Οδός Πυθέως 2, Μασσαλία

Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον 15ο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρεττάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.

“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.

«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη

Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς. (περισσότερα…)

Λεπτή ύλη

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Μαρία Κούρση,
Ο χρόνος σε τίτλους,
Ηριδανός, 2025

Ο Χρόνος σε τίτλους, η τελευταία συλλογή της Μαρίας Κούρση, θα μπορούσε να ονομάζεται «Ο χρόνος σε λέξεις», καθώς ο τίτλος περιλαμβάνει δυο βασικούς ποιητικούς τόπους της Κούρση, το χρόνο και τη γλώσσα. Κατεξοχήν τέχνη του χρόνου η ποίηση φέρει το χρόνο στις «λέξεις» της, στη σάρκα της δηλαδή, έτσι που ο χρόνος και η λέξη/ γλώσσα αποτελούν ουσιαστικά μια ταυτολογία, τις δύο αλληλεξαρτώμενες συνιστώσες της ανθρώπινης εμπειρίας. Έγχρονο και έγγλωσσο ον ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως αυτά. Γι’ αυτό και στην ποίηση της Κούρση η γλώσσα είναι ομοούσια του χρόνου και ο στοχασμός για το χρόνο είναι συνάμα και στοχασμός για τη γλώσσα.

Αφήστε με τώρα να φύγω. Πλήρωσα.
Και δεν ήταν καθόλου άδικος ο κόπος.

Με τη ευγενική χορηγία
της ελληνικής κυρίως γλώσσας

γράφει σε ένα ποίημα της συλλογής, ενώ αλλού ομολογεί «εργάτη μ’ έχουν οι λέξεις», αυτές οι λέξεις «που κάνουν και ξεκάνουν τον κόσμο», όπως γράφει παραθέτοντας τον Απολλιναίρ. Ο στοχασμός πάνω στα δύο αυτά βασικά σύμβολα διατρέχουν και την προηγούμενη συλλογή- και όχι μόνο-, Εξόδιος αέρας, που δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα και για την τωρινή, όπως υποδηλώνει το εναρκτήριο ποίημα της πρώτης ενότητας.

Η τωρινή δουλειά της αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες και όλοι οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν λόγια επιρρήματα σε -ως («Ενστικτωδώς», «Ουδόλως» κ.ο.κ.), ίσως γιατί τα επιρρήματα, όπως γράφει σε ένα ποίημα, «[…] είναι στρογγυλά. Οριστικά». Άρα ο τίτλος περιέχει κάτι το τετελεσμένο, αποδίδοντας οριστική ταυτότητα στα πράγματα, προσπαθώντας βέβαια εδώ να ταυτοποιήσει, να ονοματίσει μια εμπειρία βαθιά εσωτερική. Η κατηγορηματική διαύγεια αυτών των επιρρημάτων βρίσκεται σε σχέση έντασης με το ποιητικό σώμα που κάθε τίτλος στεγάζει, καθώς και εδώ η Μαρία Κούρση συνεχίζει τον ελαφρόπνοο μινιμαλισμό, την έλλειψη ως στάση γραφής όπου αναπνέει με μικρές συλλαβές μια αποσταγμένη αφήγηση τόσο φιλτραρισμένη που γίνεται κρυπτική. Από πίσω λανθάνει ένα γοητευτικό αίνιγμα μα δεν σου ανοίγει πάντοτε την πόρτα.

Μια γλωσσοκεντρική γραφή όπου, όπως προαναφέρθηκε, η ένσαρκη λέξη, ο φθόγγος, τα σύμφωνα ουσιώνουν το πράγμα, υποστασιοποιούνται ως φέροντες οργανισμοί του πάθους της γλώσσας που είναι συνάμα και το πάθος της ζωής. (περισσότερα…)

Αμνησία

 *

Επιτέλους πέθανε.

Κανείς τώρα δεν έχει να πει τίποτε περισσότερο, απ’ ό,τι του είχαν σύρει σε ολόκληρη τη ζωή του. Αν και πάντα κάποιος καλοθελητής βρίσκεται να προσθέσει κάτι. Κάτι ξεχασμένο ή ποτέ γενόμενο. Αφού πέθανε δεν θα μπορεί και να το αμφισβητήσει.

