Νύχτες του Ιουλίου 2026

*

ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ-ΑΙΘΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

~.~

Το Θέατρο Κυδωνία σε συνεργασία με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον οργανώνουν και εφέτος, για δέκατη συναπτή χρονιά μια σειρά από πρωτότυπες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι “Νύχτες του Ιουλίου” έχουν καθιερωθεί πλέον ως διακαλλιτεχνικό φεστιβάλ που απλώνεται σε όλο το φάσμα των γραμμάτων και των τεχνών (λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, στοχασμός και επιστήμη), και περιλαμβάνει διαλέξεις, συζητήσεις, σεμινάρια, τιμητικές βραδιές και εκδηλώσεις μνήμης, παραστάσεις, συναυλίες, προβολές και φιλοσοφικούς περιπάτους.

Και εφέτος θα έχουμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε και να φιλοξενήσουμε στα Χανιά σημαντικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους, οι λογοτέχνες Κλαίρη Μιτσοτάκη και Νικήτας Σινιόσογλου, οι μουσικοί Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και Γεωργία Νταγάκη, οι καθηγητές Βασίλης Κάλφας, Αντώνης Μεταξάς και Κώστας Μελάς, η σκηνοθέτρια και πανεπιστημιακός Χριστίνα Χατζηβασιλείου κ.ά. Στις εφετινές εκδηλώσεις μας περιλαμβάνονται συζητήσεις για την κατάσταση της σημερινής Ευρώπης, ένας διάλογος για τη σύγχρονη κρητική λογοτεχνία, αφιερώματα στον Μαρσέλ Προυστ, την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη καθώς και μια θεατρική παράσταση, περιήγηση στον ποιητικό κόσμο του Μίλτου Σαχτούρη σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και μουσική Νίκου Ξυδάκη.

Οργανωτικός φορέας των εκδηλώσεων είναι η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Φίλοι του Θεάτρου Κυδωνία» που ιδρύθηκε και πρωτολειτούργησε το 2024 για τον επιτυχέστερο προγραμματισμό και συντονισμό τους.

Κύριος τόπος των εκδηλώσεων είναι όπως πάντα ο Αίθριος Χώρος του Θεάτρου Κυδωνία. Μέρος τους όμως θα διεξαχθεί και εκτός θεάτρου, και συγκεκριμένα σε επιλεγμένες τοποθεσίες της υπαίθρου, σημεία ιδιαίτερης φυσικής καλλονής, καθώς επίσης στο Μεγάλο Αρσενάλι του Ενετικού Λιμανιού.

Ιδιαίτερο βάρος δίνουμε παγίως στις συμπράξεις μας με άλλους φορείς, εντός και εκτός Κρήτης. Έτσι, εκτός από τη μόνιμη συνεργασία μας με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και την υποστήριξη που μας παρέχει η Περιφέρεια Κρήτης, μεμονωμένες εκδηλώσεις μας θα διεξαχθούν σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη και τον Ορειβατικό Σύλλογο Χανίων.

*

*

*

Ένα βιολογικό αδιέξοδο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η Ρώμη του Αυγουστύλου, η Πόλη λίγο πριν την Άλωση, οι Χμερ, οι Μάγια, η άλυσος των πτώσεων της Χάλκινης Εποχής. Ο πολιτισμός πάντοτε μας εξαπατά, μας τάζει τη διάρκεια, πως θα μας απαλλάξει από τα ανεξέλεγκτα κέφια της Φύσης, στην πράξη ωστόσο είναι ο ίδιος πιο τρωτός και πιο ολιγόζωος από κάθε φυσικό οικοσύστημα.

Από πολλές πλευρές είναι ένα βιολογικό αδιέξοδο. Τα πάμπολλα προαπαιτούμενά του και ο κυκεώνας των ρυθμίσεων και των κανόνων που τον διέπουν, τον καθιστούν, εκ προοιμίου ήδη, ετοιμόρροπο. Αν οι δεινόσαυροι άντεξαν 200 εκατομμύρια χρόνια, ο homo sapiens, όπως προηγουμένως ο neanderthalensis, θα εξατμιστεί σε μερικές χιλιάδες.

