Rüdiger Safranski, Τεχνητή Νοημοσύνη: Η νέα ταπείνωση του ανθρώπου

Ο Γερμανός φιλόσοφος και συγγραφέας Rüdiger Safranski (1945- )

~.~

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ είχε διακρίνει τρεις ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί την τέταρτη. Από εδώ και πέρα, ένα νεκρό πνεύμα περιφέρεται ανάμεσά μας. Και δεν μπορεί να πεθάνει.

///

Η δημόσια εικόνα της Τεχνητής Νοημοσύνης κυμαίνεται μεταξύ απειλής και επαγγελίας. Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να δει τα πράγματα πολύ απλούστερα: οι τεχνικές εφευρέσεις ανέκαθεν ελάφρυναν ή ακόμη και υποκαθιστούσαν την ανθρώπινη εργασία. Πρώτα επλήγη η χειρωνακτική εργασία· τώρα έρχεται η σειρά της πνευματικής. Άλλοτε εξεγείρονταν οι υφαντουργοί ενάντια στις μηχανές· σήμερα στα οδοφράγματα ανεβαίνουν οι εργάτες του πνεύματος. Όμως ούτε αυτοί πρόκειται να ανακόψουν την πορεία των εξελίξεων.

Θα μπορούσε επίσης να ερμηνεύσει κανείς τη σημερινή κατάσταση μέσα από το αφήγημα της τεχνικής ως «θεού των προσθετικών μελών». Η τεχνική, όπως είναι γνωστό, λειτουργεί ως υποκατάστατο αλλά και ως επέκταση των ανθρώπινων οργάνων. Ο άνθρωπος, ως «θεός με προσθετικά μέλη», κατά τη διατύπωση του Φρόυντ, αποκτά την ικανότητα να ακούει σε μεγάλες αποστάσεις, να κινείται ταχύτερα και να πολλαπλασιάζει τις δραστικές του δυνάμεις πολύ πέρα από τα φυσικά ανθρώπινα όρια. Ήδη αυτό αρκεί για να γεννήσει μια αίσθηση αυτοθέωσης.

Μέχρι σήμερα ενισχύονταν ή αντικαθίσταντο κυρίως οι σωματικές δυνάμεις. Πλέον όμως εμφανίζονται πρωτόγνωρα πνευματικά προσθετικά μέλη, των οποίων η ισχύς είναι ακόμη αδύνατον να προβλεφθεί. Είναι εξοπλισμένα με τις ικανότητες της υπολογιστικής σκέψης, της μνήμης, του συνδυασμού πληροφοριών, της συναγωγής συμπερασμάτων, του υπολογισμού και της αναγνώρισης προτύπων. Και όλα αυτά χωρίς ίχνος συνείδησης· ενώ όλα δείχνουν ότι η σταδιοδρομία της μηχανικής νοημοσύνης βρίσκεται ακόμη μόλις στην απαρχή της.

Ο Φρόυντ είχε μιλήσει κάποτε για τις τρεις μεγάλες ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η πρώτη ήταν η κοπερνίκεια: ο άνθρωπος έπαψε να μπορεί να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος. Η δεύτερη ήταν η δαρβίνεια: ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Η τρίτη, η ψυχολογική, συνδέθηκε από τον ίδιο τον Φρόυντ με την ανακάλυψη του ασυνειδήτου: το συνειδητό εγώ δεν είναι κύριος μέσα στον ίδιο του τον οίκο· νομίζει πως σκέπτεται αυτόνομα, όμως στην πραγματικότητα κατευθύνεται από το ασυνείδητο.

Συνεχίζοντας αυτή τη συλλογιστική, θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως την τέταρτη ταπείνωση. Η συνείδηση, η οποία θεωρεί τον εαυτό της κυρίαρχο, δεν απειλείται πλέον μόνο από το ενστικτώδες ασυνείδητο, όπως πίστευε ο Φρόυντ, αλλά και από την Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία μιμείται τις ανθρώπινες πνευματικές λειτουργίες και τις υπερβαίνει — και μάλιστα χωρίς να διαθέτει η ίδια συνείδηση.

Το φαινόμενο αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Όταν γράφουν και ομιλούν με απόλυτα ανθρώπινο τρόπο, γεννιέται —τουλάχιστον όσο δεν έχουμε ακόμη εξοικειωθεί μαζί τους— η αίσθηση ότι το νεκρό αποπειράται να μιμηθεί το ζωντανό. Πρόκειται για μια ταπείνωση του ζωντανού πνεύματος από το μηχανικό πνεύμα που το ίδιο δημιούργησε και το οποίο έχει πλέον αποκτήσει τεράστια ισχύ.

Η μηχανή όμως, όπως κι αν επιχειρήσει κανείς να το παρουσιάσει, παραμένει νεκρή. Παραμένει νεκρή ακόμη κι αν της αποδώσουμε συνείδηση. Το πνεύμα που αναδύεται από τη μηχανή και το οποίο ονομάζουμε Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα νεκρό πνεύμα, το οποίο ενεργεί σαν να ήταν ζωντανό. Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι περίτεχνες μηχανικές φιγούρες με ανθρώπινη μορφή έγιναν της μόδας, ο ρομαντικός συγγραφέας Ε. Τ. Α. Χόφφμανν, δεξιοτέχνης της ανοίκειας ατμόσφαιρας, έγραφε:

«Όλες αυτές οι μορφές, που δεν αναπαριστούν απλώς τον άνθρωπο αλλά παρωδούν το ανθρώπινο, αυτά τα αληθινά αγάλματα ενός ζωντανού θανάτου ή μιας νεκρής ζωής, μου προκαλούν την εντονότερη αποστροφή.»

Με την Τεχνητή Νοημοσύνη εγκαινιάζεται ένα νέο στάδιο αυτής της καταιγιστικής τεχνολογικής εξέλιξης. Αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στη μακρά ιστορία του τρόπου με τον οποίο το ζωντανό πνεύμα ενσαρκώνεται στα πράγματα, αιχμαλωτίζεται στα ίδια του τα δημιουργήματα και, κάθε φορά, κατορθώνει να απελευθερωθεί εκ νέου από αυτά. Το ζωντανό πνεύμα αναγνωρίζει, στον καθρέφτη των ίδιων του των κατασκευών, κάτι από την ίδια του τη φύση.

Ίσως λοιπόν η «ταπείνωση» να μη συνίσταται μόνο στην υπεροχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και στο ότι μας φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό· ιδίως με εκείνες τις περιοχές του ανθρώπινου πνεύματος όπου ανέκαθεν επικρατούσε κάτι σχεδόν μηχανικό: στην αυστηρή ορθολογικότητα, στη λογική, στον υπολογισμό, στην απαρέγκλιτη ακολουθία των αλγορίθμων που εμείς οι ίδιοι επινοούμε. Σε όλα αυτά τα πεδία η Τεχνητή Νοημοσύνη υπερέχει συντριπτικά του ζωντανού πνεύματος. Το γεγονός αυτό είχε ήδη διαφανεί με τις υπολογιστικές μηχανές και επιβεβαιώθηκε όταν οι σκακιστικοί υπολογιστές κατέστησαν ανίκητοι για τους ανθρώπους. (περισσότερα…)

Ιδέες που δεν εξαντλούνται στην αφήγηση, ιστορίες που δεν γράφονται αλλιώς

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Υπάρχουν ιστορίες που διαβάζονται και ολοκληρώνονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα· που, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, αφήνουν πίσω τους μια αίσθηση πληρότητας που δεν απαιτεί επιστροφή. Και υπάρχουν άλλες —λιγότερες— που δεν τελειώνουν εκεί όπου τελειώνει το κείμενο. Αντί να κλείνουν, μετατοπίζονται· περνούν από τη σελίδα στον αναγνώστη και συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα επίπεδο όπου η κατανόηση δεν είναι πια μόνο νοητική, αλλά υπαρξιακή. Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ (Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες, μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, Κέδρος 2016), αυτή η μετατόπιση δεν επιτυγχάνεται μέσω υπαινιγμών ή σκοτεινών κενών, αλλά μέσω μιας σχεδόν παράδοξης διαύγειας. Οι ιδέες εκτίθενται πλήρως και οι προϋποθέσεις τους γίνονται σαφείς· η αφήγηση φτάνει μέχρι το σημείο όπου δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο. Και όμως, ακριβώς εκεί, όπου όλα φαίνεται να έχουν ειπωθεί, αρχίζει κάτι άλλο: η αναμέτρηση με τις συνέπειες.

