Η στιγμή της αλήθειας | El momento de la verdad

Ένα δοκίμιο για την ταυρομαχία του Γιώργου Γεωργούση

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

[Εν μέρει για να εξακριβώσω μιαν εποχή και εν μέρει για να θυμηθώ έναν σεβαστό και αγαπημένο φίλο, τον ποιητή Γιώργο Γεωργούση (τον Μάρτιο που έρχεται θα κλείσουν δέκα χρόνια από την εκδημία του) αναζήτησα ένα βιβλίο του που είχε εκδοθεί από τον Διάττοντα το 2009 (αργότερα, νομίζω το 2015, και από τον Γαβριηλίδη) και για το οποίο είχα την τιμή και τη χαρά να μιλήσω στις 2 Φεβρουαρίου 2010, στην πάλαι ποτέ Στοά του Βιβλίου. Επρόκειτο περί ενός δοκιμίου για την ταυρομαχία, με τίτλο «Η στιγμή της αλήθειας» (El momento de la verdad). Από τις σημειώσεις για εκείνην την ομιλία συγκροτήθηκε το κείμενο που ακολουθεί]

«Μονάχα εδώ θέλω να δω σκληρόφωνους τους άντρες
Που τιθασεύουν άλογα και κυβερνάν ποτάμια.
Άντρες, όνειρο σκελετού κι όμως να τραγουδάνε
Με στόμα από πυρόλιθο, γεμάτοι από ήλιο».

Όταν ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα αποχαιρετούσε τον Αύγουστο του 1934 με λόγια σαν αυτά εδώ, τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, δεν αποχαιρετούσε απλώς έναν φίλο ή ένα θύμα μιας αλλόκοτης ιδέας που θέλει συχνά να θηρεύουν κάποιοι λόγιοι ακραίες συγκινήσεις χωρίς να λογαριάζουνε κινδύνους. Ένιωθε πως το αίμα του Ιγνάθιο που δισκοπότηρο άγιο δεν βρέθηκε να το γεμίσει και χελιδόνια δεν ήλθαν να το πιούνε, ήτανε σπονδή ιερή, φανέρωση υλική μιας αρχέγονης αντιμαχίας, της αντιμαχίας ζωής και θανάτου που σε πείσμα αθέων και ενθέων θα μένει ως προς την τελική της έκβαση εσαεί ανοιχτή.

Είναι πασίγνωστη νομίζω και θα συνιστούσε τόπο κοινό κάθε αναφορά στην θερμότητα της ισπανικής ιδιοσυγκρασίας. Και μόνο το όνομα της Ισπανίας αντιπροσωπεύει την ζωή, την ταραχή και την κίνηση, τον πυρετό του κόσμου μέσα στον χρόνο. Τολμώ να πω μιαν επιθυμία υπεράνθρωπη να παίξεις με τον θάνατο, μια λαχτάρα να αγγίξεις τον ουρανό. Για κάποιον λόγο, αν θέλαμε να προσδώσουμε μια κύρια ιδιότητα στην ισπανικότητα θα λέγαμε πως αυτή είναι η ροπή να γοητεύεται από ακραίες, από παθιασμένες προσηλώσεις και κυρίως από τον μανιασμένο πόθο να διαρρήξει τον θάνατο («Viva la muerte!»). Είναι η ίδια ροπή που γέννησε μυστικιστές και ιεροεξεταστές, βίαιες τάσεις απιστίας αλλά και ερωτικές καταβυθίσεις, απελπισμένες δονχουανικές αναζητήσεις μα και υψηλές καλλιτεχνικές εξάρσεις. Στάσεις ζωής που όλες τις ενώνει η ίδια βούληση, η βούληση που αψηφά την πραγματικότητα και μάχεται άλλοτε σοβαρά και άλλοτε παίζοντας να την μεταστοιχειώσει.

Βούληση που μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα είναι κατ’ εξοχήν και η ποιητική βούληση. Δεν είναι λοιπόν μη αναμενόμενη η ειδική συμπάθεια που αισθάνεται κάθε ποιητική ιδιοσυγκρασία και ειδικά στην χώρα μας, χώρα του εύφλεκτου μεσογειακού νότου, με την ζωή και τους ανθρώπους του ισπανικού κόσμου. Αυτό που έχει την δική του ιδιαίτερη σημασία όμως είναι ο τρόπος που τελείται η συνάντηση. Μια τέτοια ιδανική συνάντηση μας φέρνει εδώ απόψε και έχει αιτία το υποδειγματικό δοκίμιο του Γιώργου Γεωργούση. Ένας από τους σημαντικούς ποιητές του καιρού μας που συνέδεσε έξοχα την λυρική μας παράδοση με επιτεύγματα του μοντερνισμού, με δεδομένη την αγάπη του για την ιβηρική ζωή αλλά και τον ειδικό ρόλο που έχουν στην ποίησή του τα αρχέτυπα και τα σύμβολα, σχεδόν αναπόδραστα θα έλεγα, κάποια στιγμή θα έφθανε στην στιγμή της αλήθειας. Στην στιγμή εκείνη που η ζωή και ο θάνατος συναντώνται στην λόγχη που βυθίζεται στον τράχηλο του ταύρου.

Ποιητής με αυστηρό μουσικό ρυθμό, λιτότητα στην έκφραση, με ηρεμία που είναι καρπός όχι απάθειας αλλά αυτοκυριαρχίας, με ευγενέστατη ειρωνεία και έλεγχο της συγκίνησης χωρίς ωστόσο να μειώνεται ουδέ κατ’ ελάχιστον η ένταση της γλώσσας, ο Γιώργος Γεωργούσης διακρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο μεταπλάθει την έκφραση σε έκθεση νοήματος και ξανά σε έκφραση. Ξέροντας να φιλοτεχνεί ατμόσφαιρα, διάθεση, ορισμένο ψυχικό κλίμα και με θητεία στην ιδέα της απρόσμενης έκπληξης, από τα πρώτα του ποιήματα, είχε αποκαλύψει πόσο τον συγκινούν οι χορταριασμένοι τόποι των λησμονημένων ιερών. Όχι βέβαια για να παραδοθεί σε φαντασιώσεις λυτρωτικές αλλά για να βιώσει με στοχασμό γενναίο και γιατί όχι, γιορταστικό, το κενό στο οποίο μια ανεξερεύνητη βούληση μας έριξε. Πρόκειται για μια στάση ζωής που παραπέμπει κατευθείαν σε αρχέγονες υπαρκτικές εμπειρίες.

Τη χρονιά που μόλις μας πέρασε (2009) ο Γεωργούσης ξεδίπλωσε την τριμερή του δημιουργικότητα με έναν ιδανικά ζυγισμένο τρόπο. Μια ποιητική συλλογή, Τα παλαιά χιόνια, ένα δοκίμιο (αυτό για το οποίο μιλούμε απόψε) και μια νέα μετάφραση των Βακχών του Ευριπίδη (που με την έμμετρη μορφή της μας ανασυνδέει με μια λαμπρή ποιητική παράδοση) υπογραμμίζουν την ξεχωριστή του παρουσία στην πνευματική ζωή. Τιθασεύοντας και οργανώνοντας αυτή την έμφυτη ποιητική του ευφορία, δεν κατάφερε απλώς να την προσανατολίσει στο αισθητικά καίριο για να ριχτεί ευθύς στο απεριόριστο και στο ανεξάντλητο. Επέτυχε να αναχθεί με τον λόγο του στις πηγές της ιερότητας, πέρα από την ένταση της στιγμής. Κι αυτές οι πηγές πού αλλού είναι αν δεν είναι στην αρχέγονη φύση…

Η φύση λοιπόν. Φύση σημαίνει ωστόσο, πέρα από οικολογικές ελαφρότητες, βία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο ρομαντικός, ο άνθρωπος που επιζητεί διαρκώς να εκφράζεται, λατρεύοντας την φύση, ανακαλύπτει αναπόφευκτα την βία. Τότε, αν είναι αδύναμος, θα κρύψει πίσω από θεωρητικά σχήματα ή πλαδαρές ηθικολογίες την ανακάλυψή του. Αν είναι γενναίος, θα προσπαθήσει να βρει τι κρύβεται πίσω από τα σκοτεινά βίαια μυστήρια που καλύπτουν τις απαρχές του πολιτισμού μας. Κάπως έτσι η πόρτα της αρένας δεν είναι παρά ένα παραπόρτι του μυστηρίου. Αν προτιμάτε παραθύρι ενός χαμένου ουρανού.

