ΝΠ | Δοκίμια

Η συγγραφική πατρίδα του Ηλία Βενέζη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

«Τα Κιμιντένια, χαμηλά απ’ την Πέργαμο,
μοιάζουν σαν ένα πελώριο καράβι που στοίχειωσε
και καρφώθηκε μες στο Αιγαίο και περιμένει
το χέρι που θα του δώση ενέργεια να κινηθή,
ψυχή να υπάρξη».
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, «Γκαν», Αρχιπέλαγος

Πώς γεννιούνται τα πλάσματα της δημιουργικής φαντασίας; Νά ένα ερώτημα που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Ο Τόπος, η Περίσταση και το Αίμα (για να θυμηθούμε κάπως τον Ιππόλυτο Ταιν) δεν θα πάψουν, βέβαια, να τροφοδοτούν την ειδική εκείνη ροπή που κάνει τον άνθρωπο συγγραφέα. Ισχυρίζομαι ωστόσο ότι ο Τόπος είναι αυτός που θα καθορίσει το ύφος και παρόμοιες εμπειρίες, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα πλήθος επιλογών, δεν χρωματίζονται απλώς στον ορίζοντα του περιβάλλοντος (και ιδιαίτερα της άδικης απώλειάς του) αλλά υποβάλλουν και τον τρόπο που αδαείς και στεγνοί εύκολα θα χαρακτηρίσουν «επικό», «λυρικό» και άλλα κριτικά παρόμοια, αγνοώντας πως αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που διασφαλίζει εν τέλει την αλήθεια των υπαρκτών συγγραφικών πλασμάτων.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Αιολίδας (αντίκρυ στη Λέσβο), στον δρόμο που οδηγεί από το Αϊβαλί προς την Πέργαμο και το Μπαλίκεσιρ, υψώνονται τα Κιμιντένια, μέρος της ορεινής αλυσίδας του Μαντρά νταγ, όπως η Ιστορία θέλησε να ονομάζεται σήμερα ο αρχαίος Πίνδασος. Αν τα Κιμιντένια είναι ο τόπος που ίσως καθόρισε τη φυσική του σώματος και τη μεταφυσική του πνεύματος ενός συγγραφέα, πράξη ευγνωμοσύνης στάθηκε το αντιχάρισμα αυτού του συγγραφέα που παρέδωσε στη μνήμη των επιγενομένων το όνομα ενός τόπου τον οποίο η ματαιότητα των ήχων και η αδιαφορία των ανθρώπων απειλούσε να αφανίσει, όπως τόσα και τόσα άλλα. Ο λόγος για τον Ηλία Βενέζη, τον πιο χαμηλόφωνο μα και πιο ηρωικό –επιτρέψτε μου να πιστεύω– της αιολικής άνοιξης. Αυτόν που έγραψε και αθανάτισε την Αιολική Γη.

Στη μικρασιατική τριλογία του Ηλία Βενέζη (όπως συνήθως αποκαλείται το μυθιστορηματικό του τρίπτυχο: Το νούμερο 31328, Γαλήνη και Αιολική Γη), το τρίτο, το βιβλίο της νοσταλγίας, έρχεται μετά την εξιστόρηση της τραγικής αιχμαλωσίας και της δραματικής προσφυγικής εγκατάστασης που περιγράφονται, αντίστοιχα, στα δύο πρώτα. Ο Ηλίας Μέλλος (που δεκαοκτάχρονος σύρθηκε από το Αϊβαλί στις πορείες θανάτου και είχε την τύχη να είναι ένας από τους μόλις 23 που επιβίωσαν από μιαν αποστολή 8.000 ανδρών), μετά το χρονικό της τραγωδίας αλλά και τα πρώτα του διηγήματα με την πίκρα της μνήμης της Ανατολής, θα νιώσει πως ήρθε η ώρα για την ανάμνηση των γλυκών ημερών της Αιολίδας, τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Μια ονειρική διαφυγή και ανάγκη να θυμηθεί πως υπήρξαν και αισθήματα καλοσύνης και γενναιότητας στη γη; Ναι. Αλλά χωρίς να ξεχνάμε πως η πίκρα της απώλειας δεν παύει να διαπερνά, ρητά ή άρρητα, αυτή τη «γλυκιά» αναδρομή που καθόλου γλυκιά άλλωστε δεν την θεωρούσε ο ίδιος: «θα είναι ένα βιβλίο πικρό», εξομολογήθηκε τις μέρες που το έγραφε στον Άγγελο Τερζάκη. Μήπως δεν περιέχει άλγος και μόνον ως έννοια η νοσταλγία; Και μπορεί κανείς να παραβλέψει πως η έκδοση της Αιολικής Γης, τον Δεκέμβρη του 1943, θα βρει τον Βενέζη στα κελιά των μελλοθανάτων των φυλακών Αβέρωφ, εμπειρία που τόσο συγκλονιστικά περιέγραψε σε ένα άλλο βιβλίο του, στο Μπλοκ C;

