Siegfried Sassoon, «Δόξα τῶν Γυναικῶν»

Siegfried Sassoon, 1886 – 1967

~.~

Μᾶς ἀγαπᾶτε σάν εἴμαστε ἥρωες, ἐδῶ πρίν απ’ τήν ἀναχώρηση
Ἤ πληγωμένους σέ ἀξιομνημόνευτους τόπους.
Λατρεύετε τίς παρασημοφορίες· πιστεύετε
Πώς ἡ ἱπποσύνη ἐξαγοράζει τήν ἀτιμία τοῦ πολέμου.
Μᾶς κάνετε ὄστρακα. Ἀφουγκράζεστε μέ ἀπόλαυση
Κοχύλια μέ ἱστορίες ἀπό λάσπη καί ρίσκο, καί στοργικά συνεπαρμένες
Στέφετε στήν ἀπόσταση τό μακρινό μας πάθος καθώς παλεύουμε,
Καί πενθεῖτε τίς δαφνοστεφανωμένες ἀναμνήσεις μας ὅταν εἴμαστε σκοτωμένοι.
Ἀδιανόητο νά πιστέψετε πώς τά βρετανικά στρατεύματα ποτέ «ἀποσύρονται»
Ὅταν ἡ τελευταία φρίκη τῆς κόλασης τά τσακίζει, καί τρέχουν
Ποδοπατώντας τά ἀπαίσια πτώματα, τυφλά ἀπ’ τό αἱμα.
Ὤ Γερμανίδα μάνα πού ὀνειρεύεσαι πλάι στή φωτιά
Ἐνῶ πλέκεις κάλτσες νά στείλεις στόν γιό σου,
Τό πρόσωπό του εἶναι χωμένο βαθιά μές στόν βοῦρκο.

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

*

**

Τεχνητή νοημοσύνη, λάθη και δημιουργία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η κρισιμότητα της μάθησης

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα της εποχής μας και μοιάζει ως η κατεξοχήν δύναμη ικανή να αλλάξει την καθημερινότητά μας τα επόμενα  χρόνια. Μετά την επανάσταση του διαδικτύου και τις εφαρμογές που γέννησε, από το ηλεκτρονικό εμπόριο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα, η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μοιάζει ακριβώς η φυσική συνέχεια της επανάστασης αυτής: μπορεί να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό τον ωκεανό πληροφορίας που έχει συγκεντρωθεί στο διαδίκτυο και τις εφαρμογές που προαναφέρθηκαν. Διανύουμε πλέον την περίοδο της παραγωγικής ΤΝ κατά την οποία  μπορούν να παραχθούν κείμενο, ήχος και εικόνα (και όχι μόνο να αναγνωριστούν, όπως συνέβαινε σε προγενέστερα μοντέλα ΤΝ όπως τα νευρωνικά δίκτυα), ανάλογα με το τι ζητάει ο καθένας μας.

Τι το ιδιαίτερο έχει η τεχνητή νοημοσύνη σε σχέση με άλλα υπολογιστικά μοντέλα; Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μιμούνται κατά τον πλησιέστερο τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, σε σχέση με διαδικαστικά (procedural) υπολογιστικά μοντέλα. Αποτελούνται από κατανεμημένες υπολογιστικές μονάδες που λειτουργούν παράλληλα, και αλληλοσυνδέονται ώστε να είναι δυνατή η μεταξύ τους επιθυμητή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, έχουν την ικανότητα της μάθησης: μαθαίνουν με βάση περιστατικά στα οποία εκτίθενται, χωρίς έναν εκ των προτέρων αλγόριθμο σαφώς διατυπωμένο, συχνά με τακτικές δοκιμής και λάθους (trial and error). Κάτι που θυμίζει το πώς μαθαίνει ο άνθρωπος από την εμπειρία του: εξού και ο όρος «τεχνητή» νοημοσύνη. Μοιάζει να διαθέτουν μια ικανότητα  αυτο-οργάνωσης και μία δυναμική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους (με ότι τα τροφοδοτεί με ‘παραστάσεις’/ πληροφορίες), φέροντας εις πέρας εργασίες χωρίς προηγουμένως να απαιτείται  ο σαφής καθορισμός κανόνων: η λειτουργία τους  είναι ευρετική και όχι διαδικαστική (heuristic vs. procedural). Κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να συλλάβουν και την μη προτασιακή ή έμμεση γνώση (όπως, για παράδειγμα, εκείνη που αντανακλάται σε μια πρακτική δεξιότητα) .

