Με τη νύχτα, η χειρονομία: Για την ποίηση του Τσέζαρε Παβέζε

*

του TOMMASO DI DIO

~.~

Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου: ο πρώτος στίχος ενός από τα διασημότερα έργα του 20ού αιώνα, έργου δίχως απογόνους, του οποίου –όπως για όλα τα αριστουργήματα– μόνο η παρωδία είναι δυνατή. Με την αυθαιρεσία ενός διπλού μέλλοντος, ο τίτλος μοιάζει εντούτοις ως επιβεβαίωση μιας αναμφισβήτητης πεποίθησης. Προσφέρεται κάτι το αποδεικτικό, χωρίς δυνατότητα απάντησης, και θεμελιώνει την προφάνειά του σε μια λογική όχι συμπερασματική, αλλά μετωνυμική, μέσα από μια διαδικασία που τη ζωογονεί μια σκοτεινή δύναμη, η οποία εποπτεύει τα πρώτα και τα τελευταία πράγματα: το βλέμμα, τον θάνατο. Τα εν λόγω ποιήματα γράφτηκαν στα μισά του εικοστού αιώνα: έρχονται από το μέσο ενός αιώνα, τα φαντάσματα του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε και που εδώ, σε τούτο το λεπτότατο βιβλίο με μόλις δεκαεννέα κείμενα, εμφανίζονται σε μιαν αφηρημένη, απόλυτη επιτομή. Πάνω από εβδομήντα χρόνια από την πρώτη, μεταθανάτια έκδοσή τους, τα ποιήματα αυτά, αυστηρά οριοθετημένα στο σύντομο μέγεθος ενός υπνωτιστικού στίχου, σαν ψαλμού, μας υποχρεώνουν στη σύγκριση με κάτι που σήμερα φαντάζει αναπότρεπτο. Κοιτώντας τα στιγμιαία, έτσι όπως ξεχωρίζουν στη λευκή σελίδα, τόσο μικρά, μοιάζουν με παραίνεση˙ λες και όποιος τα έγραψε δεν κατάφερε ποτέ να ξεκολλήσει από τη σκέψη ότι η ύπαρξη –το να είμαστε πλήρως ο εαυτός μας– είναι αδύνατον να αποσπαστεί από μια τρομερή, εκτυφλωτική εμπειρία: «Θα είσαι συ – ακίνητη και διάφανη».

Σε όποιον συναντήσει για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους, θα ήθελα να πω: να είστε προσεκτικοί, να τους διαβάσετε σαν να λαμβάνατε ένα μυστικό ως δώρο. Το μυστικό δεν είναι το ίδιο το όνομα που φανερώνεται, πότε πότε, πίσω από την αντωνυμία δευτέρου προσώπου. Γνωρίζουμε πως τα ποιήματα γεννήθηκαν από τη συνάντηση με δύο γυναίκες (Η γη και ο θάνατος του 1947 περιέχει τα κείμενα για τη συγγραφέα και ψυχαναλύτρια Μπιάνκα Γκαρούφι, τα υπόλοιπα του 1950 είναι για την Αμερικανίδα ηθοποιό Κόνστανς Ντόουλινγκ), όλα όμως μοιάζουν το ίδιο ποίημα, μια επαναλαμβανόμενη ατελείωτη απόπειρα να γραφτεί το μοναδικό ποίημα που αξίζει τον κόπο να γραφτεί. Πίσω από το καθένα και από όλα είναι αντιληπτή η ίδια επιμονή: λες και πέρα από το παραπέτασμα, από τη φαινομενικά οδυνηρή και συγκινητική περίσταση –ερωτικά ποιήματα για άτυχους έρωτες–, επίκειται μια παλλόμενη, χθόνια διάσταση, την οποία μόνο η ενέργεια ενός αποτυχημένου έρωτα αφύπνισε και οδήγησε στην επιφάνεια της λέξης. Έτσι, πίσω από το «εσύ» που διαρκώς επιστρέφει, που απαντάει εμμονικά σχεδόν σε κάθε ποίημα, κρύβεται κάτι που δεν έχει και δεν μπορεί να έχει δικό του όνομα, το οποίο μπορούμε μόνο να επικαλεστούμε από τη μεριά του λόγου που, κατεξοχήν, αντικαθιστά και παραπέμπει πέρα από τη γλώσσα, στον κόσμο των πραγμάτων και των γεγονότων, των χειρονομιών. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό σε αυτά τα ποιήματα, βρίσκεται αποκλειστικά εδώ: στη χρήση της αντωνυμίας δευτέρου προσώπου.

