Φανταστική πολεοδομία

*

Χαράματα σου ’ρθε ένα ποίημα στο νου και το ’στησες
γεμάτο αίσθημα, με μιαν ωραία αλληγορία…
μα έβρεχ’ έξω, βαρύ να σηκωθείς
το μαξιλάρι μαλακό, ζεστό το πουπουλένιο πάπλωμα…
μέσα σου το επανέλαβες φορές πολλές και
αποκλείεται -είπες- τώρα να το ξεχάσω.

Και ήρθε ο ύπνος ελαφρύς, γλυκός…

Τώρα, πρωί αργά, ψάχνεις τα νήματα
κουβάρι
μες στους θορύβους, τα τηλέφωνα, τα σκουπιδιάρικα…

Στην πόλη που φαντάστηκες, σεισμός.
Στα ερείπια ψάχνεις.
Πού πολεοδομία;
Πού o ειρμός;

Μ. ΡΑΜΝΟΣ

*

**

«Ο Σαμψών είμαι εγώ»: Από την κοινοτοπία στη μετάνοια

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[9/12]

~.~

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η σύνθετη θεώρηση του προσώπου του Νίκου Σαμψών μέσα από μία σειρά από ιστοριογραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μεταφυσικά πρίσματα. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με πρόσωπα και γεγονότα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μπροστά στα οποία ορρωδούν τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η λογοτεχνία, ένεκα αφενός της αχλύος, αφετέρου δε των πολιτικών παθών που τα περιβάλλουν, προκαλεί την παρούσα ανάλυση ως προς την πραγμάτευση της ιστορικότητας του προσώπου, αλλά και της λογοτεχνικής του μεταρσίωσης. Η προοπτική δε της άφεσης του Νίκου Σαμψών μετατοπίζεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο από την Ιστορία στην Αλήθεια, έννοια η οποία απασχολεί τον Μαργαρίτη αποκλειστικά στη θεολογική της διάσταση, παρότι, όπως αποδεικνύεται, αναμετράται με και υπερβαίνει τα όρια της ίδιάς της της πολιτικής. Είναι ο Σαμψών ένα μυθιστόρημα απόδοσης πολιτικών ευθυνών; Υπήρξε ο Νίκος Σαμψών ένα ακόμα θύμα της ιστορίας; Υπήρξε, πράγματι, ένας γνήσιος πατριώτης ο οποίος ξεγελάστηκε, πιστεύοντας πως, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης, επιτελεί και ηγείται της πολυπόθητης Ένωσης; Υπήρξε, όπως η φανταρία του Βασίλη Γκουρογιάννη[473] ή οι νεαροί πιστολέρο της 15ης Ιουλίου στο Προεδρικό, υποχείριο της Χούντας, μονάδα που εκτελούσε τυφλά διαταγές, δίχως συνειδησιακή μετοχή και κρίση, όργανο μιας αρεντιανού τύπου «κοινοτοπίας του κακού»,[474] όπου περίπου ο ήρωας δρα ως μηχανικό γρανάζι ή αυτόματο μιας καταχθόνιας μηχανής, η οποία εν τέλει πρόδωσε τόσο τα υψηλά ιδανικά του όσο και τον ίδιο; Η απάντηση του Μαργαρίτη δεν είναι απλουστευμένη ούτε, ωστόσο, αδιαφανής ή διφορούμενη. Η δε απουσία κριτικής για το βιβλίο αυτό στον ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση, ενδεικτικότατα, με παρόμοια ζητήματα που ήγειρε και το πολύκροτο βιβλίο του Γκουρογιάννη, είναι περισσότερο από ηχηρή και δηλοί την αμηχανία ή και την απροθυμία ενασχόλησης με το ευαίσθητο κυπριακό θέμα.

Το παρόν κεφάλαιο της μελέτης εξετάζει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική-ιστορική και την ανθρωπολογική πραγμάτευση του Νίκου Σαμψών, αναδεικνύει τη δι’ αυτό σχέση του βιβλίου με τις παράλληλες αφηγήσεις μυθιστορηματικών ηρώων (Ντόριαν Γκρέυ, Καρλ Γιόζεφ φον Τρόττα, Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ, Ρασκόλνικωφ), τραγικών προσώπων (Προμηθέας, Αντιγόνη), φιλοσόφων (Μάρτιν Χάιντεγκερ) ή ποιητών (Πάουλ Τσέλαν, Αρθούρος Ρεμπώ) και αναδεικνύει τις τρόπους με τις οποίους ο Μαργαρίτης, εγγίζοντας την αυτομεμψία, ποιεί ένα εντυπωσιακό μυθιστορηματικό πορτραίτο-παλίμψηστο, μείζον επίτευγμα τις θρησκευτικής και εν γένει τις λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα.

«Τις πταίει;»: Από την πολιτική στην Αλήθεια

Η εκπεφρασμένη πρόθεση του συγγραφέα για μια εκκλησιαστική και όχι πολιτική αφήγηση λαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση στο μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών. Κατά μήκος της ογκώδους αφήγησης, παρεμβάλλονται αυτούσια λόγια των δημοσιογράφων Παύλου Παύλου και Γιώργου Ηλιάδη, που έλαβαν από το ιστορικό πρόσωπο συνεντεύξεις, τα οποία διαλέγονται με τον ήρωα ως και η λαϊκή ετυμηγορία, διερευνούν τις σκοτεινές πτυχές της κυπριακής τραγωδίας, με αναφορά στην προδοσία, και επιθυμούν να αναδείξουν τους ενόχους, αλλά και τον ίδιο τον Σαμψών ως ένοχο. Παράλληλα, ο αυτοδιηγητικός και αυτοβιογραφούμενος αφηγητής-συγγραφέας δρα, ενθυμίζοντας τον πρωτόλειό του Αρσένιο Θησέα,[475] που αναβιώνει και στην Κρόνακα,[476] ως υπαρξιακός ντετέκτιβ, θεμελιώνοντας την ιστορία του πάνω σε μία (και εν προκειμένω περισσότερες) εγκληματική πράξη, επί της οποίας οικοδομείται η πλοκή της εξιχνίασης και της αναζήτησης του ενόχου. Σε αντίθεση με το αγιολογικό, κατανυκτικό άνοιγμα της Νέας Κρόνακας με το βιβλίο Εννέα, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται αργά, σε ένα συμβολικό, εσωτερικό, πιο αφηρημένο και πνευματικό επίπεδο, στο Σαμψών πριμοδοτείται η δράση, το σασπένς και το μυστήριο, εμβολιασμένα με στοιχεία του νουάρ, κινηματογραφικών γουέστερν και γραφικών μυθιστορημάτων κόμικς, όπου η ευφυΐα, η παρατηρητικότητα, η συνδυαστικότητα και ενδελεχής συνεξέταση στοιχείων από μέρους του αφηγητή καλούνται να επιλύσουν τον «γρίφο».

