Όμηρος

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Τί γύρευε ὁ Ὅμηρος στὴν κοιλιὰ τῆς μούμιας;

*

τοῦ ΠΑΝΤΑΖΗ Α. ΣΑΡΑΦΗ

~.~

Ἡ μᾶλλον πλειοψηφικὴ ἐκείνη πλευρὰ τῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ στείρα θετικιστικό, τεχνοκρατικῶς σοβαρό, πνεῦμα τῆς ἐποχῆς (τὸ ὁποῖο, ἐνόσῳ αὐτὲς τὸ ἐναγκαλίζονται, εἶναι θέμα χρόνου νὰ τὶς ἀποτελειώσει) βιάζεται ν’ ἀποφανθεῖ ὅτι ἡ σχετικὰ εὔλογη εἰκασία περὶ ἑνὸς κάποιου φιλόμηρου φιλαναγνώστη γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ταριχευμένου τῆς Ὀξυρρύγχου εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ ἰσχύει, θεωρῶντας την ἀκόμα καὶ καταγέλαστη ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ «οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὴν πιὸ βαρετὴ ραψωδία ποὺ ἔχει γραφτεῖ ποτέ».

Ἔχει ἤδη βγεῖ ἄτυπα τὸ συμπέρασμα, διατυμπανιζόμενο μάλιστα μέσῳ δημοφιλῶν διαύλων pop-ἐκλαϊκευμένης ἀρχαιολογίας τοῦ ἑλληνικοῦ διαδικτύου, ὅτι τὸ εὕρημα ἦταν ἁπλῶς ἕνα «παλιόχαρτο» χωρὶς καμμία ἀπολύτως συμβολικὴ σημασία γιὰ τὸν νεκρὸ καὶ τὴν ὅλη διαδικασία τῆς ταφῆς, ὅτι ἡ μόνη χρησιμότητά του ἦταν νὰ λειτουργήσει ὡς ἕνα πρόχειρο ὑλικὸ γιὰ νὰ γεμίσει τὴν κοιλιακὴ χώρα ὥστε αὐτὴ νὰ διατηρήσει τὸ σχῆμα της. Ἀποκλείεται νὰ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία; Ὄχι ἀπαραίτητα, διότι ξέρουμε ἀπὸ ἄλλες περιπτώσεις ὅτι πράγματι συνέβαινε καὶ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μερίδιό της σὲ μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση δὲν μπορεῖ σὲ καμμία περίπτωση ν’ ἀποκλείει ἄλλες ἑρμηνευτικὲς δυνατότητες ποὺ διανοίγονται, δὲν μπορεῖ νὰ κλείνει γρήγορα καὶ βολικὰ τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου φαίνεται νὰ ὑποκρύπτεται ἕνα κάποιο βάθος ποὺ ἐνδεχομένως νὰ κάνει τὸ ὅλο ζήτημα ἀξιερώτητο καὶ ἀξιερεύνητο.

Πάντως τὸ ποιά ἦταν ἀκριβῶς ἡ σκοπιμότητα τῆς τοποθέτησης τοῦ ἰλιαδικοῦ παπύρου ἐντὸς τῆς κοιλιακῆς χώρας τῆς μούμιας μᾶλλον δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ, ἐκτὸς ἂν ἐξασφαλίσουμε μιὰ ἐπιτυχημένη νεκρομαντικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ταριχευμένο τῆς Ὀξυρρύγχου. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ εὕρημα ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἑλληνόγλωσσο παπύρινο κείμενο ποὺ χωρὶς νὰ εἶναι «μαγικό/τελετουργικό», ὅπως ἄλλα καθὼς συνηθιζόταν, ἀλλὰ ἁπλῶς «λογοτεχνικό», ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἐσωτερικὰ στὴν διαδικασία τῆς ταρίχευσης, κατὰ πῶς τόνισε ἡ ἱσπανοαιγυπτιακὴ ἀρχαιολογικὴ ὁμάδα – ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα μας γενικῶς γύρω ἀπὸ τὶς ταφικὲς πρακτικές, ἡ χρησιμοποίηση παπύρου γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ περιτύλιξη μιᾶς ταριχευμένης σοροῦ, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση παπύρου ποὺ μᾶς διέσωσε σημαντικὸ τμῆμα τῶν Σικυωνίων τοῦ Μενάνδρου, δὲν κρίνεται ἰσοσθενῶς ἔμφορτη ἱερῶν συμβολισμῶν ὅσο ἡ ἀπόθεση παπύρου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νεκροῦ.