Η γραφή του δεν προτείνει απλώς υποθέσεις· τις εξαντλεί. Δεν θέτει ερωτήματα για να τα αφήσει ανοιχτά· τα οδηγεί μέχρι εκεί όπου η απάντηση παύει να είναι απελευθερωτική και γίνεται δεσμευτική. Έτσι, η ανάγνωση παύει να είναι μια πράξη κατανόησης και μετατρέπεται σε εμπειρία που δεν μπορεί να ανακληθεί. Όχι επειδή το κείμενο είναι δύσκολο, αλλά επειδή αυτό που λέει δεν μπορεί πλέον να μην ισχύει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η αφήγηση του Τσιανγκ αποκτά τον χαρακτήρα της αναγκαιότητας. Οι ιστορίες του δεν φαίνεται να γράφονται επειδή μπορούν, αλλά επειδή πρέπει. Και, αντίστοιχα, δεν διαβάζονται απλώς επειδή προσφέρονται, αλλά επειδή, από τη στιγμή που ξεκινούν, δεν επιτρέπουν να εγκαταλειφθούν χωρίς να ολοκληρωθούν. Όχι ως πλοκή, αλλά ως συνέπεια.

Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ τίποτα δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει την ώρα που διαβάζεται. Η αφήγηση είναι καθαρή, σχεδόν διαφανής, και οι ιδέες παρουσιάζονται με μια ακρίβεια που μοιάζει να εξαντλεί το νόημά τους μέσα στο ίδιο το κείμενο. Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι ποτέ εκείνο που έχει ήδη ειπωθεί. Είναι κάτι που ενεργοποιείται αργότερα — όταν η ιστορία έχει τελειώσει, όταν η ανάγνωση έχει κλείσει και ο αναγνώστης βρίσκεται μόνος με αυτό που κατάλαβε ή με αυτό που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει. Αυτό που διακρίνει τον συγγραφέα δεν είναι μόνο η θεματική του, αλλά η διπλή λειτουργία της αφήγησης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι ιστορίες του αναπτύσσονται ως αυστηρά δομημένες ιδέες: υποθέσεις που δοκιμάζονται, κόσμοι που οργανώνονται με συνέπεια, αφηγήσεις που προχωρούν με λογική καθαρότητα μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Κάτω όμως από αυτή τη φαινομενική πληρότητα λειτουργεί ένα δεύτερο επίπεδο, λιγότερο ορατό αλλά ουσιαστικότερο: το νόημα που δεν παραδίδεται μέσα στο κείμενο, αλλά προκύπτει από τη σύγκρουση της ιδέας με τον αναγνώστη, από την καθυστέρηση της κατανόησης, από εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στο «διάβασα» και στο «κατάλαβα». (περισσότερα…)

Spider

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Spider

Από τις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου έχει ξεκινήσει το ξήλωμα του δικτύου των εναέριων καλωδίων των τρόλλεϋ. Μετά από 72 χρόνια παρουσίας στους δρόμους του Λεκανοπεδίου, τα τρόλλεϋ σταδιακά αποσύρονται, δίνοντας τη θέση τους σε ηλεκτρικά λεωφορεία τελευταίας τεχνολογίας. Κατά δήλωση του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, «ο ουρανός του Πειραιά και της Αθήνας επιτέλους θα αναπνεύσει».

Κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε τέτοια καλώδια, ειδικά σε σημεία όπως η συμβολή Πατησίων και Πανεπιστημίου όπου το δίκτυο είναι πυκνό, μου έρχεται στον νου το Spider του Ντέηβιντ Κρόνενμπεργκ. Η ταινία ακολουθεί τον Ντέννις «Αράχνη» Κλέγκ, έναν άνδρα με σχιζοφρένεια που βγαίνει από ψυχιατρικό ίδρυμα κι επιστρέφει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε, στο ανατολικό Λονδίνο. Καθώς περιπλανιέται στα μέρη της παιδικής του ηλικίας, προσπαθεί να ανασυνθέσει τις αναμνήσεις του για τη μητέρα και τον πατέρα του, σχηματίζοντας ακατάπαυστα μέσα στο δωμάτιό του ένα περίπλοκο πλέγμα από σπάγκο, που θυμίζει ιστό αράχνης. Με το πλέγμα αυτό επιχειρεί να συνδέσει γεγονότα, πρόσωπα, υποψίες και θραύσματα μνήμης σε μια ενιαία αφήγηση. Όσο όμως προχωρά η ταινία, οι αναμνήσεις του γίνονται όλο και πιο αβέβαιες, μέχρι που ούτε ο ίδιος ούτε ο θεατής μπορούν να διακρίνουν με βεβαιότητα τι ανήκει στην πραγματικότητα και τι στην παραίσθηση.

Διατυπώνοντάς το λακανικά, το υποκείμενο του Spider εγκλωβίζεται σ’ ένα συμβολικό σύστημα που το ίδιο κατασκευάζει, προκειμένου να καλύψει το κενό του Πραγματικού. Καθώς η αφήγηση πυκνώνει, αποκαλύπτεται η ασάφεια της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασίωση, υποδεικνύοντας ότι η υποκειμενική αλήθεια δεν προϋπάρχει της αφήγησης, αλλά παράγεται, και ταυτόχρονα απειλείται, απ’ αυτήν.

Φαινομενικά ο συνειρμός μου μοιάζει αυθαίρετος. Το πλέγμα από σπάγκο που φτιάχνει ένας σχιζοφρενής και το δίκτυο εναέριων καλωδίων ηλεκτροδότησης δεν έχουν τίποτα κοινό. Ωστόσο, η εικόνα του Spider που προσπαθεί να δώσει συνοχή στην εμπειρία του υφαίνοντας αυτόν τον ιδιότυπο ιστό φωτίζει, έστω και λοξά, κάτι που νομίζω ότι περνά απαρατήρητο στην είδηση για την απόσυρση των τρόλλεϋ: τα καλώδιά τους δεν είναι απλώς ένας τεχνικός εξοπλισμός που επιβαρύνει αισθητικά τον ουρανό· είναι η ορατή μορφή ενός συστήματος σχέσεων, δεδομένου ότι η κίνηση του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς δεν αποτελεί εγγενή ιδιότητά του, αλλά αποτέλεσμα της διαρκούς σύνδεσής του με την ηλεκτροφόρο πηγή.

Ένα από τα ισχυρότερα ιδεώδη της νεωτερικότητας υπήρξε η αυτονομία. Το υποκείμενο παρουσιάστηκε ως η μόνη πηγή των πράξεων και των αποφάσεών του. Η ελευθερία ταυτίστηκε με την ανεξαρτησία, η ωριμότητα με την αυτάρκεια, ενώ η εξάρτηση θεωρήθηκε μια ελλειμματική κατάσταση που έπρεπε να ξεπεραστεί ή, τουλάχιστον, να περιοριστεί. Η εμπειρία της καθημερινότητας, όμως, λέει άλλα: ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαμε τόσο βαθιά εξαρτημένοι από τεχνικά, ενεργειακά και επικοινωνιακά δίκτυα όσο σήμερα. Η ηλεκτροδότηση, το διαδίκτυο, τα συστήματα μεταφοράς, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι ψηφιακές υποδομές και οι μηχανισμοί διανομής συνθέτουν ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων ασύγκριτα πυκνότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Κι όμως, όσο μεγαλώνει η εξάρτησή μας από αυτά τα δίκτυα, τόσο λιγότερο τα βλέπουμε.

