Εγχειρίδια συγγραφής

books

~. ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Μια φρενίτιδα γραφής φαίνεται να έχει κατακυριεύσει τον κόσμο την τελευταία δεκαετία. Από τα sms στα κινητά, μέχρι τα e-mails, τα blogs και τα μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα posts, τα tweets και τα comments, παντού παράγεται, αποτυπώνεται, καταγράφεται πυρετωδώς, γραπτός λόγος. Ίσως ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν είδαμε τόσο ξόδεμα λέξεων, τέτοια εκτεταμένη ανάπτυξη απόψεων, τόσες κρίσεις να μας πολιορκούν πανταχόθεν, τόσα αξιώματα, τόσα φληναφήματα, τόσους σολοικισμούς, τόσες κενολογίες.

Και παλαιότερα γράφανε οι άνθρωποι. Αυτό φαίνεται στους τόνους χαρτιού που ξοδεύτηκαν μέσα σε αιώνες επιστολογραφίας, ανεπίδοτης και μη. Σίγουρα όλα εκείνα τα γράμματα δεν διακρίνονταν για τον λογοτεχνικό τους οίστρο, ούτε για το οξύ τους πνεύμα ή το λαμπρό τους ύφος. Εδώ, ογκόλιθοι της λογοτεχνίας, όπως ο Φερνάντο Πεσσόα συρρικνούνται ως επιστολογράφοι (τα Γράμματα στην Οφηλία προκαλούν αμηχανία στους θαυμαστές του, αλλά αυτό είναι επόμενο – οι ερωτικές επιστολές απευθύνονταν στην ερωμένη του ποιητή και όχι στον αδιάκριτο, φιλοπερίεργο και άσχετο αναγνώστη…).  Πως θα μπορούσαν να σταθούν σε αξιοπρεπές ύψος όλοι οι άλλοι που η φύση δεν τους προίκισε με λεξιπλαστική δεινότητα;

Ο γραπτός λόγος όμως δεν κατέχεται μόνο από πρόθεση επικοινωνίας. Έχει κάποιες φορές και αισθητική αξίωση. Μέσα σε αυτόν τον συρφετό λέξεων, φράσεων, κειμένων που κατακλύζουν το διαδίκτυο, είναι αναμενόμενο να έχουμε και οιονεί λογοτεχνικά κείμενα – συνήθως μικρής έκτασης, ποιήματα ή διηγήματα. Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί με τη σειρά του έναν άλλο κύκλο αλυσιδωτών αντιδράσεων. Αφού γράφουμε, θα πρέπει να ξέρουμε πως γράφουμε, γιατί γράφουμε και ποια εργαλεία χρησιμοποιούμε για να γράφουμε. Μαζί με την παγκόσμια αύξηση και διάδοση του λογοτεχνικού κειμένου στο διαδίκτυο λοιπόν, καταφθάνουν και οι ειδικοί (κάτι σοφά ερπετά – όπως θα έλεγε ο Σκαρίμπας): αυτοί που διδάσκουν δημιουργική γραφή ή συντάσσουν περισπούδαστους οδηγούς λογοτεχνίας. Ενός κακού μύρια έπονται.

Πολλούς ανθρώπους απασχολεί το εύλογο ερώτημα αν διδάσκεται όντως το γράψιμο. Ή, εφόσον μιλάμε βεβαίως για μια τόσο πολυποίκιλη και πολυδιάστατη δραστηριότητα της ανθρώπινης έκφρασης, τι από τα συστατικά του στοιχεία, ποιο από τα χαρακτηριστικά του μπορεί να γίνει αντικείμενο διδαχής. Με μια πρόχειρη εξέταση θα λέγαμε ότι μπορούν να διδαχθούν οι κανόνες, οι κώδικες της τέχνης, τα επιτεύγματα των προγενέστερων, τα παραδείγματα. Ενδεχομένως το ύφος, ο τόνος, το στυλ, πάλι μέσα από παραδείγματα και ασκήσεις γραφής. Αλλά αν προχωρήσουμε και άλλο σε αυτή την παράξενη ενδοχώρα οι βεβαιότητες ελαττώνονται αισθητά. Άραγε διδάσκεται η έμπνευση, η ευρυμάθεια, η οξύνοια, η παρατηρητικότητα; Και πόσο μάλλον η διαίσθηση, η ενόραση, η επίγνωση; Μάλλον θα πρέπει να απαντήσουμε με περίσκεψη, αν όχι εντελώς αρνητικά. Εντούτοις όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία, που μπορεί να βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση, μέσα στο μυαλό του μαθητευόμενου συγγραφέα, γίνεται να οξυνθούν, να ενταθούν, να ανέλθουν σε κάποιο ανώτερο επίπεδο. Αυτό θα συμβεί όχι με την αρωγή κάποιας συγκεκριμένης μεθοδολογίας, κάποιου είδους διδακτικής, αλλά μέσα από τις πολύπλαγκτους ατραπούς της ίδιας της ζωής. Ο βίος είναι που τα διδάσκει όλα τούτα και συντελεί στην αφύπνιση και ανάπτυξή τους ή αντίθετα στον αφιονισμό και στον λήθαργό τους.

Μιλάμε λοιπόν για μια διαδικασία διδαχής που ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια και στην ουσία δεν σταματά ποτέ. Το “μάθημα» απαρτίζεται από μια πληθώρα ερεθισμάτων, εμπειριών, βιολογικών δεδομένων, τραυμάτων, φαντασιώσεων, αναμνήσεων, προσδοκιών. Τα βιβλία που πρέπει να μελετήσει κανείς είναι εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες – όσα μπορεί να διαβάσει στον πεπερασμένο βίο του. Η πνευματική εξέλιξη που αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο του “μαθήματος”, είναι βραδεία, κάποτε εξαντλητική και προπάντων ασταμάτητη. Υπάρχουν δάσκαλοι σε αυτή την πορεία; Βεβαίως. Παντού μπορεί να βρεθεί το πρόσωπο ενός μεγάλου δασκάλου: σε παλιούς ή σύγχρονους σημαντικούς συγγραφείς ή σε ανθρώπους που προέρχονται από άλλες πλευρές του καλλιτεχνικού και διανοητικού spectrum, μουσικούς, φιλοσόφους, ζωγράφους κτλ. Τέλος, μεγάλοι δάσκαλοι για έναν λογοτέχνη μπορούν να αναζητηθούν και να βρεθούν ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους, τους άσχετους και άτρωτους από το σαράκι της συντεχνίας.

Αλλά ας επιστρέψουμε σε αυτό, που όπως είπαμε, μπορεί να διδαχτεί, μέσα από ένα βιβλίο ή από ένα μάθημα λογοτεχνίας. Θεωρητικά κάθε είδος του γραπτού λόγου έχει τους δικούς του κανόνες και υπόκειται στους δικούς του νόμους. Αυτό ομολογουμένως έχει αρχίσει να αλλάζει στις μέρες μας, με αποτέλεσμα να μας βασανίζουν αναπάντεχες αισθητικές παραδοξότητες, ευτράπελα και ανησυχητικά φαινόμενα. Κραυγαλέο παράδειγμα η σύγχρονη ποίηση. Η βασίλισσα των τεχνών φαίνεται ότι, στις μέρες μας, δεν διέπεται από κανέναν ιδιαίτερο κανόνα και περιδινείται στους ρυθμούς της απόλυτης ασυδοσίας. Ο Παντελής Μπουκάλας, ο Νάσος Βαγενάς και φυσικά ο Κώστας Κουτσουρέλης έχουν εκφράσει πολύ εύγλωττα τον προβληματισμό τους για την ρότα της σύγχρονης ποίησης, για τα τραγικά αδιέξοδά της και για την ανάγκη επαναξιολόγησης αισθητικών ρευμάτων, την χρεία επανεστίασης σε ζητήματα ποιητικής μορφολογίας κτλ. Ο φιλέρευνος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα σχετικά γραπτά τους.

Σε κάποια είδη γραπτού λόγου οι κανόνες είναι σαφέστατοι, ακριβέστατοι και αυστηρότατοι. Η παραβίαση ή, ακόμα χειρότερα, η αθέτησή τους καθιστά το ίδιο το έργο ανυπόστατο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα –που βρίσκεται από κάθε άποψη στον αντίποδα της ποιητικής δημιουργίας– η συγγραφή ενός σεναρίου τηλεοπτικού ή κινηματογραφικού. Εκεί οι συγγραφείς όχι μόνο δεν τολμούν να παρακάμψουν τους δοσμένους κανόνες, αλλά αντιθέτως νιώθουν ευγνωμοσύνη για την ύπαρξή τους και τους τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια και δέος. Δεν είναι τυχαίο από την άλλη ότι όσο πιο εύκολο είναι να καταπιαστείς με κάποιο είδος του γραπτού λόγου, τόσο λιγότεροι είναι οι κανόνες που το διέπουν. Θα τολμήσω να κάνω εδώ μια φαινομενικώς αυθαίρετη κατάταξη που καθιστά πιο ευκρινές το όλο ζήτημα.

Σε σχέση με τα άλλα είδη το πιο εύκολο είναι λοιπόν να γράφει κανείς άρθρα και δοκίμια. Αυτά υπόκεινται πραγματικά σε ελάχιστους τεχνικούς κανόνες. Λιγότερο εύκολο είναι να γράψει κανείς ποιήματα ή διηγήματα. Αυτό το λέω με κάποια επιφύλαξη γιατί αν κρίνει κανείς από την σύγχρονη ποιητική παραγωγή με την προχειρολογία της, την παντελή έλλειψη τεχνικής, την πεζότητα και την ευήθειά της, ίσως θα πρέπει να γίνει μια ανακατάταξη σε αυτή την αυτοσχέδια ιεράρχηση και να μπει πρώτη στην λίστα μας η ποίηση, πριν το δοκίμιο και το άρθρο. Όσο προχωρούμε όμως στην θέσπιση κανόνων η δουλειά δυσκολεύει (αλλά ταυτοχρόνως, κατά έναν περίεργο τρόπο, ευκολύνεται – αυτό μπορούν να το διαβεβαιώσουν όσοι ασχολούνται με κάτι σχετικό…). Είναι πιο δύσκολο λοιπόν να γράφεις διηγήματα, ακόμα δυσκολότερο να καταπιαστείς με το μυθιστόρημα και πολύ δυσκολότερο να ενδιατρίψεις στο σενάριο ή στο θεατρικό κείμενο.

Το πρόβλημα του γράφειν είναι σύνθετο και απαιτεί επιμέρους αντιμετώπιση. Πολλές φορές μας προσφέρονται απαντήσεις μέσα από τα κάθε λογής εγχειρίδια συγγραφής ή από τα συμπαρομαρτούντα τους, τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, αλλά αυτές δεν είναι πάντοτε επαρκείς. Πόσο μάλλον όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με φαιδρότητες. Πολλοί από τους δασκάλους, τους γκουρού της δημιουργικής γραφής (ειδικά στην Ελλάδα) είναι μειράκια, με ελάχιστη λογοτεχνική εμπειρία, ανύπαρκτο έργο και πλημμελείς σπουδές. Είναι κατανοητό η οικονομική κρίση να ωθεί το ελληνικό δαιμόνιο στα όριά του και να εξαναγκάζει πολλούς φερέλπιδες λογοτέχνες να παριστάνουν τους δασκάλους λογοτεχνίας. Και ίσως αυτό είναι, κατά μία έννοια, προτιμότερο από το να ξοδιάζουν το επιχειρηματικό τους ταλέντο στο άνοιγμα σουβλατζίδικων ή καφετεριών. Αλλά τι φταίει το αναγνωστικό κοινό και οι μαθητευόμενοι συγγραφείς που τους εμπιστεύονται;

Αν κοιτάξουμε όμως και προς τα έξω, στα βιβλία που έρχονται από ξένες χώρες, τα αποτελέσματα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. Και αυτή δεν είναι μόνο δική μας εντύπωση. Η γνωστή διατριβή του Στήβεν Κινγκ On Writing, η οποία θεωρείται από πολλούς εγκυρότατο (!) και χρησιμότατο (!!) εγχειρίδιο συγγραφής, ξεκινάει, ούτε λίγο ούτε πολύ, με τον αφορισμό “All the books about literature are full of bullshit”. Δεν θα είχαμε σοβαρές ενστάσεις απέναντι σε αυτή την κρίση αν ρίχναμε μια ματιά στην πλειονότητα των εγχειριδίων συγγραφής που παράγονται σωρηδόν στην πατρίδα του κυρίου Κινγκ. Πολλά από αυτά είναι γραμμένα στο στυλ βιβλίων αυτοβελτίωσης, πρόχειρης ψυχολογικής ενίσχυσης ή βιβλίων που κινητοποιούν την επιχειρηματικότητα (Πως να γίνετε εκατομμυριούχος, Πως να γράψετε ένα μπεστ-σέλλερ, Ανακάλυψε την δύναμη που έχεις μέσα σου κτλ., κτλ). Αλλά και στην Ευρώπη αν στρέψουμε το βλέμμα μας, μας περιμένει μια κάποια απογοήτευση. Αν εξαιρέσουμε τα Γράμματα σε έναν Νέο ποιητή, στο οποίο κάνουμε ειδική μνεία εξαιτίας του βάρους που φέρει ο συγγραφέας του, δεν θα βρούμε πολλά αξιόλογα βιβλία ανάλογου περιεχομένου. Γιατί όμως –πέρα από τις εξαιρέσεις– όποιος αποπειράται να ποδηγετήσει, να νουθετήσει, να συμβουλεύσει τους νέους συγγραφείς αποτυγχάνει παταγωδώς; Γιατί τόσα περισπούδαστα έργα, τόσες μελέτες, τόση κατάθεση προσωπικής εμπειρίας και καταστάλαγμα σοφίας αποδεικνύεται “full of bullshit”; Διότι ο υποκειμενικός παράγοντας που είναι καταλύτης σε κάθε έργο γνωμοδοσίας, διαθλάται και κατακερματίζεται σε μικρά κομμάτια απέναντι σε κάτι τόσο πολυθεματικό όσο είναι η αφηγηματική τέχνη. Και εδώ έρχεται πάλι η ασφαλιστική δικλείδα της τεχνικής. Αυτή είναι που μετουσιώνει πολλές φορές το χάος σε δημιουργία. Αυτή δίνει σχήμα, μορφή, πλαίσιο, επικοινωνήσιμο φορτίο στις ασύνταχτες ώσεις του ασυνειδήτου.

Αλλά και πάλι το πρόβλημα δεν λύνεται με μονόπλευρες ρυθμίσεις. Ακόμα και αν φύγουμε από το ακανθώδες και ασταθές έδαφος της λογοτεχνίας και αναζητήσουμε εγχειρίδια συμβουλευτικά για άλλα είδη του λόγου, θα διαπιστώσουμε ότι ακόμα και εκεί τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Πρόχειρο παράδειγμα η μάλλον ανιαρή πραγματεία του Ουμπέρτο Έκο Πως γίνεται μια διπλωματική εργασία, που από τον τίτλο κιόλας δεν μας προϊδεάζει για κάτι συναρπαστικό. Εδώ το υπό εξέταση ζήτημα είναι καθαρά τεχνικό, πράγμα που –εκ του θέματος– αποτρέπει πλατειασμούς και περιττολογίες. Παρ’ όλα αυτά, το έργο διαβάζεται όχι χωρίς κάποια έντονη αίσθηση δυσανεξίας. Η όλη διαπραγμάτευση είναι τόσο τεχνική και ξερή που δεν κρατά με τίποτα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ούτε καν του φοιτητή που υποτίθεται πως επωφελείται πρακτικά από την ανάγνωση του τομιδίου.

Μέσα στην ομιχλώδη επικράτεια των εγχειριδίων συγγραφής όμως υπάρχει κι ένα αναπάντεχα φωτεινό ξέφωτο. Αυτό απαρτίζεται αποκλειστικά από συμβουλευτικά βιβλία που αφορούν την ταπεινή τέχνη του σεναρίου. Νομιμοποιούμαστε να την χαρακτηρίσουμε “ταπεινή τέχνη” γιατί, ως γνωστόν δεν έχει λογοτεχνικές αξιώσεις. Ο σεναριογράφος δεν θεωρείται συγγραφέας (στην Ελλάδα βασικά και στην Ευρώπη γενικότερα – αυτό δεν ισχύει στην Αμερική). Δεν διαθέτει το κύρος και την αίγλη του συγγραφέα (αν και, εφόσον είναι επιτυχημένος, μπορεί να βγάζει πολύ περισσότερα χρήματα – και αυτός είναι βέβαια ένας λόγος να υπολείπεται σε πνευματικό πρεστίζ και εκτόπισμα έναντι του κανονικού συγγραφέα!). Ο σεναριογράφος δεν θεωρείται πνευματικός ταγός, δεν είναι saggio, δεν περνιέται για διανοούμενος. Άραγε αυτοί οι τίτλοι και οι περγαμηνές είναι αυτονόητες για έναν συμβατικό συγγραφέα; Σίγουρα όχι. Αλλά ο συμβατικός συγγραφέας μπορεί να τα διεκδικήσει (άσχετα από την όποια αξία του έργου του) χωρίς να προκαλέσει την κατακραυγή της κοινωνίας, παρά μόνο ίσως την θυμηδία της. Η εξύφανση ενός σεναρίου απαιτεί μαστοριά, τεχνογνωσία, υπομονή, μεράκι, έμπνευση, φαντασία, γνώση της ανθρώπινης κατάστασης, ευαισθησία. Αν εξαιρέσουμε τα δύο πρώτα (μαστοριά – τεχνογνωσία) τα ίδια ισχύουν, χοντρικά,  και για τα υπόλοιπα είδη του λόγου. Αλλά αυτό είναι και το σημείο που ξεχωρίζει το σενάριο από τα υπόλοιπα είδη: η πρωτοκαθεδρία της τεχνικής.

Υπάρχουν εξαίσια αναγνώσματα στον τομέα του σεναρίου που η μελέτη τους θα μπορούσε να αποδειχτεί τρομερά χρήσιμη για όλους τους γραφιάδες. Ένα τέτοιο είναι το Story: substance, structure, style and the principles of screenwriting του Robert Mckee (αλήθεια, γιατί δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά;). Σε αυτή τη διατριβή ο ΜακΚή βυθίζεται στα απύθμενα ερέβη της αφηγηματικής τέχνης και επιχειρεί να φωτίσει κάποιες συμπαντικές αρχές που την διέπουν. Το καταφέρνει με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Άλλο ενδιαφέρον βιβλίο είναι το Save the Cat του Blake Snyder. Αυτό δεν πειράζει που δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στην γλώσσα μας – δεν είναι τόσο επιδραστικό όσο το βιβλίο του ΜακΚή! Η ανάγνωσή του όμως πέρα από την ευφορία που προκαλεί, μπορεί να αποτελέσει και έναυσμα για πρωτόγνωρες αφηγηματικές εμπνεύσεις. Τέλος να αναφέρω το εμβληματικό To Σενάριο του Syd Field (ναι, αυτό έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) που θεωρείται γενικά η «βίβλος» των εγχειριδίων σεναριογραφίας.