Η Αιολική Γη έχει χαρακτηριστεί ως σύνθεση από παιδικές αναμνήσεις και ως αγροτικό ελεγείο. Ακριβέστερη είναι νομίζω η διατύπωση του Λώρενς Ντάρρελλ: «ένα ποιητικό σχόλιο για τη ζωή, τέτοια που ήταν άλλοτε στα Κιμιντένια πριν γίνει η έξωση απ’ τον Παράδεισο». Το μυθιστόρημα αυτό, «με τον επιδέξιο συγκερασμό καταστάσεων και διαθέσεων, δημιουργεί μιαν άλλη Εδέμ από τη χαμένη Ανατολή». Αν στην Εδέμ δεν υπήρχε χρόνος, αλλά μόνο μια ευλογημένη ατέλειωτη διάρκεια ευτυχίας, η εδεμική ατμόσφαιρα της Αιολίδας βγαίνει από την αναδημιουργία ενός τρόπου ζωής που έχει χαθεί, από τη λογοτεχνική διάσωση μιας κληρονομιάς που έχει αρπαχθεί. Στην ατμόσφαιρα αυτή κυριαρχεί μια λέξη, ένας τόπος: τα Κιμιντένια. (περισσότερα…)

«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana: (περισσότερα…)

«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον θάνατο και τον ίσκιο του έχουν γραφτεί πάμπολλα. Για την ακρίβεια –από μια σκοπιά τουλάχιστον– όλα όσα έχουν γραφτεί, για εκείνον μιλούν. «Φιλοσοφία μελέτη θανάτου», που έλεγε και ο Πλάτων.

Για την αθανασία, αντίθετα, δεν έχει γραφτεί τίποτε σχεδόν που να γνώρισε αξιόλογη διάδοση. Πώς πρέπει αλήθεια να την εννοήσουμε; Ως άρση απόλυτη του χρόνου ή μήπως ως ατέρμονη χρονικότητα; Ως πλήρωση υποστασιακή, όπως το επαγγέλλονται οι μεσσιανικές θρησκείες, ή ως διηνεκές μαρτύριο, όπως η σύλληψη της Ewige Wiederkehr του Νίτσε αφήνει να διαφανεί, αιώνια ανακύκληση του όμοιου και του αυτού;

Οι σύγχρονοι κοσμολόγοι μοιάζει να θεμελιώνουν και επιστημονικά την νιτσεϊκή προϊδέαση. Αν ο χρόνος (και ο χώρος) είναι άπειρος, μας βεβαιώνουν, δεν είναι απλώς ενδεχόμενο, είναι εντελώς βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα, όχι μόνο θα συμβούν τα πάντα, αλλά θα επαναληφθούν και άπειρες φορές με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Με τα λόγια του ερημίτη του Sils Maria:

«Σκέψου μια μέρα ή μια νύχτα ένας δαίμονας να τρύπωνε στην μοναξιά σου την πιο μοναχική και να σου ’λεγε: “Αυτή τη ζωή, όπως τη ζεις τώρα δα και την έζησες, θα τη ζήσεις και θα την ξαναζήσεις αμέτρητες ακόμη φορές· και τίποτε δεν θα ’ναι καινούργιο σ’ αυτήν, αλλά κάθε πόνος και κάθε ηδονή και κάθε ιδέα και στεναγμός και κάθε τι ανείπωτα μικρό και μεγάλο της ζωής σου όλα τους θά ‘ρθουν ξανά να σε βρουν, κι όλα τους με την ίδια σειρά και με την ίδια τάξη.”»

Με τον ίδιο τρόπο σκεφτόταν και η Έμιλυ Ντίκινσον την ίδια πάνω κάτω εποχή:

«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει…»

Στις μέρες μας, εντελώς νιτσεϊκή (και ντικινσόνια) ήταν η ταινία Η Μέρα της Μαρμότας. Ο Φιλ Κόννορς, ο ήρωας του φιλοσοφικότατου αυτού φίλμ, ζει και ξαναζεί αενάως την ίδια ακριβώς ημέρα, την 2α Φεβρουαρίου, στο ίδιο μέρος, το Punxsutawney της Πενσυλβάνιας, με τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους να ξανακάνουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, να λένε τα ίδια ακριβώς λόγια, στην ίδια απαράλακτη σειρά. Ακόμη και η απόφασή του να αυτοκτονήσει δεν αλλάζει τη μοίρα του: όσες φορές και αν το κάνει, και το κάνει επανειλημμένα και με όλο τον ζήλο που του εμπνέει η απόγνωση, και πάλι την επομένη, που είναι και πάλι η ίδια 2α Φεβρουαρίου, θα ξυπνήσει την ίδια ώρα, στο ίδιο ξενοδοχείο, με το ίδιο ξυπνητήρι να του ξαναπαίζει το ίδιο τραγούδι: «I Got You Babe».

