Στέλιος Ράμφος, «Δὲν διεκδικῶ ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες»

Στέλιος Ράμφος (1939-2026)

 

Εις μνήμην του Στέλιου Ράμφου, αναδημοσιεύουμε εδώ απόσπασμα μιας εκτενούς συζήτησης που μια ομάδα συγγραφέων, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, είχαμε με τον εκλιπόντα στοχαστή πριν από 15 περίπου χρόνια. Περιλήφθηκε στο βιβλίο του Η νίκη σαν παρηγοριά, Αρμός 2012.

~.~

Σ.Ρ.: Ὁ ἑρμηνευτικός μου ἄξονας ἔγ­κειται στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς συνθῆκες οἱ ὁποῖες προσ­φέρουν δυνατότητες μεγαλύτερης δημιουργικότητος καὶ ἐλευθερίας κινήσεως στοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλη τὴν ἀρ­νητικότητα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κάθε Γκουαντάναμο. Κι ἀλλιῶς: Μὲ ἐνδιαφέρει δηλαδὴ νὰ διαβάζω στὰ γεγονότα τὴν διήκουσα γραμμὴ τῆς ἐσωτερικῆς λογι­κῆς τους, ὅταν ὑπάρχῃ τέτοια λογική. Ἀναζητῶ τὸ νόημά τους. Ξέρω ὅτι ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ψαρέψῃ μαυρίλα, βρίσκει ἄπειρη στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κρατῶ εἶναι οἱ συντελεστὲς ἐμβαθύνσεως καὶ ἐμ­πλουτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτοὶ συνδέονται μὲ μιὰν ἀ­νάγκη μερικότητος εἴτε προέρχονται ἀπὸ μιὰ δίψα καθ­ολικότητος. Ἐκεῖ κερδίζεις ἢ χάνεις τὸ στοίχημα. Ἀναζητῶ κάθε φορὰ καὶ σὲ κάθε περίπτωσι τί εἶναι ἐ­κεῖνο τὸ ὁποῖο στὴν προοπτικὴ τῆς συγκυρίας κάνει πλουσιώτερη καὶ πιὸ ἀνθρώπινη τὴν ζωή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω, λ.χ., πολὺ μεγαλύτερη σημασία στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἢ στὴν γλῶσσα ἐφ’ ὅσον κρίνω ὅτι οἱ ἀπώτατες συνέπειες ἑνὸς τέτοιου παράγοντος πᾶνε πολὺ πιὸ μακριὰ ἀπὸ ἕνα φαινόμενο ὀδυνηρὸ μέν, ἀλλὰ περιστατικώτερο ἢ ἐπιφανειακότερο. Μπορεῖ νὰ κάνω λάθος στὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει πρωταρχικὰ τὸ κριτήριο αὐτοῦ ποὺ μᾶς κάνει πλουσιώτερους. Ὡς κοινωνικὸ καὶ πνευματικὸ ὄν, ὁ ἄνθρωπος δὲν ὁλοκληρώνει τὸν προορισμό του μὲ τὸ φαΐ του. Ξέρω τί σκληρό, τί ἀδυσώπητο εἶναι νὰ στερηθῇς τὸ φαΐ, ἀλλὰ ξέρω ἐπίσης ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἐὰν ζῇς γιὰ νὰ τρῶς θὰ γίνῃς ζῷο, αὐτὸ εἶναι τὸ σκεπτικό μου καὶ τὸ κριτήριό μου. Τὰ ἄλλα ἐκβάλλουν σχεδὸν πάντα στὴν εἰδησεογραφικὴ δημοσιογραφία, ἡ δουλειὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἀκριβῶς νὰ στερῇ ἀπὸ τὰ γεγονότα τὸ βάθος τους καὶ νὰ τὰ κρατῇ ἔτσι σὰν φελλοὺς στὴν ἐπιφάνεια.

Κ.Κ.: Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς ἐπικρίνουν εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐπικεντρώνεστε καὶ ξεκινᾶτε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παθογένεια καὶ προτείνετε λύσι ὑπέρβασης τῶν δικῶν μας προβλημάτων παραγνωρίζετε ὅτι καὶ ὁ τόπος στοῦ ὁποίου τὴν κατεύθυνσι κινούμαστε, ἡ Εὐρώπη, ἔχει καὶ αὐτὸς τὶς δικές του παθογένειες πού, ἂν μάλιστα τὶς βάλῃ κανεὶς στὸ κοσμοϊστορικό τους πλαίσιο, μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερες, πολὺ χειρότερες, πολὺ βαθύτερες καὶ κρισιμότερες ἀπ’ ὅ,τι οἱ δικές μας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἀκόμα καὶ ἂν προσθέτετε τὸ «παρ’ ὅλο», ἐξιδανικεύετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίκρισι…

Σ.Ρ.: Ἐξιδανικεύω τὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, ἂς ποῦμε. (περισσότερα…)

To φρούριο στην γκρίζα ζώνη

του ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Θάνος Γιαννούδης
Μοντέρνα Τέχνη
Περισπωμένη, 2025

Αν έπρεπε να περιγράψω την νέα συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Μοντέρνα Τέχνη, με μία μόνο φράση, θα ήταν αυτή: Γκρίζα ζώνη. Η συλλογή κινείται σε μια περιοχή, η οποία δεν μπορεί ακριβώς να οριστεί, καθώς φαίνεται το όραμα, η στόχευση, το μήνυμα και η τεχνική πολλές φορές βρίσκονται σε ασυμφωνία μεταξύ τους. Τι είναι ακριβώς η συλλογή; Μια σπουδή στην μοντέρνα τέχνη; Ένας σαρκασμός της από την σκοπιά του νεοφορμαλισμού; Είναι ένα μανιφέστο για την κατάρριψή της; Είναι ο οραματισμός του καλλιτέχνη για το μέλλον; Είναι ένας διάλογος με το παρελθόν; Ίσως όλα αυτά μαζί, ίσως κάποια από αυτά, ίσως πάλι και τίποτα απολύτως. Ποιήματα με σαφή νοήματα και σταθερά θεμέλια, που όμως κινούνται σε μια αόριστη γκρίζα ζώνη.

Ίσως ακόμη πιο εύστοχα η συλλογή περιγράφεται με το δίστιχο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:

Να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θα ’ρθει.

