«…τη Συμμαχία του Θανάτου»

*

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ

Όταν κάθε πρωί –μπορεί και με το χάραμα– σηκώνομαι
πάω στην τουαλέτα και βουρτσίζω και τα δόντια μου,
πλένω το στόμα μου, τα μάτια μου, το μέτωπο δροσίζω
με την παλάμη μου, τα δάχτυλα,
πίνω κι ένα ποτήρι ολόγεμο νερό…
Όταν θα φτιάξω τον καφέ μου και αρχίζω να τον πίνω,
σχεδόν μια ευτυχία με πλημμυρίζει που με κάνει ν’ απορώ
να σκέφτομαι «πώς είναι δυνατόν, τί μου συμβαίνει,
και είχα τόση θλίψη, ως αβάσταχτη, όλη τη νύχτα;».

Βέβαια που την είχα τη μεγάλη εκείνη θλίψη, υπάρχουν λόγοι, δεν μου γέμισε
χωρίς κανένα λόγο το μυαλό, δεν με φαρμάκωσε χωρίς καμμιάν αιτία…
Άδικος πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία,
γενοκτονία, πολτοποίηση λαών
απ’ άλλους «ιερούς λαούς», όπως αυτός του Ισραήλ, κι ακόμα
εξόντωση μυριάδων αδερφών μου όπως τα δέντρα και τα ζώα
μ’ όπλα και φωτιά, κι ακόμα
καταστροφή του τόπου, παραλίες σκοτωμένες ή απλώς κακοποιημένες
απ’ τους βάρβαρους, (φίλους αδερφικούς της Κυβερνήσεως)
βουνά κακοποιημένα και νησιά και ποταμοί,
παράλογη, αναίτια εγκατάλειψη σχεδόν από τους πάντες, σα να είμαι
ήδη νεκρός.

Βεβαίως,

υπάρχουν λόγοι για την τόση μου τη θλίψη, το φαρμάκωμα αυτό
όλης της ύπαρξής μου. «Όμως κοίταξε,
κοίτα που ακόμα υπάρχουν γύρω σου και δέντρα, και λουλούδια και σπανίως βέβαια,
πουλιά
ή έντομα που είναι ευμορφότατα,
μέλισσες, βόμβοι, πεταλούδες, και υπάρχουν
άνθρωποι –ελάχιστοι βεβαίως–
που σ’ έχουν άγιό τους και που χαίρονται
μαζί σου να μιλούν, παίρνουνε δύναμη, κ’ υπάρχει εντέλει
καθώς μας λέει ο Ρίτσος στη Σονάτα του εκεί του σεληνόφωτος
μιλώντας για εκείνη τη γριά, βασανισμένη αρκούδα, που πορεύεται, μας λέει πως,
μ’ όλη τη δυστυχία της, τα τόσα βάσανά της, έχει σίγουρη,
παντοτινή «τη Συμμαχία του Θανάτου».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

Γιατί η αριστερά δεν είναι woke

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Susan Neiman
Η αριστερά δεν είναι woke
Επίκεντρο, 2025