Μήπως είναι αυτή τελικά η εγγύτερη περιγραφή που διαθέτουμε του Παραδείσου; Δεν είναι η αέναη αδιατάρακτη άφευκτη επανάληψη, ακόμη κι όταν απουσιάζει η μεγάλη οδύνη, η πιο φρικτή παιδωμή; Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είχε το θάρρος να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο για το Πουργατόριο της Θείας Κωμωδίας, τα ίδια όμως δεν λέγονται πάνω κάτω από δεινούς κριτικούς και για τον Paradiso, το τρίτο μέρος του έπους του περιώνυμου Φλωρεντίνου; «Θα προετίμων να πίω καλύτερα» γράφει ο Λευκάδιος, «δεν ηξεύρω ποίον αηδέστατον φάρμακον, παρά να καταδικασθώ είς την ανάγνωσίν του…»

Απ’ αυτή τη σκοπιά, κάθε επαναφορά, κάθε επανάληψη της όποιας κατάστασης, κάθε πάγωμα του χρόνου, είναι ένα υπαρξιακό βασανιστήριο. Τι έχουν να προσφέρουν στον δεσμώτη της Εδέμ ακόμη και τα πιο έκπαγλα ουρί, τι είναι η visio beatifica ή η καθ’ ημάς θέωσις εμπρός στην ωκεάνια ανία της αιωνιότητος. Τι ωφελεί να ζει κανείς εν τόπω χλοερώ, ένθα πάσα λύπη απέδρα, σε αδιάλειπτη αγάπη προς τον Θεό, απαλλαγμένος από ανταγωνισμό, φθόνο ή σύγκρουση; Ο πρώτος ψυχολογικός νόμος της μακαριότητος, το ελιξήριο κάθε ευδαιμονίας, είναι η κίνηση, όχι η στάση, η μεταβολή, όχι η καθήλωση. Όπως ακριβώς η απόλυτη δυστυχία, η τέλεια ευτυχία, για πολύ, δεν αντέχεται.

«Ἐποίησά μοι κήπους καὶ παραδείσους καὶ ἐφύτευσα ἐν αὐτοῖς ξύλον πᾶν καρποῦ», γράφει ο Εκκλησιαστής. «Καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος…»

*

*

*

Γιώργος Θεμέλης, 50 χρόνια από την κοίμησή του

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Δεν είναι λίγοι οι σημαντικοί δημιουργοί που, γεννημένοι στον ομιχλώδη βορρά, ζήτησαν στο φως του νότου τη διαφυγή από τον κλειστό τρόπο ύπαρξης. Κάποιοι άλλοι ωστόσο, ερχόμενοι από την Ιωνία και το Αιγαίο, όπως ο γεννημένος στη Σάμο Γιώργος Θέμελης, αναζήτησαν και εν τέλει βρήκαν στο ημίφως της Θεσσαλονίκης και στο κλίμα ενός τενάγους, τη μυστική δίοδο προς την ερμηνεία της φθοράς που μοιάζει ανέκκλητη. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γιώργος Θέμελης, πέρα από ρεύματα, ομάδες και κριτικές παραναγνώσεις, παραμένει ποιητής από τους πιο σύγχρονους, κομιστής της ίδιας εξουθενωτικής για τον άνθρωπο των καιρών μας μαρτυρίας και συγχρόνως πολύτιμος αγωγός φωτός. Μας μεταφέρει, όπως κανείς άλλος, νομίζω, από τον ποιητικό κανόνα της συμπρωτεύουσας, χωρίς αυταπάτες, στον χώρο της οντολογικής ένδειας, εκεί όπου σμίγουν και καταλήγουν όχι μόνον η ποίηση, αλλά και η θρησκευτική παράδοση, ακόμη και η φιλοσοφική διάθεση, όταν δεν απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα της υπόστασης.

Ενθυμούμενοι σήμερα έναν ποιητή που με την υπαρκτική του αγωνία και τη λυρική έκφραση όλων των προβλημάτων του μεταπολεμικού κόσμου μάς έδωσε μια ποίηση βάθους, μέσω στοχαστικών προσαρμογών αλλά και διά μέσου επώδυνων παρατηρήσεων για τον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου –ποιητή που συνέθεσε μεταφυσική και φύση του σώματος, με πειθαρχημένο σπαραγμό και το χρώμα μιας βαθιάς νοσταλγίας όχι για έναν κόσμο οριστικά έκπτωτο, αλλά για ένα λυτρωτικό μέλλον– έχει κανείς ένα απτό υπόδειγμα πώς μπορεί, χωρίς ν’ αποκοπεί από τη λυρική θέαση του κόσμου, να εξυψώνει τον βίο του, όπως εκείνος, με τη διαρκή μνήμη του θανάτου αλλά και ασάλευτη πίστη στην αδιαίρετη ενότητα σώματος και ψυχής.

