διήγημα

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας

της ΝΟΠΗΣ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λίχνος
Οι αχθοφόροι (διηγήματα)
Υψικάμινος, 2025
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «Oι Μοιραίοι»

Στο γνωστό έργο του Ιστορία και αλήθεια ο Άνταμ Σαφ[1] παρουσιάζοντας τους δύο τρόπους προσέγγισης της ιστορικής αλήθειας από τον μέσο άνθρωπο, τον εμπειρισμό και τον παροντισμό, εντοπίζει προβλήματα που ανάγονται στον τρόπο θέασης του παρελθόντος: εκτός από την κριτική που ασκεί στην απόλυτα θετικιστική προσέγγιση της ιστορίας, στη δυνατότητα πλήρους αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, στην προβολή, συνειδητή ή μη, αξιών και σκεπτικών του παρόντος στο παρελθόν, επικεντρώνεται στην παρουσίαση των γεγονότων που συνιστούν το παρελθόν ως σύνολο στοιχείων ομοιογενών που συνιστούν στην τελική τους αποτίμηση μια ευθεία γραμμή. Ο Σαφ αποδίδει τα παραπάνω στην προσπάθεια που καταβάλλει η κυρίαρχη κουλτούρα, όργανα της οποίας είναι και οι ιστορικοί, να περιγράψει τα γεγονότα αποδίδοντας μια ερμηνεία που στηρίζει την οπτική αλλά και τα συμφέροντά της, εξασφαλίζοντας έτσι τόσο τη διάσωσή της όσο κυρίως τη συνέχιση της επικυριαρχίας της επί των κυριαρχούμενων. Παράλληλα, τα τελευταία είκοσι τουλάχιστον χρόνια αναπτύσσεται έντονο ενδιαφέρον για μια άλλη οπτική και αντιμετώπιση της ιστορίας, η οποία απορρίπτει την ομοιογένεια ως όρο της διαμόρφωσής της, ενώ προτάσσει και άλλες μορφές αποτύπωσής της: έτσι, εκτός από την επίσημη γραπτή μορφή της, προβάλλεται η προφορική ή η δημόσια ιστορία, ως οπτική έκφρασης της βίωσης του παρελθόντος μέσω της μαρτυρίας.[2]

Σημαντική επίσης αλλαγή έχει εντοπιστεί στην εστίαση των φορέων του ιστορικού λόγου: από την οπτική των κυρίαρχων η έρευνα, τόσο η στενά ιστορική όσο και η ευρύτερη επιστημονική, στρέφεται πλέον στην προσπάθεια απόδοσης της οπτικής των κυριαρχούμενων,[3] των ιδεών τους, των διαφοροποιήσεών τους σε σχέση με τους επικρατούντες, σε μια προσπάθεια να φωτιστεί πληρέστερα το παρελθόν, να αποφευχθεί η μονομέρεια, ώστε η επαφή μας με αυτό να είναι ουσιαστικότερη και ποιοτικότερη. Από τα παραπάνω επηρεάστηκε σαφώς και η λογοτεχνία και η κριτική. Η « Δομή της αίσθησης» (structure of feeling) είναι ο όρος που επινόησε ο Βρετανός θεωρητικός της κουλτούρας Ρέυμοντ Ουίλλιαμς για να περιγράψει τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία, η οποία δεν εξαντλείται στο επίπεδο του περιεχομένου, αλλά λαμβάνει υπόψιν της τις λογοτεχνικές συμβάσεις προκειμένου να αποδώσει το παρελθόν.[4] Δεν γνωρίζω αν ο συγγραφέας είχε υπόψιν του αυτές τις παραμέτρους που έχουν τεθεί από την επιστήμη (ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, θεωρία της κουλτούρας), το έργο του πάντως φαίνεται να ακολουθεί τα στοιχεία που έχουν επισημανθεί ως σημαντικά ιδιαίτερα στο θέμα της απόδοσης του παρελθόντος αλλά και της προσπάθειας της κατανόησής του. (περισσότερα…)

