σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Είναι γερό, ρε, τι λες τώρα;

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

—Ρε συ, χτυπάνε τα βήματά σου στις σόλες των παπουτσιών μου, σίγουρα είναι γερό αυτό εδώ;

—Πού θες να ξέρω. Θες πάγο;

—Βάλε, τρία.

—Τρία κιόλας, επακριβώς.

—Μετρημένα.

Κελάρυσε το Famous Grouse στο ένα ποτήρι, στ’ άλλο, άφησε ο Τάκης το μπουκάλι κι όπως έσκυψε στο ψυγειάκι έριξε μια ματιά έξω.

—Ήσυχη μέρα.

Γύρισε κρατώντας τα ποτήρια. Τα παγάκια του Γιάννη κουδούνισαν, πήγε ο Τάκης να τον πειράξει αλλά τον είδε που ’χε αφαιρεθεί να κοιτάζει απ’ το παράθυρο.

—Ο δήμος έχει έναν που κόβει τα χορτάρια, τι έπαθε αυτός και τ’ άφησε στη μέση;

—Τι λες πάλι, μωρέ; Πάρε την πέρδικα.

Ακούμπησε με θόρυβο τα ποτήρια στο πτυσσόμενο τραπεζάκι και στριμώχτηκε απέναντί του.

—Λέγε τώρα.

Ο Γιάννης μάζεψε το βλέμμα του στο ουίσκι. Κούνησε κυκλικά το ποτήρι και τα παγάκια κουδούνισαν πάλι σαν να γελούσαν. Τον περίμενε ο Τάκης.

—Ρε συ…, είπε τελικά, με το βλέμμα ακόμη στο ποτήρι, τα παγάκια ακόμη να γελούν, πιο αργά, πιο σιγανά.

Ο Τάκης ήπιε. Περίμενε.

—Ρε συ…

Ξανακοίταξε απ’ το παράθυρο ο Γιάννης. Κατάπιε, όχι ουίσκι, δεν είχε φέρει το ποτήρι του στα χείλη. Τα παγάκια είχαν σταματήσει να γελούν. Το χέρι του έσφιγγε το γυαλί.

—Τι να της πω;

Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση το ίδιο. Δεν ήθελε να τη δώσει ο Τάκης.

—Τι να σου πω, ρε φίλε… Από δουλειά;

Απότομο βλέμμα, θυμός να εκραγεί.

—Σκατά από δουλειά! Τι από δουλειά. Δεν ξέρεις; Ο δικός μας πτωχευμένος κι ο ιδιοκτήτης στα δικαστήρια, εμείς τελευταίοι. Τίποτα. Και πουθενά, τίποτα. Ντρέπομαι να βάζω βενζίνη στου ξαδέρφου μου για πεντακόσια ευρώ, ρε! Εδώ μας φτάσανε. Πεντακόσια σκατοευρώ!

Τώρα ήπιε. Κοπάνησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, πιτσίλισε σταγόνες ουίσκι τη φορμάικα.

—Τι θα κάνω, ρε; Τι να της πω;

Σειρά του Τάκη να κοιτάξει έξω. Λες κι ο τύπος απ’ τον δήμο με το χορτοκοπτικό θα ’χε φυλάξει στα χορτάρια καμιά λύση για τον Γιάννη. Δίκιο είχε ο φίλος του. Είχε αφήσει άκοπα τα μισά.

—Η Άννα… θέλει να το κρατήσει; τον ρώτησε σιγανά χωρίς να στραφεί, και ξανάφερε το ποτήρι στο στόμα. Ήπιε αργά. Και μόνο πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού κοίταξε πλάγια τον Γιάννη. Η καρδιά του κλότσησε, ένιωσε τη γουλιά να κατεβαίνει σ’ ένα σταματημένο σώμα.

Ο Γιάννης τον είχε καρφώσει. Σκοτεινός. Για μια στιγμή, αβυσσαλέα σαν μαύρη τρύπα. Όχι, δεν κοίταζε αυτόν. Τόσο σκοτάδι απ’ τα μάτια του δεν ήταν γι’ αυτόν. Φοβήθηκε ο Τάκης. Τόσα γίνονται. Τόσοι άλλοι… (περισσότερα…)

Δικαίωμα στην αποτυχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΙΝΤΖΗΡΑ

~.~

Ας ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι η απόπειρα αυτοκτονίας μου ήταν ηθελημένα ανεπιτυχής. Αν, μάλιστα, θέλω να είμαι ωμά ειλικρινής υπήρξε σχεδόν σκηνοθετημένη. Είχα από πριν σχεδιάσει στην εντέλεια την δήθεν δραματική έξοδό μου απ’ το αδιέξοδο, στο οποίο πολλοί θεωρούν βέβαιο πως έχει εγκλωβιστεί ο (υποψήφιος) αυτόχειρας. Αν, καθώς λέγεται, ισχύει πως ο θάνατος είναι πολιτισμικό κι όχι φυσικό γεγονός, τότε κι η επιλογή του (ατομικού πάντα) θανάτου είναι ομοίως αυτονόητα πολιτισμική κι άρα εναπόκειται στις εν γένει αντιλήψεις, για την πορεία καθόλη την διαδρομή της –απ’ την γέννηση μέχρι το τέλος της– και στην αξία που για ποικίλους πλην αδιάφορους εν προκειμένω λόγους αποδίδεται σ’ αυτή την πορεία και τα στάδιά της. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, ότι οι αντιλήψεις αυτές έχουν την ίδια θεωρητική και πρακτική σημασία με τις αντίστοιχες για την επιθυμία να ζει κανείς στην πόλη ή στην φύση, να περπατάει ή να μένει ακίνητος (αν υποτεθεί πως υπάρχουν κι επαρκούν οι οικονομικοί πόροι του), να είναι χορτοφάγος ή όχι. Σε όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο, που προβάλλεται από την θρησκεία και τους λειτουργούς της, ότι (αφού) η ζωή είναι δώρο του θεού, (άρα) και ο θάνατος δεν μπορεί παρά να είναι μια απόφασή του.

Κατά τον τρόπο αυτόν αποδίδεται στη ζωή και το θάνατο «ηθικός» χαρακτήρας, απολύτως συμβατός άλλωστε όχι μόνο με τις θρησκευτικές δοξασίες αλλά και με την κοσμική κι επιστημονικά εδραιωμένη –αλλά έντονα ιδεολογική– θέση ότι ο θάνατος είναι γεγονός φυσικό. Το πλαίσιο αυτό, συμπληρούμενο απ’ το νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο –αν δεν απαγορεύει– τουλάχιστον αποδοκιμάζει, καθιστώντας ιδιαιτέρως απεχθή από ηθικής πλευράς κάθε σκέψη ότι υπάρχει κι αναγνωρίζεται δικαίωμα του ανθρώπου ν’ αποφασίζει ο ίδιος για το θάνατό του. Η αποδοχή τέτοιου δικαιώματος επιβάλλεται, εξάλλου, από τη στιγμή που το κράτος ασφυκτικά έχει «αναλάβει» –για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους και πολιτικές επιλογές– τον άνθρωπο απ’ τη γέννηση έως τον θάνατο, την ταφή ή καύση του. Η εμπλοκή αυτή του κράτους καθιστά –de lege ferenda– επιτακτική την θέσπιση (ατομικού) δικαιώματος ελευθερίας στον θάνατο (αυστηρά σε προσωπικό επίπεδο).

