλματα –για να παραπέμψω σε έναν στίχο που ο πατέρας μου ιδιαίτερα τον αγαπούσε– δεν είναι μόνο στο μουσείο, αλλά ζουν και περπατούν μαζί μας.

Advertisements

Χάρης Βρόντος: Σχόλιο περί λογοκλοπής

Αφορμώμενος από την έρευνά μας για τη λογοκλοπή (ΝΠ1), ο συνθέτης Χάρης Βρόντος μας έστειλε την ακόλουθη εγγραφή από το ανέκδοτο προσωπικό του ημερολόγιο.

19.12.09

Σήμερα είμαι πολύ ταραγμένος: από τη μια συγκινημένος για ένα λόγο, κι απ’ την άλλη εξουθενωμένος για ένα άλλο λόγο.

Τηλεφωνήθηκα το πρωί με τον Πατίλη και μιλήσαμε για τη συλλογή που μόλις έβγαλε. Μετά με πληροφόρησε ότι πρέπει να μπούμε στο YouTube όπου υπάρχει κάτι για μας. Όντως, ήταν ένα δεκάλεπτο στην τηλεόραση (κανάλι 100 της Πετρούπολης) για την Αχμάτοβα και τον αδελφό της Γκορένκο που πέθανε στην Ελλάδα. Με την ευκαιρία εορτασμού επετείου της ποιήτριας γίνονται διάφορες εκδηλώσεις σε τρεις πόλεις της Ρωσσίας. Η Κριτσέφσκαγια παρέδωσε στο Μουσείο Αχμάτοβα διάφορα κειμήλια που είχε ο ανεψιός της εδώ στην Αθήνα και μίλησε για την ανακάλυψη του τάφου της οικογένειας Γκορένκο στο Πρώτο Νεκροταφείο. Παίχτηκε λοιπόν και το φιλμάκι που τράβηξε η Ηρώ στο Πρώτο Νεκροταφείο, όπου η Κλαιρ και η Μάιρα ερμήνευσαν μια άριά μου από την όπερα «Ρέκβιεμ Αχμάτοβα», σε μεταγραφή για φωνή και τσέλλο: ένιωσα μεγάλη συγκίνηση και η Κλαιρ επίσης.

Το δεύτερο τώρα γεγονός είναι κακό: ο Πατίλης μού προώθησε ένα e-mail για μια μεγάλη λογοκλοπή. Όπως καταγγέλει μ’ εξοντωτικά πειστήρια κάποιος κύριος Ξανθός (ποιητής;) ο Χάρης Βλαβιανός έχει κατακλέψει όλους τους τίτλους των μερών του εκτενούς ποιήματός του για την Αχμάτοβα, καθώς και πάνω απ’ το μισό ποίημα, από την ομώνυμη ποιητική σύνθεση μιας Καναδής ποιήτριας που εκδόθηκε στον Οίκο Ράντομ (νομίζω το 2000).

Ο Ξανθός στέλνει στο διαδίκτυο, αριστερά με κίτρινα γράμματα και δεξιά με μαύρα, τις δυο συλλογές ή, μάλλον τα δυο ποιήματα. Εδώ δεν μιλάμε για κλοπή, αλλά για πλιάτσικο. Είναι τραγικό. Ο Χάρης είναι άρρωστος. Για δεύτερη φορά, μέσα σε δυο χρόνια, αποκαλύπτεται σκαιός λογοκλόπος. Τώρα δε το θέμα αφορά και μένα που έχω κάνει όπερα αυτό το εκτενές ποίημα του Χάρη, που δεν είναι του Χάρη. Προς το παρόν μένω συγκλονισμένος. Είναι σαν ν’ ανακάλυψα ξαφνικά, ότι η περιουσία που μου άφησε ο πατέρας μου, ανήκε σε κάποιον που ο πατέρας μου κατέδωσε στους Γερμανούς κι αυτοί τον εκτέλεσαν. Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ. Δεν ξέρω και τι τροπή θα πάρει αυτή η υπόθεση. Θα γίνει μήνυση; Θα πάνε στα δικαστήρια οι εκδότες και η ποιήτρια; Κι εγώ, αν παιχτεί η όπερά μου, τι όνομα θα βάλω στο λιμπρέτο; Χάρις Κάρσον;

Τώρα εξηγείται γιατί ο Χάρης, όσες φορές του μίλησα στην «Νεφέλη», για τον τρόπο που συνέθετα την όπερα, δεν έδειξε ποτέ πραγματικό ενδιαφέρον και μου απαντούσε με γρυλίσματα του στυλ: ναι, ναι… α, έτσι; Μμμ… ναι… ναι…

ΧΑΡΗΣ ΒΡΟΝΤΟΣ

***

Χάρης Βρόντος

Ο NICOLA CROCETTI ΣΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥ

* * *

Οι ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ,
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ και ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ,

με αφορμή τη μεγάλη ανθολογία
της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δύο αιώνων

PΟΕΤΙ GRECI DEL NOVECENTO,
coll. «I Meridiani», Mondadori, 2010,
(επιμ. Ν. Κροτσέττι – Φ. Ποντάνι)

συζητούν για την ελληνική ποίηση, τη δεξίωσή της στο εξωτερικό
και την τέχνη του ανθολογείν και του μεταφράζειν.

Στον Πολυχώρο της Άγκυρας, Σόλωνος 124,
Σάββατο 29.11.2014, στις 12.00 το μεσημέρι

* * *

 

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Πάτρα, δημιουργός της POESIA, του πλέον επιτυχημένου ίσως διεθνώς περιοδικού για την ποιητική τέχνη, επίτροπος της UNESCO, πρεσβευτής της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο εξωτερικό, μεταφραστής των κορυφαίων συγγραφέων και ποιητών μας στα ιταλικά (μ.α. των Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Καβάφη, Αναγνωστάκη, Καζαντζάκη), o ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ είναι «ο εκδότης που ‘επινόησε’ την Ποίηση», όπως έγραψε γι’ αυτόν η Corriere della Sera.

Η μεγάλη δίγλωσση ελληνική ανθολογία που συνεπιμελήθηκε με τον ΦΙΛΙΠΠΟΜΑΡΙΑ ΠΟΝΤΑΝΙ για λογαριασμό της περίφημης σειράς Ι MERIDIANI των Εκδόσεων Μondadori απλώνεται σε 1900 σελίδες και περιλαμβάνει 60 ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο ώς τη Γενιά του 1970.

9788804489351g                      crocetti

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

«Το φιλελεύθερο, δημοκρατικό και εκκοσμικευμένο κράτος ζει από προυποθέσεις που αυτό το ίδιο δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί.

Ως δημοκρατικό, φιλελεύθερο κράτος μπορεί να υπάρξει αν η ελευθερία που δίνει στους πολίτες του ρυθμίζεται εκ των έσω, από την ηθική ουσία του ατόμου και από την ομοιογένεια της κοινωνίας. Όμως, το κράτος το ίδιο δεν μπορεί να επιχειρήσει να εγγυηθεί αυτές τις εσωτερικές κανονιστικές δυνάμεις με τα μέσα του δικαιικού καταναγκασμού και της επιτακτικής εντολής, δίχως να απεμπολήσει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του.

Το κράτος μπορεί να επιχειρήσει να ξεφύγει από αυτό το πρόβλημα, με το να γίνει εγγυητής της εκπλήρωσης της ευδαιμονιστικής βιοτικής προσδοκίας των πολιτών του και να προσπαθήσει να αντλήσει από εκεί την δύναμη που το διέπει και το στηρίζει. Δεν πρόκειται πια για το αίτημα να εφαρμόζει το κράτος προνοιακή και κοινωνική πολιτική, ικανή να διασφαλίσει την ύπαρξη των πολιτών του –αυτή η αποστολή είναι εκ των ων ουκ άνευ -, αλλά για το ότι το κράτος προσπαθεί να βρει το νομιμοποιητικό του θεμέλιο ακριβώς εκεί μέσα.

Το κράτος μη έχοντας πια εμπιστοσύνη στις εσωτερικές συνεκτικές του δυνάμεις εξωθείται έτσι στην ανάδειξη ως προγραμματικού του στόχου της πραγμάτωσης της κοινωνικής ουτοπίας. Είναι όμως αμφίβολο, αν το θεμελιώδες πρόβλημα, που επιχειρεί να παρακάμψει με αυτό τον τρόπο, μπορεί έτσι να λυθεί. Πού θα στηριχθεί αυτό το κράτος την ώρα της (οικονομικής) κρίσης;»


ΕΡΝΣΤ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΜΠΑΙΚΕΝΦΑΙΡΝΤΕ
(μτφρ. Πέτρος Γιατζάκης)


Πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του δημοσίευση, το δοκίμιο για τη «Γένεση του κράτους» του κορυφαίου Γερμανού συνταγματικού δικαστή και φιλοσόφου του δικαίου Ε. Β. Μπαικενφαίρντε παραμένει η ριζικότερη αμφισβήτηση της ικανότητας του δυτικού φιλελεύθερου κράτους να αυτοσυντηρηθεί εξ ιδίων. Πρόκειται για το λεγόμενο «Δίλημμα» ή «Παράδοξο Μπαικενφαίρντε» όπως έγινε έκτοτε γνωστό.

