Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Η μονή του Κυνηγού στο απώτατο, βόρειο ύψωμα του Υμηττού, επάνω από τον Σταυρό, σε λήψη της δεκαετίας του 1950.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #20
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Στον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, κοντά στον δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στα Μεσόγεια, στήθηκε το έτος 1237/8 μαρμάρινος κίονας για να απαθανατίσει την κατασκευή ενός δρόμου. Ήταν έργο μοναχού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της γνωστής και ενεργής μέχρι σήμερα μονής του Κυνηγού, που βρίσκεται στο απώτατο, προς τα βόρεια, άκρο του Υμηττού, επάνω ακριβώς από τον Σταυρό. Η μονή είχε ιδρυθεί λίγο πριν από την κατάκτηση της νότιας Ελλάδας από τους Σταυροφόρους, το μοιραίο έτος 1204. Η Αττική πέρασε τότε στην εξουσία της οικογένειας των ντε λα Ρος από τη Βουργουνδία, που συνέστησαν το δουκάτο των Αθηνών. Το μοναστήρι του Κυνηγού ανήκει σε εκείνα που μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, συνυπάρχοντας με τους  καθολικούς κληρικούς που κατέλαβαν την ορθόδοξη μητρόπολη των Αθηνών.

Η επιγραφή, ένα επίγραμμα επιμελώς χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα επάνω στον κορμό του κίονα, απευθύνεται στον οδοιπόρο:

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα, τόνδε τὸν τρόπον;
Ἀρχὴν ἀποσκόπευσον αὐτοῦ καὶ τέλος.
Καὶ τίς ὁ τοῦτον τερματώσας ἐκ πόθου;
Νεόφυτος τοὔνομα, λάτρης Κυρίου·
αἴτησον αὐτῷ ψυχικὴν σωτηρίαν
ὅστις ποτ’ ἂν ἦ καὶ παριὼν ἐνθάδε.

͵σψμς΄

Φ
Σ        Φ
Λ

Η επιγραφή έδωσε φωνή στον λίθο, που ρωτά τον διαβάτη αν θέλει να μάθει τί είναι αυτός ο «τρόπος» και ποιός τον έφτιαξε. Με τον όρο «τρόπος» αναφέρεται ο δρόμος, την αρχή του οποίου όριζε ο κίονας και το τέλος του το μοναστήρι του Κυνηγού, που ήταν ο προορισμός του. Την κατασκευή του ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Νεόφυτος, «λάτρης Κυρίου». Ο λίθος καλεί τον περαστικό —όποιος και αν είναι αυτός και όποτε διαβεί— να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Στο τέλος παρατίθεται το από κτίσεως κόσμου έτος ͵σψμς΄ (=6746), που αντιστοιχεί στο 1237/8 μ.Χ. (περισσότερα…)

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

Λολίτα

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

Φιλία ἐστὶ μία ψυχὴ ἐν δυσὶ σώμασιν ἐνοικουμένη
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ήταν ένα αταξινόμητο αίσθημα, όταν έκλεινε τα μάτια της για να απολαύσει τα χάδια μου, την αφή των χεριών μου στο σώμα της, με εκείνον τον ασυγκράτητο αισθησιασμό, ήταν σαν να με προκαλούσε ερωτικά να την ακολουθήσω στην ανεξιχνίαστη σκέψη της, να ξεχάσω για μια στιγμή τις ανόητες διαχωριστικές συμβάσεις της ανθρώπινης ζωής, να κλείσω τα μάτια και να στρέψω κι εγώ το βλέμμα στον μέσα μου κόσμο, εκεί όπου δύο εντελώς διαφορετικά ζωικά όντα με ένα απλό σκούντημα της φαντασίας μπορούν να συναντηθούν, ένας βάτραχος με ένα μόνο φιλί να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα ή ένας κύκνος χάρη στην αγάπη ενός άνδρα να ξαναγίνει πριγκίπισσα.

Το ίδιο και την ώρα του φαγητού, όσο και αν ήταν πεινασμένη, η γλώσσα της πρώτα έγλυφε τρυφερά το χέρι που της πρόσφερε το φαγητό, πάντα με αυτή την ζεστή, υγρή, στοργική αφοσίωση που μου είχε και μετά έστρεφε την προσοχή της στο πιάτο της. Δεν ήξερα και ούτε κατάλαβα ποτέ αν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου αυτό που συνέβαινε μέσα μου ή αν ήταν εκείνη που με έκανε να την βλέπω έτσι… ένα μικρό κορίτσι που χρησιμοποιούσε τα θέλγητρά του για να με κερδίσει, να παίξει μαζί μου.

Μόνο στον Καββαδία είχα συναντήσει ξανά αυτό το αίσθημα να γίνεται λέξεις. Να το περιγράφει κάποιος με όλη την έντασή του. Σε ένα ποίημά του που μιλάει για μια γάτα με ηλεκτρισμένα μάτια, τη γάτα που οι ναύτες των φορτηγών πλοίων παίρνουν συντροφιά στα υπερωκεάνεια ταξίδια τους και «την λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί». Πάντα με συγκινούσε έως δακρύων αυτό το εξαιρετικό ποίημα όταν το διάβαζα, ιδίως οι τελευταίες στροφές του. Αν δεν το θυμάστε θα σας πρότεινα να το διαβάσετε, ίσως έτσι με καταλάβετε καλύτερα…

Α, ναι, υπάρχει κι ένα ακόμα, μυθιστόρημα, του Νίκου Αθανασιάδη που μιλά για τον εξωπραγματικό αλλά καθ’ όλα υπαρκτό έρωτα ενός κοριτσιού με ένα αρσενικό δελφίνι. Η γραφή του συγκλονιστική, σε κάνει να πιστέψεις στα αδύνατα. Έπειτα, να μην ξεχάσω, ήταν και μια νουβέλα του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα όπου ένας σοφός κατά τα άλλα καθηγητής αποκαλύπτει σε έναν δημοσιογράφο τον παθιασμένο νεανικό έρωτά του προς μια σειρήνα, την Λίγεια, στις ερημικές ακτές της Σικελίας. Βέβαια οι δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις, όσο και αν σε γοητεύουν για την αλήθεια τους, δεν παύουν, σε αντίθεση με το ποίημα του Καββαδία, να αποτελούν υποθέσεις εργασίας δύο άριστων πεζογράφων.