Το «εσύ» είναι παράξενη αντωνυμία: είναι το σημάδι μιας ετερότητας που όμως, σε αντίθεση με το τρίτο πρόσωπο, φέρει μέσα του το προαίσθημα και την επιθυμία μιας μέγιστης οικειότητας. Με αυτή τη λέξη απευθυνόμαστε σε όποιον αισθανόμαστε κοντινό, τόσο κοντινό που γίνεται αντικείμενο οργής, στοργής ή του πιο σαρκικού έρωτα˙ ωστόσο, για τον ίδιο λόγο, είναι μια αντωνυμία παραισθητική, φάντασμα του απόντος και όποιου επικαλούμαστε. Το «εσύ» είναι μια παράδοξη αντωνυμία: βρίσκεται στη λογική της μεταφυσικής όσο βρίσκεται και σε εκείνη της ενσάρκωσης. Είναι αντωνυμία μιας αναμονής και μιας ελπίδας που δεν κατοικεί στις αφηρημένες αποστάσεις των θεολογικών στοχασμών, αλλά στα σπλάχνα και στο αίμα, γιατί στο «εσύ» εμπλέκεται πάντα ένα πρόσωπο, ένας δεσμός, η τρομερή ελπίδα ότι όποιος λείπει μπορεί να εμφανιστεί μπροστά μας, είτε δίπλα μας, είτε ως χώρος μέσα μας. Ο Παβέζε –που ειρωνικά έγραφε για τον εαυτό του «Εσύ είσαι άγαμος – δεν πιστεύεις στον Θεό»–[1] ήξερε καλά ότι για τον ίδιο η χρήση αυτής της αντωνυμίας μπορούσε να ανοίξει τις πύλες μιας ατελείωτης αβύσσου. Το ήξερε και ήταν η ανακάλυψη της ζωής του, την οποία κατέθεσε σε αυτά τα κείμενα των ύστατων χρόνων του. Έλεγε ότι το μυστικό της ποίησης βρίσκεται στην ικανότητα να ανακαλεί τη ζωή για «δεύτερη φορά»:[2] η γνώση είναι ανάμνηση, ενώ παραμύθια, μύθοι, προφητείες και προσευχές διαπλέκονται στην ποίηση, που τελικά το μόνο που θέλει είναι να ξανασυμβεί ό,τι ονομάζεται. Γράφει στο έργο Η τέχνη του ζην: «Ιδού η ποίηση, που είναι μαγεία και τελετουργία – θρησκεία».[3] Η ποίηση γράφεται σαν να συνθέτεις μια πράξη στον τελετουργικό χώρο της σελίδας˙ και γράφεται το «εσύ» γιατί το «εσύ» φτάνει, γιατί το «εσύ» συμβαίνει και επανεμφανίζεται, φυσικά όχι σε μια υποτιθέμενη πραγματικότητα, κάπου εκεί έξω, αλλά για να γίνει επαναλαμβανόμενη παρουσία στη γλώσσα κι έτσι, απούσα, ζωντανεύει μέσα μας, είναι αίμα στο αίμα μας: «εσύ σκληρή και γλυκύτατη/ λέξη, αρχαία λόγω του αίματος/ που μαζεύεται στα μάτια». Ο Παβέζε ήταν πεπεισμένος ότι ανάμεσα σε τελετουργία, μύθο και δόγμα παρεμβαλλόταν η ίδια ένταση που υπάρχει ανάμεσα σε ζωή, ποίηση και φιλοσοφία.[4] Η βουβή ζωή των χειρονομιών βρίσκεται λοιπόν στην τελετουργία όπως ο μύθος στις λέξεις της ποίησης, και η στιγμή της «εκστατικής συγκίνησης» –της οποίας η ποίηση αποτελεί οδυνηρή μαρτυρία– δεν είναι ποτέ αλογική και αρχέγονη επαφή, αλλά ανάμνηση ενός σημείου που αποδείχθηκε «παραμορφωμένο», τρομερό «παραμύθι». Για τον Παβέζε, η παιδική ηλικία δεν είναι απλώς το όνομα που δίνουμε στη χωρίς γλώσσα περιοχή της ζωής μας, αλλά το τρομερό «φυτώριο ανεπανόρθωτων χειρονομιών και λέξεων», όπου καθρεφτίζεται «η ενήλικη φρίκη»˙[5] εκεί μάθαμε «να γνωρίζουμε τον κόσμο όχι –όπως θα νομίζαμε– με άμεση και πρωταρχική επαφή με τα πράγματα, αλλά διαμέσου των σημείων των πραγμάτων»˙ και «αν προκύψει οποιαδήποτε στιγμή εκστατικής συγκίνησης μπροστά σε κάτι από τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ότι συγκινούμαστε γιατί είμαστε ήδη συγκινημένοι».[6] Πίσω λοιπόν από το «εσύ» δεν υπάρχει τίποτα; Το τίποτα μιας τυφλής, κενής επιστροφής; Ένας απών Θεός; Μονάχα γλώσσα που θορυβεί, ενθυμούμενη τον εαυτό της; (περισσότερα…)

Άδειοι καιροί

*

ΑΔΕΙΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Ρεμπώ, ρεμπέτικα και ρέκβιεμ
κουρτίνες του ’60 και άδεια λαμπατέρ
βαραίνει τ’ όνειρο σεργιάνι πάει ο φόβος
λινά τραπεζομάντηλα, βιτρό κι ασημικά

ποιος Διγενής θα γεννηθεί να τραγουδήσει ο χάρος,
οι κάδοι γέμισαν κι αδειάσαν οι καιροί

///

ΚΑΖΑΝΙ

Άντε να σμίξεις το χέρι τ’ Αλεξανδρινό
με τη φτερούγα αμερικάνικου αγγέλου.
Μπρούτζινη φωνή, στεντόρεια
λιώνει, μες στο πολυμερές καρκίνωμα.

Το καζάνι δεν ξέρει συνταγές
Μόνο να λιώνει ξέρει.

///

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Όλα είναι υπό έλεγχο
η σήψη των καρπών
η αργοπορία του τρένου
κι εκείνη η ελιά στο πίσω μέρος του αυτιού σου

*

Ξέρουμε καλά να μελετάμε τα ποτάμια,
πώς να τα κολυμπάμε δεν ξέρουμε

*

Πες μου ότι μετράς ακόμα με τα δάχτυλα!

*

Κανένας δε σε ξέρει.
Σε φοβάμαι…

ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΕΠΟΥΣΚΟΣ

**

*

 

Το διήγημα στην Κούβα τον Εικοστό Αιώνα

Αβάνα, 30 Ιουνίου 1961. Ο Φιντέλ Κάστρο εκφωνεί τον «Λόγο προς τους διανοουμένους».
///

Αφιέρωμα στην κουβανική διηγηματογραφία
Εκλογή-Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη
[ 1 / 4 ]

