Αλέξανδρος Σχινάς, Παμμιγή (Ελλάδος περιήγησις)

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 4 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.
Βλ. το Τρίτο Μέρος εδώ.

~.~

ΠΑΜΜΙΓΗ

ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

Δεν περιέχει πολύ γάλα η Ελλάς
κι όμως αρμέγεται άσπλαχνα σαν αγελάς.

Αφού και οι Γάλλοι ακόμα φωνάζουνε hélas
εσύ ως πατριώτης δεν κάνει να γελάς.

Τι Λωζάννη τι Κοζάνη τι Μαδρίτη ή Καπανδρίτι
τι Λεωφόρος Ηλυσίων τι Οδός των Πατησίων.

Απλώς και μόνο προς το θεαθήναι
έχουν κι αρχαία ερείπια αι Αθήναι.

Το κόλπο του δεν ήταν καθόλου ευθηνόν,
αποστρεφόταν γενικώς ανάληψι ευθυνών
και φρόντισε να διορισθεί εντός των Αθηνών.

Καλύτερα περίπατος εις τον Βοτανικόν
παρά οικτρόν ναυάγιον εις τον Τιτανικόν.

Έζησε αξέχαστες στιγμές κοντά στον Ιλισόν
μέσα στον έρωτα ηρεμών ή βράζων ή λυσσών.

Πολύν καιρό τον ψάχνανε. Πού ήτανε εντέλει;
Το κράτησε σ’ όλους κρυφό. Βγαίνανε στην Πεντέλη.

Ενοίκιασε μια βίλα και έκτοτε τους εκάλει,
φίλους, γνωστούς κι αγνώστους στην Εκάλη.

Αναζητούσε μέρη ευάερα και ευήλια
κι αντί στην Κυανή Ακτή προτίμησε τα Βίλια.

Τού ’πανε να ξεκουμπιστεί απ’ την Οινόη
κι εκείνος έκανε πως δεν ηννόει.

Τόπος παραμονής του θέλησε νά ’ναι η Κύζικος,
αλλ’ ως μη πλέον ελληνική υπήρξε κακορίζικος.

Καταγοητευμένος εθαύμασε τον Έβρον,
τόσο ωραίον ποταμό σ’ όλη τη γη δεν εύρον.

Διόρθωσε έναν τουρκόφωνο εις την Κομοτηνή
πού ’κανε το λαθάκι να πει Κομό-τηνή

Με ικανοποίησι είδε στην Ξάνθη
πως δεν φυτρώναν του κακού τα άνθη.

Για τ’ ότι εκάρη μοναχός δεν έφταιξε ο Άθως,
ήτανε αποκλειστικώς μόνο δικό του λάθος.

Αθώον και ανύποπτον συνέλαβε στην Έδεσσα
και φώναξε περήφανος: «Τον έδεσα!»

(περισσότερα…)

«Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται;» Πέρα από την αρένα των σύγχρονων ΜΜΕ

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Διαδικτυακή αναζωογόνηση
από το παρελθόν και απ’ το παρόν

«Μακάρι να μην έπρεπε να πάω τόσα χρόνια πίσω γι’ αυτό το επίπεδο συζήτησης», «Αναζωογονητικό να παρακολουθείς δυο σπουδαία μυαλά να αντιπαρατίθενται, να συμφωνούν και να διαφωνούν. Με αλληλοσεβασμό!», «Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται; Τι τρέχει εδώ;»: Είναι λίγα από τα σύγχρονα σχόλια (2021 και 2018), γραμμένα στην πλατφόρμα του YouTube κάτω από τη συνέντευξη που πήρε το 1998 ο Πήτερ Ρόμπινσον από τους δημόσιους διανοούμενους Κρίστοφερ Χίτσενς και Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο, κορυφαίες μορφές ο πρώτος της αριστεράς και ο δεύτερος του αμερικανικού συντηρητισμού.[1]

Στην πληθώρα των βίντεο που βρίσκει κανείς στο YouTube και σε άλλες πλατφόρμες, υπάρχουν παλαιότερες εκπομπές και σύγχρονα podcasts με πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με σημαντικούς πολιτικούς, ιστορικούς, φιλοσόφους, συγγραφείς, επιστήμονες της ψηφιακής τεχνολογίας και, γενικότερα, με  ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Αυτές οι συζητήσεις άλλοτε παίρνουν τη μορφή εκτενών συνεντεύξεων και άλλοτε τη μορφή ντιμπέιτ, με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες. Το παρόν άρθρο, το δεύτερο της διμηνιαίας στήλης «Λεξισώματα» του Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζει και προτείνει τέτοιου είδους εκπομπές και podcasts, τα οποία προσελκύουν το ενδιαφέρον αλλά και «ξεκουράζουν», κατά κάποιον τρόπο, από τη φασαρία, την ένταση και την εριστικότητα που επικρατούν συχνά στα κυρίαρχα ΜΜΕ και σχεδόν πάντα στα σόσιαλ μίντια.

