Φωνές από την περιφέρεια: Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 15 Ιουλίου | Συζήτηση

Φωνές από την περιφέρεια
Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

Πώς είναι να γράφει κανείς λογοτεχνία στην ελληνική περιφέρεια, μακριά από το αθηναϊκό κέντρο; Επηρεάζει αυτό την θεματολογία, τα εκφραστικά μέσα, τη δυνατότητα προβολής της δουλειάς του; Προσθέτει στην έμπνευσή του; Αντανακλά στην ταυτότητά του την συγγραφική; Αυτά τα ερωτήματα θα θίξουμε με ένα πάνελ από συγγραφείς διαφόρων λογοτεχνικών ειδών που ζουν και εργάζονται στα Χανιά.

Συζητούν οι Άγγελος ΑλαφρόςΑγγελική ΚαραθανάσηΝεκταρία ΜενδρινούΓιάννης Νικολούδης και Λίλα Τρουλινού.

Τη συζήτηση συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

**

Paul Verlaine, «Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια!…»

*

Οι αποβάθρες

Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια! Είχα την άνεσή μου,
αν όχι πλούσιος, κάτεχα όμως το κατιτί μου…
Ήμουν νεαρός με γούστα όλο ανησυχία
όπως προστάζει η εικονογραφοβιβλιοφιλία.

Μακριά μου η ηλίθια έπαρση: καμπόσος δεν περνιόμουν,
και τότε έστω! Σε τιμαλφείς στιγμές και αν χανόμουν,
και ήμουνα, ή κι όχι, από πικρίες πεισματωμένος
τιμές που αφορούσαν… ή άλλα! Μα όχι χολωμένος!

Άπλωνε ο Σηκουάνας‒ κι είναι πάντα απλωτός‒
σαν φίδι από χρυσά, πράσινα, μαύρα ολόστικτος…
Πάντα ριγά ο αιθέρας… Φίλια η τοποθεσία!…

Bιβλίο όμως πουθενά! Τσιράκια βιβλιοπωλών
Στους πάγκους όλους σκόρπισαν πανωλεθρία
Που έχουν γίνει η ειρωνεία των βιβλιοεραστών.

///

Βιβλιόφοβοι

Στη Γυναίκα όπου αγάπη τέλεια πρέπει να δώσει,
κάθε ελπίδα, ‒κατά βάθος‒ κάθε εμπιστοσύνη,
ωστόσο την καρδιά του η σκιά και η χροιά θα τρώσει,
καρδιά βιβλιόφιλου, παρότι εκ γενετής σε ειρήνη

και σε ανάπαυλα καθημερνά είναι ταγμένη
όπου με το Βιβλίο φτιάχνει τη ζωή του, κι όταν
σε τάφρο απλοϊκή ρίχνει ήσυχη, γαληνεμένη
τον παλαιό του πυρετό, τα πέριξ γεγονότα.

Γυνή άγγελος και δαίμονας, λέει δίστιχο αρχαίο,
υποταγμένη… αλλά και δεσποτική βεβαίως,
κλαψιάρα από τη φύση της μα και… σκληρή επίσης.

Και, αφότου Κύριος οίδε πόσο έχει διαβάσει,
ποιο είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει!
Τον διακόπτει, και αυτός, «μερσί» θα της… ψελλίσει!

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

**

*

Μια απρόβλεπτη Ρωσία θα ήταν κακή είδηση για τον κόσμο

*

του ΑΝΤΡΕΪ ΜΕΛΝΙΤΣΕΝΚΟ *

~.~

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν εκεί όπου πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Το μέτωπο δεν είναι παρά το σημείο όπου μια πίεση, συσσωρευμένη επί μακρόν, διαρρηγνύει επιτέλους την επιφάνεια. Ως τότε, όμως, τα θεμέλια έχουν ήδη υπονομευθεί: η γλώσσα της αμοιβαίας ασφάλειας έχει σιγήσει, η εμπιστοσύνη στις δεσμεύσεις έχει διαβρωθεί, η κοινή αντίληψη περί των ορίων του επιτρεπτού έχει χαθεί και μαζί της η ικανότητα να αντιμετωπίζεται ο άλλος ως μέρος ενός κοινού συστήματος και όχι ως απειλή προς εξουδετέρωση. Όταν αυτοί οι δεσμοί λυγίζουν, η πολιτική παύει να κατευθύνει τα γεγονότα· αντίθετα, σύρεται από αυτά.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια σύγκρουση πολλαπλών επιπέδων: από τη μια είναι μια τραγωδία δύο λαών που επί αιώνες συνυπήρξαν στον ίδιο ιστορικό χώρο· συγχρόνως όμως είναι και μια αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση με πολλά επίδικα: εδάφη, συμμαχίες, την ιστορική μνήμη και το μέλλον της διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Πίσω όμως από όλα αυτά διακρίνεται μια βαθύτερη αποτυχία. Ο σύγχρονος κόσμος έχει απολέσει τον μηχανισμό που άλλοτε επέτρεπε στις μεγάλες δυνάμεις να συνυπάρχουν μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα ασφαλείας, χωρίς να αμφισβητούν η μία τη νομιμότητα και την υπόσταση της άλλης. Όταν αυτός ο μηχανισμός καταρρέει, η αρχιτεκτονική των θεσμών αντικαθίσταται από ηθικολογικές διακηρύξεις και η τιμωρία εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως στρατηγική.

Δεν είμαι ούτε πολιτικός ούτε ιδεολόγος. Οι πολιτικοί κινούνται από τη βούληση· οι ιδεολόγοι από την πίστη. Ο δικός μου κόσμος είναι εκείνος των σύνθετων υλικών συστημάτων: των ροών φυσικών πόρων, της μετατροπής τους σε λιπάσματα και ηλεκτρική ενέργεια, των δικτύων μεταφοράς που οργανώνουν αυτές τις ροές και των μακρών χρονικών οριζόντων μέσα στους οποίους λειτουργούν. Τα συστήματα αυτά αδιαφορούν για τις διακηρύξεις. Εξακολουθούν να λειτουργούν όσο διατηρούνται οι κρίσιμες συνδέσεις τους και καταρρέουν όταν υπονομεύονται τα θεμέλια που βαστάζουν το βάρος τους. Μια ροή μοιάζει με ποτάμι: μπορεί να εκτραπεί, όχι όμως να εξαφανισθεί με μια πολιτική απόφαση. Προσπαθώ, λοιπόν, να περιγράψω τον κόσμο όπως θα τον περιέγραφε ένας φυσικός: όχι όπως θα επιθυμούσε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι.