Η φιλοσοφικοκοινωνική μελέτη της Σούζαν Νείμαν με τίτλο Η αριστερά δεν είναι woke έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια πλήθος αντιδράσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη συγγραφέα να επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να διαχωρίσει δύο όρους που πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημοι. Η πρόσφατη, ωστόσο, μετάφραση του βιβλίου και στην ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται πως έχει τύχει ως τώρα μιας διεξοδικής και αντικειμενικής εξέτασης, με την κάθε πλευρά του ανοιχτού και ζωηρού διαλόγου να μένει μονάχα στον τίτλο και να επιβεβαιώνει τα ήδη προκατασκευασμένα συμπεράσματά της. H διαφήμισή του, αρχικά, σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε έναν κοινωνικό αυτοματισμό από σχολιαστές του εθνικιστικού χώρου που ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενό του και επαναλάμβανε ψυχροπολεμικές απλουστεύσεις. Αντίστοιχα, η ευμενής κριτική ενός ιερέα για το βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών, μόλις εκείνο κυκλοφόρησε, δεν βοήθησε εξίσου, μιας και ταύτισε αυτομάτως τη συγγραφέα στο αριστερό φαντασιακό με το τμήμα εκείνο του συντηρητικού χώρου που ξιφουλκεί από διαφορετική αφετηρία έναντι του εκείνου που αποκαλεί ως ‘‘woke’’. Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο απέχει παρασάγγας από την ως τώρα πολεμική έναντι του φαινομένου, μιας και εγγράφεται ξεκάθαρα εντός του αριστερού χώρου και της ριζοσπαστικής παράδοσης, κρατώντας στο ακέραιο στον πυρήνα του την αταλάντευτη πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την πεποίθηση του ασταμάτητου αγώνα για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις. Ορισμένες επεξηγήσεις, επομένως, κρίνονται κάτι παραπάνω από αναγκαίες.

Αν αφήσουμε στην άκρη τον (συνειδητά) προκλητικό τίτλο του βιβλίου που αγγίζει ακόμα και τα όρια του clickbait, κρίνουμε πως ο δικαιότερος και αντικειμενικότερος θα ήταν: Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Η Νείμαν παρατηρεί πως η γραμμή της επίθεσης στη νεωτερικότητα (που μεσουρανούσε στο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό δοκίμιο έναν αιώνα πριν) έχει πλέον αντικατασταθεί από την επίθεση στον Διαφωτισμό και από τη –συναφή με την τελευταία– διαρκή αποδόμησή του. Ως ιδιότυπο «γενάρχη» αυτής της τάσης, η συγγραφέας ονοματίζει ανοιχτά τον Μισέλ Φουκώ, το έργο του οποίου κατακεραυνώνει με κάθε ευκαιρία στις σελίδες της μελέτης της, τονίζοντας τις αντιφάσεις του και παρατηρώντας απρόβλεπτες ιστορικές συνάφειές του με απολυταρχικές αντιλήψεις. Ο Φουκώ είναι, κατά την ερευνήτρια, εκείνος που έθεσε, σε τέτοια έκταση, σε τέτοιο εύρος και γνωρίζοντας τόση απήχηση, τις βάσεις για μια ανοιχτά μηδενιστική κριτική στο διαφωτιστικό πρόγραμμα, ακυρώνοντας εντέλει τις κοσμοϊστορικές επιτεύξεις του. Η αναίρεσή τους από τον μετέπειτα αυτοματισμό των ακαδημαϊκών επιγόνων και των συναφών λόμπι πίεσης, η οποία, μάλιστα, λαμβάνει χώρα στο όνομα της «προόδου» και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαίνεται πως νομοτελειακά οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς για τον ίδιο τον Διαφωτισμό και την Αριστερά ως ώριμο τέκνο του, όπως η μελετήτρια επισημαίνει. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

(περισσότερα…)

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Τρία σονέτα για το Μπιτ Παζάρ της Θεσσαλονίκης

*

ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ

Σεντόνι βγάλανε σ’ ένα καλάθι
στα παλιατζίδικα, οδός Τοσίτσα.
Διπλό και μόνο του, σαν καλογρίτσα
Βαρδάρης έπιασε, θα κακοπάθει.

Φορά είναι πρώτη του, δεν έχει μάθει.
Κρυβόταν ήσυχα στην ντουλαπίτσα
ή στο κρεβάτι τους, που ήταν φωλίτσα
και του έρωτά τους βαστούσε πάθη.

Χέρια τ’ αρπάζουνε, το ξεδιπλώνουν.
Το καλοβλέπουνε μην γίνει λάθος
κουσούρια βρίσκουνε, το ακυρώνουν.

Λες κι ακυρώνονται ζωή και πάθος.
Τον έρωτά τους λες κι ελαττώνουν
του παλιοσέντονου μήκος και πλάτος.

