Παναγία η Δακρυρροούσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στην Όλγα Φωτακοπούλου

Είχε φτιάξει ένα εκκλησάκι στην Παναγία ο πατέρας του Παναγιώτη κι έβγαλε και τον γιο του με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Μα ο Παναγιώτης δεν έμοιασε του πατέρα του στην ευσέβεια και στον χαρακτήρα και πήρε την κάτω βόλτα. Κι όταν ο γέρος του πήγε να συναντήσει την συχωρεμένη την μάνα του, έμεινε ολομόναχος στην ζωή κι είπε να παντρευτεί μια κληρονόμα της γειτονιάς, θραψερή και μουρτζούφλω, για να τα βολέψει. Ξεπέταξε κι ένα κουτσούβελο κι είναι τώρα πατέρας κι ο ίδιος – να τον κάνει ο Θεός.

Τα λεφτά της γυναίκας του τέλειωσαν γρήγορα κι έβαλε χέρι και στα χωράφια. Τα σκότωσε κοψοχρονιά και τα ’φαγε στις πρέφες και στα μπαρμπούτια. Θέλησε να πουλήσει και το κονάκι, μα η μουρτζούφλω δεν το ’δινε. Δεν θα ’μενε και στον δρόμο για τον ακαμάτη τον άντρα της. Να πήγαινε να δουλέψει, όπως όλος ο κόσμος, αν ήθελε λεφτά – λες κι έκανε τίποτα αυτός όπως όλος ο κόσμος. Μόνο να πίνει και να καπνίζει ήξερε και ν’ απειλεί και να δέρνει εκεί που τον έπαιρνε.

Καθόντανε στον καφενέ με το τακίμι του και τα λέγανε:

«Κάτι πρέπει να γίνει, ρε Χρήστο! Δεν υπάρχει σάλιο, σου λέω!»

«Το σπίτι; Δεν πουλιέται το σπίτι;»

«Και να την σφάξω στο γόνατο, δεν το δίνει!»

«Υποθήκη το βάνει; Να κάμουμε καμιά δουλειά…»

«Ούτε ν’ ακούσει!»

«Ε, τότε…»

«Ε, τότε βράστα!»

Μουγκάθηκαν οι κολλητοί. Κατέβασαν το ούζο δίχως να τσουγκρίσουν τα ποτήρια –σαν σε πένθος– και μοιράστηκαν το τελευταίο τσιγάρο, όπως πριν την εκτέλεση. Οι καπνοί τούς τύλιξαν ολόκληρους. Κι έμοιαζαν με μπατίρηδες άγιους που έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί δεν τους πήγαινε τάματα κανείς.

Ξάφνου ο Παναγιώτης τινάχτηκε πάνω.

«Ρε, συ, το βρήκα! Το βρήκα, ρε μάγκα!»

Ο άλλος τον κοίταξε ανόρεχτα. Από ιδέες έπασχαν τώρα ή από μπαγιόκο – απ’ τον καταραμένο τον παρά;

Ο Παναγιώτης έσυρε την καρέκλα του κοντά στον Χρήστο, όπως ο κατάδικος την αλυσίδα του.

«Μιλάμε για χοντρό κονόμι, λεφτά με την σέσουλα! Ξεκούραστα, ούτε το δαχτυλάκι μας δεν θα κουνήσουμε…»

«Δηλαδή τι θα κάνουμε, να πούμε;»

«Τίποτα σου λέω, τίποτα!» (περισσότερα…)

Λειμών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.viii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΛΕΙΜΩΝ

Αφήστε τον σε μένα, είπε η χλόη, να  ξαπλωθεί και ν’ αναπαυθεί πάνω στο στήθος μου. Αφήστε τον να πιει το λιμνασμένο μου νερό κι ύστερα να λησμονήσει. Υπάρχει τόση πίκρα εκεί από κάτω μου. Έπειτα θ’ απλωθώ κι εγώ να τον σκεπάσω με τη σιωπή μου, ενώ τ’ ανήσυχα πουλιά ματαίως θα τον ψάχνουν. Θ’ αφήνουν μακρόσυρτες κραυγές ανησυχίας και θα θρηνούν το ανεύρετο. Αφήστε τον, αφήστε τον, είπε ξανά η χλόη,  επειδή εγώ είμαι η αρχαία μητέρα του, εγώ θα τον συνδράμω στο μοναχικό ταξίδι του, όταν τα όνειρά του θα σβήνονται ένα-ένα και τα μουχλιασμένα βρύα θα σκεπάζουν το πρόσωπό του.

Κι αυτά εγώ τα άκουγα και όλο κοιμόμουν.

* (περισσότερα…)

Πανήγυρις Δαφνίου

Εκδρομείς στο Δαφνί, σε επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ των αρχών του περασμένου αιώνα.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

«Τὴν 23 τ.μ. ἡμέραν, καθ᾿ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, ἤ ὡς κοινῶς λέγομεν τὰ ἐννεάμερα τῆς Θεοτόκου, τελεῖται πανήγυρις ἐν τῇ Μονῇ Δαφνίου, ὅπου κατ᾿ ἔτος συῤῥέουν ἐξ Ἀθηνῶν ἄπειροι προσκυνηταὶ χάριν εὐλαβείας». Με αυτό το σύντομο σημείωμα ανήγγειλε η αθηναϊκή εφημερίδα Ταχύπτερος Φήμη στις 19 Αυγούστου του 1853 την πανήγυρη του Δαφνίου, του περίφημου βυζαντινού μοναστηριού της Αττικής, τα ψηφιδωτά του οποίου συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της μεσαιωνικής τέχνης.