Λάθη, μνήμη και οι άκαμπτοι κανόνες

Το γεγονός ότι τα μοντέλα ΤΝ προσαρμόζονται στο εκάστοτε περιβάλλον και τα περιστατικά με τα οποία τα τροφοδοτεί, ότι μαθαίνουν και θυμούνται -όπως και ο άνθρωπος-, ρυθμίζοντας ανάλογα τη λειτουργία τους, δημιουργεί μια παρανόηση: ότι δεν έχουν ένα σκληρό πυρήνα κανόνων στη λειτουργία τους. Κατά βάση, ένα μοντέλο ΤΝ καλείται να επιλύσει ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης: θα πρέπει να βελτιστοποιήσει (να ελαχιστοποιήσει ή να μεγιστοποιήσει) μία μετρική σχέση ή μία συνάρτηση. Ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης έχει τη γενική μορφή «μεγιστοποίησε (ή ελαχιστοπoίησε) την   f(x), υπό τους περιορισμούς   gi(x), i=1,…, n»,  όπου η συνάρτηση f(x) πρέπει να συλλαμβάνει ουσιωδώς το εκάστοτε πρόβλημα και η ακριβής διατύπωσή της μπορεί να είναι συχνά αρκετά επίπονη. Επίσης, ένα λάθος σε αυτήν είναι καθοριστικό για τη φύση των αποτελεσμάτων που αργότερα θα μας δώσει η ΤΝ. Αυτή η συνάρτηση δίνεται εξ αρχής στο μοντέλο ΤΝ και δεν αλλάζει ούτε κατά την περίοδο μάθησης ούτε κατά την περίοδο εφαρμογής. Επιπρόσθετα, ένα νευρωνικό δίκτυο (το οποίο είναι στον πυρήνα των σύγχρονων μοντέλων ΤΝ) αποτυπώνεται από ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων με συγκεκριμένες σταθερές, και τούτο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη και αμετάβλητη καμπύλη ενέργειας, με συγκεκριμένες συνθήκες ευστάθειας, ενεργειακού ελάχιστου και αποφυγής  χαώδους λειτουργίας, δηλαδή όταν ένα σύστημα «κρεμάει» κατά τη διάλεκτο των προγραμματιστών (περισσότερα…)

Έκτακτον Δελτίον Αγέλης

*

(Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία)

Μακρύς, μας λέτε, ο φετινός χειμώνας·
ο Μάρτης μιαν ατέλειωτη ομηρία,
κι ο Μάης σιβηρικός αντικυκλώνας·

χειμώνας, λέτε, δίχως μιαν αιθρία
κι εμείς, βουβά, μετά από κάθε μπόρα,
προσμένουμε την πρώτη ανθοφορία.

Τι κι αν απ’ τα πολλά λιοπύρια τώρα
ξεραίνονται τριγύρω δέντρα κι άνθη;
Τι κι αν τα πρωτοβρόχια αργούν στη χώρα

από την Κρήτη μέχρι και την Ξάνθη;
Εσάς πιστεύουμε, για αυτό ρωτούμε:
άνοιξη πότε… πότε, λέτε, νά ’ρθει;

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

**

 

 

Ο δρόμος

 

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.iii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή, είπεν ο σκοτεινός φιλόσοφος. Κι εμείς οι ταπεινοί επαναλαμβάνουμε: πάντα υπάρχει ένα δρόμος φυγής, αλλά ταυτόχρονα κι επιστροφής. Λοιπόν, όποιος φύγει, και αυτός οφείλει, κι εμείς παρακαλούμε, να μας ξανάρθει οπωσδήποτε. Αυτό λένε συνεχώς τα φλύαρα δέντρα της αλέας. Και αυτό απαιτεί και η εντιμότητά μας προς τον δρόμο: τον αφήνουμε να μας πάει και του δίνουμε τη δυνατότητα να μας φέρει.

*

* (περισσότερα…)

Νικόδημος

*

Ποιός είπε οτι φοβήθηκα; Με κάλεσαν και – νά με.
Ο ευσχήμων βουλευτής
κι εγώ, ο δειλός Νικόδημος, τα σύνεργα κρατάμε
της βιαστικής ταφής.

Νυχτώνει. Κι ανασταίνεται – της θύμησης λουλούδι,
του νού-μου αναπαμός –
η νύχτα που απο δάσκαλο μ’ έκανε μαθητούδι
ο μὴ μεμαθηκώς,

κι απο το στόμα-του άκουσα πως πρέπει δίχως άλλο
να ξαναγεννηθώ
άν θέλω κάτι ακάθαρτο απο πάνω-μου να βγάλω,
κάτι πολύ κρυφό

που απ’ το Θεό με χώρισε. «Ξανά μωρό, φαντάσου!»
Μα η υπόσχεση ρητή:
«Τόσο πολύ σ’ αγάπησε, που μ’ έστειλε κοντά-σου·
σωτήρα, όχι κριτή.»

…Γύρω οι γυναίκες έπιασαν το αρχαίο-τους μοιρολόι.
Γεμάτoι συντριβή
τα παγωμένα μέλη-σου με σμύρνη και με αλόη
θ’ αλείψουμε, ραββί.

