Παναγιώτης Καλαντζόπουλος – Γεωργία Νταγάκη | Μια συνάντηση

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Σάββατο 4 Ιουλίου | 9:00 μμ | Μεγάλο Αρσενάλι Χανίων

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος-Γεωργία Νταγάκη
Μια συνάντηση

Δημιουργοί πολύτροποι, που συστηματικά πειραματίζονται με ποικίλα ακούσματα, από την μουσική για το σινεμά ώς τους κρητικούς παραδοσιακούς ρυθμούς και από το έντεχνο τραγούδι ώς τη ρόκ, ο συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και η λυράρισσα και τραγουδίστρια Γεωργία Νταγάκη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Στα Χανιά θα ενώσουν τις δυνάμεις τους σε μια συναυλία αναδρομή στο έργο τους και όχι μόνο. Μαζί τους στη σκηνή ο κιθαρίστας Πάνος Γεωργόπουλος.

Είσοδος 15 €

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: https://www.ticketservices.gr/…/megalo-arsenali-mia…/

*

*

*

Ο Μποκόρος και οι ίσκιοι του

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου-συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:

«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της φύσης». (σ. 54)

Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…

Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά –φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το «τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.

Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.

Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.

Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.

Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει: (περισσότερα…)

Τέσσερα νέα ποιήματα: Γαλανάκης – Κωσταγιόλας – Σαμπάνης – Σπυράτου

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

1

Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.

 

2

Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.

Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος ληστοῦ

Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.

 

Εισαγωγή – Επιμέλεια: Γιώργος Πάλλης

Το 1870, η παλαιά Ελλάδα ζούσε υπό τη μάστιγα της ληστείας. Ένοπλες συμμορίες λυμαίνονταν την ύπαιθρο, ληστεύοντας ταξιδιώτες, αρπάζοντας ομήρους για λύτρα και τρομοκρατώντας ολόκληρες περιοχές. Η αγριότητά τους είχε παραλύσει τη ζωή των παραμεθορίων κυρίως επαρχιών, καθώς πολλοί λήσταρχοι χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλία —«το Οθωμανικόν». Εκείνο το έτος η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο με τη λεγομένη σφαγή του Δήλεσι, τον φόνο των Άγγλων και Ιταλών διπλωματών και περιηγητών που αιχμαλώτισε στο Πικέρμι η συμμορία των Αρβανιτάκηδων, γεγονός που προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης και τον διεθνή διασυρμό της χώρας.

Το κράτος κατεδίωκε τους ληστές με αποσπάσματα της χωροφυλακής και του στρατού. Όσοι συλλαμβάνονταν ζωντανοί, καταδικάζονταν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Η λαιμητόμος ταξίδευε ανά το βασίλειο, μαζί με τους δήμιους, και εκτελούσε τις ποινές. Στις αρχές του Μαΐου του 1870, μεταφέρθηκε με το ατμόπλοιο “Σαλαμινία” στη Φθιώτιδα, για να εκτελέσει θανατοποινίτες στη Στυλίδα, τη Λαμία και την Υπάτη, και κατόπιν επέστρεψε στον Πειραιά για να στηθεί ξανά στη Λιβαδειά. Εν πλω προς την εκτέλεσή του, ο ληστής Θωμάς Ιωάννου από το Λιμογάρδι της Φθιώτιδας έγραψε —ή το πιθανότερο υπαγόρευσε— ένα γράμμα προς τον αδερφό του. Υπό τον τίτλο «Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος λῃστοῦ», το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Aλήθεια” (φύλλο 1140 της 25ης Μαΐου 1870), ως «αὐτοσχέδιον κήρυγμα ἀνθρώπου θανατουμένου ποὺ συγκινεῖ τὰς ψυχὰς πλειότερον ἢ ἔντεχνος ἱεροκήρυκος λόγος».