Στο μεταξύ –προκειμένου να εμποδιστεί κάθε προσπάθεια αναγνώρισης ενός δικαιώματος ελευθερίας (επιλογής) στον θάνατο– έχει νοηματοδοτηθεί με εξαιρετικά έντονο μεταφυσικό και ηθικό-ιδεολογικό περιεχόμενο τόσο η υγεία όσο κι η ασθένεια, τομείς στους οποίους το κράτος έχει οριστικά και τελεσίδικα εμπλακεί ρυθμίζοντάς τους λεπτομερώς τόσο επί της αρχής όσο και σε κάθε επιμέρους πλευρά κι εκδοχή τους.

Δεν θα ήταν δυνατό να μπορέσω να προσεγγίσω βιωματικά τα θέματα αυτά εάν δεν αποφάσιζα να εκτεθώ δημοσίως αποκαλύπτοντας ότι επιθυμώ να αυτοκτονήσω, αν και δεν μπορούσα τουλάχιστον με ευκολία να (αυτο)χαρακτηριστώ δυστυχής, πράγμα που σχεδόν αυτομάτως συμπεραίνεται από τον κύκλο του αυτόχειρα. Θιασώτες της ευθανασίας και της βιοπολιτικής, παρεξηγώντας τα λεγόμενά μου, ξιφούλκησαν με κάθε τρόπο εκμεταλλευόμενοι μια ευκαιρία που αφειδώς και απροκλήτως τους είχε προσφερθεί, μολονότι την είχαν οικτρά παρερμηνεύσει. Αυτό που εγώ υποστηρίζω δεν είναι μόνο το προσωπικό δικαίωμα τερματισμού του ατομικού πόνου ή μιας ανίατης κι επώδυνης αρρώστιας, αναγκαστικής κατάκλισης, ή απομόνωσης. Διεκδικώ να μπορώ ελεύθερα να λάβω την απόφαση του Σωκράτη, όχι όμως για λόγους καθήκοντος και συμμόρφωσης στον νόμο, αλλά επειδή απλώς αυτό επιθυμώ. Όπως κανείς δικαιούται ένα θάνατο «γενναίο» ή «ενάρετο», έτσι θα πρέπει να δικαιούται κι ένα θάνατο «ωραίο» ή «ευτυχισμένο» ή κι «αστείο» ακόμη.

///

*

*

Ένα ανέκδοτο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Η αίθουσα είναι ευρύχωρη και φωτεινή. Γεμάτη όμως, ασφυκτικά, με θρανία. Τέσσερεις σειρές θρανίων με έξι θρανία σε κάθε σειρά – εκτός από την σειρά δίπλα στην πόρτα, έχει λιγότερα, για ευνόητους λόγους. Σε κάθε θρανίο δύο καρέκλες.

Για να γράφουν εξετάσεις παιδιά δύο διαφορετικών τάξεων – εκείνες τις μέρες θα είναι, όντως, ασφυκτικά – αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γράφουν τα παιδιά της Θετικής, δεκατέσσερα το σύνολο. Κάθονται στις δυο σειρές κοντά στα παράθυρα. Γράφουν Ιστορία «κόντρα».

«Κύριε, ξέρετε από Ιστορία;» Γέλια, πειράγματα, για να σπάσει ο πάγος. Περιμένουν να τους βάλουμε στις θέσεις τους – με τη σειρά, αλφαβητικά. «Κύριε, τι μάθημα κάνετε;» Και πάλι, «Κύριε, εσείς ξέρετε Ιστορία; Δε θα γράψουμε τίποτα, κύριε». «Γιατί! Δεν έχετε διαβάσει;» «Τι να διαβάσουμε, κύριε; Βοηθήστε λίγο να μη χαλάσει ο βαθμός του απολυτηρίου». «Μια χαρά θα τα πάτε».

Έχουν καθίσει κατ’ αλφαβητική σειρά και περιμένουν. Εφτά οχτώ τσάντες στη σειρά, στον τοίχο, κάτω από τον διαδραστικό κι ως τη δεξιά γωνία. Άλλα τόσα κινητά πάνω στην έδρα.

Μοιράζουμε κόλλες και θέματα. Σιωπή. Τα ξεφυλλίζουν, κάποιες πρώτες σημειώσεις. Σιωπή. Τα αμήχανα βλέμματά μας στον χώρο, πάνω από σκυμμένα κορμιά, σκυμμένα κεφάλια. Χέρια που στηρίζουν, χέρια που κινούνται, άλλα γρήγορα – τα πιο πολλά –, άλλα αργά. Χέρια με νύχια περιποιημένα, χέρια με νύχια φαγωμένα βαθιά. Πόδια που κουνιούνται από νευρικότητα. Καμιά φορά τα βλέμματά μας διασταυρώνονται, για λίγο.

Χτες, συνάδελφος έπιασε μαθητή να χρησιμοποιεί το κινητό. Είχε φωτογραφίσει τα θέματα κι είχε δώσει ερώτημα στο ChatGPT. Κύριε, γιατί μου παίρνετε την κόλλα, διαμαρτυρόταν μετά. Το έλεγε κι απορούσε ο συνάδελφος. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Να μη φτάσεις στο σημείο να ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Να μη δώσεις χώρο να δολιεύσει την εξέταση. Και να μη ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Τόσο όσο.

Μπαίνει η συναδέλφισσα-εισηγήτρια. Τα κεφάλια σηκώνονται, τεντώματα, τα πρόσωπα γίνονται πάλι γελαστά. Θόρυβος της στιγμής. Η συναδέλφισσα κρατάει τα θέματα στα χέρια. Χαιρετάει γελαστή καθώς κατευθύνεται προς την έδρα. Στέκεται όρθια δίπλα και λίγο μπροστά. Ακουμπάει στο πρώτο θρανίο.

«Τα είδατε τα θέματα. Διαλέξαμε τα πιο εύκολα». Πάλι θόρυβος.

Η εισηγήτρια αρχίζει να εξηγεί τα θέματα. Διαβάζει. Πρώτο θέμα, Σωστό – Λάθος: Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, Καποδίστριας ή Όθων; Τρικούπης και τοπάρχες· Βενιζέλος και Αντάντ· κάτι από τους μεγάλους πολέμους… «Καταλάβατε» επαναλαμβάνει.

Συνέχεια, δεύτερο θέμα, περιεχόμενο ιστορικών όρων: αναθεωρητισμός (και κάποιος άλλος -ισμός). «Είμαστε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου» λέει η εισηγήτρια, «στα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου… Θυμηθείτε τι λέγαμε» συνεχίζει. «Αυτά τα θέματα κληρώθηκαν από την Τράπεζα» τονίζει.

Τρίτο θέμα, ιστορική αφήγηση και ερμηνεία: οι συνέπειες του Β΄Παγκοσμίου πολέμου ή τα αποτελέσματα… Και μετά, στην ερμηνεία των πηγών: αρχή της δεδηλωμένης και η τύχη των Εβραίων κατά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. «Αυτό το βάλαμε εμείς» σχολιάζει.

«Διαβάστε τα κείμενα, θα σας δώσουν τις απαντήσεις». Στέκεται για λίγο προβληματισμένη. «Θυμηθείτε για την αρχή της δεδηλωμένης… Θυμάστε τι είχαμε πει… Τι είναι;» «Το λέει το κείμενο» λέει η κοπέλα δίπλα της, στο πρώτο θρανίο. «Ναι. Το λέει, πράγματι, το κείμενο, την περιγράφει, την ορίζει με έναν τρόπο» επιβεβαιώνει η εισηγήτρια. «Να μας εξηγήσετε το κείμενο που είναι στα αρχαία» λέει ένας άλλος. «Η εισηγήτρια χαμογελά με νόημα. «Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Είναι απλό το κείμενο» ή κάτι τέτοιο. Ρωτάει αν υπάρχουν ερωτήσεις. «Θα ξανάρθω» λέει. Βγαίνει το ίδιο γελαστή.