Κατα Ιωάννην 3,1-21 και 19,39

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

 

«Κι’ ὁ Ἔρωτας εἶν’ φοβερός»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 2 / 4 ]

~.~

Η τρίτη μετάφραση του Θρασύβουλου Χατζηαράπη

Στο προηγούμενο σημείωμα, σχετικά με τις μεταφράσεις του Θρασύβουλου Χατζηαράπη είχαμε αναφέρει πως η τρίτη και τελευταία του μετάφραση (1915) έγινε στη δημοτική με ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. Σε αυτή του την αναπάντεχη (κρίνοντας από τις δυο προηγούμενες εργασίες του στην καθαρεύουσα) μεταφορά του επύλλιου του Μουσαίου στη δημοτική γλώσσα, ο μεταφραστής είχε σύμβουλο κι εμπνευστή του, όπως γράφει, τη δημώδη γλώσσα του λαού. Γι’ αυτό και η μετάφραση διαστίζεται με αντίστοιχες λεκτικές εκφράσεις κι ηχοχρώματα που απηχούν παρόμοιες στιγμές και συνθήκες, όπως τραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Μα κι όλη η γλωσσική και μορφική της υπόσταση μαρτυρά έντονα κι έκδηλα τις λαϊκές της καταβολές, δηλαδή το δημοτικό τραγούδι. Νομίμως (και δικαίως θαρρώ) υποψιάζομαι πως για μια τέτοια μεταφραστική επιλογή, ο δημιουργός της αφενός πρέπει να είχε αποδεχτεί τις γλωσσικές και μορφικές επιλογές της νεώτερης ποιητικής έκφρασης της εποχής (Αθηναϊκή σχολή) κι αφετέρου πρέπει να είχε δεχτεί τις ισχυρές και ευεργετικές επιδράσεις της εργασίας του Σίμου Μενάρδου, που ολόκληρη είχε ήδη δει το φως της δημοσιότητας το 1911. Τούτο καταδεικνύουν απερίφραστα κι ορισμένες αξιοπρόσεκτες επιλογές ―μεταξύ άλλων― όπως λόγου χάριν η λέξη ‘εκκλησία’ για τον ναό, και ‘καλογριά’ για την αφιερωμένη παρθένο στην Αφροδίτη, που πρώτος ο Σίμος Μενάρδος υιοθέτησε. Πριν από την εκτενή ανθολόγηση της προκείμενης απόδοσης, παραθέτω την μετάφραση του επιγράμματος «Εἰς Ἡρὼ καὶ Λέανδρον» του Αντίπατρου Θεσσαλονικέως, από την Ελληνική Ανθολογία, όπως το παραθέτει ο Χατζηαράπης στο έργο του:

Γιὰ ἰδὲς αὐτὸ τὸ πέραμα μὲ πικραμένο μάτι,
γιατ’ εἶναι γιὰ τὸν ἔρωτα πολὺ πικρό, διαβάτη!…
Γιὰ ἰδὲς τὸν πύργο τῆς Ἡροῦς… ἐρείπια κρημνισμένα,
ὁ λύχνος ὁ προδότης ἄχ! Σὲ χρόνια περασμένα
ἔφεγγ’ ἐδῶ… Μὲ κύματα ὁ Λέανδρος, μ’ ἀέρα,
μὲ τὸ σκοτάδι τῆς νυχτιᾶς ἐπάλευε ’δῶ πέρα…
Ἀκόμα γιὰ τὸν ἄνεμο τὸ φθονερὸ κ’ οἱ δύο
ἔχουν πικρὸ παράπονο μέσ’ ἀπὸ μνῆμα κρύο…

~•~

Οὗτος ὁ Λειάνδροιο διάπλοος, οὗτος ὁ πόντου
πορθμὸς ὁ μὴ μούνῳ τῷ φιλέοντι βαρύς·
ταῦθ’ Ἡροῦς τὰ πάροιθεν ἐπαύλια, τοῦτο τὸ πύργου
λείψανον· ὁ προδότης ὧδ’ ἐπέκειτο λύχνος.
κοινὸς δ’ ἀμφοτέρους ὅδ’ ἔχει τάφος, εἰσέτι καὶ νῦν
κείνῳ τῷ φθονερῷ μεμφομένους ἀνέμῳ.

~•~ (περισσότερα…)

Πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι

*

Πόσοι θα το ’θελαν σε τούτη τη ζωή
να ’ταν οι άκτορες των πιο μεγάλων ρόλων·
επιφανείς, διαπρεπείς ηθοποιοί
κι επικυρίαρχοι των πάντων και των όλων.

Άμλετ και Σκάρλετ, Δον Κιχώτης, Δον Ζουάν,
Σπάρτακος, Ληρ, Ηλέκτρα, Κρέων κι Αντιγόνη,
Σαρλώ, Οιδίπους, Τζόκερ, Λώρενς και Ταρζάν
να καθηλώνουν στο γυαλί και στο σεντόνι.

