Yves Bonnefoy, Ανάγνωσε το βιβλίο!

*

Ο κήπος ήταν γεμάτος πορτοκαλιές, η γαλάζια σκιά, πουλιά που τιτιβίζανε στα κλαριά. Το μεγάλο καράβι, με όλα τα φώτα του αναμμένα, προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπηλές όχθες. Τι είναι το χρώμα, αναρωτήθηκε εκείνος που έσπρωξε τη χαμηλή μικρή πόρτα, που τη θρυμμάτιζε το δάσος και που συνέχιζε με κηλίδες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση βροχή. Ίσως είναι το σημάδι που μας δείχνει ο Θεός μέσω του κόσμου, καθότι από αυτό το πράσινο σε αυτό το γαλάζιο ή σε αυτήν την ώχρα την ολίγον τι κόκκινη, εν τέλει είναι σαν μία φράση δίχως νόημα, και ποιός άλλος σιγεί, όπως αυτός; Το καράβι είχε σταματήσει, άρχισαν να φαίνονται τώρα όλα αυτά τα άτομα που πηγαινοερχόντουσαν σε μία από τις γέφυρες, σκοτεινές σιλουέτες πάνω από μικρές φλόγες, μέσα στους καπνούς. Αλλά ο κόσμος δεν έχει χρώματα, όπως τόσο αφελώς πιστεύουμε, λέγει ακόμη, μόνον το χρώμα είναι, μόνο, και οι σκιές του, μέρη ή πράγματα, δεν είναι παρά ο τρόπος που έχει να ανοίγεται στον εαυτό του, να ανησυχεί για τον εαυτό του, να αναζητεί την ακτή. Η νύχτα πέφτει, η ημέρα ξημερώνει, αλλά υπάρχει πάντα το ίδιο γαλάζιο, καμμία φορά γκρι, ή το ίδιο κόκκινο μέσω τόσων ωρών, έτσι δεν είναι; Και όσο για τις λέξεις! – Ήδη, κατεβαίνοντας από το πλοίο, παιδιά, πληθώρα παιδιών που τρέχανε με όλους τους τρόπους, γελώντας, έπειτα μία γηραιά γυναίκα, το κεφάλι περικυκλωμένο από φλόγες, μετά ένας γέρος στο μπράτσο ενός νεαρού, ντυμένου στα λευκά. Και πόσοι άλλοι ακόμη! Αλλά ήδη αυτός, εκείνος ο ερχόμενος άλλος, δεν κοίταζε πια, εκείνος που σκεπτικός προχωρούσε στον κήπο των πορτοκαλεόδεντρων, πάνω στην άμμο.

Όσο για τις λέξεις! Ποιος υποκρίθηκε ότι δεν είναι πράγματα μιας ατελούς ανάμνησης, εξ αιτίας των ήχων τους –των χρωμάτων τους– που αύξαναν τη φήμη τους στον κόσμο; Η λέξη νύχτα είναι φωτεινή, αλλά και η νύχτα το ίδιο, για όσο είναι ακόμη σκοτεινή. Ή μάλλον η νύχτα δεν είναι ούτε φωτεινή ούτε σκοτεινή, δεν είναι παρά μία λέξη απλώς, όπως το πεσμένο πορτοκάλι, όπως το γαλάζιο γρασίδι. Πατούσε τώρα, πάντα διαλογιζόμενος, αυτό το χορτάρι ανάμεσα στα δένδρα, ανάμεσα στα οποία πήγε να κάτσει διότι η κούρασή του είχε μεγαλώσει από τη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι του κήπου και έχοντας μαζέψει όλη τη ζέστη των καλοκαιρινών δρόμων στον σβέρκο. Ψηλή, μαύρη, η γυναίκα που ήρθε να στηριχθεί σε αυτό το παράθυρο, κοντά στον γιό της. Και οι δύο κοιτάγανε τη νύχτα να πέφτει, δίχως να λένε τίποτα, ή καλύτερα είναι η ημέρα που ξημερώνει, ένα σκοτεινό κόκκινο, και που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, από τη μεριά εκείνη του μουράγιου που ’ναι έρημο, καλυμμένο με βαριές πέτρες.

Και αύριο το πλοίο θα ξαναφύγει, με εκείνους επιβιβασμένους, ή μπορεί και να σταθεί εδώ, να σκουριάζει, και εκείνοι αποβιβάστηκαν, χθες, πότε; Και τώρα προχωρούν, σχεδόν στην τύχη, πάνω στην άμμο. Σε ξέρω καλά, έλεγε εκείνος, όταν ήταν ακόμη παιδί, στη μικρή κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα. Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, ερχόσουν προς το μέρος μου εδώ και τόσον καιρό με αυτά τα φοινικόφυλλα ανάμεσα στα χέρια, ήταν ο ουρανός ή όχι; και πίσω από σένα, την τόσο λεπτοκαμωμένη, βρισκόταν το καθαρό χρώμα, ενάντια στην αποβάθρα του χρόνου ορθωμένο σε υψηλά κύματα με στροβίλους δίχως θόρυβο.