Είναι η συλλογή λοιπόν ένας πρόδρομος για το μέλλον που θα έρθει; Βρίσκεται (όπως κάθε πρόδρομος) στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ του παρόντος (που θέλει να αλλάξει) και του μέλλοντος που ακόμη δεν έχει γεννηθεί; Θεωρώ, ξαναδιαβάζοντάς την, πως η απάντηση είναι θετική. Η Μοντέρνα τέχνη είναι ένα ξεκάθαρο μεταβατικό στάδιο στην ποιητική του Γιαννούδη, που μετά το «Του Ουρανού και της Γης» επιχειρεί να κάνει το επόμενο βήμα στο ευρύτερο λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο.

Ως μεταβατικό στάδιο – πρόδρομος – γκρίζα ζώνη, η Μοντέρνα τέχνη έχει αυτά που θεωρώ πισωγυρίσματα. Ενώ υπάρχουν σημεία στα οποία πιστεύω πως ο Γιαννούδης θα μπορούσε να είχε κάνει πραγματική υπέρβαση, υπάρχουν άλλα σημεία που τα οποία τον κρατάνε «δέσμιο». Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Αναγέννηση», ο ποιητής-αφηγητής αναφωνεί πως «ξαναγεννιέται ο ποιητής-προφήτης», εντούτοις η παρουσία του ποιητή-προφήτη δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά. Ο Γιαννούδης εντέχνως μας συστήνει την μοντέρνα εποχή στο πρώτο μέρος της συλλογής, αλλά μετά από το πρώτο ιντερμέδιο ασχολείται με τα «Πρόσωπα της μοντέρνας Τέχνης» και μετά το δεύτερο ιντερμέδιο, με τα «Τοπία της Μοντέρνας Τέχνης». Η εποχή του προφήτη, το μέλλον δεν έρχεται ποτέ. Το βήμα για το ξεπέρασμα της μοντέρνας συνθήκης δεν γίνεται και ο επίλογος δεν λειτουργεί ως κατακλείδα, αλλά μάλλον ως “cliffhanger” για το επόμενο εγχείρημα.

Ένας από τους λόγους που υποπτεύομαι πως συμβαίνει αυτό το πράγμα, είναι το γεγονός πως όλα τα ποιήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα σε κάποιο φιλολογικό-λογοτεχνικό blog. Η γενικότερη εντύπωση που δίνεται είναι πως ο ποιητής απλώς έχει μαζέψει τα ποιήματα που έχει γράψει την προηγούμενη περίοδο, τα έχει επεξεργαστεί και απλώς τα ανθολογεί στη συλλογή του, κάτω από την ομπρέλα της Μοντέρνας τέχνης. Όμως αυτό παραμένει μια ανθολογία, όχι ένα συντεταγμένο μανιφέστο, το οποίο έχει γραφεί με σκοπό να υπηρετήσει το ποιητικό όραμα. Προφανώς, τα ποιήματα αυτά έχουν σχέση με την μοντέρνα τέχνη (αν και π.χ αδυνατώ να συλλάβω πως ο Κολόμβος είναι ένα πρόσωπο της μοντέρνας τέχνης και όχι π.χ ο Έλιοτ). Είναι μια πάγια αισθητική θέση του Γιαννούδη η αποκήρυξη του (μετα)μοντερνισμού και αυτό φαίνεται σε κάθε του ποίημα. Δεν είναι λοιπόν ασύμβατη η παρουσία των ποιημάτων με την γενική σύλληψη, αλλά διαδικασία έχει αντιστραφεί: Δεν είναι η Μοντέρνα τέχνη που απαιτεί τα συγκεκριμένα ποιήματα, αλλά τα συγκεκριμένα ποιήματα που πρέπει να βολευτούν κάτω από την Μοντέρνα τέχνη.

Αυτή η κριτική αποτελεί μόνο την μία πλευρά του νομίσματος. Αν αφήσουμε στην άκρη το όραμα και την γενικότερη ιδέα της Μοντέρνας Τέχνης και τα δούμε ένα προς ένα (όπως δηλαδή θα τα έβλεπε η μοντέρνα τέχνη, κατακερματισμένα, χωρίς την μεγάλη αφήγηση του παρελθόντος), θα αντιληφθούμε πως ο ποιητής όχι μόνο έχει να επιδείξει τεράστια ποιητική εξέλιξη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά ανεβάζει υψηλότερα τον πήχη του έμμετρου στίχου. (περισσότερα…)

Η ζωή στην επαρχία: Ο σιωπηλός κώδικας της ανδρικής ομοφυλοφιλίας

*

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε πόρτα κλειδωνόταν δύο φορές. Μία για τους κλέφτες, μία για τους γείτονες.

Έμεινα έναν χρόνο σε μια μικρή πόλη για σπουδές, και χρειάστηκαν λίγες εβδομάδες για να καταλάβω ότι δεν είχα μετακομίσει απλώς σε άλλο γεωγραφικό σημείο. Είχα μπει σε άλλο σύστημα επιβίωσης, με δικούς του κανόνες, δική του λογική, και μια συνοχή που δεν την είχα υποψιαστεί ζώντας από πάντα στην Αθήνα.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς είναι ότι εκεί δεν υπάρχει μυστικό. Όποιος φαντάζεται ότι η ομοφυλοφιλία στην ύπαιθρο παραμένει «κρυφή», με την αστική έννοια της λέξης, δεν έχει καταλάβει τη μηχανική του τόπου. Όλοι ξέρουν ποιος πάει πού, ποιος γύρισε αργά, ποιανού το αυτοκίνητο στάθμευσε έξω από ποια αυλή και για πόση ώρα. Η πληροφορία κυκλοφορεί καθημερινά και ελεύθερα.

Απλώς κυκλοφορεί πάντα σε τρίτο πρόσωπο.

Αυτό είναι όλο το σύστημα σε μία πρόταση. Η κοινότητα κατέχει την πληροφορία και αρνείται πεισματικά να την επικυρώσει σε δεύτερο πρόσωπο. Κανείς δεν θα σε ρωτήσει ευθέως αλλά όλοι θα συζητούν για σένα. Το queer σώμα υπάρχει εκεί ως διαρκές αντικείμενο ομιλίας και ποτέ ως συνομιλητής.

Κι επειδή είσαι μόνο αντικείμενο, η ιστορία σου δεν μένει ποτέ στο μέγεθός της. Το χωριό δεν αρκείται στο γεγονός, το κάνει σήριαλ. Και δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα, γιατί δεν σου το λέει ποτέ κανείς κατάμουτρα. Γίνεσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν έχει δικαίωμα απάντησης στη δική του ιστορία.