Νά, για παράδειγμα, ότι όταν ήταν μικρός ξεκοίλιαζε πουλιά. Ή ότι έδερνε όσες γυναίκες αγαπούσε, γι’ αυτό και τον παράταγαν· ή ότι μια φορά σουλάτσαρε ολόγυμνος, μέσα Γενάρη, στην πλατεία και έβγαζε άναρθρες κραυγές με ένα ερωτηματικό στο τέλος.

— Ναι, ναι, θα συμπλήρωνε ένας ακόμη εθελοντής στην ανθρώπινη υποκρισία. «Τα υπόλοιπα δεν μπορώ να τα επιβεβαιώσω, γιατί τον γνώριζα λίγο καιρό. Αυτό το περιστατικό όμως στην πλατεία· ναι, ήμουν εκεί και το θυμάμαι ολοκάθαρα. Όχι, δεν θυμάμαι το ολόγυμνος, και για το κρύο του μηνός δεν είμαι σίγουρος. Όμως την κραυγή με το ερωτηματικό, αυτό το θυμάμαι χωρίς αμφιβολία. Αφού για πολύ καιρό, όταν ήθελα να ρωτήσω κάτι, νομίζω ότι ούρλιαζα σαν κι αυτόν, τότε».

Όχι ότι είχε και πολύ μεγάλη σημασία πού πέθανε. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν άνθρωποι που εξαγοράζουν με κάθε τρόπο τη μνήμη των άλλων, ενώ άλλοι, δίχως καμμιά προσπάθεια, ευεργετούνται από την πλήρη αμνησία τους.

Ε! αυτός ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Εύκολα όλοι θα τον ξεχνούσαν. Ακόμη και ο τύπος που δανείστηκε για λίγο στα πνευμόνια του το ερωτηματικό τής κραυγής του. Δανεικά και αγύριστα. Πόσο μάλλον που ο πιστωτής την έκανε για την αιωνιότητα.

Όταν τον βρήκαν, απλά είπαν: «Ώστε πέθανε».

Κάποιος τον γύρισε ανάποδα, να κοιτάει τουλάχιστον λίγο ουρανό. Μετά τσακώθηκαν· αυτός πού ήθελε να του χαρίσει μια απατηλή στιγμή, δήθεν σαν να μην είχε πεθάνει, και ένας νεαρός που εμφανίστηκε από το πουθενά και ήθελε να του κλείσει τα μάτια.

— Γιατί, ρε, τι σε πειράζει; είπε ο πρώτος. Τί φοβάσαι; Τους ζωντανούς να φοβάσαι.

Ὁ νεαρός άρπαξε το ένα γάντι που προεξείχε από την τσέπη του πεθαμένου και άρχισε να τρέχει. Το άλλο δεν τόλμησε να το πειράξει. Πάνω στο χέρι του ήταν. Έχει και όριο η ανάγκη.

Κάποιοι πλησίασαν. Κάποιοι που μπορεί να μην ήταν δικοί τους. Ένας άρπαξε το χαρτόκουτο, άλλος τη μουλιασμένη κουβέρτα. Εξαφανίστηκαν όλοι στα ενδεχόμενα της πόλης.

ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΛΑ

*

*

*

 

 

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)

Οδυσσέας Ελύτης, 18.3.1996-18.3.2026

 

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ

Σσσς… πια τίποτε· τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε· κανένα φωτισμένο από το πίσω μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται

Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει
Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω

Σσσς… μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει· παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι όπως των ψαράδων ή
Σωμάτων που εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ο αιθέρας
.                  κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπό σου ν’ αγγιχτεί

Όλος λάθη φεύγω· φιλιά που επάνω μου έμειναν
Και τι ωραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια

Τι ωραία και πάλι ν’ αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη
Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οι λύπες, οι ευωδιές
Κι οι άλλες που απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ’ ουρανού την ύλη
Νά τες τώρα που διαγράφονται: ο λίθος και το μνήμα κι ο στρατιώτης
Οι λευκές των γυναικών καλύπτρες κι η μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων

Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ’ ορφανέψατε κι αποκούμπι αλλού δε βρήκα