Ήδη ως διάθεση, ως μύχια δυσφορία όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, η τέχνη του ανθρώπου μας το δείχνει πιο καλά απ’ οτιδήποτε άλλο, κάθε πολιτισμός φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Βιώσιμος πολιτισμός, ιδίως προηγμένος, δεν νοείται. Εξ ου και πλήθος κοσμολόγων εξηγούν με αυτόν τον τρόπο την απουσία ενδείξεων άλλης νοήμονος ζωής στο Σύμπαν. Αν πρόλαβε ν’ ανθίσει κάπου κάποτε, έσβησε τάχιστα χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

///

Στο πορτραίτο του υπαρξιακού Εχθρού που φτιάχνει ο Κονδύλης στο μνημειώδες Ισχύς και Απόφαση, δύο είναι τα μείζονα χαρακτηριστικά του. Ένας τέτοιος Εχθρός (του οποίου η κύρια χρησιμότητα είναι ότι μας προσδίδει, εκ του αρνητικού, ταυτότητα) πρέπει την ίδια στιγμή να είναι εξαιρετικά ισχυρός ώστε να δικαιολογείται η πάση θυσία κινητοποίηση και συστράτευση εναντίον του, αλλά και αθεράπευτα αδύναμος, καταδικασμένος μάλιστα να ηττηθεί νομοτελειακά, αφού το ηθικό δίκαιο το μονοπωλούμε εμείς, ο «αγαθός» του αντίπαλος.

Η σημερινή Ευρώπη επειδή ακριβώς φαντάζεται την Ρωσσία ως υπαρξιακό της εχθρό, της αποδίδει ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά γνωρίσματα. Η Μόσχα είναι και πανίσχυρη, έτοιμη να καταλάβει την Πολωνία, να υπερφαλαγγίσει την Βαλτική και να εισβάλει στη Γερμανία. Αλλά και ετοιμόρροπη, ανίκανη να κάμψει ακόμη και την «φτωχή», υποτίθεται, ουκρανική αντίσταση ή να ολοκληρώσει την προσάρτηση του Ντονμπάς.

Διόλου τυχαία λοιπόν ο Ρούττε του ΝΑΤΟ αποκαλεί εν ταυτώ, συχνά μέσα στην ίδια δήλωση, την Ρωσσία και «απελπισμένη» και «μέγιστη απειλή» αφού βλέπει την Ευρώπη ώς τον «επόμενο στόχο της». Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, η σημερική ευρωπαϊκή αυτοκατανόηση, όπως είναι θεμελιωμένη όλο και πιο αποκλειστικά στον αντιρρωσισμό (ποιο άλλο «όραμα», ποιο άλλο «σκοπό» έχει αυτή τη στιγμή η ΕΕ;), δεν του επιτρέπει να κάνει αλλιώς.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει πάντα δίκιο. Όταν η Ρωσσία δεν αντιδρά «αποφασιστικά» στις ουκρανικές προκλήσεις, τότε διότι απλούστατα δεν είναι σε θέση. Αν όμως τύχει και το πράξει, (πράγμα όλο και πιο πιθανό δεδομένης της συχνότητάς τους), αν επιδείξει ισχύ δηλαδή (άρα «βαρβαρότητα» διότι η ρωσσική ισχύς λογίζεται εκ προοιμίου ως «βαρβαρότητα») τότε δικαιώνεται η νατοϊκή πανστρατιά εις βάρος της, και δη αναδρομικά, από καταβολής της Μοσκοβίας… Μονά ζυγά, δικά μας.

///

Αν ζόριζα τον εαυτό μου, λέει κάπου ο Σάμιουελ Μπάτλερ, ίσως η μουσική του Σούμαν να μου άρεσε. Όμως δεν μου αρέσει να εκβιάζω τις αρέσκειές μου, θέλω να μ’ αρέσει κάτι αβίαστα, χωρίς προσπάθεια.

Ο Μπάτλερ ομολογεί εδώ μια μεγάλη αλήθεια. Οι προτιμήσεις των πολλών είναι χειραγωγήσιμες. Τα περισσότερα πράγματα που επικροτούν, τους επιβάλλονται – από κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, δειλίες, κεκτημένη ταχύτητα. Το δικό τους το γούστο δεν το παραδέχονται, πολλώ δε μάλλον δεν το καλλιεργούν, διότι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στο υπερεγώ που τους φιμώνει.