Δεν είναι σιωπή αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βίαιο: το να ακούς τον εαυτό σου να συζητιέται σε ένα καφενείο όπου κάθεσαι. Σε ένα αστικό οικογενειακό τραπέζι η ερώτηση για την προσωπική σου ζωή λείπει επειδή δεν θέλουν να ξέρουν. Στην επαρχία λείπει επειδή ξέρουν.

Και πίσω από αυτή τη λειτουργία δεν κρύβεται ατομική υποκρισία, κρύβεται κάτι παλαιότερο. Ο Κώστας Γιαννακόπουλος, ύστερα από χρόνια εθνογραφικής και αρχειακής έρευνας για τις ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, περιγράφει μια μετάβαση: από μια διάχυτη ομοσεξουαλικότητα, όπου η πράξη δεν παρήγαγε ταυτότητα, προς τη σύγχρονη δυτική διάκριση ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας. Στην επαρχία, το παλιό σύστημα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Επιβιώνει, δίπλα στο καινούργιο, και ρυθμίζει ακόμα ποιος είναι τι.

Σε αυτό το σύστημα, ο άντρας που διεισδύει δεν είναι ομοφυλόφιλος. Ομοφυλόφιλος είναι πάντα εκείνος που δέχεται.

Θέλει προσοχή εδώ, γιατί είναι εύκολο να διαβαστεί λάθος. Ο άντρας που γυρίζει το πρωί στην οικογένειά του, δεν λέει ψέματα στον εαυτό του με τη σύγχρονη έννοια της άρνησης. Υπακούει σε μια συνθήκη που έχει τη δική της ιστορική συνοχή και προηγείται της γενιάς του. Είναι κι αυτός γρανάζι σε έναν μηχανισμό που του επιτρέπει να υπάρχει στην κοινότητα μόνο αν κρατήσει ένα κομμάτι του εαυτού του αυστηρά στο σκοτάδι.

Το είδα να δουλεύει μπροστά μου, κάθε μέρα, για έναν χρόνο. Άνοιξα τις εφαρμογές την πρώτη εβδομάδα και μέσα σε λίγες μέρες είχα γίνει ένα από τα καινούρια θέματα της πόλης. Ο φοιτητής από την Αθήνα, που ήρθε για λίγο. Η ποικιλία ήταν πρωτοφανής: άσπρα κολάρα και κτηνοτρόφοι, φοιτητές, στρατιωτικοί, άντρες με τα διπλά μου χρόνια. Και πάνω απ’ όλα οικογενειάρχες. Οικογενειάρχες που έξω, στο καφενείο και στην πλατεία, ήταν η ίδια η επικύρωση του κώδικα — παντρεμένοι, με παιδιά, με την αρρενωπότητά τους άθικτη και μη διαπραγματεύσιμη. Και που έρχονταν σε μένα ζητώντας ακριβώς τη θέση που ο κώδικας καταδικάζει. Τη θέση εκείνου που δέχεται. Δηλαδή, τη θέση που στην ίδια τους την πόλη σημαίνει ότι είσαι πούστης. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Ερωτικό

*

ΕΡΩΤΙΚΟ

Πώς την ψυχή μου να εμποδίσω εγώ
ν’ αγγίξει τη δική σου; Πώς μπορεί
σε κάτι άλλο να δοθεί έξω από σένα;
Αχ, νά γινόταν στα κρυφά
να τη φυλάξω εγώ
σε μέρη σιωπηλά, μέρη χαμένα,
που δεν τα φτάνει της αβύσσου σου η κλαγγή.

Μα ό,τι μας άγγιξε ποτέ εμάς τους δυο,
τώρα στην ίδια δοξαριά μάς έχει ενώσει,
δύο χορδές εμείς, κεντάμε μια φωνή.
Σ’ όργανο ποιο μάς έχουνε τεντώσει;
Το χέρι μάς κρατά ποιου βιολιστή;
Γλυκό τραγούδι εσύ.

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

*

**

Δάνειο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Είναι που έχουμε πάρει οριστικά την κατηφόρα ή είμαστε πια τόσο κάτω που δεν βλέπουμε την ανηφόρα; Δηλαδή, που δεν την βλέπουμε ως ανηφόρα.

Ο θείος ο Μήτσος ήταν θείος της μητέρας μας. Η γυναίκα του, η θεία η Δήμητρα, αδερφή της γιαγιάς. Βλέποντας μακριά, είχε φτιάξει στη δεκαετία του ’60 μια καλή μάντρα οικοδομών στην Λεωφόρο Κηφησίας και με τη συνεχή ανοικοδόμηση της Πρωτεύουσας έκανε χρυσές δουλειές. Παιδί ακόμα είχε βγει στη βιοπάλη. Τον έστελνε ο πατέρας του να πουλά παστέλια στην προπολεμική Αθήνα. Για να ξεγελάει την παιδική του πείνα, έριχνε μια δαγκωνιά, κόνταινε το παστέλι. Το τραβούσε κατόπιν να έρθει στο προηγούμενο μήκος του. Εκτατό γαρ! Πεπειραμένος επιχειρηματίας πλέον, είχε μείνει ένα μεγάλο καλοκάγαθο παιδί.

Πάνω από το γραφείο του είχε τη γνωστή εικόνα του «πωλούντος επί πιστώσει και του πωλούντος τοις μετρητοίς». Όταν πήγαινα μικρός τα Χριστούγεννα να πω τα κάλαντα, τον ρωτούσα τι σημαίνει «τοις μετρητοίς» και τι «επί πιστώσει». Μου εξηγούσε αλλά δεν κατάλαβα ποτέ. Και τώρα ακόμα το παλεύω… Έπαιρνα το αργυρούν εικοσάδραχμον κι έφευγα χαρούμενος.

Με το τζιπ του γυρίζαμε στις εξοχές της Αττικής. Κούρσα δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ. Το τζιπ με το διπλό διαφορικό μας ανέβαζε σ’ όλες τις ανηφοριές. Δεν κολλούσε στους αμμόλοφους του Σχινιά και μας έβγαζε στο Πικέρμι να μαζέψουμε χόρτα. Ζωχούς, ραδίκια, καρύδες, από τότε τα γνωρίζω· όσο υπάρχει άγρια φύση δε θα πεινάσω. Άφηνε μετά το τζιπ να κυλήσει χωρίς ταχύτητα στην κατηφόρα προς τον Σταυρό της Ραφήνας, όχι για οικονομία όπως σήμερα, τσιγκούνης δεν ήταν, έτσι από πεποίθηση. Περνώντας από τις ταβέρνες της Αγίας Μαρίνας, έκοβε ταχύτητα να πάρει μια μυρουδιά απ’ τα κοψίδια. Κάποτε σταματούσαμε. Του φώναζαν στον γυρισμό οι γυναίκες, να προσέχει έτσι πιωμένος που ήταν, κόκκινος από το κοκκινέλι. Οι ταχύτητες όμως τότε ήσαν μικρές, όπως και η βιασύνη. Η θεία η Δήμητρα ήταν ευτυχισμένη. Το μόνο της παράπονο ήταν που ο θείος Μήτσος την ταλαιπωρούσε… όντας ενεργός σε μεγάλη ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι πάνω της ετελεύτησε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, λίγο μετά τα εβδομήντα. Μάκαρ, αυτός.