Εγώ πάντως διάλεξα το όνομά της, καθόλου τυχαία ασφαλώς, μέσα απ’ το εμβληματικό μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ. Η δαιμονική ερωτική έλξη ανάμεσα σε ένα μικρό κορίτσι που έχει επίγνωση της ομορφιάς του και της επίδρασης της ομορφιάς του σε έναν ώριμο άντρα και που ξέρει να την χειρίζεται ανάλογα με το κέφι της, μου ταίριαζε ακριβώς για την περίσταση. Με έσερνε από τη μύτη. Αρκεί να έκλεινε τα μάτια της μ’ αυτόν τον ναζιάρικο, γεμάτο θηλυκή χάρη, τρόπο της, όταν ένοιωθε το χέρι μου ανάμεσα στο λεπτό σαν μετάξι τρίχωμά της και της παρέδιδα αυτόματα την ψυχή μου ολόκληρη. Τα βράδια ερχότανε και κοιμόταν πάντα κάτω από το παράθυρό μου παρόλο που ποτέ δεν την έδεσα με αλυσίδα και ήταν εντελώς ελεύθερη να επιλέξει μέσα από ένα μεγάλο κτήμα με δέντρα και με ένα σπίτι στη μέση, όποια θέση της άρεσε περισσότερο για τον βραδινό ύπνο της. Για το σπιτάκι της έξω από την πόρτα μου ούτε λόγος. Ήθελε να είναι πάντα δίπλα μου. Τα βράδια μας χώριζε μόνο ένας τοίχος μ’ ένα παράθυρο. Τα καλοκαίρια που ήταν ανοιχτό την άκουσα πολλές φορές να αναστενάζει. Ή τουλάχιστον εγώ εκλάμβανα εκείνους τους ήχους που έβγαζε μέσα στον ύπνο της ως αναστεναγμούς. Τι να ονειρευόταν άραγε; (περισσότερα…)

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)

Λευκόχροον

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.vii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΛΕΥΚΟΧΡΟΟΝ

Διασχίζω το δάσος και ξαφνικά μέσα στα σκιερά έλατα ανακαλύπτω κρυμμένο το λευκόχροο δέντρο. Ξέρω ότι δεν είναι ένα κοινό δέντρο. Είναι η άγρια νύμφη του δάσους, η ξεχασμένη θεότης, η προστάτις των ξυλοκόπων και των μοναχικών οδοιπόρων, η ψυχή των καλών πνευμάτων που ζουν απωθημένα στις σκιές. Στέκομαι μπροστά της με σεβασμό, υποκλίνομαι και της μιλώ με κατάνυξη. Ζητώ την ευλογία της και ψάχνω μέσα στις ορφικές μνήμες μου να βρω έναν κατάλληλο ύμνο για να τον ψάλλω και να της τον αφιερώσω. Ω αλλοτριομορφοδίαιτη Κόρη, ω αλλομορφομετάβλητη θεά. Γονατίζω. Πέτρες, χαμόκλαδα, πουλιά κρυμμένα ψιθυρίζουν κι αυτά.

*

* (περισσότερα…)

To Εκείθεν και το Εντεύθεν στο νόημα των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Για να γνωρίσει κάποιος το νόημα μια λέξης, δεν αρκούν οι υποδείξεις τρίτων, αλλά, όπως είδαμε (Φιλοσοφικό Ημερολόγιο #11), είναι απαραίτητη η τριβή με τις λέξεις και η εξάσκηση στη χρήση τους. Περνώντας από το γνωσιολογικό στο οντολογικό ερώτημα, ας αναζητήσουμε ποια είναι η φύση του νοήματος των λέξεων, πούθε σχηματίζεται. Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η φυσική γλώσσα έχει μια λογική δομή, και οι λέξεις, παρά την ενδεχόμενη πολυσημία τους, διαθέτουν ένα νοηματικό πυρήνα σταθερό και αναλλοίωτο στο χρόνο, προερχόμενο Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Η αναζήτηση ενός τέτοιου Εκείθεν, ενός φορμαλισμού στη φυσική γλώσσα, μιας λογικής αναγκαιότητας, βρίσκεται στις απαρχές της αναλυτικής φιλοσοφίας (όπως στο έργο των Φρέγκε και Ράσσελ) οδηγώντας μεταξύ άλλων και στις τυπικές γλώσσες που μετεξελίχθηκαν στις πρώτες γλώσσες προγραμματισμού των υπολογιστικών μηχανών.

Έστω ότι το νόημα των λέξεων καθορίζεται Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας, χάρη σε κάποιους υπερκείμενους γλωσσικούς κανόνες. Η δε αποκάλυψη αυτών των σταθερών και αναλλοίωτων κανόνων, το ξεσκέπασμά τους από τη σκόνη και τα χώματα της φευγαλέας εμπειρίας, είναι σε θέση να μας φέρει αντίκρυ στην καθαρή και κρυστάλλινη λογική δομή της γλώσσας· στην ιδανική της μορφή. Όμως η υπόθεση ότι οι γλωσσικοί κανόνες καθορίζονται στο Εκείθεν, εξοστρακίζοντας την ανθρώπινη συμμετοχή από τη διαμόρφωση των κανόνων, μας αφήνει αβοήθητους στον προσανατολισμό μας, γιατί έτσι οι κανόνες καθίστανται απρόσιτοι. Δεν μπορεί κάποιος εντέλει να γνωρίζει αν τους έχει όντως κατανοήσει ή αν ακολουθεί έωλες ερμηνείες. Χωρίς κάτι ανθρώπινο στη φύση των γλωσσικών κανόνων, αυτοί δεν γίνονται προσιτοί στα αόρατα ύψη τους, με αποτέλεσμα να μένει απρόσιτη και η κατεύθυνση που υπαγορεύουν.

Πράγματι, το μόνο που απομένει σε κάποιον για να ελέγξει τι λέει και τι γράφει, είναι να σχηματίσει μία ερμηνεία των λέξεων, και να συγκρίνει όσα λέει και γράφει με αυτή την ερμηνεία. Αλλά ποια ερμηνεία είναι από μόνη της η τελεσίδικα αποδεκτή; Μία ερμηνεία φέρνει την ανάγκη για μία ερμηνεία της ερμηνείας κ.ο.κ., με αποτέλεσμα την κατάληξη σε ένα φαύλο κύκλο. Το δε Εκείθεν δεν είναι προσβάσιμο, οπότε δεν καταδεικνύεται μέσω αυτού η αποδεκτή ερμηνεία. Οπότε, «κάθε ερμηνεία κρέμεται στον αέρα μαζί με εκείνο που ερμηνεύει και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως στήριγμα» (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, § Ι. 198). Κατ’ αναλογία με τη θεολογική προσέγγιση, ο Θεϊκός Λόγος στο Εκείθεν έγινε προσπελάσιμος από τους ανθρώπους χάρη στον Θεάνθρωπο, μέσω των έργων και λόγων του στο Εντεύθεν, όπως εκτίθενται στην Καινή Διαθήκη.