Ἀντὶ λοιπὸν νὰ βρεθεῖ ἕνα μαγικο-τελετουργικὸ κείμενο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ταριχευμένου νεκροῦ ἄνδρα, ὅπως καὶ θὰ ἦταν ἀρχαιολογικὰ τὸ ἀναμενόμενο, βρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἕνα λογοτεχνικό. Τί ἔχει συμβεῖ λοιπὸν ἐδῶ; Χρησιμοποιήθηκε ἁπλῶς ὡς ἀνακυκλώσιμο παπύρινο ὑλικὸ γιὰ τεχνικοὺς λόγους πλήρωσης τῆς κοιλιακῆς χώρας; Δηλαδὴ ἀπουσιάζει ἀκόμη καὶ ὁ παραμικρὸς συμβολισμός, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ ἴδιο ἀνασκαφὲν περιβάλλον εἶναι ἀναντίρρητα παρόντες ἱεροὶ συμβολισμοὶ ποὺ στόχευαν σὲ μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἐπέκεινα (ὁ λόγος ἐδῶ γιὰ τὶς εὑρεθεῖσες χρυσὲς καὶ χάλκινες γλῶσσες ποὺ κατὰ τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση βοηθοῦσαν τὸν νεκρὸ νὰ συνομιλήσει μὲ τοὺς θεούς, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι σαφὲς μέχρι στιγμῆς ἂν κάποια ἀπ’ αὐτές ἀνῆκε στὸν νεκρὸ ποῦ μᾶς ἀφορᾶ); Ἢ νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἑνὸς ἱεροῦ συμβολισμοῦ ὑπῆρχε μὲν ἀρχικῶς ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ἐσωκλείσει ἕνα κάποιο μαγικὸ κείμενο ἔκανε τὸ τραγικὸ λάθος νὰ βάλει ἀντὶ γι’ αὐτὸ ἕνα λογοτεχνικό;

Μήπως πέρα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους προσέγγισης – ποὺ ὅμως ἐκκινοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀφετηρία – λανθάνει κι ἕνας ἄλλος τελείως διαφορετικὸς τρόπος, ὁ ὁποῖος ὅμως μπορεῖ νὰ ἔρθει στὸ φῶς μόνο ἂν σκεφτοῦμε σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο τὸ «τραγικὸ λάθος» νὰ τὸ διαπράττουμε τελικὰ ἐμεῖς οἱ τῆς σήμερον μὲ τὶς ἀδιερώτητες βεβαιότητές μας σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόλυτη στεγανότητα τῶν εἰδολογικῶν κατηγοριῶν «τελετουργικὸ κείμενο» καὶ «λογοτεχνικὸ κείμενο»; Μήπως λοιπὸν ἡ μεγαλύτερη ἀξία τοῦ εὑρήματος τῆς (κο)Ιλιάδος, ἀκόμη κι ἂν ποτὲ δὲν τὸ ἀποκρυπτογραφήσουμε, συνίσταται στὸ ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα κάλεσμα ν’ ἀναμετρηθοῦμε ἐπιτέλους μὲ τὶς κοντόθωρες καὶ ὄχι τόσο βαθύρριζες βεβαιότητές μας, ἀντὶ τοῦ νὰ τὶς ἐφαρμόζουμε ἀστόχαστα πάνω στὸ εὕρημα μὲ τὸ νὰ τὸ πετᾶμε πάνω στὴν προκρούστεια κλίνη μας προτοῦ κἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ μιλήσει τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του;