Ήταν η γεννιά που το χρήμα ερχόταν ως μέσον αυτονόητα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για να ξοδευτεί προς τέρψιν. (Για ποια ανάπτυξη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).

Γράφαμε τότε κάθε χρόνο στο Δημοτικό την ημέρα της Αποταμιεύσεως –τῃ εντολῄ της Εθνικής Τραπέζης, του Ταμιευτηρίου;– μια έκθεση: Ποιο το νόημα της αποταμίευσης. Ακούγαμε εμείς ότι «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» και προσπαθούσαμε να στίψουμε το μυαλό μας τι να σημαίνουν όλα αυτά. Η αποτυχία μου πρέπει να ήταν πλήρης, αφού ποτέ δεν διαβάστηκε η έκθεσή μου στην τάξη. Και ο πήλινος κουμπαράς μου δεν μακροημέρευε. Όπως και τώρα που είναι πια κομμάτια.  Άλλαξε ποτέ η ελεημοσύνη προς το καλύτερο τον κόσμο; Ως ασπιρίνη στην ημικρανία, ανακουφίζει προσωρινά το σύμπτωμα, δεν θεραπεύει την αιτία.

Δεν δείχνει ο χαρακτήρας από τα μικράτα μας; Σπάταλος, γαλαντόμος, συντηρητικός, επαναστάτης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος. Καλή καρδιά;

Εκείνοι, φίλοι κι οι τρεις μαζί από το Δημοτικό. Βιολογική, ανθρωπολογική πολυποικιλότητα κάτω απ’ το ίδιο όνομα: Ελευθέριος.

—Έλα, πάμε ως την πλατεία να σε κεράσω ένα σουβλάκι, λέει ο Ελευθέριος Α΄ (ο πρώτος) στον Ελευθέριο Β (τον δεύτερο).

—Ευχαριστώ, αλλά να μη σε ξοδέψω.

Το πρώτο σουβλατζίδικο δεν είχε καλά σουβλάκια, το δεύτερο ήταν ακριβό, το τρίτο μακριά. Μετά από κάποιους γύρους (όχι της σούβλας) και άσκοπο περπάτημα, λέει ο Α΄:

—Μωρέ, ξέρεις κάτι, μου έφυγε η όρεξη· δεν το αφήνουμε γι’ απόψε;

Ο Ελευθέριος Γ΄ (ο τρίτος) φιλοξένησε τον Α΄ στο σπίτι του. Ο Α΄ για να του το ανταποδώσει, θέλησε να τον προσκαλέσει στο γνωστό ιταλικό εστιατόριο. Είδε ο Γ΄ (ο καλεσθείς) ότι μαζί με μια συγκεκριμένη πίτσα, προσφερόταν η σαλάτα δωρεάν. Δεν πρόσεξε ότι η προσφορά ήταν για το μεσημέρι και όχι το βράδυ. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Α΄ (ο προσκαλών) άλλαξε δέκα χρώματα.

—Τα ίδια μου κάνει και η Καλλιόπη (η συμβία του), λέει συγχυσμένος. (περισσότερα…)

Είναι γερό, ρε, τι λες τώρα;

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

—Ρε συ, χτυπάνε τα βήματά σου στις σόλες των παπουτσιών μου, σίγουρα είναι γερό αυτό εδώ;

—Πού θες να ξέρω. Θες πάγο;

—Βάλε, τρία.

—Τρία κιόλας, επακριβώς.

—Μετρημένα.

Κελάρυσε το Famous Grouse στο ένα ποτήρι, στ’ άλλο, άφησε ο Τάκης το μπουκάλι κι όπως έσκυψε στο ψυγειάκι έριξε μια ματιά έξω.

—Ήσυχη μέρα.

Γύρισε κρατώντας τα ποτήρια. Τα παγάκια του Γιάννη κουδούνισαν, πήγε ο Τάκης να τον πειράξει αλλά τον είδε που ’χε αφαιρεθεί να κοιτάζει απ’ το παράθυρο.

—Ο δήμος έχει έναν που κόβει τα χορτάρια, τι έπαθε αυτός και τ’ άφησε στη μέση;

—Τι λες πάλι, μωρέ; Πάρε την πέρδικα.

Ακούμπησε με θόρυβο τα ποτήρια στο πτυσσόμενο τραπεζάκι και στριμώχτηκε απέναντί του.

—Λέγε τώρα.

Ο Γιάννης μάζεψε το βλέμμα του στο ουίσκι. Κούνησε κυκλικά το ποτήρι και τα παγάκια κουδούνισαν πάλι σαν να γελούσαν. Τον περίμενε ο Τάκης.

—Ρε συ…, είπε τελικά, με το βλέμμα ακόμη στο ποτήρι, τα παγάκια ακόμη να γελούν, πιο αργά, πιο σιγανά.

Ο Τάκης ήπιε. Περίμενε.

—Ρε συ…

Ξανακοίταξε απ’ το παράθυρο ο Γιάννης. Κατάπιε, όχι ουίσκι, δεν είχε φέρει το ποτήρι του στα χείλη. Τα παγάκια είχαν σταματήσει να γελούν. Το χέρι του έσφιγγε το γυαλί.

—Τι να της πω;

Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση το ίδιο. Δεν ήθελε να τη δώσει ο Τάκης.

—Τι να σου πω, ρε φίλε… Από δουλειά;

Απότομο βλέμμα, θυμός να εκραγεί.

—Σκατά από δουλειά! Τι από δουλειά. Δεν ξέρεις; Ο δικός μας πτωχευμένος κι ο ιδιοκτήτης στα δικαστήρια, εμείς τελευταίοι. Τίποτα. Και πουθενά, τίποτα. Ντρέπομαι να βάζω βενζίνη στου ξαδέρφου μου για πεντακόσια ευρώ, ρε! Εδώ μας φτάσανε. Πεντακόσια σκατοευρώ!