Το συγκρότημα της μονής ήταν τότε ένας σωρός από ερείπια, ανάμεσα στα οποία πρόβαλε η γηραιά μεγάλη εκκλησία της –το καθολικό– πρόχειρα επισκευασμένη. Έξω από τα τείχη της περνούσε η Ιερά Οδός των αρχαίων, ή δρόμος της Λεψίνας για τους νεότερους κατοίκους της Αττικής, που συνέδεε την Αθήνα με τη Θήβα και τα Μέγαρα. Λόγω της θέσης του, το Δαφνί μετατράπηκε κατά την Επανάσταση του 1821 σε φρούριο που το διεκδικούσαν Έλληνες και Τούρκοι, με αποτέλεσμα να υποστεί απανωτές καταστροφές. Οι ελάχιστοι καλόγηροί του το είχαν ήδη εγκαταλείψει και κατόπιν, ο νόμος του 1833 το κατέταξε στις μη διατηρούμενες μονές του κράτους, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη ερήμωση και εγκατάλειψη.

Η ρημαγμένη μονή ζωντάνευε στα χρόνια του Όθωνα κατά την ημέρα της παλαιάς της πανήγυρης, στις 23 Αυγούστου, την οποία δεν είχαν λησμονήσει οι Αθηναίοι. Εκεί συνέρρεαν κατά εκατοντάδες, χάριν προσκυνήματος και αναψυχής, με άμαξες, κάρα, υποζύγια, αλλά και με τα πόδια, διασχίζοντας το πυκνό ακόμα δάσος των δέντρων του μεγάλου Ελαιώνα. Την τέλεση του πανηγυριού το 1853, στην οποία αναφέρεται η Ταχύπτερος Φήμη, είχε αναλάβει μια επιτροπή κατοίκων της πρωτεύουσας, το έργο της οποίας ενίσχυσε ο Δήμος Αθηναίων με το πενιχρό του ταμείο.

«Εἰς τὴν πανήγυριν ταύτην», συνεχίζει λίγες μέρες αργότερα ίδια εφημερίδα,

«παρευρέθησαν πολλοὶ ἄνθρωποι οἰκογενειακῶς, οἵτινες μετὰ τὴν Ἱερὰν λειτουργίαν εὐθύμησαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἐντέλειαν. Μετὰ καιρόν τινα εἶναι ἐλπὶς ἡ Μονὴ αὕτη, ἥτις θεωρεῖται μία τῶν ἀρχαιοτάτων ἐκκλησιῶν διότι καὶ εἰς θέσιν καλὴν εὑρίσκεται καὶ εὐρύχωρος εἶναι, καὶ δωμάτια πολλὰ ἔχει, καὶ εἰκόνας σπανίους, νὰ ἀποκαταστῇ καὶ νὰ τελειοποιηθῇ ἔτι περισσότερον. Ἡ Δημαρχία Αθηνῶν ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ταῦτα, ἐδαπάνησε 300 δρ. εἰς ἐπισκευὰς τριῶν κελίων καὶ ἄλλων καὶ παρέχει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς βελτίωσιν τῆς εἰρημένης Μονῆς. Οὐχ᾿ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐπαινέσωμεν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μονῆς μὴ φειδομένην οὐδενὸς κόπου πρὸς καλλωπισμὸν τῆς ἐκκλησίας.»

Εντούτοις, η τύχη του Δαφνίου δεν άλλαξε. Η επιτροπή συνέχισε να φροντίζει στο μέτρο των δυνάμεών της την εκκλησία και το πανηγύρι της, αλλά δεν υπήρξε καμία σοβαρή μέριμνα για τη στοιχειώδη συντήρηση του μνημείου, τα ψηφιδωτά του οποίου διαλύονταν και καταστρέφονταν. Έπρεπε να περάσουν ακόμη τριάντα χρόνια και να σημειωθούν περαιτέρω φθορές, μέχρι να αποφασίσει η κυβέρνηση, το 1885, τη λήψη των πρώτων μέτρων προστασίας της μονής, αφού προηγουμένως στέγασε για λίγο στους χώρους της ένα άθλιο φρενοκομείο. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, 1954-2026

*

Έφυγε, ξέφυγε από την «παγίδα της ύπαρξης» ο φίλος μας Χρήστος Μαρκίδης. Είδε κι αυτός, κατάματα, το τέλος. Ξύπνησε αλλιώς, όπως το λέει ο ίδιος:

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.

Στα έργα του, πίνακες και ποιήματα εξίσου, αυτό το επώδυνο αίνιγμα το εξονύχισε όσο σχεδόν κανείς. Οι σωματογραφίες του, αυτή η λαμπρή σειρά από τα πεσμένα, διπλωμένα, απρόσωπα, σφαδάζοντα κορμιά, τα πορτραίτα του με τα αχνά ή σβησμένα μάτια είναι η απάντησή του. Ο άνθρωπος μάς είναι εντέλει αδιαπέραστος, ο πιο σύνθετος γρίφος.