του JORGE FORNET

~.~

Ακμάζουσα στα τέλη του 19ου αιώνα, η λογοτεχνία στην Κούβα διάβηκε το κατώφλι του 20ού αιώνα ορφανή. Οι πρόωροι θάνατοι του Χοσέ Μαρτί, του Χουλιάν ντε Κασάλ και ορισμένων από τους αξιολογότερους επιγόνους τους, σε συνδυασμό με τη δραματική πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα, έβαλαν φρένο στη δημιουργική ορμή που κυριαρχούσε ώς και λίγα χρόνια νωρίτερα. Με την απώλειά τους, ο μοντερνισμός στην Κούβα, ο οποίος είχε κάνει ήδη τα πρώτα αξιόλογα βήματα, δεν βρήκε επάξιους συνεχιστές. Από την άλλη πλευρά, το 1898 τερματίστηκε ο πόλεμος, τον οποίο είχε υποκινήσει ο ίδιος ο Μαρτί το 1895, και μαζί με αυτόν έληξε και η Επανάσταση υπέρ της Ανεξαρτησίας που είχε ξεκινήσει τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Η παρέμβαση των ΗΠΑ σε εκείνον τον πόλεμο έθεσε τέρμα στην ισπανική κυριαρχία, άνοιξε όμως και τον δρόμο στη μεγάλη βορειοαμερικανική ιμπεριαλιστική δύναμη που έμελλε να κηδεμονεύσει στο νησί τον επόμενο αιώνα. Για την ακρίβεια, ήδη από το 1914 οι ΗΠΑ είχαν κιόλας πατήσει το πόδι τους στην Κούβα: ήταν αναμεμειγμένες στην έκρηξη του θαρραλέου Μέιν στο λιμάνι της Αβάνας, στην προέλαση των rangers του Τέντυ Ρούσβελτ στο ύψωμα του Σαν Χουάν, στη βύθιση του υποτυπώδους στόλου του ναυάρχου Σερβέρα στον κόλπο του Σαντιάγο, στις εικόνες της πρώτης πολεμικής αναμέτρησης που αποτυπώθηκε ποτέ σε σελλιλόιντ, στις πάντοτε πρόθυμες σελίδες του κίτρινου τύπου του Γουίλιαμ Ράντολφ Χηρστ. Ο 20ός αιώνας δεν έμοιαζε να ξεκινά με καλούς οιωνούς για τους Κουβανούς.

Η βορειοαμερικανική παρέμβαση, την οποία είχαν καλωσορίσει σε μεγάλο βαθμό οι αγωνιστές της Ανεξαρτησίας ώστε να επιταχύνουν το τέλος του πολέμου, απέκτησε νομική υπόσταση με τη Συνθήκη των Παρισίων, όπου –ερήμην της Κούβας– αποφασίστηκε πως από 1ης Ιανουαρίου 1899 θα έληγε η ισπανική κυριαρχία και θα ξεκινούσε επίσημα η βορειοαμερικανική κατοχή. Το κατ’ εξοχήν σύμβολό της, η σημαία με τις λωρίδες και τα αστέρια, μετέβαλε το μέχρι πρότινος Μέγαρο των Στρατηγών και των Πλοιάρχων σε βάση πολιτικής ισχύος και διοικητικό κέντρο της νήσου. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Πουέρτο Ρίκο και τις Φιλιππίνες, η Κούβα δεν στάθηκε δυνατό να μετατραπεί σε επίσημη αποικία των ΗΠΑ. Έτσι, στις 20 Μαίου 1902 κηρύχθηκε μετά βαΐων και κλάδων η Ανεξαρτησία της χώρας, υπό τον εξευτελιστικό όρο μιας συνταγματικής ρήτρας γνωστής ως «Τροπολογία Πλατ», η οποία παραχωρούσε στις ΗΠΑ δικαίωμα επέμβασης στην Κούβα όπως και όποτε το έκριναν σκόπιμο, καθώς και λειτουργίας ναυτικών βάσεων κι ανθρακωρυχείων.

Ένα κείμενο του ιστοριογράφου Λουίς Πέρες, εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Τζων Σέηλς Τα σκουλήκια κι αναφερόμενο σε αυτήν την εποχή, παρουσιάζει τον Λιμπόριο –κάτι σαν προσωποποίηση του κουβανικού λαού– πεινασμένο κι εξαθλιωμένο. Τότε, του παρουσιάζεται ο Θεός κι εκείνος τον ρωτά γιατί η ζωή εξακολουθεί να είναι τόσο δύσκολη. Ο Θεός του εξηγεί ότι τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορεί να είναι τέλειο, διαφορετικά κανείς δεν θα ήθελε να πάει στον Παράδεισο. Τότε ο Λιμπόριο τον ρωτά με μιαν ύστατη ελπίδα: «Όμως η ελευθερία δεν έχει ψεγάδι. Η ελευθερία είναι όντως τέλεια, έτσι δεν είναι;» Κι ο Θεός του απαντά χαμογελώντας: «Μα γι’ αυτό έπλασα τους Γιάνκηδες!».

Η απογοήτευση από αυτήν την τάξη πραγμάτων συνιστά και το κύριο θέμα των κουβανικών διηγημάτων κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Αν και οι ανθολογίες και οι ιστορίες της λογοτεχνίας τείνουν να υποδεικνύουν τον Χεσούς Καστεγιάνος ως τον πρώτο Κουβανό μοντερνιστή διηγηματογράφο, ο αιώνας στην πραγματικότητα εγκαινιάζεται με τον τελευταίο πεζογράφο του 19ου αιώνα, τον Εστέμπαν Μπορρέρο Ετσεβερρία. Σε αυτόν οφείλουμε, επιπλέον, το πρώτο βιβλίο διηγημάτων που εξέδωσε ποτέ Κουβανός συγγραφέας, με τίτλο Ανάγνωσμα του Πάσχα[1]. Παρά το ύφος του –τυπικό του 19ου αιώνα–, το διήγημα «Το μαγεμένο ελάφι»[2] εγκαινιάζει ένα νέο πνεύμα στην εθνική λογοτεχνία, θεματοποιώντας αυτήν ακριβώς την αίσθηση αδυναμίας μιας γενιάς που είδε να εξαϋλώνονται τα όνειρά της για ανεξαρτησία. Εκεί εδράζεται –περισσότερο απ’ ό,τι σε στοιχεία μορφολογικά– ο πρωτοποριακός χαρακτήρας τού κειμένου του Μπορρέρο, ο οποίος άνοιξε τον αιώνα με την ίδια αίσθηση δυσθυμίας με την οποία –αν και υπό όρους διαφορετικούς– θα έκλεινε εννιά δεκαετίες αργότερα.

