Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει. (περισσότερα…)

Σιωπές και λέξεις ολογράμματα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό (Ημερολόγιο Ιουλίου #12). Το ερώτημα είναι, όντας διυποκειμενικό, με ποιο τρόπο μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Κατ’ αρχάς η διυποκειμενικότητα δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με τη στενή έννοια, δηλαδή ως μία ξερή σύμβαση της κοινότητας, ή μία ομοφωνία που επιτυγχάνεται μέσω κάποιου πλειοψηφικού κανόνα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη διυποκειμενικότητας, η στενή και η ευρεία. Η στενή διυποκειμενικότητα εκφράζει μία συνάθροιση ανθρώπων και η συναίνεση σε αυτή προκύπτει πλειοψηφικά.

Η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει το γεγονός ότι έτσι διάγουμε τον βίο μας και όχι αλλιώς, ανατρεφόμαστε σε μια κοινωνία ανθρώπων με κρυσταλλωμένες συνήθειες και παραδόσεις, κάτι που διαμορφώνει το κάρμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Έχουμε μια συγκεκριμένη, και όχι άλλη, βιολογική συγκρότηση με ποικίλα ένστικτα. Διαπερνώμαστε από σκέψεις, αισθήματα, ορμές και ψυχικές ανάγκες. Δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε τον κόσμο με τις υπάρχουσες νοητικές μας ικανότητες, και ο περίγυρός μας είναι αυτός που είναι και όχι κάποιος άλλος. Με άλλα λόγια, η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει μία ευρύτερη συναίνεση που αντανακλά την ανθρώπινη φυσική ιστορία (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §Ι.25).

Σιωπές και η αντικειμενικότητα

Μια ευρύτερη συναίνεση δεν εκφράζεται τόσο στο τι λέμε όσο στο τι δεν λέμε: στις σιωπηρές παραδοχές που αντανακλούν τις άρρητες βεβαιότητες για τον κόσμο γύρω μας. Καθημερινά, κατά τη σχέση μας με τον κόσμο εγγράφονται εντός μας ρητές βεβαιότητες. Στρέφοντας την προσοχή μου σε ένα σφαιρικό αντικείμενο και δείχνοντάς το, λέω με βεβαιότητα «Αυτό είναι σφαιρικό». Την ίδια στιγμή, εκτός από ρητά διατυπωμένες βεβαιότητες, αποκτώ και άρρητες. Άρρητες βεβαιότητες για το τι είναι ή δεν είναι ένα αντικείμενο. Όταν περπατώ στην άσφαλτο έχω την άρρητη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνει σύννεφο. Τέτοια βεβαιότητα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, ότι ο συνομιλητής απέναντί μου που τον λένε Κώστα δεν είναι αρειανός. Βεβαιότητα η οποία εκδηλώνεται στις πράξεις μου απέναντί του : πώς του μιλάω, πώς του συμπεριφέρομαι, κλπ. Το ενδεχόμενο να είναι αρειανός δεν το λαμβάνω καν υπόψη μου όταν απευθύνομαι σε αυτόν. Αυτές οι άρρητες βεβαιότητες –οι ούτως καλούμενες σιωπηρές παραδοχές– εγγράφονται σε μένα υποσυνείδητα. Είναι σιωπηρές εφ’ όσον δεν τις αρθρώνω· είτε γιατί τις εκλαμβάνω ως αυτονόητες, είτε γιατί είναι υποσυνείδητες. Παρόλ’ αυτά υποστηρίζουν τις πρακτικές και τα συνακόλουθα γλωσσικά παιχνίδια, λειτουργώντας όπως οι μεντεσέδες πάνω στους οποίους γυρίζει η πόρτα. (Λ. Βιττγκενστάιν, Περί βεβαιότητας, §88-§114, §204, §341, §524, §558, για τη σχέση των σιωπηρών παραδοχών με τις υπόλοιπες γνώσεις μας, τις αρθρωμένες γλωσσικά).

Η ευρεία διυποκειμενικότητα, όπως αποτυπώνεται σε παραδοχές σιωπηρές, δεν μπορεί παρά να είναι συνυφασμένη με μία συγκεκριμένη φυσική νομοτέλεια, με ένα περίγυρο που συνίσταται από αντικείμενα. Είναι, λοιπόν, ικανή να φιλοξενήσει την αντικειμενικότητα. Έτσι, ο τόπος της συμφωνίας που αναδεικνύουν οι σιωπηρές παραδοχές βοηθά στη χάραξη της πορείας εκείνης που θα αποφύγει την Χάρυβδη του σχετικισμού, αλλά και τις σκεπτικιστικές της προεκτάσεις. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο ο καθένας έχει το ορθό με το μέρος του κατά τη χρήση μιας λέξης, αλλά και δεν υπάρχει κάτι που να αποδώσει την ορθότητα στην εν λόγω χρήση. Όμως γιατί ο σκεπτικιστής να μην αμφισβητήσει παραδοχές σιωπηρές που βρίσκονται στη ρίζα των διακρίσεων ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο; Γιατί ακριβώς αυτές είναι σιωπηρές. Όντας μη γλωσσικά αρθρωμένες, δεν δίνουν την προτασιακή λαβή στον σκεπτικιστή να τις αμφισβητήσει. Μπορεί μεν αυτός να αμφισβητεί λεκτικά την ίδια του την ύπαρξη, αλλά μία τέτοια αμφισβήτηση αντιφάσκει με χαρακτηριστικά των πράξεών του· με σιωπηρές παραδοχές τους που αντικατοπτρίζουν μια βεβαιότητα για την ύπαρξή του. Οπότε οι σιωπηρές παραδοχές είναι αδιάβροχες σε ξαφνικές ριπές λέξεων από σκεπτικιστικές νεφέλες.