Σιωπή ξανά. Σκυμμένα κεφάλια, σκυμμένα κορμιά. (περισσότερα…)

Καρναβάς

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ένας Καζαντζίδης στα λαϊκά
κι ένας Καρναβάς στα δημοτικά αξίζανε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Περιδιαβαίνοντας στα χωριά του Ξηρομέρου, ψάχνοντας για ιστορίες παλιές και θρύλους λησμονημένους, βρέθηκα μια φορά και στην Καντήλα.

Αποτελείται από δύο χωριά, την Άνω και την Κάτω Καντήλα, που βρίσκονται στις απολήξεις των Ακαρνανικών Ορέων, σε υψόμετρο εβδομήντα περίπου μέτρων, ανάμεσα σ’ έναν καταπράσινο ελαιώνα. Η ονομασία του οφείλεται στην προσομοίωση του χωριού με καντήλι, που φέγγει από μακριά και φαίνεται απ’ την θάλασσα. Την ίδια τοποθεσία καταλάμβανε η αρχαία Αλυζία, της οποίας η έκταση έφτανε μέχρι το διπλανό χωριό, τον Μύτικα, απέναντι απ’ το νησί Κάλαμος.

Η γειτονιά της Άνω Καντήλας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του χωριού και ονομάζεται «Κουκουβάγια». Εγώ κάθισα για καφέ στην «Λάκκα της Παναγιάς».

Η τοποθεσία λέγεται έτσι γιατί βρίσκεται σε μια μεγάλη λακκούβα, η οποία ανήκε στην τοπική εκκλησία, την Παναγιά την Παλαιοχωρίτισσα. Στην Επανάσταση του 1821 έφτιαξε η εκκλησία το κτήριο αυτό –που τώρα στεγάζει το καφενείο– προκειμένου να συγκεντρώνονται οι Έλληνες, αλλά και για ν’ αποθηκεύονται όπλα και πυρομαχικά, ώστε να προστατεύονται απ’ την βροχή, αφού δεν υπήρχε άλλο κτήριο στην περιοχή.

Σώζεται και μία επιγραφή που το βεβαιώνει:

1823 ΜΑ[ΓΑ]ΖΙ
ΤΗΣ ΠΑ[ΝΑ]ΓΙΑΣ
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΙΣ[Σ]ΑΣ
Α [= η οποία] ΕΙΝΑΙ ΕΛΠΙΣ

Ο καφετζής έφερε τον καφέ μου στενάζοντας.

«Τι τρέχει, ρε πατριώτη;» τον ρώτησα.

«Τι να τρέχει, φιλαράκι; Τίποτα δεν τρέχει…»

«Ε, πώς; Αφού στενάζεις λες και πέθανε κάποιος».

«Δεν πέθανε, αλλά θα πεθάνει…»

«Έχεις κανέναν ετοιμοθάνατο στην οικογένεια;»

«Πώς δεν έχω! Τούτον ’δω τον γέροντα που καθόμαστε», είπε. Κι έριξε ένα βλέμμα στα ντουβάρια γύρω.

«Για το κτήριο λες;»

«Ε, ναι, για το κτήριο! Διακόσα τόσα χρόνια στέκει ορτός ετούτος ο παππούλης. Και να τον γκρεμίσει ο δήμαρχος για πλάκα τώρα;»

«Για πλάκα;»

«Εμ, για πλάκα, βέβαια! Γκρεμίζεις ένα τέτοιο πράμα στα σοβαρά;»

Σωπάσαμε και οι δυο ξαφνικά, λες κι ακούγαμε κιόλας την μπουλντόζα να βρυχάται, ν’ απλώνει την κίτρινη σιδερένια χερούκλα της και να ξεριζώνει το καφενείο συθέμελα.

Άλλαξα κουβέντα, όπως γίνεται συνήθως στα πένθη.

«Ήρθα να προσκυνήσω τον τάφο του Καρναβά!»

«Από πού ήρτες;»

«Απ’ την Λευκάδα».

«Από κει πήρε γυναίκα ο Καρναβάς», είπε.

Κι έπιασε να σιγοτραγουδά:

Διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σου
κι απάνω γράφει η πέτρα θα γίνω ταίρι σου.

«Ωραία το ’πες, μάστορα!» τον επιδοκίμασα. Όμως δεν ήξερα ότι πήρε γυναίκα απ’ τα μέρη μας. Πώς την έλεγαν;»

«Θα να ’τανε στα 1954, αν θυμάμαι καλά, που έκλεψε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη, το γένος Αθανασίου, με καταγωγή απ’ το Νυδρί Λευκάδος κι απ’ την Καντήλα Ξηρομέρου. Για την ακρίβεια… τον έκλεψε η Αγγέλλω!»

«Τον έκλεψε; Πώς τον έκλεψε, δηλαδή;»

«Α, φιλαράκι, αυτά δεν λέγονται παραέξω! Είναι δικά μας, εδώ του χωριού πράματα».

«Έλα, πες!» τον τσίγκλησα εγώ.

«Σ’ λέω μοναχά πως ο γάμος εγίνηκε κρυφά στο ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Νικόλα, λίγο έξω από την Άνω Καντήλα, με κουμπάρο τον Σακουφάκη. Εσύ τονε πρόλαβες τον Καρναβά;» απηύθυνε τον λόγο σ’ εμένα. (περισσότερα…)

Que será, será…

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

~.~

Ήταν κάπως προχωρημένης ηλικίας και του φάνηκε αδιανόητο το ενδεχόμενο να χάσει ο προφορικός λόγος την αποκλειστικότητα στην επικοινωνία. Ήδη κάποιοι είχαν αρχίσει να σκαλίζουν στην πέτρα μικρές ή μεγάλες λέξεις. Έδωσε μάχη για να εμποδίσει τη διάδοση του γραπτού λόγου, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ένας κόσμος ολόκληρος χανόταν και μαζί περνούσαν στη λήθη οι χαρισματικοί άνθρωποί του. Εκείνος είχε για σύμμαχο μονάχα έναν νέο αοιδό, ο οποίος με κάποια, ας πούμε, ρομαντική διάθεση καταδίκασε με πείσμα τη νέα μορφή επικοινωνίας.

Όταν ο πάπυρος και η περγαμηνή παραμέρισαν το μάρμαρο ως ντεμοντέ αντίληψη, ο σκαλιστής κειμενοποιός, τεχνίτης έμπειρος όσο και ώριμος, σχολίαζε αρνητικά την καινούργια μορφή αποτύπωσης του γραπτού λόγου και επιχείρησε να τη σταματήσει, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μια μακρά περίοδος και μαζί οι άξιοι εκπρόσωποί της περνούσαν σε μουσειακή κατάσταση. Για σύμμαχό του είχε μονάχα έναν νεαρό κειμενοποιό που ασπαζόταν τις απόψεις του.

Όταν το βιβλίο περιθωριοποίησε τους κυλίνδρους, ο σχετικά μεγάλης ηλικίας αντιγραφέας άσκησε δριμεία κριτική στην εμφάνιση του τυπωμένου χαρτιού. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να απαγορευτεί το μαζικό τύπωμα των βιβλίων, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μια ολόκληρη εποχή όδευε προς το τέλος της και μαζί ξεχνιόνταν οι αξιοθαύμαστοι άνθρωποί της. Για σύμμαχό του είχε μονάχα τον νεαρό μαθητευόμενό του με το όνειρο να γίνει μέγας αντιγραφέας όπως ο δάσκαλός του που χαρακτήριζε τα βιβλία ακαλαίσθητα.

