Rainer Maria Rilke, Ερωτικό

*

ΕΡΩΤΙΚΟ

Πώς την ψυχή μου να εμποδίσω εγώ
ν’ αγγίξει τη δική σου; Πώς μπορεί
σε κάτι άλλο να δοθεί έξω από σένα;
Αχ, νά γινόταν στα κρυφά
να τη φυλάξω εγώ
σε μέρη σιωπηλά, μέρη χαμένα,
που δεν τα φτάνει της αβύσσου σου η κλαγγή.

Μα ό,τι μας άγγιξε ποτέ εμάς τους δυο,
τώρα στην ίδια δοξαριά μάς έχει ενώσει,
δύο χορδές εμείς, κεντάμε μια φωνή.
Σ’ όργανο ποιο μάς έχουνε τεντώσει;
Το χέρι μάς κρατά ποιου βιολιστή;
Γλυκό τραγούδι εσύ.

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

*

**

Δάνειο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Είναι που έχουμε πάρει οριστικά την κατηφόρα ή είμαστε πια τόσο κάτω που δεν βλέπουμε την ανηφόρα; Δηλαδή, που δεν την βλέπουμε ως ανηφόρα.

Ο θείος ο Μήτσος ήταν θείος της μητέρας μας. Η γυναίκα του, η θεία η Δήμητρα, αδερφή της γιαγιάς. Βλέποντας μακριά, είχε φτιάξει στη δεκαετία του ’60 μια καλή μάντρα οικοδομών στην Λεωφόρο Κηφησίας και με τη συνεχή ανοικοδόμηση της Πρωτεύουσας έκανε χρυσές δουλειές. Παιδί ακόμα είχε βγει στη βιοπάλη. Τον έστελνε ο πατέρας του να πουλά παστέλια στην προπολεμική Αθήνα. Για να ξεγελάει την παιδική του πείνα, έριχνε μια δαγκωνιά, κόνταινε το παστέλι. Το τραβούσε κατόπιν να έρθει στο προηγούμενο μήκος του. Εκτατό γαρ! Πεπειραμένος επιχειρηματίας πλέον, είχε μείνει ένα μεγάλο καλοκάγαθο παιδί.

Πάνω από το γραφείο του είχε τη γνωστή εικόνα του «πωλούντος επί πιστώσει και του πωλούντος τοις μετρητοίς». Όταν πήγαινα μικρός τα Χριστούγεννα να πω τα κάλαντα, τον ρωτούσα τι σημαίνει «τοις μετρητοίς» και τι «επί πιστώσει». Μου εξηγούσε αλλά δεν κατάλαβα ποτέ. Και τώρα ακόμα το παλεύω… Έπαιρνα το αργυρούν εικοσάδραχμον κι έφευγα χαρούμενος.

Με το τζιπ του γυρίζαμε στις εξοχές της Αττικής. Κούρσα δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ. Το τζιπ με το διπλό διαφορικό μας ανέβαζε σ’ όλες τις ανηφοριές. Δεν κολλούσε στους αμμόλοφους του Σχινιά και μας έβγαζε στο Πικέρμι να μαζέψουμε χόρτα. Ζωχούς, ραδίκια, καρύδες, από τότε τα γνωρίζω· όσο υπάρχει άγρια φύση δε θα πεινάσω. Άφηνε μετά το τζιπ να κυλήσει χωρίς ταχύτητα στην κατηφόρα προς τον Σταυρό της Ραφήνας, όχι για οικονομία όπως σήμερα, τσιγκούνης δεν ήταν, έτσι από πεποίθηση. Περνώντας από τις ταβέρνες της Αγίας Μαρίνας, έκοβε ταχύτητα να πάρει μια μυρουδιά απ’ τα κοψίδια. Κάποτε σταματούσαμε. Του φώναζαν στον γυρισμό οι γυναίκες, να προσέχει έτσι πιωμένος που ήταν, κόκκινος από το κοκκινέλι. Οι ταχύτητες όμως τότε ήσαν μικρές, όπως και η βιασύνη. Η θεία η Δήμητρα ήταν ευτυχισμένη. Το μόνο της παράπονο ήταν που ο θείος Μήτσος την ταλαιπωρούσε… όντας ενεργός σε μεγάλη ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι πάνω της ετελεύτησε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, λίγο μετά τα εβδομήντα. Μάκαρ, αυτός.

Ήταν η γεννιά που το χρήμα ερχόταν ως μέσον αυτονόητα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για να ξοδευτεί προς τέρψιν. (Για ποια ανάπτυξη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).

Γράφαμε τότε κάθε χρόνο στο Δημοτικό την ημέρα της Αποταμιεύσεως –τῃ εντολῄ της Εθνικής Τραπέζης, του Ταμιευτηρίου;– μια έκθεση: Ποιο το νόημα της αποταμίευσης. Ακούγαμε εμείς ότι «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» και προσπαθούσαμε να στίψουμε το μυαλό μας τι να σημαίνουν όλα αυτά. Η αποτυχία μου πρέπει να ήταν πλήρης, αφού ποτέ δεν διαβάστηκε η έκθεσή μου στην τάξη. Και ο πήλινος κουμπαράς μου δεν μακροημέρευε. Όπως και τώρα που είναι πια κομμάτια.  Άλλαξε ποτέ η ελεημοσύνη προς το καλύτερο τον κόσμο; Ως ασπιρίνη στην ημικρανία, ανακουφίζει προσωρινά το σύμπτωμα, δεν θεραπεύει την αιτία.