Ένας γενναίος των γραμμάτων μας, ο Νίκος Καζαντζάκης, που επισκέφτηκε την Ισπανία και μας χάρισε το γνωστό ταξιδιωτικό βιβλίο, είναι αυτός που έγραψε πως «τα ζώα μοιάζουν περισσότερο από τον άνθρωπο με τις πρωτόγονες αιώνιες δυνάμεις που δημιουργούν κι εξοντώνουν τον κόσμο. Βρίσκουνται πιο κοντά στο Θεό». Είναι αλήθεια αξεδιάλυτο το σκοτεινό μυστήριο του ζώου, που προσφέρεται από την φύση ως τροφή στον πρωτόγονο άνθρωπο. Ο φόνος του ήταν πράξη σχεδόν μαγική, τελετουργική. Εκείνη η πανάρχαια ανατριχίλα μπροστά στο ζώο δεν χάθηκε ποτέ. Τι είναι όμως αυτό που έκανε τον ταύρο να μοιάζει «ιερός ευαγγελιστής, που κρατεί στερεά στη γυαλιστή του ράχη και στα κέρατα το Λόγο», για να αναφέρω άλλη μια φράση του Καζαντζάκη;

Ο ταύρος είναι το θαύμα της φύσης. Έτσι ξεκινά το δοκίμιο του Γεωργούση βάζοντας εξ αρχής τα πράγματα στην θέση τους. Κάτω από τις οπλές του ταύρου η γη δονείται κι αντηχεί. Κανένα ζώο δεν συνδέθηκε τόσο στενά με αρχέγονους, λατρευτικούς, θρησκευτικούς μύθους. Αρχέτυπο που ανασυνδέει την ψυχή με το παρελθόν της, η μάχη με τον ταύρο, είναι η μόνη επιζώσα μορφή αρχαίας λατρείας, τελετουργία θυσίας του αενάως αλλά μηδέποτε θνήσκοντος θεού. Ας θυμηθούμε τα ιερά μικρασιατικά ταυροβόλια κατά τα οποία ο πιστός λούεται με αίμα ταύρου ή την λατρεία του Μίθρα, του θεού του ήλιου που σκοτώνει με τα βέλη του (τις ηλιακές ακτίνες) τον κοσμικό ταύρο και με το αίμα του, την βροχή, γονιμοποιεί την γη. Να λοιπόν κι ένας άλλος ίσως τρόπος να διαβάσουμε το ποίημα του Αντόνιο Ματσάδο «Όχθες του Ντουέρο»:

«Προς έναν ολόφωτο θάνατο
πήγαινε ο καλοκαιριάτικος ήλιος
κι ήταν, ανάμεσα σε σύννεφα φωτιάς
μια γιγάντια τρομπέτα
πίσω απ’ τις πράσινες λεύκες της ακροποταμιάς.
Μέσα σε μια φτελιά αντηχούσε το αναιώνιο ψαλίδι…».

Ή για να θυμηθούμε έναν στίχο του ποιητή που μας δώρισε την σημερινή συνάντηση «η ζωή είναι αθώα γιατί ο θάνατος είναι αγνός» (στίχος του από τα «Χρονικά των κήπων»).

Το ερώτημα βέβαια προκύπτει αμέσως. Τι είναι αυτό χάρη στο οποίο η αρχέγονη τελετουργία επιβίωσε μόνο στην Ισπανία; Διότι και στην ελληνική μυθολογία ο ταύρος είναι ισχυρά παρών, από την ταυροπόλο Αρτέμιδα ως την σεληνιακή Πασιφάη που ερωτικά γνωρίζοντας τον ταύρο γέννησε τον Μινώταυρο κι από τα τελεστικά μινωικά ταυροκαθάψια, στην αρπαγή της άπραγης Φοινικοπούλας Ευρώπης από τον ταυρόμορφο Δία (ή τον Ποσειδώνα σε μιαν άλλην εκδοχή του μύθου). Κι ακόμη, μια και αναφερθήκαμε στις Βάκχες ας θυμηθούμε τον Πενθέα που αλυσοδένει έναν ταύρο νομίζοντας πως είναι ο Διόνυσος. Ποια βούληση, για να γυρίσω στο ερώτημά μου, διέσωσε στην χώρα με την πιο σκληρή Ιερή Εξέταση, αυτή την αρχέγονη θυσία; Τα χαράγματα στις σπηλιές της Αλταμίρας και του Αλμπαθέτε, που δεν ξέρεις αν μιλούν για τον ταύρο ως θήραμα ή για τον ταύρο ως κάλλος, δεν διαφέρουν από παρόμοια άλλων λαών. Γιατί ειδικά στην Ισπανία το κάλλος πρέπει να κουβαλάει την μοίρα του θηράματος;

Ο συγγραφέας δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ευφυώς αφήνει τον αναγνώστη να φαντάζεται, να διαβλέπει, να συνάγει συμπεράσματα. Δεν καλεί σε αποδοχή ή σε απόρριψη της παράστασης. Μα ούτε σε κάποια κατανόηση. Μας οδηγεί αριστουργηματικά στο μοναδικό κλειδί. Στην άγνοια του θανάτου στο σύγχρονο άστυ, μιαν άγνοια που δεν μας εμποδίζει βέβαια να γινόμαστε διαρκείς καταναλωτές θανάτων και να συγκαλύπτουμε τα αισθήματά μας αντί να τα ζούμε ή έστω να τα αφομοιώνουμε. Απωθώντας όμως την φυσικότητα του θανάτου, γινόμαστε μοιραία όλο και πιο αδύναμοι να χαρούμε την φυσικότητα της ζωής. Να γιατί κανένας δεν μπορεί να σε διδάξει για το σκοτάδι της ζωής και την λάμψη του θανάτου όσο η φοβερή στιγμή, η στιγμή της αλήθειας. Για τον θεατή που ξεφεύγει για λίγες ώρες από την μίσθια τυραννία είναι μια ευλογία: μια δοκιμή να δει το ράισμα του φωτός και μέσα από αυτό, το σκοτάδι.

Να λοιπόν ποια είναι, ίσως, εκείνη η ψυχική ποιότητα που διέσωσε την ταυρική τελετουργία στην Ιβηρική. Μια ιδιαίτερη ταλάντευση της ισπανικής ψυχής ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο. Μια ακραία διακινδύνευση ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο. Ο Ισπανός μπαίνει στην αρένα όχι για να απολαύσει αλλά για να δοκιμαστεί. Πάνω οι θεατές, άλλοι κάτω από τον κλασικό ήλιο, άλλοι κάτω από ρομαντικές φυλλωσιές. Στην σκιά. Sol y sombra. Μα είτε στον ήλιο είτε στην σκιά, οι αρχαίοι ίμεροι του θανάτου, οι άγριοι ίμεροι του απόλυτου, θα ξυπνήσουν στην ψυχή. Και τότε, η ισπανική ψυχή, που ερμηνεύει την ζωή διά του θανάτου, κάνει γιορτή τον ωραίο θάνατο σε μιαν ακραία εκδήλωση ελευθερίας. Ο θάνατος που πρέπει να επέλθει με αισθητική ακεραιότητα, αυτός είναι το ύψιστο άθλημα στην ισπανική συνείδηση. Ποιος άλλος λαός έκανε άλλωστε σύνθημα το φαινομενικά αντιφατικό Viva la muerte; «Ζήτω ο θάνατος!»

Με άρτια οργάνωση και δέσιμο του ανεξάντλητου υλικού, με αποτελεσματικήν υπαινικτικότητα, ο Γεωργούσης αρθρώνει έξοχα και τούτο το βιβλίο του. Βήμα βήμα ο αναγνώστης παρακολουθεί το φαινόμενο, πρωταγωνιστές, ρίζες, τις μυθολογικές, ιστορικές και θρησκευτικές συμπαραδηλώσεις. Παρατηρεί τους θεατές, μαθαίνει την τέχνη, οσμίζεται τον αψύ αέρα. Καμιά εκκεντρική υποστήριξη καμιά ηθικολογική καταδίκη. Περιγραφή και αναζήτηση. Ως εκεί. Χωρίς καμιάν επιτήδευση στην έκφραση. Με τις γνωστές δεξιότητές του έκδηλες κι εδώ, ο Γεωργούσης πατάει πάντα σε μια κοπιώδη τεκμηρίωση ακόμη και όταν με παρνασσική οξύνοια καλύπτει τις ούτως ή άλλως άρτιες αισθητικά ρητορικές επινοήσεις. Δικαίως. Ο ταυρομάχος είναι ο τελευταίος ιδαλγός. Ο διαρκής Κιχώτης. Αυτός που κάνει πράξη την εντολή του Κεβέδο: «Ζήσε για σένα μόνο αν μπορείς, γιατί μονάχα για σένα αν πεθάνεις, πεθαίνεις».

Μπροστά στην αρένα αισθάνεσαι βαθιά την ταραχή. Ένας ιερός μύθος που έγινε παθιασμένο παιχνίδι, ένας κόσμος παράφορος που κινείται στα όρια της ύπαρξης, τα ιδρωμένα πρόσωπα, μια τρέλλα βιοτική που κρύβει ευγένεια. Στα άκρα της ανθρώπινης αντοχής, κάτω από έναν ουρανό ανήσυχο και ματωμένο, η πιο πρωτόγονη βαρβαρότητα κι η πιο φινετσάτη λεπτότητα, η γνήσια λαϊκότητα και η ακέραιη αριστοκρατικότητα, η ανθρώπινη πειθαρχία και η θεία αναρχία, ενώνονται σε έναν σκοπό που μοιάζει στην αρχή με το φλαμένκο. Γεννιέται από την αγωνία της ύπαρξης. Σε λίγο τα βήματα θα γίνουν βαριά, μετρημένα. Αυτός που πλησιάζει τον ταύρο, ζει στα όρια. Ο θάνατος κι η ζωή σ’ ένα δευτερόλεπτο. Μες την υπέρτατη σιωπηλή προσήλωση θα θυμηθεί όλη του την ζωή. Μόνος. Δεν πρόκειται λοιπόν για παι-δι-ά. Άθλημα υπαρξιακό και αγώνισμα μοναξιάς είναι η ταυρομαχία. Όπως ο θάνατος. Ίσως όπως και η ζωή.

Δυσφορία προκαλεί στις αδύναμες ψυχές αυτό το δίχως άλλο άγριο λειτουργικό δράμα. Μα η ταυρομαχία δεν είναι θέαμα. Είναι μια προαιώνια συγκίνηση. Τρικυμία στο αίμα, η βίαιη επαφή του θείου. Η αντίληψη πως ο ταύρος είναι ένα αδύναμο θύμα, είναι προϊόν άγνοιας και επιπόλαιης κρίσης. Το ζώο που ταπεινώνεται σε άλλες, τάχα ειρηνικές μορφές βίου, όταν ευνουχίζεται ή όταν σέρνει κάρα ή όταν σφάζεται ύπουλα, εδώ μάχεται περήφανο και με ευκαιρίες να νικήσει, ή, αν δεν σκοτώσει τον ταυρομάχο, να πετύχει να του χαριστεί η ζωή. Δεν είναι καθόλου τυπική η ευχή: Σουέρτε ματαδόρ. Καλή τύχη ματαδόρ! Κι ούτε σύμπτωση που η τύχη από ένα λάθος μπορεί να γίνει θάνατος. Μουέρτε.