Μ’ αχ και να τόλμαγαν μια μέρα όλοι αυτοί,
οι αλλοπαρμένοι ματαιόφρονες αστοί,
μ’ αχ και να μπόραγαν μια μέρα όλες αυτές,
χαζοπαρμένες, ματαιόδοξες αστές,
να φανταστούν για μια στιγμή ποιος είν’ ο ρόλος
που όλων των ρόλων είναι η σκέπη και ο θόλος.

Είσαι παιδί, κι αυτός ο πρώτος σου ο ρόλος·
κι ίσως κι ο μόνος που θα μείνει εσαεί·
κάθε που μένεις μόνος, σκέτος κι όλος κι όλος,
ένα παιδάκι φοβισμένο, ένας σβώλος
κουλουριασμένος. Μια ολόκληρη ζωή,
θα ’σαι παιδί, θα είσ’ αδέρφι, γιος ή κόρη
φίλος, συνάδελφος, πολίτης, συγγενής
σύντροφος ή εχθρός, κορίτσι ή αγόρι
ή κάτι άλλο – κάποιος ρόλος αφανής,
πατέρας, μάνα και παππούς, γιαγιά, εγγόνι.
Μα όμως πάντα σαν ξανά μένουμε μόνοι,
ένα παιδί κουλουριασμένο στο σεντόνι
ψάχνει της μάνας του το γάλα για να πιει.

Έτσι λοιπόν κι εσύ καλέ μου ηθοποιέ,
άσε τους ρόλους τους μεγάλους για τους άλλους,
κείνους που ξέμειναν σε κάποιο φουαγιέ
ψάχνοντας χρώμα σε περσόνες παπαγάλους.

Και πιο πολύ σ’ αυτό το ισόβιο βαριετέ
είν’ να φροντίσεις πριν να πεις το «Εαυτέ»
να ’ναι ακόμα εαυτός – και ο δικός σου
κι όχι ένας ρόλος στους πολλούς στο παλμαρέ·
ηθοποιός σημαίνει φως, κι ας είν’ το φως σου.

Με δίχως πρόβα και ταλέντο και σπουδή
η ζωή μας πέταξε στο μαύρο της σανίδι,
με λίγο πυρ, λίγο λαρδί κι ένα δαδί,
να μη χαθούμε στο απέραντο σκοτίδι·
είμαστε μεις, θα το ’χεις καταλάβει ήδη,
πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

**

Και στο βάθος η Ταγγέρη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ήταν με τις Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης που έγινε ευρέως γνωστή η Κάρμεν Μάουρα, και κωδικοποιήθηκε ως μία από τις μούσες που κανοναρχούσαν την έμπνευση του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Θα ακολουθήσουν και άλλες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη υπό αυτήν της την ιδιότητα, κατοχυρώνοντας τον εν λόγω τίτλο, μαζί με κάποιες άλλες συμπατριώτισσές της, βέβαια: Μαρίσα Παρέδες, Ρόζυ ντε Πάλμα, Πενέλοπε Κρουζ ‒ έστω κι αν, τελικά, η σχέση της ηθοποιού με τον σκηνοθέτη πέρασε μια μακροχρόνια, βαθιά κρίση.

Στον κινηματογράφο η αισθητική «αξία» ενός ηθοποιού δεν είναι απολύτως αμιγής: από τις απαρχές της κινηματογραφικής τέχνης ο ηθοποιός δεν ξεχώριζε μόνο για την καθαρά καλλιτεχνική του ποιότητα: το φαινόμενο των σταρ και του σταρ σύστεμ είναι ενδεικτικό από την άποψη αυτή: ο ηθοποιός με την εξωφιλμική του παρουσία, με την αύρα της εν γένει συνολικής του προσωπικότητας έπαιζε ένα εξίσου σημαντικό ρόλο με εκείνον της καθαρά υποκριτικής του ικανότητας. Ο ηθοποιός αναμιγνυόταν με τη μυθοπλαστική ουσία των ηρώων που ενσάρκωνε, ενώ αυτοί οι τελευταίοι αξιοποιούσαν τα στοιχεία της καθαρά υποκριτικής του ταυτότητας. Αυτό ήταν μοιραίο να συμβεί σε μια κατεξοχήν μυθοπλαστική τέχνη όπως η έβδομη: οι δύο ταυτότητες, η καθαρά υποκριτική και η μυθοπλαστική, αναμιγνύονταν αναπόφευκτα μέσω της ταύτισης και της προβολής: ένα ολόκληρο σύστημα στηρίχθηκε πάνω σε τούτη την όσμωση. Και πρέπει να πούμε ότι αυτή είναι ειδικά κινηματογραφική: σε άλλες αναπαραστατικές τέχνες όπως το θέατρο, όπως η όπερα, το φαινόμενο είναι ενεργό επίσης, το γεγονός όμως ότι στο θέατρο ο ηθοποιός είναι παρών με σάρκα και οστά, και όχι απλώς μια αντανάκλαση της φυσικής παρουσίας του όπως στον κινηματογράφο, το γεγονός ότι στην όπερα ο ερμηνευτής ελέγχεται προπάντων για την τεχνική και ερμηνευτική του επάρκεια, καθιστούν τους θεατρικούς ηθοποιούς και τους τραγουδιστές λιγότερο ευεπίφορους στη φαντασιακή ανάπλασή τους εκ μέρους των θεατών· τα όρια πραγματικού και φαντασιακού, στο θέατρο και στην όπερα είναι πιο αδρομερώς χαραγμένα από ό,τι στο σινεμά. Ως συνέπεια των παραπάνω ο κινηματογραφικός ηθοποιός φέρνει ετοιμοπαράδοτη μέσα στην εμφάνισή του τη φαντασιακή κληρονομιά των προηγούμενων ρόλων του, αυτήν που τον κατέστησε «μύθο», αυτήν που του χάρισε το πιστοποιητικό του σταρ.

