Ο έρωτας ως επαναστατική δύναμη

*

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

~.~

Λίλα Τρουλινού,
Νύχτες με την Γκαμπριέλα,
Περισπωμένη, 2026

Το βιβλίο Νύχτες με την Γκαμπριέλα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026, είναι νουβέλα, το δυσκολότερο αλλά και αρτιότερο, κατά την άποψή μου, λογοτεχνικό είδος που αγαπά ιδιαίτερα η συγγραφέας· μια ενέργεια ή απόφαση της βασικής ηρωίδας γίνεται η αφορμή για να ζήσουμε ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Ρώμη του 1979.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Νόρα, Ελληνίδα φοιτήτρια στη Ρώμη στα τέλη της δεκαετίας του 70, αναζητά απελπισμένα τον έρωτα της ζωής της, την Γκαμπριέλα, μια όμορφη γυναίκα αργεντίνικης καταγωγής που εξαφανίστηκε. Την ψάχνει σε μια πόλη που ήδη από την προηγούμενη δεκαετία βιώνει, όπως όλη η χώρα, τα «μολυβένια χρόνια» με τις φοβερές σε ένταση τρομοκρατικές επιθέσεις από ακροδεξιές ομάδες, όπως η Όρντινε Νουόβο, προκειμένου να κατασταλεί το αριστερό εργατικό και φοιτητικό κίνημα το οποίο διεκδικούσε, με πολυήμερες απεργίες, πορείες, συζητήσεις, επαναστατικές πρακτικές, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και κοινωνικές ελευθερίες. Η απαρηγόρητη Νόρα, που βιώνει με σπαραγμό την υποψία της ερωτικής απόρριψης και την αγωνία για τη ζωή της αινιγματικής συντρόφου, την ίδια στιγμή διαθέτει την επαναστατικότητα μιας συνειδητοποιημένης νέας γυναίκας που πάει σε πορείες με λυσσαλέες επιθέσεις από ακροδεξιούς τραμπούκους με ξυρισμένα κρανία και ρόπαλα που χτυπούν για να σκοτώσουν ή στέκεται θαρραλέα απέναντι σε μικροαστικές αντιλήψεις για την περιχαράκωση της ερωτικής προτίμησης, ασκώντας, παράλληλα, κριτική στις επαναστατικές πρακτικές της εποχής.

Η πόλη ανοίγεται ολοζώντανη όταν τη διασχίζει για να βρει το ταίρι της, εναρμονισμένη με την ασθματική περιπλάνησή της, με αυστηρό ταξικό προσδιορισμό: εκεί που ζουν οι φτωχοί προλετάριοι, οι φοιτητές με τα λίγα λεφτά κάθε μήνα, οι μετανάστες, οι πολιτικοί εξόριστοι, οι πλάνητες, οι χρήστες, δεν υπάρχουν λουλούδια, οι πολυκατοικίες είναι κοκκινοπλίνθινες, τα τραμ λαμαρινόφαια, τα σπίτια είναι αθλιόσπιτα, κεραμιδοκόκκινα, φρικτοτενεκεδόκουτα. Οι άλλοι μένουν μακριά, στο Μόντε Σάκρο, σε μεσοαστικές, περιποιημένες γειτονιές.

Η ασθμαίνουσα ηρωίδα διασχίζει τοπία, συναντά και συνδέεται με ανθρώπους ενεργητικούς, δρώντα υποκείμενα της κοινωνίας και της ιστορίας, όντα πολιτικά που, άλλοτε με πράξεις και άλλοτε με τη θεωρία τους, πολεμούν την εξουσία και συνιστούν, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον της εξαφανισμένης Γκαμπριέλας. Η μυθοπλασία συμπλέκεται με την Ιστορία. Οι επινοημένοι ήρωες της συγγραφέως, φεμινίστριες, επαναστάτες, ντήλερς, ανήσυχοι φιλόσοφοι και μουσικοί, συνυπάρχουν με τον Φελίνι, στην πιο αμφιλεγόμενη ταινία του «Η πόλη των γυναικών», τους καταστασιακούς, την ιταλική Εργατική Αυτονομία, την Όντα Ρόσα, τον Αντόνιο Νέγκρι, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την φασιστική Όρντινε Νουόβο ακόμα και τον αρχιφασίστα Στέφανο ντέλε Κιάιε. Η Νόρα βυθίζεται όλο και πιο πολύ σε αυτόν τον κόσμο με αποκορύφωμα το συλλογικό τραύμα του «Βρώμικου πολέμου» στην Αργεντινή του στυγερού δικτάτορα Βιντέλα με τις μαζικές εξοντώσεις ακτιβιστών και αντιφρονούτων, με τους πάνω από 30.000 desaparecidos, τους εξαφανισμένους (η εξαφάνιση του σώματος ως άρνηση του εγκλήματος, όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου).

Αυτή είναι –ας την πούμε έτσι– η υπόθεση. Η ουσιαστική απόλαυση της λογοτεχνίας όμως κρύβεται στο αληθινό ταξίδι που η συγγραφέας μας καλεί να κάνουμε: σημασία έχει όχι το τι έγινε αλλά το μη ειπωμένο, το καλά κρυμμένο. Και η Λίλα Τρουλινού το αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό. Μας ταξιδεύει με λόγο πρωτοπρόσωπο, πυκνό, χειμαρρώδη, ανατρεπτικό, πυρετικό. Η ποιητικότητα της γραφής συνυπάρχει αρμονικά με την ωμότητα της πραγματικότητας, οι ήρωες αυτονομούνται όχι μόνο μέσα από τις πράξεις τους αλλά, πρωτίστως, μέσα από τον λόγο τους. Μόνον έτσι η επινοημένη ζωή γίνεται αληθινή, πράγμα που η συγγραφέας ξέρει να κάνει άριστα. Όταν η Νόρα απευθύνεται στην αγαπημένη της, ο λόγος ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική σπαρακτική εξομολόγηση και την υλικότητα της κανονικής ζωής. Είναι ακριβώς αυτή η θλίψη που δεν καταλήγει σε λυγμούς, που το έντονο συναίσθημα δε σου στερεί τη σκέψη, γιατί τι να την κάνεις την απόγνωση όταν δε συνοδεύεται από την επιθυμία να ερμηνεύσεις και τελικά να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο; Και ο κόσμος της ηρωίδας, αλλά και των ανθρώπων που συναντά, είναι τόσο ανατρεπτικός, τόσο επαναστατικός και πολιτικός, με την πραγματική έννοια του όρου, που μόνο η σύγκρουση με την κατεστημένη, τακτοποιημένη, στερεοτυπική σκέψη και πράξη κάθε εποχής θα φέρει τη νέα θέση, τη νέα αντίληψη. (περισσότερα…)

Η Ταναγραία

*

Η Ταναγραία

Κυματιστή, αεράτη, μου θυμίζεις
με τον σπασμένο κότσο-σου παλιές,
ανέμελες σχεδόν μετακομίσεις
και μισοξεχασμένες αγκαλιές.

