*
Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών
γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
[11/12]
~.~
«Εγώ είμαι ο Χριστός»[603]: Έχοντας θέσει τη γραφή του στο πρότυπο του ησυχασμού, της ταπείνωσης και της μετάνοιας, ο Κυριάκος Μαργαρίτης επιλέγει με τη Νέα Κρόνακα μια εσωτερική πορεία με εκκλησιολογική διάσταση. Χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στο κείμενό του όρους της πατερικής παράδοσης όπως «νήψη»,[604] ισοδύναμη με την εσωτερική εγρήγορση, και «φιλοκαλία»,[605] που προσδιορίζει το κάλλος της πνευματικής εμπειρίας, με κυρίαρχα τα ερείσματά του στο πόνημα του Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ περί τον βίο του Αγίου Σιλουανού,[606] ολόκληρο το βιβλίο Σαμψών αφιερώνεται ως υπαρξιακή κίνηση του προσώπου προς τον Θεό. Ο Νίκος Σαμψών, σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί μία (ακόμη) ιστορική περίπτωση που κινήθηκε αντίστροφα προς το πρότυπο της νηπτικής ζωής, χωρίς να παραιτηθεί ποτέ από την ανάγκη αυτοδικαίωσης:
Ο Νίκος Σαμψών εξακολουθεί να κομπάζει, στον ύπνο, στον ξύπνιο μου. Με στοιχειώνει με την τρυφερότητα του φονιά. Το αγγελικό πρόσωπο. Το αθώο βλέμμα. Δεν τον συνερίζομαι. Ο κομπασμός, του Αισχύλου ο κόμπος, ξέρω ότι είναι ιδίωμα των μόνων και των απελπισμένων πολύ. Στο χείλος αβύσσου ο Σιλουανός με ελεεί: να μην απελπίζεσαι.[607]
Εμπλουτίζοντας διαρκώς το περιεχόμενο της έννοιας της «αδύνατης» αφήγησης, ο Μαργαρίτης κινητοποιεί στο Σαμψών την ιστορία του αμετανόητου Ληστή στον Σταυρό, προκειμένου να υπογραμμίσει, μέσα από την αδυναμία ή την απροθυμία του Νίκου Σαμψών για μεταμέλεια, την αδυναμία, ου μην την αποτυχία, και της ίδιας της (ζωής ως) αφήγησης:
Την ιστορία του ληστή δεν την είπε κανένας. Πώς να την πει; Δίχως μετάνοια δεν γίνεται αφήγηση.[608]
Μια τίμια συγγνώμη. Μια μεγάλη μετάνοια. Χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα.[609]
Το μετάνιωσα που ανέλαβα. Αλλά δεν μετανιώνω. Έτσι, σκέφτομαι, δεν γίνεται δουλειά. Δεν έχω αφήγηση.[610]
Έχοντας παραιτηθεί, ως αναλύθηκε πρότερα, από την απόδοση πταίσματος και αντλώντας από την ησυχαστική παράδοση, ο Μαργαρίτης προσεγγίζει τη γραφή ως επίκληση, ως εξομολόγηση, κύρια δε ως ευχή, ακόμα και για αυτόν τον Νίκο Σαμψών:
Το ίδιο εύχομαι και για τον Νίκο. Η λέξη-κλειδί, για την εύρεση και την έλευση, για τη μεγάλη γιορτή, είναι προφανώς η ευχή.[611]
Θα βάλω τα δυνατά μου, […] εκκαλώντας τη χάρη του Θεού για τον έκπτωτο. […] Κι αν γίνει έτσι, τότε η χάρη της αφήγησης […] μπορεί να ευχηθεί για τον νεκρό την ανάπαυση.[612]
Η ευχή υπέρ αναπαύσεως του Νίκου Σαμψών φανερώνει το ριζικά θεοκεντρικό Ορθόδοξο ήθος της γραφής του Μαργαρίτη, όπου το λυτρωτικό έλεος δεν εξαντλείται στα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης: «Ποιος ξέρει; Εις άλλα πταίομεν, καμιά φορά, και εις άλλα πληρώνουμε. Ποιος θα κρίνει;».[613] Μετατοπίζοντας με ευστροφία το βάρος, όπως το πράττει και ο πρώτος διδάξας και δάσκαλός του Παπαδιαμάντης, από τα θύματα του κακού στους φορείς της αμαρτίας, τον Μαργαρίτη δεν απασχολεί η κρίση του Νίκου Σαμψών, αλλά ο Νίκος Σαμψών και η ψυχή του. Η προοπτική του Αγίου Σώστη για τη Φόνισσα, ως παρατηρεί ο Κωστής Μπαστιάς, από τους πρώτους που μπόρεσαν να αναγνώσουν επαρκώς το έργο, δείχνει ότι «το κακό», για τον Παπαδιαμάντη, «δεν είναι ανεπανόρθωτο».[614] Η δε Φραγκογιαννού παραμένει στο μεταίχμιο της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης, εμφαίνοντας τον ακατάπαυστο αγώνα και την μέχρις εσχάτων προοπτική της πτωτικής ύπαρξης. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε προδικαστική κρίση, ο Μαργαρίτης εκφράζει συνολικά το μεγαλείο και την ευθύνη της ανθρώπινης ελευθερίας και βίου ως πορείας διαρκούς μεταμόρφωσης:
Η κρίση γίνεται κέρασμα, και στον θυρεό συλλαβίζω το θαύμα: Οὐκ ἦλθον κρῖναι τὸν κόσμον, ἀλλὰ σῶσαι τὸν κόσμον.[615]
Παρά ταύτα, όντας ερμηνευτικά ανοιχτός και πολύτροπος, οι ιστορικές μορφές που σκιαγραφεί, είτε πρόκειται για τον αρχιδήμιο Χάρι Άλεν είτε για τον πραξικοπηματικό Πρόεδρο Νίκο Σαμψών, έχουν αλλού προδιαγράψει τον αυτοαποκλεισμό τους από τη θεία ζωή, χωρίς περιθώρια διεξόδου: (περισσότερα…)











