Στήλες | Σπάνιες γαίες (από τον Γιώργο Τόσκα)

Πώς συμπυκνώνεται ο χρόνος κι ενώνεται με τον χώρο; Μια διαθλαστική ματιά, από την οπτική του μη σταθερού παρατηρητή – του ταξιδιώτη, του μετανάστη, του ανιχνευτή εσωτερικών σπάνιων γαιών. Σε χώρο όπου παραμένει τράνζιτο με μόνη σταθερή πατρίδα τη γλώσσα.

μετέωρα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Καλοκαίρι, τέλος Ιουλίου. Ως γυναίκα-Σφίγξ που με θέρμη ζητά, όπως στο έργο του Γκυστάβ Μορώ, ένας ήλιος καυτός άπλωνε τις ακτίνες του, ως λεοντοπόδαρα, ικετευτικά πάνω στον Οιδίποδα. Ερωτήματα δίκοπα, όπως σχέσεις ανθρώπινες ή θεϊκές. Αυτός την κοιτά διερευνητικά, ατρόμητος, στα μάτια. Είναι άλλωστε ο ήλιος στα γερμανικά, γένους θηλυκού.

Ο αητός λείπει από την κεφαλή –της σοφίας– του ευαγγελιστή Ιωάννη. Είναι τα φτερά του στη Σφίγγα; Ξανά πίσω στον μυστικό προχριστιανικό μύθο. Ένας σκορπιός κάθεται ακόμα κοιμισμένος στον πέτρινο τοίχο. Σιωπά απόκρυφα, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια. Στη σκιά της δοξασίας. Το δηλητήριο της ουράς κοιμάται ακόμα.

Αυτοί, δυο φίλοι, συνοδοιπόροι εφήμεροι της γήινης προσωρινότητας. Γάλλος αυτός, Έλληνας εκείνος με ψήγματα γερμανικής νοοτροπίας.

Οι Γερμανοί λένε, «το ψάρι κι ο επισκέπτης την τρίτη μέρα βρομάει». Οι Έλληνες είχαν τον Ξένιο Δία, την Ξενία Αθηνά. Άντε να μεταφράσεις τη λέξη φιλοξενία. Hospitality, Gastfreundschaft, acceuil, όλα γυροφέρνουν την ελληνική φιλοξενία, χωρίς να την αποδίδουν.

Έτσι κι εκείνος, συγκατένευσε να φιλοξενήσει πάλι τον Ιωάννη-Παύλο, τον Ζαν-Πωλ, αλλά αυτήν τη φορά ήθελε αυτός να μείνει περισσότερες ημέρες. Ως τότε αντάλλασσαν μονοήμερες διανυκτερεύσεις.

Δέχθηκε εκείνος. Όχι από υποχρέωση. Ήσαν μάλλον εκείνα τ’ αρχέγονα γονίδια –θρησκευτικής;– αλληλεγγύης, προσφοράς, ανοιχτής αγκάλης που είχαν αυτονόητα το πάνω χέρι. Εξάλλου, απ’ τον χειμώνα ακόμα, την εποχή του Υδροχόου, το είχε γράψει ο Ματθαίος (25:35): «ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με». Πολύ πριν οι Νεοέλληνες άδουν το «βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι».

Πώς συνυπάρχουν δυο άνθρωποι σε φιλική σχέση; Ποιες κοινωνικές δεξιότητες είναι απαραίτητες; –πώς ορίζονται τα όρια; Τι ενώνει ή τι μπορεί να χωρίσει; Όπως είπε ο Κώστας, «μα δεν γνωριζόμαστε, πώς να έρθω;». Πώς να γνωριστούμε από δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά; Είμαστε μόνο ό,τι γράφουμε; Με το Μετς της Γαλλίας μας χωρίζουν λιγότερα χιλιόμετρα, περίπου τετρακόσια.