Σιωπές και υποκειμενικότητα

Όμως τι γίνεται με την υποκειμενικότητα; Μπορεί και αυτή να φιλοξενηθεί στην ευρεία διυποκειμενικότητα, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις; Ισοδύναμα, μπορούν τα νοήματα και οι γλωσσικοί κανόνες να φιλοξενήσουν μία προσωπική προοπτική; Ναι, και αυτό οφείλεται στην άλλη όψη των σιωπηρών παραδοχών. Κατ’ αρχάς, οι σιωπηρές παραδοχές δεν είναι δεμένες μόνο με τη φυσική νομοτέλεια των αντικειμένων, αλλά και με τη δική μου ιδιαιτερότητα. Εκεί, στα υπό των λέξεων, αντικατοπτρίζουν τη συγκεκριμένη και μοναδική βιολογική συγκρότηση που έχω, με ριζωμένα σε αυτήν αισθήματα, επιθυμίες και ανάγκες. Εφ’ όσον λοιπόν μία λέξη νοηματοδοτείται και από τα σιωπηρά της συμφραζόμενα, αυτά αποτυπώνουν και την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου. Μια ιδιαιτερότητα που προστίθεται ως καινούργια απόχρωση στο νόημα των λέξεων που χρησιμοποιώ.

Μία διευκρίνηση χρειάζεται για τη νοηματοδότηση μιας λέξης από τα συμφραζόμενά της. Τέτοια συμφραζόμενα μπορούν να είναι ρητά, δηλαδή άλλες λέξεις μέσα σε μια πρόταση ή φράση. Οπότε η υποκειμενικότητα, μία προσωπική ματιά, μπορεί να εισέλθει στις διυποκειμενικές λέξεις μέσα από μία κατάλληλη και ιδιαίτερη χρήση τους. Αλλά τα συμφραζόμενα που νοηματοδοτούν μια λέξη είναι και άρρητα. Δηλαδή παραδοχές σιωπηρές, εκεί στην άκρη της φωνής, που γίνονται τα αθέατα συμφραζόμενα προτάσεων και λέξεων. Ο δε ρόλος τους στη νοηματοδότηση είναι καθοριστικός, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις ή φράσεις, με κάποιους ανθρώπους συνεννοούμαι ενώ με άλλους παρεξηγούμαι.

Οι σιωπηρές παραδοχές μιας λέξης συμβάλλουν στις αποχρώσεις του νοηματικού της ορίζοντα. Χάρη σε αυτές, οι αναγκαία δημόσιες λέξεις, οι απορρέουσες από μία ευρεία διυποκειμενικότητα, μπορούν να αποδώσουν υποκειμενικά αισθήματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Η δε υποκειμενικότητα δεν προκύπτει μόνο μέσα από την κατάλληλη χρήση άλλων λέξεων, ή από ιδιαίτερους συνδυασμούς ρητών συμφραζομένων. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος λογοτέχνης για να περάσει την ιδιαιτερότητά του στο νόημα των λέξεων. Το νόημα μιας λέξης, εφ’ όσον καθορίζεται και από σιωπηρά συμφραζόμενα, αποκτά μια ιδιαίτερη φόρτιση ανάλογα με το υποκείμενο που την εκφέρει, την ιστορικότητά του αλλά και τη συγκεκριμένη περίσταση.

Αποχρώσεις και λέξεις ολογράμματα

Οι σιωπηρές παραδοχές γίνονται ο υπόγειος δίαυλος που τροφοδοτεί τους κανόνες, όχι μόνο με αντικειμενικότητα, αλλά και με υποκειμενικότητα. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, ότι μία λέξη είναι σαν ένα ολόγραμμα (αναφέρομαι στην εφεύρεση του Denis Gabor, καθηγητή Φυσικής στο Imperial College του Λονδίνου και βραβευμένου με Nobel Φυσικής, η οποία επιτρέπει την απεικόνιση τρισδιάστατης χωρικής πληροφορίας σε δισδιάστατη επιφάνεια). Το ολόγραμμα αυτό προκύπτει από μία ευρεία διυποκειμενικότητα. Ανάλογα με την γωνία που θα το κοιτάξουμε αποκαλύπτεται σε τρεις διαστάσεις: εκείνη της στενής διυποκειμενικότητας, της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Ανάλογα με τη λέξη και τη χρήση της, μας αποκαλύπτεται ως επί το πλείστον είτε η διάσταση της στενής διυποκειμενικότητας, είτε της υποκειμενικότητας, είτε της αντικειμενικότητας.

Σε αρκετές λέξεις κυριαρχεί η στενά διυποκειμενική τους διάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι προέκυψαν από μία σύμβαση μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων, και το νόημά τους εξακολουθεί να ρυθμίζεται πλειοψηφικά από μια συνάθροιση ανθρώπων. Αλλά δεν εξαντλείται εκεί το νόημα της κάθε λέξης. Αν μία λέξη αναφέρεται σε ένα αντικείμενο, αποκτά στέρεο περίγραμμα λόγω της τριβής που έχει η ζωή μας με το αντικείμενο αυτό και τη νομοτέλεια στην οποία εντάσσεται. Κάτι που προσδίδει αντικειμενικότητα στην αναφορά της λέξης. Μια ελαφρά μετατόπιση δε, ή μία αλλαγή οπτικής γωνίας, φανερώνει και μια καινούργια διάσταση στο νόημα μιας λέξης, ικανή να εμφανίσει όψεις μιας υποκειμενικότητας στον χειρισμό του αντικειμένου μέσω της λέξης αυτής. Η υποκειμενική διάσταση δεν ακυρώνει την αντικειμενικότητα του νοήματος αλλά του προσθέτει καινούργιες αποχρώσεις, ένα διαφορετικό βάθος.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #13

