Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μια αυτοανθολογία

Δημήτρης Δασκαλόπουλος (6.12.1939 – 30.5.2026)

~.~

Όταν το 2019 προσκαλέσαμε στις Νύχτες του Ιουλίου στα  Χανιά τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο για να παρουσιάσουμε την αυτοβιογραφία του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου», ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και εγώ του ζητήσαμε να μας στείλει μερικά ποιήματά του που ο ίδιος τα θεωρεί αντιπροσωπευτικά του έργου του, ώστε να διαβαστούν κατά την εκδήλωση. Τα εννέα ποιήματα που ακολουθούν είναι εκείνα που μας έστειλε τότε. Ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά καλύπτουν πάνω από μισόν αιώνα γραφής. Το ΝΠ τα αναρτά τώρα στη μνήμη του. — ΚΚ

~.~

«ΜΝΗΜΗ» VI.

Είχες φυτέψει στην αυλή μας λουλούδια.
Ο σπόρος που κύλησε από τ’ άγια σου χέρια
κράτησε καιρό μέσα του τη δύναμη της ζωής.
Προχτές ανοίχτηκε στο φως ένα τριαντάφυλλο
και είπε πως είναι η Ομορφιά
που δεν πεθαίνει με τον θάνατο.

(Απόπλους, 1963, από την ενότητα «Ξανθίππη»)

///

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Ζούσαμε τέσσερις σ’ ένα παράξενο σπίτι
στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση.
Ο ένας έφυγε μετά το μεσημέρι κι ο άλλος
πέθανε την ώρα που φύτευε τριαντάφυλλα.
Απομείναμε δυο σε χωριστά δωμάτια
περιφραγμένοι με εύπλαστα συναισθήματα.
Τ’ απογεύματα μετά τις ανοιξιάτικες μπόρες,
καθώς ανεβαίνουν από τα νοτισμένα χώματα
σαν καπνοί από θειάφι οι θύμησες,
σφιγμένα σ’ επίσημες μαύρες φορεσιές
βγαίνουν σεργιάνι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και έκαναν ελάχιστη τη μικρή ζωή μας φεύγοντας.
Τότε, μες από τις δακρυσμένες φυλλωσιές
και τα κλαμένα μάτια των καρπών που αιωρούνται,
κουνάμε δειλά τα χέρια στους άλλους δυο
που διασχίζουν απόκοσμοι τον κήπο
χωρίς να βλέπονται, αμίλητοι κι αγνώριστοι.
Και οι περίοικοι έχουν να πουν πώς, όταν
προβάλλει στην ανατολή ο ήλιος και φεύγει
στη δύση η σελήνη, δεν είναι παρά
τα προσφιλή χαμένα πρόσωπα
που διεκδικούν τη μνήμη μας
πάνω απ’ το παράξενο σπίτι.

Ο κόσμος αρχίζει στα μάτια και τελειώνει στα όνειρα.

(Επιστροφές, 1973)

///

Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.

***

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

(Και τα δύο, Αλφαβητάρι, 1976)

///

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Άραξα σε τούτο τ’ ακρογιάλι
πολιορκημένος απ’ τη χαλκοπράσινη
αρματωσιά της θάλασσας.
Ο χωματόδρομος που κατεβαίνει
σαν γιδοκέρατο ώς το κύμα
τα βούρλα οι καλαμιές και τα φρύγανα
που υποκλίνονται σ’ όποιον άνεμο και να φυσά
δεν μπορούν να μου προσφέρουν βοήθεια.
Τις νύχτες η βοή του πελάγου
μπαίνει στις στενές γλώσσες της στεριάς
κι από κει περνάει σε στόματα γερόντων
που αφηγούνται πάθη και καημούς
-η μόνη αληθινή παρουσία δίπλα μου
μετά τη σιωπή.
Κι ύστερα έρχονται οι νεκροί
με τις κιτρινισμένες φωνές
μπαλσαμωμένοι στα τυλιγάδια
παντιέρες σημαίες και λάβαρα
μιας μάχης χαμένης πριν αρχίσει
αόρατη λιτανεία που διαβαίνει
τις στεριές τα πέλαγα και τον καιρό
αφήνοντας στο πέρασμά της
αποκαΐδια και σκουριασμένα λάφυρα.
Δεν ξέρω πού αρχίζει και πού τελειώνει
αυτή η εφιαλτική πομπή
δεν μπορώ πια να διακρίνω
τους ζωντανούς από τους πεθαμένους.
Παίρνω το χωματόδρομο που κατεβαίνει
σαν γιδοκέρατο ώς το κύμα
ανάμεσα σε βούρλα καλαμιές και φρύγανα
για να ματίσω τα δίχτυα ν’ ανοίξω
τα πανιά για το δικό μου ταξίδι.