Από το κεντρικό Θέμα του ΝΠ3, που ετοιμάζεται:
«Τα όρια της ελευθερίας. Φιλελευθερισμός και Δύση στον 21ο αι.»

Boeckenfoerde_Ernst-W

Επιστολή στο ΝΠ

Jorie Graham, Sea Change    Βλαβιανός, Τα σονέτα της συμφοράς 3

Jorie Graham, the_end_of_beauty    Βλαβιανός, Μετά το τέλος της ομορφιάς

Από αναγνώστη μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή:

«Επειδή οι ευγενείς εκστρατείες πρέπει να ενισχύονται, ως απλός αναγνώστης, καταθέτω την παραπάνω εξόφθαλμη ομολογουμένως περίπτωση δίδυμων εξωφύλλων μεταξύ της Jorie Graham για τη συλλογή Seas Change (2008) και του Χάρη Βλαβιανού για τα Σονέτα της συμφοράς (2011).

Το δανεισμένο αυτό εξώφυλλο των Εκδόσεων Πατάκη φέρει την υπογραφή «Βασιλική», κι αυτό θα μπορούσε να καταστεί απαλλακτικό ή να θεωρηθεί μια ακόμη σατανική σύμπτωση από τους καλόπιστους.

Αν μη τι άλλο, το έργο της Graham είναι κάτι παραπάνω από οικείο στον Χ. Βλαβιανό. Ο λόγος για την ποιητική συλλογή The End of Beauty (1999) της Graham που για τις ανάγκες της ποιητικής έκφρασης του Βλαβιανού έγινε Μετά το τέλος της ομορφιάς (Νεφέλη, 2003).

Σε κάθε περίπτωση μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις.»

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

«Ο κόσμος της ελευθερίας είναι ένας κόσμος του μέλλοντος, ένας κόσμος-προς. Δεν αποτελεί μια άρνηση της κοινωνικής σχέσης αλλά την ανάληψή της. Είναι ό, τι είναι στη φύση η βαρύτητα: χάρη σ’ αυτήν υπάρχει κάθε ιδιότητα, όλα αυτήν αναζητούν, όλα αυτήν παράγουν. Είναι το μοναδικά αληθινό. Όπως τείνει η ύλη προς ένα κέντρο ζητώντας ενότητα, έτσι το πνεύμα, δηλαδή η ελευθερία, έχει μέσα του το κέντρο, δηλαδή την ενότητα των πάντων. Η ενότητα είναι μέσα στην ελευθερία και η ελευθερία μέσα στην ενότητα, δεν είναι η ρήξη της ενότητας αλλά η ουσία της. Και για τούτο η ελευθερία είναι ο μόνος έσχατος σκοπός της ιστορίας, η αναπαράσταση του πνεύματος που πολεμά να γνωρίσει τον εαυτό του, ο πόθος της ιδανικής μορφής. Το αντίκρισμά της δυναμώνει την ψυχή, ποτίζει τις ρίζες της ζωής, καθαρίζει τα μάτια, φλογίζει το Είναι. Αυτή ήταν η αρχαία ελληνική θεμελίωση της ελευθερίας που θα μπορούσε να ονομαστεί με σύγχρονους όρους φιλελευθερισμός, πολύ πέρα από την περιορισμένη λατινική αντίληψη που εξαντλείται στην ελευθερία ως τυπική-νομική κατάσταση.»

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ,
«Τι ήταν και τι ήθελε ο ελληνικός φιλελευθερισμός»

Από το κεντρικό Θέμα του ΝΠ3, που ετοιμάζεται:
«Τα Όρια της Ελευθερίας. Φιλελευθερισμός και Δύση στον 21ο αι.»

Hatziantoniou

Κώστας Λάνταβος: Περί συμπεριφορών και άλλων δεινών

του ΚΩΣΤΑ ΛΑΝΤΑΒΟΥ

Κώστας Λάνταβος

Από τον ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβο λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, που αφορμάται από άρθρο δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος μας. Για το ζήτημα της διεξαγωγής του διαλόγου στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (έντυπο και ψηφιακό) παραπέμπουμε στο σχετικό Σημείωμα της Σύνταξης.

* * *

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρομαι πιο κάτω έχει να κάνει με τη μετάφραση μου του Αντίνοου του Φερνάντο Πεσσόα και την περιπέτεια που είχε μέχρι να εκδοθεί το 2006 από τις Εκδόσεις Αρμός και το οποίο σχετικά σύντομα έκανε και δεύτερη έκδοση. Το παραδίδω για προδημοσίευση (αποτελεί ένα κεφάλαιο από βιβλίο μου που φιλοδοξώ να εκδώσω στο μέλλον και θα αφορά τα παραλειπόμενα της εμπειρίας στα Γράμματα) με αφορμή την αναφορά του φίλου ποιητή Ντίνου Σιώτη στον μεταφραστή Χάρη Βλαβιανό στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού («Δημιουργική λογοκλοπή», ΝΠ2, σ. 234-236). Το συμβάν είναι γνωστό στη συντεχνία, αλλά θεωρώ χρήσιμο ν΄ ακουστεί και δημόσια. Αφορμή για το γεγονός που περιγράφω στάθηκε η απόφαση και η θέλησή μου να μεταφράζω, αλλά δεν είχα – ατυχώς – για μένα την άδεια του Βλαβιανού, ο οποίος μάλλον θα πρέπει να χορηγεί πιστοποιητικά αγγλικής γλωσσομάθειας, χωρίς βέβαια να έχει ανακοινωθεί στον Τύπο ότι έχει επίσημη αρμοδιότητα επ΄ αυτού. Και επισημαίνω ότι αναφέρομαι στον μεταφραστή Βλαβιανό, τις μεταφράσεις του οποίου τιμώ (και είναι η μόνη του προσφορά στα ελληνικά γράμματα κατά τη δική μου κρίση), αλλά δεν αναφέρομαι διόλου στον ποιητή Βλαβιανό, διότι (παρά την επιείκεια του Ντίνου Σιώτη, που λέγει πως «αν έχει γράψει κάνα δυό ποιήματα») , θεωρώ, πάντα κατά την δική μου κρίση (και η κρίση μου αυτή είναι αυστηρά αισθητικού χαρακτήρα), πως ο Βλαβιανός δεν είναι ποιητής.

Την μετάφραση του Αντίνοου την δούλεψα σχεδόν ενάμισυ χρόνο, και πριν την παραδώσω στον εκδότη μου την διάβασα στον φίλο μου Μάκη Λαχανά. Μου έδωσε λύσεις σε κάποια σημεία που είχα αμφιβολίες και στο τέλος του Αυγούστου του 2001 οριστικοποίησα το τελικό κείμενο. Ιδού λοιπόν τι επακολούθησε.

«Αφού είχα έτοιμο το βιβλίο κατέβηκα στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους με σκοπό να το προτείνω στον εκδότη μου προς έκδοση. Ο οποίος – όπως πάντα – δέχτηκε με προθυμία. Τις ίδιες εκείνες μέρες, εντελώς τυχαίως, συνάντησα τον ποιητή και εκδότη του περιοδικού Δέντρο Κώστα Μαυρουδή, σε κάποιο κτήριο του υπουργείου Πολιτισμού, κάπου πίσω απ το Μουσείο. Εκείνος πήγαινε να δει την κ. Άλκηστη Σουλογιάννη, διευθύντρια τότε του Τμήματος Μορφωτικών(;) Υποθέσεων ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων, κι εγώ να συναντήσω συγγενικό μου πρόσωπο, υψηλόβαθμο στέλεχος επίσης του υπουργείου. Τα είπαμε στα γρήγορα και, ως είθισται μεταξύ λογοτεχνών όταν έχουν καιρό να τα πουν, με ρώτησε τι γράφω ή αν έχω κάτι έτοιμο. Με τον Κώστα είχαμε καλή σχέση, είχα δημοσιεύσει κάμποσες φορές στο περιοδικό του και τον εμπιστευόμουν γενικώς. Του είπα πως είχα έτοιμη μια μετάφραση, τον Αντίνοο του Πεσσόα και πως θα εκδιδόταν από τον Αρμό. Τον παρακάλεσα να μην το αναφέρει σε κανέναν και οπωσδήποτε όχι στον μεταφραστή Χάρη Βλαβιανό, γιατί είχα διαβάσει πως επρόκειτο να μεταφράσει Πεσσόα και φοβόμουν μήπως συμπέσουμε. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιεύσει ένα μέρος στο επόμενο τεύχος του Δέντρου –όπως και έγινε– και τον ευχαρίστησα για την ευγενική του πρόταση. Δυστυχώς, με τον εκδότη μου δεν λάβαμε υπ΄ όψιν τα συγγραφικά δικαιώματα των έργων του Πεσσόα, γεγονός που το βρήκαμε μπροστά μας δεδομένου ότι με την αλλαγή της νομοθεσίας τα συγγραφικά δικαιώματα παύουν να ισχύουν όταν συμπληρωθούν εβδομήντα πέντε χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα.

