Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μια αυτοανθολογία

Δημήτρης Δασκαλόπουλος (6.12.1939 – 30.5.2026)

~.~

Όταν το 2019 προσκαλέσαμε στις Νύχτες του Ιουλίου στα  Χανιά τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο για να παρουσιάσουμε την αυτοβιογραφία του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου», ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και εγώ του ζητήσαμε να μας στείλει μερικά ποιήματά του που ο ίδιος τα θεωρεί αντιπροσωπευτικά του έργου του, ώστε να διαβαστούν κατά την εκδήλωση. Τα εννέα ποιήματα που ακολουθούν είναι εκείνα που μας έστειλε τότε. Ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά καλύπτουν πάνω από μισόν αιώνα γραφής. Το ΝΠ τα αναρτά τώρα στη μνήμη του. — ΚΚ

~.~

«ΜΝΗΜΗ» VI.

Είχες φυτέψει στην αυλή μας λουλούδια.
Ο σπόρος που κύλησε από τ’ άγια σου χέρια
κράτησε καιρό μέσα του τη δύναμη της ζωής.
Προχτές ανοίχτηκε στο φως ένα τριαντάφυλλο
και είπε πως είναι η Ομορφιά
που δεν πεθαίνει με τον θάνατο.

(Απόπλους, 1963, από την ενότητα «Ξανθίππη»)

///

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Ζούσαμε τέσσερις σ’ ένα παράξενο σπίτι
στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση.
Ο ένας έφυγε μετά το μεσημέρι κι ο άλλος
πέθανε την ώρα που φύτευε τριαντάφυλλα.
Απομείναμε δυο σε χωριστά δωμάτια
περιφραγμένοι με εύπλαστα συναισθήματα.
Τ’ απογεύματα μετά τις ανοιξιάτικες μπόρες,
καθώς ανεβαίνουν από τα νοτισμένα χώματα
σαν καπνοί από θειάφι οι θύμησες,
σφιγμένα σ’ επίσημες μαύρες φορεσιές
βγαίνουν σεργιάνι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και έκαναν ελάχιστη τη μικρή ζωή μας φεύγοντας.
Τότε, μες από τις δακρυσμένες φυλλωσιές
και τα κλαμένα μάτια των καρπών που αιωρούνται,
κουνάμε δειλά τα χέρια στους άλλους δυο
που διασχίζουν απόκοσμοι τον κήπο
χωρίς να βλέπονται, αμίλητοι κι αγνώριστοι.
Και οι περίοικοι έχουν να πουν πώς, όταν
προβάλλει στην ανατολή ο ήλιος και φεύγει
στη δύση η σελήνη, δεν είναι παρά
τα προσφιλή χαμένα πρόσωπα
που διεκδικούν τη μνήμη μας
πάνω απ’ το παράξενο σπίτι.

Ο κόσμος αρχίζει στα μάτια και τελειώνει στα όνειρα.

(Επιστροφές, 1973)

///

Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.

***

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

(Και τα δύο, Αλφαβητάρι, 1976)

/// (περισσότερα…)

Φιλοσοφικά Πρότερα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ως αφετηρία του φιλοσοφείν, μνημονεύεται συχνά το θαυμάζειν, όπως αναφέρεται στη γοητευτική διατύπωση του Πλάτωνα στον διάλογο Θεαίτητος (155d): «μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη». Όμως τί θα ήταν η φιλοσοφία χωρίς την αναζήτηση της αλήθειας; Ας σταθούμε τώρα σε μια άλλη διατύπωση , του Αριστοτέλη αυτή τη φορά,  από το κείμενό του Μετά τα Φυσικά (1011b25), όσον αφορά το τι είναι αληθές : «τὸ μὲν λέγειν τὸ ὂν εἶναι καὶ τὸ μὴ ὂν μὴ εἶναι ἀληθές». Κοινώς, να λες γι’ αυτό που είναι ότι είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι. Η διατύπωση του Αριστοτέλη εκ πρώτης όψεως είναι αφοπλιστικά απλή, μια μάλλον αυταπόδεικτη πρόταση του κοινού νου. Μια πρόταση που θα ικανοποιούσε πολλούς αιώνες μετά και τον Βιτγκενστάιν, όσον αφορά το πώς οφείλουν να είναι οι φιλοσοφικές προτάσεις. Σε μια δεύτερη ανάγνωση εντυπωσιάζει για την πυκνότητα και τη μεγαλοφυία της. Απομονώνοντας τα συστατικά της και  διερωτώμενοι  γι’ αυτά, αρχίζει να απλώνεται ενώπιόν μας σχεδόν όλο το φιλοσοφικό πεδίο: φιλοσοφία της γλώσσας, γνωσιολογία,  οντολογία, ενώ μια δρασκελιά πιο πέρα παραμονεύει η ηθική και η αισθητική.

Ας ξεκινήσουμε από το «να λες», δηλαδή από τις  λέξεις. Απ’ όσα λέμε και εννοούμε και δι’ αυτών αναφερόμαστε σε όψεις του κόσμου. Όμως πώς οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους και τί αποκαλύπτουν; Άπαξ και εγείρεται το ζήτημα του «αληθούς» όσων λέμε, εγείρεται και το ζήτημα της γνώσης γι’ αυτά που λέμε. Ιδού, λοιπόν, η φιλοσοφία της γλώσσας και η γνωσιολογία.  Και περνάμε στο τι είναι και το τι δεν είναι. Στην οντολογία, στα όντα και τα μη όντα (του Αργύρη Χιόνη, και όχι μόνο). Κάπου εκεί προκύπτει και το ψεύδος, δηλαδή να λες γι’ αυτό που είναι ότι δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι είναι. Οπότε εμφανίζονται στο προσκήνιο  ζητήματα ηθικής και των πράξεων που συνυφαίνονται με όσα λέμε για το τι είναι και τι δεν είναι. Αλλά και ζητήματα αισθητικής, αν αναλογιστούμε τα ζωτικά ψεύδη και τις φανερώσεις ενός έργου τέχνης ή μιας στάσης ζωής.

Σε τούτο το φιλοσοφικό ημερολόγιο όπως έχει ξεδιπλωθεί μέχρι στιγμής, εκτέθηκε ένα οικοσύστημα από το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας με έννοιες όπως έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, αξίες, αυταξίες, οι φάροι σε μια διαδρομή, δυνατότητες που ενεργοποιούνται, πολιτισμικές υπαγορεύσεις, δεύτερη φύση, συναισθηματική ώθηση, οι δυσκολότερα μεταβαλλόμενες ανάγκες, πρόσωπο και ταυτότητα, αναθεώρηση ριζική και μη, προδοσία, προσανατολισμός εντός κι εκτός πρακτικών, ολόπλευρη εκδίπλωση, πολύεδρη αρμονία, πληρότητα.