Τώρα ήπιε. Κοπάνησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, πιτσίλισε σταγόνες ουίσκι τη φορμάικα.

—Τι θα κάνω, ρε; Τι να της πω;

Σειρά του Τάκη να κοιτάξει έξω. Λες κι ο τύπος απ’ τον δήμο με το χορτοκοπτικό θα ’χε φυλάξει στα χορτάρια καμιά λύση για τον Γιάννη. Δίκιο είχε ο φίλος του. Είχε αφήσει άκοπα τα μισά.

—Η Άννα… θέλει να το κρατήσει; τον ρώτησε σιγανά χωρίς να στραφεί, και ξανάφερε το ποτήρι στο στόμα. Ήπιε αργά. Και μόνο πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού κοίταξε πλάγια τον Γιάννη. Η καρδιά του κλότσησε, ένιωσε τη γουλιά να κατεβαίνει σ’ ένα σταματημένο σώμα.

Ο Γιάννης τον είχε καρφώσει. Σκοτεινός. Για μια στιγμή, αβυσσαλέα σαν μαύρη τρύπα. Όχι, δεν κοίταζε αυτόν. Τόσο σκοτάδι απ’ τα μάτια του δεν ήταν γι’ αυτόν. Φοβήθηκε ο Τάκης. Τόσα γίνονται. Τόσοι άλλοι… (περισσότερα…)

Μυστήριον

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Μυστήριον

Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη Γιάννη Χρήστου και εξήντα από την κυκλοφορία του εμβληματικού έργου του Mysterion, ενός σκηνικού ορατορίου βασισμένου σε αρχαίες αιγυπτιακές νεκρολογίες, για αφηγητή, ηθοποιούς, τρεις χορωδίες, ορχήστρα και μαγνητοταινία. Στο οπισθόφυλλο της πρώτης δισκογραφικής έκδοσης του έργου είναι τυπωμένο ένα σύντομο κείμενο του ίδιου του συνθέτη, όπου περιγράφει το έργο ως μια εμπειρία ονείρου: οι λέξεις αρθρώνονται, αλλά το νόημά τους παραμένει ασαφές· μοιάζουν με μαγικές φόρμουλες μιας μακρινής γλώσσας. Κι όπως δεν χρειάζεται να καταλάβει κανείς τι λέει ένα έξαλλο πλήθος για να επηρεαστεί από τις κραυγές του, έτσι κι εδώ η γλώσσα λειτουργεί πρωτίστως ως δύναμη και όχι ως φορέας σημασίας. Στο μικρό σχέδιο που συνοδεύει το κείμενο, το περιεχόμενο ενός εσωτερικού κύκλου προσδιορίζεται ως «εφιάλτης», ενώ ο Χρήστου κλείνει με μία προειδοποίηση: οι σύγχρονες «λέξεις της ισχύος» είναι η γλώσσα της επιστήμης και της τεχνολογίας, «από την οποία έχουμε καταντήσει να εξαρτιόμαστε τόσο πολύ».

Το κείμενο δεν αποτελεί απλή επεξήγηση του έργου· φωτίζει την αντίληψη του Χρήστου για τη λειτουργία της γλώσσας μέσα σ’ αυτό. Οι λέξεις δεν εμφανίζονται ως φορείς νοήματος, αλλά ως ηχητικά συμβάντα με άμεση ψυχολογική επίδραση, ικανά να επηρεάσουν τον αποδέκτη ακόμη κι όταν παραμένουν ακατανόητα. Η εμπειρία καθιστά, τρόπον τινά, την ερμηνεία περιττή.

Η φωτογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο απεικονίζει, σε μεγέθυνση, το σχέδιο του οπισθοφύλλου πλάι σε ένα σύγχρονο κινητό τηλέφωνο. Η ομοιότητα δύσκολα περνά απαρατήρητη: το περίγραμμα του σχεδίου θυμίζει τη μορφή της συσκευής, ενώ ο εσωτερικός κύκλος του «εφιάλτη» αντιστοιχεί στη διάταξη των καμερών. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια οπτική σύμπτωση. Ωστόσο, η σύμπτωση αυτή προσφέρεται ως αφορμή για μια διαφορετική ανάγνωση. Το σχέδιο του Χρήστου μοιάζει να συνομιλεί με ένα από τα βασικά αντικείμενα που οργανώνουν σήμερα την καθημερινή μας εμπειρία.

Το παράδειγμα του έξαλλου πλήθους που χρησιμοποιεί ο Χρήστου μπορεί να ιδωθεί ως περιγραφή αυτής της ψηφιακής εμπειρίας. Ο συνθέτης μετατοπίζει τη σημασία από το περιεχόμενο στον τόνο, στη συχνότητα, στην ένταση της φωνής. Με ανάλογο τρόπο, τα σύγχρονα ψηφιακά περιβάλλοντα βασίζονται στην ένταση που παράγει η αδιάκοπη ροή εικόνων, ειδοποιήσεων και ερεθισμάτων. Δεν απαιτούν ερμηνεία· απαιτούν κυρίως ανταπόκριση. Οι «λέξεις της ισχύος» του Χρήστου αποκτούν, υπό αυτό το πρίσμα, μια νέα διάσταση.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό «Μυστήριον» να μην είναι οι αρχαίες νεκρολογίες ούτε οι ακατανόητες λέξεις, αλλά η αινιγματική ευκολία με την οποία ο άνθρωπος παραιτείται από την ανάγκη να καταλάβει. Και το πιο ανησυχητικό να μην είναι η επιρροή καθεαυτή που ασκούν πάνω του οι νέες «λέξεις της ισχύος», αλλά η προθυμία με την οποία παραδίδεται σε αυτές, εκχωρώντας την προσοχή, τη σκέψη και, τελικά, την κρίση του σε ό,τι καταφέρνει να ακούγεται δυνατότερα. (περισσότερα…)

Η απουσία αγγίγματος και η εικονική εγγύτητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

1.

Στις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν «οι σχέσεις συμπαρουσίας προϋποθέτουν πάντα την εγγύτητα όσο και την απόσταση, την προσέγγιση όσο και την απομάκρυνση, τη σταθερότητα, όσο και τη φαντασία[1]. Ένα είδος ισορροπίας είχε εγκατασταθεί.

Όμως τα τελευταία 30 έτη υπάρχει μια τρίτη παρουσία , η «εικονική εγγύτητα» , που είναι καθολικά και μόνιμα διαθέσιμη χάρη στα ηλεκτρονικά δίκτυα και η οποία διαταράσσει οριστικά την ισορροπία μετατρέποντάς την μονόπλευρα υπέρ της απόστασης, της απομάκρυνσης και της φαντασίας, και εις βάρος της προσέγγισης και της σταθερότητας.