*

**

 

Στον αμφιβληστροειδή του κήτους

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ο Αντρέας Βερκμάιστερ (1645-1706) συνδύασε μουσική, μαθηματικά, φιλοσοφία και θεολογία. Θεωρούσε τη μουσική αρμονία έκφραση της τάξης που διέπει το σύμπαν. Οι ιδέες του επηρέασαν βαθιά τη θεωρία και την πράξη του ύστερου μπαρόκ. Συγγενεύει μουσικά με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Μελέτησε τον μουσικό συγκερασμό και επηρέασε την εξέλιξη του χορδίσματος των πληκτροφόρων οργάνων, ενώ εξέλιξε τη χρήση όλων των τονικοτήτων.

Εν προκειμένω η λέξη αρμονία χρησιμοποιείται υπονομευτικά και ειρωνικά, διότι αυτό στο οποίο κατατείνει το αισθητικό ζητούμενο της ταινίας (Oι αρμονίες του Βερκμάιστερ του Μπέλα Ταρ) είναι η συστατική οντολογική παραφωνία. Στα γερμανικά η λέξη Werkmeister σημαίνει τον αρχιμάστορα, και άρα εκείνον που κρατά στο χέρι του την υφή και τη σύνθεση του σύμπαντος, υλικού και πνευματικού.

Τούτη η πλέον προσπελάσιμη από τις ταινίες του Μπέλα Ταρ επιτρέπει εμφανώς κάποια σημεία πρόσβασης. Με πρώτο, το μοτίβο του τέρατος- φάλαινα, που κείται νεκρό στην πλατεία και περιμένει να εκτεθεί ως ατραξιόν στα μάτια των κατοίκων της μικρής ουγγρικής πόλης. Μιας πόλης με σφαλισμένα σπίτια και φαινομενικά ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία. Σπίτια λιτά, συγυρισμένα, έρημα όμως και νοτισμένα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία των Γκάμπορ Μεντβίγκυ, Γιεργκ Βίντμερ, μεταξύ άλλων. Η παλιά ρήση ότι η αρχιτεκτονική είναι η κατ’ εξοχήν πρόσφορη τέχνη για τον κινηματογράφο βρίσκει εδώ την εφαρμογή της. Τα σπίτια, με την ευταξία της ομοιομορφίας τους, συνθέτουν ένα σχεδόν μεταφυσικό υπόβαθρο όπου εντούτοις είναι ευδιάκριτη η κληρονομιά του σοσιαλιστικού παρελθόντος, η άνωθεν επιβεβλημένη ταπεινότητα και έλλειψη διάκρισης, αλλά και η ισοπεδωτική κανονικότητα. Σε ολόκληρη την ταινία εξάλλου υπάρχει μια υπόκωφη αντίστιξη με τούτο το σοσιαλιστικό παρελθόν χωρίς όμως να γίνεται μια ανοιχτή αναφορά σχετικά, παρά μόνο σε συμβολικό και ασυνείδητο επίπεδο. Δεν γίνεται λόγος, φυσικά, για την αψβουργική αίγλη (ούτε επιβλητικές γέφυρες, κωδωνοστάσια και κλιμακοστάσια, ούτε πύργοι με επίχρυσους πυργίσκους).

Στην καρδιά της μίζερης λιτότητας, ωστόσο, ένα στοιχείο έρχεται να ανατρέψει την τυποποιημένη εικόνα και την κάνει να γείρει προς την αντίθετη πλευρά. Είναι το κουφάρι μιας φάλαινας, που παριστάνεται μάλιστα όχι ακριβώς με έναν γκροτέσκο, αλλά με έναν αντιρεαλιστικό, γελοιογραφικό τρόπο: ένα κήτος που έχει εξοκείλει σε τούτη τη μεσευρωπαϊκή ακτή και, ως εκ τούτου, αποτελεί έναν κλονισμό παραξενίσματος. Συνιστά ένα ερώτημα και ταυτόχρονα την εισβολή ενός παράδοξου φανταστικού που ασκεί μιαν αόρατη ώση πάνω στους ανθρώπους και στους τόπους. Ποιοι έφεραν το κήτος στην πλατεία, είναι απλώς για τους σκοπούς ενός πανηγυριού, μια ατραξιόν τσίρκου; Αν μπορεί να ειπωθεί αυτό για ένα νεκρό ζώο, τούτο το τελευταίο έχει ένα ανησυχητικό, ζοφερό βλέμμα. Το εν λόγω εύρημα ανατρέπει κάθε φιλοδοξία ρεαλιστικής αναπαράστασης, προτείνοντας έναν συμβολισμό για την κατάσταση στην Ουγγαρία, για το άδοξο τέλος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ας πούμε, και τα θυρανοίξια μιας καινούργιας, επικίνδυνα αμφίβολης, εποχής.

(περισσότερα…)

Παναγία η Δακρυρροούσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στην Όλγα Φωτακοπούλου

Είχε φτιάξει ένα εκκλησάκι στην Παναγία ο πατέρας του Παναγιώτη κι έβγαλε και τον γιο του με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Μα ο Παναγιώτης δεν έμοιασε του πατέρα του στην ευσέβεια και στον χαρακτήρα και πήρε την κάτω βόλτα. Κι όταν ο γέρος του πήγε να συναντήσει την συχωρεμένη την μάνα του, έμεινε ολομόναχος στην ζωή κι είπε να παντρευτεί μια κληρονόμα της γειτονιάς, θραψερή και μουρτζούφλω, για να τα βολέψει. Ξεπέταξε κι ένα κουτσούβελο κι είναι τώρα πατέρας κι ο ίδιος – να τον κάνει ο Θεός.