Δεν δείχνει ο χαρακτήρας από τα μικράτα μας; Σπάταλος, γαλαντόμος, συντηρητικός, επαναστάτης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος. Καλή καρδιά;

Εκείνοι, φίλοι κι οι τρεις μαζί από το Δημοτικό. Βιολογική, ανθρωπολογική πολυποικιλότητα κάτω απ’ το ίδιο όνομα: Ελευθέριος.

—Έλα, πάμε ως την πλατεία να σε κεράσω ένα σουβλάκι, λέει ο Ελευθέριος Α΄ (ο πρώτος) στον Ελευθέριο Β (τον δεύτερο).

—Ευχαριστώ, αλλά να μη σε ξοδέψω.

Το πρώτο σουβλατζίδικο δεν είχε καλά σουβλάκια, το δεύτερο ήταν ακριβό, το τρίτο μακριά. Μετά από κάποιους γύρους (όχι της σούβλας) και άσκοπο περπάτημα, λέει ο Α΄:

—Μωρέ, ξέρεις κάτι, μου έφυγε η όρεξη· δεν το αφήνουμε γι’ απόψε;

Ο Ελευθέριος Γ΄ (ο τρίτος) φιλοξένησε τον Α΄ στο σπίτι του. Ο Α΄ για να του το ανταποδώσει, θέλησε να τον προσκαλέσει στο γνωστό ιταλικό εστιατόριο. Είδε ο Γ΄ (ο καλεσθείς) ότι μαζί με μια συγκεκριμένη πίτσα, προσφερόταν η σαλάτα δωρεάν. Δεν πρόσεξε ότι η προσφορά ήταν για το μεσημέρι και όχι το βράδυ. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Α΄ (ο προσκαλών) άλλαξε δέκα χρώματα.

—Τα ίδια μου κάνει και η Καλλιόπη (η συμβία του), λέει συγχυσμένος. (περισσότερα…)

Είναι γερό, ρε, τι λες τώρα;

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

—Ρε συ, χτυπάνε τα βήματά σου στις σόλες των παπουτσιών μου, σίγουρα είναι γερό αυτό εδώ;

—Πού θες να ξέρω. Θες πάγο;

—Βάλε, τρία.

—Τρία κιόλας, επακριβώς.

—Μετρημένα.

Κελάρυσε το Famous Grouse στο ένα ποτήρι, στ’ άλλο, άφησε ο Τάκης το μπουκάλι κι όπως έσκυψε στο ψυγειάκι έριξε μια ματιά έξω.

—Ήσυχη μέρα.

Γύρισε κρατώντας τα ποτήρια. Τα παγάκια του Γιάννη κουδούνισαν, πήγε ο Τάκης να τον πειράξει αλλά τον είδε που ’χε αφαιρεθεί να κοιτάζει απ’ το παράθυρο.

—Ο δήμος έχει έναν που κόβει τα χορτάρια, τι έπαθε αυτός και τ’ άφησε στη μέση;

—Τι λες πάλι, μωρέ; Πάρε την πέρδικα.

Ακούμπησε με θόρυβο τα ποτήρια στο πτυσσόμενο τραπεζάκι και στριμώχτηκε απέναντί του.

—Λέγε τώρα.

Ο Γιάννης μάζεψε το βλέμμα του στο ουίσκι. Κούνησε κυκλικά το ποτήρι και τα παγάκια κουδούνισαν πάλι σαν να γελούσαν. Τον περίμενε ο Τάκης.

—Ρε συ…, είπε τελικά, με το βλέμμα ακόμη στο ποτήρι, τα παγάκια ακόμη να γελούν, πιο αργά, πιο σιγανά.

Ο Τάκης ήπιε. Περίμενε.

—Ρε συ…

Ξανακοίταξε απ’ το παράθυρο ο Γιάννης. Κατάπιε, όχι ουίσκι, δεν είχε φέρει το ποτήρι του στα χείλη. Τα παγάκια είχαν σταματήσει να γελούν. Το χέρι του έσφιγγε το γυαλί.

—Τι να της πω;

Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση το ίδιο. Δεν ήθελε να τη δώσει ο Τάκης.

—Τι να σου πω, ρε φίλε… Από δουλειά;

Απότομο βλέμμα, θυμός να εκραγεί.

—Σκατά από δουλειά! Τι από δουλειά. Δεν ξέρεις; Ο δικός μας πτωχευμένος κι ο ιδιοκτήτης στα δικαστήρια, εμείς τελευταίοι. Τίποτα. Και πουθενά, τίποτα. Ντρέπομαι να βάζω βενζίνη στου ξαδέρφου μου για πεντακόσια ευρώ, ρε! Εδώ μας φτάσανε. Πεντακόσια σκατοευρώ!

Τώρα ήπιε. Κοπάνησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, πιτσίλισε σταγόνες ουίσκι τη φορμάικα.

—Τι θα κάνω, ρε; Τι να της πω;

Σειρά του Τάκη να κοιτάξει έξω. Λες κι ο τύπος απ’ τον δήμο με το χορτοκοπτικό θα ’χε φυλάξει στα χορτάρια καμιά λύση για τον Γιάννη. Δίκιο είχε ο φίλος του. Είχε αφήσει άκοπα τα μισά.

