Amor Fati

*

Meine Formel für die Grösse am Menschen ist amor fati:
daß man Nichts anders haben will, vorwärts nicht,
rückwärts nicht, in alle Ewigkeit nicht.
FRIEDRICH NIETZSCHE, Ecce Homo

Ίσως μας κάψουνε μια μέρα στη πυρά
Ίσως να φάμε αναθέματα και cancel
Ίσως μας πνίξει η αφάνεια κι η φθορά
Ή ίσως πάλι να χαθούμε μια φορά
Σε κάνα δάσος σαν τη Γκρετελ με τον Χανσελ

Ίσως να έρθουνε αντίξοοι καιροί
Να βγούνε ψέματα τα πράγματα που πίστευα
Της ποίησής μας ίσως σβήσει το κερί
Να σκονιζόμαστε σε μια αντικερί
Δίπλα στο ράφι με τα Άπαντα της Κρίστεβα

Ίσως τα βρούνε όλα καραγκιόζ μπερντέ
Ίσως μας βρούνε στον πυθμένα κάποιοι δύτες
Θα μείνει τίποτα από μας; εμ, έλα ντε
Ίσως αν γίνουν οι μοντέρνοι ντεμοντέ
Και αβάντ-γκαρντ να γίνουν οι παλιομοδίτες

Ίσως να μείνουμε για πάντα ρετιρέ
Ή να γυρεύουμε τον ήλιο στα υπόγεια
Κάποιοι θα πουν «τόσο τους έκοβε μωρέ»
Κι αφού θα κάνουν ένα ποτ-πουρί πουρέ
Να μας διδάσκουν απ’ τα σχολικά ανθολόγια

Ίσως καούνε τα χλωρά με τα ξερά
Ίσως πνιγούμε στη χολή και στην τοξίνη
Εμείς το χρέος μας. Αυτό μας αφορά
Ό,τι θε νά ’ρθει, θά ’ρθει. Que será, será
Σ’ αυτούς που θα ’ρθουνε έχω εμπιστοσύνη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

**

-> Από πού να ξεκινήσω; #8 Νίκος Καζαντζάκης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

NIKOΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(1883-1957)

-> Από πού να ξεκινήσω;

Αποτελεί ιδιαίτερη αντίφαση και χαρακτηριστικό γνώρισμα της (κυριολεκτικά) εξαιρετικής περίπτωσης Καζαντζάκη το γεγονός ότι ο Κρητικός ποιητής μνημονεύεται και εξακολουθεί σήμερα την παγκόσμια πορεία του βάσει της παράπλευρης πεζογραφικής του ιδιότητας κι όχι της ποιητικής, η οποία τον είχε συντροφεύσει κατά τα περισσότερα χρόνια του βίου του. Από αυτήν την ιδιότητα, λοιπόν, καθ’ υπέρβαση της παρούσας στήλης, θα προτείνουμε κι εμείς τον νέο αναγνώστη να ξεκινήσει και πιο συγκεκριμένα από τα ταξιδιωτικά του κείμενα που κυκλοφορούν σε τόμους υπό τον γενικότερο τίτλο Ταξιδεύοντας και βρίθουν εντέλει ποιητικότητας στις περιγραφές και στον τρόπο εκφοράς του λόγου. Ο Νίκος Καζαντζάκης ταξιδεύει σε περιοχές της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Ασίας σε χρόνια κοσμοϊστορικά, στην εποχή ακριβώς της αλλαγής παραδείγματος και της εισόδου στη νεωτερικότητα, όταν ένας κόσμος καταρρέει και ο καινούριος παλεύει να διαμορφωθεί. Δίχως να μένει κλειστός και αμέτοχος, ο συγγραφέας δένεται με τη βαθιά δομή του κάθε τόπου, με τους αγώνες και τις δοξασίες του, προσπαθώντας, παράλληλα, να διευρύνει και ο  ίδιος μέσω αυτής της διαδικασίας τα πνευματικά του όπλα. Ο αναγνώστης θα γνωρίσει, έτσι, τον λυρισμό του Καζαντζάκη που εδώ πατά πάνω στο συγκεκριμένο άνευ κάποιας (προφανούς) μυθοπλασίας και θα έρθει συχνά σε επαφή με εμβόλιμα ποιήματα και τραγούδια. Αν τώρα, ο νέος αναγνώστης επιδιώκει να προσεγγίσει το καζαντζακικό έργο με πιο «φιλοσοφικούς» όρους, προφανώς και μια πιο σωστή εισαγωγή θα ήταν η Ασκητική που δρα ως το ιδιότυπο «πιστεύω» και μανιφέστο του (ασχέτως αν τα προτάγματά του δεν τηρήθηκαν έκτοτε απόλυτα από πλευράς συγγραφέα).

-> Τι να διαβάσω στη συνέχεια;

Με δεδομένη την πρώτη επαφή με τη γραφή και τον εντελώς προσωπικό τρόπο θέασης του κόσμου από πλευράς Καζαντζάκη, το επόμενο βήμα του αναγνώστη οφείλει, κατά την κρίση μας, να ανοίξει ταυτόχρονα στο ποιητικό/πεζογραφικό, αλλά και συμπληρωματικά στο υπόλοιπό του έργο (μεταφραστικό, θεατρικό, επιστολογραφικό, παιδική λογοτεχνία). Ως ποιητής, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως οι Τερτσίνες, συνομιλεί ταυτόχρονα με την εποχή του και με το αιώνιο, ενώ στις ποιητικές μεταφράσεις των κλασικών (Δάντης, Λόρκα, αρχαία ελληνική γραμματεία κ.ά.) συνενώνει τα στοιχεία της ντόπιας κρητικής του παράδοσης με την παγκόσμια Ιστορία της Λογοτεχνίας. Ως (πασίγνωστος) πεζογράφος, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως τα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο καπετάν Μιχάλης και Ο Τελευταίος πειρασμός, επιχειρεί να εκλαϊκεύσει μυθιστορηματικά τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ιδέες και να υπερτονίσει την κρητική του ταυτότητα με έναν όσο το δυνατόν πιο απτό και εύληπτο αφηγηματικό τρόπο (αν και δέσμιο ορισμένες φορές έτοιμων σχημάτων και απλουστεύσεων). Ο αναγνώστης πλέον θα είναι σε θέση να ανοιχτεί και στα υπόλοιπα πεδία του πολύπτυχου καζαντζακικού έργου, τα οποία θα του δώσουν συχνά την εντύπωση μιας ιδιαίτερης λυρικής τόλμης, μιας ευρύτητας μεταφραστικών επιλογών (Νίτσε, Βερν κ.ά.), αλλά και μιας άνισης εντέλει αισθητικής αποτύπωσης, ιδιαίτερα στα πεδία εκείνα που ο συγγραφέας δοκιμάζεται στο θέατρο και την παιδική λογοτεχνία. (περισσότερα…)