Ήταν το 1930 όταν ο τριαντάχρονος φιλόλογος Γιώργος Θέμελης πήρε την καθοριστική για τη ζωή του απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, εκκινώντας μια εκπαιδευτική διαδρομή που θα αποδειχθεί λαμπρή: Δεύτερο Γυμνάσιο, Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη. Μέλος του κύκλου του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες, ο Θέμελης δίνει το υψηλό μέτρο των κριτικών του προσόντων ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τα πρώτα του μελετήματα για τη Διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, για τα Μακεδονικά επιγράμματα και για τη Νεοελληνική μυθολογία. Κάποια πρώτα του ποιήματα (που επέλεξε τελικά να παραμείνουν αθησαύριστα) αλλά και διηγήματα, δημοσιεύονται πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο αλλά η στιγμή της ποιητικής του γέννησης δεν έχει έρθει ακόμη. Θα χρειαστεί η κατοχική τραγωδία αλλά και, νωρίτερα, μια βαριά προσωπική δοκιμασία. Το 1938 ο Γιώργος Θέμελης χάνει τη σύζυγό του, την Ικαριώτισσα Λεμονιά Ανταράκη, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Ελένη (σύζυγο του Γιώργου Κιτσόπουλου), την Αικατερίνη και τη Γεωργία και δύο γιους, εξίσου διακεκριμένους: τον μουσικολόγο Δημήτριο και τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγική επίπτωση του γεγονότος αυτής της απώλειας σε ένα νέο άνθρωπο ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας που λάτρευε τη γυναίκα του. Ο θάνατός της θα λάβει συμβολική σημασία, σε συνδυασμό δε με το πολλαπλό ελληνικό δράμα της δεκαετίας του 1940, θα σφραγίσουν την προσωπικότητά του με το αίσθημα της φθοράς, της αποξένωσης και της εξορίας. Έτσι η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με τη συλλογή Γυμνό παράθυρο το 1945 (που θα τον κατατάξει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι στη γενιά του Τριάντα, τη γενιά των ομηλίκων του, όπως ο γεννημένος επίσης το 1900 Γ. Σεφέρης), έχει εξαρχής τον αβρό ελεγειακό τόνο από τον οποίο θα διέπεται το συνολικό έργο του, την πικρή γεύση του ανεπανόρθωτου.

Από το πρώτο του εκείνο βιβλίο ο Θέμελης έδειξε πως κομίζει μια λιτή εκφραστικά αλλά μεστή από άποψη ουσίας ποίηση. Ανανεωτικός και πρωτοποριακός, πείθει με τον άψογο αισθητικό χειρισμό της εσωτερικής του δοκιμασίας και οδηγεί τον αναγνώστη με τελετουργικό βάδισμα στους κόσμους του καθαρτηρίου του, για να κοινωνήσει στα καθέκαστα του σιωπηλού μαρτυρίου, χωρίς ρεαλιστικές εκπτώσεις. Το σκηνικό ζοφερό: «το πεθαμένο σπίτι» που «σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές,/ [κι] εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες/ [ένα] παράθυρο [που] γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα». Θα ’θελε να φύγει, να πάει να κατοικήσει κοντά στην πατρική θάλασσα, αλλά μένει, πρέπει να μείνει και ν’ αγωνιστεί «να βρει τη σκιά του», «ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο» και από αναμνήσεις χαράς:

Ψάχνω να βρω σημάδια
Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά. (περισσότερα…)

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Πόσα βιβλία χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἐρώτημα παραλλάσσει βέβαια τὸν τίτλο τοῦ περίφημου διηγήματος τοῦ Τολστόι «Πόση γῆ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;» Σ’ αὐτὸ ὁ ἥρωας, ἕνας ἄπληστος γαιοκτήμονας, βρίσκει ὄντως τελικὰ τὴν ἀπάντηση, πεθαίνοντας πάνω στὴν προσπάθεια νὰ αὐξήσει τὸ ἔχει του: δυὸ μέτρα ὅλη κι ὅλη.

Μὲ τὰ βιβλία τὸ πράγμα δὲν εἶναι τόσο ἁπλό. Ὁ Μάριο Βάργκας Λιόσα σ’ ἕνα μυθιστόρημά του ἔθεσε τὸν κανόνα τῶν χιλίων: χίλια βιβλία, οὔτε ἕνα παραπάνω, ἂν θὲς νὰ μπάσεις στὸ σπίτι ἕνα καινούργιο, πρέπει νὰ ξεσκαρτάρεις ἕνα παλιό. Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς ἦταν πολὺ πιὸ αὐστηρός: μιὰ ἐταζέρα, ἕνα ραφάκι, χωράει τὰ οὐσιώδη. Καὶ ὁ συνονόματός του Κωστῆς Παπαγιώργης ὑπερθεμάτιζε. Τὰ μεγάλα βιβλία τῆς ἀνθρωπότητας, ἔλεγε, εἶναι γραμμένα ὅλα πρὸ Χριστοῦ.