—Η Άννα… θέλει να το κρατήσει; τον ρώτησε σιγανά χωρίς να στραφεί, και ξανάφερε το ποτήρι στο στόμα. Ήπιε αργά. Και μόνο πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού κοίταξε πλάγια τον Γιάννη. Η καρδιά του κλότσησε, ένιωσε τη γουλιά να κατεβαίνει σ’ ένα σταματημένο σώμα.

Ο Γιάννης τον είχε καρφώσει. Σκοτεινός. Για μια στιγμή, αβυσσαλέα σαν μαύρη τρύπα. Όχι, δεν κοίταζε αυτόν. Τόσο σκοτάδι απ’ τα μάτια του δεν ήταν γι’ αυτόν. Φοβήθηκε ο Τάκης. Τόσα γίνονται. Τόσοι άλλοι… (περισσότερα…)

Μυστήριον

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Μυστήριον

Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη Γιάννη Χρήστου και εξήντα από την κυκλοφορία του εμβληματικού έργου του Mysterion, ενός σκηνικού ορατορίου βασισμένου σε αρχαίες αιγυπτιακές νεκρολογίες, για αφηγητή, ηθοποιούς, τρεις χορωδίες, ορχήστρα και μαγνητοταινία. Στο οπισθόφυλλο της πρώτης δισκογραφικής έκδοσης του έργου είναι τυπωμένο ένα σύντομο κείμενο του ίδιου του συνθέτη, όπου περιγράφει το έργο ως μια εμπειρία ονείρου: οι λέξεις αρθρώνονται, αλλά το νόημά τους παραμένει ασαφές· μοιάζουν με μαγικές φόρμουλες μιας μακρινής γλώσσας. Κι όπως δεν χρειάζεται να καταλάβει κανείς τι λέει ένα έξαλλο πλήθος για να επηρεαστεί από τις κραυγές του, έτσι κι εδώ η γλώσσα λειτουργεί πρωτίστως ως δύναμη και όχι ως φορέας σημασίας. Στο μικρό σχέδιο που συνοδεύει το κείμενο, το περιεχόμενο ενός εσωτερικού κύκλου προσδιορίζεται ως «εφιάλτης», ενώ ο Χρήστου κλείνει με μία προειδοποίηση: οι σύγχρονες «λέξεις της ισχύος» είναι η γλώσσα της επιστήμης και της τεχνολογίας, «από την οποία έχουμε καταντήσει να εξαρτιόμαστε τόσο πολύ».

Το κείμενο δεν αποτελεί απλή επεξήγηση του έργου· φωτίζει την αντίληψη του Χρήστου για τη λειτουργία της γλώσσας μέσα σ’ αυτό. Οι λέξεις δεν εμφανίζονται ως φορείς νοήματος, αλλά ως ηχητικά συμβάντα με άμεση ψυχολογική επίδραση, ικανά να επηρεάσουν τον αποδέκτη ακόμη κι όταν παραμένουν ακατανόητα. Η εμπειρία καθιστά, τρόπον τινά, την ερμηνεία περιττή.

Η φωτογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο απεικονίζει, σε μεγέθυνση, το σχέδιο του οπισθοφύλλου πλάι σε ένα σύγχρονο κινητό τηλέφωνο. Η ομοιότητα δύσκολα περνά απαρατήρητη: το περίγραμμα του σχεδίου θυμίζει τη μορφή της συσκευής, ενώ ο εσωτερικός κύκλος του «εφιάλτη» αντιστοιχεί στη διάταξη των καμερών. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια οπτική σύμπτωση. Ωστόσο, η σύμπτωση αυτή προσφέρεται ως αφορμή για μια διαφορετική ανάγνωση. Το σχέδιο του Χρήστου μοιάζει να συνομιλεί με ένα από τα βασικά αντικείμενα που οργανώνουν σήμερα την καθημερινή μας εμπειρία.

Το παράδειγμα του έξαλλου πλήθους που χρησιμοποιεί ο Χρήστου μπορεί να ιδωθεί ως περιγραφή αυτής της ψηφιακής εμπειρίας. Ο συνθέτης μετατοπίζει τη σημασία από το περιεχόμενο στον τόνο, στη συχνότητα, στην ένταση της φωνής. Με ανάλογο τρόπο, τα σύγχρονα ψηφιακά περιβάλλοντα βασίζονται στην ένταση που παράγει η αδιάκοπη ροή εικόνων, ειδοποιήσεων και ερεθισμάτων. Δεν απαιτούν ερμηνεία· απαιτούν κυρίως ανταπόκριση. Οι «λέξεις της ισχύος» του Χρήστου αποκτούν, υπό αυτό το πρίσμα, μια νέα διάσταση.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό «Μυστήριον» να μην είναι οι αρχαίες νεκρολογίες ούτε οι ακατανόητες λέξεις, αλλά η αινιγματική ευκολία με την οποία ο άνθρωπος παραιτείται από την ανάγκη να καταλάβει. Και το πιο ανησυχητικό να μην είναι η επιρροή καθεαυτή που ασκούν πάνω του οι νέες «λέξεις της ισχύος», αλλά η προθυμία με την οποία παραδίδεται σε αυτές, εκχωρώντας την προσοχή, τη σκέψη και, τελικά, την κρίση του σε ό,τι καταφέρνει να ακούγεται δυνατότερα. (περισσότερα…)

Η απουσία αγγίγματος και η εικονική εγγύτητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

1.