Το ολισθηρό Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας

Έστω λοιπόν ότι το νόημα των λέξεων σχηματίζεται Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Πιο συγκεκριμένα, σχηματίζεται μέσα στην ανθρώπινη κοινότητα· από αριθμό πληθυντικό. Όμως τοποθετώντας το νόημα στο Εντεύθεν, υπάρχει ο κίνδυνος της διολίσθησης στον σχετικισμό του νοήματος, άπαξ και η οριοθέτηση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο αποκοπεί από κάθετι εκτός της ανθρώπινης προοπτικής, από κάθετι αντικειμενικό. Το νόημα κινδυνεύει να αφεθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα μιας συνάθροισης ανθρώπων, ενδεχομένως τυφλής και περιστασιακής, χωρίς να συγκαθορίζεται από κάτι που να ξεπερνά τις γνώμες αυτής ακριβώς της συνάθροισης . Ή να αφεθεί στην αρμοδιότητα μιας εξουσίας που σταδιακά επιβάλλει ένα συγκεκριμένο νόημα στις λέξεις (ας αναλογιστούμε το δυστοπικό σενάριο που εκτίθεται στο μυθιστόρημα 1984 του Τζωρτζ Όργουελ).

Ο σχετικισμός γίνεται ακραίος, αν μπορεί κάποιος να υποστηρίζει, για παράδειγμα, πως ένα αντικείμενο είναι σφαιρικό, ένας άλλος να υποστηρίζει πως είναι κυβικό, και τελικά να έχουν και οι δύο το ορθό με το μέρος τους. Οπότε καταργείται η διάκριση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο νόημα, αφού ό,τι νομίζει κάποιος ορθό, θα είναι και ορθό. Ο σχετικισμός αποκτά σκεπτικιστικές προεκτάσεις, αν συνδυαστεί με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει κάτι που να χαρίζει την ορθότητα σε έναν εκ των δύο συνομιλητών.

Έστω λοιπόν ότι οι γλωσσικοί κανόνες, και συνακόλουθα το νόημα των λέξεων, δεν καθορίζονται στο αόρατο και απροσπέλαστο Εκείθεν αλλά στο ορατό και απτό Εντεύθεν. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στην ανθρώπινη συμβίωση, ή αλλιώς την κοινότητα των ανθρώπων. Όμως άπαξ και το νόημα κατά την αναφορά των λέξεων σε αντικείμενα είναι διυποκειμενικό, δεν χάνει απαραίτητα την τριβή του με αυτά ακριβώς τα αντικείμενα, δηλαδή με κάτι ανεξάρτητο από τη βούληση μίας ομάδας ανθρώπων. Να λέμε «η γη κινείται» ανταποκρινόμενοι στη σχέση γης και ήλιου, ακόμα και αν κάποιοι αποφασίσουν να λένε «ο ήλιος κινείται». Η αντικειμενικότητα δεν διασφαλίζεται μόνο από το Εκείθεν της λογικής αναγκαιότητας. Αρκεί με κάποιον τρόπο να εισέρχονται και τα αντικείμενα στον καθορισμό του νοήματος.

Το στοίχημα της διυποκειμενικότητας

Αναζητώντας την αντικειμενικότητα, μπορούμε να στραφούμε από το απροσδιόριστο Εκείθεν στον απτό περιβάλλοντα χώρο μας. Υπάρχει, πράγματι, η ανάγκη να μην εξαλειφθεί από το νόημα  η τριβή με κάτι ανεξάρτητο των ανθρώπων. Το ανεξάρτητο ετούτο είναι η φυσική νομοτέλεια στην οποία υπακούει το κάθε αντικείμενo. Αυτή η τριβή, η επικοινωνία μέσω ενός «ρεπορτάζ των αντικειμένων», προσδίδει εγκυρότητα στις λέξεις των εκάστοτε πρακτικών, χωρίς αυτές να αφήνονται αποκλειστικά στα χέρια μίας ενδεχομένως περιστασιακής συνάθροισης ανθρώπων∙ ή μιας συγκυριακής άποψης που καλλιεργείται από ομάδες ανθρώπων με βάση σκοπιμότητες διαφορετικές από την αλήθεια.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις σκόπιμο είναι η διυποκειμενικότητα να φιλοξενεί, ή και να ενσωματώνει, μια υποκειμενική προοπτική, αρχικώς αποκλίνουσα από εκείνη που έδειχνε να συμμερίζεται μία κοινότητα ανθρώπων. Το υποκειμενικό αίσθημα κάποιου όταν αναφωνεί «θάλασσα!» να φιλοξενείται στο νόημα της λέξης αυτής, έστω και ως αμυδρή απόχρωση. Μήπως όμως η απόχρωση αυτή, αναιρεί τη στερεότητα του νοήματος; Όχι, γιατί δεν ακυρώνει το γεγονός ότι με τη λέξη «θάλασσα» αναφερόμαστε στη γνωστή υδάτινη επιφάνεια. Απλώς αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή της, απαραίτητη σε ορισμένες πρακτικές. Πτυχή «δεμένη» με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Εξάλλου, η εκάστοτε πρακτική διαμορφώνει τους δικούς της όρους για να οδηγήσει σε έναν ελεύθερο προσανατολισμό. Γι’ αυτό και σε ορισμένες πρακτικές είναι απελευθερωτικό το να μπορείς να λες 2+2=4 (στο 1984 του Όργουελ), ενώ σε κάποιες άλλες είναι απελευθερωτικό το 2+2=5 (στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι).

Όπως φάνηκε, το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό. Παρόλ’ αυτά η διυποκειμενικότητα, ξεφεύγοντας από τη Σκύλλα του Εκείθεν, δεν πέφτει απαραίτητα στη Χάρυβδη του σχετικισμού. Το νόημα μπορεί να διασώζει μιαν αντικειμενική αναφορά στα πράγματα, δηλαδή να λέω «θάλασσα» και να αναφέρομαι στη θάλασσα. Να μπορώ να λέω, κατά το λαϊκότερον, «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Εκτός αυτού, σε συγκεκριμένες πρακτικές και περιστάσεις η λέξη «θάλασσα» χρειάζεται να φιλοξενεί υποκειμενικές νοηματικές αποχρώσεις. Να περιέχει ιριδισμούς που αποδίδουν το ιδιαίτερο βίωμα που μπορεί να έχω από τη θάλασσα. Οπότε όντας το νόημα των λέξεων διυποκειμενικό, να μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Ο δε χώρος που θα αφεθεί είτε στη μία –την αντικειμενικότητα– είτε στην άλλη –την υποκειμενικότητα– είναι συνυφασμένος με την εκάστοτε πρακτική, τη συγκυρία και το στοίχημα που κάποιος βάζει μαζί της.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #12

*

*

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περί λογοτεχνικών καλλιστείων

Πηγή εικόνας: Bookpress

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Διαβάζει κανείς με ενδιαφέρον και απορία τα αποτελέσματα της «μεγάλης έρευνας» της Bookpress και του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, κατά την οποία, αντιγράφω από τον σχετικό ιστότοπο,

«55 προσωπικότητες από τον χώρο του βιβλίου, 55 ειδικευμένοι αναγνώστες —λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί φιλολογικών τμημάτων, βιβλιοπώλες, δημοσιογράφοι— κλήθηκαν να επιλέξουν η καθεμιά και ο καθένας 20 τίτλους ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά από το 1975 μέχρι και το 2025.