Τί σχήμα νά ’χε η πήλινη γλωσσίτσα
πρίν την τσακίσω; Δέν θυμάμαι πιά.
Σε ρίχνω συγχυσμένος στη βαλίτσα
με τα χοντρά τετράγωνα κουμπιά –

κι ύστερα αλλάζω γνώμη. Εδώ θα μείνεις!
Στο καταφύγιο που ετοιμάζω δέν
θα κουβαλήσω αγάλματα. Της μνήμης
μου φτάνει το μονότονο ρεφρέν.

///

Το κόκκινο και το μαύρο

Μα η μόνη-μου αλήθεια δέν είναι διπλή;
Σάν καλά τροχισμένο ψαλίδι
– προστασία μαζί κι απειλή –
την παίζω στα δάχτυλα. Πώς στραφταλίζει!

Τη ρίχνω στ’ αστέρια και παίρνει φωτιά,
κι απλώνει φτερά και σκεπάζει
με τό ’να μια αδιάφορη πλάση,
με τ’ άλλο του αρχαίου σερπετού την ψευτιά.

Κι απανάμεσα κάπου της σκέψης το αργό,
το τετράγωνο σέρνεται κάρο…
Το κόκκινο με το μαύρο
τη μάχη-του δίνει όπως πάντα, κι εγώ

κλειστός σάν βεντάλια, ανοιχτός σάν πληγή
τις αλήθειες-μου λέω και ξελέω
την πρώτη απ’ την προτελευταία,
την ίδια απ’ την άλλη τραβώντας να βγεί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

Για τη Δύση και την παρακμή της: Συμπληρωματικά στην παρέμβαση της Ιωάννας Τσιβάκου

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Στη συνέχεια της παρέμβασης της Ιωάννας Τσιβάκου, ας μου επιτραπεί να γράψω μερικά συμπληρωματικά στα όσα ειπώθηκαν από εκείνην σχετικά με την εκδήλωση του Ιουλίου του Θεάτρου Κυδωνία και την συζήτηση, στην οποία αναφέρθηκε. Φρονώ ότι τις περισσότερες φορές η κριτική που γίνεται στη Δύση ή στον δυτικό πολιτισμό μένει μέσα στα πλαίσια εκείνου. Δεν μπορούμε οι περισσότεροι να απεμπλακούμε από τον εναγκαλισμό μαζί του. Αυτό έχει πολλές εξηγήσεις. Μία και κύρια είναι οι σπουδές που έχουμε κάνει οι Έλληνες στις διάφορες σχολές του εξωτερικού, οπότε μπολιαστήκαμε ανάλογα με τις δικές τους νοοτροπίες θεωρίες και κοινωνίες και συστήματα. Το γεγονός ότι υπήρξε ένας Σπένγκλερ που έγραψε την Παρακμή της Δύσης δεν αλλάζει πολύ την όλη πραγματικότητα. Πόσοι άραγε στην ίδια την Δύση έλαβαν υπόψη τους αυτό το σύγγραμμα;

Ωστόσο, υπήρξαν νόες σπουδαίοι, μέσα στην Ευρώπη, οι οποίοι μπορεί να μην εκφράστηκαν με αυτή την διατύπωση («παρακμή της Δύσης») εντόπισαν ωστόσο τα σημάδια μιας γενικής έκπτωσης. Ο Νίτσε μίλησε για «αποβαρβάρωση». Ο Έλιοτ είπε ότι ο πολιτισμός αυτός αυτοκτονεί, η Σιμόνη Βέιλ (όχι αυτή του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) υπέβαλε την δυτικοευρωπαϊκή θεώρηση της ζωής και της κοινωνίας σε τρομερή κριτική (περιλαμβανομένου και του Μαρξισμού), ενώ ο Έλληνας Κ. Παπαϊωάννου (μέγας μαρξολόγος μεταξύ άλλων), έγραψε ότι

«υψώθηκε ένας ουμανισμός ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού αλλά που υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στο εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστήμη θα προσφέρει την εξουσία».

Στην ελληνική περιοχή και γλώσσα διανοητές σαν τον Σπύρο Κυριαζόπουλο, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον πρώτο (χρονολογικά) Στέλιο Ράμφο, τον Χρήστο Γιανναρά, τον Γιώργο Καραμπελιά έχουν διεξοδικά αναφερθεί στις παραμορφώσεις του «δυτικού πνεύματος», με κύριο ζήτημα την ratio και την αναμφισβήτητη διαφορά της από τον Λόγο, όπως έρχεται από τους αρχαίους «εραστές της σοφίας» και τους τραγικούς ποιητές αλλά και όπως περνάει και κορυφώνεται στην πατερική Θεολογία ως σαρκωμένος Λόγος. Μέσα σε αυτούς θα πρέπει να συμπεριληφθούν πρόσωπα όπως ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης, ο Α. Σικελιανός, ο Π. Γιαννόπουλος, ο Γ. Σαραντάρης, βεβαίως ο Κόντογλου και πάνω απ’ όλους και πρωτοκορυφαίος ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος υπήρξε ουσιαστικά ο μέγας «αντιστασιακός», όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στον δυτικό πολιτισμό.