Στο εύρος, περαιτέρω, των πεντακοσίων και πλέον σελίδων της, η αφήγηση κυβερνάται από δύο ρητορικά και συγκροτητικά της ερωτήματα: «Τις πταίει;», ενθυμίζοντας το ομότιτλο άρθρο-κόλαφο του Χαριλάου Τρικούπη εναντίων των ανακτόρων, προσδιορίζοντας μια υπαιτιότητα πολιτειακής τάξεως –εκατό ακριβώς χρόνια πριν από το 1974–, αλλά και την σκεπτικιστική απορία του Ποντίου Πιλάτου «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37), εκπεφρασμένη ανυποψίαστα απέναντι στη σωτηριολογική αλήθεια που ενσαρκώνει, για τον Χριστιανό, ο Ιησούς Χριστός. Σε ό,τι αφορά στον Νίκο Σαμψών, του οποίου οι ατάκες από τις προαναφερθείσες συνεντεύξεις του στους Παύλου και Ηλιάδη επανέρχονται με δραματική ένταση στην αφήγηση, ισχυρίζεται ότι δεν έφερε καμία απολύτως ευθύνη. Μεταθέτει δε την κρίση του στην Ιστορία, πεπεισμένος πως αυτή, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, θα τον δικαιώσει: «“Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών”».[477] (περισσότερα…)

Και πάλι, η καθημερινότητά μας έτσι απλά, χωρίς πρόγραμμα

 *

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Ο Τραμπ λέει ότι σε 16 μήνες
άλλαξε τον ρου της ιστορίας!

Ο κ. Τραμπ έγραψε τα παρακάτω σε ανάρτηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αργά το βράδυ μετά την πρώτη ημέρα συναντήσεων με τον κ. Σι, στο Πεκίνο, ενώ περίμενε να τον συναντήσει ξανά για ένα γεύμα εργασίας πριν επιστρέψει στην Ουάσιγκτον. Έγραψε συγκεκριμένα:

«Όταν ο Πρόεδρος Σι πολύ κομψά αναφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως έθνος που είναι ίσως σε παρακμή, αναφερόταν στην τεράστια ζημιά που έχουμε υποστεί κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών του νυσταλέου Τζο Μπάιντεν και της διοίκησής του, και σε αυτό το σημείο είχε 100% δίκιο. Η χώρα μας έχει υποφέρει πάρα πολύ από ανοιχτά σύνορα, υψηλούς φόρους, πρωτοβουλίες για τα τρανς άτομα, άνδρες που αγωνίζονται σε γυναικεία αθλήματα, πολιτικές Diversity – Equity – Inclusion, χωρίς αποκλεισμούς, απαίσιες εμπορικές συμφωνίες, αχαλίνωτο έγκλημα και πολλά άλλα!…

Ο Πρόεδρος Σι δεν αναφερόταν στην απίστευτη άνοδο που έχουν δείξει οι Ηνωμένες Πολιτείες στον κόσμο κατά τη διάρκεια των θεαματικών 16 μηνών της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ, η οποία έχει να επιδείξει ιστορικές ανόδους στην χρηματιστηριακή αγορά, καθώς και στα συνταξιοδοτικά ταμεία, τη στρατιωτική νίκη μας και την ακμάζουσα σχέση με τη Βενεζουέλα, τον στρατιωτικό αποδεκατισμό του Ιράν (ο οποίος συνεχίζεται!). Ακόμη, οι ΗΠΑ διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο με διαφορά, είναι η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη με επενδυτικό ρεκόρ 18 τρισεκατομμυρίων δολαρίων από άλλες χώρες, η αγορά εργασίας μας βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή στην ιστορία της, με περισσότερους ανθρώπους να εργάζονται, το τέλος του DEI το οποίο καταστρέφει τη χώρα, και τόσα άλλα πράγματα που θα ήταν αδύνατο να απαριθμηθούν εύκολα.

Πριν από δύο χρόνια, ήμασταν πράγματι ένα έθνος σε παρακμή. Σε αυτό, συμφωνώ απόλυτα με τον Πρόεδρο Σι! Αλλά τώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι το πιο “καυτό” έθνος στον κόσμο, και ελπίζουμε ότι η σχέση μας με την Κίνα θα γίνει ισχυρότερη και καλύτερη από ποτέ! Στην πραγματικότητα, ο Πρόεδρος Σι με συνεχάρη για τόσα πολλά εξαιρετικά επιτεύγματα που επιτεύχθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα».

Με απλά λόγια ο κ. Τραμπ παραδέχτηκε ότι η αμερικανική παρακμή υπάρχει, αλλά για όλα φταίει ο Τζο Μπάιντεν! Σήμερα όμως και κατά δήλωσή του:

«Τώρα που βρίσκομαι στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεκινήσει θεαματική άνοδο, η οποία θα ενισχύσει επίσης τις σχέσεις μας με την Κίνα»!

Δηλαδή, σε 16 μήνες η κυβέρνηση Τραμπ άλλαξε τον ρου της ιστορίας!

Η αποδοχή του παράλογου θα αρκούσε άραγε για να κατανοήσουμε τη ρητορική Τραμπ; Πολύ πιθανώς όχι… Διότι και το παράλογο ακόμη έχει μια λογική… (περισσότερα…)

Ἡ Μάχη τῆς Κρήτης μέ τά μάτια ἑνός ὀχτάχρονου ἀγοριοῦ

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ                  

Ἐπιλογή καί ἐπιμέλεια: Ἀγγελική Καραθανάση

~.~

Πρωί. Μέ ξυπνᾶ μιά ἀδιάκοπη βοή, πού τήνε διακόπτουνε βαθιοί, ὑπόκωφοι βρόντοι. Μοιάζει νά βγαίνει ἀπό παντοῦ: ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τούς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, ἀπό τό χῶμα. Κατεβαίνω γρήγορα στό κατώι. Ἡ πόρτα ἔχει μπουκώσει ἀπό τά κορμιά τῶν μεγάλων, πού τεντώνουνται γιά νά δοῦνε. Κάτι λένε ἀνάμεσα σ’ ἐπιφωνήματα και κραυγές φόβου τῶν γυναικῶν. Καταφέρνω νά χωθῶ ἀνάμεσα στά πόδια τους καί νά βγῶ ὄξω ἀπό τήν πόρτα. Βλέπω.