Σσσς… μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός που όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι από μόνου σου
Επειδή τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου
Η θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος· ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

Ελεγεία της Οξώπετρας, 1991

*

**

«…τη Συμμαχία του Θανάτου»

*

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ

Όταν κάθε πρωί –μπορεί και με το χάραμα– σηκώνομαι
πάω στην τουαλέτα και βουρτσίζω και τα δόντια μου,
πλένω το στόμα μου, τα μάτια μου, το μέτωπο δροσίζω
με την παλάμη μου, τα δάχτυλα,
πίνω κι ένα ποτήρι ολόγεμο νερό…
Όταν θα φτιάξω τον καφέ μου και αρχίζω να τον πίνω,
σχεδόν μια ευτυχία με πλημμυρίζει που με κάνει ν’ απορώ
να σκέφτομαι «πώς είναι δυνατόν, τί μου συμβαίνει,
και είχα τόση θλίψη, ως αβάσταχτη, όλη τη νύχτα;».

Βέβαια που την είχα τη μεγάλη εκείνη θλίψη, υπάρχουν λόγοι, δεν μου γέμισε
χωρίς κανένα λόγο το μυαλό, δεν με φαρμάκωσε χωρίς καμμιάν αιτία…
Άδικος πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία,
γενοκτονία, πολτοποίηση λαών
απ’ άλλους «ιερούς λαούς», όπως αυτός του Ισραήλ, κι ακόμα
εξόντωση μυριάδων αδερφών μου όπως τα δέντρα και τα ζώα
μ’ όπλα και φωτιά, κι ακόμα
καταστροφή του τόπου, παραλίες σκοτωμένες ή απλώς κακοποιημένες
απ’ τους βάρβαρους, (φίλους αδερφικούς της Κυβερνήσεως)
βουνά κακοποιημένα και νησιά και ποταμοί,
παράλογη, αναίτια εγκατάλειψη σχεδόν από τους πάντες, σα να είμαι
ήδη νεκρός.

Βεβαίως,

υπάρχουν λόγοι για την τόση μου τη θλίψη, το φαρμάκωμα αυτό
όλης της ύπαρξής μου. «Όμως κοίταξε,
κοίτα που ακόμα υπάρχουν γύρω σου και δέντρα, και λουλούδια και σπανίως βέβαια,
πουλιά
ή έντομα που είναι ευμορφότατα,
μέλισσες, βόμβοι, πεταλούδες, και υπάρχουν
άνθρωποι –ελάχιστοι βεβαίως–
που σ’ έχουν άγιό τους και που χαίρονται
μαζί σου να μιλούν, παίρνουνε δύναμη, κ’ υπάρχει εντέλει
καθώς μας λέει ο Ρίτσος στη Σονάτα του εκεί του σεληνόφωτος
μιλώντας για εκείνη τη γριά, βασανισμένη αρκούδα, που πορεύεται, μας λέει πως,
μ’ όλη τη δυστυχία της, τα τόσα βάσανά της, έχει σίγουρη,
παντοτινή «τη Συμμαχία του Θανάτου».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

Γιατί η αριστερά δεν είναι woke

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Susan Neiman
Η αριστερά δεν είναι woke
Επίκεντρο, 2025

Η φιλοσοφικοκοινωνική μελέτη της Σούζαν Νείμαν με τίτλο Η αριστερά δεν είναι woke έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια πλήθος αντιδράσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη συγγραφέα να επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να διαχωρίσει δύο όρους που πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημοι. Η πρόσφατη, ωστόσο, μετάφραση του βιβλίου και στην ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται πως έχει τύχει ως τώρα μιας διεξοδικής και αντικειμενικής εξέτασης, με την κάθε πλευρά του ανοιχτού και ζωηρού διαλόγου να μένει μονάχα στον τίτλο και να επιβεβαιώνει τα ήδη προκατασκευασμένα συμπεράσματά της. H διαφήμισή του, αρχικά, σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε έναν κοινωνικό αυτοματισμό από σχολιαστές του εθνικιστικού χώρου που ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενό του και επαναλάμβανε ψυχροπολεμικές απλουστεύσεις. Αντίστοιχα, η ευμενής κριτική ενός ιερέα για το βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών, μόλις εκείνο κυκλοφόρησε, δεν βοήθησε εξίσου, μιας και ταύτισε αυτομάτως τη συγγραφέα στο αριστερό φαντασιακό με το τμήμα εκείνο του συντηρητικού χώρου που ξιφουλκεί από διαφορετική αφετηρία έναντι του εκείνου που αποκαλεί ως ‘‘woke’’. Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο απέχει παρασάγγας από την ως τώρα πολεμική έναντι του φαινομένου, μιας και εγγράφεται ξεκάθαρα εντός του αριστερού χώρου και της ριζοσπαστικής παράδοσης, κρατώντας στο ακέραιο στον πυρήνα του την αταλάντευτη πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την πεποίθηση του ασταμάτητου αγώνα για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις. Ορισμένες επεξηγήσεις, επομένως, κρίνονται κάτι παραπάνω από αναγκαίες.