Το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι η χώρα αυτή, το κράτος της και ο λαός της προσκολλήθηκαν σφόδρα στα της Δύσεως, είτε καθ’ ύπόδειξιν εκείνης είτε ακόμη και μεσώ επιβολής της. Ο δυτικός πολιτισμός αρχικά ως δυτικοευραπαϊκός και εν συνεχεία ως αμερικανικός κάλπαζε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ωστόσο τα μεγάλα ζητήματα και οι παραμορφώσεις είχαν από παλιότερα εμφανιστεί (διάβαζε το τεράστιο μεταφυσικό κενό που εντόπισαν πρώτοι οι Ρώσοι θεολόγοι και φιλόσοφοι της διασποράς) και οδήγησαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους που άφησαν πίσω τους εκατομμύρια νεκρούς και καταστροφές.

Το χειρότερο στην εξέλιξη που παρουσιάζεται σήμερα είναι ότι η Δύση περιμένει να λύσει τα ζητήματά της μέσω των μηχανών και μάλιστα της «τεχνητής νοημοσύνης», που κατά βάθος είναι εφεύρεση ανθρώπων που απέρριπταν τον κόσμο-Κτίση, όπως εθεωρείτο ως δημιουργία Θεού και σκόπευαν να τον αντικαταστήσουν με άλλον που θα έφτιαχναν με την ανάπτυξη της τεχνικής, δημιουργώντας ανελέητη εξάρτηση από αυτήν. Συνακόλουθα ωστόσο, θα πρέπει να αλλάξουν ή μάλλον να μεταλλάξουν και τον ίδιο τον άνθρωπο για να τον προσαρμόσουν στο καινούργιο δημιούργημά τους. Ο Πωλ Βιριλιό προειδοποιούσε από το 2000 ότι «βαδίζουμε προς μια πληροφορική Βαβέλ» και πως η «νεκρή μνήμη του υπολογιστή απειλεί τη ζωντανή μνήμη του ανθρώπου». Ο Βιριλιό συντάσσεται ουσιαστικά με τον Ζακ Ελλύλ και τις αλήθειες που αναπτύσσει στο βιβλίο του Το τεχνικό σύστημα και ο ίδιος μιλάει ως «ιστορικός των τεχνολογιών» και ως «κριτικός της τέχνης της επιστήμης», την οποία γνωρίζει από μέσα και καταγγέλλει την «ειδωλολατρεία της μηχανής» (δες συνέντευξή του στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 20 Οκτωβρίου 2000, και το βιβλίο του Η πληροφορική βόμβα.)

Υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί εδώ: ο αμερικανικός πολιτισμός έχει δυόμισι αιώνες ιστορία μονάχα. Όλη του η πορεία στηρίζεται στην εξαφάνιση των γηγενών πληθυσμών, στο Χρήμα, στην Τεχνική και στον γιγαντισμό του ανθρώπου-Superman. Οι άλλοι πολιτισμοί, οι αρχαίοι, μεταξύ των οποίων και ο ελληνικός, θα κάθονται με σταυρωμένα χέρια να παρακολουθούν την «παρακμή» του, ή θα πρέπει να ανανήψουν πνευματικά και να ενεργοποιήσουν τις μη δυτικογενείς αλήθειες τους και αξίες τους τις οποίες ο δυτικός πολιτισμός παραμόρφωσε και ρασιοναλιστικοποίησε;

*

**

 

 

Ο Θουκυδίδης και η Αθήνα: Ο Βασίλης Κάλφας μας ξεναγεί στο έργο του μεγάλου ιστορικού

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ

Παρασκευή 17 Ιουλίου | Φιλοσοφικός περίπατος στον Αποκόρωνα

Ο Θουκυδίδης και η Αθήνα
Ο Βασίλης Κάλφας μας ξεναγεί στο έργο του μεγάλου ιστορικού

Για τρίτη φορά καλεσμένος μας στις Νύχτες του Ιουλίου και τις περιπατητικές διαλέξεις τους, των οποίων τον θεσμό ο ίδιος εγκαινίασε πριν από πέντε χρόνια και διεξάγονται έκτοτε με μεγάλη επιτυχία, είναι φέτος ο Βασίλης Κάλφας, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Θέμα του ο Θουκυδίδης, ο μεγάλος ιστορικός του οποίου το όνομα ειδικά αυτή την περίοδο είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Πώς παρουσιάζει την αθηναϊκή δημοκρατία ο Θουκυδίδης; Τι θαυμάζει σ’ αυτήν και τι απεχθάνεται;

Ο περίπατος θα ξεκινήσει στις 10 το πρωί από τη θέση Πλατανάκια στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Στύλος και Νιο Χωριό Αποκόρωνα. Θα είναι διάρκειας μιας περίπου ώρας, σε σκιερά αγροτικά μονοπάτια, δίπλα στην όχθη του ποταμού Κοιλιάρη, ευκολοδιάβατα για όλες τις ηλικίες.

Έναρξη 10.00 π.μ. – Ελεύθερη συμμετοχή
Σε συνεργασία με τον Ορειβατικό Σύλλογο.

*

**

Ένα ανέκδοτο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Η αίθουσα είναι ευρύχωρη και φωτεινή. Γεμάτη όμως, ασφυκτικά, με θρανία. Τέσσερεις σειρές θρανίων με έξι θρανία σε κάθε σειρά – εκτός από την σειρά δίπλα στην πόρτα, έχει λιγότερα, για ευνόητους λόγους. Σε κάθε θρανίο δύο καρέκλες.

Για να γράφουν εξετάσεις παιδιά δύο διαφορετικών τάξεων – εκείνες τις μέρες θα είναι, όντως, ασφυκτικά – αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γράφουν τα παιδιά της Θετικής, δεκατέσσερα το σύνολο. Κάθονται στις δυο σειρές κοντά στα παράθυρα. Γράφουν Ιστορία «κόντρα».

«Κύριε, ξέρετε από Ιστορία;» Γέλια, πειράγματα, για να σπάσει ο πάγος. Περιμένουν να τους βάλουμε στις θέσεις τους – με τη σειρά, αλφαβητικά. «Κύριε, τι μάθημα κάνετε;» Και πάλι, «Κύριε, εσείς ξέρετε Ιστορία; Δε θα γράψουμε τίποτα, κύριε». «Γιατί! Δεν έχετε διαβάσει;» «Τι να διαβάσουμε, κύριε; Βοηθήστε λίγο να μη χαλάσει ο βαθμός του απολυτηρίου». «Μια χαρά θα τα πάτε».

