Σοφία Κολοτούρου, Φτωχικός λόγος

ellin stavromenos.jpg

Φτωχικός λόγος

Στον Ευριπίδη Γαραντούδη

Α΄

Ρόδο της μοίρας γύρευες να μας αποτελειώσεις,
με του Κοέλιο δόγματα και τον Αλχημιστή.
Κι ήταν ωραίο το σύμπαν σου, που υπόσχονταν με δόσεις
σε κάθε επιθυμία μας πως θα συνωμοτεί.

Της ευτυχίας το ανέβασμα γινόταν με το χάπι
-της πλάκας σεμινάρια και διαλογισμός-
κι η τσέπη μας πως στέναζε για να βρει λίγη αγάπη!
Ο κόσμος είναι δύσκολος αν γεννηθείς φτωχός.

~.~

Β΄

Τους πόνους απ’ τη φτώχεια μας ξεχνάς με λίγα φράγκα
και λησμονιούνται μονομιάς με μερικά ευρώ.
Λάμπουνε ξάφνου τα χρυσά, που τα ’τρωγε η μαρμάγκα…
Ω, να προσέξεις… κοίταξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

κουδούνισμά τους… Τ’ άγγιξες μέσα στο πορτοφόλι
το χέρι απλώθη κι άλλο κέρμα τώρα πάει να βρει…
Ω το πεντακοσάευρο, που το γυρεύουμ’ όλοι
πολύ θα μας ξελάσπωνε ετούτη τη στιγμή!

Τις ώρες του αποχωρισμού, νέα ευρώ να ξαναβγαίνουν
από την τσέπη ανθίζοντας, ως μάννα εξ ουρανού.
Να φέγγουνε τα μάτια μας και λίγο να γλυκαίνουν
στη σκέψη πια της θέρμανσης, μα και του φαγητού…

Ο νηστικός να έκλεισε τα μάτια; Μένει πάλι
σαν το παιδάκι με τα σπίρτα, μόνο και φτωχό
σε μια γωνιά στην άκρη εκεί, μες την ανεμοζάλη,
του πλούσιου το παράθυρο βλέποντας το κλειστό.

Ρόδο της μοίρας γνώριζες, δεν γύρισες το βλέμμα
την ώρα που του πόνου μας θέριζε ο σπαραγμός.
Μας έμπλεξες στα βάσανα, μας έπνιξες στο αίμα
κι απόκαμε κι η μέρα μας, χαμήλωσε το φως.

~.~

Γ΄

Ω σκοτεινό αναρρίγημα μπρος στ’ άδειο πορτοφόλι!
κρατάει ωστόσο – ελπίζουμε – κι άλλο η πιστωτική,
γιατί αν δεν γίνεται δεκτή, πλέον τη βάψαμε όλοι.
Την Mastercard που έχασε, πως θα την ξαναβρει

εκείνος που την άγγιζε κρυφά μες την παλάμη
με κάποιον πόθο του βαθύ, θαρρείς ερωτικό
που αίφνης, τον πλημμύριζε – ορμητικό ποτάμι –
από την μέσα τσέπη του σπρώχνοντας το παλτό.

Χαμήλωνε το βλέμμα του, σχεδόν χαμογελούσε
λες κάποια πόζα έπαιρνε για selfie ή ζωγραφιά.
Λησμονημένα μοιάζουν πια τα χρόνια αυτά που ζούσε
το βίο του ανάλαφρα∙ λέει λόγια σαν κι αυτά:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου που ήρθε κι ισοπέδωσε
και την ψυχή μου έχει μαυρίσει, σαν κατράμι.
Παλιά κοιτούσαμε τον ουρανό, που πίκρες έδωσε
και πήγανε τα χρόνια μας σιγά σιγά χαράμι.

Μες του μυαλού το ξάφνιασμα, μες του κορμιού τα βάσανα
δεν με κρατούνε πια τα πόδια και τα χέρια
Κι έχω ξεχάσει από καιρό τον τρόπο που ανάσανα
δεν βρίσκω πια στον ουρανό τα πεφταστέρια.