Η εμπειρία που σημάδεψε τη διαμόρφωσή μου ήταν η καταστροφή του Τσερνόμπιλ το 1986, η οποία συνέβη κοντά στην πόλη όπου γεννήθηκα. Εκείνη η τραγωδία απέδειξε ότι ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο εγκλείει τεράστιες ποσότητες ενέργειας, δεν συγχωρεί ούτε την εσφαλμένη εκτίμηση ούτε την αλαζονεία. Μια αλληλουχία φαινομενικά ασήμαντων γεγονότων μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή προτού καν αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει. Από τότε αδυνατώ να αντιμετωπίσω τον πυρηνικό παράγοντα ως αφηρημένη έννοια· αποτελεί το έσχατο όριο, πέρα από το οποίο κάθε υπολογισμός χάνει το νόημά του. Εκεί όπου οι συνέπειες είναι μη αναστρέψιμες, αυτή είναι η μόνη μορφή ευθύνης που μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή.

Το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας είναι το εξής: ποτέ άλλοτε η ανάγκη για διεθνή ασφάλεια δεν υπήρξε τόσο επιτακτική, ενώ ποτέ άλλοτε οι θεσμοί που είχαν οικοδομηθεί για να την εξασφαλίσουν —οι κανόνες, οι μηχανισμοί επιβολής, τα κοινώς αποδεκτά πλαίσια νομιμοποίησης— δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένοι. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννιέται εύκολα ο πειρασμός να θεωρηθεί η κυριαρχία του αντιπάλου ως η ίδια η πηγή της αστάθειας. Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας δεν επιλύει το πρόβλημα της ασφάλειας· καταργεί τον μοναδικό μηχανισμό μέσω του οποίου αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Η Ουκρανία δεν είναι απλώς ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Είναι ένα κράτος, μια κοινωνία και μια συλλογική πολιτική βούληση που έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα. Η ουκρανική εθνική κυριαρχία είναι πραγματική. Εξίσου ασταθής όμως είναι και μια ουκρανική ασφάλεια που θα στηριζόταν στη μόνιμη άρνηση της κυριαρχικής υπόστασης της Ρωσίας.

Ένας γείτονας με σαφώς προσδιορισμένα συμφέροντα και προβλέψιμο κόστος ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών του, προσφέρει διαφορετική ποιότητα ασφάλειας από έναν γείτονα που καθορίζεται από τον ρεβανσισμό ή από τη νοοτροπία της πολιορκημένης χώρας. Η βιώσιμη ειρήνη προϋποθέτει αναγνώριση της κυριαρχίας και των δύο πλευρών, όχι επειδή οι δύο χώρες οφείλουν να αλληλοσυμπαθούνται, αλλά επειδή μόνον κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες που διαρκούν.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Μόσχα είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, απλό: ο αρχικός της στόχος —η διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία η Ρωσία θα συμμετέχει ως ισότιμος παράγοντας και όχι ως αντικείμενο διαχείρισης— παραμένει ανέφικτος. Επιμέρους μάχες μπορούν να κερδηθούν ή να χαθούν· ένας πόλεμος φθοράς, όμως, αδυνατεί από μόνος του να επιλύσει το πρόβλημα. Το μόνο που επιτυγχάνει είναι να το παρατείνει. (περισσότερα…)

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους.

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους

Η παλέτα της ετεροφοβίας έχει μόνο δύο χρώματα το άσπρο και το μαύρο – η ενδιάμεση χρωματική γκάμα έχει αποκλειστεί προγραμματικά και ο καθένας εγγράφεται υποχρεωτικά στα αρχεία του φίλου ή του εχθρού. Για να είσαι φίλος του ετεροφοβικού απαιτείται πλήρης ταύτιση με κάποια εξ αποκαλύψεως απρόσβλητη, παντός καιρού και αδυσώπητη αλήθεια, την οποία ο ίδιος μονοπωλεί και οι πάντες οφείλουν να γονατίσουν μπροστά της. Η στοχαστική αμφιλογία, ο σκεπτικισμός και η ελλοχεύουσα αμφιβολία προξενούν πανικό στον ετεροφοβικό. Ο σύμμαχος υπό προϋποθέσεις ή ο κατ’ αρχήν συνοδοιπόρος, είναι ύποπτοι λιποταξίας και επισύρουν, εκ προοιμίου, την χλεύη του. Η ενδιάμεση περιοχή μίας συμφωνίας μετ’ επιφυλάξεων αποδοκιμάζεται ενώ ακόμα και οι ελάχιστες ενστάσεις στην ατζέντα του, διεγείρουν υπόνοιες προδοσίας. Ο παράλληλος βηματισμός, έστω και προς την ίδια κατεύθυνση, καταγγέλλεται ως επικίνδυνη λοξοβασία, γιατί η φωτεινή λεωφόρος είναι δική του και προς όσους ψάχνουν περιφερειακές ατραπούς εκτοξεύεται η κραυγή: έλα πίσω μου ή γκρεμοτσακίσου! Ο ετεροφοβικός μισεί ανεξαιρέτως όσους δεν στοιχίζονται στρατιωτικά με το πιστεύω του για την χορτοφαγία ή την κρεοφαγία, τον ιμπεσιονισμό ή τον εξπρεσιονισμό, τη λόγια ή τη δημώδη μας παράδοση. Λειτουργεί μέσω δογματικών αποκλεισμών: με τον Τολστόι ή με τον Ντοστογιέφκι, με τον Ελύτη ή με τον Καβάφη, με τον Βάγκνερ ή με τον Βέρντι – και καταδικάζει την μερική τους συναποδοχή ως διπροσωπία. Ο ίδιος κραδαίνει το χρίσμα της ιερατικώς υπερέχουσας κατακεφαλιάς, δεν αποζητά καθεστώς ισοτιμίας για τις πεποιθήσεις του –όπως ψευδέστατα διατείνεται– αλλά μεθοδεύει τη βάναυση επιβολή της φωνής του έναντι όλων των υπολοίπων. Ο ηθικοπλαστικός ζηλωτισμός του ετεροφοβικού δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά τόνου ανάμεσα στην ήπια εναντίωση και στη σφοδρή κριτική, την αποκλίνουσα δυναμική ή τη διαφορότροπη αιχμή οποιασδήποτε ιδέας δεν είναι ολοσχερώς εμβαπτισμένη στη μισαλλοδοξία του. Συνεπώς ο αντίπαλος ανάγεται αυτομάτως σε εχθρό, η αμαύρωση και ο στιγματισμός του οποίου εμπίπτει στη συνοπτική διαδικασία του ακυρωτικού εξοστρακισμού. Εννοείται πως ο ετεροφοβικός μισεί πρωτίστως τον εαυτό του, τόσο βαθιά ώστε του είναι αναγκαίο να παροχετεύει την επιθετικότητά στον –όποιο– έχθρό.