Έχουν καθίσει κατ’ αλφαβητική σειρά και περιμένουν. Εφτά οχτώ τσάντες στη σειρά, στον τοίχο, κάτω από τον διαδραστικό κι ως τη δεξιά γωνία. Άλλα τόσα κινητά πάνω στην έδρα.

Μοιράζουμε κόλλες και θέματα. Σιωπή. Τα ξεφυλλίζουν, κάποιες πρώτες σημειώσεις. Σιωπή. Τα αμήχανα βλέμματά μας στον χώρο, πάνω από σκυμμένα κορμιά, σκυμμένα κεφάλια. Χέρια που στηρίζουν, χέρια που κινούνται, άλλα γρήγορα – τα πιο πολλά –, άλλα αργά. Χέρια με νύχια περιποιημένα, χέρια με νύχια φαγωμένα βαθιά. Πόδια που κουνιούνται από νευρικότητα. Καμιά φορά τα βλέμματά μας διασταυρώνονται, για λίγο.

Χτες, συνάδελφος έπιασε μαθητή να χρησιμοποιεί το κινητό. Είχε φωτογραφίσει τα θέματα κι είχε δώσει ερώτημα στο ChatGPT. Κύριε, γιατί μου παίρνετε την κόλλα, διαμαρτυρόταν μετά. Το έλεγε κι απορούσε ο συνάδελφος. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Να μη φτάσεις στο σημείο να ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Να μη δώσεις χώρο να δολιεύσει την εξέταση. Και να μη ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Τόσο όσο.

Μπαίνει η συναδέλφισσα-εισηγήτρια. Τα κεφάλια σηκώνονται, τεντώματα, τα πρόσωπα γίνονται πάλι γελαστά. Θόρυβος της στιγμής. Η συναδέλφισσα κρατάει τα θέματα στα χέρια. Χαιρετάει γελαστή καθώς κατευθύνεται προς την έδρα. Στέκεται όρθια δίπλα και λίγο μπροστά. Ακουμπάει στο πρώτο θρανίο.

«Τα είδατε τα θέματα. Διαλέξαμε τα πιο εύκολα». Πάλι θόρυβος.

Η εισηγήτρια αρχίζει να εξηγεί τα θέματα. Διαβάζει. Πρώτο θέμα, Σωστό – Λάθος: Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, Καποδίστριας ή Όθων; Τρικούπης και τοπάρχες· Βενιζέλος και Αντάντ· κάτι από τους μεγάλους πολέμους… «Καταλάβατε» επαναλαμβάνει.

Συνέχεια, δεύτερο θέμα, περιεχόμενο ιστορικών όρων: αναθεωρητισμός (και κάποιος άλλος -ισμός). «Είμαστε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου» λέει η εισηγήτρια, «στα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου… Θυμηθείτε τι λέγαμε» συνεχίζει. «Αυτά τα θέματα κληρώθηκαν από την Τράπεζα» τονίζει.

Τρίτο θέμα, ιστορική αφήγηση και ερμηνεία: οι συνέπειες του Β΄Παγκοσμίου πολέμου ή τα αποτελέσματα… Και μετά, στην ερμηνεία των πηγών: αρχή της δεδηλωμένης και η τύχη των Εβραίων κατά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. «Αυτό το βάλαμε εμείς» σχολιάζει.

«Διαβάστε τα κείμενα, θα σας δώσουν τις απαντήσεις». Στέκεται για λίγο προβληματισμένη. «Θυμηθείτε για την αρχή της δεδηλωμένης… Θυμάστε τι είχαμε πει… Τι είναι;» «Το λέει το κείμενο» λέει η κοπέλα δίπλα της, στο πρώτο θρανίο. «Ναι. Το λέει, πράγματι, το κείμενο, την περιγράφει, την ορίζει με έναν τρόπο» επιβεβαιώνει η εισηγήτρια. «Να μας εξηγήσετε το κείμενο που είναι στα αρχαία» λέει ένας άλλος. «Η εισηγήτρια χαμογελά με νόημα. «Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Είναι απλό το κείμενο» ή κάτι τέτοιο. Ρωτάει αν υπάρχουν ερωτήσεις. «Θα ξανάρθω» λέει. Βγαίνει το ίδιο γελαστή.

Σιωπή ξανά. Σκυμμένα κεφάλια, σκυμμένα κορμιά. (περισσότερα…)

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

Φωνές από την περιφέρεια: Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 15 Ιουλίου | Συζήτηση

Φωνές από την περιφέρεια
Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

Πώς είναι να γράφει κανείς λογοτεχνία στην ελληνική περιφέρεια, μακριά από το αθηναϊκό κέντρο; Επηρεάζει αυτό την θεματολογία, τα εκφραστικά μέσα, τη δυνατότητα προβολής της δουλειάς του; Προσθέτει στην έμπνευσή του; Αντανακλά στην ταυτότητά του την συγγραφική; Αυτά τα ερωτήματα θα θίξουμε με ένα πάνελ από συγγραφείς διαφόρων λογοτεχνικών ειδών που ζουν και εργάζονται στα Χανιά.

Συζητούν οι Άγγελος ΑλαφρόςΑγγελική ΚαραθανάσηΝεκταρία ΜενδρινούΓιάννης Νικολούδης και Λίλα Τρουλινού.

Τη συζήτηση συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

**

Paul Verlaine, «Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια!…»

*

Οι αποβάθρες

Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια! Είχα την άνεσή μου,
αν όχι πλούσιος, κάτεχα όμως το κατιτί μου…
Ήμουν νεαρός με γούστα όλο ανησυχία
όπως προστάζει η εικονογραφοβιβλιοφιλία.

Μακριά μου η ηλίθια έπαρση: καμπόσος δεν περνιόμουν,
και τότε έστω! Σε τιμαλφείς στιγμές και αν χανόμουν,
και ήμουνα, ή κι όχι, από πικρίες πεισματωμένος
τιμές που αφορούσαν… ή άλλα! Μα όχι χολωμένος!