Αν όλη η Ιστορία δεν είναι παρά η ζοφερή επιθανάτια αγωνία του Θεού που αυτοκαταστράφηκε στις αρχές των αιώνων από την αγωνία Του να μην υπάρχει, κι εμείς (όπως έγραφε ο μαθητής του Σοπενάουερ, Φίλιπ Μάινλεντερ) τα θραύσματά Του, η στιγμή της αλήθειας, η στιγμή του λυτρωτικού φόνου του ταύρου είναι η ιδέα ενός Θεού που τεχνουργεί το σύμπαν για να τεχνουργήσει το ικρίωμά Του. Όταν η αιωνιότητα μοιάζει με εκθαμβωτικό τέχνασμα για να ξεχνούμε την οδύνη του καθημερινού, ο ταυρομάχος γίνεται ιερέας, το ξίφος όργανο μιας θείας λειτουργίας. Όταν ο ταύρος πέφτει, αρχίζει η πρωτόγονη ωμοφαγία, η με αληθινή σάρκα και αληθινό αίμα θεία μετάληψη. Μια έκσταση που καταφάσκει στον θάνατο. Ο ταυρομάχος, ο μύστης που απεικονίζεται με θλιμμένο το βλέμμα σε πλήθος παραστάσεων, εξαγνίζει και εξαγνίζεται. Αυτός είναι ο λυτρωτής. Ο άνθρωπος. Που δεν θα πάψει να λαχταρά την αναγέννηση και την αιωνιότητα, πότε με πράξεις βίας και πότε με πράξεις τρυφερότητας.

Και όταν η έλλειψη νοήματος υπονομεύσει κάθε τελετουργία; Όταν η ρήξη μας με την φύση είναι οριστική κι ο θάνατος μένει αδικαίωτος, σαν αυθαίρετη διακοπή που μεταβάλλει τα πάντα σε ματαιοπονία; Ε, τότε είναι η ώρα των ποιητών. Του Μιγκέλ Ερνάντεθ ας πούμε που θα υμνήσει τον ταύρο που «ανασαίνει το φως κι αποπνέει τον ίσκιο και μαζεύει τις θάλασσες κάτω από το μαύρο πετσί του» καλώντας τον να ξυπνήσει και να ορθωθεί: «Λυτρώσου ταύρε, πυκνέ από συγκίνηση και από Ισπανία».

«Τι είναι πιο σκοτεινό από το θάνατο; Η δουλεία» αποκρίθηκε ο Ρουμπέν Νταρίο. Καμιά πρόοδος δεν θα μπορέσει να υποτάξει τούτη την αλήθεια. Μόλις πατάς στο ισπανικό χώμα θα νιώθεις το χνώτο του θείου ταύρου στον αέρα. Να περνά στους πολυθόρυβους δρόμους, αμίλητος, γυαλιστερός θεός με σκοτεινό αίμα. Και πάντα θα βλέπεις τα πολύχρωμα πλήθη να πηγαίνουν προς τον ναό του, χαρούμενα, ταραγμένα, ανυπόμονα. Σαν σε λιτανεία παμπάλαια. Μπροστά οι ματαδόρες, οι αόρατες ψυχές του Μανολέτε, του Γκερίτα, του Χουάν Μπελμόντε, του Χοσελίτο, των Ρομέρο, του Πέπε Ίγιο, του Αντόνιο Φουέντες ή της 19χρονης Μαριμπέλ Αθιένθα. Ακολουθούν οι μπαντεριγιέρος που καρφώνουν στο μανιασμένο ζώο τα βέλη με τις χρωματιστές τις σερπαντίνες, κι οι πικαδόρες, οι έφιπποι λογχιστές που αγκρίζουν τον ταύρο κι οι καπεαδόρες με τις κόκκινες κάπες για να ερεθίζουν και να παραπλανούν τον ταύρο.

Κυρίες και κύριοι,

Ο δοκιμιογράφος μπορεί να μη μιλά με πειστήρια αδιάσειστα, ωστόσο δεν διατυπώνει και αυθαίρετους ισχυρισμούς. Πιστεύω πως πέρα από τα επιστημονικώς ηλεγμένα στοιχεία που συνθέτουν αυτό που ονομάζεται θετική γνώση, ο πολιτισμός μας πάντοτε θα έχει ανάγκη από τους συγγραφείς και τους ποιητές που διευρύνουν το οπτικό και το βιωματικό πεδίο της ζωής μας, που φωτίζουν ένα σύμπαν σκοτεινό, έναν κόσμο μυστηριώδη. Έναν τέτοιο ποιητή τιμούμε απόψε. Κι αν κάτι σε όλα αυτά που περιγράψαμε ίσως έχει αρχίσει πια να παρακμάζει, εμείς ας κρατήσουμε πως πάντα, εκεί που βλέπουμε στάχτες, κάποτε ήτανε φωτιά.

*

**

 

 

Η μελανή όψη του καθρέφτη

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Δημήτρης Περοδασκαλάκης,
Πώς πιάνεται κανείς απ’ τους καθρέφτες;
Ποιήματα [2005-2018], Κουκκίδα 2025

Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Κρητικός δημιουργός που ζει και εργάζεται στην Κρήτη, σε αυτό τον τόμο συγκεντρώνει την ποιητική δουλειά του έως το 2018, μια δουλειά που τη συνέχει ο στοχασμός πάνω στο άρρητο της ζωής μυστήριο ζυμωμένο από το χρόνο και το θεό, βλέποντας την κτίση, από τις απλές χειρονομίες του βίου έως τις υπαρξιακές εσχατιές, με μια ήρεμη στοχαστικότητα που αν και αποδέχεται το αφετηριακό της μαύρο συναινεί συμφιλιωτικά στο μυστήριό της, με ποιήματα μικρά ενός ρυθμικού και συγκρατημένου λυρισμού θρησκευτικής χροιάς. Ο χρόνος, ο θάνατος και ο θεός είναι τα ετερώνυμα μιας ύλης ενιαίας και ανάερης, του θαύματος που εντός μας ενοικεί και δίνει στο φευγαλέο της ζωής τη μουσική της. Φανερώματα αυτού του θαυμαστού υπάρχουν παντού γύρω μας, γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν διαχέονται σε θεωρητικές περιπλανήσεις αλλά αγκυρώνονται με ευκρίνεια σε αυτά τα μικρά φανερώματα: ο αέρας στα δέντρα, το γεράνι της αυλής, τα πουλιά, το γατί που κυνηγά το κουβάρι, το φεγγάρι του Οκτώβρη.

Στην ενότητα «Δεκατέσσερις χειραψίες με τον χρόνο» από την πρώτη συλλογή, Μες στο λευκό και μες στο μαύρο (2005), αυτή η αισθαντική μουσικότητα του χρόνου διατρέχει όλα τα ποιήματα:

Ι
Τα πιο απότομα φαράγγια
τα ’χουν τα μάτια των ανθρώπων.
Κει ο Θεός κάθε πρωί ποτίζει τα τζιτζίκια του
πριν να τα στείλει με το θέρος
στην αυλή μας.
Διάφανη και υγρή τη φέρνουνε
τη μνήμη μας
και την κρεμούν στα φύλλα της μουριάς
να γίνεται μετάξι.

IV
Είναι ο μεγάλος ποταμός που μας ξυπνά
και μας κοιμίζει στις ροές του.
Στις όχθες του δε γίνεται να στέκεις
το ρέμα σε καλεί και σε ναυλώνει.
Υποχρεωτική η πλεύση
με μία την κατεύθυνση και μόνο.
Τα σώματά μας το κατέχουνε καλά.
Τι κουβαλούν τόσο νερό στα σωθικά τους;

Στη μαθητεία του νερού
γνωρίζουν να προφέρουνε το Χρόνο.

Χ
Είναι το άγγιγμα που θέλει
η ομορφιά
είναι το φίλημα που γίνεται
στον κήπο
είν’ το θρινάκι που μιλάει
με τα στάχυα
πριν τα σηκώσει και τα δώσει
στο βοριά.

Μες σ’ ένα αλώνι που γυρίζει διαρκώς
χιλιάδες χρόνια
χιλιάδες κόκκοι που ’πεσαν στη γη
να πατηθούν και να βλαστήσουν.

Όλα κυλούν μες σ’ ένα δάκρυ καθαρό. (περισσότερα…)

Από το χώμα στη σελίδα: Σημειώσεις μιας διαρκούς μαθητείας

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΝΑΚΗΣ

~.~

Από το χώμα στη σελίδα: Μια στήλη λογοτεχνικών δοκιμίων όπου το βλέμμα του αρχαιολόγου μπορεί να γίνει και τρόπος ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Η αρχαιολογική υπομονή μαθαίνει το μάτι να προσέχει το μικρό και το συγκεκριμένο, να αναγνωρίζει τη σημασία ενός ευρήματος μέσα στη θέση και στις σχέσεις του, να διακρίνει χρονικές αλληλουχίες, να σέβεται τα κενά και να μην αφήνει την ερμηνεία να απομακρύνεται τόσο ώστε να χάσει το ίχνος που την προκάλεσε. Κάπως έτσι διαβάζονται εδώ και τα λογοτεχνικά έργα, μια λέξη, μια χειρονομία, ένας ήχος, ένα αντικείμενο, μια μετατόπιση της οπτικής γωνίας ή μια επανάληψη που επιστρέφει ύστερα από πολλές σελίδες μπορούν να λειτουργήσουν ως ευρήματα και να φωτίσουν την αρχιτεκτονική της αφήγησης ενός ολόκληρου έργου. Η λογοτεχνική σελίδα αποκτά έτσι τη δική της στρωματογραφία και η ανάγνωση κάτι από την πειθαρχία και τη συγκίνηση της ανασκαφής, από το μικρό εύρημα προς τη μορφή, από το ίχνος προς το νόημα.