///

Η επέλαση της αγγλοφρένειας

Βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια μου (συγγνώμη, τα my eyes!). Πολλές ακτιβιστικές οργανώσεις δίνουν τραχύ και επαινετέο αγώνα για τη διάσωση των παραδοσιακών οικισμών και την υπεράσπιση της ακτογραμμής  από την εργολαβική ασυδοσία, για την προστασία των δασών και των καταφυγίων της άγριας πανίδας, για τα θαλάσσια ή ορεινά οικοσυστήματα που απειλούνται από την –τάχα μου επενδυτική– αδηφαγία της κερδοσκοπικής φρενίτιδας. Διαφεύγει της προσοχής τους όμως ότι εξίσου απειλούμενο είναι το, αυτονόητα καθοριστικό, πρωτογενές περιβάλλον του ανθρώπου: το οικοσύστημα της μητρικής μας γλώσσας. Παραβλέπουν λοιπόν ότι η βιοποικιλότητα την οποία υπερασπίζονται αφορά επίσης δεκάδες διαλέκτους που αφανίζονται κάθε χρόνο και γλωσσικές εκτάσεις ερημοποιούμενες από την εξάλειψη των φυσικών τους ομιλητών ή συρρικνούμενες με επιταχυνόμενο ρυθμό από τον ψηφιακό αποκλεισμό. Φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνονται ότι ο νεοαποικιακός επεκτατισμός, τον οποίο καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία, βρίσκει την πιο ύπουλη μορφή του στην επέλαση των ισχυρών γλωσσών και πρωτίστως της αγγλοφρένειας. (περισσότερα…)

Li-Young Lee, Tό Δῶρο

*

Γιά νά τραβήξει τήν μεταλλική ἀκκίδα ἀπό τήν παλάμη μου
ὁ πατέρας μού διηγήθηκε μιάν ἱστορία χαμηλόφωνα.
Παρατηροῦσα τό ἀγαπημένο του πρόσωπο καί ὄχι τή λεπίδα.
Πρίν τελειώσει ἡ ἱστορία, εἶχε βγάλει
τό σιδερένιο θραῦσμα ἀπ’ τό ὁποῖο νόμιζα πώς θά πεθάνω.
Δέν μπορῶ νά θυμηθῶ τήν ἱστορία,
ἀλλ’ ἀκούω τή φωνή του ἀκόμα, ἕνα πηγάδι
μέ σκοτεινό νερό, μιά προσευχή.
Καί ἀνακαλῶ τά χέρια του,
δύο μέτρα τρυφερότητας
πού ἔβαλε στό πρόσωπό μου,
τίς φλόγες τῆς πειθαρχίας
πού ὕψωσε πάνω ἀπό το κεφάλι μου.
Ἄν εἴχατε μπεῖ ἐκεῖνο το ἀπόγευμα
ἴσως νά εἶχε περάσει ἀπ’ τό νοῦ σας πώς εἴδατε ἕναν ἄνδρα
νά φυτεύει κάτι στην παλάμη ἑνός ἀγοριοῦ,
ἕνα ἀργυρό δάκρυ, μιά μικροσκοπική φλόγα.
Ἄν εἴχατε ἀκολουθήσει ἐκεῖνο το ἀγόρι
θά εἴχατε φθάσει ἐδῶ,
ὅπου γέρνω πάνω ἀπό τό δεξί χέρι τῆς γυναίκας μου.
Δεῖτε πῶς κόβω βαθιά τό νύχι τοῦ ἀντίχειρά της
τόσο προσεκτικά πού δε νιώθει κανένα πόνο.
Παρατηρεῖστε καθώς βγάζω ἔξω τήν ἀκκίδα.
Ἤμουν ἑφτάχρονος ὅταν ὁ πατέρας μου
πῆρε παρόμοια το χέρι μου,
κι ἐγώ δέν κράτησα κεῖνο τό σπασμένο κομμάτι
ἀνάμεσα στά δάχτυλά μου σκεφτικός,
Μέταλλο πού θά μέ θάψει,
βάπτισέ το Μικρό Δολοφόνο,
Ὀρυκτό πού Προχωρᾶ Βαθιά πρός τήν Καρδιά Μου.
Δέ σήκωσα τήν πληγή μου ψηλά κραυγάζοντας,
Ἐδῶ Ἐπίσκεψη Θανάτου!
Ἔκανα ὅ,τι κάνει ἕνα παιδί
ὅταν κάτι τοῦ δίδεται νά φυλάξει.
Φίλησα τόν πατέρα μου.