Άπλωνε ο Σηκουάνας‒ κι είναι πάντα απλωτός‒
σαν φίδι από χρυσά, πράσινα, μαύρα ολόστικτος…
Πάντα ριγά ο αιθέρας… Φίλια η τοποθεσία!…

Bιβλίο όμως πουθενά! Τσιράκια βιβλιοπωλών
Στους πάγκους όλους σκόρπισαν πανωλεθρία
Που έχουν γίνει η ειρωνεία των βιβλιοεραστών.

///

Βιβλιόφοβοι

Στη Γυναίκα όπου αγάπη τέλεια πρέπει να δώσει,
κάθε ελπίδα, ‒κατά βάθος‒ κάθε εμπιστοσύνη,
ωστόσο την καρδιά του η σκιά και η χροιά θα τρώσει,
καρδιά βιβλιόφιλου, παρότι εκ γενετής σε ειρήνη

και σε ανάπαυλα καθημερνά είναι ταγμένη
όπου με το Βιβλίο φτιάχνει τη ζωή του, κι όταν
σε τάφρο απλοϊκή ρίχνει ήσυχη, γαληνεμένη
τον παλαιό του πυρετό, τα πέριξ γεγονότα.

Γυνή άγγελος και δαίμονας, λέει δίστιχο αρχαίο,
υποταγμένη… αλλά και δεσποτική βεβαίως,
κλαψιάρα από τη φύση της μα και… σκληρή επίσης.

Και, αφότου Κύριος οίδε πόσο έχει διαβάσει,
ποιο είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει!
Τον διακόπτει, και αυτός, «μερσί» θα της… ψελλίσει!

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

**

*

Μια απρόβλεπτη Ρωσία θα ήταν κακή είδηση για τον κόσμο

*

του ΑΝΤΡΕΪ ΜΕΛΝΙΤΣΕΝΚΟ *

~.~

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν εκεί όπου πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Το μέτωπο δεν είναι παρά το σημείο όπου μια πίεση, συσσωρευμένη επί μακρόν, διαρρηγνύει επιτέλους την επιφάνεια. Ως τότε, όμως, τα θεμέλια έχουν ήδη υπονομευθεί: η γλώσσα της αμοιβαίας ασφάλειας έχει σιγήσει, η εμπιστοσύνη στις δεσμεύσεις έχει διαβρωθεί, η κοινή αντίληψη περί των ορίων του επιτρεπτού έχει χαθεί και μαζί της η ικανότητα να αντιμετωπίζεται ο άλλος ως μέρος ενός κοινού συστήματος και όχι ως απειλή προς εξουδετέρωση. Όταν αυτοί οι δεσμοί λυγίζουν, η πολιτική παύει να κατευθύνει τα γεγονότα· αντίθετα, σύρεται από αυτά.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πρόκειται για μια σύγκρουση πολλαπλών επιπέδων: από τη μια είναι μια τραγωδία δύο λαών που επί αιώνες συνυπήρξαν στον ίδιο ιστορικό χώρο· συγχρόνως όμως είναι και μια αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση με πολλά επίδικα: εδάφη, συμμαχίες, την ιστορική μνήμη και το μέλλον της διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Πίσω όμως από όλα αυτά διακρίνεται μια βαθύτερη αποτυχία. Ο σύγχρονος κόσμος έχει απολέσει τον μηχανισμό που άλλοτε επέτρεπε στις μεγάλες δυνάμεις να συνυπάρχουν μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα ασφαλείας, χωρίς να αμφισβητούν η μία τη νομιμότητα και την υπόσταση της άλλης. Όταν αυτός ο μηχανισμός καταρρέει, η αρχιτεκτονική των θεσμών αντικαθίσταται από ηθικολογικές διακηρύξεις και η τιμωρία εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως στρατηγική.

Δεν είμαι ούτε πολιτικός ούτε ιδεολόγος. Οι πολιτικοί κινούνται από τη βούληση· οι ιδεολόγοι από την πίστη. Ο δικός μου κόσμος είναι εκείνος των σύνθετων υλικών συστημάτων: των ροών φυσικών πόρων, της μετατροπής τους σε λιπάσματα και ηλεκτρική ενέργεια, των δικτύων μεταφοράς που οργανώνουν αυτές τις ροές και των μακρών χρονικών οριζόντων μέσα στους οποίους λειτουργούν. Τα συστήματα αυτά αδιαφορούν για τις διακηρύξεις. Εξακολουθούν να λειτουργούν όσο διατηρούνται οι κρίσιμες συνδέσεις τους και καταρρέουν όταν υπονομεύονται τα θεμέλια που βαστάζουν το βάρος τους. Μια ροή μοιάζει με ποτάμι: μπορεί να εκτραπεί, όχι όμως να εξαφανισθεί με μια πολιτική απόφαση. Προσπαθώ, λοιπόν, να περιγράψω τον κόσμο όπως θα τον περιέγραφε ένας φυσικός: όχι όπως θα επιθυμούσε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι.

Η εμπειρία που σημάδεψε τη διαμόρφωσή μου ήταν η καταστροφή του Τσερνόμπιλ το 1986, η οποία συνέβη κοντά στην πόλη όπου γεννήθηκα. Εκείνη η τραγωδία απέδειξε ότι ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο εγκλείει τεράστιες ποσότητες ενέργειας, δεν συγχωρεί ούτε την εσφαλμένη εκτίμηση ούτε την αλαζονεία. Μια αλληλουχία φαινομενικά ασήμαντων γεγονότων μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή προτού καν αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει. Από τότε αδυνατώ να αντιμετωπίσω τον πυρηνικό παράγοντα ως αφηρημένη έννοια· αποτελεί το έσχατο όριο, πέρα από το οποίο κάθε υπολογισμός χάνει το νόημά του. Εκεί όπου οι συνέπειες είναι μη αναστρέψιμες, αυτή είναι η μόνη μορφή ευθύνης που μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή.