*

William F. Buckley Jr., Firing Line

Στο κανάλι του Ινστιτούτου Χούβερ, της δεξαμενής σκέψης του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, θα βρει κανείς πολλά από τα επεισόδια της εκπομπής Firing Line, με οικοδεσπότη τον συντηρητικό δημόσιο διανοούμενο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο.[2] Ο Μπάκλεϋ (1925-2008) ήταν μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του νεογενούς συντηρητικού κινήματος που ξεπήδησε στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και το οποίο κατά τα επόμενα είκοσι πέντε, περίπου, χρόνια αποδύθηκε σε μια έντονη προσπάθεια θεωρητικού αυτοπροσδιορισμού. Ο ίδιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε αυτή την πλούσια διαδικασία σύντηξης και μάχης των ιδεών, με τα βιβλία του, με το περιοδικό National Review που ίδρυσε το 1955, αλλά και με τις δημόσιες εμφανίσεις του. Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η δημοφιλία του Μπάκλεϋ είχε πια υπερβεί τα όρια του συντηρητικού χώρου, χάρη στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και, κυρίως, χάρη στο ρητορικό του στιλ, το οποίο χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός ευγένειας, αυτοσυγκράτησης, σαρκασμού και εντυπωσιακής, ακόμα και εξεζητημένης, γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Για κάποιους από τους αντιπάλους του, βεβαίως, ακριβώς αυτό το στιλ τον καθιστούσε περισσότερο αντιπαθή κι από την ιδεολογία του, ωστόσο αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό του ρόλο στην ιδεολογική αρένα, πρόθυμα έρχονταν σε αντιπαράθεση μαζί του. Τον Νοέμβριο του 1967, ο Μπάκλεϋ έγινε το θέμα εξωφύλλου του περιοδικού Time, με μια παραστατική καρικατούρα του σημαντικού γελοιογράφου Ντέιβιντ Λεβίν και τον τίτλο «Ο συντηρητισμός μπορεί να έχει πλάκα».[3] Γιατί όσον αφορά τον αμερικανικό συντηρητισμό, αυτό ακριβώς πιστώνεται στον Μπάκλεϋ: ότι, αφού έδωσε τη συνοχή μιας ιδεολογικής ταυτότητας σε μάλλον σκόρπιες ιδέες και πεποιθήσεις του συντηρητικού Αμερικανού πολίτη, έπειτα προσέδωσε σε αυτή την ταυτότητα τη νομιμότητα και τη γοητεία του στιλ, απαλλάσσοντάς την από την αραχνιασμένη κατήφεια του παρελθόντος:

«Εξαιτίας των επιτυχημένων του προσπαθειών να συγχωνεύσει τάσεις της ελευθεριακής (libertarian), παραδοσιοκρατικής και αντι-κομμουνιστικής σκέψης κάτω από μία και μόνη ταμπέλα, το νόημα του συντηρητισμού πάντα ήταν κάτι παραπάνω από το άθροισμα των προσπαθειών του. Όσο πιο “διασκεδαστικό” έκανε τον συντηρητισμό να φαίνεται, τόσο περισσότερο οι Αμερικανοί κατανοούσαν τις αντιλήψεις τους για τον νόμο και την τάξη, για τις κομμουνιστικές απειλές ή για την κοινωνική ασφάλεια ως συντηρητικές. Με το National Review, με πάμπολλα βιβλία, με την τηλεοπτική του λογιοσύνη στο Firing Line, με δεκάδες ομιλίες τον χρόνο και με μια εβδομαδιαία στήλη διαμοιρασμού περιεχομένου, ο Μπάκλεϋ ανέλαβε μια εκστρατεία υπέρ του συντηρητισμού για εκατομμύρια καρδιές και για εκατομμύρια μυαλά. Πριν από τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός σήμαινε πολλά πράγματα: την αμυντική υπεράσπιση του κατεστημένου, την αμυντική υπεράσπιση της αριστοκρατίας, την αμυντική υπεράσπιση του καπιταλισμού και την αμυντική υπεράσπιση της παράδοσης. Μετά τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός συνέχισε να σημαίνει όλα αυτά και περισσότερα, αλλά δεν είχε πια τίποτα το αμυντικό».[4]

Ίσως να μην ήταν τυχαίο ότι, ενάμιση χρόνο πριν η μορφή του κοσμήσει το εξώφυλλο του Time, ο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ ο Νεότερος είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού ως οικοδεσπότης της εκπομπής Firing Line. Το πνεύμα, το περιεχόμενο και ο αντίκτυπος αυτού του προγράμματος περιγράφονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Χούβερ, όπου και φυλάσσεται το αρχείο της εκπομπής:

«Όταν άρχισε να μεταδίδεται το Firing Line το 1966, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι ένα πρόγραμμα δημοσίου ενδιαφέροντος, με οικοδεσπότη μια ηγετική φυσιογνωμία του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού και ιδρυτή και εκδότη του περιοδικού National Review, θα αιχμαλώτιζε ένα κοινό πέρα από τους πιστούς συντηρητικούς. Η εκπομπή παρουσίαζε συζητήσεις ανάμεσα στον Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ και σε ηγετικές ανά τον κόσμο μορφές της πολιτικής, της ψυχαγωγίας, της δημοσιογραφίας και του ακαδημαϊκού κόσμου, και έγινε αμέσως επιτυχία. Με πάνω από 1.505 επεισόδια στη διάρκεια 33 ετών, το Firing Line αρχικά άλλαξε άρδην τα δεδομένα, και στη συνέχεια έθεσε τον πήχη, για τις τηλεοπτικές εκπομπές δημοσίου ενδιαφέροντος. (περισσότερα…)

Γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το ερώτημα γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο, ερώτημα με το οποίο κατατρίβονται οι θεολόγοι από καταβολής του επαγγέλματός τους, είναι παιδιάστικο. Η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι ες αεί η αυτή: επειδή αποδίδει, ο «αδικοπραγών» επωφελείται, κερδίζει από την «αδικοπραξία» του.

Το ερεθιστικό ερώτημα είναι το ανάποδο. Γιατί υπάρχει το «καλό» στον κόσμο; Για ποιον λόγο λ.χ. «ευεργετούμε» κάποιον χωρίς να απαιτούμε άμεση απτή ανταπόδοση για την πράξη μας; Η προφανής απάντηση είναι και εδώ η ώς άνω: επειδή κάτι έχουμε να κερδίσουμε εμμέσως ή μελλοντικά από την «ευεργεσία» μας: τη φήμη της ανωτερότητας, δυνητικές επαφές, φιλίες, συμμαχίες, μια χείρα βοηθείας στην ανάγκη. Και όταν ο «ευεργετηθείς» αποδεικνύεται αχάριστος, όπως τόσο συχνά είναι η περίπτωση, αντί να αγανακτήσουμε με τον εαυτό μας για την άστοχή μας κρίση ως προς το ποιόν του, ηθικολογούμε επικαλούμενοι έναν ανύπαρκτο ηθικό νόμο…

Το «καλό» ή το «κακό» είναι ετερώνυμα εντέλει του ίδιου πράγματος, μικροτερτίπια ή μεγαλόσχημες στρατηγικές της επιβίωσης. Εξού και αποδίδονται ελευθέρως στην ίδια συμπεριφορά, αναλόγως του ποιος τα επικαλείται. «Καλό» είναι αυτό που κάνουμε εμείς, «κακό» αυτό που πράττουν οι αντίπαλοι. Ακόμη και ο Ισραηλινός φαντάρος όταν σκοτώνει ανυπεράσπιστα παιδιά στη Γάζα ή τη Δυτική όχθη, σαν τον ναζιστή στρατοπεδάρχη ή τον ιεροεξεταστή δήμιο που έκαιγε τις μάγισσες ή τους αιρετικούς, είναι πεπεισμένος: ο φόνος που διαπράττει είναι πράξη ηθική, απαραίτητη μάλιστα για την επίτευξη ενός «αγαθού» σκοπού: τη σωτηρία του έθνους, την έλευση του Μεσσία, την πάταξη του Σατανά. Ο Νεοπτόλεμος όταν γκρεμοτσακίζει τον μικρό Αστυάνακτα από τα τείχη της καιόμενης Τροίας, ακολουθεί τις διδαχές του κοινού νου: ο γιος του Έκτορα είναι ρίσκο – αν ζήσει, ίσως αύριο γυρέψει εκδίκηση.

Στη συλλογική μας μνήμη, φυσικά, για να αυτοπροστατευθούμε, κρατάμε πάντα τις περιπτώσεις όπου το καθ’ ημάς «κακό» τιμωρήθηκε, και ξεχνάμε βολικά όλες τις άλλες, όπου η ιστορία το επιβεβαίωσε ως εύστοχη επιλογή. Αν οι ναζί είχαν κερδίσει τον πόλεμο, το Ολοκαύτωμα θα ήταν μια υποσημείωση σε κάποιο εγχειρίδιο. Ίσως μάλιστα διδασκόταν στα σχολεία ως προληπτική ανθρωπιστική δράση, αφού με αυτό θα είχε αποφευχθεί ο βάρβαρος εποικισμός της Παλαιστίνης, η επιβολή του απαρτχάιντ, η εθνοκάθαρση και η γενοκτονία των γηγενών…

«Το Δαιμονικό δεν είναι κάποιο σκοτεινό ορμέμφυτο, αλλά η έσχατη συνέπεια της σκέψης», έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Και ήθελε να πει με αυτό ότι ο άνθρωπος είναι ενιαίος: δεν χρειάζεται να είσαι θηρίο, και με τον ορθό λόγο μια χαρά καταλήγεις και πάλι στην ωμότητα. «Καμιά αθωότητα δεν είναι αθώα», σημειώνει αλλού, «καμιά ενοχή δεν είναι ένοχη». (περισσότερα…)

Siegfried Sassoon, «Δόξα τῶν Γυναικῶν»