Ως εκ τούτου προκύπτει το ακόλουθο ζήτημα. Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι προετοιμάζει τον τελικό διχασμό μεταξύ «φυσικής» και «πνευματικής» απομάκρυνσης. Μπορούμε να συνηγορήσουμε σε αυτό. Νομίζω ότι με τα υπάρχοντα δεδομένα βλέπουμε ότι η πρώτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της δεύτερης.

Η «εικονική εγγύτητα» έχει σήμερα τη δική της «υλική» βάση, την υψηλή τεχνολογία, η οποία είναι απείρως ευρύτερη, πιο ευέλικτη, πιο ποικιλότροπη, ελκυστική και περιπετειώδης από κάθε διάταξη υλικών σωμάτων.

Αποτέλεσμα αυτής της «νέας πραγματικότητας» είναι ότι η φυσική εγγύτητα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες από το παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο, να επηρεάσει την πνευματική απομάκρυνση…

2.

Ταυτόχρονα η «εικονική εγγύτητα» διαμορφώνει και την «εικονική απόσταση». Αποτελούν και οι δύο τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Σκεπτόμενοι αντιλαμβανόμαστε ότι η «εικονική απόσταση» προκαλεί την αναστολή, ίσως και την ακύρωση κάθε στοιχείου που μετατρέπει την γεωγραφική-τοπική κοντινότητα σε εγγύτητα. Καταργεί στην ουσία τον χώρο. Τον ενοποιεί σε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό χωριό στο οποίο η εγγύτητα δεν απαιτεί πλέον φυσική κοντινότητα, αλλά και η φυσική κοντινότητα δεν καθορίζει την εγγύτητα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπάουμαν [2].

Έτσι γινόμαστε μάρτυρες της προέλασης της εικονικής εγγύτητας η οποία καθιστά τις ανθρώπινες συνδέσεις συχνότερες και πιο ρηχές αλλά ταυτόχρονα εντονότερες και πιο σύντομες. Οι επαφές, συνεχίζει ο Μπάουμαν, χρειάζονται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να συναφθούν και να διαλυθούν. Η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο στο να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά και το να ερχόμαστε σε επαφή δεν αποτελεί εμπόδιο στο να μείνουμε απομακρυσμένοι.

Ο διαχωρισμός επικοινωνίας και σχέσης ίσως και να είναι το σημαντικότερο αρνητικό επίτευγμα της εικονικής εγγύτητας. Η ψηφιακή επικοινωνία οξύνει την εξατομίκευση του ανθρώπου, υποστηρίζει ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν[3], και συνεχίζει

«Παραδόξως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδομούν την κοινωνική διάδραση. Οδηγούν, εντέλει, στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Στην καλύτερη περίπτωση είμαστε δικτυωμένοι, χωρίς ωστόσο να είμαστε συνδεδεμένοι. Δεν υπάρχει άγγιγμα. Έτσι, ζούμε σε μια κοινωνία από την οποία απουσιάζει το άγγιγμα. Σε αντίθεση με το άγγιγμα, η επαφή δεν δημιουργεί εγγύτητα. Η σχέση με τον Άλλον συρρικνώνεται δραματικά όταν ό Άλλος, ως Εσύ, εκπίπτει σε Αυτό, σε ένα αντικείμενο που ικανοποιεί τις ανάγκες μου και επιβεβαιώνει το Εγώ μου. Ο Άλλος, στον οποίο βλέπω το είδωλό μου να κατοπτρίζεται, χάνει την Αλλότητά του, την Ετερότητά του. Ο ναρκισσισμός της κοινωνίας, που αυξάνεται όλο και περισσότερο και οδηγεί στην εξαφάνιση της σύνδεσης και του αγγίγματος, εντείνει το άγχος».

Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (αυτοί που αντιστοιχούν στην κοινωνία των ιδιωτών) υπολειτουργούν και αρκετοί απ’ αυτούς μένουν κενοί λόγω έλλειψης συμμετοχής. Μειώνεται δραστικά η συμμετοχή στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς συλλόγους, στις τοπικές δραστηριότητες της γειτονιάς και των δήμων. Ακόμη και οι συναναστροφές στους χώρους εργασίας μειώνονται. Το να έχεις φίλους έχει γίνει πολυτέλεια. Η δημιουργία οικογένειας είναι πλέον ένα τεράστιο πρόβλημα. Η πίεση για να κερδηθούν τα απαραίτητα προς το ζην φαίνεται ότι, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν, υπονομεύει κάθε συλλογικό ιδανικό. (περισσότερα…)

Ο τρόμος του σωσία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Aνάμεσα στα φυσικά στοιχεία αυτό που διακρίνεται για τη μεταδοτικότητά του, την άμεση επαφή του, είναι το υγρό στοιχείο: μπορεί να είναι πηγή ζωής και αναζωογόνησης, όμως η άμεση και σχεδόν ολική επαφή που προϋποθέτει το καθιστούν καλό ή κακό αγωγό της μετάδοσης. Η πρόσφατη επιδημική εμπειρία το κατέτασσε στην πρώτη τάξη των κολλητικών παραγόντων. Παράλληλα με την επισφάλεια που επιφέρει, βέβαια, το αρχέγονο αυτό στοιχείο διατηρεί ωστόσο τις στοιχειακές συμβολικές του ιδιότητες, με προεξάρχουσες εκείνην της κάθαρσης, υλικής και ηθικής, της αναγέννησης, κυριολεκτικής και συμβολικής.