Προχωρεί ακόμη μέσα στον κήπο. Από εδώ και στο εξής, βρίσκονται παντού μεγάλες αλέες, των οποίων τα θολωτά φυλλώματα και τα φρούτα μπλέκονται το ένα με το άλλο πιο μπροστά πάνω σε μία γαλάζια σκιά μωσαϊκού, ή ίσως λάμπει ένα αστέρι, αλλά αυτός ο δρόμος που θέλησε να ακολουθήσει, ύστερα από λίγο έναν άλλον, και μετά άλλους πολλούς, που διακλαδωνόντουσαν γρήγορα, πάνω στη λεπτή άμμο όπου τα βήματα βουλιάζουν σαν να ήταν σε πλαγιές αμμολόφων. Τα πορτοκάλια είναι ώριμα, βαριά, πολυάριθμα στο ρηχό πανέρι των χαμηλών κλαδιών. Ένα παγκάκι βρίσκεται εκεί, κάθεται, ακουμπά δίπλα του αυτό το βιβλίο που ούτε καν ονειρεύεται να ανοίξει. Η μητέρα και ο γιος μπροστά στη νύχτα, με τη φωτιά σε δύο πέτρες να υψώνεται πίσω τους στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο έναστρος ουρανός στα πόδια τους, στο άπειρο, ένας εκθαμβωτικός σωρός δίχως δονήσεις, δίχως ακτίνες σε πίσσα σκοτάδι.

Και πώς είναι όλα τόσο γαλήνια, εκεί, δίπλα στο παγκάκι, κοντά στον κορμό του γηραιού δένδρου. Πώς έχει η ζέστη δαντέλες σχεδόν διαφανείς πάνω στο ύφασμα του γαλάζιου χορταριού! Πώς η υπνηλία του κόσμου προσφέρεται για ζωή, μέγα κορμί γυμνό που κινείται καμμιά φορά δίχως να ξυπνά, μαλλιά ανακατεμένα πάνω στα σεντόνια όπου εναλλάσσονται οι σκιές και το φως των περσίδων! Αφουγκράζεται αυτήν την ατάραχη αναπνοή. Ανασηκώνεται λίγο. Παίρνει το χέρι του που είναι μουδιασμένο, ξεσφίγγει ένα ένα τα δάχτυλα που δεν αντιστέκονται, αφήνοντας να ξεφύγει –αναμφιβόλως– λίγο από το όνειρο.

Μα, τι ακούει εδώ και ένα λεπτό; Τι είναι αυτός ο μονότονος ήχος, παρόμοιος με τους ενοχλητικούς γδούπους που τον χτυπάγανε δίχως σταματημό, στον κηπάκο της νεότητάς του, της μικρής του τσουγκράνας πάνω σε ένα σιδερένιο κουβά, ενίοτε ξέχειλο από υγρό χώμα; Τρία χτυπήματα, έπειτα μια παύση, έπειτα τρία ακόμη χτυπήματα, ή τέσσερα, και πάλι το μυστήριο της σιωπής, και έτσι συνεχίζεται για πολύ ακόμα, δίχως να το είχε θελήσει! Φοβόταν ότι θα κατέβαιναν από κει ψηλά να του φωνάξουν ότι είναι δειλός, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα βήμα δεν κατέβηκε γρήγορα προς το μέρος του από το ύψος των σκαλοπατιών, οπότε έπρεπε να προχωρήσει κι άλλο, κάτω από όλους τους ουρανούς, πάντα μονάχος του. (περισσότερα…)

Η καθημερινότητά μας έτσι απλά, χωρίς πρόγραμμα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Ο Τραμπ επαινεί το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ:
«Τους ριχτήκαμε σαν πειρατές!»

«Σαν πειρατές». Έτσι περιέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ εν μέσω του ναυτικού αποκλεισμού που επιβλήθηκε στα λιμάνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αποκαλώντας τo ναυτικό των ΗΠΑ «Mεγάλο Ναυτικό».

«Το πλοίο σταμάτησε», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στη Φλόριντα, όπως ανέφερε το CNN, τονίζοντας ότι πιθανότατα αναφερόταν στο περιστατικό του περασμένου μήνα, κατά το οποίο αναχαιτίστηκε το υπό ιρανική σημαία Touska. «Βάλαμε ρυμουλκά και μετά προσγειωθήκαμε πάνω στο πλοίο», δήλωσε. «Και πήραμε τον έλεγχο του πλοίου. Πήραμε τον έλεγχο του φορτίου, του πετρελαίου. Και η επιχείρηση ήταν πολύ κερδοφόρα». Σύμφωνα με τον μεγιστάνα, «τους ριχτήκαμε σαν πειρατές!»

Τις τελευταίες ημέρες, ο Ιρανός πρέσβης στον ΟΗΕ ζήτησε από το Συμβούλιο Ασφαλείας να «καταδικάσει με τον πιο έντονο τρόπο» τις «πειρατικές» κατασχέσεις ιρανικών πετρελαιοφόρων, κατηγορώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες για «πειρατεία» και «εκφοβισμό».

Ζήτω η πειρατεία, λοιπόν! Η εποχή του πειρατή και μετέπειτα γνωστού ληστοβαρόνου (κατά τον Έρικ Τζων Έρνεστ Χόμπσμπομ) Τζέι Πι Μόργκαν επανέρχεται με τις ευλογίες του προέδρου των ΗΠΑ…

Και ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών
προσπαθεί να κατευνάσει τον… Τραμπ

«Η προειδοποίηση του καγκελαρίου απευθυνόταν σαφώς στο Ιράν, δηλαδή να μην το παρακάνει και να μην συνεχίσει να αμφισβητεί τις ΗΠΑ». Αυτό δήλωσε ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ σε συνέντευξή του στην FAZ, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις δηλώσεις του Φρήντριχ Μερτς, οι οποίες εξόργισαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο καγκελάριος είχε υποστηρίξει ότι «η ιρανική ηγεσία ταπείνωνε ένα ολόκληρο έθνος» και ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν στρατηγική για την έξοδο από τη σύγκρουση. «Η ιρανική ηγεσία θα ήταν συνετό να αποδεχτεί την πρόταση των ΗΠΑ. Ο συνάδελφός μου Ρούμπιο και εγώ συμφωνήσαμε απόλυτα σε αυτό την Τετάρτη», πρόσθεσε, αναφερόμενος στην πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ.

