*
του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
~.~
Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση
Ἡ Σύρα[1] εἶν’ ἡ τυπικὴ εἰκόνα τοῦ ἄγονου αἰγαιοπελαγίτικου νησιοῦ: στρογγυλεμένα ὑψώματα, σκεπασμένα ἀπὸ ἕνα ἐλάχιστο χνούδι ξεροῦ χόρτου. Γυμνὴ πέτρα μὲ λιγοστὸ χῶμα, πλανισμένη ἀπὸ τοὺς ἀέρηδες καὶ τὶς βροχὲς πολλῶν αἰώνων. Ξερολιθιὲς σὲ μακριὲς γραμμὲς ποὺ διασχίζουνε τὶς μαγληνὲς πλαγιὲς σὰν τεράστια ἰσχνὰ φίδια ποὺ κατηφορίζουνε πρὸς τὴ θάλασσα. Κάπου κάπου μερικὲς πεζοῦλες ποὺ ἀγωνίζουνται νὰ συγκρατήσουν τὴ φτενὴ γῆς. Στὴ βίγλα μιᾶς κορφῆς ἕνα ρημοκλήσι στραμμένο πρὸς τὸ πέλαγο. Σὲ κάποιο πλάι πέντ’ ἕξι ἄσπρα σπίτια παραδομένα στὸν ἀνελέητο ἥλιο δίχως τὴν παραμικρὴ πρασινάδα γιὰ συντροφιά τους. Καὶ στὴ βάση ὅλων ἐτούτων οἱ ἴδιοι πάντα βράχοι, μαυριδεροὶ ἢ πρασινωποί, ὅλο ἀκμὲς καὶ βαθουλώματα −τὸ ἔργο τῶν κυμάτων τοῦ Αἰγαίου.
Εἶναι ν’ ἀπορεῖς ποὺ ὁ Ὅμηρος τὴν ἀναφέρει σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ εὔφορα νησιά. Γι’ αὐτὸ μερικοὶ ἔχουν ἀμφιβολίες ἂν ἡ ἀκμάζουσα «Συρίη» τῆς Ὀδύσσειας[2] μὲ τὶς δυὸ πολιτεῖες, τὴν Ποσειδωνία καὶ τὴ Φοινίκη, εἶν’ ἡ ἴδια μὲ τὴ σημερινὴ συνονόματή της. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶμα ἡ ρίζα τοῦ ὀνόματος τοῦ νησιοῦ εἶναι φοινικικὴ (ἀπὸ τὸ σὺρ ποὺ σημαίνει βράχος ἢ τὸ οὐσύρα ποὺ σημαίνει πλούσια ἢ τὸ οὐσούρα ποὺ σημαίνει εὐτυχισμένη) καὶ φαίνεται πὼς οἱ Φοίνικες ἦταν οἱ πρῶτοι του κάτοικοι ποὺ ἀργότερα διώχτηκαν ἢ ἐξελληνίστηκαν. Τὸν ἕκτο αἰώνα π.Χ. ἔβγαλε ἕναν ὀνομαστὸ φιλόσοφο, τὸν Φερεκύδη, δάσκαλο τοῦ Πυθαγόρα, τὸν ἑπόμενο αἰώνα ὑποτάχτηκε γιὰ λίγο στοὺς Πέρσες, λευτερώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ποὺ τὴν ἔμπασαν στὴ συμμαχία τους, ἀργότερα γνώρισε τὴν κυριαρχία τῶν Μακεδόνων καὶ τῶν Ρωμαίων καὶ τὸν τρίτο μ.Χ. αἰώνα βυθίστηκε στὴν παρακμή.
