Σαν το σκυλί ή Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Στο μυθιστόρημα Η Δίκη του Φραντς Κάφκα, ο ήρωας Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει γιατί, δικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί και καταδικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί. Σε όλη τη διάρκεια της δίωξής του προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το αόρατο δικαστήριο που διέταξε τη σύλληψή του και ποιο είναι το έγκλημα που διέπραξε. Στο τέλος, δυο μαυροντυμένοι άνδρες οδηγούν τον Γιόζεφ Κ. σε ένα λατομείο έξω από την πόλη και τον εκτελούν. «Σαν το σκυλί» είναι τα τελευταία λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα που αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους δολοφονείται χωρίς εξήγηση από μια εξουσία αόρατη, σκοτεινή, απάνθρωπη.

«Σαν τα σκυλιά» δολοφονούνται στις μέρες μας αναρίθμητοι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με όπλα ή με βόμβες, με εμβόλια ή με τρένα, πολύτιμα σώματα κάθε ηλικίας πέφτουν νεκρά, σκοτωμένα από ορατές και αόρατες εξουσίες. Νέοι άνθρωποι εξοντώνονται μαζικά αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα να πολεμούν για δικαιοσύνη και δικαίωση σε έναν κόσμο όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και η εξουσία απόλυτη, αδίστακτη, απεχθής και ικανή για τα πάντα: ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές και τους δικαστές σε δολοφόνους.

Ολόκληρο το έργο του Κάφκα (αινιγματικό και με πολλαπλές ερμηνείες) είναι εξαιρετικά επίκαιρο για τη φύση και τους μηχανισμούς του Νόμου μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των συστημάτων εξουσίας. Μπορούμε να έχουμε πίστη στο Νόμο και ειδικότερα στους φύλακές του; Και αν δεν μπορούμε, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;» (Γιουβενάλης).

Στις μέρες μας το παραπάνω ερώτημα αποκτά αγωνιώδεις διαστάσεις. Καθώς η λεγόμενη «δικτατορία της εκτελεστικής εξουσίας» τείνει να γίνει πρότυπο διακυβέρνησης και οι δικαστικές εξουσίες είναι ανήμπορες να διαφυλάξουν την τήρηση του Νόμου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο πολίτης στη λειτουργία της δικαιοσύνης και που αλλού να προσφύγει όταν οι ίδιοι οι φύλακες της έννομης τάξης γίνονται μαριονέτες στα χέρια πλουτοκρατών και τυράννων αφήνοντας κάθε λογής άνομα συμφέροντα και εγκληματικές οργανώσεις να γίνουν δομικό και ρυθμιστικό στοιχείο του συστήματος;

«Αν η εποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα το έγκλημα, είναι γιατί υπάρχει η αδιαφορία για τη ζωή, που χαρακτηρίζει τον μηδενισμό» έγραφε ο Καμύ στα μέσα του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας, αυτή η αδιαφορία για τη ζωή είναι διάχυτη. Ένας νέος μηδενισμός σαρώνει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας. Από την καθημερινή βία των ανηλίκων με ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις μέχρι τα τερατώδη εγκλήματα της εξουσίας, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής προκαλεί οργή και αμηχανία.

Οργισμένοι και αμήχανοι παρακολουθούμε σε καθημερινή βάση ένα φριχτό «ρεπερτόριο» τραγωδιών και εγκλημάτων. Με τι να εξοργιστείς περισσότερο; Με την ατιμωρησία και τη συγκάλυψη της μαζικής δολοφονίας 57 ανθρώπων στα τρένα του θανάτου; Με το ρεσιτάλ υποκρισίας των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας; Με τις χιλιάδες έρευνες και τις επίσημες ομολογίες για τα εμβόλια του κορωνοϊού που διαφήμισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις, η ιατρική κοινότητα και τα συστημικά ΜΜΕ λέγοντας διαρκώς ψέματα και εξαπατώντας έναν ολόκληρο λαό και έναν ολόκληρο πλανήτη; Με τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους νέων ανθρώπων που πέφτουν ξαφνικά και δεν ξανασηκώνονται; Ή με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που έχουν μολύνει όλα σχεδόν τα επίπεδα της κρατικής διοίκησης; Ανήμποροι και αμήχανοι, χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στους κρίσιμους θεσμούς του κράτους (δικαιοσύνη, υγεία, ασφάλεια) εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε αφηρημένες μεταφυσικές τιμωρίες και σε απελπισμένες ευχές: είθε η δικαιοσύνη της ζωής να συντρίψει της αδικίας το κεφάλι.