Στόχος να αναδειχτούν

«τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία των τελευταίων 50 ετών (1975-2025)».

Με ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διαβάζουμε την διαπίστωση των υπευθύνων της έρευνας πως ο καταρτισθείς κατάλογος αποτελεί

«Μια δεξαμενή βιβλίων που μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τους μελετητές του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και ως έγκυρος ενδεικτικός κατάλογος με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό.»

Ως προς το πρώτο σκέλος, θα συμφωνούσαμε ότι πράγματι μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο για να μελετηθούν οι τάσεις που διαμορφώνουν το προσωπικό γούστο, η εποπτεία που έχει ο αναγνώστης-κριτής, η προβολή που τυχαίνει να έχουν λάβει –κάποια από– τα βιβλία, προβολή που διαμορφώνεται συχνά από το πυκνό πλέγμα των δικτύων επικοινωνίας κ.λπ., οι αναγνωστικές προτιμήσεις και σε δεύτερο βαθμό η αξία του κρινόμενου έργου. Πεδίο ερεύνης λαμπρό για τον ερευνητή του παρόντος και του μέλλοντος. Ως προς το δεύτερο σκέλος της διαπίστωσης, ότι ο κατάλογος αποτελεί έγκυρο ενδεικτικό κατάλογο με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό, εγείρεται ακόμα μεγαλύτερη απορία πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί έγκυρος ένας κατάλογος ο οποίος δεν περικλείει τον ύστερο Λειβαδίτη ή την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή από τους νεότερους την Δήμητρα Χριστοδούλου. Αν ανατρέξει βέβαια κάποιος στην αναλυτικότερη λίστα των βιβλίων που ψηφίστηκαν έστω και με μία ψήφο, θα βρει τα ονόματα που προανέφερα όπως και άλλα σημαντικά, αν περιοριστεί ωστόσο στα αποτελέσματα της βραχείας λίστας αυτών των καλλιστείων, ματαίως θα ψάχνει. Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, οι Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, έργα-σταθμός στην ελληνική ποίηση δεν απαντούν πουθενά.

Πόσο χρήσιμος μπορεί να είναι ένας τέτοιος κατάλογος που στον λιγότερο υποψιασμένο, στον νεότερο ίσως αναγνώστη προτείνει αυτά και όχι άλλα βιβλία; Τι καταλαβαίνει αυτός ο αναγνώστης όταν βλέπει άξιους βέβαια πεζογράφους να εκπροσωπούνται με τρία βιβλία αλλά μείζονες ποιητές να απουσιάζουν; Πόσο δικαιούται μια τέτοια λίστα να αποτελέσει οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα στατιστικό εργαλείο που αποτυπώνει, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της, τα πεπερασμένα, υποκειμενικά, παρατυχόντα συμπεράσματα ενός μέρους, έστω και του «αρμοδιοτέρου», των αναγνωστών; Πόσο επίσης επικίνδυνο και παραπλανητικό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο όταν εγείρει αξιώσεις λογοτεχνικού κανόνα; Πράγμα που φαίνεται βέβαια να έχουν υπόψιν οι υπεύθυνοι της έρευνας γράφοντας:

«Η υποκειμενική ματιά, το προσωπικό γούστο, ο πλουραλισμός, παραμένουν οι πλέον ισχυροί παράγοντες που καθορίζουν τον λογοτεχνικό κανόνα στις μέρες μας – αν μας επιτρέπεται, με τόση μεγάλη διασπορά στις προτιμήσεις, να κάνουμε ακόμη χρήση αυτής της έννοιας.»

Μετά από αυτό, θα ρωτούσε κάποιος, προς τι μια τέτοια ή οποιαδήποτε παρόμοιου τύπου έρευνα; Για να εξαχθούν ίσως διδακτικά και ενίοτε πικρά συμπεράσματα: από ποιον γράφεται η ιστορία της λογοτεχνίας, απ’ το κοινό ή τους επαΐοντες; Με τι κριτήρια ψηφίζουν οι επαΐοντες; Από ποιον διαμορφώνονται οι αναγνωστικές προτιμήσεις, από τους αναγνώστες που μειώνονται και που γυρνούν την πλάτη σε όλες τις στατιστικές και τις συνταγές ψυχωφελούς ανάγνωσης ή από τους εκάστοτε ειδικούς, δέσμιους των δικών τους προϊδεάσεων ή ακόμα και προσωπικών σχέσεων;

Ένα άλλο ερώτημα που εγείρεται είναι αν είναι λογικό να συμπεριληφθούν στην ίδια λίστα βιβλία που ανήκουν σε διαφορετικό είδος του λόγου – ποίηση και πεζογραφία – και υπαγορεύουν διαφορετική αναγνωστική πρόσληψη. Μια τέτοια συμπερίληψη εική και ως έτυχεν δημιουργεί ενστάσεις ως προς την ομοιογένεια των κριτηρίων. Θα μπορούσε βέβαια να απαντήσει κάποιος στην ένσταση αυτή με το επιχείρημα της μεγάλης δημοκρατίας της αναγνωστικής αγοράς που αποτυπώνει αδήριτα τη δημοφιλία και την επιδραστικότητα του κάθε είδους λόγου και την αναντίλεκτη πρωτοκαθεδρία του πεζογραφήματος στις αναγνωστικές προτιμήσεις, πραγματικότητα που δεν χωράει αμφισβήτηση ούτε και γκρίνια. Το μυθιστόρημα παρηγορεί και ταξιδεύει μέσα στον πλατύ του χρόνο, παρέχοντας την ψευδαίσθηση ότι μιλά για τη ζωή την ώρα που αυτή ακριβώς συμβαίνει, ενώ η ποίηση συχνά μιλά για τη ζωή μετά την ζωή επιχειρώντας το ακατόρθωτο, να πυκνώσει στη μικρή χωρικότητά της ένα τόσο μεγάλο άνυσμα χρόνου έτσι που αυτός διαρρηγνύει τα τοιχία των λέξεων διαρρέοντας αδιάγνωστος. Γι’ αυτό και η ποίηση συχνά αντιμετωπίζεται με την ευγενική συγκατάβαση απέναντι στα προστατευόμενα, καθότι υπό εξαφάνιση, είδη ζωής που η βιοποικιλότητα των ιδεών επιβάλλει την ύπαρξή της, αν και ανομολόγητα προβλέπεται η φθίνουσα διάρκειά της.

