Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Η γλώσσα μας έχει δύο πνεύμονες εφάμιλλης αξίας, την δημώδη προφορική και την λόγια –γραπτή– παράδοση. Από τις υπόγειες πλέον νεροσυρμές της δημώδους, εξακολουθεί να αρδεύεται, στάγδην ή πλουσιοπάροχα, το έργο μερικών καλών συγγραφέων και οι αμπελώνες με τις ποικιλίες των τοπικών ιδιωμάτων, παρότι εξαντλημένοι πιά, τροφοδοτούν κατά καιρούς ενστάσεις προτεραιότητας για τον τρύγο τους. Ο αχός των δημοτικών μας τραγουδιών σμίγει με το κελάρυσμα της ιστορικής μνήμης και στη συνεκβολή τους αναδύεται η νοσταλγία μιάς αλλοτινής άνοιξης. Υπερβαίνοντας τα όρια της εξιδανικευμένης ηθογραφίας ή μίας ναυαγοσωστικής επιχείρησης, κάποιοι από τους κορυφαίους πεζογράφους μας ανασύρουν τα τζοβαϊρικά της δημοτικής παρακαταθήκης ως υλικά αναμύθευσης της κοινοτικής συνθήκης – και οι πιο τολμηροί μεθοδεύουν την επανασύσταση των αφηγήσεών της στα συμφραζόμενα των καιρών μας.

Η μοίρα της λόγιας παράδοσης απεναντίας, δεν συγκινεί. Τα κοσμήματά της λογίζονται ως κτερίσματα σκευοφυλακίου, τα κάλλη της υποβλέπονται ως αγαλμάτινα και η τέρψη τους αποδοκιμάζεται, όταν δεν καταγγέλλεται ως νεκροφιλική. Οι μεγάλοι της εκπρόσωποι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης και ο Βιζυηνός, δοξολογούνται βέβαια αλλά μόνο σε επιμνημόσυνες τελετές με διαρκώς μειούμενο ακροατήριο. Κατά συνέπεια το έργο τους αποσύρεται σ’ ένα ένδοξο μεν αλλά ασύχναστο περιθώριο και οι φιλολογικές δεήσεις που αναπέμπονται στο όνομά τους δεν φαίνεται να εμπνέουν τους νεότερους συγγραφείς. Η αρχαΐζουσα υψηλοφροσύνη του Κάλβου γίνεται τάσι όπου «το ψυχρόν της αργύριον ρίπτει η σελήνη», ο ιμερικός αναπαλμός του Εμπειρίκου προσλαμβάνεται ως γαργαλισμός με λευκά γάντια ενώ ακόμα και οι λογιότροπες αναφορές του Ελύτη διαβάζονται με μισό –ήγουν εξ ολοκλήρου φιλύποπτο– μάτι.

Η παλίρροια της ελληνικής όμως οφείλεται στην αλληλουχία δημοτικής φουσκονεριάς και λόγιας αμπώτιδος: Η πλημμυρίδα της λαλιάς φέρνει στην ακτή τον πλούτο της και η φυρονεριά της γραφής τον αποκαλύπτει και τον συμμαζεύει. Χωρίς το φιλί των ρευμάτων τους, γλώσσα με γλώσσα, πάμε χαμένοι – σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες του Καβάφη. (περισσότερα…)

Άλμα εις βάθος

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ ΟΙ ΜΕΡΜΗΓΚΕΣ

Κομμένο απ’ του τραγουδιστή το σώμα
το διάφανο φτερό κείτεται πια στη γη·
παλλόμενη μια τελευταία νότα ηχεί
πάνω στων νεύρων τις χορδές, ακόμα.

Το σέρνει αργά μεθοδικός, ανδρείος
ο μαύρος που έπηξε τριγύρω του στρατός·
ο αρχιμέρμηγκας επρόσταξε ρητώς
να στοιβαχθεί προς βρώσιν υπογείως.

Μες στα λαγούμια οι φτερουγίσιες ήττες
προσφέρονται βορά· μ’ ό,τι τους μένει
τρέφουν νοικοκυραίους τρωγλοδύτες.

Ταΐζει η ελπίδα η τιμωρημένη
που υψώθηκε και τσάκισε ο αγέρας
το κάτεργο της κουρδισμένης μέρας.

///

ΤΟ ΑΘΛΗΜΑ (ΑΛΜΑ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ)

Δεν απαιτεί κάποιο ειδικό εξοπλισμό,
δυο ελατήρια στα παπούτσια και πεδίο
κατάλληλο: βυθό ψυχών ή και γκρεμό
(εξίσου πρόσφορα πεδία και τα δύο).

Το ελατήριο σαν βαρίδι λειτουργεί
κατά την πτώση του αθλητή, και με σφιγμένα
όλα τα νεύρα του σε μάζα συμπαγή
προσκρούει με φόρα ιλιγγιώδη στον πυθμένα.

Τον φόβο του θανάτου να τον διαπερνά
νιώθει ο άλτης, μα οι σιδερένιες σπείρες
που συμπιέζονται κι ανοίγουνε ξανά
τον σώζουν, αναδυτικοί εκτοξευτήρες.

Για μερικούς, είναι το σπορ εθιστικό.
Ξοδεύουν όλη τη ζωή τους πάνω κάτω,
σάλτο κι ανάδυση, σισύφειο ριζικό,
ψάχνουν την ύψωση φλερτάροντας τον πάτο·
και μόνη λύτρωση απ’ το ισόβιο «πάλι»
μια πιστολιά του Χρονομέτρη στο κεφάλι.

///

ΚΑΘΑΡΣΗ

Ας τράβαγε ο Πλούτων την τάπα του δρόμου,
βαθιά να γλιστρήσουν στης γης το σιφόνι
διαβάτες, τουρίστες, στρατοί αυτοκτόνοι
να πέσουν μεμιάς στην πυρά του υπονόμου.

Ας έστηνε ενέδρα μια Νέμεση χθόνια,
σανίδια σαθρά στο καπάκι που κλείνει
το Χάος· στα λαίμαργα ας μοίραζε σμήνη
αγχόνες, σατέν κομπιασμένα σεντόνια.

Να μείνουν μονάχα εκείνα που πρέπει:
ο άχρονος χρόνος στης θάλασσας πάνω
την πλάτη, η οπλή, το φτερό και το λέπι.