Ζήτω η Γερμανία που παλεύει για την απεξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ! Ούτε κριτική δεν τολμούν να κάνουν διότι… εξοργίζεται ο Τραμπ. Μάλιστα με τους νέους δασμούς στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία σπεύδουν να υποκλιθούν ακόμη περισσότερο…

Όσο για τις αμερικανικές βάσεις,
είναι για την Γερμανία αναντικατάστατες!

Οι μεγάλες (αμερικανικές) βάσεις δεν αμφισβητούνται, είναι εξίσου σημαντικές για τις ΗΠΑ και για τη Γερμανία, δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, επισημαίνοντας ότι, παρ’ όλες τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, δεν αναμένει να κλείσει οποιαδήποτε σημαντική αμερικανική στρατιωτική βάση επί γερμανικού εδάφους.
Απάντησε μάλιστα αρνητικά όταν ερωτήθηκε, εάν έχει αναστατωθεί από τις τελευταίες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου. «Η αεροπορική βάση του Ράμσταϊν έχει μια αναντικατάστατη λειτουργία, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για εμάς», υπογράμμισε ο κ. Βάντεφουλ και εξήγησε ότι το ίδιο ισχύει για το Αμερικανικό Νοσοκομείο στο Λάντστουλ, για τη Βάση Εκπαίδευσης στο Γκράφενβερ και για το Αρχηγείο της Στουτγκάρδης.

«Οι ΗΠΑ χρειάζονται αυτές τις βάσεις. Εξυπηρετούν την ασφάλειά μας, καθώς και την ασφάλεια των ΗΠΑ», είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εξωτερικών και επισήμανε ότι το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θέλουν να επανεξετάσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γερμανία δεν είναι κάτι καινούργιο. «Δεν είναι άλλωστε μυστικό», συνέχισε, ότι η Αμερική θέλει να επικεντρωθεί περισσότερο στην περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού και στην Κίνα. Κατά τα άλλα η απεξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ είναι προ των πυλών…

Αιδώς Αργείοι!

///

*

**

 

 

Γιώργος Θεμέλης, 50 χρόνια από την κοίμησή του

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Δεν είναι λίγοι οι σημαντικοί δημιουργοί που, γεννημένοι στον ομιχλώδη βορρά, ζήτησαν στο φως του νότου τη διαφυγή από τον κλειστό τρόπο ύπαρξης. Κάποιοι άλλοι ωστόσο, ερχόμενοι από την Ιωνία και το Αιγαίο, όπως ο γεννημένος στη Σάμο Γιώργος Θέμελης, αναζήτησαν και εν τέλει βρήκαν στο ημίφως της Θεσσαλονίκης και στο κλίμα ενός τενάγους, τη μυστική δίοδο προς την ερμηνεία της φθοράς που μοιάζει ανέκκλητη. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γιώργος Θέμελης, πέρα από ρεύματα, ομάδες και κριτικές παραναγνώσεις, παραμένει ποιητής από τους πιο σύγχρονους, κομιστής της ίδιας εξουθενωτικής για τον άνθρωπο των καιρών μας μαρτυρίας και συγχρόνως πολύτιμος αγωγός φωτός. Μας μεταφέρει, όπως κανείς άλλος, νομίζω, από τον ποιητικό κανόνα της συμπρωτεύουσας, χωρίς αυταπάτες, στον χώρο της οντολογικής ένδειας, εκεί όπου σμίγουν και καταλήγουν όχι μόνον η ποίηση, αλλά και η θρησκευτική παράδοση, ακόμη και η φιλοσοφική διάθεση, όταν δεν απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα της υπόστασης.

Ενθυμούμενοι σήμερα έναν ποιητή που με την υπαρκτική του αγωνία και τη λυρική έκφραση όλων των προβλημάτων του μεταπολεμικού κόσμου μάς έδωσε μια ποίηση βάθους, μέσω στοχαστικών προσαρμογών αλλά και διά μέσου επώδυνων παρατηρήσεων για τον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου –ποιητή που συνέθεσε μεταφυσική και φύση του σώματος, με πειθαρχημένο σπαραγμό και το χρώμα μιας βαθιάς νοσταλγίας όχι για έναν κόσμο οριστικά έκπτωτο, αλλά για ένα λυτρωτικό μέλλον– έχει κανείς ένα απτό υπόδειγμα πώς μπορεί, χωρίς ν’ αποκοπεί από τη λυρική θέαση του κόσμου, να εξυψώνει τον βίο του, όπως εκείνος, με τη διαρκή μνήμη του θανάτου αλλά και ασάλευτη πίστη στην αδιαίρετη ενότητα σώματος και ψυχής.