Αν αφήσουμε στην άκρη τον (συνειδητά) προκλητικό τίτλο του βιβλίου που αγγίζει ακόμα και τα όρια του clickbait, κρίνουμε πως ο δικαιότερος και αντικειμενικότερος θα ήταν: Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Η Νείμαν παρατηρεί πως η γραμμή της επίθεσης στη νεωτερικότητα (που μεσουρανούσε στο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό δοκίμιο έναν αιώνα πριν) έχει πλέον αντικατασταθεί από την επίθεση στον Διαφωτισμό και από τη –συναφή με την τελευταία– διαρκή αποδόμησή του. Ως ιδιότυπο «γενάρχη» αυτής της τάσης, η συγγραφέας ονοματίζει ανοιχτά τον Μισέλ Φουκώ, το έργο του οποίου κατακεραυνώνει με κάθε ευκαιρία στις σελίδες της μελέτης της, τονίζοντας τις αντιφάσεις του και παρατηρώντας απρόβλεπτες ιστορικές συνάφειές του με απολυταρχικές αντιλήψεις. Ο Φουκώ είναι, κατά την ερευνήτρια, εκείνος που έθεσε, σε τέτοια έκταση, σε τέτοιο εύρος και γνωρίζοντας τόση απήχηση, τις βάσεις για μια ανοιχτά μηδενιστική κριτική στο διαφωτιστικό πρόγραμμα, ακυρώνοντας εντέλει τις κοσμοϊστορικές επιτεύξεις του. Η αναίρεσή τους από τον μετέπειτα αυτοματισμό των ακαδημαϊκών επιγόνων και των συναφών λόμπι πίεσης, η οποία, μάλιστα, λαμβάνει χώρα στο όνομα της «προόδου» και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαίνεται πως νομοτελειακά οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς για τον ίδιο τον Διαφωτισμό και την Αριστερά ως ώριμο τέκνο του, όπως η μελετήτρια επισημαίνει. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

(περισσότερα…)

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Τρία σονέτα για το Μπιτ Παζάρ της Θεσσαλονίκης

*

ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ

Σεντόνι βγάλανε σ’ ένα καλάθι
στα παλιατζίδικα, οδός Τοσίτσα.
Διπλό και μόνο του, σαν καλογρίτσα
Βαρδάρης έπιασε, θα κακοπάθει.

Φορά είναι πρώτη του, δεν έχει μάθει.
Κρυβόταν ήσυχα στην ντουλαπίτσα
ή στο κρεβάτι τους, που ήταν φωλίτσα
και του έρωτά τους βαστούσε πάθη.

Χέρια τ’ αρπάζουνε, το ξεδιπλώνουν.
Το καλοβλέπουνε μην γίνει λάθος
κουσούρια βρίσκουνε, το ακυρώνουν.

Λες κι ακυρώνονται ζωή και πάθος.
Τον έρωτά τους λες κι ελαττώνουν
του παλιοσέντονου μήκος και πλάτος.