Στην ταινία της Μαριάμ Τουζανί Οδός Μάλαγα η Κάρμεν Μάουρα έχει πια λευκά μαλλιά, απαίτηση του ρόλου αλλά και της φυσικής βιολογικής της κατάληξης. Έχει αφήσει πίσω της τους προηγούμενους ρόλους της, εκείνους του διεκδικητικού-προϋστερικού αλμοδοβαρικού θηλυκού, που όμως δεν μπορεί παρά να λειτουργούν, έστω a contrario μέσα στη μνήμη του υποψιασμένου θεατή. Είναι πλέον μια ηλικιωμένη χήρα που ζει εκ γενετής στην Ταγγέρη και έχει ζυμωθεί με τον ντόπιο πολιτισμό, που θα αναγκαστεί εκούσα άκουσα να πουλήσει το σπίτι της για να βοηθήσει οικονομικά την κόρη της και να κλειστεί η ίδια σε ένα αξιοπρεπές, ομολογουμένως, γηροκομείο. Μόνο που δεν θα είναι τόσο αμετακίνητη στην απόφασή της. Κρυφά από την κόρη της, θα προσπαθήσει να επανεγκατασταθεί στο, άδειο πλέον, προς πώληση, σπίτι της, όπου θα ανοίξει ένα είδος αυτοσχέδιου καφενείου για την παρακολούθηση ποδοσφαιρικών αγώνων. Τότε οι ιαχές των ποδοσφαιρόφιλων θα «γεμίσουν» πάλι το απογυμνωμένο από τα έπιπλά του σπίτι. Τότε είναι, επίσης, που ο έρωτας θα της ξαναχτυπήσει την πόρτα με το πρόσωπο του άραβα παλιατζή, στον οποίο είχε πουλήσει τα τιμαλφή, βάσει συναισθηματικής αξίας, έπιπλα. Η υπολογιστική ισχύς του real estate θα έρθει αντιμέτωπη με τη συναισθηματική εναπόθεση του βιωμένου χώρου εκ μέρους των ενοίκων πάνω στα αντικείμενα, με την άυλη δυναμική των αντικειμένων του υλικού πολιτισμού. (περισσότερα…)

Φίλιππος Ιωάννου, Τέσσερα αρχαιοπρεπή επιγράμματα για την Επανάσταση του 1821

Φίλιππος Ιωάννου (1800-1880)

*

Μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Στον πατριάρχη Γρηγόριο

Ο δέσποτας Γρηγόριος, άλλος καλός ποιμένας,
τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη των αμνών του.
Ναι, τα θηρία τον έφαγαν, μα το πιστό κοπάδι
από τα νύχια ξέφυγε των μανιασμένων λύκων.

~.~

Στους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου
που φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς

Σύνεδροι του Γρηγόριου, κοινή είχατε φροντίδα
για το κοπάδι των πιστών· κοινός χαμός σας βρήκε.
Αφήστε τον Παράδεισο, για σήμερα μονάχα,
κι ελάτε να γιορτάσουμε την πάνδημη γιορτή μας.

~.~

Στον Παλαιών Πατρών Γερμανό

Ο Αντώνιος ξεσήκωσε τα πλήθη των Ρωμαίων
του Καίσαρα σαν έδειξε το ματωμένο ρούχο.
Κι ο Γερμανός υψώνοντας το λάβαρο στη Λαύρα
οδήγησε στον θρίαμβο, φωτίζοντας σαν φάρος.