Όμως, «Απ’ τα τσακάλια, δε γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια» (Βάρναλης). Τα τσακάλια της εξουσίας, έχοντας επιβάλλει την αυτοεξαίρεσή τους από το Νόμο συνεχίζουν ακάθεκτα τις απρέπειες και τα εγκλήματά τους. (περισσότερα…)

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Παρασκευὴ 1 Μ

*

Ἡ Πρωτομαγιὰ

Πιάνω τὴν ἄνοιξη μὲ προσοχὴ καὶ τὴν ἀνοίγω:

Μὲ χτυπάει μιὰ ζέστη ἀραχνοΰφαντη
ἕνα μπλὲ ποὺ μυρίζει ἀνάσα πεταλούδας
οἱ ἀστερισμοὶ τῆς μαργαρίτας ὅλοι ἀλλὰ
καὶ μαζὶ πολλὰ σερνάμενα ἢ πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαῦρες, κάμπιες καὶ ἄλλα
τέρατα παρδαλὰ μὲ κεραῖες συρμάτινες
λέπια χρυσὰ λαμὲ καὶ πούλιες κόκκινες

Θά λεγες, ἕτοιμα ὅλα τους νὰ πᾶν
στὸ χορὸ τῶν μεταμφιεσμένων τοῦ Ἅδη.

Ἡμερολόγιο ἑνὸς ἀθέατου Ἀπριλίου, 1984

*

**

Με την τεχνητή νοημοσύνη να τυλίγει τον πλανήτη σαν ανακόντα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

ΡΑΚΕΝΔΥΤΗ ΧΛΙΔΗ

του Κώστα

Τώρα λουκούλλεια γεύματα. Τώρα πόδια χρυσά κι αυτά σε φαγοπότι. Τώρα κυρίες πανάκριβες, ξενύχτησαν προβάροντας μακιγιάζ. Τώρα κηροπήγια πολυτελή. Κι αυτός εκεί, της «δυτικής οφρύος», στη μέση πουκαμισιά τραπεζομάντηλο. Αγοράζει τα πάντα, κοροϊδεύει, ασχημονεί.

Ο κόπρος του Αυγείου περιφέρεται πλανητικά, επισκέπτεται τις «ανώτερες τάξεις», καταστρέφει νεαρά κορίτσια, διαβρώνει, τυφλώνει, εξοντώνει.

Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι έχουν, κανονίζουν τη ζωή ανθρώπων που ξέρουν ότι …δεν έχουν!

Μαζεμένο καρκατσουλιό. Μήπως εκδίκηση της γυφτιάς που τα θέλει όλα χρυσά; Μήπως ληστές λυμαίνονται τον πλανήτη κουστουμαρισμένοι; «Ονομάζομαι πάντα παίρνω» Και όλοι μας καρφωμένοι στο θέαμα, μαγνητισμένοι: Οι ηγέτες αιωρούμενοι, με τις γραβάτες στη θέση τους καταφεύγουν στον Οθωμανό. Τρελός χορός δισεκατομμυρίων. Ποιος παρακολουθεί τι;

Αλιβάνιστοι, ανταλλλάσσουν όπλα και νομίσματα, συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

Διώξε πέρα τις εικόνες.
Ψεύτικος ντουνιάς απλώθηκε σαν όλεθρος
Άνθρωποι καμωμένοι παρανάλωμα πυρός
Σφαγές ανομολόγητες.
Ύστερα θα αναλάβουν οι «πολιτισμένοι» εργολάβοι
Την ανοικοδόμηση.
Ω κέρδη, δεν σας ύμνησαν ακόμη!
Ολούθε κέρδητα.
Χρυσωμένο το χάπι περιφέρεται.
Θα σκάψουν τα έγκατα της γης
«Σπάνιες γαίες» λέγονται τώρα
Μα διόλου σπάνιος ο λυγμός
Πίσω απ’ τις βιτρίνες με τα είδωλα.
Κάτι έχει χαθεί, κάτι εξατμίστηκε
Το κενό σαν υδρατμός, σαν υγρασία
Διαποτίζει χώρες και λαούς.
Υπόγειοι συριγμοί
Κραδασμοί-σεισμοί
Μετρούν την ένταση, την απόσταση
Τα καταγράφουν όλα,
Μετρήσεις ακρίβειας.

Κι όσα δεν καταγράφονται;
Όσα δεν χωρούν στο μέτρημα;
Όσα μυστικά υπάρχουν;
Όσα τρέχουν λαχανιασμένα;
Όσα δε φτάνουν να γίνουν λόγος;
Όσα τα καταπίνει η σιωπή;

Διάφανα πλέγματα ζωής
Δεν ξέρουν τι είναι.
Η τρυφερότητα λυγμεί,
Ο στεναγμός κρυμμένος
Σπλάχνα πατρίδας άγνωστα
Οράματα νεκρά
Της Αλήθειας ο βωμός σβηστός.
Ειρήνη πού ’ναι η εκκλησιά σου;

Απλωμένα δίχτυα αγάπης
Ξεφτισμένα.
Κι εκείνη η αστερόεσσα νύχτα
Χαμένη και λησμονημένη.
Ποιο φως καρτερείς;

Να σταματάς πάνω στα πρόσωπα.

Φευγαλέες εικόνες.
Μισοσκότεινα
Ακούγονται οι κουβέντες
Αλλά τα πρόσωπα μισοφανέρωτα.
Όλος ο κόσμος έτσι, μισοφανέρωτος,
Φτιασιδωμένος,
Δέρμα που ολοφύρεται
Χωμένο στις κρέμες και τις πούδρες.

Ολόγυρα τα τροχοφόρα
Η βουή τους,
Μια ορισμένη φωτεινή συννεφιά
Των φαναριών τους
Καθώς τα βλέπεις στον καθρέφτη
Να τρέχουν να ξεφύγουν.