Τι να πει επομένως κανείς για μια ταινία που ο δημιουργός της, ο Τσάρλυ Πόλινγκερ, επιμένει να τοποθετεί τα δρώμενά της κοντά, γύρω, πάνω αλλά και κάτω από την επιφάνεια του νερού, έστω κι αν αυτό είναι το «χλωριωμένο» νερό μιας πισίνας; Μιας πισίνας σχολικών εγκαταστάσεων, μιας πισίνας κατασκήνωσης, προορισμένης για προπόνηση και αγώνες γουώτερ-πόλο, ενώ θα μπορούσε να μετατοπίσει λίγο τις εικόνες του σε πιο «στεγνούς» και στεγανούς χώρους που διαθέτει μια εγκατάσταση κατασκήνωσης, σε χώρους όπου η υγρασία ή η υποψία της δεν φαίνεται να επηρεάζουν τη στεγνή ή στυγνή λογική των διανθρώπινων συναναστροφών. Εσκεμμένα και μετ’ επιτάσεως παρά ταύτα οι ήρωες είναι ραντισμένοι από την υγρασία της πισίνας οποιαδήποτε αναφορά, οποιοδήποτε πλάνο εκτός του εν λόγω χώρου θα αποτελούσε παραφωνία, έστω κι αν συνιστούσε δραματουργική αιτιολόγηση: μόνο ο χώρος της πισίνας, των διαδρόμων και των παράπλευρων αιθουσών (π.χ. εστιατόριο) ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτηʿ ό,τι είναι να βυθιστεί θα βυθιστεί μέσα στο χλωριωμένο νερό, και ό,τι είναι να αναδειχθεί θα αναδυθεί από αυτό. Οι πρωταγωνιστές κυκλοφορούν εστεμμένοι με τα μαργαριτάρια των σταλίδων πάνω τους σαν να πρόκειται για τη μοίρα με την οποία τους έχει αγγίξει η πρωτογενής δύναμη του υγρού στοιχείου.

Και μιλάμε για την ταινία Η πανούκλα, όπου ένα πλήθος τεχνικών κυρίως συντελεστών της φέρουν ρουμανικά ονόματα, καθότι απλούστατα η ταινία έχει γυριστεί στη Ρουμανία, αλλά το στίγμα του νεότερου ρουμανικού κινηματογράφου ελάχιστα τη χαρακτηρίζει, ενώ η αμερικανική γραφή είναι έκδηλη, παρότι δεν ακολουθεί την πεπατημένη του αμερικάνικου ψυχολογικού θρίλερ.

Βασικός πυρήνας της ιστορίας δηλαδή είναι κάτι πλέον κοινότοπο, ο σχολικός εκφοβισμός, το μπούλινγκ. Αυτό που μέχρι πρόσφατα δεν είχε καν όνομα, άρα και νόημα, ώστε να γίνει αντικείμενο μυθοπλαστικής πραγμάτευσης, εμφανίζεται για ακόμη μια φορά, με τον κίνδυνο βέβαια της χιλιοειπωμένης ιστορίας, του «ένδοξου» κλισέ.

Καλό θα είναι λοιπόν να δούμε σε τι αποκλίνει δημιουργικά η ταινία από παρεμφερείς ιστορίες και τη σκηνοθετική τους πραγμάτευση.

Κατά πρώτον, ενώ η ομάδα των bullies, των εκφοβιστών, είναι, όπως συχνά, πολυπληθής, και αυτός ο «μαζικός» χαρακτήρας συντηρεί την αντίθεση θύτη-θύματος, αυτό το τελευταίο αναδιπλασιάζεται: είναι, κατά πρώτον, ένα παιδί με μιαν απροσδιόριστη κολλητική ασθένεια, που μπορεί και να μην είναι και κολλητική, και που ο φαινότυπός της είναι οι κοκκινίλες και τα ερεθισμένα εξανθήματα, αποκρουστικά στην όψη, πιθανώς παθογενή και παθογόνα, τίποτα όμως πιο συγκεκριμένο. Το νερό με την κοσμογονική του πρωτογένεια γίνεται, εδώ, φορέας παθογένειας. Η απροσδιοριστία αυτή αποτελεί έναν δυνητικό τρομοκρατικό παράγοντα, όπως φάνηκε, αρχικά τουλάχιστον με το παράδειγμα της πρόσφατης επιδημίας του AIDS. Η πιθανότητα της ψυχογένειας των εξανθημάτων, η πιθανότητα το εκφοβιστικό κλίμα να γεννά τα εξανθήματα, δεν απασχολεί τους ήρωες, ούτε επομένως και τον σκηνοθέτη. Αιωρείται ως εικασία των υποψιασμένων θεατών. Εκείνο που προέχει είναι το νερό ως καλός αγωγός μολυσματικής μετάδοσης, και όχι μόνο αυτό: η ανθρώπινη επιδερμίδα ως επιφάνεια ενός βάθους: είναι γνωστή η φράση του Πωλ Βαλερύ, δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ από την ανθρώπινη επιδερμίδα. (περισσότερα…)

Θραύσματα ημερολογίων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι θραύσματα ημερολογίων. Από το 1987 μέχρι και το 2024 κατέγραφα συστηματικά σε ημερολόγια και τετράδια κάθε λογής γεγονότα και σκέψεις. Εδώ και δυο χρόνια σταμάτησα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η καθημερινή διαδικασία με κούραζε και με άγχωνε. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για τη χρησιμότητά της. Για πολλά χρόνια ήταν μια μορφή θεραπείας και μια συλλογή πληροφοριών κυρίως για λογοτεχνικούς λόγους. Τώρα αυτές οι ανάγκες έχουν ξεθωριάσει. Έχοντας τακτοποιήσει μέσα μου μια σειρά από καημούς και απωθημένα, οι καθημερινές καταγραφές μου φαίνονται κουραστικές και ανούσιες. Επιπλέον, έχω αποδεχτεί το γεγονός ότι το λογοτεχνικό μου σχέδιο θα παραμείνει στα χαρτιά. Η αιτία βρίσκεται ισόποσα σε προσωπικές ανεπάρκειες, συνθήκες και στη γενικότερη αίσθηση ματαιότητας που χαρακτηρίζει σταθερά την εσωτερική ζωή μου – μια αίσθηση γλυκόπικρη και απελευθερωτική. Γενικά το διάβασμα μου δίνει περισσότερη χαρά και δύναμη από το γράψιμο. Πάνω στο γραφείο και σε μια μικρή βιβλιοθήκη δίπλα μου έχω γύρω στα ογδόντα βιβλία. Αυτά διαβάζω ξανά και ξανά. Όλα τα υπόλοιπα, περίπου χίλια, αναπαύονται σε μια μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο. Πολύ όμορφη εικόνα. Χαίρομαι και μόνο που τα βλέπω.

///

Η τέχνη και η αγάπη είναι τα μόνα πράγματα που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν έχει αποτύχει πλήρως στο κοσμικό του εγχείρημα.

///

Το να γράφεις για τη ζωή σου σημαίνει να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου ή να τον επινοείς; Και τα δύο. Αυτοβιογραφία και αυτομυθοπλασία είναι αλληλένδετες.