Μέχρι σχετικὰ πρόσφατα, τὸ πρόβλημα τὸ ἔλυνε τὸ κόστος καὶ ἡ σπανιότητα τῶν ἐκδόσεων. Ὁ Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εἶχε στὴν κατοχή του 137 βιβλία ὅλα κι ὅλα. Τόσα τουλάχιστον μετρήθηκαν στὸ ἐργαστήρι του μετὰ τὸν θάνατό του. Ἀνάμεσά τους 27 ἑλληνικά. (Οὔτε ἕνας τόμος τοῦ Πλάτωνα!) Καμιὰ τριακοσαριὰ τίτλους περιεῖχε ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Κάντ, τὸ ξέρουμε ἐπειδὴ μᾶς σώθηκε ὁ κατάλογος τοῦ δημοπρατηρίου ποὺ τοὺς ἔβγαλε στὸ σφυρὶ ὅταν πέθανε. Γύρω στοὺς 700-800 κώδικες ἦταν τὸ ρεγάλο του Βησσαρίωνα πρὸς τοὺς Βενετούς, θεμέλιο τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης. (Λένε ὅτι ἡ δωρεὰ ἦταν μὲ προθεσμία: τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας. Ὄχι φυσικὰ ὅτι οἱ ἀπελευθερωθέντες τὰ διεκδικήσαμε ποτέ – δὲν εἶναι δὰ καὶ Ἐλγίνεια…)

Τὸν καιρὸ τοῦ Σαίξπηρ, σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία ὑπῆρχαν μόνο δέκα βιβλιοθῆκες μὲ περισσότερους ἀπὸ 1000 τόμους, ἡ μία τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος Ἐλισάβετ Α΄. Γύρω στὰ 1600, ἀκόμη καὶ στὶς μεγάλες χῶρες εἶναι ζήτημα ἂν ἔβγαιναν περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ λογοτεχνικὰ βιβλία τὸν χρόνο. Καμιὰ σαρανταριὰ τίτλοι ἦταν ἡ ἐτήσια ἑλληνικὴ παραγωγὴ σὲ ὅλα τὰ εἴδη γραφῆς τὸν 18ο αἰῶνα. Στὰ 1850 ἔβγαιναν περίπου 150 τίτλοι κάθε χρονιά.

Σήμερα, ἐποχὴ πρωτοφανοῦς πληθωρισμοῦ, οἱ τίτλοι ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρονιὰ στὴν Ἑλλάδα εἶναι περὶ τοὺς 10.000. Καὶ τὸ βιβλίο γιὰ τοὺς ἐραστές του μοιάζει νὰ ἔχει γίνει βραχνάς. «Τί νὰ πρωτοδιαβάσεις;» ρωτοῦσε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης σὲ ἐπιφυλλίδα του τὸ μακρινὸ 1972 γιὰ τὴν πλημμυρίδα τῶν νεοεκδιδόμενων.

«Καὶ μόνο γιὰ νὰ κόβεις τὰ φύλλα τους δὲν φτάνει ἡ μισὴ μέρα. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τὴν ἄλλη μισὴ τὴν ἀφιερώνω στὸ διάβασμα. Καὶ τὴ νύχτα. Πάλι δὲν θὰ προφταίνω. Ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν κάνω καμμιὰν ἄλλη δουλειά… Ὑπόθεσε πὼς γίνομαι ἀναγνωστικὴ μηχανή. Τί θὰ πετύχω; Ἡ ἀντίληψή μου θὰ στομώσει, θ’ ἀποβλακωθῶ, δὲν θὰ καταλαβαίνω τί διαβάζω, δὲν θ’ ἀφομοιώνω τὸ παραμικρὸ καὶ θὰ εἶμαι πιὰ ἀνίκανος νὰ κρίνω. Τότε πρὸς τί τὸ διάβασμα;»

Μὲ παρόμοια λόγια περιγράφει τὸ ἄγχος τοῦ φιλότιμου ἀναγνώστη ὁ Τέλλος Ἄγρας σ’ ἕνα κείμενό του γραμμένο στὰ 1944. (περισσότερα…)

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Ανατρέχοντας στον ποιητή και την ποίηση του Χρίστου Ρουμελιωτάκη