~.~

Στον Ρήγα Φεραίο, τον πρωτομάρτυρα
της ελευθερίας του ελληνικού έθνους

Αν ταξιδέψεις κάποτε μακριά από την Ελλάδα,
στης Παννονίας τα βουνά, στου Δούναβη τις όχθες,
γείρε στο χώμα· τη φωνή θ’ ακούσεις του Φεραίου,
–σ’ αυτό το μέρος θάφτηκε– τέτοια να ξεστομίζει:
«Ντραπείτε· χέρια Χριστιανών, εμένα τον αθώο,
τα βάσανα πασχίζοντας να διώξω της πατρίδας,
στους Τούρκους με παρέδωσαν, τους άτεγκτους τυράννους,
κι αυτοί έσφαξαν το σώμα μου κι εδώ το παραχώσαν.
Μα το άσμα του ξεσηκωμού δεν έσβησε μαζί μου·
τους Έλληνες εμψύχωσε για να ριχτούν στη μάχη,
που αρματωμένοι χύθηκαν στου Πέλοπα τη χώρα
και την πατρίδα τράβηξαν απ’ τη στυγνή δουλεία».

*
Τα πρωτότυπα

(από: Φιλολογικὰ πάρεργα,
Ἀθήνησιν 1874, σσ. 597-8 & 653-4)

(περισσότερα…)

Σπυριδιώνης, ένας παράδοξος Λευκαδίτης στα χρόνια της Επαναστάσεως

 *

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, αν κάποιος ήθελε να φκιάξει βαρέλια στην Ζάκυνθο πά’αινε δελόγκου σ’ έναν Λευκαδίτη. Είχε, βαραμέντε, και ντόπιους μαστόρους το Τζάντε, τζόγια μου, μα εκείνοι έμοιαζαν μπροστά του σόλιτοι –συνηθισμένοι, πάει να πεις– κι έφκιαναν μόνον βαρέλια. Ο Σπυριδιώνης, περ ντι πιού –συν τοις άλλοις– έφκιανε και σφραγίδες. Ταγιαδόρος από τσι καλούς, ξυλοσκαλιστής φαμόζος!

Εκεί, στο μαγαζάκι του, μπονώρα-μπονώρα, ανακατώνονταν οι κρασέμποροι με τους καλαμαράδες κι οι μπαρτσολέτες πά’αιναν σύγνεφο. Κογιονάριζε αβέρτα ο ένας τον άλλον. Και τόμου κι ο αβεντόρος έχει πάντα δίκιο, ο μαγαζάτορας ήταν ομπλιγάδος να κρατεί παλάντζα. Μαγγιώρος στο να τηρεί το όρντινο.

Με την μπίμπια στο στόμα, ο ρεμπεσκές – καλαμπούρι στο καλαμπούρι, μαθές. Τον έκανες χάζι ορτό στην μπασία να υποκλίνεται εξεχώριστα σε γραμματιζούμενους και σέμπρους, σε ντινιέντηδες και λιανομάριδο, λες και τους έστελνε ούλους ούφου ντου λούφου – στα τσακίδια, διάτανε!

Τι να σου πρωτομολο’ήσω, ψυχίτσα μου! Χάρμα των ομματιών, το ραμολιμέντο! Κι ήθελε, ο κουζουλός –βόηθα να μην κρεπάρω, Άγιε Διονύσιε– να τονε λένε Βασιλέα της Λευκάδος κιόλας!

«Ε, μα τέτοιοι που ’ν’ οι Αγιομαυρίτες, μάτια μου, μην άξιζαν καλύτερο βασιλέα από τούτο το ρεντίκολο;» μουρμούργαν πίσ’ απ’ την πλάτη του. Γιατί αν το ’λεγαν και μπροστά του, θα τους έπαιρνε και θα τους σήκωνε ο διάσκαντζος!

Μα να ξέρανε κι αυτοίνοι ποιος ήτανε, δεν θ’ αμόλαγαν τέτοιες παρόλες.

Ας έφερναν τα μούτρα τους να τον έβλεπαν στην πολιορκία της Αγια-Μαύρας το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απ’ το κάστρο του Τεκέ εξαπέλυε μύδρους στην ρωσσοκρατούμενη Λευκάδα.

Κι όταν τον Μάιο του ιδίου έτους οι Αλβανοί πολιορκητές ενισχύθηκαν απ’ το γαλλικό πυροβολικό, ας ήταν εκεί να ιδούν τι έκαμε αυτός, ο Σπυριδιώνης, τι έκαμε και τον ανακήρυξε βασιλέα ο απεσταλμένος της Ιονίου Πολιτείας, ο ίδιος ο κόμητας Καποδίστριας!

Όταν ο Γάλλος μηχανικός διέταξε να ανοιχτεί περιφερειακή του φρουρίου τάφρος και να γίνει ανέγερση προχώματος, παρατήρησαν πως τα χώματα του ανυψούμενου προμαχώνος ήταν σαθρά και έχρηζαν υποστηρίξεως με σανίδες και δοκάρια, πράγμα σπάνιο στην αγιομαυρίτικη αγορά τον καιρό εκείνο.