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο

Ο Χρήστος κράταγε από φύτρα διπλή. Η μια βλάσταινε από γη νεωτερική, από τις παραμορφωμένες φιγούρες του Μπέηκον, του Σίλε, του Τζιακομέττι. Η άλλη πήγαινε βαθιά στο οικείο μας χώμα, ρίζωνε στα Φαγιούμ, πέταγε φύλλα και βλαστούς βυζαντινούς κι ανάπνεε μέσα απ’ τις γραμμές του Σολωμού ή του Καρούζου.

Τις τίμησε όπως άρμοζε τις δυο του αυτές κληρονομιές. Πήρε τη δάδα και την πήγε παρακάτω. Που πάει να πει, έζησε πλήρως.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Ο Χρήστος Μαρκίδης στο Νέο Πλανόδιον

–  Θεώνη Κοτίνη, Επίπονη πορεία αυτογνωσίας, κριτική του συγκεντρωτικού τόμου των ποιημάτων του.

– Χρήστος Μαρκίδης, «Ο τόπος και ο καιρός δεν μας χωρούν πλέον», συνομιλία με την Αγαθή Δημητρούκα.

– Παγώνα Ξενάκη, Τέχνη εν λόγω, για τον τόμο των δοκιμίων «Κατάματα».

– Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου, Η διαχρονική επικαιρότητα των κειμένων του Χρήστου Μαρκίδη, για τον τόμο των δοκιμίων «Κατάματα».

– Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα, προδημοσίευση από τα δοκίμια.

– Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα.

– Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μαρκίδης, δοκίμιο για το ζωγραφικό και ποιητικό του έργο.

– Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα.

*

*

Ευχές και μικρή ανάπαυλα

Ιωάννης Λάμπρου, Θέα στο γραφικό λιμάνι της Ύδρας, 1948.  (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

*

~.~

Με ευχές προς τους αναγνώστες του για ένα ανέμελο αποκαλόκαιρο, το Νέο Πλανόδιον θα διακόψει για λίγες μέρες. Οι καθημερινές αναρτήσεις μας θα ξαναρχίσουν στις 26 του μηνός.

~.~

*

**

Μιχαήλ Χωνιάτης, Στην Κοίμηση της υπεραγίας Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης (12ος-13ος αι.), επιφανής λόγιος της μέσης βυζαντινής περιόδου και μητροπολίτης Αθηνών, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, μαζί με τον αδελφό του, τον ιστοριογράφο Νικήτα. Το επίγραμμα που μεταφράζεται εδώ αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του βυζαντινής κοπής «Ελληνοχριστιανισμού»: Η ομηρική ποιητική φόρμα (ιδίωμα και μέτρο), στην πιο απαιτητική μάλιστα εκδοχή της, επιστρατεύεται προκειμένου να τιμηθεί μία από τις σπουδαιότερες εορτές της Ορθοδοξίας. Από άποψη περιεχομένου, ο ποιητής ακολουθεί την παράδοση που είχε διαμορφωθεί στους προηγούμενους αιώνες, αρχής γενομένης από μία πεζή αφήγηση περί Κοιμήσεως και Αναλήψεως της Θεοτόκου, που αποδιδόταν εσφαλμένα στον ευαγγελιστή Ιωάννη (σώζονται δύο εκδοχές, χρονολογούμενες περί τον 6ο αι.). Σύμφωνα με αυτήν, όταν έφτασε η ώρα της Κοιμήσεως, οι απόστολοι μεταφέρθηκαν με σύννεφα από το μέρος στο οποίο κήρυττε ο καθένας, προκειμένου να βρίσκονται μαζί με την αγαπημένη τους Θεομήτορα (το «φωτοδόχο σύννεφο» του πρώτου στίχου) την ύστατη εκείνη στιγμή. Μετά την απόδοση παρατίθεται το πρωτότυπο.

*

Το φωτοδόχο σύννεφο ξεμάκραινε απ’ το χώμα
προς τον θεϊκό νυμφώνα του, πιο πάνω κι απ’ τα αστέρια,
κι αμέσως μεταφέρονταν, από άλλη γη ο καθένας,
ιππότες λες, οι απόστολοι, καβάλα σε νεφέλες,
στην πόλη της Ιερουσαλήμ γοργά μαζί να φτάσουν.
Και γύρω απ’ τη θεόπαιδα και του Θεού μητέρα
δοξολογούν κι υμνολογούν κι ας είναι δακρυσμένοι.
Ασύγκριτος ο Κύριος και οι συννεφοφερμένοι·
Αυτός με τρόπο θαυμαστό συγκέντρωσε τα νέφη
για τη γλυκιά μητέρα Του, που φεύγει δοξασμένη.

*

Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου
(έκδ. Σπ. Λάμπρος, 1880)

Γῆθεν ἀειρομένης νεφέλης τῆς φωτοδόχοιο
εὐθὺ θεοδμήτων θαλάμων ὑπερουρανίων τε,
αἴφνης ἡνίοχοι νεφέων ἐλατῆρες ἐλαφρῶν
κήρυκες οἵδε φέρονται γαίης ἄλλοθεν ἄλλος
ὄφρα Σιῶνος ἐς ἄστυ ἅμα τροχόωντες ἵκοιντο·
ἀθρόοι, ἀμφὶ κόρην θεόπαιδα θεοῖο [τε] τίτθην,
θείαις ἀοιδαῖσιν κοπετοῖσί τε κυδαίνοντες.
Τίς ἀτάλαντος τῷ Κυρίῳ τοῖς δ’ ἐν νεφέλῃσιν,
ἃς αὐτὸς ξυνάγειρεν καινοτέροις τεράεσσι
μητρὶ φίλῃ φίλον ἐξόδιον τόδε κῦδος ὀπάζων;

Σημείωση: Ο στ. 8 στην έκδοση γράφει ταῖς, που δεν φαίνεται να δίνει ικανοποιητικό νόημα. Το άλλαξα σε τοῖς, αφού φαίνεται να αναφέρεται στους αποστόλους («αυτοί που ήταν / μεταφέρθηκαν πάνω στα σύννεφα»).