Η λύση του δράματος

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

1

Στην κηδεία του πατέρα μου δεν έκλαψα. Κάποιοι με κοίταζαν παράξενα. Ίσως στα μάτια τους να φαινόμουν ασυγχώρητα απαθής. Ειδικά το βλέμμα του αδελφού μου ήταν επίμονο, επικριτικό, σα να ζητούσε εξηγήσεις. Ακόμα πιο αιχμηρό ήταν το βλέμμα της γυναίκας του. Όπως σε όλα τα επεισόδια της ζωής τους, έτσι και στην κηδεία του πατέρα ήταν απόλυτα συντονισμένοι. Τα δάκρυά τους δεν με έπειθαν – είχα τους λόγους μου. Ντυμένοι με τα ανάλαφρα καλοκαιρινά συνολάκια τους με κοίταζαν αφ’ υψηλού, προετοιμάζοντας την κοινή ετυμηγορία τους. Η παρουσία τους μου ήταν κατά βάθος αδιάφορη. Το βλέμμα τους δεν είχε καμιά επίδραση πάνω μου. Τους περιφρονούσα όσο και εκείνοι εμένα.

Είχα χρόνια να μπω σε νεκροταφείο. Περίμενα κάποια αναστάτωση, μια υποψία σπαραγμού. Τελικά καμία αντίδραση. Ήταν και η κάψα που δοκίμαζε τις αντοχές μου. Έβραζε ο τόπος. Με μάτια μισόκλειστα από το σκληρό κίτρινο φως έβλεπα γύρω μου μάρμαρα, καντήλια, φωτογραφίες. Θυμήθηκα πρόσωπα συγγενών που είχαν πεθάνει. Θυμήθηκα χαμόγελα ειρωνικά, λόγια πικρά, παρεξηγήσεις και αντιπάθειες. Δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε έναν συγγενή με νοσταλγία και τρυφερότητα. Με κανέναν δεν μπορέσα να δημιουργήσω δεσμούς καθαρούς και άδολους. Το ίδιο και με τον πατέρα. Αλλά τι σημασία είχαν όλα αυτά; Πεθαίνουμε και όλα σβήνουν και χάνονται. Απρόσμενα γαληνεμένος και διαυγής, ένοιωσα να παίρνω τη σωστή απόσταση από το δράμα της ζωής και του θανάτου. Δεν είχα αυταπάτες. Δάκρυα, λυγμοί, οδυρμοί: τίποτα δεν ωφελεί, κανένας δεν γλυτώνει. Εξ ορισμού τα νεκροταφεία είναι τόποι στοχασμού ή θα έπρεπε να είναι. Εκεί μέσα βλέπεις πως όλα καταλήγουν στο μηδέν, πως η ζωή μας παραμένει σύντομη και μάταιη, και πρέπει τουλάχιστον να βρούμε το θάρρος να το παραδεχτούμε και να θέσουμε στον εαυτό μας τα σωστά ερωτήματα.

Με εξαίρεση κάποιες παρεκτροπές του αδελφού μου, η κηδεία ήταν ήσυχη, υποδειγματική. Ακόμα και η μάνα μου ήταν ανεξήγητα συγκρατημένη. Μέσα στην εκκλησία το τελετουργικό είχε κυλήσει ομαλά, ελαφρώς αμήχανα. Πιο αμήχανες ήταν οι στιγμές όταν δίπλα στη μάνα μου περίμενα να μας συλλυπηθούν πρόσωπα γνωστά και άγνωστα. Με ασπάστηκαν άνθρωποι που έβλεπα για πρώτη φορά και δεν γνώριζα τι σχέση είχαν με τον πατέρα. Ο αδελφός μου δήλωνε σε όλους τις ευχαριστίες του για την παρουσία τους στην κηδεία. Τους κοίταζα σιωπηλός – έδειχναν πιο θλιμμένοι από μένα. Η υπόλοιπη διαδικασία μου φάνηκε πολύ σύντομη, βιαστική. Η ταχύτητα του νεκροθάφτη να κλείσει τον λάκκο ήταν εντυπωσιακή – απάνθρωπη η ζέστη, δεν ήταν για να κάθεσαι κάτω απ’ τον ήλιο.