Αργότερα, λίγους μήνες μετά – δε θυμάμαι ακριβώς – και ενώ βρισκόμουν στο σπίτι μου στη Λάρισα, νομίζω ήταν μεσημέρι, δέχτηκα ένα απρόσμενο και λίαν αγενές τηλεφώνημα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Βλαβιανός, ο οποίος χωρίς καν με χαιρετίσει με ρώτησε με οργίλο ύφος και στον ενικό: «δε μου λές που τα έμαθες εσύ τα αγγλικά και τολμάς να μεταφράζεις Μπλέηκ, Πάουντ και τώρα Πεσσόα;» Πριν καλά-καλά συνέλθω απ΄ τον αιφνιδιασμό και τη θρασεία αγένεια του συνομιλητή μου, με ρώτησε ακόμα «έχεις ζήσει στην Αγγλία;» Όχι, του απάντησα. «Έ, τότε δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μεταφράζεις από τα αγγλικά». Η έκπληξη μου – ή μάλλον η αποπληξία που υπέστην- ήταν τέτοια που πριν προλάβω να συνέλθω και ν΄ αρθρώσω έναν λόγο, μου έκλεισε στα μούτρα το τηλέφωνο.

Να σημειώσω εδώ ότι τον κύριο αυτόν δεν τον είχα συναντήσει ποτέ, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, δεν ήξερα καν πως είναι σαν ανθρώπινη φιγούρα. Τον γνώριζα από τις μεταφράσεις του και από τις αναφορές του Τύπου στο πρόσωπό του. Μπορεί να φαντασθεί κανείς πώς ένοιωσα. Κάθισα στον καναπέ και προσπάθησα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Πρώτον, σκέφτηκα, από πού άντλησε ο άνθρωπος αυτός το δικαίωμα να συνομιλήσει μαζί μου αφού ούτε καν με γνώριζε; Δεύτερον, πόσο αλήθεια ενοχλήθηκε για να φτάσει στο σημείο να αναζητήσει και βρει τον αριθμό του τηλεφώνου μου για να με επιπλήξει για κάτι που δεν τον αφορούσε άμεσα, ούτε προσέβαλε τα συμφέροντά του; Τρίτον, τον είχε διορίσει κανείς τοποτηρητή της μεταφραστικής τύχης των έργων του Μπλέηκ, του Πάουντ και του Πεσσόα; Τέταρτον, αγνοούσε μήπως το γεγονός πως πολλοί Έλληνες λογοτέχνες, μείζονες και ελάσσονες είχαν μεταφράσει ξένους ποιητές και πεζογράφους χωρίς να έχουν ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό με πρώτον και καλύτερο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη; Αγνοούσε ότι ο Γιώργος Κοροπούλης μετέφρασε ποίηση Μπόρις Πάστερνακ με την βοήθεια ρωσομαθούς που έκανε την κατά λέξη μετάφραση κι εκείνος ανέλαβε να της δώσει ποιητική φόρμα; Πέμπτον, όποιος μεταφράζει και δημοσιεύει τις μεταφράσεις του εκτίθεται δημοσίως και πως ο καθένας που έχει τις αντιρρήσεις του ή τις ενστάσεις του για την ποιότητα των μεταφράσεων μπορεί να τις εκφράσει γραπτώς και δημοσίως και να κατακεραυνώσει τον μεταφραστή; Ο ποιητής Νίκος Φωκάς είχε ήδη δημοσιεύσει αρνητική κριτική για την μετάφρασή μου στον Μπλέηκ, γιατί δεν έκανε κι εκείνος το ίδιο; Δόξα τω Θεώ και περιοδικό διηύθυνε και πρόσβαση στον ημερήσιο Τύπο είχε. Γιατί δεν έγραφε ό,τι απαξιωτικά μου είπε, παρά μου τηλεφώνησε –ως μη όφειλε– και έδειξε έναν χαρακτήρα που δεν υποπτευόμουν πως είχε;

Δεν μπορούσα να εννοήσω τί τον οδήγησε σε τέτοια συμπεριφορά, ποιες αγωνίες και ανασφάλειες πιθανώς κουβαλούσε, τί νόμιζε πως θα επιτύχει. Και αδυνατώντας να κατανοήσω την αδιανόητη για καλλιεργημένο άνθρωπο συμπεριφορά, αρκέστηκα στη γνωστή διαπίστωση: «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», προσθέτοντας το δικό μου συμπέρασμα, πως δηλαδή «πιο άβυσσος δεν γίνεται». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να προσθέσει πως επρόκειτο για μια αναιδέστατη συμπεριφορά ενός επηρμένου αθηναίου πολίτη προς έναν «υποτελή επαρχιώτη»…

Η ιστορία αυτή είχε δυστυχώς συνέχεια και πολύ δυσάρεστη. Ο εν λόγω μεταφραστής μετέφερε τα νέα του Αντίνοου στη Μάγδα Κοτζιά, εκδότρια του Εξάντα, η οποία είχε αγοράσει τα συγγραφικά δικαιώματα των έργων του Πεσσόα για την ελληνική γλώσσα. Αυτή τη λεπτομέρεια, ουσιώδη όμως, δεν την γνώριζε ούτε ο εκδότης μου. Εκ των υστέρων και κάνοντας τους αριθμητικούς υπολογισμούς (ο Πεσσόα είχε πεθάνει το 1935 και ήδη εξέπνεε το 2001) δεν καταλάβαινα προς τί αυτή η αγορά δικαιωμάτων, αφού το 2005 συμπληρώνονταν τα 75 χρόνια που προέβλεπε η διεθνής νομοθεσία και το έργο του Πεσσόα θα μπορούσε πλέον να το εκδώσει όποιος εκδοτικός οίκος το επιθυμούσε. Κι ακόμα πιο περίεργο μου φαινόταν όλο αυτό, δεδομένου ότι ο Εξάντας δεν είχε εκδώσει ακόμα κανένα βιβλίο του Πεσσόα. Αυτές οι σκέψεις όμως απασχολούσαν προφανώς μόνο τη δική μου λογική.

Η εκδότρια λοιπόν του Εξάντα αφού έμαθε τα νέα απ΄ το φιλόδοξο μεταφραστή της, τηλεφώνησε στον Γ. Χατζηϊακώβου κι ούτε λίγο ούτε πολύ τον απείλησε πως αν τολμήσει να εκδώσει τον Αντίνοο θα προβεί σε ασφαλιστικά μέτρα για να εμποδίσει την κυκλοφορία του. Φυσικά και είχε δίκιο σύμφωνα με το νόμο, κι έτσι ο Αντίνοος έμεινε στο συρτάρι μέχρι το 2006, οπότε εξεδόθη, πήγε καλά εμπορικά και σχετικά συντόμως έκανε και δεύτερη έκδοση. Οφείλω εδώ να σημειώσω τη στάση του Κώστα Μαυρουδή μετά την ατυχή έμπνευσή του να μεταφέρει στον Βλαβιανό όσα τον είχα παρακαλέσει να μην πει. Ο Κώστας όταν τον ενημέρωσα σχετικώς, αμέσως μετά το ανήκουστο τηλεφώνημα που δέχτηκα, ένοιωσε πολύ άσχημα, πρώτον γιατί δεν σεβάστηκε την επιθυμία μου, δεύτερον διότι δεν κράτησε τον λόγο του και τρίτον και χειρότερο για την βάρβαρη τηλεφωνική επίθεση που δέχτηκα. Μου ζήτησε συγνώμη, την δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και ομολογώ πως δεν μου έμεινε καμία πικρία γιατί είμαι πεπεισμένος πως δεν μπορούσε να προβλέψει μια τέτοια εξέλιξη.