Από όλα τα εγχειρίδια συγγραφής, προτιμούμε καταφανώς αυτά που αναφέρονται στο σενάριο. Και, όπως είπαμε, αυτό δεν είναι τυχαίο. Εκ των πραγμάτων τα βιβλία αυτά δεν μπορούν να πελαγοδρομούν. Το αντικείμενο το οποίο εξετάζουν, οριοθετείται από πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Οι γενικολογίες δεν χωράνε εκεί. Σίγουρα ανάμεσα τους υπάρχουν ένα σωρό ανούσιες πραγματείες που έχουν συσταθεί με τη λογική της συνταγογράφησης και υποπίπτουν στο αμάρτημα της εργαλειοποίησης της δομής (είναι όντως ελάττωμα αυτό;). Όμως υπάρχουν άλλα τόσα που κομίζουν σημαντικές διδαχές στην αναζήτηση αυτού του Ιερού Γκράαλ, στο αιώνιο κυνήγι της αφηγηματικής αρτιότητας.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

Το τέρμα της αλυσίδας

%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81

 ~  .  ~

Η ιστορία των βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη τα τελευταία χρόνια είναι, θα ‘λεγε κανείς, η ιστορία της ελληνικής κρίσης σε μικρογραφία.

Ένα βαρύ, παραδοσιακό όνομα που ανατρέχει στον λήγοντα 19ο αιώνα· μια αλόγιστη επέκταση τα χρόνια της δανειοδίαιτης μέθης, όταν οι όρνιθες έμοιαζαν χρυσοτόκες και τετράπαχες· η δημιουργία μιας φούσκας που, με όσα εμπορικά ήθη τη συνόδευσαν, προκάλεσε κακό στον κλάδο· και η πικρή, θορυβώδης κατάρρευση αμέσως μετά.

Τώρα, που το τελευταίο βιβλιοπωλείο της αλυσίδας κλείνει και επισήμως, από τους υπευθύνους θα περίμενε κανείς δυο λόγια αυτοκριτικά. Αν όχι έναν απολογισμό των λαθών, τουλάχιστον μια φράση συμπαράστασης για όλους εκείνους που η δική τους πτώση συμπαρέσυρε: εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους, συνοικιακούς και επαρχιακούς βιβλιοπώλες που επλήγησαν από τον επιθετικό και άνισο ανταγωνισμό, εκδότες και συνεργάτες που έμειναν απλήρωτοι.

Αντ’ αυτού (πόσο θλιβερό για έναν θεσμό της ελληνικής παιδείας…), διαβάζουμε αγγλικούρες και σλόγκαν απ’ αυτά που κάνουν μεταφραστές και διαφημιστές να τραβούν τα μαλλιά τους: «Έξω απ’ το κουτί» (… out of the box!), «Το περιτύλιγμα αλλάζει – το προϊόν παραμένει», «The next chapter beginns!»…

Κρίμα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Καταγγελία λογοκλοπής

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
 
Έχουμε παρακολουθήσει τη δουλειά που έχετε κάνει στα δύο πρώτα τεύχη σας πάνω στο ζήτημα της κατάδειξης των λογοκλεπτικών τάσεων κομματιού της νεοελληνικής διανόησης και μιας και πέσαμε κι εμείς θύματα τέτοιων κρουσμάτων πριν κάποιον καιρό, σας προωθούμε το σχετικό υλικό. Σκεφτήκαμε πως, μιας και θίγετε το ζήτημα και στο τρίτο σας τεύχος, έστω εν είδει ενημερωτικού υστερογράφου, ενδεχομένως να σας ενδιέφερε η περίπτωση αυτή, ακόμα κι αν αφορά δοκιμιακό κι όχι λογοτεχνικό λόγο και ο ένοχος υπήρξε δημοσιογράφος κι όχι λογοτέχνης. Σε κάθε περίπτωση, σας επισυνάπτουμε το λινκ με την περιγραφή-καταγγελία του φαινομένου στα πλαίσια του πολύ χρήσιμου παρατηρητηρίου λογοκλοπής που έχετε συστήσει. Στα σχόλια του ποστ μπορείτε να δείτε την απάντηση του κατηγορουμένου όπως και τη δική μας, τελική, ανταπάντηση:
 
 
Φιλικά,
Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία / περιοδικό Πρόταγμα

Οφείλει η ποίηση να είναι φιλοσοφικώς «δεσμευμένη»;

my_jackson_pollock_painting_by_amau41200-d4vjeut

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Δεν υπάρχει άνθρωπος  που να μην έχει πλάσει μέσα στο μυαλό του, ιδιαίτερα με την πάροδο των χρόνων και την συσσώρευση της εμπειρίας, ένα “φιλοσοφικό πιστεύω”. Φυσικά, αυτό το πιστεύω δεν συναντάται πάντα και ακριβώς με τα μέτρα και  κριτήρια μιας προϋπαρξάσης φιλοσοφικής σχολής ή θεώρησης από την ιστορία της συστηματικής σκέψης, και ούτε βέβαια θα ήταν υποχρεωτικό κάτι τέτοιο. Όμως, κατά κανόνα βρίσκεται “εγγύς” αυτού,  έστω και με, συνήθως, λιγότερο κατηργασμένο νοητικώς τρόπο.

Θέλω να πω, για παράδειγμα, πως το φιλοσοφικό πιστεύω ενός ανθρώπου  κάλλιστα μπορεί να παραπέμπει στον υπερβατικό αγνωστικισμό του Kant, χωρίς ο ίδιος να έχει διαβάσει ποτέ στην ζωή του έστω και μια σελίδα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου.  Άλλος, μπορεί να είναι επικούρειος ή εμπειριοκράτης, χωρίς φυσικά και αυτός να έχει διαβάσει ποτέ Επίκουρο ή John Locke για παράδειγμα. Οι πολύ πιο “λεπτές”, τουτέστιν  ιδεαλιστικές, θεωρήσεις, όπως η πλατωνική, νεοπλατωνική, υποκειμενική ιδεαλιστική, αντικειμενική ιδεαλιστική (και ο Πλάτων άνετα μπορεί να συνυπολογίζεται σε αυτή την τελευταία), κατά κανόνα δεν είναι συχνά εντοπιζόμενες στις κοινές πεποιθήσεις. Προϋποθέτουν δηλαδή, μια  ήδη υπάρξασα ενασχόληση, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, με τις συγκεκριμένες φιλοσοφικές κατευθύνσεις.

Όπως και να έχει όμως, αυτό που θα μας ενδιέφερε εδώ να επισημάνουμε είναι το εξής: αν κάθε άνθρωπος έχει διαμορφωμένο ένα κάποιο φιλοσοφικό πιστεύω στο μυαλό του, βάσει του οποίου, αν όχι ακριβώς πορεύεται πάντα, τουλάχιστον, αξιολογεί και εκτιμά συχνά τα πράγματα, τότε και ο ποιητής δεν έχει λιγότερο σχηματισμένη στο μυαλό του μια ορισμένου είδους φιλοσοφική θεώρηση. Θεώρηση, της οποίας η εμφάνιση στα ποιήματά του (εν όλω, εν μέρει ή κατά περιστάσεις), δεν πρέπει να θεωρείται μη αναμενόμενη.

Πολλές φορές μάλιστα, και όπως με σαφήνεια μας έχει δείξει η ιστορία της λογοτεχνίας, κάλλιστα ένας ποιητής μπορεί να εμφορείται από περισσότερες της μίας φιλοσοφικές κατευθύνσεις. Ο Yeats για παράδειγμα, εμφανίζεται άλλοτε ως υποκειμενικός ιδεαλιστής (τις περισσότερες φορές, και με τέτοιο τρόπο,  λες και διαβάζει κανείς ποιητικά τον Berkeley,  του οποίου το έργο άλλωστε ήταν οικείο στον ποιητή) και άλλοτε πλατωνικός αντικειμενικός ιδεαλιστής (ή περίπου)  μέσα από ένα εντελώς αναπάντεχο “αποκρυφιστικό” πρίσμα, το οποίο και προσήνεγκε στην γραφή του ο Ιρλανδός ποιητής από την θητεία του σε διάφορες μαγικο-αποκρυφιστικές οργανώσεις κλπ.

Για να έλθουμε στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός, για παράδειγμα, ο οποίος και υπήρξε ο πλέον κατηρτισμένος από φιλοσοφική άποψη ποιητής στην χώρα μας (πιθανώς έως …σήμερα), από ένα σημείο και μετά της ποιητικής του διαδρομής εμφανίζεται σαφώς με ανεξίτηλα  τα ίχνη ενός  “αντικειμενικού ιδεαλισμού” στην γραφή του, έντονα όμως χρωματισμένου από sui generis μυστικιστικές διεκτάσεις (Boehme και άλλοι μυστικοί).

Όλες οι σχολές ή οι τρόποι θεώρησης στην φιλοσοφία, μπορούν, όπως είναι ευνόητο, να απαντώνται στα γραπτά των ποιητών του κόσμου. Με μία κρίσιμη διαφορά ωστόσο: εκεί που η πλειοψηφία των ανθρώπων, των μη ενεργώς ή συγγραφικώς ενασχολουμένων με την ποίηση, κατά κανόνα διακατέχεται από μιαν ορισμένη πίστη “απλοϊκού υλισμού” ή “απλοϊκού ρεαλισμού” (από φιλοσοφική άποψη), και στον βαθμό βέβαια που  μια τέτοια πίστη της αποβαίνει χρήσιμη για την αντιμετώπιση των εκτάκτων ή τακτικοτέρων αναγκών που προσπίπτουν στην καθημερινή εμπειρία της, στην ποίηση, μάλλον πρέπει να αναμένεται το αντίθετο. Η μεγάλη μάζα των ποιητών των αιώνων  αποκλίνει (το λιγότερο) σημαντικά από κάθε πίστη απλοϊκού υλισμού, ακόμα και αν ο ποιητής ομολογεί σε εξωσυγγραφικές στιγμές του μια τέτοια πίστη!

Δεν είναι και τόσον παράξενο ή αναπάντεχο αυτό, στο βαθμό που η ποίηση φέρεται ή μοιάζει να παρουσιάζει στενή συγγένεια με κάθε είδος “υπερβατικότητας”. Η αλήθεια είναι πως ο  ποιητής τείνει συχνά να γίνεται ιδεαλιστής στην δημιουργία του, ακόμα και αν ο ίδιος, κατά τα άλλα, παρουσιάζει τον εαυτό του ως κοινό ή ιδιότροπο υλιστή.

Φυσικά, υπάρχουν και ποιητές (στην χώρα μας αρκετοί) που διασώζουν “αυστηρά” στην γραφή τους μιαν ενδεχόμενη υλιστική πίστη τους. Στην Ελλάδα, πάντα ένα είδος “καθημερινού υλισμού” υπήρξε (τουλάχιστον από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους έως σήμερα) η μάλλον επικρατήσασα “φιλοσοφική” άποψη και ανά το μεγάλο πλήθος των -όχι κατ’ ανάγκην  σημαντικοτέρων- ποιητών (κυρίως στις εξωσυγγραφικές στιγμές τους και διανθιζομένη συχνά από ένα είδος υπαρξιακού, και όχι καντιανού, “αγνωστικισμού”).

Το  ενδεχόμενο “θρησκευτικό” χρώμα που μπορεί να συνοδεύει ή να μην συνοδεύει εδώ μια συγκεκριμένη ποιητική δημιουργία, δεν έχει τόσην σημασία, στο βαθμό που η θρησκεία δεν συνιστά φιλοσοφία , και κάλλιστα μπορεί να αποκόπτεται και η ίδια από τις ρίζες της και να συμπαρουσιάζεται ως “φολκλόρ” ή ως γενικώτερη πολιτισμική προφάνεια στην ιδιοσυστασία ενός λαού ή ενός ποιητή. Μπορεί και όχι όμως. Ο Τάκης Παπατσώνης, για παράδειγμα, και αν θέλουμε να αναφερθούμε σε έναν πολύ σημαντικό ποιητή της μοντερνιστικής περιόδου στην Ελλάδα, υπήρξε στα θρησκευτικά πιστεύω του Ουνίτης, και η ποίησή του συνιστά, από φιλοσοφική άποψη, μάλλον ένα είδος εκλεκτικού μεταφυσικού πρωτοϋπαρξισμού που όχι σπάνια  “συναντά” και τα θρησκευτικά πιστεύω του.

Βέβαια, το γεγονός ότι αυτό ακριβώς το είδος του “καθημερινού” ή “απλοϊκού” υλισμού (που στην χώρα μας αποδεικνύεται ό,τι πιο βολικό ως πίστη) δέχτηκε, και συνεχίζει να δέχεται έως τις μέρες μας σημαντικότατα πλήγματα  από την επιστήμη της Φυσικής (στις πιο “εξειδικευμένες” μορφές της), δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει κατ’ ελάχιστον την κοινή “καθημερινή-υλιστική” πεποίθηση.

Μα πραγματικά, “όλα” έχουν “τιναχτεί στον αέρα”, αρχής γενομένης  εδώ και έναν αιώνα περίπου: για παράδειγμα, η πίστη σε μιαν “αντικειμενική πραγματικότητα”, θεωρείται αδιανόητη (για να μην πούμε “γραφική”) μεταξύ των  περισσοτέρων κορυφαίων ή σημαντικότερων φυσικών όπου γης, την στιγμή που η πλειοψηφία των ανθρώπων θα θεωρούσε αδιανόητο ακριβώς το αντίθετο!

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι  έχουν μια τυφλή, παράξενη, εμπιστοσύνη σε ό,τι φέρει την ετικέτα “επιστημονικό” –όπως έλεγε κάποτε ο Jung–, αυτό δεν φαίνεται να έχει κλονίσει κατ’ ελάχιστον την πίστη τους στον απλοϊκό, άμεσο υλισμό, έστω και αν η επιστήμη απορρίπτει αυτή την πίστη.

Οι λόγοι για τους οποίους επισυμβαίνει κάτι τέτοιο, εννοώ, οι λόγοι αυτής της αντίφασης, μάλλον πρέπει να είναι οι εξής: πρώτον, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων πάντοτε συναντά ή δέχεται με αρκετή χρονική καθυστέρηση  τις διάφορες και σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις ακόμα και αν ορισμένες από αυτές συνιστούν “επανάσταση” στο συγκεκριμένο πεδίο τους, και, κατά δεύτερον, ο “απλοϊκός υλισμός” είναι κάτι παραπάνω από μια πίστη για να συρθεί άμεσα στον κάλαθο των αχρήστων. Είναι, επίσης,  ένα εργαλείο  απαραίτητο για την αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών, και από αυτή την άποψη πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένο ή φυσικό που οι άνθρωποι δεν ακολουθούν με τόσον αναμενόμενο ή φυσικό τρόπο μια συγκεκριμένη “περιοχή” της Φυσικής στους προβληματισμούς-διαπιστώσεις της.

Μα ακόμα και όσοι έχουν απορρίψει τον “απλοϊκό υλισμό” ή ρεαλισμό, ως φιλοσοφική πεποίθηση, αυτό δεν σημαίνει πως οι ίδιοι δεν τον μετέρχονται στις περισσότερες περιστάσεις της καθημερινής ζωής τους, στον βαθμό που  είναι κοινωνικά όντα, και όχι αίφνης μάγοι σε κάποια ζούγκλα ή ερημίτες σε κάποιο βουνό.

Υποχρεούται, λοιπόν, και κατά μίαν έννοια, η ανθρωπότητα να εξορκίζει (τουλάχιστον προσωρινά) μιαν αλήθεια προς ανάγκην επιβίωσης. Και αυτό, ωρισμένως, μπορεί να το θεωρήσει κανείς σκανδαλώδες ή φαρσοειδές, όμως δικαιολογημένο.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η πίστη στον απλοϊκό υλισμό μπορεί να είναι δικαιολογημένη όχι όμως και “κανόνας”. Ακόμα δε περισσότερο, δεν θα μπορούσε να είναι κανόνας σε μία τέχνη που από την φύση της προσεγγίζει περισσότερο κάθε τι μη υλιστικό: η ποίηση παρουσιάζει, θα έλεγε κανείς, μια τάση να απλώνεται στο Άγνωστο με τέτοιο φυσικό τρόπο, λες και στιγμές είναι η ίδια η αναπνοή της.

Όσον δικαιολογημένη, συνεπώς, και αν είναι η διατήρηση του απλοϊκού υλισμού ή ρεαλισμού στην πεποίθηση των ανθρώπων (έστω και εις πείσμα της αληθείας), δεν σημαίνει ωστόσο γι’ αυτό, πως θα ήταν εξίσου δικαιολογημένη η υπεράσπισή του ως “αυτονόητη αρχή”. Πράγμα που σημαίνει πως έστω και αν η ποίηση μπορεί να είναι φιλοσοφικώς “προϊδεασμένη” (και αναπόφευκτα), αυτό δεν θα δικαίωνε σε καμμία περίπτωση την εμφάνισή της ως φιλοσοφικώς “δεσμευμένη”.

Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, μια ορισμένη φιλοσοφική προτίμηση να συνιστά λόγο προκατάληψης ή a priori απώθησης του στυλ: “αυτά είναι μακριά από την καθημερινή ζωή, είναι …μεταφυσικά πράγματα”. (Σε μια χώρα που σχεδόν εφηύρε την μεταφυσική, κάτι τέτοιο ακούγεται, εκτός των άλλων, -κυρίως της ανακρίβειας-, και ασύστολα κωμικοτραγικό!). Ποια ζωή, ποια μεταφυσικά…

Η επιστήμη μας υποχρέωσε να δούμε τελικώς πως τα “πράσινα άλογα” δεν ήταν εκεί που τα υποψιαζόμασταν, αλλά ακριβώς δίπλα μας, στην “περηφάνεια” ή την βεβαιότητα της καθημερινής εμπειρίας μας! Και αυτά τα –σε πανανθρώπινο επίπεδο– πράσινα άλογα, αν μη τι άλλο,  η ποίηση στις πλέον επιτυχείς στιγμές της επιχειρεί να τα καταστήσει χρήσιμα και να τα μετατρέψει σε άλογα του σκακιού.