Στις ανθρώπινες κοινωνίες μέχρι και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν «οι σχέσεις συμπαρουσίας προϋποθέτουν πάντα την εγγύτητα όσο και την απόσταση, την προσέγγιση όσο και την απομάκρυνση, τη σταθερότητα, όσο και τη φαντασία[1]. Ένα είδος ισορροπίας είχε εγκατασταθεί.

Όμως τα τελευταία 30 έτη υπάρχει μια τρίτη παρουσία , η «εικονική εγγύτητα» , που είναι καθολικά και μόνιμα διαθέσιμη χάρη στα ηλεκτρονικά δίκτυα και η οποία διαταράσσει οριστικά την ισορροπία μετατρέποντάς την μονόπλευρα υπέρ της απόστασης, της απομάκρυνσης και της φαντασίας, και εις βάρος της προσέγγισης και της σταθερότητας.

Ως εκ τούτου προκύπτει το ακόλουθο ζήτημα. Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι προετοιμάζει τον τελικό διχασμό μεταξύ «φυσικής» και «πνευματικής» απομάκρυνσης. Μπορούμε να συνηγορήσουμε σε αυτό. Νομίζω ότι με τα υπάρχοντα δεδομένα βλέπουμε ότι η πρώτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της δεύτερης.

Η «εικονική εγγύτητα» έχει σήμερα τη δική της «υλική» βάση, την υψηλή τεχνολογία, η οποία είναι απείρως ευρύτερη, πιο ευέλικτη, πιο ποικιλότροπη, ελκυστική και περιπετειώδης από κάθε διάταξη υλικών σωμάτων.

Αποτέλεσμα αυτής της «νέας πραγματικότητας» είναι ότι η φυσική εγγύτητα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες από το παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο, να επηρεάσει την πνευματική απομάκρυνση…

2.

Ταυτόχρονα η «εικονική εγγύτητα» διαμορφώνει και την «εικονική απόσταση». Αποτελούν και οι δύο τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Σκεπτόμενοι αντιλαμβανόμαστε ότι η «εικονική απόσταση» προκαλεί την αναστολή, ίσως και την ακύρωση κάθε στοιχείου που μετατρέπει την γεωγραφική-τοπική κοντινότητα σε εγγύτητα. Καταργεί στην ουσία τον χώρο. Τον ενοποιεί σε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό χωριό στο οποίο η εγγύτητα δεν απαιτεί πλέον φυσική κοντινότητα, αλλά και η φυσική κοντινότητα δεν καθορίζει την εγγύτητα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπάουμαν [2].

Έτσι γινόμαστε μάρτυρες της προέλασης της εικονικής εγγύτητας η οποία καθιστά τις ανθρώπινες συνδέσεις συχνότερες και πιο ρηχές αλλά ταυτόχρονα εντονότερες και πιο σύντομες. Οι επαφές, συνεχίζει ο Μπάουμαν, χρειάζονται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να συναφθούν και να διαλυθούν. Η απόσταση δεν αποτελεί εμπόδιο στο να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά και το να ερχόμαστε σε επαφή δεν αποτελεί εμπόδιο στο να μείνουμε απομακρυσμένοι.

Ο διαχωρισμός επικοινωνίας και σχέσης ίσως και να είναι το σημαντικότερο αρνητικό επίτευγμα της εικονικής εγγύτητας. Η ψηφιακή επικοινωνία οξύνει την εξατομίκευση του ανθρώπου, υποστηρίζει ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν[3], και συνεχίζει

«Παραδόξως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδομούν την κοινωνική διάδραση. Οδηγούν, εντέλει, στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής. Στην καλύτερη περίπτωση είμαστε δικτυωμένοι, χωρίς ωστόσο να είμαστε συνδεδεμένοι. Δεν υπάρχει άγγιγμα. Έτσι, ζούμε σε μια κοινωνία από την οποία απουσιάζει το άγγιγμα. Σε αντίθεση με το άγγιγμα, η επαφή δεν δημιουργεί εγγύτητα. Η σχέση με τον Άλλον συρρικνώνεται δραματικά όταν ό Άλλος, ως Εσύ, εκπίπτει σε Αυτό, σε ένα αντικείμενο που ικανοποιεί τις ανάγκες μου και επιβεβαιώνει το Εγώ μου. Ο Άλλος, στον οποίο βλέπω το είδωλό μου να κατοπτρίζεται, χάνει την Αλλότητά του, την Ετερότητά του. Ο ναρκισσισμός της κοινωνίας, που αυξάνεται όλο και περισσότερο και οδηγεί στην εξαφάνιση της σύνδεσης και του αγγίγματος, εντείνει το άγχος».

Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (αυτοί που αντιστοιχούν στην κοινωνία των ιδιωτών) υπολειτουργούν και αρκετοί απ’ αυτούς μένουν κενοί λόγω έλλειψης συμμετοχής. Μειώνεται δραστικά η συμμετοχή στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς συλλόγους, στις τοπικές δραστηριότητες της γειτονιάς και των δήμων. Ακόμη και οι συναναστροφές στους χώρους εργασίας μειώνονται. Το να έχεις φίλους έχει γίνει πολυτέλεια. Η δημιουργία οικογένειας είναι πλέον ένα τεράστιο πρόβλημα. Η πίεση για να κερδηθούν τα απαραίτητα προς το ζην φαίνεται ότι, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν, υπονομεύει κάθε συλλογικό ιδανικό. (περισσότερα…)

