Στήλες | Σπάνιες γαίες (από τον Γιώργο Τόσκα)

Πώς συμπυκνώνεται ο χρόνος κι ενώνεται με τον χώρο; Μια διαθλαστική ματιά, από την οπτική του μη σταθερού παρατηρητή – του ταξιδιώτη, του μετανάστη, του ανιχνευτή εσωτερικών σπάνιων γαιών. Σε χώρο όπου παραμένει τράνζιτο με μόνη σταθερή πατρίδα τη γλώσσα.

Συλλήψεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Πριν 25 χρόνια ρώτησες στο μάθημα της Γεωγραφίας της Β΄ Γυμνασίου «τι είναι η μαλάρια». Ο Αλέξης απάντησε, «μαλάρια είναι μια φυλή της Αφρικής, πού επειδή ζούνε εκεί έχουν μαύρο δέρμα και κίτρινα μάτια». Ευλογοφανής απάντηση και η σύγχυση δεκτή.

Πρόσφατα η δασκάλα μιας ΣΤ΄ Δημοτικού πρότυπου σχολείου μιας πανεπιστημιακής πόλης της Γερμανίας ανέθεσε ως εργασία με θέμα την Ευρώπη, τις επιμέρους χώρες της. Κάθε μαθητής διάλεξε μια χώρα και έπρεπε εκτός της παρουσίασής τους να εξηγήσει με λίγα λόγια για ποιους λόγους διάλεξε τη συγκεκριμένη χώρα· τι τον τράβηξε στην επιλογή του. Ο Λεβέντης για παράδειγμα, που επέλεξε την Τουρκία, έγραψε ότι του έκανε εντύπωση ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μεγαλύτερη και από την Ρωμαϊκή. Αυτή ήταν μια εξαίρεση, καλής ή έστω εξαιρετικής απάντησης. Η μαθήτρια που διάλεξε την Ισπανία είπε ότι της άρεσε η παέγια. Κι άλλες/άλλοι παρόμοιους λόγους.

Ήρθε κι ο Γιάκομπ ο οποίος επέλεξε την γενέτειρα του πατέρα του, την Κροατία κι έγραψε μια «φανταστική» ιστορία – έτσι έγραψε:

«Η Κροατία είναι μια μικρή και φτωχή χώρα. Γι’ αυτό τη διάλεξα, για να την κάνω την πλουσιότερη χώρα στον κόσμο. Έφτιαξα μια ομάδα πρακτόρων, με την οποία δολοφονήσαμε τον Ντόναλντ Τραμπ και πήραμε την εξουσία στις ΗΠΑ. Με τον στρατό των ΗΠΑ κατέλαβα τις γειτονικές χώρες της Κροατίας. Ο επόμενος στόχος ήταν η σύλληψη των Avengers και με τη δύναμη τους ως μαχητών, κάτω από την εξουσία μου, να καταστρέψω τη γη. Κατόπιν έπρεπε να βρω κάποιον ικανό να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των Avengers. Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκα κάποιον που τον έλεγαν Όλεκ. Μαζί με αυτόν κατέστρεψα τη γη»…

Το καλοκαίρι κατά το τέλος Ιουνίου, πήγε ο Γιάκομπ με τους γονείς του στην Κροατία για διακοπές. Εκεί στο νησί των δαλματικών παραλίων, στην πόλη Κρκ, την αρχαία Ιλλυρική Κυρικτική ή Κύρικον κατά τους Βυζαντινούς, ζούσε ο παππούς του. Είχε συλληφθεί ως μουσουλμάνος από τους Σέρβους ορθοδόξους κατά τον πόλεμο το ’97 αλλά επέζησε. Τον Γιάκομπ δεν τον ενδιέφεραν αυτά· εκείνος αφενός ήταν αχνά, αραιά και που, Χριστιανός από την Γερμανίδα μητέρα του, αφετέρου το μόνο που ήθελε ήταν να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του παππού του.

Ανοίχτηκαν με τον παππού του ένα ηλιόλουστο πρωινό προς τα νησιά Κρες, με την βενζινοκίνητη βάρκα, να ρίξουν τ’ αγκίστρια τους. Ο βορέας είχε απ’ το προηγούμενο βράδυ πέσει, η θάλασσα γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που έμελλε ν’ ακολουθήσει… (περισσότερα…)

Παλαιοί εχθροί

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο», μαθαίναμε στο πρώτο μας αρχαιοελληνικό κείμενο, την Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα. Και ναι μεν δεν έχω τη μνήμη του πρωτότοκου, του Αρταξέρξη, θυμάμαι όμως εκείνη την πρώτη μου ανάβαση στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1978. Άρτι αφιχθείς, νέος φοιτητής, ήθελα να μπω να φάγω για μεσημέρι στο φοιτητικό εστιατόριο, και δεν μπορούσα. Το Διεθνές Σπίτι (Maison Internationale) της Πανεπιστημιούπολης βρίσκεται πρώτο πίσω απ’ το βουλεβάρτο του Ζουρντάν και μπροστά από την λεωφόρο Ροκφέλλερ. Δυό αντιμαχόμενες ομάδες –ορδές μάλλον– έκλειναν την είσοδο, οι μεν στους δε. Μαυρίλα στα γένια, στα πρόσωπα, στα ρούχα οι μεν, πιο ξυρισμένοι οι δε. Φωνές, συνθήματα, σπρωξίματα, ελαφρό ξύλο ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, τουλάχιστον για ένα μήνα.

Αναρωτιόμουν να μάθω τί είχε συμβεί, ποιοι ήσαν οι ευγενείς νέοι. Είχε ξεκινήσει η Ιρανική ή αλλιώς Ισλαμική επανάσταση στην πάλαι ποτέ Περσία. Μέσα στο Σπίτι ήσαν μάλλον οι του καθεστώτος Παχλεβί, απ’ έξω προσπαθούσαν να μπουν οι «ουλεμάδες» του Αγιατολάχ. Μετά από λίγους μήνες, με την επικράτηση των ισλαμιστών, ηρέμησε η κατάσταση, τουλάχιστον στην Πανεπιστημιούπολη. Όμως ένας φόβος πλανιόταν πάνω στα όμορφα εκείνα φύλα. Η Σερίν ήταν μια ευειδής φοιτήτρια η οποία συνέτρωγε στην εστία. Όσες φορές τόλμησε να σε κοιτάξει μ’ εκείνα τα καλομέλανα μάτια, δεν μπόρεσες να την πλησιάσεις περισσότερο. Ποιος ξέρει πού και πώς να κατέληξε, με μαντήλα ή χιτζάμπ μαύρο ολόσωμο; – αλίμονο! Έβλεπα πριν λίγο καιρό με θαυμασμό, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, εύμορφες Ιρανές ν’ ανάβουν το τσιγάρο τους απ΄την καιόμενη φωτογραφία εκείνου του «συχωρεμένου» Αγιατολάχ – με κίνδυνο της ζωής τους. Κι έπειτα ποιες από αυτές τις μάνες, με χιτζάμπ ή τσιγάρο στο στόμα, κλάψανε τώρα τ’ αδικοσκοτωμένα κορίτσια τους; Ο πόνος δεν είναι ίδιος;

Πώς, πότε τελειώνει ένα ιστορικό διανυσματικό ευθύγραμμο τμήμα; Ή μήπως πρόκειται για ευθεία, αν έχει εν γένει αυτό το σχήμα; Σε ποια ημερομηνία τελειώνει μια αφήγηση, αν όχι σ΄εκείνη της δημοσίευσής της; Πριν πέσει σε οριστική νεκροφάνεια. (περισσότερα…)