*

**

Ζωή Καρέλλη, Η Στενή Πύλη

*

H ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ

Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου
η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.

Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα
«η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν
τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων,
όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές.

Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

*

*

«Εγώ είμαι ο Χριστός»: Από την κρίση στην αυτομεμψία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[11/12]

~.~

«Εγώ είμαι ο Χριστός»[603]: Έχοντας θέσει τη γραφή του στο πρότυπο του ησυχασμού, της ταπείνωσης και της μετάνοιας, ο Κυριάκος Μαργαρίτης επιλέγει με τη Νέα Κρόνακα μια εσωτερική πορεία με εκκλησιολογική διάσταση. Χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στο κείμενό του όρους της πατερικής παράδοσης όπως «νήψη»,[604] ισοδύναμη με την εσωτερική εγρήγορση, και «φιλοκαλία»,[605] που προσδιορίζει το κάλλος της πνευματικής εμπειρίας, με κυρίαρχα τα ερείσματά του στο πόνημα του Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ περί τον βίο του Αγίου Σιλουανού,[606] ολόκληρο το βιβλίο Σαμψών αφιερώνεται ως υπαρξιακή κίνηση του προσώπου προς τον Θεό. Ο Νίκος Σαμψών, σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί μία (ακόμη) ιστορική περίπτωση που κινήθηκε αντίστροφα προς το πρότυπο της νηπτικής ζωής, χωρίς να παραιτηθεί ποτέ από την ανάγκη αυτοδικαίωσης:

Ο Νίκος Σαμψών εξακολουθεί να κομπάζει, στον ύπνο, στον ξύπνιο μου. Με στοιχειώνει με την τρυφερότητα του φονιά. Το αγγελικό πρόσωπο. Το αθώο βλέμμα. Δεν τον συνερίζομαι. Ο κομπασμός, του Αισχύλου ο κόμπος, ξέρω ότι είναι ιδίωμα των μόνων και των απελπισμένων πολύ. Στο χείλος αβύσσου ο Σιλουανός με ελεεί: να μην απελπίζεσαι.[607]

Εμπλουτίζοντας διαρκώς το περιεχόμενο της έννοιας της «αδύνατης» αφήγησης, ο Μαργαρίτης κινητοποιεί στο Σαμψών την ιστορία του αμετανόητου Ληστή στον Σταυρό, προκειμένου να υπογραμμίσει, μέσα από την αδυναμία ή την απροθυμία του Νίκου Σαμψών για μεταμέλεια, την αδυναμία, ου μην την αποτυχία, και της ίδιας της (ζωής ως) αφήγησης:

Την ιστορία του ληστή δεν την είπε κανένας. Πώς να την πει; Δίχως μετάνοια δεν γίνεται αφήγηση.[608]

Μια τίμια συγγνώμη. Μια μεγάλη μετάνοια. Χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα.[609]

Το μετάνιωσα που ανέλαβα. Αλλά δεν μετανιώνω. Έτσι, σκέφτομαι, δεν γίνεται δουλειά. Δεν έχω αφήγηση.[610]

Έχοντας παραιτηθεί, ως αναλύθηκε πρότερα, από την απόδοση πταίσματος και αντλώντας από την ησυχαστική παράδοση, ο Μαργαρίτης προσεγγίζει τη γραφή ως επίκληση, ως εξομολόγηση, κύρια δε ως ευχή, ακόμα και για αυτόν τον Νίκο Σαμψών:

Το ίδιο εύχομαι και για τον Νίκο. Η λέξη-κλειδί, για την εύρεση και την έλευση, για τη μεγάλη γιορτή, είναι προφανώς η ευχή.[611]

Θα βάλω τα δυνατά μου, […] εκκαλώντας τη χάρη του Θεού για τον έκπτωτο. […] Κι αν γίνει έτσι, τότε η χάρη της αφήγησης […] μπορεί να ευχηθεί για τον νεκρό την ανάπαυση.[612]

Η ευχή υπέρ αναπαύσεως του Νίκου Σαμψών φανερώνει το ριζικά θεοκεντρικό Ορθόδοξο ήθος της γραφής του Μαργαρίτη, όπου το λυτρωτικό έλεος δεν εξαντλείται στα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης: «Ποιος ξέρει; Εις άλλα πταίομεν, καμιά φορά, και εις άλλα πληρώνουμε. Ποιος θα κρίνει;».[613] Μετατοπίζοντας με ευστροφία το βάρος, όπως το πράττει και ο πρώτος διδάξας και δάσκαλός του Παπαδιαμάντης, από τα θύματα του κακού στους φορείς της αμαρτίας, τον Μαργαρίτη δεν απασχολεί η κρίση του Νίκου Σαμψών, αλλά ο Νίκος Σαμψών και η ψυχή του. Η προοπτική του Αγίου Σώστη για τη Φόνισσα, ως παρατηρεί ο Κωστής Μπαστιάς, από τους πρώτους που μπόρεσαν να αναγνώσουν επαρκώς το έργο, δείχνει ότι «το κακό», για τον Παπαδιαμάντη, «δεν είναι ανεπανόρθωτο».[614] Η δε Φραγκογιαννού παραμένει στο μεταίχμιο της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης, εμφαίνοντας τον ακατάπαυστο αγώνα και την μέχρις εσχάτων προοπτική της πτωτικής ύπαρξης. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε προδικαστική κρίση, ο Μαργαρίτης εκφράζει συνολικά το μεγαλείο και την ευθύνη της ανθρώπινης ελευθερίας και βίου ως πορείας διαρκούς μεταμόρφωσης:

Η κρίση γίνεται κέρασμα, και στον θυρεό συλλαβίζω το θαύμα: Οὐκ ἦλθον κρῖναι τὸν κόσμον, ἀλλὰ σῶσαι τὸν κόσμον.[615]

Παρά ταύτα, όντας ερμηνευτικά ανοιχτός και πολύτροπος, οι ιστορικές μορφές που σκιαγραφεί, είτε πρόκειται για τον αρχιδήμιο Χάρι Άλεν είτε για τον πραξικοπηματικό Πρόεδρο Νίκο Σαμψών, έχουν αλλού προδιαγράψει τον αυτοαποκλεισμό τους από τη θεία ζωή, χωρίς περιθώρια διεξόδου: (περισσότερα…)

Ὁ Μάμρα καὶ ἡ τυραννία τοῦ παρελθόντος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 (συγκεκριμένα τὸ 1985) προβάλλεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ γνωστὴ στοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ γεννηθήκαμε στὴ δεκαετία τοῦ ’90 σειρὰ κινουμένων σχεδίων Thundercats (Θάντερκατς). Μπαίνω στὸ θέμα πολὺ γρήγορα· ἡ πλοκὴ μέσες-ἄκρες —τουλάχιστον γι’ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸ παρὸν κείμενο— ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ πλανήτης τῶν ἀνθρωπόμορφων αὐτῶν αἰλουροειδῶν, ἡ Θαντέρα, ὑφίσταται καταστροφή. Οἱ κάτοικοί της ἀποδροῦν στὸ διάστημα μὲ ἕναν μεγάλο στόλο διαστημικῶν ἀεροσκαφῶν καὶ μιὰ ναυαρχίδα, ὡστόσο στὴν πορεία τους αὐτὴ δέχονται ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς Mutants (τὰ Μεταλλάγματα ἢ Μεταλλαγμένους, ἀνάλογα τὴν ἑκάστοτε μετάφραση), ὁρκισμένους ἐχθροὺς τῶν Θάντερκατς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν πλανήτη Πλάνταρ, γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν διευκρινίζεται ἂν ἔχει ὑποστεῖ ἀντίστοιχη καταστροφὴ μὲ τὴ Θαντέρα.

Καταστρέφοντας τὸν διαστημικὸ στόλο τους ἀποτυγχάνουν νὰ διαλύσουν τὴ ναυαρχίδα, μέσα στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ξίφος τῶν οἰωνῶν, πηγὴ δύναμης τῶν Θάντερκατς, κι’ ἔτσι ὁ Τζάγκα, ὁ γηραιὸς ἀρχηγός, ἀναλαμβάνει νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Τρίτη Γῆ προκειμένου νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐκεῖ. Οἱ Θάντερκατς μπαίνουν σὲ χρονοκάψουλες γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ζωντανοὶ καὶ στὴν ἡλικία ὅπου βρίσκονταν, καὶ τελικὰ φτάνουν στὴν Τρίτη Γῆ, τὸν νέο αὐτὸν κόσμο, γιὰ νὰ διαπιστώσουν ὅτι ὁ μὲν Τζάγκα πέθανε ἀπὸ γηρατειά καθὼς ἀναμενόταν, ἐνῶ ὁ νέος τους ἀρχηγός, ὁ Λάιονο, λόγω ἐπιπλοκῆς στὴν κάψουλά του παρέμεινε ἔφηβος, πλὴν ὅμως στὸ κορμὶ ἐνηλίκου. Κάπου ἐκεῖ ξεκινάει καὶ ἡ κυρίως πλοκή. Στὴν Τρίτη Γῆ οἱ Θάντερκατς ἀποφασίζουν νὰ ἐγκατασταθοῦν, ὡστόσο τὴν ἴδια ἐποχὴ φτάνουν ἐκεῖ καὶ τὰ Μεταλλάγματα μὲ τὸν ἴδιο στόχο, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἕναν μουμιοποιημένο μάγο, τὸν Μάμρα, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν περιοχή του, συνεργαζόμενος μὲ τὰ Μεταλλάγματα κι’ ἄλλες δυνάμεις, πάντοτε καθοδηγούμενος ἀπὸ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ.