Siegfried Sassoon, 1886 – 1967

~.~

Μᾶς ἀγαπᾶτε σάν εἴμαστε ἥρωες, ἐδῶ πρίν απ’ τήν ἀναχώρηση
Ἤ πληγωμένους σέ ἀξιομνημόνευτους τόπους.
Λατρεύετε τίς παρασημοφορίες· πιστεύετε
Πώς ἡ ἱπποσύνη ἐξαγοράζει τήν ἀτιμία τοῦ πολέμου.
Μᾶς κάνετε ὄστρακα. Ἀφουγκράζεστε μέ ἀπόλαυση
Κοχύλια μέ ἱστορίες ἀπό λάσπη καί ρίσκο, καί στοργικά συνεπαρμένες
Στέφετε στήν ἀπόσταση τό μακρινό μας πάθος καθώς παλεύουμε,
Καί πενθεῖτε τίς δαφνοστεφανωμένες ἀναμνήσεις μας ὅταν εἴμαστε σκοτωμένοι.
Ἀδιανόητο νά πιστέψετε πώς τά βρετανικά στρατεύματα ποτέ «ἀποσύρονται»
Ὅταν ἡ τελευταία φρίκη τῆς κόλασης τά τσακίζει, καί τρέχουν
Ποδοπατώντας τά ἀπαίσια πτώματα, τυφλά ἀπ’ τό αἱμα.
Ὤ Γερμανίδα μάνα πού ὀνειρεύεσαι πλάι στή φωτιά
Ἐνῶ πλέκεις κάλτσες νά στείλεις στόν γιό σου,
Τό πρόσωπό του εἶναι χωμένο βαθιά μές στόν βοῦρκο.

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

*

**

Τεχνητή νοημοσύνη, λάθη και δημιουργία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η κρισιμότητα της μάθησης

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα της εποχής μας και μοιάζει ως η κατεξοχήν δύναμη ικανή να αλλάξει την καθημερινότητά μας τα επόμενα  χρόνια. Μετά την επανάσταση του διαδικτύου και τις εφαρμογές που γέννησε, από το ηλεκτρονικό εμπόριο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα, η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μοιάζει ακριβώς η φυσική συνέχεια της επανάστασης αυτής: μπορεί να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό τον ωκεανό πληροφορίας που έχει συγκεντρωθεί στο διαδίκτυο και τις εφαρμογές που προαναφέρθηκαν. Διανύουμε πλέον την περίοδο της παραγωγικής ΤΝ κατά την οποία  μπορούν να παραχθούν κείμενο, ήχος και εικόνα (και όχι μόνο να αναγνωριστούν, όπως συνέβαινε σε προγενέστερα μοντέλα ΤΝ όπως τα νευρωνικά δίκτυα), ανάλογα με το τι ζητάει ο καθένας μας.

Τι το ιδιαίτερο έχει η τεχνητή νοημοσύνη σε σχέση με άλλα υπολογιστικά μοντέλα; Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μιμούνται κατά τον πλησιέστερο τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, σε σχέση με διαδικαστικά (procedural) υπολογιστικά μοντέλα. Αποτελούνται από κατανεμημένες υπολογιστικές μονάδες που λειτουργούν παράλληλα, και αλληλοσυνδέονται ώστε να είναι δυνατή η μεταξύ τους επιθυμητή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, έχουν την ικανότητα της μάθησης: μαθαίνουν με βάση περιστατικά στα οποία εκτίθενται, χωρίς έναν εκ των προτέρων αλγόριθμο σαφώς διατυπωμένο, συχνά με τακτικές δοκιμής και λάθους (trial and error). Κάτι που θυμίζει το πώς μαθαίνει ο άνθρωπος από την εμπειρία του: εξού και ο όρος «τεχνητή» νοημοσύνη. Μοιάζει να διαθέτουν μια ικανότητα  αυτο-οργάνωσης και μία δυναμική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους (με ότι τα τροφοδοτεί με ‘παραστάσεις’/ πληροφορίες), φέροντας εις πέρας εργασίες χωρίς προηγουμένως να απαιτείται  ο σαφής καθορισμός κανόνων: η λειτουργία τους  είναι ευρετική και όχι διαδικαστική (heuristic vs. procedural). Κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να συλλάβουν και την μη προτασιακή ή έμμεση γνώση (όπως, για παράδειγμα, εκείνη που αντανακλάται σε μια πρακτική δεξιότητα) .