Τα λεφτά της γυναίκας του τέλειωσαν γρήγορα κι έβαλε χέρι και στα χωράφια. Τα σκότωσε κοψοχρονιά και τα ’φαγε στις πρέφες και στα μπαρμπούτια. Θέλησε να πουλήσει και το κονάκι, μα η μουρτζούφλω δεν το ’δινε. Δεν θα ’μενε και στον δρόμο για τον ακαμάτη τον άντρα της. Να πήγαινε να δουλέψει, όπως όλος ο κόσμος, αν ήθελε λεφτά – λες κι έκανε τίποτα αυτός όπως όλος ο κόσμος. Μόνο να πίνει και να καπνίζει ήξερε και ν’ απειλεί και να δέρνει εκεί που τον έπαιρνε.

Καθόντανε στον καφενέ με το τακίμι του και τα λέγανε:

«Κάτι πρέπει να γίνει, ρε Χρήστο! Δεν υπάρχει σάλιο, σου λέω!»

«Το σπίτι; Δεν πουλιέται το σπίτι;»

«Και να την σφάξω στο γόνατο, δεν το δίνει!»

«Υποθήκη το βάνει; Να κάμουμε καμιά δουλειά…»

«Ούτε ν’ ακούσει!»

«Ε, τότε…»

«Ε, τότε βράστα!»

Μουγκάθηκαν οι κολλητοί. Κατέβασαν το ούζο δίχως να τσουγκρίσουν τα ποτήρια –σαν σε πένθος– και μοιράστηκαν το τελευταίο τσιγάρο, όπως πριν την εκτέλεση. Οι καπνοί τούς τύλιξαν ολόκληρους. Κι έμοιαζαν με μπατίρηδες άγιους που έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί δεν τους πήγαινε τάματα κανείς.

Ξάφνου ο Παναγιώτης τινάχτηκε πάνω.

«Ρε, συ, το βρήκα! Το βρήκα, ρε μάγκα!»

Ο άλλος τον κοίταξε ανόρεχτα. Από ιδέες έπασχαν τώρα ή από μπαγιόκο – απ’ τον καταραμένο τον παρά;

Ο Παναγιώτης έσυρε την καρέκλα του κοντά στον Χρήστο, όπως ο κατάδικος την αλυσίδα του.

«Μιλάμε για χοντρό κονόμι, λεφτά με την σέσουλα! Ξεκούραστα, ούτε το δαχτυλάκι μας δεν θα κουνήσουμε…»

«Δηλαδή τι θα κάνουμε, να πούμε;»

«Τίποτα σου λέω, τίποτα!» (περισσότερα…)

Λειμών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.viii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΛΕΙΜΩΝ

Αφήστε τον σε μένα, είπε η χλόη, να  ξαπλωθεί και ν’ αναπαυθεί πάνω στο στήθος μου. Αφήστε τον να πιει το λιμνασμένο μου νερό κι ύστερα να λησμονήσει. Υπάρχει τόση πίκρα εκεί από κάτω μου. Έπειτα θ’ απλωθώ κι εγώ να τον σκεπάσω με τη σιωπή μου, ενώ τ’ ανήσυχα πουλιά ματαίως θα τον ψάχνουν. Θ’ αφήνουν μακρόσυρτες κραυγές ανησυχίας και θα θρηνούν το ανεύρετο. Αφήστε τον, αφήστε τον, είπε ξανά η χλόη,  επειδή εγώ είμαι η αρχαία μητέρα του, εγώ θα τον συνδράμω στο μοναχικό ταξίδι του, όταν τα όνειρά του θα σβήνονται ένα-ένα και τα μουχλιασμένα βρύα θα σκεπάζουν το πρόσωπό του.

Κι αυτά εγώ τα άκουγα και όλο κοιμόμουν.

* (περισσότερα…)

Πανήγυρις Δαφνίου

Εκδρομείς στο Δαφνί, σε επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ των αρχών του περασμένου αιώνα.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

«Τὴν 23 τ.μ. ἡμέραν, καθ᾿ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, ἤ ὡς κοινῶς λέγομεν τὰ ἐννεάμερα τῆς Θεοτόκου, τελεῖται πανήγυρις ἐν τῇ Μονῇ Δαφνίου, ὅπου κατ᾿ ἔτος συῤῥέουν ἐξ Ἀθηνῶν ἄπειροι προσκυνηταὶ χάριν εὐλαβείας». Με αυτό το σύντομο σημείωμα ανήγγειλε η αθηναϊκή εφημερίδα Ταχύπτερος Φήμη στις 19 Αυγούστου του 1853 την πανήγυρη του Δαφνίου, του περίφημου βυζαντινού μοναστηριού της Αττικής, τα ψηφιδωτά του οποίου συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της μεσαιωνικής τέχνης.