Πού διάβασα ότι εξελισσόμαστε σε μια σχέση και εν απουσία του άλλου, γινόμαστε άλλοι από αυτό που εκείνοι θυμούνται; – ά, ναι στους Χίλιους γερανούς του Καβαμπάτα. Θα μας χαριστεί άραγε στον χιλιοστό χάρτινο γερανό μια θεϊκή ευχή;

Ήρθε λοιπόν ο Ζαν-Πωλ στην δυσκολότερη φάση της ζωής του Δημήτρη. Τα χρήματα λιγοστά – δεν είχε να περάσει, η ζέστη αυτής της χρονιάς να ψήνει την Ευρώπη ως κλιματική συνέπεια ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, κι αυτός να καλείται σε υπερβάσεις. Άρχισε να πληρώνει τα πάντα ο Γάλλος φίλος, από την βενζίνη ως τα φαγώσιμα. Κάτι άρχισε να κλωτσάει μέσα στον Δημήτρη. Ελληνικός εγωισμός, περηφάνεια, προσβολή του φιλότιμου;

Παράλληλα, τον οδηγούσε παντού – βέβαια με την πληρωμένη βενζίνη.

—Ζαν-Πωλ, του λέει την πρώτη μέρα, πάρε το αυτοκίνητό σου από την γωνία, θα στρίψουν και θα σ’ το τρακάρουν.

Το άκουσε, δεν το άκουσε; Την τρίτη μέρα το είχαν κτυπήσει.

—Πάρε τα κλειδιά μου να το πας παρακάτω – τον παρακαλεί, δεν μπορώ να οδηγήσω εγώ.

Ένα ερωτηματικό σχηματίστηκε πάλι μέσα του. Τι δεν πάει καλά;

Πήγανε στο υπαίθριο ψήσιμο της κοινής παρέας. Έτρεχε ο Δημήτρης να ψήσει, να τον περιποιηθεί. Ο Ζαν-Πωλ κουβέντιαζε δεξιά-αριστερά. Τον παρακάλεσε στο τέλος, να κρατήσει τουλάχιστον το πιάτο του να μπορέσει να τον σερβίρει από την καυτή σχάρα.

Η λογοδιάρροια του Ζαν-Πωλ συνεχής, όπως πάντα. Οι ερωτήσεις του σε οποιοδήποτε θέμα του ερχόταν στο μυαλό –κι ενδιέφερε εκείνον αποκλειστικά!– συνεχής· σ’ ένα αποκλειστικό «Εγώ» να απευθύνονται. Να οδηγά ο «φιλόξενος» Έλλην στο κέντρο της πόλης υπό σαράντα βαθμούς και να πρέπει ν’ ακούσει ό,τι το άσχετο για κείνον. Στο τέλος του κουβαλούσε και το νερό γιατί εκείνος δεν είχε πάρει το σακίδιό του. Μήπως απέκτησε ξαφνικά ένα τέταρτο παιδί;

Στο δρόμο προς το μουσείο λαϊκής τέχνης της Στουτγάρδης, σταμάτησαν στο ιατρείο να γράψουν, δηλαδή να περάσουν στην κάρτα του Δημήτρη το φάρμακο για το κληρονομικό ελαφρό τρέμουλο χεριών – ευτυχώς δεν είναι Πάρκινσον. Τελείωσε σε δυο λεπτά, γύρισε στο αυτοκίνητο. «Τόσο γρήγορα;» του λέει ο Ζαν-Πωλ. Κι εκεί του μίλησε για πρώτη φορά, πώς ο ψυχίατρός του κάθε φορά τον εξετάζει πάνω από μια ώρα για να του δώσει την φαρμακευτική αγωγή. Για τη «θεϊκή» λεγόμενη πάθηση του εγκεφάλου.