Το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας είναι το εξής: ποτέ άλλοτε η ανάγκη για διεθνή ασφάλεια δεν υπήρξε τόσο επιτακτική, ενώ ποτέ άλλοτε οι θεσμοί που είχαν οικοδομηθεί για να την εξασφαλίσουν —οι κανόνες, οι μηχανισμοί επιβολής, τα κοινώς αποδεκτά πλαίσια νομιμοποίησης— δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένοι. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννιέται εύκολα ο πειρασμός να θεωρηθεί η κυριαρχία του αντιπάλου ως η ίδια η πηγή της αστάθειας. Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η καταστροφή της εθνικής κυριαρχίας δεν επιλύει το πρόβλημα της ασφάλειας· καταργεί τον μοναδικό μηχανισμό μέσω του οποίου αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί.

Η Ουκρανία δεν είναι απλώς ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Είναι ένα κράτος, μια κοινωνία και μια συλλογική πολιτική βούληση που έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα. Η ουκρανική εθνική κυριαρχία είναι πραγματική. Εξίσου ασταθής όμως είναι και μια ουκρανική ασφάλεια που θα στηριζόταν στη μόνιμη άρνηση της κυριαρχικής υπόστασης της Ρωσίας.

Ένας γείτονας με σαφώς προσδιορισμένα συμφέροντα και προβλέψιμο κόστος ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών του, προσφέρει διαφορετική ποιότητα ασφάλειας από έναν γείτονα που καθορίζεται από τον ρεβανσισμό ή από τη νοοτροπία της πολιορκημένης χώρας. Η βιώσιμη ειρήνη προϋποθέτει αναγνώριση της κυριαρχίας και των δύο πλευρών, όχι επειδή οι δύο χώρες οφείλουν να αλληλοσυμπαθούνται, αλλά επειδή μόνον κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες που διαρκούν.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Μόσχα είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, απλό: ο αρχικός της στόχος —η διαμόρφωση μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία η Ρωσία θα συμμετέχει ως ισότιμος παράγοντας και όχι ως αντικείμενο διαχείρισης— παραμένει ανέφικτος. Επιμέρους μάχες μπορούν να κερδηθούν ή να χαθούν· ένας πόλεμος φθοράς, όμως, αδυνατεί από μόνος του να επιλύσει το πρόβλημα. Το μόνο που επιτυγχάνει είναι να το παρατείνει. (περισσότερα…)

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους.

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους

Η παλέτα της ετεροφοβίας έχει μόνο δύο χρώματα το άσπρο και το μαύρο – η ενδιάμεση χρωματική γκάμα έχει αποκλειστεί προγραμματικά και ο καθένας εγγράφεται υποχρεωτικά στα αρχεία του φίλου ή του εχθρού. Για να είσαι φίλος του ετεροφοβικού απαιτείται πλήρης ταύτιση με κάποια εξ αποκαλύψεως απρόσβλητη, παντός καιρού και αδυσώπητη αλήθεια, την οποία ο ίδιος μονοπωλεί και οι πάντες οφείλουν να γονατίσουν μπροστά της. Η στοχαστική αμφιλογία, ο σκεπτικισμός και η ελλοχεύουσα αμφιβολία προξενούν πανικό στον ετεροφοβικό. Ο σύμμαχος υπό προϋποθέσεις ή ο κατ’ αρχήν συνοδοιπόρος, είναι ύποπτοι λιποταξίας και επισύρουν, εκ προοιμίου, την χλεύη του. Η ενδιάμεση περιοχή μίας συμφωνίας μετ’ επιφυλάξεων αποδοκιμάζεται ενώ ακόμα και οι ελάχιστες ενστάσεις στην ατζέντα του, διεγείρουν υπόνοιες προδοσίας. Ο παράλληλος βηματισμός, έστω και προς την ίδια κατεύθυνση, καταγγέλλεται ως επικίνδυνη λοξοβασία, γιατί η φωτεινή λεωφόρος είναι δική του και προς όσους ψάχνουν περιφερειακές ατραπούς εκτοξεύεται η κραυγή: έλα πίσω μου ή γκρεμοτσακίσου! Ο ετεροφοβικός μισεί ανεξαιρέτως όσους δεν στοιχίζονται στρατιωτικά με το πιστεύω του για την χορτοφαγία ή την κρεοφαγία, τον ιμπεσιονισμό ή τον εξπρεσιονισμό, τη λόγια ή τη δημώδη μας παράδοση. Λειτουργεί μέσω δογματικών αποκλεισμών: με τον Τολστόι ή με τον Ντοστογιέφκι, με τον Ελύτη ή με τον Καβάφη, με τον Βάγκνερ ή με τον Βέρντι – και καταδικάζει την μερική τους συναποδοχή ως διπροσωπία. Ο ίδιος κραδαίνει το χρίσμα της ιερατικώς υπερέχουσας κατακεφαλιάς, δεν αποζητά καθεστώς ισοτιμίας για τις πεποιθήσεις του –όπως ψευδέστατα διατείνεται– αλλά μεθοδεύει τη βάναυση επιβολή της φωνής του έναντι όλων των υπολοίπων. Ο ηθικοπλαστικός ζηλωτισμός του ετεροφοβικού δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά τόνου ανάμεσα στην ήπια εναντίωση και στη σφοδρή κριτική, την αποκλίνουσα δυναμική ή τη διαφορότροπη αιχμή οποιασδήποτε ιδέας δεν είναι ολοσχερώς εμβαπτισμένη στη μισαλλοδοξία του. Συνεπώς ο αντίπαλος ανάγεται αυτομάτως σε εχθρό, η αμαύρωση και ο στιγματισμός του οποίου εμπίπτει στη συνοπτική διαδικασία του ακυρωτικού εξοστρακισμού. Εννοείται πως ο ετεροφοβικός μισεί πρωτίστως τον εαυτό του, τόσο βαθιά ώστε του είναι αναγκαίο να παροχετεύει την επιθετικότητά στον –όποιο– έχθρό.