Σε μια ολοφώτεινη σκοτεινή παρτίδα με το Άγνωστο.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι: Μεγάλη ελεγεία για τον Τζων Ντον

brodsky-1c
 ~ . ~ 
[ Το ένα από τα δύο μέρη του αφιερώματος του ΝΠ στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία. Δείτε επίσης το δοκίμιο της Βιργινίας Γαλανοπούλου, Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς, μια εισαγωγή στο ποίημα και τον ποιητή. ]
~ . ~ 
Μετάφραση από τα ρωσσικά:
ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

~ . ~

Ο Τζων Ντον βυθίστηκε στον ύπνο… Τριγύρω του τα πράγματα
κοιμήθηκαν κι αυτά: οι τοίχοι, το κρεβάτι και το πάτωμα – όλα κοιμούνται.
Τραπέζι, πίνακες, χαλιά, τα μάνταλα κι οι σύρτες,
ρούχα, ερμάρια, κεριά, κουρτίνες – όλα
κοιμούνται τώρα: οι λεκάνες, το μπουκάλι, το ποτήρι,
το ψωμί, το μεγάλο μαχαίρι κι οι πορσελάνες, τα κρύσταλλα και τα κουζινικά,
τα καθαρά λινά, η νυχτερινή λάμπα, οι σιφονιέρες, ένα ρολόι,
το γυαλικό, η σκάλα, οι πόρτες. Νύχτα παντού,
η νύχτα πάνω σ’ όλα: σε γωνιές, στα μάτια, σε σεντόνια,
στα χαρτιά επάνω στο γραφείο,
στις λέξεις κάποιου κηρύγματος παλιού,
σε κορμούς και σε μασιές, στα κάρβουνα
ενός σβηστού τζακιού – στα πάντα.
Σε καμιζόλες, μπότες, κάλτσες και σκιές,
πίσω απ’ τον καθρέφτη, στο κρεβάτι, επάνω στις καρέκλες,
στο λαβομάνο, στους κρεμασμένους σταυρούς, στα στρωσίδια,
στην σκούπα δίπλα στο κατώφλι,
στα παπούτσια. Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο.
Όλα αποκοιμήθηκαν. Το παράθυρο. Πιο πέρ’ απ’ το παράθυρο, είναι το χιόνι.
Η κατηφορική σκεπή, λευκότερη κι από πετσέτα δείπνου,
οι ψηλές κορυφογραμμές από τις στέγες. Μια γειτονιά παραδομένη στον ύπνο,
τεμαχισμένη θανάσιμα από το κούφωμα του παραθύρου,
αψίδες, τοίχοι και περβάζια – όλα κοιμούνται.
Ξύλινα μονοπάτια, λιθόστρωτα, κήποι και καφασωτά.
Κανένα φως δεν θα αστράψει, καμία ρόδα δεν θα τρίξει…
Αλυσίδες, πέτρινες μάντρες, στολίδια και κράσπεδα.
Οι πόρτες με τα ρόπτρα, τις λαβές τους και τους γάντζους έχουν κοιμηθεί.
Λουκέτα και σύρτες, οι πίροι, τα κλειδιά τους.
Ούτε ψιθύρισμα, ούτε θρόισμα, κανένας χτύπος δεν ακούγεται,
μόνο το χιόνι τρίζει. Όλοι κοιμούνται. Η αυγή αργεί.
Όλες οι φυλακές κι όλα τα κάστρα βυθιστήκανε στον ύπνο.
Τα σιδερένια βαρίδια του ψαράδικου κοιμούνται.
Τα χοιρινά σφάγια κοιμούνται κι αυτά. Οι πίσω αυλές
και τα σπίτια. Τα σκυλιά, δεμένα στις αλυσίδες τους, κοιμούνται.
Στα κελάρια οι κοιμισμένες γάτες κρατούν τ’ αυτιά τους όρθια.
Κοιμούνται τα ποντίκια, μαζί κι οι άνθρωποι. Το Λονδίνο κοιμάται βαθιά.
Μια σκούνα λαγοκοιμάται στο λιμάνι. Κάτω απ’ το σκαρί της
ο πάγος κροταλίζει λιώνοντας μέσα στην κοιμισμένη θάλασσα
και χάνονται μαζί μακριά, στον ήσυχο ορίζοντα.
Ο Τζων Ντον αποκοιμήθηκε μαζί με την θάλασσα.
Ακτές από κιμωλία υψώνονται τώρα κοιμισμένες πάνω απ’ τα νερά,
το νησί κοιμάται, το αγκαλιάζουν όνειρα μοναχικά
κι ο κάθε κήπος τρεις φορές κλειδώθηκε.
Οι σφένδαμοι, τα πεύκα, οι οστρυές, κόκκινα κι ασημένια έλατα – όλα κοιμούνται.
Κοιμούνται οι πλαγιές, οι απόκρημνοι χείμαρροι, τα μονοπάτια.
Οι αλεπούδες, ο λύκος. Η αρκούδα στη φωλιά της.
Σωροί χιονιού φράζουν υπόγεια λαγούμια.
Τα πουλιά αποκοιμήθηκαν. Σωπάσανε.
Δεν κρώζει αυτή τη νύχτα το κοράκι.
Έπαψε το γέλιο της κουκουβάγιας.
Γαληνεύει η αγγλική εξοχή. Ανάβουνε τ’ αστέρια.
Μεταμελημένοι οι καταδότες. Όλα τα πλάσματα κοιμούνται..
Οι νεκροί ξαπλώνουν ήσυχα στους τάφους τους, αποκοιμήθηκαν.
Στα κρεβάτια τους οι ζωντανοί κοιμούνται μέσα στους ωκεανούς των νυχτικών τους.
Μονάχοι τους. Βαθιά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι.
Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Κοιμούνται λόφοι, δάση, οι ποταμοί.
Κοιμούνται όλα τα πουλιά και όλα τα θηρία – φύση νεκρή και ζωντανή.
Αλλά το χιόνι πάλλευκο στραφταλίζει πέφτοντας από τον σκοτεινό ουρανό
όπου εκεί ψηλά, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, τα πάντα αποκοιμήθηκαν.
Κοιμούνται οι άγγελοι. Οι άγιοι –μέσα στην ιερή αισχύνη τους–
έχουν ξεχάσει τον κόσμο και την αγωνία του.
Κοιμούνται η πυρωμένη Γέενα κι ο φωτεινός Παράδεισος.
Κανείς δεν δρασκελίζει το κατώφλι του τούτη την ώρα.
Ο Θεός κοιμάται. Μονάχη τώρα η γη.
Τα μάτια δεν βλέπουν, τ’ αυτιά δεν ακούν.
Ο διάβολος κοιμάται. Μαζί του κοιμήθηκε
κι η έχθρα, πάνω στα χιονισμένα εγγλέζικα χωράφια.
Όλοι οι καβαλάρηδες αποκοιμήθηκαν. Και ο Αρχάγγελος με την σάλπιγγά του.
Τα άλογα λικνίζονται στον ύπνο τους με απαλές ταλαντώσεις.
Πλήθος τα χερουβείμ αγκαλιασμένα
λαγοκοιμούνται κάτω από τον τρούλο του καθεδρικού του Αποστόλου Παύλου.
Ο Τζων Ντον βυθίστηκε στον ύπνο. Οι ρίμες του κοιμούνται.
Όλες οι εικόνες, όλοι οι ρυθμοί, όλα τα στιβαρά ποιήματα
ξεθώριασαν. Τα πάθη, η θλίψη, οι αμαρτίες
ξεκουράζονται ήσυχα μέσα στις συλλαβές του.
Κι οι στίχοι αδελφωμένοι μεταξύ τους,
ψιθυρίζουν: κάνε μου λίγο τόπο.
Είναι που στέκονται μακριά από τις πύλες του Παραδείσου,
φτωχοί, αγνοί, τόσο πυκνοί, σαν νά ’ναι μόνο ένας.
Κοιμούνται οι στροφές. Κοιμάται ο αυστηρός θόλος των ιάμβων.
Οι τροχαίοι δεξιά κι αριστερά κοιμούνται και φρουρούν.
Στον ποταμό της Λήθης κοιμούνται οι αντικατοπτρισμοί.
Σιωπηλά, πλάι στον ποιητή, κοιμάται η φήμη του.
Κοιμούνται οι δοκιμασίες, βαθιά κοιμούνται οι ωδίνες.
Και οι αδυναμίες κοιμούνται. Το καλό ξαπλώνει στην αγκαλιά του κακού.
Κοιμούνται οι προφήτες. Το χιόνι
αναζητά μέσα στο άπειρο ν’ ασπρίσει στερνά, μαύρα σημεία.
Τα πάντα χάθηκαν μέσα στον ύπνο. Ο συνωστισμός των βιβλίων,
οι χείμαρροι των λέξεων, κρυμμένοι μες στη λησμονιά του πάγου, κοιμούνται ήσυχα.
Κοιμούνται οι ομιλίες, η αλήθεια τους κοιμάται.
Οι κρίκοι των δεσμών τους τρίζουν ενίοτε στον ύπνο τους.
Όλα κοιμούνται βαθιά: οι άγιοι, ο διάβολος και ο Θεός.
Οι φαύλοι υπηρέτες τους. Οι φίλοι. Τα παιδιά τους.
Μόνο το χιόνι θροΐζει πάνω στους σκοτεινούς δρόμους.
Και δεν υπάρχουν άλλοι ήχοι σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλά άκου! Εκεί, στην παγωμένη νύχτα
κάποιος μοιρολογά, κάποιος ψελλίζει φοβισμένος.
Κάποιος στέκεται εκεί παραδομένος στον χειμώνα.
Και κλαίει. Κάποιος στέκεται εκεί μες στο σκοτάδι.
Η φωνή του είναι ισχνή. Λεπτή σαν βελόνα.
Χωρίς νήμα. Και μοναχός του
πλέει μέσα στο χιόνι. Σκεπασμένος με το ψύχος.
Ράβοντας νύχτα με αυγή. Ευγενικά.
«Ποιός εκεί στέκει και θρηνεί; Εσύ είσαι άγγελέ μου;
Με περιμένεις να επιστρέψω, σαν τα καλοκαίρια κάτω απ’ τα χιόνια περιμένεις
την αγάπη μου;… Γυρίζεις σπίτι μες στην σκοτεινιά;
Σύ είσαι που σπαράζεις στα σκοτάδια;» Καμιά απάντηση.
«Σεις είστε Χερουβείμ; Τα σιωπηλά σας δάκρυα, πένθιμες χορωδίες μνημονεύουν.
Αίφνης απαρνηθήκατε
την κοιμισμένη μου εκκλησιά; Δεν είστε σεις;» Σιωπή.
«Εσύ ’σαι Παύλε; Τραχιά είναι η φωνή
απ’ τον σκαιό σου λόγο.
Σύ έγειρες το γκρίζο σου κεφάλι μες στο σκότος
για να κλάψεις;» Σιωπή.
«Μήπως είναι το χέρι που προστάτευσε τα μάτια μου,
αυτό το χέρι που ελλοχεύει νυν και αεί και εις τους αιώνες;
Εσύ ’σαι Κύριε; Καλπάζει η σκέψη μου,
αλλά με απαλότητα θρηνεί τούτ’ η φωνή».
Καμιά απάντηση. Σιωπή. «Γαβριήλ, συ ’σαι
που σάλπισες και άρχισαν οι υλακές;
Μόνο εγώ ορθάνοιξα τα μάτια
την ώρα που οι ιππότες της Αποκάλυψης σέλωναν τ’ άλογά τους;
Αφού όλα κοιμούνται βαθιά. Σφραγισμένα μέσα στο έρεβος.
Ξαμόλυσε τα σκυλιά του ο ουρανός.
Γαβριήλ, δικά σου είναι τ’ αναφιλητά, έτσι πως, περιβεβλημένος το σκότος του χειμώνα,
κατάμονος, κραδαίνεις τη μεγάλη σάλπιγγα;»
«Όχι, είμαι εγώ, η ψυχή σου Τζων Ντον.
Μονάχη οδύρομαι στων ουρανών τα ύψη,
γιατί οι μόχθοι μου γεννήσανε
σκέψεις κι αισθήματα βαριά σαν αλυσίδες.
Με τούτο το φορτίο ανυψώθηκες,
ανάμεσα στις αμαρτίες και τα πάθη πέταξες.
Ήσουν πουλί, έβλεπες τους ανθρώπους σου παντού,
καθώς φτερούγιζες πάνω απ’ τις γερτές τους στέγες.
Κοίταξες φευγαλέα τις θάλασσες, τις έσχατες γωνιές.
Είδες την κόλαση – πρώτα στα όνειρά σου, μετά καθώς περπάταγες.
Είδες ξεκάθαρα τον λαμπερό Παράδεισο
ντυμένο τα λυπημένα πάθη των ανθρώπων.
Αντίκρυσες και τη ζωή: ολόιδια με το νησί σου είναι.
Είδες και τον Ωκεανό.
Δίπλα στέκονταν τα σκοτάδια ουρλιάζοντας.
Λίγο πετάρισες τριγύρω απ’ τον Θεό, γρήγορα ήρθες πίσω.
Ήταν το βάρος που σ’ εμπόδιζε να υψωθείς ψηλά,
απ’ όπου αυτός ο κόσμος, μόνο από πύργους μοιάζει φτιαγμένος
και κορδέλες ποταμών,
απ’ όπου, σ’ αυτόν που από ’κει ψηλά κοιτάζει,
της Τελευταίας Ετυμηγορίας ο τρόμος, τρόμος δεν είναι πια.
Εκεί ψηλά δεν τρέχει ο καιρός.
Από εκεί, όλα εδώ μοιάζουν με αμυδρό όνειρο ληθάργου.
Από εκεί, τρεμοπαίζει ο Κύριος, σαν αναλαμπή κεριού
σε μακρινό παράθυρο μες στην ομίχλη της νύχτας.
Άγονα τα χωράφια κείτονται. Δεν είναι άροτρο να τα οργώσει.
Δεν τις οργώνει τις χρονιές. Δεν τους οργώνει τους αιώνες.
Γύρω τα δάση στέκονται μοναχικά, σαν τείχη.
Μόνο η βροχή πέφτει αδιάκοπα στ’ απέραντα λειβάδια.
Ο πρώτος υλοτόμος, που το λιγνό του άλογο
λοξοδρόμησε, τρομαγμένο απ’ το απέραστο του δάσους,
στο πεύκο πάνω ανεβαίνοντας, βλέπει απρόσμενα μιά λάμψη
πυρκαγιάς, πέρα, στη δική του κοιλάδα.
Τα πάντα σε απόσταση. Αυτά που είναι κοντά αχνοφέγγουν.
Το βλέμμα ήσυχα γλιστρά πέρα απ’ τη τελευταία στέγη.
Όλα λουσμένα στο φως. Δεν αλυχτάνε τα σκυλιά.
Ήχοι καμπάνας δεν ακούγονται.
Ο υλοτόμος ξέρει πια, πως όλα είναι απώτερα. Απότομα, στα δάση
θα οδηγήσει τ’ άλογό του, πίσω.
Και ξαφνικά, τα γκέμια, το έλκηθρο, η νύχτα, ο ίδιος,
το μίζερο άτι – όλα θα γίνουν ένα με τ’ όνειρο των βιβλικών κειμένων.
Όμως εγώ, στέκομαι εδώ και κλαίω, ο δρόμος χάθηκε.
Είναι γραφτό πίσω να ρθω σ’ αυτές τις πέτρες.
Ανήμπορη να αποχωριστώ το σώμα μου.
Είναι γραφτό μόνο νεκρή να φτερουγίσω εκεί.
Ναι, μόνη μου. Όταν θα σ’ έχω πια ξεχάσει, φως μου,
όταν παντοτινά μέσα στη γη θα σ’ έχω λησμονήσει, τυραννισμένη
από την άκαρπη λαχτάρα ξοπίσω σου να ’ρθώ,
ράβοντας με τις σάρκες μου μαζί, τον αποχωρισμό.
Πλην όμως άκου! Ενώ με τους λυγμούς τη νύχτα σου
αναστατώνω, το χιόνι στροβιλίζεται μες στο σκοτάδι, δεν λέει να λιώσει,
την ώρα που τον χωρισμό μας ράβει
με βιάση οι βελόνες του πετάνε πάνω κάτω.
Δεν κλαίω εγώ – εσύ θρηνείς, Τζων Ντον.
Εσύ πλαγιάζεις μόνος, τα ιερά τα σκεύη σου κοιμούνται στα ντουλάπια,
καθώς το χιόνι πάνω στο κοιμισμένο σπίτι σου σωριάζεται,
καθώς το χιόνι πέφτει μέσα στα σκοτάδια».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σαν το πουλί κοιμάται στη φωλιά του,
έχοντας παραδώσει τη δίψα του για πιο καλή ζωή και τον καθάριο δρόμο,
παντοτινά σ’ εκείνο το αστέρι,
που τώρα κλείστηκε στα σύννεφα.
Σαν το πουλί. Παρθένα η ψυχή του
και μολονότι αμαρτωλό το μονοπάτι,
στη φύση είναι πιο σιμά κι απ’ τη φωλιά του κόρακα,
που αιωρείται πάνω από ξύλινα πουλόσπιτα, ερημωμένα απ’ τα ψαρόνια.
Σαν το πουλί την αυγή θα ξυπνήσει.
Τώρα ξαπλώνει κάτω από πέπλα λευκά,
την ώρα που όνειρα και χιόνι υφαίνουν
το κενό ανάμεσα στο σώμα που ονειρεύεται και στην ψυχή του.
Όλα βυθίστηκαν στον ύπνο. Όμως, ύστατοι στίχοι
περιμένουν για το τέλος και χάσκοντας γυμνώνουν δόντια
ότι η αγάπη επί της γης, χρέος του ποιητή είναι,
ενώ μόν’ ο παπάς φορά κατάσαρκα την θεία αγάπη.
Όποια μυλόπετρα και να γυρνάει τούτα τα νερά
ίδιο ψωμί μέσα στον κόσμο θα αλέσει.
Γιατί, αν η ζωή είναι φτιαγμένη να μοιράζεται,
ποιος είν’ εκεί, να μοιραστεί τον θάνατό μας;
Τρύπια τα ρούχα των ανθρώπων. Τα σκίζει αυτός που βούλεται.
Σ’ όλες τις άκρες τους. Κουρέλια πέφτουν, και ξαναγίνονται μετά.
Και πάλι σκίζονται! Μονάχα ο θόλος τ’ ουρανού
παίρνει στα σκοτεινά βελόνα ράφτη, αυτά τα ρούχα να μπαλώσει.
Κοιμήσου, Τζων Ντον, κοιμήσου. Αποκοιμήσου ήσυχα, μην βασανίζεσαι.
Το ρούχο σου σκίστηκε πια, θλιμμένα κρέμονται τα ξέφτια.
Λίγο ακόμα, και εκεί, μες απ΄τα σύννεφα,
τ’ άστρο που τόσα χρόνια φρούρησε τον κόσμο σου, θ’ αστράψει.