Χρειάστηκε να περιμένει κανείς ώς το 1913, έτος έκδοσης του περιοδικού Σύγχρονη Κούβα, της ποιητικής συλλογής Νοητικά αραβουργήματα του Ρεχίνο Μπότι[3] και της ποίησης του Χοσέ Μαρτί, προκειμένου να συσχετιστεί αυτή η πρώτη γενιά του ανεξάρτητου κράτους με τον ύστερο κουβανικό μεταμοντερνισμό. Στο ενδιάμεσο, είχε εμφανιστεί το έργο του Χεσούς Καστεγιάνος, μεταξύ των αρετών του οποίου συγκαταλέγεται και το ότι έδωσε νέα διάσταση σε ένα θέμα παρόμοιο με εκείνο που έθιγε ο Μπορρέρο. «Η αγωνία του Ερωδιού»[4], διήγημα του 1908, μετατρέπει την απογοήτευση, την εξαθλίωση και τον αποπροσανατολισμό που θεματοποιούσε αλληγορικά ο πρόδρομός του, σε μεταφορά. Πέρα από την αφήγηση του περιστατικού αυτού καθαυτού, το διήγημα αποκαλύπτει κι εξερευνά καινοτόμες οδούς για τη μεταγενέστερη λογοτεχνία. Με τον Καστεγιάνος ξεκινά μια ολόκληρη σειρά αφηγήσεων που έκτοτε, και ώς τα διηγήματα του 1990 με τους ψαράδες και τους βαρκάρηδες, αλλά και τα “κουβανικά” έργα του Χεμινγουέυ, μετέτρεψαν τη θάλασσα σε έναν ακόμη χαρακτήρα της μυθοπλασίας. Το διήγημα του Καστεγιάνος εντάσσεται σε μία νέα γραμμή που θα γνώριζε μεγάλη απήχηση στην εθνική λογοτεχνία: το διήγημα κοινωνικού χαρακτήρα. Κατ’ επέκταση, τα δύο αυτά διηγήματα, «Το μαγεμένο ελάφι» και «Η αγωνία του Ερωδιού», συνιστούν κείμενα πρωτοποριακά που καθόρισαν τις δύο κύριες πορείες που ακολούθησε το διήγημα στην Κούβα για δεκαετίες: το φανταστικό διήγημα, εγκαινιασμένο με το πρώτο, και το κοινωνικό διήγημα, με το δεύτερο. (περισσότερα…)

Η ποιητική της κλίμακας: άνοδος, πτώση και επίγνωση

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Χριστίνα Καραντώνη,
Αποκλιμάκωση,
Κουκκίδα, Αθήνα 2025

Η Αποκλιμάκωση της Χριστίνας Καραντώνη δεν αφηγείται· σκέφτεται. Τα ποιήματα δεν επιδιώκουν να αφηγηθούν ένα γεγονός· επιχειρούν να συλλάβουν μια κίνηση. Εκεί όπου άλλες ποιητικές συλλογές επιδιώκουν κορύφωση, εδώ εγκαθίσταται μια βαθμιαία μετατόπιση της εμπειρίας: μια άνοδος και μια πτώση της συνείδησης.

Σ’ αυτή την κατηγορία των σπανιότερων συλλογών ανήκει η Αποκλιμάκωση: μια σύνθεση που συγκροτείται ως ενιαία ποιητική κατασκευή. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό ότι η ποιήτρια δεν ενδιαφέρεται απλώς για παραγωγή μεμονωμένων ποιημάτων· επιχειρεί να οργανώσει μια διαδρομή. Το βιβλίο λειτουργεί ως ποιητική αρχιτεκτονική, όπου κάθε ποίημα αποτελεί βαθμίδα μιας ευρύτερης κίνησης.

Η δομή της συλλογής —«Ιχνηλασία», «Αναβαθμοί», «Κλιμάκωση», «Αποκλιμάκωση», «Εποπτεία», «Προοπτική»— δηλώνει εξαρχής αυτή την πρόθεση. Η ποίηση εδώ αναπτύσσεται σαν πορεία πάνω σε κλίμακα: μια σταδιακή άνοδος, μια κορύφωση και τελικά μια μετατόπιση προς την αποστασιοποιημένη θέαση. Η εμπειρία της ανόδου και της πτώσης οργανώνει όχι μόνο τη διάταξη των ενοτήτων αλλά και τη συμβολική οικονομία των ποιημάτων.

Στην ίδια αρχιτεκτονική λογική εντάσσονται και οι φωτογραφίες που προηγούνται των ποιημάτων, λειτουργώντας ως υπέρτιτλοι των τίτλων τους. Οι εικόνες αυτές —επίσης της ίδιας της ποιήτριας— δεν εικονογραφούν τα ποιήματα αλλά ανοίγουν έναν πρώτο ορίζοντα θέασης. Όπως και το λεξιλόγιο της συλλογής, οργανώνονται γύρω από σχέσεις χώρου, κλίμακας και απόστασης, προτείνοντας μια οπτική εκδοχή της ίδιας ποιητικής κίνησης.

Η σκάλα —παρούσα ως εικόνα αλλά και ως υπόγεια μεταφορά— λειτουργεί ως κεντρικό σχήμα της συλλογής. Στα σκαλοπάτια της εγγράφεται η εμπειρία της ανθρώπινης ύπαρξης: η προσπάθεια, η ισορροπία, η δοκιμασία, αλλά και η αναπόφευκτη πιθανότητα της πτώσης. Η ποίηση της Καραντώνη διερευνά εκείνη τη λεπτή περιοχή όπου η άνοδος μετασχηματίζεται σε επίγνωση.

Ήδη από το πρώτο ποίημα, τον «Εντοιχισμό»¹, ο αναγνώστης εισέρχεται σε έναν κόσμο όπου η ύλη και το σώμα συνδέονται με την εμπειρία του περιορισμού:

Εντοιχισμένη στη φούχτα
της πέτρας η υφή
και η αφή πλαντάζει
νιώθει την ειρκτή.

(περισσότερα…)

Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Ο ναός της Παναγίας Σκριπούς, του έτους 873-4, όπως σώζεται σήμερα· ο τρούλος ανακατασκευάστηκε τον 20ό αιώνα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #19
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.

Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της. Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη, είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.

Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·  
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο .  