Ἡ σημερινὴ πολιτεία ἄρχισε νὰ χτίζεται χίλια χρόνια ἀργότερα, ὅταν τὸ νησὶ ἀποτελοῦσε ἕνα κομμάτι τοῦ φράγκικου Δουκάτου τῆς Νάξου. Ὁ ἐπισκέπτης τὴν ἀντικρίζει ἀπὸ τὸ πλοῖο, στὸ γύρισμα ἑνὸς κάβου, νὰ ξετυλίγεται, σιγὰ-σιγὰ μπροστά του, σ’ ἕνα γοητευτικὸ πανόραμα: σπίτια ἄσπρα, μπέζ, ἀνοιχτοπράσινα ἢ ἀνοιχτογάλανα, δίπατα τὰ περισσότερα καὶ μ’ ἐπίπεδη στέγη, γεμίζουν σὲ πυκνὴ παράταξη τὸ βάθος τοῦ κόλπου. Τὰ πιὸ μεγάλα, μ’ ἀρχοντικὴ σοβαρότητα στέκουνται χαμηλά, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν προκυμαία ἐνῶ τὰ μικρότερα τραβιοῦνται πιὸ ψηλὰ μὲ παιδιάστικη περιέργεια καὶ σκανταλιά, στὰ τρία ὑψώματα ὅπου καταλήγει ἡ πολιτεία. Τὸ ἕν’ ἀπ’ αὐτὰ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς τέλειου κάτασπρου κώνου. Ἐπιβλητικὲς ἐκκλησιὲς κάθουνται στὶς κορφὲς τῶν ὑψωμάτων. Τροῦλοι καὶ καμπαναριὰ προβαίνουνε σὲ διάφορα σημεῖα ἀνάμεσ’ ἀπὸ τὰ σπίτια. Στὴν ἀριστερὴ ἄκρα τῆς πολιτείας ξεχωρίζουνε μὲ τὶς ἄψογες μακριὲς ἀράδες τῶν παράθυρών τους τὰ κτήρια τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων. Πιὸ πέρα γυαλίζουν ἀσημιοὶ οἱ κύλιντροι τῶν δεξαμενῶν τοῦ πετρέλαιου.
Τὸ λιμάνι τῆς Σύρας εἶν’ ἕνας εὐρύχωρος κλειστὸς κόλπος ποὺ τόνε κλείνει ἀκόμη πιὸ πολὺ ἕνας λιμενοβραχίονας. Τὸ μουράγιο, ὄχι καὶ τόσο φαρδύ, πλακοστρωμένο, διαγράφει μιὰν ἀνοιχτὴ καμπύλη στὸν γύρο τῆς θάλασσας. Τὴν ἴδια καμπύλη ἀκολουθοῦνε καὶ τὰ χτήρια τῆς προκυμαίας: καφενεῖα, ἑστιατόρια καὶ καταστήματα λουκουμιῶν, μὲ ξενοδοχεῖα συνήθως ἀπὸ πάνω.
Σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν παραλία οἱ δρόμοι ἀρχίζουνε ν’ ἀνηφορίζουνε γιὰ νὰ δώσουνε σύντομα τὴ θέση τους σὲ σκάλες. Τ’ αὐτοκίνητα περιορίζουνε τὴ δράση τους σὲ λίγους δρόμους, κυρίως στὴν περιοχὴ τοῦ λιμανιοῦ.
*
Εἶναι Σάββατο ἀπόγεμα. Στὴν ἀγορὰ οἱ νοικοκυραῖοι μὲ τὴν τσάντα στὸ χέρι κάνουνε τὰ κυριακάτικα ψώνια τους. Κοιτάζω τὶς ταμπέλες τῶν μαγαζιῶν. Σ’ ἀρκετὲς ἀπ’ αὐτὲς εἶναι γραμμένα ἐπίθετα κρητικά (ἀνάμεσά τους καὶ κάποιος Καζαντζάκης). Θά ’ναι ἀπόγονοι προσφύγων τῶν κρητικῶν ἐπαναστάσεων ποὺ ἔμειναν στὸ νησί. Ἐδῶ ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα, προσφυγάκι, κι ὁ Λευτέρης Βενιζέλος.