Δεδομένα και στερεότυπα σχήματα.
Πανευτυχείς διαφημιζόμενοι
Πολιτικολογίας συνέχεια
«Εκπεσόντες φόροι»
«Εκφυγόντα κέρδη».
Οι επίσημες διατυπώσεις.
Άνευρες. Στομφώδεις.
Θριαμβικές.
Αφασία.

*

*

Ο Αργυρός Αιώνας

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στα ελληνικά γράμματα, «Αργυρό Αιώνα» όπως οι Λατίνοι ή οι Ρώσσοι, μια δεύτερη περίοδο ακμής δηλαδή μετά την πρώτη, την απόλυτα και παραδειγματικά «κλασσική», δεν έχουμε. Αν πάντως κρίναμε χρήσιμο τον όρο, νομίζω ότι θα τον άξιζαν πλήρως οι συγγραφείς μας που πρωτοξεκίνησαν να γράφουν την περίοδο 1880-1940.

Πόσα ονόματα, και πόσα θαύματα, δεν περιλαμβάνει αυτή η «Εποχή της Ωριμότητας», όπως την αποκαλεί ο Στυλιανός Αλεξίου στο βιβλίο του Ελληνική λογοτεχνία (Στιγμή, 2010)… Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, Δροσίνης, Ψυχάρης, Θεοτόκης, Ξενόπουλος, Καρκαβίτσας, Μητσάκης, Βουτυράς, Καβάφης, Μαλακάσης, Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης, Πρεβελάκης, Άγρας, Δημαράς, Καρυωτάκης, Πολυδούρη, Σκαρίμπας, Καββαδίας, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Πολίτης, Μυριβήλης, Μπεράτης, Καραγάτσης, Βενέζης, Θεοτοκάς, Τερζάκης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Καρέλλη, Παπατσώνης, Βρεττάκος, Γκάτσος, Σαραντάρης, Καπετανάκης, Λορεντζάτος, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, δραματουργοί, κριτικοί, μεταφραστές, στοχαστές που υπογράφουν ίσως και το 70% των κορυφαίων κειμένων της νεώτερης λογοτεχνίας μας.

Εμπρός στον πλούτο, ποιοτικό και ποσοτικό, των έργων αυτής της περιόδου, νομίζω ότι ωχριά κάθε άλλη εποχή της λογοτεχνίας μας, αρχαίας, μέσης και σύγχρονης. Στην προαναφερθείσα μνημειώδη γραμματολογία του, ο Αλεξίου τούς αφιερώνει περίπου 80 σελίδες. Λίγο λιγότερες δηλαδή από τις σελίδες που αφιερώνει στους συγγραφείς του «χρυσού» 5ου αιώνα!

///

Η Goldman Sachs υπολόγισε ότι στις ΗΠΑ το 60% σχεδόν της κατανάλωσης γίνεται από το 10% των ευπορότερων. Πρακτικά αυτό σημαίνει το απλούστατο: σε ό,τι αφορά το ΑΕΠ, η εισοδηματική αναδιανομή προς τα πάνω συμφέρει. Συμφέρει δηλαδή να παίρνεις χρήματα από τους φτωχότερους (συμπιέζοντας τους μισθούς λ.χ. ή αυξάνοντας το κόστος της στέγης) και να τα μεταβιβάζεις στους πλουσιότερους, αφού έτσι τονώνεις καλύτερα την κατανάλωση, άρα την αύξηση του ΑΕΠ, άρα την πολυπόθητη «ανάπτυξη». (Κοντά το 70% του ΑΕΠ προκύπτει από την κατανάλωση.) Αφού το πλουσιότερο 10% κινεί την οικονομία, τι σε κόφτει για τους φτωχούς;

Φυσικά, και τα κυβερνητικά κόμματα ανά την Ευρώπη και την Αμερική σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Οι δείκτες μετρούν, οι αριθμοί να ευημερούν και ας δυστυχούν οι άνθρωποι. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος στη Γερμανία λ.χ. είναι σήμερα μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 1929, πριν το Μεγάλο Κραχ και την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Και ενώ η πραγματική οικονομία παρακμάζει (βλ. τη ραγδαία αποβιομηχάνιση της Ευρώπης λ.χ.), η εικονική οικονομία θάλλει όσο ποτέ. Οι μεγάλες υπεραξίες δημιουργούνται σήμερα από τις φούσκες, από την προσδοκία δηλαδή του αυριανού, καθ’ υπόθεσιν, κέρδους: τη φούσκα των μετοχών, τη φούσκα της τεχνολογίας, τη φούσκα των ακινήτων προπάντων. Η λαϊκή οικογένεια αγωνίζεται να πληρώσει το ενοίκιό της, ένα δυάρι στην Αττική κοστίζει όσο το 90% (!) του μέσου εισοδήματος ενός εργαζομένου, όμως αυτός ο βρόχος που πνίγει τους πολλούς, για τους κυβερνώντες και τα διεστραμμένα τους μαθηματικά μεταφράζεται σε διόγκωση του ΑΕΠ, τουτέστιν σε «ανάπτυξη»! Και για τους ραντιέρηδες, τους αετονύχηδες, τους χρηματοκαρχαρίες και τα funds, σε χρυσοφόρες «επενδύσεις».