Στη θύμησή μου βρέθηκαν μιας μνήμης λίγα θραύσματα,
μακρινές φαινόταν απ’ το βάθος εικόνες
κι ήταν στιγμές που τα παλιά ξανάβλεπα φαντάσματα
εορτών σε καλοκαίρια και ζεστούς χειμώνες.

Σαν να είχα πάλι ωραία ντυθεί, σαν μια καλή διαφήμιση
σαν να ’ταν στην ντουλάπα μου και τα Σανέλ μου
που τα φορούσα κάποτε – με πιάνει κι η συγκίνηση –
στην πίστα που χορεύαμ’ όλοι μας, στου Ρέμου…»

Το φως της μέρας φίλοι μας λιγόστεψε και σβήνει
και μοιάζει αστείο να ζητάς τα δώρα του καιρού.
Μίκρυνε και τ’ απόθεμα. Του επιτοκίου η οδύνη
μας έζωσε και ο φόβος μας, του νέου λογαριασμού.

…Μες το ταμιευτήριο, πως πάει και λιγοστεύει
ευρώ ευρώ το όνειρο, παλιάς ανεμελιάς
μέσα στις νέες τράπεζες, ποιος δάνεια γυρεύει
και ποιόν θα κοροϊδέψουνε στα πλαίσια της δουλειάς…

~.~

Δ΄
Χίλια ευρώ στα ξαφνικά, του πλούτου τα σημάδια
ζητούνται και γυρεύουνται για τους λογαριασμούς
για ΦΠΑ και ΕΝΦΙΑ, σ’ ανεύρετα συρτάρια
μήπως και τους πληρώσουμε, με διακανονισμούς.

Με νόμους και ψηφίσματα, η αχόρταγή τους σκέψη
γυρνά, πιέζει, σφίγγει σε μια πρέσα την ψυχή.
Μας κυβερνούν αμίλητοι και -ποιος να το πιστέψει-
μας βάζουν να πληρώνουμε «δι’ ασήμαντη αφορμή».

Στέκει η Βουλή πολύ ψηλά∙ στο περιστύλιό της
κυκλοφορούν διατάγματα, νόμοι, πολιτικοί.
Έξω διχάζεται ο λαός, μα πάντα η ανθρωπότης
στο τέλος υποτάσσεται, στρατιώτες στη γραμμή.

Ξάφνου συλλαλητήριο συμβαίνει ή πορεία
που ήσυχα διαλύεται, στην ξαφνική βροχή.
Κι αποσταμένοι βλέπουμε την ίδια ιστορία,
που σαν ταινία πολύ παλιά, λες θα ξαναπαιχτεί.

Στην φαντασία γυρίζουνε τα χίλια ευρώ μας τώρα
και λάμπουνε τα μάτια μας στους υπολογισμούς.
Πως, λέει, θα ξεχρεώναμε, θα φεύγαμ’ απ’ την χώρα,
νύχτα, μ’ ένα ελικόπτερο, ψηλά στους ουρανούς.

~.~

Ε΄

Που πήγε η μέρα η όμορφη, που παίζαμε στο λόττο;
Δεν θα βρεθεί στην τσέπη μας να πέσει ένας λαχνός
κι εκείνος που στο σύστημα θα βάλει ένα μπουρλότο
μήπως γυρίσει και για μας της μοίρας ο τροχός;

Στα χρόνια της υπομονής ασπρίσαν τα μαλλιά μας
και λέγαμε πως θα ’ρθουνε τα θαύματα σε μας
μ’ αγγέλους που θ’ ακούγανε, λοιπόν, τα δάκρυά μας
καθώς ο ήλιος θα ’γερνε και πάλι προς δυσμάς,

στη θάλασσα… Ρόδο και σύμβολο αμάραντο της τύχης,
να που δεν μας ευνόησες. Κι αν γύρισε ο τροχός
τ’ αγκάθια μόνο έδειξες∙ δεν χαμηλώνει ο πήχης
λιγάκι, να περάσουμε, να ζήσει κι ο φτωχός.

 

Advertisements