Βγαίνοντας από το νεκροταφείο η μάνα μου εξακολουθούσε να είναι ανεξήγητα ήρεμη. Ο αδελφός μου, όμως, ήταν αναστατωμένος. Κάποιο θέμα τον είχε ενοχλήσει αλλά δεν είχα όρεξη για κουβέντες μαζί του. Στο δικό μου μυαλό στριφογύριζαν παλιά ερωτήματα, ξεχασμένα μέσα στην κραιπάλη και τον αυτοματισμό της καθημερινής συνήθειας. Πώς να μεταφράσεις σε μάθημα ζωής τη γνώση του θανάτου; Πώς να διαχειριστείς την αναμονή; Να ξεχνάς ή να θυμάσαι; Δεν είχα πρόχειρες απαντήσεις αλλά αυτά τα ερωτήματα άρχισαν να με απασχολούσαν για μια ακόμα φορά όπως με είχαν απασχολήσει κατά καιρούς στη διάρκεια της ζωής μου.

Ρίχνοντας επιλεκτικές ματιές σε όσα είχαν γίνει στην κηδεία συνειδητοποίησα την αιτία της αναστάτωσης του αδελφού μου: η προσέλευση συγγενών και γνωστών  ήταν μικρή, μικρότερη απ’ όση περιμέναμε. Ίσως ο καύσωνας να εξηγούσε ένα μέρος αυτού του γεγονότος – ή μπορεί να υπήρχαν και άλλοι λόγοι που αγνοούσαμε. Προσωπικά δεν με ενόχλησε, ούτε και από τη μάνα μου άκουσα κάποιο σχόλιο δυσαρέσκειας. Ο αδερφός μου όμως ήταν φανερά ενοχλημένος και ίσως γι’ αυτό λίγο αργότερα, στην αίθουσα όπου συγκεντρωθήκαμε για τον καφέ της παρηγοριάς, είχε μια αντιπαράθεση με κάποιον σχετικά με τον μικρό αριθμό ανθρώπων που είχαν έρθει για να πουν το τελευταίο αντίο στον πατέρα. Ακούστηκαν πράγματα περίεργα, αναφορές σε γεγονότα που αγνοούσα, αιχμές και υπόνοιες για το επαγγελματικό παρελθόν του πατέρα και την παρασκηνιακή του δράση στο δικαστικό σώμα. Για μένα δεν είχαν απολύτως καμία σημασία. Ο πατέρας είχε πεθάνει, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου παρέμενε άλυτο και μερικές δεκάδες άνθρωποι απολαμβάναμε τον καφέ κουβεντιάζοντας ήρεμα πότε για θέματα της επικαιρότητας και πότε για τον καιρό – τρεμούλιαζε η ατμόσφαιρα από την κάψα του Αυγούστου και οι ταφόπλακες έμοιαζαν να αχνοσαλεύουν. (περισσότερα…)

Παναγία η Δακρυρροούσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στην Όλγα Φωτακοπούλου

Είχε φτιάξει ένα εκκλησάκι στην Παναγία ο πατέρας του Παναγιώτη κι έβγαλε και τον γιο του με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Μα ο Παναγιώτης δεν έμοιασε του πατέρα του στην ευσέβεια και στον χαρακτήρα και πήρε την κάτω βόλτα. Κι όταν ο γέρος του πήγε να συναντήσει την συχωρεμένη την μάνα του, έμεινε ολομόναχος στην ζωή κι είπε να παντρευτεί μια κληρονόμα της γειτονιάς, θραψερή και μουρτζούφλω, για να τα βολέψει. Ξεπέταξε κι ένα κουτσούβελο κι είναι τώρα πατέρας κι ο ίδιος – να τον κάνει ο Θεός.

Τα λεφτά της γυναίκας του τέλειωσαν γρήγορα κι έβαλε χέρι και στα χωράφια. Τα σκότωσε κοψοχρονιά και τα ’φαγε στις πρέφες και στα μπαρμπούτια. Θέλησε να πουλήσει και το κονάκι, μα η μουρτζούφλω δεν το ’δινε. Δεν θα ’μενε και στον δρόμο για τον ακαμάτη τον άντρα της. Να πήγαινε να δουλέψει, όπως όλος ο κόσμος, αν ήθελε λεφτά – λες κι έκανε τίποτα αυτός όπως όλος ο κόσμος. Μόνο να πίνει και να καπνίζει ήξερε και ν’ απειλεί και να δέρνει εκεί που τον έπαιρνε.