Ευρώπη: Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

*
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου | Συζήτηση – Συμπαρουσίαση βιβλίων

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης
Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

Στη δεύτερη εφετινή εκδήλωση μέσα από την οποία οι Νύχτες του Ιουλίου διερωτώνται για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο Νικήτας Σινιόσογλου και ο Κώστας Κουτσουρέλης παρουσιάζουν και συζητούν για τα πρόσφατα βιβλία τους: τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων και τον μονόλογο Ταριχευτήριο Ευρώπη, αντίστοιχα. Και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κίχλη κατά τα τέλη του 2024 και πραγματεύονται το θέμα με συγκλίνοντα τρόπο. Τι έχει να πει η λογοτεχνία για τη σημερινή Ευρώπη; Πόσο προσφέρονται τα εκφραστικά της μέσα για την περιγραφή μιας κατάστασης που μοιάζει ιστορικά αδιέξοδη; Γιατί γράφονται καν και σε ποιους απευθύνονται αυτού του είδους τα κείμενα;

Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη.

*

*

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Εύθραυστος κόσμος (Προδημοσίευση)

*

Από το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη «Εύθραυστος κόσμος. Τριαντατρείς πεντάλεπτες δοκιμές» (Μικρή Άρκτος, Ιούλιος 2026) που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία αυτές τις μέρες, προδημοσιεύουμε εδώ το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα και τον πίνακα των περιεχομένων.

Με τον «Εύθραυστο κόσμο» οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος εγκαινιάζουν μια νέα σειρά βιβλίων υπό τον γενικό τίτλο «Τροχιές».

Όπως στο στερέωμα τροχιοδρομούν κάθε είδους ουράνια σώματα (ήλιοι, πλανήτες, μετεωρίτες, αερόλιθοι) έτσι και στη σειρά «Τροχιές» της Μικρής Άρκτου περιπλανώνται πολλών λογιών κείμενα: πεζά και ποιητικά, παλιά και σύγχρονα, ελληνικά και ξένα. Άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε όχι. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, ελκύονται το ένα απ’ το άλλο.

Τη σειρά διευθύνει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Τριαντατρείς δοκιμές περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό. Τριαντατρείς μικροδοκιμές για την ακρίβεια, πεντάλεπτης αναγνωστικής διάρκειας, για να παραλλάξω τον τίτλο που έδωσε κάποτε σε μια δική του συναγωγή ο, μαιτρ του είδους, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ.

Παλιότερα, τέτοια κείμενα τα αποκαλούσαμε συνήθως επιφυλλίδες και διάνθιζαν τις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Και πράγματι, εκεί δημοσιεύθηκαν τα πιο πολλά από τα συναθροιζόμενα εδώ, σε εφημερίδες και έντυπα χαρτώα και ηλεκτρονικά. Παρότι κάποια τους αλληλοπεριχωρούνται, στις σελίδες που ακολουθούν εκτίθενται χωρίς ειδική κατάταξη χρονολογική ή άλλη, ξανακοιταγμένα ωστόσο όπου κρίθηκε σκόπιμο.

Θεματικά, δεν απειθούν στον κανόνα που θέλει τα γραπτά τα δημοσιολογικά να ποικίλλουν. Έτσι περιστρέφονται γύρω απ’ τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, μετωνύμιο τρέχον της αρχαίας πόλεως, και κυμαίνονται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο νοερούς της πόλους: την πολιτική και τον πολιτισμό. Η προηγμένη οικονομία και η αρχέγονη μουσική, οι αρχιτεκτονικοί όγκοι και οι τηλεοπτικοί ογκηθμοί, η αντιπαλότητα ανθρώπου και φύσης και το γιατί της ζωής, η πίστη ως εκκολαπτήριο ολοκληρωτισμών και τα νήματα της παράδοσης, ψαλιδισμένα ή ακέραια, είναι μερικά από τα ερωτηματικά με τα οποία καταγίνονται. Και ακόμη, η λιτότητα και η μπάλα, το μεταναστευτικό και οι ιστοριογράφοι, τα χειραφετούμενα και τα χειραγωγούμενα έθνη κ.ά. διάφορα. Με τον τρόπο τους πάντως, συγκλίνουν στο μέγιστο απόρημα: προς τα πού βαδίζει ο συγκαιρινός κόσμος.

Ακούω ήδη την ένσταση: «Μα ξετυλίγονται τέτοια ζητήματα σε μερικές εκατοντάδες λέξεις;» Την απαντώ με τα λόγια του Εντσενσμπέργκερ και πάλι:

«Μικρούτσικα κείμενα για πελώρια προβλήματα; Δεν πρόκειται δα για κάτι πρωτόφαντο, τέτοια έχουμε εδώ και πεντακόσια χρόνια. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, μέγας προπάτωρ του δοκιμίου, ήταν ο πρώτος διδάξας.»

Δοκίμιο ή δοκιμή, το λέει η λέξη, είναι ο λόγος που δεν ματαιοδοξεί ότι θα εξαντλήσει το θέμα του. Αδρά, ελλειπτικά, ριψοκίνδυνα – τέτοια πάντα τα μέσα του, είτε απλώνεται σε λίγες γραμμές είτε σε ολόκληρους τόμους. Όχι αλλιώτικα από τον ποιητή, του οποίου είναι πρωτοξάδελφος, ο δοκιμιογράφος γεφυρώνει τα εκ πρώτης όψεως ασύνορα, πλέκει εικασίες, παίρνει αναπάντεχες άδειες. Ασφαλώς, ο κόπος των είδικών και τα ακαδημαϊκά ειωθότα –οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι απανωτές υποσημειώσεις, οι βιβλιογραφικές ντάνες– είναι πράγματα χρήσιμα και καθ’ όλα σεβαστά. Τον αποσταγματικό λόγο της δοκιμιογραφίας όμως δεν γίνεται να τον υποκαταστήσουν. Στο κάτω κάτω, όπως υπάρχουν λογιώ λογιώ συγγραφείς, υπάρχουν και λογιώ λογιώ αναγνώστες. Όλο το ζήτημα, φαντάζομαι, είναι να βρει κανείς τους δικούς του.