Και αυτοί, οι πειθήνιοι, οι ψαρωμένοι πολλοί, «hoi polloi» του Χάιντεγγερ, ζουν συνήθως στις αλεξανδρινές εποχές όπως η δική μας. Θα τους πετύχει κανείς να πλήττουν προβατοειδώς στις Μπιενάλλε, να μηρυκάζουν τον θαυμασμό τους για ένα ονομαστό βιβλίο που ουδέποτε διάβασαν, να επαναλαμβάνουν τα κλισέ των «μεμυημένων».

Και έχουν πάντα ένα λεπτεπίλεπτο επιχείρημα έτοιμο για το κάθε τι! Τις εξυπνάδες του Ουώρχολ και του Κουνς τις βρίσκουν εξόχως «ειρωνικές», τα μουσικά ελικόπτερα του Στοκχάουζεν «τραγικά», την κακογουστιά που έχει πνίξει την Ακρόπολη «επιταγή της επιστήμης». Στο σπίτι τους βέβαια, εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να υποκρίνονται, κρεμούν στους τοίχους τους φωτογραφίες από τοπία του Αιγαίου, ακούν Χατζιδάκι, και αν ο μπογιατζής δεν πετύχει ακριβώς την απόχρωση που του ζήτησαν, έχει πάρει πόδι την ίδια στιγμή. (περισσότερα…)

Καρναβάς

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ένας Καζαντζίδης στα λαϊκά
κι ένας Καρναβάς στα δημοτικά αξίζανε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Περιδιαβαίνοντας στα χωριά του Ξηρομέρου, ψάχνοντας για ιστορίες παλιές και θρύλους λησμονημένους, βρέθηκα μια φορά και στην Καντήλα.

Αποτελείται από δύο χωριά, την Άνω και την Κάτω Καντήλα, που βρίσκονται στις απολήξεις των Ακαρνανικών Ορέων, σε υψόμετρο εβδομήντα περίπου μέτρων, ανάμεσα σ’ έναν καταπράσινο ελαιώνα. Η ονομασία του οφείλεται στην προσομοίωση του χωριού με καντήλι, που φέγγει από μακριά και φαίνεται απ’ την θάλασσα. Την ίδια τοποθεσία καταλάμβανε η αρχαία Αλυζία, της οποίας η έκταση έφτανε μέχρι το διπλανό χωριό, τον Μύτικα, απέναντι απ’ το νησί Κάλαμος.

Η γειτονιά της Άνω Καντήλας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του χωριού και ονομάζεται «Κουκουβάγια». Εγώ κάθισα για καφέ στην «Λάκκα της Παναγιάς».

Η τοποθεσία λέγεται έτσι γιατί βρίσκεται σε μια μεγάλη λακκούβα, η οποία ανήκε στην τοπική εκκλησία, την Παναγιά την Παλαιοχωρίτισσα. Στην Επανάσταση του 1821 έφτιαξε η εκκλησία το κτήριο αυτό –που τώρα στεγάζει το καφενείο– προκειμένου να συγκεντρώνονται οι Έλληνες, αλλά και για ν’ αποθηκεύονται όπλα και πυρομαχικά, ώστε να προστατεύονται απ’ την βροχή, αφού δεν υπήρχε άλλο κτήριο στην περιοχή.

Σώζεται και μία επιγραφή που το βεβαιώνει:

1823 ΜΑ[ΓΑ]ΖΙ
ΤΗΣ ΠΑ[ΝΑ]ΓΙΑΣ
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΙΣ[Σ]ΑΣ
Α [= η οποία] ΕΙΝΑΙ ΕΛΠΙΣ

Ο καφετζής έφερε τον καφέ μου στενάζοντας.

«Τι τρέχει, ρε πατριώτη;» τον ρώτησα.

«Τι να τρέχει, φιλαράκι; Τίποτα δεν τρέχει…»

«Ε, πώς; Αφού στενάζεις λες και πέθανε κάποιος».

«Δεν πέθανε, αλλά θα πεθάνει…»

«Έχεις κανέναν ετοιμοθάνατο στην οικογένεια;»

«Πώς δεν έχω! Τούτον ’δω τον γέροντα που καθόμαστε», είπε. Κι έριξε ένα βλέμμα στα ντουβάρια γύρω.

«Για το κτήριο λες;»

«Ε, ναι, για το κτήριο! Διακόσα τόσα χρόνια στέκει ορτός ετούτος ο παππούλης. Και να τον γκρεμίσει ο δήμαρχος για πλάκα τώρα;»

«Για πλάκα;»

«Εμ, για πλάκα, βέβαια! Γκρεμίζεις ένα τέτοιο πράμα στα σοβαρά;»

Σωπάσαμε και οι δυο ξαφνικά, λες κι ακούγαμε κιόλας την μπουλντόζα να βρυχάται, ν’ απλώνει την κίτρινη σιδερένια χερούκλα της και να ξεριζώνει το καφενείο συθέμελα.