///

Η μετακίνηση του βλέμματος

Η λογοτεχνία συνόδευε ολόκληρη τη ζωή μου. Για δεκαετίες τη διάβαζα με την ελευθερία του αναγνώστη που αναζητεί στις σελίδες την απόλαυση, τη συγκίνηση, την αναγνώριση μιας εμπειρίας ή ίσως και το σημαντικότερο, την αιφνίδια διάνοιξη ενός άγνωστου κόσμου, μια μετατόπιση της αντίληψης. Σε μια ύστερη φάση της ακαδημαϊκής μου ζωής, η σχέση αυτή απέκτησε καινούργιο βάρος. Η ανάγνωση ζήτησε να γίνει διατύπωση, επιχείρημα, γραφή που αναλαμβάνει την ευθύνη της κρίσης της. Τι άλλαξε, λοιπόν; Η απόλαυση θέλησε να κατανοήσει τους λόγους της.

Η αφορμή είχε όνομα και τίτλο: Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος. Παρακολούθησα το βιβλίο από τα πρώτα στάδια της δημιουργίας του, προσφέροντας ως αρχαιολόγος τη συμβουλή μου για τα realia του αρχαίου υλικού κόσμου, για τα πράγματα, τους χώρους και τις πρακτικές που όφειλαν να διαθέτουν ιστορική και υλική πειστικότητα. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, βρέθηκα ανάμεσα στους πρώτους αναγνώστες του. Το συνάντησα, επομένως, δύο φορές: αρχικά ως έναν κόσμο υπό κατασκευή που ζητούσε ακρίβεια στα υλικά του και κατόπιν ως ολοκληρωμένη λογοτεχνική μορφή που ζητούσε ανάγνωση, αξιολόγηση, ερμηνεία.

Η δεύτερη αυτή συνάντηση άγγιξε ένα βαθύτερο στρώμα. Ο Περεγρίνος αφύπνισε μέσα μου τον αναγνώστη που αναζητεί πέρα από τη γοητεία της ιστορίας τη δομή του έργου, την ύφανση των φωνών, την ποιότητα της γραφής, τη λειτουργία της λεπτομέρειας, τον τρόπο με τον οποίο ένα μικρό επεισόδιο ή ένα ταπεινό αντικείμενο μπορεί να συγκρατεί ολόκληρη αφηγηματική αρχιτεκτονική. Έφερε στο φως έναν απαιτητικό αναγνώστη με φιλολογική συνείδηση, έτοιμο να διακρίνει, να συσχετίσει, να ελέγξει και τελικά να διατυπώσει όσα έως τότε ωρίμαζαν κυρίως στη σιωπηλή περιοχή της προσωπικής απόλαυσης. Ο αναγνώστης ήταν παλιός. Η απόφαση να γράψει ήταν καινούργια.

Η αφύπνιση έμοιαζε αιφνίδια. Είχε προετοιμαστεί όμως επί δεκαετίες. Από τα μεταπτυχιακά μου χρόνια στη Βασιλεία έως σήμερα, τρεις μεγάλες αναγνωστικές «μαθητείες» ωρίμαζαν μέσα μου αργά και σταθερά. Ο Victor Brombert μου έδειξε πώς η λογοτεχνική μορφή ανοίγει προς την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Peter Brooks με δίδαξε να παρακολουθώ τη λεπτομέρεια μέσα στη διάρκεια της αφήγησης, στην κίνηση της πλοκής και στις επιστροφές που αναδιατάσσουν αναδρομικά το νόημα. Ο Vladimir Nabokov όξυνε την ακριβή όραση, την πίστη στην υλική αλήθεια της σκηνής και τη χαρά του μικρού ευρήματος που μετακινεί ολόκληρη την εικόνα. Στο έργο τους αναγνωρίζω σήμερα μια βαθιά εκλεκτική συγγένεια με την αρχαιολογική άσκηση του βλέμματος: προσοχή στο συγκεκριμένο, μνήμη των μορφών, τόλμη της ερμηνείας, επιστροφή στο τεκμήριο.

Από τη συνάντηση με τον Περεγρίνο γεννήθηκε και ένα ευρύτερο σχέδιο: ένα βιβλίο δοκιμίων για τα έργα του Αντώνη Νικολή και για την ars poetica που συνέχει το λογοτεχνικό του ιδίωμα. Έκτοτε ένα κύμα ανάγνωσης κινείται μέσα μου με μετατοπίσεις, παλινδρομήσεις και απρόβλεπτες συνδέσεις. Έχει ως σταθερό προσανατολισμό το έργο του Νικολή και συγχρόνως ανοίγεται προς άλλα βιβλία, άλλους συγγραφείς, παλαιές αναγνώσεις που επιστρέφουν τώρα με διαφορετικό βάρος. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου, η κίνηση αυτή προσφέρει μια απόλαυση ιδιαίτερης ποιότητας: τη χαρά της ανακάλυψης μαζί με την ευθύνη να εξηγήσω τι ακριβώς ανακάλυψα και ποια στοιχεία στηρίζουν την αξία που του αποδίδω.

Τα ένδεκα δοκίμια που ακολουθούν καταγράφουν αυτή την πορεία. Αφηγούνται την ωρίμανση ενός διά βίου αναγνώστη που αποφασίζει να γράψει για τη λογοτεχνία, ανασυνθέτουν τις τρεις «μαθητείες» που διαμόρφωσαν το βλέμμα του και παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο η επαγγελματική πειθαρχία του αρχαιολόγου μεταφέρεται σε μια διαφορετική ύλη. Από το χώμα στη σελίδα, λοιπόν. Η φράση περιγράφει αλλαγή της ύλης και συνέχεια της άσκησης. Η αρχαιολογία μού έμαθε να εμπιστεύομαι ό,τι βρίσκεται μπροστά μου, να αφήνω τη λεπτομέρεια να αποκτήσει το βάρος της μέσα στις σχέσεις της και να ζητώ από κάθε υπόθεση αποδεικτικό έρεισμα. Η λογοτεχνία μεταφέρει αυτή την πειθαρχία σε έναν κόσμο φωνών, ρυθμών, σωμάτων και μεταμορφώσεων του χρόνου. Το βλέμμα μετακινήθηκε. Η προσοχή κράτησε την παλιά της υπομονή. (περισσότερα…)

Το φορτίο

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Πλησίασε με προσοχή και επιφυλακτικότητα. Κοίταξε γύρω για να βολιδοσκοπήσει. Κανείς δεν την παρατηρούσε. Χαμήλωσε το κεφάλι, έλεγξε το φορτίο και με ένα πνιχτό βογγητό το φόρτωσε στη ράχη της.

Μεγάλο κατόρθωμα.

Ζύγιζε τουλάχιστον πέντε φορές το βάρος της. Ο μέντοράς της θα ήταν περήφανος. Ακολούθησε κατά γράμμα όσα της έμαθε στην εκπαίδευση.

Σήκωνε το λάφυρο και με αργά μα σταθερά βήματα όδευε προς το σπίτι. Έπρεπε να διανύσει αρκετά μεγάλη απόσταση μετά την πρόσφατη μετακίνησή τους σε άλλο τόπο. Θα προχωρούσε πέρα από το κεδροδάσος, εκεί όπου απλωνόταν το χέρσο χωράφι. Εκεί βρισκόταν η αποικία. Αυτό που λειτουργούσε ως πυξίδα ήταν μια ογκώδης, αλλά σαθρή πέτρα από πορόλιθο. Εκεί, ακολουθώντας τον στενό, υπόγειο και ελικοειδή δρόμο, βρισκόταν η φωλιά. Η σκέψη της απόστασης την έκαμπτε. Αλλά μόνο στιγμιαία. Δεν ταίριαζε στη φιλοσοφία της φυλής της η παραίτηση. Ειδικά τώρα που είχε πετύχει τον πολυπόθητο στόχο. Η μεταφορά ενός τέτοιου νεκρού εντόμου θα ήταν το κλειδί για αναβάθμιση. Εδώ που τα λέμε το πόστο να μεταφέρεις χειμώνα καλοκαίρι κουφάρια δεν ήταν ιδιαιτέρως θελκτικό. Η μυρωδιά της σήψης ήταν απωθητική. Η ιεραρχία όμως ήταν αυστηρή. Εφόσον γεννήθηκε άπτερη και στείρα η θέση της ήταν στα πτωματοφαγα. Θα ‘πρεπε να ‘ναι ευχαριστημένη με όσα της δίνονταν. Εξάλλου οι αρχές του τόπου στα διαγγέλματά τους φρόντιζαν να γνωστοποιούν τη σπουδαιότητα της αγαστής συνεργασίας και της υπακοής. Συχνές ήταν και οι υποσχέσεις ανέλιξης και οι ιστορίες των γερόντων για εργάτριες που κατόρθωσαν να κάνουν τρυφηλή ζωή, να γίνουν το δεξί χέρι της βασίλισσας, ακόμα και να βγάλουν φτερά σε μεγάλη ηλικία. Εκείνη δεν ήξερε καμία που να το ‘χει πετύχει αυτό. Το πελώριο νεκρό έντομο που σήκωνε στις πλάτες της ήταν η ευκαιρία της. Η μόνη απ’ τη γενιά της.

Οι σκέψεις της άρχισαν να θολώνουν από το βάρος. Τα πόδια της λυγίζουν.

Πιάνει το πτώμα με τη γνάθο. Το σέρνει. Είναι πια στην πύλη της φωλιάς.