Στόν οὐρανό, ἀπάνω ἀπό τόν κάμπο, πετοῦν ἀεροπλάνα. Τά πιό μικρά γλιστροῦνε γρήγορα, χαμηλά, τ’ ἄλλα, τά βαριά, πηγαίνουνε μέ τό πάσο τους. Κάτω  ἀπό τ’ ἀεροπλάνα κρέμουνται πλῆθος ὀμπρέλες, ἄσπρες οἱ πιό πολλές ἀλλά καί κόκκινες καί πράσινες καί πορτοκαλιές, πού λικνίζουνται κατεβαίνοντας ἀργά πρός τή γῆ. Κι ὥσπου νά χαθοῦν οἱ πρῶτες πίσω ἀπό τίς ἐλιές, ἔχουν ἀνοίξει ἄλλες, ἔτσι πού ὁ οὐρανός εἶναι συνέχεια γεμάτος, σάν ἕν’ ἀέρινο λιβάδι ὅπου ξάφνου φυτρώσανε πλῆθος μεγάλα πολύχρωμα λουλούδια.

Τό ξέρω τοῦτο τό θέαμα ἀπό τίς φωτογραφίες τοῦ Νέου Κόσμου:[1] Ὁλλανδία, Ἐμπέν Ἐμαέλ.[2] Ἀπίστευτο! Οἱ φωτογραφίες ἐξεκόλλησαν ἀπό τό χαρτί κι ἤρθανε κι ἐσταθήκανε μπρός μου, ζωντανέψανε καί κινιούνται. Νιώθω ἕνα κύμα θαυμασμοῦ νά μέ συνεπαίρνει, νά μ’  ἀνεβάζει πάνω ἀπό τό χῶμα τῆς αὐλῆς. Κάτι ἀνάμεσα σ’  ἴλιγγο κι ἔκσταση. Κι ἀμέσως, τήν ἄλλη κιόλας στιγμή, πατῶ πάλι τό χῶμα, και τό χῶμα σαλεύει κάτω ἀπό τά πόδια μου.

Καταλαβαίνω πώς αὐτό πού βλέπω εἶναι πόλεμος –ἀληθινός πόλεμος, πού ’ρθε ἀπροειδοποίητα κι ἐχώθηκε στήν εἰκόνα πού ἀντίκριζα κάθε μέρα. Ἡ ζωή ξάφνου χωρίστηκε στά δυό. Ἐκεῖνο πού ζούσαμε  ὥς τώρα δέν ἔχει καμιά σχέση μ’  αὐτό πού ζοῦμε τούτη τή στιγμή. Κάτι μεγάλο καί φοβερό γίνεται μπρός στά μάτια μας. Κάτι πού κανείς δέν μπορεῖ νά τό σταματήσει ἤ νά τ’  ἀλλάξει.

Τό χέρι τῆς μάνας μου μ’ ἁρπάζει ἀπό τό γιακά.

—Τρελάθηκες; Ἔμπα μέσα!

Ἐπικρατεῖ μιά σύγχυχη. Κανείς δέν ξέρει τί πρέπει νά κάμει.

—Πᾶμε στό καταφύγιο, λέει ὁ πατέρας μου. Ὄχι ὅλοι μαζί, δυό-δυό, τρεῖς- τρεῖς, καί προσοχή στ’ ἀεροπλάνα. Ξεκίνα, Μιχάλη μέ τήν Ἰφιγένεια. Ὕστερα τά παιδιά. Κατόπιν ἡ Στέλλα μέ τή μικρή. (περισσότερα…)

Paul Valéry, «Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι…»

*

Ένα ανακάτεμα το πνεύμα

Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι, φράσεις,
όσα από ύπνο ή έρωτα μέσα έχουν περάσει,
όσα η τύχη ή οι θεοί μάς έχουνε δωρίσει,
ένα άλμπουμ με θραύσματα ζωής έχουν γεμίσει.

Χαζό, άτοπο, ανοίκειο, συμπαθές, κατά το ρεύμα,
ένα ανακάτεμα και τίποτε άλλο είναι το πνεύμα,
δούλος μιας μύγας ή κυρίαρχος κάποιου νόμου,
από όπου κάθε λεπτό ξεμπλέκει το ΕΓΩ μου.

///

[Έχετε γεια…!]

Έχετε γεια…! ωραίες μου εικόνες, προς τα σας πηγαίνει
η αγκαλιά, λιμάνι λες κι είστε που δεν χορταίνει!
Εμπρός, καράβια άγρια με φτερά ορθωμένα στα ύψη,
κινδύνων ιστιοφόρα που ’χει ο Χάρος σπιρουνίσει!
Γρήγορα…! θα χαθεί ο Τάνταλος μέσα στο βράδυ…
Και τότε ένα Τριαντάφυλλο μες στο μοιραίο σκοτάδι,
καθώς η εφήμερη των ουρανών χαρά θα σβήσει,
ένα έσχατο εντελώς, ένα τριαντάφυλλο της Δύσης
χλομό μες στο αχανές το βράδυ θα ανατριχιάζει…
Στου εξώστη το κατάρτι πλέον δεν βλέπω να σπαράζει
συλφίδα με σημαίας χρώμα από αύρα που μεθάει,
και η ψυχρή πνοή που και το δέρμα διαπερνάει
λες και από ένα ζοφερό καρνάγιο μέσα φτάνει
που δεν είναι άλλο απ’ το μεγάλο ετούτο το λιμάνι!
Παράθυρα κλείστε, κλείστε παράθυρα δαρμένα!
Μεγάλα μάτια με της γνήσιας νύκτας τη φοβία!
Κι εσύ από τα ύψη με τα άστρα τα σπαρμένα
δέξου την μπολιασμένη από μυστήριο και ανία
κείνη τη μητρική των στοχασμών σου αλαλία…

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

***

Η αθανασία ως κατάρα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Α.

Ο Μπαρούχ Σπινόζα (Ηθική) σημειώνει ότι «ο ελεύθερος άνθρωπος άλλο δεν σκέφτεται παρά τον θάνατο, και η σοφία του είναι ένας στοχασμός όχι του θανάτου αλλά της ζωής». Στην παραπάνω φράση συμπυκνώνεται το διαυγές συμπέρασμα: τα πάντα στην ανθρώπινη ζωή έχουν σημασία επειδή ακριβώς οι άνθρωποι είναι θνητοί, και το γνωρίζουν. Όσα κάνουν οι θνητοί άνθρωποι έχουν νόημα εξαιτίας αυτής της επίγνωσης. Αυτό που καθιστά κάθε άνθρωπο πολύτιμο και αναντικατάστατο, είναι ο θάνατος, ή η ιδέα του θανάτου. Οι άνθρωποι ωθούνται στην πράξη απ’ την επίγνωση ότι είναι φάσματα. Κάθε πράξη που επιτελούν, μπορεί να είναι η τελευταία τους. Τα πάντα, στους θνητούς, έχουν την αξία του φθαρτού και ανεπανόρθωτου.