Κι άλλα πολλά άγνωστα στον Έλληνα φίλο, διηγήθηκε ο εξαιρετικά έξυπνος, πνευματώδης μηχανικός υδατικών πόρων της Λωραίνης, Γάλλος. Πώς η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, πώς ο πατέρας του στον δεύτερο γάμο της μητέρας του έδερνε τον πρωτότοκο –απ’ τον πρώτο γάμο– ετεροθαλή αδερφό κι αυτός στα δεκαπέντε του αποπειράθηκε να σκοτώσει τη μάνα τους· κι ακόμη πώς ο πατέρας του, ως τα δεκαοκτώ του χρόνια, δεν τον άφηνε να δει τηλεόραση μετά τις οκτώ το βράδυ, πώς κι ο αδερφός του υποφέρει ψυχικά. Τέλος, την πίκρα του που η πρώην σύζυγος αλλά κι η κόρη του δεν του μιλούν, αρνούνται κάθε σχέση μαζί του – με περιστασιακή εξαίρεση τον γιό του. Λυπηρές προϊστορίες οικογενειακής καταναγκαστικής συμβίωσης.

Πάλι η Καταρίνα είναι που λέει, ότι τραβώ σαν μαγνήτης κι εγώ –ως Δημήτρης– τη δυστυχία, την περιπέτεια. Καταλαβαίνουν, λέει, και μόνο που σε «κόβουν». Πώς πιάνονται έτσι πάνω μας; – οι εκροφείς ενέργειας.

Κι αν όλοι είμαστε κύριε Φρόυντ λίγο-πολύ ασθενείς, πόσα «φροϋδικά» ή και «λακανικά» υποκείμενα κρύβουμε μέσα μας; Ποια τα κυτταρικά μας όρια με τον Άλλο;

Συνεχίστηκε η περιποίηση, το «σέρβις» – τρεις ημέρες. Την τέταρτη μέρα θα έβλεπαν το βράδυ τον ημιτελικό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που έπαιζε η Γαλλία εναντίον της Ισπανίας. Αφού ο Δημήτρης ετοίμασε την πίτσα κι έφερε τις μπύρες, μετά από το ολοήμερο τρέξιμο, κάθισαν να δουν το «ματς». Από αντίδραση υποστήριζε ο Δημήτρης την Ισπανία. Κι έχασε στο τέλος πανηγυρικά η Γαλλία.

Σα να ξύπνησε, κουνήθηκε ο σιωπηλός σκορπιός στην πέτρα. Κι εκεί απάνω πέταξε ο Ζαν-Πωλ την φαινομενικά αθώα ερώτηση-απορία:

—Δεν περίμενα ότι εσύ βλέπεις ποδόσφαιρο!

Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, ξέχασε ο σκορπιός τον ιερό του σκοπό. Δεν είχε δει ψηλά τον ευαγγελιστή ή αφέθηκε στο θέλημά Του; Έσπασε σαν πύον το κέλυφος της δοξασίας. Και γύρισε τη φαρμακερή ουρά του, χύνοντας το δηλητήριο. Ξέσπασε εκτός ορίων ο Δημήτρης, ο ξένιος Έλλην:

—Ζαν-Πωλ, αν δεν μου απαντήσεις ως αύριο πρωί, γιατί έθεσες την ερώτηση αυτή και τι εννοείς, θα πρέπει να φύγεις.

Η Ύβρις είχε επιτελεσθεί, η υπομονή είχε ήδη εξαντληθεί, η υπέρβαση των ορίων είχε συμβεί.

Είχε φύγει από τα Χερουβείμ το πνεύμα της Αρμονίας. Είχε ξυπνήσει νωρίς -πριν το Φθινόπωρο- ο σκορπιός. Η δηλητηριώδης σιωπή είχε προσωρινά μόνο επικρατήσει της τόλμης του αητού. Έπρεπε να στρέψει πάνω του το δηλητήριο της ουράς του, για να μετενσαρκωθεί σε αητό και ν’ ανέβει στην εποπτική του θέση δίπλα στον Ιωάννη. Αλλιώς ας σέρνεται στη γη.