Иосиф Александрович Бродский,
Большая элегия Джону Донну (1963)

~ . ~

 

donne

~ . ~

ΤΖΩΝ ΝΤΟΝ
(John Donne, Λονδίνο 1572-1631)

Ο Άγγλος ποιητής και ιεροκήρυκας Τζων Ντον (ορθή προφορά Νταν, εδώ επελέγη ο τρόπος με τον οποίο ακούγεται το όνομά του στο ποίημα του Μπρόντσκι) υπήρξε γόνος εύπορης ρωμαιοκαθολικής οικογένειας. Ανατράφηκε ως καθολικός σε μια χώρα όπου οι μη αγγλικανοί δεν είχαν προνόμια. Σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Καίημπριτζ, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του εκεί, καθώς αρνήθηκε να δεχτεί τα 39 άρθρα του αγγλικανικού δόγματος. Πήρε, τελικά, πτυχίο Νομικής από το Λίνκολνς Ιν, το 1594.

Το 1602 παντρεύτηκε κρυφά τη θετή κόρη του σφραγιδοφύλακα και δικαστή σερ Τόμας Έγκερτον και γι’ αυτόν τον λόγο φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του πήρε σαφή θέση υπέρ της Αγγλικανικής Εκκλησίας και εναντίον του Πάπα, κερδίζοντας, έτσι, την εύνοια του βασιλιά Ιακώβου Β΄, ο οποίος τον πίεσε να χειροτονηθεί ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Ο Ντον, όμως, αμφέβαλλε για τη σωτηρία της ψυχής του και η αγωνία αυτή είναι έκδηλη σε μια σειρά ποιημάτων θρησκευτικού χαρακτήρα που έγραψε την περίοδο 1607-13.

Τελικά χειροτονήθηκε το 1615, οπότε και ορίστηκε βασιλικός εφημέριος και του χορηγήθηκε διδακτορικό δίπλωμα θεολογίας από το Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ. Το 1621 τοποθετήθηκε πρωτοπρεσβύτερος στον καθεδρικό του Αγίου Παύλου, στον οποίο εκφώνησε μερικά από τα πιο σπουδαία κηρύγματά του, αναδεικνυόμενος στον σημαντικότερο ιεροκήρυκα της εποχής του μπαρόκ.

Η ποίησή του είναι μεγαλειώδης και η επίδρασή του στη σύγχρονη ποίηση τεράστια. Στο «Devotions upon Emergent Occasions», του 1624, απαντά η φράση η πασίγνωστη από τον τίτλο του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χεμινγουαίυ: «Και γι’ αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».

~ . ~

joseph-brodsky_1

ΙΩΣΗΦ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ
(Иосиф Александрович Бродский,
Λένινγκραντ 1940 – Νέα Υόρκη 1996)

Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι γεννήθηκε στο Λένινγκραντ στις 24 Μαΐου 1940. Γράφει τους πρώτους του στίχους νωρίς, στα δεκαπέντε του χρόνια. Τα πρώτα ποιήματα που δημοσίευσε στον παράνομο λογοτεχνικό τύπο τον έκαναν αμέσως γνωστό αλλά τον έθεσαν και στο στόχαστρο των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος. Έτσι συλλαμβάνεται και εγκλείεται παρά τη θέλησή του σε ψυχιατρείο. Μετά τη γνωμάτευση των ιατρών ότι δεν πάσχει από ψυχική νόσο, προσάγεται σε δίκη και αποφασίζεται η φυλάκιση του για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Ήταν 24 ετών.

Με την υποστήριξη προσωπικοτήτων όπως η Άννα Αχμάτοβα και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Μπρόντσκι μένει στο στρατόπεδο δεκαοχτώ μήνες και κατόπιν επιστρέφει στο Λένινγκραντ. Το 1965, το έργο του Στίχοι και ποιήματα μεταφράζεται και κυκλοφορεί στις ΗΠΑ, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1967, Η Ελεγεία για τον Τζων Ντον και άλλα ποιήματα εκδίδεται στο Λονδίνο. Το 1970, εκδίδεται στη Νέα Υόρκη η ποιητική συλλογή του Μια στάση στην έρημο. Το 1971 οι αρχές τον συλλαμβάνουν και πάλι και τον επιβιβάζουν σε αεροπλάνο με προορισμό τη Βιέννη. Εκεί καταφέρνει να εξασφαλίσει βίζα για τις ΗΠΑ όπου γρήγορα εξοικειώνεται βαθιά με την αγγλική γλώσσα και ξεκινάει να γράφει ποίηση και δοκίμια και στα αγγλικά.

Υπηρετεί ως επισκέπτης καθηγητής σε πολλά Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και το 1977 γίνεται και επίσημα Αμερικανός πολίτης. Το 1978 αναγορεύεται σε διδάκτορα των γραμμάτων από το Yale. Το 1979 γίνεται μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, από την οποία παραιτείται όταν εκλέγεται επίτιμο μέλος της ο Γεβγένι Γεφτουσένκο.

Το 1986 εκδίδει έναν τόμο δοκιμίων υπό τον τίτλο Less than one. Τον ίδιο χρόνο τιμάται με το Εθνικό Βραβείο των Αμερικανών Κριτικών και αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της λογοτεχνίας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1987 η Σουηδική Ακαδημία τού απονέμει το Βραβείο Νομπέλ. Μόλις 47 ετών είναι ο νεώτερος νομπελίστας ποιητής στην ιστορία. Το 1988 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή To Urania και το 1992 το πεζό Υδατογράφημα.

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι πέθανε από καρδιακή προσβολή στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1996 σε ηλικία 55 ετών.

~ . ~

Η Ειρήνη Παπαθανασίου είναι κοινωνική λειτουργός-κοινωνιολόγος. Εργάζεται στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Εκτός από τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε, γράφει κριτικά κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποίημα του Ιωσήφ Μπρόντσκι Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά στα Ελληνικά.

Βιργινία Γαλανοπούλου: Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς

joseph-brodsky_1

~ . ~

~ . ~

[ Το ένα από τα δύο μέρη του αφιερώματός μας στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία στον Τζων Ντον. Η πλήρης μετάφραση του ποιήματος από την Ειρήνη Παπαθανασίου ε δ ώ .]

~ . ~

~ . ~

~ . ~

Δεν είναι η γλώσσα όργανο του ποιητή
αλλ’ ο ποιητής όργανο της γλώσσας!
Ι. Α. ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

«Το φαινόμενο Μπρόντσκι είναι ένας γρίφος για τη δική μας νοοτροπία, ένα ερωτηματικό για τη λογοτεχνική μας παράδοση. Ως ποιητής διαμορφώθηκε μέσα απ’ τη ρωσσική γλώσσα, όμως η ποίησή του δεν είναι ρωσσική ούτε ως προς το πνεύμα της ούτε ως προς την εκφορά του λόγου – έχει κάτι βιβλικό, ερημικό, προαιώνιο. Οι μακριές αλλ’ εύκαμπτες νοηματικές αλυσίδες προσδίδουν στα ποιήματά του μια χροιά αγγλική. Ο Μπρόντσκι αποδομεί το στίχο κι εκείνες τις ιδιότητές του που ανάγονται στον Πούσκιν και που για μας είναι θεμελιώδεις, καθώς η αρμονία ή η δυσαρμονία παράγεται στον “πυρήνα της Λέξης”, μέσ’ από τη μαγεία του ήχου της, χάρη στην ύπαρξή της».[1]

Οι σκέψεις αυτές απηχούν την άποψη που έχουν για το έργο του Μπρόντσκι πολλοί Ρώσσοι κριτικοί λογοτεχνίας αλλά και απλοί αναγνώστες, τόσο τη σοβιετική περίοδο όσο και κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Προκειμένου να δώσουμε μιαν εξήγηση για το θαυμασμό, την έκπληξη ή την αμηχανία που προκαλούν οι στίχοι του μεγάλου Ρώσσου ποιητή (ο οποίος το 1977 πήρε την αμερικανική υπηκοότητα) στους συμπατριώτες του αλλά και στο διεθνές αναγνωστικό κοινό, θα επιχειρήσουμε ν’ ανιχνεύσουμε τις λογοτεχνικές του καταβολές λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες του βίου του. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον προβάλλει ως ιδανικό σημείο αναφοράς, μιας και το συγκεκριμένο ποίημα σηματοδοτεί μια στροφή στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς και συγκεντρώνει πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά που απαντούν και στη μετέπειτα πορεία του.

akhmatova

                         Άννα Αχμάτοβα

Η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον γράφεται στις αρχές του 1963, όταν ο εικοσιτριάχρονος Μπρόντσκι γνωρίζει ελάχιστα το έργο του Άγγλου μεταφυσικού ποιητή – μερικά μόνο σκόρπια «απόσπασματα από κηρύγματα και στίχους που περιλαμβάνονται σε κάποιες ανθολογίες».[2] Την εποχή αυτή, η κυριαρχία του Νικίτα Χρουσώφ στο κόμμα οδεύει προς το τέλος της, ενώ στην πολιτιστική ζωή της απέραντης Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζεται η γενιά του ’60. Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς έχει παρατήσει το σχολείο κι έχει κάνει διάφορες δουλειές –φρεζαδόρος, βοηθός νεκροτομείου, εργάτης σε γεωλογικές έρευνες–, έχει συναντήσει την Α. Α. Αχμάτοβα αλλά και τη ζωγράφο Μαριάννα Μπασμάνοβα, που την ερωτεύεται και της αφιερώνει αρκετά ποιήματά του· έχει επίσης επισκεφτεί τα γραφεία της Κα-Γκε-Μπέ, όπου, τούτη τη φορά, μένει μόνο για δυο μερόνυχτα. Μέσα σ’ όλα αυτά, έχει προλάβει να πάρει μιαν ιδέα απ’ το έργο του Τζων Ντον – πώς όμως έγινε αυτό;

«Έμαθα γι’ αυτόν λίγο πολύ τυχαία, όπως οι περισσότεροι, χάρη στο μότο του μυθιστορήματος Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νόμιζα ότι πρόκειται για τη μετάφραση κάποιου ποιήματος, γι’ αυτό και προσπάθησα να βρω μια ποιητική συλλογή του Ντον. Μάταια. Αργότερα κατάλαβα ότι είναι απόσπασμα από ένα κήρυγμά του. Μ’ άλλα λόγια, τον Ντον τον πρωτογνώρισα, τρόπον τινά, όπως και οι σύγχρονοί του Άγγλοι – γιατί, στην εποχή του, ήταν περισσότερο γνωστός ως ιεροκήρυκας παρά ως ποιητής. Έχει ενδιαφέρον το πώς έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο μ’ αυτό το απόσπασμα. Για καιρό έψαχνα σε διάφορες ανθολογίες. Το ’64, όταν μου έριξαν πέντε χρόνια, με συνέλαβαν και με πήγαν στην περιφέρεια Αρχάγγελσκ, η Λίντιγια Κορνέγιεβνα Τσουκόφσκαγια μου έστειλε για τα γενέθλιά μου –παίρνοντάς την προφανώς απ’ τη βιβλιοθήκη του πατέρα της– μια έκδοση της Modern Library με έργα του Ντον. Τότε διάβασα για πρώτη φορά όλα τα ποιήματά του – τα διάβασα προσεκτικά».[3]

Συχνά γίνεται λόγος για μια ιδιότυπη μαθητεία του Μπρόντσκι στον Τζων Ντον:

«Όταν διαβάζεις ή μεταφράζεις Ντον, σιγά σιγά μαθαίνεις να βλέπεις τα πράγματα μ’ άλλη ματιά. […] Με συνεπήρε τούτη η μετάσταση του ουράνιου στο γήινο, η μετάσταση του άπειρου στο πεπερασμένο…». Και ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς εξηγεί τι ακριβώς εννοεί όταν μιλάει γι’ άλλη ματιά: «Αυτό που κυρίως με παρακίνησε να γράψω την Ελεγεία ήταν, όπως πίστευα τότε, η δυνατότητα να δώσω φυγόκεντρη κίνηση στο ποίημα… όχι ακριβώς φυγόκεντρη… να, όπως όταν μια πέτρα πέφτει στη λίμνη και σχηματίζονται ολοένα μεγαλύτεροι κύκλοι… Μοιάζει με κινηματογραφική λήψη – ξέρετε, όταν η κάμερα απομακρύνεται απ’ το κέντρο. […] [Περισσότερο με γοήτευσε] η μορφή του ποιητή, ή μάλλον όχι τόσο η μορφή του όσο η εικόνα ενός σώματος στο χώρο. Ο Ντον είναι Άγγλος, ζει σε νησί. Ξεκινώντας απ’ την κάμαρά του, η προοπτική σιγά σιγά διευρύνεται. Στην αρχή είναι το δωμάτιο, έπειτα η γειτονιά, το Λονδίνο, ολόκληρο το νησί, η θάλασσα, μετά η θέση του στον κόσμο…».[4]

Στα λόγια αυτά διακρίνουμε τη διαφορετική σκοπιά του Μπρόντσκι – μια προσέγγιση του ποιητικού υλικού που ξενίζει, για πολλούς λόγους. Τον πρώτο μάς τον εξηγεί ο ίδιος: «Η ρωσσική ποίηση, στο σύνολό της, είναι κατεξοχήν δομημένη γύρω απ’ τη στροφή, χρησιμοποιεί δηλαδή εξαιρετικά απλές ενότητες – τα τετράστιχα. Απ’ την άλλη, στον Ντον ανακάλυψα μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα, μια συναρπαστική δομή. Εδώ συναντάμε ιδιαίτερα σύνθετες μονάδες στροφών».[5] Οι δομικές αυτές διαφορές προσφέρουν και διαφορετικές δυνατότητες στον ποιητή: τα τετράστιχα ευνοούν τις σύντομες μεταφορές, στις οποίες μια εικόνα εισάγεται, αναλύεται και μετά σβήνει, παραχωρώντας τη θέση της στην επόμενη· αντίθετα, μια πιο σύνθετη δομή είναι ιδανική για αλληγορίες, για την ανάπτυξη μεταφορών που διαπερνούν ολόκληρο το ποίημα.

Έπειτα, όπως έχει επισημανθεί, με την Ελεγεία ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς για πρώτη φορά αγγίζει θέματα που αφορούν τον χριστιανισμό και τη φιλοσοφία του.[6] Η Ημέρα της Κρίσης, η θεοδικία, η οδός της σωτηρίας, η σχέση μεταξύ ψυχής και σώματος είναι έννοιες ριζωμένες στη ρωσσική συνείδηση παρ’ ότι σπάνια εμφανίζονται στο έργο της σοβιετικής διανόησης. Ο Μπρόντσκι δεν αρθρώνει κάτι πρωτάκουστο – πρωτοφανής είναι ο τρόπος με τον οποίο το κάνει: ο ποιητής συνδέει άμεσα την πνευματική σφαίρα με τη γήινη καθημερινότητα κι απευθύνεται στο θείο γεμάτος πάθος, καταφεύγοντας στις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιεί κι όταν μιλάει με μια ερωμένη. Για την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση κάτι τέτοιο είναι σχεδόν βλάσφημο.[7]

donne

                         John Donne, 1572-1631

Έν’ άλλο σημείο όπου παρατηρείται βαθιά διαφοροποίηση ανάμεσα στο έργο του Μπρόντσκι (ιδίως όσο εντείνεται η επιρροή του Ντον) και τη ρωσσική ποιητική παράδοση αφορά τη δομή του στίχου. Παρά την εμφάνιση αρκετών ρευμάτων στη ρωσσική ποίηση ιδίως κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η σκιά του Πούσκιν πέφτει ακόμα βαριά καθώς η λιτή αρμονία κι η κρυστάλλινη ενάργεια αποτελούν ιδιότητες που εκτιμώνται ιδιαίτερα, ενώ η γραμμική ανάπτυξη του στίχου είναι ο κανόνας· εξάλλου, τούτα τα χαρακτηριστικά υπηρετούν την κυρίαρχη αισθητική και παράλληλα ανταποκρίνονται στην απαίτηση για μια τέχνη κατανοητή και προσιτή στο λαό.

Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς θέτει διαφορετικές προτεραιότητες:

«Αν θες να λειτουργεί ο στίχος, ν’ αποφεύγεις τα επίθετα και να δίνεις σαφή προτίμηση στα ουσιαστικά, ακόμα κι αν αυτό αποβαίνει σε βάρος των ρημάτων. Φαντάσου ένα φύλλο χαρτί όπου είναι γραμμένο ένα ποιητικό κείμενο. Αν πρώτα απλώσουμε πάνω του ένα μαγικό πέπλο, που κάνει αόρατα τα ρήματα και τα επίθετα, κι έπειτα το τραβήξουμε, το χαρτί θα πρέπει, και στις δύο περιπτώσεις, να είναι εξίσου γεμάτο μαύρες σειρές – από τα ουσιαστικά».[8]

Η αρχή αυτή παρατηρείται κατεξοχήν στην Ελεγεία. Επιπλέον, οι ελλειπτικές προτάσεις καθιστούν ακόμα πιο αισθητή την επανάληψη[9] των ρημάτων «κοιμάται» και «αποκοιμήθηκε», που αποτελούν το σκελετό γύρω απ’ τον οποίο οικοδομείται το ποίημα. Η εκτενέστατη, μονότονη παράθεση των απτών αντικειμένων που βυθίζονται στον ύπνο προκαλεί συνειρμικά την αίσθηση ενός νοούμενου κόσμου, συνδέοντας τον ύπνο με το θάνατο: «И весь квартал во сне / разрезанный оконной рамой насмерть» («Μια γειτονιά παραδομένη στον ύπνο, τεμαχισμένη θανάσιμα από το κούφωμα του παραθύρου»). Τούτο μάς επιτρέπει να περάσουμε στο επόμενο στάδιο, στην ανύψωση στα ουράνια («Спят ангелы. Тревожный мир забыт / во сне святыми…», «Κοιμούνται οι άγγελοι. Οι άγιοι —μέσα στην ιερή αισχύνη τους— έχουν ξεχάσει τον κόσμο και την αγωνία του»), μ’ έναν τρόπο απόλυτα φυσικό. Η κάμερα δεν απομακρύνεται απλώς απ’ το κέντρο, τον ποιητή, και τους ολοένα μεγαλύτερους ομόκεντρους κύκλους, αλλ’ ανεβαίνει ψηλά – και το ποίημα ξεφεύγει απ’ τα πλαίσια της γραμμικής ανάπτυξης κι αποκτά σπειροειδή κίνηση.[10]

Brodsky 2

Στην αρχιτεκτονική της Ελεγείας οι επιρροές του Ντον είναι ιδιαίτερα έντονες: το μοτίβο του ύπνου-θανάτου, που αποτελεί την κυρίαρχη μεταφορά στο ποίημα, ξεδιπλώνεται ελικοειδώς, παρασέρνοντας παράλληλα στην τροχιά του ολοένα καινούργιες εικόνες. Στο τέλος όμως επιστρέφουμε και πάλι στην αφετηρία μας, στον στενό κύκλο της κάμαρας του ποιητή – ή για την ακρίβεια στο βυθισμένο στον ύπνο σώμα του ποιητή· ωστόσο, η επιστροφή αυτή γίνεται πια σε διαφορετικό νοηματικό επίπεδο. Μια τέτοια δομή δεν απαντά σχεδόν καθόλου στον πρώιμο Μπρόντσκι, είναι όμως τυπική για τα ποιήματα που γράφονται την περίοδο μετά την Ελεγεία και μέχρι την οριστική φυγή του Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς απ’ τη Σοβιετική Ένωση (δηλαδή τα χρόνια 1963-1972)·[11] και χάρη σ’ αυτήν, ο Μπρόντσκι καταφέρνει σε τούτο το ποίημα όχι μόνο να ενώσει το γήινο με το ουράνιο, το καθημερινό με το μεταφυσικό, αλλά και να καταλύσει τα σύνορα εσωτερικού κι εξωτερικού κόσμου.