Άλλαξα κουβέντα, όπως γίνεται συνήθως στα πένθη.

«Ήρθα να προσκυνήσω τον τάφο του Καρναβά!»

«Από πού ήρτες;»

«Απ’ την Λευκάδα».

«Από κει πήρε γυναίκα ο Καρναβάς», είπε.

Κι έπιασε να σιγοτραγουδά:

Διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σου
κι απάνω γράφει η πέτρα θα γίνω ταίρι σου.

«Ωραία το ’πες, μάστορα!» τον επιδοκίμασα. Όμως δεν ήξερα ότι πήρε γυναίκα απ’ τα μέρη μας. Πώς την έλεγαν;»

«Θα να ’τανε στα 1954, αν θυμάμαι καλά, που έκλεψε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη, το γένος Αθανασίου, με καταγωγή απ’ το Νυδρί Λευκάδος κι απ’ την Καντήλα Ξηρομέρου. Για την ακρίβεια… τον έκλεψε η Αγγέλλω!»

«Τον έκλεψε; Πώς τον έκλεψε, δηλαδή;»

«Α, φιλαράκι, αυτά δεν λέγονται παραέξω! Είναι δικά μας, εδώ του χωριού πράματα».

«Έλα, πες!» τον τσίγκλησα εγώ.

«Σ’ λέω μοναχά πως ο γάμος εγίνηκε κρυφά στο ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Νικόλα, λίγο έξω από την Άνω Καντήλα, με κουμπάρο τον Σακουφάκη. Εσύ τονε πρόλαβες τον Καρναβά;» απηύθυνε τον λόγο σ’ εμένα. (περισσότερα…)

Λίβανος – Γάζα – Δυτική Όχθη

*

Γράψε, λοιπόν, μεγάλε ποιητή,
σε γλώσσα μέχρι χθες αποίητη·

γράψε, μα ο στίχος σου, σ’ το λέω ρητώς,
να πάψει πια να ’ναι μελίρρυτος·

να συλλαβίζεται κρουστός, αδρός,
σαν τον διαβάζεις να ’σαι κάθιδρος,

να μεταδίδεται τραχύς, στικτός,
να σε κολλά, να νοιώθεις διάστικτος,

να μην ξεχνάς·

να μοιάζει πάνω σου όπως τον κοιτάς,
σαν ένας παθογόνος μύκητας.

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

*

Μια ματιά στην εποχή μας

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη

~.~

Όσοι γεννηθήκαμε το α΄ μισό του 20ού αιώνα αισθανόμαστε πολλές φορές σα να ’χομε μετοικήσει ακούσια σ’ έναν κόσμο που ελάχιστα μοιάζει μ’ εκείνον των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων. Σα να βρισκόμαστε όχι απλώς δεκαετίες μακριά απ’ αυτόν αλλά αιώνες.

Πολλοί μιλούνε για πρόοδο της ανθρωπότητας. Σίγουρα υπάρχει πρόοδος και μεγάλη στις θετικές επιστήμες: στη Φυσική και στην Αστροφυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στην Ιατρική, στις τεχνικές κατασκευές. Αν κοιτάξομε όμως τη βιοθεωρία μας, τις κοινωνικές σχέσεις, την ηθική, την αισθητική, θα δούμε ότι όχι μόνο η κατάσταση παραμένει στάσιμη σ’ αυτές, αλλά ότι συχνά έχομε μιαν οπισθοδρόμηση.

Παλιότερα η βάση της κοινωνίας ήταν αυτό που λέγαμε «λαό». Τώρα τον λαό τον έχει αντικαταστήσει η μάζα: πλαδαρή κι ομοιόμορφη, όπου ο ένας μιμείται τον άλλο κι υπακούει τυφλά σ’ ό,τι προστάζει η μόδα των ενδυμάτων και της συμπεριφοράς.