Σε πείσμα του δυσοίωνου τίτλου του και παρά την πληθύ των θεμάτων του, η γενική εικόνα που αχνοφαίνεται σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι, θέλω να πιστεύω, ούτε ανεμώλια ούτε θραυσματική. Αν τα πράγματα γύρω μας είναι ούτως ή άλλως φυγόκεντρα, η γραφή άλλο σκοπό, άλλη φιλοδοξία δεν έχει παρά να συγκρατήσει, να αποταχύνει τη χαοτική τους περιδίνηση – ας είναι και για όσο διαρκεί ένα φυλλομέτρημα. Να τα παγώσει για λίγο στον χρόνο, ώστε να μπορέσει η σκέψη να τα αναλογιστεί. Φυσικά, το αν ετούτη εδώ η γραφή το πετυχαίνει, δεν είναι δική μου δουλειά να το πω.

«Προσέχουμε τ’ άρθρα μας όσο και τα τραγούδια μας», σημειώνει κάπου ο Κωστής Παλαμάς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στις μέρες μας το μέλημα του ύφους δεν πολυμετράει. Εδώ πάντως, όσο μπόρεσα, δεν λησμόνησα την παρακίνηση του Ποιητή.

— ΚΚ

///

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Γιατί υπάρχει ζωή;
Συνέχειες / ασυνέχειες
Από τί είναι φτιαγμένη η ιστορία;
Ο θεός της σφαγής
Εμπρός στην αναπόφευκτη πτώση
Μιας χιλιετίας σπαράγματα
Κτήρια-σκουπίδια
Ο Δημοσθένης και η λιτότητα
Να μιλήσουμε για ήρωες;
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;
Δώρα άδωρα
Η παράδοση και οι κληρονόμοι της
Κράτος, Θεός, Ευτυχία
Τηλοψίας εγκώμιον
Το κόμμα της αυτοσυντήρησης
Φύση, ο Εχθρός
Η μοίρα του Άδραστου
Μια ομολογία ενοχής
Εύθραυστος κόσμος
Όπου σάτιρα και το κεντρί της
Ένα αντιμανιφέστο
Ο γρίφος του ποδοσφαίρου
Οι ξεγραμμένοι ζούνε πιο πολύ
Ο κ. Μπιροττώ, ο κ. Μπόρκμαν κι εμείς
Χωρίς εναλλακτική
Κάτω το ταλέντο!
Το νήμα που δεν κόπηκε
Στον ωκεανό της αβεβαιότητας
Μουσική, η αρχαία μας εστία
Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν
Σκυταλοδρομία
Όλα ανυποψίαστα
Για μια ευημερία απέριττη

///

*

*

*

*

Rüdiger Safranski, Τεχνητή Νοημοσύνη: Η νέα ταπείνωση του ανθρώπου

Ο Γερμανός φιλόσοφος και συγγραφέας Rüdiger Safranski (1945- )

~.~

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ είχε διακρίνει τρεις ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί την τέταρτη. Από εδώ και πέρα, ένα νεκρό πνεύμα περιφέρεται ανάμεσά μας. Και δεν μπορεί να πεθάνει.

///

Η δημόσια εικόνα της Τεχνητής Νοημοσύνης κυμαίνεται μεταξύ απειλής και επαγγελίας. Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να δει τα πράγματα πολύ απλούστερα: οι τεχνικές εφευρέσεις ανέκαθεν ελάφρυναν ή ακόμη και υποκαθιστούσαν την ανθρώπινη εργασία. Πρώτα επλήγη η χειρωνακτική εργασία· τώρα έρχεται η σειρά της πνευματικής. Άλλοτε εξεγείρονταν οι υφαντουργοί ενάντια στις μηχανές· σήμερα στα οδοφράγματα ανεβαίνουν οι εργάτες του πνεύματος. Όμως ούτε αυτοί πρόκειται να ανακόψουν την πορεία των εξελίξεων.

Θα μπορούσε επίσης να ερμηνεύσει κανείς τη σημερινή κατάσταση μέσα από το αφήγημα της τεχνικής ως «θεού των προσθετικών μελών». Η τεχνική, όπως είναι γνωστό, λειτουργεί ως υποκατάστατο αλλά και ως επέκταση των ανθρώπινων οργάνων. Ο άνθρωπος, ως «θεός με προσθετικά μέλη», κατά τη διατύπωση του Φρόυντ, αποκτά την ικανότητα να ακούει σε μεγάλες αποστάσεις, να κινείται ταχύτερα και να πολλαπλασιάζει τις δραστικές του δυνάμεις πολύ πέρα από τα φυσικά ανθρώπινα όρια. Ήδη αυτό αρκεί για να γεννήσει μια αίσθηση αυτοθέωσης.

Μέχρι σήμερα ενισχύονταν ή αντικαθίσταντο κυρίως οι σωματικές δυνάμεις. Πλέον όμως εμφανίζονται πρωτόγνωρα πνευματικά προσθετικά μέλη, των οποίων η ισχύς είναι ακόμη αδύνατον να προβλεφθεί. Είναι εξοπλισμένα με τις ικανότητες της υπολογιστικής σκέψης, της μνήμης, του συνδυασμού πληροφοριών, της συναγωγής συμπερασμάτων, του υπολογισμού και της αναγνώρισης προτύπων. Και όλα αυτά χωρίς ίχνος συνείδησης· ενώ όλα δείχνουν ότι η σταδιοδρομία της μηχανικής νοημοσύνης βρίσκεται ακόμη μόλις στην απαρχή της.

Ο Φρόυντ είχε μιλήσει κάποτε για τις τρεις μεγάλες ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η πρώτη ήταν η κοπερνίκεια: ο άνθρωπος έπαψε να μπορεί να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος. Η δεύτερη ήταν η δαρβίνεια: ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Η τρίτη, η ψυχολογική, συνδέθηκε από τον ίδιο τον Φρόυντ με την ανακάλυψη του ασυνειδήτου: το συνειδητό εγώ δεν είναι κύριος μέσα στον ίδιο του τον οίκο· νομίζει πως σκέπτεται αυτόνομα, όμως στην πραγματικότητα κατευθύνεται από το ασυνείδητο.

Συνεχίζοντας αυτή τη συλλογιστική, θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως την τέταρτη ταπείνωση. Η συνείδηση, η οποία θεωρεί τον εαυτό της κυρίαρχο, δεν απειλείται πλέον μόνο από το ενστικτώδες ασυνείδητο, όπως πίστευε ο Φρόυντ, αλλά και από την Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία μιμείται τις ανθρώπινες πνευματικές λειτουργίες και τις υπερβαίνει — και μάλιστα χωρίς να διαθέτει η ίδια συνείδηση.