Στη συνέχεια θα πάμε ένα βήμα πριν και  θα ιχνηλατήσουμε τις παραδοχές του οικοσυστήματος αυτού από το πεδίο της φιλοσοφίας της γλώσσας, της γνωσιολογίας και της οντολογίας. Για να επιστρέψουμε, δυναμωμένοι από θεωρία, και πάντα υπό τη στέγη ενός ιδεαλισμού εδάφους,  στην ίδια την πρακτική της ποίησης. Στα ποιήματα και τις λέξεις τους· αυτές τις μικρογραφίες κόσμου.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #10

*

*

Μην πατάτε το πράσινο

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

08:26

Μπήκε σαν σίφουνας στο πάρκο και κλώτσησε την πινακίδα: «Μην πατάτε το πράσινο». Αυτή εκσφενδονίστηκε ψηλά και προσγειώθηκε με τα γράμματα προς τα κάτω. Εκείνος άρχισε να χοροπηδάει, ουρλιάζοντας, πάνω της:

«Ναι, ρε, θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάωωω… Όσο θέλω! Όσο μου γουστάρειειει… Θα το πατάω, θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Κι όταν διαπίστωσε πως δεν πάταγε το χορτάρι αλλά την πινακίδα, την παραμέρισε με το πόδι του κι άρχισε να κλωτσάει το γκαζόν, να του ρίχνει μυτιές με το παπούτσι, να το συνθλίβει κάτω απ’ την φτέρνα του, εξακολουθώντας να ουρλιάζει, δυνατότερα τώρα, ενώ οι φλέβες του λαιμού του φούσκωναν σαν λειρί έτοιμες να σπάσουν, κι οι φωνητικές του χορδές, μην αντέχοντας τόσο υψηλές συχνότητες, έκαναν ήδη κοκοράκια.

«Θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Μια βραχνάδα λαβωμένου πάνθηρα έφραξε τον λαιμό του, συντάραξε το στέρνο του, αλλά η φωνή δεν έβγαινε, παρέμενε στην κοιλιά του, κουλουριασμένη όπως η κόμπρα στο καλάθι της, ενώ η φλογέρα του φακίρη εξακολουθούσε να την μαυλίζει παθητικά.

Με αφρισμένο στόμα γονάτισε στο χορτάρι και το δάγκωνε μπουκιές-μπουκιές, το ξερίζωνε, το έφτυνε, το κατάπινε αμάσητο, αφήνοντας στην θέση του αφρούς και σάλια και ψιθυρίζοντας, με μάτια σχεδόν ανάστροφα:

«Θα το πατάωωω… Θα το τρώωω…»

 

   08:15

«Κύριε Σκαρτσή, σας ζήτησε ο διευθύνων σύμβουλος. Είπε να πάτε στο γραφείο του μόλις έρθετε».

«Ευχαριστώ, δεσποινίς, πάω αμέσως!»

Χτύπησε την πόρτα του διευθύνοντος συμβούλου κάπως αμήχανα:

«Τικ-τοκ, τικ-τικ, τοκ!»

«Περάστε…» ακούστηκε από μέσα μια μεταλλική φωνή, σαν δυο ξίφη που διασταυρώνονταν σε μονομαχία.

Μπήκε στο γραφείο και στάθηκε σχεδόν προσοχή.

«Με ζητήσατε;» ρώτησε, λες και πάλευε να καταπιεί έναν κόμπο στον λαιμό του.

Ο διευθύνων σύμβουλος κατέβασε τα γυαλιά του και τον κοίταξε πατόκορφα.

«Μα φυσικά, κύριε Σκαρτσή! Καθίστε παρακαλώ, μην στέκεστε όρθιος και κουράζεσθε!»

«Ό… όχι δεν είναι ανάγκη, εκτός κι αν θέλετε να συζητήσουμε κάτι εκτενώς».

«Μα τι λέτε; Καθίστε σας παρακαλώ! Καφεδάκι;»

«Κα… καφεδάκι; Όχι, ευχαριστώ, έχω πιει».

«Α, ήπιατε! Γι’ αυτό αργήσατε, κύριε Σκαρτσή;»

«Να σας εξηγήσω, κύριε…» (περισσότερα…)

Η αράχνη, η κουκουβάγια και ο Πορθητής: Μια ιστορία από την Άλωση της Πόλης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Όλα ξεκίνησαν με αφορμή την Άλωση της Πόλης. Εκεί λοιπόν που διάβαζα

«πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης»,

ξανάπιασα στα χέρια μου την Άλωση του Ράνσιμαν. Γρήγορα το μάτι μου έπεσε σε κάτι που είχα υπογραμμίσει ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια και σχετίζεται με μια υποτιθέμενη απαγγελία ενός περσικού δίστιχου από τον Πορθητή Μωάμεθ.

Ας ξαναθυμηθούμε όμως εκείνες τις στιγμές της εισόδου του νικητή, εκπορθητή Μωάμεθ στην Πόλη των Πόλεων, το απόγευμα της ίδιας μέρας, αφού ο στρατός του είχε επί το πλείστον καταλεηλατήσει πια και διαγουμίσει τις ζωές και το βιος της θεοφρούρητης Βασιλίδος, της περιλάλητης Κωνσταντινούπολης.[1]

«Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από την εκλεκτότερη φρουρά του από γενίτσαρους και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του, προχώρησε αργά μέσ’ από τους δρόμους ως την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις από τις πύλες της ξεκαβαλίκεψε και έσκυψε για να σηκώσει μια φούχτα χώμα που έριξε απάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινοφροσύνης μπροστά στο Θεό του. Μπήκε μέσα στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Κατόπιν, καθώς βάδιζε προς το ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε ν’ αποσπάσει ένα κομμάτι μάρμαρο από το δάπεδο. Γύρισε προς αυτόν με οργή και του είπε ότι η άδεια για λαφυραγωγία δεν περιλάμβανε την καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα προόριζε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί Έλληνες ζαρωμένοι στις γωνίες που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα δέσει για να τους απαγάγουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Κατόπιν βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το ιερό και του ζήτησαν έλεος. Και αυτούς επίσης άφησε να φύγουν κάτω από την προστασία του. Αλλά επέμεινε να μετατραπεί αμέσως η εκκλησία σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και κήρυξε ότι δεν υπήρχε άλλος θεός από τον Αλλάχ. Ο ίδιος κατόπιν ανέβηκε στο ιερό και προσκύνησε τον νικηφόρο Θεό του. Όταν βγήκε από την εκκλησία ο σουλτάνος, πέρασε την πλατεία και πήγε στο παλιό Ιερό Παλάτι. Καθώς περνούσε μεσ’ από τις μισοερειπωμένες αίθουσες και διαδρόμους του, λέγεται ότι μουρμούρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στο παλάτι των Καισάρων
και η κουκουβάγια κρώζει στους πύργους του Αφρασιάμπ».