Όταν άρχισαν να προβάλλονται ταινίες στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο μέσης ηλικίας θεατρικός συγγραφέας λοιδορούσε τα απλοϊκά σενάρια των έργων και με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να μειώσει το ενδιαφέρον των θεατών για το νέο είδος που ποτέ δεν το ονόμασε τέχνη, αλλά δεν κατάφερε τίποτε· το σινεμά πήρε τη θέση του ως jeune premier πλάι στο θέατρο που ανέλαβε το ρόλο ενός caraterista. Για σύμμαχό του είχε μονάχα έναν νεαρό θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος προέβλεψε ότι το σινεμά δεν θα είχε μέλλον.

Όταν η τηλεόραση άρχισε να εισβάλλει στα σπίτια, ο υπέργηρος αιθουσάρχης γνωστού κινηματογράφου, με την πεποίθηση ότι οι τέχνες σταματούσαν στον αριθμό επτά, αγωνίστηκε για να εμποδίσει την εξάπλωση του χαζοκουτιού, όπως το είπε, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Το σινεμά δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα, ισχυρότερο από αυτό που δέχτηκε όταν έγινε έγχρωμο. Ο νεαρός αιθουσάρχης, προσηλωμένος στη μαγεία της μεγάλης οθόνης, ισχυρίστηκε ότι στην τηλεόραση έβλεπε κανείς περισσότερα παράσιτα απ’ όσες ήταν οι εκπομπές της. Εντούτοις έβαλε κρυφά στο σπίτι του τηλεόραση και συχνά τον έβλεπες να πηγαίνει πέρα-δώθε στο δωμάτιο κρατώντας μια κεραία.

Όταν το διαδίκτυο αποκάλυψε νέους κόσμους στα έκπληκτα μάτια των ανθρώπων, ο καναλάρχης στάθηκε καχύποπτος με τη νέα μορφή επικοινωνίας και, παρά τις προσπάθειές του να το περιορίσει, δεν κατάφερε τίποτε απολύτως. Μολονότι το χθες δεν ακυρωνόταν, ωστόσο το αύριο δεν θα του έμοιαζε πολύ. Ο νεαρός εκδότης, θορυβημένος, θεώρησε ότι αυτή η νέα μορφή επικοινωνίας θα ήταν το κερασάκι στην κατρακύλα του οίκου του και πως τα αντίτυπά του θα κατέληγαν, μοιραία, στην πολτοποίηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε κάποια τοπική βιβλιοθήκη.

Όταν το fb κατέκλυσε το διαδίκτυο, η γηραιά ποιήτρια το αγνόησε. Σημασία. Με την ευφράδεια λόγου που τη διέκρινε αγωνίστηκε να πείσει τις αναγνώστριές της ότι, χρησιμοποιώντας το, ήταν σαν να έπαιζαν με τη φωτιά, δημοσιοποιούσαν αφ’ εαυτού τους τα προσωπικά τους δεδομένα με αποτέλεσμα το ηλεκτρονικό φακέλωμά τους, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Οι αναρτήσεις ξεφύτρωναν πυρετωδώς και οι χρήστες πολλαπλασιάζονταν καθημερινά. Της συμπαραστάθηκε μονάχα μια νεαρή ποιήτρια με το Νόμπελ στις φαντασιώσεις της, που απαξίωσε το fb ισχυριζόμενη ότι αυτό προορίζεται για τον κοσμάκη και όχι για εκείνους που έχουν ελιτίστικη διάθεση όπως η ίδια.

Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη απείλησε τη φυσική, με το σκεπτικό ότι χιλιάδες χρόνια τώρα ο άνθρωπος πρόκοψε χωρίς τα ρομπότ, ο καταξιωμένος πεζογράφος και μεταφραστής, σε μεγάλη ηλικία πια, θεώρησε καταστροφικό τον παραγκωνισμό της ανθρώπινης σκέψης. Έκανε διαλέξεις, συμμετείχε σε ημερίδες για να περιοριστεί η χρήση της καινούργιας μορφής επικοινωνίας και να μπουν όρια στις απαντήσεις της, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μετά λύπης του διαπίστωσε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν διέθετε όραμα, κάτι που ασφαλώς διέθετε η ανθρώπινη. Μια ολόκληρη περίοδος της εξέλιξης του ανθρώπου θαβόταν στο παρελθόν και μαζί χάνονταν τα ένστικτα και τα συναισθήματα που συντρόφεψαν τον άνθρωπο πιστά δίχως σταματημό. Έτσι, γι’ αντίδραση, πήγε να παραθερίσει. Είχε ήδη μπει το καλοκαίρι.

///

*

*

*

Η Ρωσίδα Μπαλαρίνα

*

της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

~.~

Στο ραντεβού πήγε φορώντας το καλό του κοστούμι, ένα μονόπετο Kiton, αληθινό εύρημα, αγορασμένο από ενεχυροδανειστήριο. «Καλή περίπτωση», του είχε πει ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο. «Μένει, όμως, στα αζήτητα γιατί ο ιδιοκτήτης του μας άφησε χρόνους». Ότι ο πωλητής ήταν κοράκι δεν υπήρχε αμφιβολία. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο GB, καθισμένος σε ένα τραπέζι δίπλα από τη τζαμαρία, ο Φαίδων ένιωθε κομψός και αρκετά γενναιόδωρος, ώστε να ευγνωμονεί ακόμα κι ένα κοράκι, επειδή τον έπεισε να προχωρήσει σε αυτήν την αγορά, κι ας του έπεσε βαρύ το έξοδο.

Ένα καλό κοστούμι χρειάζεται, για να βγεις ασπροπρόσωπος σε μια τέτοια περίσταση, σκεφτόταν νωρίτερα, καθώς διέσχιζε την είσοδο, σχεδόν ευτυχισμένος, γιατί η ιδέα ότι θα βρισκόταν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ώρα αιχμής, του είχε αρέσει από την αρχή. Στάθηκε να χαζέψει τους πελάτες στη μεγάλη ρεσεψιόν, παραμέρισε για να περάσουν δυο τρεις φουριόζοι γκρουμ, παρατήρησε τον υπάλληλο της εισόδου με τη φαντεζί στολή, ενώ σταματούσε ταξί, ή άνοιγε πόρτες αυτοκινήτων (τι τρόπος κι αυτός για να βγάζει κανείς το ψωμί του, φορώντας μια τέτοια στολή, σκέτη ειρωνεία). Ύστερα, θυμήθηκε μια φράση της μητέρας του. «Είναι σχεδόν έγκλημα να είσαι φτωχός», την άκουσε να λέει και είδε τη φιγούρα της να περνά στιγμιαία από τη μισάνοιχτη πόρτα του παιδικού του δωματίου, ντυμένη επίσημα, ρολάροντας απαλά (σαν Ρωσίδα χορεύτρια στον Χορό της Άνοιξης), καθώς έφευγε για κάποιο κάλεσμα, ή για καμιά εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο σαν αυτό εδώ.

Από την άλλη, εκείνη την ημέρα, ο Φαίδων Διακόπουλος είχε στη διάθεσή του ένα ποσόν, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του ραντεβού και σίγουρα μπορούσε, αν ήθελε, ακόμα και να παραγγείλει ένα πλήρες γεύμα για δύο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Καθόταν, λοιπόν, εκεί και χάζευε τους περαστικούς ώσπου βαρέθηκε, μάζεψε μπόλικα διαφημιστικά φυλλάδια με το λογότυπο του ξενοδοχείου και διέσχισε το λόμπι, για να σταθεί μπροστά στο αναρτημένο μενού. Σήμερα πρόσφεραν χοιρινό με αχλάδια και κολοκύθα. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην είσοδο του εστιατορίου, παλιός γνώριμος του πατέρα του, έγνεψε ελαφρά και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει.