///

Το ηλιοκυκλοθεώρημαν, το ολοέκλαμπρόν της,
το χαριτοερωτόμορφον, το εξαίρετον και ωραίον!

«Φλώριος και Πλατζιαφλώρα»
(14ος-15ος αι.)

///

Ακόμη μια «απόπειρα δολοφονίας», ακόμη ένας «μοναχικός λύκος», ακόμη μια φορά «άγνωστα κίνητρα»… «What is our life?», ρωτούσε σ’ ένα διάσημό του ποίημα τον 16ο αιώνα ο σερ Ουώλτερ Ράλι. Και απαντούσε ο ίδιος: «a short comedy». Πέντε αιώνες αργότερα, μοιάζει όλο και πιο πολύ με κακογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς, Στερνός λόγος

*

Σε μια γυναίκα

Ήρθε η στιγμή να σωπάσω και να πονέσω…
Δε θα ’ξερα ο ίδιος να σου πω από πού είμαι, ποιός μ’ έστειλ’ εδώ…
Υψωμένος και ταπεινωμένος, αθώος και τιμωρημένος.
GΟΕΤΗΕ, «Ilmenau»
Τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

~.~

Τα δυνατά σου χέρια τ’ άξια, τα κοσμικά,
χάρισμα πιο μεγάλο κι απ’ τα φτερά.

Τα δυνατά σου χέρια δε σέρνουν απαλά
τον ήχο από της άρπας τη μουσική καρδιά.

Τα δυνατά σου χέρια λουλούδια δεν κρατάν
κι ολόλιγνα στο ατλάζι τα ξόμπλια δεν κεντάν.

Τα δυνατά σου χέρια εκεί που θα σταθούν
σα φυλαχτά φυλάνε, σαν άρματα βοηθούν.

Και ξέρουνε και υφαίνουν το γνέμα τ’ αργαλειού
που θ’ αλαφροσκεπάσει τη γύμνια του κορμιού,

κι ύστερα το λευκαίνουν στην άκρη ενός γιαλού
με τη χαρά του ήλιου και με του τραγουδιού.

Τα χέρια σου ζωσμένα γύρω σε μια καρδιά
της γίνονται σκουτάρια και θώρακες αυτά.

Τα χέρια σου στην ώρα του θαλασσοδαρμού
γίνονται δυο δελφίνια χρυσά του λυτρωμού.

Τα χέρια σου κανίσκια βαστάν παρηγοριάς,
μ’ αυτά στηρίζεις, δίνεις, υψώνεις, ευλογάς.

Μ’ αυτά τα χέρια μού ήρθες μοιράζοντας εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί.

Κι απ’ τον αφρό της λίμνης της αρμυρής
πήξατε τ’ άσπρο αλάτι για μένα, ω χέρια εσείς.

Κι εκόψατε για μένα τους ώριμους καρπούς,
και φώτιζέ σας γέλιο που δεν το βάζει ο νους!

Το πήρα τ’ άσπρο αλάτι· μου τα ’δωκες εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί·

και στο τραπέζι απάνου, στρωμένο ευλογητό,
τ’ απίθωσα και σου είπα το λόγο: «Σ’ τα χρωστώ».

Κι ήταν ο λόγος μου άσπρο πουλί, πουλί ιερό
φερμένο από φωλίτσα χτισμένη σε ναό.

Κι ήταν ο νους μου μαύρου πουλιού τριγυρισμός,
της νυχτερίδας ταίρι, του κόρακα αδερφός.

Κι εκεί που με το λόγο σε χάιδευα, —τ’ ακούς;—
όρνιο καταραμένο πετούσε εμένα ο νους

σε πείσματα στριμμένων, ξενύχτια αμαρτωλών,
και σ’ όλα τα τραπέζια των πονηρών.

Κι ας με ρωτούσε κι όποιος για σένα ποιά είσαι, εγώ
κι ας υψωνόμουν ύμνος τις χάρες σου να πω! (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)

Ο Τραμπ χάνει τον έλεγχο

*

του OSKAR LAFONTAINE

~.~

Η τρομοκρατία και ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελούν μέσα άσκησης πολιτικής. Η αρχή αυτή οφείλει να ισχύει απαρέγκλιτα. Μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στη διάρκεια δείπνου δημοσιογράφων στην Ουάσιγκτον, ακούστηκαν πολυάριθμες δηλώσεις συμπαράστασης. Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς αποφάνθηκε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Αποφασίζουμε με πλειοψηφίες, όχι με τα όπλα». Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε την επίθεση «απαράδεκτη» και προσέθεσε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Διαβεβαιώνω τον Ντόναλντ Τραμπ για την αμέριστη υποστήριξή μου». Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ τόνισε: «Κάθε επίθεση κατά δημοκρατικών θεσμών ή κατά της ελευθερίας του Τύπου πρέπει να καταδικάζεται με τον αυστηρότερο τρόπο». Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η βία δεν έχει καμία θέση στην πολιτική.