Η επιστολή του Θωμά Ιωάννου είναι αξιοσημείωτη για την αμεσότητά της, την εσωτερική της ένταση και τη γλώσσα της. Ένας μελλοθάνατος ανασκοπεί τη ζωή του και δίνει στον αδελφό του οδηγίες και παραγγελίες για τάματα, για το κορμί του, για τη γυναίκα, το παιδί και το ρολόι του, για φίλους και εχθρούς. Συγχωρεί και μεταμελείται, ανακαλεί πρόσωπα και επεισόδια, τακτοποιεί πρακτικά ζητήματα και ανθρώπινες αντιδικίες, και προσπαθεί να διασφαλίσει τη μνήμη που αφήνει πίσω του. Στα λόγια του συνυπάρχουν η ντροπή για τον ατιμωτικό αποκεφαλισμό, η αγωνία για το νεκρό σε λίγο σώμα, η έγνοια για το ορφανό παιδί, η αγάπη για τη γυναίκα (που δεν κατονομάζεται), ο σεβασμός προς τον νεκρό πατέρα —«το αφεντικό μου»—, η νοσταλγία για τον τόπο όπου μεγάλωσε, η θρησκευτική πίστη, οι δεισιδαιμονίες, όλα με την ειλικρίνεια που επιβάλλει ο επερχόμενος θάνατος.

(περισσότερα…)

Η αρπαγή της Ευρώπης; Το μέλλον της Eυρωπαϊκής Iδέας

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 1 Ιουλίου | 9:00 μμ | Δημόσια συζήτηση

Η αρπαγή της Ευρώπης;
Το μέλλον της Eυρωπαϊκής Iδέας

Ουκρανικό, Τραμπ, δασμολογικοί πόλεμοι, αποβιομηχάνιση, άνοδος ακροδεξιών δυνάμεων, μεταναστευτικό. Ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται σήμερα σε ιστορικό σταυροδρόμι, αντιμέτωπη με έντονες και πρωτοφανείς προκλήσεις, τις οποίες δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει πειστικά, αποτελεί κοινό τόπο.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα, υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση;

Συζητούν δύο κατ’ εξοχήν ειδήμονες των ευρωπαϊκών πραγμάτων, ο οικονομολόγος Κώστας Μελάς, καθηγητής του Παντείου, και ο καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ Αντώνης Μεταξάς. Συντονίζει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026, 9:00 μμ.
Θέατρο Κυδωνία
Υψηλαντών 12, Χανιά
*
**

 

Τεχνητή Νοημοσύνη, η κλέφτρα κίσσα

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Τεχνητή Νοημοσύνη, η κλέφτρα κίσσα

Έντεκα βέλη για την κλέφτρα κίσσα – που κυκλοφορεί σε ορισμένους λογοτεχνικούς κύκλους με το ψευδώνυμο Τεχνητή Νοημοσύνη.

  1. Μετά από χειραψία με μία κλέφτρα, ο φιλύποπτος μετράει τα δάχτυλά του. Σήμερα ο συγγραφέας ψάχνει το δαχτυλίδι με το μονόγραμμά του.
  2. Ο τεχνίτης κόβει το διαμάντι για να μην αναγνωρίζεται – όταν είναι κλεμμένο. Σήμερα ο λογοτέχνης βλέπει το πετράδι του νόμιμα διαμελισμένο.
  3. Ο κλεπταποδόχος πληρώνει την κλέφτρα ανάλογα με την αξία του κλοπιμαίου. Σήμερα ο λογοκλόπος απολαμβάνει τις υπηρεσίες της δωρεάν.
  4. Η νοθεία των ακριβών ποτών είναι δύσκολη γιατί η γεύση τους είναι μοναδική και ο πότης ξέρει τι πίνει. Σήμερα ο βιαστικός αναγνώστης κατεβάζει ό,τι του σερβίρουν.
  5. Ο παραχαράκτης παίρνει υψηλό ρίσκο τυπώνοντας πλαστά χαρτονομίσματα. Σήμερα ο κάθε τυχάρπαστος ξεπετάει επίπλαστα βιβλία χωρίς να φοβάται τη διαπόμπευση.
  6. Ο καλός ηθοποιός κόβει τον ρόλο του από τον χαρακτήρα που υποδύεται και τον ράβει στα μέτρα του. Σήμερα ο κομπάρσος της γραφής περιφέρεται με την κοστουμιά του σακάτη.
  7. Η επιλεκτικά μεταποιημένη αντιγραφή απαιτεί σωστή κοπτοραπτική. Σήμερα η Μηχανή ασκείται στη συμπιληματική απογραφή δεδομένων.
  8. Στην παράδοσή μας ήταν αυτονόητο πως το νοητικό μετοίκασμα του κόσμου μένει στείρο χωρίς το κατ’ αίσθησιν ακαριαίο του προτύπωμα. Σήμερα μας μιλούν για μία Μηχανή που νοεί χωρίς να αισθάνεται.
  9. Η διάκριση ανάμεσα στο προσωπικό ύφος ενός συγγραφέα (écrivain) και της αγοραίας απομίμησης κάποιου γράφοντος (écrivant) ήταν ανέκαθεν ισχύουσα. Σήμερα οι γράφοντες κατακλύζουν με τις κάνουλες της Μηχανής το στερέωμα.
  10. Άλλοτε οι συγγραφείς είχαν φρουρά από γενναίους και δυνατούς αναγνώστες. Σήμερα κάθονται μονάχοι στον ψηλό τους βράχο κοιτάζοντας τα νύχια, τα νυχάκια τους, τα νυχοποδαράκια τους.
  11. Παλιότερα ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε το Εγχειρίδιο του Καλού Κλέφτη. Σήμερα ποιός θα γράψει το Εγχειρίδιο του Θριαμβεύοντος Λογοκλόπου;