(περισσότερα…)

Canto

*

Θά τραγουδήσω ἀπόψε ριζικά
– πῶς ἔχω τόσα χρόνια;
(Ἀδυνατίζει βέβαια ἡ φωνή
τόνοι καημοί σημάδια στίς φωνητικές χορδές,
θάλασσες λυγμῶν, ἀμέτρητα τσιγάρα…)

Θά τραγουδήσω δυνατά ἀπό τό δωμάτιο
μέ ἀνοιχτές τίς γρίλιες
γιά ν’ ἀκουστῶ – γι’ αὐτό θά τραγουδήσω
ὅλα τά εἴδη τραγουδιῶν
μέχρι καί ἄρια θα πῶ – ὤ κάστα ντίβα ἐσύ Μαρία
γλυκιά μου, ἀλησμόνητη ἀδελφή
τί νά μοῦ κάνουν δάκρυα δυό καί στεναγμοί σαρανταδυό
Μανούλα μου,

θα πῶ και fados θλιβερά
τό ἡ θάλασσα μέ γέρασε Ἀμάλια Ροντρίγκες

δημοτικά ὁπωσδήποτε
ριζίτικα, λεβέντικα γι’ ἀγάπη καί γι’ ἀμάχη

θά πῶ τραγούδια χωρισμοῦ
τό πῶς στά δυό χωρίστηκε ἡ ζωή,
στά ἕξι, στά δεκάξι,
ξενιτεμένα μου πουλιά

τραγούδια τοῦ θανάτου
το πῶς με γέλασε κι ἐμέ ἐκεῖνο το ἀηδόνι
καί μοῦ ’ταξε μιά χαραυγή πώς χάρος δέν μέ παίρνει
νά κάνω μάτια νά δακρυοῦν καί νά ξομολογοῦνται
πώς εἶν’ ἀβάσταχτος καημός τό σύνορο τοῦ Ἅδη
κι ἀπ’ τἀ πολλά καλέσματα ἴσως
κι ἀνοίξουν οἱ ἀγκαλιές καί σιάσουν οἱ ψυχοῦλες
καί πιοῦν νερό τῆς λησμονιᾶς
καί μοῦ κρυφογελοῦνε.

ΒΑΝΝΑ ΠΑΣΟΥΛΗ

*

**

Ημέρες αναλογικές

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Ήταν πρωί της Παρασκευής όταν ακούστηκε απ’ τη μεριά της λεωφόρου Κηφισίας ένας συνεχής βόμβος μεταλλικός, όπως τεράστια ρουλεμάν που περιστρέφονταν στην άσφαλτο, σαν συναρμολογημένος σκελετός εξωγήινων ρομπότ. Μέρες του 1967.

«Αχ, λέει η μάνα, πάλι οι ερπύστριες, πάλι τεθωρακισμένα κατεβαίνουν προς την Αθήνα». Επανήλθαν οι μνήμες της Κατοχής και των υστερότερων εφιαλτών. Τριάντα ένα χρόνια μετά από τη Δικτατορία του Μεταξά.

Σ’ έστειλε αργότερα προς το μεσημέρι ο πατέρας, να πάρεις εφημερίδα. Στο ψιλικατζίδικο του Χαλδαιόπουλου ήταν ο γιος. Καρίκωνε δίπλα η αδερφή του, γυναικεία καλσόν.

«Μια Μεσημβρινή» του λες.

«Δεν έχει» απαντά.

«Μια Μεσημβρινή» του ξαναλές, αφού γνωρίζεις καλά ότι αυτή πάντοτε παίρνετε. Αυτή και Μπριγιόλ για τα μαλλιά του πατέρα.

«Δεν βγήκε η Μεσημβρινή».

«Μα τι σημαίνει δεν βγήκε; Δεν καταλαβαίνω».

«Δεν υπάρχει σήμερα» απαντάει πάλι και φαίνεται κομπιασμένος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θέλεις την Απογευματινή, την Ακρόπολη;» αντιπροτείνει.

Εσύ, μικρός ακόμα, δεν ξέρεις αν πρέπει ν’ αλλάξεις εφημερίδα αλλά την παίρνεις και γυρνάς διστακτικός στο σπίτι.

Είναι Παρασκευή αλλά σήμερα δεν πήγες σχολείο. Ούτε και το Σάββατο. Έγινε πραξικόπημα, λένε. Πάντως δεν είναι άσχημα χωρίς σχολείο.

«Πήρανε τον θείο Πέτρο στην Aσφάλεια».

«Μαμά, τι είναι η Aσφάλεια;». Κατάλαβες όμως· το ίδιο με το αστυνομικό τμήμα.

«Και τον Τζώρτζη της Μαρίας, τον κυρ Γιάννη, τον κυρ Βασίλη, τους μαζέψανε. Μα και τον Ματζανά, τον μπακάλη μας, τέτοιο ευγενικό άνθρωπο, δεν το περίμενα».

Πολλούς απ’ τους δικούς μας, τους αφήσανε το άλλο πρωί, άκουσες.

///

Radio days. Πώς περνά ο χρόνος όταν είσαι παιδί; Πώς θα περάσει το απόγευμα, όταν τελειώσεις τα μαθήματα;

«Πού θα πάμε σήμερα μαμά; Στην κυρία Θεοδώρα, στη θεία Κατερίνα, στην κυρία Σοφία;». Μαζεύονταν οι γυναίκες, παίρναν τις βελόνες και το μαλλί για πλέξιμο και συνομιλούσαν στη σειρά ή όλες μαζί· και το κουτσομπολιό ήταν σαν τοπικές ειδήσεις άλλοτε καλόβολες, κάποτε αιχμηρές. Ξέραν αυτές. Σ’ έναν τέτοιο κύκλο καλοκαιρινό, είχε κάποια το μωρό της αγκαλιά. Ρωτά τη μάνα μου, πόσο χρονών είμαι. Λέει η μάνα, τόσων. Με θεώρησε μικρό κι απονήρευτο, βγάζει το λευκό της μαστάρι και θηλάζει εν μέσω ενός κύκλου γυναικών κι ενός μικρού αγοριού.

Κάποτε ο κύκλος έσπαγε. «Μαμά, γιατί δεν ξαναπάμε στην κυρία Σοφία;». Απάντησε εκείνη μ’ έναν αναστεναγμό. Παρεξήγηση; Μικροί ή μεγαλύτεροι θάνατοι. (περισσότερα…)

Καπου εκεί πέρα υπάρχει ένα μερος…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Mαρσέλ Καρνέ, Τα παιδιά του παραδείσου, Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, Όλα για την Εύα, Φρανσουά Τρυφφώ, Το τελευταίο μετρό, Τσεν Κάιγκε, Αντίο, παλλακίδα μου: κάποιες ταινίες που ρίχνουν φως στα θεατρικά παρασκήνια, πραγματευόμενες ουσιαστικά τις σχέσεις μεταξύ δύο κατ’ εξοχήν παραστατικών-αφηγηματικών τεχνών: του θεάτρου και του κινηματογράφου, βέβαια. Είναι πάντως γεγονός ότι η κινηματογραφική αφήγηση μπορεί να ενσωματώσει περισσότερο αβίαστα το θέατρο, η εκφραστική υποδομή της είναι, εξάλλου, εν πολλοίς θεατρική. Αντίστροφα, το θέατρο μόνο υπό ειδικές συνθήκες και από μια μοντερνιστική οπτική μπορεί να συμπεριλάβει τον κινηματογράφο, την κινηματογραφική προβολή. Η τεχνική υποδομή του κινηματογράφου λογίζεται ότι νοθεύει την πανάρχαιη και πρωτογενή, αυθεντική δραματική αναπαράσταση. Και οι δύο αποτελούν, πάντως, δύο αφηγηματικές και παραστατικές τέχνες και υπό αυτήν την έννοια μπορούν να δανείσουν η μία στην άλλη.