Ο άνθρωπος του λαού έκανε την προσευχή του μπροστά στα εικονίσματα κι έπιανε το τουφέκι για να υπερασπιστεί τη λευτεριά του, αν εκινδύνευε· για να την ανακτήσει, αν κάποιος του την είχε στερήσει. Εκοίταζε να ’χει καλές σχέσεις με τον κάθε γείτονα, γιατί αυτόν αντίκρυζε πριν δει τον ήλιο. Μετείχε σ’ όλες τις εκδηλώσεις των χωριανών και των κοντοχωριανών, των γειτόνων του, αν κατοικούσε σε πόλη, χαρωπές ή πένθιμες, γιατί η χαρά κι η θλίψη των άλλων τον άγγιζε βαθιά κι ήξερε πως αυτά είναι δανεικά και μια μέρα θα πάντρευε κι εκείνος τα παιδιά του, θα βάφτιζε τα εγγόνια του και ποιος ξέρει ίσως χτυπούσε και την πόρτα του ο Χάρος. Κι είχε ανάγκη τη συμπαράσταση των γειτόνων και των χωριανών του για να κοινωνήσουν τη χαρά του και να τον στηρίξουν στη λύπη του.

Εκείνος που ’φευγε για τον Κάτω Κόσμο εξακολουθούσε να ’ναι παρών στη μνήμη και στη ζωή των δικών του. Έπρεπε να τόνε τιμήσουν πενθώντας τον. Το μαύρο που ντύνουνταν οι συγγενείς φανέρωνε τη θλίψη και το πένθος για την απώλεια του ανθρώπου τους και πόσο λίγο λογαριάζανε, μπροστά σ’ αυτήν, την ομορφιά και την κομψότητά τους.

«Όποιος δεν έχει γέρο, ν’ αγοράζει» ήτανε μια συνηθισμένη παροιμία στην Κρήτη. Γιατί ο παππούς κι η γιαγιά δεν εφροντίζανε μόνο τα παιδιά, τα δίδασκαν από το απόθεμα της πείρας τους, καλλιεργούσανε τις ψυχές τους με παραμύθια κι ιστορίες της ζωής και με κάθε λογής στιχουργήματα. Έτσι μεταβιβάζονταν στην καινούργια γενιά οι γνώσεις, οι καλοί τρόποι κι οι παραδόσεις της παλιότερης και συνεχίζουνταν η ανθρωπιά κι η ευγένεια και στα νεώτερα χρόνια.

Σήμερα δεν υπάρχουνε πια γιαγιάδες και παππούδες σαν τους παλιούς. Τους απασχολεί πιο πολύ ο εαυτός τους, ώσπου να ’ναι σε θέση να τόνε φροντίζουν. Τη διαπαιδαγώγηση των εγγονών την έχει αναλάβει η τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μ’ εκείνους τους γίγαντες με τους τερατώδεις μυώνες που σπέρνουν γύρω τους το θάνατο γρυζίλοντας σα γορίλες, με τα υπερσύγχρονα όπλα τους. Και τα παιδιά-θεατές θαυμάζουνε κι αγριεύουνται και πολύ θα θέλανε να ’χανε κι εκείνα ένα αληθινό πολύ-πολυβόλο και να μπορούσανε να μιμηθούνε τους σούπερ ήρωες του σύγχρονου κόσμου. Στην Αμερική μάλιστα και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης δεν είναι σπάνιο να πιθηκίζουν αιματηρά τους σούπερ ήρωες μπαίνοντας στο σκολειό τους και σκοτώνοντας έτσι για γούστο συμμαθητές και δασκάλους τους. (περισσότερα…)

Στα ίχνη του Χαμένου Χρόνου: Κομπραί, η παιδική ηλικία

*
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Κυριακή 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα – Θεατρικό αναλόγιο

Στα ίχνη του Χαμένου Χρόνου: Κομπραί, η παιδική ηλικία
Ο Μαρσέλ Προυστ της Κλαίρης Μιτσοτάκη

Διακεκριμένη μεταφράστρια, που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της δουλειάς της στον Μαρσέλ Προυστ, η Κλαίρη Μιτσοτάκη μάς ξεναγεί στον θαυμαστό κόσμο του μεγάλου Γάλλου πεζογράφου. Με αφορμή τον τόμο Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου – Θέματα, πρόσωπα και σκηνές, επιλογή και σύνθεση αποσπασμάτων από το προυστικό opus magnum που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Άγρα, η μεταφράστρια θα συνομιλήσει με τον Μιχάλη Βιρβιδάκη ο οποίος, υπό μορφή θεατρικού αναλογίου, θα διαβάσει εκτενή αποσπάσματα από το πρώτο μέρος του μακρόπνοου έργου.