Μπήκε κεφάτος στην αίθουσα με τις τζαμαρίες και περιέφερε το βλέμμα αναζητώντας ένα καλό τραπέζι. Αναμφίβολα, καλό τραπέζι είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεις την είσοδο, να έχεις θέα στον δρόμο και να κάθεσαι κοντά σε μια πηγή θερμότητας. Δεν βρίσκει, βέβαια, πάντα κανείς ένα τέτοιο τραπέζι, αφού το γκαρσόν δίνει συνήθως συγκεκριμένες επιλογές. Ωστόσο, βολεύτηκε σε ένα γωνιακό, χάζεψε για λίγο τη διαδήλωση, που περνούσε εκείνη την ώρα με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, κι άνοιξε την εφημερίδα του, δήθεν για να διαβάσει, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί πίσω της και να παρατηρήσει τους θαμώνες.

Δεν πρόλαβε, βέβαια, να κάνει πολλά επάνω σε αυτό, γιατί εκείνη η γυναίκα, η Ρωσίδα Μπαλαρίνα, εμφανίστηκε στο βάθος, σκανάρισε τον χώρο, κι άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του, λες και διέσχιζε την κεντρική σκηνή των Μπολσόι, λες κι επρόκειτο για την Άννα Πάβλοβα και την Γκαλίνα Ουλάνοβα σε συσκευασία του ενός. Δεν έκανε καν τον κόπο να συστηθεί. Απλώς, κάθισε απέναντί του, άναψε τσιγάρο και φύσηξε αγενέστατα τον καπνό αδιαφορώντας για τον εκνευρισμό του Φαίδωνα, που περίμενε ότι κάποιος από το προσωπικό θα ερχόταν οπωσδήποτε, για να της κάνει παρατήρηση. Όμως, οι σερβιτόροι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, λες κι εκείνο το τσιγάρο ήταν αόρατο, λες κι αυτή εκεί η γυναίκα με το ελαστικό σώμα και τα μακριά άκρα, είχε δικαίωμα να κάνει ότι της κατέβαινε στο κεφάλι. Δεν θυμόταν το βλέμμα της. Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν να τον κοίταξε έστω και μια φορά, όσο καθόταν απέναντί του. Έφερνε, όμως, στο μυαλό του τα δάχτυλά της, με τα μακριά νύχια και το βυσσινί βερνίκι, καθώς άνοιγε την τσάντα της και ακουμπούσε στο τραπέζι έναν φάκελο. Αυτό ήταν όλο. Ύστερα χάθηκε η αθεόφοβη μέσα σε μια στιγμή. Και ο Φαίδων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια άδεια καρέκλα, ενώ ο σερβιτόρος τον ρωτούσε αν σκόπευε να παραγγείλει, ή αν περίμενε παρέα. Ωστόσο αυτή, λίγο πριν εξαφανιστεί, είχε σβήσει το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο και ο Φαίδων ένιωσε σαν να το στριφογύρισε με μανία στο μάγουλό του. Η φωνή του σερβιτόρου τον συνέφερε. Άγγιξε τη φανταστική πληγή στο μάγουλό του και απάντησε ότι δεν είχε πια κανένα νόημα να μείνει για φαγητό.

Αλλά το θέμα δεν ήταν αυτό. Το θέμα ήταν ότι τον είχαν εντοπίσει. Κι ότι στον φάκελο υπήρχαν χρήματα, τόσο πολλά ώστε του ήταν αδύνατον να τα αρνηθεί. Κι έτσι, ο Φ. Δ. αποφάσισε να στρωθεί στη δουλειά, προκειμένου να ετοιμαστεί για το επόμενο ραντεβού με την αγενέστατη απεσταλμένη των αόρατων εργοδοτών του. (περισσότερα…)

Ένας άχρηστος θρίαμβος

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Κατέβηκα για πρώτη φορά στο καρνάγιο την άνοιξη του 2014. Ήταν η εποχή που ένοιωθα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά πως είχα χάσει τον έλεγχο της ζωής μου. Η ικανότητά μου να αυτοσχεδιάζω και να επινοώ λύσεις είχε ατονήσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Σωματικά και ψυχικά ένοιωθα εξαντλημένος. Είχα κουραστεί να προσπαθώ  και να αγωνίζομαι. Δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να συνεχίσω. Κατά διαστήματα βρισκόμουν αντιμέτωπος με ιδέες που δεν με είχαν απασχολήσει σοβαρά ποτέ μέχρι τότε. Η σκέψη να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια και από κάθε αγώνα τρύπωνε στο μυαλό μου άλλοτε σαν απειλή και άλλοτε σαν πρόκληση. Σκεφτόμουν ακόμα και το σενάριο να αρνηθώ τελείως τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να δοκιμάσω ανορθόδοξες επιλογές αλλά η γενικότερη υπαρξιακή μου κόπωση και οι ηθικές μου προκαταλήψεις δεν επέτρεπαν εύκολες και ριζικές ανατροπές στον τρόπο που έβλεπα τη ζωή και τον εαυτό μου.

Είχε προηγηθεί ένας χειμώνας δύσκολος, αφόρητος σε παγωνιά, μοναξιά και στέρηση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου εκείνον τον χειμώνα σκέφτηκα το ενδεχόμενο ληστείας σε τράπεζα, σούπερ μάρκετ ή κάποιο πρακτορείο τυχερών παιχνιδιών. Η ιδέα με απασχόλησε για αρκετές μέρες. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να ξεθάψω από ένα κουτί με παλιά πράγματα ένα ξεχασμένο πιστόλι για φωτοβολίδες, χαλασμένο και άχρηστο από καιρό. Έστηνα διάφορα σενάρια, φανταζόμουν ένα μεγάλο και οριστικό γεγονός, μια ηρωική υπέρβαση, έναν αφηρημένο θρίαμβο που θα με ανύψωνε πάνω από τους φόβους μου και θα έβαζε τέλος σε αυτό το παιδαριώδες και αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που έπαιζα μια ολόκληρη ζωή, θύμα του εαυτού μου, του Θεού, της ιστορίας και ξένων αποφάσεων. Αλλά κατά βάθος δεν ήξερα αν μπορούσα να το κάνω, αν ήμουν ικανός για τέτοιες υπερβάσεις.

Τις πρώτες μέρες της άνοιξης ήμουν ακόμα νωθρός, αδύναμος, σαν να έβγαινα από χειμερία νάρκη. Κοιμόμουν μέχρι αργά. Σηκωνόμουν μεσημέρι ή απόγευμα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ο καφές, το άρωμα και η γεύση του. Ο καφές ήταν η πρέζα μου. Χωρίς καφέ δεν μπορούσα να ζήσω.

Ο Μάρτης πέρασε μέσα μια κατάσταση αδράνειας και αναβλητικότητας. Έβγαινα από το σπίτι μόνο για τα απαραίτητα. Το έξω μου προκαλούσε αγωνία: ένοιωθα πως η πόλη ήταν ένα αόρατο βλέμμα καρφωμένο συνεχώς πάνω μου. Ντρεπόμουν για την κατάστασή μου και ταυτόχρονα ντρεπόμουν για τη ντροπή που ένοιωθα. Βρισκόμουν σε διαρκή μάχη με τις προκαταλήψεις μου. Για να μη βυθιστώ στην απόγνωση έγραφα σε χαρτάκια σχέδια και στόχους, ντόπαρα τον εαυτό μου με κάθε λογής φράσεις, περιμένοντας με ένα είδος «ενεργητικής παθητικότητας» όπως το αποκαλούσα, ελπίζοντας σε λύσεις που δεν ήταν ακόμα ορατές, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου εμπειρίες και μαθήματα υπομονής, αυτοσαρκασμού και αξιοπρέπειας.