Το συγκρότημα της μονής ήταν τότε ένας σωρός από ερείπια, ανάμεσα στα οποία πρόβαλε η γηραιά μεγάλη εκκλησία της –το καθολικό– πρόχειρα επισκευασμένη. Έξω από τα τείχη της περνούσε η Ιερά Οδός των αρχαίων, ή δρόμος της Λεψίνας για τους νεότερους κατοίκους της Αττικής, που συνέδεε την Αθήνα με τη Θήβα και τα Μέγαρα. Λόγω της θέσης του, το Δαφνί μετατράπηκε κατά την Επανάσταση του 1821 σε φρούριο που το διεκδικούσαν Έλληνες και Τούρκοι, με αποτέλεσμα να υποστεί απανωτές καταστροφές. Οι ελάχιστοι καλόγηροί του το είχαν ήδη εγκαταλείψει και κατόπιν, ο νόμος του 1833 το κατέταξε στις μη διατηρούμενες μονές του κράτους, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη ερήμωση και εγκατάλειψη.

Η ρημαγμένη μονή ζωντάνευε στα χρόνια του Όθωνα κατά την ημέρα της παλαιάς της πανήγυρης, στις 23 Αυγούστου, την οποία δεν είχαν λησμονήσει οι Αθηναίοι. Εκεί συνέρρεαν κατά εκατοντάδες, χάριν προσκυνήματος και αναψυχής, με άμαξες, κάρα, υποζύγια, αλλά και με τα πόδια, διασχίζοντας το πυκνό ακόμα δάσος των δέντρων του μεγάλου Ελαιώνα. Την τέλεση του πανηγυριού το 1853, στην οποία αναφέρεται η Ταχύπτερος Φήμη, είχε αναλάβει μια επιτροπή κατοίκων της πρωτεύουσας, το έργο της οποίας ενίσχυσε ο Δήμος Αθηναίων με το πενιχρό του ταμείο.

«Εἰς τὴν πανήγυριν ταύτην», συνεχίζει λίγες μέρες αργότερα ίδια εφημερίδα,

«παρευρέθησαν πολλοὶ ἄνθρωποι οἰκογενειακῶς, οἵτινες μετὰ τὴν Ἱερὰν λειτουργίαν εὐθύμησαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἐντέλειαν. Μετὰ καιρόν τινα εἶναι ἐλπὶς ἡ Μονὴ αὕτη, ἥτις θεωρεῖται μία τῶν ἀρχαιοτάτων ἐκκλησιῶν διότι καὶ εἰς θέσιν καλὴν εὑρίσκεται καὶ εὐρύχωρος εἶναι, καὶ δωμάτια πολλὰ ἔχει, καὶ εἰκόνας σπανίους, νὰ ἀποκαταστῇ καὶ νὰ τελειοποιηθῇ ἔτι περισσότερον. Ἡ Δημαρχία Αθηνῶν ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ταῦτα, ἐδαπάνησε 300 δρ. εἰς ἐπισκευὰς τριῶν κελίων καὶ ἄλλων καὶ παρέχει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς βελτίωσιν τῆς εἰρημένης Μονῆς. Οὐχ᾿ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐπαινέσωμεν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μονῆς μὴ φειδομένην οὐδενὸς κόπου πρὸς καλλωπισμὸν τῆς ἐκκλησίας.»

Εντούτοις, η τύχη του Δαφνίου δεν άλλαξε. Η επιτροπή συνέχισε να φροντίζει στο μέτρο των δυνάμεών της την εκκλησία και το πανηγύρι της, αλλά δεν υπήρξε καμία σοβαρή μέριμνα για τη στοιχειώδη συντήρηση του μνημείου, τα ψηφιδωτά του οποίου διαλύονταν και καταστρέφονταν. Έπρεπε να περάσουν ακόμη τριάντα χρόνια και να σημειωθούν περαιτέρω φθορές, μέχρι να αποφασίσει η κυβέρνηση, το 1885, τη λήψη των πρώτων μέτρων προστασίας της μονής, αφού προηγουμένως στέγασε για λίγο στους χώρους της ένα άθλιο φρενοκομείο. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, 1954-2026

*

Έφυγε, ξέφυγε από την «παγίδα της ύπαρξης» ο φίλος μας Χρήστος Μαρκίδης. Είδε κι αυτός, κατάματα, το τέλος. Ξύπνησε αλλιώς, όπως το λέει ο ίδιος:

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.

Στα έργα του, πίνακες και ποιήματα εξίσου, αυτό το επώδυνο αίνιγμα το εξονύχισε όσο σχεδόν κανείς. Οι σωματογραφίες του, αυτή η λαμπρή σειρά από τα πεσμένα, διπλωμένα, απρόσωπα, σφαδάζοντα κορμιά, τα πορτραίτα του με τα αχνά ή σβησμένα μάτια είναι η απάντησή του. Ο άνθρωπος μάς είναι εντέλει αδιαπέραστος, ο πιο σύνθετος γρίφος.

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο

Ο Χρήστος κράταγε από φύτρα διπλή. Η μια βλάσταινε από γη νεωτερική, από τις παραμορφωμένες φιγούρες του Μπέηκον, του Σίλε, του Τζιακομέττι. Η άλλη πήγαινε βαθιά στο οικείο μας χώμα, ρίζωνε στα Φαγιούμ, πέταγε φύλλα και βλαστούς βυζαντινούς κι ανάπνεε μέσα απ’ τις γραμμές του Σολωμού ή του Καρούζου.

Τις τίμησε όπως άρμοζε τις δυο του αυτές κληρονομιές. Πήρε τη δάδα και την πήγε παρακάτω. Που πάει να πει, έζησε πλήρως.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Ο Χρήστος Μαρκίδης στο Νέο Πλανόδιον

–  Θεώνη Κοτίνη, Επίπονη πορεία αυτογνωσίας, κριτική του συγκεντρωτικού τόμου των ποιημάτων του.

– Χρήστος Μαρκίδης, «Ο τόπος και ο καιρός δεν μας χωρούν πλέον», συνομιλία με την Αγαθή Δημητρούκα.