Αν νικιόταν κάποτε ο θάνατος, δεν θα είχαν πια νόημα όλα αυτά που με τόσο μόχθο συνέθεσαν οι άνθρωποι προκειμένου να ενσταλάξουν κάποιο σκοπό στην τόσο σύντομη ζωή τους. Όμως, όπως γράφει ο Μπάουμαν (Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της), σε συνέχεια των προηγουμένων, η ουσία του ζητήματος είναι ότι η γνώση της θνητότητας του ανθρώπου σημαίνει συνάμα και γνώση της δυνατότητας της αθανασίας του. Το να έχει επίγνωση της θνητότητας σημαίνει ότι μπορεί να φαντάζεται την αθανασία, να εργάζεται για την αθανασία του.

Είναι γενικά γνωστό, αλλά αποτελεί εξαιρετικά σπάνια πεποίθηση στο ανθρώπινο γένος, ότι στη Φύση η αθανασία είναι κάτι το κοινότοπο. Αν εξαιρέσεις τον άνθρωπο, όλα τ’ άλλα πλάσματα είναι αθάνατα, αφού αγνοούν το θάνατο. Αυτό που είναι θείο, τρομερό, αδιανόητο, είναι η επίγνωση της αθανασίας υποστηρίζει ο Μπόρχες (Ο Αθάνατος). Η άτεγκτη πραγματικότητα του θανάτου κάνει την αθανασία μια γοητευτική πρόταση, αλλά η ίδια η πραγματικότητα κάνει συνάμα το όνειρο της αιωνιότητας μια δραστική δύναμη, ένα κίνητρο για δράση. Η αθανασία είναι εντέλει ένα καθήκον.

Όμως, συνεχίζει ο Μπόρχες, μονάχα το όνειρο της αθανασίας δίνει νόημα στη ζωή, ενώ η αθάνατη ζωή, αν ποτέ την κατορθώναμε, δεν θα έφερνε παρά τον θάνατο του νοήματος, ακριβώς όπως συμβαίνει στα πρόσωπα στο προαναφερθέν διήγημα. Εκεί τα πρόσωπα που κέρδισαν την Αθανασία, άρα ήταν προηγουμένως θνητοί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «τρωγλοδύτες, που δεν μιλούσαν και καταβρόχθιζαν φίδια». Βρίσκονταν στην κατάσταση «του απροσδιόριστου, του αποτρόπαιου, του ουδόλως νοητού».

Β.

 «Είδα τότε με τα μάτια μου τη Σίβυλλα στην Κύμη να κρέμεται μέσα σε κλουβί, κι όταν τ’ αγόρια τη ρωτούσανε: Σίβυλλα τι θέλεις; Απαντούσε εκείνη: αποθανείν θέλω». (Πετρώνιος, Σατυρικόν, 48.8.)

«Σύμφωνα μ’ έναν μύθο, η Σίβυλλα της Κύμης (αιολικής αποικίας στην Καμπανία της Ιταλίας, πολύ κοντά στη σημερινή Νάπολη) υπήρξε ερωμένη του Απόλλωνα. Του ζήτησε να της χαρίσει την αθανασία (ή, κατ’ άλλους, τόσα χρόνια ζωής όσα και οι κόκκοι της άμμου που κρατούσε στη χούφτα της), ξέχασε όμως να ζητήσει και την αιώνια νεότητα. Έτσι, γερνώντας, ζάρωσε τόσο πολύ, που έγινε μικρή σαν ένα τζιτζίκι. Και το τραγικότερο είναι πως ήταν υποχρεωμένη να παραμείνει ζωντανή». (Από τις σημειώσεις του μεταφραστή Κλείτου Κύρου στη Ρημαγμένη Γη του Τ. Σ. ΈλιοτT, ύψιλον/βιβλία, σ. 58).

Γ.

Η λεπίδα του Αθάνατου είναι ο ελληνικός τίτλος μιας ιαπωνικής ταινίας (πρωτότυπος τίτλος: Mugen no Junin, διεθνής τίτλος: Blade of the Immortal) του 2017 σε σκηνοθεσία Τακάσι Μιίκε, που με τη σειρά της βασίζεται σε μάνγκα του Χιροάκι Σαμούρα.

O νεαρός σαμουράι Μάντζι εξολοθρεύει τους 100 μισθοφόρους που ευθύνονται για τνο θάνατο της μικρής του αδερφής. Όταν κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης τραυματιστεί θανάσιμα, μια υπεραιωνόβια μοναχή και μάγισσα, η Γιαομπικούνι, θα τον σώσει από τον βέβαιο θάνατο, αλλά ταυτόχρονα θα τον καταδικάσει στην αθανασία, τοποθετώντας μέσα στο σώμα του τα ιερά σκουλήκια του αίματος, τα οποία θα γιατρεύουν στο εξής κάθε πληγή του και θα επανενώνουν τα ακρωτηριασμένα του μέλη.

Πενήντα χρόνια μετά, κι ενώ ο Μάντζι έχει ήδη πάρει μια γεύση από το τίμημα της αθανασίας, ο σαμουράι που ζει με το βάρος και την κατάρα του θρύλου του υπόσχεται να βοηθήσει ένα κορίτσι, τη Ριν, που μοιάζει συγκλονιστικά στη νεκρή του αδερφή και να εκδικηθεί μία ομάδα ικανότατων ξιφομάχων με επικεφαλής τον ερμαφρόδιτο κι αδίστακτο πολεμιστή Ανότσου, που ευθύνεται για τη δολοφονία των γονιών της.

«Ο θάνατος είναι ανελέητος, αλλά η αθανασία είναι ακόμα περισσότερο», θα πει σε κάποια σκηνή της ταινίας ο Μάντζι, λίγο πριν το εκπληκτικό φινάλε της τελικής μάχης με τους 300 (!) αντιπάλους.

///

Βλ. σχετικά:

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, «Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

*

*

«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον θάνατο και τον ίσκιο του έχουν γραφτεί πάμπολλα. Για την ακρίβεια –από μια σκοπιά τουλάχιστον– όλα όσα έχουν γραφτεί, για εκείνον μιλούν. «Φιλοσοφία μελέτη θανάτου», που έλεγε και ο Πλάτων.