(περισσότερα…)

Σάτιρα του λογοτεχνικού σιναφιού

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Αλεξάνδρα Σαμοθράκη
Ψυχοστασία
Ισνάφι, 2023
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

«Βαρύποδες κουλτουριάρηδες δεινόσαυροι» που σε συνθήκες παρακμής αναζητούν γυναίκες-τρόπαια με την υπόσχεση να τις προωθήσουν στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων, ένας κυνικός κριτικός λογοτεχνίας, μια ευφυής μοιραία γυναίκα με δηλητηριώδες χιούμορ και οξυμμένες δεξιότητες, η οποία περιφέρεται στις λογοτεχνικές συντροφιές, δομούν μια αστυνομική ιστορία συνυφασμένη με την εξέλιξη μιας έντονης ερωτικής σχέσης, συνθέτοντας τη βασική δομή του βιβλίου της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη. Με αυτά τα υλικά η συγγραφέας περιγράφει, αποκαθηλώνει, και σαρκάζει αδυσώπητα το κενό και τα λούμπεν στοιχεία της λογοτεχνικής συντεχνίας στα καθημάς, διαβιβάζοντας και αναζητώντας τις ρωγμές τους, χωρίς καμία ωραιοποίηση και με διαρκή διλήμματα ως προς τις δυνατότητες επιβίωσης στις συνθήκες που περιγράφονται και τις συνέπειες όλων αυτών σε όσους/ες γράφουν και διαβάζουν. Τα μότο με τα οποία ξεκινά το βιβλίο περιγράφουν κατά τη γνώμη μου όλους τους προβληματισμούς για τα όσα κατά καιρούς παρατηρούμε στα λογοτεχνικά σινάφια. Κι αν με βάση το ποίημα του Λεοντάρη το κενό εμπεριέχει πάντα ανοίγματα και εναλλακτικές, η συγγραφέας αναγνωρίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία και μάλλον συντάσσεται με τον Ντέημον Γκάλγκωτ και τον αφορισμό: «Είμαι εντάξει με την τραγωδία. Η κωμωδία είναι που δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ».

Αν, λοιπόν, η Σαμοθράκη λεπτομερώς καταγράφει στο βιβλίο της την τραγική διάσταση αυτού που ορίζεται ως παροντικός χώρος του πολιτισμού, της τέχνης και του βιβλίου, αφήνοντας να εννοηθεί πως είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις ως συγγραφέας, ποιητής ή κριτικός στα διαρκή και ποικίλα «δούναι και λαβείν» του χώρου, παράλληλα αποφεύγει οποιαδήποτε σοβαροφανή διαπίστωση ή μελοδραματισμό, επιλέγοντας να αναδείξει με σαρκασμό και χιούμορ τις κωμικές διαστάσεις του. Το κωμικό στοιχείο δεν αποκρύπτει τα συμβάντα. Συνθέτει αντιθέσεις, αντιστροφές και συνθέσεις με ενεργές κωμικοτραγικές εκτυλίξεις και ανοιχτούς ορίζοντες οι οποίοι δεν προσφέρονται σε εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις.

Η έκφραση: «κουλτούρα να φύγουμε», περιγραφή της συνθήκης στην οποία ο χώρος του βιβλίου χρησιμοποιείται ως επιδεικτική κατανάλωση συνδεδεμένη με κοινωνικές φιλοδοξίες, ναρκισσισμό, μικροαστικές πρακτικές, κακή αισθητική και διαπλεκόμενα συμφέροντα παράγει επαναλαμβανόμενα κωμικά μοτίβα που συνδέονται με το γκροτέσκο. Παράλληλα όμως με συνοπτική λιτότητα διατυπώνεται η κατάσταση που επικρατεί με πολιτικές ιστορικές συνηχήσεις σχετικά με το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς αυξήθηκε ο εθνικολαϊκισμός: (περισσότερα…)

Αστικό τοπίο

*

Ημέρες τώρα στον πεζόδρομο που παίζουν τα παιδιά
πλημμύρισε ο υπόνομος, ξεχείλισε
δεν έχει τόπο να πατήσεις.

Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.

Απ’ τα μπαλκόνια ακούγονται καινούρια ζευγαρώματα –
καινούρια νούφαρα στ’ απόνερα θα αφήσουν.
Κραυγές: χτυπιούνται
μανάδες με σπασμούς στο πάτωμα, ωχρές,
παπάδες που κηρύττουνε ουρλιάζοντας
και κάτι αριστεροί σε κρίση πανικού,
που έχουν ξεμείνει από Κεφάλαιο
και άλλον δεν έχουν πλούτο να επενδύσουν.

Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*

Ουδέν νεώτερον από το Ανατολικό Μέτωπο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ουδέν νεώτερον από το Ανατολικό Μέτωπο

Διόλου δεν εκπλήσσει το ότι οι γνωστοί μας αγέρωχοι στρατηγοί, «κινάν και παν / για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν» με το τυφλοπάνι στα μάτια. Φαντάζονται μία σύντομη πειρατική επιδρομή που θα πετύχει τους στόχους της από αέρος και –μετά το πάθημα του Αφγανιστάν– χωρίς ρεσάλτο στα εχθρικά εδάφη. Κάτι εκ προοιμίου ανεπίτευκτο και με έκβαση προοπτικά αεριώδη, γιατί οι εμπνευστές της επίθεσης δεν λαμβάνουν υπόψη τους τη διαφορά στην αντίληψη τoυ χρόνου. Ο δυτικός είναι γραμμικός και εκβιάζει το άμεσο αποτέλεσμα ενώ ο ανατολικός παραμένει σε μεγάλο βαθμό κυκλικός και πρεσβεύει την αργή του ωρίμανση. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υπερέχουν σε ταχυκινησία και συγκεντρωτική δύναμη πυρός αλλά οι Ιρανοί, όπως και όλοι οι λαοί της ευρύτερης περιοχής υπερτερούν σε αντοχή. Οι στρατοί τους είναι ασκημένοι σε αναμετρήσεις χαμηλής εντάσεως και μακράς διαρκείας. Όταν βάλλεται το κέντρο εξακτινώνουν τις δυνάμεις τους σε περιφέρεια άπειρων σημείων και επιδίδονται σε πόλεμο φθοράς. Προσβλέπουν στην κόπωση των επιτιθέμενων και γνωρίζοντας πως η επ’ αόριστον και σε πλήρη ετοιμότητα συντήρηση μίας πολεμικής μηχανής υψηλής τεχνολογίας αποβαίνει εξουθενωτική, της αντιτάσσουν τον πανδαμάτορα συσχετισμό της παθητικής τριβής με τη δυναμική αδράνεια. Σ’ ένα τέτοιο πεδίο κάθε νίκη των εχθρών, ακόμα και συντριπτική, τους επιφυλάσσει μία σειρά από μικρές αλλά σωρευτικά αποφασιστικές ήττες.

Το απαίσιο καθεστώς του Ιράν ενδέχεται λοιπόν να καταρρεύσει για πολλούς και εύλογα συνδυάσιμους λόγους: τις συνέπειες μίας στρατιωτικής συντριβής και τις φατριαστικές διαμάχες στο εσωτερικό της ηγεσίας του, την εξέγερση απέναντι στη θεοκρατική καταπίεση ή την αποσχιστική φορά μειονοτικών κινημάτων. Οι σπόροι του όμως θα μεταφυτευτούν και το τι θα ακολουθήσει είναι ήδη γνωστό από τις αλγεινές επιπτώσεις των αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, το υποκινούμενο από τους έξωθεν ανταγωνισμούς χάος στην υποσαχάρια Αφρική και την εκτροπή της αραβικής άνοιξης σε δριμύ χειμώνα με εντεινόμενα αδιέξοδα – πρωτίστως για τους λαούς της περιοχής αλλά και για τους ίδιους τους επεμβασίες. Τα ανδρείκελα που θρονιάζουν στην εξουσία μετατρέπονται σε εχθρούς, οι παλαιοί αυταρχικοί ηγέτες αντικαθίστανται με εξίσου αιμοσταγείς δικτάτορες και τα εξ υφαρπαγής πλεονάσματα επεκτείνουν το έλλειμμα του δυτικού κόσμου σε όλα τα επίπεδα: ηθικό, πολιτισμικό και γεωπολιτικό. Αποτέλεσμα φυσικό καθώς η ωμότητα φυραίνει το μυαλό, η θηριωδία συμμαχεί με την αθλιότητα και η βουλιμική ισχύς μωραίνει. (περισσότερα…)