Ο τρόμος του σωσία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Aνάμεσα στα φυσικά στοιχεία αυτό που διακρίνεται για τη μεταδοτικότητά του, την άμεση επαφή του, είναι το υγρό στοιχείο: μπορεί να είναι πηγή ζωής και αναζωογόνησης, όμως η άμεση και σχεδόν ολική επαφή που προϋποθέτει το καθιστούν καλό ή κακό αγωγό της μετάδοσης. Η πρόσφατη επιδημική εμπειρία το κατέτασσε στην πρώτη τάξη των κολλητικών παραγόντων. Παράλληλα με την επισφάλεια που επιφέρει, βέβαια, το αρχέγονο αυτό στοιχείο διατηρεί ωστόσο τις στοιχειακές συμβολικές του ιδιότητες, με προεξάρχουσες εκείνην της κάθαρσης, υλικής και ηθικής, της αναγέννησης, κυριολεκτικής και συμβολικής.

Τι να πει επομένως κανείς για μια ταινία που ο δημιουργός της, ο Τσάρλυ Πόλινγκερ, επιμένει να τοποθετεί τα δρώμενά της κοντά, γύρω, πάνω αλλά και κάτω από την επιφάνεια του νερού, έστω κι αν αυτό είναι το «χλωριωμένο» νερό μιας πισίνας; Μιας πισίνας σχολικών εγκαταστάσεων, μιας πισίνας κατασκήνωσης, προορισμένης για προπόνηση και αγώνες γουώτερ-πόλο, ενώ θα μπορούσε να μετατοπίσει λίγο τις εικόνες του σε πιο «στεγνούς» και στεγανούς χώρους που διαθέτει μια εγκατάσταση κατασκήνωσης, σε χώρους όπου η υγρασία ή η υποψία της δεν φαίνεται να επηρεάζουν τη στεγνή ή στυγνή λογική των διανθρώπινων συναναστροφών. Εσκεμμένα και μετ’ επιτάσεως παρά ταύτα οι ήρωες είναι ραντισμένοι από την υγρασία της πισίνας οποιαδήποτε αναφορά, οποιοδήποτε πλάνο εκτός του εν λόγω χώρου θα αποτελούσε παραφωνία, έστω κι αν συνιστούσε δραματουργική αιτιολόγηση: μόνο ο χώρος της πισίνας, των διαδρόμων και των παράπλευρων αιθουσών (π.χ. εστιατόριο) ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτηʿ ό,τι είναι να βυθιστεί θα βυθιστεί μέσα στο χλωριωμένο νερό, και ό,τι είναι να αναδειχθεί θα αναδυθεί από αυτό. Οι πρωταγωνιστές κυκλοφορούν εστεμμένοι με τα μαργαριτάρια των σταλίδων πάνω τους σαν να πρόκειται για τη μοίρα με την οποία τους έχει αγγίξει η πρωτογενής δύναμη του υγρού στοιχείου.

Και μιλάμε για την ταινία Η πανούκλα, όπου ένα πλήθος τεχνικών κυρίως συντελεστών της φέρουν ρουμανικά ονόματα, καθότι απλούστατα η ταινία έχει γυριστεί στη Ρουμανία, αλλά το στίγμα του νεότερου ρουμανικού κινηματογράφου ελάχιστα τη χαρακτηρίζει, ενώ η αμερικανική γραφή είναι έκδηλη, παρότι δεν ακολουθεί την πεπατημένη του αμερικάνικου ψυχολογικού θρίλερ.

Βασικός πυρήνας της ιστορίας δηλαδή είναι κάτι πλέον κοινότοπο, ο σχολικός εκφοβισμός, το μπούλινγκ. Αυτό που μέχρι πρόσφατα δεν είχε καν όνομα, άρα και νόημα, ώστε να γίνει αντικείμενο μυθοπλαστικής πραγμάτευσης, εμφανίζεται για ακόμη μια φορά, με τον κίνδυνο βέβαια της χιλιοειπωμένης ιστορίας, του «ένδοξου» κλισέ.

Καλό θα είναι λοιπόν να δούμε σε τι αποκλίνει δημιουργικά η ταινία από παρεμφερείς ιστορίες και τη σκηνοθετική τους πραγμάτευση.

Κατά πρώτον, ενώ η ομάδα των bullies, των εκφοβιστών, είναι, όπως συχνά, πολυπληθής, και αυτός ο «μαζικός» χαρακτήρας συντηρεί την αντίθεση θύτη-θύματος, αυτό το τελευταίο αναδιπλασιάζεται: είναι, κατά πρώτον, ένα παιδί με μιαν απροσδιόριστη κολλητική ασθένεια, που μπορεί και να μην είναι και κολλητική, και που ο φαινότυπός της είναι οι κοκκινίλες και τα ερεθισμένα εξανθήματα, αποκρουστικά στην όψη, πιθανώς παθογενή και παθογόνα, τίποτα όμως πιο συγκεκριμένο. Το νερό με την κοσμογονική του πρωτογένεια γίνεται, εδώ, φορέας παθογένειας. Η απροσδιοριστία αυτή αποτελεί έναν δυνητικό τρομοκρατικό παράγοντα, όπως φάνηκε, αρχικά τουλάχιστον με το παράδειγμα της πρόσφατης επιδημίας του AIDS. Η πιθανότητα της ψυχογένειας των εξανθημάτων, η πιθανότητα το εκφοβιστικό κλίμα να γεννά τα εξανθήματα, δεν απασχολεί τους ήρωες, ούτε επομένως και τον σκηνοθέτη. Αιωρείται ως εικασία των υποψιασμένων θεατών. Εκείνο που προέχει είναι το νερό ως καλός αγωγός μολυσματικής μετάδοσης, και όχι μόνο αυτό: η ανθρώπινη επιδερμίδα ως επιφάνεια ενός βάθους: είναι γνωστή η φράση του Πωλ Βαλερύ, δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ από την ανθρώπινη επιδερμίδα. (περισσότερα…)