Η τεχνολογία φαίνεται να εξελίσσεται προς μια παράδοξη κατεύθυνση: αντί η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των συστημάτων που μας στηρίζουν να τα καθιστά πιο εμφανή, αυτά χάνονται ολοένα περισσότερο από το οπτικό μας πεδίο. Οι υποδομές υπογειοποιούνται, τα καλώδια αποσύρονται, οι μηχανισμοί κρύβονται πίσω από αψεγάδιαστες επιφάνειες και άψογα σχεδιασμένες διεπαφές. Υπό αυτό το πρίσμα, η φράση «ο ουρανός θα αναπνεύσει» αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι δεν περιγράφει απλώς την απομάκρυνση κάποιων καλωδίων. Εκφράζει μια ευρύτερη πολιτισμική επιθυμία, στα όρια της φαντασίωσης, για έναν κόσμο που λειτουργεί χωρίς να εκθέτει τους όρους λειτουργίας του. Τα καλώδια των τρόλλεϋ υπονομεύουν αυτή τη φαντασίωση, υπενθυμίζοντας ότι η ζωή της πόλης δεν είναι προϊόν αυτονομίας, αλλά διασύνδεσης. Ότι η κίνηση προϋποθέτει δίκτυο, όπως η γλώσσα προϋποθέτει κοινότητα και η σκέψη προϋποθέτει μνήμη. Ότι τίποτα δεν υπάρχει ούτε λειτουργεί από μόνο του. (περισσότερα…)

«Τον άρτον ημών τον επιζήμιον»: κριτική και «ήσυχο ψωμί»

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης ὁδηγεῖ σὲ καταστάσεις ἀνθρωποκτόνες. Καὶ ἡ ἀνθρωποκτονία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνον ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ —κυρίως— ἐγκλήματα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὅσων πολὺ συχνὰ τὸν συνιστοῦν ὡς conditiones sine quibus non. Αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ φύση κάποιου καὶ δίχως αὐτὸ ὁ ὁριστικὰ «κάποιος» τρέπεται σὲ ἀόριστα «ἕναν», τίθεται συχνὰ ὑπὸ προϋποθέσεις, συνθῆκες καὶ ὅρους ποὺ ψευτίζουν τὸ εἰδοποιὸ αὐτὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ καὶ συνεπῶς τὸν ἴδιο τὸν φορέα αὐτῆς τῆς ταυτότητας.

Ἡ ἀνάγκη ἄρθρωσης κριτικῆς μπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ καλλιεργηθεῖ, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ συνιστᾶ προδιάθεση δομικὴ γιὰ τὸ ὑποκείμενο ποὺ τὴν ἀσκεῖ. Ἴσως ἐκκινεῖ ἀπὸ ψυχοσυναισθηματικὰ ἐλλείμματα ἢ ἀπὸ κάποια ἤπια —κι’ ἄλλοτε ὀξεία— ναρκισσιστικὴ διαταραχή, ἴσως ἀπὸ κάποιο σύνδρομο διδακτικό, ἐξουσιαστικὸ ἢ προστατευτικὸ πρὸς τὸ κρινόμενο ἀντικείμενο ἢ πρόσωπο, ἴσως ἀπὸ καθῆκον αὐθεντίας ἀπέναντι σὲ ἕνα πεδίο ποὺ χρήζει ὑπεράσπισης, σωτηρίας ἢ —ἐσχάτως— καταβαράρθωσης. Ὅποια κι’ ἂν εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἄσκησή της μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἀρχέγονη τάση ποὺ μοιράζεται γενετικὰ σὲ κάποιους, ὡς μία τρόπον τινὰ διαδικασία ρύθμισης τῶν ἐντροπικῶν τάσεων τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι ἕνα ἰσχυρὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ ὅποιον τὴν παίρνει στὰ σοβαρά.

Ἡ ὑποτίμηση καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση —σὲ βαθμὸ ὑποχώρησης καὶ τελικὰ ἀπουσίας— τῆς κριτικῆς τόσο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀσκοῦν ὅσο κυρίως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν δέχονται, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μία μόνον αἰτία. Προφανῶς, πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἀτολμία τῆς ἐποχῆς. Οἱ μὲν ἀσκοῦντες τὴν κριτικὴ ὀρρωδοῦν μπροστὰ στὶς συνέπειες τῆς ἔκθεσης ποὺ συνεπάγεται μία ὀξεία, ἢ ἀμφιλεγόμενη, ἢ ἀκόμα καὶ μετριοπαθής, δίκαιη κριτική· οἱ δὲ ἀποδέκτες πάσχοντας ἀπὸ ἀλγοφοβία μετατρέπουν τὴν κριτικὴ σὲ προσωπικὴ ἐπίθεση, δολοφονία χαρακτήρα, ὑπόγεια ἀτζέντα μὲ δεδομένα κινήτρα, τοξικότητα κ.ο.κ., ἐπενδύοντας ὅλες τους τὶς μάρκες στὴν κουλτούρα ἀποδοχῆς τῶν ΜΚΔ, στοὺς ἀτελείωτους καταλόγους ἀτόμων μὲ @/mention (ποὺ δηλώνουν ὁμάδα, συλλογικότητα, μέτωπο, φράξια, κίνημα, μπλόκ), στὸν ὠκεανὸ θετικότητας σὲ μιὰν ἐδεμικὴ μετα-αξιολογικὴ κατάσταση. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀγωνία τῆς ἔκθεσης καὶ τῆς συνακόλουθης τοποθέτησης ἐντὸς μιᾶς γυάλινης προθήκης ἡ ὁποία τίθεται πλέον στὴν —συχνὰ ἀνθρωποβόρα— κριτικὴ τοῦ κοινοῦ, μετασχηματίζεται σὲ μία κοινότητα Amish ὅπου ὅλα γίνονται συνεργατικά, ἀνώδυνα καὶ κυρίως «φροντιστικά».

Μία δεύτερη δεσπόζουσα αἰτία τῆς ὑποχώρησης τῆς κριτικῆς ἀφορᾶ στὴν στροφὴ τῶν ἐνδιαφερόντων πρὸς εὐρύτερα σχήματα· δηλαδή, στὴν ἀποτροπὴ τῆς μεμονωμένης κριτικῆς καὶ στὴν ἐπικέντρωση στὸ φαινόμενο, στὸ πολιτισμικὸ προτσὲς ἀπότοκο τῆς ὁποίας συνιστᾶ τὸ μεμονωμένο. Ἀσφαλῶς, θὰ πεῖ κανείς, αὐτὸ συνέβαινε καὶ στὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποία ἀρθρωνόταν ἡ μεμονωμένη κριτική σὲ μεμονωμένα ἔργα μεμονωμένων προσώπων. Μάλιστα, αὐτὸ θεωροῦνταν «ἐπιτυχημένη καὶ πλήρης κριτική», καθὼς τὸ καθένα ἔργο δηλωνόταν ὡς σύμπτωμα μιᾶς εὐρύτερης τάσης ποὺ κατὰ τὸν κρίνοντα εἶχε λάβει μιὰν ἐσφαλμένη —ἢ ἔστω στρεβλή— κατεύθυνση. Ἡ σύγχρονη ἐμμονὴ στὴν ἀποφυγὴ τῆς κατὰ περίπτωσιν ἀξιολόγησης καὶ ἡ στροφὴ στὸ πολιτισμικὸ φαινόμενο, πόρρω φαίνεται νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀνομαζόταν «κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ». Μέσες-ἄκρες, συνιστᾶ μιὰν ἐπιστημονίζουσα ἐκδοχὴ τῆς πρώτης αἰτίας, καίτοι ἐρείδεται σὲ μιὰ τάση σίγουρα ἐπωφελῆ καὶ γόνιμη γιὰ τὸν δημόσιο λόγο σχετικὰ μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν καλλιτεχνία, κι’ ἐσχάτως τὸν πολιτικὸ —τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ— βίο.