Βεβαίως το περιστατικό αυτό έγινε γνωστό σε αρκετούς ανθρώπους της συντεχνίας, οι περισσότεροι των οποίων, όπως δήλωσαν, δεν εξεπλάγησαν για την συμπεριφορά του συγκεκριμένου μεταφραστή διότι είχαν υπ΄ όψιν τους και άλλες απροσδόκητες συμπεριφορές του. Ερμήνευαν δε αυτές τις συμπεριφορές ως προϊόντα της αγωνίας που τον διακατείχε να κατακτήσει διασημότητα και να ασκήσει εξουσία στο συνάφι. Όπως και να ΄χει, παρόμοια συμβάντα μου προξενούν μόνον θλίψη…

Αν αναφέρω το γεγονός αυτό, δεν το κάνω για να στηλιτεύσω μια άδικη, τουλάχιστον, συμπεριφορά, αλλά για να πω στον αναγνώστη πως άλλο πράγμα είναι το έργο –μεγάλο ή μικρό– ενός καλλιτέχνη και άλλο πράγμα η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του. Και ότι η ιδιότητα του καλλιτέχνη δε σημαίνει απαραίτητα και εξαίρετο άνθρωπο. Το έργο μπορεί να είναι μέγα και ο καλλιτέχνης ως άνθρωπος να είναι απαίσιος έως και άθλιος. Υπάρχου πολλά παραδείγματα μεγάλων καλλιτεχνών με τεράστιο έργο που ως άνθρωποι όμως δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο. Ο μέγας Βίκτωρ Ουγκώ συμπεριφέρθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο στην θυγατέρα του διότι διαφώνησε με την ερωτική της επιλογή. Μια πράξη που ουδόλως ταίριαζε στον λογοτεχνικό του μύθο. Γι΄ αυτό συνιστώ στον αναγνώστη να μην μυθοποιεί ποτέ λογοτέχνες, ζωγράφους και πάσης φύσεως καλλιτέχνες, διότι όταν αργότερα –μέσω βιογραφιών ή άλλων ντοκουμέντων– μάθει τα της προσωπικής των ζωής, η απογοήτευση τον περιμένει στη γωνία. Ας περιοριστεί ο άδολος αναγνώστης στο να θαυμάζει το έργο τέχνης που τον συγκινεί κι ας λησμονήσει εντελώς τον άνθρωπο που το δημιούργησε. Εξάλλου το έργο τέχνης μένει, ο καλλιτέχνης ως όναρ παρέρχεται…»

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Μετά τα δημοσιεύματα και του δεύτερου τεύχους μας περί λογοκλοπής, λάβαμε αρκετά κείμενα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αξιοποιούν το ερέθισμα και συνεχίζουν τη συζήτηση.

Η εξέλιξη αυτή μας χαροποιεί. Δείχνει ότι ο κανόνας της σιωπής και της συγκάλυψης αποκτά επιτέλους τις εξαιρέσεις του. Ωστόσο μας δημιουργεί και ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Το ΝΠ κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο, δεν έχει συνεπώς την πολυτέλεια να δεσμεύει όλα τα τεύχη του σ’ αυτήν την άθλια ιστορία επί μακρόν. Πολλώ δε μάλλον όταν το υλικό που προκύπτει τείνει να αυξάνεται: από τις 21 σελίδες του πρώτου τεύχους, περάσαμε αισίως στις 41 στο δεύτερο, ενώ τα κείμενα που μας έχουν έρθει έκτοτε καλύπτουν και πάλι δεκάδες σελίδες.

Μετά από σκέψη, αποφασίσαμε να μεταθέσουμε τον διάλογο στον ιστότοπο του περιοδικού. Όλα τα επώνυμα σχετικά κείμενα εφεξής θα αναρτώνται εκεί. Γνωρίζουμε άλλωστε καλά πόσο δύσκολο είναι να βρεθεί άλλο δημόσιο βήμα διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει.

Το ζήτημα που μας απασχόλησε έντονα είναι αν το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τις ανώνυμες επιστολές που λαμβάνουμε. Κατ’ αρχήν, η πράξη της δημόσιας τοποθέτησης, πόσω μάλλον όταν αυτή περιλαμβάνει καταγγελία, είναι αυτονόητο ότι οφείλει να γίνεται ενυπόγραφα. Είναι αφύσικο, μάλιστα υποκριτικό να στιγματίζεις δημόσια τη συμπεριφορά ορισμένων εκ του ασφαλούς και, την ίδια στιγμή, αυτούς τους ίδιους να τους συναναστρέφεσαι κοινωνικά στις φιλολογικές εκδηλώσεις. Γιατί αν δεν σκοτίζεσαι για να κρατήσεις τις καλές σχέσεις σου, ποιος ο λόγος να κρύβεσαι;

Με αυτή την έννοια, η τακτική αυτή, της ανέξοδης καταγγελίας, είναι κατακριτέα. Όχι όμως πάντα. Η ελληνική συγγραφική και εκδοτική συντεχνία, η αθηναϊκή μάλιστα, είναι πολύ στενή – οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες. Σε περιπτώσεις προφανούς ανισότητας των όπλων (όταν λ.χ. ο καταγγέλων βιοπορίζεται σε επαγγελματικό χώρο στον οποίο ο καταγγελόμενος ασκεί μεγάλη επιρροή), η ανωνυμία ενδέχεται να είναι ο μόνος τρόπος.

Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γερμανία οι ερευνητές που με τις αποκαλύψεις τους περί λογοκλοπής διέσυραν και οδήγησαν σε αποπομπή δύο κορυφαίους υπουργούς της κυβέρνησης Μέρκελ (και πλειάδα άλλους αξιωματούχους και πολιτικούς, όπως τον τέως ευρωβουλευτή των Φιλελευθέρων Γ. Χατζημαρκάκη – γεγονός που δεν αποθάρρυνε τον Υπουργό μας των Εξωτερικών από να τον αναγορεύσει προ ημερών πρέσβη εκ προσωπικοτήτων…), δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι ερευνητές αυτοί ήταν στην πλειονότητά τους ανώνυμοι.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ανώνυμης πλην τεκμηριωμένης καταγγελίας, κριτήριο για τη δημοσίευση της στον ιστότοπό μας θα είναι εφεξής το επαληθεύσιμο του περιεχομένου της. Εξίσου αυτονόητο είναι, ωστόσο, ότι δεσμευόμαστε να δημοσιεύσουμε και τυχόν απαντήσεις που θα λάβουμε στις καταγγελίες αυτές.

Κλείνουμε με την επισήμανση ότι η δική μας θέση στο ζήτημα δηλώνεται επαρκώς στα δύο πρώτα μας τεύχη. Το ίδιο το ΝΠ δεν προτίθεται να επανέλθει, ούτε να απαντήσει στις νεώτερες επιθέσεις που δέχεται.

ΝΠ

Στο πνεύμα των παραπάνω, στις 11.11.14 δημοσιεύσαμε στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου εκτενή επιστολή του κριτικού Γιώργου Αράγη που ανασκευάζει τις θεωρητικές θέσεις περί λογοκλοπής του Νάσου Βαγενά (βλ. «Ποίηση και λογοκλοπία», ΝΠ2, σ. 197-208). Στις 13.11. αναρτήσαμε το κείμενο του ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβου «Περί συμπεριφορών και άλλων δεινών» και στις 17.11. επιστολή αναγνώστη μας που αμφότερα αναφέρονται στον Χάρη Βλαβιανό. Η παρέμβαση του κ. Λάνταβου αφορμάται από το άρθρο του Ντίνου Σιώτη «Δημιουργική λογοκλοπή» (ΝΠ2, σ. 234-236).

 

Clipboard001

Γιῶργος Ἀράγης: Ἐπιστολὴ γιὰ τὸν «Φάκελο Λογοκλοπή»

ARAGIS

Από τον κριτικό Γιώργο Αράγη λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, που αφορμάται από δημοσίευμα του δεύτερου τεύχους μας. Για το ζήτημα της διεξαγωγής του διαλόγου στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (έντυπο και ψηφιακό) παραπέμπουμε στο σχετικό Σημείωμα της Σύνταξης.

* * *

Ἀγαπητό Νέο Πλανόδιον

Καλή σταδιοδρομία καί μακροημέρευση.

Σχετικά μέ τό θέμα «Φάκελος λογοκλοπή», πού ἄνοιξες μέ τό πρῶτο τεῦχος σου καί ἀκολούθησε συζήτηση στό δεύτερο τεῦχος, θά ἤθελα νά πῶ τά ἀκόλουθα.

α) Ἀσφαλῶς τό θέμα ἔχει σχέση μέ τήν ἐντιμότητα καί τό ἦθος τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀποτελεῖ κυρίως, καθώς πιστεύω, ἀντικείμενο αἰσθητικῆς πραγμάτευσης. Κι ἐδῶ χρειάζεται προσοχή στό τί λέμε, γιατί πρόκειται γιά ζήτημα ἀρχῶν πού πρέπει νά ἰσχύουν πέρα ἀπό τίς περιστάσεις καί τά πρόσωπα.