Μάνος Ελευθερίου (1938-2018), O νοητός λύκος

*

Σαν σήμερα, 12 Μαρτίου 1938, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου ο Μάνος Ελευθερίου.

~.~

Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.

Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.

Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.

Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.

(περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)

Έρωτας και πάλι από την αρχή

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Το τέλος μιας μυθοπλασίας μπορεί να είναι καθοριστικό για την αποτίμηση της ιδεολογίας που τη διέπει, της οπτικής του δημιουργού της και, κατ’ επέκταση, της ποιότητάς της. Θα ήταν ίδιος ο Οιδίπους Τύραννος αν ο ποιητής του δεν «τύφλωνε» τον ήρωά του στο τέλος; θα ήταν ίδιο το Τσαϊνατάουν αν η σφαίρα του αστυνομικού δεν έβρισκε την Έβελυν, την ηρωίδα που παίζει η Φαίη Νταναγουαίη: μια μικρή παρέκκλιση από τα δεδομένα τής μέχρις εκείνο το σημείο αναπτυγμένης μυθοπλασίας και το νόημα της υπόθεσης μεταβάλλεται, το νόημα του τέλους δηλαδή είναι ένας καθοριστικός παρονομαστής. Όμως όχι πάντα. Κάποιες ταινίες «κλείνουν» την ιστορία τους, κάποιες άλλες την προεκτείνουν πολλαπλασιάζοντάς τη για ακαθόριστες φορές.

Κάποιες φορές, ας πούμε, το τέλος σηματοδοτεί μια καινούργια αρχή, που θα πρέπει να φανταστεί ο θεατής, μιαν υποχρεωτική επανάληψη, που υπακούει απλώς στις αναγκαστικές δομές της κοινής εμπειρίας. Κάθε τέλος μπορεί να σημαίνει μια καινούργια αρχή ‒για το καλύτερο ή για το χειρότερο‒, ή ακόμη και μιαν επανάληψη που παραπέμπει στη δομή της εν λόγω κοινής εμπειρίας ‒ «η ζωή συνεχίζεται», «η ιστορία επαναλαμβάνεται».

Το τέλος μιας μυθοπλασίας δεν είναι απλώς η διάλυση της αναπαραστατικής ψευδαίσθησης, βάσει της οποίας μεταδίδεται· παραπέμπει, με τον τρόπο της, σε μια φιλοσοφία για τη ζωή, και επιπλέον έχει την ευθύνη για τη θέση της αφηγηματικής κατάστασης εντός της ανθρώπινης ζωής και ιστορίας.

Στην ταινία Pillion του Χάρρυ Λάιτον συναντάμε ένα «τέλος» όχι σπάνιο και πρωτότυπο, όχι όμως και από εκείνα που συνηθίζονται στην, κινηματογραφική ιδίως, μυθοπλασία. Η ερωτική σχέση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές έχει τελειώσει, οπότε ο ήρωας θα αναζητήσει μια νέα σχέση. Μάλιστα, ως θεατές που η πληροφόρησή μας εξαρτάται από τον απρόσωπο αφηγητή που είναι η ίδια η ταινία, η ίδια η εκφώνηση της ταινίας, όπως θα έλεγε ακριβέστερα ένας σημειολόγος της κινηματογραφικής μυθοπλασίας, καταλαβαίνουμε ότι η σχέση τελείωσε από τη στιγμή που βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα να αναζητά μια καινούργια περιπέτεια‒ μέχρις εκείνου του σημείου τίποτα δεν είναι σίγουρο για την έκβαση της σχέσης, για την τύχη του Ρέυ, του ήρωα που ερμηνεύει ο Αλεξάντερ Σκάρσγκααρντ. Άρα εδώ η δομή της ίδιας της ταινίας έχει πληροφοριακή ιδιότητα: ο Κόλιν (Χάρρυ Μέλιν) ξαναρχίζει την αναζήτησή του, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ρέυ τον έχει εγκαταλείψει, ότι η σχέση έχει λήξει. (περισσότερα…)