Το μόνο συμπέρασμα που κανείς μπορεί να βγάλει είναι να μην ξεχάσει να θυμηθεί να διαβάσει για πρώτη ή για μια ακόμα φορά Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, τις Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα.

*

**

Νυχτερινή επίσκεψη

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Προσωπογραφικά προλεγόμενα: Ο Γιούστος Γλυκός από την Κορώνη έγραψε γύρω στα 1520 το στιχούργημα Πένθος θανάτου, το οποίο επηρέασε εμβληματικά έργα όπως η Ερωφίλη και ο Ερωτόκριτος (εκτεταμένα αποσπάσματα μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην ιστοσελίδα: «Δημώδης Γραμματεία» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). Ο Γεώργιος Σακελλάριος από την Κοζάνη δημοσίευσε το 1817 την ποιητική συλλογή Ποιημάτια, στα οποία εκδηλώνεται μία προρομαντική διάθεση, από τις πρώτες τέτοιες απόπειρες στη νεοελληνική λογοτεχνία. Πολλά από τα στιχουργήματα της συλλογής αφορμώνται από τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του (ψηφιακό αντίτυπο της συλλογής υπάρχει στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη», του Πανεπιστημίου Κρήτης).

*

Το σώμα πάντα ανήσυχο κι ο ψίθυρος εχθρός μου:
γιουστογλυκός… γιουστογλυκός… Αγέρι, με τρελαίνεις…
Γιούστος Γλυκός – Ποια πλάνη θα με τυραννήσει πάλι;
Ποιος είσαι; Δεν γνωρίζω τη μορφή σου· φύγε, φάσμα!
Όμως μ’ αρέσει το όνομα… «γλυκιά δικαιοσύνη»,
όπως την θέλησαν σοφοί που πια δεν θορυβούνε,
περίεργα ανυπόστατοι στην άτακτή μας μνήμη
ενώ η ζωή σαν το νερό κυλά και λιγοστεύει.
Η αναβολή, το ξέρουμε, γεμίζει την κλεψύδρα
του Χρόνου, που καραδοκεί να τρέξει απέναντί μας
κι ανέντιμος, δεν ξέρω πώς, συνέχεια θριαμβεύει.
Ενώ ο καιρός για στοχασμό, του ρεμβασμού, της σχόλης,
δένει τη φαντασία μας με την αιώνια πλάνη.

Κάτσε κοντά μου, φάντασμα, και πες μου
ποιο δόλωμα σε γράπωσε κι απόψε
ανάερο στον κόσμο μας διαβαίνεις;
Ποιον άνθρωπο κατοίκησες, ποιο σώμα
προσπάθησες να μιμηθείς, για λίγο
βέβαια, γιατί πριν μάθεις το παιχνίδι
αστραφτερό σε θέρισε δρεπάνι;
Κι αν είσαι κάποιου ποιητή, σ’ ακούω·
μην είσαι ο Σακελλάριος, της νύχτας
ο δακρυσμένος εραστής; Ή μήπως
Γιούστο Γλυκό στ’ αληθινά σε λένε
και δεν μου φέρνεις το καλό μαντάτο
πως κάπου, κάπως θα κριθώ όπως πρέπει;

Του κύκλου τα γυρίσματα, κι αν κάποτε γελούσι,
μες στ’ ασκημάδι –τι φριχτό– στο τέλος καταντούσι.
Ορθός κριτής στο λιόγερμα κανείς μας δεν ευρέθη
και κρίσις τάχα μου γλυκιά ποτέ δεν κατατέθη.
Γιατί σκιά τα τωρινά, κι αν έαρ, κρύο, θέρος,
και πιο μεγάλος ψευδουργός ο απάτηλός μας Έρως.
Κι αν τόσο κόπτεσαι, θνητέ, για τη δικαιοσύνη
όχι το βλέμμα, μα τον νου, με περισσή βιασύνη
στρέψε στην πέρα σου ζωή και μην κοιτάς οπίσω
κι ούτε να πεις: «Τόση χαρά πώς να την παρατήσω;»

Έφερε το ριζικό
νυχτερίδα φοβισμένη
–λες από παλιό σηκό–
κι η καρδιά μου μουδιασμένη
την κοιτάζει να πετά
σαν παιχνίδι χαλασμένο.
Τίποτα για εμάς μετά·
πανωφόρι ξεφτισμένο
μας σκεπάζει τον πηλό
με το χάος φωτισμένο.

Τέτοιες μνήμες με χτυπούσαν κι είχες, φίλε, πια χαθεί·
το όνομά σου λέει αλήθεια μες στον ύπνο τον βαθύ.

*

*

*

Καλλιτεχνικές μεταφορές

Ἡ Φιλοσοφία θέτει τὰ ἐρωτήματα, ἡ Ἐπιστήμη τὰ ἁπλοποιεῖ, ἡ Τέχνη τὰ ἀπαντάει.

Γιὰ τὸ τί εἶναι ζωή, ἡ ἀπάντηση ἔρχεται ἀπὸ τὸ Imagine τοῦ Τζὼν Λένον. Γεννιόμαστε σ’ ἕνα δωμάτιο σχετικὰ σκοτεινό, καθισμένοι μπροστὰ σ’ ἕνα ἀλλόκοτο καὶ πολύπλοκο ἀντικείμενο (πιάνο) χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἰδέα πῶς λειτουργεῖ, ποιοί εἶναι οἱ κανόνες — χτυπᾶμε ἀκανόνιστα τὰ μαῦρα πλῆκτρα καὶ τὰ ἄσπρα πλῆκτρα προσπαθῶντας νὰ συνδυάσουμε τοὺς τόνους καὶ τὰ ἡμιτόνια σὲ ἁρμονία· παλεύουμε γιὰ μιὰ μελῳδία ποὺ νὰ βγάζει νόημα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Θεός —μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς ἐξωτικῆς ὀμορφιᾶς γυναίκας (καλὴ καὶ εὐειδής, λευκὰ ἱμάτια ἔχουσα)— πηγαινοέρχεται ἀργὰ στὸ δωμάτιο ὅπου μὲ ἁπαλὲς κινήσεις ἀνοίγει τελετουργικὰ ἕνα-ἕνα τὰ μεγάλα παράθυρα νὰ μπεῖ φῶς· ἔξω ἡ Φύση ντυμένη στὰ πράσινα. Ὁ χῶρος σταδιακὰ φωτίζεται, τὸ σκοτάδι ὑποχωρεῖ, οἱ λεπτομέρειες διαγράφονται, τὰ ἔπιπλα προσαρμόζονται στὴν ὅραση. Ὅλα εἶναι ἄσπρα —τὸ ἄσπρο τοῦ χιονιοῦ— κι ἐμεῖς ἐκεῖ, σκυμμένοι στὸ πιάνο χωρὶς παρτιτούρα, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα· τραγουδᾶμε, πατᾶμε νότες, δὲν ἐγκαταλείπουμε. Κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα πλησιάζει καὶ κάθεται δίπλα μας, ἀμίλητη. Καθὼς ἡ μουσικὴ σβήνει καὶ τὸ τραγούδι τελειώνει, γυρίζει τὸ κεφάλι, μᾶς κοιτάει (ἕνα βλέμμα γεμάτο κοσμικὸ νόημα) καὶ μᾶς χαρίζει ἕνα παθιασμένο φιλὶ στὸ στόμα. Τὸ χαμόγελό της μᾶς κρατάει ζωντανούς.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸν θάνατο… μᾶλλον ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ ἕναν ἐκτυφλωτικῶς κατάφωτο ρόμβο αἰωρούμενο στὸ διάστημα, ἐν εἴδει σκηνῆς, κατὰ πῶς θέλουν οἱ Alphaville.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