Θραύσματα ημερολογίων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι θραύσματα ημερολογίων. Από το 1987 μέχρι και το 2024 κατέγραφα συστηματικά σε ημερολόγια και τετράδια κάθε λογής γεγονότα και σκέψεις. Εδώ και δυο χρόνια σταμάτησα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η καθημερινή διαδικασία με κούραζε και με άγχωνε. Επιπλέον, είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για τη χρησιμότητά της. Για πολλά χρόνια ήταν μια μορφή θεραπείας και μια συλλογή πληροφοριών κυρίως για λογοτεχνικούς λόγους. Τώρα αυτές οι ανάγκες έχουν ξεθωριάσει. Έχοντας τακτοποιήσει μέσα μου μια σειρά από καημούς και απωθημένα, οι καθημερινές καταγραφές μου φαίνονται κουραστικές και ανούσιες. Επιπλέον, έχω αποδεχτεί το γεγονός ότι το λογοτεχνικό μου σχέδιο θα παραμείνει στα χαρτιά. Η αιτία βρίσκεται ισόποσα σε προσωπικές ανεπάρκειες, συνθήκες και στη γενικότερη αίσθηση ματαιότητας που χαρακτηρίζει σταθερά την εσωτερική ζωή μου – μια αίσθηση γλυκόπικρη και απελευθερωτική. Γενικά το διάβασμα μου δίνει περισσότερη χαρά και δύναμη από το γράψιμο. Πάνω στο γραφείο και σε μια μικρή βιβλιοθήκη δίπλα μου έχω γύρω στα ογδόντα βιβλία. Αυτά διαβάζω ξανά και ξανά. Όλα τα υπόλοιπα, περίπου χίλια, αναπαύονται σε μια μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο. Πολύ όμορφη εικόνα. Χαίρομαι και μόνο που τα βλέπω.

///

Η τέχνη και η αγάπη είναι τα μόνα πράγματα που με κάνουν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν έχει αποτύχει πλήρως στο κοσμικό του εγχείρημα.

///

Το να γράφεις για τη ζωή σου σημαίνει να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου ή να τον επινοείς; Και τα δύο. Αυτοβιογραφία και αυτομυθοπλασία είναι αλληλένδετες.

///

Με τα χρόνια καταλήγω όλο και πιο μόνος. Ανέφικτες οι καινούργιες φιλίες, τελειωμένες οι παλιές. Ταμπουρωμένοι όλοι στην αυταπάτη της οικονομικής τους ασφάλειας. Τους φαίνεται επικίνδυνος ο τρόπος που ζω. Τους ενοχλεί που δηλώνω «πάντα φτωχός, ποτέ άφραγκος». Τους ενοχλεί που δεν δίνω δεκάρα για τις καθιερωμένες αξίες αυτού του τόπου. Τους ενοχλεί που μιλάω και γράφω για τον θάνατο και τη ματαιότητα.

///

Ερχόταν σχεδόν μια φορά το μήνα στο σπίτι για να μιλήσουμε για λογοτεχνία και φιλοσοφία. Στην αρχή πίστευα ότι οι προθέσεις του ήταν έντιμες αλλά σύντομα φάνηκε ότι ο πραγματικός σκοπός του ήταν τα χρήματα. Μου ζητούσε κάθε φορά δέκα, είκοσι ευρώ. Όποτε είχα, του έδινα. Ένα κυριακάτικο πρωινό ήρθε απρόσκλητος και μπήκε μέσα με συμπεριφορά ανθρώπου που είναι σε απελπισία. Ήταν η δεύτερη χρονιά του κόβιντ. Φορούσε διπλή μάσκα και απέφυγε κάθε είδος χειραψίας. Κούτσαινε λιγάκι – ή έκανε πως κούτσαινε. Άρχισε να μου λέει ότι έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι έπρεπε να πάει στην Αθήνα για εγχείρηση. Μου είπε ότι είχε πάρει στη σειρά φίλους και συγγενείς και ζητούσε από τον καθένα ένα ποσό, όσα μπορούσε ο καθένας. Από μένα ζήτησε πεντακόσια ευρώ. Δεν ξέρω τι εντύπωση του είχα δώσει αλλά τέτοιο ποσό ήταν υπερβολικό για τα δεδομένα μου. Του είπα δεν έχω. Επέμενε. Αναγκάστηκα με τρόπο να του δείξω ότι η επίσκεψή του ήταν δυσάρεστη. Έφυγε. Έριξα μια ματιά από το παράθυρο. Τον είδα να βγάζει τη μάσκα και να την πετά στο πεζοδρόμιο. Τον είδα να περπατά κανονικά, ζωηρά, σχεδόν χορευτικά. Δεν ξαναήρθε για επίσκεψη.

///

Στα εφηβικά και στα νεανικά μου χρόνια δούλεψα σε ξενοδοχεία. Αγάπησα τους χώρους, του συναδέλφους, τους τουρίστες, τη ζωή, τη Ρόδο στην χρυσή εποχή της. Στα πενήντα μου ξαναβρέθηκα να εργάζομαι σε ξενοδοχεία. Και μίσησα σχεδόν τα πάντα – ακόμα και τον εαυτό μου.