(“When he left the Cathedral the Sultan rode across the square to the old Sacred Palace. As he moved through its half-ruined halls and galleries it was said that he murmured the words of a Persian poet: ‘The spider weaves the curtains in the palace of the Caesars; the owl calls the watches in Afrasiab’s towers”).

Δίπλα λοιπόν σ’ αυτή την τελευταία φράση με το περσικό δίστιχο είχα σημειώσει –Κύριος οίδε πότε!– ότι το δίστιχο αυτό προερχόταν από το Σαχναμέ του Φερντουσί. Γέλασα με έκδηλη ικανοποίηση μα και παρευθύς βάλθηκα να το επιβεβαιώσω σκαλίζοντας το Σαχναμέ του Φερντουσί. Όσο κι αν έψαχνα όμως, πουθενά δεν βρισκόταν τέτοιο δίστιχο. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή που το ξαναντίκρισα, μου έγινε έμμονη, βασανιστική ιδέα να βρω την προέλευσή του, να εξακριβώσω ποιο στόμα το ξεστόμισε πρώτο ή ποια γραφίδα το κατέγραψε. Ήταν όντως περσικής καταγωγής κι εμπνεύσεως ή δημιούργημα αυτοσχέδιο του Μεχμέτ του Πορθητή;

Ας δηλώσω ευθύς εξαρχής πως η εναρκτήρια ορμή για να θηρεύσω τον δημιουργό αυτού του δίστιχου ξεπήδησε κεραυνοβόλα κι αυθόρμητα, λόγω της ποιητικής πυκνότητας, εκφραστικής εικονοποιητικής δεινότητας κι εκθαμβωτικής ενάργειας του ίδιου του δίστιχου. Στα μάτια και στα αυτιά μου (και πάμπολλων άλλων μέχρι πρόσφατα, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια) δεν έχουν αστραποβολήσει άλλοι στίχοι που να μιλούν με τέτοια αλληγορική ακρίβεια (ναι· σύντομα θα εξηγήσω την υποτιθέμενη αντίφαση) και ελεγειακή εικονοποιΐα για την καταστροφή, την πτώση και την ερήμωση ενός πολιτισμού, μιας αυτοκρατορίας, μιας πανίσχυρης  εγκόσμιας κυριαρχίας· για την ανατροπή της τύχης. Συνήθως ό,τι σύστοιχο ανάλογο επικαλείται ο δυτικοστραφής νους μας είναι η κατάφορτη αποσιωπητικών και στοχαστικής διδακτικότητας συμπερασματική φράση sic transit gloria mundi(περισσότερα…)

Στο καφενείο

*

της ΑΝΝΑΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

~.~

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στην τετράγωνη αυλή με τις πορτοκαλιές και τις κιτρολεμονιές  ακριβώς στο κέντρο, σαν κάποιος να είχε σύρει τις διαγωνίους για να το θεμελιώσει, έστεκε το καφενείο.

Κόσμος σκόρπιος στα τραπεζάκια· ντόπιοι που ρουφούσαν freddus macchiatus και άλλους λατινογενείς καφέδες, τουρίστες που  στράγγιζαν το σιρόπι του κουμ κουάτ στο πιατελάκι, παιδάκια που έγλειφαν το παγωτό τους με προσήλωση υψηλού χρέους και γέροι· γέροι που κάθονταν περιμετρικά σύρριζα στο κτίσμα με την πλάτη στον τοίχο.

Ένας ένας σε κάθε τραπέζι, μιλιά δεν άλλαζαν, μα ο σχηματισμός τους είχε κάτι το συνωμοτικό. Ίσως ας πούμε, να ’χαν συμφωνήσει να εμποδίσουν την κατάρρευση του κτιρίου, μιας και τα ντουβάρια έμοιαζαν να στέκουν μόνο και μόνο επειδή τα στήριζαν οι πολυκαιρισμένες πλάτες.

Τους είχα ξαναδεί πολλές φορές κι αναρωτιόμουν: τι κάνουν τώρα; στηρίζονται; στηρίζουν; Από ντροπή ποτέ δε ρώτησα. Όπως και να ’χει, εγώ, να στηριχτώ δεν ήξερα, να στηρίξω δε άντεχα πια, έπιασα λοιπόν ένα τραπεζάκι ξέχωρο απ’ τα πολλά, παράμερο.

 

Στο καφενείο αν βρεθείς, μην ντραπείς, σύρε ρώτα τους
τι τάχα ξέρουν και πάντα φυλάνε τα νώτα τους;

///

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ

Αιωρούνταν κι αυτή, μέσα στην αιωρούμενη σκόνη που λαμπύριζε στο φως του μεσημεριού. Γλιστρούσε με τ’ αόρατα παγοπέδιλά της πάνω στις πλάκες της αυλής, διαγράφοντας σπείρες και μαιάνδρους ανάμεσα στα τραπεζάκια.

Με πλησίασε αθόρυβα· καμιά εικοσαριά χρονών, μάγουλα κρουστά, χείλη γεμάτα, μάτια όλο σπίθα και κλήση σε απολογία.

Τα μαλλιά της χόρευαν με το αεράκι, μπαίναν στα μάτια, στο στόμα της, τα ξάκριζε με το χέρι χαριτωμένα. Τα νέα κορίτσια, αφήνουν μακριά μακριά τα μαλλιά τους. Δεν ξέρουν ακόμα ότι τις νύχτες αναρριχώνται πάνω τους όνειρα μακρινά κολλώντας τα βεντουζένια ποδαράκια τους στη γερή τρίχα. Ανεβαίνουν σαν Σομαλοί πειρατές και τρυπώνουν στο άγουρο κεφάλι τους. Χρόνια μένουν εκεί γεμίζοντας το κοίλο του κρανίου παράξενες φωνούλες. Μετά εκείνες γίνονται γυναίκες. Όλο και κονταίνουν τα μαλλιά τους, όλο και λιγότερη συγκατάθεση στην αυταπάτη.

«Τι θα θέλατε;»

«Τα μακριά σου μαλλιά»

«Έναν ελληνικό διπλό σκέτο» σημείωσε, μου χαμογέλασε κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε· σαν ευτυχία. (περισσότερα…)

Μεσημέρι

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

«Αχ δέντρο γερτό, σκεφτικό, πανέκπληχτο, που αντιμάχεσαι σθεναρά το φως του μεσημεριού. Ντύνεσαι τις βαριές σκιές σου και αποκρούεις τις κάθετες εφορμήσεις της λάμψης. Γιατί το κάνεις; Τι φοβάσαι;»

«Φοβάμαι την ύπαρξή μου», ψιθυρίζει το δέντρο, «δεν βλέπεις τόσο φως που πολεμά να με καταπιεί;»

«Τι αστειότητες!», παρεμβαίνει το φως. «Κανέναν δεν θέλω να καταπιώ, απλώς δοκιμάζω ανώδυνες παραλλαγές της ώσμωσης».