Τότε ο Σπυριδιώνης, δίχως ίχνος δισταγμού, σπεύδει στο φτωχόσπιτό του, αποσπά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα κι αυτές τις παλιοσανίδες του πατώματος και, μεταφέροντάς τα στον ώμο του, ενισχύει τα οχυρωματικά έργα της πόλεως, που μ’ εκείνα προσδοκούσε την σωτηρία της.

*

(περισσότερα…)

Διονύσιος Σολωμός, Στοχασμοί

*

Εις το ποίημα του Χρέους μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθεί απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος.

Πραγματοποίησε τούτη την Ιδέα: όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί —πατρός, αδελφού, γυναικός— ριζωμένοι εις τη γη, και με αυτούς ο ενθουσιασμός της δόξας· — τους αρπάζεται η γη, και τοιουτοτρόπως αναγκάζονται να ξεσκεπάσουν εις τα βάθη της την αγιοσύνη της ψυχής τους. Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της. Από την αρχή ώς το τέλος περνάνε από πόνον εις πόνον έως τον άκρον πόνο· τότε έτρεξε η θάλασσα, και η ψυχή τους έπλεε εις την πίκρα και ετρέκλιζαν ωσάν μεθυσμένοι. Τότε ο εχθρός τούς ζητεί να αλλαξοπιστήσουν. Ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι ο Σταυρός είναι η καθέδρα της αληθινής σοφίας· επειδή όσα ο Ιησούς εις τρεις χρόνους εδίδαξε με το Ευαγγέλιο, όλα τα ανακεφαλαίωσε εις τρεις ώρες απάνου εις το Σταυρό.

Έντονες δύναμες, οι οποίες ξετυλίζονται εις φυσικοεθνικά όργανα, εις μία μικρή γη· δύναμες μεγάλες κάθε λογής, οι οποίες εμψυχώνουν το ξετύλιγμα οπού ακατάπαυτα προχωρεί μεγαλύτερο. Ενώ αυξαίνει, κάμε ώστε ανάμεσα εις τες νικηφόρες ενάντιες δύναμες να ευρίσκεται η ενθύμηση της περασμένης δόξας· — Οι Αδελφοποιτοί. — Μελέτησε καλά τη φύση της Ιδέας, και το υπερφυσικό και γεννητικό βάθος της ας πετάξει έξω το φυσικό μέρος, και τούτο ας τεθεί αβίαστα εις όργανα εθνικά. Αλλά όπως φθάσει τινάς εις τούτο, ανάγκη να μελετήσει τον υποστατικόν ίσκιον, οπού θα βγάλει έξω τα σώματα, μέσ’ από τα οποία αυτός θα φανερωθεί με εκείνα ενοποιημένος. Και μέσα εις αυτά τα σώματα ας εκφρασθεί, εις όλα τα μέρη του έργου, η εθνικότης όσο το δυνατό πλέον εκτεταμένη. Τοιουτοτρόπως η Μεταφυσική έγινε Φυσική.

Πάρε και σύμπηξε δυνατά μίαν πνευματική δύναμη, και καταμέρισέ την εις τόσους χαρακτήρες, ανδρών και γυναικών, εις τους οποίους ν’ ανταποκρίνονται εμπράκτως τα πάντα. Σκέψου καλά αν τούτο θα γένει ρομαντικά, ή, αν είναι δυνατό, κλασικά, ή εις είδος μιχτό, αλλά νόμιμο. Του δευτέρου είδους άκρο παράδειγμα είναι ο Όμηρος· του πρώτου ο Σέικσπηρ· του τρίτου, δεν γνωρίζω.

Η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη· μία από τες σημασίες: η μικρή γη, έως τότε δίχως δόξα, δίχως όνομα, διαμιάς υψώνεται εις το άκρο της δόξας, πρώτα με το να σηκωθεί, και έπειτα με το να βασταχθεί, αποκρούοντας πολλές δύναμες, και από εκεί πέφτει εις τη βαθύτατη δυστυχία. Τοιουτοτρόπως μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό από την αρχήν ώς το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα· κι έτσι τωόντι κάθε λέξη εβγήκε μεστή από το νόημα, και το έργο δείχνεται ατομικό, σύμφωνο με το πνεύμα της Γενικότητος που το εγέννησε.

(περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι

Johann Lorenz II Rugendas (1775-1826), Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1826
Επιχρωματισμένη ακουατίντα, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  Α΄

Αν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν αποτελεί το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ελεύθερου πια νεοελληνικού πνεύματος, τραγούδι ζωής και πίστης στην ιδέα του ανυπότακτου ανθρώπου, επίτευγμα που χαρακτηρίστηκε δίκαια ως ο «πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, ύστερα από αιώνες μαρασμού της» (Ιάκωβος Πολυλάς), η ύψιστη στιγμή της ποιητικής ιδιοφυίας του Διονυσίου Σολωμού είναι μια σύνθεση η οποία, ημιτελής φαινομενικά, συνιστά το τέλειο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το κατ’ εξοχήν Ποίημα, αυτό στο οποίο αναδεικνύεται, σε όλο της το βάθος και με όλη της την καθαρότητα, η ουσιώδης, η τραγική αλήθεια του κόσμου: η Ελευθερία. Πέρα όμως από τα τυπικά αισθητικά κριτήρια του τραγικού, πέρα από τον αγώνα εναντίον της Ανάγκης, στο έργο αυτό φανερώνεται και η ελληνική ιδιοσυστασία, που αναγνωρίζει τις χαρές της ζωής, τη φύση, τον έρωτα, την αυταξία της βιωτής, αλλά και που συγχρόνως δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα χάριν της Ελευθερίας, της θεμελιώδους μυστικής αρμονίας των πάντων. Μια ταπεινή πολιτεία, στο άκρο μιας λιμνοθάλασσας της Ρούμελης που ξανοίγεται στον Κορινθιακό και της τεναγώδους πεδιάδας μεταξύ Αρακύνθου και βουνών της Βαράσοβας, το Μεσολόγγι, όρισε η Μοίρα ως σκηνή αυτής της φανέρωσης. Ας παρακολουθήσουμε πώς υψώθηκε τούτο το μέγα επίτευγμα, πρώτα ως ιστορικό γεγονός (όπως το αποτύπωσε στα απομνημονεύματά του ένας πολεμιστής από την αδούλωτη Χιμάρα της Ηπείρου, ο Σπύρος Μίλιος) και κατόπιν, πώς ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης το απαθανάτισε με το ανυπέρβλητο οικοδόμημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

*

Παράξενη η τύχη των πόλεων. Πενήντα χρόνια πριν, στα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι, η πολιτεία που έμελλε να γίνει ιερή, είχε πυρποληθεί από τους Τουρκαλβανούς και παραμονές της Παλιγγενεσίας δεν είχε ακόμη καλά- καλά συνέλθει. Δεν αριθμούσε πάνω από 800 σπίτια και 4.000 κατοίκους. Παρότι υπήρξαν μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση του οπλαρχηγού του Ζυγού Δ. Μακρή στη Σκάλα, στις 5 Μαρτίου, κατά τουρκικού θησαυρού προοριζόμενου για τη Ναύπακτο, πράξη που μπορεί να θεωρηθεί πρώτο επαναστατικό επεισόδιο, ο σηκωμός εδώ δεν άρχισε αμέσως, όπως στην Ανατολική Στερεά. Δεν υπήρχαν οπλαρχηγοί με την ισχύ ενός Οδυσσέα Ανδρούτσου, το σθένος του Διάκου ή ένας Πανουργιάς. Η εγγύτητα των οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου βρισκόταν ο Χουρσίτ με μεγάλες δυνάμεις για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, οι δυσκολίες επικοινωνίας και συγκοινωνιών, οι μνήμες από την επανάσταση του 1770 και η αναποφασιστικότητα των αρματολών του Βάλτου και του Ξηρόμερου Τσόγκα και Βαρνακιώτη, συνετέλεσαν η Επανάσταση στο Μεσολόγγι ν’ αρχίσει μόλις στις 20 Μαΐου 1821, όταν φάνηκαν τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα πλοία και οι Μεσολογγίτες, με επικεφαλής τους προκρίτους Ραζηκότσικα, Παπαλουκά και Καψάλη, πήραν τα όπλα και ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο τουρκικό διοικητήριο.

Γρήγορα το Μεσολόγγι θα εξελιχθεί σε κέντρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς αλλά και «στρατηγείο» του δαιμόνιου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που έφθασε διά θαλάσσης στις 21 Ιουλίου. Ικανότατος αλλά και φιλόδοξος ο Φαναριώτης πρίγκιπας προσεταιρίστηκε αμέσως προκρίτους και οπλαρχηγούς, όπως ο Δημήτριος Μακρής και ο Ανδρέας Ίσκος, υποσχόμενος τίτλους και αμοιβές, αλλά και τον Αλέξη Νούτσο που ήρθε από την αυλή του Αλή για να προτείνει στους φιλέλληνες αξιωματικούς που έρχονταν στην περιοχή, να… καταταγούν στο στρατό του πασά των Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση της πολιορκίας του από τον Χουρσίτ. Χάρη στη μεσολάβηση του Νούτσου ο Μαυροκορδάτος θα επιτύχει να φέρει κοντά του και τους Σουλιώτες, δύναμη σπουδαία στην οποία θα στηρίζεται σταθερά ενώ παράλληλα θα οργανώσει τη συνέλευση που θα ψηφίσει τον Νοέμβρη του 1821 το δικό του πολιτικό σχήμα, τον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. (περισσότερα…)