– Παγώνα Ξενάκη, Τέχνη εν λόγω, για τον τόμο των δοκιμίων «Κατάματα».

– Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου, Η διαχρονική επικαιρότητα των κειμένων του Χρήστου Μαρκίδη, για τον τόμο των δοκιμίων «Κατάματα».

– Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα, προδημοσίευση από τα δοκίμια.

– Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα.

– Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μαρκίδης, δοκίμιο για το ζωγραφικό και ποιητικό του έργο.

– Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα.

*

*

Ευχές και μικρή ανάπαυλα

Ιωάννης Λάμπρου, Θέα στο γραφικό λιμάνι της Ύδρας, 1948.  (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

*

~.~

Με ευχές προς τους αναγνώστες του για ένα ανέμελο αποκαλόκαιρο, το Νέο Πλανόδιον θα διακόψει για λίγες μέρες. Οι καθημερινές αναρτήσεις μας θα ξαναρχίσουν στις 26 του μηνός.

~.~

*

**

Μιχαήλ Χωνιάτης, Στην Κοίμηση της υπεραγίας Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης (12ος-13ος αι.), επιφανής λόγιος της μέσης βυζαντινής περιόδου και μητροπολίτης Αθηνών, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, μαζί με τον αδελφό του, τον ιστοριογράφο Νικήτα. Το επίγραμμα που μεταφράζεται εδώ αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του βυζαντινής κοπής «Ελληνοχριστιανισμού»: Η ομηρική ποιητική φόρμα (ιδίωμα και μέτρο), στην πιο απαιτητική μάλιστα εκδοχή της, επιστρατεύεται προκειμένου να τιμηθεί μία από τις σπουδαιότερες εορτές της Ορθοδοξίας. Από άποψη περιεχομένου, ο ποιητής ακολουθεί την παράδοση που είχε διαμορφωθεί στους προηγούμενους αιώνες, αρχής γενομένης από μία πεζή αφήγηση περί Κοιμήσεως και Αναλήψεως της Θεοτόκου, που αποδιδόταν εσφαλμένα στον ευαγγελιστή Ιωάννη (σώζονται δύο εκδοχές, χρονολογούμενες περί τον 6ο αι.). Σύμφωνα με αυτήν, όταν έφτασε η ώρα της Κοιμήσεως, οι απόστολοι μεταφέρθηκαν με σύννεφα από το μέρος στο οποίο κήρυττε ο καθένας, προκειμένου να βρίσκονται μαζί με την αγαπημένη τους Θεομήτορα (το «φωτοδόχο σύννεφο» του πρώτου στίχου) την ύστατη εκείνη στιγμή. Μετά την απόδοση παρατίθεται το πρωτότυπο.

*

Το φωτοδόχο σύννεφο ξεμάκραινε απ’ το χώμα
προς τον θεϊκό νυμφώνα του, πιο πάνω κι απ’ τα αστέρια,
κι αμέσως μεταφέρονταν, από άλλη γη ο καθένας,
ιππότες λες, οι απόστολοι, καβάλα σε νεφέλες,
στην πόλη της Ιερουσαλήμ γοργά μαζί να φτάσουν.
Και γύρω απ’ τη θεόπαιδα και του Θεού μητέρα
δοξολογούν κι υμνολογούν κι ας είναι δακρυσμένοι.
Ασύγκριτος ο Κύριος και οι συννεφοφερμένοι·
Αυτός με τρόπο θαυμαστό συγκέντρωσε τα νέφη
για τη γλυκιά μητέρα Του, που φεύγει δοξασμένη.

*

Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου
(έκδ. Σπ. Λάμπρος, 1880)

Γῆθεν ἀειρομένης νεφέλης τῆς φωτοδόχοιο
εὐθὺ θεοδμήτων θαλάμων ὑπερουρανίων τε,
αἴφνης ἡνίοχοι νεφέων ἐλατῆρες ἐλαφρῶν
κήρυκες οἵδε φέρονται γαίης ἄλλοθεν ἄλλος
ὄφρα Σιῶνος ἐς ἄστυ ἅμα τροχόωντες ἵκοιντο·
ἀθρόοι, ἀμφὶ κόρην θεόπαιδα θεοῖο [τε] τίτθην,
θείαις ἀοιδαῖσιν κοπετοῖσί τε κυδαίνοντες.
Τίς ἀτάλαντος τῷ Κυρίῳ τοῖς δ’ ἐν νεφέλῃσιν,
ἃς αὐτὸς ξυνάγειρεν καινοτέροις τεράεσσι
μητρὶ φίλῃ φίλον ἐξόδιον τόδε κῦδος ὀπάζων;

Σημείωση: Ο στ. 8 στην έκδοση γράφει ταῖς, που δεν φαίνεται να δίνει ικανοποιητικό νόημα. Το άλλαξα σε τοῖς, αφού φαίνεται να αναφέρεται στους αποστόλους («αυτοί που ήταν / μεταφέρθηκαν πάνω στα σύννεφα»).

*

**

Ζωή Καρέλλη, Η Στενή Πύλη

*

H ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ

Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου
η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.

Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα
«η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν
τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων,
όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές.

Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

*

*

«Εγώ είμαι ο Χριστός»: Από την κρίση στην αυτομεμψία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[11/12]

~.~

«Εγώ είμαι ο Χριστός»[603]: Έχοντας θέσει τη γραφή του στο πρότυπο του ησυχασμού, της ταπείνωσης και της μετάνοιας, ο Κυριάκος Μαργαρίτης επιλέγει με τη Νέα Κρόνακα μια εσωτερική πορεία με εκκλησιολογική διάσταση. Χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στο κείμενό του όρους της πατερικής παράδοσης όπως «νήψη»,[604] ισοδύναμη με την εσωτερική εγρήγορση, και «φιλοκαλία»,[605] που προσδιορίζει το κάλλος της πνευματικής εμπειρίας, με κυρίαρχα τα ερείσματά του στο πόνημα του Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ περί τον βίο του Αγίου Σιλουανού,[606] ολόκληρο το βιβλίο Σαμψών αφιερώνεται ως υπαρξιακή κίνηση του προσώπου προς τον Θεό. Ο Νίκος Σαμψών, σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί μία (ακόμη) ιστορική περίπτωση που κινήθηκε αντίστροφα προς το πρότυπο της νηπτικής ζωής, χωρίς να παραιτηθεί ποτέ από την ανάγκη αυτοδικαίωσης:

Ο Νίκος Σαμψών εξακολουθεί να κομπάζει, στον ύπνο, στον ξύπνιο μου. Με στοιχειώνει με την τρυφερότητα του φονιά. Το αγγελικό πρόσωπο. Το αθώο βλέμμα. Δεν τον συνερίζομαι. Ο κομπασμός, του Αισχύλου ο κόμπος, ξέρω ότι είναι ιδίωμα των μόνων και των απελπισμένων πολύ. Στο χείλος αβύσσου ο Σιλουανός με ελεεί: να μην απελπίζεσαι.[607]

Εμπλουτίζοντας διαρκώς το περιεχόμενο της έννοιας της «αδύνατης» αφήγησης, ο Μαργαρίτης κινητοποιεί στο Σαμψών την ιστορία του αμετανόητου Ληστή στον Σταυρό, προκειμένου να υπογραμμίσει, μέσα από την αδυναμία ή την απροθυμία του Νίκου Σαμψών για μεταμέλεια, την αδυναμία, ου μην την αποτυχία, και της ίδιας της (ζωής ως) αφήγησης:

Την ιστορία του ληστή δεν την είπε κανένας. Πώς να την πει; Δίχως μετάνοια δεν γίνεται αφήγηση.[608]

Μια τίμια συγγνώμη. Μια μεγάλη μετάνοια. Χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα.[609]

Το μετάνιωσα που ανέλαβα. Αλλά δεν μετανιώνω. Έτσι, σκέφτομαι, δεν γίνεται δουλειά. Δεν έχω αφήγηση.[610]

Έχοντας παραιτηθεί, ως αναλύθηκε πρότερα, από την απόδοση πταίσματος και αντλώντας από την ησυχαστική παράδοση, ο Μαργαρίτης προσεγγίζει τη γραφή ως επίκληση, ως εξομολόγηση, κύρια δε ως ευχή, ακόμα και για αυτόν τον Νίκο Σαμψών:

Το ίδιο εύχομαι και για τον Νίκο. Η λέξη-κλειδί, για την εύρεση και την έλευση, για τη μεγάλη γιορτή, είναι προφανώς η ευχή.[611]

Θα βάλω τα δυνατά μου, […] εκκαλώντας τη χάρη του Θεού για τον έκπτωτο. […] Κι αν γίνει έτσι, τότε η χάρη της αφήγησης […] μπορεί να ευχηθεί για τον νεκρό την ανάπαυση.[612]

Η ευχή υπέρ αναπαύσεως του Νίκου Σαμψών φανερώνει το ριζικά θεοκεντρικό Ορθόδοξο ήθος της γραφής του Μαργαρίτη, όπου το λυτρωτικό έλεος δεν εξαντλείται στα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης: «Ποιος ξέρει; Εις άλλα πταίομεν, καμιά φορά, και εις άλλα πληρώνουμε. Ποιος θα κρίνει;».[613] Μετατοπίζοντας με ευστροφία το βάρος, όπως το πράττει και ο πρώτος διδάξας και δάσκαλός του Παπαδιαμάντης, από τα θύματα του κακού στους φορείς της αμαρτίας, τον Μαργαρίτη δεν απασχολεί η κρίση του Νίκου Σαμψών, αλλά ο Νίκος Σαμψών και η ψυχή του. Η προοπτική του Αγίου Σώστη για τη Φόνισσα, ως παρατηρεί ο Κωστής Μπαστιάς, από τους πρώτους που μπόρεσαν να αναγνώσουν επαρκώς το έργο, δείχνει ότι «το κακό», για τον Παπαδιαμάντη, «δεν είναι ανεπανόρθωτο».[614] Η δε Φραγκογιαννού παραμένει στο μεταίχμιο της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης, εμφαίνοντας τον ακατάπαυστο αγώνα και την μέχρις εσχάτων προοπτική της πτωτικής ύπαρξης. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε προδικαστική κρίση, ο Μαργαρίτης εκφράζει συνολικά το μεγαλείο και την ευθύνη της ανθρώπινης ελευθερίας και βίου ως πορείας διαρκούς μεταμόρφωσης:

Η κρίση γίνεται κέρασμα, και στον θυρεό συλλαβίζω το θαύμα: Οὐκ ἦλθον κρῖναι τὸν κόσμον, ἀλλὰ σῶσαι τὸν κόσμον.[615]

Παρά ταύτα, όντας ερμηνευτικά ανοιχτός και πολύτροπος, οι ιστορικές μορφές που σκιαγραφεί, είτε πρόκειται για τον αρχιδήμιο Χάρι Άλεν είτε για τον πραξικοπηματικό Πρόεδρο Νίκο Σαμψών, έχουν αλλού προδιαγράψει τον αυτοαποκλεισμό τους από τη θεία ζωή, χωρίς περιθώρια διεξόδου: (περισσότερα…)

