*
Γιά νά τραβήξει τήν μεταλλική ἀκκίδα ἀπό τήν παλάμη μου
ὁ πατέρας μού διηγήθηκε μιάν ἱστορία χαμηλόφωνα.
Παρατηροῦσα τό ἀγαπημένο του πρόσωπο καί ὄχι τή λεπίδα.
Πρίν τελειώσει ἡ ἱστορία, εἶχε βγάλει
τό σιδερένιο θραῦσμα ἀπ’ τό ὁποῖο νόμιζα πώς θά πεθάνω.
Δέν μπορῶ νά θυμηθῶ τήν ἱστορία,
ἀλλ’ ἀκούω τή φωνή του ἀκόμα, ἕνα πηγάδι
μέ σκοτεινό νερό, μιά προσευχή.
Καί ἀνακαλῶ τά χέρια του,
δύο μέτρα τρυφερότητας
πού ἔβαλε στό πρόσωπό μου,
τίς φλόγες τῆς πειθαρχίας
πού ὕψωσε πάνω ἀπό το κεφάλι μου.
Ἄν εἴχατε μπεῖ ἐκεῖνο το ἀπόγευμα
ἴσως νά εἶχε περάσει ἀπ’ τό νοῦ σας πώς εἴδατε ἕναν ἄνδρα
νά φυτεύει κάτι στην παλάμη ἑνός ἀγοριοῦ,
ἕνα ἀργυρό δάκρυ, μιά μικροσκοπική φλόγα.
Ἄν εἴχατε ἀκολουθήσει ἐκεῖνο το ἀγόρι
θά εἴχατε φθάσει ἐδῶ,
ὅπου γέρνω πάνω ἀπό τό δεξί χέρι τῆς γυναίκας μου.
Δεῖτε πῶς κόβω βαθιά τό νύχι τοῦ ἀντίχειρά της
τόσο προσεκτικά πού δε νιώθει κανένα πόνο.
Παρατηρεῖστε καθώς βγάζω ἔξω τήν ἀκκίδα.
Ἤμουν ἑφτάχρονος ὅταν ὁ πατέρας μου
πῆρε παρόμοια το χέρι μου,
κι ἐγώ δέν κράτησα κεῖνο τό σπασμένο κομμάτι
ἀνάμεσα στά δάχτυλά μου σκεφτικός,
Μέταλλο πού θά μέ θάψει,
βάπτισέ το Μικρό Δολοφόνο,
Ὀρυκτό πού Προχωρᾶ Βαθιά πρός τήν Καρδιά Μου.
Δέ σήκωσα τήν πληγή μου ψηλά κραυγάζοντας,
Ἐδῶ Ἐπίσκεψη Θανάτου!
Ἔκανα ὅ,τι κάνει ἕνα παιδί
ὅταν κάτι τοῦ δίδεται νά φυλάξει.
Φίλησα τόν πατέρα μου.
Μετάφραση-Επιμέλεια στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ
///
Ὁ ποιητής γεννήθηκε στήν Τζακάρτα τῆς Ἰνδονησίας τό 1957. Οἱ γονεῖς του, ἀπό ἰσχυρά κινεζικά σόγια, ἦταν πολιτικοί ἐξόριστοι. Τό 1959 ὁ πατέρας του συνελήφθη καί φυλακίστηκε γιά ἕναν χρόνο. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του, ἡ οἰκογένεια ἀναγκάστηκε νά μετακινηθεῖ μέσῳ Χόνγκ Κόνγκ, Μακάο καί Ἰαπωνίας, προτοῦ καταλήξει στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τό 1964 καί ἐγκατασταθεῖ στήν Πενσυλβάνια.Ἐκεῖ ὁ πατέρας του ἔγινε Πρεσβυτεριανός πάστορας μιᾶς μικρῆς ἐνορίας. Ὁ ἴδιος ὁ Λή ἄρχισε νά γράφει ποίηση κατά τή φοιτητική του περίοδο στό Πανεπιστήμιο τοῦ Πίτσμπουργκ, ὅπου εἶχε δάσκαλο τόν σημαντικό ἀλλά ἰδιαίτερα εὐέξαπτο ποιητή Τζέραλντ Στέρν (1925-2022). Ἀπό τότε ἡ ποίηση ἔγινε ὁ κεντρικός ἄξονας τῆς ζωῆς του.Ὅπως ἔχει γραφτεῖ γι’ αὐτόν: «Ὁ Λή ὑφαίνει μνῆμες ἀπό τά παιδικά του χρόνια μέ ὄνειρα, μύθους καί τά κηρύγματα τοῦ πατέρα του —ὅπως ἀχνά τά θυμόταν—, μαζί μέ καθημερινές, σχεδόν ἱερατικές λεπτομέρειες: τό λάδι καρύδας στά μαλλιά τῆς Ἰνδονήσιας γιαγιάς του, τούς σπόρους στίς τσέπες τοῦ πατέρα του. Ἡ μορφή τοῦ πατέρα κυριαρχεῖ στό ἔργο του, συνδυάζοντας σκληρή αὐστηρότητα μέ χριστιανική καλωσύνη, ἔμπνευση, ἀφοσίωση, στέρηση καί βαθιά ἐνόραση». Καί ἀλλοῦ: «Τό ἔργο τοῦ Λή συχνά ἐξετάζει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ προσωπική ζωή μπορεί νά γίνει τελετουργία. Τά ποιήματά του εἶναι σχεδόν εὐχαριστιακά καθώς διακρίνονται ἀπό ἕναν ἐπιβλητικό συγκερασμό σώματος καί πίστης, αἵματος καί λόγου». Τό ποίημα «Τό Δῶρο» περιλαμβάνεται στήν πρώτη του ποιητική συλλογή, μέ τίτλο Rose (1986).
///
*
**