Ἡ τρίτη, ὅμως, καὶ ἴσως πιὸ ἐπικίνδυνη αἰτία τῆς ἀσθένειας —ἂν δὲν πρόκειται ἤδη γιὰ θάνατο— τῆς κριτικῆς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ψωμί. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἕνα μικρὸ χωριό, μιὰ ἐπαρχία τῆς Δύσης μὲ χαρακτηριστικὰ Ἀνατολῆς, τὸ «σταυροδρόμι» τῶν εὐαίσθητων ποὺ ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ διαλέξουν πλευρὰ ἀνάμεσα στὸ ἐγκλωβιστικὸ γιὰ τὰ ζωτικά τους ὄργανα φράκο καὶ τὸ σφιχτὸ στὸ φίλτρο Winston, καὶ στὸ προκλητικὰ φολκλὸρ τουρμπάνι μὲ τὸν Ἄσσο ἄφιλτρο ποὺ τραβιέται σὰν δροσερὸς ἀέρας στὴν Πίνδο. Κι’ ὅπου «μικρὸ χωριό», αὐτόματα ἔχει κανεὶς «κακὸ χωριό». Διότι ὅταν ὅλοι γνωρίζονται ἔστω καὶ κατ’ ὄνομα μὲ ὅλους, ὅταν τὰ πάντα σχεδὸν κινοῦνται μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα ἀνθρωποδίκτυα ποὺ σὰν ἄλλοι ἀτζέντηδες ἀποφασίζουν ποιός θὰ παίξει καὶ ποῦ, ὅταν γενικῶς τὸ σάλτο τοῦ ἑνὸς συνεπάγεται τὴν τρικλοποδιὰ τοῦ ἄλλου, οἱ ὑποχρεώσεις ἑκατέρωθεν αὐξάνονται, τὰ μυστικὰ γίνονται κοινὴ γνώση ὅλων, τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἀμοιβαία καταστροφὴ τρεμοπαίζει πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ καθένα καὶ τῆς καθεμιᾶς. Μ’ ἄλλα λόγια, οἱ δεσμεύσεις πληθαίνουν τόσο ποὺ μοιάζουν μὲ τὰ νερόφιδα στὰ ποτάμια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀναπαραγωγῆς. (περισσότερα…)

Η πτώση του δυτικού πολιτισμού

Alexander Oscar Levy, «Dawn after Darkness!», περ. 1918

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

~.~

Στις «Νύχτες Ιουλίου» που διοργανώνουν κάθε καλοκαίρι στα Χανιά το Θέατρο Κυδωνία και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, έλαβε χώρα αρχές Ιουλίου μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ του Αντώνη Μεταξά, καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, του Κώστα Μελά, καθηγητή των οικονομικών επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και του Κώστα Κουτσουρέλη, που ήταν και ο συντονιστής του διαλόγου, με θέμα: «Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα; Υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση της ηπείρου μας, ποιο είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

Απ’ ό,τι διάβασα από τη σχετική ανάρτηση στο facebook του Κουτσουρέλη, ο διάλογος μεταξύ των τριών συνομιλητών είχε όντως πολύ ενδιαφέρον, ενώ και ο τρεις συνομιλητές συμπέσανε στην άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή.

Με αφορμή αυτή τη συζήτηση, θα ήθελα να προσθέσω κάποιες σκέψεις που δεν αναφέρονται μόνο στην Ευρώπη, αλλά γενικότερα σε αυτό που καλούμε δυτικό πολιτισμό. Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι με τη λέξη δυτικός πολιτισμός εννοείται συνήθως ο δυτικοευρωπαϊκός και ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός στο σύνολό τους. Δεν είναι της στιγμής να διαπιστώσουμε τα κοινά στοιχεία αυτών των δύο συνιστωσών του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι όσο περνάει ο καιρός τα κοινά πολιτισμικά τους δεδομένα αποκλίνουν. Μπορεί πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά οι δύο αυτές περιοχές του κόσμου να συνδέονται με πολλαπλά κοινά συμφέροντα, όμως το ενιαίο του πολιτισμού τους παρουσιάζει εμφανή στοιχεία διάσπασης.

Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στα έργα τέχνης, άλλωστε σήμερα, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την ομοιομορφία των έργων τέχνης σε όλη την ήπειρο. Πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία των μορφών ζωής, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο Βιττγκενστάιν, το κοινό, άδηλο υπόβαθρο των ανθρώπινων πρακτικών, αντιδράσεων, ιδεών και συνηθειών που δίνουν νόημα στη γλώσσα και τις πράξεις μας και έχει υιοθετήσει κατά την ιστορική του πορεία ένα οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο. Η εν λόγω εξελικτική διαδικασία, όσο προχωρεί σε ωριμότερα στάδια, αποτυπώνεται στη δυναμική μεταβολή των συμπεριφορών προς τον μεγαλύτερο έλεγχο του ανθρώπινου θυμικού, τον αποκλεισμό της βίας και τη μετατροπή των εξωτερικών καταναγκασμών σε αυτοκαταναγκασμούς. Παρατηρούμε πως στις ΗΠΑ, περισσότερο απ’ όχι στην Ευρώπη, αυτά τα στοιχεία έχουν εκτραπεί από την τροχιά τους. Τα συχνά κρούσματα των ενόπλων επιθέσεων και οι συμπεριφορές της ηγεσίας τους έρχονται να το επιβεβαιώσουν.

Μιλώντας για εξέλιξη, θέτουμε την ανάλυση και κατανόηση ενός φαινομένου στη διάσταση του χρόνου, οπότε η ιστορική του εξέταση γίνεται κυρίαρχη. Αυτήν την ιστορική διάσταση των μεγάλων πολιτισμών της ανθρωπότητας επιχείρησε να συλλάβει και να μορφοποιήσει ο Όσβαλντ Σπένγκλερ κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού, με το βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης. Το κείμενο του Σπένγκλερ, λόγω του ότι εκτείνεται σε όλους τους αναδειχθέντες ιστορικά πολιτισμούς, μας αποτρέπει να το κρίνουμε και να το υιοθετήσουμε. Όμως, μέσα από την ιστορική του αναδίφηση, αναδύεται ένα πρότυπο πολιτισμού που έχει ενδιαφέρον για τη μελέτη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Θα περιγράψουμε αμέσως πιο κάτω, κατά ένα μάλλον χονδρικό τρόπο, αυτό το πρότυπο, ελπίζοντας το πνεύμα του Σπένγκλερ να μας συγχωρήσει. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος – Γεωργία Νταγάκη | Μια συνάντηση

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Σάββατο 4 Ιουλίου | 9:00 μμ | Μεγάλο Αρσενάλι Χανίων

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος-Γεωργία Νταγάκη
Μια συνάντηση

Δημιουργοί πολύτροποι, που συστηματικά πειραματίζονται με ποικίλα ακούσματα, από την μουσική για το σινεμά ώς τους κρητικούς παραδοσιακούς ρυθμούς και από το έντεχνο τραγούδι ώς τη ρόκ, ο συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και η λυράρισσα και τραγουδίστρια Γεωργία Νταγάκη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Στα Χανιά θα ενώσουν τις δυνάμεις τους σε μια συναυλία αναδρομή στο έργο τους και όχι μόνο. Μαζί τους στη σκηνή ο κιθαρίστας Πάνος Γεωργόπουλος.

Είσοδος 15 €

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: https://www.ticketservices.gr/…/megalo-arsenali-mia…/

*

Λαγοκέφαλοι Π.Ο.Π.