Ὁ Μάμρα καὶ ἡ τυραννία τοῦ παρελθόντος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 (συγκεκριμένα τὸ 1985) προβάλλεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γνωστὴ στοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ γεννηθήκαμε στὴ δεκαετία τοῦ ’90 σειρὰ κινουμένων σχεδίων Thundercats (Θάντερκατς). Μπαίνω στὸ θέμα πολὺ γρήγορα· ἡ πλοκὴ μέσες-ἄκρες —τουλάχιστον γι’ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸ παρὸν κείμενο— ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ πλανήτης τῶν ἀνθρωπόμορφων αὐτῶν αἰλουροειδῶν, ἡ Θαντέρα, ὑφίσταται καταστροφή. Οἱ κάτοικοί της ἀποδροῦν στὸ διάστημα μὲ ἕναν μεγάλο στόλο διαστημικῶν ἀεροσκαφῶν καὶ μιὰ ναυαρχίδα, ὡστόσο στὴν πορεία τους αὐτὴ δέχονται ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς Mutants (τὰ Μεταλλάγματα ἢ Μεταλλαγμένους, ἀνάλογα τὴν ἑκάστοτε μετάφραση), ὁρκισμένους ἐχθροὺς τῶν Θάντερκατς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πλανήτη Πλάνταρ, γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν διευκρινίζεται ἂν ἔχει ὑποστεῖ ἀντίστοιχη καταστροφὴ μὲ τὴ Θαντέρα.

Καταστρέφοντας τὸν διαστημικὸ στόλο τους ἀποτυγχάνουν νὰ διαλύσουν τὴ ναυαρχίδα, μέσα στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν, πηγὴ δύναμης τῶν Θάντερκατς, κι’ ἔτσι ὁ Τζάγκα, ὁ γηραιὸς ἀρχηγός, ἀναλαμβάνει νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Τρίτη Γῆ προκειμένου νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Θάντερκατς μπαίνουν σὲ χρονοκάψουλες γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ζωντανοὶ καὶ στὴν ἡλικία ὅπου βρίσκονταν, καὶ τελικὰ φτάνουν στὴν Τρίτη Γῆ, τὸν νέο αὐτὸν κόσμο, γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι ὁ μὲν Τζάγκα πέθανε ἀπὸ γηρατειά καθὼς ἀναμενόταν, ἐνῶ ὁ νέος τους ἀρχηγός, ὁ Λάιονο, λόγω ἐπιπλοκῆς στὴν κάψουλά του παρέμεινε ἔφηβος, πλὴν ὅμως στὸ κορμὶ ἐνηλίκου. Κάπου ἐκεῖ ξεκινάει καὶ ἡ κυρίως πλοκή. Στὴν Τρίτη Γῆ οἱ Θάντερκατς ἀποφασίζουν νὰ ἐγκατασταθοῦν, ὡστόσο τὴν ἴδια ἐποχὴ φτάνουν ἐκεῖ καὶ τὰ Μεταλλάγματα μὲ τὸν ἴδιο στόχο, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἕναν μουμιοποιημένο μάγο, τὸν Μάμρα, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν περιοχή του, συνεργαζόμενος μὲ τὰ Μεταλλάγματα κι’ ἄλλες δυνάμεις, πάντοτε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ.

Ὣς ἐδῶ ὅλα καλά. Ἡ πλοκὴ δημιουργεῖ ἕνα σκηνικὸ περιπέτειας ποὺ ὑπόσχεται μάχες, στρατηγικὲς καὶ συγκινήσεις. Ἡ περιγεγραμμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ κινουμένου σχεδίου ἔχει διακριτοὺς ρόλους καὶ ἠθικὲς ἀποτιμήσεις. Οἱ Θάντερκατς εἶναι «οἱ καλοί»· μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τους ἄλλωστε βλέπουμε τὴν ἐκδίπλωση τοῦ κάθε ἐπεισοδίου. Ὁ δὲ Μάμρα, τὰ Μεταλλάγματα καὶ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους κατὰ περίσταση συμμάχους τους, εἶναι οἱ ἐχθροί, οἱ ἀντίπαλοι, αὐτὸ ποὺ συνήθως ἀφαιρετικὰ ὀνομάζεται «οἱ κακοί».

Μιὰ προκλητικὴ ἀντι-ἀνάγνωση τῆς πλοκῆς θὰ μποροῦσε νὰ θέσει ἐπὶ μίας βάσεως τὴν ἀπόφανση περὶ ἑνὸς παρεξηγημένου Μάμρα. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος ἐμφανίζεται ὡς τὸ ἀπόλυτο κακό καὶ ὡς ὁ ἀπόλυτος ἀντίποδας τῶν θετικῶν δυνάμεων τῶν Θάντερκατς. Μιὰ παιδικοῦ τύπου ἁπλοποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ θέλει τοὺς ἥρωες ἑνὸς κινουμένου σχεδίου νὰ χωρίζονται σὲ «καλοὺς» καὶ «κακούς» προϋποθέτει μία (1) ὀπτικὴ γωνία, δοσμένη ἤδη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ σκηνοθετικὴ πρόθεση. Ἀντιστρέφοντας ὡστόσο τοὺς ρόλους, ἡ σαφῶς περιγεγραμμένη εἰκόνα ἀρχίζει καὶ ἐμφανίζει κόμπους ποὺ ἀπαιτοῦν σύνθετα ἐργαλεῖα προκειμένου νὰ λυθοῦν. (περισσότερα…)