*

 

 

 

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του λαού

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.

///

 Ο χαρακτήρας του λαού [1]

Με τη λέξη λαός (populus) εννοείται ένα πλήθος ανθρώπων που έχει συνενωθεί σε έναν τόπο, εφ’ όσον το πλήθος αυτό αποτελεί ένα Όλον. Το πλήθος εκείνο είτε και το μέρος του που αναγνωρίζει τον εαυτό του ενωμένο σε ένα πολιτικό Όλον λόγω κοινής καταγωγής λέγεται έθνος (gens)∙ το μέρος που εξαιρείται από τους νόμους αυτούς (το άγριο πλήθος στον λαό αυτόν) λέγεται όχλος (vulgus),*[2] και του οποίου η έκνομη συνένωση είναι η εξέγερση (agere per turbas [προξενώ ταραχές])∙ μια συμπεριφορά που τον αποκλείει από την ιδιότητα του πολίτη.

Ο Χιούμ θεωρεί[3]: ότι, εάν σε ένα έθνος κάθε άτομο επιδιώκει με ζήλο να αποκτήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του (όπως συμβαίνει με τους Άγγλους), τότε το ίδιο το έθνος δεν έχει χαρακτήρα. Θαρρώ πως σε τούτο πλανάται∙ πράγματι, η επιτήδευση του χαρακτήρα είναι ακριβώς ο γενικός χαρακτήρας του λαού στον οποίο ανήκε ο ίδιος, και τούτο συνιστά περιφρόνηση όλων των αλλοδαπών, ιδιαιτέρως επειδή πιστεύει ότι μόνος αυτός μπορεί να επαίρεται για ένα αυθεντικό πολίτευμα που συνδέει ελευθερία των πολιτών στο εσωτερικό με δύναμη προς τα έξω. – Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι υπερήφανη σκαιότητα σε αντίθεση με την ευγένεια που οδηγεί εύκολα στην οικειότητα∙ μια πεισματική στάση απέναντι σε κάθε άλλον λόγω υποτιθέμενης αυτοτέλειας, όπου πιστεύει κανείς πως δεν χρειάζεται κανέναν άλλον, και συνεπώς πως μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση να είναι αρεστός στους άλλους.

Με τον τρόπο αυτόν οι δυο πλέον πολιτισμένοι λαοί της Γης,[4] οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από την αντίθεση του χαρακτήρα, και ίσως κυρίως εξ αιτίας αυτού βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, η Αγγλία και η Γαλλία, και ως προς τον έμφυτο χαρακτήρα τους, του οποίου ο επίκτητος και ο τεχνητός χαρακτήρας δεν αποτελούν παρά μόνο τη συνέπεια, θα είναι ίσως οι μοναδικοί λαοί, για τους οποίους δύναται κανείς να παραδεχθεί έναν συγκεκριμένο και, εφ’ όσον δεν αναμειχθούν λόγω της βίας του πολέμου, αμετάβλητο χαρακτήρα.- Το ότι η γαλλική γλώσσα έγινε η γενική γλώσσα της συνομιλίας, ιδίως του γυναικείου καλού κόσμου, ενώ η αγγλική γλώσσα έγινε η πλέον διαδεδομένη εμπορική γλώσσα[5] του κόσμου των συναλλαγών, οφείλεται μάλλον στη διαφορά της ηπειρωτικής και νησιωτικής θέσης τους. Όσον αφορά όμως στο φυσικό τους, εκείνο που έχουν πράγματι τώρα, και στην ανάπτυξή του μέσω της γλώσσας, αυτό θα έπρεπε θα συναχθεί από τον έμφυτο χαρακτήρα του απώτερου λαού της καταγωγής τους∙ αλλά ως προς αυτό μας λείπουν τα ντοκουμέντα.- Αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει στην ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική είναι μονάχα τούτο: να εκθέσομε τον χαρακτήρα των δύο αυτών λαών, όπως είναι αυτοί τώρα και όσο συστηματικά είναι δυνατόν σε μερικά παραδείγματα, τα οποία μας επιτρέπουν να κρίνομε σε ποια λάθη έχει υποπέσει ο ένας λαός σε σχέση με τον άλλον, και πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει ο ένας τον άλλον για το συμφέρον του.

Οι κληρονομικοί γνώμονες, ή εκείνοι που λόγω της μακράς χρήσης έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο δεύτερη φύση και έχουν ενοφθαλμισθεί σ’ αυτήν, και οι οποίοι εκφράζουν την ιδιοσυγκρασία ενός λαού, δεν είναι παρά ισάριθμες τολμηρές απόπειρες να ταξινομήσουν τις διαφοροποιήσεις  στις φυσικές τάσεις ολόκληρων λαών περισσότερο για τον γεωγράφο, εμπειρικά, παρά για τον φιλόσοφο, σύμφωνα με αρχές του Λόγου.*[6]