Ερχόμαστε έτσι σε μιαν άλλη καινοτομία του Μπρόντσκι, που αφορά τον επιτονισμό. Στην ηχογραφημένη απαγγελία της Ελεγείας, παρατηρούμε (χωρίς να είναι απαραίτητη η γνώση της ρωσσικής) ότι ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς κάνει τη φωνή του ακόμα πιο έρρινη και της δίνει έναν τόνο υπνωτιστικό – κι ο ακροατής έχει την αίσθηση πως ακούει την ψαλμωδία ενός ιερέα που τον καλεί σε διαλογισμό.

Η ενέργεια που κρύβει ο κάθε στίχος αλλάζει συθέμελα την καθιερωμένη ρυθμική δομή και αγνοεί τις μετρικές παύσεις – κι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ο Μπρόντσκι έχει πρωτοσυναντήσει στη χώρα του, και συγκεκριμένα στην ποίηση της Τσβετάγιεβα. Γενικότερα, μπορούμε να εντοπίσουμε αρκετές πνευματικές αλλά και υφολογικές συγγένειες του Μπρόντσκι με ορισμένους Ρώσσους ποιητές. Σε μια συνέντευξή του,[12] μιλώντας στον Ρώσσο αναγνώστη για τον Ντον αναφέρει: «Θα έλεγα ότι, ως προς το ύφος, είναι ένας συνδυασμός Λομονόσοφ, Ντερζάβιν και θα περιλάμβανα ακόμα τον Γκριγκόρι Σκοβοροντά […], με τη διαφορά ότι ο Ντον υπήρξε, τολμώ να πω, πιο σπουδαίος ποιητής κι απ’ τους τρεις μαζί». Ιδιαίτερη μνεία θα κάνουμε εδώ στον Γκ. Ρ. Ντερζάβιν και τις ωδές του, μ’ έμφαση στην ωδή Θεέ. «Όταν στρέφεται στον Θεό, δεν προσπαθεί να μετριάσει τον προσωπικό τόνο ή ν’ αποκλείσει καταστάσεις που αφορούν τη ζωή του. Δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που μιλάει τώρα κι απευθύνεται στην αιωνιότητα, ενός ποιητή που θέλει να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει έντονα την παρουσία του. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντερζάβιν αισθάνεται ότι η ατομική του ύπαρξη και το εσώτερο κίνητρό του να στραφεί στον Θεό μόνο αμυδρά διακρίνονται στους στίχους του, γι’ αυτό και δεν παραλείπει να προσθέσει με τη μορφή σχολίου, σε πεζό λόγο, αυτό που ένας μεταφυσικός ποιητής θα ενέτασσε στο ποιητικό κείμενο».[13]

mandelstam-190x300

             Όσιπ Μαντελστάμ

Στις επιρροές που δέχθηκε, ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς συγκαταλέγει επίσης τον Γιεβγκένι Αμπράμοβιτς Μπαρατίνσκι και τον Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ. Στην προαναφερθείσα συνέντευξή του, ο Μπρόντσκι αναφέρεται σ’ ένα χαρακτηριστικό του Ντον που επεσήμανε ο Κόλεριτζ και το συνδέει με το ύφος του Μαντελστάμ: «Όταν διαβάζεις Ντον, δεν μετράς τον αριθμό των συλλαβών αλλά το χρόνο. […] Θυμίζει τις μακρόσυρτες τομές των στίχων του Μαντελστάμ: ο ποιητής σταματά το χρόνο και συλλαμβάνει τη στιγμή όταν αυτή τού φαίνεται, για τον άλφα ή βήτα λόγο, μαγευτική. Ή αντίθετα, όπως για παράδειγμα στα Τετράδια του Βορόνεζ[14] – εδώ υπάρχει μια τραχύτητα, πολλά άλματα και σύντμηση του μετρικού ποδός, σμίκρυνση, βιάση, προκειμένου ο ποιητής να συντομεύσει ή να σβήσει εκείνη τη στιγμή που μοιάζει φριχτή».

Αυτό είναι, σ’ αδρές γραμμές, το λογοτεχνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Μπρόντσκι γράφει την Ελεγεία, αφομοιώνοντας, αποδομώντας και συνθέτοντας. Η ιδιότυπη μαθητεία στον Τζων Ντον αποτελεί ίσως τη μοναδική σταθερά στη μοναχική πορεία του. Άλλωστε, ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, ένας άνθρωπος στον οποίο δεν ταιριάζουν οι ετικέτες – ένας διανοούμενος που παράτησε το σχολείο, αλλά έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, ένας πολίτης που υπέστη διώξεις κι εξορίστηκε, αλλ’ αποποιήθηκε το ρόλο του θύματος του καθεστώτος[15], ένας υπήκοος δύο χωρών, που όμως επίσημα θεωρούνταν για κάποια χρόνια άπατρις. Ο Μπρόντσκι έμεινε μακριά από νόρμες γνωρίζοντας ότι αυτές μόνο περιορισμούς θέτουν: «Τίποτα δεν αποκλείεται από τ’ οπτικό πεδίο – στο κάτω κάτω, τα πάντα μπορούν να χρησιμεύσουν ως υλικό. Δεν είναι η γλώσσα όργανο του ποιητή αλλ’ ο ποιητής όργανο της γλώσσας! Η γλώσσα αντιμετωπίζει το υλικό με βλέμμα απαθές, κι ο ποιητής είναι υπηρέτης της. Ιεραρχία ανάμεσα στις διάφορες πραγματικότητες, γενικά, δεν υπάρχει. Κι όταν διαβάζεις Ντον, μια αίσθηση σε συγκλονίζει: ο ποιητής δεν είναι μια προσωπικότητα, μια περσόνα… κάποιος που σας επιβάλλει την άποψή του ή σας προτείνει τη δική του ματιά στα πράγματα – είναι αυτός μέσα απ’ τον οποίο μιλάει η γλώσσα».[16]

ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

~  .  ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Λ. Α. Άννενσκι, День поэзии. 1989, Μόσχα, 1989.

[2] Η Ελεγεία έχει ως ημερομηνία συγγραφής το 1963, ωστόσο σε μια συνέντευξή του (απ’ όπου και το απόσπασμα που παρατίθεται) ο Μπρόντσκι αναφέρει ότι την έγραψε το ’62. Βλ. σχετικά: Ι. Γ. Πομεράντσεφ, «Ο άρτος της ποίησης τον αιώνα της σύγχυσης», Арион, 1995, τχ. 3· ο Μπρόντσκι έδωσε τη συνέντευξη αυτή στο Λονδίνο το 1981.

[3] Ό.π.

[4] Ό.π.

[5] Ό.π.

[6] Βλ. σχετικά: David M. Bethea, Joseph Brodsky and the creation of exile, New Jersey, Princeton University Press, 1994.

[7] Ι. Ο. Σαϊτάνωφ, «Уравнение с двумя неизвестными (Поэты-метафизики Джон Донн и Иосиф Бродский)» [«Εξίσωση με δύο αγνώστους (Οι μεταφυσικοί ποιητές Τζων Ντον και Ιωσήφ Μπρόντσκι)»], Вопросы литературы, 1998, τχ. 6.

[8] Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Μπρόντσκι στον Sven Birkerts, το 1979. Εδώ ο Μπρόντσκι αναφέρεται σε μια συμβουλή που του είχε δώσει ο Γιεβγκένι Ρέιν. (Περιοδικό Звезда, 1997, τχ. 1, μετάφραση και σχόλια Ι. Κομαρόβα.)

[9] Εδώ είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση: στην αισθητική της ρωσσικής γλώσσας η επανάληψη λέξεων σπάνια ηχεί άσχημα και σε καμιά περίπτωση δεν ενοχλεί –ούτε κατά προσέγγιση– όπως στην ελληνική· ωστόσο, εν προκειμένω, η επανάληψη των ως άνω ρημάτων προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση και στον ρωσσόφωνο αναγνώστη.

[10] Βλ. σχετικά Α. Β. Νιέστερωφ «Джон Донн и формирование поэтики Бродского: за пределами Большой элегии» [«Ο Τζων Ντον και η διαμόρφωση της ποιητικής του Μπρόντσκι: πέρα από τα πλαίσια της Μεγάλης Ελεγείας»], στο Иосиф Бродский и мир. Метафизика. Античность. Современность. [Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι και ο κόσμος. Μεταφυσική. Αρχαιότητα. Σύγχρονη εποχή.], Πετρούπολη, Звезда, 2000, καθώς και τις εκεί παραπομπές.

[11] Ό.π.

[12] Ι. Γ. Πομεράντσεφ, ό.π.

[13] Ι. Ο. Σαϊτάνωφ, ό.π.

[14] Πρόκειται για την ποιητική συλλογή την οποία ο Μαντελστάμ έγραψε το διάστημα που ήταν εξόριστος στην πόλη Βορόνεζ (1934-1937), μια απ’ τις πιο παραγωγικές περιόδους στη δημιουργία του ποιητή, μέσα σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης. Ο Μπρόντσκι είχε γνωρίσει τη σύζυγό του, Ναντέζντα Γιάκοβλεβνα.

[15] Βλ. σχετικά Α. Βόλγκινα «Ιωσήφ Μπρόντσκι / Joseph Brodsky», Вопросы литературы, 2005, τχ. 3.

[16] Ι. Γ. Πομεράντσεφ, ό.π.

Μάρη Θεοδοσοπούλου, In Memoriam

Καταγραφή

 

Προσωπικά με είχε περιλάβει δυο τουλάχιστον φορές, μ’ εκείνη την οξεία και λοξή ειρωνεία της. Όταν πρωτοβγήκε το δοκίμιό μου για τον Καβάφη (το κύριο μέρος του, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας το 2003), είχε επικρίνει το θράσος του 35χρονου τότε που νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε πια το βιβλίο, για μια στιγμή, μου «εφάν’ εις τούτο ευμενής». Αναγνώριζε πλέον ότι το γραφτό μου «θέτει ουσιώδη θέ­ματα προς συζήτηση επί του καβαφικού με­γέθους, τα οποία δεν αντιμετωπί­ζονται πρόχει­ρα ή αποφθεγ­μα­τι­κά.»

Παραθέτω τη φράση, όχι γιατί με αφορά, αλλά γιατί είναι το ύφος της par excellence. Ο ανυποψίαστος ας προσέξει τη δίκοπη φράση «δεν αντιμετωπίζονται πρόχειρα». Στο βιβλίο μου επιτυγχάνεται αυτό; Ή μήπως o λόγος εδώ είναι γενικός, ευχετικός: «δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται έτσι»;… Πολλές φορές αναρωτήθηκα, σε συμπέρασμα δεν κατέληξα ωστόσο.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είχε πει γι’ αυτήν ότι τα κριτικά της κείμενα υπονοούν περισσότερα απ’ όσα δηλώνουν. Και είναι αλήθεια: ο ασκημένος μόνο αναγνώστης της έπιανε πίσω από την πυκνή διατύπωση τους υπαινιγμούς. Μέσο εκφραστικό δικό της ήταν πάντα η συγκρατημένη απόφανση, το understatement, οι επιφυλάξεις. Οπαδός από ταμπεραμέντο της ευθυγλωσσίας, ενίοτε και της κραυγαλέας, άργησα να καταλάβω ότι το συγκράτημα αυτό, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να κρύβει μέσα του το ίδιο πάθος, τον ίδιο έρωτα για τη λογοτεχνία όσο και οι αμεσότερες φωνές, που εγώ προτιμούσα. Τα δικά της χέρια ήταν τέτοια.

Στην περιώνυμη εφημερίδα, όπου είχε για ένα διάστημα μόνιμη στήλη, δεν ρίζωσε. Οι φήμες επιμένουν ότι μεγαλοεκδότης, που είχε δει συγγραφέα του να κακοπαθαίνει από την πέννα της, απείλησε τον υπεύθυνο του ενθέτου εκεί, ότι θα του κόψει μαχαίρι τις διαφημίσεις. Και προκειμένου να περισωθούν οι διαφημίσεις, κόπηκε εκείνη… Από μια πλευρά, ευτυχώς. Στην μικρή και απόκεντρη «Εποχή», όπου κρατούσε για χρόνια τη σελίδα του βιβλίου, είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να ασχοληθεί με έργα και θέματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, που την αφορούσαν προσωπικά.

Μου είχαν πει ότι υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός πολυτάλαντη. Ότι στα νιάτα της ήταν συνεργάτις του μεγάλου Πριγκόζιν στο Βέλγιο και ότι είχε εμπρός της καριέρα λαμπρή, που την εγκατέλειψε για να επιστρέψει στα πάτρια και τη γλώσσα. Μεταδίδω την πληροφορία με κάθε επιφύλαξη. Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Άλλωστε ουδέποτε τη συνάντησα για να ‘χω την ευκαιρία να την επαληθεύσω. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο, η ιστορία αυτή μου μοιάζει να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου που υπήρξε.

Βιβλία δικά της βγήκαν ελάχιστα. Τα «Εποχικά», για την νεώτερη πεζογραφία μας, κι ένα μικρό, για τον αγαπημένο της Παπαδιαμάντη. Τα καλύτερά της, αυτά της τελευταίας 15ετίας, παραμένουν εκδοτικώς αφανή, θησαυρισμένα μόνο στο ιστολόγιό της. Τώρα μαθαίνουμε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα. Και ότι η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ήδη από τις 9 του Αυγούστου, είναι νεκρή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Λουλούδια της ερήμου»: Από την Κίσαμο Κρήτης, με Παλαμά, για όλο τον κόσμο

59a503dbcdb0f27217e7d344394798cd

της Ελένης Γεωργακάκη*

Σας καλωσορίζουμε απόψε στην εκδήλωσή μας που γίνεται στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ ποίησης και τεχνών «Κραυγή γυναικών» που υψώνεται από τη Λατινική Αμερική, απ’ όπου ξεκίνησε, και φτάνει σε όλες τις γωνιές του κόσμου, προκειμένου να καταπολεμηθεί –και με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης– κάθε μορφής βία και διάκριση εναντίον των γυναικών απανταχού της γης. Ο Σύλλογός μας, σε συνεργασία με την Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπο του Φεστιβάλ στην Ελλάδα, ένωσε τη φωνή του με όλες τις άλλες για πρώτη φορά πέρυσι, μιλώντας για την ενδο-οικογενειακή βία και όχι μόνο.

Φέτος, το θέμα του Φεστιβάλ είναι τα «Λουλούδια της ερήμου» κι είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του αραβικού και, ευρύτερα, του μουσουλμανικού κόσμου. Μας προτρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας, θέμα τραγικά επίκαιρο στις μέρες μας, με τους χιλιάδες πρόσφυγες να φτάνουν στα νησιά μας κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, πρωτίστως από την σπαρασσόμενη –για 6ο χρόνο– Συρία, αλλά και από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όχι μόνο. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων είναι παιδιά και γυναίκες που φτάνουν μόνες στη χώρα μας, ελπίζοντας σε ένα νέο ξεκίνημα στη γη της Επαγγελίας που γι’ αυτούς είναι η Ευρώπη. Από τις πατρίδες τους τις ξεριζώνει ο πόλεμος, η τρομοκρατία, η φρίκη, η καταστροφή, ο θάνατος, αλλά και η φτώχεια, η πείνα και η ανέχεια. Οι γυναίκες πρόσφυγες, συχνά έγκυοι ή μητέρες πολλών παιδιών, έχουν περάσει «μια διπλή Οδύσσεια» για να φτάσουν ώς εδώ, αφού, πέρα από τις ταλαιπωρίες και τις αντίξοες συνθήκες της μετακίνησης, κινδυνεύουν συχνότατα να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και εμπορίας, τόσο από αδίστακτους διακινητές, όσο και από συνταξιδιώτες τους. Σπάνια σπάνε τη σιωπή τους για να το καταγγείλουν, η κουλτούρα τους όπως θα δούμε δεν τους το επιτρέπει, είναι όμως δυνατές και αποφασισμένες να σταθούν στα πόδια τους.

Από την 1η Διακήρυξη για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, μέχρι το 1979 που υπογράφτηκε η Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε είδους διακρίσεων εις βάρος των γυναικών με νομική δέσμευση για τις χώρες που θα την αποδέχονταν, έγιναν πολλές προσπάθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 186 χώρες είχαν υπογράψει μέχρι το 2010, συμφωνώντας στη νομική κατοχύρωση και διαφύλαξη των δικαιωμάτων των γυναικών, γεγονός υψίστης σημασίας. Εντούτοις, ακόμη και σε αυτές τις χώρες, ακόμη και στις πιο ‘ανεπτυγμένες’ της Ευρώπης, οι διακρίσεις στην πράξη συνεχίζονται, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή σε εκείνες που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, οι άμεσες (στέρηση δικαιώματος μόρφωσης, ψήφου, ιδιοκτησίας κλπ.) ή έμμεσες διακρίσεις είναι πολύ περισσότερες και πολύ εντονότερες.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων μουσουλμανικών χωρών ως προς την αντιμετώπιση της γυναίκας. Για παράδειγμα, στο Ιράκ όλο και περισσότερες γυναίκες αποκτούν ενεργό ρόλο στη κυβέρνηση. Στο Κουβέιτ σχετικά πρόσφατα έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, όπου για πρώτη φορά συμμετείχαν και οι γυναίκες ως ψηφοφόροι και υποψήφιες. Αντίθετα, στη Σαουδική Αραβία –το θεωρούμενο λίκνο του Ισλάμ– οι γυναίκες όχι μόνο δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, αλλά ούτε καν το ‘προνόμιο’ να οδηγούν οχήματα. Παρόλο που κάποιες γυναίκες έφτασαν στα ύπατα πολιτικά αξιώματα στη χώρα τους, όπως η Πακιστανή Μπεναζίρ Μπούτο, συνιστούν μάλλον εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως στο μουσουλμανικό κι αραβικό κόσμο ο δρόμος για την ίση αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών, σε όλα τα επίπεδα (οικογενειακή, πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή), είναι ακόμη πολύ μακρύς.