Μηχανισμός άμυνας, φροϋδικό ολίσθημα, φόβος ή έλλειψη αντοχής, υπομονής; Η άμυνα ως επίθεση ή είναι που μας έχει τραχύνει η μοναξιά – σεβαστέ της Ασκητικής Νίκο; Γιατί υπάρχουν δυο λογιών αναχωρητές: εκείνοι που στο πέρασμα του χρόνου, το σώμα και την ψυχή σκληραίνουν κι οι άλλοι που μεσ’ απ’ τα σεπτά τα δάκρυα γαληνεύουν. Διότι δεν ζουν αυτοί οι δεύτεροι, Άλλος ζει μέσα τους. Δεν τους απασχολεί τι λέει ο Σωκράτης δια στόματος Φαίδωνα περί ψυχής· επτά μετενσαρκώσεις; Αυτός μία Ανάσταση νεκρών προσδοκά. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι.

Άκουσα πρόσφατα έναν ομιλητή των ανθρωποσοφιστών, του Ρούντολφ Στάινερ -που εδώ απ’ τη Στουτγάρδη ξεκίνησε κι αυτός, του περασμένου αιώνα «αναμορφωτής»- σε διάλεξή του για την Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, να ισχυρίζεται ότι ο Λεονάρντο –αυτός ο σπάνιος μιγάς– ήταν κατά τον Στάινερ μετενσάρκωση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Στο θείο έργο της συγχώρησης, της αποκατάστασης της προδοσίας!

Ο Δημήτρης ως σκορπιός, εγώ, ποιες προηγούμενες ψυχές κουβαλάμε – θείε Πλάτωνα;

Ο Ζαν-Πωλ ξύπνησε το άλλο πρωί με την απάντηση ότι δεν είχε απάντηση να δώσει στο κατά τ’ άλλα απλοϊκό ερώτημα. Κι ήταν η πρώτη φορά που, ο εσαεί με ανοιχτές αγκάλες, ξένιος Έλλην έβγαζε κάποιον απ’ τον οίκο του. Άντε τώρα εσύ να σέρνεις πάλι σισύφεια τις ερινύες σου.

Κύριε, κύριε, ελέησον ημάς.

*

*

*

Δάνειο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Είναι που έχουμε πάρει οριστικά την κατηφόρα ή είμαστε πια τόσο κάτω που δεν βλέπουμε την ανηφόρα; Δηλαδή, που δεν την βλέπουμε ως ανηφόρα.

Ο θείος ο Μήτσος ήταν θείος της μητέρας μας. Η γυναίκα του, η θεία η Δήμητρα, αδερφή της γιαγιάς. Βλέποντας μακριά, είχε φτιάξει στη δεκαετία του ’60 μια καλή μάντρα οικοδομών στην Λεωφόρο Κηφησίας και με τη συνεχή ανοικοδόμηση της Πρωτεύουσας έκανε χρυσές δουλειές. Παιδί ακόμα είχε βγει στη βιοπάλη. Τον έστελνε ο πατέρας του να πουλά παστέλια στην προπολεμική Αθήνα. Για να ξεγελάει την παιδική του πείνα, έριχνε μια δαγκωνιά, κόνταινε το παστέλι. Το τραβούσε κατόπιν να έρθει στο προηγούμενο μήκος του. Εκτατό γαρ! Πεπειραμένος επιχειρηματίας πλέον, είχε μείνει ένα μεγάλο καλοκάγαθο παιδί.

Πάνω από το γραφείο του είχε τη γνωστή εικόνα του «πωλούντος επί πιστώσει και του πωλούντος τοις μετρητοίς». Όταν πήγαινα μικρός τα Χριστούγεννα να πω τα κάλαντα, τον ρωτούσα τι σημαίνει «τοις μετρητοίς» και τι «επί πιστώσει». Μου εξηγούσε αλλά δεν κατάλαβα ποτέ. Και τώρα ακόμα το παλεύω… Έπαιρνα το αργυρούν εικοσάδραχμον κι έφευγα χαρούμενος.