Αν, μετά από χρόνια, ανταμώσετε
σ’ αυτό ή σε άλλο ακρογιάλι
το ναυαγισμένο σκαρί μου
είμαι βέβαιος ότι θα πείτε
πως ετοίμαζα κι εγώ παντιέρες
μιας μάχης χαμένης πριν αρχίσει
σημαίες και λάβαρα χιλιοτρυπημένα
για να κυκλοφορούν ανάμεσά τους
τα θερμά λόγια του ήλιου
και τα όνειρα.

(Νέκυια, 1978)

///

Ι.

Τα πράγματα είναι όπως τα γνώρισες.
Λίγο χειρότερα ίσως, γιατί
ο άνθρωπος συνηθίζει τις συφορές.
Η συφορά είναι ένα σκληρό προσκεφάλι όπου πλαγιάζω
και δε λέει να με πάρει ο ύπνος.
Τις νύχτες βυθίζομαι
σ’ ένα μαύρο που αναιρεί το σκοτάδι
και μετρώ εκατό άσπρα πρόβατα
που ωρίμασαν για τη Λαμπρή
ή παραδίνομαι στα όνειρα. Σιγά σιγά συνηθίζω…
Κι όταν ανέβει ο ήλιος
πρέπει να στύψω δυνατά μιαν αχτίδα
για να κατεβάσει μια σταγόνα φως.
Ύστερα αρχίζω το πάρε δώσε με τις λέξεις
που κυκλοφορούν σαν λεωφορεία
ή σαν παραποιημένη είδηση.
Ξέρεις, απ’ όλα τα μέσα συγκοινωνίας
τα πιο σαράβαλα είναι οι λέξεις·
κάθε τόσο μ’ εγκαταλείπουν μεσοστρατίς.
Κάποτε
με λιγοστές φράσεις μπορούσες
να ταξιδέψεις μιαν απόσταση πολλών χρόνων.
Τώρα βάζω τις λέξεις στη σειρά
φράζω την έξοδο με μιαν ολοστρόγγυλη τελεία
μα κείνες δραπετεύουν
γλιστρώντας
πάνω στον άσπρο τοίχο της σελίδας.
Προτιμούν να γίνουν σύνθημα σε διαδήλωση
διαφημιστικό μήνυμα
ουρλιαχτό ζώου
την ώρα που σωριάζεται ο κατάδικος πυροβολημένος.
Πώς να σου γράψω, Ερμόλαε;
Βρίσκομαι πάνω σ’ ένα κάρο
κατηφορίζοντας στενά καλντερίμια·
τ’ άλογα αφήνιασαν και σπάσαν τα γκέμια.
Πώς να σου γράψω;
Οι λέξεις που μου απόμειναν μυρίζουν σφαγείο.
Τις αποθέτω με τρυφεράδα στο χαρτί
μα κείνες αφορμίζουνε και στάζουν αίμα
όπως οι τρυπημένες παλάμες
του Εσταυρωμένου.

(Γράμματα στον Ερμόλαο, 1981)

///

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ’ΡΘΟΥΝ

Τα χρόνια που θά ’ρθουν
έχουν ένα πρόσωπο που δεν μας μοιάζει.
Λιγότερα δέντρα, περισσότερες σκιές
αναποφάσιστα ποτάμια και βουρκωμένες θάλασσες.
Μόνον τα δάχτυλα κρατούν σφιγμένη
τη δική τους αμετάφραστη γλώσσα
και οι ψίθυροι στους κλειστούς χώρους
θυμίζουν πώς γεννιέται ένα λουλούδι.