Για την αθανασία, αντίθετα, δεν έχει γραφτεί τίποτε σχεδόν που να γνώρισε αξιόλογη διάδοση. Πώς πρέπει αλήθεια να την εννοήσουμε; Ως άρση απόλυτη του χρόνου ή μήπως ως ατέρμονη χρονικότητα; Ως πλήρωση υποστασιακή, όπως το επαγγέλλονται οι μεσσιανικές θρησκείες, ή ως διηνεκές μαρτύριο, όπως η σύλληψη της Ewige Wiederkehr του Νίτσε αφήνει να διαφανεί, αιώνια ανακύκληση του όμοιου και του αυτού;

Οι σύγχρονοι κοσμολόγοι μοιάζει να θεμελιώνουν και επιστημονικά την νιτσεϊκή προϊδέαση. Αν ο χρόνος (και ο χώρος) είναι άπειρος, μας βεβαιώνουν, δεν είναι απλώς ενδεχόμενο, είναι εντελώς βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα, όχι μόνο θα συμβούν τα πάντα, αλλά θα επαναληφθούν και άπειρες φορές με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Με τα λόγια του ερημίτη του Sils Maria:

«Σκέψου μια μέρα ή μια νύχτα ένας δαίμονας να τρύπωνε στην μοναξιά σου την πιο μοναχική και να σου ’λεγε: “Αυτή τη ζωή, όπως τη ζεις τώρα δα και την έζησες, θα τη ζήσεις και θα την ξαναζήσεις αμέτρητες ακόμη φορές· και τίποτε δεν θα ’ναι καινούργιο σ’ αυτήν, αλλά κάθε πόνος και κάθε ηδονή και κάθε ιδέα και στεναγμός και κάθε τι ανείπωτα μικρό και μεγάλο της ζωής σου όλα τους θά ‘ρθουν ξανά να σε βρουν, κι όλα τους με την ίδια σειρά και με την ίδια τάξη.”»

Με τον ίδιο τρόπο σκεφτόταν και η Έμιλυ Ντίκινσον την ίδια πάνω κάτω εποχή:

«Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει…»

Στις μέρες μας, εντελώς νιτσεϊκή (και ντικινσόνια) ήταν η ταινία Η Μέρα της Μαρμότας. Ο Φιλ Κόννορς, ο ήρωας του φιλοσοφικότατου αυτού φίλμ, ζει και ξαναζεί αενάως την ίδια ακριβώς ημέρα, την 2α Φεβρουαρίου, στο ίδιο μέρος, το Punxsutawney της Πενσυλβάνιας, με τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους να ξανακάνουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, να λένε τα ίδια ακριβώς λόγια, στην ίδια απαράλακτη σειρά. Ακόμη και η απόφασή του να αυτοκτονήσει δεν αλλάζει τη μοίρα του: όσες φορές και αν το κάνει, και το κάνει επανειλημμένα και με όλο τον ζήλο που του εμπνέει η απόγνωση, και πάλι την επομένη, που είναι και πάλι η ίδια 2α Φεβρουαρίου, θα ξυπνήσει την ίδια ώρα, στο ίδιο ξενοδοχείο, με το ίδιο ξυπνητήρι να του ξαναπαίζει το ίδιο τραγούδι: «I Got You Babe».

Μήπως είναι αυτή τελικά η εγγύτερη περιγραφή που διαθέτουμε του Παραδείσου; Δεν είναι η αέναη αδιατάρακτη άφευκτη επανάληψη, ακόμη κι όταν απουσιάζει η μεγάλη οδύνη, η πιο φρικτή παιδωμή; Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είχε το θάρρος να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο για το Πουργατόριο της Θείας Κωμωδίας, τα ίδια όμως δεν λέγονται πάνω κάτω από δεινούς κριτικούς και για τον Paradiso, το τρίτο μέρος του έπους του περιώνυμου Φλωρεντίνου; «Θα προετίμων να πίω καλύτερα» γράφει ο Λευκάδιος, «δεν ηξεύρω ποίον αηδέστατον φάρμακον, παρά να καταδικασθώ είς την ανάγνωσίν του…»

Απ’ αυτή τη σκοπιά, κάθε επαναφορά, κάθε επανάληψη της όποιας κατάστασης, κάθε πάγωμα του χρόνου, είναι ένα υπαρξιακό βασανιστήριο. Τι έχουν να προσφέρουν στον δεσμώτη της Εδέμ ακόμη και τα πιο έκπαγλα ουρί, τι είναι η visio beatifica ή η καθ’ ημάς θέωσις εμπρός στην ωκεάνια ανία της αιωνιότητος. Τι ωφελεί να ζει κανείς εν τόπω χλοερώ, ένθα πάσα λύπη απέδρα, σε αδιάλειπτη αγάπη προς τον Θεό, απαλλαγμένος από ανταγωνισμό, φθόνο ή σύγκρουση; Ο πρώτος ψυχολογικός νόμος της μακαριότητος, το ελιξήριο κάθε ευδαιμονίας, είναι η κίνηση, όχι η στάση, η μεταβολή, όχι η καθήλωση. Όπως ακριβώς η απόλυτη δυστυχία, η τέλεια ευτυχία, για πολύ, δεν αντέχεται.

«Ἐποίησά μοι κήπους καὶ παραδείσους καὶ ἐφύτευσα ἐν αὐτοῖς ξύλον πᾶν καρποῦ», γράφει ο Εκκλησιαστής. «Καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος…»

*

*

*

Μια νοσταλγία που αφορά το μέλλον

*
του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

~.~

Θεόδωρος Ε. Παντούλας,
«Έλληνες του πικρού καιρού» – 
Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει,
Εκδόσεις Manifesto, 2026

«Γιατί αγκιστρώθηκε τόσο νωρίς μέσα μου το συναίσθημα πως, εάν το ταξίδι και μόνο –το ταξίδι χωρίς την ιδέα του γυρισμού– ανοίγει για μας τις πόρτες και μπορεί ν’ αλλάξει αληθινά τη ζωή μας, μια μαγεία πιο κρυφή, που συγγενεύει με το χειρισμό της διχάλας του ραβδοσκόπου, είναι δεμένη με τον περίπατο που προτιμάμε περισσότερο, ή την εκδρομή που δεν έχει περιπέτεια και απρόοπτο και που μας επαναφέρει σε λίγες ώρες στη βάση μας, στην ξερολιθιά του αγαπημένου σπιτιού; […] Περισσότερο απ’ τον αγαπητό στον Γκαίτε “πλανητικό ασπασμό” μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η γραμμή της ζωής μας φωτίζεται συγκεχυμένα. Πού και πού, θα ’λεγε κανείς ότι ένα κιγκλίδωμα μέσα μας, αρχαιότερο από μας, αλλά με ρήγματα και ελλείψεις, διασαφηνίζει, στην τύχη των εμπνευσμένων, τις δυναμικές γραμμές που θα δεθούν με τα επεισόδια της ζωής που μας μένει να ζήσουμε. Όπως ένα λεύκωμα με οικογενειακές φωτογραφίες που ξεφυλλίζουμε στην τύχη μάς μιλάει για το παρελθόν μας, για ένα παρελθόν μισοσβησμένο απ’ τα μικρά του γεγονότα, αλλά παρ’ όλα αυτά ανέκφραστα προσωπικό, μεταδίδοντάς μας συγχρόνως το ζωτικό αίσθημα της επαφής με το μητρικό κλαδί και την υπέροχη μουσικότητα της φθοράς που ακόμα χαμογελάει αμυδρά, τέτοιοι τόποι σηκώνουν αινιγματικά ένα πέπλο απ’ το μέλλον: φέρνουν εκ των προτέρων τα χρώματα της ζωής μας μόλις αγγίξουμε αυτή τη γη που κατά κάποιον τρόπο μας ήταν ταγμένη, όλες οι αναδιπλώσεις μας ξετυλίγονται όπως ανοίγει στο νερό ένα γιαπωνέζικο λουλούδι: αισθανόμαστε, ανεξήγητα, σε γνώριμο χώρο, και κατά κάποιον τρόπο ανάμεσα στα πρόσωπα μιας οικογένειας που μέλλεται να ’ρθει.»