Ήταν το 1930 όταν ο τριαντάχρονος φιλόλογος Γιώργος Θέμελης πήρε την καθοριστική για τη ζωή του απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, εκκινώντας μια εκπαιδευτική διαδρομή που θα αποδειχθεί λαμπρή: Δεύτερο Γυμνάσιο, Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη. Μέλος του κύκλου του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες, ο Θέμελης δίνει το υψηλό μέτρο των κριτικών του προσόντων ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τα πρώτα του μελετήματα για τη Διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, για τα Μακεδονικά επιγράμματα και για τη Νεοελληνική μυθολογία. Κάποια πρώτα του ποιήματα (που επέλεξε τελικά να παραμείνουν αθησαύριστα) αλλά και διηγήματα, δημοσιεύονται πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο αλλά η στιγμή της ποιητικής του γέννησης δεν έχει έρθει ακόμη. Θα χρειαστεί η κατοχική τραγωδία αλλά και, νωρίτερα, μια βαριά προσωπική δοκιμασία. Το 1938 ο Γιώργος Θέμελης χάνει τη σύζυγό του, την Ικαριώτισσα Λεμονιά Ανταράκη, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Ελένη (σύζυγο του Γιώργου Κιτσόπουλου), την Αικατερίνη και τη Γεωργία και δύο γιους, εξίσου διακεκριμένους: τον μουσικολόγο Δημήτριο και τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγική επίπτωση του γεγονότος αυτής της απώλειας σε ένα νέο άνθρωπο ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας που λάτρευε τη γυναίκα του. Ο θάνατός της θα λάβει συμβολική σημασία, σε συνδυασμό δε με το πολλαπλό ελληνικό δράμα της δεκαετίας του 1940, θα σφραγίσουν την προσωπικότητά του με το αίσθημα της φθοράς, της αποξένωσης και της εξορίας. Έτσι η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με τη συλλογή Γυμνό παράθυρο το 1945 (που θα τον κατατάξει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι στη γενιά του Τριάντα, τη γενιά των ομηλίκων του, όπως ο γεννημένος επίσης το 1900 Γ. Σεφέρης), έχει εξαρχής τον αβρό ελεγειακό τόνο από τον οποίο θα διέπεται το συνολικό έργο του, την πικρή γεύση του ανεπανόρθωτου.

Από το πρώτο του εκείνο βιβλίο ο Θέμελης έδειξε πως κομίζει μια λιτή εκφραστικά αλλά μεστή από άποψη ουσίας ποίηση. Ανανεωτικός και πρωτοποριακός, πείθει με τον άψογο αισθητικό χειρισμό της εσωτερικής του δοκιμασίας και οδηγεί τον αναγνώστη με τελετουργικό βάδισμα στους κόσμους του καθαρτηρίου του, για να κοινωνήσει στα καθέκαστα του σιωπηλού μαρτυρίου, χωρίς ρεαλιστικές εκπτώσεις. Το σκηνικό ζοφερό: «το πεθαμένο σπίτι» που «σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές,/ [κι] εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες/ [ένα] παράθυρο [που] γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα». Θα ’θελε να φύγει, να πάει να κατοικήσει κοντά στην πατρική θάλασσα, αλλά μένει, πρέπει να μείνει και ν’ αγωνιστεί «να βρει τη σκιά του», «ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο» και από αναμνήσεις χαράς:

Ψάχνω να βρω σημάδια
Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά. (περισσότερα…)

Πρωτόλειες αλήθειες (ἢ τὸ θεμελιῶδες θεώρημα τῆς τέχνης)

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

~.~

Μαρία Ευθυμίου,
Το καράβι του Ματίς,
Σμίλη, 2025

Τὸ καράβι τοῦ Ματὶς εἶναι ἡ πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου καὶ ὡς τέτοια πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοῶ νὰ φανοῦμε μεγαλόκαρδοι καὶ νὰ συγχωρήσουμε τυχόντα λάθη ποιητικά, ἐκφραστικὲς ἀδυναμίες, στιχουργικὲς ἀτέλειες κ.ο.κ. Ἐννοῶ ὅτι ὅταν κανεὶς προχωρᾶ στὴν ποίηση καὶ καθίσταται, κατὰ κάποιον τρόπο, μεσῆλιξ ἀναπολεῖ τὶς μέρες ὅταν ἦταν καλλιτεχνικὰ νεώτερος καὶ οἱ στίχοι ἔβγαιναν πιὸ αὐθόρμητα, πιὸ πηγαῖα, πιὸ ἀπρόσκοπτα — τότε ποὺ τὸ ἔνστικτο βρισκόταν στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ τὸ τί ἀκριβῶς εἶχε κατὰ νοῦ νὰ πράξει δὲν ἦταν καὶ τόσο ξεκάθαρο. Ἀναπόφευκτα, λόγῳ τριβῆς, τὰ μυστικὰ τῆς Τέχνης ἔρχονται σταδιακὰ στὴν ἐπιφάνεια καὶ ὁ δημιουργὸς καλλιεργεῖ (βελτιώνει) τὶς τεχνικές του δεξιότητες μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ἔνστικτο, ἀρκετὲς φορές, νὰ παραμερίζεται. Ἐδῶ ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ σταματήσει νὰ ἐμπιστεύεται, ὅσο κάποτε, τὶς ἐνδόμυχες ποιητικὲς ἐντυπώσεις ποὺ τοῦ γεννιοῦνται —τὴ σωκράτειον δαιμόνιον φωνή του— καὶ ν’ ἀρχίσει ν’ ἀναζητᾶ ἀσφαλὴ ποιητικὸ λιμένα στοὺς κανόνες καὶ τὸν ἀκαδημαϊσμό. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα νομίζω μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διατυπώσουμε τὸ Θεμελιῶδες Θεώρημα τῆς Τέχνης τὸ ὁποῖο λέει ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ γνησιώτερος. Ἂν ἡ λέξη ἀκούγεται βαρύγδουπη νὰ ἀναδιατυπώσω καὶ νὰ πῶ ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος ἐκτίθεται περισσότερο. Τοῦτο πηγάζει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέος, πιὸ τολμηρός· ἐν ὀλίγοις, ὅπως ἀποτυπώνεται εὔστοχα ὡς κατακλείδα καὶ αἰώνιο μότο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ταινία τοῦ 1997 Gattaca: δὲν φυλάει δυνάμεις γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς (never saving anything for the swim back). Τὰ λέω αὐτὰ ἐπειδὴ διαβάζοντας τὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου ἐντόπισα κάποια «στοιχεῖα» τὰ ὁποῖα ἐπανέρχονται ξανὰ καὶ ξανὰ στοὺς στίχους της. Τοῦτα εἶναι διάσπαρτα ἔνθεν κεῖθεν στὰ ποιήματά της ἀλλὰ ἐγώ —ὡς καλὸς καὶ πιστὸς Μαθηματικός— τὰ ἔβαλα σὲ σειρὰ καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς τὰ παρουσιάσω ὥστε νὰ τὰ συζητήσουμε. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν τίτλο τῆς σύντομής μου ὁμιλίας, θὰ ἀναπτύξω εὐθὺς ἀμέσως τὶς «πρωτόλειες ἀλήθειες» ποὺ κρύβονται (ἢ φανερώνονται) στὸ Καράβι τοῦ Ματίς.