Αυτό το αισθητικό, δραματουργικό πάρε-δώσε μπορεί να γίνει διαυγέστερα νοητό όταν η κινηματογραφική ταινία χρησιμοποιεί τα μέσα της για να φωτίσει μια παραδοσιακή εκδοχή θεάτρου όπως το γιαπωνέζικο θέατρο Καμπούκι. Τότε η δραματουργική υφή γίνεται ευκολότερα κατανοητή, καθόσον αποτελεί ένα θέμα με ειδικούς εκφραστικούς κώδικες και περιεχόμενο ανοίκειο, για τις προσλαμβάνουσες του μέσου δυτικού θεατή, στενά συνδεδεμένο με την ιαπωνική ιστορία. Αυτό το τελετουργικό θέατρο μεταδίδει την αίσθηση ενός αφύσικου παραξενίσματος, μιας αποστασιοποίησης, όπως είπε πιο εξεζητημένα ο Μπρεχτ, το οποίο προστίθεται, βέβαια, στην απόσταση που δημιουργεί η εκφορά και οι επιτονίσεις της γλώσσας.

Δεν είναι τυχαίο, παρά ταύτα, ότι ο μοντερνισμός του δυτικού θεάτρου από τον 20ο αιώνα και μετά επιδίωξε να αξιοποιήσει αισθητικά τις διαφορές της δυτικής μιμητικής δραματουργίας και να τις μπολιάσει στη δυτική δραματουργία εν είδει μιας πρωτοποριακής ρήξης με το κλασικό αναπαραστατικό κατεστημένο. Σκηνοθέτες, θεατράνθρωποι, συγγραφείς, ηθοποιοί στη Δύση είδαν στο παραδοσιακό γιαπωνέζικο θέατρο μια κατάλληλη ευκαιρία για τη ρήξη με τη ρεαλιστική-μιμητική αναπαράσταση, είδαν ένα άλλο είδος παράδοσης που δεν συμβιβαζόταν με αυτού του είδους την αναπαραστατική αντίληψη.

Μέγιερχολντ, Αρτώ, Γκροτόφσκι, Πήτερ Μπρουκ και άλλοι μετέφεραν στο δυτικό θέατρο ένα καινούργιο ρίγος ωμότητας και «ωμότητας», πρωτόγνωρο, αυστηρά κωδικοποιημένο, ανατρεπτικό ωστόσο μέσα από την παραδοσιολατρική του καθήλωση. Η αποστασιοποίηση αυτού του θεάτρου εναρμονίστηκε με τις αντιψευδαισθητικές προοπτικές της δραματουργικής πρωτοπορίας. Αυτή η αντιρεαλιστική ψευδαίσθηση που επαγγελλόταν το μοντέρνο θέατρο συμβάδιζε άνετα με τη ρήξη του θεάματος και της ψευδαισθητικής αναπαράστασης που διέκρινε το παραδοσιακό ασιατικό θέατρο. Το αστικό κοινό των δύο τελευταίων αιώνων στην Ευρώπη δύσκολα, και όχι χωρίς κάποια δυσφορία, συμβιβάστηκε με τα προτάγματα της δραματουργικής πρωτοπορίας, η οποία χρησιμοποίησε την ανατολική θεατρική παράδοση ως άλλοθι για τους νεωτερισμούς της. Το ασιατικό θέατρο αποτελούσε, σίγουρα, ένα σοκ για τη θεατρική συνείδηση ανάλογο με εκείνο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, της οποίας όμως το «παραξένισμα» απορροφήθηκε εν μέρει από την κοινή συνείδηση του περιεχομένου των τραγωδιών, το οποίο ήταν εν μέρει αφομοιωμένο από τη δυτική σκέψη μέσω της φιλολογίας, της φιλοσοφίας και της αντίληψης για μια κοινή πνευματική παράδοση του δυτικού, ορθολογικού ατόμου. Αλλά και από το γεγονός ότι, ναι μεν τα αρχαία ελληνικά θεατρικά κείμενα ήταν παρόντα μέσα στη δυτική συνείδηση, οι αναπαραστατικές τους όμως, οι καθαρά σκηνοθετικές τους φόρμουλες, είχαν χαθεί διά παντός. Ο «πρωτογονισμός» του αρχαίου ελληνικού θεάτρου είχε εξουδετερωθεί από τον ορθολογισμό της γλώσσας του και των αριστοτελικών του εννοιών. (περισσότερα…)

Η Mάνα της Κατοχής

Κώστας Βαλσάμης, Η Μάνα της Κατοχής ’41, Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών

~.~

Το βλέμμα της άγκυρα καθηλωμένη
ποντίζεται ληθαργικά στα σκουπίδια…
Το στήθος μια λίμνη αφυδατωμένη·
κουρέλια το γάλα της κι αποκαΐδια…

Νανούρισμα πένθιμο λιώνει στα χείλη
αθροίζοντας ψίχουλα στα όνειρά της…
Φυραίνει αθόρυβα σάρκα και ύλη
μα βουίζει αγάπης ρυθμός στην καρδιά της!