/// (περισσότερα…)

Τὸ θεριὸ

*

Ἐπιτρέψτε μου
λίγους στίχους χάικου
κι ἐγὼ νὰ γράψω

φυλακισμένο
τὸ ἀδάμαστο θεριὸ
ὅτι κρατάω

ἐντὸς ὁρίων
ἂν κι ἀκαταμάχητο,
μὲ λίγα λόγια

πῶς ὁ ἔρωτας
ἀειθαλῶς ὑμνεῖται —
λοιπόν, φύγαμε!

Τὸ φθινόπωρο
κυκλάμινα, τσουκνίδες
καὶ ἄσπροι κρόκοι

τὸ καλοκαίρι
σπάρτα, λυγαριές, μυρτιὲς
καὶ πικροδάφνες

τὸν δὲ χειμώνα
τὸ κίτρινο γιασεμὶ
μὲ τὸ βιβοῦρνο

καὶ τὴν ἄνοιξη
ὁ σχίνος, ἡ δαφνούλα
κι ἡ καμπανούλα.

Τὰ ὑπόλοιπα
(ἀσφόδελοι καὶ κρίνοι
φλόμος, πασχαλιὰ

βαλεριάνα)
ἂς ἀνθίσουν μέσα σου
πόες καὶ θάμνοι

πότε νὰ θάλλεις
πότε νὰ μαραίνεσαι
μνήμη ἐποχική.

Ὁρίστε· πέντε
κι ἀμέσως μετὰ ἑφτὰ
καὶ πάλι πέντε —

πῶς ὁ ἔρωτας
στριμώχνεται σὲ φόρμες
ἀλλὰ διαφεύγει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

*

*

Είναι άραγε η ποίηση που προέχει;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Το Ένας ποιητής του Σιμόν Μέσα Σότο είναι μια ταινία πάνω στην ποίηση, και όχι μια ποιητική ταινία. Εξετάζει τη θέση του ποιητή και της ποιητικής λειτουργίας μέσα στην κοινωνία, και δη στην κοινωνία μιας υπανάπτυκτης χώρας όπως η Κολομβία. Είναι γεγονός ότι το σινεμά δυνάμει των αυτόχθονων εκφραστικών του μέσων είναι επιτήδειο για τη μετάδοση του ποιητικού ρίγους. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό σε μια μεγέθυνση όπως αυτή του γκρο-πλαν, ποιος μπορεί να το αρνηθεί σε μια σύντηξη εικόνων όπως αυτή του φοντύ-σε-μαύρο ή στη δυναμική της μεταφοράς που επιτελεί το φοντύ-ανσαινέ: τρόποι συγκόλλησης-στίξης μεταξύ εικόνων που χαρακτηρίζουν ιδίως τις συνδέσεις εικόνων στην κλασική κινηματογραφική αφήγηση, και που επιπλέον κάνουν την κινηματογραφική εικόνα να συγγενεύει με το όνειρο και την ποιητική του. Η κινηματογραφική εικόνα βρήκε πολλαπλούς τρόπους για να ορίσει αυτό του εννοούμε λέγοντας ποιητικότητα και να την κατοχυρώσει ως προσίδιo γνώρισμα του κινηματογράφου. Από την άλλη, ποίηση και κινηματογράφος συνιστούν δύο αντιθετικούς πόλους στο φάσμα της εξέλιξης της καλλιτεχνικής έκφρασης του ανθρώπου. Η πρώτη είναι τόσο αβίαστη και πρωτογενής όσο και ένα επιφώνημα, για να θυμηθούμε τον γνωστό ορισμό του Βαλερύ, ο δεύτερος αποτελεί τη δευτερογενή εξέλιξη του ανθρώπινου βλέμματος, διαμεσολαβημένη όμως από τεχνικά κεκτημένα της βιομηχανικής εποχής. Πράγμα που δεν τους εμποδίζει όμως να συναντώνται.