Πέρα λοιπὸν ἀπ’ τὸ ἂν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διερωτηθοῦμε περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ταριχευθεὶς εἶχε ὡς ἀγαπημένο του «λογοτεχνικὸ ἀνάγνωσμα» τὴν Ἰλιάδα ἢ ὄχι, τὸ σοβαρότερο πρόβλημα αὐτῆς τῆς σπεύδουσας ἀπολυτότητας μιᾶς καθὼς πρέπει «προσγειωτικῆς» ἀνάγνωσης περὶ τεχνικῆς καὶ μόνο χρησιμότητας τοῦ παπύρου εἶναι ὅτι ἀφαιρεῖ βίαια ἀπὸ τὸν ὀπτικὸ ὁρίζοντα κάτι ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πάει ν’ ἀναδυθεῖ, δηλαδὴ τὴν πιθανότητα νὰ ἔχουμε μπροστά μας, γιὰ πρώτη φορά, μιὰ χειροπιαστὰ πραγματωμένη τελετουργικὴ-θρησκευτικὴ χρήση τοῦ ὁμηρικοῦ κειμένου. Ὅτι εἶχε γενικὰ αὐτὴ τὴν χρήση σὲ φιλοσοφικοὺς-μυητικοὺς κύκλους κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ-ρωμαϊκὰ χρόνια δὲν συνιστᾶ κάποια θεωρία κάποιων σύγχρονων φιλολόγων, ποὺ ὁρισμένοι τὴν δέχονται, οἱ πολλοὶ τὴν ἀπορρίπτουν καὶ κάποιοι στέκονται στὴν μέση, ἀλλὰ κάτι τὸ ἀδιαμφισβήτητο (ἀσχέτως ἂν δὲν εἶναι εὐρέως γνωστὸ) ποὺ τεκμαίρεται μέσῳ μιᾶς πλειάδας ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων καὶ καθ’ ὅλα ἔγκυρων (φιλολογικὰ) ἀρχαίων πηγῶν. Ὡστόσο κάποιο ἐμπράκτως ὑλοποιημένο, κατ’ ἄτομο ἐνεργοποιημένο, δεῖγμα αὐτῆς τῆς τάσης τελετουργικῆς χρήσης ὁμηρικοῦ κειμένου δὲν διαθέταμε μέχρι σήμερα κανένα.

λιάδα (καὶ ἡ δύσσεια) πράγματι εἶχε ἀποκτήσει μιὰ πολὺ μεγάλη φιλοσοφικὴ καὶ μυστικιστικὴ σημασία, εἶχε προσλάβει γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους ἀκριβῶς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅταν ταριχευόταν ὁ νεκρός μας, τὸ κῦρος ἑνὸς οἱονεὶ ἱεροῦ βιβλίου, γεμάτου μεταφυσικὲς ἀλήθειες, τὸ ὁποῖο προσφερόταν γιὰ ἐσωτερικοῦ τύπου ἀποκρυπτογραφήσεις, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα ὡς ὁδηγὸς γιὰ τὴν μετὰ θάνατον πορεία τῶν ψυχῶν (περισσότερα…)

«Κλασσικοί» τελευταίας εσοδείας

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον για όλες αυτές τις λίστες που στήνονται εδώ και έξω: Τα 100 καλύτερα βιβλία του 21ου αιώνα, Τα 10 καλύτερα μυθιστορήματα της εποχής μας, Οι 20 κορυφαίοι συγγραφείς μετά το 1970, κλπ., κλπ… Και στις άλλες τέχνες, τις έχουσες μακρά παράδοση τουλάχιστον, τα ίδια.

Χρήσιμα είναι κάποτε όλα αυτά, ως δηλώσεις κριτικής προτίμησης. Σε ότι αφορά όμως την αντοχή της αξιολόγησης, ο κόπος είναι μάταιος. Κανόνες, έργα από τα λογιζόμενα «κλασσικά», ο καιρός μας δεν μπορεί να δώσει. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κείμενα με αρετές συγκρίσιμες με εκείνες των κλασσικών του παρελθόντος – το ταλέντο ποτέ δεν στερεύει, αν δεν πάψει η καλλιέργειά του. Αλλά επειδή δεν υπάρχει η «περιρρέουσα ατμοσφαίρα», για να θυμηθώ τον Ροΐδη, που καταξιώνει και υψώνει τους «κλασσικούς». Ο παράγων χρόνος, προπάντων.

«Κλασσικό» είναι πάντα το έργο αναφοράς, που μας ελκύει ή μας απωθεί, αδιάφορο, αλλά πάντως είναι αδύνατο να αγνοήσουμε. Και που ως εκ της παρουσίας του απασχολεί διαρκώς όχι απλώς μια δράκα ή μια αγέλη afficionados, αλλά την ευρεία συλλογικότητα. Πού γίνεται επίκεντρο διαχρονικών συζητήσεων και παθών, σημείο προσανατολισμού, και θεμέλιο των κοσμοεικόνων μας.

Αυτού του είδους την καθοδηγητική, οιονεί θρησκευτική σημασία του έργου τέχνης, ο τωρινός ηδονικός ατομοκεντρισμός την έχει εξατμίσει. Τα έργα δεν είναι προορισμοί στους οποίους οι γενεές επανερχόνται διά βίου. Είναι πρόσκαιρες και ευκαιριακές στάσεις για την τάδε ή τη δείνα ομάδα, που δεν δεσμεύουν κανέναν άλλο πλην εκείνης και, το κυριότερο, δεν δημιουργούν συνήθως γραμμές κατιόντων, μαθητών ή επιγόνων.