Το φαινόμενο αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Όταν γράφουν και ομιλούν με απόλυτα ανθρώπινο τρόπο, γεννιέται —τουλάχιστον όσο δεν έχουμε ακόμη εξοικειωθεί μαζί τους— η αίσθηση ότι το νεκρό αποπειράται να μιμηθεί το ζωντανό. Πρόκειται για μια ταπείνωση του ζωντανού πνεύματος από το μηχανικό πνεύμα που το ίδιο δημιούργησε και το οποίο έχει πλέον αποκτήσει τεράστια ισχύ.

Η μηχανή όμως, όπως κι αν επιχειρήσει κανείς να το παρουσιάσει, παραμένει νεκρή. Παραμένει νεκρή ακόμη κι αν της αποδώσουμε συνείδηση. Το πνεύμα που αναδύεται από τη μηχανή και το οποίο ονομάζουμε Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα νεκρό πνεύμα, το οποίο ενεργεί σαν να ήταν ζωντανό. Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι περίτεχνες μηχανικές φιγούρες με ανθρώπινη μορφή έγιναν της μόδας, ο ρομαντικός συγγραφέας Ε. Τ. Α. Χόφφμανν, δεξιοτέχνης της ανοίκειας ατμόσφαιρας, έγραφε:

«Όλες αυτές οι μορφές, που δεν αναπαριστούν απλώς τον άνθρωπο αλλά παρωδούν το ανθρώπινο, αυτά τα αληθινά αγάλματα ενός ζωντανού θανάτου ή μιας νεκρής ζωής, μου προκαλούν την εντονότερη αποστροφή.»

Με την Τεχνητή Νοημοσύνη εγκαινιάζεται ένα νέο στάδιο αυτής της καταιγιστικής τεχνολογικής εξέλιξης. Αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στη μακρά ιστορία του τρόπου με τον οποίο το ζωντανό πνεύμα ενσαρκώνεται στα πράγματα, αιχμαλωτίζεται στα ίδια του τα δημιουργήματα και, κάθε φορά, κατορθώνει να απελευθερωθεί εκ νέου από αυτά. Το ζωντανό πνεύμα αναγνωρίζει, στον καθρέφτη των ίδιων του των κατασκευών, κάτι από την ίδια του τη φύση.

Ίσως λοιπόν η «ταπείνωση» να μη συνίσταται μόνο στην υπεροχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και στο ότι μας φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό· ιδίως με εκείνες τις περιοχές του ανθρώπινου πνεύματος όπου ανέκαθεν επικρατούσε κάτι σχεδόν μηχανικό: στην αυστηρή ορθολογικότητα, στη λογική, στον υπολογισμό, στην απαρέγκλιτη ακολουθία των αλγορίθμων που εμείς οι ίδιοι επινοούμε. Σε όλα αυτά τα πεδία η Τεχνητή Νοημοσύνη υπερέχει συντριπτικά του ζωντανού πνεύματος. Το γεγονός αυτό είχε ήδη διαφανεί με τις υπολογιστικές μηχανές και επιβεβαιώθηκε όταν οι σκακιστικοί υπολογιστές κατέστησαν ανίκητοι για τους ανθρώπους. (περισσότερα…)

Ιδέες που δεν εξαντλούνται στην αφήγηση, ιστορίες που δεν γράφονται αλλιώς

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Υπάρχουν ιστορίες που διαβάζονται και ολοκληρώνονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα· που, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, αφήνουν πίσω τους μια αίσθηση πληρότητας που δεν απαιτεί επιστροφή. Και υπάρχουν άλλες —λιγότερες— που δεν τελειώνουν εκεί όπου τελειώνει το κείμενο. Αντί να κλείνουν, μετατοπίζονται· περνούν από τη σελίδα στον αναγνώστη και συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα επίπεδο όπου η κατανόηση δεν είναι πια μόνο νοητική, αλλά υπαρξιακή. Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ (Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες, μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, Κέδρος 2016), αυτή η μετατόπιση δεν επιτυγχάνεται μέσω υπαινιγμών ή σκοτεινών κενών, αλλά μέσω μιας σχεδόν παράδοξης διαύγειας. Οι ιδέες εκτίθενται πλήρως και οι προϋποθέσεις τους γίνονται σαφείς· η αφήγηση φτάνει μέχρι το σημείο όπου δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο. Και όμως, ακριβώς εκεί, όπου όλα φαίνεται να έχουν ειπωθεί, αρχίζει κάτι άλλο: η αναμέτρηση με τις συνέπειες.

Η γραφή του δεν προτείνει απλώς υποθέσεις· τις εξαντλεί. Δεν θέτει ερωτήματα για να τα αφήσει ανοιχτά· τα οδηγεί μέχρι εκεί όπου η απάντηση παύει να είναι απελευθερωτική και γίνεται δεσμευτική. Έτσι, η ανάγνωση παύει να είναι μια πράξη κατανόησης και μετατρέπεται σε εμπειρία που δεν μπορεί να ανακληθεί. Όχι επειδή το κείμενο είναι δύσκολο, αλλά επειδή αυτό που λέει δεν μπορεί πλέον να μην ισχύει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η αφήγηση του Τσιανγκ αποκτά τον χαρακτήρα της αναγκαιότητας. Οι ιστορίες του δεν φαίνεται να γράφονται επειδή μπορούν, αλλά επειδή πρέπει. Και, αντίστοιχα, δεν διαβάζονται απλώς επειδή προσφέρονται, αλλά επειδή, από τη στιγμή που ξεκινούν, δεν επιτρέπουν να εγκαταλειφθούν χωρίς να ολοκληρωθούν. Όχι ως πλοκή, αλλά ως συνέπεια.

Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ τίποτα δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει την ώρα που διαβάζεται. Η αφήγηση είναι καθαρή, σχεδόν διαφανής, και οι ιδέες παρουσιάζονται με μια ακρίβεια που μοιάζει να εξαντλεί το νόημά τους μέσα στο ίδιο το κείμενο. Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι ποτέ εκείνο που έχει ήδη ειπωθεί. Είναι κάτι που ενεργοποιείται αργότερα — όταν η ιστορία έχει τελειώσει, όταν η ανάγνωση έχει κλείσει και ο αναγνώστης βρίσκεται μόνος με αυτό που κατάλαβε ή με αυτό που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει. Αυτό που διακρίνει τον συγγραφέα δεν είναι μόνο η θεματική του, αλλά η διπλή λειτουργία της αφήγησης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι ιστορίες του αναπτύσσονται ως αυστηρά δομημένες ιδέες: υποθέσεις που δοκιμάζονται, κόσμοι που οργανώνονται με συνέπεια, αφηγήσεις που προχωρούν με λογική καθαρότητα μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Κάτω όμως από αυτή τη φαινομενική πληρότητα λειτουργεί ένα δεύτερο επίπεδο, λιγότερο ορατό αλλά ουσιαστικότερο: το νόημα που δεν παραδίδεται μέσα στο κείμενο, αλλά προκύπτει από τη σύγκρουση της ιδέας με τον αναγνώστη, από την καθυστέρηση της κατανόησης, από εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στο «διάβασα» και στο «κατάλαβα». (περισσότερα…)

Spider

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Spider

Από τις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου έχει ξεκινήσει το ξήλωμα του δικτύου των εναέριων καλωδίων των τρόλλεϋ. Μετά από 72 χρόνια παρουσίας στους δρόμους του Λεκανοπεδίου, τα τρόλλεϋ σταδιακά αποσύρονται, δίνοντας τη θέση τους σε ηλεκτρικά λεωφορεία τελευταίας τεχνολογίας. Κατά δήλωση του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, «ο ουρανός του Πειραιά και της Αθήνας επιτέλους θα αναπνεύσει».

Κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε τέτοια καλώδια, ειδικά σε σημεία όπως η συμβολή Πατησίων και Πανεπιστημίου όπου το δίκτυο είναι πυκνό, μου έρχεται στον νου το Spider του Ντέηβιντ Κρόνενμπεργκ. Η ταινία ακολουθεί τον Ντέννις «Αράχνη» Κλέγκ, έναν άνδρα με σχιζοφρένεια που βγαίνει από ψυχιατρικό ίδρυμα κι επιστρέφει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε, στο ανατολικό Λονδίνο. Καθώς περιπλανιέται στα μέρη της παιδικής του ηλικίας, προσπαθεί να ανασυνθέσει τις αναμνήσεις του για τη μητέρα και τον πατέρα του, σχηματίζοντας ακατάπαυστα μέσα στο δωμάτιό του ένα περίπλοκο πλέγμα από σπάγκο, που θυμίζει ιστό αράχνης. Με το πλέγμα αυτό επιχειρεί να συνδέσει γεγονότα, πρόσωπα, υποψίες και θραύσματα μνήμης σε μια ενιαία αφήγηση. Όσο όμως προχωρά η ταινία, οι αναμνήσεις του γίνονται όλο και πιο αβέβαιες, μέχρι που ούτε ο ίδιος ούτε ο θεατής μπορούν να διακρίνουν με βεβαιότητα τι ανήκει στην πραγματικότητα και τι στην παραίσθηση.

Διατυπώνοντάς το λακανικά, το υποκείμενο του Spider εγκλωβίζεται σ’ ένα συμβολικό σύστημα που το ίδιο κατασκευάζει, προκειμένου να καλύψει το κενό του Πραγματικού. Καθώς η αφήγηση πυκνώνει, αποκαλύπτεται η ασάφεια της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασίωση, υποδεικνύοντας ότι η υποκειμενική αλήθεια δεν προϋπάρχει της αφήγησης, αλλά παράγεται, και ταυτόχρονα απειλείται, απ’ αυτήν.

Φαινομενικά ο συνειρμός μου μοιάζει αυθαίρετος. Το πλέγμα από σπάγκο που φτιάχνει ένας σχιζοφρενής και το δίκτυο εναέριων καλωδίων ηλεκτροδότησης δεν έχουν τίποτα κοινό. Ωστόσο, η εικόνα του Spider που προσπαθεί να δώσει συνοχή στην εμπειρία του υφαίνοντας αυτόν τον ιδιότυπο ιστό φωτίζει, έστω και λοξά, κάτι που νομίζω ότι περνά απαρατήρητο στην είδηση για την απόσυρση των τρόλλεϋ: τα καλώδιά τους δεν είναι απλώς ένας τεχνικός εξοπλισμός που επιβαρύνει αισθητικά τον ουρανό· είναι η ορατή μορφή ενός συστήματος σχέσεων, δεδομένου ότι η κίνηση του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς δεν αποτελεί εγγενή ιδιότητά του, αλλά αποτέλεσμα της διαρκούς σύνδεσής του με την ηλεκτροφόρο πηγή.

Ένα από τα ισχυρότερα ιδεώδη της νεωτερικότητας υπήρξε η αυτονομία. Το υποκείμενο παρουσιάστηκε ως η μόνη πηγή των πράξεων και των αποφάσεών του. Η ελευθερία ταυτίστηκε με την ανεξαρτησία, η ωριμότητα με την αυτάρκεια, ενώ η εξάρτηση θεωρήθηκε μια ελλειμματική κατάσταση που έπρεπε να ξεπεραστεί ή, τουλάχιστον, να περιοριστεί. Η εμπειρία της καθημερινότητας, όμως, λέει άλλα: ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαμε τόσο βαθιά εξαρτημένοι από τεχνικά, ενεργειακά και επικοινωνιακά δίκτυα όσο σήμερα. Η ηλεκτροδότηση, το διαδίκτυο, τα συστήματα μεταφοράς, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι ψηφιακές υποδομές και οι μηχανισμοί διανομής συνθέτουν ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων ασύγκριτα πυκνότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Κι όμως, όσο μεγαλώνει η εξάρτησή μας από αυτά τα δίκτυα, τόσο λιγότερο τα βλέπουμε.

Η τεχνολογία φαίνεται να εξελίσσεται προς μια παράδοξη κατεύθυνση: αντί η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των συστημάτων που μας στηρίζουν να τα καθιστά πιο εμφανή, αυτά χάνονται ολοένα περισσότερο από το οπτικό μας πεδίο. Οι υποδομές υπογειοποιούνται, τα καλώδια αποσύρονται, οι μηχανισμοί κρύβονται πίσω από αψεγάδιαστες επιφάνειες και άψογα σχεδιασμένες διεπαφές. Υπό αυτό το πρίσμα, η φράση «ο ουρανός θα αναπνεύσει» αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι δεν περιγράφει απλώς την απομάκρυνση κάποιων καλωδίων. Εκφράζει μια ευρύτερη πολιτισμική επιθυμία, στα όρια της φαντασίωσης, για έναν κόσμο που λειτουργεί χωρίς να εκθέτει τους όρους λειτουργίας του. Τα καλώδια των τρόλλεϋ υπονομεύουν αυτή τη φαντασίωση, υπενθυμίζοντας ότι η ζωή της πόλης δεν είναι προϊόν αυτονομίας, αλλά διασύνδεσης. Ότι η κίνηση προϋποθέτει δίκτυο, όπως η γλώσσα προϋποθέτει κοινότητα και η σκέψη προϋποθέτει μνήμη. Ότι τίποτα δεν υπάρχει ούτε λειτουργεί από μόνο του. (περισσότερα…)