β) Ἡ συζήτηση περί λογοκλοπῆς δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ μόνο στήν ποίηση καί μάλιστα μόνο σέ ξενόγλωσσα κείμενα, γιατί δέν βασίζεται πουθενά μιά τέτοια διάκριση.[1] Σημαίνοντα καί σημαινόμενα ἔχουμε καί στήν πεζογραφία καί στό δοκίμιο καί στήν κριτική, καί στήν ἐπιστήμη, ὅπου τό κλεψίδι παίρνει καί δίνει. Ὅμως ἄς περιοριστοῦμε στά πρῶτα, ἀφήνοντας στήν ἄκρη τήν ἐπιστήμη. Ποίηση λοιπόν, πεζογραφία, δοκίμιο, κριτική. Μά, θά ᾿λεγε κανείς πώς ἡ ποίηση ἀποτελεῖ εἰδολογική ἰδιαιτερότητα μέ συναφή παρεπόμενα. Πράγματι, ἀλλά αὐτό δέν ἀλλάζει τόν κοινό παρονομαστή μέ τά ἄλλα τρία εἴδη, ἀφοῦ σέ ὅλα ἔχουμε πρόβλημα γλωσσικῆς ἔκφρασης.

γ) Ὅταν μιλοῦμε γιά λογοκλοπή ἤ ὄχι, ἔχει σημασία νά ἐλέγχουμε τήν ἀκρίβεια τῶν ἐπιχειρημάτων μας. Ἡ ὁλωσδιόλου ἀφηρημένη, θεωρητική, πραγμάτευση τοῦ θέματος μπορεῖ νά ὁδηγεῖ κάποτε σέ εὐλογοφανεῖς πλάνες. Ἡ γνώμη π.χ. τῶν Παλαμᾶ-Βαγενᾶ ἤ, καλύτερα, τῶν Βαγενᾶ-Παλαμᾶ ὅτι στή μετάφραση τῆς ποίησης αὐτό πού παίρνει κάποιος ἀπό τό ξένο κείμενο εἶναι «ἰδέες», ἀποτελεῖ, ὅπως θά φανεῖ παρακάτω, θεωρητικό ἀτόπημα.

Ἄς πᾶμε στά ἀρχικά στάδια τῆς γλώσσας. Τό πράγματα (ὅπως καί τά φαινόμενα καί ἀργότερα οἱ ἀφηρημένες ἔννοιες), καθώς εἶναι εὐνόητο, προϋπῆρξαν. Ὕστερα ἡ ἀνάγκη γιά συνεννόηση ἀνάμεσα στά μέλη μιᾶς φυλῆς ὁδήγησε στά ὀνόματα (σημαίνοντα) τῶν πραγμάτων (σημαινομένων). Ἔκτοτε αὐτά τά δυό, τά σημαίνοντα καί τά σημαινόμενα, συνδέοντα μέ τήν ἐμπειρική χρήση τους «συνειρμικά»,[2] ὥστε τό ἕνα νά παραπέμπει αὐτόματα στό ἄλλο καί ἀντίστροφα. Ὡστόσο οἱ διάφοροι λαοί πού ἀνάπτυξαν διαφορετικές γλῶσσες δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν μεταξύ τους, ὄχι γιατί τά πράγματα διέφεραν τόσο, ἀλλά γιατί διέφεραν τά ὀνόματα. Χάρη ὅμως στήν κοινή πείρα τῆς ζωῆς τους κατάφεραν νά ἐπικοινωνοῦν στοιχειωδῶς μέ παντομίμα καί πληρέστερα μέ τή μετάφραση. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ σημερινές μεταφράσεις βασίζονται στήν κοινή πείρα τῶν λαῶν, χωρίς τήν ὁποία καμιά μετάφραση δέν θά ᾿ταν ἐφικτή. Γιατί ἡ κοινή πείρα ἐπιτρέπει νά μαθαίνει κανείς λ.χ. δυό γλῶσσες χάρη στίς ταυτοσημίες ὀνομάτων, ρημάτων κ.λπ. πού προφέρονται (καί γράφονται) διαφορετικά. Π.χ. τό ἀγγλικό ὄνομα ‘water’ εἶναι σημασιολογικά, ἀλλά ὄχι φωνητικά καί ὀπτικά, ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό ‘νερό’, τό ἀγγλικό ‘rocks’ εἶναι ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό ‘βράχια’ κ.ο.κ. Αὐτές οἱ ἀντιστοιχίες ὀνομάτων ἤ σημαινόντων ἐκδηλώνονται ἔκτοτε αὐτόματα, χωρίς δηλαδή νά σκέφτεται κανείς τό πράγμα κι ἔπειται νά βρίσκει τό ὄνομά του στή γλώσσα του. Αὐτόν τόν αὐτοματισμό ἐννοοῦν οἱ καθηγητές ξένων γλωσσῶν, ὅταν λένε στούς μαθητές τους νά μή σκέφτονται στή γλώσσα τους, ὅταν μιλοῦν τήν ξένη γλώσσα πού θέλουν νά μάθουν. Ὁ ἴδιος αὐτοματισμός ἰσχύει βέβαια καί γιά τους μεταφραστές ποιητικῶν ἤ ὁποιωνδήποτε ἄλλων ἔργων.

Ἄς μείνουμε γιά τήν ὥρα στήν ξενόγλωσση ποίηση. Παραθέτω στά ἀγγλικά τήν πρώτη στροφή ἀπό τό ποίημα «Marina» τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ καί δύο μεταφράσεις της στά ἑλληνικά.

«What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through fog
what images return
O my daughter.» [3]

Γ. Σεφέρης μεταφράζει:

«Ποιά πέλαγα ποιοί γιαλοί ποιά γρίζα βράχια καί ποιά νησιά
Καί ποιό νερό γλύφοντας τήν πλώρη
καί τό ἄρωμα τοῦ πεύκου κι᾿ ἡ τσίχλα τραγουδώντας μέσα στοῦ δάσους τήν καταχνιά
Ποιές ζουγραφιές γυρίζουν
Ὦ κόρη μου.» [4]

Κ. Κύρου μεταφράζει:

«Ποιά πέλαγα, ποιές ἀκρογιαλιές, ποιά γρίζα βράχια καί ποιά νησιά
Ποιό νερό βρέχοντας τήν πλώρη
Κι ἡ εὐωδιά τοῦ πέφκου καί τοῦ λόγγου ἡ τσίχλα κελαϊδώντας μές ἀπ᾿ τήν καταχνιά
Ποιές εἰκόνες ξαναγυρνοῦν
Ὦ κόρη μου.» [5]

Εὔκολα παρατηρεῖ κανείς πώς οἱ δυό μεταφράσεις ἤ, ἀλλιῶς, τά δυό δευτερογενή κείμενα εἶναι σχεδόν πανομοιότυπα.[6] Τοῦτο δεν εἶναι τυχαῖο βέβαια, ἀντίθετα ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι τά δύο δευτερογενή κείμενα εἶναι στενά ἐξαρτημένα ἀπό τό πρωτογενές κείμενο τοῦ Ἔλιοτ. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀνάμεσα στό πρωτογενές καί στά δευτερογενή ἔχουμε σέ πολύ μεγάλο βαθμό ἀντιστοιχίες σημαινόντων. Σύμφωνα μέ τήν παραπάνω θέση τῶν Βαγενᾶ-Παλαμᾶ, ὅταν ὁ Ἕλληνας μεταφραστής συναντάει μέσα στό ἀγγλικό κείμενο τό σημαῖνον ‘rocks’ ξεχωρίζει τό σημαινόμενό του (τήν «ἰδέα») καί μέ βάση αὐτό τό σημαινόμενο ἄγεται σέ ἑλληνικό σημαῖνον τῆς ἐκλογῆς του.