Μια ταινία για τη θέση της ποίησης όμως μέσα στην κοινωνία δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιεί «ποιητικά» μέσα, μπορεί κάλλιστα να περιορίζεται στην κλασική αφήγηση χωρίς να στηρίζεται στις συνήθεις ποιητικές διαφυγές. Άλλο το να μιλάς για ποίηση και ποιητές, και άλλο το να χρησιμοποιείς την εκφραστική σκευή της για να εκφραστείς καλλιτεχνικά. Η ζωή ενός ποιητή μπορεί να παρασταθεί και χωρίς κανένα ποιητικό μέσο, εφόσον, όπως το θέλει ένας καλά ριζωμένος κοινός τόπος, ενδέχεται να έχει μια πεζολογική όψη, στερούμενη, τουλάχιστον επιφανειακά, οποιασδήποτε λυρικής πνοής.

Ο σκηνοθέτης Σιμόν Ουμπεϊμάρ Ρος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το εν λόγω ζήτημα. Παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας καθώς αυτός έρχεται αντιμέτωπος με ένα καταφανώς αντιποιητικό περιβάλλον, αυτό της δικής του οικογένειας και εκείνο της οικογένειας της μαθήτριας της οποίας αποφασίζει να αναλάβει την προστασία και την προώθηση. Καθότι, όπως βλέπουμε, η μαθήτριά του τις χρειάζεται απαραιτήτως λόγω της ενδεούς κοινωνικής της θέσης. Και βλέπουμε, όπως συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων, ότι η λειτουργία, ο ρόλος του ποιητή, δεν είναι κάτι εντελώς άδολο: από τη στιγμή που το υποκείμενο αναλάβει να εκφραστεί ποιητικά, είναι σίγουρο ότι ασκεί κάποια αξίωση ισχύος, κάποια εξουσία που θα εφαρμοστεί πάνω σε εκείνους που θα τον ακούσουν ή και θα τον πιστέψουν, δηλαδή που θα περιβάλλουν με κύρος τα λεγόμενά του και θα τα καταξιώσουν ως ανώτερο πολιτιστικό θέσφατο. Η ποίηση ως φιλολογικό είδος, ως τροπικότητα εκφώνησης, μπορεί να έχει χάσει αρκετή δύναμη από εκείνη που κατείχε στις παλαιότερες ή σε προνεωτερικές κοινωνίες, η γνωστική της εμβέλεια μπορεί να έχει αμφισβητηθεί, διατηρεί όμως κάτι από την ιερατική άλω της μαγείας, από την αληθολογική μαρτυρία της ιστοριογραφίας, από την επιβολή του λόγου της ρητορικής. Η ποίηση, όσο εσωστρεφής και κωδικοποιημένη και αν είναι, διαδηλώνει πάντα τη δύναμή της να κατονομάζει, να εξηγεί, να συνδυάζει μέσω ενός λόγου που το αμετάβατό του και το απυρόβλητό του τού εξασφαλίζει μια θέση πέραν κάθε αμφισβήτησης.