Ὣς ἐδῶ ὅλα καλά. Ἡ πλοκὴ δημιουργεῖ ἕνα σκηνικὸ περιπέτειας ποὺ ὑπόσχεται μάχες, στρατηγικὲς καὶ συγκινήσεις. Ἡ περιγεγραμμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ κινουμένου σχεδίου ἔχει διακριτοὺς ρόλους καὶ ἠθικὲς ἀποτιμήσεις. Οἱ Θάντερκατς εἶναι «οἱ καλοί»· μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τους ἄλλωστε βλέπουμε τὴν ἐκδίπλωση τοῦ κάθε ἐπεισοδίου. Ὁ δὲ Μάμρα, τὰ Μεταλλάγματα καὶ τὰ Ἀρχαῖα Πνεύματα τοῦ Κακοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους κατὰ περίσταση συμμάχους τους, εἶναι οἱ ἐχθροί, οἱ ἀντίπαλοι, αὐτὸ ποὺ συνήθως ἀφαιρετικὰ ὀνομάζεται «οἱ κακοί».

Μιὰ προκλητικὴ ἀντι-ἀνάγνωση τῆς πλοκῆς θὰ μποροῦσε νὰ θέσει ἐπὶ μίας βάσεως τὴν ἀπόφανση περὶ ἑνὸς παρεξηγημένου Μάμρα. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος ἐμφανίζεται ὡς τὸ ἀπόλυτο κακό καὶ ὡς ὁ ἀπόλυτος ἀντίποδας τῶν θετικῶν δυνάμεων τῶν Θάντερκατς. Μιὰ παιδικοῦ τύπου ἁπλοποιητικὴ ἀφήγηση ποὺ θέλει τοὺς ἥρωες ἑνὸς κινουμένου σχεδίου νὰ χωρίζονται σὲ «καλοὺς» καὶ «κακούς» προϋποθέτει μία (1) ὀπτικὴ γωνία, δοσμένη ἤδη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ σκηνοθετικὴ πρόθεση. Ἀντιστρέφοντας ὡστόσο τοὺς ρόλους, ἡ σαφῶς περιγεγραμμένη εἰκόνα ἀρχίζει καὶ ἐμφανίζει κόμπους ποὺ ἀπαιτοῦν σύνθετα ἐργαλεῖα προκειμένου νὰ λυθοῦν. (περισσότερα…)

«τραντάζοντας τις ξεχασμένες πόρτες των καιρών»: Αλέξης Δ. Ζακυθηνός (1934-1992)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά που έζησα.
Ο λόφος με τους στρατιώτες και τα σκουλήκια,
κορφή και πρόποδες, το βασίλειο των ψαριών,
οι ανατολές και τα μεσημεριάτικα πουλιά,
της νύχτας ιδίως τα ρυθμικά έντομα,
η γη κι’ η βλάστηση, το φράγμα του ήχου,
οι λέξεις και μαζί τα σκουριασμένα καρφιά,
τούτα που καρφώνουν τους ανθρώπους στο έδαφος,
σε κάτι στάσεις αρχαϊκές, απαράλλαχτα ίδιες,
όλα αυτά δεν είναι αυτά που έζησα.
Οι άνθρωποι, η γη κι’ η βλάστηση είναι φτιαγμένα
με λέξεις, με γραμμές – φτερά πουλιών,
κορφή και πρόποδες, για πάντα.
Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά που έζησα.
Όμως ο λόφος, που αναφέρω, υπάρχει.

Ο Αλέξης Δ. Ζακυθηνός γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1934 και ήταν γιος του επιφανούς βυζαντινολόγου ιστορικού και ακαδημαϊκού Διονυσίου Ζακυθηνού. Ποιητής του μικρού κυρίως ποιήματος και του ελάσσονος τόνου, πρόσθεσε μια διακριτική αλλά και ευδιάκριτη φωνή στην ποίηση.

Στέκομαι γυμνός μπρος στο κενό, γιόμισα
λέξεις-ήχους, ό,τι πιο πολύ βαραίνει
σήμερα κι αύριο, μέχρι το φριχτό πλήρωμα του χρόνου.
Μην τα πιστεύετε αυτά που γράφω. Στέκομαι γυμνός
μπρος στ’ αδειανά παράθυρα της νύχτας
και κλαίω.

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δημοσιογράφος και συνεργάτης της ελληνικής ραδιοφωνίας, ενώ το 1969 εισήλθε στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο διπλωματικό σώμα.

Το μαύρο σου κορμί γαζέλα μου
και τα στιλπνά σου μάτια που σε μαύρο
δάσος, λες, ασπρίζουν, μέσα μου πολύ
βαθιά τα ‘χω κρατήσει, έτσι που τίποτε
δεν δείχνει πως τα αγάπησα, ούτε καν
εκείνο το πιστό σου ομοίωμα, που τότε
πήρα, χαιρετώντας σε, μαζί μου, αφού
για τους κακούς δεν είναι παρά μόνο
ενθύμιο τέχνης αφρικανικής του εξ άλλου
φορτωμένου ενθύμια κι άλλων ταξιδιών
μονήρους σπιτικού μου στην Αθήνα.