Έκπληκτος ο μέντορας παρατηρεί το νεκρό ζωύφιο. Τη συγχαίρει. Δίνει διαταγή σε μια ντουζίνα δυνατά μυρμήγκια να μεταφέρουν το κουφάρι. Τη βεβαιώνει πως θα συζητήσει με τη διοίκηση τη μετάβασή της σε άλλη θέση. Μια τέτοια επιτυχία με τέτοιο όφελος για την κοινότητα άξιζε επιβράβευση.

Εκείνη άρχισε να ονειρεύεται. Δεν αποζητούσε μεγαλεία. Κάθε φορά που έβγαινε στην επιφάνεια από τα υπόγεια της αποικίας έβλεπε τον ήλιο να δίνει χρυσαφένιο χρώμα στα φυλλώματα των δέντρων, ένιωθε την πρωινή αύρα να δροσίζει τα πέταλα των λουλουδιών και ονειρευόταν να μπορεί κι εκείνη να γευτεί τους χυμούς των φυτών. Να δουλέψει μαζί με τους φυλλοκόπτες που μετέφεραν στη φωλιά ευωδιαστά χλωρά κομμάτια φύλλων. Πόση αηδία της προκαλούσε η γεύση της σάρκας σε αποσύνθεση.

Ο χρόνος περνούσε. Το λάφυρο που έφερε στη φωλιά έθρεψε μιλιούνια μυρμηγκιών. Είχε καιρό να δει τον μέντορα. Είχε αναλάβει την εκπαίδευση κάποιων καινούργιων. Ήξερε πως είναι πολυάσχολος.

Περίμενε. Σήκωνε κουφάρια. Ήλπιζε.

Μια μέρα στη δουλειά προσπαθώντας να μεταφέρει μια ημιθανή αράχνη, μπλέχτηκε στον ιστό της. Το τέλος δεν αργούσε. Το μόνο που την πίκραινε ήταν που δεν έμαθε ποτέ τι γεύση είχαν τα φύλλα από τις γαρδένιες που μοσχοβόλαγαν και κάλυπταν για λίγο τη μυρωδιά του θανάτου που κουβαλούσε στους ώμους της.

*

**

Επίλογος: Ένα «αδύνατον» κείμενο 

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[12/12]

~.~

 Στον πρόλογό του στην Ανθρώπινη Κωμωδία ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ παρουσιάζει την πρώτη σύλληψη του πολύτομου έργου του ως «ένα από εκείνα τα αδύνατα σχέδια που τα χαϊδεύουμε και που τ’ αφήνουμε να πετάξουν μακριά. Μια χίμαιρα που χαμογελά».[677] Η χίμαιρα αυτή έλαβε σάρκα και οστά σε ένα μεγαλειώδες αποτέλεσμα ενενήντα τόμων και τομιδίων, από τα οποία το συγγενικό σχέδιο της Νέας Κρόνακας συμπληρώνει ήδη τα τρία, η σύνταξη της δεύτερης τριλογίας έχει ήδη ολοκληρωθεί και η έκδοσή της αναμένεται να αρχίσει το 2026, με τα υπόλοιπα είκοσι επτά βιβλία να τελούν εν προόδω, χωρίς να αναφερόμαστε στα έξι εκδομένα, ογκωδέστατά της δοκίμια, που φιλοδοξούν να φτάσουν στον αριθμό δεκαεπτά. Σε ό,τι αφορά στο καθαυτό μυθιστορηματικό σχέδιο, τα τρία βιβλία της Νέας Κρόνακας, πέρα από τα δεκάδες άλλα που έχει συγγράψει ο Κυριάκος Μαργαρίτης στην υπερεικοσιπενταετή συγγραφική πορεία του, είναι ήδη αρκετά για να κατοχυρώσουν τη θέση του ως του καλύτερου πεζογράφου της γενιάς του και ενός από τους πλέουν σημαντικούς της νεοελληνικής γλώσσας εν γένει. Πιστώνοντάς τον με αναγνωστική προσδοκία, αν το σχέδιο αυτό τελεσφορήσει, θα είναι στο σύνολό του ένα έργο πνοής αντίστοιχης με εκείνο του Γάλλου μυθιστοριογράφου, μετατοπίζοντας ωστόσο το ενδιαφέρον από τον κοινωνικό στον υπαρξιακό ρεαλισμό και από το ατομικό αδιέξοδο στην ενότητα της Εκκλησίας.

Η Νέα Κρόνακα είναι αποκύημα ενός πολύχρονου, σύνθετου, επίμοχθου και διά βίου στοχασμού, αναστοχασμού, σχεδίων επί σχεδίων, αποκηρυγμένων μυθιστορημάτων και ολοκληρωμένων αριστουργημάτων, κύρια δε πνευματικότητας, γλωσσικής καλλιέργειας, γραμματειακής εμβρίθειας, ιστορικής συνείδησης και αυτογνωσίας, διακειμενικής και εξ αυτής ερμηνευτικής πολλαπλότητας, πυκνότητας υπαινιγμών, βάθους νοημάτων και αναγνωστικών προκλήσεων, μορφικής, τέλος, και ειδολογικής καινοτομίας, που καθιστούν τον Μαργαρίτη μοναδική περίπτωση εντός της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Υπηρετεί δε μία λογοτεχνική κατηγορία, αυτήν της θρησκευτικής λογοτεχνίας, που, παρότι ευδοκίμησε στην Ελλάδα με μείζονα παραδείγματα, όπως οι Παπαδιαμάντης, Παπατσώνης, Κόντογλου, Ν. Γ. Πεντζίκης, Θέμελης, Βερίτης, Καρούζος, Γιανναράς, Ματσούκας και, μέχρι τις μέρες μας, Χαραλαμπίδης, Γουνελάς και Γ. Ν. Πεντζίκης, ο ίδιος δεν αναγνωρίζεται –κυρίως από γραμματολογική ανεπάρκεια όσων δηλούν ενασχόληση με την κριτική– ως εκπρόσωπος και συνεχιστής της. Εν συγκρίσει με την προσοχή της οποίας τυγχάνουν συνομήλικοι και δη Κύπριοι ειδικά λογοτέχνες στον ελλαδικό χώρο, θα προσέθετα επίσης εν συγκρίσει προς φεμινιστικά, κουήρ, μεταναστευτικών εμπειριών, λογοτεχνικής περφόμανς και άλλα ατομικών ταυτοτήτων κείμενα, ως επί το πλείστον αξιολογικά υπερτιμημένα, τα οποία απολαύουν προνομιακής –αν όχι αποκλειστικής– υποδοχής στα αγγλικά και κυρίως τα αμερικανικά πανεπιστήμια, δίκην της πολιτισμικής στροφής, χάριν αμιγώς μιας αβαθούς ιστορικά –καίτοι παραδόξως πολιτικής– προσέγγισης και δευτερευόντως της αισθητικής τους ποιότητας, η κριτική ανταπόκριση στα κείμενα του Μαργαρίτη παραμένει μηδαμινή. Ιδία δε η θεολογική διάσταση, ακόμα και σε συγγραφείς που τυγχάνουν αναγνώρισης στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, όπως ο Χαραλαμπίδης, εκφεύγει του ερευνητικού ενδιαφέροντος, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί, πρώτον, στη ριζική εκκοσμίκευση της Ελλάδας και της Κύπρου ως ακροτελεύτιων ορίων του δυτικού –σήμερα– κόσμου, έπειτα στην εξειδίκευση και τον μόχθο που μια τέτοια διαθεματική και συγκριτολογική, έξω ακόμη και από τα στενά όρια της Ορθόδοξης κριτικής πρόσληψης, αποτίμηση απαιτεί.

Συνολικά, η μελέτη μας αναδεικνύει πως ο Μαργαρίτης αρθρώνει έναν σύγχρονο θεολογικό λόγο, που καθίσταται επίκαιρος συνομιλητής κάθε είδους, γένους και αισθητικής προσέγγισης. Θέτει τη θεολογία διαθεματικά σε παραγωγικό διάλογο με μείζονα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, θεωρητικά και ευρύτερα καλλιτεχνικά πρότυπα, καθιστώντας την εξωστρεφή και πραγματωμένη εντός της εμπειρίας, της κοινωνίας, της ιστορίας και της ζωής. Ως τέτοια, η τέχνη του απαντά με αρτιότητα στον αναγνωστικό ορίζοντα της μετανεωτερικότητας και των σύγχρονών της προκλήσεων, χωρίς ωστόσο να απορροφάται και να συνθλίβεται εντός αυτής. Περαιτέρω, ο Μαργαρίτης ξεχωρίζει, γιατί αξιοποιεί τον πλούτο του ελληνικού και του παγκόσμιου πολιτισμού, μεταποιώντας τον σε σημερινή οντολογική πρόταση, μακριά από αποστεωμένη ρητορική, ηθικολογία, θεωρητικό δογματισμό ή και τον ελιτισμό της ειδολογικής κατηγοριοποίησης.

Στραμμένος προς το γεγονός της Ενανθρώπησης, ο λόγος του Μαργαρίτη εκφέρεται ησυχαστικά ως μια ποιητική της μετάνοιας. Ως τέτοιος, επανατοποθετεί τον άνθρωπο στη μεταμορφωτική του πορεία προς το αγαθό, επαναφέροντας τον αμαρτωλό –και εν προκειμένω τον Νίκο Σαμψών– στο φως του πανάρχαιου, προπεπτωκότος Κάλλους: (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [2/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πρώτο Μέρος εδώ

 ΙΙ.