Οι δηλώσεις αυτές ηχούν κενές, αν ληφθεί υπόψη η στήριξη που παρέχεται στην τρομοκρατική πολιτική της Ουάσιγκτον και στους πολέμους της που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η, κατ’ εντολήν Τραμπ, δολοφονία του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και μελών της ιρανικής ηγεσίας, από τους Ευρωπαίους εγκρίθηκε στην πράξη σχεδόν ομοφώνως: «Συμφωνούμε ότι αυτό το φρικτό καθεστώς στην Τεχεράνη πρέπει να εξαλειφθεί», δήλωνε τότε ο καγκελάριος Μερτς, ο οποίος μέχρι σήμερα διατηρεί ανοικτή για τον επιθετικό πόλεμο του Τραμπ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, την αμερικανική αεροπορική βάση του Ράμσταϊν στο Παλατινάτο. Από έναν τέτοιο καγκελάριο δεν μπορεί να αναμένεται εξωτερική πολιτική προσανατολισμένη στα γερμανικά συμφέροντα. Αντιθέτως, ο Μερτς στηρίζει την Ουκρανία με ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, παρότι αυτή ευθύνεται για την καταστροφή του σημαντικότερου ενεργειακού μας αγωγού, του Nord Stream. Εξίσου απίθανη προδιαγράφεται η προοπτική ειρήνης με έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που τους τελευταίους μήνες έχει διατάξει τον βομβαρδισμό τουλάχιστον επτά χωρών.

Προσωπικά, είχα θεωρήσει την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως το μικρότερο κακό, διότι, όπως πολλοί πολίτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχα κουραστεί από την υποκρισία των Μπιλ Κλίντον, Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν και του περιβάλλοντός τους. Το ότι ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας είναι άνθρωπος προκλητικά διεφθαρμένος, ότι πλουτίζει και εξυπηρετεί τους δισεκατομμυριούχους φίλους του, ήταν γνωστό και αναμενόμενο· όμως και οι Κλίντον και ο Μπάιντεν υπήρξαν εξίσου διεφθαρμένοι και ευνόησαν τους δικούς τους.

Ο Κλίντον απέρριψε τις προτάσεις που είχα υποβάλει, ως υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, για τη ρύθμιση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, επειδή «τη χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας την είχε αναλάβει η Γουώλ Στρητ». Οι πρόεδροι του Δημοκρατικού Κόμματος διεξήγαν τους πολέμους τους δήθεν στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας· στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο πάντοτε για διεκδίκηση ισχύος, σφαίρες επιρροής, πρώτες ύλες και αγορές.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους του να τερματίσει αυτούς τους «ανόητους και ατέρμονους» πολέμους. Ελπίζαμε, συνεπώς, ότι θα έφερνε επιτέλους ειρήνη στην Ουκρανία. Είχε δηλώσει δημοσίως ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς υπήρξε η κύρια αιτία του πολέμου αυτού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι προτίθεται να λάβει υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας της Ρωσίας. Ο υπουργός Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο, είχε μάλιστα παραδεχθεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση της Ουκρανίας ξεκίνησαν, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, με ευνοϊκές προοπτικές, αλλά οι Ευρωπαίοι προέβαλαν αντιρρήσεις. Διατύπωσαν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις και αποδέχθηκαν ότι οι ΗΠΑ αποσύρονταν ολοένα και περισσότερο από τον πόλεμο που η ίδια η Ουάσιγκτον είχε προκαλέσει. Πλέον, ο Τραμπ φαίνεται να έχει απολέσει πλήρως το ενδιαφέρον του για την Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να διαχειριστούν μόνοι τους την κατάσταση. Ο παράλογος αυτός πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ, έως ότου οι ευρωπαϊκές χώρες —και ιδίως η Γερμανία— εξαντληθούν οικονομικά. (περισσότερα…)

Το kayfabe ως νέος ρεαλισμος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 τὸ WWE (World Wrestling Entertainment), τότε ακόμα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία WWF (World Wrestling Federation), γνώριζε σημαντικὴ διάδοση στὶς ΗΠΑ, ἀλλὰ καὶ στὴν Εὐρώπη μέσω συνδρομητικῶν καναλιῶν. Ἔπρεπε νὰ περάσουν περίπου 10-15 χρόνια προκειμένου νὰ κατακτήσει τὸ παγκόσμιο στερέωμα, δημιουργῶντας μιὰν αὐτοκρατορία θεάματος μὲ κέντρο τοὺς ἐπαγγελματίες παλαιστὲς καὶ ὅλες τὶς προσωπικὲς ἱστορίες, τὶς ἀφηγήσεις καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐνδύουν τὸ σόου αὐτὸ ποὺ στοὺς ἑλληνικοὺς δέκτες καθιερώθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 2000 ἀπὸ τὸ πειραιώτικο TV MAGIC. Παράλληλα, ἡ εἴσοδος τοῦ DVD στὴν καθημερινὴ ζωή μας, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ δυνατότητα ἀναπαραγωγῆς (καὶ πειρατικῆς ἀντιγραφῆς) του μέσω τῆς πρώτης εὔκολα προσβάσιμης στὰ μέσα νοικοκυριὰ κονσόλας/παιχνιδομηχανῆς, τοῦ Playstation 2, ἔβαλε γιὰ τὰ καλὰ τὰ δύο σύμπαντα τοῦ WWE (τὸ SmackDown καὶ τὸ Raw) μαζὶ μὲ ὅλες τὶς σημαντικὲς διοργανώσεις/στιγμὲς τῆς χρονιᾶς (Backlash, Royal Rumble, Wrestlemania, Summerslam κ.λπ.) στὰ σπίτια τῶν τότε ἐφήβων (κι’ ὄχι μόνο). Ἡ διαδικασία ἦταν ἁπλή: μία φωτοτυπία ταυτότητας ἐνηλίκου, κι’ ἕνας λογαριασμὸς ΔΕΚΟ ἦταν ἀρκετὸς γιὰ ἐγγραφὴ μέλους σὲ κάποιο τοπικὸ βίντεο κλάμπ· ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, ἐρχόταν ἡ ἀναζήτηση στὰ ράφια, καὶ ἡ ἡμερήσια, γιὰ τὸ σ/κ ἢ ἑβδομαδιαία ἐνοικίαση. Ὕστερα, ἀκολουθοῦσε συγκέντρωση σὲ σπίτια μὲ φίλους καὶ εὐλαβικὴ παρακολούθηση. (περισσότερα…)