Με νύχια και με δόντια προσπαθούσα να διατηρήσω ένα μικρό χρηματικό απόθεμα που είχα. Αγόραζα μόνο τα βασικά για τη διατροφή μου και όποτε έβρισκα το κουράγιο εξασφάλιζα το καθημερινό φαγητό από το συσσίτιο του δήμου πάντα με τον φόβο μη με δει κάποιος γνωστός ή κάποιος παλιός συνάδελφος.

Στον καθρέφτη του μπάνιου μιλούσα με το είδωλό μου. Μιλούσα κι απορούσα. Εκείνο το πρόσωπο μου φαινόταν συχνά ξένο, λες και δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που αφηρημένα ονόμαζα «ο εαυτός μου». Η όψη του δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε. Δεν ήταν σκληρό πρόσωπο ούτε είχε ψυχρό βλέμμα αλλά η απώλεια των μαλλιών και τα τεράστια μαύρα ημικύκλια κάτω απ’ τα μάτια το έκαναν να φαίνεται υπερβολικά σκοτεινό και πρόωρα γερασμένο. Πάνω σε κείνο το πρόσωπο όλα τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της ζωής μου είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. «Γεράσαμε κύριε» έλεγα στον άλλο στο βάθος του καθρέφτη κι εκείνος απαντούσε με το ίδιο πάντα στραβό και κουρασμένο χαμόγελο.

Τον Απρίλη ξύπνησαν μέσα μου παλιές ξεχασμένες δυνάμεις. Άρχισα να ξυπνώ πιο νωρίς, κάτι που τόνωσε το ηθικό μου. Άρχισα να ψάχνω αγγελίες στην εφημερίδα. Κύκλωνα κάποιες με κόκκινο στυλό, για θέσεις εργασίας που δεν με ενδιέφεραν πραγματικά, και ούτε είχαν σχέση με τις σπουδές και την εμπειρία μου. Το έκανα για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, για να διατηρήσω την ελπίδα και μια απόσταση ασφαλείας από την παραίτηση.

Την αγγελία για τη δουλειά στο καρνάγιο την είχα σημειώσει μηχανικά. Το πώς έφτασα στο σημείο να πάρω τηλέφωνο και να κλείσω ραντεβού, ήταν ένα πραγματικό μυστήριο, μια από εκείνες τις αποφάσεις που ένοιωθα πως κάποιος ή κάτι άλλο κινούσε τα νήματα της ζωής μου. (περισσότερα…)

Μην πατάτε το πράσινο

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

08:26

Μπήκε σαν σίφουνας στο πάρκο και κλώτσησε την πινακίδα: «Μην πατάτε το πράσινο». Αυτή εκσφενδονίστηκε ψηλά και προσγειώθηκε με τα γράμματα προς τα κάτω. Εκείνος άρχισε να χοροπηδάει, ουρλιάζοντας, πάνω της:

«Ναι, ρε, θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάωωω… Όσο θέλω! Όσο μου γουστάρειειει… Θα το πατάω, θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Κι όταν διαπίστωσε πως δεν πάταγε το χορτάρι αλλά την πινακίδα, την παραμέρισε με το πόδι του κι άρχισε να κλωτσάει το γκαζόν, να του ρίχνει μυτιές με το παπούτσι, να το συνθλίβει κάτω απ’ την φτέρνα του, εξακολουθώντας να ουρλιάζει, δυνατότερα τώρα, ενώ οι φλέβες του λαιμού του φούσκωναν σαν λειρί έτοιμες να σπάσουν, κι οι φωνητικές του χορδές, μην αντέχοντας τόσο υψηλές συχνότητες, έκαναν ήδη κοκοράκια.

«Θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Μια βραχνάδα λαβωμένου πάνθηρα έφραξε τον λαιμό του, συντάραξε το στέρνο του, αλλά η φωνή δεν έβγαινε, παρέμενε στην κοιλιά του, κουλουριασμένη όπως η κόμπρα στο καλάθι της, ενώ η φλογέρα του φακίρη εξακολουθούσε να την μαυλίζει παθητικά.

Με αφρισμένο στόμα γονάτισε στο χορτάρι και το δάγκωνε μπουκιές-μπουκιές, το ξερίζωνε, το έφτυνε, το κατάπινε αμάσητο, αφήνοντας στην θέση του αφρούς και σάλια και ψιθυρίζοντας, με μάτια σχεδόν ανάστροφα:

«Θα το πατάωωω… Θα το τρώωω…»

 

   08:15

«Κύριε Σκαρτσή, σας ζήτησε ο διευθύνων σύμβουλος. Είπε να πάτε στο γραφείο του μόλις έρθετε».

«Ευχαριστώ, δεσποινίς, πάω αμέσως!»

Χτύπησε την πόρτα του διευθύνοντος συμβούλου κάπως αμήχανα:

«Τικ-τοκ, τικ-τικ, τοκ!»

«Περάστε…» ακούστηκε από μέσα μια μεταλλική φωνή, σαν δυο ξίφη που διασταυρώνονταν σε μονομαχία.

Μπήκε στο γραφείο και στάθηκε σχεδόν προσοχή.

«Με ζητήσατε;» ρώτησε, λες και πάλευε να καταπιεί έναν κόμπο στον λαιμό του.

Ο διευθύνων σύμβουλος κατέβασε τα γυαλιά του και τον κοίταξε πατόκορφα.

«Μα φυσικά, κύριε Σκαρτσή! Καθίστε παρακαλώ, μην στέκεστε όρθιος και κουράζεσθε!»

«Ό… όχι δεν είναι ανάγκη, εκτός κι αν θέλετε να συζητήσουμε κάτι εκτενώς».

«Μα τι λέτε; Καθίστε σας παρακαλώ! Καφεδάκι;»

«Κα… καφεδάκι; Όχι, ευχαριστώ, έχω πιει».

«Α, ήπιατε! Γι’ αυτό αργήσατε, κύριε Σκαρτσή;»

«Να σας εξηγήσω, κύριε…» (περισσότερα…)

Υπόστεγο στη Ναύπακτο (Μεσαιωνική ιστορία)

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Στη Μ.Λ. για την έμπνευση

Την ώρα που τα πράγματα αποκτούν το σχήμα τους ακούσαμε έναν εκκωφαντικό θόρυβο· το υπόστεγο είχε καταρρεύσει. Ο πατέρας στεκόταν με τη νυχτικιά ν’ ανεμίζει ελαφρά, σαν κάππα σχεδόν, κοιτάζοντας γεμάτος απορία, τα μάτια του μία πάνω, μία κάτω. Η μάνα μες στο σπίτι πήγαινε πέρα δώθε, ίδια τίγρη ανήμερη, και μαζί με το αγέρι άκουγες αναμεμειγμένα τα μουρμουρητά της.

Το απόγευμα σαν να είχαμε κάπως ηρεμήσει, αν και κατά τη γνώμη μου υπήρχε ένα μεγάλο αρκούδι ανάμεσά μας και όλοι προσποιούμασταν ότι δεν το βλέπαμε. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και ο πατέρας συνέχισε να καθαρίζει τη γραφίδα του, ενώ η μάνα κίνησε ν’ ανοίξει. Τα βήματά της μου θύμισαν την προχθεσινή πομπή στη Μητρόπολη, με τα μαργαριταρένια μάρμαρα κάτω από τα εύθραυστα πόδια μας. Ήταν ο ταχυδρόμος που είχε φέρει επιστολή από τον αλληλογράφο του πατέρα – σπουδαίο πρόσωπο· αδιάφορο το όνομά του. Ο πατέρας αναπήδησε από το κάθισμα σαν κατσικάκι. Έτρεξε και πήρε το γράμμα από τα χέρια της μητέρας και ταυτόχρονα όρισε στον παραγιό να δώσει φρούτα και ένα τυλιγμένο κομμάτι περγαμηνής στον άνθρωπο, ως δώρο για τον αποστολέα.