*

* (περισσότερα…)

Τεχνική, τεχνοκρατία καὶ γλώσσα: Ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ στὸν Μάρτιν Χάιντεγγερ

*

τοῦ ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ συγγραφέα Γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ: Κείμενα πρὶν καὶ μετὰ τὴν έκδημία του  τὸ ὁποῖο μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἴκαρος.

///

Καθὼς διανύεται μιὰ περίοδος ἀνήσυχη, κρίσιμη καὶ ἄκρως ἀπροσδιόριστη, θεώρησα ὅτι σὲ ἕνα βιβλίο γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ ἔχει σημασία νὰ διασταυρώσω μερικὰ κείμενα τοῦ Χάιντεγγερ  μὲ τὴν προώθηση τῆς τεχνοκρατίας σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ὁ Γιανναρᾶς ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἀναφέρθηκαν σὲ τέτοια ζητήματα, καὶ μάλιστα συνέδεσε τὴν ἐπέλαση τῆς τεχνοκρατίας μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐξέλιξη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Μιὰ «σύνοψη τῶν ἐπιπτώσεων αὐτῆς τῆς πραγματικότητας εἶναι αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα:

[…] στὴν τρέχουσα τεχνολογική μας γλώσσα θὰ λέγαμε, ὅτι γίνεται ὁ ἄνθρωπος συγκεκριμένη χρονικὴ μονάδα παραγωγῆς καὶ μετρημένη διάρκεια κατανάλωσης – ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ γίνεται ὀκτάωρο, περιορισμένες χρονικὲς διαφυγὲς «ψυχαγωγίας», ἐτήσιο εἰσόδημα καὶ ἐτήσιες δαπάνες, συντάξιμα χρόνια, καὶ τελικὰ δυὸ ἡμερομηνίες: γέννησης καὶ ταφῆς.[1]

Ἂς δοῦμε, λοιπόν.

Οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν πάρει εἴδηση ὅτι τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα προέρχεται ἀπὸ τὴν τεχνική. Προτοῦ φτάσουμε στὰ τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης (ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζεται ἡ τεχνητὴ γονιμοποίηση), θὰ πρέπει νὰ δοῦμε –καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτοῦ ποὺ ὁ Χάιντεγγερ ὀνομάζει «παραδοσιακὴ γλώσσα»– τί σημαίνει γλώσσα τῆς τεχνικῆς καὶ πῶς ἀντιτίθεται στὴν ἄλλη, ἀλλὰ καὶ ποιὲς ἄκρως ἀρνητικὲς συνέπειες ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτήν. Ὑπάρχουν τεράστια ζητήματα ποὺ πρέπει ἐπιτέλους νὰ τεθοῦν μπροστὰ στὰ μάτια, στὰ αὐτιά, στὴν καρδιὰ καὶ στὴ διάνοια τῶν ἀνθρώπων σήμερα, καθὼς ὁ κόσμος ἀγγίζει ἕνα ὅριο ἤ, μᾶλλον, τὸ ὑπερβαίνει ἀλόγιστα, χωρὶς νὰ καταλαβαίνει σχεδὸν τίποτα.

Λέω, λοιπόν, ὅτι ἀρχαῖοι λαοὶ ὅπως οἱ Ἕλληνες, οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰνδοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Πέρσες, ἀλλὰ προπαντὸς ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες μὲ τὶς ἀρχαῖες καταβολές μας, κυρίως ὡς πρὸς τὴ γλώσσα καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγο, ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ ξαναδοῦμε σὲ βάθος –ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀναστοχαστοῦμε, ὅπως λένε διάφοροι διανοούμενοι– τὴ σημασία ὅρων ὅπως ἀλήθεια, λόγος, γλώσσα, ὀμορφιά (κάλλος), ὕπαρξη, συν-ύπαρξη, φύλο, ἔρωτας, ἀγάπη, ζωή. Γιατὶ τὸ κυρίαρχο πνεῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου ὅλα αὐτὰ ὄχι ἁπλῶς τὰ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἢ ἀποδόμηση, ἀλλὰ τὰ ἀπορρίπτει ἢ τὰ περιθωριοποιεῖ, θεωρώντας ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐπινοεῖ ἄλλες σημασίες, ἐρήμην κάθε πνευματικῆς ἱστορίας καὶ κάθε παραδοσιακῆς γλώσσας.

Ὁ Χάιντεγγερ στὸ βιβλίο του Παραδοσιακὴ γλώσσα καὶ τεχνικὴ γλώσσα, τὸ ὁποῖο περιέχει ὁμιλία ποὺ ἔδωσε τὸ 1962, σὲ ἡλικία ἑβδομήντα τριῶν ἐτῶν, διευκρινίζει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δύο γλῶσσες μὲ τρόπο ἁπλὸ καὶ καίριο. Μιλώντας γιὰ «“φυσικὴ”»[2] ἢ «παραδοσιακὴ»[3] γλώσσα, τονίζει ὅτι εἶναι «αὐτὴ ποὺ δὲν τὴν ἐπινόησε καὶ δὲν τὴ διαμόρφωσε ἡ τεχνικὴ […] – ἡ μὴ τεχνικοποιημένη καθομιλούμενη γλώσσα».[4] Γιὰ νὰ δείξει τὴν ὅλη διάσταση αὐτῆς τῆς γλώσσας, ὁρίζει τὴν παράδοση ὡς τὴ «διαφύλαξη τοῦ ἀρχικοῦ»,[5] τὴ «διατήρηση νέων δυνατοτήτων τῆς ἤδη ὁμιλούμενης γλώσσας. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἐμπεριέχει καὶ δωρίζει τὸ ἀνείπωτο».[6] Καὶ προσθέτει ὅτι ἡ ἴδια ἡ γλώσσα

καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μέσα ἀπὸ τὴν παρακαταθήκη της νὰ πεῖ τὸν κόσμο ἐκ νέου καὶ ἔτσι νὰ φανερώσει Αὐτὸ-ποὺ-ἀκόμη-δὲν-ἔχει-ἰδωθεῖ. Αὐτή, ὅμως, εἶναι ἡ ἀποστολὴ καὶ ἡ κλήση τῶν ποιητῶν.[7]