Πρὶν ξεκινήσουμε, νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ συλλογὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 45 ποιήματα. Καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ μορφολογικό της εὖρος: ποιήματα σὲ ἐλεύθερο στίχο, ποιήματα σὲ παραδοσιακὰ τετράστιχα μὲ μέτρο καὶ ρίμα, σονέτα, πεζοποιήματα ἢ ἀκόμη καὶ φόρμες ἰδιαίτερης ἐπινοήσεως (βλ. «Ἐρωτικό»). Εἴπαμε· ἡ ποιήτρια τολμᾶ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φορμαλιστικὴ γενναιότητά της ἡ ποιήτρια τολμᾶ καὶ ἐκφραστικά. Χρησιμοποιεῖ ἐξίσου ἰδιαίτερες, μὴ ποιητικὲς ἐνίοτε, λέξεις (βλ. τσιμεντούργημα, ἠλεκτροφόρος ξενιστής, μερμηδίζεις, περισκόπια, ὀριγκάμι κτλ.) ἐνῶ δὲν φοβᾶται νὰ ἐνσωματώσει — ἐπιτυχημένα συνήθως— καὶ pop στοιχεῖα (βλ. Truman show, black and decker, τσιχλόφουσκα ἰνσταγκραμικὴ κτλ.). Ἐπὶ πλέον, ἡ ποίηση τῆς Μαρίας Εὐθυμίου εἶναι πρωτοπρόσωπη. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μομφὴ ἂν καὶ ὁρισμένοι διατείνονται ὅτι τὸ α’ πρόσωπο δὲν εἶναι τόσο ἀπαιτητικὸ ὅσο, γιὰ παράδειγμα, τὸ β’ πρόσωπο (π.χ. «Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη» ἢ «Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε / τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ […]» κτλ.). Σίγουρα, ἐπιλέγοντας τὸ α’ πρόσωπο δὲν συνεπάγεται αὐτομάτως ὅτι τὸ ποίημα ὁδεύει πρὸς τὸν Καιάδα ἢ ὅτι τὸ β’ πρόσωπο θὰ ἀπογειώσει τοὺς στίχους. Ὁπωσδήποτε, μιὰ δόση ἀλήθειας ὑπάρχει· τὸ α’ πρόσωπο μπορεῖ εὐκόλως νὰ βγάλει τὸν συγγραφέα ἐκτὸς πορείας ὁδηγῶντας τον σὲ ρηχοὺς συναισθηματισμοὺς ὁπότε ἀντὶ γιὰ στίχους νὰ γράφει ἡμερολόγιο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη προσφέρεται γιὰ ἀνάπτυξη λυρισμοῦ — στὰ κατάλληλα χέρια τρέπεται σὲ πανίσχυρο λυρικὸ ἐργαλεῖο. Θεωρῶ ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν πέφτει στὴν παγίδα καὶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀναδύεται ἀποστασιοποιημένο, δὲν ταυτίζεται δηλαδὴ μὲ τὴ δημιουργό του. (περισσότερα…)

Guillaume Apollinaire, Λατρεμένο μου μικρό μου Λου

*

Λατρεμένο μου μικρό μου Λου σ’ αγαπώ
Άστρο μου μικρό που τρεμοφέγγεις σ’ αγαπώ
Σώμα ηδονικά ελαστικό σ’ αγαπώ
Αιδοίο που σφίγγεις σαν καρυοθραύστης σ’ αγαπώ
Στήθος ζερβό τόσο ρόδινο κι αυθάδικο σ’ αγαπώ
Στήθος δεξιό τόσο απαλά ροδαλό σ’ αγαπώ
Θηλή δεξιά στο χρώμα της σαμπάνιας προτού να βγάλει αφρό σ’ αγαπώ
Θηλή αριστερή που μοιάζεις με εξόγκωμα στο μέτωπο νεογέννητου δαμαλιού σ’ αγαπώ