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το ποιητικό δοκίμιο του Ζυλιέν Γκρακ, Τα Στενά Νερά (μτφρ. Δημήτρη Τ. Άναλι, Εκδόσεις Υψιλον 1985). Το θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Ε. Παντούλα, «Έλληνες του πικρού καιρού» – Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει. Μας λέει περίπου ό,τι και κείνο, ότι το μέλλον φτιάχνεται μέσα απ’ τις παρόδους των αλλοτινών καιρών. Αλλοίμονο, τα χρόνια που περνάνε σαλεύουν άπιαστα στο βυθό. Όταν πιστεύεις πως τα ’χεις του χεριού σου, αυτά τρέχουν πίσω πάλι στα σκοτάδια. Πάντοτε ωστόσο καταφέρνουν να δώσουν στη γαλάζια άβυσσο της μέρας που απομένει τη μικρούλα τους πνοή μαζί με τον πρώτο αφρό, να δώσουν πλατιά ανοιγμένα τα φτερά (Σικελιανός).

Δεν είναι τα μακρινά ταξίδια που ονειρεύεται η ώριμη καρδιά αλλά τα πιο οικεία, που σ’ ανεβάζουν με τα γνωστά φυσήματά τους στην παρειά της πλώρης. Όταν ο άνθρωπος επιστρέφει σπίτι του μετά από πολλές δοκιμασίες, ο ήλιος τον αγαπά περισσότερο. Ν΄ αναβλύζει μονίμως απ’ τον ώμο σου το άγνωστο, το γενικό και το αφηρημένο, δεν είναι τρόπος. Είναι η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης που δεν κατέχεις. Η γενιά μου έμαθε ν’ αγαπά το γενικό και το αφηρημένο, μα βρέθηκε από νωρίς χωρίς δαδί να μετρά τους σφυγμούς του ύπνου της. Ναι, υπάρχει χλομάδα μεγαλύτερη απ’ το μαργαριτάρι. Είναι η χλομάδα του ανθρώπου που δεν ξέρει τα σπλάχνα του. Γερμένος εδώ κι εκεί παλεύει μονάχος να συγκρατήσει τα δάκρυα μες στον νιπτήρα. Σαν πέφτει η νύχτα και πρέπει να σπάσει η υπερηφάνεια, ξεντύνεται τις ίδιες του τις πληγές.

Τα βιβλία του Παντούλα είναι γεμάτα ακριβά μεταλλεύματα που μας προσπερνούν μες στο πούσι μιας εποχής φθαρμένης απ’ τα ποικίλα στόματα, μιας εποχής που γαυγίζει σκοτεινή ψύχρα πάνω απ’ τα όνειρα. Πότε εδώ και πότε εκεί βρίσκεις τον συγγραφέα να χτυπά με το ματσακόνι της γραφής του τις μπάντες. Να φύγουν τα μίνια. Να γεμίσουν τα μπουγέλα σκουριά. Να υγιάνουν οι πληγές. Να φωτιστεί η περαντζάδα. Το τελευταίο του βιβλίο δεν είναι εξαίρεση. Στον σύντομο πρόλογο διαβάζουμε πως ο συγγραφέας κλείνει λογαριασμούς: (περισσότερα…)

«Το αίμα μας το χύνομε, τ’ άρματα δεν τα δίνομε»: Παναγιώτης Κάλλας «Τσοπανάκος» (1789-1825)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.

Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.

Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.

Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.

[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]

Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.

Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.

Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες. (περισσότερα…)

Μετά-την-αισθητική

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Κατά προεκλογικά κυρίως διαστήματα, η αντισυστημική τέχνη στη Δημοκρατία είχε την τιμητική της. Παραστάσεις του Χριστού, της Παναγίας, μεταναστών, ομοφυλοφίλων και αιρετών αξιωματούχων του κράτους πρόβαλλαν ως καλλιτεχνική τομή. Αδειάζοντας οι καφετέριες και τα μπιλιαρδάδικα, γέμισαν κόσμο οι γκαλερί, τα μουσεία και τα πολιτιστικά κέντρα. Η τεχνοκριτική εκτόπισε επιτέλους τις αναρτήσεις και ειδικά τις φωτογραφίες με φίλτρα. Οι Σχολές Καλών Τεχνών άνοιγαν νέα παραρτήματα, οι Μπιενάλε έκαναν πρωτοσέλιδα και οι οίκοι δημοπρασιών χτύπησαν ποσά πρωτοφανή στην ιστορία της αγοράς τέχνης.

Σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, λογοτέχνες και κομματικά στελέχη εγκατέστησαν παντού πρότυπα ουρητήρια με την υπογραφή «R. Mutt 2025». Συλλέκτες και θηρευτές ταλέντων αναζήτησαν την Κρήνη σε τεχνοτόπους, εφημερίδες και ειδικά αφιερώματα. Γυναίκα, συγγραφέας και ποιήτρια με ανδρικό ψευδώνυμο, και συγκεκριμένα Ρίτσαρντ Μουτ, παρουσίασε μια τέτοια κρήνη πορσελάνης σε εκθεσιακό χώρο, η οποία έτυχε εξαιρετικής υποδοχής ως γλυπτό.