*

του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

~.~

Στο γραφείο του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη της οδού Πανεπιστημίου, εκεί όπου ήταν και το καθημερινό εντευκτήριο του περιοδικού Τομές, γνώρισα το 1978 για πρώτη φορά τον ποιητή Χρίστο Ρουμελιωτάκη, που μου ήταν ήδη γνωστός από την αφιέρωση σ’ αυτόν του περίφημου ποιήματος του Μιχάλη Κατσαρού «Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι» στο περιοδικό Αθηναϊκά Γράμματα (1958), όταν ήταν 18χρονος τότε και μόλις είχε δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα. Έμελλε να γίνουμε γρήγορα πολύ στενοί φίλοι, να περνάμε πολλά απογεύματα και βράδια μαζί με επισκέψεις στο σπίτι μου στα Άνω Πατήσια ή στο δικό του στο Νέο Ηράκλειο. «Σπίτι μου, σπίτι μου να ρθείς, έχω και κήπο» ήταν η χιουμοριστική επωδός του για κάθε προγραμματισμό που κάναμε για την επόμενη συνάντησή μας. Ζούσε από τη δικηγορία του, αλλά όμως από το μυαλό του δεν έβγαινε ποτέ η ποίηση. Επειδή το γραφείο του ήταν δίπλα από το γραφείο του Δούκαρη, όπου ως φίλος αρχικά και συνεργάτης αργότερα πήγαινα κι εγώ πολύ συχνά και τον ενοχλούσα με την γεμάτη απορίες παρουσία μου, τον συναντούσα εκεί κι έκτιζα μαζί του μια πολύ εκλεκτική σχέση φιλίας.

Γεννημένος στην Αργυρούπολη Ρεθύμνου το 1938 και μεγαλωμένος στην Νέα Ιωνία της Αθήνας, συνοικία με την οποία είχε ταυτιστεί ο βίος του και η πολιτική του συγκρότηση, ο Χρίστος ήξερε να κάνει μόνο φίλους και μάλιστα φανατικούς. Βλαστός της αριστεράς και αγωνιστής της προοδευτικής ιδεολογίας με διώξεις και εξορίες παρέμεινε πιστός στις επάλξεις της ακόμα και όταν το τελευταίο μεγάλο κοινωνικό αυτό όραμα συνέθλιψε ή απλώς έθλιψε τους οπαδούς και τους συνειδητοποιημένους πιστούς του. Ατέλειωτες συζητήσεις πάνω στα λάθη και τις τακτικές της αριστεράς, πάνω στις εκτιμήσεις των πραγμάτων από τους κομματικούς διαχειριστές και θλίψη απροσμέτρητη, καθώς η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη. Όλοι είμαστε ηττημένοι, αριστεροί και δεξιοί και ο καθένας για τους δικούς του λόγους, επειδή όλοι ξεχνάνε τον παράγοντα άνθρωπο, μονολογούσε ο Χρίστος. Όλοι ξεχνάνε το απρόβλεπτο που έχει να κάνει με τα βαθύτερα αίτια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης ανδρώθηκε ποιητικά μέσα στις απηχήσεις  των γεγονότων του εμφυλίου πολέμου. Με το να είναι σάρκα από τη σάρκα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ακολούθησε και ο ίδιος πιστά τις συνιστώσες της γενιάς αυτής, αποσιωπώντας συνειδητά τις δυνατότητες του εαυτού του υπέρ του εν όλω σκοπού. Πρόκειται για μια σημαδιακή και ιδιόμορφη στον χαρακτήρα της γενιά, η οποία, φορτωμένη το άγχος του μετεμφυλιακού κλίματος και την πίκρα μιας παρατεταμένης ήττας, δεν θέλησε ποτέ στη συνέχεια να σηκώσει κεφάλι, δεν θέλησε ποτέ να φωνάξει και να δείξει την ταυτότητά της, δεν επιθύμησε ποτέ να ηγηθεί. Οι ενέργειες της γενιάς αυτής, ύστερα από το καταλάγιασμα  των πολιτικών πραγμάτων, χαρακτηρίζονται από μια διστακτικότητα και μια διαρκή αίσθηση του ματαίου. Η ποίησή της συμπυκνώνεται στη γενική στάση της συγκατάβασης και της αποχής από πρωτοβουλίες κάθε είδους. Η ποίησή της γίνεται το μελαγχολικό τραγούδι μιας βαθιά τραυματισμένης μνήμης. (περισσότερα…)

Το μυστικό της θαλάσσιας ανεμώνης

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Παλιό όσο και ο άνθρωπος, το όνειρο της αθανασίας δεν έπαψε ποτέ να θρέφει την ψυχή του ανθρώπου και να δίνει ελπίδα και νόημα στη ζωή του. Ανήμπορο να εξηγήσει το υπαρξιακό του μυστήριο και να διαχειριστεί τον φόβο του θανάτου, το ανθρώπινο ον αναζητά διαρκώς στηρίγματα και αυταπάτες. Παρά την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, ο άνθρωπος παραμένει θνητός, ανίδεος και ανυπεράσπιστος και ο πολιτισμός μια αναμέτρηση με το κενό και το τίποτα. Στη σκια του θανάτου ο άνθρωπος δημιουργεί, καταστρέφει και πεθαίνει. Οι συνταγές του πολιτισμού είναι ατελέσφορες. Το ανθρώπινο σώμα, πρωταρχική πηγή αγωνίας και βασάνων, εξακολουθεί να κρύβει καλά τα μυστικά του. Το βιολογικό πεπρωμένο παραμένει ακλόνητο. Η θνητότητα τρελαίνει τον άνθρωπο, προκαλεί ρωγμές σε όλα τα οχυρά του και τον κάνει να ψάχνει κάθε λογής παρηγοριές και καταφύγια. Για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν και πεθαίνουν χωρίς προνόμια, η θρησκεία και η πίστη στην αιώνια ζωή ήταν και είναι παρηγοριά και ελπίδα. Για τους ανθρώπους όμως της εξουσίας που ονειρεύονται αιώνια βασίλεια και θεϊκούς ρόλους επί της γης, η θρησκεία δεν ήταν ποτέ αρκετή.