Μετάφραση-Επιμέλεια στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

///

Ὁ ποιητής γεννήθηκε στήν Τζακάρτα τῆς Ἰνδονησίας τό 1957. Οἱ γονεῖς του, ἀπό ἰσχυρά κινεζικά σόγια, ἦταν πολιτικοί ἐξόριστοι. Τό 1959 ὁ πατέρας του συνελήφθη καί φυλακίστηκε γιά ἕναν χρόνο. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του, ἡ οἰκογένεια ἀναγκάστηκε νά μετακινηθεῖ μέσῳ Χόνγκ Κόνγκ, Μακάο καί Ἰαπωνίας, προτοῦ καταλήξει στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τό 1964 καί ἐγκατασταθεῖ στήν Πενσυλβάνια.Ἐκεῖ ὁ πατέρας του ἔγινε Πρεσβυτεριανός πάστορας μιᾶς μικρῆς ἐνορίας. Ὁ ἴδιος ὁ Λή ἄρχισε νά γράφει ποίηση κατά τή φοιτητική του περίοδο στό Πανεπιστήμιο τοῦ Πίτσμπουργκ, ὅπου εἶχε δάσκαλο τόν σημαντικό ἀλλά ἰδιαίτερα εὐέξαπτο ποιητή Τζέραλντ Στέρν (1925-2022). Ἀπό τότε ἡ ποίηση ἔγινε ὁ κεντρικός ἄξονας τῆς ζωῆς του.Ὅπως ἔχει γραφτεῖ γι’ αὐτόν: «Ὁ Λή ὑφαίνει μνῆμες ἀπό τά παιδικά του χρόνια μέ ὄνειρα, μύθους καί τά κηρύγματα τοῦ πατέρα του —ὅπως ἀχνά τά θυμόταν—, μαζί μέ καθημερινές, σχεδόν ἱερατικές λεπτομέρειες: τό λάδι καρύδας στά μαλλιά τῆς Ἰνδονήσιας γιαγιάς του, τούς σπόρους στίς τσέπες τοῦ πατέρα του. Ἡ μορφή τοῦ πατέρα κυριαρχεῖ στό ἔργο του, συνδυάζοντας σκληρή αὐστηρότητα μέ χριστιανική καλωσύνη, ἔμπνευση, ἀφοσίωση, στέρηση καί βαθιά ἐνόραση». Καί ἀλλοῦ: «Τό ἔργο τοῦ Λή συχνά ἐξετάζει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ προσωπική ζωή μπορεί νά γίνει τελετουργία. Τά ποιήματά του εἶναι σχεδόν εὐχαριστιακά καθώς διακρίνονται ἀπό ἕναν ἐπιβλητικό συγκερασμό σώματος καί πίστης, αἵματος καί λόγου». Τό ποίημα «Τό Δῶρο» περιλαμβάνεται στήν πρώτη του ποιητική συλλογή, μέ τίτλο Rose (1986).

///

*

**

 

 

 

Ο (μακρινός) απόηχος του Μάη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Στο φαντασιακό του παρισινού Μάη του ’68, το ατομικό συνδυαζόταν ανεπιφύλακτα με το συλλογικό, το μύχιο με το εξωστρεφές, αλλά και το όνειρο με την πραγματικότητα, μέχρι την τελική ταύτισή τους, μέχρι το τέλος και τη συντέλεια της ιστορίας δηλαδή. Κάθε καιρός και οι εσχατολογίες του.

Όταν στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι γυρίζει τους Ονειροπόλους, περνώντας από πολλούς διασταθμούς, Τελευταίο ταγκό, Το φεγγάρι, Τελευταίος αυτοκράτορας, Τσάι στη Σαχάρα, έχει, σίγουρα, εκείνη την απόσταση, τόσο ως δημιουργός όσο και ως κοινωνικός στοχαστής, για να δει ξεκάθαρα την εποχή των Ονειροπόλων του, να δει κριτικά τον ουτοπισμό της και να προβάλει τις κοινωνικές του αντιφάσεις. Και το κάνει με μια εύλογη απροθυμία κάποτε να υποστεί ο ίδιος την εν λόγω εγχείριση απομάγευσης. Επιστρέφει στο θέμα του και στην εποχή του, βέβαια, με τη νηφαλιότητα και τη σοφία του ξανακερδισμένου χρόνου, χωρίς ωστόσο τη συγκατάβαση της ύστερης γνώσης.

Το Παρίσι είναι για τον Ιταλό σκηνοθέτη, και πάλι, μια κοσμογονική μήτρα, όπου μπορεί να ραβδοσκοπήσει κανείς, έστω πρωθύστερα, τους κραδασμούς των ιστορικών αλλαγών. Οι τρεις ήρωές του, οι δύο Γάλλοι, ένας νεαρός και μια κοπέλα, και ένας Αμερικανός, δεν είναι, βέβαια, από τους τυπικούς πρωτομάστορες του Μάη. Οι Γάλλοι, από τη μεριά τους, είναι «κληρονόμοι» της αστικής ιντελιγκέντσιας, ενώ ο Αμερικανός, είναι μάλλον ένας αμήχανος μικροαστός. Οι Γάλλοι είναι αυτό που Πιέρ Μπουρντιέ κωδικοποίησε ως «κληρονόμοι». Φορείς του αστικού πολιτιστικού κεφαλαίου, αμφισβητούν εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων, καλοπροαίρετα, βέβαια, πάντα. Όμως χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς τα κίνητρά τους, οι τρεις νεαροί ακολουθούν, μοιρολατρικά θα λέγαμε, το ρεύμα της κοινωνικής άμπωτης που οδηγεί στην ιδιώτευση. Οι ανατρεπτικές προοπτικές τούς προκαλούν μάλλον αμηχανία, έστω κι αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν φωναχτά. Κλείνουν την πόρτα πίσω τους, αφήνοντας έξω την Εξέγερση, με μια μπωντλαιρική χειρονομία, που, σίγουρα, δεν υπονοεί καμιά ενοχή.

Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Μάης κατόρθωσε να συγκεράσει το συλλογικό με το ατομικό, την ουτοπία του ενός με τις λαχτάρες του πλήθους. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι δεν φοβόταν την αντίφαση, η αντίφαση ήταν ένας κόμπος που έπρεπε να λυθεί στο πλαίσιο των γενικότερων αντιφάσεων του καπιταλισμού και της διαλεκτικής του σύλληψης. Αυτή η αίσθηση σώζει τρόπον τινά τα παιδιά της ιστορίας και δεν αφήνει την πραγματικότητα να τα καταπιεί. Το χιούμορ απέναντι στην ιστορία, η αίσθηση των αντιφάσεων και άρα η ταπεινότητα απέναντί τους, ήταν ένα από τα μεγάλα τρόπαια του παρισινού Μάη, αυτό που οι τρεις νεαροί περιφέρουν ασύστολα μέσα στην ταινία. Οι πανουργίες της ιστορίας αντιμετωπίζονται εδώ με χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση, κάτι που εκ παραδόσεως ανήκε στο αστικό οπλοστάσιο.

Έπειτα, αν μιλάμε για αντιφάσεις, πώς μπορεί να μας διαφύγει το γεγονός ότι ο αναχωρητισμός των τριών παιδιών συντελείται μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αφίσες που προπαγανδίζουν τη μαοϊκή πολιτιστική επανάσταση, κάτι τόσο ασύμβατο δηλαδή με τον «μικροαστικό» ατομισμό αλλά και με τη γενικότερη ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει το πνεύμα και τη συμπεριφορά των τριών πρωταγωνιστών. Μήπως ο Μπερτολούτσι υπονοεί ότι ο Μάης ήταν στιγματισμένος και καταδικασμένος από τα γεννοφάσκια του ή ότι η αντίφαση αποτελεί ένα προπατορικό στίγμα του επαναστατικού πνεύματος χωρίς το οποίο όμως καμία δράση, καμία ανατροπή δεν είναι εφικτή; (περισσότερα…)

Amor Fati

*

Meine Formel für die Grösse am Menschen ist amor fati:
daß man Nichts anders haben will, vorwärts nicht,
rückwärts nicht, in alle Ewigkeit nicht.
FRIEDRICH NIETZSCHE, Ecce Homo

Ίσως μας κάψουνε μια μέρα στη πυρά
Ίσως να φάμε αναθέματα και cancel
Ίσως μας πνίξει η αφάνεια κι η φθορά
Ή ίσως πάλι να χαθούμε μια φορά
Σε κάνα δάσος σαν τη Γκρετελ με τον Χανσελ

Ίσως να έρθουνε αντίξοοι καιροί
Να βγούνε ψέματα τα πράγματα που πίστευα
Της ποίησής μας ίσως σβήσει το κερί
Να σκονιζόμαστε σε μια αντικερί
Δίπλα στο ράφι με τα Άπαντα της Κρίστεβα

Ίσως τα βρούνε όλα καραγκιόζ μπερντέ
Ίσως μας βρούνε στον πυθμένα κάποιοι δύτες
Θα μείνει τίποτα από μας; εμ, έλα ντε
Ίσως αν γίνουν οι μοντέρνοι ντεμοντέ
Και αβάντ-γκαρντ να γίνουν οι παλιομοδίτες

Ίσως να μείνουμε για πάντα ρετιρέ
Ή να γυρεύουμε τον ήλιο στα υπόγεια
Κάποιοι θα πουν «τόσο τους έκοβε μωρέ»
Κι αφού θα κάνουν ένα ποτ-πουρί πουρέ
Να μας διδάσκουν απ’ τα σχολικά ανθολόγια

Ίσως καούνε τα χλωρά με τα ξερά
Ίσως πνιγούμε στη χολή και στην τοξίνη
Εμείς το χρέος μας. Αυτό μας αφορά
Ό,τι θε νά ’ρθει, θά ’ρθει. Que será, será
Σ’ αυτούς που θα ’ρθουνε έχω εμπιστοσύνη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

**

-> Από πού να ξεκινήσω; #8 Νίκος Καζαντζάκης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

NIKOΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(1883-1957)

-> Από πού να ξεκινήσω;

Αποτελεί ιδιαίτερη αντίφαση και χαρακτηριστικό γνώρισμα της (κυριολεκτικά) εξαιρετικής περίπτωσης Καζαντζάκη το γεγονός ότι ο Κρητικός ποιητής μνημονεύεται και εξακολουθεί σήμερα την παγκόσμια πορεία του βάσει της παράπλευρης πεζογραφικής του ιδιότητας κι όχι της ποιητικής, η οποία τον είχε συντροφεύσει κατά τα περισσότερα χρόνια του βίου του. Από αυτήν την ιδιότητα, λοιπόν, καθ’ υπέρβαση της παρούσας στήλης, θα προτείνουμε κι εμείς τον νέο αναγνώστη να ξεκινήσει και πιο συγκεκριμένα από τα ταξιδιωτικά του κείμενα που κυκλοφορούν σε τόμους υπό τον γενικότερο τίτλο Ταξιδεύοντας και βρίθουν εντέλει ποιητικότητας στις περιγραφές και στον τρόπο εκφοράς του λόγου. Ο Νίκος Καζαντζάκης ταξιδεύει σε περιοχές της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Ασίας σε χρόνια κοσμοϊστορικά, στην εποχή ακριβώς της αλλαγής παραδείγματος και της εισόδου στη νεωτερικότητα, όταν ένας κόσμος καταρρέει και ο καινούριος παλεύει να διαμορφωθεί. Δίχως να μένει κλειστός και αμέτοχος, ο συγγραφέας δένεται με τη βαθιά δομή του κάθε τόπου, με τους αγώνες και τις δοξασίες του, προσπαθώντας, παράλληλα, να διευρύνει και ο  ίδιος μέσω αυτής της διαδικασίας τα πνευματικά του όπλα. Ο αναγνώστης θα γνωρίσει, έτσι, τον λυρισμό του Καζαντζάκη που εδώ πατά πάνω στο συγκεκριμένο άνευ κάποιας (προφανούς) μυθοπλασίας και θα έρθει συχνά σε επαφή με εμβόλιμα ποιήματα και τραγούδια. Αν τώρα, ο νέος αναγνώστης επιδιώκει να προσεγγίσει το καζαντζακικό έργο με πιο «φιλοσοφικούς» όρους, προφανώς και μια πιο σωστή εισαγωγή θα ήταν η Ασκητική που δρα ως το ιδιότυπο «πιστεύω» και μανιφέστο του (ασχέτως αν τα προτάγματά του δεν τηρήθηκαν έκτοτε απόλυτα από πλευράς συγγραφέα).