Αναπαράγοντας μια εύληπτη ιδέα, ένα στιγμιαίο σοκ, μία ορισμένη κατεύθυνση ή ένα μεμονωμένο συμπέρασμα με απαράμιλλη, ομολογουμένως, συνέπεια, η Κρήνη έπαψε πλέον να αποσταθεροποεί το βλέμμα, εφόσον μπορούσε απλά να το καθοδηγεί. Οι μηχανισμοί της μαζικής κουλτούρας και ο ορθολογισμός εκτόπισαν τη μεταρσίωση και την πραγμάτωση στο μοναδικό. Μορφές προβλέψιμες και αναγνωρίσιμες, εμμονικά σχεδόν επαναλαμβανόμενες εγείρονταν σε αντικείμενο λατρείας. Η υπεραπλούστευση συμβόλων, αξιών και συνθετότατων διεθνών καταστάσεων νοούνταν πλέον ως ριζοσπαστική αναμέτρηση με την παράδοση.

Το θέμα είδε τον εαυτό του να εγείρεται παντοδύναμο, αφήνοντας πίσω του τη μορφή και την ίδια την πραγμάτευση του περιεχομένου, που πολλές φορές συνέχονταν σε ό,τι η ανθρώπινη εξέλιξη αποκάλεσε «τέχνη» ή «υψηλό», μη αναγώγιμο δηλαδή σε μήνυμα, πληροφορία ή παντιέρα. Το θέμα-μπαμπούλας μπορούσε να διεγείρει τα πλήθη, χωρίς να τα πολιορκεί, μετείχε δε στους νόμους της αγοράς, την οποία εξήγγελλε ότι προτίθετο να αποδομήσει.

Ο Μπαμπούλας έπαιρνε δε συχνά τη θέση του Αμνού, για να μας πείσει ότι η χειρονομία μπορούσε να γενικευθεί, χωρίς ν’ αδειάζει, το ίδιο κι οι απολογητές του, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση,

Ο Αμνός φορούσε Prada.

Η ιδεολογία έπαψε να θεωρείται ως ένα καταρχήν –μαρξικά και μεταμαρξιστικά– σύστημα, ενώ οι Κρήνες αδυνατούσαν να δουν τον εαυτό τους ως μετα-αφήγηση των μεγάλων αφηγήσεων. Ομοίως, η ιστορία δεν χρειαζόταν πια μεθοδολογική και αναλυτική ακρίβεια, εφόσον μια μετα-ιστορία εξηγούσε πλέον πώς λειτουργεί ή πώς φτιάχνεται η κάθε ιστορία. Όντος του έργου ανοιχτού σε ερμηνεία ή εκφραστή μιας όποιας υπό αίρεση και πάντα εναλλάξιμης αλήθειας, οι κριτικοί επιτέλους ξεκουμπίστηκαν και μας άφησαν στην ησυχία μας. (περισσότερα…)

Με τη νύχτα, η χειρονομία: Για την ποίηση του Τσέζαρε Παβέζε

*

του TOMMASO DI DIO

~.~

Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου: ο πρώτος στίχος ενός από τα διασημότερα έργα του 20ού αιώνα, έργου δίχως απογόνους, του οποίου –όπως για όλα τα αριστουργήματα– μόνο η παρωδία είναι δυνατή. Με την αυθαιρεσία ενός διπλού μέλλοντος, ο τίτλος μοιάζει εντούτοις ως επιβεβαίωση μιας αναμφισβήτητης πεποίθησης. Προσφέρεται κάτι το αποδεικτικό, χωρίς δυνατότητα απάντησης, και θεμελιώνει την προφάνειά του σε μια λογική όχι συμπερασματική, αλλά μετωνυμική, μέσα από μια διαδικασία που τη ζωογονεί μια σκοτεινή δύναμη, η οποία εποπτεύει τα πρώτα και τα τελευταία πράγματα: το βλέμμα, τον θάνατο. Τα εν λόγω ποιήματα γράφτηκαν στα μισά του εικοστού αιώνα: έρχονται από το μέσο ενός αιώνα, τα φαντάσματα του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε και που εδώ, σε τούτο το λεπτότατο βιβλίο με μόλις δεκαεννέα κείμενα, εμφανίζονται σε μιαν αφηρημένη, απόλυτη επιτομή. Πάνω από εβδομήντα χρόνια από την πρώτη, μεταθανάτια έκδοσή τους, τα ποιήματα αυτά, αυστηρά οριοθετημένα στο σύντομο μέγεθος ενός υπνωτιστικού στίχου, σαν ψαλμού, μας υποχρεώνουν στη σύγκριση με κάτι που σήμερα φαντάζει αναπότρεπτο. Κοιτώντας τα στιγμιαία, έτσι όπως ξεχωρίζουν στη λευκή σελίδα, τόσο μικρά, μοιάζουν με παραίνεση˙ λες και όποιος τα έγραψε δεν κατάφερε ποτέ να ξεκολλήσει από τη σκέψη ότι η ύπαρξη –το να είμαστε πλήρως ο εαυτός μας– είναι αδύνατον να αποσπαστεί από μια τρομερή, εκτυφλωτική εμπειρία: «Θα είσαι συ – ακίνητη και διάφανη».

Σε όποιον συναντήσει για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους, θα ήθελα να πω: να είστε προσεκτικοί, να τους διαβάσετε σαν να λαμβάνατε ένα μυστικό ως δώρο. Το μυστικό δεν είναι το ίδιο το όνομα που φανερώνεται, πότε πότε, πίσω από την αντωνυμία δευτέρου προσώπου. Γνωρίζουμε πως τα ποιήματα γεννήθηκαν από τη συνάντηση με δύο γυναίκες (Η γη και ο θάνατος του 1947 περιέχει τα κείμενα για τη συγγραφέα και ψυχαναλύτρια Μπιάνκα Γκαρούφι, τα υπόλοιπα του 1950 είναι για την Αμερικανίδα ηθοποιό Κόνστανς Ντόουλινγκ), όλα όμως μοιάζουν το ίδιο ποίημα, μια επαναλαμβανόμενη ατελείωτη απόπειρα να γραφτεί το μοναδικό ποίημα που αξίζει τον κόπο να γραφτεί. Πίσω από το καθένα και από όλα είναι αντιληπτή η ίδια επιμονή: λες και πέρα από το παραπέτασμα, από τη φαινομενικά οδυνηρή και συγκινητική περίσταση –ερωτικά ποιήματα για άτυχους έρωτες–, επίκειται μια παλλόμενη, χθόνια διάσταση, την οποία μόνο η ενέργεια ενός αποτυχημένου έρωτα αφύπνισε και οδήγησε στην επιφάνεια της λέξης. Έτσι, πίσω από το «εσύ» που διαρκώς επιστρέφει, που απαντάει εμμονικά σχεδόν σε κάθε ποίημα, κρύβεται κάτι που δεν έχει και δεν μπορεί να έχει δικό του όνομα, το οποίο μπορούμε μόνο να επικαλεστούμε από τη μεριά του λόγου που, κατεξοχήν, αντικαθιστά και παραπέμπει πέρα από τη γλώσσα, στον κόσμο των πραγμάτων και των γεγονότων, των χειρονομιών. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό σε αυτά τα ποιήματα, βρίσκεται αποκλειστικά εδώ: στη χρήση της αντωνυμίας δευτέρου προσώπου.