Λάθη, μνήμη και οι άκαμπτοι κανόνες

Το γεγονός ότι τα μοντέλα ΤΝ προσαρμόζονται στο εκάστοτε περιβάλλον και τα περιστατικά με τα οποία τα τροφοδοτεί, ότι μαθαίνουν και θυμούνται -όπως και ο άνθρωπος-, ρυθμίζοντας ανάλογα τη λειτουργία τους, δημιουργεί μια παρανόηση: ότι δεν έχουν ένα σκληρό πυρήνα κανόνων στη λειτουργία τους. Κατά βάση, ένα μοντέλο ΤΝ καλείται να επιλύσει ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης: θα πρέπει να βελτιστοποιήσει (να ελαχιστοποιήσει ή να μεγιστοποιήσει) μία μετρική σχέση ή μία συνάρτηση. Ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης έχει τη γενική μορφή «μεγιστοποίησε (ή ελαχιστοπoίησε) την   f(x), υπό τους περιορισμούς   gi(x), i=1,…, n»,  όπου η συνάρτηση f(x) πρέπει να συλλαμβάνει ουσιωδώς το εκάστοτε πρόβλημα και η ακριβής διατύπωσή της μπορεί να είναι συχνά αρκετά επίπονη. Επίσης, ένα λάθος σε αυτήν είναι καθοριστικό για τη φύση των αποτελεσμάτων που αργότερα θα μας δώσει η ΤΝ. Αυτή η συνάρτηση δίνεται εξ αρχής στο μοντέλο ΤΝ και δεν αλλάζει ούτε κατά την περίοδο μάθησης ούτε κατά την περίοδο εφαρμογής. Επιπρόσθετα, ένα νευρωνικό δίκτυο (το οποίο είναι στον πυρήνα των σύγχρονων μοντέλων ΤΝ) αποτυπώνεται από ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων με συγκεκριμένες σταθερές, και τούτο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη και αμετάβλητη καμπύλη ενέργειας, με συγκεκριμένες συνθήκες ευστάθειας, ενεργειακού ελάχιστου και αποφυγής  χαώδους λειτουργίας, δηλαδή όταν ένα σύστημα «κρεμάει» κατά τη διάλεκτο των προγραμματιστών (περισσότερα…)

Έκτακτον Δελτίον Αγέλης

*

(Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία)

Μακρύς, μας λέτε, ο φετινός χειμώνας·
ο Μάρτης μιαν ατέλειωτη ομηρία,
κι ο Μάης σιβηρικός αντικυκλώνας·

χειμώνας, λέτε, δίχως μιαν αιθρία
κι εμείς, βουβά, μετά από κάθε μπόρα,
προσμένουμε την πρώτη ανθοφορία.

Τι κι αν απ’ τα πολλά λιοπύρια τώρα
ξεραίνονται τριγύρω δέντρα κι άνθη;
Τι κι αν τα πρωτοβρόχια αργούν στη χώρα

από την Κρήτη μέχρι και την Ξάνθη;
Εσάς πιστεύουμε, για αυτό ρωτούμε:
άνοιξη πότε… πότε, λέτε, νά ’ρθει;

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

**

 

 

Ο δρόμος

 

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.iii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή, είπεν ο σκοτεινός φιλόσοφος. Κι εμείς οι ταπεινοί επαναλαμβάνουμε: πάντα υπάρχει ένα δρόμος φυγής, αλλά ταυτόχρονα κι επιστροφής. Λοιπόν, όποιος φύγει, και αυτός οφείλει, κι εμείς παρακαλούμε, να μας ξανάρθει οπωσδήποτε. Αυτό λένε συνεχώς τα φλύαρα δέντρα της αλέας. Και αυτό απαιτεί και η εντιμότητά μας προς τον δρόμο: τον αφήνουμε να μας πάει και του δίνουμε τη δυνατότητα να μας φέρει.

*

* (περισσότερα…)

Νικόδημος

*

Ποιός είπε οτι φοβήθηκα; Με κάλεσαν και – νά με.
Ο ευσχήμων βουλευτής
κι εγώ, ο δειλός Νικόδημος, τα σύνεργα κρατάμε
της βιαστικής ταφής.

Νυχτώνει. Κι ανασταίνεται – της θύμησης λουλούδι,
του νού-μου αναπαμός –
η νύχτα που απο δάσκαλο μ’ έκανε μαθητούδι
ο μὴ μεμαθηκώς,

κι απο το στόμα-του άκουσα πως πρέπει δίχως άλλο
να ξαναγεννηθώ
άν θέλω κάτι ακάθαρτο απο πάνω-μου να βγάλω,
κάτι πολύ κρυφό

που απ’ το Θεό με χώρισε. «Ξανά μωρό, φαντάσου!»
Μα η υπόσχεση ρητή:
«Τόσο πολύ σ’ αγάπησε, που μ’ έστειλε κοντά-σου·
σωτήρα, όχι κριτή.»

…Γύρω οι γυναίκες έπιασαν το αρχαίο-τους μοιρολόι.
Γεμάτoι συντριβή
τα παγωμένα μέλη-σου με σμύρνη και με αλόη
θ’ αλείψουμε, ραββί.