Κι εγώ, μ’ όλους ίδια ας χαθώ απ’ το πλάνο,
μ’ αν άξια υπήρξα ποτέ, ας μου μείνει
η εικόνα η στερνή κατευόδιο: Γαλήνη.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

**

 

 

Ο σύρτης

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Ο σύρτης

Είναι ένα παλιό κείμενο του Κώστα Μαυρουδή, πρωτοδημοσιευμένο το 1996 στο ένθετο «Επτά Ημέρες» της Καθημερινής, που αναφέρεται στο ναυάγιο της «Έλλης» στην Τήνο. Σ’ αυτό το κείμενο, ο Μαυρουδής περιγράφει τις εργασίες ανέλκυσης του βυθισμένου πλοίου, οι οποίες άρχισαν το 1955. Μου εντυπώθηκε το εξής: ότι πολλοί από τους κατοίκους τού νησιού είχαν κρατήσει για ενθύμιο, κρυφά, ένα μικρό κομμάτι του. Ο Μαυρουδής, μάλιστα, περιγράφει και το πώς έφτασε στα χέρια τού οκτάχρονου, τότε, εαυτού του ένα τέτοιο αντικείμενο:

«Λίγο καιρό αργότερα, φθάνοντας στο ίδιο σημείο με το καλάμι μου, έχοντας σκοπό να ψαρέψω στα μεγάλα βράχια του κυματοθραύστη, πρόσεξα κάποιον γνωστό που απομακρυνόταν από τους σωρούς των μετάλλων, έχοντας πάρει μαζί του ένα κυλινδρικό όργανο του πλοίου, δεν κατάλαβα τι. Φοβήθηκε – ως φαίνεται. Για να εξασφαλίσει την εχεμύθειά μου με φώναξε, και βγάζοντας μια χοντρή μπρούτζινη βίδα από την τσέπη του μου τη χάρισε, λέγοντάς μου: “Κανείς δεν έχει τέτοια βίδα απ’ την Έλλη. Να τη γυαλίσεις”. Κατάφερε να εξασφαλίσει σαράντα χρόνια απόλυτης σιωπής: 1956-1996».

Το καλοκαίρι που βρέθηκα στην Τήνο, άνοιξα το θέμα σε μια συζήτηση με ντόπιους φίλους, μήπως μάθαινα κάτι παραπάνω – και, όντως, κάτι έμαθα. Ένας απ’ αυτούς με οδήγησε σ’ ένα μικρό οικόπεδο λίγο έξω από τη Χώρα. Πάνω στη φτενή ξύλινη πόρτα τής μάντρας τού οικοπέδου ήταν καρφωμένος ένας βαρύς μεταλλικός σύρτης. Ήταν της «Έλλης».

Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό ν’ ανοιγοκλείσω μερικές φορές τον σκουριασμένο σύρτη· εδώ κι εβδομήντα χρόνια, κανείς δεν είχε φροντίσει να τον περιποιηθεί και να τον γυαλίσει, όμως εκείνος εξακολουθούσε να κάνει καλά τη δουλειά του. (περισσότερα…)

Εις το όνομα του πατρός

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

~.~

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

Στον Παντελή Μπουκάλα,
για το «Είκοσί» του,
αιώνια νέο.
«Μόνος ο Μελικέρτης σου ο γονιός εκράτει
το κλάμα στην καρδιά και τη λύρα στο χέρι,
κι από τη νήτη σ’ έψαλλεν ώς την υπάτη».
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Από την ύψιστη κορφή του πόνου ετούτου,
όθε τού τάχθηκε να επισκοπεί τη μοίρα,
πανάξια έκρουσε την αγιασμένη λύρα
ο που έζησε και ζει τον θάνατο του γιου του.

Κατάματα αντικρίζοντας το τέλειο μαύρο
–που αγάπες, σώματα και λέξεις καταπίνει
και όλο αλέθει νόες και σπλάχνα μες στη δίνη
του μηδενός– και αντιπαλεύοντας τον ταύρο
του τίποτα –θεότυφλο, υιοβόρο τέρας,
που γκρέμιζε τα πάντα γύρω του κι εντός του
κι οι οπλές του σκάβαν βάραθρα εμπρός του–
γιος του χαμού ξαναγεννιόταν ο πατέρας.

Το φωτεινότερο άστρο έχει κιόλας σβήσει.
Χωρίς τα χρόνια του, τα χρόνια άδειοι αιώνες,
ψυχρά διαστήματα και μαύροι παγετώνες…
Μόνος θεός ο Θάνατος και νέκρα η φύση.
Μέσα και γύρω του κοιτά. Τι έχει απομείνει;
Η φαρμακεύτρα και φαρμακωμένη πλάση,
ο κόσμος που απ’ τον κόσμο όλον έχει αδειάσει
και πόνου άφραστου το άσβεστο καμίνι.

Κι ο Άλλος, ο Επουράνιος τάχαμου Πατέρας,
Αυτός που θέλησε τον θάνατο του γιου Του
και μες στο θέλημα του νου και του ματιού Του
το θόλωμα, δρεπανηφόρος πνέει αγέρας,
ξεσπώντας άθλια την πανάδικη οργή Του,
ο Αρχιφονιάς που όλα τα πάντα θανατώνει,
ο Αρχιεγώς που τον εαυτό Του αποθεώνει,
βάζει ξεδιάντροπα να λεν για τη στοργή Του…
Ο Λόγος… που φωνή, λαλιά, μιλιά δεν έχει,
Εκείνος που ό,τι κι αν συμβεί μόνο σωπαίνει,
ο πανταχού απών στη σύμπασα οικουμένη
τον εαυτό Του, αλήθεια, ακόμα πώς αντέχει;

Κι ο πήλινος τον Επουράνιο Πατέρα
–φορές πολλές έχοντας πρώτα συγχωρέσει
Αυτόν που απ’ τη θειότητά Του έχει εκπέσει–,
του Αυγούστου εκείνου τη Δεκάτη Έκτη μέρα,
τα μάτια κλείνοντας, ευθύς καταδικάζει.

Μα στη θηλιά του μηδενός που έτσι τον σφίγγει,
και τον λυγμό και τη βρισιά μες στο λαρύγγι
τα πνίγει ο λεξιμάγος αίφνης και τ’ αλλάζει…
Παίρνει τη φτώχεια, την ορφάνια και τη γύμνια
και με τη σπλαχνοβόρα μνήμη παραστάτη
και τ’ άγρυπνο κι ολόφωτο του πόνου μάτι
σε μέλος μεταλλάσσει πένθος και βλαστήμια.
Για το ελάχιστο «μαζί», το αιώνιο «χώρια»,
έτσι τον Άδικο ο δίκαιος τον ντροπιάζει
και στη μορφή του αδικοθάνατου αγκαλιάζει
τ’ αδικοσκοτωμένα όλου του κόσμου αγόρια.