«Τον άρτον ημών τον επιζήμιον»: κριτική και «ήσυχο ψωμί»

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης ὁδηγεῖ σὲ καταστάσεις ἀνθρωποκτόνες. Καὶ ἡ ἀνθρωποκτονία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνον ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ —κυρίως— ἐγκλήματα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὅσων πολὺ συχνὰ τὸν συνιστοῦν ὡς conditiones sine quibus non. Αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ φύση κάποιου καὶ δίχως αὐτὸ ὁ ὁριστικὰ «κάποιος» τρέπεται σὲ ἀόριστα «ἕναν», τίθεται συχνὰ ὑπὸ προϋποθέσεις, συνθῆκες καὶ ὅρους ποὺ ψευτίζουν τὸ εἰδοποιὸ αὐτὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ καὶ συνεπῶς τὸν ἴδιο τὸν φορέα αὐτῆς τῆς ταυτότητας.

Ἡ ἀνάγκη ἄρθρωσης κριτικῆς μπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ καλλιεργηθεῖ, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ συνιστᾶ προδιάθεση δομικὴ γιὰ τὸ ὑποκείμενο ποὺ τὴν ἀσκεῖ. Ἴσως ἐκκινεῖ ἀπὸ ψυχοσυναισθηματικὰ ἐλλείμματα ἢ ἀπὸ κάποια ἤπια —κι’ ἄλλοτε ὀξεία— ναρκισσιστικὴ διαταραχή, ἴσως ἀπὸ κάποιο σύνδρομο διδακτικό, ἐξουσιαστικὸ ἢ προστατευτικὸ πρὸς τὸ κρινόμενο ἀντικείμενο ἢ πρόσωπο, ἴσως ἀπὸ καθῆκον αὐθεντίας ἀπέναντι σὲ ἕνα πεδίο ποὺ χρήζει ὑπεράσπισης, σωτηρίας ἢ —ἐσχάτως— καταβαράρθωσης. Ὅποια κι’ ἂν εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἄσκησή της μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἀρχέγονη τάση ποὺ μοιράζεται γενετικὰ σὲ κάποιους, ὡς μία τρόπον τινὰ διαδικασία ρύθμισης τῶν ἐντροπικῶν τάσεων τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι ἕνα ἰσχυρὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ ὅποιον τὴν παίρνει στὰ σοβαρά.

Ἡ ὑποτίμηση καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση —σὲ βαθμὸ ὑποχώρησης καὶ τελικὰ ἀπουσίας— τῆς κριτικῆς τόσο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀσκοῦν ὅσο κυρίως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν δέχονται, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μία μόνον αἰτία. Προφανῶς, πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἀτολμία τῆς ἐποχῆς. Οἱ μὲν ἀσκοῦντες τὴν κριτικὴ ὀρρωδοῦν μπροστὰ στὶς συνέπειες τῆς ἔκθεσης ποὺ συνεπάγεται μία ὀξεία, ἢ ἀμφιλεγόμενη, ἢ ἀκόμα καὶ μετριοπαθής, δίκαιη κριτική· οἱ δὲ ἀποδέκτες πάσχοντας ἀπὸ ἀλγοφοβία μετατρέπουν τὴν κριτικὴ σὲ προσωπικὴ ἐπίθεση, δολοφονία χαρακτήρα, ὑπόγεια ἀτζέντα μὲ δεδομένα κινήτρα, τοξικότητα κ.ο.κ., ἐπενδύοντας ὅλες τους τὶς μάρκες στὴν κουλτούρα ἀποδοχῆς τῶν ΜΚΔ, στοὺς ἀτελείωτους καταλόγους ἀτόμων μὲ @/mention (ποὺ δηλώνουν ὁμάδα, συλλογικότητα, μέτωπο, φράξια, κίνημα, μπλόκ), στὸν ὠκεανὸ θετικότητας σὲ μιὰν ἐδεμικὴ μετα-αξιολογικὴ κατάσταση. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀγωνία τῆς ἔκθεσης καὶ τῆς συνακόλουθης τοποθέτησης ἐντὸς μιᾶς γυάλινης προθήκης ἡ ὁποία τίθεται πλέον στὴν —συχνὰ ἀνθρωποβόρα— κριτικὴ τοῦ κοινοῦ, μετασχηματίζεται σὲ μία κοινότητα Amish ὅπου ὅλα γίνονται συνεργατικά, ἀνώδυνα καὶ κυρίως «φροντιστικά».

Μία δεύτερη δεσπόζουσα αἰτία τῆς ὑποχώρησης τῆς κριτικῆς ἀφορᾶ στὴν στροφὴ τῶν ἐνδιαφερόντων πρὸς εὐρύτερα σχήματα· δηλαδή, στὴν ἀποτροπὴ τῆς μεμονωμένης κριτικῆς καὶ στὴν ἐπικέντρωση στὸ φαινόμενο, στὸ πολιτισμικὸ προτσὲς ἀπότοκο τῆς ὁποίας συνιστᾶ τὸ μεμονωμένο. Ἀσφαλῶς, θὰ πεῖ κανείς, αὐτὸ συνέβαινε καὶ στὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποία ἀρθρωνόταν ἡ μεμονωμένη κριτική σὲ μεμονωμένα ἔργα μεμονωμένων προσώπων. Μάλιστα, αὐτὸ θεωροῦνταν «ἐπιτυχημένη καὶ πλήρης κριτική», καθὼς τὸ καθένα ἔργο δηλωνόταν ὡς σύμπτωμα μιᾶς εὐρύτερης τάσης ποὺ κατὰ τὸν κρίνοντα εἶχε λάβει μιὰν ἐσφαλμένη —ἢ ἔστω στρεβλή— κατεύθυνση. Ἡ σύγχρονη ἐμμονὴ στὴν ἀποφυγὴ τῆς κατὰ περίπτωσιν ἀξιολόγησης καὶ ἡ στροφὴ στὸ πολιτισμικὸ φαινόμενο, πόρρω φαίνεται νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀνομαζόταν «κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ». Μέσες-ἄκρες, συνιστᾶ μιὰν ἐπιστημονίζουσα ἐκδοχὴ τῆς πρώτης αἰτίας, καίτοι ἐρείδεται σὲ μιὰ τάση σίγουρα ἐπωφελῆ καὶ γόνιμη γιὰ τὸν δημόσιο λόγο σχετικὰ μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν καλλιτεχνία, κι’ ἐσχάτως τὸν πολιτικὸ —τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ— βίο.