Νύμφες υπερτροφικές απ’ τα συχνά σου αγγίγματα σας αγαπώ
Γλουτοί ευκίνητοι που πίσω τινάζονται με χάρη σάς αγαπώ
Ομφαλέ που μοιάζεις με σελήνη βαθουλή και σκοτεινή σ’ αγαπώ
Λόχμη καστανόξανθη σαν δάσος τον χειμώνα σ’ αγαπώ
Μασχάλες με χνούδι σαν κύκνος νεογέννητος σας αγαπώ
Καμπύλη των ώμων που σαγηνευτικά διαγράφεσαι σ’ αγαπώ
Μηρέ με την αρμονική καμπύλη σου σαν κίονας αρχαίου ναού σ’ αγαπώ
Αυτιά καλοραμμένα σαν μικρά μεξικάνικα κοσμήματα σας αγαπώ
Κόμη βουτηγμένη στο αίμα των ερώτων σ’ αγαπώ
Πόδια έμπειρα πόδια ορθωμένα σας αγαπώ
Λαγόνες που ιππεύουνε λαγόνες δυνατές σας αγαπώ
Μέση που δεν γνώρισε ποτέ κορσέ μέση ευλύγιστη σ’ αγαπώ
Πλάτη θαυμαστά πλασμένη που λύγισε για μένα σ’ αγαπώ
Στόμα, ω απόλαυσή μου, ω νέκταρ μου σ’ αγαπώ
Βλέμμα μοναδικό, βλέμμα σπιθοβόλο σ’ αγαπώ
Χέρια που λατρεύω την κίνησή τους σας αγαπώ
Μύτη μοναδικά αριστοκρατική σ’ αγαπώ
Περπατησιά κυματιστή και χοροπηδητή σ’ αγαπώ
Ω Λου μικρό μου σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ.

Κουρμελουά, 8 Απριλίου 1915

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

*

*

Συνομιλώντας με τον… Σαμ!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Συνομιλώντας με τον… Σαμ!

Στο Παρίσι, το 1979 ή το ’80, Απρίλης νομίζω, περνώντας από τον κήπο του Λουξεμβούργου βλέπω σ’ ένα παγκάκι τον Κώστα, έναν γνωστό μου αρχιτέκτονα, αφοσιωμένο σε σοβαρή συζήτηση με τον Σάμουελ Μπέκετ. Κοντοστέκομαι σε διακριτική απόσταση, παρατηρώ καλύτερα. Το σουλούπι, η σκληρή βούρτσα στο κρανίο, το πυκνό δίκτυο των ρυτίδων, μοναδικό σαν δακτυλικό αποτύπωμα, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία: Είναι ο Μπέκετ! Μία ώρα αργότερα, περισσότερο ίσως, διαπιστώνω ξαναπερνώντας από τον κήπο ότι το σκηνικό δεν έχει αλλάξει. Η περιέργεια με τρώει γιατί ο Κώστας, από το λίγο που τον ήξερα, δεν είχε λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Έτσι, όταν δυό μέρες μετά τον πετυχαίνω στην μπρασερί Λιπ, τον αποπαίρνω:

—Καλά, γνωρίζεις τον Μπέκετ και το κρατάς κρυφό;

—Ποιόν Μπέκετ; με κοιτάζει απορημένος.

—Μη κάνεις το χαζό τώρα, αφού σας είδα προχθές στον κήπο του Λουξεμβούργου, κοντά στην προτομή του Μυρζέ.

—Για τον ξερακιανό λες; Έκατσα δίπλα του γιατί κρατούσε την Εκίπ, με τα αθλητικά ξέρεις, του ζήτησα να ρίξω μια ματιά και πιάσαμε την κουβέντα.

—Για το θέατρο τίποτε;

—Ε, όχι… για ποδοσφαιρικά μιλούσαμε.

—Με τον Μπέκετ, επιμένω.

—Δεν ξέρω, Σαμ μου είπε, ωραίος τύπος.

Τον κοιτάζω εξεταστικά, πείθομαι, είναι ειλικρινής, τον χτυπάω στο ώμο:

—Και σύ, ρε Κώστα, είσαι πολύ ωραίος τύπος!

///

Γαργαλιστικές αφηγήσεις

Άλλοτε καλλιτέχνες και συγγραφείς κρίνονταν από τη φλόγα των εμπνεύσεών τους, σήμερα γίνονται γνωστοί από τις ανταύγειές της στον ιδιωτικό τους βίο. Το έργο υποβιβάζεται σε παράρτημα της οξείας βιογραφικής υστερίας και ο δημιουργός σταδιοδρομεί ως ήρωας μίας ηθογραφίζουσας μυθολογίας. Ο αναγνώστης παραμερίζεται από το λαγωνικό που χωρίς να φυλλομετρήσει ένα βιβλίο του Μπαλζάκ, έχει μυρίσει αθροιστικά τους καθημερινούς του καφέδες, ο φιλόμουσος από τον ωτακουστή που αντί για την φούγκα ασχολείται με το πως ο Μπαχ επέβαλε στο παιδομάνι του σπιτιού του τη μούγκα, ο φιλότεχνος από τον κοσμικό που αγνοεί την πινελιά του Μπουζιάνη αλλά σου δείχνει τι φάρμακα έπαιρνε ο καημένος για να γιάνει. Ο θαυμαστής που αντικατέστησε τον γνώστη λαχταρά τα προνόμια του έμπιστου υπηρέτη: κατοπτεύει την κρεβατοκάμαρα από τις γρίλιες των λαϊκών περιοδικών, τρυπώνει σε συρτάρια ανέκδοτων ημερολογίων και κρυφακούει ένοχα μυστικά πίσω από τον θρασεμένο θάμνο διαδόσεων και ψιθυρισμών. Στον ξεπεσμό του πλευρίζει δημοσιογράφους του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ ψαρεύοντας γαργαλιστικές αφηγήσεις, δωροδοκεί φωτογράφους για μία αποκλειστική πόζα του ινδάλματός του. Διατροφικές συνήθειες και σεξουαλικές προτιμήσεις, ενδυματικές επιλογές και παραθεριστικές εμφανίσεις εξάπτουν την ηδονοβλεπτική φαντασία καταργώντας, με συνέπειες προφανείς, την απόσταση υψηλής δημιουργίας και καθημερινής σκηνής. (περισσότερα…)

«Τὸν γάμο πὲς τὸν σκοτεινό»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 3 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Σίμου Μενάρδου