Με το τζιπ του γυρίζαμε στις εξοχές της Αττικής. Κούρσα δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ. Το τζιπ με το διπλό διαφορικό μας ανέβαζε σ’ όλες τις ανηφοριές. Δεν κολλούσε στους αμμόλοφους του Σχινιά και μας έβγαζε στο Πικέρμι να μαζέψουμε χόρτα. Ζωχούς, ραδίκια, καρύδες, από τότε τα γνωρίζω· όσο υπάρχει άγρια φύση δε θα πεινάσω. Άφηνε μετά το τζιπ να κυλήσει χωρίς ταχύτητα στην κατηφόρα προς τον Σταυρό της Ραφήνας, όχι για οικονομία όπως σήμερα, τσιγκούνης δεν ήταν, έτσι από πεποίθηση. Περνώντας από τις ταβέρνες της Αγίας Μαρίνας, έκοβε ταχύτητα να πάρει μια μυρουδιά απ’ τα κοψίδια. Κάποτε σταματούσαμε. Του φώναζαν στον γυρισμό οι γυναίκες, να προσέχει έτσι πιωμένος που ήταν, κόκκινος από το κοκκινέλι. Οι ταχύτητες όμως τότε ήσαν μικρές, όπως και η βιασύνη. Η θεία η Δήμητρα ήταν ευτυχισμένη. Το μόνο της παράπονο ήταν που ο θείος Μήτσος την ταλαιπωρούσε… όντας ενεργός σε μεγάλη ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι πάνω της ετελεύτησε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, λίγο μετά τα εβδομήντα. Μάκαρ, αυτός.

Ήταν η γεννιά που το χρήμα ερχόταν ως μέσον αυτονόητα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για να ξοδευτεί προς τέρψιν. (Για ποια ανάπτυξη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).

Γράφαμε τότε κάθε χρόνο στο Δημοτικό την ημέρα της Αποταμιεύσεως –τῃ εντολῄ της Εθνικής Τραπέζης, του Ταμιευτηρίου;– μια έκθεση: Ποιο το νόημα της αποταμίευσης. Ακούγαμε εμείς ότι «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» και προσπαθούσαμε να στίψουμε το μυαλό μας τι να σημαίνουν όλα αυτά. Η αποτυχία μου πρέπει να ήταν πλήρης, αφού ποτέ δεν διαβάστηκε η έκθεσή μου στην τάξη. Και ο πήλινος κουμπαράς μου δεν μακροημέρευε. Όπως και τώρα που είναι πια κομμάτια.  Άλλαξε ποτέ η ελεημοσύνη προς το καλύτερο τον κόσμο; Ως ασπιρίνη στην ημικρανία, ανακουφίζει προσωρινά το σύμπτωμα, δεν θεραπεύει την αιτία.

Δεν δείχνει ο χαρακτήρας από τα μικράτα μας; Σπάταλος, γαλαντόμος, συντηρητικός, επαναστάτης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος. Καλή καρδιά;

Εκείνοι, φίλοι κι οι τρεις μαζί από το Δημοτικό. Βιολογική, ανθρωπολογική πολυποικιλότητα κάτω απ’ το ίδιο όνομα: Ελευθέριος.

—Έλα, πάμε ως την πλατεία να σε κεράσω ένα σουβλάκι, λέει ο Ελευθέριος Α΄ (ο πρώτος) στον Ελευθέριο Β (τον δεύτερο).

—Ευχαριστώ, αλλά να μη σε ξοδέψω.

Το πρώτο σουβλατζίδικο δεν είχε καλά σουβλάκια, το δεύτερο ήταν ακριβό, το τρίτο μακριά. Μετά από κάποιους γύρους (όχι της σούβλας) και άσκοπο περπάτημα, λέει ο Α΄:

—Μωρέ, ξέρεις κάτι, μου έφυγε η όρεξη· δεν το αφήνουμε γι’ απόψε;

Ο Ελευθέριος Γ΄ (ο τρίτος) φιλοξένησε τον Α΄ στο σπίτι του. Ο Α΄ για να του το ανταποδώσει, θέλησε να τον προσκαλέσει στο γνωστό ιταλικό εστιατόριο. Είδε ο Γ΄ (ο καλεσθείς) ότι μαζί με μια συγκεκριμένη πίτσα, προσφερόταν η σαλάτα δωρεάν. Δεν πρόσεξε ότι η προσφορά ήταν για το μεσημέρι και όχι το βράδυ. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Α΄ (ο προσκαλών) άλλαξε δέκα χρώματα.