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ διασταυρώσω τὰ λεγόμενα τοῦ Χάιντεγγερ μὲ τὴν παρακάτω διατύπωση τοῦ ποιητῆ Νικηφόρου Βρεττάκου ἀπὸ τὴν ὁμιλία του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸ 1988. Ἀναφερόμενος στὸν ἀρχαιοελληνικὸ λόγο, λέει:

Ὁ ποιητικὸς μας λόγος ὑπῆρξε ὁ ἐκφραστὴς τῆς ἑλληνικῆς μοναδικότητας, γιατὶ μέσα στοὺς ποιητὲς λειτουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ κόσμος καὶ ἡ φωνή τους εἶναι φωνὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Εἰκόνα τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἀποτέλεσε τὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ σκεπτικοῦ.[8]

(περισσότερα…)

Χνούδι στο πηγούνι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ένα κινηματογραφικό είδος ορίζεται στην πράξη, εμπλουτίζεται, παραλλάσσει, αυτοαναιρείται, συντήκεται με άλλα είδη, ενώ μπορεί να κρατά το όνομά του, που μας χρησιμεύει για να εποπτεύουμε το ιστορικό του βάθος, για να συνεννοούμαστε, όταν η καινοφάνεια μιας ταινίας μάς προκαλεί αμηχανία. Για παράδειγμα: ποια είναι τα διαπιστευτήρια ενός κινηματογραφικού είδους όπως το road-movie, γιατί συνιστά ξεχωριστό είδος, πώς έχει διαμορφωθεί μέσα στους κόλπους της ιστορικής συνέχειας, έχει μια συγκεκριμένη εντοπιότητα ή μπορεί να μεταφερθεί σε οποιοδήποτε περιβάλλον και σε εποχές διαφορετικές από εκείνες που διαμόρφωσαν τον «κανόνα» των ταινιών του; Η «επίσκεψις» του ονόματός του μας οδηγεί, σίγουρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί το αχανές της χώρας, η ευχέρεια αλλά συνάμα και η διακινδύνευση των μετακινήσεων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μυθοπλασία περιπλάνησης. Εκεί το είδος παγίωσε κάποια βασικά χαρακτηριστικά που αποτέλεσαν τη μαγιά του είδους, την οποία οι δημιουργοί ανέπτυξαν περαιτέρω ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του. Ταινίες όπως Οι άνθρωποι της βροχής του Κόππολα, Το σκιάχτρο του Σάτζμπεργκ, μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους από όσο με ταινίες όπως το Θέλμα και Λουίζ του Σκοτ, όπως το Παρίσι, Τέξας του Βέντερς, κι αυτό καθότι το κινηματογραφικό είδος εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου και γίνεται διαφορετικά αιχμηρό.

Αν σκεφτούμε, βέβαια, ότι κάθε μυθοπλασία ενέχει εγγενώς την αναζήτηση, τότε η περιπλάνηση την οποία προϋποθέτει αυτή η τελευταία συνιστά ένα στοιχείο που θα αποτελούσε πλεονασμό να το ορίσουμε ως διακριτικό του road-movie: υπ’ αυτήν την έννοια κάθε ταινία είναι ένα road-movie, ενώ αυτό που συνιστά την ειδοποιότητα αυτού του τελευταίου είναι η κίνηση μέσα σε έναν σχετικά αχανή και άγνωστο χώρο, χώρο μιας εθνικής επικράτειας, βέβαια, μιας και το είδος έχει να κάνει περισσότερο με την εξερεύνηση του οικείου χώρου, με την αποκάλυψη της ξενότητας αυτού του τελευταίου, και όχι με την ανακάλυψη της εθνογραφικής ετερότητας: είναι δηλαδή προϊόν μιας «νεωτερικής» μετακίνησης εντός ενός χώρου που η παραπλανητική ομοιογένειά του κρύβει το μυστήριο της ξενότητάς του. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι αποτελεί κατεξοχήν ιθαγενές αμερικανικό προϊόν, όπως το γουέστερν, όπως το φιλμ-νουάρ, η σύμφυτή του ανοικειότητα προκύπτει κατά έναν φυσικό τρόπο.

Δύο ταινίες που παίζονται πρόσφατα σε αθηναϊκούς κινηματογράφους μάς παρακινούν να τις σκεφτούμε συμπληρωματικά και επιβάλλουν την παραπάνω οιονεί θεωρητική εισαγωγή: είναι Το τροχόσπιτο της Τσέχας Σουζάνα Κιρτσνέροβα και το Οχάμα του Αμερικανού Κόουλ Γουέμπλυ. Στο Τροχόσπιτο αυτοί που ρίχνονται στον δρόμο είναι δύο γυναίκες, αποδεσμευμένες από κάποια οικογενειακή εστία και παρακινούμενες από την ανάγκη για δουλειά που θα τους εξασφαλίσει τα έξοδα του ταξιδιού τους, της επιστροφής στην πατρίδα τους. Η οικογενειακή κεντρομόλος τάση δεν υφίσταται, εκτός από την ύπαρξη ενός παιδιού με σύνδρομο Ντάουν ‒ κάτι που αφ’ εαυτού αποτελεί μια ισχυρή δραματουργική κινητήριο δύναμη: το ταξίδι, παράλληλα με την αναζήτηση του βιοπορισμού, αποτελεί και μια μαθητεία για τον μικρό Ντάβιντ, μια μύησή του στον κόσμο της ενήλικης «κανονικότητας». Ευθύς εξαρχής και χωρίς σεμνοτυφίες, ο σκηνοθέτης καταγράφει την εμμονή του Ντάβιντ με τη απροσχημάτιστη ψαύση των γεννητικών του οργάνων, την προσκόλλησή του στο μητρικό σώμα, κατά έναν «αθώο» σεξουαλικό τρόπο, μητρικό σώμα που είναι ένα σημείο αναφοράς, μια πυξίδα ισορροπίας. Αφετέρου, και πάλι με διακριτικό τρόπο, μέσω της έμφασης των βλεμμάτων, η ταινία καταγράφει την παρακολούθηση εκ μέρους της μητέρας. Το βλέμμα της, στυλωμένο αδιάλειπτα πάνω στο γιο της και τη συμπεριφορά του, προδίδει μια συνεχή αγωνία για την τύχη του αλλά και μια βαθιά κατανόηση για τη θέση του μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ύπαρξη της συνοδοιπόρου, της Ζούζα, της άλλης γυναίκας της ταινίας, που ενσαρκώνει τη θηλύτητα πέραν του κλοιού της οιδιπόδειας απαγόρευσης, με την εμμονή του Ντάβιντ πάνω της, με τις προστριβές μεταξύ τους μέχρι την οριστική φυγή της φίλης που θα αφήσει τον γιο και τη μάνα στην ασφυκτική οιδιπόδεια μοναξιά τους. Η σκηνοθεσία μετέρχεται αυτές τις σχέσεις με λεπτότητα, φευγαλέα, χωρίς να επιμένει πάνω τους, χωρίς να δημιουργεί δραματουργικά δεδικασμένα. (περισσότερα…)