Ἡ τρίτη, ὅμως, καὶ ἴσως πιὸ ἐπικίνδυνη αἰτία τῆς ἀσθένειας —ἂν δὲν πρόκειται ἤδη γιὰ θάνατο— τῆς κριτικῆς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ψωμί. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἕνα μικρὸ χωριό, μιὰ ἐπαρχία τῆς Δύσης μὲ χαρακτηριστικὰ Ἀνατολῆς, τὸ «σταυροδρόμι» τῶν εὐαίσθητων ποὺ ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ διαλέξουν πλευρὰ ἀνάμεσα στὸ ἐγκλωβιστικὸ γιὰ τὰ ζωτικά τους ὄργανα φράκο καὶ τὸ σφιχτὸ στὸ φίλτρο Winston, καὶ στὸ προκλητικὰ φολκλὸρ τουρμπάνι μὲ τὸν Ἄσσο ἄφιλτρο ποὺ τραβιέται σὰν δροσερὸς ἀέρας στὴν Πίνδο. Κι’ ὅπου «μικρὸ χωριό», αὐτόματα ἔχει κανεὶς «κακὸ χωριό». Διότι ὅταν ὅλοι γνωρίζονται ἔστω καὶ κατ’ ὄνομα μὲ ὅλους, ὅταν τὰ πάντα σχεδὸν κινοῦνται μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα ἀνθρωποδίκτυα ποὺ σὰν ἄλλοι ἀτζέντηδες ἀποφασίζουν ποιός θὰ παίξει καὶ ποῦ, ὅταν γενικῶς τὸ σάλτο τοῦ ἑνὸς συνεπάγεται τὴν τρικλοποδιὰ τοῦ ἄλλου, οἱ ὑποχρεώσεις ἑκατέρωθεν αὐξάνονται, τὰ μυστικὰ γίνονται κοινὴ γνώση ὅλων, τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἀμοιβαία καταστροφὴ τρεμοπαίζει πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ καθένα καὶ τῆς καθεμιᾶς. Μ’ ἄλλα λόγια, οἱ δεσμεύσεις πληθαίνουν τόσο ποὺ μοιάζουν μὲ τὰ νερόφιδα στὰ ποτάμια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀναπαραγωγῆς. (περισσότερα…)

Η πτώση του δυτικού πολιτισμού

Alexander Oscar Levy, «Dawn after Darkness!», περ. 1918

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

~.~

Στις «Νύχτες Ιουλίου» που διοργανώνουν κάθε καλοκαίρι στα Χανιά το Θέατρο Κυδωνία και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, έλαβε χώρα αρχές Ιουλίου μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ του Αντώνη Μεταξά, καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, του Κώστα Μελά, καθηγητή των οικονομικών επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και του Κώστα Κουτσουρέλη, που ήταν και ο συντονιστής του διαλόγου, με θέμα: «Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα; Υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση της ηπείρου μας, ποιο είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

Απ’ ό,τι διάβασα από τη σχετική ανάρτηση στο facebook του Κουτσουρέλη, ο διάλογος μεταξύ των τριών συνομιλητών είχε όντως πολύ ενδιαφέρον, ενώ και ο τρεις συνομιλητές συμπέσανε στην άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή.

Με αφορμή αυτή τη συζήτηση, θα ήθελα να προσθέσω κάποιες σκέψεις που δεν αναφέρονται μόνο στην Ευρώπη, αλλά γενικότερα σε αυτό που καλούμε δυτικό πολιτισμό. Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι με τη λέξη δυτικός πολιτισμός εννοείται συνήθως ο δυτικοευρωπαϊκός και ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός στο σύνολό τους. Δεν είναι της στιγμής να διαπιστώσουμε τα κοινά στοιχεία αυτών των δύο συνιστωσών του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι όσο περνάει ο καιρός τα κοινά πολιτισμικά τους δεδομένα αποκλίνουν. Μπορεί πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά οι δύο αυτές περιοχές του κόσμου να συνδέονται με πολλαπλά κοινά συμφέροντα, όμως το ενιαίο του πολιτισμού τους παρουσιάζει εμφανή στοιχεία διάσπασης.

Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στα έργα τέχνης, άλλωστε σήμερα, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την ομοιομορφία των έργων τέχνης σε όλη την ήπειρο. Πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία των μορφών ζωής, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο Βιττγκενστάιν, το κοινό, άδηλο υπόβαθρο των ανθρώπινων πρακτικών, αντιδράσεων, ιδεών και συνηθειών που δίνουν νόημα στη γλώσσα και τις πράξεις μας και έχει υιοθετήσει κατά την ιστορική του πορεία ένα οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο. Η εν λόγω εξελικτική διαδικασία, όσο προχωρεί σε ωριμότερα στάδια, αποτυπώνεται στη δυναμική μεταβολή των συμπεριφορών προς τον μεγαλύτερο έλεγχο του ανθρώπινου θυμικού, τον αποκλεισμό της βίας και τη μετατροπή των εξωτερικών καταναγκασμών σε αυτοκαταναγκασμούς. Παρατηρούμε πως στις ΗΠΑ, περισσότερο απ’ όχι στην Ευρώπη, αυτά τα στοιχεία έχουν εκτραπεί από την τροχιά τους. Τα συχνά κρούσματα των ενόπλων επιθέσεων και οι συμπεριφορές της ηγεσίας τους έρχονται να το επιβεβαιώσουν.