Τα χρόνια που θά ’ρθουν
τα έχουμε κιόλας ζήσει σε βαθιά σιωπή.
Νυχτώνει πάνω στην πόλη. Ετοιμάσου!
Μεταναστεύουμε σε άλλα τοπία
ταξιδεύοντας μέσα στα νεύρα
ενός γέρου πλάτανου, στο κελάρυσμα του νερού,
στην παιδική αθωότητα.

Τα χρόνια που θά ’ρθουν
με μια γεύση στάχτης στις μέρες τους
πάνω από τα ερείπια της πόλης
τροφή για την αξίνα του αρχαιολόγου
είναι γηγενή και αταξίδευτα
στις νύχτες του φεγγαριού.

Τα χρόνια που θά ’ρθουν
πάνω από τα ερειπωμένα μας βλέμματα
δεν θα θυμούνται τους κλειστούς χώρους
και τα κορμιά μας ακυβέρνητα
στις νύχτες του φεγγαριού.

Τα χρόνια που θά ’ρθουν
πάνω από την προϊστορική ζωή μας
μικρά λουλούδια στη λησμονιά
της καινούριας αγέρωχης μέρας.

Τα χρόνια που θά ’ρθουν
τυφλά κι ανονείρευτα απ’ το πλατάγιασμα
μιας παγωμένης φτερούγας.

Τα χρόνια
που θά ’ρθουν

έφτασαν.

(Κλειδούχος μοίρα, 1993)

///

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Έχει μετέλθει πολλά επαγγέλματα.
Σε δύσκολες ώρες ιδιώτευσε
ως μεσίτης πόθων και ως προξενητής
ανεκπλήρωτων ονείρων. Επιδόθηκε
στην εκμάθηση ξένων γλωσσών: της σιωπής,
των χρωμάτων, της αφής, της μουσικής,
των ψιθύρων. Με ιδιαίτερη ευχέρεια
χειρίζεται τη διάλεκτο του μαύρου, ιδίως
όπως ομιλείται μεσουρανούντος του ήλιου.
Προσφάτως παρακολουθεί ιδίαις δαπάναις
μαθήματα αποχρώσεων και υπεκφυγών.
Στον ελεύθερο χρόνο του
προτιμά να διαβάζει ολιγοσέλιδα βιβλία
κυρίως για τα ίχνη αίματος
που αφήνουν στα δάχτυλα
καθώς τα ξεφυλλίζεις.

(Υπαινιγμοί, 2007)

///

ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Γυναίκες που δουλεύουν
Σε εργοστάσια και χωράφια

Γερασμένες γυναίκες που βλέπουν
Στο κρεβάτι τον άρρωστο άντρα τους

Άλλες που άλλαξαν με γάμους
Δύο και τρία αντρικά σώματα

Έφηβες που απορούν και θαυμάζουν
Τις αλλαγές στο ριγηλό σώμα τους

Νέες κοπέλες που ονειρεύονται
Το νυφικό και τον γάμο τους

Νέα κορίτσια που υπέστησαν
Την πρώτη τους έκτρωση

Γυναίκες που λαχταρούν κρυφά
Ένα άλλο γυναικείο σώμα

Γυναίκες που αδημονούν
Για τη βραδινή αγκαλιά του άντρα τους

Γυναίκες που γυρνάνε στο σπίτι
Κουρασμένες από τη δουλειά της ημέρας

Γυναίκες που παρέμειναν ανέγγιχτες
Ανέραστες με νεκρό σώμα

Μεσόκοπες που αρχίζουν να τρέμουν
Καθώς τις εγκαταλείπει η επιθυμία

Ηλικιωμένες που βλέπουν τις νεαρές
Και φαντάζονται τα φλογερά κρεβάτια τους

Γριές που το σώμα τους έχει ξεχάσει
Την αλλοτινή θέρμη του έρωτα

Πόρνες που πιστεύουν πως διατηρούν
Την παιδική αθωότητα

Γυναίκες υψηλόβαθμα στελέχη
Σε πολυεθνικές εταιρείες

Μανάδες που η τύχη τους έδωσε
Ένα ανάπηρο παιδί

Γυναίκες που περιποιούνται
Μνήματα προσφιλών τους

Ποιες διαβάζουν ποιήματα;

(Με δίχτυ τον άνεμο, 2015)

///

*

**