Η θρησκευτική διάσταση της ποίησης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Στον ποιητικό λόγο το θρησκευτικό στοιχείο εντοπίζεται σταθερά μέσα από θέματα, εικόνες και σύμβολα που παραπέμπουν στο ιερό συνιστώντας ένα διαχρονικό φαινόμενο στη λογοτεχνία. Η εκκλησιαστική παράδοση – όπως και η ιστορική και η μυθολογική – προσέφεραν στους ποιητές ένα πλούσιο υλικό για να εκφράσουν προσωπικές και συλλογικές ανησυχίες: εθνικές, πολιτικές, κοινωνικές, υπαρξιακές ή ερωτικές. Ο θρησκευτικός συμβολισμός ειδικά ήταν άμεσα προσλήψιμος από το κοινό, καθώς αποτελούσε κομμάτι της λαϊκής συνείδησης.[1] Ειδικότερα στον ελληνικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα και την επτανησιακή ποίηση το θρησκευτικό στοιχείο ταυτίστηκε ιδιαίτερα με τον αγώνα για την ελευθερία και οι ποιητές χρησιμοποίησαν στα έργα τους εικόνες και συμβολισμούς από την ορθόδοξη παράδοση για να εκφράσουν την πίστη στην ελευθερία, την ηθική υπεροχή του αγώνα και την αιώνια δικαιοσύνη του Θεού. Οι κορυφαίοι εκπρόσωποί της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης σφράγισαν με το έργο τους τον εθνικό αγώνα του 19ου αιώνα. Και οι τρεις άνοιξαν τη σειρά των Ελλήνων ποιητών που στοχάστηκαν γύρω από την μοίρα του Ελληνισμού και διατύπωσαν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, σταθερές στη διαχρονική πορεία της ιστορίας μας, πριν ακόμα από τους ιστορικούς, θα μας πει ο Νίκος Σβορώνος. Kαι οι τρεις ενσωμάτωσαν θρησκευτικά στοιχεία στο έργο τους υπηρετώντας την λογοτεχνική και εθνική τους στόχευση δίνοντας εικόνες της χριστιανικής μαχόμενης Ελλάδας.[2]

Ο Βαλαωρίτης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ρομαντικό ποιητή της εποχής του, κατάφερε να διατυπώσει με σαφήνεια τον αντιστασιακό χαρακτήρα που διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία και να ασχοληθεί στο ποιητικό του έργο με τα ορατά, εθνικά, πολιτικά και ιδεολογικά προβλήματα του καιρού του. Ως εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής και βαθύτατα επηρεασμένος από τον ρομαντισμό και την ανάγκη της εθνικής αναγέννησης, χρησιμοποίησε συχνά το θρησκευτικό στοιχείο ως πολιτισμικό  και πατριωτικό θεμέλιο, συνδεδεμένο με την ορθόδοξη παράδοση και την ελληνική ηρωική ταυτότητα, ως μοχλό ηθικής δικαίωσης, παρηγοριάς και ενίσχυσης της αγωνιστικότητας του έθνους. Η θρησκευτική πίστη και η ορθοδοξία παρουσιάζονται ως οδηγοί και προστάτες του αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Στα μεγάλα του ποιήματα Κυρά Φροσύνη, Αθανάσιος Διάκος, Φωτεινός, αλλά και στα μικρότερα στον Κατζαντώνη, στον Αστραπόγιαννο, στον Σαμουήλ, τη Φυγή,  το ποίημα για τον ανδριάντα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ συνοψίζονται οι πράξεις των ηρώων του ’21 και των προηγηθέντων αγώνων των Κλεφτών και των Αρματολών όπου αφηγείται την προσωπική θυσία και το μαρτύριό τους στο βωμό του έθνους εμπνεόμενος από τα θρησκευτικά ιδεώδη και την αυτοθυσία που συνδέεται με το χριστιανικό μαρτύριο. Τα θεολογικά μοτίβα της λειτουργίας, της μετάνοιας, της μετάληψης, της θυσίας, αποτελούν ρητή συμβολική ανατομία της αντίστασης, της ομοψυχίας και της οικοδόμησης του έθνους μέσα από την πίστη.

Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να δούμε συνοπτικά μέσα από επιλεγμένα αποσπάσματα των έργων του με έμφαση στις θρησκευτικές αναφορές και το θρησκευτικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί.

Η ποιητική συλλογή του Μνημόσυνα[3] είναι διαποτισμένη από θρησκευτικές αναφορές, καθώς ασχολείται με τον θάνατο, τη μνήμη των νεκρών και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.  Συνδέει τον πόνο της απώλειας με τη χριστιανική πίστη, αντλώντας παρηγοριά από τα θρησκευτικά σύμβολα (σταυρός, λιβάνι, εκκλησία) και τα έθιμα, όπως τα μνημόσυνα και τα ψυχοσάββατα. Οι ψυχές παρουσιάζονται να συνεχίζουν την ύπαρξή τους στον Άδη, ενώ η επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς γίνεται μέσα από προσευχές, τελετές και μυστικιστικές στιγμές, τονίζοντας τη στενή σχέση θρησκείας και λαϊκής παράδοσης. Ενδεικτικά στο ποίημά του Ψυχοσάββατο[4], αφιερωμένο στην πολύ πρόωρα χαμένη κορούλα του Μαρία, περιγράφεται η κηδεία της με «σταυρό, παπάδες, λιβάνια και λαμπάδες», στοιχεία που παραπέμπουν στην ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία: (περισσότερα…)

«Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;»

*

τέθεικά σε […] ὡς πόλιν ὀχυρὰν (1,18)

Που με θέλεις πόλη οχυρωμένη,
που με θέλεις πύργο απο χαλκό,
τείχος σιδερένιο – τί σημαίνει;

– Θα σ’ το πώ ξανά: δέν κατοικώ
μήτε στην αρχαία κιβωτό,
μήτε στον περίβολο που κάνει
τους αχρείους να νοιώθουν ασφαλείς
βλέποντας σεβάσμιους ιερείς
να ξεπλένουν το αίμα στη λεκάνη

παρά μόνο δίπλα-σου, μαζί-σου,
μέσα-σου, άν τολμάς να το σκεφτείς.

Στον εαυτό-σου σκύψε και ζαλίσου
και τα τείχη της ψυχής-σου υπερασπίσου
στη δική-μου βάρδια ολονυχτίς.