Πιάνει γραφή για να ξεγράψει το γραμμένο
κι απ’ τους αιώνες τη θανάσιμη τη μέρα,
μ’ ακούει τον Ίσκιο να μιλά, να λέει «Πατέρα,
σ’ όλα τα σύμπαντα εσύ ζεις κι εγώ πεθαίνω…»

Φωνή ορειχάλκινη, μαζί λυγμός και βρόντος.
Τον ήδη ζωντανό νεκρό ξανασκοτώνει
με θάνατο αργό, χωρίς να τον τελειώνει,
η ανεκρίζωτη ενοχή του επιζώντος.
Για μια στιγμή – κάνει ν’ αφήσει το κοντύλι
και ν’ αφεθεί στο κοσμικό για πάντα ψύχος. (περισσότερα…)

Francisco Torres Córdova, Τρεις λέξεις και ο Καβάφης

Μετάφραση Βάσω Χρηστάκου

~.~

Από την ευθραυστότητα του αέρα στους πνεύμονες, ύλη του λόγου, στη λειότητα και τη δύναμη της πέτρας και του μάρμαρου, την αρχοντιά του πηλού και τη ζεστασιά του ξύλου, μακρύς και πειθήνιος ο πάπυρος, οι πλάκες του σχιστόλιθου, το κερί, ο γύψος, οι ψηλές και ακριβείς γραμμές πλεγμένες με τον χρόνο, το ελληνικό αλφάβητο μας φτάνει και από εκείνη τη μακρινή απόσταση κάτι μας καλεί: στις γραμμές του αντηχεί η ελληνική λαλιά. Συμπυκνωμένη εκείνη η απόσταση αιώνων και ταυτόχρονα η εγγύτητά της.

Έρχεται από μακριά. Και στο διάβα των χρόνων, πάνω από τρεις χιλιάδες, σπιθαμή σπιθαμή, γραμμή γραμμή, συλλαβή συλλαβή γέμισε τον κόσμο της και την απόστασή της. Ο Γιώργος Σεφέρης το σκέφτεται έτσι:

«Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι.».

Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα εκπληκτικό συνεχές που περιλαμβάνει ξένους και δικούς∙ ή που, ακριβώς για τούτο, προβάλλει τους δικούς και προσεγγίζει τους ξένους, ανάμεσά τους κλασσικούς και μοντέρνους ελληνιστές που υπήρξαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν στην ιστορία. Ο Τζωρτζ Στάινερ, που γνωρίζει όσο λίγοι αυτά τα θέματα, τοποθετεί τα ελληνικά ανάμεσα στις γλώσσες με ιδιαίτερη ευφυΐα, μαζί με τα αρμενικά και τα κινέζικα, που μπορούν να συλλάβουν «με πιο διαρκή τρόπο την πραγματικότητα» και υποστηρίζει:

«Είναι αδιαμφισβήτητο το ιδιαίτερο πνεύμα της ελληνικής αντίληψης [ …] του ανθρώπινου δυναμικού, το γεγονός ότι η δυτική παράδοση δεν γνώρισε ποτέ μετά καμιά διάρθρωση της ζωής τόσο σύνθετη και πλούσια σε εκφραστικά μέσα όσον αφορά την οργάνωση του  αισθητού».

Και αν το να μαθαίνει κανείς μια ξένη γλώσσα είναι αναπόφευκτα μια επιστροφή στα ψελλίσματα της παιδικής ηλικίας, στο να αισθάνεται  πάλι στο στόμα, στο λαιμό και στα χείλη το ελικοειδές σφρίγος της σιωπής που υπόσχεται να αρθρωθεί, που αναβαπτίζει και ανασχηματίζει τον κόσμο με την πνοή της και συνεπώς δίνει νέα προοπτική και σκέψη, αν κάποιος συμφωνεί σε αυτό το υλικό ξάφνιασμα ‒του εγκεφάλου και της ψυχής  γιατί  τότε μόνο ο ρυθμός, η τάξη και το όνομα των πραγμάτων που ηχούν σε εκείνη τη γλώσσα αποκτούν πραγματικό νόημα– και, αν μπορεί κανείς να τη μιλήσει, μια ταυτότητα εμπλουτίζεται και πολλαπλασιάζεται, καταλαμβάνεται ένας άλλος τόπος και ταυτόχρονος στον χώρο, τότε μπορούμε να πούμε ότι πλησιάζοντας τα νέα ελληνικά, πλησιάζει κανείς  και τα  σημάδια, τα ίχνη και το σφρίγος μιας άλλης παιδικής ηλικίας, αρχαιότερης και διαρκούς: εκείνης των πραγμάτων και των ιδεών που κατονομάστηκαν σε εκείνον τον κόσμο που η ελληνική γλώσσα εγκαινίασε, σε εκείνους τους μακρινούς καιρούς, ζωντανούς ακόμα και, χάρη σε εκείνη, και στους δικούς μας. Με την ίδια έννοια, σκεπτόμενος τη γλώσσα του, που για τη γενιά και την ποίησή του ήταν υπόθεση τεράστιας σημασίας, ο Ελύτης καταλήγει:

«Το φαινόμενο της γέννησης στη γλώσσα και τη γραφή της είναι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά πολύ ισχυρότερο από το φαινόμενο του θανάτου. Και από αυτή την άποψη, της ελληνικής γλώσσας, η γέννηση και η διαμόρφωση –για να ξανάρθουμε στο θέμα– με απασχολήσανε πολύ. Όχι μόνο σαν ποιητή που είναι φυσικό μνα πασχίζει να ξυπνήσει τα πράγματα από τη νάρκη τους μέσα στις λέξεις, θέλω να πω, να ξαναφέρει τις λέξεις στην κατάσταση του νεογέννητου‧ αλλά και σαν άνθρωπο που η ευαισθησία του απόχτησε με τα χρόνια την αγωγή της ακοής απέναντι σε ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ηχώ των φαινομένων». (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [1/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Μνήμη Gianfranco Sanguinetti
«Πρέπει να ξέρουμε, φίλε μου, ότι είναι μεγάλο κατόρθωμα να περιφρονούμε αυτό που οι άλλοι θεωρούν σημαντικό μες στην ζωή. Ο πλούτος, για παράδειγμα, οι τιμές, η δόξα, η εξουσία και όλα όσα περιβάλλονται από εξωτερική λάμψη, σαν να πρόκειται για θεατρική παράσταση, δεν θα φαίνονταν ανώτερα αγαθά σε έναν σοφό άνδρα. Αντίθετα, ανώτερη θα ήταν η ίδια η περιφρόνησή τους.»
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, Περί Ύψους
«Θα πρέπει να ξοδεύουμε την περιφρόνησή μας με φειδώ καθότι, στην εποχή μας, είναι τόσοι πολλοί οι αξιοπεριφρόνητοι άνθρωποι.»
ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ
«Αλλά τα κεφάλια δεν έχουν πρωκτό. Ό,τι εισέρχεται στο κουτί τους, δεν ξαναβγαίνει ποτέ.»
M. G. CLÉZIO, Les Géants
Ι.