Στις 5 Μαρτίου 2026, έναν μήνα και πέντε μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, διαβάζω μία από τις σπάνιες πλέον δηλώσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν:

«Μια χώρα δέχτηκε επίθεση χωρίς κανένα πραγματικό λόγο και δολίως, τη στιγμή που υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μαζί της, και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ή η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε τούτη την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από δύο κράτη που καθώς φαίνεται έχουν απολέσει κάθε μέτρο αυτογνωσίας και ευθύνης, αλλά και διέταξε τον ιρανικό λαό να πάψει να αμύνεται3

Εννοείται ότι μία χώρα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες αυτήν την περίοδο, δέχθηκε σοβαρή επίθεση. Όχι μόνον στην επικράτειά της αλλά και στην αξιοπρέπεια και την αυτεξουσιότητά της. Η Δύση, αρχικά, επικαλούμενη το μεταμοντέρνο παραμύθι του δικαιωματισμού που γνωρίζει ως κάκιστος πλασιέ να πουλάει τα τελευταία χρόνια στην υπόλοιπη υφήλιο, εγκατέλειψε την κασέτα που είχε βάλει να παίζει μονίμως, για να βγει στην επιφάνεια το πραγματικό ζητούμενο της επίθεσης στο Ιράν: το πετρέλαιο. Και δεν είναι μόνον το πετρέλαιο αλλά και το ποιος ελέγχει έναν γεωγραφικό τόπο και ένα φυσικό πέρασμα που από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκει σε συγκεκριμένους λαούς. Αφού οι ΗΠΑ και οι σκοταδιστές δορυφόροι τους στην περιοχή κατάφεραν να επιβάλουν, έπειτα από δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχούς προσπάθειας, το τερατώδες καθεστώς της Αλ-Κάιντα στην Συρία, διέλυσαν εν συνεχεία τον Λίβανο και προχωρούν προς την πλήρη γενοκτονία ενός από τους ελάχιστους λαούς που λειτουργεί ακόμη με σεβασμό στην πατρογονική του γη και του οποίου η αξιοπρέπεια καθορίζει τον τρόπο ζωής του: τους Παλαιστινίους.

Αλλά αυτά είναι ασήμαντα γεγονότα για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής ηπείρου και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους του Νότου της Χερσονήσου του Αίμου, που φαίνεται ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματα δημοκρατίας και ελευθερίας μέσω του «έξυπνου» τηλέφωνου και του τουρισμού, και πιστεύουν ότι η καταστροφή τόπων με τους οποίους είχαν άμεση σχέση επί χιλιετηρίδες, δεν τους αφορά άμεσα, ως Έλληνες, αλλά κάποιον άλλον μακρινό γαλαξία.

Κατ’ ελπίδα: ο βαμβαρδισμός του Ντουμπάϊ, ως αντίποινα των Ιρανών στην απειλή αφανισμού της πατρογονικής τους γης, έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρόσχαρη υπόσχεση καταστροφής ενός μοντέλου που απειλεί εδώ και δεκαετίες τον πλανήτη. Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι από όλους τους κατοίκους του τόπου που ο Πτολεμαίος αποκαλούσε «Ευδαίμονα Αραβία» τα σημερινά Εμιράτα δεν είχαν ποτέ να επιδείξουν το παραμικρότερο είδος πολιτισμού, ούτε και κάποια ευδαιμονία (εν αντιθέσει, π.χ., με τους κατοίκους της Υεμένης και εν μέρει του προϊσλαμικού Μπαχρέιν), καθότι ο νομαδικός τρόπος ζωής τούς εμπόδιζε να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση και τα ολιγάνθρωπα ψαροχώρια τους ζούσαν ακριβώς από την αλιεία και ενίοτε από την εύρεση οργανικών πολύτιμων λίθων όπως τα μαργαριτάρια τα οποία και πουλούσαν στους ξένους.

Η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εύρεση του πετρελαίου. Από την δεκαετία του 1950, ξεκινάει ένας ασυλλόγιστος αγώνας επιβεβαίωσης των Εμιράτων χάρη στον υλικό πλούτο. Το 1971 όσοι από την ανατολική Αραβία κατάφεραν να βρουν πετρέλαιο στην ξηρή έρημό τους ενώθηκαν σε συνομοσπονδία χάριν ακριβώς του πετρελαίου. Όσοι από τους γηγενείς βεδουίνους δεν συμμετείχαν ή και δεν συμμετέχουν στην μετατροπή της Αραβίας σε Μαϊάμι, εξορίζονται στην έρημο. Για τις ιθύνουσες τάξεις δεν τίθεται ζήτημα: μπορούν πάντα να βρουν σκλάβους από την Αφρική και την Ινδική Χερσόνησο.3 Πράγμα που γίνεται συστηματικά μέχρι σήμερα: Νοτιοαφρικανοί, Κογκολέζοι, Ταζμανοί καθώς και Αιθίοπες παίρνουν τον δρόμο της εξορίας, τον δρόμο της σκλαβιάς που έχουν χαραχθεί εδώ και αιώνες. Είτε από την Σομαλία είτε από το περίφημο Port Sudan οι έμποροι μαύρης σάρκας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εφοδιάσουν την, πλέον, Δύσθυμη Αραβία με καινούργιους σκλάβους για τις celebrities που συχνάζουν στο Ντουμπάι. (περισσότερα…)

Ἔρχου καὶ ἴδε

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ο Έλεμ Κλήμοφ δανείζεται τον τίτλο της ταινίας του Έλα να δεις από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. «Ἔρχου καὶ ἴδε», γράφει ο Ευαγγελιστής, στα ελληνικά του καιρού του. Ένας τίτλος που διατηρεί από την αποκαλυψιακή θερμοκρασία εκείνον τον βαθμό που χρειάζεται ο σκηνοθέτης ώστε να προβάλει την αντίληψη που χρειάζεται για τα υπό πραγμάτευση έκτακτα γεγονότα της ιστορίας του. Κι αυτά τα γεγονότα χαρακτηρίζονται από μια ωμή βιαιότητα. Η βία αποκτά, έτσι, μια μεταφυσική, τερατώδη ποιότητα, ενώ η προστακτική τού “έλα να δεις” δεν είναι μόνο μια προτροπή για επαλήθευση μέσω της όρασης, της πλέον αξιόπιστης από τις αισθήσεις, αλλά και μια προοικονομία της τερατωδίας που πρόκειται να ακολουθήσει. Αυτό που θα δεις είναι κάτι φρικαλέο και ως αυτόπτης μάρτυρας φέρεις την ευθύνη σχετικά, την ευθύνη της μαρτυρίας του.

Η ζέουσα αντιπολεμική καταγγελία χρειάζεται το μεταφυσικό ρίγος του τίτλου για να εισαγάγει τον θεατή στη δυστοπία της πολεμικής ωμότητας. Το μεταφυσικά αδιανόητο και το αποτρόπαια ωμό συναντώνται και αλληλοτροφοδοτούνται. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε δύο εκ συστάσεως αντίθετες απόψεις για τον κόσμο να συζευγνύονται για να υπηρετήσουν ένα κοινό αισθητικό όραμα. Η αποκαλυψιακή μεταφυσική υπηρετεί μια οπτική ιστορικού υλισμού. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει άραγε από το ζευγάρωμα αυτό, έχει η αισθητική τη δύναμη να συναιρεί τούτα τα δύο αντίθετα και να τα ωθεί προς μία οπτική που εξουδετερώνει την αντίφασή τους; Ή μήπως τίποτα δεν ακυρώνεται και δεν μειώνεται μέσα από τη σύζευξη αυτή και ο κάθε όρος, ο μεταφυσικός και ο υλιστικός, διατηρεί το σθένος του παράγοντας μιαν αντίφαση που μπορεί να λυθεί μόνο διά της αισθητικής συναίρεσης των αντιθέτων, αφήνοντας ανοιχτό και ειρωνικά άλυτο το εν λόγω ζήτημα του συμβιβασμού τους;

Η υπόθεση: βρισκόμαστε σε ένα χωριό της Λευκορωσίας, κατά τη γερμανική κατοχή στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πριν ξεσπάσει η καταστροφική ναζιστική θηριωδία, πάνω στον άμαχο πληθυσμό και ενόσω αυτή σοβεί και προκαλεί ένα κυριολεκτικό ολοκαύτωμα (μάς είναι οικεία ήδη και είναι παροιμιώδης από το δικό μας ιστορικό παρελθόν κατά την ίδια χρονική περίοδο –Καλάβρυτα, Δίστομο, Δοξάτο– ο θάνατος, η βία, η ρατσιστική προκατάληψη παρασύρουν τα γεγονότα, ακόμη κι όταν ο συσχετισμός δυνάμεων θα αλλάξει φορά, ακόμη κι όταν οι παρτιζάνοι επέμβουν και επιβάλλουν τη δικαιοσύνη τους και κατά έναν τρόπο που βαραίνει ακόμη τη συλλογική μνήμη με το αίμα των αθώων. Το πρόβλημα του σκηνοθέτη δεν είναι, φυσικά, να αποδείξει τον βαθμό της ωμότητας, ο οποίος επιβάλλεται, σχεδόν αυτονόητα μέσα από την απυρόβλητη ιστορική του αληθοφάνεια και πιστοποίηση Το πρόβλημα είναι μάλλον πώς τούτο το αυταπόδεικτο της θηριωδίας θα μεταστοιχειωθεί σε ένα αισθητικό ζητούμενο.