///

Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι (23,23)

Παντού Τον έβλεπαν. Παντού. Στα χιόνια του Λιβάνου,
στου Κάρμηλου τη γελαστή δροσιά, στα περιβόλια,
στ’ αμπέλια, στα ώριμα σπαρτά που αργολυγώντας δίναν
σχήμα στο αγέρι, στου άφοβου καματερού το βλέμμα
και στου αγριμιού το σάστισμα, στις σκόρπιες πινελιές
της παπαρούνας – τόσο ντροπαλής – στο κιρκινέζι
με τον επίμονο ίσκιο-του, στων κοχυλιών τις άδειες
κρυψώνες και στης θάλασσας την απεραντοσύνη.

Τον έβλεπαν κάθε στιγμή. Μέχρι που ο συσσεισμός
ξύπνησε γύρω τα βουνά κι η πυρκαγιά κατάπιε
σπίτια και κήπους, κλήματα, σπαρτά και περιβόλια.
Σάν να μεθύσαν ξαφνικά απ’ τη φρίκη. Μα καθώς
στράβωναν τον λαιμό-τους τώρα αποζητώντας
να δούν να φέγγει, όπως και πρίν, το στοργικό-Του βλέμμα
μέσ’ απ’ τα φώτα τ’ ουρανού – ποιός ουρανός; ποιά φώτα; –
Τον ένιωσαν απο μακριά, πολύ μακριά, να τους αγγίζει.

///

καὶ ποιήσω … κλοιοὺς σιδηροῦς (28/35,13)

Και καβαλάει τον σβέρκο-σου ο ζυγός
με τη σκυφτή-του ασήκωτη δαγκάνα,
και γίνεσαι της ήττας αρχηγός
και των νεκρών που ανέζησαν καμπάνα.

Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;
Ψευδοπροφήτη, αγύρτη, τσαρλατάνε,
δίπλα-σου νά! λευίτες γελαστοί
και πλήθη αλλοπαρμένα που κρατάνε

τα βάγια της ελπίδας και της νίκης.
Κι έρχεσαι να χαλάσεις τη γιορτή,
παρείσακτος στρυφνός ελλανοδίκης
σε αγώνα που δέν έχει νικητή;

Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος. Ζυγαριά
δέν βρίσκεται στον κόσμο να ζυγίζει
τίνος προφήτη η γνώμη ξαστοχά
και τίνος την ανάσταση χαρίζει.

– Πώς! κοίτα την! – Θα κουβαλάς καιρό
στην πλάτη αυτό το ξύλινο δοκάρι;
– Μόλις το σπάσει χέρι φθονερό,
τη θέση-του ενα ατσάλινο θα πάρει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

Απο τη συλλογή «Γιρμεγιάχου»

*

**

Τί γύρευε ὁ Ὅμηρος στὴν κοιλιὰ τῆς μούμιας;

*

τοῦ ΠΑΝΤΑΖΗ Α. ΣΑΡΑΦΗ

~.~

Ἡ μᾶλλον πλειοψηφικὴ ἐκείνη πλευρὰ τῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ στείρα θετικιστικό, τεχνοκρατικῶς σοβαρό, πνεῦμα τῆς ἐποχῆς (τὸ ὁποῖο, ἐνόσῳ αὐτὲς τὸ ἐναγκαλίζονται, εἶναι θέμα χρόνου νὰ τὶς ἀποτελειώσει) βιάζεται ν’ ἀποφανθεῖ ὅτι ἡ σχετικὰ εὔλογη εἰκασία περὶ ἑνὸς κάποιου φιλόμηρου φιλαναγνώστη γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ταριχευμένου τῆς Ὀξυρρύγχου εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ ἰσχύει, θεωρῶντας την ἀκόμα καὶ καταγέλαστη ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ «οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὴν πιὸ βαρετὴ ραψωδία ποὺ ἔχει γραφτεῖ ποτέ».

Ἔχει ἤδη βγεῖ ἄτυπα τὸ συμπέρασμα, διατυμπανιζόμενο μάλιστα μέσῳ δημοφιλῶν διαύλων pop-ἐκλαϊκευμένης ἀρχαιολογίας τοῦ ἑλληνικοῦ διαδικτύου, ὅτι τὸ εὕρημα ἦταν ἁπλῶς ἕνα «παλιόχαρτο» χωρὶς καμμία ἀπολύτως συμβολικὴ σημασία γιὰ τὸν νεκρὸ καὶ τὴν ὅλη διαδικασία τῆς ταφῆς, ὅτι ἡ μόνη χρησιμότητά του ἦταν νὰ λειτουργήσει ὡς ἕνα πρόχειρο ὑλικὸ γιὰ νὰ γεμίσει τὴν κοιλιακὴ χώρα ὥστε αὐτὴ νὰ διατηρήσει τὸ σχῆμα της. Ἀποκλείεται νὰ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία; Ὄχι ἀπαραίτητα, διότι ξέρουμε ἀπὸ ἄλλες περιπτώσεις ὅτι πράγματι συνέβαινε καὶ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μερίδιό της σὲ μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση δὲν μπορεῖ σὲ καμμία περίπτωση ν’ ἀποκλείει ἄλλες ἑρμηνευτικὲς δυνατότητες ποὺ διανοίγονται, δὲν μπορεῖ νὰ κλείνει γρήγορα καὶ βολικὰ τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου φαίνεται νὰ ὑποκρύπτεται ἕνα κάποιο βάθος ποὺ ἐνδεχομένως νὰ κάνει τὸ ὅλο ζήτημα ἀξιερώτητο καὶ ἀξιερεύνητο.

Πάντως τὸ ποιά ἦταν ἀκριβῶς ἡ σκοπιμότητα τῆς τοποθέτησης τοῦ ἰλιαδικοῦ παπύρου ἐντὸς τῆς κοιλιακῆς χώρας τῆς μούμιας μᾶλλον δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ, ἐκτὸς ἂν ἐξασφαλίσουμε μιὰ ἐπιτυχημένη νεκρομαντικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ταριχευμένο τῆς Ὀξυρρύγχου. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ εὕρημα ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἑλληνόγλωσσο παπύρινο κείμενο ποὺ χωρὶς νὰ εἶναι «μαγικό/τελετουργικό», ὅπως ἄλλα καθὼς συνηθιζόταν, ἀλλὰ ἁπλῶς «λογοτεχνικό», ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἐσωτερικὰ στὴν διαδικασία τῆς ταρίχευσης, κατὰ πῶς τόνισε ἡ ἱσπανοαιγυπτιακὴ ἀρχαιολογικὴ ὁμάδα – ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα μας γενικῶς γύρω ἀπὸ τὶς ταφικὲς πρακτικές, ἡ χρησιμοποίηση παπύρου γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ περιτύλιξη μιᾶς ταριχευμένης σοροῦ, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση παπύρου ποὺ μᾶς διέσωσε σημαντικὸ τμῆμα τῶν Σικυωνίων τοῦ Μενάνδρου, δὲν κρίνεται ἰσοσθενῶς ἔμφορτη ἱερῶν συμβολισμῶν ὅσο ἡ ἀπόθεση παπύρου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νεκροῦ.