Τέτοιοι διαχωρισμοί μπορεῖ νά γίνονται στό ἐπίπεδο τῆς ἀφηρημένης θεωρίας, στήν πράξη ὅμως, σύμφωνα μέ τήν κοινή ἐμπειρία, δέν ἰσχύει. Στήν πράξη δηλαδή, ὅταν ὁ μεταφραστής συναντήσει τό ἀγγλικό σημαῖνον ‘rocks’, καθώς τοῦ εἶναι γνωστά τά σημαίνοντα τῆς γλώσσας του, ἀνακαλεῖται αὐτόματα μέσα του καί χωρίς κάν τή θέλησή του τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό σημαῖνον ‘βράχια’. Ἄν δέν συνέβαινε αὐτό, ὁ Σεφέρης καί ὁ Κύρου, δέν θά συναντιόνταν τόσο πολύ στά ἀντίστοχα ἑλληνικά σημαίνοντα τῆς παραπάνω ἀγγλικῆς στροφῆς. Θά μετάφραζε ὁ καθένας διαφορετικότερα τό ἀγγλικό κείμενο. Τό λεγόμενο συνεπῶς ὅτι ὁ μεταφραστής «ἁλιεύει» πρῶτα τό ἀγγλικό σημαινόμενο καί μετά κάθεται καί βρίσκει τό ἑλληνικό σημαῖνον ἰσχύει μόνο γιά τους ἀρχάριους μαθητές τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας. Αὐτοί πού ξεκινοῦν μέ τίς εἰκόνες τῶν σημαινομένων. Στήν πραγματικότητα τά σημαίνοντα-σημαινόμενα, ἤ πιό ἁπλά οἱ λέξεις, ἑνός πρωτογενοῦς κειμένου ὁδηγοῦν τόν ἑκάστοτε μεταφραστή στά ἀντίστοιχα σημαίνοντα-σημαινόμενα τῆς δικῆς του γλώσσας. Κάποτε ὡστόσο, ἀλλά ὄχι σπάνια, δέν ἕχουμε τίς ἴδιες λεξικές ἀντιστοιχίες, ὁπότε οἱ μεταφραστές καταφεύγουν σέ περιφραστικές λύσεις. Καί σ᾿ αὐτή ὡστόσο τήν περίπτωση ἡ μετάφραση γίνεται μέ ὁδηγό τό ἀντίστοιχο πρωτογενές ἐδάφιο καί μέ βάση τήν κοινή πείρα. Ἐρώτημα. Αὐτή ἡ ἠχητική καί ὀπτική διαφορά τῶν σημαινόντων, ἀνάμεσα στό πρωτογενές καί στό δευτερογενές ἤ μεταφρασμένο ποιητικό κείμενο, δέν ἔχει ρυθμικές καί προσωδιακές συνέπειες; Ἀσφαλῶς ἔχει. Ἡ διαφορετική πολιτισμική καί ποιητική παράδοση τοῦ πρωτογενοῦς κειμένου δέν ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ καμιά ἄλλη παράδοση. Πράγμα πού ἀφήνει κάποια -σχετικά καί ὄχι ἀπεριόριστα- περιθώρια σ᾿ ἕναν ἄξιο μεταφραστή νά αὐτενεργήσει δημιουργικά, νά περάσει δηλαδή στό δευτερογενές του κείμενο -κατά τό δυνατόν- τή δική του πολιτισμική καί ποιητική παράδοση. Ἔτσι πού τό μεταφρασμένο κείμενο νά μοιάζει ὡς ἕνα βαθμό σάν νά βγαίνει ἀπευθείας ἀπό τήν παράδοση τοῦ μεταφραστῆ. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ καί σπανίως συμβαίνει, παράδειγμα οἱ μεταφράσεις τοῦ Καρυωτάκη, ὅμως ποτέ δέν παύει μιά δημιουργική μετάφραση νά εἶναι ἕνα δευτερογενές κείμενο πού ὀφείλει τήν ὕπαρξή του σέ ὁρισμένο πρωτογενές. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο οἱ μεταφραστές, ἀπό τ᾿ ἀρχαῖα χρόνια, παντοῦ σ᾿ ὅλον τον κόσμο, δηλώνουν, ἀπό αἴσθημα χρέους, τό ὄνομα τοῦ ποιητῆ στόν ὁποῖο ὀφείλεται τό πρωτογενές κείμενο. Σέ ἀντίθετη περίπτωση, ἄν κάποιοι παρουσιάζουν μιά μετάφρασή τους ὡς δῆθεν ἀνεξάρτητο πρωτογενές ἔργο καί ἄρα ὡς ἀπόλυτα δικό τους δημιούργημα, τότε ἔχουμε ἀσφαλῶς ἀθέμιτη ἐνέργεια, ἤ, ἀλλιῶς, λογοκλοπή.

Ἄς κάνουμε ἤδη ὁρισμένη ὑπόθεση. Ἄς ὑποθέσουμε πώς ἕνας προικισμένος Νεοέλληνας μεταφραστής θέλει νά μεταφράσει, κατά τήν ἀκραία προσωπική του αἴσθηση, ὁρισμένο ἀγγλικό ποίημα ὑψηλῆς στάθμης. Στήν περίπτωση αὐτή, σύμφωνα μέ τόν Βαγενᾶ, τό πρῶτο πού κάνει εἶναι νά πάρει, νά «ὑπεξαιρέσει», τά σημαινόμενα τῶν ἀγγλικῶν λέξεων -τίς «ἰδέες» τους. Νά πάρει δηλαδή σκέτα σημαινόμενα. Ἄς ὑποθέσουμε πώς αὐτό εἶναι δυνατό κι ὅτι ὁ μεταφραστής αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι «ὑπεξαιρώντας» λ.χ. τό σημαινόμενο τοῦ ἀγγλικῆς λέξης ‘water’ ἔρχεται αὐτόματα στόν νοῦ του τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό σημαῖνον ‘νερό’. Ἄς ὑποθέσουμε ἀκόμα πώς τόν αὐτοματισμό αὐτόν δέν μᾶς τόν δίδαξε ἀρκετά ὁ Σωσσύρ κι ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ καθενός μας εἶναι λαθεμένη. Ἄς ὑποθέσουμε τέλος ὅτι ὁ μεταφραστής αὐτός, ἔχοντας σκέτα σημαινόμενα στό χέρι του, ἐπιμένει νά μεταφράσει τό ἀγγλικό ποίημα κατά τήν ἀκραία προσωπική του αἴσθηση. Καί τό κάνει «ἀναπλάθοντας» τά σημαινόμενα ἔτσι ὥστε νά φτάσει σ᾿ ἕνα κείμενο διαφορετικό ἀπό τό πρωτογενές. Ὅμως πόσο διαφορετικό μπορεῖ νά εἶναι τό κείμενο αὐτό; Θέλω νά πῶ τί περιθώρια «ἀνάπλασης» τῶν σημαινομένων ἔχει; Ἔχει περιθώρια ἀπεριόριστα; Κι ἄν, τραβώντας τό σκοινί, ξεπεράσει κάθε ὅριο ἀντιστοιχίας μέ τό πρωτογενές κείμενο θά καταλήξει σέ κατανοητό ἀποτέλεσμα ἤ τό ἀντίθετο; Ἄς τό ἔχουμε ὑπόψη μας ὅταν διαβάζουμε ὅτι μπορεῖ νά συμβαίνει (στή μετάφραση) «πλήρης ποιητική ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων ἑνός ποιήματος μέ τους ὅρους [7] μιᾶς ἄλλης γλώσσας».[8] Αὐτό τό «πλήρης ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων», καί μάλιστα χωρίς ἀντιστοιχίες σημαινόντων, στήν πράξη ἀποτελεῖ ἐφικό ἤ ἀνέφικτο ἐγχείρημα; Κι ἐπειδή πρέπει κανείς νά παίρνει τήν εὐθύνη τῶν λόγων του, θά πρέπει ὁ Βαγενᾶς ἤ νά ἐπαληθέψει ὁ ἴδιος πρακτικά τήν παραπάνω ἄποψή του ἤ νά ὑποδείξει μία τουλάχιστο περίπτωση ὅπου ἔχει πραγματωθεῖ αὐτή. Μία ἔστω περίπτωση ὅπου ἔχει συμβεῖ σέ μετάφραση «πλήρης ποιητική ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων ἑνός ποιήματος μέ τους ὅρους [ποιούς ἀκριβῶς] μιᾶς ἄλλης γλώσσας». Ἀλλιῶς, ἄν δέν μπορεῖ νά παρουσιάσει μιά τέτοια περίπτωση, τότε τά λεγόμενά του εἶναι ἀνεφάρμοστα.