Κατα Ιωάννην 3,1-21 και 19,39

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

 

«Κι’ ὁ Ἔρωτας εἶν’ φοβερός»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 2 / 4 ]

~.~

Η τρίτη μετάφραση του Θρασύβουλου Χατζηαράπη

Στο προηγούμενο σημείωμα, σχετικά με τις μεταφράσεις του Θρασύβουλου Χατζηαράπη είχαμε αναφέρει πως η τρίτη και τελευταία του μετάφραση (1915) έγινε στη δημοτική με ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. Σε αυτή του την αναπάντεχη (κρίνοντας από τις δυο προηγούμενες εργασίες του στην καθαρεύουσα) μεταφορά του επύλλιου του Μουσαίου στη δημοτική γλώσσα, ο μεταφραστής είχε σύμβουλο κι εμπνευστή του, όπως γράφει, τη δημώδη γλώσσα του λαού. Γι’ αυτό και η μετάφραση διαστίζεται με αντίστοιχες λεκτικές εκφράσεις κι ηχοχρώματα που απηχούν παρόμοιες στιγμές και συνθήκες, όπως τραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Μα κι όλη η γλωσσική και μορφική της υπόσταση μαρτυρά έντονα κι έκδηλα τις λαϊκές της καταβολές, δηλαδή το δημοτικό τραγούδι. Νομίμως (και δικαίως θαρρώ) υποψιάζομαι πως για μια τέτοια μεταφραστική επιλογή, ο δημιουργός της αφενός πρέπει να είχε αποδεχτεί τις γλωσσικές και μορφικές επιλογές της νεώτερης ποιητικής έκφρασης της εποχής (Αθηναϊκή σχολή) κι αφετέρου πρέπει να είχε δεχτεί τις ισχυρές και ευεργετικές επιδράσεις της εργασίας του Σίμου Μενάρδου, που ολόκληρη είχε ήδη δει το φως της δημοσιότητας το 1911. Τούτο καταδεικνύουν απερίφραστα κι ορισμένες αξιοπρόσεκτες επιλογές ―μεταξύ άλλων― όπως λόγου χάριν η λέξη ‘εκκλησία’ για τον ναό, και ‘καλογριά’ για την αφιερωμένη παρθένο στην Αφροδίτη, που πρώτος ο Σίμος Μενάρδος υιοθέτησε. Πριν από την εκτενή ανθολόγηση της προκείμενης απόδοσης, παραθέτω την μετάφραση του επιγράμματος «Εἰς Ἡρὼ καὶ Λέανδρον» του Αντίπατρου Θεσσαλονικέως, από την Ελληνική Ανθολογία, όπως το παραθέτει ο Χατζηαράπης στο έργο του:

Γιὰ ἰδὲς αὐτὸ τὸ πέραμα μὲ πικραμένο μάτι,
γιατ’ εἶναι γιὰ τὸν ἔρωτα πολὺ πικρό, διαβάτη!…
Γιὰ ἰδὲς τὸν πύργο τῆς Ἡροῦς… ἐρείπια κρημνισμένα,
ὁ λύχνος ὁ προδότης ἄχ! Σὲ χρόνια περασμένα
ἔφεγγ’ ἐδῶ… Μὲ κύματα ὁ Λέανδρος, μ’ ἀέρα,
μὲ τὸ σκοτάδι τῆς νυχτιᾶς ἐπάλευε ’δῶ πέρα…
Ἀκόμα γιὰ τὸν ἄνεμο τὸ φθονερὸ κ’ οἱ δύο
ἔχουν πικρὸ παράπονο μέσ’ ἀπὸ μνῆμα κρύο…

~•~

Οὗτος ὁ Λειάνδροιο διάπλοος, οὗτος ὁ πόντου
πορθμὸς ὁ μὴ μούνῳ τῷ φιλέοντι βαρύς·
ταῦθ’ Ἡροῦς τὰ πάροιθεν ἐπαύλια, τοῦτο τὸ πύργου
λείψανον· ὁ προδότης ὧδ’ ἐπέκειτο λύχνος.
κοινὸς δ’ ἀμφοτέρους ὅδ’ ἔχει τάφος, εἰσέτι καὶ νῦν
κείνῳ τῷ φθονερῷ μεμφομένους ἀνέμῳ.

~•~ (περισσότερα…)

Πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι

*

Πόσοι θα το ’θελαν σε τούτη τη ζωή
να ’ταν οι άκτορες των πιο μεγάλων ρόλων·
επιφανείς, διαπρεπείς ηθοποιοί
κι επικυρίαρχοι των πάντων και των όλων.

Άμλετ και Σκάρλετ, Δον Κιχώτης, Δον Ζουάν,
Σπάρτακος, Ληρ, Ηλέκτρα, Κρέων κι Αντιγόνη,
Σαρλώ, Οιδίπους, Τζόκερ, Λώρενς και Ταρζάν
να καθηλώνουν στο γυαλί και στο σεντόνι.

Μ’ αχ και να τόλμαγαν μια μέρα όλοι αυτοί,
οι αλλοπαρμένοι ματαιόφρονες αστοί,
μ’ αχ και να μπόραγαν μια μέρα όλες αυτές,
χαζοπαρμένες, ματαιόδοξες αστές,
να φανταστούν για μια στιγμή ποιος είν’ ο ρόλος
που όλων των ρόλων είναι η σκέπη και ο θόλος.