Καθόντανε στον καφενέ με το τακίμι του και τα λέγανε:

«Κάτι πρέπει να γίνει, ρε Χρήστο! Δεν υπάρχει σάλιο, σου λέω!»

«Το σπίτι; Δεν πουλιέται το σπίτι;»

«Και να την σφάξω στο γόνατο, δεν το δίνει!»

«Υποθήκη το βάνει; Να κάμουμε καμιά δουλειά…»

«Ούτε ν’ ακούσει!»

«Ε, τότε…»

«Ε, τότε βράστα!»

Μουγκάθηκαν οι κολλητοί. Κατέβασαν το ούζο δίχως να τσουγκρίσουν τα ποτήρια –σαν σε πένθος– και μοιράστηκαν το τελευταίο τσιγάρο, όπως πριν την εκτέλεση. Οι καπνοί τούς τύλιξαν ολόκληρους. Κι έμοιαζαν με μπατίρηδες άγιους που έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί δεν τους πήγαινε τάματα κανείς.

Ξάφνου ο Παναγιώτης τινάχτηκε πάνω.

«Ρε, συ, το βρήκα! Το βρήκα, ρε μάγκα!»

Ο άλλος τον κοίταξε ανόρεχτα. Από ιδέες έπασχαν τώρα ή από μπαγιόκο – απ’ τον καταραμένο τον παρά;

Ο Παναγιώτης έσυρε την καρέκλα του κοντά στον Χρήστο, όπως ο κατάδικος την αλυσίδα του.

«Μιλάμε για χοντρό κονόμι, λεφτά με την σέσουλα! Ξεκούραστα, ούτε το δαχτυλάκι μας δεν θα κουνήσουμε…»

«Δηλαδή τι θα κάνουμε, να πούμε;»

«Τίποτα σου λέω, τίποτα!» (περισσότερα…)

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)

Λαγοκέφαλοι Π.Ο.Π.

*

του ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΚΑ

~.~

Όπως όλοι, έτσι κι εγώ, είπα φέτος να ακολουθήσω την παράδοση. Ως Έλληνας οικονομικός μετανάστης σε ευρωπαϊκή χώρα, να πάρω τον ένα μήνα άδειας που μου αναλογεί και να τον περάσω αραχτός στη Χαλκιδική. Ένα μήνα ξεκούρασης μετά από τη σκληρή δουλειά στη φάμπρικα, μπροστά στην κορδέλα, τον δικαιούμαι και δεν σηκώνω αντίρρηση! Μάζεψα τα μπογαλάκια μου, καβάλησα το Airbus της Lufthansa –όσο υπήρχαν ακόμη καύσιμα για τέτοιες πολυτέλειες– και δύο ωρίτσες μετά, τσουπ, βρέθηκα στη Σαλονίκη. Από εκεί σε άλλες δυο, με το σαραβαλάκι που νοίκιασα, ήμουν έξω από το Airbnb.

Το έκλεισα σε πολύ καλή τιμή – για τα δικά μου δεδομένα ήταν σχεδόν ευκαιρία· άλλωστε ο μισθός μου στη Γερμανία κόντευε τις τρεις χιλιάδες ευρώ. Οι συμπατριώτες μου, όπως μάθαινα από τα ελληνικά ΜΜΕ, φέτος θα έκαναν ο ένας στους δύο διακοπές.

Ήταν μια μονοκατοικία, γύρω στα εκατόν είκοσι τετραγωνικά – όπως ακριβώς την περιέγραφε ο γνωστός διαδικτυακός τόπος ενοικίασης καταλυμάτων. Δέσποζε στο κέντρο μιας πολύ περιποιημένης αυλής, με το καλοκουρεμένο γκαζόν της και τις ανθισμένες τριανταφυλλιές περιμετρικά. Στην πιο μακρινή γωνιά του οικοπέδου, στέκονταν μια πλατανομουριά και μια συκιά. Σε όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, το μόνο παράταιρο, ήταν το αντίσκηνο που ήταν στημένο στη σκιά της μουριάς.