Το χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αποικιοποίηση, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες έπνευσε άνεμος ελευθερίας, αλλά όχι και για την πλειοψηφία των γυναικών που έμενε κατά κανόνα στο σπίτι, μακριά από τα κοινά, υπακούοντας σε κοινωνίες ανδροκρατούμενες και οικογένειες πατριαρχικές, χωρίς –συχνά– πρόσβαση στη μόρφωση. Και είναι χαρακτηριστικό πως ολοένα περισσότερα κράτη και κοινότητες επικαλούνται το δικαίωμα στα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, προσδίδοντας σε παλιές μισογυνικές παραδόσεις τη νομιμοποίηση που χρειάζονται.

Επειδή όμως το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» πάει χέρι-χέρι με τη λογοτεχνία, η οποία έρχεται με το δικό της, μοναδικό τρόπο να καταγγείλει τα ανείπωτα, ας σταθούμε στο ποίημα της τιμώμενης φέτος ποιήτριας του Φεστιβάλ, Ζέφης Δαράκη:

Στεκόμουν στην άκρη του δωματίου
με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο
και επειδή μου απαγόρευαν τα ερωτήματα
μου απευθύνανε
αυστηρές απαντήσεις

που σαν διαταγές σκοτείνιαζαν το σώμα –
μου λέγανε,
θα ζήσεις μόνο με το φως του διαδρόμου

Νοσταλγώ τα ρούχα μου στο φεγγαρόφωτο…
Τι γύρευα στα ερημικά ανοίγματα
έξω από ξεριζωμένα καλώδια τηλεφώνων
να κρέμονται κραυγές στη δύναμη του αέρα
να κοκκαλώνουν την ανάμνηση
σε παρελάσεις φαντασμάτων

Με τιμώρησαν για να αλλάξω πεπρωμένο

Ποιο όμως πεπρωμένο επιφυλάσσεται για εκατομμύρια γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες, κυρίως της Αφρικής, όταν στο όνομα κάποιου βάρβαρου εθίμου συνεχίζεται η κλειτοριδεκτομή και ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων; Για πολλούς αυτό θεωρείται πρακτική που βοηθά το κορίτσι να ενηλικιωθεί και να παντρευτεί γιατί έτσι προστατεύεται η ‘αγνότητά’ του μέχρι το γάμο. Αυτή η ‘επέμβαση’ που πραγματοποιείται από απλούς ανθρώπους, χωρίς ιατρική καθοδήγηση και φαρμακευτική αγωγή, είναι απάνθρωπη και επικίνδυνη, όχι μόνο για την ψυχική και σωματική υγεία των κοριτσιών, αλλά και για την ίδια τη ζωή τους. Στοιχεία του ΟΗΕ αποκαλύπτουν ότι 200 εκατομμύρια κορίτσια σε 30 χώρες του κόσμου έχουν υποστεί αυτόν τον ακρωτηριασμό, με 1η τη Σομαλία, όπου το ποσοστό ανέρχεται στο εφιαλτικό 98%. Μετά από έντονες διεθνείς πιέσεις, η κυβέρνηση της Σομαλίας σκέφτεται να απαγορεύσει αυτή την πρακτική.

Η 1η που έσπασε τη σιωπή της και κατήγγειλε αυτό το βάρβαρο έθιμο ήταν η Σομαλή Γουόρις Ντίρι, τέλη της δεκαετίας του 1990. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο με τίτλο «Το λουλούδι της ερήμου» (αυτό σημαίνει το Γουόρις), διηγείται πώς και γιατί έφυγε από την οικογένειά της. Επιβίωσε διασχίζοντας μόνη την έρημο, και με χίλια βάσανα έφτασε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε το δυτικό τρόπο ζωής κι έγινε τελικά μοντέλο. Αξιοποιώντας την επωνυμία της, κατήγγειλε το βάρβαρο έθιμο, ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ. Το σχετικό απόσπασμα από την ομώνυμη ταινία:

Εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε πως δεν είναι λίγοι οι ηγέτες του Ισλάμ που είναι αντίθετοι με την πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, ισχυριζόμενοι πως δεν σχετίζεται με τη θρησκεία τους.

Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ο λόγος που έκανε τη δεκατριάχρονη τότε Γουόρις να εγκαταλείψει την οικογένειά της, δηλαδή ο σχεδιαζόμενος γάμος της μ’ έναν ηλικιωμένο, λόγω φτώχειας, είναι πολύ διαδεδομένη συνήθεια σε κάποιες μουσουλμανικές χώρες όπως το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, η Νιγηρία, το Κονγκό, το Ιράκ και κυρίως η Υεμένη, όπου η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ορίσει ως κατώτατο όριο γάμου για τα κορίτσια τα 18 χρόνια.

Τα στοιχεία που δίνει πάλι ο ΟΗΕ είναι αποκαλυπτικά για τις συνέπειες των αναγκαστικών γάμων ανήλικων κοριτσιών στις χώρες της Ν. Ασίας και της Αφρικής για την υγεία τους, αλλά και τις αυξημένες πιθανότητές τους να πέσουν θύματα βίας, κακοποίησης και να προσβληθούν από τον ιό του AIDS. Αυτά τα κορίτσια εγκαταλείπουν πρόωρα και βίαια τα σπίτια, το σχολείο και την παιδικότητά τους και υφίστανται τρομακτικές σωματικές και ψυχικές κακώσεις που προκαλούν μόνιμα ψυχικά τραύματα.

Είναι εξαιρετικά σπάνιες, όμως υπάρχουν περιπτώσεις κοριτσιών που αντιστέκονται, όπως εκείνη της Νοζούντ Άλι από μια ισλαμική επαρχία της Υεμένης, την οποία πάντρεψαν στα δέκα της χρόνια και η οποία κακοποιήθηκε άγρια από το ‘σύζυγό’ της. Κατέφυγε στην οικογένειά της, όπου όμως δεν βρήκε προστασία, καθώς οι γονείς της δεσμεύονταν από το συμβόλαιο ‘τιμής’ με το γαμπρό. Το κορίτσι βρήκε το κουράγιο να παρουσιαστεί μόνο του μπροστά στο δικαστή και να ζητήσει διαζύγιο. Σήμερα παρακολουθεί ξανά μαθήματα στο σχολείο και ονειρεύεται να γίνει δικηγόρος, εμπνευσμένη από τη δική της δικηγόρο (και πρότυπό της πλέον) Σέντα.

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν και επηρεάζονται από το νομικό πλαίσιο μιας χώρας, αλλά και από το εθιμικό δίκαιο και τη νοοτροπία των ανθρώπων. Στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, αξίες, πεποιθήσεις, συνήθειες και παραδόσεις περνούν από γενιά σε γενιά κι επιβάλλονται με πειθώ, ασφυκτικές πιέσεις ή ακόμη και τη χρήση βίας. Έτσι, επιτρέπουν ή ανέχονται απάνθρωπες συμπεριφορές εις βάρος –εν προκειμένω– των γυναικών, όπως τη θανάτωση δια λιθοβολισμού, τα εγκλήματα τιμής, τους ομαδικούς βιασμούς, τον ξυλοδαρμό, την εξώθηση στην πορνεία ή τη βίαιη διακοπή της κύησης θηλυκών εμβρύων.

Οι περισσότερες γυναίκες που υφίστανται τέτοιων ειδών κακοποίηση δεν την καταγγέλλουν, υπακούοντας στο νόμο σιωπής που ισχύει κατά κανόνα σε αυτές τις κοινωνίες, από φόβο ή/και αδυναμία. Λίγες είναι εκείνες που μίλησαν, καταθέτοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε δύο περιπτώσεις, των οποίων οι εμπειρίες αποτυπώθηκαν σε βιβλία που προκάλεσαν μάλιστα παγκόσμια αίσθηση.

Η πρώτη αφορά την Αμερικανίδα Μπέτι Λάβερ Μαχμουντί, η οποία επισκέφτηκε το 1984 (και για λίγες μέρες όπως νόμιζε) μαζί με την τετράχρονη κόρη της και τον Ιρανό σύζυγό της, γιατρό σπουδαγμένο στην Αμερική, την οικογένειά του στην Τεχεράνη, όπου είχαν επικρατήσει οι Ισλαμιστές. Εκεί, βρέθηκε αιχμάλωτη από τον ίδιο, όντας υποχρεωμένη να αποδεχτεί έναν τρόπο ζωής και μια τάξη πραγμάτων εντελώς διαφορετικά απ’ όσα γνώριζε ώς τότε. Ο άνδρας της, από υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας, μεταλλάχτηκε σε βίαιο τύραννο, ενώ εκείνη δεν είχε καμία ελευθερία και κανένα δικαίωμα επιλογής ή προστασίας του παιδιού της. Σε μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τους Ιρακινούς στη διάρκεια του Ιρανο-ιρακινού πολέμου, όπου –όπως καταγγέλλει– και οι δύο χώρες εξοπλίζονταν –η μία επισήμως και η άλλη κρυφά– από την Αμερική, σε ένα κλίμα θρησκευτικού φανατισμού, μισαλλοδοξίας, προκατάληψης, προπαγάνδας και απόλυτης κυριαρχίας του άνδρα, έψαχνε απεγνωσμένα για βοήθεια. Παρά την ασφυκτική παρακολούθηση από τον άντρα της και την οικογένειά του και μετά από αμέτρητες δυσκολίες και την πάροδο χρόνων, κατόρθωσε να διαφύγει μαζί με την κόρη της, περνώντας με Κούρδους διακινητές παράνομα στην Τουρκία. Έκτοτε, η γυναίκα αυτή αφιέρωσε τη ζωή της στη συγκέντρωση ανάλογων μαρτυριών για την ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Το βιβλίο της, που μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, φέρει τον τίτλο «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».

Η δεύτερη περίπτωση αφορά την Πακιστανή μεγαλοαστή Τεχμίνα Ντουρανί, η οποία στα εικοσιένα χρόνια της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Μουσταφά Χαρ, έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς στη χώρα του. Επί δεκατέσσερα χρόνια φαίνονταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που απέκτησε μάλιστα και πέντε παιδιά. Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Όπως κατήγγειλε η Τεχμίνα αργότερα, η ζωή της ήταν μια κόλαση, καθώς ο άντρας της τη χτυπούσε, την ταπείνωνε και την απατούσε με μία από τις αδερφές της. Όταν ζήτησε διαζύγιο, εκείνος αρνήθηκε να της το δώσει, τονίζοντας πως χωρίς εκείνον δεν θα ήταν τίποτε, δεν θα είχε τίποτε, δεν θα την υπολόγιζε και δεν θα τη σεβόταν κανείς –σύμφωνα με τα στερεότυπα για τις διαζευγμένες γυναίκες–, ενώ θα έχανε και την επιμέλεια των παιδιών. Εκείνη βρήκε τη δύναμη και έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καταγγέλλοντας την κακομεταχείριση των γυναικών από τος άντρες τους στο μουσουλμανικό κόσμο. Το βιβλίο προκάλεσε σοκ για την τόλμη και την αλήθεια του και, παρά τις αρνητικές κριτικές στο Πακιστάν, κανείς δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό. Με πολύ αγώνα, κατόρθωσε μάλιστα να κερδίσει και την επιμέλεια των παιδιών.

Η Νικαραγουανή ποιήτρια, ακτιβίστρια και μητέρα τεσσάρων παιδιών, Τζοκόντα Μπέλλι, δίνει ποιητικά τις συμβουλές της σε κάθε γυναίκα για να ’ναι δυνατή: (Συμβουλές για μια γυναίκα δυνατή, μτφρ: Έλενα Σταγκουράκη)

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
προστατέψου απ’ τις αρπάγες που θελήσουν
την καρδιά σου να σπαράξουν.
Αυτές φορούνε μάσκες απ’ όλα αυτής της γης τα καρναβάλια—
σε ενοχές μεταμφιέζονται, κατηγορίες, ευκαιρίες, στο αντίτιμο που πρέπει τάχα να
[πληρώσεις.
Την ψυχή σου την ταράζουν – εισβάλλουν σαν ατσάλινο τρυπάνι με το βλέμμα ή τους θρήνους τους
ώς τα βάθη ώς το μάγμα της ουσίας σου
όχι απ’ τη φωτιά σου για να φωτιστούν
παρά το πάθος για να σβήσουν
τη σοφία της φαντασίας σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
να ξέρεις πρέπει πως ο αέρας που σε θρέφει
ακάρεα μεταφέρει και παράσιτα,
έντομα μικρούτσικα που ψάχνουν μες στο αίμα να φωλιάσουν
και να τραφούν απ’ ό,τι μέσα σου είναι στέρεο και μεγάλο.

Την συμπόνια σου μην χάνεις – μα τρέμε αυτό που θα θελήσει
τη λέξη να σου στερήσει και το είναι σου να κρύψει,
αυτό που επιδιώκει να σε αμβλύνει
υποσχόμενο επίγεια βασίλεια
σε αντάλλαγμα ενός χαμόγελου συγκατάβασης.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
για τη μάχη προετοιμάσου:
μάθε μόνη σου ν’ αρκείσαι,
στο σκοτάδι να κοιμάσαι δίχως φως και δίχως φόβο,
σωσίβια να μη δέχεσαι σαν μαίνεται η καταιγίδα,
και στο ρεύμα κόντρα να κολυμπάς.

Εκπαιδεύσου στο συλλογισμό και τις ασκήσεις της διανοίας
διάβαζε, αγάπα τον εαυτό σου, και οχύρωσε το κάστρο σου
περίβαλέ το με τάφρους βαθειές
μα κράτησε πλατιά, παραθύρια και πύλες.

Απαραίτητο, φιλίες αληθινές να καλλιεργείς
ώστε εκείνοι που είναι δίπλα σου και σ’ αγαπούν να ξέρουνε ποια είσαι,
ώστε κύκλος από εστίες να γίνεις που στο κέντρο θ’ ανάβουνε της κάμαράς σου,
φουφού να καίει πάντα και τη θέρμη να διατηρεί των ονείρων σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
με λέξεις προφυλάξου και με δέντρα
και στο νου σου να φέρνεις τις γυναίκες απ’ τα παλιά.

Φρόντισε να μάθουν πως είσαι πεδίο μαγνητικό
που πάνω του γρυλίζοντας θα ταξιδεύουν καρφιά σκουριασμένα
και η θανάσιμη οξείδωση των ναυαγίων όλων.
Προστάτεψε, μα πρώτα προστατέψου.
Κράτα αποστάσεις.
Οικοδόμησε και φρόντισε τον εαυτό σου.
Αποθησαύριζε τη δύναμή σου
υπερασπίσου την,
κάνε το για σένα.
Σου το ζητώ εξ ονόματος ημών όλων.

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νεαρής Πακιστανής, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η οποία αγωνίζεται σταθερά κι ανυποχώρητα για το δικαίωμα των κοριτσιών της χώρας της στη μόρφωση, κάτι που το καθεστώς των Ταλιμπάν έχει απαγορεύσει. Το 2012 η Γιουσαφζάι δέχτηκε δολοφονική επίθεση με μια σφαίρα στο κεφάλι, επέζησε όμως και συνεχίζει τον αγώνα της. Μάλιστα το Δεκέμβριο 2014 τιμήθηκε, από κοινού με τον Ινδό Καϊλα Σατιάρτι, με το Νόμπελ Ειρήνης.

Πράγματι, το πόσο επιτακτική ανάγκη συνιστά η παροχή (ποιοτικής) εκπαίδευσης σε παιδιά και ενήλικες, αποτυπώνεται σε στοιχεία του ΟΗΕ και της UNICEF. Από τα 776 εκατομμύρια αναλφάβητων ενηλίκων, τα 2/3 είναι γυναίκες! Ειδικότερα στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, οι περισσότερες γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Από τα 250 εκατομμύρια ανεκπαίδευτα παιδιά στον κόσμο, τα περισσότερα είναι κορίτσια. Το ίδιο ισχύει και στις μουσουλμανικές χώρες, όπου τα κορίτσια, λόγω των πρόωρων γάμων, της παιδικής εργασίας και άλλων αντιλήψεων, εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Αν τα κορίτσια δεν μορφωθούν, η θέση της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο δεν μπορεί να βελτιωθεί· αντιθέτως θα διαιωνίζεται η παθητική στάση, η σιωπή, η περιθωριοποίηση. Σύμφωνα με την παροιμία, εκπαιδεύοντας ένα αγόρι, εκπαιδεύεις ένα αγόρι, εκπαιδεύοντας όμως ένα κορίτσι, εκπαιδεύεις μια ολόκληρη γενιά. Ο Κωστής Παλαμάς επεσήμανε σοφά στις αρχές του περασμένου αιώνα τις προϋποθέσεις χειραφέτησης για τις ίδιες τις γυναίκες:

Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,
κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.

Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα
για την Αγάπη και για την Αλήθεια.

Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.

Τα χρόνια πέρασαν και στο θέμα της ισότητας των δύο φύλων έχουν γίνει αλλού περισσότερα βήματα και αλλού λιγότερα. Ωστόσο, σε μια εποχή σαν τη σημερινή, οπότε η πολύπλευρη κρίση ισοπεδώνει και τους άντρες και τις γυναίκες, καταδικάζοντάς τους σε φτώχεια, ανεργία, ξεριζωμό κι αναξιοπρέπεια, ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο. Για να γκρεμιστούν τα στερεότυπα που διαιωνίζουν τις διακρίσεις, και τα δύο φύλα οφείλουν να δείξουν αμοιβαίο σεβασμό και να αναγνωρίσουν την ισοτιμία τους, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη. Απόψε ρίξαμε λίγο φως σ’ ένα κόσμο που μοιάζει άλλοτε κοντινός κι άλλοτε μακρινός, σε ένα κόσμο με σοβαρά προβλήματα. Με τη δική μας φωνή λέμε απλά πως σε κανένα άνθρωπο, για κανένα λόγο και στο όνομα καμίας πίστης δεν μπορεί να αμφισβητείται το δικαίωμά του να αναγνωρίζεται ως Άνθρωπος.