Είσαι παιδί, κι αυτός ο πρώτος σου ο ρόλος·
κι ίσως κι ο μόνος που θα μείνει εσαεί·
κάθε που μένεις μόνος, σκέτος κι όλος κι όλος,
ένα παιδάκι φοβισμένο, ένας σβώλος
κουλουριασμένος. Μια ολόκληρη ζωή,
θα ’σαι παιδί, θα είσ’ αδέρφι, γιος ή κόρη
φίλος, συνάδελφος, πολίτης, συγγενής
σύντροφος ή εχθρός, κορίτσι ή αγόρι
ή κάτι άλλο – κάποιος ρόλος αφανής,
πατέρας, μάνα και παππούς, γιαγιά, εγγόνι.
Μα όμως πάντα σαν ξανά μένουμε μόνοι,
ένα παιδί κουλουριασμένο στο σεντόνι
ψάχνει της μάνας του το γάλα για να πιει.

Έτσι λοιπόν κι εσύ καλέ μου ηθοποιέ,
άσε τους ρόλους τους μεγάλους για τους άλλους,
κείνους που ξέμειναν σε κάποιο φουαγιέ
ψάχνοντας χρώμα σε περσόνες παπαγάλους.

Και πιο πολύ σ’ αυτό το ισόβιο βαριετέ
είν’ να φροντίσεις πριν να πεις το «Εαυτέ»
να ’ναι ακόμα εαυτός – και ο δικός σου
κι όχι ένας ρόλος στους πολλούς στο παλμαρέ·
ηθοποιός σημαίνει φως, κι ας είν’ το φως σου.

Με δίχως πρόβα και ταλέντο και σπουδή
η ζωή μας πέταξε στο μαύρο της σανίδι,
με λίγο πυρ, λίγο λαρδί κι ένα δαδί,
να μη χαθούμε στο απέραντο σκοτίδι·
είμαστε μεις, θα το ’χεις καταλάβει ήδη,
πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

**

Και στο βάθος η Ταγγέρη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ήταν με τις Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης που έγινε ευρέως γνωστή η Κάρμεν Μάουρα, και κωδικοποιήθηκε ως μία από τις μούσες που κανοναρχούσαν την έμπνευση του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Θα ακολουθήσουν και άλλες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη υπό αυτήν της την ιδιότητα, κατοχυρώνοντας τον εν λόγω τίτλο, μαζί με κάποιες άλλες συμπατριώτισσές της, βέβαια: Μαρίσα Παρέδες, Ρόζυ ντε Πάλμα, Πενέλοπε Κρουζ ‒ έστω κι αν, τελικά, η σχέση της ηθοποιού με τον σκηνοθέτη πέρασε μια μακροχρόνια, βαθιά κρίση.

Στον κινηματογράφο η αισθητική «αξία» ενός ηθοποιού δεν είναι απολύτως αμιγής: από τις απαρχές της κινηματογραφικής τέχνης ο ηθοποιός δεν ξεχώριζε μόνο για την καθαρά καλλιτεχνική του ποιότητα: το φαινόμενο των σταρ και του σταρ σύστεμ είναι ενδεικτικό από την άποψη αυτή: ο ηθοποιός με την εξωφιλμική του παρουσία, με την αύρα της εν γένει συνολικής του προσωπικότητας έπαιζε ένα εξίσου σημαντικό ρόλο με εκείνον της καθαρά υποκριτικής του ικανότητας. Ο ηθοποιός αναμιγνυόταν με τη μυθοπλαστική ουσία των ηρώων που ενσάρκωνε, ενώ αυτοί οι τελευταίοι αξιοποιούσαν τα στοιχεία της καθαρά υποκριτικής του ταυτότητας. Αυτό ήταν μοιραίο να συμβεί σε μια κατεξοχήν μυθοπλαστική τέχνη όπως η έβδομη: οι δύο ταυτότητες, η καθαρά υποκριτική και η μυθοπλαστική, αναμιγνύονταν αναπόφευκτα μέσω της ταύτισης και της προβολής: ένα ολόκληρο σύστημα στηρίχθηκε πάνω σε τούτη την όσμωση. Και πρέπει να πούμε ότι αυτή είναι ειδικά κινηματογραφική: σε άλλες αναπαραστατικές τέχνες όπως το θέατρο, όπως η όπερα, το φαινόμενο είναι ενεργό επίσης, το γεγονός όμως ότι στο θέατρο ο ηθοποιός είναι παρών με σάρκα και οστά, και όχι απλώς μια αντανάκλαση της φυσικής παρουσίας του όπως στον κινηματογράφο, το γεγονός ότι στην όπερα ο ερμηνευτής ελέγχεται προπάντων για την τεχνική και ερμηνευτική του επάρκεια, καθιστούν τους θεατρικούς ηθοποιούς και τους τραγουδιστές λιγότερο ευεπίφορους στη φαντασιακή ανάπλασή τους εκ μέρους των θεατών· τα όρια πραγματικού και φαντασιακού, στο θέατρο και στην όπερα είναι πιο αδρομερώς χαραγμένα από ό,τι στο σινεμά. Ως συνέπεια των παραπάνω ο κινηματογραφικός ηθοποιός φέρνει ετοιμοπαράδοτη μέσα στην εμφάνισή του τη φαντασιακή κληρονομιά των προηγούμενων ρόλων του, αυτήν που τον κατέστησε «μύθο», αυτήν που του χάρισε το πιστοποιητικό του σταρ.