—Τα ίδια μου κάνει και η Καλλιόπη (η συμβία του), λέει συγχυσμένος. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Ημέρες αναλογικές

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Ήταν πρωί της Παρασκευής όταν ακούστηκε απ’ τη μεριά της λεωφόρου Κηφισίας ένας συνεχής βόμβος μεταλλικός, όπως τεράστια ρουλεμάν που περιστρέφονταν στην άσφαλτο, σαν συναρμολογημένος σκελετός εξωγήινων ρομπότ. Μέρες του 1967.

«Αχ, λέει η μάνα, πάλι οι ερπύστριες, πάλι τεθωρακισμένα κατεβαίνουν προς την Αθήνα». Επανήλθαν οι μνήμες της Κατοχής και των υστερότερων εφιαλτών. Τριάντα ένα χρόνια μετά από τη Δικτατορία του Μεταξά.

Σ’ έστειλε αργότερα προς το μεσημέρι ο πατέρας, να πάρεις εφημερίδα. Στο ψιλικατζίδικο του Χαλδαιόπουλου ήταν ο γιος. Καρίκωνε δίπλα η αδερφή του, γυναικεία καλσόν.

«Μια Μεσημβρινή» του λες.

«Δεν έχει» απαντά.

«Μια Μεσημβρινή» του ξαναλές, αφού γνωρίζεις καλά ότι αυτή πάντοτε παίρνετε. Αυτή και Μπριγιόλ για τα μαλλιά του πατέρα.

«Δεν βγήκε η Μεσημβρινή».

«Μα τι σημαίνει δεν βγήκε; Δεν καταλαβαίνω».

«Δεν υπάρχει σήμερα» απαντάει πάλι και φαίνεται κομπιασμένος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θέλεις την Απογευματινή, την Ακρόπολη;» αντιπροτείνει.

Εσύ, μικρός ακόμα, δεν ξέρεις αν πρέπει ν’ αλλάξεις εφημερίδα αλλά την παίρνεις και γυρνάς διστακτικός στο σπίτι.

Είναι Παρασκευή αλλά σήμερα δεν πήγες σχολείο. Ούτε και το Σάββατο. Έγινε πραξικόπημα, λένε. Πάντως δεν είναι άσχημα χωρίς σχολείο.

«Πήρανε τον θείο Πέτρο στην Aσφάλεια».

«Μαμά, τι είναι η Aσφάλεια;». Κατάλαβες όμως· το ίδιο με το αστυνομικό τμήμα.

«Και τον Τζώρτζη της Μαρίας, τον κυρ Γιάννη, τον κυρ Βασίλη, τους μαζέψανε. Μα και τον Ματζανά, τον μπακάλη μας, τέτοιο ευγενικό άνθρωπο, δεν το περίμενα».

Πολλούς απ’ τους δικούς μας, τους αφήσανε το άλλο πρωί, άκουσες.

///

Radio days. Πώς περνά ο χρόνος όταν είσαι παιδί; Πώς θα περάσει το απόγευμα, όταν τελειώσεις τα μαθήματα;

«Πού θα πάμε σήμερα μαμά; Στην κυρία Θεοδώρα, στη θεία Κατερίνα, στην κυρία Σοφία;». Μαζεύονταν οι γυναίκες, παίρναν τις βελόνες και το μαλλί για πλέξιμο και συνομιλούσαν στη σειρά ή όλες μαζί· και το κουτσομπολιό ήταν σαν τοπικές ειδήσεις άλλοτε καλόβολες, κάποτε αιχμηρές. Ξέραν αυτές. Σ’ έναν τέτοιο κύκλο καλοκαιρινό, είχε κάποια το μωρό της αγκαλιά. Ρωτά τη μάνα μου, πόσο χρονών είμαι. Λέει η μάνα, τόσων. Με θεώρησε μικρό κι απονήρευτο, βγάζει το λευκό της μαστάρι και θηλάζει εν μέσω ενός κύκλου γυναικών κι ενός μικρού αγοριού.