*

του ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΚΑ

~.~

Όπως όλοι, έτσι κι εγώ, είπα φέτος να ακολουθήσω την παράδοση. Ως Έλληνας οικονομικός μετανάστης σε ευρωπαϊκή χώρα, να πάρω τον ένα μήνα άδειας που μου αναλογεί και να τον περάσω αραχτός στη Χαλκιδική. Ένα μήνα ξεκούρασης μετά από τη σκληρή δουλειά στη φάμπρικα, μπροστά στην κορδέλα, τον δικαιούμαι και δεν σηκώνω αντίρρηση! Μάζεψα τα μπογαλάκια μου, καβάλησα το Airbus της Lufthansa –όσο υπήρχαν ακόμη καύσιμα για τέτοιες πολυτέλειες– και δύο ωρίτσες μετά, τσουπ, βρέθηκα στη Σαλονίκη. Από εκεί σε άλλες δυο, με το σαραβαλάκι που νοίκιασα, ήμουν έξω από το Airbnb.

Το έκλεισα σε πολύ καλή τιμή – για τα δικά μου δεδομένα ήταν σχεδόν ευκαιρία· άλλωστε ο μισθός μου στη Γερμανία κόντευε τις τρεις χιλιάδες ευρώ. Οι συμπατριώτες μου, όπως μάθαινα από τα ελληνικά ΜΜΕ, φέτος θα έκαναν ο ένας στους δύο διακοπές.

Ήταν μια μονοκατοικία, γύρω στα εκατόν είκοσι τετραγωνικά – όπως ακριβώς την περιέγραφε ο γνωστός διαδικτυακός τόπος ενοικίασης καταλυμάτων. Δέσποζε στο κέντρο μιας πολύ περιποιημένης αυλής, με το καλοκουρεμένο γκαζόν της και τις ανθισμένες τριανταφυλλιές περιμετρικά. Στην πιο μακρινή γωνιά του οικοπέδου, στέκονταν μια πλατανομουριά και μια συκιά. Σε όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, το μόνο παράταιρο, ήταν το αντίσκηνο που ήταν στημένο στη σκιά της μουριάς.

Πίσω από τη σιδερένια αυλόπορτα, με υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο, ο ιδιοκτήτης. Άρπαξε τη μία από τις βαλίτσες που κρατούσα και με καλωσόρισε σε άπταιστα γερμανικά. «Herzlich willkommen! Hatten Sie eine gute Anreise?» Είχε ζήσει και αυτός στη Γερμανία, τη δεκαετία του ’70, όπως με πληροφόρησε. Στα δέκα λεπτά που χρειάστηκε για να με ξεναγήσει στο σπίτι, μου διηγήθηκε, εν περιλήψει, την ιστορία της ζωής του. Gastarbeiter σε μπυραρίες, επιστροφή στην Ελλάδα, ιδιοκτήτης ταβέρνας, κρίση, χρέη και τελικά το σπίτι να μετατρέπεται σε Airbnb, με αυτόν και τη σύζυγο να μετακομίζουν στην άκρη της αυλής.

«Ουφ! Μου έκανες την καρδιά περιβόλι!», αναστέναξα δυνατά και κοίταξα από το μισάνοιχτο παράθυρο αν είχε απομακρυνθεί αρκετά. Την ιστορία την είχα ακούσει πολλές φορές από τους γονείς μου, συγγενείς και φίλους. Μόνον οι ήρωες και η σκηνοθεσία άλλαζαν. Αυτό τον μήνα των διακοπών είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην εμπλακώ σε άχαρες συζητήσεις. Όσο ο κυρ Ηλίας εξιστορούσε το δράμα του, κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου, δίχως να βγάλω άχνα.

Πέταξα πάνω στο κρεβάτι τη μεγάλη, δερμάτινη, καφετιά βαλίτσα, εκείνη που μου είχε κληροδοτήσει ο πατέρας – δεν τη χρειάστηκε στο τελευταίο του ταξίδι από τη Γερμανία. Την άνοιξα και βούτηξα τα χέρια μου ανάμεσα στα καλοσιδερωμένα μακό μπλουζάκια, ψάχνοντας να βρω το μαγιό. Το φόρεσα και έτρεξα ξυπόλυτος προς την παραλία, με την πετσέτα περασμένη στον λαιμό, στο ένα χέρι το κινητό και στο άλλο το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Από το βάθος του κήπου ακούστηκε η φωνή του Ηλία: «Προσοχή στους λαγοκέφαλους!». Ύψωσα το χέρι και το τίναξα κάνα δυο φορές στον αέρα δίχως να γυρίσω το κεφάλι. Σε λίγο βρισκόμουν στην ξαπλώστρα, κάτω από τη διαφημιστική ομπρέλα πασίγνωστης εταιρείας αναψυκτικών. Ένα πλαστικό ταμπελάκι με νάιλον κορδόνι, κρεμασμένο στη μέση του κορμού της, με πληροφορούσε πως η τιμή για ομπρέλα και ξαπλώστρα ήταν στα είκοσι ευρώ, με την ελάχιστη κατανάλωση να φτάνει υποχρεωτικά στα ογδόντα ευρώ. (περισσότερα…)

Ἴων Δραγούμης, Ὁ δροσερός κόσμος

*

Μεταγραφή-Σχολιασμός-Επιμέλεια
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά και έχει τιτλοδοτηθεί με την ευκαιρία  της δημοσίευσης αυτής. Αποτελεί απόσπασμα/ημερολογιακή εγγραφή της 12ης Απριλίου του 1905. Ο 25ετής Ίων Δραγούμης υπηρετεί  ως υποπρόξενος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήδη από τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς και σύντομα πρόκειται να συναντηθεί με την Πηνελόπη Δέλτα. Θα μείνει στην Αλεξάνδρεια λιγότερο από έξη μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του εκεί θα συνδεθεί φιλικά με τον Κ. Π. Καβάφη.

Η μεταγραφή έγινε από το χειρόγραφο που φυλάσσεται στην ΑΣΚΣΑ στο Τμήμα αρχείων/Αρχείο Ίωνος Δραγούμη/Τετράδιο με αρ. 11, σελ. 58a-59a. Περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση τελευταίο αδημοσίευτο μέρος των Τετραδίων του Ίωνος Δραγούμη [«Η αγάπη έθρεψε τη ζωή μου» – Τα αδημοσίευτα Τετράδια 1905-1908, Επιμέλεια – Εισαγωγή – Επίμετρο – Σχόλια Νώντας Τσίγκας].