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)

Δέκα δευτερόλεπτα σιωπής

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο μέγας Χέρμπερτ Μπλόμστεντ, λίγες εβδομάδες πριν από τα 99α γενέθλιά του, προσέρχεται στη σκηνή της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Για να προσεγγίσει το πόντιουμ, οι διοργανωτές έχουν στήσει μια ράμπα την οποία ο μαέστρος ανεβαίνει αργά, βασταζόμενος σε έναν περιπατητήρα. Ένας συνοδός τον βοηθά να καθίσει σε ένα σκαμπό, και τότε η ράμπα ανυψώνεται ελαφρώς για να τον φέρει στο ίδιο επίπεδο με την ορχήστρα. Από το πόντιουμ, ο γηραιότερος αρχιμουσικός στο διεθνές στερέωμα, ο άνδρας που κάνει αυτήν τη δουλειά από την εποχή που πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τρούμαν, θα διευθύνει την 7η συμφωνία του Μπρούκνερ. Η συνήθης διάρκεια του έργου είναι περίπου 65 λεπτά.

Η σκληρότητα των απαιτήσεων που θέτει η διεύθυνση ορχήστρας απέναντι σε ένα σώμα βαθιά γηράσκον, είναι παραπάνω από προφανής. Το κοινό είναι φυσικά προδιατεθειμένο να εκφράσει αβρότητα μπροστά στην αδυναμία του αγαπημένου του μαέστρου. Οι θεατές θα συγκινηθούν, θα νιώσουν συμπάθεια, ενδεχομένως και αμηχανία μπροστά στον θρύλο —έναν ακόμα— τον οποίο άλεσε το γήρας.

Κι όμως: τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Από τις πρώτες έως τις τελευταίες νότες της παρτιτούρας, ο Μπλόμστεντ όχι μόνον δεν αποφεύγει, μα καταβάλλει στο έπακρο τον σωματικό φόρο του έργου που έχει αναλάβει. Δεν κρατάει μπαγκέτα. Κραδαίνει συνεχώς το μέτρο, ο κορμός του δεν μένει ακίνητος ούτε για μια ανάσα, και το κεφάλι του στρέφεται διαρκώς προς μια ομάδα οργάνων. Και δεν είναι μόνον η σωματική λειτουργικότητα που αποστομώνει τους πάντες. Είναι και η ίδια η αισθητική του φυσικού μόχθου. Έχεις την εντύπωση ότι η ομορφιά του μουσικού έργου εκχυλίζεται στο σώμα και τις κινήσεις του μαέστρου. Λευκοδάκτυλες οι οδηγίες του, γυάλινο βάρος συνοδεύει τα χέρια του στην υπόδειξη των μουσικών φράσεων, η σωματική του όρχηση προσκαλεί το χαμόγελο μιας χρυσαλίδας, που τρέφεται με τη σκέψη της ζωής.

Και παραπάνω από τη σωματική ανθεκτικότητα και τη σωματική αισθητική, εντυπωσιάζει η μουσική ουσία. Ο Μπλόμστεντ είναι ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές του Μπρούκνερ. Έχει αφιερώσει δεκαετίες στο να διερωτάται τι θέλει να πει πραγματικά μια συμφωνία που στην μπαγκέτα τόσων και τόσων μαέστρων καταντά ερμηνευτικό χάρβαλο και ακουστικό τουρλουμπούκι. Ο Μπλόμστεντ όμως ξέρει πώς να αφηγηθεί στον ακροατή ένα έργο δυσνόητο και —φαινομενικά— λοξό. Μας δίνει να καταλάβουμε ότι o Μπρούκνερ δεν κάνει την κύρια εμφάνισή του στη μελωδική γραμμή. Υπάρχει στην αντίστιξη, στον χώρο ανάμεσα στις φωνές, στις απότομες μεταβάσεις και τις άγναφες αρμονίες που οι μαθητές και περισσότεροι ερμηνευτές του πάσχισαν να λειάνουν σε κάτι πιο εύπεπτο, φέρνοντάς το πιο κοντά στο ύστερο ρομαντικό γούστο. Ο Μπλόμστεντ αποκαθιστά την τραχύτητα για να επικοινωνήσει βαθύτερα τη ζεστασιά και το δράμα του κειμένου. Ε ί ν α ι  η αυθεντία που μπορεί να κάνει αυτήν την επιλογή με τρόπο που το κοινό θα τον παρακολουθήσει. Σε καμία συναυλία στη ζωή μου δεν άκουσα λιγότερα βηξίματα.