Μου έδωσε την επιστολή και με κοίταξε με μισόκλειστο, πονηρό βλέμμα. Για να δούμε τώρα τι μου μάθαιναν στη Μητρόπολη… Έριξε απαλά το σώμα του στο ίδιο κάθισμα και η μητέρα ακούμπησε ελαφρά στον τοίχο, ενώ εγώ ξετύλιγα το πολύτιμο αντικείμενο. Ακόμα και το αρκούδι, αν υπήρχε, θα είχε καλοκάτσει με τα αυτιά τεντωμένα και το μουσούδι κολλημένο στα χείλη μου. Ξερόβηξα κι άρχισα ν’ απαγγέλλω. Ο πατέρας είχε κλείσει τα μάτια και τα δάχτυλά του είχαν πλεχτεί σε έναν σχηματισμό ερωτικό. Απορροφούσε, κατανάλωνε και χώνευε κάθε λέξη, κάθε γράμμα του χάιδευε την ακοή του.

Διάβαζα με δυνατή και σταθερή φωνή, αλλά από ένα σημείο και μετά η ένταση έπεσε και το αρκούδι, ξανανιωμένο, σίγουρα θα διέκρινε το τρέμολο στη χροιά μου. Όταν τελείωσα σήκωσα δειλά τα μάτια κι αναζήτησα εκείνα των γονιών μου. Η μητέρα τα είχε καρφώσει στον πατέρα. Αν πετούσαν βέλη, τώρα θα ψάχναμε για καινούργιο. Ο πατέρας μετρούσε το δάπεδο και από εκεί που στεκόμουν το βλέμμα του φάνταζε γυάλινο· λίγο ακόμα και θα δάκρυζε.

«Μάλιστα, μας είπε κι επαρχιώτες», είπε αδιάφορα η μητέρα και κίνησε για τα ενδότερα.

«Παιχνίδι είναι, μωρέ», ψέλλισε ο πατέρας, αλλά σε τόσο χαμηλή ένταση που φαινόταν λες κι απευθυνόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Μετά σήκωσε αργά το βλέμμα του και το έστρεψε σ’ εμένα, λέγοντας αρκετά καθαρά: «Παιχνίδι είναι». Μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε τη δεύτερη φορά.

Όπως και να έχει, η μητέρα τελικά είχε σταθεί μπροστά από ένα παράθυρο και κοιτούσε επίμονα τα υπόστεγο. Όταν το πρόσεξε ο πατέρας, διπλώθηκε σαν τις περγαμηνές που σκάλιζε -με επιμέλεια που δεν έδειχνε για το σπίτι- κάθε μέρα κι όλη μέρα. Και ξαφνικά στυλώθηκε, σαν να τον τσίμπησε μέλισσα, και όρμησε στο τραπεζάκι με τα σύνεργα συγγραφής. Ξεδίπλωσε το υλικό με βία και γράπωσε τη γραφίδα κι άρχισε να γράφει και να γράφει και να γράφει. Τόση ένταση δεν είχα ξαναδεί να βγαίνει από τα χέρια του. Η μητέρα ξεφύσηξε και πήγε μέσα· εγώ είχα μαγνητιστεί. Του πήρε κάμποση ώρα αυτό που έφτιαχνε. Όταν τελείωσε άνοιξε ένα άλλο κομμάτι και αντέγραψε με ολοστρόγγυλα, καθαρά γράμματα, ό,τι περιείχε η πρώτη. Μετά μου επέδωσε τη δεύτερη με βασιλική επισημότητα.

«Τρέχα να βρεις τον γιο της Ρ. να του πεις να του το πάει χωρίς καθυστέρηση». Στην ορατή πλευρά του διπλώματος είχε γράψει με καθαρά γράμματα το όνομα του παραλήπτη· ήταν ο ίδιος που μας είχε πικράνει λίγες ώρες νωρίτερα. Ικανοποίησα την επιθυμία του, αν και όλοι ξέραμε πως θα έκανε πολλές ημέρες να φτάσει και άλλες τόσες να πάρουμε απάντηση.

Πέρασε πάντως ο καιρός, μ’ εμάς στο σακατεμένο οίκημα – το υπόστεγο μπαλωμένο, τα αντικείμενα μαραμένα, ο παραγιός καλοσυνάτος αλλά άφαντος, το αρκούδι σταθερό μέλος πια της οικογένειας. Ήταν η ώρα που τα σχήματα κατάπιναν το σπίτι και τους ανθρώπους. Η πόρτα χτύπησε κι έφερε το πολυπόθητο γράμμα. Το άνοιξα χωρίς αντιστάσεις, ο πατέρας στο κάθισμά του, αλλά τώρα με τον λυγισμένο δείκτη ανάμεσα στα χείλη και η μάνα μου σε ασυνήθιστη τοποθεσία, πίσω από την πλάτη του.

Ξερόβηξα και διάβασα. Διάβασα… τα λόγια έρρεαν ζεστά και φιλικά. Εκεί που ήταν η έπαρση, είχες τώρα την ταπεινότητα· εκεί που σε συνέτριβε η ειρωνεία, τώρα σε κέρδιζε η παραμυθία. Η μάνα απόθεσε το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος ενστικτωδώς το έπιασε με το δικό του κι άρχισε να σφίγγει και να σφίγγει. Νομίζω ότι την πόνεσε, διότι πρόσεξα τον μορφασμό της, ίσως όμως και να υποδήλωνε αυτό που έλεγε με το βλέμμα πάντα, ποτέ με τα λόγια της: «Αχ, ανόητε… Ανόητε, αλλά καλοσυνάτε σύζυγε».

*

**

 

Μετά-την-αισθητική

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Κατά προεκλογικά κυρίως διαστήματα, η αντισυστημική τέχνη στη Δημοκρατία είχε την τιμητική της. Παραστάσεις του Χριστού, της Παναγίας, μεταναστών, ομοφυλοφίλων και αιρετών αξιωματούχων του κράτους πρόβαλλαν ως καλλιτεχνική τομή. Αδειάζοντας οι καφετέριες και τα μπιλιαρδάδικα, γέμισαν κόσμο οι γκαλερί, τα μουσεία και τα πολιτιστικά κέντρα. Η τεχνοκριτική εκτόπισε επιτέλους τις αναρτήσεις και ειδικά τις φωτογραφίες με φίλτρα. Οι Σχολές Καλών Τεχνών άνοιγαν νέα παραρτήματα, οι Μπιενάλε έκαναν πρωτοσέλιδα και οι οίκοι δημοπρασιών χτύπησαν ποσά πρωτοφανή στην ιστορία της αγοράς τέχνης.

Σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, λογοτέχνες και κομματικά στελέχη εγκατέστησαν παντού πρότυπα ουρητήρια με την υπογραφή «R. Mutt 2025». Συλλέκτες και θηρευτές ταλέντων αναζήτησαν την Κρήνη σε τεχνοτόπους, εφημερίδες και ειδικά αφιερώματα. Γυναίκα, συγγραφέας και ποιήτρια με ανδρικό ψευδώνυμο, και συγκεκριμένα Ρίτσαρντ Μουτ, παρουσίασε μια τέτοια κρήνη πορσελάνης σε εκθεσιακό χώρο, η οποία έτυχε εξαιρετικής υποδοχής ως γλυπτό.