Η άποψη ότι για το ποιον χαρακτήρα θα έχει ένας λαός, τα πάντα εξαρτώνται από τη μορφή της διακυβέρνησης, είναι ένας αβάσιμος ισχυρισμός που δεν εξηγεί τίποτα∙ διότι, από πού προέρχεται ο ιδιάζων χαρακτήρας της ίδιας της διακυβέρνησης;- Ούτε το κλίμα και το έδαφος μπορούν να παράσχουν το κλειδί γι’ αυτό∙ πράγματι, μετακινήσεις ολόκληρων λαών απέδειξαν ότι αυτοί δεν μετέβαλαν τον χαρακτήρα τους λόγω των νέων εστιών τους, αλλά απλώς τον προσάρμοσαν ανάλογα με τις συνθήκες, και εντούτοις εξακολουθούν ακόμα να διαφαίνονται τα ίχνη της καταγωγής τους, και συνακόλουθα και ο χαρακτήρας τους, στη γλώσσα, στον βιοπορισμό, ακόμα και στην ενδυμασία.- Θα σκιαγραφήσω το σχέδιο του πορτρέτου των λαών αυτών κάπως περισσότερο από την άποψη των ελαττωμάτων τους και της απόκλισης από τον κανόνα, παρά από την ωραιότερη πλευρά (δίχως πάλι ωστόσο να καταφεύγω στην καρικατούρα). Διότι, εκτός του ότι η κολακεία διαφθείρει, ενώ αντιθέτως η επίκριση βελτιώνει, επιπλέον ο κριτικός προσκρούει λιγότερο στη φιλαυτία των ανθρώπων, όταν προβάλλει δίχως εξαίρεση απλώς τα ελαττώματά τους παρά όταν διεγείρει μονάχα τον αμοιβαίο φθόνο των κρινομένων περισσότερο ή λιγότερο με εξυμνήσεις. (περισσότερα…)

Η πραγματικότητα των δημόσιων ψυχιατρικών κλινικών στην Ελλάδα: Μια μαρτυρία

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

~.~

Συνηθίζω να γράφω δοκίμια. Το παρόν κείμενο, όμως, είναι μια μαρτυρία. Και θα προσπαθήσω να κρατήσω το ύφος άμεσο, απλό, σχεδόν προφορικό, όπως όταν ομολογείς κάτι σ’ έναν φίλο. Η εποχή μας φλυαρεί με υπερηφάνεια για τη συμπερίληψη, τις κατακτήσεις στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την προοδευτικότητα, τη χειραφέτηση της σεξουαλικότητας, την ελευθερία του λόγου, τις κοινωνικές της ανησυχίες. Ωστόσο, βιώνοντας το σήμερα και μελετώντας την Ιστορία, διαπιστώνω με θλίψη ότι το άτομο ποτέ ξανά δεν υπήρξε τόσο απομονωμένο. Απελπισμένο, κενό, έρημο αξιών και ιερότητας, δίχως ταυτότητα, αγωνιώντας απ’ την απουσία του ανήκειν. Όσον αφορά στα καθ’ ημάς, όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα της ζωής στην Ελλάδα. Τη διαφθορά, την ακρίβεια, την αναξιοκρατία, την οικονομική δυσχέρεια, το άγχος και την απαισιοδοξία μας για το μέλλον, την υποστελέχωση των σημαντικότερων θεσμών, την κρίση των αξιών, τον μακρύ κατάλογο των προβλημάτων που μας κατατρύχουν. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν την πραγματικότητα του περιθωρίου. Και λίγοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Σας υποσχέθηκα μια μαρτυρία. Κ’ εδώ θα μιλήσω για τη ζωή στη δημόσια ψυχιατρική κλινική.

Από κάπου θα πρέπει να ξεκινήσω. Έχω εμπειρίες από αρκετά ψυχιατρεία και οι ασθενείς με τους οποίους νοσηλεύτηκα μου μετέφεραν τα δικά τους βιώματα από άλλες κλινικές. Θα κάνω, λοιπόν, την αρχή εξηγώντας το ποινικό σύστημα που υπάρχει μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική. Αρκετοί ασθενείς είχαν φυλακιστεί, πριν καταλήξουν σε μια μονάδα ψυχικής υγείας. Συνήθιζαν να λένε ότι όσοι βρίσκονται στη φυλακή, φοβούνται τα ψυχιατρεία, και το αντίστροφο. Γιατί η φυλακή κ’ η δημόσια ψυχιατρική κλινική δεν διαφέρουν πολύ. Το προφανές είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις χάνεις την ελευθερία σου. Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο επικρατεί ένα σύστημα ποινών. Αρχικά, οι «συνεργάσιμοι» ασθενείς παίρνουν εξιτήριο πιο γρήγορα, ενώ οι «αντιδραστικοί» τιμωρούνται με την αύξηση της διαμονής τους εκεί. Η πρώτη κατηγορία ασθενών αποκτά προνόμια που δεν έχουν οι άλλοι, όπως η πρόσβαση στο κινητό τους τηλέφωνο, οι μεγαλύτερες μερίδες φαγητού, που ποτέ δεν είναι αρκετό, κ.ά. Αν ο ασθενής επιμένει να προβάλει αντίσταση, τον δένουν σ’ ένα κρεβάτι για 24-48 ώρες, δεν του επιτρέπουν να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, συχνά μάλιστα δεν τον καθαρίζουν καν. Είδα ασθενείς με μώλωπες απ’ τα σφιχτά δεμένα δεσμά, που φώναζαν για ώρες να τους τα χαλαρώσουν. Το επόμενο βήμα είναι η απομόνωση: ένα κυριολεκτικό κελί με μεταλλική πόρτα κ’ ένα παραθυράκι που μένει σχεδόν πάντα κλειστό. Κι όλ’ αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται σε άτομα που η συμπεριφορά τους οφείλεται σε μία νόσο, δεν είναι επιλογή. Θυμάμαι ακόμα ένα βράδυ που ο Θ., ναρκομανής με σύνδρομο στέρησης, ζητούσε επιτακτικά τη «βιταμίνη» του: έτσι ονόμαζε το φάρμακο που του χορηγούσαν. Ο Θ. ήταν επίσης άρρωστος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Οι νοσηλευτές δεν απαντούσαν στις εκκλήσεις του. Όπως καταλαβαίνετε, ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε στερητικό σύνδρομο και παράλληλα νοσεί ψυχικά μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος. Κ’ έτσι συνέβησαν τα πράγματα: ο Θ. άρχισε να χτυπά τα τζάμια του φαρμακείου και να φωνάζει. Ο νοσηλευτής που είχε βάρδια, βγήκε έξω έξαλλος, τον άρπαξε απ’ την μπλούζα κ’ ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει, τον προκαλούσε, «Έλα, έλα, αν σου βαστάει», τού ’λεγε, λες κ’ επρόκειτο για κανέναν αλήτη του δρόμου που του επιτέθηκε σε στενό ή για καβγά σε μπαρ. Ο Θ. φοβήθηκε κι ο νοσηλευτής φώναξε «Ε, βέβαια, όλοι κότες είστε τελικά».