-> Τι να διαβάσω στη συνέχεια;

Με δεδομένη την πρώτη επαφή με τη γραφή και τον εντελώς προσωπικό τρόπο θέασης του κόσμου από πλευράς Καζαντζάκη, το επόμενο βήμα του αναγνώστη οφείλει, κατά την κρίση μας, να ανοίξει ταυτόχρονα στο ποιητικό/πεζογραφικό, αλλά και συμπληρωματικά στο υπόλοιπό του έργο (μεταφραστικό, θεατρικό, επιστολογραφικό, παιδική λογοτεχνία). Ως ποιητής, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως οι Τερτσίνες, συνομιλεί ταυτόχρονα με την εποχή του και με το αιώνιο, ενώ στις ποιητικές μεταφράσεις των κλασικών (Δάντης, Λόρκα, αρχαία ελληνική γραμματεία κ.ά.) συνενώνει τα στοιχεία της ντόπιας κρητικής του παράδοσης με την παγκόσμια Ιστορία της Λογοτεχνίας. Ως (πασίγνωστος) πεζογράφος, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως τα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο καπετάν Μιχάλης και Ο Τελευταίος πειρασμός, επιχειρεί να εκλαϊκεύσει μυθιστορηματικά τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ιδέες και να υπερτονίσει την κρητική του ταυτότητα με έναν όσο το δυνατόν πιο απτό και εύληπτο αφηγηματικό τρόπο (αν και δέσμιο ορισμένες φορές έτοιμων σχημάτων και απλουστεύσεων). Ο αναγνώστης πλέον θα είναι σε θέση να ανοιχτεί και στα υπόλοιπα πεδία του πολύπτυχου καζαντζακικού έργου, τα οποία θα του δώσουν συχνά την εντύπωση μιας ιδιαίτερης λυρικής τόλμης, μιας ευρύτητας μεταφραστικών επιλογών (Νίτσε, Βερν κ.ά.), αλλά και μιας άνισης εντέλει αισθητικής αποτύπωσης, ιδιαίτερα στα πεδία εκείνα που ο συγγραφέας δοκιμάζεται στο θέατρο και την παιδική λογοτεχνία. (περισσότερα…)

Ευρώπη: Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

*
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου | Συζήτηση – Συμπαρουσίαση βιβλίων

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης
Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

Στη δεύτερη εφετινή εκδήλωση μέσα από την οποία οι Νύχτες του Ιουλίου διερωτώνται για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο Νικήτας Σινιόσογλου και ο Κώστας Κουτσουρέλης παρουσιάζουν και συζητούν για τα πρόσφατα βιβλία τους: τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων και τον μονόλογο Ταριχευτήριο Ευρώπη, αντίστοιχα. Και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κίχλη κατά τα τέλη του 2024 και πραγματεύονται το θέμα με συγκλίνοντα τρόπο. Τι έχει να πει η λογοτεχνία για τη σημερινή Ευρώπη; Πόσο προσφέρονται τα εκφραστικά της μέσα για την περιγραφή μιας κατάστασης που μοιάζει ιστορικά αδιέξοδη; Γιατί γράφονται καν και σε ποιους απευθύνονται αυτού του είδους τα κείμενα;

Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη.

*

*

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Εύθραυστος κόσμος (Προδημοσίευση)

*

Από το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη «Εύθραυστος κόσμος. Τριαντατρείς πεντάλεπτες δοκιμές» (Μικρή Άρκτος, Ιούλιος 2026) που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία αυτές τις μέρες, προδημοσιεύουμε εδώ το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα και τον πίνακα των περιεχομένων.

Με τον «Εύθραυστο κόσμο» οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος εγκαινιάζουν μια νέα σειρά βιβλίων υπό τον γενικό τίτλο «Τροχιές».

Όπως στο στερέωμα τροχιοδρομούν κάθε είδους ουράνια σώματα (ήλιοι, πλανήτες, μετεωρίτες, αερόλιθοι) έτσι και στη σειρά «Τροχιές» της Μικρής Άρκτου περιπλανώνται πολλών λογιών κείμενα: πεζά και ποιητικά, παλιά και σύγχρονα, ελληνικά και ξένα. Άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε όχι. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, ελκύονται το ένα απ’ το άλλο.

Τη σειρά διευθύνει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Τριαντατρείς δοκιμές περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό. Τριαντατρείς μικροδοκιμές για την ακρίβεια, πεντάλεπτης αναγνωστικής διάρκειας, για να παραλλάξω τον τίτλο που έδωσε κάποτε σε μια δική του συναγωγή ο, μαιτρ του είδους, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ.

Παλιότερα, τέτοια κείμενα τα αποκαλούσαμε συνήθως επιφυλλίδες και διάνθιζαν τις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Και πράγματι, εκεί δημοσιεύθηκαν τα πιο πολλά από τα συναθροιζόμενα εδώ, σε εφημερίδες και έντυπα χαρτώα και ηλεκτρονικά. Παρότι κάποια τους αλληλοπεριχωρούνται, στις σελίδες που ακολουθούν εκτίθενται χωρίς ειδική κατάταξη χρονολογική ή άλλη, ξανακοιταγμένα ωστόσο όπου κρίθηκε σκόπιμο.

Θεματικά, δεν απειθούν στον κανόνα που θέλει τα γραπτά τα δημοσιολογικά να ποικίλλουν. Έτσι περιστρέφονται γύρω απ’ τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, μετωνύμιο τρέχον της αρχαίας πόλεως, και κυμαίνονται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο νοερούς της πόλους: την πολιτική και τον πολιτισμό. Η προηγμένη οικονομία και η αρχέγονη μουσική, οι αρχιτεκτονικοί όγκοι και οι τηλεοπτικοί ογκηθμοί, η αντιπαλότητα ανθρώπου και φύσης και το γιατί της ζωής, η πίστη ως εκκολαπτήριο ολοκληρωτισμών και τα νήματα της παράδοσης, ψαλιδισμένα ή ακέραια, είναι μερικά από τα ερωτηματικά με τα οποία καταγίνονται. Και ακόμη, η λιτότητα και η μπάλα, το μεταναστευτικό και οι ιστοριογράφοι, τα χειραφετούμενα και τα χειραγωγούμενα έθνη κ.ά. διάφορα. Με τον τρόπο τους πάντως, συγκλίνουν στο μέγιστο απόρημα: προς τα πού βαδίζει ο συγκαιρινός κόσμος.