Αναπαράγοντας μια εύληπτη ιδέα, ένα στιγμιαίο σοκ, μία ορισμένη κατεύθυνση ή ένα μεμονωμένο συμπέρασμα με απαράμιλλη, ομολογουμένως, συνέπεια, η Κρήνη έπαψε πλέον να αποσταθεροποεί το βλέμμα, εφόσον μπορούσε απλά να το καθοδηγεί. Οι μηχανισμοί της μαζικής κουλτούρας και ο ορθολογισμός εκτόπισαν τη μεταρσίωση και την πραγμάτωση στο μοναδικό. Μορφές προβλέψιμες και αναγνωρίσιμες, εμμονικά σχεδόν επαναλαμβανόμενες εγείρονταν σε αντικείμενο λατρείας. Η υπεραπλούστευση συμβόλων, αξιών και συνθετότατων διεθνών καταστάσεων νοούνταν πλέον ως ριζοσπαστική αναμέτρηση με την παράδοση.

Το θέμα είδε τον εαυτό του να εγείρεται παντοδύναμο, αφήνοντας πίσω του τη μορφή και την ίδια την πραγμάτευση του περιεχομένου, που πολλές φορές συνέχονταν σε ό,τι η ανθρώπινη εξέλιξη αποκάλεσε «τέχνη» ή «υψηλό», μη αναγώγιμο δηλαδή σε μήνυμα, πληροφορία ή παντιέρα. Το θέμα-μπαμπούλας μπορούσε να διεγείρει τα πλήθη, χωρίς να τα πολιορκεί, μετείχε δε στους νόμους της αγοράς, την οποία εξήγγελλε ότι προτίθετο να αποδομήσει.

Ο Μπαμπούλας έπαιρνε δε συχνά τη θέση του Αμνού, για να μας πείσει ότι η χειρονομία μπορούσε να γενικευθεί, χωρίς ν’ αδειάζει, το ίδιο κι οι απολογητές του, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση,

Ο Αμνός φορούσε Prada.

Η ιδεολογία έπαψε να θεωρείται ως ένα καταρχήν –μαρξικά και μεταμαρξιστικά– σύστημα, ενώ οι Κρήνες αδυνατούσαν να δουν τον εαυτό τους ως μετα-αφήγηση των μεγάλων αφηγήσεων. Ομοίως, η ιστορία δεν χρειαζόταν πια μεθοδολογική και αναλυτική ακρίβεια, εφόσον μια μετα-ιστορία εξηγούσε πλέον πώς λειτουργεί ή πώς φτιάχνεται η κάθε ιστορία. Όντος του έργου ανοιχτού σε ερμηνεία ή εκφραστή μιας όποιας υπό αίρεση και πάντα εναλλάξιμης αλήθειας, οι κριτικοί επιτέλους ξεκουμπίστηκαν και μας άφησαν στην ησυχία μας. (περισσότερα…)

Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*

Πριν σπάσει

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἐκεῖνο τό ὄψιμο Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἀπό τά μαῦρα χαράματα, στό σπίτι ἀναβρασμός.

Δέν ἦρθε κανείς νά τήν ξυπνήσει. Στό τραπέζι δέν τήν περίμενε τό αὐγουλάκι, ὅπως κάθε ἄλλο πρωΐ, ἕτοιμο νά τρυπηθεῖ ἀπό τίς δυό πλευρές του — μιᾶς ἡμέρας ἀπό τήν Μυγδάλω, τήν κότα τῆς Γιούλιας — γιά νά ρουφηχτεῖ.

Οἱ φωνές τῆς μάνας της πού ἀκούγονταν ἀπ’ ἔξω ὑπερκάλυπταν τόν φωνακλά ποταμό. Ἀσυγκράτητος ἔτρεχε μέ ὁρμή στόν καταρράκτη, λίγα μέτρα πέρα ἀπό τό σπίτι τους.

Βγῆκε ἔξω φορώντας τίς πυζάμες, ξυπόλητη.

Ἡ Παναγιοῦ, πού συχνά ἐρχόταν νά βοηθήσει στίς βαρειές δουλειές, ἦταν σκυμμένη κι ἔτριβε τίς γωνιές μέ τή χοντρή συρμάτινη βούρτσα.

Ἡ μάνα της σκάλιζε καί φύτευε τζίνιες, γεράνια, κατηφέδες στό φαρδύ παρτέρι, στή νοτιοανατολική ἄκρη τῆς ταράτσας.

Τό νερό ἔτρεχε μέ δύναμη ἀπό τό ἀνοιχτό λάστιχο, ἐνῶ τό γκρίζο τσιμέντο, ποῦ καί ποῦ ραγισμένο, ἦταν σκεπασμένο ἀπό παχειά σαπουνάδα ἀνάμεικτη μέ λάσπη ἀπό καστανόχωμα καί σβώλους κοπριᾶς.

Ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς κουζίνας περίμενε ἕνας μεγάλος κουβᾶς μέ ἀραιωμένο ἀσβέστη καί, ἀκουμπισμένη στόν τοῖχο, ἀνάποδα ξεκουραζόταν πρός ὥρας ἡ μπανταβόβουρτσα μέ τό κοντό κοντάρι.

Παραξενεύτηκε· συνήθως τό ἀσβέστωμα τῶν τοίχων τῆς ταράτσας καί τοῦ πεζοδρομίου γινότανε Μεγάλη Τρίτη. Τί ἄλλαξε φέτος;

Αἴφνης ἡ μάνα της γύρισε, τήν εἶδε, κι ἔβαλε τίς φωνές:

— Πήγαινε μέσα. Γρήγορα. Καί ντύσου! Βάλε κάλτσες καί παντόφλες!

Ἦταν τόσο συχνά ἄρρωστη… Στή μέχρι τότε ζωή της: μιά οἱ ἀμυγδαλές, μιά τά ἐντερικά, ἄλλες φορές οἱ παιδικές ἀρρώστιες δέν τήν ἄφηναν νά πάρει δράμι, οὔτε χρῶμα. Ἦταν κι αὐτή ἡ ἀφόρητη ὑγρασία χειμώνα-καλοκαίρι καί νά οἱ πενικιλίνες, τά σπασμοσιμπαζόλ, τά κινίνα…

Κατά τίς ἕντεκα, ὅλα εἶχαν μπεῖ σέ τάξη· ὁ μόνος θόρυβος πού αἰφνιδίαζε ποῦ καί ποῦ τήν ἡσυχία ἦταν οἱ μακρόσυρτες ρουφηξιές τοῦ ζεματιστοῦ καφέ πού τράβαγε ἡ Παναγιοῦ, βγάζοντας τή μάνα κάθε φορά ἔξω ἀπό τά ροῦχα της.

Ἀπό τό παράθυρο τῆς κουζίνας, στήν ἀνοιχτωσιά τῆς ἀντίπερα ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, τό παχύ ψηλό χορτάρι χόρευε κάτω ἀπό τόν λαγαρό ἀπριλιάτικο ἥλιο ὅπως τό κύμα στή φουσκοθαλασσιά.

Ὁ ἐπίμονος χτύπος τοῦ κουδουνιοῦ ἀρχικά τήν ἀλάφιασε. Κατόπιν τήν γέμισε ἀνησυχία.

Οἱ δυό ἄγνωστοι ἄντρες πού στέκονταν στήν ἐξώπορτα, πέρασαν τό κατώφλι διστακτικά, ἀνέβηκαν τή φαρδειά ξύλινη σκάλα ὅσο μποροῦσαν προσεκτικότερα. Ὡστόσο τά λαστιχένια χοντροπάπουτσα τοῦ ἑνός καί οἱ μαῦρες ὣς τά γόνατα γαλότσες τοῦ ἄλλου ἄφηναν πατημασιές μαζί μέ χοντρά κομμάτια λάσπης πάνω στά ἀλέκιαστα σκαλοπάτια καί στό καλογυαλισμένο παρκέ. (περισσότερα…)