Μιλώντας για εξέλιξη, θέτουμε την ανάλυση και κατανόηση ενός φαινομένου στη διάσταση του χρόνου, οπότε η ιστορική του εξέταση γίνεται κυρίαρχη. Αυτήν την ιστορική διάσταση των μεγάλων πολιτισμών της ανθρωπότητας επιχείρησε να συλλάβει και να μορφοποιήσει ο Όσβαλντ Σπένγκλερ κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού, με το βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης. Το κείμενο του Σπένγκλερ, λόγω του ότι εκτείνεται σε όλους τους αναδειχθέντες ιστορικά πολιτισμούς, μας αποτρέπει να το κρίνουμε και να το υιοθετήσουμε. Όμως, μέσα από την ιστορική του αναδίφηση, αναδύεται ένα πρότυπο πολιτισμού που έχει ενδιαφέρον για τη μελέτη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Θα περιγράψουμε αμέσως πιο κάτω, κατά ένα μάλλον χονδρικό τρόπο, αυτό το πρότυπο, ελπίζοντας το πνεύμα του Σπένγκλερ να μας συγχωρήσει. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος – Γεωργία Νταγάκη | Μια συνάντηση

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Σάββατο 4 Ιουλίου | 9:00 μμ | Μεγάλο Αρσενάλι Χανίων

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος-Γεωργία Νταγάκη
Μια συνάντηση

Δημιουργοί πολύτροποι, που συστηματικά πειραματίζονται με ποικίλα ακούσματα, από την μουσική για το σινεμά ώς τους κρητικούς παραδοσιακούς ρυθμούς και από το έντεχνο τραγούδι ώς τη ρόκ, ο συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και η λυράρισσα και τραγουδίστρια Γεωργία Νταγάκη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Στα Χανιά θα ενώσουν τις δυνάμεις τους σε μια συναυλία αναδρομή στο έργο τους και όχι μόνο. Μαζί τους στη σκηνή ο κιθαρίστας Πάνος Γεωργόπουλος.

Είσοδος 15 €

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: https://www.ticketservices.gr/…/megalo-arsenali-mia…/

*

Λαγοκέφαλοι Π.Ο.Π.

*

του ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΚΑ

~.~

Όπως όλοι, έτσι κι εγώ, είπα φέτος να ακολουθήσω την παράδοση. Ως Έλληνας οικονομικός μετανάστης σε ευρωπαϊκή χώρα, να πάρω τον ένα μήνα άδειας που μου αναλογεί και να τον περάσω αραχτός στη Χαλκιδική. Ένα μήνα ξεκούρασης μετά από τη σκληρή δουλειά στη φάμπρικα, μπροστά στην κορδέλα, τον δικαιούμαι και δεν σηκώνω αντίρρηση! Μάζεψα τα μπογαλάκια μου, καβάλησα το Airbus της Lufthansa –όσο υπήρχαν ακόμη καύσιμα για τέτοιες πολυτέλειες– και δύο ωρίτσες μετά, τσουπ, βρέθηκα στη Σαλονίκη. Από εκεί σε άλλες δυο, με το σαραβαλάκι που νοίκιασα, ήμουν έξω από το Airbnb.

Το έκλεισα σε πολύ καλή τιμή – για τα δικά μου δεδομένα ήταν σχεδόν ευκαιρία· άλλωστε ο μισθός μου στη Γερμανία κόντευε τις τρεις χιλιάδες ευρώ. Οι συμπατριώτες μου, όπως μάθαινα από τα ελληνικά ΜΜΕ, φέτος θα έκαναν ο ένας στους δύο διακοπές.

Ήταν μια μονοκατοικία, γύρω στα εκατόν είκοσι τετραγωνικά – όπως ακριβώς την περιέγραφε ο γνωστός διαδικτυακός τόπος ενοικίασης καταλυμάτων. Δέσποζε στο κέντρο μιας πολύ περιποιημένης αυλής, με το καλοκουρεμένο γκαζόν της και τις ανθισμένες τριανταφυλλιές περιμετρικά. Στην πιο μακρινή γωνιά του οικοπέδου, στέκονταν μια πλατανομουριά και μια συκιά. Σε όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, το μόνο παράταιρο, ήταν το αντίσκηνο που ήταν στημένο στη σκιά της μουριάς.

Πίσω από τη σιδερένια αυλόπορτα, με υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο, ο ιδιοκτήτης. Άρπαξε τη μία από τις βαλίτσες που κρατούσα και με καλωσόρισε σε άπταιστα γερμανικά. «Herzlich willkommen! Hatten Sie eine gute Anreise?» Είχε ζήσει και αυτός στη Γερμανία, τη δεκαετία του ’70, όπως με πληροφόρησε. Στα δέκα λεπτά που χρειάστηκε για να με ξεναγήσει στο σπίτι, μου διηγήθηκε, εν περιλήψει, την ιστορία της ζωής του. Gastarbeiter σε μπυραρίες, επιστροφή στην Ελλάδα, ιδιοκτήτης ταβέρνας, κρίση, χρέη και τελικά το σπίτι να μετατρέπεται σε Airbnb, με αυτόν και τη σύζυγο να μετακομίζουν στην άκρη της αυλής.

«Ουφ! Μου έκανες την καρδιά περιβόλι!», αναστέναξα δυνατά και κοίταξα από το μισάνοιχτο παράθυρο αν είχε απομακρυνθεί αρκετά. Την ιστορία την είχα ακούσει πολλές φορές από τους γονείς μου, συγγενείς και φίλους. Μόνον οι ήρωες και η σκηνοθεσία άλλαζαν. Αυτό τον μήνα των διακοπών είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην εμπλακώ σε άχαρες συζητήσεις. Όσο ο κυρ Ηλίας εξιστορούσε το δράμα του, κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου, δίχως να βγάλω άχνα.

Πέταξα πάνω στο κρεβάτι τη μεγάλη, δερμάτινη, καφετιά βαλίτσα, εκείνη που μου είχε κληροδοτήσει ο πατέρας – δεν τη χρειάστηκε στο τελευταίο του ταξίδι από τη Γερμανία. Την άνοιξα και βούτηξα τα χέρια μου ανάμεσα στα καλοσιδερωμένα μακό μπλουζάκια, ψάχνοντας να βρω το μαγιό. Το φόρεσα και έτρεξα ξυπόλυτος προς την παραλία, με την πετσέτα περασμένη στον λαιμό, στο ένα χέρι το κινητό και στο άλλο το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Από το βάθος του κήπου ακούστηκε η φωνή του Ηλία: «Προσοχή στους λαγοκέφαλους!». Ύψωσα το χέρι και το τίναξα κάνα δυο φορές στον αέρα δίχως να γυρίσω το κεφάλι. Σε λίγο βρισκόμουν στην ξαπλώστρα, κάτω από τη διαφημιστική ομπρέλα πασίγνωστης εταιρείας αναψυκτικών. Ένα πλαστικό ταμπελάκι με νάιλον κορδόνι, κρεμασμένο στη μέση του κορμού της, με πληροφορούσε πως η τιμή για ομπρέλα και ξαπλώστρα ήταν στα είκοσι ευρώ, με την ελάχιστη κατανάλωση να φτάνει υποχρεωτικά στα ογδόντα ευρώ. (περισσότερα…)