Ακούω ήδη την ένσταση: «Μα ξετυλίγονται τέτοια ζητήματα σε μερικές εκατοντάδες λέξεις;» Την απαντώ με τα λόγια του Εντσενσμπέργκερ και πάλι:

«Μικρούτσικα κείμενα για πελώρια προβλήματα; Δεν πρόκειται δα για κάτι πρωτόφαντο, τέτοια έχουμε εδώ και πεντακόσια χρόνια. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, μέγας προπάτωρ του δοκιμίου, ήταν ο πρώτος διδάξας.»

Δοκίμιο ή δοκιμή, το λέει η λέξη, είναι ο λόγος που δεν ματαιοδοξεί ότι θα εξαντλήσει το θέμα του. Αδρά, ελλειπτικά, ριψοκίνδυνα – τέτοια πάντα τα μέσα του, είτε απλώνεται σε λίγες γραμμές είτε σε ολόκληρους τόμους. Όχι αλλιώτικα από τον ποιητή, του οποίου είναι πρωτοξάδελφος, ο δοκιμιογράφος γεφυρώνει τα εκ πρώτης όψεως ασύνορα, πλέκει εικασίες, παίρνει αναπάντεχες άδειες. Ασφαλώς, ο κόπος των είδικών και τα ακαδημαϊκά ειωθότα –οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι απανωτές υποσημειώσεις, οι βιβλιογραφικές ντάνες– είναι πράγματα χρήσιμα και καθ’ όλα σεβαστά. Τον αποσταγματικό λόγο της δοκιμιογραφίας όμως δεν γίνεται να τον υποκαταστήσουν. Στο κάτω κάτω, όπως υπάρχουν λογιώ λογιώ συγγραφείς, υπάρχουν και λογιώ λογιώ αναγνώστες. Όλο το ζήτημα, φαντάζομαι, είναι να βρει κανείς τους δικούς του.

Σε πείσμα του δυσοίωνου τίτλου του και παρά την πληθύ των θεμάτων του, η γενική εικόνα που αχνοφαίνεται σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι, θέλω να πιστεύω, ούτε ανεμώλια ούτε θραυσματική. Αν τα πράγματα γύρω μας είναι ούτως ή άλλως φυγόκεντρα, η γραφή άλλο σκοπό, άλλη φιλοδοξία δεν έχει παρά να συγκρατήσει, να αποταχύνει τη χαοτική τους περιδίνηση – ας είναι και για όσο διαρκεί ένα φυλλομέτρημα. Να τα παγώσει για λίγο στον χρόνο, ώστε να μπορέσει η σκέψη να τα αναλογιστεί. Φυσικά, το αν ετούτη εδώ η γραφή το πετυχαίνει, δεν είναι δική μου δουλειά να το πω.

«Προσέχουμε τ’ άρθρα μας όσο και τα τραγούδια μας», σημειώνει κάπου ο Κωστής Παλαμάς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στις μέρες μας το μέλημα του ύφους δεν πολυμετράει. Εδώ πάντως, όσο μπόρεσα, δεν λησμόνησα την παρακίνηση του Ποιητή.

— ΚΚ

///

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Γιατί υπάρχει ζωή;
Συνέχειες / ασυνέχειες
Από τί είναι φτιαγμένη η ιστορία;
Ο θεός της σφαγής
Εμπρός στην αναπόφευκτη πτώση
Μιας χιλιετίας σπαράγματα
Κτήρια-σκουπίδια
Ο Δημοσθένης και η λιτότητα
Να μιλήσουμε για ήρωες;
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;
Δώρα άδωρα
Η παράδοση και οι κληρονόμοι της
Κράτος, Θεός, Ευτυχία
Τηλοψίας εγκώμιον
Το κόμμα της αυτοσυντήρησης
Φύση, ο Εχθρός
Η μοίρα του Άδραστου
Μια ομολογία ενοχής
Εύθραυστος κόσμος
Όπου σάτιρα και το κεντρί της
Ένα αντιμανιφέστο
Ο γρίφος του ποδοσφαίρου
Οι ξεγραμμένοι ζούνε πιο πολύ
Ο κ. Μπιροττώ, ο κ. Μπόρκμαν κι εμείς
Χωρίς εναλλακτική
Κάτω το ταλέντο!
Το νήμα που δεν κόπηκε
Στον ωκεανό της αβεβαιότητας
Μουσική, η αρχαία μας εστία
Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν
Σκυταλοδρομία
Όλα ανυποψίαστα
Για μια ευημερία απέριττη

///

*

*

*

*

Rüdiger Safranski, Τεχνητή Νοημοσύνη: Η νέα ταπείνωση του ανθρώπου

Ο Γερμανός φιλόσοφος και συγγραφέας Rüdiger Safranski (1945- )

~.~

Ο Σίγκμουντ Φρόυντ είχε διακρίνει τρεις ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί την τέταρτη. Από εδώ και πέρα, ένα νεκρό πνεύμα περιφέρεται ανάμεσά μας. Και δεν μπορεί να πεθάνει.

///

Η δημόσια εικόνα της Τεχνητής Νοημοσύνης κυμαίνεται μεταξύ απειλής και επαγγελίας. Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να δει τα πράγματα πολύ απλούστερα: οι τεχνικές εφευρέσεις ανέκαθεν ελάφρυναν ή ακόμη και υποκαθιστούσαν την ανθρώπινη εργασία. Πρώτα επλήγη η χειρωνακτική εργασία· τώρα έρχεται η σειρά της πνευματικής. Άλλοτε εξεγείρονταν οι υφαντουργοί ενάντια στις μηχανές· σήμερα στα οδοφράγματα ανεβαίνουν οι εργάτες του πνεύματος. Όμως ούτε αυτοί πρόκειται να ανακόψουν την πορεία των εξελίξεων.