Έτσι, βλέπουμε στην υπόθεση της ταινίας τον πρωταγωνιστή να έχει μια μειονεκτική, μια επισφαλή θέση απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον του. Η οικογένειά του τον αμφισβητεί, τον προτρέπει να «ξεκαβαλήσει το σύννεφό του» και να αντιμετωπίσει τη ζωή με τις πρακτικές της απαιτήσεις, να ζήσει ρεαλιστικά. Και μολονότι και ο ίδιος καταλαβαίνει ότι η στάση του και η προσκόλλησή του στην ποίηση δεν τον βοηθά στις σχέσεις με τους άλλους, δεν τον βοηθά να επιβιώσει και να συντηρήσει την οικογένειά του, εντούτοις είναι ανεκρίζωτη μέσα του η πεποίθηση για την ηθική ανωτερότητα της «ποιητικής» του στάσης. Είναι μια πίστη που αντλείται ασυνείδητα από το πανάρχαιο συμβολικό γόητρο της ποιητικής τέχνης, γόητρο που κατά βάθος παραμένει ανέπαφο, έστω κι αν ο ρεαλιστικός, τεχνοκρατικός, χρησιμοθηρικός προσανατολισμός των κοινωνιών μας ρίχνει πάνω της τον απειλητικό του ίσκιο. Ακόμη και απέναντι στα πλέον γειωμένα πνεύματα ο ποιητικός οίστρος μεταδίδει έναν εξωλογικό ηλεκτρισμό. Έτσι πορεύονται οι ποιητές στους χαλεπούς καιρούς του εργαλειακού λόγου. (περισσότερα…)

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana: (περισσότερα…)

Αντρέ ο Γίγαντας

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Αντρέ ο Γίγαντας

Όποιος περπατάει στην Αθήνα δεν γίνεται να μην έχει πετύχει κάποια ασπρόμαυρα αυτοκόλλητα, πάνω σε κολώνες και κάδους σκουπιδιών, που απεικονίζουν το πλατύ πρόσωπο ενός άνδρα με άδειο βλέμμα, συνοδευόμενο ενίοτε από τη φράση «Andre the Giant Has a Posse».

Ο «Αντρέ ο Γίγαντας», ή κατά κόσμον Αντρέ Ρενέ Ρουσιμώφ, ήταν Γάλλος επαγγελματίας παλαιστής των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Έπασχε από ακρομεγαλία, μια ορμονική διαταραχή που προκαλεί υπερβολική ανάπτυξη των οστών – έφτασε σε ύψος τα δύο μέτρα και είκοσι τέσσερα εκατοστά και ζύγιζε περισσότερο από διακόσια τριάντα κιλά. Στην αμερικανική επαγγελματική πάλη παρουσιαζόταν ως «το όγδοο θαύμα του Κόσμου». Ωστόσο, το γεγονός ότι επιβίωσε στη συλλογική μνήμη δεν οφείλεται τόσο στην καριέρα του όσο στη μετατροπή της εικόνας του σε μαζικά αναπαραγόμενο σύμβολο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Σέπαρντ Φέιρυ, τότε φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ρόουντ Άιλαντ, τύπωσε την εικόνα του Αντρέ σε φτηνά αυτοκόλλητα και τα διέσπειρε στον αστικό χώρο. Δεν τα συνόδευσε με καμία επεξήγηση. Το εγχείρημα λειτούργησε ως ανοιχτό πείραμα πάνω στη δυνατότητα της επανάληψης να προσδώσει βαρύτητα σε μια εικόνα ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της. Οι περαστικοί δεν γνώριζαν την ιστορία του παλαιστή· κι όμως, το πρόσωπο άρχισε σταδιακά να επιβάλλεται με μια παράξενη οικειότητα. Η αναγνωρισιμότητά του δεν βασιζόταν στο ποιος ήταν, αλλά στην αδιάκοπη αναπαραγωγή της εικόνας του. Η επανάληψη δημιούργησε ένα είδος αυθεντίας χωρίς θεμέλιο: ένα κέντρο που δεν προϋπήρχε, αλλά συγκροτήθηκε εκ των υστέρων μέσω της διάχυσης. Έτσι, η εικόνα αποκόπηκε από το αρχικό της σημαινόμενο κι έγινε αυτό που ο Ζαν Μπωντριγιάρ ονόμασε «ομοίωμα».

Αισθάνομαι ότι και η ίδια η Αθήνα λειτουργεί πια με παρόμοιο τρόπο, καθώς τα σύμβολά της έχουν προ πολλού πάψει να αντλούν δύναμη από το νόημα που κάποτε έφεραν· η όποια δύναμή τους προκύπτει κυρίως από την αδιάκοπη επανεμφάνισή τους. Ακόμα και η φθορά της μοιάζει να λειτουργεί σαν σταθερό αισθητικό μοτίβο: αντί να εκλαμβάνεται ως στοιχείο αστικής παρακμής, βιώνεται ως αναγνωρίσιμο τεκμήριο «αθηναϊκής εμπειρίας». Η πόλη καταναλώνει εικονογραφικά την ίδια της την αποσύνθεση. (περισσότερα…)