~.~

Τώρα, ἐγώ ἤ σύ ἤ ὁ ἄλλος, εἴμαστε ποιητές ἴσως, καί μᾶς ἀρέσει νά ζοῦμε ἀνάμεσα στόν δροσερό κόσμο[1] ὅπου δέν ὑπάρχουν δουλειές, ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις, πολιτικά καμώματα καί μπερδέµατα πεζά τοῦ τωρινοῦ ἤ καί ἄλλου πολιτισμοῦ. Ἀλλά δέν εἶναι ποιηταί ὅλος ὁ κόσμος. Ἦταν ἀλλιώτικος ὅμως ὁ καιρός τῶν πρώτων Ἑλλήνων· προτοῦ ἀρχίσουν τά μηδικά, προτοῦ γεννηθεῖ καί ὁ Αἰσχύλος ἀκόμη, ἦταν ἕνας καιρός πού ἄλλος κόσμος ἀπό τόν δροσερό ἐκεῖνον κόσμο –πού τώρα τόν λέµε καί μᾶς φαίνεται «ποιητικός»– δέν ὑπῆρχε καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μέσα στό δροσερότατο, πυκνό, καταπράσινο, παρθενικό δάσος µαζί μέ τήν Φοίβη καί τόν Φοῖβο καί μέ τόν Νάρκισσο καί τίς Νύμφες, καί μέ τίς Ὧρες καί τούς Ἥρωες. Τότε ὅλοι ἦταν ποιηταί, δημιουργοῦσαν μύθους, γιατί ἦταν ζωηρό τό μυαλό τους καί ἄδολο καί παρθενικό, ἀλέκιαστο καί ἀκούραστο. Δέν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τίς δυσκολίες, τίς δυστυχίες, τά μπερδέματα τῆς ζωῆς ὅλης, τοῦ πολιτισμοῦ. Λέν πώς ἦταν παιδιά[2] τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὅλη τήν ἡμέρα καί ὅλη τή νύχτα ἦταν περιτριγυρισμένοι ἀπό ἄγνωστα, ἀνεξήγητα πράγματα, τό φῶς καί τό σκοτάδι, τόν ἴσκιο καί τίς ἀχτίδες, τό νερό πού ἄφριζε καί ἔτρεχε καί κελάρυζε, τά φύλλα πού ἔτρεμαν καί μουρμούριζαν, τόν ἄνεμο πού βογκοῦσε ἤ τραγουδοῦσε ἤ σφύριζε περνώντας ἀπό τά φύλλα τῶν δένδρων, ἀπό τούς βράχους τῶν βουνῶν καί τά λαγκάδια, ἀπό τούς καλαμιῶνες. Ὁ ἀχός τῆς θάλασσας καί τῶν πεύκων ὁ ἀχός, ἡ σιγαλιά τῆς νύχτας, οἱ μυστικές ἀχτίδες τοῦ φεγγαριοῦ, οἱ ἁπαλές, πού χύνουνταν καί διαλύνουνταν ὑγρότατες καί ἕσταζαν ἀπό τά πράγματα, ὁ ἥλιος πού ἔπινε τό νερό καί ξέραινε τήν ὑγρασία καί τήν πρασινάδα, τά κρυφομιλητά τῶν φύλλων, τό καθρέφτισμα τῶν νερῶν, οἱ μυρωδιές τοῦ χώματος καί τῆς σαπίλας τῶν φύλλων, οἱ εὐωδίες τῶν ἀνθῶν, καί τά χρώματά τους καί τά σχήματα, καί ἡ φυλλορροή, καί ἡ ἀνθορροή, καί τό φθινόπωρο, καί ἡ κρύα βροχή, καί τό χιόνι, καί τό βογκητό τοῦ βορριᾶ, καί οἱ παγωνιές καί ἡ ἄσπρη πάχνη τοῦ χειμώνα, καί τό λυώσιμο τοῦ χιονιοῦ, καί τό φανέρωμα τῆς γῆς μέ τό χορτάρι καί τό γρασίδι, καί τό φύτρωμα τῶν κλαριῶν καί δέντρων, καί οἱ εὐωδίες τῆς ἄνοιξης, καί τό λιοπύρι τοῦ καλοκαιριοῦ, καί τό κιτρίνισμα τῶν χόρτων, καί ἡ πνοή τῆς θάλασσας, ὅλα, τί ἄγνωστα καί τί πολλά καί ἀνεξήγητα φαινόμενα, μυστήρια, μύθοι, ὅλα τά παρατηρῶ γιατί εἶναι καινούρια καί δροσερά (δηλαδή εἶμαι ἀκούραστος). (περισσότερα…)

Μηρυκασμοί και φλυαρίες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Αγαπώ το διάβασμα. Αγαπώ αυτή την εξάρτηση. Είναι η μόνη που έχω. Δεν θέλω να τη χάσω. Είναι το βασικό μου αντίδοτο απέναντι στη ματαιότητα. Με έχει βοηθήσει να αντέξω και θα με βοηθήσει να πεθάνω. (Θα μου λείψουν πολύ τα βιβλία. Μου λείπουν ήδη.)

///

Πώς πρέπει να ζει κανείς ξέροντας ότι θα πεθάνει; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στη σκέψη μου από την εφηβεία μου. Άγνωστο πώς, η διαρκής επίγνωση του θανάτου δεν με οδήγησε στη απόλυτη άρνηση της ζωής και σε μηδενιστικές αντιλήψεις. Με τα χρόνια μετουσιώθηκε σε ένα συγκρατημένο πάθος για τη ζωή, σε αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις για καταξίωση και επιτυχία και σε μια σταθερή τήρηση ορισμένων ηθικών αρχών. Παρότι οι αρχικές συνθήκες της ζωής μου ευνοούσαν επικίνδυνες επιλογές και τη διαμόρφωση μιας στάσης χωρίς ηθικούς φραγμούς, αυτό τελικά δεν επικράτησε. Υποθέτω ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις της μάνας μου τις οποίες δεν ακολούθησα και η εντιμότητα του πατέρα μου που συμβάδιζε με τα αυτοκαταστροφικά πάθη του έπαιξαν τον ρόλο τους. Πάνω από όλα όμως, αυτό που με διαμόρφωσε ήταν το διάβασμα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας που μου έγινε εξάρτηση από τα εφηβικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ νωρίς τον Αλμπέρ Καμύ και να μαγευτώ αρχικά από το συγγραφικό του στυλ και μετά από τις ιδέες του. Με τα χρόνια γνώρισα και άλλους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές. Εμίλ Σιοράν, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Νίκο Καρούζο, Νίκο Καζαντζάκη, Κωστή Παπαγιώργη, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μίλαν Κούντερα, Ίμρε Κέρτες και άλλους. Χάρη σε αυτούς κατάφερα να επιβιώσω και να φτάσω στα 57 μου με τις λιγότερες δυνατές ήττες και ντροπές. Και με αυτούς τους φίλους που δεν γνώρισα ποτέ θα φτάσω στο τέλος του επίγειου πεπρωμένου μου.

///

Το διάβασμα και το γράψιμο με βοηθούν να διατηρήσω μια μορφή διαύγειας που μου είναι απολύτως απαραίτητη για να αντιμετωπίσω τη ματαιότητα, τη φθορά και τις καθημερινές αυταπάτες. Δεν ψάχνω ούτε ελπίζω σε οριστικές λύσεις ή ολοκληρωμένες θεωρίες. Ασκήσεις συνείδησης, πειθαρχίας και διαύγειας: αυτό κάνω κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο ή επιχειρώ να γράψω κάποιο κείμενο. Προφανώς πρόκειται για αντίφαση: ενώ έχω βαθιά επίγνωση της ματαιότητας των πάντων, ταυτόχρονα ζω σαν να πιστεύω ότι κάτι έχει αξία, κάτι που διαφεύγει της λογικής μου και ανάγεται σε περιοχές της ύπαρξής μου που αδυνατώ να εντοπίσω και να καταλάβω. Αν ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής με τη βασική μου ιδέα θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμα των ηρώων στο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Κοσερύ Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και να βυθιστώ στην απόλυτη τεμπελιά, στη απόλυτη απραξία και στην ολοκληρωτική απαλλαγή από κάθε μόχθο και από κάθε υποχρέωση. Φυσικά, θα πέθαινα της πείνας καθώς, σε αντίθεση με τους ήρωες του μυθιστορήματος που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην και μια υπηρέτρια που φροντίζει για τα πάντα, η δική μου επίγεια μοίρα ήταν και παραμένει φειδωλή σε παροχές και προνόμια. Η μυθιστορηματική φαντασία δημιουργεί ενδιαφέροντα σενάρια και γοητευτικούς χαρακτήρες αλλά αδυνατεί να προσφέρει οριστικές λύσεις στην ανεξήγητη και αγωνιώδη εμπειρία της ύπαρξης. Μπορεί ωστόσο να προσφέρει τη χαρά της ανάγνωσης και ορισμένες στιγμές διαύγειας – και αυτό είναι αρκετό.