Καθὼς βραδιάζει ὀρδινιάζεται στὴν παραλία ἡ σαββατοβραδιάτικη βόλτα. Οἱ περιπατητὲς στρίβουνε στὴν Ὁδὸ Βενιζέλου καὶ φτάνουνε στὴν Πλατεία Μιαούλη −τὸ κέντρο τῆς πολιτείας. Τὸ ἐπιβλητικὸ μέγαρο τοῦ Δημαρχείου πιάνει ὁλάκερη τὴ μιὰ πλευρὰ τῆς πλατείας. Εἶν’ ἕνα ὡραῖο νεοκλασικὸ χτήριο, τριώροφο, (τὸ ἰσόγειο εἶναι νοικιασμένο καὶ στεγάζει ζαχαροπλαστεῖα καὶ καφενεῖα), μὲ φαρδιὰ μεγαλόπρεπη μαρμαρένια σκάλα ποὺ ἀνεβάζει στὴν τρίπυλη εἴσοδο τοῦ πρώτου πατώματος μὲ τοὺς δωρικοὺς ἡμικίονες. Στὴν κεντρικὴ πρόσοψη τοῦ πάνω πατώματος οἱ ἡμικίονες εἶναι ἰωνικοῦ ρυθμοῦ καὶ στὸ ἐπιστύλιό τους κάθεται τὸ τριγωνικὸ ἀέτωμα. Μιὰ σειρὰ ἀπὸ φοίνικες στολίζει τὴν πλακόστρωτη πλατεία. Στὸ κέντρο ὀρθὸς στὸ ψηλὸ βάθρο του ὁ μαρμαρένιος Μιαούλης κρατᾶ μὲ τ’ ἀριστερό του χέρι τὸ δοιάκι τοῦ καραβιοῦ καὶ μὲ τὸ δεξὶ τὸ κανοκιάλι. Ἡ ἔκφρασή του εἶν’ ἀγέρωχη κι αὐστηρή, ὅλο ἔγνοια κι ἀποφασιστικότητα. Παρέκει ὑψώνεται, μαρμαρένια κι ἐκείνη, ἡ στρογγυλὴ ἐξέδρα τῆς φιλαρμονικῆς μὲ ἀνάγλυφα τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τῶν Μουσῶν καὶ μὲ κομψοὺς στύλους ποὺ ἀπολήγουνε σὲ ἠλεχτρικὰ φανάρια. Μόνο ποὺ μένει βουβή.
Σιωπηλό, κατάκλειστο κι ἐγκαταλειμμένο ὑψώνεται καὶ τὸ Δημοτικὸ Θέατρο «Ἀπόλλων» ποὺ εἶχε δεῖ μεγάλες δόξες στὴν ἐποχή του. Ἤτανε τὸν καιρὸ ποὺ ἡ Σύρα ξεπερνοῦσε σ’ ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ κίνηση τὸν Πειραιᾶ −τὸ τρίτο τέταρτο τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα. Μὲ τὰ ναυπηγεῖα της, τὰ κλωστοϋφαντουργεῖα, τὰ βυρσοδεψεῖα, τοὺς ἀλευρόμυλους καὶ τὴ σιδηρουργία της, μὲ τὸ μεγάλο ἀσφαλισμένο λιμάνι της, σταθμὸ γιὰ ἀνεφοδιασμὸ κι ἐπισκευὲς τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν ξένων πλοίων, εἶχε φτάσει σὲ λαμπρὴ οἰκονομικὴ ἄνθιση. Μιὰ ἀστικὴ τάξη, ποὺ μπορεῖ νὰ πιθήκιζε τὰ εὐρωπαϊκὰ ἤθη, μὰ ποὺ φιλοτιμοῦνταν νὰ στολίσει τὴν πολιτεία της μὲ μεγαλόπρεπα δημόσια χτήρια καὶ νὰ οἰκοδομήσει πλούσια ἀρχοντικὰ γιὰ κατοικία της καὶ ποὺ δὲν ἤτανε ξένη πρὸς τὰ γράμματα, ἀναπτύχθηκε τότε σὲ τοῦτο τὸ ξερονήσι. (περισσότερα…)