///

Αθήνα, 1990. Είμαι φοιτητής, τρίτο έτος στην παλιά ΑΣΟΕΕ. Δουλεύω σε νυχτερινό μαγαζί, μπουζούκια, ωράριο δέκα το βράδυ μέχρι ξημέρωμα. Μεγάλα ονόματα της εποχής στην πίστα. Μια νύχτα, λόγω διαφωνίας σε λογαριασμό, βρίσκομαι με φαλτσέτα στο λαιμό. Φτιαγμένος ο άλλος, έτοιμος να με καθαρίσει. Δεν θυμάμαι πολλά αλλά με σώζει η παρέμβαση του μαιτρ. Λίγο καιρό αργότερα ο άνθρωπος που με έσωσε με βάζει τσιλιαδόρο σε παράνομες συναλλαγές του. Έπαιξα τον ρόλο δυο νύχτες. Δεν μου ταίριαζε. Έφυγα από το μαγαζί. Βρήκα δουλειά σε βιοτεχνία, βοηθός λογιστή. (περισσότερα…)

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Η μονή του Κυνηγού στο απώτατο, βόρειο ύψωμα του Υμηττού, επάνω από τον Σταυρό, σε λήψη της δεκαετίας του 1950.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #20
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα  

Στον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, κοντά στον δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στα Μεσόγεια, στήθηκε το έτος 1237/8 μαρμάρινος κίονας για να απαθανατίσει την κατασκευή ενός δρόμου. Ήταν έργο μοναχού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της γνωστής και ενεργής μέχρι σήμερα μονής του Κυνηγού, που βρίσκεται στο απώτατο, προς τα βόρεια, άκρο του Υμηττού, επάνω ακριβώς από τον Σταυρό. Η μονή είχε ιδρυθεί λίγο πριν από την κατάκτηση της νότιας Ελλάδας από τους Σταυροφόρους, το μοιραίο έτος 1204. Η Αττική πέρασε τότε στην εξουσία της οικογένειας των ντε λα Ρος από τη Βουργουνδία, που συνέστησαν το δουκάτο των Αθηνών. Το μοναστήρι του Κυνηγού ανήκει σε εκείνα που μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους, συνυπάρχοντας με τους  καθολικούς κληρικούς που κατέλαβαν την ορθόδοξη μητρόπολη των Αθηνών.

Η επιγραφή, ένα επίγραμμα επιμελώς χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα επάνω στον κορμό του κίονα, απευθύνεται στον οδοιπόρο:

Ζητεῖς μαθεῖν, ὁδῖτα, τόνδε τὸν τρόπον;
Ἀρχὴν ἀποσκόπευσον αὐτοῦ καὶ τέλος.
Καὶ τίς ὁ τοῦτον τερματώσας ἐκ πόθου;
Νεόφυτος τοὔνομα, λάτρης Κυρίου·
αἴτησον αὐτῷ ψυχικὴν σωτηρίαν
ὅστις ποτ’ ἂν ἦ καὶ παριὼν ἐνθάδε.

͵σψμς΄

Φ
Σ        Φ
Λ

Η επιγραφή έδωσε φωνή στον λίθο, που ρωτά τον διαβάτη αν θέλει να μάθει τί είναι αυτός ο «τρόπος» και ποιός τον έφτιαξε. Με τον όρο «τρόπος» αναφέρεται ο δρόμος, την αρχή του οποίου όριζε ο κίονας και το τέλος του το μοναστήρι του Κυνηγού, που ήταν ο προορισμός του. Την κατασκευή του ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Νεόφυτος, «λάτρης Κυρίου». Ο λίθος καλεί τον περαστικό —όποιος και αν είναι αυτός και όποτε διαβεί— να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Στο τέλος παρατίθεται το από κτίσεως κόσμου έτος ͵σψμς΄ (=6746), που αντιστοιχεί στο 1237/8 μ.Χ. (περισσότερα…)

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

Λολίτα

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

Φιλία ἐστὶ μία ψυχὴ ἐν δυσὶ σώμασιν ἐνοικουμένη
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ήταν ένα αταξινόμητο αίσθημα, όταν έκλεινε τα μάτια της για να απολαύσει τα χάδια μου, την αφή των χεριών μου στο σώμα της, με εκείνον τον ασυγκράτητο αισθησιασμό, ήταν σαν να με προκαλούσε ερωτικά να την ακολουθήσω στην ανεξιχνίαστη σκέψη της, να ξεχάσω για μια στιγμή τις ανόητες διαχωριστικές συμβάσεις της ανθρώπινης ζωής, να κλείσω τα μάτια και να στρέψω κι εγώ το βλέμμα στον μέσα μου κόσμο, εκεί όπου δύο εντελώς διαφορετικά ζωικά όντα με ένα απλό σκούντημα της φαντασίας μπορούν να συναντηθούν, ένας βάτραχος με ένα μόνο φιλί να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα ή ένας κύκνος χάρη στην αγάπη ενός άνδρα να ξαναγίνει πριγκίπισσα.