Αυτό, δε, που πρέπει να βίωσαν απόψε οι μουσικοί της κορυφαίας ορχήστρας του κόσμου, είναι κάπως δύσκολο να αρθρωθεί, αν και ήταν ορατό σε κάθε προσεκτικό παρατηρητή. Υπάρχει κάτι το μοναδικό στην ποιότητα της προσοχής και της επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα μεγάλο σύνολο και έναν μαέστρο που δουλεύει πλέον με αυτό που έχει αποσταχθεί. Η ορχήστρα ακούει διαφορετικά κάποιον που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα, να αποδείξει.

Γιατί όμως τα λέω όλα αυτά; Διότι τίποτα δεν με φοβίζει περισσότερο από τα γηρατειά. Όχι ο θάνατος — όχι ακόμα, τουλάχιστον. Ο θάνατος είναι σαφής και τελεσίδικος, και τη σαφήνειά του συνοδεύει μια ευγένεια. Και ούτε μιλώ για την ασθένεια, μα για τη φυσική φθορά: την αργή διάβρωση του εαυτού, τη σταδιακή αποξένωση από αυτό που κάποτε μπορούσες να κάνεις, να σκεφτείς, να νιώσεις. Τη μνήμη που παχαίνει σαν χαρτί πολυδιπλωμένο. Το σώμα που διαπραγματεύεται όλο και χειρότερους όρους. Και πίσω από όλα, τη σκέψη πως ό,τι είσαι θα λιγοστεύει διαρκώς, μέχρι να μείνει κάτι που δεν θα αναγνωρίζεις πια ως εαυτό σου. Ούτε εσύ, ούτε οι δικοί σου.

Κι όμως, χθες το βράδυ, κάτι άλλαξε. Όχι ότι διαλύθηκε ο φόβος. Ο Μπλόμστεντ δεν μου πρόσφερε παρηγοριά, μα κάτι πολυτιμότερο: ένα ρωμαλέο αντιπαράδειγμα. Ότι τα γηρατειά μπορεί να μην είναι μόνον διάβρωση, μα και διαύγαση — μια αργή, αφοπλιστική κάθαρση από το επίκτητο, το επιδεικτικό, το αναλώσιμο. Υπάρχει μια υψηλή αισθητική στο να γερνά κανείς καλά, και είναι από τις πιο σπάνιες. Δεν είναι η αισθητική της συντήρησης, της απεγνωσμένης προσπάθειας να φαίνεσαι αυτό που δεν είσαι πια. Είναι η αισθητική της αποδοχής χωρίς παραίτηση: να φέρεις τα χρόνια σου ως αυτό που είναι, να μην τα κρύβεις και να μην τα θρηνείς, αλλά να συνεχίζεις να κάνεις, με ό,τι σου απομένει, αυτό που αξίζει.

Με το πέρας του έργου, ο Μπλόμστεντ επέβαλε δέκα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής σε μια κατάμεστη αίθουσα. Ακολούθησε η αποθέωση, η πιο θεαματική από όσες έχω βιώσει. Λίγες είναι οι βραδιές σε αίθουσες συναυλιών που κουβαλάς στο υπόλοιπο της ζωής σου. Αυτή θα είναι μια από αυτές.

*

*

*

Πόθοι κάτω από τις σκαλωσιές

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Oι ιστορίες μαθητείας δεν είναι σπάνιες στον κινηματογράφο. Οι ιστορίες όπου η μαθητεία νοείται υπό την κυριολεκτική της έννοια, την κατάκτηση ενός επαγγέλματος δηλαδή, είναι λιγότερο συχνές, και έχουν, φυσικά, ως φόντο, και πάλι, τη γενικότερη μύηση του μαθητευόμενου στη ζωή, εφόσον έτσι συνηγορούν για το δραματουργικό τους ενδιαφέρον. Όταν όμως η μαθητεία συνεπάγεται και εθελούσια απεμπόληση της κοινωνικής θέσης, των κοινωνικών κεκτημένων, ήτοι όχι μια κοινωνική «προώθηση» αλλά μια κοινωνική «οπισθοχώρηση», τότε η υπόθεση αποκτά ιδιάζον ενδιαφέρον.

