Day: 28.05.2026

Στο καφενείο

*

της ΑΝΝΑΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

~.~

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στην τετράγωνη αυλή με τις πορτοκαλιές και τις κιτρολεμονιές  ακριβώς στο κέντρο, σαν κάποιος να είχε σύρει τις διαγωνίους για να το θεμελιώσει, έστεκε το καφενείο.

Κόσμος σκόρπιος στα τραπεζάκια· ντόπιοι που ρουφούσαν freddus macchiatus και άλλους λατινογενείς καφέδες, τουρίστες που  στράγγιζαν το σιρόπι του κουμ κουάτ στο πιατελάκι, παιδάκια που έγλειφαν το παγωτό τους με προσήλωση υψηλού χρέους και γέροι· γέροι που κάθονταν περιμετρικά σύρριζα στο κτίσμα με την πλάτη στον τοίχο.

Ένας ένας σε κάθε τραπέζι, μιλιά δεν άλλαζαν, μα ο σχηματισμός τους είχε κάτι το συνωμοτικό. Ίσως ας πούμε, να ’χαν συμφωνήσει να εμποδίσουν την κατάρρευση του κτιρίου, μιας και τα ντουβάρια έμοιαζαν να στέκουν μόνο και μόνο επειδή τα στήριζαν οι πολυκαιρισμένες πλάτες.

Τους είχα ξαναδεί πολλές φορές κι αναρωτιόμουν: τι κάνουν τώρα; στηρίζονται; στηρίζουν; Από ντροπή ποτέ δε ρώτησα. Όπως και να ’χει, εγώ, να στηριχτώ δεν ήξερα, να στηρίξω δε άντεχα πια, έπιασα λοιπόν ένα τραπεζάκι ξέχωρο απ’ τα πολλά, παράμερο.

 

Στο καφενείο αν βρεθείς, μην ντραπείς, σύρε ρώτα τους
τι τάχα ξέρουν και πάντα φυλάνε τα νώτα τους;

///

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ

Αιωρούνταν κι αυτή, μέσα στην αιωρούμενη σκόνη που λαμπύριζε στο φως του μεσημεριού. Γλιστρούσε με τ’ αόρατα παγοπέδιλά της πάνω στις πλάκες της αυλής, διαγράφοντας σπείρες και μαιάνδρους ανάμεσα στα τραπεζάκια.

Με πλησίασε αθόρυβα· καμιά εικοσαριά χρονών, μάγουλα κρουστά, χείλη γεμάτα, μάτια όλο σπίθα και κλήση σε απολογία.

Τα μαλλιά της χόρευαν με το αεράκι, μπαίναν στα μάτια, στο στόμα της, τα ξάκριζε με το χέρι χαριτωμένα. Τα νέα κορίτσια, αφήνουν μακριά μακριά τα μαλλιά τους. Δεν ξέρουν ακόμα ότι τις νύχτες αναρριχώνται πάνω τους όνειρα μακρινά κολλώντας τα βεντουζένια ποδαράκια τους στη γερή τρίχα. Ανεβαίνουν σαν Σομαλοί πειρατές και τρυπώνουν στο άγουρο κεφάλι τους. Χρόνια μένουν εκεί γεμίζοντας το κοίλο του κρανίου παράξενες φωνούλες. Μετά εκείνες γίνονται γυναίκες. Όλο και κονταίνουν τα μαλλιά τους, όλο και λιγότερη συγκατάθεση στην αυταπάτη.

«Τι θα θέλατε;»

«Τα μακριά σου μαλλιά»

«Έναν ελληνικό διπλό σκέτο» σημείωσε, μου χαμογέλασε κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε· σαν ευτυχία. (περισσότερα…)

Μεσημέρι

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

«Αχ δέντρο γερτό, σκεφτικό, πανέκπληχτο, που αντιμάχεσαι σθεναρά το φως του μεσημεριού. Ντύνεσαι τις βαριές σκιές σου και αποκρούεις τις κάθετες εφορμήσεις της λάμψης. Γιατί το κάνεις; Τι φοβάσαι;»

«Φοβάμαι την ύπαρξή μου», ψιθυρίζει το δέντρο, «δεν βλέπεις τόσο φως που πολεμά να με καταπιεί;»

«Τι αστειότητες!», παρεμβαίνει το φως. «Κανέναν δεν θέλω να καταπιώ, απλώς δοκιμάζω ανώδυνες παραλλαγές της ώσμωσης».

*

* (περισσότερα…)