Κάποτε ο κύκλος έσπαγε. «Μαμά, γιατί δεν ξαναπάμε στην κυρία Σοφία;». Απάντησε εκείνη μ’ έναν αναστεναγμό. Παρεξήγηση; Μικροί ή μεγαλύτεροι θάνατοι. (περισσότερα…)

Συλλήψεις

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Πριν 25 χρόνια ρώτησες στο μάθημα της Γεωγραφίας της Β΄ Γυμνασίου «τι είναι η μαλάρια». Ο Αλέξης απάντησε, «μαλάρια είναι μια φυλή της Αφρικής, πού επειδή ζούνε εκεί έχουν μαύρο δέρμα και κίτρινα μάτια». Ευλογοφανής απάντηση και η σύγχυση δεκτή.

Πρόσφατα η δασκάλα μιας ΣΤ΄ Δημοτικού πρότυπου σχολείου μιας πανεπιστημιακής πόλης της Γερμανίας ανέθεσε ως εργασία με θέμα την Ευρώπη, τις επιμέρους χώρες της. Κάθε μαθητής διάλεξε μια χώρα και έπρεπε εκτός της παρουσίασής τους να εξηγήσει με λίγα λόγια για ποιους λόγους διάλεξε τη συγκεκριμένη χώρα· τι τον τράβηξε στην επιλογή του. Ο Λεβέντης για παράδειγμα, που επέλεξε την Τουρκία, έγραψε ότι του έκανε εντύπωση ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μεγαλύτερη και από την Ρωμαϊκή. Αυτή ήταν μια εξαίρεση, καλής ή έστω εξαιρετικής απάντησης. Η μαθήτρια που διάλεξε την Ισπανία είπε ότι της άρεσε η παέγια. Κι άλλες/άλλοι παρόμοιους λόγους.

Ήρθε κι ο Γιάκομπ ο οποίος επέλεξε την γενέτειρα του πατέρα του, την Κροατία κι έγραψε μια «φανταστική» ιστορία – έτσι έγραψε:

«Η Κροατία είναι μια μικρή και φτωχή χώρα. Γι’ αυτό τη διάλεξα, για να την κάνω την πλουσιότερη χώρα στον κόσμο. Έφτιαξα μια ομάδα πρακτόρων, με την οποία δολοφονήσαμε τον Ντόναλντ Τραμπ και πήραμε την εξουσία στις ΗΠΑ. Με τον στρατό των ΗΠΑ κατέλαβα τις γειτονικές χώρες της Κροατίας. Ο επόμενος στόχος ήταν η σύλληψη των Avengers και με τη δύναμη τους ως μαχητών, κάτω από την εξουσία μου, να καταστρέψω τη γη. Κατόπιν έπρεπε να βρω κάποιον ικανό να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των Avengers. Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκα κάποιον που τον έλεγαν Όλεκ. Μαζί με αυτόν κατέστρεψα τη γη»…

Το καλοκαίρι κατά το τέλος Ιουνίου, πήγε ο Γιάκομπ με τους γονείς του στην Κροατία για διακοπές. Εκεί στο νησί των δαλματικών παραλίων, στην πόλη Κρκ, την αρχαία Ιλλυρική Κυρικτική ή Κύρικον κατά τους Βυζαντινούς, ζούσε ο παππούς του. Είχε συλληφθεί ως μουσουλμάνος από τους Σέρβους ορθοδόξους κατά τον πόλεμο το ’97 αλλά επέζησε. Τον Γιάκομπ δεν τον ενδιέφεραν αυτά· εκείνος αφενός ήταν αχνά, αραιά και που, Χριστιανός από την Γερμανίδα μητέρα του, αφετέρου το μόνο που ήθελε ήταν να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του παππού του.

