της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ
~.~
Σ’ εκείνη που μεγάλωσε…
Τη γνώρισα το πρωί της πρώτης μέρας που επέστρεψα στην Αθήνα. Τεσσάρων μόνο χρόνων παιδάκι, με μακριά ανοιχτοκάστανα μαλλιά, καστανά σπινθηροβόλα μάτια, εκφραστικό πρόσωπο, λεπτό κορμάκι με ψηλά πόδια. Τούτο το παρουσιαστικό προδίδει το μέλλον του σώματός της, αλλά όχι και το μέλλον της ως προσώπου, ως γυναίκας.
Τώρα, κάθε φορά που την κοιτάζω βαθιά στα μάτια, νιώθω πως μπερδεύεται μέσα τους ο πόνος κι η χαρά, οι δυο αξεχώριστοι πόλοι της ζωής, εκείνη όμως πασχίζει να κρατάει μόνο τη χαρά.
Μα ο πόνος, πιο ισχυρός κι αδίσταχτος, προσπαθεί να σβήσει τη χαρά από τη ζωούλα της. Το κοριτσάκι, πιστεύοντας πως τον αντιμάχεται, επιζητεί να είναι συνέχεια κοντά μου· γαντζώνεται πάνω μου και θέλει να παίζουμε ασταμάτητα. Κι εγώ παίζω, μα παίζω, παίζω με τις ώρες μαζί της, κάθε μέρα· κι είναι ολόχαρη τότε η ναζιάρα και παιχνιδιάρα Μαρίνα μου.
Με τα παιχνίδια μας ξεχνάει γρήγορα τις δεινές σκηνές, που μπροστά της συχνά διαδραματίζονται, κι αρχίζουμε να τραγουδάμε και ξεκαρδίζεται στα γέλια και νιώθει τρισευτυχισμένη και παρλάρει· «σ’ αγαπώ πολύ» μου λέει και μου ξαναλέει κι αρχίζει να με φιλάει, να μ’ αγκαλιάζει και να με σφίγγει τόσο δυνατά πού νομίζω πως θα με σκάσει. Κι επειδή δεν ξέρει πώς αλλιώς να εκδηλώσει την αγάπη της, μου λέει «θα σε φάω, γιατί σ’ αγαπάω» και αρχίζει να με δαγκώνει…
Όταν με βλέπει σοβαρή, διαμαρτύρεται παραπονιάρικα «μα γιατί δεν γελάς; τι έχεις;». Απαιτεί να με είμαι διαρκώς χαρούμενη και γελαστή, δεν μπορεί να καταλάβει πως κι εγώ έχω τα δικά μου αυτόν τον καιρό. Όταν πάλι είμαι απασχολημένη με κάτι άλλο, με ρωτά με αγωνία «πότε θα τελειώσεις;» και κάνει χίλια δυο, για να μου κινήσει την προσοχή και να της χαμογελάσω. Κι εγώ που της βρίσκω κάτι από μένα δεν μπορώ να αντισταθώ σ’ αυτή τη δίκαιη παιδική επίκλησή της. Την παίρνω στην αγκαλιά μου προστατευτικά, τη χαϊδεύω και μετά αρχίζουμε τα ακροβατικά που μ’ αρέσουν και μένα. Είναι χαρά της μεγάλη να τη γυρίζω ανάποδα, να την ανεβάζω στην πλάτη μου, να την κρατώ απ’ τα πόδια, να κρεμιέται στο λαιμό μου… Κι όταν κουράζομαι απ’ το βάρος της και σταματώ για λίγο, εκείνη με ικετεύει να της ξανακάνω τα ίδια, «μόνο τρεις φορές ακόμη» λέει κι αρχίζει το μέτρημα· μετά πειθαρχικά δέχεται το τέλος, παρόλο που το ξέρω πως δεν θα ήθελε να έλθει ποτέ.
«Θυμάσαι πώς γνωριστήκαμε;» με ρωτάει πότε πότε, όταν τελειώνουμε τα παιχνίδια. Και μου ξαναθυμίζει το γεγονός: «Να, κείνη τη μέρα που έκλαιγα κρυφά, γιατί δεν με πήρε μαζί της στη βόλτα η Ζωή, αλλά πήρε μόνο τον Χάρη· τότε με είδες και με πήρες μαζί σου και μου έδωσες δύο παιχνιδάκια, το αλογάκι και το κοκοράκι και καραμέλες· θυμάσαι;» Ήταν ακριβώς έτσι, όπως χαράκτηκε στη μνήμη της και ας έχει περάσει καιρός από τότε.
Ένιωθε περιφρονημένη και έκλαιγε βουβά με καυτά δάκρυα, κρυμμένη σε μια γωνιά· την είχα ανακαλύψει τυχαία και την πήρα πάνω, στο σπίτι μας, και άρχισα να την παίζω κάμποση ώρα. Με τα γέλια και με τα χάδια στέγνωσαν τα δάκρυά της, μα της έμενε το παράπονο: γιατί η «θεία» πήρε μόνο το άλλο παιδάκι μαζί της και όχι κι εκείνη. Δεν μπορούσε να πάει το μυαλό της στις έννοιες «παρείσακτη» και «ξένη». (περισσότερα…)