Λιπόσαρκο σώμα το βρέφος θηλάζει
κατάχαμα πέφτοντας, γέρνει και σβήνει.
Σιμά το μωρό σ΄αλογάκι καλπάζει!
Ωχρός αριθμός · την πνοή της αφήνει…

Τις νύχτες ξυπνά μυστικά το φεγγάρι
σκιές ξεχασμένων νεκρών μες στο χώμα.
Μα σχήμα ενός ίσκιου αρνείται να πάρει!
Απόλυτα σάρκινη, ακάνθινο σώμα…

ΜΑΡΙΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

*

*

*

Ρώσσικη άμυνα και ρώσσικη νίκη

ПОДВИГ ВАШ БЕССМЕРТЕН – ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΣΑΣ
Αικατερινούπολη, Μνημείο των Πεσόντων κατά του Ναζισμού
(φωτογραφία Ηλίας Μαλεβίτης)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ό,τι και να λέει το Χόλλυγουντ και η αμερικανική μυθοπλασία: ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε ούτε στη Νορμανδία ούτε στο Δυτικό Μέτωπο. Ο πόλεμος κρίθηκε στο Στάλινγκραντ, στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα. Εκτιμάται ότι στο Ανατολικό Μέτωπο, κατά της ΕΣΣΔ, οι Γερμανοί έριξαν ώς και το 87% των δυνάμεων του στρατού τους.

Η Σοβιετική Ένωση υπέστη συντριπτικά μεγαλύτερες απώλειες σε σύγκριση με τους Δυτικούς συμμάχους: περίπου 25 εκατομμύρια νεκροί ήταν το τίμημα, μαχητές και άμαχοι. Οι Σοβιετικοί έχαναν 5 έως 10 άντρες για κάθε Γερμανό στρατιώτη. Οι απώλειες των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες. Πολύ φριχτότερο ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι λαοί που αντιστάθηκαν ενεργά στον κατακτητή, κυρίως οι Έλληνες και οι Γιουγκοσλάβοι.

Η λογοτεχνία έχει αποδώσει μοναδικά τον τιτάνιο αγώνα των Σοβιετικών. Στο μόνοπρακτο Ρώσσικη άμυνα ο μεγάλος Γερμανός δραματουργός Χάινερ Μύλλερ (1919-1995) περιγράφει το τραγικό δίλημμα ενός Σοβιετικού αξιωματικού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διοικητή μονάδας που στρατοπεδεύει στα περίχωρα της Μόσχας περιμένοντας τη Βέρμαχτ η οποία ώς τότε, μήνα Οκτώβριο του 1941, προελαύνει ακάθεκτη.

Για να συγκρατήσει τους κατατρομαγμένους φαντάρους του που λιποτακτούν ομαδικά, ο διοικητής σκηνοθετεί ένα περιστατικό. Ρίχνει μια πιστολιά στον αέρα και φωνάζει ότι έφτασαν οι Γερμανοί. Ακολουθεί πανικός, οι στρατιώτες του σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έβγαλα μια κραυγή Συναγερμός Στα όπλα
Ένας αλαλαγμός σηκώθηκε Ο Γερμανός
Σαν την ηχώ που η μια πλαγιά ρίχνει στην άλλη
Μα ώς κι αυτή έσβησε απ’ το ψιθυρητό
Που μες στα χαρακώματα απλωνόταν
Σαν νά ’ταν ήδη ο Γερμανός μπροστά μας
Από τα ορύγματα φαντάροι ξεμυτούσαν
Βουτούσανε πίσω ξανά και πάλι βγαίναν
Από τα χαρακώματα σαν μαριονέττες
Τότε ένας πρώτος το ’βαλε στα πόδια
Κι άλλοι πολλοί ξοπίσω προς το δάσος
Ώσπου ακούστηκε ένα πρόσταγμα ένα αλτ
Που όμως δεν βγήκε από το στόμα μου το δικό μου
Εγώ με κοίταζα στεκόμουν εκεί δίπλα
Και στύλωνα τα μάτια μου στο δράμα
Στο χέρι μου κρατούσα ακόμη τ’ όπλο
Οπού μ’ εκείνο υποδύθηκα τον ρόλο
Του Γερμανού με τόση επιτυχία
Ανάμεσα στο δάσος και τον ποταμό
Αυτή η φυγή ήταν το χειροκρότημά μου

Τότε εκείνος πιάνει έναν δεκανέα που αυτοτραυματίστηκε εκούσια για να αποφύγει τη μάχη, και τον εκτελεί παραδειγματικά. (περισσότερα…)

 Yves Bonnefoy, Ανάγνωσε το βιβλίο!

*

Ο κήπος ήταν γεμάτος πορτοκαλιές, η γαλάζια σκιά, πουλιά που τιτιβίζανε στα κλαριά. Το μεγάλο καράβι, με όλα τα φώτα του αναμμένα, προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπηλές όχθες. Τι είναι το χρώμα, αναρωτήθηκε εκείνος που έσπρωξε τη χαμηλή μικρή πόρτα, που τη θρυμμάτιζε το δάσος και που συνέχιζε με κηλίδες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση βροχή. Ίσως είναι το σημάδι που μας δείχνει ο Θεός μέσω του κόσμου, καθότι από αυτό το πράσινο σε αυτό το γαλάζιο ή σε αυτήν την ώχρα την ολίγον τι κόκκινη, εν τέλει είναι σαν μία φράση δίχως νόημα, και ποιός άλλος σιγεί, όπως αυτός; Το καράβι είχε σταματήσει, άρχισαν να φαίνονται τώρα όλα αυτά τα άτομα που πηγαινοερχόντουσαν σε μία από τις γέφυρες, σκοτεινές σιλουέτες πάνω από μικρές φλόγες, μέσα στους καπνούς. Αλλά ο κόσμος δεν έχει χρώματα, όπως τόσο αφελώς πιστεύουμε, λέγει ακόμη, μόνον το χρώμα είναι, μόνο, και οι σκιές του, μέρη ή πράγματα, δεν είναι παρά ο τρόπος που έχει να ανοίγεται στον εαυτό του, να ανησυχεί για τον εαυτό του, να αναζητεί την ακτή. Η νύχτα πέφτει, η ημέρα ξημερώνει, αλλά υπάρχει πάντα το ίδιο γαλάζιο, καμμία φορά γκρι, ή το ίδιο κόκκινο μέσω τόσων ωρών, έτσι δεν είναι; Και όσο για τις λέξεις! – Ήδη, κατεβαίνοντας από το πλοίο, παιδιά, πληθώρα παιδιών που τρέχανε με όλους τους τρόπους, γελώντας, έπειτα μία γηραιά γυναίκα, το κεφάλι περικυκλωμένο από φλόγες, μετά ένας γέρος στο μπράτσο ενός νεαρού, ντυμένου στα λευκά. Και πόσοι άλλοι ακόμη! Αλλά ήδη αυτός, εκείνος ο ερχόμενος άλλος, δεν κοίταζε πια, εκείνος που σκεπτικός προχωρούσε στον κήπο των πορτοκαλεόδεντρων, πάνω στην άμμο.