Το «εσύ» είναι παράξενη αντωνυμία: είναι το σημάδι μιας ετερότητας που όμως, σε αντίθεση με το τρίτο πρόσωπο, φέρει μέσα του το προαίσθημα και την επιθυμία μιας μέγιστης οικειότητας. Με αυτή τη λέξη απευθυνόμαστε σε όποιον αισθανόμαστε κοντινό, τόσο κοντινό που γίνεται αντικείμενο οργής, στοργής ή του πιο σαρκικού έρωτα˙ ωστόσο, για τον ίδιο λόγο, είναι μια αντωνυμία παραισθητική, φάντασμα του απόντος και όποιου επικαλούμαστε. Το «εσύ» είναι μια παράδοξη αντωνυμία: βρίσκεται στη λογική της μεταφυσικής όσο βρίσκεται και σε εκείνη της ενσάρκωσης. Είναι αντωνυμία μιας αναμονής και μιας ελπίδας που δεν κατοικεί στις αφηρημένες αποστάσεις των θεολογικών στοχασμών, αλλά στα σπλάχνα και στο αίμα, γιατί στο «εσύ» εμπλέκεται πάντα ένα πρόσωπο, ένας δεσμός, η τρομερή ελπίδα ότι όποιος λείπει μπορεί να εμφανιστεί μπροστά μας, είτε δίπλα μας, είτε ως χώρος μέσα μας. Ο Παβέζε –που ειρωνικά έγραφε για τον εαυτό του «Εσύ είσαι άγαμος – δεν πιστεύεις στον Θεό»–[1] ήξερε καλά ότι για τον ίδιο η χρήση αυτής της αντωνυμίας μπορούσε να ανοίξει τις πύλες μιας ατελείωτης αβύσσου. Το ήξερε και ήταν η ανακάλυψη της ζωής του, την οποία κατέθεσε σε αυτά τα κείμενα των ύστατων χρόνων του. Έλεγε ότι το μυστικό της ποίησης βρίσκεται στην ικανότητα να ανακαλεί τη ζωή για «δεύτερη φορά»:[2] η γνώση είναι ανάμνηση, ενώ παραμύθια, μύθοι, προφητείες και προσευχές διαπλέκονται στην ποίηση, που τελικά το μόνο που θέλει είναι να ξανασυμβεί ό,τι ονομάζεται. Γράφει στο έργο Η τέχνη του ζην: «Ιδού η ποίηση, που είναι μαγεία και τελετουργία – θρησκεία».[3] Η ποίηση γράφεται σαν να συνθέτεις μια πράξη στον τελετουργικό χώρο της σελίδας˙ και γράφεται το «εσύ» γιατί το «εσύ» φτάνει, γιατί το «εσύ» συμβαίνει και επανεμφανίζεται, φυσικά όχι σε μια υποτιθέμενη πραγματικότητα, κάπου εκεί έξω, αλλά για να γίνει επαναλαμβανόμενη παρουσία στη γλώσσα κι έτσι, απούσα, ζωντανεύει μέσα μας, είναι αίμα στο αίμα μας: «εσύ σκληρή και γλυκύτατη/ λέξη, αρχαία λόγω του αίματος/ που μαζεύεται στα μάτια». Ο Παβέζε ήταν πεπεισμένος ότι ανάμεσα σε τελετουργία, μύθο και δόγμα παρεμβαλλόταν η ίδια ένταση που υπάρχει ανάμεσα σε ζωή, ποίηση και φιλοσοφία.[4] Η βουβή ζωή των χειρονομιών βρίσκεται λοιπόν στην τελετουργία όπως ο μύθος στις λέξεις της ποίησης, και η στιγμή της «εκστατικής συγκίνησης» –της οποίας η ποίηση αποτελεί οδυνηρή μαρτυρία– δεν είναι ποτέ αλογική και αρχέγονη επαφή, αλλά ανάμνηση ενός σημείου που αποδείχθηκε «παραμορφωμένο», τρομερό «παραμύθι». Για τον Παβέζε, η παιδική ηλικία δεν είναι απλώς το όνομα που δίνουμε στη χωρίς γλώσσα περιοχή της ζωής μας, αλλά το τρομερό «φυτώριο ανεπανόρθωτων χειρονομιών και λέξεων», όπου καθρεφτίζεται «η ενήλικη φρίκη»˙[5] εκεί μάθαμε «να γνωρίζουμε τον κόσμο όχι –όπως θα νομίζαμε– με άμεση και πρωταρχική επαφή με τα πράγματα, αλλά διαμέσου των σημείων των πραγμάτων»˙ και «αν προκύψει οποιαδήποτε στιγμή εκστατικής συγκίνησης μπροστά σε κάτι από τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ότι συγκινούμαστε γιατί είμαστε ήδη συγκινημένοι».[6] Πίσω λοιπόν από το «εσύ» δεν υπάρχει τίποτα; Το τίποτα μιας τυφλής, κενής επιστροφής; Ένας απών Θεός; Μονάχα γλώσσα που θορυβεί, ενθυμούμενη τον εαυτό της; (περισσότερα…)

Άδειοι καιροί

*

ΑΔΕΙΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Ρεμπώ, ρεμπέτικα και ρέκβιεμ
κουρτίνες του ’60 και άδεια λαμπατέρ
βαραίνει τ’ όνειρο σεργιάνι πάει ο φόβος
λινά τραπεζομάντηλα, βιτρό κι ασημικά

ποιος Διγενής θα γεννηθεί να τραγουδήσει ο χάρος,
οι κάδοι γέμισαν κι αδειάσαν οι καιροί

///

ΚΑΖΑΝΙ

Άντε να σμίξεις το χέρι τ’ Αλεξανδρινό
με τη φτερούγα αμερικάνικου αγγέλου.
Μπρούτζινη φωνή, στεντόρεια
λιώνει, μες στο πολυμερές καρκίνωμα.

Το καζάνι δεν ξέρει συνταγές
Μόνο να λιώνει ξέρει.

///

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Όλα είναι υπό έλεγχο
η σήψη των καρπών
η αργοπορία του τρένου
κι εκείνη η ελιά στο πίσω μέρος του αυτιού σου

*

Ξέρουμε καλά να μελετάμε τα ποτάμια,
πώς να τα κολυμπάμε δεν ξέρουμε

*

Πες μου ότι μετράς ακόμα με τα δάχτυλα!

*

Κανένας δε σε ξέρει.
Σε φοβάμαι…

ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΕΠΟΥΣΚΟΣ

**

*