Πίσω από τη σιδερένια αυλόπορτα, με υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο, ο ιδιοκτήτης. Άρπαξε τη μία από τις βαλίτσες που κρατούσα και με καλωσόρισε σε άπταιστα γερμανικά. «Herzlich willkommen! Hatten Sie eine gute Anreise?» Είχε ζήσει και αυτός στη Γερμανία, τη δεκαετία του ’70, όπως με πληροφόρησε. Στα δέκα λεπτά που χρειάστηκε για να με ξεναγήσει στο σπίτι, μου διηγήθηκε, εν περιλήψει, την ιστορία της ζωής του. Gastarbeiter σε μπυραρίες, επιστροφή στην Ελλάδα, ιδιοκτήτης ταβέρνας, κρίση, χρέη και τελικά το σπίτι να μετατρέπεται σε Airbnb, με αυτόν και τη σύζυγο να μετακομίζουν στην άκρη της αυλής.

«Ουφ! Μου έκανες την καρδιά περιβόλι!», αναστέναξα δυνατά και κοίταξα από το μισάνοιχτο παράθυρο αν είχε απομακρυνθεί αρκετά. Την ιστορία την είχα ακούσει πολλές φορές από τους γονείς μου, συγγενείς και φίλους. Μόνον οι ήρωες και η σκηνοθεσία άλλαζαν. Αυτό τον μήνα των διακοπών είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην εμπλακώ σε άχαρες συζητήσεις. Όσο ο κυρ Ηλίας εξιστορούσε το δράμα του, κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου, δίχως να βγάλω άχνα.

Πέταξα πάνω στο κρεβάτι τη μεγάλη, δερμάτινη, καφετιά βαλίτσα, εκείνη που μου είχε κληροδοτήσει ο πατέρας – δεν τη χρειάστηκε στο τελευταίο του ταξίδι από τη Γερμανία. Την άνοιξα και βούτηξα τα χέρια μου ανάμεσα στα καλοσιδερωμένα μακό μπλουζάκια, ψάχνοντας να βρω το μαγιό. Το φόρεσα και έτρεξα ξυπόλυτος προς την παραλία, με την πετσέτα περασμένη στον λαιμό, στο ένα χέρι το κινητό και στο άλλο το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Από το βάθος του κήπου ακούστηκε η φωνή του Ηλία: «Προσοχή στους λαγοκέφαλους!». Ύψωσα το χέρι και το τίναξα κάνα δυο φορές στον αέρα δίχως να γυρίσω το κεφάλι. Σε λίγο βρισκόμουν στην ξαπλώστρα, κάτω από τη διαφημιστική ομπρέλα πασίγνωστης εταιρείας αναψυκτικών. Ένα πλαστικό ταμπελάκι με νάιλον κορδόνι, κρεμασμένο στη μέση του κορμού της, με πληροφορούσε πως η τιμή για ομπρέλα και ξαπλώστρα ήταν στα είκοσι ευρώ, με την ελάχιστη κατανάλωση να φτάνει υποχρεωτικά στα ογδόντα ευρώ. (περισσότερα…)

Γράμματα στην Αννούλα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το στρατόπεδο 286 Τ.Π. στην Λήμνο είναι μια σφηκοφωλιά χτισμένη σε τρία επίπεδα, στα πόδια ενός φαλακρού λόφου, σφηνωμένου σαν προϊστορικό κρανίο στην μέση του πουθενά – ένα σύνολο από κτήρια και σκάλες και βουβές σκοπιές, καρφωμένες στο χώμα σαν κακοφτιαγμένα εικονίσματα. Όλα είναι απλά και πρόχειρα, λες και τα ’στησε για παιχνίδι ένα παιδί κι όπου να ’ναι θα τα χαλάσει. Οι τοίχοι έχουν το χρώμα της ξεβαμμένης άμμου, και η γκρίζα τσιμεντένια του όψη μοιάζει μέσα στο ξερό τοπίο σαν χταπόδι κρεμασμένο στην ταβέρνα του ήλιου, που πέφτει πάνω του δίχως έλεος και το τσουρουφλίζει. Λίγα διάσπαρτα αγκάθια –λιλιπούτειες ξιφολόγχες του άνυδρου– και μυτερά χαλίκια σαν σπασμένα δόντια. Ο αέρας επελαύνει ορμητικός απ’ το πέλαγος, τρυπώνει στα ρουθούνια, κολλάει στον ιδρώτα και τρίβεται πάνω στο δέρμα των φαντάρων σαν αόρατο γυαλόχαρτο. Αφιλόξενο τοπίο, που σε κάνει να νιώθεις πως το μέρος δεν είναι φτιαγμένο για να ζεις, αλλά για ν’ αντέχεις.