Πράγα1. Νύχτα. Εσωτερικό. Μπαρ.

Έπειτα από ένα ανησυχητικό στριφογύρισμα μιάμισης ώρας γύρω από την Παλαιά Πόλη της Πράγας, αλλά και εντός της, υπό καταρρακτώδη βροχήν, κατάφερα να βρω μια ήσυχη γωνιά σε τούτην την μυστική πόλη της Παλαιάς Ευρώπης η οποία δεν κατάφερε να μην πέσει και η ίδια θύμα της μουσειοποίησης και του low-cost τουρισμού του συνεχούς διψασμένου αγγλοσαξωνικού, και όχι μόνον, όχλου. Επειδή βρίσκομαι αρκετά βαθιά μέσα στην νύχτα θα αναγγείλω, όπως ένας προσωκρατικός, «Πάντα τὰ σπουδαῖα νυχτὸς μᾶλλον ἐξευρίσκεται».

Για κάποιον περίεργο και ασυνείδητο λόγο, έβαλα στις αποσκευές μου μία από τiς μικρότερες διατριβές όλων των εποχών για ένα τεράστιο ζήτημα. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία γραπτά του μακαρίτη, πλέον, Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι. Απόδοση στην νεοελληνική: Το Μουνάκι χθες και σήμερα. Πιθανώς ο πόθος της ανάγνωσης του έργου, αντί για μια εκ νέου άγνωση του Κάφκα, του Τσάπεκ, του Κραλ ή κάποιας άλλης παραγνωρισμένης ή ξεχασμένης ιδιοφυίας που βγήκε από αυτόν τον τόπο, να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πρωτεύουσα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Αφού παρήγγειλα κάτι ζεστό, έβγαλα από το δισάκι μου το πολυπόθητο έργο και ξεκίνησα όχι την ανάγνωση, αλλά μια ανάγνωση επιβεβαιωτική των διάσπαρτων σκέψεων μου που αποτυπώνονται θέλοντας και μη, εν είδει κατάρας, από την έντονη και μικροσκοπική και εντομολογική παρατήρηση χώρων, τρόπων και συμπεριφορών σε χώρες που η τύχη ή η θέληση με οδηγεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα έναν αυτόματο συγκρητισμό ανάμεσα στην χώρα από όπου κατάγεται η γλώσσα στην οποία γράφω και ανάμεσα σε άλλες που, οφείλω να εκμυστηρευθώ, κάποιες γωνιές τους, έχουν μετατραπεί σε νέες πατρίδες για εμένα. Όμως η περιαυτολογία ταυτίζεται ενίοτε με την ματαιότητα ή και τον ναρκισσισμό, πράγματα τα οποία δεν θέλω να εξασκήσω γραπτώς εδώ.

Ο τίτλος του έργου του Σανγκουινέττι ξαφνιάζει τους συγκαιρινούς μας, τους τόσο βυθισμένους σε έναν κατευθυνόμενο μεταμοντέρνο πουριτανισμό, τουτέστιν στην διαμόρφωση της εικόνας αλλά και της ύπαρξης, ή καλλίτερα του τρόπου της ύπαρξης, ενός ανθρώπου βυθισμένου στην απώλεια παντός είδους ερωτισμού, στην συστηματική και συνεχιζόμενη εξαφάνιση κάθε είδους συναισθήματος που γεννά όχι μόνον η σάρκα αλλά και οι πολλαπλές εκφάνσεις της όταν εκείνη προσωποποιείται από το πνεύμα, (περισσότερα…)

Ο Αττάρ μιλάει στη μούσα του για την ποιητική του σε κήπο του Ισπαχάν

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΡΩΤΗ

1.

Στὸ ποίημα ἐτοῦτο ἀνθίζουν κάτι λέξεις
παρατημένες ποὺ εἴχανε παγώσει
στῆς μνήμης το κελάρι. Μὰ ἦταν τόση
ἡ μέσα θέρμη τους νὰν τὶς διαλέξεις

ὡς σπόρο ἐσὺ καὶ νὰ τὶς ρίξεις σ’ ἕνα
παρτέρι μὲ ἄλλα ἄνθη τοῦ στόματός σου,
ποὺ ἐβλάστησαν σὰν ἄλλος ἑαυτός σου
μὲ ὅλα τῆς φαντασίας τὰ πλεγμένα

ἰαμβεῖα καὶ τὶς αἰώνιες προσηλώσεις
τῶν ποιητῶν. Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο
λαλοῦν τὰ ρήματά μου, Ρίτα. Οἱ γνώσεις

βλασταίνουν καὶ μὲ βάζουν νὰ προείπω
τὶς σκέψεις σου σὰν μεταφράσεις ρόδων
ἢ σὰν σονέτα λυρικῶν ἐφόδων.

2.

Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο, Ρίτα, οἱ κρίνοι,
τὰ ρόδα καὶ οἱ βιολέτες ζοῦν καὶ ἀρθρώνουν
ἀγάπης πνεύματα καὶ στελεχώνουν
εἱρμοὺς ποιητικοὺς ποὺ μὲ τὰ σμήνη

τῶν ἤχων φεύγουν καὶ πετοῦν σὲ σφαῖρες
τῶν λόγων ἄρρητες, κι ἂς τὶς θαυμάζεις —
θαυμάζεις μόνο αὐτὸ ποὺ δοκιμάζεις
στὸ ἀφτί. Τοῦ νοῦ οἱ ἕλικες μὲς στοὺς αἰθέρες

τυλίγονται εὐθυβόλων ἀρωμάτων,
ἀσπαίρουν καὶ ἐκτινάσσονται σὰν νά ’ναι
νερὰ πιδάκων καὶ ἁρμυρῶν κυμάτων

σελαγισμοί. Κι ἐκεῖ, καθὼς ξεσπᾶνε
οἱ λυρικοὶ ρυθμοί, ἔρχεσαι ἐσὺ πάλι
καὶ ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι.

3.

Ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι
καὶ μοῦ ζυμώνεις τοὺς ρυθμοὺς μὲ στίχους
παλιοὺς ποὺ σώζονται ὑγιεῖς στοὺς ἤχους
τοῦ παραδείσου ἐντός σου, Ρίτα. Ἡ ζάλη

τῶν ἀρωμάτων ἀπὸ τὴ λαλιά σου
εὐεργετεῖ τὶς ρίμες, τὶς εἰκόνες,
τῆς λύρας μου τὴ γλώσσα. Σὰν σηκώνεσ’
ὀρθόπλωρη, μὲς στὴν κορμοστασιά σου

συνεδριάζουν τὰ πουλιὰ τοῦ μύθου
ποὺ ἐτόνισα παλιὰ μ’ ἐξαίσιες λέξεις,
ἀπ’ τὰ φιλιά σου λεία. Ὅ,τι ἐσὺ ἐπιλέξεις

πάντα ἔχει ἀξία πολυτίμου λίθου
στὰ ποιήματά μου πού ’ναι καὶ δικά σου
σὰν να ’χουν χαραχτεῖ ἀπ’ τὰ δάχτυλά σου.

4.

Ἄν, ὅπως μοῦ ’γραψες πρὶν λίγες μέρες
εἶναι ὄντως μαγικοὶ τοῦ ποιητῆ σου
οἱ στίχοι, τοῦτο μόνο συλλογίσου·
μὴν ἔστειλες ἐσὺ μὲ τοὺς ἀγέρες

τὰ λυρικὰ μηνύματα στὰ κέντρα
τοῦ νοῦ του καὶ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του,
κι ἔτσι ἐγγυήθηκες τοῦ ἀναποδράστου
ἀποτελέσματος τὸν κῆπο. Δέντρα

καὶ πίδακες μὲ μουσικὲς ἐκκρίσεις
νὰ κρέμονται στὰ θεσπέσια χάη
τῆς φαντασίας καὶ νὰ μοῦ μηνάει

τῆς γλώσσας σου ἡ ἰσχὺς τὶς ἐφορμήσεις
τῶν νοητῶν στὰ φάσματα τοῦ ἀοράτου
μὲ μύθους καὶ ἦθος καιομένης βάτου.

5.

Τοῦ νοῦ τὰ κέντρα, τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα
φιλοξενοῦν τὰ ρόδα ἀπὸ τοὺς κήπους
ποὺ περπατᾶμε, Ρίτα, ὡς ὑποτύπους
δροσιᾶς ποὺ ζωογονεῖ τὴν ξεραΐλα

τῆς σήμερον ἡμέρας. Σιντριβάνια
οἱ μίσχοι τους τινάζουν τὰ νερά τους
στὰ δάχτυλά σου· ἀρδεύουν μὲ ἀθεάτους
σεισμοὺς τὴν τρυφερή τους ἐπιφάνεια,

νὰ γίνουν τ’ ἀκρωτήρϊά τους ζῶνες
ὑποδοχῆς κάτι ἥμερων λεόντων —
ναί, σ’ τό ’χω ξαναπεῖ. Τῶν ὄντως ὄντων

ἐκρήξεις στελεχώνουν τοὺς αἰῶνες.
Γυμνὰ στὶς χλόες πᾶν τὰ πέλματά σου
κι εἶν’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου.

6.

Μὲ τ’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου
κερδίζεται ὁ ρυθμὸς ποὺ σὲ ἀνεβάζει
στὰ ὑψίκρημνα τοῦ λόγου. Τὸ τοπάζι
ἰσορροπεῖ στὸ βάθος τῆς ματιᾶς σου

μὲ συλλαβὲς καὶ ρίμες πανσελήνου.
Τοῦ στίχου αὐτοῦ τὸ ρῆμα σ’ τὸ χαρίζω,
καὶ σοῦ χαράζω σὲ γρανίτη γκρίζο
ὀνόματα ποὺ θ’ ἀπηχοῦν ἐκείνου

τοῦ κάλλους σου τὴ ρύμη ποὺ εἰκονίσεις
διανοημάτων θὰ σκορπᾶ στὸν νοῦ σου
καλώντας σε ἀφειδῶς τοῦ ἀληθινοῦ μου

ἑαυτοῦ σταφύλια νά ’ρθεις νὰ τρυγήσεις.
Σὲ λυρικοὺς ἀσκοὺς φυλᾶς τὸν οἶνο
ποὺ ἐγὼ μὲ τὰ φιλιά σου πίνω.

7.

Θυμίσου τί εἶχα γράψει: Τὴν πνοή σου
νὰ τὴ ρυθμίζεις —δροσερή!— ὅπως τὰ ἄνθη
αὐτοῦ τοῦ κήπου. Καὶ τὸ νερατζάνθι
παράδειγμά σου κάν’ το στὴ ζωή σου:

γλυκόξινη ἔχει μοίρα, καὶ εἶναι χάδι
κρυφό, λυσιμελὲς τὸ νόημά του,
διαλεκτικὸ ἀποτύπωμα καμάτου
καὶ ρύμης, στὰ κατσάβραχα πετράδι,

πολύτιμη παλάμη σὰν ἀμπέλι,
βροχὴ ἀσπασμών ψιχαλιστὴ στὸ σκότος
σὰν τρύγος τῆς χαρᾶς, εὐρὺς σὰν Νότος

ποὺ βρίσκει τὸν Βορρᾶ σὲ μιὰ νεφέλη
μὲ τὸ Ἰσπαχάν της, καὶ τοὺς περιπάτους
τῶν δροσερῶν μας ρόδων ἀθανάτους.

*

**

 

Από την Αθλιάδα του Βρομήρου (απόσπασμα αιμοσταγές και αρειμάνιο)