Ανοίχτηκαν με τον παππού του ένα ηλιόλουστο πρωινό προς τα νησιά Κρες, με την βενζινοκίνητη βάρκα, να ρίξουν τ’ αγκίστρια τους. Ο βορέας είχε απ’ το προηγούμενο βράδυ πέσει, η θάλασσα γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που έμελλε ν’ ακολουθήσει… (περισσότερα…)

Παλαιοί εχθροί

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο», μαθαίναμε στο πρώτο μας αρχαιοελληνικό κείμενο, την Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα. Και ναι μεν δεν έχω τη μνήμη του πρωτότοκου, του Αρταξέρξη, θυμάμαι όμως εκείνη την πρώτη μου ανάβαση στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1978. Άρτι αφιχθείς, νέος φοιτητής, ήθελα να μπω να φάγω για μεσημέρι στο φοιτητικό εστιατόριο, και δεν μπορούσα. Το Διεθνές Σπίτι (Maison Internationale) της Πανεπιστημιούπολης βρίσκεται πρώτο πίσω απ’ το βουλεβάρτο του Ζουρντάν και μπροστά από την λεωφόρο Ροκφέλλερ. Δυό αντιμαχόμενες ομάδες –ορδές μάλλον– έκλειναν την είσοδο, οι μεν στους δε. Μαυρίλα στα γένια, στα πρόσωπα, στα ρούχα οι μεν, πιο ξυρισμένοι οι δε. Φωνές, συνθήματα, σπρωξίματα, ελαφρό ξύλο ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, τουλάχιστον για ένα μήνα.

Αναρωτιόμουν να μάθω τί είχε συμβεί, ποιοι ήσαν οι ευγενείς νέοι. Είχε ξεκινήσει η Ιρανική ή αλλιώς Ισλαμική επανάσταση στην πάλαι ποτέ Περσία. Μέσα στο Σπίτι ήσαν μάλλον οι του καθεστώτος Παχλεβί, απ’ έξω προσπαθούσαν να μπουν οι «ουλεμάδες» του Αγιατολάχ. Μετά από λίγους μήνες, με την επικράτηση των ισλαμιστών, ηρέμησε η κατάσταση, τουλάχιστον στην Πανεπιστημιούπολη. Όμως ένας φόβος πλανιόταν πάνω στα όμορφα εκείνα φύλα. Η Σερίν ήταν μια ευειδής φοιτήτρια η οποία συνέτρωγε στην εστία. Όσες φορές τόλμησε να σε κοιτάξει μ’ εκείνα τα καλομέλανα μάτια, δεν μπόρεσες να την πλησιάσεις περισσότερο. Ποιος ξέρει πού και πώς να κατέληξε, με μαντήλα ή χιτζάμπ μαύρο ολόσωμο; – αλίμονο! Έβλεπα πριν λίγο καιρό με θαυμασμό, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, εύμορφες Ιρανές ν’ ανάβουν το τσιγάρο τους απ΄την καιόμενη φωτογραφία εκείνου του «συχωρεμένου» Αγιατολάχ – με κίνδυνο της ζωής τους. Κι έπειτα ποιες από αυτές τις μάνες, με χιτζάμπ ή τσιγάρο στο στόμα, κλάψανε τώρα τ’ αδικοσκοτωμένα κορίτσια τους; Ο πόνος δεν είναι ίδιος;

Πώς, πότε τελειώνει ένα ιστορικό διανυσματικό ευθύγραμμο τμήμα; Ή μήπως πρόκειται για ευθεία, αν έχει εν γένει αυτό το σχήμα; Σε ποια ημερομηνία τελειώνει μια αφήγηση, αν όχι σ΄εκείνη της δημοσίευσής της; Πριν πέσει σε οριστική νεκροφάνεια. (περισσότερα…)