Η πιο γνωστή και ευχερώς κυκλοφορούσα (και διαδικτυακώς πλέον) μετάφραση του επύλλιου του Μουσαίου, δικαίως και παναξίως παραμένει αυτή του Σίμου Μενάρδου. Ο κυπριακής καταγωγής Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στην Οξφόρδη και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ου μην και στο King’s College και το Cambridge, όπου δίδαξε για ένα έτος νεοελληνική ποίηση, και ακαδημαϊκός, πέραν της εμβριθούς φιλολογικής και λογοτεχνικής του κατάρτισης («από του Ομήρου μέχρι του Παλαμά») επέδειξε κι ένα ιδιαίτερο τάλαντο ξεχωριστής ποιητικής ευαισθησίας και δημιουργικότητας. Πέραν των όσων προσωπικών ποιητικών έργων κατέλιπε, μας άφησε τον Στέφανο (Ι. Σιδέρης, 1924), τις μεταφράσεις αρχαίας και ύστερης ―λυρικής επί το πλείστον― ελληνικής ποίησης, και μάλιστα δυσμετάφραστων τμημάτων, που σώζονται κυρίως αποσπασματικά, όπως είχε επισημάνει ο Συκουτρής. Για το έργο του αυτό επαινέθηκε όχι μόνο από τον Συκουτρή, αλλά και από τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής του. Το έργο παρουσίασαν εγκωμιαστικά ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Σκίπης, ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς μεταξύ άλλων. Ευκαιρίας δοθείσης, θα ήθελα να εκφράσω εδώ τη βαθύτατη λύπη μου που δεν ευοδώθηκε ο αρχικός σχεδιασμός του να κυκλοφορήσει και δεύτερο τόμο των μεταφράσεών του που όπως είχε προαναγγελθεί περιλάμβανε εκλογές «εκατόν ποιητών και ποιημάτων από τη χιλιετή ελληνοχριστιανικήν αυτοκρατορίαν». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τουλάχιστον η γνώση και η επαφή ενός ευρέος κοινού (ου μην και ποιητών φευ, μα και διανοουμένων) θα είχε ζωογόνα εμπλουτιστεί με μία ακόμη σχεδόν άγνωστη κι απροσπέλαστη χιλιόχρονη ελληνική ποιητική παράδοση.

Την μετάφραση του Μουσαίου πρωτοδημοσίευσε σε δύο μερικά αποσπάσματα, το πρώτο στα Παναθήναια, έτος Δ΄. τχ. 78 (31 Δεκ. 1903), σ. 166-169, και το δεύτερο στο περιοδικό Ακρίτας, έτος Β΄, τ. Γ΄, τχ. 22-23 (Ιούν.-Ιούλ. 1905), σ. 140-143. Η πρώτη σύνολη και αυτοτελής έκδοση της μετάφρασης του έργου του Μουσαίου έγινε το 1911 (εκδ. Φέξης). Είναι ενδεικτικό για τον τρόπο και τον χαρακτήρα της εργασίας του τα όσα διαλαμβάνονται στο εισαγωγικό σημείωμά του:

«Το ύφος ενθυμίζει κάπου τα κρητικά και κυπριώτικα τραγούδια· αλλά ο σημερινός στιχουργός νομίζει ότι έπρεπε κάπως να μιμηθή τα παλαιά δημοτικά μας έπη, αφ’ ου και ο ποιητής εμιμήθη τόσον πολύ τα ομηρικά. Εχρειάζετο κάποιος τρόπος ανάλογος, δια ν’ αποδοθή οπωσδήποτε η τέχνη του Μουσαίου».

Εκδόθηκε ξανά μαζί με το σύνολο των μεταφράσεών του της αρχαίας και ύστερης ελληνικής ποίησης το 1924 (εκδ. Ι. Σιδέρης) και πάλι το 1971 (εκδ. Δίφρος). Η αξιοθαύμαστη και ποιητικότατη γλωσσική μετάπλαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης στη νεώτερη δημιοτκή γλώσσα αξιώθηκε και την ποιητική της εξύμνιση από τον Κωστή Παλαμά, που θαυμαστικά τον αναφέρει ως μεταφραστή και του Ομήρου και του Μουσαίου:

Στὸ Σίμο Μενάρδο

Καὶ τοῦ Ὁμήρου φωνὴ καὶ τοῦ Μουσαίου!
Ποίημα καινούριο ὁ στίχος σου τὴν κάνει,
καὶ τοῦ παρνασσικοῦ χοροῦ τοῦ ἀρχαίου
τοῦ φορεῖς δροσοστάλαχτο στεφάνι.

Τῆς τιμῆς τὸ χαιρέτισμα τὸ φέρνεις
καὶ στοῦ καιροῦ τοῦ νέου μας τὸ λυράρη,
καὶ τὴν καρδιά σου ἀδίσταχτα τὴ γέρνεις
φῶς ἱλαρὸ στοῦ ταπεινοῦ τὴ χάρη.

Στοὺς ποὺ ζοῦμε καιροὺς τί τάχα μένει
ποὺ νὰ στέκεται πιὸ ἄξιο στὴ ζωή;
Ποιός ξέρει! Μπορεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εὐφραίνει
τ’ ὄνειρο τῆς Πολύμνιας ἡ πνοή.