Η θάλασσα στραφταλίζει από μακριά σαν ανάμνηση ενός άλλου κόσμου. Τότε το στρατόπεδο μοιάζει με καράβι που σέρνει αλυσίδες στην στεριά: τα κτήρια γίνονται κατάρτια, οι δρόμοι γραμμές στο κατάστρωμα, κι ο χρόνος πετρώνει, σαν να τον έλουσαν με τσιμέντο και τον άφησαν να στεγνώσει.

Στα δρομάκια, ανάμεσα απ’ τα κτήρια, οι στρατιώτες περπατούν γρήγορα, λες και πηγαίνουν να παραλάβουν το απολυτήριο. Οι φωνές τους είναι κοφτές κι οι συζητήσεις σύντομες. Μερικές φορές ακούγεται η σφυρίχτρα κάποιου λοχία ή το βήμα ενός περιπόλου κι η αναγνώριση ενός σκοπού. Το βράδυ, όταν ανάβουν τα φώτα, οι σκιές μεγαλώνουν, το στρατόπεδο γίνεται απόκοσμο, κι η σιωπή έχει το βάρος της χαμένης ελευθερίας.

Κι όμως, μικρές γωνιές ζωής τρυφερεύουν την αυστηρότητα του τοπίου: ένα παγκάκι όπου κάποιοι καπνίζουν, ένας τοίχος που φιλοξενεί ένα όνομα γραμμένο με κιμωλία, το ΚΨΜ που μοσχοβολάει καφέ και σουβλάκι, κι ένα γέλιο που ακούγεται ξαφνικά, σαν να δραπέτευσε από μια φωτογραφία του έξω κόσμου που κοιμάται στο πορτοφόλι ενός φαντάρου. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα και στις σκοπιές και στις λίγες ώρες της ανάπαυλας, γεννιούνται φιλίες, μικρές εξεγέρσεις και ανείπωτα μυστικά.

Στην Λήμνο ο αέρας κόβει σαν λεπίδι, (περισσότερα…)

Η τάτσα και η σπουρτόλοη

*

Η τάτσα

«Εν τάτσα, κυρία, τούντο πράμαν μες στο κείμενον». Εθώρουν τον τζ̆ι έν επίστευκα στ’ αφκιά μου. «Εν πελλάρες τούντα πράματα που μας λαλείτε. Τζ̆αι τούντο σημαδούιν εν τάτσα, όπως τζ̆αι πολλά άλλα. Άμαν στάξει το παγωτόν πά’ στο παντελόνιν σου, τατσώννει σού το∙ άμαν παουρίζει ο τζ̆ύρης σου ούλλη μέρα τζ̆αι φκαίννεις να παίξεις με τους φίλους σου μες στον δρόμον τζ̆ι ακούουν ούλλοι τες παουρκές του, γίνεσαι η τάτσα της γειτονιάς∙ που επήα στο χωρκόν μας στα κατεχόμενα, εθώρουν τάτσες παντού: πά’ στα σπίθκια τζ̆αι τες εκκλησ̆ιές που τες σ̆σ̆ιπεθκιές τζ̆αι τες πόμπες∙ τούτη η κρεατοελιά που ’χω πά’ στην μούττην μου εν που γεννησιμιού μου –άδε τάτσαν πά’ στην φάτσαν μου!– τζ̆αι καμιά κορούα έν με θέλει∙ που επήεν τζ̆ι επαντρεύτην ο παππούς μου τζ̆είνην την Φιλιππινέζαν, ετάτσωσεν το σόιν μας. Τωρά εκατάλαβες, κυρία; Όι άνω τελεία∙ τάτσα».