(περισσότερα…)

Σάτιρα του λογοτεχνικού σιναφιού

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Αλεξάνδρα Σαμοθράκη
Ψυχοστασία
Ισνάφι, 2023
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

«Βαρύποδες κουλτουριάρηδες δεινόσαυροι» που σε συνθήκες παρακμής αναζητούν γυναίκες-τρόπαια με την υπόσχεση να τις προωθήσουν στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων, ένας κυνικός κριτικός λογοτεχνίας, μια ευφυής μοιραία γυναίκα με δηλητηριώδες χιούμορ και οξυμμένες δεξιότητες, η οποία περιφέρεται στις λογοτεχνικές συντροφιές, δομούν μια αστυνομική ιστορία συνυφασμένη με την εξέλιξη μιας έντονης ερωτικής σχέσης, συνθέτοντας τη βασική δομή του βιβλίου της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη. Με αυτά τα υλικά η συγγραφέας περιγράφει, αποκαθηλώνει, και σαρκάζει αδυσώπητα το κενό και τα λούμπεν στοιχεία της λογοτεχνικής συντεχνίας στα καθημάς, διαβιβάζοντας και αναζητώντας τις ρωγμές τους, χωρίς καμία ωραιοποίηση και με διαρκή διλήμματα ως προς τις δυνατότητες επιβίωσης στις συνθήκες που περιγράφονται και τις συνέπειες όλων αυτών σε όσους/ες γράφουν και διαβάζουν. Τα μότο με τα οποία ξεκινά το βιβλίο περιγράφουν κατά τη γνώμη μου όλους τους προβληματισμούς για τα όσα κατά καιρούς παρατηρούμε στα λογοτεχνικά σινάφια. Κι αν με βάση το ποίημα του Λεοντάρη το κενό εμπεριέχει πάντα ανοίγματα και εναλλακτικές, η συγγραφέας αναγνωρίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία και μάλλον συντάσσεται με τον Ντέημον Γκάλγκωτ και τον αφορισμό: «Είμαι εντάξει με την τραγωδία. Η κωμωδία είναι που δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ».

Αν, λοιπόν, η Σαμοθράκη λεπτομερώς καταγράφει στο βιβλίο της την τραγική διάσταση αυτού που ορίζεται ως παροντικός χώρος του πολιτισμού, της τέχνης και του βιβλίου, αφήνοντας να εννοηθεί πως είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις ως συγγραφέας, ποιητής ή κριτικός στα διαρκή και ποικίλα «δούναι και λαβείν» του χώρου, παράλληλα αποφεύγει οποιαδήποτε σοβαροφανή διαπίστωση ή μελοδραματισμό, επιλέγοντας να αναδείξει με σαρκασμό και χιούμορ τις κωμικές διαστάσεις του. Το κωμικό στοιχείο δεν αποκρύπτει τα συμβάντα. Συνθέτει αντιθέσεις, αντιστροφές και συνθέσεις με ενεργές κωμικοτραγικές εκτυλίξεις και ανοιχτούς ορίζοντες οι οποίοι δεν προσφέρονται σε εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις.

Η έκφραση: «κουλτούρα να φύγουμε», περιγραφή της συνθήκης στην οποία ο χώρος του βιβλίου χρησιμοποιείται ως επιδεικτική κατανάλωση συνδεδεμένη με κοινωνικές φιλοδοξίες, ναρκισσισμό, μικροαστικές πρακτικές, κακή αισθητική και διαπλεκόμενα συμφέροντα παράγει επαναλαμβανόμενα κωμικά μοτίβα που συνδέονται με το γκροτέσκο. Παράλληλα όμως με συνοπτική λιτότητα διατυπώνεται η κατάσταση που επικρατεί με πολιτικές ιστορικές συνηχήσεις σχετικά με το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς αυξήθηκε ο εθνικολαϊκισμός: (περισσότερα…)

Αστικό τοπίο

*

Ημέρες τώρα στον πεζόδρομο που παίζουν τα παιδιά
πλημμύρισε ο υπόνομος, ξεχείλισε
δεν έχει τόπο να πατήσεις.

Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.

Απ’ τα μπαλκόνια ακούγονται καινούρια ζευγαρώματα –
καινούρια νούφαρα στ’ απόνερα θα αφήσουν.
Κραυγές: χτυπιούνται
μανάδες με σπασμούς στο πάτωμα, ωχρές,
παπάδες που κηρύττουνε ουρλιάζοντας
και κάτι αριστεροί σε κρίση πανικού,
που έχουν ξεμείνει από Κεφάλαιο
και άλλον δεν έχουν πλούτο να επενδύσουν.

Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*