Ο φόβος. Γεννιέται απ’ αυτές ακριβώς τις ποινές. Ειδικά για όσους έχουν κάνει εισαγωγή με εισαγγελική. Φοβούνται τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Είδα πολλούς να φέρονται σχεδόν δουλικά απέναντί τους, να τους κολακεύουν, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους, μόνο και μόνο για ν’ αφεθούν ελεύθεροι. Ο φόβος, όμως, σε μια ψυχιατρική κλινική προκαλείται κι απ’ τους ίδιους τους νοσηλευόμενους: λόγω έλλειψης κλινών, συγχρωτίζονται άτομα που η βαρύτητα της ψυχοπαθολογίας τους είναι εντελώς δυσανάλογη. Έτσι, νοσηλευόμενοι που είχαν εισαχθεί λόγω ηπιότερης παθολογίας, όπως π.χ. η πολυήμερη αϋπνία, συγκατοικούσαν με ψυχωτικούς. Νοσηλευόμουν μαζί μ’ εμπόρους όπλων, ναρκέμπορους κ’ έναν δολοφόνο. Μια νοσηλεύτρια με πλησίασε τη δεύτερη μέρα και μού ’πε «Αγόρι μου, τι κάνεις εδώ; Δεν ανήκεις εδώ. Σήκω φύγε». (περισσότερα…)

Σύνορα: Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΙΟΛΙΟΥ

~.~

Με αφορμή την παράσταση «Σύνορα» του Χένρι Νέιλορ, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Κυδωνία κατά τη χειμερινή περίοδο, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε την έννοια των συνόρων όχι μόνο ως γεωγραφική ή πολιτική πραγματικότητα, αλλά ως μια θεμελιώδη ανθρώπινη εμπειρία που διαπερνά την ψυχική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Τα σύνορα αποτελούν τόπους διαχωρισμού. Είναι εκείνα που ορίζουν το «εμείς» και τους «άλλους», το οικείο και το ξένο, το μέσα και το έξω, το ανήκειν και το μη ανήκειν. Είναι οι γραμμές που χαράσσουν τις διαφορές, που συγκροτούν ταυτότητες και οργανώνουν κοινότητες.

Ωστόσο, κάθε σύνορο εμπεριέχει μια παράδοξη συνθήκη. Την ίδια στιγμή που διαχωρίζει, καθιστά δυνατή τη συνάντηση. Εκεί όπου υπάρχει ένα όριο, υπάρχει και η δυνατότητα του περάσματος. Εκεί όπου αναγνωρίζεται η διαφορά, μπορεί να γεννηθεί η σχέση. Οτιδήποτε διαχωρίζει μπορεί επίσης να συνδέει. Και ίσως αυτό να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα νοήματα της ανθρώπινης εμπειρίας: ότι τα σύνορα δεν είναι μόνο τόποι αποκλεισμού αλλά και τόποι δημιουργίας, μετασχηματισμού και γέννησης νέων κόσμων.

Το έργο του Χένρι Νέιλορ αποτελεί μια εξαιρετικά πυκνή δραματουργική επεξεργασία αυτών των ζητημάτων. Πρόκειται για ένα κείμενο που συνδυάζει πολιτική οξύτητα, ψυχολογικό βάθος και φιλοσοφική ευαισθησία. Αναφέρεται σε επίκαιρα ιστορικά γεγονότα, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την τέχνη, την ηθική, την ανθρώπινη ευθύνη, την εξουσία, τη βία και την αλήθεια.

Στον πυρήνα της παράστασης παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες δύο καλλιτεχνών: μιας νεαρής Σύριας ζωγράφου και ενός Βρετανού φωτογράφου. Οι ζωές τους μοιάζουν εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετικές. Διαμορφώνονται σε διαφορετικές ηπείρους, σε διαφορετικές κοινωνίες, σε διαφορετικά πολιτικά συστήματα. Κι όμως, βαθιά μέσα στην αφήγηση, αναδύεται η αίσθηση ότι οι πορείες τους συνδέονται από μια κοινή αφετηρία: την ανάγκη να δώσουν μορφή στην ανθρώπινη εμπειρία μέσα από την τέχνη.

Η πρώτη ηρωίδα γεννιέται και μεγαλώνει στη Συρία. Από πολύ μικρή ηλικία βιώνει ένα καθοριστικό τραύμα: την απώλεια του πατέρα της ως αποτέλεσμα της κρατικής βίας του αυταρχικού καθεστώτος. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική απώλεια. Εγγράφεται στον ψυχισμό της ως μια πρωταρχική ρήξη, ως μια εμπειρία που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιληφθεί τον εαυτό της και τον κόσμο.

Εδώ συναντούμε τα πρώτα πραγματικά σύνορα. Είναι τα πολιτικά σύνορα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που καθορίζει ποιος έχει δικαίωμα να μιλήσει και ποιος όχι. Είναι τα σύνορα που επιβάλλει η κρατική εξουσία ανάμεσα στην ελευθερία και τον φόβο, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ταυτόχρονα όμως συναντούμε και συμβολικά σύνορα. Το παιδί που χάνει τον πατέρα του βρίσκεται αντιμέτωπο με το όριο ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση της βίας. Ένα κομμάτι της παιδικής του ύπαρξης χάνεται ανεπιστρεπτί.

Το τραύμα αυτό δεν εξαφανίζεται. Παραμένει ενεργό και αναζητά τρόπους έκφρασης. Μέσα από μια διαδικασία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μετουσίωση, η νεαρή κοπέλα μετατρέπει τον ψυχικό πόνο σε δημιουργία. Η ζωγραφική γίνεται ένας χώρος όπου μπορεί να επεξεργαστεί το πένθος της, να δώσει μορφή στο άρρητο και να μετατρέψει την απώλεια σε νόημα. Η τέχνη λειτουργεί εδώ ως πέρασμα. Ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα. Ως μια γέφυρα που επιτρέπει στον άνθρωπο να διασχίσει τα σύνορα του τραύματος χωρίς να συντριβεί από αυτό.

Καθώς φτάνουμε στα γεγονότα του 2011, η προσωπική ιστορία της νεαρής ζωγράφου διασταυρώνεται με τη μεγάλη Ιστορία. Οι εξεγέρσεις που συγκλονίζουν τον αραβικό κόσμο δημιουργούν μια πρωτοφανή αίσθηση ελπίδας. Για πρώτη φορά φαίνεται πως τα πολιτικά σύνορα του φόβου μπορούν να σπάσουν. Η τέχνη της μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης. Οι τοιχογραφίες, τα χρώματα, οι εικόνες αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Γίνονται μορφές επικοινωνίας και διεκδίκησης.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένας άλλος τύπος συνόρων: τα φαντασιακά σύνορα. Πρόκειται για τα σύνορα των ονείρων, των προσδοκιών και των συλλογικών φαντασιώσεων. Οι άνθρωποι αρχίζουν να φαντάζονται έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο δικαιοσύνης, ελευθερίας και δημοκρατίας. Οι φαντασιώσεις αυτές δεν είναι ψευδαισθήσεις. Είναι αναγκαίες ψυχικές κατασκευές που κινητοποιούν τη δράση και δίνουν νόημα στην ύπαρξη. (περισσότερα…)