Στο βιβλίο της ιστορίας υπάρχουν πολλά κεφάλαια με μάχες ενάντια στο ανέφικτο – μάχες ηρωικές, τραγικές ή γελοίες. Δεν είναι λίγοι οι βασιλιάδες κάθε εποχής που αναζήτησαν διακαώς την αιώνια νεότητα και την αθανασία μέσω ελιξηρίων, αλχημείας και μυστικισμού. Σε Δύση και Ανατολή τα παραδείγματα αφθονούν. Οι Κινέζοι αυτοκράτορες αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο. Η εμμονή και η πληγωμένη τους έπαρση είχαν τραγικά αποτελέσματα. Στην προσπάθειά τους να γίνουν αθάνατοι, πολλοί  πέθαναν από δηλητηρίαση καθώς πειραματίστηκαν με ελιξήρια που περιείχαν υδράργυρο, αρσενικό, θείο, μόλυβδο και άλλες τοξικές ουσίες. Παρά την τεράστια δύναμή τους ο φόβος της εκμηδένισης και η επιθυμία για αιώνια εξουσία τους οδήγησε στην απόγνωση και την αυτοκαταστροφή. Θνητοί όσο και οι σκλάβοι, θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με το ταπεινό μεγαλείο της προσευχής και της ελπίδας αλλά προτίμησαν τη φαντασίωση του απίθανου και τον παραλογισμό της μεγαλομανίας.

Στις μέρες μας οι τρόποι έχουν αλλάξει αλλά ο πόθος για αιώνια ζωή παραμένει αναλλοίωτος. Σε μια συνάντηση Πούτιν και Σι στο Πεκίνο (3 Σεπτεμβρίου 2025) τα ανοιχτά μικρόφωνα τους έπιασαν να μιλούν για βιοτεχνολογία, μεταμοσχεύσεις και αθανασία. Η στιγμή μεταδόθηκε σε ζωντανή μετάδοση από τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό CCTV. Καθώς ο Πούτιν και ο Σι περπατούσαν προς το βάθρο της Πύλης Τιενανμέν, ο μεταφραστής του Πούτιν ακούστηκε να μεταφράζει τα λόγια του Ρώσου προέδρου στα Κινέζικα: «Η βιοτεχνολογία αναπτύσσεται συνεχώς. Τα ανθρώπινα όργανα μπορούν να μεταμοσχεύονται συνεχώς. Όσο περισσότερο ζεις, τόσο πιο νέος γίνεσαι και μπορείς ακόμη και να φτάσεις στην αθανασία» πρόσθεσε. Ο Κινέζος πρόεδρος, που ήταν εκτός κάμερας, ακούστηκε να απαντά: «Κάποιοι προβλέπουν ότι μέσα σε αυτόν τον αιώνα οι άνθρωποι μπορεί να ζουν έως και 150 χρόνια». (περισσότερα…)

«Πώς είναι δυνατόν ο ήλιος να είναι τόσο εκθαμβωτικός;» Ένας Φινλανδός μοντερνιστής στην Ελλάδα