Υπηρέτησε σε σημαντικές θέσεις στο Σικάγο, την Τρίπολη και την Βόννη. Αργότερα διετέλεσε πρέσβης στο Καμερούν, την Αργεντινή, τη Βραζιλία και στο Παρίσι. Η τοποθέτησή του στην UNESCO στην γαλλική πρωτεύουσα ήταν και η τελευταία της σταδιοδρομίας του. (περισσότερα…)

Στέλιος Ράμφος, «Δὲν διεκδικῶ ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες»

Στέλιος Ράμφος (1939-2026)

 

Εις μνήμην του Στέλιου Ράμφου, αναδημοσιεύουμε εδώ απόσπασμα μιας εκτενούς συζήτησης που μια ομάδα συγγραφέων, ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος, είχαμε με τον εκλιπόντα στοχαστή πριν από 15 περίπου χρόνια. Περιλήφθηκε στο βιβλίο του Η νίκη σαν παρηγοριά, Αρμός 2012. – ΚΚ

~.~

Σ.Ρ.: Ὁ ἑρμηνευτικός μου ἄξονας ἔγ­κειται στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς συνθῆκες οἱ ὁποῖες προσ­φέρουν δυνατότητες μεγαλύτερης δημιουργικότητος καὶ ἐλευθερίας κινήσεως στοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλη τὴν ἀρ­νητικότητα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κάθε Γκουαντάναμο. Κι ἀλλιῶς: Μὲ ἐνδιαφέρει δηλαδὴ νὰ διαβάζω στὰ γεγονότα τὴν διήκουσα γραμμὴ τῆς ἐσωτερικῆς λογι­κῆς τους, ὅταν ὑπάρχῃ τέτοια λογική. Ἀναζητῶ τὸ νόημά τους. Ξέρω ὅτι ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ψαρέψῃ μαυρίλα, βρίσκει ἄπειρη στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ κρατῶ εἶναι οἱ συντελεστὲς ἐμβαθύνσεως καὶ ἐμ­πλουτισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτοὶ συνδέονται μὲ μιὰν ἀ­νάγκη μερικότητος εἴτε προέρχονται ἀπὸ μιὰ δίψα καθ­ολικότητος. Ἐκεῖ κερδίζεις ἢ χάνεις τὸ στοίχημα. Ἀναζητῶ κάθε φορὰ καὶ σὲ κάθε περίπτωσι τί εἶναι ἐ­κεῖνο τὸ ὁποῖο στὴν προοπτικὴ τῆς συγκυρίας κάνει πλουσιώτερη καὶ πιὸ ἀνθρώπινη τὴν ζωή μας. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω, λ.χ., πολὺ μεγαλύτερη σημασία στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἢ στὴν γλῶσσα ἐφ’ ὅσον κρίνω ὅτι οἱ ἀπώτατες συνέπειες ἑνὸς τέτοιου παράγοντος πᾶνε πολὺ πιὸ μακριὰ ἀπὸ ἕνα φαινόμενο ὀδυνηρὸ μέν, ἀλλὰ περιστατικώτερο ἢ ἐπιφανειακότερο. Μπορεῖ νὰ κάνω λάθος στὴν ἐκτίμησί μου, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει πρωταρχικὰ τὸ κριτήριο αὐτοῦ ποὺ μᾶς κάνει πλουσιώτερους. Ὡς κοινωνικὸ καὶ πνευματικὸ ὄν, ὁ ἄνθρωπος δὲν ὁλοκληρώνει τὸν προορισμό του μὲ τὸ φαΐ του. Ξέρω τί σκληρό, τί ἀδυσώπητο εἶναι νὰ στερηθῇς τὸ φαΐ, ἀλλὰ ξέρω ἐπίσης ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἐὰν ζῇς γιὰ νὰ τρῶς θὰ γίνῃς ζῷο, αὐτὸ εἶναι τὸ σκεπτικό μου καὶ τὸ κριτήριό μου. Τὰ ἄλλα ἐκβάλλουν σχεδὸν πάντα στὴν εἰδησεογραφικὴ δημοσιογραφία, ἡ δουλειὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἀκριβῶς νὰ στερῇ ἀπὸ τὰ γεγονότα τὸ βάθος τους καὶ νὰ τὰ κρατῇ ἔτσι σὰν φελλοὺς στὴν ἐπιφάνεια.

Κ.Κ.: Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς ἐπικρίνουν εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐπικεντρώνεστε καὶ ξεκινᾶτε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παθογένεια καὶ προτείνετε λύσι ὑπέρβασης τῶν δικῶν μας προβλημάτων παραγνωρίζετε ὅτι καὶ ὁ τόπος στοῦ ὁποίου τὴν κατεύθυνσι κινούμαστε, ἡ Εὐρώπη, ἔχει καὶ αὐτὸς τὶς δικές του παθογένειες πού, ἂν μάλιστα τὶς βάλῃ κανεὶς στὸ κοσμοϊστορικό τους πλαίσιο, μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερες, πολὺ χειρότερες, πολὺ βαθύτερες καὶ κρισιμότερες ἀπ’ ὅ,τι οἱ δικές μας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἀκόμα καὶ ἂν προσθέτετε τὸ «παρ’ ὅλο», ἐξιδανικεύετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίκρισι…

Σ.Ρ.: Ἐξιδανικεύω τὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, ἂς ποῦμε. (περισσότερα…)

To φρούριο στην γκρίζα ζώνη

του ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Θάνος Γιαννούδης
Μοντέρνα Τέχνη
Περισπωμένη, 2025

Αν έπρεπε να περιγράψω την νέα συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Μοντέρνα Τέχνη, με μία μόνο φράση, θα ήταν αυτή: Γκρίζα ζώνη. Η συλλογή κινείται σε μια περιοχή, η οποία δεν μπορεί ακριβώς να οριστεί, καθώς φαίνεται το όραμα, η στόχευση, το μήνυμα και η τεχνική πολλές φορές βρίσκονται σε ασυμφωνία μεταξύ τους. Τι είναι ακριβώς η συλλογή; Μια σπουδή στην μοντέρνα τέχνη; Ένας σαρκασμός της από την σκοπιά του νεοφορμαλισμού; Είναι ένα μανιφέστο για την κατάρριψή της; Είναι ο οραματισμός του καλλιτέχνη για το μέλλον; Είναι ένας διάλογος με το παρελθόν; Ίσως όλα αυτά μαζί, ίσως κάποια από αυτά, ίσως πάλι και τίποτα απολύτως. Ποιήματα με σαφή νοήματα και σταθερά θεμέλια, που όμως κινούνται σε μια αόριστη γκρίζα ζώνη.