Όσο για τις λέξεις! Ποιος υποκρίθηκε ότι δεν είναι πράγματα μιας ατελούς ανάμνησης, εξ αιτίας των ήχων τους –των χρωμάτων τους– που αύξαναν τη φήμη τους στον κόσμο; Η λέξη νύχτα είναι φωτεινή, αλλά και η νύχτα το ίδιο, για όσο είναι ακόμη σκοτεινή. Ή μάλλον η νύχτα δεν είναι ούτε φωτεινή ούτε σκοτεινή, δεν είναι παρά μία λέξη απλώς, όπως το πεσμένο πορτοκάλι, όπως το γαλάζιο γρασίδι. Πατούσε τώρα, πάντα διαλογιζόμενος, αυτό το χορτάρι ανάμεσα στα δένδρα, ανάμεσα στα οποία πήγε να κάτσει διότι η κούρασή του είχε μεγαλώσει από τη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι του κήπου και έχοντας μαζέψει όλη τη ζέστη των καλοκαιρινών δρόμων στον σβέρκο. Ψηλή, μαύρη, η γυναίκα που ήρθε να στηριχθεί σε αυτό το παράθυρο, κοντά στον γιό της. Και οι δύο κοιτάγανε τη νύχτα να πέφτει, δίχως να λένε τίποτα, ή καλύτερα είναι η ημέρα που ξημερώνει, ένα σκοτεινό κόκκινο, και που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, από τη μεριά εκείνη του μουράγιου που ’ναι έρημο, καλυμμένο με βαριές πέτρες.

Και αύριο το πλοίο θα ξαναφύγει, με εκείνους επιβιβασμένους, ή μπορεί και να σταθεί εδώ, να σκουριάζει, και εκείνοι αποβιβάστηκαν, χθες, πότε; Και τώρα προχωρούν, σχεδόν στην τύχη, πάνω στην άμμο. Σε ξέρω καλά, έλεγε εκείνος, όταν ήταν ακόμη παιδί, στη μικρή κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα. Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, ερχόσουν προς το μέρος μου εδώ και τόσον καιρό με αυτά τα φοινικόφυλλα ανάμεσα στα χέρια, ήταν ο ουρανός ή όχι; και πίσω από σένα, την τόσο λεπτοκαμωμένη, βρισκόταν το καθαρό χρώμα, ενάντια στην αποβάθρα του χρόνου ορθωμένο σε υψηλά κύματα με στροβίλους δίχως θόρυβο.

Προχωρεί ακόμη μέσα στον κήπο. Από εδώ και στο εξής, βρίσκονται παντού μεγάλες αλέες, των οποίων τα θολωτά φυλλώματα και τα φρούτα μπλέκονται το ένα με το άλλο πιο μπροστά πάνω σε μία γαλάζια σκιά μωσαϊκού, ή ίσως λάμπει ένα αστέρι, αλλά αυτός ο δρόμος που θέλησε να ακολουθήσει, ύστερα από λίγο έναν άλλον, και μετά άλλους πολλούς, που διακλαδωνόντουσαν γρήγορα, πάνω στη λεπτή άμμο όπου τα βήματα βουλιάζουν σαν να ήταν σε πλαγιές αμμολόφων. Τα πορτοκάλια είναι ώριμα, βαριά, πολυάριθμα στο ρηχό πανέρι των χαμηλών κλαδιών. Ένα παγκάκι βρίσκεται εκεί, κάθεται, ακουμπά δίπλα του αυτό το βιβλίο που ούτε καν ονειρεύεται να ανοίξει. Η μητέρα και ο γιος μπροστά στη νύχτα, με τη φωτιά σε δύο πέτρες να υψώνεται πίσω τους στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο έναστρος ουρανός στα πόδια τους, στο άπειρο, ένας εκθαμβωτικός σωρός δίχως δονήσεις, δίχως ακτίνες σε πίσσα σκοτάδι.

Και πώς είναι όλα τόσο γαλήνια, εκεί, δίπλα στο παγκάκι, κοντά στον κορμό του γηραιού δένδρου. Πώς έχει η ζέστη δαντέλες σχεδόν διαφανείς πάνω στο ύφασμα του γαλάζιου χορταριού! Πώς η υπνηλία του κόσμου προσφέρεται για ζωή, μέγα κορμί γυμνό που κινείται καμμιά φορά δίχως να ξυπνά, μαλλιά ανακατεμένα πάνω στα σεντόνια όπου εναλλάσσονται οι σκιές και το φως των περσίδων! Αφουγκράζεται αυτήν την ατάραχη αναπνοή. Ανασηκώνεται λίγο. Παίρνει το χέρι του που είναι μουδιασμένο, ξεσφίγγει ένα ένα τα δάχτυλα που δεν αντιστέκονται, αφήνοντας να ξεφύγει –αναμφιβόλως– λίγο από το όνειρο.

Μα, τι ακούει εδώ και ένα λεπτό; Τι είναι αυτός ο μονότονος ήχος, παρόμοιος με τους ενοχλητικούς γδούπους που τον χτυπάγανε δίχως σταματημό, στον κηπάκο της νεότητάς του, της μικρής του τσουγκράνας πάνω σε ένα σιδερένιο κουβά, ενίοτε ξέχειλο από υγρό χώμα; Τρία χτυπήματα, έπειτα μια παύση, έπειτα τρία ακόμη χτυπήματα, ή τέσσερα, και πάλι το μυστήριο της σιωπής, και έτσι συνεχίζεται για πολύ ακόμα, δίχως να το είχε θελήσει! Φοβόταν ότι θα κατέβαιναν από κει ψηλά να του φωνάξουν ότι είναι δειλός, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα βήμα δεν κατέβηκε γρήγορα προς το μέρος του από το ύψος των σκαλοπατιών, οπότε έπρεπε να προχωρήσει κι άλλο, κάτω από όλους τους ουρανούς, πάντα μονάχος του. (περισσότερα…)