Ἀντὶ λοιπὸν νὰ βρεθεῖ ἕνα μαγικο-τελετουργικὸ κείμενο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ταριχευμένου νεκροῦ ἄνδρα, ὅπως καὶ θὰ ἦταν ἀρχαιολογικὰ τὸ ἀναμενόμενο, βρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἕνα λογοτεχνικό. Τί ἔχει συμβεῖ λοιπὸν ἐδῶ; Χρησιμοποιήθηκε ἁπλῶς ὡς ἀνακυκλώσιμο παπύρινο ὑλικὸ γιὰ τεχνικοὺς λόγους πλήρωσης τῆς κοιλιακῆς χώρας; Δηλαδὴ ἀπουσιάζει ἀκόμη καὶ ὁ παραμικρὸς συμβολισμός, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ ἴδιο ἀνασκαφὲν περιβάλλον εἶναι ἀναντίρρητα παρόντες ἱεροὶ συμβολισμοὶ ποὺ στόχευαν σὲ μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἐπέκεινα (ὁ λόγος ἐδῶ γιὰ τὶς εὑρεθεῖσες χρυσὲς καὶ χάλκινες γλῶσσες ποὺ κατὰ τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση βοηθοῦσαν τὸν νεκρὸ νὰ συνομιλήσει μὲ τοὺς θεούς, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι σαφὲς μέχρι στιγμῆς ἂν κάποια ἀπ’ αὐτές ἀνῆκε στὸν νεκρὸ ποῦ μᾶς ἀφορᾶ); Ἢ νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἑνὸς ἱεροῦ συμβολισμοῦ ὑπῆρχε μὲν ἀρχικῶς ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ἐσωκλείσει ἕνα κάποιο μαγικὸ κείμενο ἔκανε τὸ τραγικὸ λάθος νὰ βάλει ἀντὶ γι’ αὐτὸ ἕνα λογοτεχνικό;

Μήπως πέρα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους προσέγγισης – ποὺ ὅμως ἐκκινοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀφετηρία – λανθάνει κι ἕνας ἄλλος τελείως διαφορετικὸς τρόπος, ὁ ὁποῖος ὅμως μπορεῖ νὰ ἔρθει στὸ φῶς μόνο ἂν σκεφτοῦμε σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο τὸ «τραγικὸ λάθος» νὰ τὸ διαπράττουμε τελικὰ ἐμεῖς οἱ τῆς σήμερον μὲ τὶς ἀδιερώτητες βεβαιότητές μας σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόλυτη στεγανότητα τῶν εἰδολογικῶν κατηγοριῶν «τελετουργικὸ κείμενο» καὶ «λογοτεχνικὸ κείμενο»; Μήπως λοιπὸν ἡ μεγαλύτερη ἀξία τοῦ εὑρήματος τῆς (κο)Ιλιάδος, ἀκόμη κι ἂν ποτὲ δὲν τὸ ἀποκρυπτογραφήσουμε, συνίσταται στὸ ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα κάλεσμα ν’ ἀναμετρηθοῦμε ἐπιτέλους μὲ τὶς κοντόθωρες καὶ ὄχι τόσο βαθύρριζες βεβαιότητές μας, ἀντὶ τοῦ νὰ τὶς ἐφαρμόζουμε ἀστόχαστα πάνω στὸ εὕρημα μὲ τὸ νὰ τὸ πετᾶμε πάνω στὴν προκρούστεια κλίνη μας προτοῦ κἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ μιλήσει τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του;

Πέρα λοιπὸν ἀπ’ τὸ ἂν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διερωτηθοῦμε περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ταριχευθεὶς εἶχε ὡς ἀγαπημένο του «λογοτεχνικὸ ἀνάγνωσμα» τὴν Ἰλιάδα ἢ ὄχι, τὸ σοβαρότερο πρόβλημα αὐτῆς τῆς σπεύδουσας ἀπολυτότητας μιᾶς καθὼς πρέπει «προσγειωτικῆς» ἀνάγνωσης περὶ τεχνικῆς καὶ μόνο χρησιμότητας τοῦ παπύρου εἶναι ὅτι ἀφαιρεῖ βίαια ἀπὸ τὸν ὀπτικὸ ὁρίζοντα κάτι ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πάει ν’ ἀναδυθεῖ, δηλαδὴ τὴν πιθανότητα νὰ ἔχουμε μπροστά μας, γιὰ πρώτη φορά, μιὰ χειροπιαστὰ πραγματωμένη τελετουργικὴ-θρησκευτικὴ χρήση τοῦ ὁμηρικοῦ κειμένου. Ὅτι εἶχε γενικὰ αὐτὴ τὴν χρήση σὲ φιλοσοφικοὺς-μυητικοὺς κύκλους κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ-ρωμαϊκὰ χρόνια δὲν συνιστᾶ κάποια θεωρία κάποιων σύγχρονων φιλολόγων, ποὺ ὁρισμένοι τὴν δέχονται, οἱ πολλοὶ τὴν ἀπορρίπτουν καὶ κάποιοι στέκονται στὴν μέση, ἀλλὰ κάτι τὸ ἀδιαμφισβήτητο (ἀσχέτως ἂν δὲν εἶναι εὐρέως γνωστὸ) ποὺ τεκμαίρεται μέσῳ μιᾶς πλειάδας ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων καὶ καθ’ ὅλα ἔγκυρων (φιλολογικὰ) ἀρχαίων πηγῶν. Ὡστόσο κάποιο ἐμπράκτως ὑλοποιημένο, κατ’ ἄτομο ἐνεργοποιημένο, δεῖγμα αὐτῆς τῆς τάσης τελετουργικῆς χρήσης ὁμηρικοῦ κειμένου δὲν διαθέταμε μέχρι σήμερα κανένα.

λιάδα (καὶ ἡ δύσσεια) πράγματι εἶχε ἀποκτήσει μιὰ πολὺ μεγάλη φιλοσοφικὴ καὶ μυστικιστικὴ σημασία, εἶχε προσλάβει γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους ἀκριβῶς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅταν ταριχευόταν ὁ νεκρός μας, τὸ κῦρος ἑνὸς οἱονεὶ ἱεροῦ βιβλίου, γεμάτου μεταφυσικὲς ἀλήθειες, τὸ ὁποῖο προσφερόταν γιὰ ἐσωτερικοῦ τύπου ἀποκρυπτογραφήσεις, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα ὡς ὁδηγὸς γιὰ τὴν μετὰ θάνατον πορεία τῶν ψυχῶν (περισσότερα…)