Είναι καταφανώς βέβαιο ότι πρόκειται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος του άμαχου πληθυσμού, ένα έγκλημα πολέμου: οι αθώοι και οι δήμιοι είναι ξεκάθαρα διακριτοί. Ο Κλήμοφ δεν κομίζει τίποτα καινούργιο όσον αφορά σε αυτόν τον διαχωρισμό. Διαθλά όμως το κακό, τούτο το “απόλυτο” ναζιστικό κακό, μέσα από διάφορους φακούς. Ένας από αυτούς, και, αναμφισβήτητα, ο ισχυρότερος, είναι το “αθώο” παιδικό βλέμμα. Ο Φλόριαν (Αλεξέι Kραβτσένκο) είναι ένα παιδί που, παρότι ονειρεύεται τον πόλεμο, έστω υπό μορφή παιχνιδιών, έστω σε κατάσταση γενικής επιστρατεύσεως και πατριωτικού συναγερμού υπέρ βωμών και εστιών, θα υποστεί τις συνέπειες της πολεμικής θηριωδίας, η οποία θα αποτυπωθεί πάνω του σχεδόν σωματικά, και μάλιστα με έναν προοδευτικό ρυθμό. Σύμφωνα με αυτόν, τα σωματικά χαρακτηριστικά του παιδιού θα υποβληθούν σε μιαν αλλόκοτη φυσιογνωμική αλλοίωση, μέχρι την αφύσικη πρόωρη γήρανσή του. (περισσότερα…)

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Η γλώσσα μας έχει δύο πνεύμονες εφάμιλλης αξίας, την δημώδη προφορική και την λόγια –γραπτή– παράδοση. Από τις υπόγειες πλέον νεροσυρμές της δημώδους, εξακολουθεί να αρδεύεται, στάγδην ή πλουσιοπάροχα, το έργο μερικών καλών συγγραφέων και οι αμπελώνες με τις ποικιλίες των τοπικών ιδιωμάτων, παρότι εξαντλημένοι πιά, τροφοδοτούν κατά καιρούς ενστάσεις προτεραιότητας για τον τρύγο τους. Ο αχός των δημοτικών μας τραγουδιών σμίγει με το κελάρυσμα της ιστορικής μνήμης και στη συνεκβολή τους αναδύεται η νοσταλγία μιάς αλλοτινής άνοιξης. Υπερβαίνοντας τα όρια της εξιδανικευμένης ηθογραφίας ή μίας ναυαγοσωστικής επιχείρησης, κάποιοι από τους κορυφαίους πεζογράφους μας ανασύρουν τα τζοβαϊρικά της δημοτικής παρακαταθήκης ως υλικά αναμύθευσης της κοινοτικής συνθήκης – και οι πιο τολμηροί μεθοδεύουν την επανασύσταση των αφηγήσεών της στα συμφραζόμενα των καιρών μας.

Η μοίρα της λόγιας παράδοσης απεναντίας, δεν συγκινεί. Τα κοσμήματά της λογίζονται ως κτερίσματα σκευοφυλακίου, τα κάλλη της υποβλέπονται ως αγαλμάτινα και η τέρψη τους αποδοκιμάζεται, όταν δεν καταγγέλλεται ως νεκροφιλική. Οι μεγάλοι της εκπρόσωποι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης και ο Βιζυηνός, δοξολογούνται βέβαια αλλά μόνο σε επιμνημόσυνες τελετές με διαρκώς μειούμενο ακροατήριο. Κατά συνέπεια το έργο τους αποσύρεται σ’ ένα ένδοξο μεν αλλά ασύχναστο περιθώριο και οι φιλολογικές δεήσεις που αναπέμπονται στο όνομά τους δεν φαίνεται να εμπνέουν τους νεότερους συγγραφείς. Η αρχαΐζουσα υψηλοφροσύνη του Κάλβου γίνεται τάσι όπου «το ψυχρόν της αργύριον ρίπτει η σελήνη», ο ιμερικός αναπαλμός του Εμπειρίκου προσλαμβάνεται ως γαργαλισμός με λευκά γάντια ενώ ακόμα και οι λογιότροπες αναφορές του Ελύτη διαβάζονται με μισό –ήγουν εξ ολοκλήρου φιλύποπτο– μάτι.

Η παλίρροια της ελληνικής όμως οφείλεται στην αλληλουχία δημοτικής φουσκονεριάς και λόγιας αμπώτιδος: Η πλημμυρίδα της λαλιάς φέρνει στην ακτή τον πλούτο της και η φυρονεριά της γραφής τον αποκαλύπτει και τον συμμαζεύει. Χωρίς το φιλί των ρευμάτων τους, γλώσσα με γλώσσα, πάμε χαμένοι – σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες του Καβάφη. (περισσότερα…)

Άλμα εις βάθος

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ ΟΙ ΜΕΡΜΗΓΚΕΣ

Κομμένο απ’ του τραγουδιστή το σώμα
το διάφανο φτερό κείτεται πια στη γη·
παλλόμενη μια τελευταία νότα ηχεί
πάνω στων νεύρων τις χορδές, ακόμα.

Το σέρνει αργά μεθοδικός, ανδρείος
ο μαύρος που έπηξε τριγύρω του στρατός·
ο αρχιμέρμηγκας επρόσταξε ρητώς
να στοιβαχθεί προς βρώσιν υπογείως.

Μες στα λαγούμια οι φτερουγίσιες ήττες
προσφέρονται βορά· μ’ ό,τι τους μένει
τρέφουν νοικοκυραίους τρωγλοδύτες.

Ταΐζει η ελπίδα η τιμωρημένη
που υψώθηκε και τσάκισε ο αγέρας
το κάτεργο της κουρδισμένης μέρας.

///

ΤΟ ΑΘΛΗΜΑ (ΑΛΜΑ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ)

Δεν απαιτεί κάποιο ειδικό εξοπλισμό,
δυο ελατήρια στα παπούτσια και πεδίο
κατάλληλο: βυθό ψυχών ή και γκρεμό
(εξίσου πρόσφορα πεδία και τα δύο).

Το ελατήριο σαν βαρίδι λειτουργεί
κατά την πτώση του αθλητή, και με σφιγμένα
όλα τα νεύρα του σε μάζα συμπαγή
προσκρούει με φόρα ιλιγγιώδη στον πυθμένα.

Τον φόβο του θανάτου να τον διαπερνά
νιώθει ο άλτης, μα οι σιδερένιες σπείρες
που συμπιέζονται κι ανοίγουνε ξανά
τον σώζουν, αναδυτικοί εκτοξευτήρες.

Για μερικούς, είναι το σπορ εθιστικό.
Ξοδεύουν όλη τη ζωή τους πάνω κάτω,
σάλτο κι ανάδυση, σισύφειο ριζικό,
ψάχνουν την ύψωση φλερτάροντας τον πάτο·
και μόνη λύτρωση απ’ το ισόβιο «πάλι»
μια πιστολιά του Χρονομέτρη στο κεφάλι.

///

ΚΑΘΑΡΣΗ

Ας τράβαγε ο Πλούτων την τάπα του δρόμου,
βαθιά να γλιστρήσουν στης γης το σιφόνι
διαβάτες, τουρίστες, στρατοί αυτοκτόνοι
να πέσουν μεμιάς στην πυρά του υπονόμου.

Ας έστηνε ενέδρα μια Νέμεση χθόνια,
σανίδια σαθρά στο καπάκι που κλείνει
το Χάος· στα λαίμαργα ας μοίραζε σμήνη
αγχόνες, σατέν κομπιασμένα σεντόνια.

Να μείνουν μονάχα εκείνα που πρέπει:
ο άχρονος χρόνος στης θάλασσας πάνω
την πλάτη, η οπλή, το φτερό και το λέπι.

Κι εγώ, μ’ όλους ίδια ας χαθώ απ’ το πλάνο,
μ’ αν άξια υπήρξα ποτέ, ας μου μείνει
η εικόνα η στερνή κατευόδιο: Γαλήνη.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

**

 

 

Ο σύρτης

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Ο σύρτης

Είναι ένα παλιό κείμενο του Κώστα Μαυρουδή, πρωτοδημοσιευμένο το 1996 στο ένθετο «Επτά Ημέρες» της Καθημερινής, που αναφέρεται στο ναυάγιο της «Έλλης» στην Τήνο. Σ’ αυτό το κείμενο, ο Μαυρουδής περιγράφει τις εργασίες ανέλκυσης του βυθισμένου πλοίου, οι οποίες άρχισαν το 1955. Μου εντυπώθηκε το εξής: ότι πολλοί από τους κατοίκους τού νησιού είχαν κρατήσει για ενθύμιο, κρυφά, ένα μικρό κομμάτι του. Ο Μαυρουδής, μάλιστα, περιγράφει και το πώς έφτασε στα χέρια τού οκτάχρονου, τότε, εαυτού του ένα τέτοιο αντικείμενο:

«Λίγο καιρό αργότερα, φθάνοντας στο ίδιο σημείο με το καλάμι μου, έχοντας σκοπό να ψαρέψω στα μεγάλα βράχια του κυματοθραύστη, πρόσεξα κάποιον γνωστό που απομακρυνόταν από τους σωρούς των μετάλλων, έχοντας πάρει μαζί του ένα κυλινδρικό όργανο του πλοίου, δεν κατάλαβα τι. Φοβήθηκε – ως φαίνεται. Για να εξασφαλίσει την εχεμύθειά μου με φώναξε, και βγάζοντας μια χοντρή μπρούτζινη βίδα από την τσέπη του μου τη χάρισε, λέγοντάς μου: “Κανείς δεν έχει τέτοια βίδα απ’ την Έλλη. Να τη γυαλίσεις”. Κατάφερε να εξασφαλίσει σαράντα χρόνια απόλυτης σιωπής: 1956-1996».

Το καλοκαίρι που βρέθηκα στην Τήνο, άνοιξα το θέμα σε μια συζήτηση με ντόπιους φίλους, μήπως μάθαινα κάτι παραπάνω – και, όντως, κάτι έμαθα. Ένας απ’ αυτούς με οδήγησε σ’ ένα μικρό οικόπεδο λίγο έξω από τη Χώρα. Πάνω στη φτενή ξύλινη πόρτα τής μάντρας τού οικοπέδου ήταν καρφωμένος ένας βαρύς μεταλλικός σύρτης. Ήταν της «Έλλης».

Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό ν’ ανοιγοκλείσω μερικές φορές τον σκουριασμένο σύρτη· εδώ κι εβδομήντα χρόνια, κανείς δεν είχε φροντίσει να τον περιποιηθεί και να τον γυαλίσει, όμως εκείνος εξακολουθούσε να κάνει καλά τη δουλειά του. (περισσότερα…)

Εις το όνομα του πατρός

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

~.~

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

Στον Παντελή Μπουκάλα,
για το «Είκοσί» του,
αιώνια νέο.
«Μόνος ο Μελικέρτης σου ο γονιός εκράτει
το κλάμα στην καρδιά και τη λύρα στο χέρι,
κι από τη νήτη σ’ έψαλλεν ώς την υπάτη».
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Από την ύψιστη κορφή του πόνου ετούτου,
όθε τού τάχθηκε να επισκοπεί τη μοίρα,
πανάξια έκρουσε την αγιασμένη λύρα
ο που έζησε και ζει τον θάνατο του γιου του.

Κατάματα αντικρίζοντας το τέλειο μαύρο
–που αγάπες, σώματα και λέξεις καταπίνει
και όλο αλέθει νόες και σπλάχνα μες στη δίνη
του μηδενός– και αντιπαλεύοντας τον ταύρο
του τίποτα –θεότυφλο, υιοβόρο τέρας,
που γκρέμιζε τα πάντα γύρω του κι εντός του
κι οι οπλές του σκάβαν βάραθρα εμπρός του–
γιος του χαμού ξαναγεννιόταν ο πατέρας.

Το φωτεινότερο άστρο έχει κιόλας σβήσει.
Χωρίς τα χρόνια του, τα χρόνια άδειοι αιώνες,
ψυχρά διαστήματα και μαύροι παγετώνες…
Μόνος θεός ο Θάνατος και νέκρα η φύση.
Μέσα και γύρω του κοιτά. Τι έχει απομείνει;
Η φαρμακεύτρα και φαρμακωμένη πλάση,
ο κόσμος που απ’ τον κόσμο όλον έχει αδειάσει
και πόνου άφραστου το άσβεστο καμίνι.

Κι ο Άλλος, ο Επουράνιος τάχαμου Πατέρας,
Αυτός που θέλησε τον θάνατο του γιου Του
και μες στο θέλημα του νου και του ματιού Του
το θόλωμα, δρεπανηφόρος πνέει αγέρας,
ξεσπώντας άθλια την πανάδικη οργή Του,
ο Αρχιφονιάς που όλα τα πάντα θανατώνει,
ο Αρχιεγώς που τον εαυτό Του αποθεώνει,
βάζει ξεδιάντροπα να λεν για τη στοργή Του…
Ο Λόγος… που φωνή, λαλιά, μιλιά δεν έχει,
Εκείνος που ό,τι κι αν συμβεί μόνο σωπαίνει,
ο πανταχού απών στη σύμπασα οικουμένη
τον εαυτό Του, αλήθεια, ακόμα πώς αντέχει;

Κι ο πήλινος τον Επουράνιο Πατέρα
–φορές πολλές έχοντας πρώτα συγχωρέσει
Αυτόν που απ’ τη θειότητά Του έχει εκπέσει–,
του Αυγούστου εκείνου τη Δεκάτη Έκτη μέρα,
τα μάτια κλείνοντας, ευθύς καταδικάζει.

Μα στη θηλιά του μηδενός που έτσι τον σφίγγει,
και τον λυγμό και τη βρισιά μες στο λαρύγγι
τα πνίγει ο λεξιμάγος αίφνης και τ’ αλλάζει…
Παίρνει τη φτώχεια, την ορφάνια και τη γύμνια
και με τη σπλαχνοβόρα μνήμη παραστάτη
και τ’ άγρυπνο κι ολόφωτο του πόνου μάτι
σε μέλος μεταλλάσσει πένθος και βλαστήμια.
Για το ελάχιστο «μαζί», το αιώνιο «χώρια»,
έτσι τον Άδικο ο δίκαιος τον ντροπιάζει
και στη μορφή του αδικοθάνατου αγκαλιάζει
τ’ αδικοσκοτωμένα όλου του κόσμου αγόρια.

Πιάνει γραφή για να ξεγράψει το γραμμένο
κι απ’ τους αιώνες τη θανάσιμη τη μέρα,
μ’ ακούει τον Ίσκιο να μιλά, να λέει «Πατέρα,
σ’ όλα τα σύμπαντα εσύ ζεις κι εγώ πεθαίνω…»

Φωνή ορειχάλκινη, μαζί λυγμός και βρόντος.
Τον ήδη ζωντανό νεκρό ξανασκοτώνει
με θάνατο αργό, χωρίς να τον τελειώνει,
η ανεκρίζωτη ενοχή του επιζώντος.
Για μια στιγμή – κάνει ν’ αφήσει το κοντύλι
και ν’ αφεθεί στο κοσμικό για πάντα ψύχος. (περισσότερα…)

Francisco Torres Córdova, Τρεις λέξεις και ο Καβάφης

Μετάφραση Βάσω Χρηστάκου

~.~

Από την ευθραυστότητα του αέρα στους πνεύμονες, ύλη του λόγου, στη λειότητα και τη δύναμη της πέτρας και του μάρμαρου, την αρχοντιά του πηλού και τη ζεστασιά του ξύλου, μακρύς και πειθήνιος ο πάπυρος, οι πλάκες του σχιστόλιθου, το κερί, ο γύψος, οι ψηλές και ακριβείς γραμμές πλεγμένες με τον χρόνο, το ελληνικό αλφάβητο μας φτάνει και από εκείνη τη μακρινή απόσταση κάτι μας καλεί: στις γραμμές του αντηχεί η ελληνική λαλιά. Συμπυκνωμένη εκείνη η απόσταση αιώνων και ταυτόχρονα η εγγύτητά της.

Έρχεται από μακριά. Και στο διάβα των χρόνων, πάνω από τρεις χιλιάδες, σπιθαμή σπιθαμή, γραμμή γραμμή, συλλαβή συλλαβή γέμισε τον κόσμο της και την απόστασή της. Ο Γιώργος Σεφέρης το σκέφτεται έτσι:

«Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι.».

Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα εκπληκτικό συνεχές που περιλαμβάνει ξένους και δικούς∙ ή που, ακριβώς για τούτο, προβάλλει τους δικούς και προσεγγίζει τους ξένους, ανάμεσά τους κλασσικούς και μοντέρνους ελληνιστές που υπήρξαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν στην ιστορία. Ο Τζωρτζ Στάινερ, που γνωρίζει όσο λίγοι αυτά τα θέματα, τοποθετεί τα ελληνικά ανάμεσα στις γλώσσες με ιδιαίτερη ευφυΐα, μαζί με τα αρμενικά και τα κινέζικα, που μπορούν να συλλάβουν «με πιο διαρκή τρόπο την πραγματικότητα» και υποστηρίζει:

«Είναι αδιαμφισβήτητο το ιδιαίτερο πνεύμα της ελληνικής αντίληψης [ …] του ανθρώπινου δυναμικού, το γεγονός ότι η δυτική παράδοση δεν γνώρισε ποτέ μετά καμιά διάρθρωση της ζωής τόσο σύνθετη και πλούσια σε εκφραστικά μέσα όσον αφορά την οργάνωση του  αισθητού».

Και αν το να μαθαίνει κανείς μια ξένη γλώσσα είναι αναπόφευκτα μια επιστροφή στα ψελλίσματα της παιδικής ηλικίας, στο να αισθάνεται  πάλι στο στόμα, στο λαιμό και στα χείλη το ελικοειδές σφρίγος της σιωπής που υπόσχεται να αρθρωθεί, που αναβαπτίζει και ανασχηματίζει τον κόσμο με την πνοή της και συνεπώς δίνει νέα προοπτική και σκέψη, αν κάποιος συμφωνεί σε αυτό το υλικό ξάφνιασμα ‒του εγκεφάλου και της ψυχής  γιατί  τότε μόνο ο ρυθμός, η τάξη και το όνομα των πραγμάτων που ηχούν σε εκείνη τη γλώσσα αποκτούν πραγματικό νόημα– και, αν μπορεί κανείς να τη μιλήσει, μια ταυτότητα εμπλουτίζεται και πολλαπλασιάζεται, καταλαμβάνεται ένας άλλος τόπος και ταυτόχρονος στον χώρο, τότε μπορούμε να πούμε ότι πλησιάζοντας τα νέα ελληνικά, πλησιάζει κανείς  και τα  σημάδια, τα ίχνη και το σφρίγος μιας άλλης παιδικής ηλικίας, αρχαιότερης και διαρκούς: εκείνης των πραγμάτων και των ιδεών που κατονομάστηκαν σε εκείνον τον κόσμο που η ελληνική γλώσσα εγκαινίασε, σε εκείνους τους μακρινούς καιρούς, ζωντανούς ακόμα και, χάρη σε εκείνη, και στους δικούς μας. Με την ίδια έννοια, σκεπτόμενος τη γλώσσα του, που για τη γενιά και την ποίησή του ήταν υπόθεση τεράστιας σημασίας, ο Ελύτης καταλήγει:

«Το φαινόμενο της γέννησης στη γλώσσα και τη γραφή της είναι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά πολύ ισχυρότερο από το φαινόμενο του θανάτου. Και από αυτή την άποψη, της ελληνικής γλώσσας, η γέννηση και η διαμόρφωση –για να ξανάρθουμε στο θέμα– με απασχολήσανε πολύ. Όχι μόνο σαν ποιητή που είναι φυσικό μνα πασχίζει να ξυπνήσει τα πράγματα από τη νάρκη τους μέσα στις λέξεις, θέλω να πω, να ξαναφέρει τις λέξεις στην κατάσταση του νεογέννητου‧ αλλά και σαν άνθρωπο που η ευαισθησία του απόχτησε με τα χρόνια την αγωγή της ακοής απέναντι σε ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ηχώ των φαινομένων». (περισσότερα…)