///

Η επέλαση της αγγλοφρένειας

Βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια μου (συγγνώμη, τα my eyes!). Πολλές ακτιβιστικές οργανώσεις δίνουν τραχύ και επαινετέο αγώνα για τη διάσωση των παραδοσιακών οικισμών και την υπεράσπιση της ακτογραμμής  από την εργολαβική ασυδοσία, για την προστασία των δασών και των καταφυγίων της άγριας πανίδας, για τα θαλάσσια ή ορεινά οικοσυστήματα που απειλούνται από την –τάχα μου επενδυτική– αδηφαγία της κερδοσκοπικής φρενίτιδας. Διαφεύγει της προσοχής τους όμως ότι εξίσου απειλούμενο είναι το, αυτονόητα καθοριστικό, πρωτογενές περιβάλλον του ανθρώπου: το οικοσύστημα της μητρικής μας γλώσσας. Παραβλέπουν λοιπόν ότι η βιοποικιλότητα την οποία υπερασπίζονται αφορά επίσης δεκάδες διαλέκτους που αφανίζονται κάθε χρόνο και γλωσσικές εκτάσεις ερημοποιούμενες από την εξάλειψη των φυσικών τους ομιλητών ή συρρικνούμενες με επιταχυνόμενο ρυθμό από τον ψηφιακό αποκλεισμό. Φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνονται ότι ο νεοαποικιακός επεκτατισμός, τον οποίο καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία, βρίσκει την πιο ύπουλη μορφή του στην επέλαση των ισχυρών γλωσσών και πρωτίστως της αγγλοφρένειας. (περισσότερα…)

Li-Young Lee, Tό Δῶρο

*

Γιά νά τραβήξει τήν μεταλλική ἀκκίδα ἀπό τήν παλάμη μου
ὁ πατέρας μού διηγήθηκε μιάν ἱστορία χαμηλόφωνα.
Παρατηροῦσα τό ἀγαπημένο του πρόσωπο καί ὄχι τή λεπίδα.
Πρίν τελειώσει ἡ ἱστορία, εἶχε βγάλει
τό σιδερένιο θραῦσμα ἀπ’ τό ὁποῖο νόμιζα πώς θά πεθάνω.
Δέν μπορῶ νά θυμηθῶ τήν ἱστορία,
ἀλλ’ ἀκούω τή φωνή του ἀκόμα, ἕνα πηγάδι
μέ σκοτεινό νερό, μιά προσευχή.
Καί ἀνακαλῶ τά χέρια του,
δύο μέτρα τρυφερότητας
πού ἔβαλε στό πρόσωπό μου,
τίς φλόγες τῆς πειθαρχίας
πού ὕψωσε πάνω ἀπό το κεφάλι μου.
Ἄν εἴχατε μπεῖ ἐκεῖνο το ἀπόγευμα
ἴσως νά εἶχε περάσει ἀπ’ τό νοῦ σας πώς εἴδατε ἕναν ἄνδρα
νά φυτεύει κάτι στην παλάμη ἑνός ἀγοριοῦ,
ἕνα ἀργυρό δάκρυ, μιά μικροσκοπική φλόγα.
Ἄν εἴχατε ἀκολουθήσει ἐκεῖνο το ἀγόρι
θά εἴχατε φθάσει ἐδῶ,
ὅπου γέρνω πάνω ἀπό τό δεξί χέρι τῆς γυναίκας μου.
Δεῖτε πῶς κόβω βαθιά τό νύχι τοῦ ἀντίχειρά της
τόσο προσεκτικά πού δε νιώθει κανένα πόνο.
Παρατηρεῖστε καθώς βγάζω ἔξω τήν ἀκκίδα.
Ἤμουν ἑφτάχρονος ὅταν ὁ πατέρας μου
πῆρε παρόμοια το χέρι μου,
κι ἐγώ δέν κράτησα κεῖνο τό σπασμένο κομμάτι
ἀνάμεσα στά δάχτυλά μου σκεφτικός,
Μέταλλο πού θά μέ θάψει,
βάπτισέ το Μικρό Δολοφόνο,
Ὀρυκτό πού Προχωρᾶ Βαθιά πρός τήν Καρδιά Μου.
Δέ σήκωσα τήν πληγή μου ψηλά κραυγάζοντας,
Ἐδῶ Ἐπίσκεψη Θανάτου!
Ἔκανα ὅ,τι κάνει ἕνα παιδί
ὅταν κάτι τοῦ δίδεται νά φυλάξει.
Φίλησα τόν πατέρα μου.

Μετάφραση-Επιμέλεια στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

///

Ὁ ποιητής γεννήθηκε στήν Τζακάρτα τῆς Ἰνδονησίας τό 1957. Οἱ γονεῖς του, ἀπό ἰσχυρά κινεζικά σόγια, ἦταν πολιτικοί ἐξόριστοι. Τό 1959 ὁ πατέρας του συνελήφθη καί φυλακίστηκε γιά ἕναν χρόνο. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του, ἡ οἰκογένεια ἀναγκάστηκε νά μετακινηθεῖ μέσῳ Χόνγκ Κόνγκ, Μακάο καί Ἰαπωνίας, προτοῦ καταλήξει στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τό 1964 καί ἐγκατασταθεῖ στήν Πενσυλβάνια.Ἐκεῖ ὁ πατέρας του ἔγινε Πρεσβυτεριανός πάστορας μιᾶς μικρῆς ἐνορίας. Ὁ ἴδιος ὁ Λή ἄρχισε νά γράφει ποίηση κατά τή φοιτητική του περίοδο στό Πανεπιστήμιο τοῦ Πίτσμπουργκ, ὅπου εἶχε δάσκαλο τόν σημαντικό ἀλλά ἰδιαίτερα εὐέξαπτο ποιητή Τζέραλντ Στέρν (1925-2022). Ἀπό τότε ἡ ποίηση ἔγινε ὁ κεντρικός ἄξονας τῆς ζωῆς του.Ὅπως ἔχει γραφτεῖ γι’ αὐτόν: «Ὁ Λή ὑφαίνει μνῆμες ἀπό τά παιδικά του χρόνια μέ ὄνειρα, μύθους καί τά κηρύγματα τοῦ πατέρα του —ὅπως ἀχνά τά θυμόταν—, μαζί μέ καθημερινές, σχεδόν ἱερατικές λεπτομέρειες: τό λάδι καρύδας στά μαλλιά τῆς Ἰνδονήσιας γιαγιάς του, τούς σπόρους στίς τσέπες τοῦ πατέρα του. Ἡ μορφή τοῦ πατέρα κυριαρχεῖ στό ἔργο του, συνδυάζοντας σκληρή αὐστηρότητα μέ χριστιανική καλωσύνη, ἔμπνευση, ἀφοσίωση, στέρηση καί βαθιά ἐνόραση». Καί ἀλλοῦ: «Τό ἔργο τοῦ Λή συχνά ἐξετάζει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ προσωπική ζωή μπορεί νά γίνει τελετουργία. Τά ποιήματά του εἶναι σχεδόν εὐχαριστιακά καθώς διακρίνονται ἀπό ἕναν ἐπιβλητικό συγκερασμό σώματος καί πίστης, αἵματος καί λόγου». Τό ποίημα «Τό Δῶρο» περιλαμβάνεται στήν πρώτη του ποιητική συλλογή, μέ τίτλο Rose (1986).