Γελοιογραφία από το Grok

*

Έτσι τους απειλούσε ο άθλιος Πούτης.
Όπου μεμιάς πετάχτηκαν εννέα
πάνω γενναία παλληκάρια του Άρη
έτοιμα το κεφάλι να του σπάσουν.
Πρώτος ο Μέρτσης, ο άναξ Φρειδερίκος,
που της Τζερμάνιας έτρεχε το κράτος
κι ήταν της ΜπλακΡοκ άξιος βαστάζος
κι είχε κακοπεράσει απ’ την Αγγέλα.
Μετά ο Μακρόνης, της Μπριζίτ το τέκνο,
άνδρας θεόρατος, δυόμισι πήχες,
που όταν βρουχιόταν τρίζανε τα τζάμια
και οι πορσελάνες των Σεβρών στο Λούβρο.
Οι δυο γιγάντισσες ήρθαν κατόπιν,
η Ούρσουλα η αψίκορη κι η Κάγια
η ρωσσοπνίχτρα η γαύρη· σαν εκείνη
δεν βρίσκετο σ’ όλη την Ασθενία
άλλη στη φρονιμάδα και στη γνώση.
Κι απόκοντα, τις δυο τις Αμαζόνες
ακολουθούσαν δυο τρανά ζαγάρια,
ο αιματοπότης ο Ζελένσκης πρώτος
της Ουκρανιάς ο ευεργέτης κράλης
που ήτανε μπιστικός του Πατριάρχη
και τον πολυαγαπούσαν όλοι οι νάτσοι.
Και, πάνω απ’ όλους, το παιδί τση Κρήτης,
ο Μητσωτός ο ισόθεος ο Κυριάκος·
δεν είχε αυτός το ταίρι του στη μάχη
κι έριχνε μύγα κάτω με σφεντόνα
απ’ τους δυο πόντους, αν είχε ψοφήσει.
Κι άλλοι πολλοί, ο λιόντας της Μπριτάνιας,
που τ’ όνομά του τώρα δα ξεχνάω
–μου το θυμίζεις σαν αδειάσεις, Μούσα–
κι ο Στούμπης ο βαρύμαγκας του Ελσίνκι,
κι ο ατρόμητος ο σεκρετέρ του ΝΑΤΟ,
ο Ρούττης ο ένδοξος κοντραρομάχος.
Κι απ’ τους Ρουμάνους κι απ’ τους Δανιμάρκους,
κι από τους Πολωνούς κι από τους Βάλτους
κι από τους βούρκους κι απ’ τους βόθρους κι άλλοι
βγήκαν καμπόσοι ακόμη πολεμάρχοι
συμπούρμπουλοι, μπαρουτοκαπνισμένοι.
Κι όλοι τους με τον μοχθηρό Μεντβέντη,
του Πούτη τον βροντόλαλο προλάτη,
θέλαν να παραβγούν σώμα με σώμα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

*

**

Γιατί βρίζουν τόσο τις Σκιαδαρέσες; Επεξηγώντας ένα μουσικό φαινόμενο

Η φωτογραφία από τη σελίδα των καλλιτέχνιδων στο fb

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Παρουσιάζει συχνά ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον για τον ερευνητή να παρατηρεί και να περιγράφει καταστάσεις και φαινόμενα όχι τόσο από τη βολική χρονική απόσταση του μέλλοντος, αλλά ακριβώς τη στιγμή εκείνη που εξελίσσονται, σχηματοποιούνται και διαμορφώνονται. Μια τέτοια προοπτική, δεδομένης της αδιαμόρφωτης ακόμα κατάστασης και της μη γνώσης του πού η μπίλια θα κάτσει (αν «κάθεται» εντέλει και ποτέ κάπου οριστικά) επιτρέπει στον εκάστοτε μελετητή, όταν το εκάστοτε εφήμερο πρόταγμα δεν του θολώνει την κρίση και τη ματιά, να προβεί σε προβλέψεις για τη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες στη μακροχρονία μπορεί να καταστούν ακόμα και εντελώς άστοχες και αδικαίωτες, αλλά θα προέρχονται σε κάθε περίπτωση από τα δεδομένα  που έχει ενώπιόν του.

Έχοντας το παραπάνω αξίωμα ως βάση, θα προσπαθήσουμε να επεξηγήσουμε ένα εγχώριο μουσικό και κοινωνικό φαινόμενο των τελευταίων ετών ως προς το girl band που διχάζει και πολώνει και το οποίο γνωρίζει τεράστια απήχηση σε ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας, ιδιαίτερα εκείνης που βρίσκεται στη λεγόμενη «πρώτη νιότη» και δεν έχει συμπληρώσει ακόμα το 30ό έτος της ηλικίας της. Γιατί, λοιπόν, από σχεδόν όλους τους καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται σήμερα στο πεδίο της μουσικής και του τραγουδιού, ακόμα και από τους trappers εκείνους που κάνουν καριέρα πάνω σε τραγούδια που μιλούν ανοιχτά και απροκάλυπτα για όπλα, ναρκωτικά και σωματεμπορία, οι «Σκιαδαρέσες» (γκρουπ που αποτελείται από τις δίδυμες αδελφές Νίκη και Όλγα και τραγουδά κατά βάση για θέματα ερωτικά και υπαρξιακά) είναι αυτές που έχουν δεχτεί αθροιστικά δυσανάλογα πολλές περισσότερες διαδικτυακές επιθέσεις, χλευασμό και υποτίμηση; Περιγράφοντας ορισμένους λόγους που κατά την κρίση μας επεξηγούν το φαινόμενο, θα προβούμε, παράλληλα, και σε μια αντικειμενική και ουδέτερη σκιαγράφηση του ως τώρα έργου και της πορείας τους, προσπαθώντας να αφήσουμε στην άκρη το γεγονός πως και ο αρθρογράφος ανήκει στους θαυμαστές του συγκεκριμένου μουσικού σχήματος, καθώς θεωρεί πως έχει κομίσει κάτι το ιδιαίτερα φρέσκο και ελπιδοφόρα καινοτόμο στη βαλτωμένη επικράτεια του λεγόμενου «έντεχνου» τραγουδιού (παρόλο που είμαστε βέβαιοι πως οι καλλιτέχνιδες δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν ως εκπρόσωποί του).

Αν προσπαθούσαμε, επομένως, να επεξηγήσουμε το γιατί οι Σκιαδαρέσες δέχονται τόσο έντονες και επίμονες μέσα στα χρόνια επιθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα, θα καταλήγαμε μάλλον στους ακόλουθους λόγους:

–> Γιατί θεωρούνται ένα ποπ φαινόμενο του διαδικτύου

Οι Σκιαδαρέσες βρέθηκαν από τα πρώτα τους βήματα εκτεθειμένες στα κάθε λογής σχόλια, μιας και αναδείχθηκαν και δόμησαν το ύφος και την ταυτότητά τους από την αποκλειστική ανάρτηση των τραγουδιών τους στον χώρο του διαδικτύου, έτσι ώστε σήμερα να έχουν θεωρηθεί ως ένα ακόμα «ποπ φαινόμενο», το οποίο εκείνο γέννησε κατά την περίοδο του covid. Κάνοντας τα πρώτα τους μουσικά βήματα σε μια εποχή καθολικής κατάρρευσης της δισκογραφίας, επέλεξαν απλά να την αγνοήσουν (μέχρι σήμερα δεν έχουν κυκλοφορήσει ούτε ένα cd ούτε καν κάποιο συλλεκτικό βινύλιο) και αντ’ αυτής να εστιάσουν απόλυτα την προσοχή τους στον κυβερνοχώρο, με low-budget ηχογραφήσεις και ανάρτηση των τραγουδιών τους στις κοινωνικές και μουσικές πλατφόρμες, με επιμερισμό τους ανά σελίδα (άλλα εξ αυτών στο YouTube, άλλα στο Spotify που στις νεότερες ηλικίες έχει υποκαταστήσει το πρώτο, άλλα μονάχα συναυλιακά, ορισμένα απευθείας στα κοινωνικά δίκτυα), με διαφορετικές και αυτόνομες αναρτήσεις στο καθένα από τα τελευταία, με παράλληλο vlogging, με βίντεο καθημερινής ζωής δίχως ωραιοποιήσεις, με ατομική αλληλεπίδραση με μεμονωμένους θαυμαστές και θαυμάστριες, αλλά και με μια γενικευμένη αίσθηση αυθεντικότητας και αδιαμεσολάβητης επαφής (εν μέρει αληθινής εν μέρει τμήματος της περσόνας τους), η οποία διατηρείται στο ακέραιο μέχρι και σήμερα που θεωρούνται πλέον πλήρως «καθιερωμένες». Τα ξένα παραδείγματα αυτού του είδους είναι πολλά και χαρακτηριστικά, με την ελληνική περίπτωση μονάχα του ατυχούς Παντελή Παντελίδη (σε ένα τελείως διαφορετικό, βέβαια, μουσικό ελαφρολαϊκό είδος και «μαζικό» κοινό) να ξεχωρίζει ως προς το διαδικτυακό της ξεκίνημα, αλλά κι εκείνον πολύ σύντομα να απορροφάται από την κανονικοποίηση του δισκογραφικού χώρου. Οι Σκιαδαρέσες, αντιθέτως, επιμένουν συνειδητά στο alternative και στη σάτιρα του μέινστρημ, ακόμα κι όταν αξιοποιούν και οικειοποιούνται επιδεικτικά όλα τα όπλα και τα μοτίβα του, ως μια οργανικά ενταγμένη αντίρρησή του. Με το αρχικό τους μουσικό ύφος («Στο Ναύπλιο», «Καραόκε πάρτυ») να θυμίζει αρκετά το καθιερωμένο «έντεχνο» της περασμένης δεκαετίας, όπως εκείνο σχηματοποιήθηκε από ερμηνεύτριες όπως τη Νατάσα Μποφίλιου, στην πορεία εξελίσσονται και βρίσκουν τη δική τους αυτόνομη μουσική ταυτότητα, συνενώνοντας στοιχεία της ποπ και της ροκ, indie επιρροές, πολυφωνικά μοτίβα και ηλεκτρονικές πινελιές που δένουν, όλως παραδόξως, απολύτως οργανικά κι επιτυχημένα. Το διαδίκτυο αποτέλεσε μονάχα την αφορμή, ώστε να ανάψει η πρώτη σπίθα και αυτή να διαχυθεί ύστερα από τους διαύλους του προς όλες τις κατευθύνσεις. (περισσότερα…)

Amanti di Valdaro

Ξανθό ρυάκι μες στις γρίλιες οι ηλιαχτίδες,
σαν μυστική κι απαραβίαστη ραστώνη·
αχλύς ονείρου, μεταξένιες αντηρίδες,
μια σοροκάδα σε λευκό λινό σεντόνι.

Ερωτευμένοι και περίκλειστοι αστέρες,
της ηδυπάθειας λαμνοκόποι στ’ ανοιχτά·
κορμιά-σεντούκια σε πειρατικές γαλέρες,
φιλιά πληθωρικά και μίνιμαλ, πνιχτά.

Ξάφνου μερμήδισε ένα τίναγμα στο χώμα
και μια σκαπάνη τούς μιλά σε γλώσσα ξένη.
Μ’ αυτοί φιλιούνται απερίσπαστοι ακόμα!
Των εραστών δυο σκελετοί αγκαλιασμένοι.

ΜΑΡΙΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Οι «Εραστές του Βαλντάρο» («Amanti di Valdaro»), είναι ένα ζεύγος ανθρώπινων σκελετών ηλικίας περίπου 6.000 ετών. Ανακαλύφθηκαν από αρχαιολόγους σε νεολιθικό τάφο στο Σαν Τζόρτζιο κοντά στη Μάντοβα της Ιταλίας, το 2007. Οι δύο άνθρωποι βρέθηκαν θαμμένοι αντικριστά, με τα χέρια τους περασμένα ο ένας γύρω από τον άλλον, σε στάση που θυμίζει ερωτική αγκαλιά.

*

*

*

 

Εξομολογήσεις ενός επίδοξου συγγραφέα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

*

Για τα κίνητρα της εξομολόγησης έχουν γραφτεί διάφορα. Ενοχή, ματαιοδοξία, ανάγκη ανακούφισης ή λύτρωσης. Μπορεί και άλλα βαθύτερα, κρυφά, ανομολόγητα, αθώα ή νοσηρά. Όλα είναι πιθανά. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για κάθε είδους εξομολόγηση ενδέχεται να ισχύει η κλασική προειδοποίηση των αστυνομικών όταν συλλαμβάνουν κάποιον ύποπτο: Έχεις δικαίωμα στη σιωπή. Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου.

///

Άρχισα να γράφω στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου. Υπολογίζω ότι μέχρι σήμερα έχω γράψει πάνω από 30 χιλιάδες σελίδες – διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ημερολόγια. Όπως και τόσοι άλλοι, πίστευα κι εγώ ότι όλα στη ζωή θα μπορούσαν – και θα έπρεπε – να γίνουν κείμενα, ιστορίες, βιβλία. Τι ανοησία. Και τι ματαιοδοξία. Το 95% όσων έγραψα το θεώρησα (και ήταν) άχρηστο και ανούσιο. Λογοδιάρροια και σαχλαμάρες. Το διέγραψα κάνοντας κάθε τόσο μεγάλες εκκαθαρίσεις στους φακέλους μου, έγχαρτους και ηλεκτρονικούς. Από το υπόλοιπο 5% πίστευα ότι κάτι θα μπορούσε να βγει. Προσπάθησα να το δημοσιεύσω. Έστειλα έξι εφτά διαφορετικές εκδοτικές προτάσεις σε ένα διάστημα δεκαπέντε ετών. Όλες οι απαντήσεις ήταν απορριπτικές, άλλες ευγενικές και άλλες ξερές και τυπικές. Κάποιοι δεν απάντησαν καν. Ήταν τα κείμενά μου αποτυχημένα λογοτεχνικά ή δεν πληρούσαν τα κυρίαρχα κριτήρια της ευπώλητης λογοτεχνίας; Δεν το έμαθα ποτέ – εκτός από μια περίπτωση που περιγράφω παρακάτω. Τα μόνα που κατάφερα να εκδώσω ήταν μια συλλογή διηγημάτων από έναν μικρό εκδοτικό οίκο και μια συλλογή δοκιμίων και αφηγήσεων για την εποχή του κόβιντ (ιδιωτική έκδοση). Α, και μερικά διηγήματα σε συλλογικούς τόμους.