*

**

Ξεμοναχιασμένο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΞΕΜΟΝΑΧΙΑΣΜΕΝΟ

Μικροσκοπικό άγριο γεράνι του δάσους κι εμφατικά ιώδες. Το πλησιάζεις, το ξεμοναχιάζεις και διαπιστώνεις ότι είναι μικρότερο από το νύχι του μικρού δαχτύλου σου, αλλά υπερτερεί σε λάμψη και δύναμη χρώματος. Αιφνιδίως εκπλήσσεσαι με την ανακάλυψη μιας απροσδόκητης ομορφιάς. Εν τέλει αυτό είναι το απλό μυστικό του βίου: να πλησιάζεις.

*

* (περισσότερα…)

Ποιητική παραμυθία

*

Παιδάριο πόθησα την Ποίηση·
αυτή με προίκισε με οίηση.
Τί ιάμβους, τί τροχαίους,
ξεφτιλίζω τους Αρχαίους.

Ξαπλώνω; Πολιορκώ τον στίχο,
του Παντός να δώσει ήχο.
Φίλοι να μου λέν’ «Κοιμήσου·
δεν είν’ πύλη Παραδείσου.»

Κι η μούσα οιωνεί γιατρός:
«Ρεβιθόψωμο να τρως·
τ’ άλλα είναι πολυτέλεια
στης ψυχής σου την ατέλεια.»

Του ούκε γδέρνω τις χορδές
και βάρδων συγκαλώ ορδές;
Σβήνει τ’ άτυχό μου τ’ άστρο·
με λογίζει ποετάστρο.

Μα έχει ποιητική αξία
τούτη όλη η μοναξία:
μοιάζει με την κολακεία
ευθυβόλως η βλακεία.

ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

*

**

Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος (Νέα μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος)

J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery

*

Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει; (περισσότερα…)

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου | Συζήτηση – Συμπαρουσίαση βιβλίων

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης
Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

Στη δεύτερη εφετινή εκδήλωση μέσα από την οποία οι Νύχτες του Ιουλίου διερωτώνται για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο Νικήτας Σινιόσογλου και ο Κώστας Κουτσουρέλης παρουσιάζουν και συζητούν για τα πρόσφατα βιβλία τους: τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων και τον μονόλογο Ταριχευτήριο Ευρώπη, αντίστοιχα. Και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κίχλη κατά τα τέλη του 2024 και πραγματεύονται το θέμα με συγκλίνοντα τρόπο. Τι έχει να πει η λογοτεχνία για τη σημερινή Ευρώπη; Πόσο προσφέρονται τα εκφραστικά της μέσα για την περιγραφή μιας κατάστασης που μοιάζει ιστορικά αδιέξοδη; Γιατί γράφονται καν και σε ποιους απευθύνονται αυτού του είδους τα κείμενα;

Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη.

*

**

Dylan Thomas, Πρόλογος του Συγγραφέα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο «Πρόλογος του Συγγραφέα» («Author’s Prologue») υπήρξε το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Ντύλαν Τόμας. Συντέθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1953, και λειτουργεί σαν ποιητική διαθήκη αλλά και σαν πανηγυρική αυτοπαρουσίαση: ο ποιητής εμφανίζεται εδώ ως θαλασσινός βάρδος, βιβλικός προφήτης και τεχνίτης της γλώσσας μαζί, υψώνοντας την «κιβωτό» του μέσα σ’ έναν κόσμο που πλημμυρίζει από φθορά, μνήμη και τραγούδι.

Το ποίημα είναι επίσης αξιοσημείωτο για την εξαιρετικά ιδιότυπη κατασκευή της ομοιοκαταληξίας του. Ο Τόμας οργανώνει το κείμενο σαν κυκλικό πλέγμα ή κατοπτρική αλυσίδα: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τελευταίο, ο δεύτερος με τον προτελευταίο, ο τρίτος με τον τρίτο από το τέλος κ.ο.κ., δημιουργώντας έτσι μια μορφή που κλείνει επάνω στον εαυτό της σαν κύμα ή σαν τελετουργικός ψαλμός. Η τεχνική αυτή –σπάνια ακόμη και στο δικό του έργο– εντείνει την αίσθηση πως το ποίημα δεν τελειώνει αλλά επιστρέφει αδιάκοπα στην πηγή του: στη φωνή, στη θάλασσα, στον χρόνο και τη μνήμη.