~•~

Όπως σημειώνει κι ο γιος του Μενάρδου Γεώργιος, που επιμελήθηκε την τελευταία μεταθάνατια έκδοση του Στεφάνου, ο Σίμος Μενάρδος «εδιόρθωνε αδιακόπως τα κείμενά του». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετάφραση του Μουσαίου, καθώς μια αντιβολή ήδη των πρώτων αποσπασματικών μεταφρασμάτων με την πρώτη αυτοτελή έκδοση και με την πρώτη έκδοση του Στεφάνου φανερώνει τις απανωτές διορθωτικές παρεμβάσεις του πατρός Μενάρδου. Οπότε, δικαίως θαρρώ πως υποχρεούμαστε εδώ να ακολουθήσουμε το κείμενο όπως μας παραδίδεται στην τελευταία, μεταθανάτια έκδοση του 1971, επειδή ακριβώς ενσωματώνει τις τελικές ―και σίγουρα τις πλέον κατασταλαγμένες― διορθώσεις και αλλαγές του μεταφραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μακρά εκδοτική πορεία τριών προηγούμενων δημοσιεύσεων. (περισσότερα…)

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)

Σαν το σκυλί ή Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Στο μυθιστόρημα Η Δίκη του Φραντς Κάφκα, ο ήρωας Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει γιατί, δικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί και καταδικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί. Σε όλη τη διάρκεια της δίωξής του προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το αόρατο δικαστήριο που διέταξε τη σύλληψή του και ποιο είναι το έγκλημα που διέπραξε. Στο τέλος, δυο μαυροντυμένοι άνδρες οδηγούν τον Γιόζεφ Κ. σε ένα λατομείο έξω από την πόλη και τον εκτελούν. «Σαν το σκυλί» είναι τα τελευταία λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα που αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους δολοφονείται χωρίς εξήγηση από μια εξουσία αόρατη, σκοτεινή, απάνθρωπη.

«Σαν τα σκυλιά» δολοφονούνται στις μέρες μας αναρίθμητοι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με όπλα ή με βόμβες, με εμβόλια ή με τρένα, πολύτιμα σώματα κάθε ηλικίας πέφτουν νεκρά, σκοτωμένα από ορατές και αόρατες εξουσίες. Νέοι άνθρωποι εξοντώνονται μαζικά αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα να πολεμούν για δικαιοσύνη και δικαίωση σε έναν κόσμο όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και η εξουσία απόλυτη, αδίστακτη, απεχθής και ικανή για τα πάντα: ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές και τους δικαστές σε δολοφόνους.

Ολόκληρο το έργο του Κάφκα (αινιγματικό και με πολλαπλές ερμηνείες) είναι εξαιρετικά επίκαιρο για τη φύση και τους μηχανισμούς του Νόμου μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των συστημάτων εξουσίας. Μπορούμε να έχουμε πίστη στο Νόμο και ειδικότερα στους φύλακές του; Και αν δεν μπορούμε, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;» (Γιουβενάλης).

Στις μέρες μας το παραπάνω ερώτημα αποκτά αγωνιώδεις διαστάσεις. Καθώς η λεγόμενη «δικτατορία της εκτελεστικής εξουσίας» τείνει να γίνει πρότυπο διακυβέρνησης και οι δικαστικές εξουσίες είναι ανήμπορες να διαφυλάξουν την τήρηση του Νόμου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο πολίτης στη λειτουργία της δικαιοσύνης και που αλλού να προσφύγει όταν οι ίδιοι οι φύλακες της έννομης τάξης γίνονται μαριονέτες στα χέρια πλουτοκρατών και τυράννων αφήνοντας κάθε λογής άνομα συμφέροντα και εγκληματικές οργανώσεις να γίνουν δομικό και ρυθμιστικό στοιχείο του συστήματος;

«Αν η εποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα το έγκλημα, είναι γιατί υπάρχει η αδιαφορία για τη ζωή, που χαρακτηρίζει τον μηδενισμό» έγραφε ο Καμύ στα μέσα του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας, αυτή η αδιαφορία για τη ζωή είναι διάχυτη. Ένας νέος μηδενισμός σαρώνει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας. Από την καθημερινή βία των ανηλίκων με ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις μέχρι τα τερατώδη εγκλήματα της εξουσίας, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής προκαλεί οργή και αμηχανία.

Οργισμένοι και αμήχανοι παρακολουθούμε σε καθημερινή βάση ένα φριχτό «ρεπερτόριο» τραγωδιών και εγκλημάτων. Με τι να εξοργιστείς περισσότερο; Με την ατιμωρησία και τη συγκάλυψη της μαζικής δολοφονίας 57 ανθρώπων στα τρένα του θανάτου; Με το ρεσιτάλ υποκρισίας των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας; Με τις χιλιάδες έρευνες και τις επίσημες ομολογίες για τα εμβόλια του κορωνοϊού που διαφήμισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις, η ιατρική κοινότητα και τα συστημικά ΜΜΕ λέγοντας διαρκώς ψέματα και εξαπατώντας έναν ολόκληρο λαό και έναν ολόκληρο πλανήτη; Με τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους νέων ανθρώπων που πέφτουν ξαφνικά και δεν ξανασηκώνονται; Ή με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που έχουν μολύνει όλα σχεδόν τα επίπεδα της κρατικής διοίκησης; Ανήμποροι και αμήχανοι, χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στους κρίσιμους θεσμούς του κράτους (δικαιοσύνη, υγεία, ασφάλεια) εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε αφηρημένες μεταφυσικές τιμωρίες και σε απελπισμένες ευχές: είθε η δικαιοσύνη της ζωής να συντρίψει της αδικίας το κεφάλι.

Όμως, «Απ’ τα τσακάλια, δε γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια» (Βάρναλης). Τα τσακάλια της εξουσίας, έχοντας επιβάλλει την αυτοεξαίρεσή τους από το Νόμο συνεχίζουν ακάθεκτα τις απρέπειες και τα εγκλήματά τους. (περισσότερα…)

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)