///

*

**

 

 

 

Ο (μακρινός) απόηχος του Μάη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Στο φαντασιακό του παρισινού Μάη του ’68, το ατομικό συνδυαζόταν ανεπιφύλακτα με το συλλογικό, το μύχιο με το εξωστρεφές, αλλά και το όνειρο με την πραγματικότητα, μέχρι την τελική ταύτισή τους, μέχρι το τέλος και τη συντέλεια της ιστορίας δηλαδή. Κάθε καιρός και οι εσχατολογίες του.

Όταν στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι γυρίζει τους Ονειροπόλους, περνώντας από πολλούς διασταθμούς, Τελευταίο ταγκό, Το φεγγάρι, Τελευταίος αυτοκράτορας, Τσάι στη Σαχάρα, έχει, σίγουρα, εκείνη την απόσταση, τόσο ως δημιουργός όσο και ως κοινωνικός στοχαστής, για να δει ξεκάθαρα την εποχή των Ονειροπόλων του, να δει κριτικά τον ουτοπισμό της και να προβάλει τις κοινωνικές του αντιφάσεις. Και το κάνει με μια εύλογη απροθυμία κάποτε να υποστεί ο ίδιος την εν λόγω εγχείριση απομάγευσης. Επιστρέφει στο θέμα του και στην εποχή του, βέβαια, με τη νηφαλιότητα και τη σοφία του ξανακερδισμένου χρόνου, χωρίς ωστόσο τη συγκατάβαση της ύστερης γνώσης.

Το Παρίσι είναι για τον Ιταλό σκηνοθέτη, και πάλι, μια κοσμογονική μήτρα, όπου μπορεί να ραβδοσκοπήσει κανείς, έστω πρωθύστερα, τους κραδασμούς των ιστορικών αλλαγών. Οι τρεις ήρωές του, οι δύο Γάλλοι, ένας νεαρός και μια κοπέλα, και ένας Αμερικανός, δεν είναι, βέβαια, από τους τυπικούς πρωτομάστορες του Μάη. Οι Γάλλοι, από τη μεριά τους, είναι «κληρονόμοι» της αστικής ιντελιγκέντσιας, ενώ ο Αμερικανός, είναι μάλλον ένας αμήχανος μικροαστός. Οι Γάλλοι είναι αυτό που Πιέρ Μπουρντιέ κωδικοποίησε ως «κληρονόμοι». Φορείς του αστικού πολιτιστικού κεφαλαίου, αμφισβητούν εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων, καλοπροαίρετα, βέβαια, πάντα. Όμως χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς τα κίνητρά τους, οι τρεις νεαροί ακολουθούν, μοιρολατρικά θα λέγαμε, το ρεύμα της κοινωνικής άμπωτης που οδηγεί στην ιδιώτευση. Οι ανατρεπτικές προοπτικές τούς προκαλούν μάλλον αμηχανία, έστω κι αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν φωναχτά. Κλείνουν την πόρτα πίσω τους, αφήνοντας έξω την Εξέγερση, με μια μπωντλαιρική χειρονομία, που, σίγουρα, δεν υπονοεί καμιά ενοχή.

Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Μάης κατόρθωσε να συγκεράσει το συλλογικό με το ατομικό, την ουτοπία του ενός με τις λαχτάρες του πλήθους. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι δεν φοβόταν την αντίφαση, η αντίφαση ήταν ένας κόμπος που έπρεπε να λυθεί στο πλαίσιο των γενικότερων αντιφάσεων του καπιταλισμού και της διαλεκτικής του σύλληψης. Αυτή η αίσθηση σώζει τρόπον τινά τα παιδιά της ιστορίας και δεν αφήνει την πραγματικότητα να τα καταπιεί. Το χιούμορ απέναντι στην ιστορία, η αίσθηση των αντιφάσεων και άρα η ταπεινότητα απέναντί τους, ήταν ένα από τα μεγάλα τρόπαια του παρισινού Μάη, αυτό που οι τρεις νεαροί περιφέρουν ασύστολα μέσα στην ταινία. Οι πανουργίες της ιστορίας αντιμετωπίζονται εδώ με χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση, κάτι που εκ παραδόσεως ανήκε στο αστικό οπλοστάσιο.

Έπειτα, αν μιλάμε για αντιφάσεις, πώς μπορεί να μας διαφύγει το γεγονός ότι ο αναχωρητισμός των τριών παιδιών συντελείται μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αφίσες που προπαγανδίζουν τη μαοϊκή πολιτιστική επανάσταση, κάτι τόσο ασύμβατο δηλαδή με τον «μικροαστικό» ατομισμό αλλά και με τη γενικότερη ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει το πνεύμα και τη συμπεριφορά των τριών πρωταγωνιστών. Μήπως ο Μπερτολούτσι υπονοεί ότι ο Μάης ήταν στιγματισμένος και καταδικασμένος από τα γεννοφάσκια του ή ότι η αντίφαση αποτελεί ένα προπατορικό στίγμα του επαναστατικού πνεύματος χωρίς το οποίο όμως καμία δράση, καμία ανατροπή δεν είναι εφικτή; (περισσότερα…)