Στην ταινία της Μαριάμ Τουζανί Οδός Μάλαγα η Κάρμεν Μάουρα έχει πια λευκά μαλλιά, απαίτηση του ρόλου αλλά και της φυσικής βιολογικής της κατάληξης. Έχει αφήσει πίσω της τους προηγούμενους ρόλους της, εκείνους του διεκδικητικού-προϋστερικού αλμοδοβαρικού θηλυκού, που όμως δεν μπορεί παρά να λειτουργούν, έστω a contrario μέσα στη μνήμη του υποψιασμένου θεατή. Είναι πλέον μια ηλικιωμένη χήρα που ζει εκ γενετής στην Ταγγέρη και έχει ζυμωθεί με τον ντόπιο πολιτισμό, που θα αναγκαστεί εκούσα άκουσα να πουλήσει το σπίτι της για να βοηθήσει οικονομικά την κόρη της και να κλειστεί η ίδια σε ένα αξιοπρεπές, ομολογουμένως, γηροκομείο. Μόνο που δεν θα είναι τόσο αμετακίνητη στην απόφασή της. Κρυφά από την κόρη της, θα προσπαθήσει να επανεγκατασταθεί στο, άδειο πλέον, προς πώληση, σπίτι της, όπου θα ανοίξει ένα είδος αυτοσχέδιου καφενείου για την παρακολούθηση ποδοσφαιρικών αγώνων. Τότε οι ιαχές των ποδοσφαιρόφιλων θα «γεμίσουν» πάλι το απογυμνωμένο από τα έπιπλά του σπίτι. Τότε είναι, επίσης, που ο έρωτας θα της ξαναχτυπήσει την πόρτα με το πρόσωπο του άραβα παλιατζή, στον οποίο είχε πουλήσει τα τιμαλφή, βάσει συναισθηματικής αξίας, έπιπλα. Η υπολογιστική ισχύς του real estate θα έρθει αντιμέτωπη με τη συναισθηματική εναπόθεση του βιωμένου χώρου εκ μέρους των ενοίκων πάνω στα αντικείμενα, με την άυλη δυναμική των αντικειμένων του υλικού πολιτισμού. (περισσότερα…)

Φίλιππος Ιωάννου, Τέσσερα αρχαιοπρεπή επιγράμματα για την Επανάσταση του 1821

Φίλιππος Ιωάννου (1800-1880)

*

Μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Στον πατριάρχη Γρηγόριο

Ο δέσποτας Γρηγόριος, άλλος καλός ποιμένας,
τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη των αμνών του.
Ναι, τα θηρία τον έφαγαν, μα το πιστό κοπάδι
από τα νύχια ξέφυγε των μανιασμένων λύκων.

~.~

Στους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου
που φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς

Σύνεδροι του Γρηγόριου, κοινή είχατε φροντίδα
για το κοπάδι των πιστών· κοινός χαμός σας βρήκε.
Αφήστε τον Παράδεισο, για σήμερα μονάχα,
κι ελάτε να γιορτάσουμε την πάνδημη γιορτή μας.

~.~

Στον Παλαιών Πατρών Γερμανό

Ο Αντώνιος ξεσήκωσε τα πλήθη των Ρωμαίων
του Καίσαρα σαν έδειξε το ματωμένο ρούχο.
Κι ο Γερμανός υψώνοντας το λάβαρο στη Λαύρα
οδήγησε στον θρίαμβο, φωτίζοντας σαν φάρος.

~.~

Στον Ρήγα Φεραίο, τον πρωτομάρτυρα
της ελευθερίας του ελληνικού έθνους

Αν ταξιδέψεις κάποτε μακριά από την Ελλάδα,
στης Παννονίας τα βουνά, στου Δούναβη τις όχθες,
γείρε στο χώμα· τη φωνή θ’ ακούσεις του Φεραίου,
–σ’ αυτό το μέρος θάφτηκε– τέτοια να ξεστομίζει:
«Ντραπείτε· χέρια Χριστιανών, εμένα τον αθώο,
τα βάσανα πασχίζοντας να διώξω της πατρίδας,
στους Τούρκους με παρέδωσαν, τους άτεγκτους τυράννους,
κι αυτοί έσφαξαν το σώμα μου κι εδώ το παραχώσαν.
Μα το άσμα του ξεσηκωμού δεν έσβησε μαζί μου·
τους Έλληνες εμψύχωσε για να ριχτούν στη μάχη,
που αρματωμένοι χύθηκαν στου Πέλοπα τη χώρα
και την πατρίδα τράβηξαν απ’ τη στυγνή δουλεία».

*
Τα πρωτότυπα

(από: Φιλολογικὰ πάρεργα,
Ἀθήνησιν 1874, σσ. 597-8 & 653-4)

(περισσότερα…)