~.~

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Τη μέρα αυτή που αργά καταλαγιάζει
καθώς κατευοδώνεται το θέρος
μέσα στη σολομίσια ορμή του ήλιου
στο θαλασσοδαρμένο ετούτο σπίτι
επάνω σ’ ένα βράχων γκρεμοτόπι
πλεγμένο με καρπό και τσιριτρό
αφρούς, πτερύγια, φλάουτα και φτερά
στη χορική οπλή ενός δάσους, πλάι
σε γλιτσιασμένες, αστερόεσσες αμμουδιές
με τους σάμπως ψαρούδες φωνακλάδες
γλάρους τους –όστρακα, κοχλιούς μα και ξεφτέρια–
και άντρες κορακάτους, εκεί έξω,
που γονατίζουν, σύννεφα ζωσμένοι
στου ηλιοβασιλέματος τα βρόχια
–χήνες σχεδόν στον ουρανό, καμακιστές
αγόρια κι ερωδιούς και μια μπουρού
για θάλασσες επτά που ραψωδεί
νερά αιώνες απ’ τις πόλεις μακριά
της εννιαήμερης νυχτιάς με τους πυργίσκους
που λαμπαδιάζουν σαν τα λιοφρυγμένα
καλάμια από ψηλό ξεράχυρο
μες στον θρησκευτικό τον άνεμο–
σε μιαν ειρήνη φτώχεια μέσα ψάλλω
σ’ εσάς τους ξένους (αν και οι ωδές
μια φλογερή, λοφιοφόρα είναι πράξη –
είναι των πτερωτών η πυρκαγιά
μες στο στροβίλισμα του υπερκόσμιου δάσου
για τ’ άγαρμπά μου κύκνια πλατσουρίσματα)
έξω απ’ τα φύλλα αυτά που ψαύει η θάλασσα
που θα τους μοιάσετε κι εσείς στο πέταγμα
μα και στην πτώση τόσο σύντομα –
τρίμμα θα γίνετε κι ύστερα απέθαντοι
στ’ ασφυκτικό το βράδυ. Προς το πέλαγο
ασκητικός γλιστράει ο ήλιος-σολομός
κι άλαλοι κύκνοι στίκτουν με γλαυκό
του κόλπου το λυκόφως καθώς πελεκώ
τούτο το πανδαιμόνιο από μορφές
για να συλλάβετε το πώς εγώ,
άνθρωπος-αδελφός του σίφουνα,
μπορώ να αινώ αντάμα αυτό τ’ αστέρι –
γόνο του πέλαγου που όλο πουλιά κραυγάζει,
του ανθρώπου σπάραγμα, αιματοβλογημένο.
Τη γη σαλπίζω –ναι!– που αναπηδά
από το ψάρι ως τον λόφο! Δείτε εδώ:
χτίζω την όλο μυκηθμούς μου κιβωτό
όσο η αγάπη μου μπορεί καλύτερα
σαν ο κατακλυσμός γύρω αρχινά
μέσ’ απ’ το κεφαλόβρυσο του φόβου –
απ’ την κατάστιχη οργή όπως βρυχάται
κι από της σάρκας την αναπνοή
να τρέξει σαν οροσειρά τηγμένη
επάνω από των κοιμισμένων τ’ άλγη
και προβατόλευκων κοίλων αγρών
στην Ουαλία, ως τη δική μου αγκάλη. (περισσότερα…)

Σύνορα: Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Πέμπτη 9 Ιουλίου | Ομιλία και συζήτηση με το κοινό

Σύνορα
Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

Με αφορμή την πρόσφατη παράσταση του θεατρικού έργου «Σύνορα» του Henry Naylor σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη στο Θέατρο Κυδωνία, ο Κωνσταντίνος Λιόλιος, ψυχίατρος- ομαδικός αναλυτής και μέλος του ΔΣ της Παγκόσμιας Εταιρείας Ομαδικής Ψυχοθεραπείας, διερευνά την έννοια των “συνόρων” σε πραγματικό, συμβολικό και φαντασιακό επίπεδο. Τα σύνορα συνιστούν τόπους διαχωρισμού ανάμεσα στο “εμείς” και τους “άλλους”, αλλά εμπεριέχουν και τη δυνατότητα του περάσματος, της συνάντησης ή/και της σχέσης.

*

**