Ποιος μαθητεύει εξάλλου σήμερα; Για το αυτοπραγματούμενο άτομο, και η ίδια η έννοια της διδαχής είναι προσβολή, πατρωνάρισμα ανεπιθύμητο της αυτογενούς του και ανυπέρθετης ανεξαρτησίας.

Και ακόμη, για ποια πάθη μιλάμε; Οι αγάπες μας ξεθυμαίνουν το ίδιο εύκολα με τα μίση μας. Έτσι μας θέλει ο εσωτερικευμένος καταναλωτισμός μας, να κορδωνόμαστε για τους πέντε-δέκα «κλασσικούς» τελευταίας εσοδείας που έχουμε στοιβάξει στο κομοδίνο μας, αλλά ανίκανους να δοθούμε, να αφοσιωθούμε σε κανέναν. Πώς να αντλήσουμε το μέγιστο από έναν συγγραφέα λοιπόν, ποιο βιβλίο έχει την ευκαιρία να μετρήσει πράγματι, όχι στην ατομική (σ’ αυτήν κι ένα φυλλάδιο διαφημιστικό μπορεί να φέρει τα πάνω-κάτω), αλλά στη συλλογική μας βιοπορία;

Όμως, όπως προείπα, το λάθος εδώ δεν είναι –δεν είναι αποκλειστικά, τουλάχιστον– των συγγραφέων. Κανείς συγγραφέας, όσο σημαντικός και αν είναι, δεν αντέχει την συνέκθεση με τους χιλιάδες άλλους κατώτερους που συνωστίζονται πλάι του. Στείλε τον Όμηρο ή τον Σαίξπηρ σε μια Διεθνή Έκθεση Βιβλίου και θα πάρεις έναν ακόμη γραφιά που ιδρώνει για να αποσπάσει λίγη προσοχή από τους παρατρεχάμενους. Για την Παλατινή Ανθολογία έχουν να πουν ότι μέσα της «αλληλοσυντρίβονται αριστουργήματα». (περισσότερα…)

Σκέψεις για την κατ’ εξοχήν επιστροφή

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Έχουν γραφτεί πολλά για τις σχέσεις λογοτεχνίας και κινηματογράφου. Έχει επισημανθεί η μετατροπή από το ένα σημειωτικό σύστημα στο άλλο (από τη γλώσσα στην εικονογραφική αφήγηση), η μεσολάβηση του σκηνοθέτη μεταξύ ιστορίας και θεατή, η αλλαγή του τρόπου επικοινωνίας («ψυχρή», «θερμή» ανάγνωση), η μεταβολή των πολιτισμικών και πολιτιστικών συμφραζομένων, η αλλαγή των συνθηκών πρόσληψης (μοναξιά του δωματίου/κοινωνικότητα της αίθουσας), οι κοινωνιολογικές ορίζουσες της εκάστοτε παραγωγής (εκδοτικό σύστημα, βιομηχανία του σινεμά), και διάφορα άλλα.

Με τη μεταφορά της ομηρικής Οδύσσειας όμως, όπως έγινε από τον Ουμπέρτο Παζολίνι, (Η επιστροφή), υπάρχουν κάποιοι ειδικοί συντελεστές. Καταρχάς δεν έχουμε μόνο ένα λογοτεχνικό έργο (αν η Οδύσσεια υπήρξε ποτέ τέτοιο) αλλά μιαν αφήγηση παραδειγματικής και παροιμιώδους αξίας. Καθότι η Οδύσσεια, όπως διαδόθηκε σε οικουμενική κλίμακα και διά μέσου των αιώνων, συνιστά την κατ’ εξοχήν επιστροφή, μήτρα και μέτρο όλων των επιγενόμενων επιστροφών. Πώς να αντιπαραβληθεί λοιπόν μια σύγχρονη κινηματογραφική ταινία με ένα τέτοιο ακαταμάχητα αυθεντικό πρότυπο;

*

τοὔνεκ’ ἄρ’ ἀλλοειδέα φαινέσκετο πάντα ἄνακτι,
ἀτραπιτοί τε διηνεκέες λιμένες τε πάνορμοι
πέτραι τ’ ἠλίβατοι καὶ δένδρεα τηλεθάοντα
[Για αυτό όλα και του φάνηκαν παράξενα του βασιλιά,
φιδίσιοι ατραποί, απάνεμα λιμάνια,
βράχια απότομα και δέντρα φουντωτά]