Ἕνα ἄλλο ζήτημα. Ἔχουμε καμιά διαφορά ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀναγνωστικό βίωμα καί σ᾿ ἕνα βίωμα πού προκύπτει ἀπευθείας ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει, νομίζω, ὁρισμένη διαφορά. Τό ἀναγνωστικό βίωμα δέν εἶναι πρωτογενές, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔχει ἤδη προκύψει σέ κάποιον ἄλλο. Ἔχει ἀσφαλῶς -γιά τόν ἀναγνώστη- τή σημασία ἑνός γνήσιου βιώματος, ἀλλά καί τό χαρακτηριστικό ὅτι προκύπτει ἀπό μιά πραγματωμένη γλωσσική ἔκφραση. Ἔχει συνεπῶς γλωσσική μορφή τήν ὁποῖα τό ἀπευθείας ἀπό τά γεγονότα τῆς ζωῆς βίωμα δέν ἔχει. Ἔχουμε δηλαδή διαφορά ὡς πρός τήν ἔκφραση. Τό ἀναγνωστικό βίωμα τό ἀφομοιώνουμε ὡς ἐκφρασμένη σύνθεση σημαινόντων-σημαινομένων, ἐνῶ τό μη ἀναγνωστικό ὡς ἀπευθείας ψυχικό συμβάν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἕνα ξενόγλωσσο ἀναγνωστικό βίωμα, ἄν θέλει κανείς νά τό μεταφέρει στη γλώσσα του, ἕχει ὁδηγό του τήν δοσμένη ἔκφραση στην ξένη γλώσσα. Ἄν θέλει ὅμως νά ἐκφράσει ἕνα βίωμα πού δημιουργήθηκε ἀπό τίς περιστάσεις τῆς ζωῆς του, θά πρέπει νά τό ἐκφράσει χωρίς ὀδηγητικό προηγούμενο, ἀρχίζοντας ἀπό τό μηδέν. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στό ἀναγνωστικό βίωμα καί σ᾿ αὐτό πού δεν εἶναι ἀναγνωστικό γίνεται πιό αἰσθητή, ὅταν μεσολαβεῖ θέμα μετάφρασης τοῦ πρώτου καί ἀπευθείας ἔκφρασης τοῦ δεύτερου. Καί κάτι ἀκόμα. Τό ἐκφρασμένο βίωμα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἐκφρασμένο, εἶναι διαθέσιμο πρός «ἀναβίωση», ἐνῶ τό «περιστασιακό» δεν εἶναι καί θα πρέπει νά τό ἀνασύρει κανείς ἀπό τήν ἄμορφη ὑπόστασή του. Ἔτσι ἡ ἀφομοίωση ἑνός ἐκφρασμένου βιώματος γίνεται μέ εὐνοϊκότερους ὅρους ἀπό ὅ,τι ἑνός μή ἀναγνωστικοῦ.

Τά παραπάνω ἰσχύουν ὅταν ὁ μεταφραστής μεταφέρει στή γλώσσα του ὁλόκληρα ποιήματα. Δέν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια περίπτωση ἐκείνου πού χρησιμοποιεῖ μία λέξη, μία μικρή φράση ἤ ἔστω ἕναν ὁλόκληρο στίχο μεταφρασμένο μέσα σέ δικό του ποίημα. Γιατί στήν περίπτωση αὐτή προκύπτει συμφραστικό σύμπλεγμα ἀνάμεσα στό μεταφρασμένο καί στό πρωτότυπο λεκτικό περιβάλλον. Ἄν αὐτή ἡ σύμφραση πετυχαίνει ἤ ὄχι εἶναι ἕνα ζήτημα ἐξεταστέο. Γιατί μιά τέτοια ἐνέργεια εἶναι δημιουργική μόνο ὡς προϊόν ἔμπνευσης, πράγμα πού δέν εἶναι φαινόμενο ρουτίνας. Ἔχει συνεπῶς μιά τέτοια μέθοδος τά ὅριά της. Ἄρα δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖται ὡς πανάκεια, καταχρηστικά καί ἀσύδοτα. Τότε προκύπτουν εὔλογα ἐρωτηματικά. Πάντως, ὅσο μικρότερο εἶναι τό μεταφρασμένο κομμάτι, τόσο λιγότερο διεκδικεῖ τήν αὐτοτέλειά του, γεγονός πού εὐκολύνει τόν ποιητή νά φτάσει στή ζητούμενη ὀργανική σύμφρασή του. Ἐνῶ, ὅσο μεγαλύτερο εἶναι τά μεταφρασμένο κείμενο, τόσο μεγαλύτερη ἀντίσταση παρουσιάζει στή σύμφραση, καθώς διεκδικεῖ ἔντονα τήν αὐτοτέλειά του. Ἐρώτημα: πρέπει νά δηλώνει ὁ ποιητής τήν πηγή ἀπό τήν ὁποία παίρνει τό μεταφρασμένο τμῆμα;[9] Πέρα ἀπό τήν ἀναγνώριση τοῦ χρέους στόν δημιουργό τοῦ δάνειου, δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ἡ αἰσθητική πλευρά τοῦ ζητήματος. Γιατί, ὅταν τό δηλώνει, δίνει τή δυνατότητα στόν ἀναγνώστη νά δεῖ πῶς συμπεριφέρεται τό συγκεκριμένο παράθεμα μέσα στά δύο λεκτικά περιβάλλοντά του.[10] Ἔτσι ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά ἔχει ἕνα στοιχεῖο παραπάνω νά σταθμίσει τό συμφραστικό ἐπίτευγμα ἤ ὄχι τοῦ ποιητῆ.

Ἄς δοῦμε τώρα ἕνα παράδειγμα μετάφρασης ἀπό πρωτογενές δοκιμιακό κείμενο. Ἀπό κείμενο τοῦ Ἔλιοτ πάλι. Ἔχει τίτλο «Ἡ μουσική τῆς ποίησης» καί ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο καί τή Μαρία Λαϊνᾶ. Θά χρησιμοποιήσω μόνο μερικές φράσεις. Πρῶτα στήν ἀγγλική τους μορφή.

«The poet who did most for the English language is Shakespeare: and he carriet out, in one short lifetime, the task of two poets. […] The first period […] is from artificiality to simplicity, from stifness to suppleness. […] The late Shakespeare is occupietd with the other task of the poet – that of experimenting to see how elaborate, how complicated, the music could be made without losing touch with colloquial speech altogether, and without his characters ceasing to be human beihgs.»[11]

Τ. Σινόπουλος μεταφράζει:

«Ὁ ποιητής πού τό περισσότερο δούλεψε γιά τήν ἀγγλική γλώσσα εἶναι ὁ Σαίξπηρ: ἔφερε σέ πέρας μές στό σύντομο διάστημα μιᾶς ζωῆς τήν προσπάθεια δύο μαζί ποιητῶν. […] Ἡ πρώτη περίοδος […] προχωρεῖ ἀπό τό τεχνητό στήν ἁπλότητα, ἀπό τήν ἀκαμψία στήν εὐστροφία. […] Στά ὄψιμα ἔργα του ὁ Σαίξπηρ πραγματοποιεῖ τή δεύτερη προσπάθεια τοῦ καλλιτέχνη: […] ἐπιχειρεῖ ἕνα πειραματισμό πού θά τοῦ ἐπιτρέψει νά καθορίσει ὡς ποιό βαθμό σύνδεσης καί λεπτότητας ἡ μουσική μπορεῖ νά πετύχει, χωρίς ν᾿ ἀπομακρυνθεῖ πολύ ἀπό τήν καθομιλούμενη γλώσσα, νά παραστήσει ἀνθρώπινα ὄντα.»[12]

Μ. Λαϊνᾶ μεταφράζει:

«Ὁ ποιητής πού πρόσφερε τά πιό πολλά στήν Ἀγγλική γλώσσα εἶναι ὁ Σαίξπηρ: κι ἔκανε, μέσα σέ μιά λιγόχρονη ζωή, τή δουλειά δύο ποιητῶν. […] Ἡ πρώτη περίοδος […] εἶναι ἀπό τήν ἐπιτήδευση στήν ἁπλούστευση, ἀπό τήν ἀκαμψία στήν εὐκαμψία. […] Ὁ Σαίξπηρ τῶν τελευταίων χρόνων ἀσχολεῖται μέ τήν ἄλλη δουλειά τοῦ ποιητῆ -τή δουλειά τοῦ πειραματισμοῦ γιά νά δεῖ πόσο περίτεχνη, πόσο περίπλοκη μπορεῖ νά γίνει ἡ μουσική χωρίς νά χάσει ὀλότελα τήν ἐπαφή μέ τήν καθομιλούμενη γλώσσα, καί χωρίς νά παύουν οἱ χαρακτῆρες νἆναι ἀνθρώπινα πλάσματα.»[13]

Παρατηροῦμε κι ἐδῶ ὅτι τά δυό μεταφρασμένα ἀποσπάσματα εἶναι παρόμοια, γιά τόν λόγο ὅτι εἶναι στενά ἐξαρτημένα ἀπό τό ἀντίστοιχο κείμενο τοῦ Ἔλιοτ. Στά μεταφρασμένα ἀποσπάσματα ἔχουμε μικροδιαφορές, ἀλλά καί τά δυό παίρνουν γραμμή ἀπό τό πρωτογενές ἀπόσπασμα καί τείνουν νά εἶναι ὅσο γίνεται πιστότερα σ᾿ αὐτό. Φυσικά στή στάθμη τῶν σημαινόντων ὑπάρχει ἠχητική καί ὀπτική διαφορά. Ταυτόχρονα ὅμως καί τά ἀγγλικά καί τά ἑλληνικά ἐκτελοῦν τήν ἴδια σημαντική λειτουργία: σημαίνουν τά ἴδια σημαινόμενα μέ τά ὁποῖα ἔχουν ἄρρηκτο δεσμό. Ἔτσι ἡ μετάφραση τοῦ πρωτογενοῦς ἀποσπάσματος μέ βάση μόνο τά σημαινόμενά του θά συνιστοῦσε ἁπλῶς περιττό πήγαιν᾿-ἔλα. Θά πεῖ κανείς ὅτι λέω πράγματα αὐτονόητα. Ἄς εἶναι, δέν πειράζει νά λέμε κάποτε καί τά αὐτονόητα ἄν εἶναι νά ἀποφεύγονται στοιχειώδεις παρανοήσεις.