*Κείμενο που εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών», στο Δημαρχείο Κισάμου, στις 20.03.2016. Στην εκδήλωση συμμετείχαν και οι: Μάντυ Βαρουχάκη, Ελένη Γεωργακάκη, Ινώ Γεωργακάκη, Κωστής Κυριτσάκης, Χάρης Μπατάκης και Γεωργία Τυράκη. Επιμέλεια ήχου και συντονισμός προτζέκτορα: Βίκυ Πέτσκου.

Σημάδια παρακμής στην λογοτέχνια

DECAY

~~~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Το φαινόμενο της παρακμής όταν ερμηνεύεται σε «ειδικότερη» βάση, για παράδειγμα στα λογοτεχνικά πράγματα, παρουσιάζει πάντοτε ή κατά κανόνα κάποια ευκόλως ανιχνεύσιμα στοιχεία, βάσει των οποίων επιχειρείται ανά τις εποχές –και στο βαθμό που ένα τέτοιο φαινόμενο καθίσταται πλέον μη αγνοήσιμα αισθητό– μια ποιοτική καταμέτρησή του. Τα κριτήρια σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι δύο ειδών: θεωρητικά (από την άποψη μιας θεωρίας της τέχνης) και ιστορικά-ιστοριογραφικά.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, τουτέστιν τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας, δύο είναι οι κύριες παράμετροι εφαρμογής των ιστορικών κριτηρίων: η κοινωνική-οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα μας εδώ και χρόνια αλλά και το –ίσως μοναδικό– νεοελληνικό φαινόμενο διεξαγωγής μιας «πνευματικής» ζωής πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικώς, μέσα από το διαδίκτυο και μάλιστα μέσα από τα προφίλ ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης!

Για λόγους προσληπτικής ευχρηστίας από τον αναγνώστη, θα επιχειρήσουμε να απαριθμήσουμε εν είδει καταλόγου, μερικές τέτοιες ενδείξεις παρακμής, οι οποίες λαμβανόμενες εν συνόλω δεν μπορεί παρά να άγονται σε μια κατάδειξη του παρακμιακού φαινόμενου. Πρόκειται, όπως ελέχθη, για «μερικές» ενδείξεις, πράγμα που σημαίνει πως υπάρχουν και άλλες (αρκετές ακόμα). Εδώ παρατίθενται από καθαρά δειγματοληπτική άποψη οι κάτωθι.

1. Πρώτο απ’όλα, ως γενικευμένο γνώρισμα λογοτεχνικής παρακμής ανά τους αιώνες, το ολοένα και περισσότερο χοντροκομμένο της μορφής στο όνομα μιας φαιδρώς εξιδανικευμένης ή μυστικοποιημένης απλότητας. Πληθαίνουν τα κείμενα ατελούς ή ανύπαρκτης προκατεργασίας που παρουσιάζονται στον έντυπο και τον διαδικτυακό κόσμο.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Όπως προελέχθη, η «ποιούσα την ανάγκην φιλοτιμίαν» μυστικοποίηση ή λατρεία της «απλότητας». Σύμφωνα με αυτήν την μάλλον φυγόπονη και δίχως παιδεία θεώρηση, το απλό και το πολύπλοκο είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους πράγματα και ως εκ τούτου το απλό προτιμάται, έστω και αν το απλοϊκό ή απλοποιημένο παρερμηνεύεται από τους παρακμίες ως εάν ήταν πράγματι απλό και προβάλλεται ως τέτοιο.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Ολοένα και περισσότεροι θεωρούν περιττή μια βαθύτερη θεωρητική ενάσχοληση με τα λογοτεχνικά πράγματα, αποφεύγουν μια συστηματικότερη μελέτη κρισίμων περιόδων στην ιστορία της λογοτεχνίας ή εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος και εμπιστεύονται περισσότερο τον «εσωτερικό» κόσμο τους (όχι ότι αυτό είναι λάθος, μονόπλευρα όμως παρμένο είναι τραγικό… η λογοτεχνία θέλει δουλειά).

Αυτοσχεδιασμός και προχειρότητα λοιπόν στην θέση της υποδομής, με αποτέλεσμα οι «εμπνεύσεις» να περιτριγυρίζουν χιλιοαναμασημένα και «πολυτραγουδισμένα» μοτίβα, μη διακτινιζόμενα σε τίποτε περαιτέρω του εαυτού τους.

Ως αποτέλεσμα η μορφή καθίσταται πιο χοντροκομμένη, η εκφραστική έχει τα χάλια της καθώς οι «γωνίες» του γραπτού λόγου αμβλύνονται σε βαθμό τέτοιο ώστε να δύναται να ακολουθήσει την πνευματική φτώχεια του παρακμία, η θεματολογία είναι η πλέον «βασική» και χιλιοχρησιμοποιημένη, αλλά και άλλα συναφή γνωρίσματα.

Αντιμετώπιση: Είναι καλό –και σε πείσμα μιας κατ’ εξοχήν αντιθεωρητικής χώρας και νοοτροπίας που τους περιβάλλει– οι λογοτέχνες να ασχολούνται τόσον με την θεωρία γενικότερα όσον και ειδικότερα με την θεωρία της λογοτεχνίας. Επειδή, προτού επιχειρήσεις να αρθρώσεις λόγο για κάτι, θα πρέπει να είσαι ενήμερος (όσον το δυνατόν) περί του τι είπαν και έγραψαν πολλοί άνθρωποι πριν από σένα, ώστε να μην επαναλάβεις τα ίδια και μάλιστα σε πτωχότερη μορφή! Η τέχνη, αντίθετα με την θεώρηση της παρακμής –που τείνει να προσημειώσει με θετική σήμανση κάθε έκπτωση δεν είναι μίμηση ούτε «συνέχεια», αλλά νέα δημιουργία, ρήξη και ασυνέχεια!

Περαιτέρω, η εξιδανίκευση της «απλότητας», τόσον διαδεδομένη στην χώρα μας λόγω της ρωμέικης συνήθειας να αναπαράγονται ακρίτως διάφορα βολικά σλόγκαν και συνθηματάκια που εξυπηρετούν την πνευματική οκνηρία και την πρόχειρη έμπνευση, η εξιδανίκευση της απλότητας λοιπόν, είναι τόσον σαθρή όσον και επικίνδυνη εξ αιτίας των αναποφεύκτων παραλόγων συνεπειών της. Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, αρκεί να σκεφθούμε ότι ένας ανθρώπινος οργανισμός για παράδειγμα, είναι κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και σε καμμία περίπτωση δεν παραπέμπει στην ιδέα της “απλότητας”. Η ζωή για να υπάρξει και να λειτουργήσει χρειάζεται μια “πολύπλοκη” ανάπτυξη ή επέκταση. Αν αυτό λοιπόν ισχύει για τον άνθρωπο, πόσον περισσότερο θα έπρεπε να ισχύει για ό,τι ο ίδιος παράγει, και εν προκειμένω παράγει λογοτεχνικά!

Όμως αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ κατά πρώτιστη και καίρια σημασία είναι το εξής: Το απλό δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με το εύληπτο! Όπως και το πολύπλοκο δεν είναι κατ’ ανάγκην δύσληπτο. Τέτοιου είδους χοντροκομμένα μυθεύματα γίνονται δημοφιλή της μιας ευκαιριακής χρήσεως σε καιρούς παρακμής αλλά και γενικότερα σε χώρες στις οποίες εξιδανικεύεται η στασιμότητα και η οπισθοδρόμηση στο όνομα του “απλού”!

Για να το αντιληφθούμε αυτό καλύτερα ας δούμε λίγο την φράση: «ο θεός είναι άπειρος». Δεν υπάρχει κάτι πιο απλό ως σκέψη, έκφραση και διατύπωση από αυτό. Πόσον όμως εύληπτο θα το θεωρούσατε; Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η απλότητα πάση θυσία (ακόμα και της λογικής ή της πραγματικής ανάγκης), αλλά η λειτουργική, αιτιολογημένη απλότητα όποτε η περίσταση το απαιτεί, γιατί σε μιαν άλλη περίσταση μονάχα το πολύπλοκο φέρει τα πράγματα εις πέρας.

2. Η αντικατάσταση της λογοτεχνικής κριτικής προοδευτικώς και σε εκτεταμένη βάση από το ατεκμηρίωτο μπινελίκι, το μεθυσμένο μουρμουρητό που επιχειρεί να δυσφημίσει πλαγίως, τις πρόχειρες «στο πόδι» γνώμες, τις ξεδιάντροπες διαφημίσεις που πλασάρονται ως «θετικές κριτικές», τα άναρχα μουγκρητά αγνώστου ανθρωπολογικής συστάσεως κλπ. κλπ.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Απολύτως καμμία εμφανιζόμενη δικαιολογία, «επίσημη» τουλάχιστον. Με παραδειγματικά ρωμέικο θρασύ τρόπο επιχειρείται κάποτε ή συχνά να περάσουν όλα τα άνω αναφερόμενα καταρρακώματα ως «κριτική». Ενίοτε και με την συνδρομή μιας κακώς εννοουμένης διασυμπεριφοροπαρλατορικής «καλλιτεχνικότητας» που «πουλάει τρέλα» ενώ στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ανειρμικότητα, ασυναρτησία ενώ στις χειρότερες περιπτώσεις λασπογραφία και bullying σε ψευδολογοτεχνίζουσα προφάνεια.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Όπως μπορεί ευκόλως να διαπιστωθεί στα κοινωνικά μέσα, αλλά και εν γένει στο ελληνικό διαδίκτυο, η πραγματική λογοτεχνική κριτική τείνει να καταστεί πλέον ανύπαρκτο είδος. Πράγμα τρομαχτικά επικίνδυνο για τις νεώτερες γενιές που μορφώνονται λογοτεχνικώς κυρίως από το διαδίκτυο και δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη η οποιαδήποτε απόπειρα χειραγώγησής τους από επιτήδειους, απατεώνες και λασπογράφους όταν αυτοί οι τελευταίοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως πράγματα «φυσικά» την δια βοής επικρότηση ή τον χλευασμό από κάποια «στημένη» μικροπαρέα ή μικροόχλο.

Περαιτέρω, αρνητικότερη ίσως συνέπεια αποτελεί η μετατόπιση από την “ad judicium” στην “ad hominem” κρίση (ή παράκρουση), πράγμα το οποίο και συνιστά ένα από τα πλέον βασικά και επίμονα στην εμφάνιση γνωρίσματα παρακμής στην ανθρώπινη Ιστορία!

Ιδιαίτερα μάλιστα, αν αναλογιστεί κάποιος, ότι σε κοινωνίες όπως η νεοελληνική που επί δεκαετίες «διαπαιδαγωγείται» –σε σημαντικό βαθμό– με bullying, νταηλίκι αλλά και τον ευφημισμό της αισχρής λάσπης ως «ε εντάξει είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω, δεν χάλασε ο κόσμος», τι τερατογραφήματα γελοιότητας και ψυχανωμαλίας, λοιπόν, μπορεί να γεννήσει το διαιωνίως παρακμιακό σημάδι σφετερισμού του argumentum ad judicium από το argumentum ad hominem! Είναι μήπως τυχαίο που στις συνθήκες της σημερινής παρακμής, και σε ένα όχι εύκολα αγνοήσιμο ποσοστό, το ελληνικό λογοτεχνικό (και παραλογοτεχνικό) διαδίκτυο θυμίζει βόθρο;

Φυσικά, και σε καιρούς ακμής το “ad hominem” στην λογοτεχνία δεν εξαφανίζεται, αλλά εκεί αποκτά την σωστή θέση του και την κρίσιμη ποιότητά του. Η κρίση επί του ανθρώπου ως λογοτέχνη, συμφώνως με τα έργα τέχνης του αλλά και με τις δημόσιες πράξεις που πιθανώς συνόδευσαν αυτά, ανήκει συνήθως σε πιο ώριμες χώρες και κοινωνίες και σε κάθε περίπτωση στις επερχόμενες γενεές που μπορούν να δουν με ψυχραιμία και με πιο αντικειμενικό μάτι εκεί που τα πάθη και τα μίση (τρελά και υπερχρονίσαντα συνήθως στο ρωμέικο) αποτυγχάνουν να δουν στο εκάστοτε παρόν.

Αντιμετώπιση: Σε αυτές τις γελοίες περιπτώσεις που δυστυχώς πληθαίνουν στο διαδίκτυο, και σε συνθήκες αμέριμνης παρακμής, η αντιμετώπιση είναι μόνο μία: Στα σκουπίδια.

Κείμενο, μουρμουρητό ή μουγκρητό που καμώνεται την κρίση, προσφέροντας αυθαιρεσία, μη παραδειγματογραφία, ανειρμικότητα και αναιτιατές συνδέσεις, ενώ στις χειρότερες πλην υπαρκτές περιπτώσεις μην όντας κάτι περισσότερο από υβρεομπινελικοστάσιο (χωρίς συνήθως να κατονομάζει τίποτα από φόβο ενοχής και συνεπειών) απορρίπτεται χωρίς πολλά πολλά. Ο βόθρος στην Ελλάδα έχει φρακάρει πλέον. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για επέκτασή του.

3. Η ξεδιάντροπη αναπαραγωγή «υφών» κάποιων σημαντικών ποιητών, φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως στο διαδίκτυο όπου το κοινό δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό και πολλές φορές η αναγνωστική πρόσληψη της παρουσιαζομένης λογοτεχνίας κάθε άλλο παρά με λογοτεχνικό τρόπο γίνεται, ενώ, παραλλήλως, η στοιχειώδης σοβαρότητα δεν εμφανίζεται ως προϋπόθεση για την συναναστροφή με τα λογοτεχνικά πράγματα!

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Ψευδοθεωρητικισμοί και χιλιομασημένα κλισέ για κάτι τόσον αυταπόδεικτο άμα τη εμφανίσει: το γεγονός δηλαδή ότι πολλοί ποιητές του διαδικτύου μιμούνται έως αισχρής εξαντλήσεως τις καβαφικές ή σεφερικές μανιέρες, ενώ οι πιο «διαμαρτυρόμενοι» πιθηκίζουν ασύστολα στις γραφές τους την «πληθυντική» μανιέρα του Ginsberg. (Π.χ.: Αγόρια που κλαίνε με αναφιλητά στους στρατούς! γέροι που κλαψουρίζουν στα πάρκα!… Διαμερίσματα ρομπότ! Αόρατα προάστια! Σκελετωμένα θησαυροφυλάκια! – κλπ. κλπ., στην Ελλάδα η μίμηση του συγκεκριμένου γινσπεργείου ύφους –που έχει τις καταβολές του φυσικά στον Ουίτμαν– δημιούργησε επί δεκαετίες θύματα και θύματα που πίστεψαν ότι απλά «γαυγίζοντας» θα γίνουν ποιητές με μια «επαναστατική» χροιά μάλιστα, γεμίζοντας χαρτιά και χαρτιά με παροξυσμούς σαλεμένων ή νοσηρών φαντασιογραφιών επί ανθρωπίνων τύπων οι οποίοι, αντίθετα με ό,τι επαγγέλλεται μια κοινωνικώς διαμαρτυρόμενη ποίηση, υπήρχαν κατά κανόνα μόνον στο κεφάλι των γινσπεργειοπαθών ποιητών και όχι στην πραγματικότητα).

Παρ’ όλ’ αυτά όμως, σου λέει ο άλλος, διαδίκτυο είναι, λέγε λέγε και ξελέγε, βρες και μια παρεούλα για κάνα λάικ και μπιζάρισμα, ρίξε και κάνα μπινελίκι στους σοβαρούς, κάπως θα την βγάλεις.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Πλήρης εκτροχιασμός και διαστροφή της αναγνωστικής συνείδησης όποτε συμβαίνει, γιατί το ρωμέικο πάντοτε αποπειράται να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, και να ακυρώσει ζηλοφθόνως όχι μόνο τα έγκυρα αλλά και αυτά τα επίκαιρα ή πιο σύγχρονα προς όφελος μιας εκάστοτε προτιμηθείσης παρελθοντολαγνείας.

Αντιμετώπιση: Η πραγματική κριτική που πρέπει κάποτε να εμφανιστεί και στο ελληνικό διαδίκτυο (πολύ λίγες οι θετικές εξαιρέσεις σήμερα).

Και όταν λέμε πραγματική κριτική, εννοούμε μονάχα: κατονομασία, ανάληψη ευθύνης, λογικά αιτιατές συνδέσεις στο κείμενο της κριτικής, επαρκής παραδειγματογραφία, αντιπαράθεση κειμένων όταν αυτή προκύπτει ως αναγκαία από τα προφραζόμενα, αναγωγή στην ιστορία της λογοτεχνίας, έκταση και ανάπτυξη των ιδεών και πάνω απ’ όλα: ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ (με αληθή και όχι με ψευδή στοιχεία ή παραπληροφορώντας).

Όλα τα άλλα δεν είναι παρά για τα σκουπίδια.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Λοξές ματιές: Κατά της δράσης

αξιον

~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τα φαινόμενα καταιγιστικής δράσης σε μια αφήγηση εγείρουν, αναπόφευκτα, σοβαρά ζητήματα αληθοφάνειας. Ακόμα χειρότερα: εντείνουν μια αίσθηση ματαιότητας των πραγμάτων και δείχνουν επιπολαιότητα του γράφοντος. Μετά από ένα σημείο είμαστε αναγκασμένοι να τα θεωρήσουμε εντελώς ανούσια.

Η ζωή, ακόμα και στις πιο πυκνές στιγμές της δεν είναι μόνο τρέξιμο, αδιάλειπτο αγκομαχητό και σφυροκόπημα, αλλά συντίθεται επίσης από παύσεις, ανάπαυλα, ακινησία, αναστοχασμό, κενά, διαλείμματα. Τείνουμε να πιστεύουμε το αντίθετο αλλά ακόμα και η πιο δεμένη αφήγηση παρουσιάζει ρωγμές υπό το βάρος της ανεξέλεγκτης δράσης. Σε ένα όνειρο μπορεί καμιά φορά να εμφανίζονται αλλεπάλληλα συμβάντα, εικόνες που διαδέχονται τάχιστα η μία την άλλη, κίνηση, ροή των πραγμάτων, αντικρουόμενες ενέργειες. Όχι όμως στην πραγματικότητα. Στην λογοτεχνία που είναι, κατά μία έννοια, συμφυρμός ονείρου και πραγματικότητας απαιτείται κάποιου άλλου είδους ισορροπία.