Τι κάνει αυτόν τον νόστο να έχει τα κρίσιμα και συμπυκνωτικά στοιχεία του μύθου; Είναι μια επιστροφή μετά από είκοσι χρόνια: με βάση το προσδόκιμο ζωής της εποχής εκείνης δεν είναι και λίγα· η επιστροφή γίνεται μετά από έναν σκληρό πόλεμο και τη διάπραξη πολλών εγκλημάτων εκ μέρους των νικητών Ελλήνων· ύστερα επίσης από μια πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της κλειστής αρχαϊκής κοινωνίας ναυτική περιπέτεια, που δίνει και τον παραμυθιακό χαρακτήρα στο έπος· η επιστροφή γίνεται σε μια πατρίδα όπου εκ πρώτης όψεως, και με λίγη υπερβολή, κανείς δεν αναγνωρίζει κανέναν, άρα δύσκολα αναγνωρίζει και τον ίδιο του τον εαυτό, στη σχεσιακή κυρίως ταυτότητά του ως μέλους μιας πυρηνικής οικογένειας. Η επιστροφή, επιπλέον, έχει έναν προ-λογικό, ενστικτώδη χαρακτήρα, πρβλ. τη σκηνή της αναγνώρισης του Οδυσσέα από τον σκύλο Άργο. Και βέβαια, είναι μια επιστροφή που συνιστά όχι το τέλος αλλά το τέταρτο μέρος της οδυσσειακής περιπέτειας (η Μνηστηροφονία δηλαδή, ύστερα από την Τηλεμάχεια, τη Σχερία [Καλυψώ] και τους Απολόγους [Φαίακες]), και βέβαια φέρει το βάρος μιας τεράστιας ενοχής: της απώλειας των συντρόφων, της διάψευσης του φιλέταιρου Οδυσσέα. (περισσότερα…)

Ομήρου Ιλιάδος Κ, «Δολώνεια» (Μετάφραση Γιώργου Μπλάνα)

*

Εκεί, πλάι στα καράβια τους, οι ένδοξοι Αχαιοί
κατέρρεαν ένας-ένας τη βαθιά αιχμαλωσία του ύπνου.
Μόνον ο Ατρείδης ξέφευγε τα μάγια των ονείρων,
άγρυπνος στο αδυσώπητο πεδίο των λογισμών του.
Και κάθε που αναστέναζε, στα βάθη της καρδιάς του
άστραφτε λες ο άρχοντας μιας Ήρας εκτυφλωτικής,
έριχνε αλύπητο νερό, χαλάζι, χιόνι,
και σκέπαζε τη μάνα γη κι άνοιγε του πολέμου
τα τρομερά σαγόνια πεινασμένα.
Στέναζε ο ηγέτης και γινόταν μέσα του χαλασμός.
Κοιτούσε κατά τη μεριά των Τρώων· ένας στρατός
ολόκληρος από φωτιές προάσπιζε το Ίλιο
και πίσω άνθρωποι, φωνές, τραγούδια, μουσικές.
Γύριζε αργά το βλέμμα στην κατάντια
των Αχαιών και ξέσπαζε την πίκρα στα μαλλιά του. (περισσότερα…)

Καλλιόπη Αβραάμ, Η παρουσία του Οδυσσέα στον Καζαντζάκη και τον Σεφέρη

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 7 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ο Οδυσσέας ικανοποιεί την ανάγκη και του Σεφέρη και του Καζαντζάκη να μιλήσουν έξω από το χρόνο, σε μια νοητή σκοπιά στην οποία μετέχουν το ίδιο όλες οι εποχές. Τα στοιχεία της φθοράς, του νόστου, της αναζήτησης, της ελπίδας δεν απέχουν από καμία εποχή. Ακόμη, ο Οδυσσέας τους είναι προσηλωμένος στον στόχο, που είναι το σπίτι (όπως κι αν το εννοεί ο καθένας τους), γι’ αυτό θα παλέψει και θα νικήσει τα τόσα τέρατα και τους πειρασμούς που έρχονται να τον αποσπάσουν από τον σκοπό του. Ο Οδυσσέας για τον Καζαντζάκη ανταποκρίνεται στο αίτημα της περιπλάνησης και της αναζήτησης για την αναζήτηση, ο Οδυσσέας για τον Σεφέρη ανταποκρίνεται στο αίτημα του νόστου· πρόκειται για έναν εξόριστο νοσταλγό που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και τραγικότητα.» (Κ.Α.)

*

(περισσότερα…)