Έτσι, βλέπουμε ότι ο ήρωας της ταινίας Ενζό, τελευταίας ταινίας για την οποία δούλεψε ο Λωράν Καντέ (Ανάμεσα στους τοίχους, Ελεύθερος ωραρίου), βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Δύο κόσμους διαφορετικούς βάσει πολλαπλών κριτηρίων: ταξικών, επαγγελματικών, νοοτροπιών ζωής. Πλην όμως η αντίθεση δεν είναι κάθετη και απόλυτη: είναι ο γιος μιας μεσοαστικής γαλλικής οικογένειας, όπως δείχνει το παράδειγμα του άλλου γιου και μεγαλύτερου αδελφού του, ο οποίος προσβλέπει σε μια περαιτέρω κοινωνική αναρρίχηση, την οποία προοιωνίζεται με θριαμβικό τρόπο το πάρτι που θα διοργανώσει η οικογένεια για χάρη του γόνου της και της επιτυχίας του στο πανεπιστήμιο προς το τέλος της ταινίας, πάρτι στο οποίο θα συμμετάσχει και ο μικρότερος αδελφός, εκών άκων μάλλον, και με μιαν αμηχανία που τονίζει περισσότερο την αμφίβολη θέση του μέσα στο σύστημα αξιών της οικογένειας, μέσα στο σύστημα αξιών της κοινωνικής του τοποθέτησης. Ο δεκαεξάχρονος Ενζό (Ελουά Ποῢ) δεν προσβλέπει σε κάποιαν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, κι αυτό φαίνεται από τη συμπεριφορά του, από τις δραστηριότητές του, από την επιφυλακτικότητα απέναντι στη φορά ανέλιξης και σταδιοδρομίας που έχει αναλάβει ο «διανοούμενος», περισσότερο εκλεπτυσμένος, περισσότερο ταξικά συνειδητοποιημένος, αδελφός του.

Σε αντίθεση, ο Ενζό θέλει να γίνει ένας απλός οικοδόμος. Έτσι, η βαθύτερη ιδεολογική (υπό την ευρύτερη έννοια) σχάση που διατρέχει την ταινία είναι εκείνη μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, μια αντίθεση που στον ύστερο καπιταλισμό εξακολουθεί να διατηρεί την ισχύ της, και τις ποικίλες ταξικές της, για να μην πούμε ηθικές της, συνυποδηλώσεις. Ο δημιουργός της ταινίας, ο εκλιπών Καντέ και οι συν-σεναριογράφοι του, όπως ο Ρομπέν Καμπιγιό που αποπεράτωσε την ταινία, προβάλλουν τούτη την αντίθεση «υποβολιμαίως» και κατά έναν καθαρά κινηματογραφικό τρόπο: αφενός, το εργοτάξιο της βίλας όπου δουλεύει το συνεργείο στο οποίο ανήκει και ο μαθητευόμενος Ενζό, αφετέρου, η μοντέρνας και εκλεπτυσμένης αισθητικής βίλα όπου κατοικεί η οικογένεια του τελευταίου: εξόφθαλμο ταξικό σχόλιο που θα περίττευε να το υπογραμμίσουμε, όπως και η λεκτική του διαπραγμάτευση θα ήταν αυτονόητη και θα καθιστούσε το προφανές της αντίθεσης απλώς το προαπαιτούμενο εφαλτήριο για μια περαιτέρω δραματουργική εμβάθυνση. Δύο κόσμοι όχι τόσο με μιαν αγεφύρωτη ταξική διαφορά αλλά με διαφορετική νοοτροπία, βλέψεις για τη ζωή και, τελικά, ηθική στάση υπό την ευρύτερη έννοια. Η επιλογή και η καθοδήγηση των ηθοποιών εκ μέρους του σκηνοθέτη συντείνει σε αυτό. Τα ηλιοκαμένα και γεροδεμένα σώματα των εργατών, η αίσθηση της ψυχοσωματικής κινητικότητας και ευεξίας που αποπνέουν, η απότομη, και «βέβηλη» ακόμη, εκφορά της γλώσσας, μιας γλώσσας εργοταξίου, «πρακτικής», με κύριο στόχο το δραστικό τεχνικό αποτέλεσμα, την πρωτοκαθεδρία της τραχιάς σωματικής ενέργειας απέναντι στη νωθρή θεωρησιακή ενατένιση. Κι εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι το συνεργείο των εργατών αποτελείται κυρίως από ουκρανούς εργάτες, οικονομικούς μετανάστες, οριακά ενσωματωμένους στη γαλλική πραγματικότητα. Έχουμε δηλαδή μιαν αντίθεση που απηχεί μιαν ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια στη γηραιά ήπειρο.

Ο σκηνοθέτης όμως έχει την ευφυΐα να μην τα ανάγει όλα συλλήβδην στις παραπάνω αντιθέσεις. Αυτό που ο Αντρέ Μπαζέν ονόμασε κάπου προλεταριακό εξωτισμό προβάλλει, βέβαια, ανάγλυφα πάνω στις κινήσεις, στις λεκτικές εκφορές, πάνω στη γλώσσα τελικά των ουκρανών εργατών, και δείχνει την αντίθεσή του με τον νεαρό Ενζό, αντίθεση, που είναι και ταξική, και κοινωνιολογική, και εθνική, και επιπλέον αντίθεση γενεών, αντίθεση εργασιακής ιεραρχίας, αντίθεση εμπειροτεχνικής τεχνογνωσίας (τουτέστιν γνώσης). Αντίθεση όμως που δεν θα ωφελούσε να ερμηνευθεί μονοσήμαντα υπό ταξικούς όρους. (περισσότερα…)