Τι συνιστά δράση σε μια αφήγηση; Σίγουρα έχει να κάνει με την κίνηση των ηρώων, με την βούληση, με την πράξη τους. Κεντρίζει πάντα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αλλά πόσο μπορεί να το κρατήσει; Και τι αντίκτυπο έχει μέσα του; Είναι η δράση η μόνη κινητοποιός δύναμη μιας αφήγησης; Όχι αναγκαστικά. Η αφηγηματική μηχανή δεν ενεργοποιείται, άλλωστε, πάντοτε από βαθιά, εσωτερικά αίτια. Κάποιες φορές συμμορφώνεται απλώς με τις ίδιες της τις ανάγκες. Τι σημαίνει αυτό; Ο ήρωας μιας ιστορίας κάνει το τάδε ή το δείνα, αντιδρά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, προβαίνει σε μια πράξη, όχι γιατί κανοναρχείται από μια προσωπική επιθυμία, ανάγκη, ένα εσωτερικό κέλευσμα, αλλά επειδή η ιστορία στην οποία μετέχει το ζητά, το επιτάσσει και ακόμα το επιβάλλει. Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα περισσότερα ευπώλητα και θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Παρ’ όλα αυτά το κακό συμβαίνει και σε ιστορίες με αξιώσεις. Όπου και να εντοπιστεί πάντως το πρόβλημα (δηλαδή η δράση για την δράση) δημιουργεί κραδασμούς και προκαλεί τριγμούς που θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το αφηγηματικό οικοδόμημα.

Μέσα στις συμπληγάδες των εξωτερικών γεγονότων που προωθούν την αφήγηση, ο αποχρών λόγος κάποιες φορές αποσυντίθεται, θρυμματίζεται, κονιορτοποιείται. Μπλεγμένη στην σπειροειδή τροχιά της αλλεπάλληλης δράσης η αφήγηση δεν καταφέρνει να ανασάνει. Η δράση από μόνη της δεν επαρκεί για να στήσει ένα στέρεο οικοδόμημα αφήγησης. Ας δούμε για παράδειγμα το γνωστό βιβλίο Κώδικας Ντα Βίντσι – ένα εμβληματικό παράδειγμα ραγδαίας όσο και αδιέξοδης δράσης. Η θερινή ραστώνη, που ευνοεί τόσο την πνευματική νωθρότητα, αμβλύνει τις αντιστάσεις μας και μας επιτρέπει να το πιάσουμε στα χέρια μας και να ασχοληθούμε για λίγο (έστω και τόσο όψιμα) μαζί του.

Η δράση στο εν λόγω βιβλίο μοιάζει με τον ουροβόρο όφι, το φίδι που τρώει την ουρά του, δεν αφήνει πολλά περιθώρια νοηματικής εξέλιξης, παρά δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση κλειστότητας. Οι ήρωες περιφέρονται σαν ανδρείκελα από δράση σε δράση σε ένα σκηνικό που θυμίζει πάρα πολύ βιντεοπαιχνίδι. Μετά την εκατοστή σελίδα το μοτίβο γίνεται τόσο κουραστικό για τον αναγνώστη που μετά βίας κρατιέται και δεν πετάει το βιβλίο από το παράθυρο, με κίνδυνο, λόγω του ασύμμετρου όγκου του, να τραυματίσει κάποιον, τυχαίως διερχόμενο, περαστικό.

Η συμπαγής ιστορία εξυπηρετείται κάλλιστα από βαθείς χαρακτήρες, που έχουν ξεκάθαρα κίνητρα, συγκεκριμένες επιθυμίες και θέλω. Οι σπινθήρες της δράσης δημιουργούνται όταν η εκπλήρωση αυτών των “θέλω” αναστέλλεται εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων, εμποδίων, ενάντιας, αλλότριας βούλησης. Ο ήρωας καλείται να ξεπεράσει τα εμπόδια με βάση τις εσωτερικές του ποιότητες, τα προτερήματα του χαρακτήρα του, την ψυχική του δυναμική. Στον Κώδικα Ντα Βίντσι το πρωταγωνιστικό ζεύγος επιδίδεται σε μια σειρά (πραγματικά ατελείωτη) επίλυσης γρίφων που το οδηγεί από τη μία αποκάλυψη στην άλλη, ξηλώνοντας σιγά σιγά το πέπλο του μυστηρίου που καλύπτει την αφήγηση. Αμφότεροι όμως, ο σταρ καθηγητής του Χάρβαρντ (sic), Ρόμπερτ Λάνγκτον και η νεαρή, γοητευτική, κρυπτολόγος Νεβώ είναι χαρακτήρες ανιαρά μονοδιάστατοι. Ο συγγραφέας τούς προικίζει υποτίθεται με ιδιαίτερες αναλυτικές ικανότητες, ευφυΐα, ευρηματικότητα, πάθος και ζήλο. Αλλά μοιάζουν με δύο παιδιά που παίζουν το κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Λύνουν με περισσή ευκολία έναν σωρό αινίγματα, και κάθε φορά το πανηγυρίζουν με ενθουσιασμό νηπίου. Η σκέψη τους φαίνεται αγκυροβολημένη στο λιμάνι του αυτονόητου.

Άλλη καταφανής ένδειξη τεχνικής ένδειας και συγγραφικής αδεξιότητας είναι, σε αυτό το βιβλίο, ένα φαιδρό πρωθύστερο σχήμα: πρώτα συμβαίνει κάτι στην ιστορία και κατόπιν ο παντογνώστης αφηγητής το εξηγεί. Αλλά δεν αφήνει αυτή την εξήγηση να διαφανεί μέσα από την εξέλιξη, τη ροή των πραγμάτων. Αντιθέτως βάζει κατά κανόνα τους ήρωες του να αποσαφηνίζουν λεκτικά τα καθέκαστα (όπως συνήθιζε να κάνει στα τηλεοπτικά του σενάρια ο Νίκος Φώσκολος) και ξεπερνάει με μαγικές λύσεις, με μικρούς από μηχανής θεούς τους αφηγηματικούς υφάλους.

Οι ασυνέπειες, τα πλημμελώς καλυμμένα νοηματικά χάσματα, οι αδικαιολόγητες τροπές, στεφανώνονται κατά τρόπο αναμενόμενο από αφηγηματικά τερτίπια και αναπόφευκτα κλισέ: ο προδότης, το μυστικό, η διαφυγή, το ανθρωποκυνηγητό. Το μεγάλο μυστικό που πυροδοτεί υποτίθεται το αναγνωστικό ενδιαφέρον και κορυφώνει την έξαψη, προδίδεται απελπιστικά εύκολα αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το ίδιο πράγμα ειπώθηκε – και με απείρως καλύτερο τρόπον από τον Καζαντζάκη, τον Σκορτσέζε, τον Σαραμάγκου κτλ. Δεν θα κάνω spoiler ποιο είναι αυτό το επτασφράγιστο μυστικό για να μην αποθαρρύνω τον φιλοκάματο (αλλά και μαζοχιστή) αναγνώστη που επιθυμεί, παρόλα αυτά να αναμετρηθεί με τις εξακόσιες τόσες σελίδες του Κώδικα Ντα Βίντσι.

Οι μόνες φορές που πατάει φρένο ο συγγραφέας είναι για να μας σκοτίσει με εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που μοιάζουν να έχουν συλλεχθεί από αμφιβόλου εγκυρότητας λήμματα της Wikipedia ή από βιβλία συνομωσιολογίας. Αν και είναι γνωστή μια τάση της αμερικάνικης πεζογραφίας να αναλώνεται σε ενδελεχή έρευνα πριν βουτηχθεί στα άγνωστα νερά της μυθοπλασίας, εδώ ακόμα και αυτό φαίνεται ελλιπές. Αλλά και η ίδια η έρευνα γύρω από το υλικό που πρόκειται να απαρτίσει την βασική θεματική του βιβλίου, μοιάζει καμιά φορά στα ευρωπαϊκά μάτια μας (sic), ως μια ανόητη αμερικάνικη πρακτική. Ο συγγραφέας καλό είναι να έχει εμπεδώσει το υλικό που επιχειρεί να τιθασεύσει, μέσα από διαβάσματα, εμπειρική γνώση, διαίσθηση και τριβή. Όχι να ενδιατρίβει σαν προπτυχιακός ή και μεταπτυχιακός φοιτητής σε αποδελτιώσεις, αποσπασματική μελέτη έργων, συλλογή πληροφοριών, πλάγια και σταυρωτή ανάγνωση. Όσον αφορά την έρευνα πριν την συγγραφή: δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον Μπέρνχαρντ να προβαίνει σε έρευνα πριν το γράψιμο κάποιου βιβλίου του, ή τον Μπέκετ ή τον Καλβίνο ή τον Μοράβια. Προφανώς υπήρξαν όλοι τους κινητές βιβλιοθήκες. Και ασφαλώς είχαν εμπεδώσει όλοι τους πολύ καλά γνωσιακό υλικό πολύτιμο για τα βιβλία τους. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν για αυτούς modus vivendi –είχε να κάνει συλλήβδην με την συγγραφή. (Τελευταία και πολλοί Έλληνες συγγραφείς που καταγίνονται κυρίως με το ιστορικό μυθιστόρημα, επιδίδονται προφανέστατα, σε έρευνες και μελέτες προ της διαδικασίας της συγγραφής, με φαιδρά συνήθως αποτελέσματα…).

Αρκετά όμως με αυτόν τον ογκόλιθο φλυαρίας και δραματικής αμετροέπειας. Κάποιες φορές για να ξεπλυθούμε από το μίασμα της φτηνής ανάγνωσης, οφείλουμε να προστρέξουμε στα αντίθετά της. Βέβαια εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει κάποια φανταστική διάκριση που χωρίζει τα μνημεία του λόγου σε έργα δράσης και έργα μη δράσης. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα ήταν αστόχαστος. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν λογοτεχνικές πλατφόρμες, αισθητικά ρεύματα και τάσεις που γύρισαν συνειδητά την πλάτη στην δράση ως αφηγηματικό εργαλείο και την υπονόμευσαν με υποδειγματικό τρόπο.

Ας ανατρέξουμε λοιπόν σε κάποιους από τους διαχρονικούς μέντορες της “αντι-δράσης” (της έλλειψης δράσης στην αφηγηματική ροή ή καλύτερα της άρνησης δράσης). Μια χαρακτηριστική ομάδα συγγραφέων που προέταξε τα στήθη της, συγκροτημένα και με μεγάλη επιδραστικότητα, σε όλον αυτόν τον συρφετό της δράσης ήταν οι εκφραστές του Θεάτρου του Παραλόγου. Γύρω στην δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτοί οι συγγραφείς είπαν με τα έργα τους (συν τοις άλλοις και) ένα εκκωφαντικό στοπ σε όλη αυτή την μετακινούμενη και αδίκως ξοδεμένη ενέργεια. Βέβαια τα έργα τους δεν είναι σε καμία περίπτωση ακίνητα. Η γραμμικότητα εκεί αντικαθίσταται από την ελλειπτικότητα, την ατελή τροχιά, την χαοτική κίνηση. Την θέση της δομημένης αρχιτεκτονικής με την ευκλείδεια γεωμετρία της καταλαμβάνει μια τρελή χωροταξική αναρχία. Κάθε έννοια λογικής εξέλιξης αποδομείται. Είναι φυσικό σε ένα τέτοιο περιβάλλον, στο κβαντικό κουτί του θεάτρου του παραλόγου, να μην έχουμε σύσταση χαρακτήρων με την παραδοσιακή έννοια. Αντιθέτως εκεί κυριαρχούν τα ανδρείκελα, οι μαριονέτες του ανέμου που λικνίζονται στους ρυθμούς της τυχαιότητας. Επομένως υπάρχει πρόδηλη αναντιστοιχία ανάμεσα στα εσωτερικά κίνητρα του κάθε χαρακτήρα και στην εξωτερική έκφρασή τους – μια αναντιστιχία όμως που λαμβάνει, αναπόφευκτα, πολιτικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές διαστάσεις.

Πάνω σε αυτό το θέμα δεν χρειάζεται, ασφαλώς, να μακρηγορούμε. Για περισσότερες πληροφορίες ο καθένας μπορεί να ανατρέξει στα διαφωτιστικά βιβλία του Μάρτιν Έσλιν. Ίσως οφείλουμε να αναφερθούμε μόνο στον Μπέκετ (σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ζητήσω ταπεινά συγγνώμη από τον εύθικτο και ευαίσθητο αναγνώστη. Είναι παράταιρο σε ένα σημείωμα που αναφέρεται ο Νταν Μπράουν να παρεισφρέει ξαφνικά το βαρύγδουπο όνομα Σάμουελ Μπέκετ, ωστόσο η ψευδαίσθηση της οικειότητας που έχουμε με τους αγαπημένους μας συγγραφείς, μας δίνει καμιά φορά το δικαίωμα να τους συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα). Ο Ιρλανδός συγγραφέας λοιπόν –πέρα από την αυτονόητη τομή που επιχείρησε στο λογοτεχνικό κατασκεύασμα εν γένει– διακρίνεται και για ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό του: το απαράμιλλο χιούμορ του. Η γραμμική δράση είναι κατά κανόνα σοβαροφανής, παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της, αφού αναλώνεται σε επεξηγήσεις, αιτιάσεις και αποδεικτικούς συλλογισμούς. Το κείμενο στον Μπέκετ διασώζεται πάντα από το ίδιο του το χιούμορ. Το όλο ύφος του είναι συνυφασμένο με το ιδιότυπο, μαύρο και σαρδόνιο αυτό χιούμορ. Ο Μπέκετ παρωδεί την ίδια την ουσία της δράσης και κατ’ επέκταση την ίδια την ύπαρξη, μιας και η δράση, η κίνηση, ταυτίζεται πολύ συχνά με τη ζωή. Η στάση του υπαγορεύεται από γερή φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων. Έτσι σε κάποια έργα του δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα (βλ. το Ακατανόμαστος) ενώ σε άλλα η υποτυπώδης δράση καταμερίζεται σε τόσο μικρές και ανούσιες τομές συμβάντων που μέσα της κατακρημνίζεται κάθε έννοια νοηματικής συνοχής. Και αυτό φυσικά από μόνο του παράγει άλλους κύκλους νοήματος.

~  ~  ~

Το θέατρο του παραλόγου ως αισθητικό και ιδεολογικό κίνημα ήταν φυσικό να εκπνεύσει πολύ σύντομα. Άφησε όμως βαριά παρακαταθήκη στις επερχόμενες λογοτεχνικές γενιές. Πριν και μετά το εν λόγω κίνημα γίναν, ως γνωστόν, πολλές προσπάθειες εφαρμογής μιας άλλης λογοτεχνικής φόρμας που απέβλεπε στην ανατροπή των κατεστημένων δομών, τρόπων, ηθών. Μέσα σε αυτά αναθεωρήθηκε πολύ ουσιαστικά και το ζήτημα της δράσης, ως μέσου εξέλιξης του αφηγηματικού γίγνεσθαι. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο παρήχθη κάποτε αλεατορική λογοτεχνία (κατά το πρότυπο της αλεατορικής μουσικής –συνθέσεων δηλαδή που βασίζονται απολύτως στην τυχαιότητα) ίσως η ομάδα των Oulipo να έπαιξε κάποτε με αυτόν τον κανόνα – καθώς ο νόμος της τυχαιότητας είναι και αυτός ένας νόμος. Ή ίσως να προήλθαν ανάλογοι πειραματισμοί από λετριστές συγγραφείς. Δεν είναι πάντως δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί τέτοιου τύπου απόπειρες έφτασαν σε αναπόδραστα αφηγηματικά αδιέξοδα και σβήσανε άδοξα.

Ως αναγνώστες, ως φιλοθεάμον κοινό, ως ακροατήριο είμαστε βαθιά και αναπόδραστα αριστοτελικοί, εδώ και 3000 χρόνια περίπου. Επιθυμούμε αρχή, μέση και τέλος στις ιστορίες που παρακολουθούμε και διαβάζουμε. Θέλουμε έλεος και λύτρωση. Πολλές εξηγήσεις υπάρχουν για αυτό. Εγκεφαλικοί λόγοι (φυσιολογία του εγκεφάλου), τρόποι πρόσληψης της πραγματικότητας κ.ά. Οι κανόνες της αφήγησης που ταλανίζουν τόσο πολύ τους σεναριογράφους, λιγότερο τους θεατρικούς συγγραφείς και ακόμα λιγότερο (δυστυχώς) τους μυθιστοριογράφους, θεσπίστηκαν απο πολύ παλιά (Όμηρος, Τραγικοί, Αριστοτέλης). Και έκτοτε δεν έχουν πάψει να επιβάλλουν την εξουσία τους στα γραπτά μνημεία μας.

Η αλήθεια είναι ότι, κατά βάθος, δυσανασχετούμε με την παντελή απουσία δράσης. Αλλά και την καταιγιστική δράση την θεωρούμε δήγμα ρηχότητας, πνευματικής ένδειας και έλλειψη φιλοσοφικής συγκρότησης. Μπορεί να θεωρηθεί όλο αυτό και ως μέρος της τραγικότητας του σύγχρονου αναγνώστη: είμαστε αναγκασμένοι να επιθυμούμε δυο εκ διαμέτρου αντίθετα πράγματα. Η ισορροπία είναι αρκετά λεπτή. Αλλά τίθεται όντως κάποιο διακύβευμα; Ποιος ενδιαφέρεται για φλυαρίες και λογοτεχνικά φληναφήματα, όταν έχει να διαλέξει ανάμεσα σε αυτά και στα σαγηνευτικά δίχτυα της σφιχτοδεμένης πλοκής, όπου όλα γίνονται γρήγορα και κυριαρχεί το σασπένς; Στην ακριβώς αντίπερα όχθη βρίσκονται τα μυθιστορήματα, ανάμεσά τους και κλασικά, όπου δεν συμβαίνει τίποτα, επικρατεί μια ολύμπια ακινησία και απόλυτη έλλειψη εξωτερικής δράσης. Εκεί όμως υπάρχουν συχνά τα διαπιστευτήρια της λογοτεχνικής αρετής και της ποιοτικής ανάγνωσης. Κάποιες φορές επιλέγουμε μια από τις δυο κατηγορίες με γνώμονα την ιδιοσυγκρασία μας ή την εκάστοτε ψυχολογική και συναισθηματική μας κατάσταση.

Κάποιος θα πει ότι ο ίδιος ο λόγος με τις κινήσεις του, τις μεταβολές του, τις ανωφέρειες και τις κατωφέρειές του, τις εντάσεις, τα ποικίλματα, τις αποχρώσεις, το fortissimo και το pianissimo, δεν αποτελεί απλώς πεδίο δράσης, αλλά συνιστά δράση. Αρκετά ρομαντική άποψη με κάποια ψήγματα αληθείας. Πάντως αν δούμε τον λόγο ως δράση, ξεπερνάμε μεμιάς το δίλημμα που αναφέραμε παραπάνω και εισερχόμαστε στον μαγευτικό κόσμο της αφήγησης με μια αναγνωστική αθωότητα που υπόσχεται μεγάλες συγκινήσεις.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