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΥ

~.~

Ο Όλαβι Πάαβολάινεν (Olavi Paavolainen, 1903-1964) ήταν Φινλανδός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος και επηρέασε ποικιλοτρόπως τον πολιτισμό της χώρας του. Στη δεκαετία του 1920, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς που ασπάστηκαν το κίνημα του μοντερνισμού, σημαντικό μέλος της ομάδας των Λαμπαδηφόρων (Tulenkantajat), όπως και ο γνωστός στη χώρα μας συγγραφέας Μίκα Βάλταρι. Με τα κείμενά του, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ο Πάαβολάινεν γνώρισε στους Φινλανδούς τα πιο συναρπαστικά και συγχρόνως αμφιλεγόμενα νέα κινήματα της εποχής του, από τον σουρεαλισμό έως τον εθνικοσοσιαλισμό. Το πιο γνωστό του έργο από τη δεκαετία του 1940 είναι το Synkkä yksinpuhelu [Ζοφερός μονόλογος], 1946, ένα αφήγημα ημερολογιακής μορφής σχετικά με τις εμπειρίες του κατά τον Συνεχιζόμενο πόλεμο, δηλαδή τον δεύτερο πόλεμο της Φινλανδίας με τη Σοβιετική Ένωση (jatkosota, 1941-1944).[1] Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και πολυσυζητημένα έργα της φινλανδικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Η αφήγηση του Ζοφερού μονολόγου ξεκινά με την επιστροφή του συγγραφέα στη Φινλανδία, τέλος Σεπτεμβρίου 1939, από το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχε πάει με σκοπό να γράψει ένα βιβλίο για την κοινωνία και την πολιτική σ’ αυτή τη χώρα.[2] Από την Οδησσό, τελευταίο σταθμό του ταξιδιού του στη Σοβιετική Ένωση, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί ήρθε στην Ελλάδα. Δεν γνωρίζουμε πόσο σκόπευε να μείνει, γνωρίζουμε όμως ότι από την Αθήνα θα πήγαινε στη Ρώμη. Η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία τον ανάγκασε να εγκαταλείψει βιαστικά την Ελλάδα για τη Μασσαλία και από εκεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η απογοήτευση και η αβεβαιότητα διαπερνούν τις σκέψεις του, καθώς σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής βιώνει μια Ευρώπη στα πρόθυρα του πολέμου: «Η σιωπή της αχανούς Ρωσίας μοιάζει να κρύβει μυστικά που δεν θέλουν να φανερωθούν. Τον ορίζοντα τον βαραίνει η αίσθηση μιας σκοτεινής σκιάς», γράφει. Κατά τη διάρκεια του Συνεχιζόμενου πολέμου, ο συγγραφέας υπηρέτησε σε θέσεις ενημέρωσης του Γενικού Επιτελείου και είχε άμεση επαφή με την πολιτική και στρατιωτική ελίτ, αλλά και τον διεθνή Tύπο, πριν αυτός περιέλθει σε καθεστώς λογοκρισίας. Παράλληλα, κρατούσε αποστάσεις από τον εθνικιστικό ενθουσιασμό της εποχής, γεγονός που προσδίδει στο έργο αντιπολεμικό και κάποτε ειρωνικό χαρακτήρα. (περισσότερα…)

Ο Δημοσθένης και η λιτότητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Γύρω στα 1300 η καρδιά του κόσμου χτυπάει στην Ιταλία. Γενουάτες και Βενετοί είναι θαλασσοκράτορες, στην Τοσκάνη γεννιούνται οι τράπεζες και η λογιστική, μηχανικοί, οπλοποιοί, ναυπηγοί δοκιμάζουν επαναστατικές εφευρέσεις, ο Μάρκο Πόλο φτάνει ώς την Κίνα. Στις τέχνες και στα γράμματα, οι εξελίξεις είναι παρόμοιας σημασίας: ο Τζιόττο περνάει από το stilo greco στο stilo moderno, ο Ακυινάτης βάζει στη θεωρητική σκέψη τους μηχανισμούς της απόδειξης, στη Σικελία ο νοτάριος Γιάκοπο ντα Λεντίνο επινοεί το σονέτο, ο Δάντης από τη Φλωρεντία ξεκινά να συνθέτει την Commedia.

Διακόσια χρόνια αργότερα, όλα έχουν τελείωσει. Οι Μέδικοι, πλουσιότερη οικογένεια της Ευρώπης, χρεοκοπούν πρώτοι γύρω στα 1490. Τον 16ο αιώνα καταρρέουν οι τράπεζες, τελευταίος ισχυρός κλάδος της οικονομίας. Γεωργία, βιοτεχνία και εμπόριο έχουν προηγηθεί. Τέχνες και επιστήμες εξακολουθούν να ακμάζουν για ένα διάστημα, όμως μετά τον Καίσαρα Βοργία, μετά τον Μακιαβέλλι, η Ιταλία παύει να παίζει τον όποιο ρόλο στις εξελίξεις. Από υποκείμενο γίνεται αντικείμενο, κάποτε και παίγνιο της ιστορίας για αιώνες.

Στην πορεία της ανθρωπότητας, η ακμή και η παρακμή των λαών είναι η πιο συνηθισμένη υπόθεση. Και λίγο πολύ τα σημάδια τους είναι παντού τα ίδια. Η πρώτη άνθηση βασίζεται στην εργασία, τη σκληρή πειθαρχία, την ατομική αυταπάρνηση. Κίνητρό της έχει τη συλλογική έξοδο από την ανάγκη και την ένδεια.

Στο δεύτερο στάδιο, οι σωρευμένοι πόροι μετατρέπονται σε πλούτο, σε περίσσεια δηλαδή που αίρει την εξάρτηση από την εργασία και χαλαρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς. Τα άτομα σιγά σιγά μαθαίνουν να τρων από τα έτοιμα, παύουν να ρισκάρουν και να επινοούν. (περισσότερα…)