///

Η ματαιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι ανυπέρβλητη. Δεν αίρεται, δεν εξαλείφεται, δεν καταργείται. Είναι η βασική συνθήκη μέσα στην οποία υπάρχουμε και πεθαίνουμε. Ολόκληρο το σύμπαν εκκρίνει ματαιότητα. Από τα αστέρια μέχρι τα κύτταρα όλα είναι εφήμερα. Κι εμείς, πρωτάρηδες στην ύπαρξη, πασχίζουμε να καταλάβουμε. Στήνουμε θεωρίες. Φλυαρούμε ακατάσχετα. (περισσότερα…)

Οι ορίζοντες των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Προσανατολίζομαι στον κόσμο συμμετέχοντας σε διάφορες πρακτικές. Οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Ανάλογα δε με το είδος της πρακτικής, οι λέξεις παίζουν διαφορετικό ρόλο στην έκβασή της· άλλοτε κρίσιμο και άλλοτε συνοδευτικό. Άλλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις στη δημοσιογραφία και άλλη σ’ ένα παιχνίδι όπως η ρουλέτα. Σε κάθε περίπτωση, σε μία πρακτική καλούμαι συχνά να ονομάσω γεγονότα και όψεις του κόσμου. Καλούμαι να αναφερθώ με σαφήνεια σε αυτά, κάτι όχι τόσο εύκολο αφού εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε ποικίλες καταστάσεις. Οπότε προκύπτουν τα εξής ερωτήματα : Πώς γνωρίζω το νόημα των λέξεων ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά καθώς αναφέρομαι σε όψεις του κόσμου;

Μία διερεύνηση για το νόημα των λέξεων έχει προεκτάσεις που εντέλει σχετίζονται τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ίδιο τον προσανατολισμό μας. Όχι μόνο γιατί οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Όχι μόνο γιατί οι λέξεις ασκούν μιαν έλξη, αποτελώντας για μας ένα κάποιο ελιξήριο. Η εκδίπλωση του καθενός στον κόσμο και η προσπάθεια του να προσανατολιστεί σε αυτόν, αντανακλάται συχνά στη γλώσσα και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνεται χάρη σε αυτήν. Οι λέξεις δεν είναι απλώς ετικέτες που «κολλάνε» πάνω σε έννοιες ή αντικείμενα. Είναι σε θέση να διαμορφώσουν καινούργιες συλλήψεις, να σταθεροποιήσουν προϋπάρχουσες ή να επεκτείνουν το εύρος τους. Η γλώσσα δεν είναι απλά μια κωδικοποίηση ή αναπαράσταση της σκέψης, αλλά και όχημα αυτής, οδηγώντας τη σε τόπους απρόσμενους. Οπότε επηρεάζουν την αποτύπωση μιας κοσμοεικόνας, τη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης και εν τέλει τη συγκρότηση μιας ταυτότητας.

Ορισμοί, χρήσεις και καταχρήσεις

Μήπως για να γνωρίσω το νόημα των λέξεων θα αρκούσε ένα καλό λεξικό σε συνδυασμό με τη γνώση συντακτικών και γραμματικών κανόνων; Έστω για παράδειγμα η λέξη «γη». Διαβάζω στο αντίστοιχο λήμμα ενός λεξικού τον εξής ορισμό: «ο τρίτος σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, που έχει σχήμα ελλειψοειδές και πάνω στον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι» . Περιλαμβάνει ένας τέτοιος ορισμός τα δυνατά νοήματα της λέξης «γη»; Αποδίδει το νόημά της τόσο σε μια συζήτηση για τη γεωργία, όσο και κατά τη μεταφορική της χρήση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο; Περιέχει το νόημα της λέξης «γη» όπως την διαβάζω σε κείμενο του Αριστοτέλη και προσπαθώ μέσω αυτής να ερμηνεύσω ένα χωρίο; Σε ποιόν βαθμό αποκαλύπτει το νόημα παραγώγων αυτής, όπως η λέξη «απογείωση»;

Σαφώς η γνώση των ορισμών και επεξηγήσεων που παρέχει ένα λεξικό, καθώς και των γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, αποτελούν συχνά προϋπόθεση για την ορθή χρήση μιας λέξης, αλλά μία τέτοια γνώση δεν διασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιήσω ορθά τη λέξη αυτή σε διαφορετικές πρακτικές. Δηλαδή ότι θα την χρησιμοποιήσω καίρια, κατά τρόπο που θα φωτίσει μοναδικά μία συγκεκριμένη περίσταση, κατά τρόπο που θα κάνει τη λέξη ένα ξέφωτο στο οποίο φτάνω ύστερα από μάταιες περιπλανήσεις. Μήπως αρκεί να παρατηρώ με ποιο τρόπο κάποιοι άλλοι -πιο έμπειροι- χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις, ή να ακολουθήσω τις υποδείξεις τους; Κάτι ανάλογο φαίνεται να κάνουν τα παιδιά, όταν αρχίζουν να εκφέρουν λέξεις ακούγοντας τους μεγαλύτερους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει σε ένα παιδί μία μπάλα, λέγοντάς του ταυτόχρονα «αυτό ονομάζεται μπάλα», το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει το νόημα της λέξης «μπάλα». Θα αρχίσει να συσχετίζει λέξεις και αντικείμενα, οπότε στη συνέχεια θα μπορεί να αναφερθεί σε αυτά δια της γλώσσας.

Όμως αρκεί το άκουσμα μιας λέξης για να κατανοήσει ένα παιδί το νόημά της; Ακόμα και αν την αρθρώσει, μήπως απλώς την παπαγαλίζει; Προκειμένου να διαπιστώσω αν έχει κατανοήσει τη λέξη, παρατηρώ με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί• σε ποιες περιστάσεις, πρακτικές και γλωσσικά παιχνίδια. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μιας λέξης ελέγχεται κατά τη χρήση αυτής. Για παράδειγμα, έστω ότι ακούω από έναν καθηγητή γεωμετρίας την επεξήγηση μιας καινούργιας λέξης για μένα, όπως η λέξη «υποτείνουσα». Μου δείχνει επίσης πώς υπολογίζεται σε ένα τρίγωνο, ή σε ποια θεωρήματα υπεισέρχεται. Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο να μου δημιουργηθεί η πεποίθηση, ακολουθούμενη από ένα αίσθημα ικανοποίησης, ότι ακούγοντας τον καθηγητή, έχω πλέον κατανοήσει τι σημαίνει «υποτείνουσα». Όμως διαπιστώνω την άγνοιά μου μόλις προσπαθήσω να την υπολογίσω σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, το άκουσμα μιας λέξης για την κατανόηση του νοήματός της. Πρέπει να δοκιμαστώ στη χρήση της και από εκεί θα διαπιστωθεί αν όντως την κατανόησα ή όχι. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2026

*

ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ-ΑΙΘΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

~.~

Το Θέατρο Κυδωνία σε συνεργασία με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον οργανώνουν και εφέτος, για δέκατη συναπτή χρονιά μια σειρά από πρωτότυπες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι “Νύχτες του Ιουλίου” έχουν καθιερωθεί πλέον ως διακαλλιτεχνικό φεστιβάλ που απλώνεται σε όλο το φάσμα των γραμμάτων και των τεχνών (λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, στοχασμός και επιστήμη), και περιλαμβάνει διαλέξεις, συζητήσεις, σεμινάρια, τιμητικές βραδιές και εκδηλώσεις μνήμης, παραστάσεις, συναυλίες, προβολές και φιλοσοφικούς περιπάτους.

Και εφέτος θα έχουμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε και να φιλοξενήσουμε στα Χανιά σημαντικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους, οι λογοτέχνες Κλαίρη Μιτσοτάκη και Νικήτας Σινιόσογλου, οι μουσικοί Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και Γεωργία Νταγάκη, οι καθηγητές Βασίλης Κάλφας, Αντώνης Μεταξάς και Κώστας Μελάς, η σκηνοθέτρια και πανεπιστημιακός Χριστίνα Χατζηβασιλείου κ.ά. Στις εφετινές εκδηλώσεις μας περιλαμβάνονται συζητήσεις για την κατάσταση της σημερινής Ευρώπης, ένας διάλογος για τη σύγχρονη κρητική λογοτεχνία, αφιερώματα στον Μαρσέλ Προυστ, την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη καθώς και μια θεατρική παράσταση, περιήγηση στον ποιητικό κόσμο του Μίλτου Σαχτούρη σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και μουσική Νίκου Ξυδάκη.