Ἰδού τώρα κάτι διαφορετικό. Παραθέτω:

«Ὅταν ἀναλογιστοῦμε τήν κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς γλώσσας τή δεκαετία τοῦ 1920, θ᾿ ἀντιληφτοῦμε πώς ἡ προσπάθεια πού ἀνέλαβε ὁ Σεφέρης -νά ξαναδώσει στήν ἑλληνική ποίηση τό σφρίγος καί τήν ἐνάργεια τῶν καλύτερων στιγμῶν της καί, ταυτόχρονα, νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας-δέν ἦταν ἔργο ἑνός ἀλλά δύο ποιητῶν. Τό δεύτερο δε θά μποροῦσε νά τό ἐπιτύχει κανείς σέ βάθος χωρίς τό πρῶτο, καί ἀπόδειξη γι᾿ αὐτό ἦταν, γιά τόν Σεφέρη, ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη.»[14]

Τό ἀπόσπασμα αὐτό παρουσιάζεται ὡς πρωτογενές κείμενο, ὡς προσωπική ἐργασία. Ὄχι συνεπῶς ὡς μετάφραση. Κι ἀλήθεια εἶναι πώς δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς μετάφραση κάποιου ξένου κειμένου. Μολαταῦτα παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποιεῖ σχεδόν κατά λέξη δύο σημεῖα τοῦ παραπάνω ἀγγλικοῦ ἀποσπάσματος: «ἔργο […] δύο ποιητῶν» («task of two poets») καί «νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας» («touch of colloquial speech»). Δέν ἐξετάζω ἄν εὐσταθεῖ ἤ ὄχι, ἀναφορικά μέ τόν Σεφέρη, ἡ παραπάνω γνώμη. Ἐκεῖνο πού θέλω νά ἐπισημάνω εἶναι ὅτι ναί μέν δέν ἔχουμε μετάφραση τοῦ ἐλιοτικοῦ ἀποσπάσματος, ἔχουμε ὡστόσο μετάφραση δύο ἰδιαίτερης σημασίας φράσεών του. Τί κάνουμε σ᾿ αὐτή τή περίπτωση; Θεωροῦμε ὅτι πρόκειται γιά μιά διαβολική σύμπτωση ἤ θεωροῦμε ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἀπίθανο καί ἄρα ἔχουμε νά κάνουμε μέ λογοκλοπή; Τί λέει ὁ ἴδιος ὁ Βαγενᾶς; Λέει, σύμφωνα μέ ὅσα ἔχει ὑποστηρίξει θεωρητικά, ὅτι ἡ φράση του π.χ. ‘ἔργο δύο ποιητῶν»’, ἐπειδή σχηματίζεται ἀπό ἑλληνικά γράμματα πού προφέρονται διαφορετικά ἀπό τά ἀγγλικά τῆς φράσης τοῦ Ἔλιοτ «task of two poets», εἶναι πρωτότυπη καί δέν ὀφείλει τίποτα στόν Ἔλιοτ;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ

* * *

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Θυμίζω τόν σάλο πού ξέσπασε καί τί συνέπειες εἶχε, ὅταν τά παιδιά τῆς φοιτητικῆς Πανσπουδαστικῆς ἀποκάλυψαν τίς δοκιμιακές λογοκλοπές ἀπό ξένα κείμενα τοῦ Κ. Δεδόπουλου, τό 1963 ἄν θυμοῦμαι καλά.
2. F. De Saussure, Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας, μετάφραση-σχόλια-προλογικό σημείωμα Φ.Δ. Ἀποστολόπουλου, Ἐκδόσεις Παπαζήση, Ἀθήνα 1979, σ. 100.
3. The Waste Land and other poems, by T.S. Eliot, Faber and Faber, London 1972, p. 67.
4. Θ.Σ. Ἔλιοτ, Ἡ Ἔρημη Χώρα καί ἄλλα ποιήματα. Εἰσαγωγή, σχόλια, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1949, σ. 73.
5. Τόμας Στέρνς Ἔλιοτ, Ἡ Τετάρτη τῶν Τεφρῶν, Τά τραγούδια τοῦ Ἄριελ, Τέσσερα Κουαρτέτα, μεταφράζει ὁ Κλεῖτος Κύρου, Ρόπτρον (δεύτερη ἔκδοση), Ἀθήνα 1988, σ. 31.
6. Ὁ ἀριθμός τῶν μεταφράσεων θά μποροῦσε νά ᾿ναι μεγαλύτερος. Τό ποίημα π.χ. τοῦ Χάινε «Λορελάη» ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά ἀπό ἑφτά διαφορετικούς μεταφραστές μέ παρόμοιο ἀποτέλεσμα.
7. Τί σημαίνει ἀκριβῶς ἐδῶ ἡ λέξη «ὅρους»; Γιατί ξαφνικά ξεχνοῦμε τά σημαίνοντα-σημαινόμενα καί χρησιμοποιοῦμε μιά λέξη μέ γενικό καί ἀόριστο, περιεχόμενο;
8. Νάσος Βαγενᾶς, «Ποίηση καί λογοκλοπή», Νέο πλανόδιον, τεῦχος 2, Καλοκαίρι 2014, σ. 203.
9. Ἀπό ἄλλη ὀπτική γωνία εἶχα θίξει τό θέμα αὐτό στό κείμενό μου «Κώστας Πασβάντης», Νέα Ἑστία, τεῦχος 1848, Ὀκτώβριος 2011, σ. 507, σημείωση 2.
10. Αὐτός εἶναι φαντάζομαι, ὁ λόγος πού πολλοί μεταφραστές παραθέτουν ἀντικριστά στη μετάφρασή τους τό μεταφραζόμενο ξενικό κείμενο.
11. T.S. Eliot, «The music of poetry», On poetry and poets, by Faber & Faber, London, 1957, σσ. 35-36.
12. Τ. Σινόπουλος, «Thomas S. Eliot, Ἡ μουσική τῆς ποίησης», Ποιητική Τέχνη, Μάρτιος 1947-Δεκέμβριος 1948, τόμος 1, Ἀθήνα 1949, σ. 487.
13. Ἑφτά δοκίμια γιά τήν ποίηση τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ, μετάφραση Μαρία Λαϊνᾶ, Κλεψύδρα, Ἀθήνα 1971, σ. 28.
14. Νάσος Bαγενᾶς, Ὁ ποιητής κι ὁ χορευτής. Μιά μελέτη τῆς ποίησης καί τῆς ποιητικῆς τοῦ Σεφέρη, Κέδρος, Ἀθήνα 1979, σσ. 133-134.

 

ΟYΓΚΟ ΦΟΝ ΧΟΦΜΑΝΝΣΤΑΛ

«Η ζωή! Ο κόσμος! Ο κόσμος βρίσκεται στη δουλειά του και η δουλειά του είναι η ζωή του. Μιλήστε σ’ ένα χαρτοπαίκτη για τον κόσμο την ώρα που ετοιμάζεται να ποντάρει, μιλήστε σ’ έναν συλλέκτη, πως η γυναίκα του σφαδάζει από σπασμούς, πως έχουν συλλάβει το γιο του, πως το σπίτι του πήρε φωτιά, μιλήστε του για αυτά την ώρα που ανακαλύπτει στο μαγαζί ενός εμπόρου ένα σπάνιο σμάλτο ή ένα παραβάν, απ’ αυτά που τώρα τα λένε Πομπαντούρ και που τα ορειχάλκινα πλαίσιά του τα σχεδίασε ο Κλωντιόν. Θα Σας κοιτάξει με το βλέμμα που κοίταξε ο Ληρ στον ερημότοπο εκείνον που προσπαθούσε να του δώσει να καταλάβει πως δεν προκάλεσαν αχάριστες κόρες τη συμφορά του Έντγκαρ και μήτε προκαλούν αχάριστες κόρες τη δυστυχία κάθε αθώου πλάσματος. Σε κάθε μάτι υπάρχει κάποτε αυτό το μεγαλειώδες βλέμμα της ψυχής που δεν μπορεί να εννοήσει πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον κόσμο πέρα από τις υποθέσεις της.»

ΟYΓΚΟ ΦΟΝ ΧΟΦΜΑΝΝΣΤΑΛ
«Διάλογος για τους χαρακτήρες στο δράμα και το μυθιστόρημα»

Στο ΝΠ3, που επίκειται, ο Γιώργος Βαρθαλίτης
μεταφράζει τον μεγάλο Αυστριακό συγγραφέα

Nicola_Perscheid_-_Hugo_von_Hofmannsthal_1910