///

Το πιο δύσκολο πράγμα για έναν άνθρωπο –και ειδικά για έναν άνδρα– είναι να παραδεχτεί τα λάθη και τις ήττες του. Και για έναν συγγραφέα να παραδεχτεί τις ανεπάρκειες και τις αποτυχίες του.

///

Σε μια συνέντευξή του στο The Paris Review, το 1956, ο Γουίλιαμ Φώκνερ είπε: «Δεν είναι απαραίτητο ο συγγραφέας να έχει οικονομική άνεση. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα μολύβι και λίγο χαρτί… Αν δεν είναι εξαιρετικός, κοροϊδεύει τον εαυτό του λέγοντας πως δεν έχει αρκετό χρόνο ή οικονομική άνεση. Η καλή τέχνη μπορεί να προκύψει από κλέφτες, λαθρεμπόρους ή από ανθρώπους που φροντίζουν άλογα… Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει έναν καλό συγγραφέα. Μόνο ο θάνατος». Για πολύ καιρό γυρόφερνα τα λόγια του στο μυαλό μου. Στην αρχή τα έβρισκα υπερβολικά, απόλυτα. Στο τέλος παραδέχτηκα πως είχε δίκιο. Παραδέχτηκα επίσης ότι δεν θα γινόμουν ποτέ εξαιρετικός συγγραφέας μυθιστορημάτων. Διαπίστωσα ότι με τις μεγάλες αφηγηματικές δομές είχα πρόβλημα. Έχανα τον έλεγχο της μορφής και της ιστορίας. Κατά καιρούς ξεγελούσα τον εαυτό μου λέγοντας ότι από τη φύση τους η γλώσσα και η γραφή είναι ατελείς και ανίκανες να δημιουργήσουν ολοκληρωμένες και ιδανικές μορφές. Αλλά κατά βάθος αυτά ήταν δικαιολογίες. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν άξιζε τον κόπο: το κόστος σε χρόνο και ψυχική καταπόνηση ήταν μεγάλο. Αρκέστηκα, λοιπόν, σε κάθε λογής μικρές φόρμες, ταιριαστές με τις γενικότερες συνθήκες της ζωής μου, ελπίζοντας πως έτσι θα μπορούσα να γράψω μερικές αράδες της προκοπής.

///

Το παιδικό μου δωμάτιο ήταν δύο επί δύο. Το μοιραζόμουν με τον αδελφό μου. Ανάμεσα στα κρεβάτια ήταν ένα μικρό ετοιμόρροπο τραπέζι. Εκεί καθόμουν και διάβαζα. Εκεί άρχισα να γράφω. Τον χειμώνα λόγω κρύου έριχνα πάνω μου μια κουβέρτα και σχεδόν κουκουλωμένος διάβαζα και έγραφα. Νομίζω ότι από τότε τίποτα δεν έχει αλλάξει μέσα μου. Ο πυρήνας μου έχει παραμείνει ίδιος. Την ώρα του θανάτου μου θα πέθανω μαζί με κείνο το παιδί που καθόταν σκυμένο πάνω από το τραπεζάκι διαβάζοντας και γράφοντας, απορημένο διαρκώς για την ύπαρξή του.

///

Δεν ξέρω για άλλους αλλά για μένα η φτώχεια, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, δεν ήταν πηγή δυστυχίας. Υπήρξα τυχερός: γνώρισα και αγάπησα από νωρίς τα βιβλία. Θα ήταν γενικό και αφηρημένο αν έλεγα ότι το διάβασμα με έκανε ευτυχισμένο. Αυτό που μου έδωσε ήταν κάτι πιο σημαντικό: υπήρξαν βιβλία που μου αποκάλυψαν πολύ νωρίς την αλήθεια της ζωής, δηλαδή τον παραλογισμό και τη ματαιότητά της, και με βοήθησαν να τοποθετώ τα γεγονότα στις σωστές τους διαστάσεις. Ήδη από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια είχα αρχίσει να αποκτώ την απαραίτητη διαύγεια. Την ίδια περίπου εποχή, με τα πρώτα γραψίματα, άρχισα να συμπληρώνω τη διαύγεια με την απάθεια – αργότερα βρήκα σε διάφορα διαβάσματα ότι αυτό που είχα αρχίσει να οικοδομώ εσωτερικά ήταν πολύ κοντά στον πυρήνα της στωϊκής φιλοσοφίας.

///

Η φτώχεια με καθόρισε, ηθικά και λογοτεχνικά. Δεν ξέρω αν θα είχα ασχοληθεί με το γράψιμο αν είχα κληρονομήσει μια άνετη οικονομική κατάσταση. Οι φτωχοί γράφουν συνήθως από ανάγκη, οι πλούσιοι συνήθως από ανία.

///

Κατά καιρούς έγραφα γιατί δεν είχα και δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Βρισκόμουν σε τέτοια οικονομική στενότητα που δεν μπορούσα να πάω ούτε για καφέ.

///

Στην αρχή προσπάθησα να αντιγράψω το στυλ του Καμύ, μετά το στυλ του Σιοράν. Αργότερα ανακάλυψα τον Παπαγιώργη, τον Ονέτι και τον Ίμρε Κέρτες. Προσπάθησα να ενσωματώσω στα γραψίματά μου και δικά τους στοιχεία. Τελικά έφτασα να γράφω με έναν τρόπο που ίσως είναι συνισταμένη πολλων αγαπημένων συγγραφέων, ίσως και κανενός. Σε γενικές γραμμές προσπαθώ να γράφω απλά. Πιστεύω ότι η βαθύτητα δεν έχει σχέση με την πολυπλοκότητα. Πιστεύω ότι η όποια αλήθεια μπορεί να αποδοθεί με απλά εκφραστικά μέσα. (περισσότερα…)

Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει. (περισσότερα…)