Το ίδιο και την ώρα του φαγητού, όσο και αν ήταν πεινασμένη, η γλώσσα της πρώτα έγλυφε τρυφερά το χέρι που της πρόσφερε το φαγητό, πάντα με αυτή την ζεστή, υγρή, στοργική αφοσίωση που μου είχε και μετά έστρεφε την προσοχή της στο πιάτο της. Δεν ήξερα και ούτε κατάλαβα ποτέ αν ήταν αποκύημα της φαντασίας μου αυτό που συνέβαινε μέσα μου ή αν ήταν εκείνη που με έκανε να την βλέπω έτσι… ένα μικρό κορίτσι που χρησιμοποιούσε τα θέλγητρά του για να με κερδίσει, να παίξει μαζί μου.

Μόνο στον Καββαδία είχα συναντήσει ξανά αυτό το αίσθημα να γίνεται λέξεις. Να το περιγράφει κάποιος με όλη την έντασή του. Σε ένα ποίημά του που μιλάει για μια γάτα με ηλεκτρισμένα μάτια, τη γάτα που οι ναύτες των φορτηγών πλοίων παίρνουν συντροφιά στα υπερωκεάνεια ταξίδια τους και «την λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί». Πάντα με συγκινούσε έως δακρύων αυτό το εξαιρετικό ποίημα όταν το διάβαζα, ιδίως οι τελευταίες στροφές του. Αν δεν το θυμάστε θα σας πρότεινα να το διαβάσετε, ίσως έτσι με καταλάβετε καλύτερα…

Α, ναι, υπάρχει κι ένα ακόμα, μυθιστόρημα, του Νίκου Αθανασιάδη που μιλά για τον εξωπραγματικό αλλά καθ’ όλα υπαρκτό έρωτα ενός κοριτσιού με ένα αρσενικό δελφίνι. Η γραφή του συγκλονιστική, σε κάνει να πιστέψεις στα αδύνατα. Έπειτα, να μην ξεχάσω, ήταν και μια νουβέλα του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα όπου ένας σοφός κατά τα άλλα καθηγητής αποκαλύπτει σε έναν δημοσιογράφο τον παθιασμένο νεανικό έρωτά του προς μια σειρήνα, την Λίγεια, στις ερημικές ακτές της Σικελίας. Βέβαια οι δύο αυτές τελευταίες περιπτώσεις, όσο και αν σε γοητεύουν για την αλήθεια τους, δεν παύουν, σε αντίθεση με το ποίημα του Καββαδία, να αποτελούν υποθέσεις εργασίας δύο άριστων πεζογράφων.

Εγώ πάντως διάλεξα το όνομά της, καθόλου τυχαία ασφαλώς, μέσα απ’ το εμβληματικό μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ. Η δαιμονική ερωτική έλξη ανάμεσα σε ένα μικρό κορίτσι που έχει επίγνωση της ομορφιάς του και της επίδρασης της ομορφιάς του σε έναν ώριμο άντρα και που ξέρει να την χειρίζεται ανάλογα με το κέφι της, μου ταίριαζε ακριβώς για την περίσταση. Με έσερνε από τη μύτη. Αρκεί να έκλεινε τα μάτια της μ’ αυτόν τον ναζιάρικο, γεμάτο θηλυκή χάρη, τρόπο της, όταν ένοιωθε το χέρι μου ανάμεσα στο λεπτό σαν μετάξι τρίχωμά της και της παρέδιδα αυτόματα την ψυχή μου ολόκληρη. Τα βράδια ερχότανε και κοιμόταν πάντα κάτω από το παράθυρό μου παρόλο που ποτέ δεν την έδεσα με αλυσίδα και ήταν εντελώς ελεύθερη να επιλέξει μέσα από ένα μεγάλο κτήμα με δέντρα και με ένα σπίτι στη μέση, όποια θέση της άρεσε περισσότερο για τον βραδινό ύπνο της. Για το σπιτάκι της έξω από την πόρτα μου ούτε λόγος. Ήθελε να είναι πάντα δίπλα μου. Τα βράδια μας χώριζε μόνο ένας τοίχος μ’ ένα παράθυρο. Τα καλοκαίρια που ήταν ανοιχτό την άκουσα πολλές φορές να αναστενάζει. Ή τουλάχιστον εγώ εκλάμβανα εκείνους τους ήχους που έβγαζε μέσα στον ύπνο της ως αναστεναγμούς. Τι να ονειρευόταν άραγε; (περισσότερα…)

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)

Λευκόχροον

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.vii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΛΕΥΚΟΧΡΟΟΝ

Διασχίζω το δάσος και ξαφνικά μέσα στα σκιερά έλατα ανακαλύπτω κρυμμένο το λευκόχροο δέντρο. Ξέρω ότι δεν είναι ένα κοινό δέντρο. Είναι η άγρια νύμφη του δάσους, η ξεχασμένη θεότης, η προστάτις των ξυλοκόπων και των μοναχικών οδοιπόρων, η ψυχή των καλών πνευμάτων που ζουν απωθημένα στις σκιές. Στέκομαι μπροστά της με σεβασμό, υποκλίνομαι και της μιλώ με κατάνυξη. Ζητώ την ευλογία της και ψάχνω μέσα στις ορφικές μνήμες μου να βρω έναν κατάλληλο ύμνο για να τον ψάλλω και να της τον αφιερώσω. Ω αλλοτριομορφοδίαιτη Κόρη, ω αλλομορφομετάβλητη θεά. Γονατίζω. Πέτρες, χαμόκλαδα, πουλιά κρυμμένα ψιθυρίζουν κι αυτά.

*

* (περισσότερα…)