Ίσως ακόμη πιο εύστοχα η συλλογή περιγράφεται με το δίστιχο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:

Να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θα ’ρθει.

Είναι η συλλογή λοιπόν ένας πρόδρομος για το μέλλον που θα έρθει; Βρίσκεται (όπως κάθε πρόδρομος) στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ του παρόντος (που θέλει να αλλάξει) και του μέλλοντος που ακόμη δεν έχει γεννηθεί; Θεωρώ, ξαναδιαβάζοντάς την, πως η απάντηση είναι θετική. Η Μοντέρνα τέχνη είναι ένα ξεκάθαρο μεταβατικό στάδιο στην ποιητική του Γιαννούδη, που μετά το «Του Ουρανού και της Γης» επιχειρεί να κάνει το επόμενο βήμα στο ευρύτερο λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο.

Ως μεταβατικό στάδιο – πρόδρομος – γκρίζα ζώνη, η Μοντέρνα τέχνη έχει αυτά που θεωρώ πισωγυρίσματα. Ενώ υπάρχουν σημεία στα οποία πιστεύω πως ο Γιαννούδης θα μπορούσε να είχε κάνει πραγματική υπέρβαση, υπάρχουν άλλα σημεία που τα οποία τον κρατάνε «δέσμιο». Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Αναγέννηση», ο ποιητής-αφηγητής αναφωνεί πως «ξαναγεννιέται ο ποιητής-προφήτης», εντούτοις η παρουσία του ποιητή-προφήτη δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά. Ο Γιαννούδης εντέχνως μας συστήνει την μοντέρνα εποχή στο πρώτο μέρος της συλλογής, αλλά μετά από το πρώτο ιντερμέδιο ασχολείται με τα «Πρόσωπα της μοντέρνας Τέχνης» και μετά το δεύτερο ιντερμέδιο, με τα «Τοπία της Μοντέρνας Τέχνης». Η εποχή του προφήτη, το μέλλον δεν έρχεται ποτέ. Το βήμα για το ξεπέρασμα της μοντέρνας συνθήκης δεν γίνεται και ο επίλογος δεν λειτουργεί ως κατακλείδα, αλλά μάλλον ως “cliffhanger” για το επόμενο εγχείρημα.

Ένας από τους λόγους που υποπτεύομαι πως συμβαίνει αυτό το πράγμα, είναι το γεγονός πως όλα τα ποιήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα σε κάποιο φιλολογικό-λογοτεχνικό blog. Η γενικότερη εντύπωση που δίνεται είναι πως ο ποιητής απλώς έχει μαζέψει τα ποιήματα που έχει γράψει την προηγούμενη περίοδο, τα έχει επεξεργαστεί και απλώς τα ανθολογεί στη συλλογή του, κάτω από την ομπρέλα της Μοντέρνας τέχνης. Όμως αυτό παραμένει μια ανθολογία, όχι ένα συντεταγμένο μανιφέστο, το οποίο έχει γραφεί με σκοπό να υπηρετήσει το ποιητικό όραμα. Προφανώς, τα ποιήματα αυτά έχουν σχέση με την μοντέρνα τέχνη (αν και π.χ αδυνατώ να συλλάβω πως ο Κολόμβος είναι ένα πρόσωπο της μοντέρνας τέχνης και όχι π.χ ο Έλιοτ). Είναι μια πάγια αισθητική θέση του Γιαννούδη η αποκήρυξη του (μετα)μοντερνισμού και αυτό φαίνεται σε κάθε του ποίημα. Δεν είναι λοιπόν ασύμβατη η παρουσία των ποιημάτων με την γενική σύλληψη, αλλά διαδικασία έχει αντιστραφεί: Δεν είναι η Μοντέρνα τέχνη που απαιτεί τα συγκεκριμένα ποιήματα, αλλά τα συγκεκριμένα ποιήματα που πρέπει να βολευτούν κάτω από την Μοντέρνα τέχνη.

Αυτή η κριτική αποτελεί μόνο την μία πλευρά του νομίσματος. Αν αφήσουμε στην άκρη το όραμα και την γενικότερη ιδέα της Μοντέρνας Τέχνης και τα δούμε ένα προς ένα (όπως δηλαδή θα τα έβλεπε η μοντέρνα τέχνη, κατακερματισμένα, χωρίς την μεγάλη αφήγηση του παρελθόντος), θα αντιληφθούμε πως ο ποιητής όχι μόνο έχει να επιδείξει τεράστια ποιητική εξέλιξη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά ανεβάζει υψηλότερα τον πήχη του έμμετρου στίχου. (περισσότερα…)