τάτσα, η: λεκές∙ στίγμα
παουρίζω: ουρλιάζω
σ̆σ̆ιπεθκιά, η: πυροβολισμός

(περισσότερα…)

Στη διαπασών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Από παιδί είχε μανία με την ησυχία. Μωρέ και τρίχα να ’πεφτε στο πάτωμα θα την άκουγε. Μια νύχτα μάτι δεν έκλεισε, γιατί δεν τον άφηνε η καρδιά του που χτυπούσε! Οι ωτασπίδες πρώτα στο πορτοφόλι, τα προφυλακτικά μετά. Κι απορούσαν οι πάντες, έτσι που τον τρέλαιναν οι θόρυβοι, πώς ζουρλαίνονταν για το κυνήγι. «Μπαμ» και «μπουμ» όλη μέρα δεν του σπάνε τα τύμπανα; Δεν του τσιτώνουν τα νεύρα;

Εκείνη την Κυριακή είχαν γλέντι στον περιφερειακό. Οι γύφτοι πάλι έκαιγαν το πελεκούδι. Ξεκίναγαν απ’ το γιόμα και το τράβαγαν ως το συρίπωμα. Πήγαινε το σκυλοκλάρινο σύγνεφο. Η ένταση στην διαπασών. Τα ντεσιμπέλ στο κόκκινο.

Δυο χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του το νταβαντούρι, αλλά ήταν σαν να βάραγαν τα κλαπατσίμπαλα στ’ αυτιά του. Συνήθως έλειπε στο κυνήγι, και γυρνούσε όσο αργότερα μπορούσε για να γλυτώσει το ντίρι-ντίρι. Σήμερα, όμως, είχε ένα πόνο στην μέση από κάτι ξύλα που έκοψε χτες, και δεν πήγε να κόψει την ανάσα από καμιά κύκλα.

Προσπάθησε να το αντιμετωπίσει με ψυχραιμία. Κλειδαμπαρώθηκε μέσα. Διπλά τζάμια, τρίδιπλα στην κάμαρή του, αλλά πάπαλα! Το στρίγκλισμα των κλαρίνων κοντά. Τόσο κοντά, που νόμιζε πως αν κλείσει τα μάτια θα χόρευαν οι γυφτοπούλες τσιφτετέλι στα βλέφαρά του. Δοκίμασε τις ωτασπίδες. Λίγο καλύτερα, όμως το «ντάπα-ντούπα» εξακολουθούσε, υπόκωφο, ύπουλο, σαλιάρικο, σαν φίδι που έρπει στους κοχλίες των αυτιών του. (περισσότερα…)

Ακροβατώντας στο μεταίχμιο του λόγου και των πραγμάτων

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μαρίας Α. Ιωάννου,
Οι Ενδιάμεσοι,
Νεφέλη, 2022

Στο διήγημα της Μαρίας Α. Ιωάννου «Κλικ» (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, Γαβριηλίδης 2011) ο «Πάκμαν» κάνει τις λέξεις «σχεδόν ποτέ» κομμάτια και τις καταπίνει. Ο αφηγητής στρέφει τις λέξεις πάνω στο χαλί (του Χένρυ Τζαίημς, υπονοουμένως και προφανώς)· δηλαδή τις επιστρέφει «από εκεί που ήρθαν» και, κατά την κυπριακή σημασία του «στρέφω», τις κάνει εμετό. Σε αυτή τη διακεκριμένη (και εξαντλημένη, δυστυχώς, μετά από τη γνωστή πολτοποίηση των εκδόσεων του οίκου Γαβριηλίδης) πρώτη συλλογή διηγημάτων της, η Ιωάννου έχει ως μότο τον Μπόρις Παστερνάκ: «Να ανακαλύπτεις ασυνήθιστα πράγματα σε συνηθισμένους ανθρώπους και με συνηθισμένες λέξεις να γράφεις γι’ αυτούς ασυνήθιστα πράγματα». Πράγματι, στη γραφή της Ιωάννου απαρατήρητα αντικείμενα παίρνουν σάρκα και οστά. Αυτή η αισθητική συνεχίζεται με συνέπεια και στο Καζάνι (Νεφέλη, 2015), αλλά και στους Ενδιάμεσους (Νεφέλη, 2022): λάμπες, πάσσαλοι, τοστιέρες πρωταγωνιστούν και αφηγούνται τη δική τους οπτική του κόσμου, ο οποίος, εν τέλει, δεν είναι λιγότερο πραγματικός από τον πραγματικό κόσμο. Στο «MODEL D234578» μια φωτοτυπική μηχανή αισθάνεται, εκπλήττεται, έχει ενοχές: «μόλις έλιωσε το κεφάλι του πάνω μου – υγρά χύθηκαν στο πουκάμισο – στη γραβάτα – μάλλον είναι αναίσθητος στο πάτωμα – βοήθεια – εγώ φταίω – χρειάζομαι προθέρμανση – δεν μπορώ να λειτουργήσω με την πρώτη – παλιό μοντέλο – τα προκαταρκτικά είναι απαραίτητα – και τα ήθελε έγχρωμα – μα ήμουν κλειστή για ώρα – θέλω τον χρόνο μου – θέλω χρόνο – το κεφάλι του – το έλιωσε – πάνω μου – έτσι – ξαφνικά – υγρά παντού – ανθρωπίλα παντού – τη μυρίζω – χειρότερη κι από μελάνι».[1] (περισσότερα…)