Παλαιοί εχθροί

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο», μαθαίναμε στο πρώτο μας αρχαιοελληνικό κείμενο, την Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα. Και ναι μεν δεν έχω τη μνήμη του πρωτότοκου, του Αρταξέρξη, θυμάμαι όμως εκείνη την πρώτη μου ανάβαση στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1978. Άρτι αφιχθείς, νέος φοιτητής, ήθελα να μπω να φάγω για μεσημέρι στο φοιτητικό εστιατόριο, και δεν μπορούσα. Το Διεθνές Σπίτι (Maison Internationale) της Πανεπιστημιούπολης βρίσκεται πρώτο πίσω απ’ το βουλεβάρτο του Ζουρντάν και μπροστά από την λεωφόρο Ροκφέλλερ. Δυό αντιμαχόμενες ομάδες –ορδές μάλλον– έκλειναν την είσοδο, οι μεν στους δε. Μαυρίλα στα γένια, στα πρόσωπα, στα ρούχα οι μεν, πιο ξυρισμένοι οι δε. Φωνές, συνθήματα, σπρωξίματα, ελαφρό ξύλο ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, τουλάχιστον για ένα μήνα.

Αναρωτιόμουν να μάθω τί είχε συμβεί, ποιοι ήσαν οι ευγενείς νέοι. Είχε ξεκινήσει η Ιρανική ή αλλιώς Ισλαμική επανάσταση στην πάλαι ποτέ Περσία. Μέσα στο Σπίτι ήσαν μάλλον οι του καθεστώτος Παχλεβί, απ’ έξω προσπαθούσαν να μπουν οι «ουλεμάδες» του Αγιατολάχ. Μετά από λίγους μήνες, με την επικράτηση των ισλαμιστών, ηρέμησε η κατάσταση, τουλάχιστον στην Πανεπιστημιούπολη. Όμως ένας φόβος πλανιόταν πάνω στα όμορφα εκείνα φύλα. Η Σερίν ήταν μια ευειδής φοιτήτρια η οποία συνέτρωγε στην εστία. Όσες φορές τόλμησε να σε κοιτάξει μ’ εκείνα τα καλομέλανα μάτια, δεν μπόρεσες να την πλησιάσεις περισσότερο. Ποιος ξέρει πού και πώς να κατέληξε, με μαντήλα ή χιτζάμπ μαύρο ολόσωμο; – αλίμονο! Έβλεπα πριν λίγο καιρό με θαυμασμό, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, εύμορφες Ιρανές ν’ ανάβουν το τσιγάρο τους απ΄την καιόμενη φωτογραφία εκείνου του «συχωρεμένου» Αγιατολάχ – με κίνδυνο της ζωής τους. Κι έπειτα ποιες από αυτές τις μάνες, με χιτζάμπ ή τσιγάρο στο στόμα, κλάψανε τώρα τ’ αδικοσκοτωμένα κορίτσια τους; Ο πόνος δεν είναι ίδιος;

Πώς, πότε τελειώνει ένα ιστορικό διανυσματικό ευθύγραμμο τμήμα; Ή μήπως πρόκειται για ευθεία, αν έχει εν γένει αυτό το σχήμα; Σε ποια ημερομηνία τελειώνει μια αφήγηση, αν όχι σ΄εκείνη της δημοσίευσής της; Πριν πέσει σε οριστική νεκροφάνεια. (περισσότερα…)