Οργανωτικός φορέας των εκδηλώσεων είναι η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Φίλοι του Θεάτρου Κυδωνία» που ιδρύθηκε και πρωτολειτούργησε το 2024 για τον επιτυχέστερο προγραμματισμό και συντονισμό τους.

Κύριος τόπος των εκδηλώσεων είναι όπως πάντα ο Αίθριος Χώρος του Θεάτρου Κυδωνία. Μέρος τους όμως θα διεξαχθεί και εκτός θεάτρου, και συγκεκριμένα σε επιλεγμένες τοποθεσίες της υπαίθρου, σημεία ιδιαίτερης φυσικής καλλονής, καθώς επίσης στο Μεγάλο Αρσενάλι του Ενετικού Λιμανιού.

Ιδιαίτερο βάρος δίνουμε παγίως στις συμπράξεις μας με άλλους φορείς, εντός και εκτός Κρήτης. Έτσι, εκτός από τη μόνιμη συνεργασία μας με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και την υποστήριξη που μας παρέχει η Περιφέρεια Κρήτης, μεμονωμένες εκδηλώσεις μας θα διεξαχθούν σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη και τον Ορειβατικό Σύλλογο Χανίων.

*

*

*

Ένα βιολογικό αδιέξοδο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η Ρώμη του Αυγουστύλου, η Πόλη λίγο πριν την Άλωση, οι Χμερ, οι Μάγια, η άλυσος των πτώσεων της Χάλκινης Εποχής. Ο πολιτισμός πάντοτε μας εξαπατά, μας τάζει τη διάρκεια, πως θα μας απαλλάξει από τα ανεξέλεγκτα κέφια της Φύσης, στην πράξη ωστόσο είναι ο ίδιος πιο τρωτός και πιο ολιγόζωος από κάθε φυσικό οικοσύστημα.

Από πολλές πλευρές είναι ένα βιολογικό αδιέξοδο. Τα πάμπολλα προαπαιτούμενά του και ο κυκεώνας των ρυθμίσεων και των κανόνων που τον διέπουν, τον καθιστούν, εκ προοιμίου ήδη, ετοιμόρροπο. Αν οι δεινόσαυροι άντεξαν 200 εκατομμύρια χρόνια, ο homo sapiens, όπως προηγουμένως ο neanderthalensis, θα εξατμιστεί σε μερικές χιλιάδες.

Ήδη ως διάθεση, ως μύχια δυσφορία όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, η τέχνη του ανθρώπου μας το δείχνει πιο καλά απ’ οτιδήποτε άλλο, κάθε πολιτισμός φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Βιώσιμος πολιτισμός, ιδίως προηγμένος, δεν νοείται. Εξ ου και πλήθος κοσμολόγων εξηγούν με αυτόν τον τρόπο την απουσία ενδείξεων άλλης νοήμονος ζωής στο Σύμπαν. Αν πρόλαβε ν’ ανθίσει κάπου κάποτε, έσβησε τάχιστα χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

///

Στο πορτραίτο του υπαρξιακού Εχθρού που φτιάχνει ο Κονδύλης στο μνημειώδες Ισχύς και Απόφαση, δύο είναι τα μείζονα χαρακτηριστικά του. Ένας τέτοιος Εχθρός (του οποίου η κύρια χρησιμότητα είναι ότι μας προσδίδει, εκ του αρνητικού, ταυτότητα) πρέπει την ίδια στιγμή να είναι εξαιρετικά ισχυρός ώστε να δικαιολογείται η πάση θυσία κινητοποίηση και συστράτευση εναντίον του, αλλά και αθεράπευτα αδύναμος, καταδικασμένος μάλιστα να ηττηθεί νομοτελειακά, αφού το ηθικό δίκαιο το μονοπωλούμε εμείς, ο «αγαθός» του αντίπαλος.

Η σημερινή Ευρώπη επειδή ακριβώς φαντάζεται την Ρωσσία ως υπαρξιακό της εχθρό, της αποδίδει ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά γνωρίσματα. Η Μόσχα είναι και πανίσχυρη, έτοιμη να καταλάβει την Πολωνία, να υπερφαλαγγίσει την Βαλτική και να εισβάλει στη Γερμανία. Αλλά και ετοιμόρροπη, ανίκανη να κάμψει ακόμη και την «φτωχή», υποτίθεται, ουκρανική αντίσταση ή να ολοκληρώσει την προσάρτηση του Ντονμπάς.

Διόλου τυχαία λοιπόν ο Ρούττε του ΝΑΤΟ αποκαλεί εν ταυτώ, συχνά μέσα στην ίδια δήλωση, την Ρωσσία και «απελπισμένη» και «μέγιστη απειλή» αφού βλέπει την Ευρώπη ώς τον «επόμενο στόχο της». Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, η σημερική ευρωπαϊκή αυτοκατανόηση, όπως είναι θεμελιωμένη όλο και πιο αποκλειστικά στον αντιρρωσισμό (ποιο άλλο «όραμα», ποιο άλλο «σκοπό» έχει αυτή τη στιγμή η ΕΕ;), δεν του επιτρέπει να κάνει αλλιώς.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει πάντα δίκιο. Όταν η Ρωσσία δεν αντιδρά «αποφασιστικά» στις ουκρανικές προκλήσεις, τότε διότι απλούστατα δεν είναι σε θέση. Αν όμως τύχει και το πράξει, (πράγμα όλο και πιο πιθανό δεδομένης της συχνότητάς τους), αν επιδείξει ισχύ δηλαδή (άρα «βαρβαρότητα» διότι η ρωσσική ισχύς λογίζεται εκ προοιμίου ως «βαρβαρότητα») τότε δικαιώνεται η νατοϊκή πανστρατιά εις βάρος της, και δη αναδρομικά, από καταβολής της Μοσκοβίας… Μονά ζυγά, δικά μας.

///

Αν ζόριζα τον εαυτό μου, λέει κάπου ο Σάμιουελ Μπάτλερ, ίσως η μουσική του Σούμαν να μου άρεσε. Όμως δεν μου αρέσει να εκβιάζω τις αρέσκειές μου, θέλω να μ’ αρέσει κάτι αβίαστα, χωρίς προσπάθεια.

Ο Μπάτλερ ομολογεί εδώ μια μεγάλη αλήθεια. Οι προτιμήσεις των πολλών είναι χειραγωγήσιμες. Τα περισσότερα πράγματα που επικροτούν, τους επιβάλλονται – από κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, δειλίες, κεκτημένη ταχύτητα. Το δικό τους το γούστο δεν το παραδέχονται, πολλώ δε μάλλον δεν το καλλιεργούν, διότι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στο υπερεγώ που τους φιμώνει.

Και αυτοί, οι πειθήνιοι, οι ψαρωμένοι πολλοί, «hoi polloi» του Χάιντεγγερ, ζουν συνήθως στις αλεξανδρινές εποχές όπως η δική μας. Θα τους πετύχει κανείς να πλήττουν προβατοειδώς στις Μπιενάλλε, να μηρυκάζουν τον θαυμασμό τους για ένα ονομαστό βιβλίο που ουδέποτε διάβασαν, να επαναλαμβάνουν τα κλισέ των «μεμυημένων».

Και έχουν πάντα ένα λεπτεπίλεπτο επιχείρημα έτοιμο για το κάθε τι! Τις εξυπνάδες του Ουώρχολ και του Κουνς τις βρίσκουν εξόχως «ειρωνικές», τα μουσικά ελικόπτερα του Στοκχάουζεν «τραγικά», την κακογουστιά που έχει πνίξει την Ακρόπολη «επιταγή της επιστήμης». Στο σπίτι τους βέβαια, εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να υποκρίνονται, κρεμούν στους τοίχους τους φωτογραφίες από τοπία του Αιγαίου, ακούν Χατζιδάκι, και αν ο μπογιατζής δεν πετύχει ακριβώς την απόχρωση που του ζήτησαν, έχει πάρει πόδι την ίδια στιγμή. (περισσότερα…)