Ο θρύλος του τρελού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Με τους ψυχικά απόκληρους τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχες τροπές καμιά φορά. Για να νιώσει κανείς έναν τέτοιο, θα πρέπει να έρθει πολύ κοντά του και να αφουγκραστεί εκείνη τη ρωγμή ή μάλλον όχι τόσο τη ρωγμή, όσο τη στιγμή που αυτή η ρωγμή κατάφερε να σπάσει τον φλοιό του εγκεφάλου του και να χύσει τους νευρικούς νευρώνες του έξω.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό της Δυτικής Ελλάδος στα είκοσι μου χρόνια, ένα καλοκαίρι οπωσδήποτε θανατερό για την πρωτεύουσα, βρέθηκα να απολαμβάνω την ησυχία που μου παρείχε τούτο το απόμερο μέρος. Βλέπετε η ζωή, λειτουργώντας με μυστήριους τρόπους καμιά φορά, δημιουργεί μια περίεργη φούσκα, για λίγο μόνο καιρό, όσο να δημιουργήσει συνθήκες κατάλληλες για την μετέπειτα πορεία του καθενός.

Σ’ εκείνο το χωριό λοιπόν, που ουδέποτε είχα ψάξει να το βρω μέσα στα σχολικά βιβλία της Γεωγραφίας έμαθα μια ιστορία που λίγο πολύ θα σας τη διηγηθώ  όπως πάνω κάτω μου την είπε εκείνος. Δεν σκοπεύω να χρησιμοποιήσω λογοτεχνικές πινελιές για να την χρωματίσω ή να την ωραιοποιήσω, διότι φαντάζομαι, χωρίς να το ξέρω με βεβαιότητα, πως ούτε και σ’  εκείνον θα άρεσε να πειράξω το παραμικρό. (περισσότερα…)

Νάγια Οικονομοπούλου, Ο μάγος

*

O ΜΑΓΟΣ

Ο μάγος πέρασε κι απ’ την δική μας γειτονιά. Μαζωχτήκαν οι γυναίκες γύρω του σαν το μελίσσι. Μυρμηγκιά μαυροφορούσα, πρόσφυγες από την Μικρασία όλες, απ’ τα χωριά τής Προύσας εμείς.

Στάθηκε κείνος ανάμεσα στις γυναίκες, τις κοίταξε καλά-καλά, αναμετρήθηκε με τις συφορές τους, ζύγισε τα μάτια τους, τα φρύδια τους, που βάραιναν απ’ τις ρυτίδες τους στο μέτωπο.

Οι γριές οι μαντιλοδεμένες σκέπασαν το στόμα τους με την άκρια του τσεμπεριού που πέρσευε από το δέσιμο το χαλαρό κάτ’ από το σαγόνι.

Μια-δυο, πιο νέες, ήρθανε με τα χέρια τους βρεμένα, με τις ποδιές τους μουσκεμένες απ’ τα νερά τής σκάφης.

Η μάνα μου πήγ’ από τις πρώτες, τάχα να κοροϊδέψει, μα ήτανε τα μέσα της σφιγμένα, μπερδεμένα.

Οι γυναίκες άρχισαν σιγά-σιγά να στενεύουν γύρω του τον κύκλο. Τράβηξαν τα παιδιά τους πίσω, τα  ’διωξαν πέρα, να παν να παίξουν, τα ’σπρωχναν άγρια σαν να ‘ταν ξένα. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας. (περισσότερα…)