///

Με τα χρόνια καταλήγω όλο και πιο μόνος. Ανέφικτες οι καινούργιες φιλίες, τελειωμένες οι παλιές. Ταμπουρωμένοι όλοι στην αυταπάτη της οικονομικής τους ασφάλειας. Τους φαίνεται επικίνδυνος ο τρόπος που ζω. Τους ενοχλεί που δηλώνω «πάντα φτωχός, ποτέ άφραγκος». Τους ενοχλεί που δεν δίνω δεκάρα για τις καθιερωμένες αξίες αυτού του τόπου. Τους ενοχλεί που μιλάω και γράφω για τον θάνατο και τη ματαιότητα.

///

Ερχόταν σχεδόν μια φορά το μήνα στο σπίτι για να μιλήσουμε για λογοτεχνία και φιλοσοφία. Στην αρχή πίστευα ότι οι προθέσεις του ήταν έντιμες αλλά σύντομα φάνηκε ότι ο πραγματικός σκοπός του ήταν τα χρήματα. Μου ζητούσε κάθε φορά δέκα, είκοσι ευρώ. Όποτε είχα, του έδινα. Ένα κυριακάτικο πρωινό ήρθε απρόσκλητος και μπήκε μέσα με συμπεριφορά ανθρώπου που είναι σε απελπισία. Ήταν η δεύτερη χρονιά του κόβιντ. Φορούσε διπλή μάσκα και απέφυγε κάθε είδος χειραψίας. Κούτσαινε λιγάκι – ή έκανε πως κούτσαινε. Άρχισε να μου λέει ότι έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι έπρεπε να πάει στην Αθήνα για εγχείρηση. Μου είπε ότι είχε πάρει στη σειρά φίλους και συγγενείς και ζητούσε από τον καθένα ένα ποσό, όσα μπορούσε ο καθένας. Από μένα ζήτησε πεντακόσια ευρώ. Δεν ξέρω τι εντύπωση του είχα δώσει αλλά τέτοιο ποσό ήταν υπερβολικό για τα δεδομένα μου. Του είπα δεν έχω. Επέμενε. Αναγκάστηκα με τρόπο να του δείξω ότι η επίσκεψή του ήταν δυσάρεστη. Έφυγε. Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Τον είδα να βγάζει τη μάσκα και να την πετά στο πεζοδρόμιο. Τον είδα να περπατά κανονικά, ζωηρά, σχεδόν χορευτικά. Δεν ξαναήρθε για επίσκεψη.

///

Στα εφηβικά και στα νεανικά μου χρόνια δούλεψα σε ξενοδοχεία. Αγάπησα τους χώρους, του συναδέλφους, τους τουρίστες, τη ζωή, τη Ρόδο στην χρυσή εποχή της. Στα πενήντα μου ξαναβρέθηκα να εργάζομαι σε ξενοδοχεία. Και μίσησα σχεδόν τα πάντα – ακόμα και τον εαυτό μου.

///

Αθήνα, 1990. Είμαι φοιτητής, τρίτο έτος στην παλιά ΑΣΟΕΕ. Δουλεύω σε νυχτερινό μαγαζί, μπουζούκια, ωράριο δέκα το βράδυ μέχρι ξημέρωμα. Μεγάλα ονόματα της εποχής στην πίστα. Μια νύχτα, λόγω διαφωνίας σε λογαριασμό, βρίσκομαι με φαλτσέτα στο λαιμό. Φτιαγμένος ο άλλος, έτοιμος να με καθαρίσει. Δεν θυμάμαι πολλά αλλά με σώζει η παρέμβαση του μαιτρ. Λίγο καιρό αργότερα ο άνθρωπος που με έσωσε με βάζει τσιλιαδόρο σε παράνομες συναλλαγές του. Έπαιξα τον ρόλο δυο νύχτες. Δεν μου ταίριαζε. Έφυγα από το μαγαζί. Βρήκα δουλειά σε βιοτεχνία, βοηθός λογιστή. (περισσότερα…)

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Η μονή του Κυνηγού στο απώτατο, βόρειο ύψωμα του Υμηττού, επάνω από τον Σταυρό, σε λήψη της δεκαετίας του 1950.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #20
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Στον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, κοντά στον δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στα Μεσόγεια, στήθηκε το έτος 1237/8 μαρμάρινος κίονας για να απαθανατίσει την κατασκευή ενός δρόμου. Ήταν έργο μοναχού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της γνωστής και ενεργής μέχρι σήμερα μονής του Κυνηγού, που βρίσκεται στο απώτατο, προς τα βόρεια, άκρο του Υμηττού, επάνω ακριβώς από τον Σταυρό. Η μονή είχε ιδρυθεί λίγο πριν από την κατάκτηση της νότιας Ελλάδας από τους Σταυροφόρους, το μοιραίο έτος 1204. Η Αττική πέρασε τότε στην εξουσία της οικογένειας των ντε λα Ρος από τη Βουργουνδία, που συνέστησαν το δουκάτο των Αθηνών. Το μοναστήρι του Κυνηγού ανήκει σε εκείνα που μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, συνυπάρχοντας με τους  καθολικούς κληρικούς που κατέλαβαν την ορθόδοξη μητρόπολη των Αθηνών.

Η επιγραφή, ένα επίγραμμα επιμελώς χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα επάνω στον κορμό του κίονα, απευθύνεται στον οδοιπόρο:

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα, τόνδε τὸν τρόπον;
Ἀρχὴν ἀποσκόπευσον αὐτοῦ καὶ τέλος.
Καὶ τίς ὁ τοῦτον τερματώσας ἐκ πόθου;
Νεόφυτος τοὔνομα, λάτρης Κυρίου·
αἴτησον αὐτῷ ψυχικὴν σωτηρίαν
ὅστις ποτ’ ἂν ἦ καὶ παριὼν ἐνθάδε.

͵σψμς΄

Φ
Σ        Φ
Λ

Η επιγραφή έδωσε φωνή στον λίθο, που ρωτά τον διαβάτη αν θέλει να μάθει τί είναι αυτός ο «τρόπος» και ποιός τον έφτιαξε. Με τον όρο «τρόπος» αναφέρεται ο δρόμος, την αρχή του οποίου όριζε ο κίονας και το τέλος του το μοναστήρι του Κυνηγού, που ήταν ο προορισμός του. Την κατασκευή του ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Νεόφυτος, «λάτρης Κυρίου». Ο λίθος καλεί τον περαστικό —όποιος και αν είναι αυτός και όποτε διαβεί— να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Στο τέλος παρατίθεται το από κτίσεως κόσμου έτος ͵σψμς΄ (=6746), που αντιστοιχεί στο 1237/8 μ.Χ. (περισσότερα…)

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)