Θα μπορούσε επίσης να ερμηνεύσει κανείς τη σημερινή κατάσταση μέσα από το αφήγημα της τεχνικής ως «θεού των προσθετικών μελών». Η τεχνική, όπως είναι γνωστό, λειτουργεί ως υποκατάστατο αλλά και ως επέκταση των ανθρώπινων οργάνων. Ο άνθρωπος, ως «θεός με προσθετικά μέλη», κατά τη διατύπωση του Φρόυντ, αποκτά την ικανότητα να ακούει σε μεγάλες αποστάσεις, να κινείται ταχύτερα και να πολλαπλασιάζει τις δραστικές του δυνάμεις πολύ πέρα από τα φυσικά ανθρώπινα όρια. Ήδη αυτό αρκεί για να γεννήσει μια αίσθηση αυτοθέωσης.

Μέχρι σήμερα ενισχύονταν ή αντικαθίσταντο κυρίως οι σωματικές δυνάμεις. Πλέον όμως εμφανίζονται πρωτόγνωρα πνευματικά προσθετικά μέλη, των οποίων η ισχύς είναι ακόμη αδύνατον να προβλεφθεί. Είναι εξοπλισμένα με τις ικανότητες της υπολογιστικής σκέψης, της μνήμης, του συνδυασμού πληροφοριών, της συναγωγής συμπερασμάτων, του υπολογισμού και της αναγνώρισης προτύπων. Και όλα αυτά χωρίς ίχνος συνείδησης· ενώ όλα δείχνουν ότι η σταδιοδρομία της μηχανικής νοημοσύνης βρίσκεται ακόμη μόλις στην απαρχή της.

Ο Φρόυντ είχε μιλήσει κάποτε για τις τρεις μεγάλες ταπεινώσεις του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Η πρώτη ήταν η κοπερνίκεια: ο άνθρωπος έπαψε να μπορεί να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος. Η δεύτερη ήταν η δαρβίνεια: ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Η τρίτη, η ψυχολογική, συνδέθηκε από τον ίδιο τον Φρόυντ με την ανακάλυψη του ασυνειδήτου: το συνειδητό εγώ δεν είναι κύριος μέσα στον ίδιο του τον οίκο· νομίζει πως σκέπτεται αυτόνομα, όμως στην πραγματικότητα κατευθύνεται από το ασυνείδητο.

Συνεχίζοντας αυτή τη συλλογιστική, θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως την τέταρτη ταπείνωση. Η συνείδηση, η οποία θεωρεί τον εαυτό της κυρίαρχο, δεν απειλείται πλέον μόνο από το ενστικτώδες ασυνείδητο, όπως πίστευε ο Φρόυντ, αλλά και από την Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία μιμείται τις ανθρώπινες πνευματικές λειτουργίες και τις υπερβαίνει — και μάλιστα χωρίς να διαθέτει η ίδια συνείδηση.

Το φαινόμενο αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Όταν γράφουν και ομιλούν με απόλυτα ανθρώπινο τρόπο, γεννιέται —τουλάχιστον όσο δεν έχουμε ακόμη εξοικειωθεί μαζί τους— η αίσθηση ότι το νεκρό αποπειράται να μιμηθεί το ζωντανό. Πρόκειται για μια ταπείνωση του ζωντανού πνεύματος από το μηχανικό πνεύμα που το ίδιο δημιούργησε και το οποίο έχει πλέον αποκτήσει τεράστια ισχύ.

Η μηχανή όμως, όπως κι αν επιχειρήσει κανείς να το παρουσιάσει, παραμένει νεκρή. Παραμένει νεκρή ακόμη κι αν της αποδώσουμε συνείδηση. Το πνεύμα που αναδύεται από τη μηχανή και το οποίο ονομάζουμε Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα νεκρό πνεύμα, το οποίο ενεργεί σαν να ήταν ζωντανό. Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι περίτεχνες μηχανικές φιγούρες με ανθρώπινη μορφή έγιναν της μόδας, ο ρομαντικός συγγραφέας Ε. Τ. Α. Χόφφμανν, δεξιοτέχνης της ανοίκειας ατμόσφαιρας, έγραφε:

«Όλες αυτές οι μορφές, που δεν αναπαριστούν απλώς τον άνθρωπο αλλά παρωδούν το ανθρώπινο, αυτά τα αληθινά αγάλματα ενός ζωντανού θανάτου ή μιας νεκρής ζωής, μου προκαλούν την εντονότερη αποστροφή.»

Με την Τεχνητή Νοημοσύνη εγκαινιάζεται ένα νέο στάδιο αυτής της καταιγιστικής τεχνολογικής εξέλιξης. Αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στη μακρά ιστορία του τρόπου με τον οποίο το ζωντανό πνεύμα ενσαρκώνεται στα πράγματα, αιχμαλωτίζεται στα ίδια του τα δημιουργήματα και, κάθε φορά, κατορθώνει να απελευθερωθεί εκ νέου από αυτά. Το ζωντανό πνεύμα αναγνωρίζει, στον καθρέφτη των ίδιων του των κατασκευών, κάτι από την ίδια του τη φύση.

Ίσως λοιπόν η «ταπείνωση» να μη συνίσταται μόνο στην υπεροχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και στο ότι μας φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό· ιδίως με εκείνες τις περιοχές του ανθρώπινου πνεύματος όπου ανέκαθεν επικρατούσε κάτι σχεδόν μηχανικό: στην αυστηρή ορθολογικότητα, στη λογική, στον υπολογισμό, στην απαρέγκλιτη ακολουθία των αλγορίθμων που εμείς οι ίδιοι επινοούμε. Σε όλα αυτά τα πεδία η Τεχνητή Νοημοσύνη υπερέχει συντριπτικά του ζωντανού πνεύματος. Το γεγονός αυτό είχε ήδη διαφανεί με τις υπολογιστικές μηχανές και επιβεβαιώθηκε όταν οι σκακιστικοί υπολογιστές κατέστησαν ανίκητοι για τους ανθρώπους. (περισσότερα…)