Ο βαθύς ανθρωπισμός του Διονύση Καψάλη

%ce%b4-%ce%ba

~ . ~

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Διονύσης Καψάλης, Η ταραχή των ανθρωπίνων,
δοκίμια, Άγρα, 2016

ΠΟΛΩΝΙΟΣ: Τι διαβάζετε εκεί, κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤ: Λέξεις, λέξεις, λέξεις.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ: Ποιο είναι το ζήτημα;
ΑΜΛΕΤ: Μεταξύ ποίων;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ: Θέλω να πω, το ζήτημα για το οποίο διαβάζετε.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ, στην περίφημη στιχομυθία από τον Άμλετ του Σαίξπηρ, πιο επιτακτικά σήμερα, θα λέγαμε, παρά στα χρόνια του ελισαβετιανού δραματουργού, είναι και το ερώτημα στο οποίο ουσιαστικά απαντά η πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση δοκιμίων του Διονύση Καψάλη με τον τίτλο Η ταραχή των ανθρωπίνων. Ποιο είναι το ζήτημα της γραφής και της ανάγνωσης, σε ένα τοπίο απογυμνωμένο από νόημα, έτσι όπως το προοικονομεί ο Σαίξπηρ, πολύ πριν το τέλος του νοήματος, όπως θα το δούμε πανηγυρικά να διακηρύσσεται από πλήθος νεωτερικές σχολές στον προηγούμενο αιώνα; Τι είναι αυτό που ο αδαής Πολώνιος αναρωτιέται και ο διανοούμενος Άμλετ –ο πιο σκεπτόμενος ήρωας του Σαίξπηρ– δεν αντιλαμβάνεται; Ποιος ο λόγος να γράφουμε και να διαβάζουμε ποίηση; Τι εξυπηρετεί ακόμα η μελέτη και η κριτική αποτίμηση της λογοτεχνίας; Σε ποιο σημείο πρέπει να εστιάσουμε για να μην αισθανόμαστε κι εμείς πως ασκόπως καταπιανόμαστε με ανούσιες «λέξεις, λέξεις, λέξεις», ανήμποροι από το ύψος της διανοίας μας όπως ο Άμλετ;

Ο τίτλος του βιβλίου συνοψίζει επιγραμματικά τη βασική τοποθέτηση του συγγραφέα: «Γιατί το θέμα μας είναι πρωτίστως αυτό: η ταραχή των ανθρωπίνων, τὸ μηδέποτε μηδὲν ἡσυχίαν ἄγειν τῶν ἀνθρωπίνων, όπως γράφει ο Πλάτων του Πολιτικού» σημειώνει ο Καψάλης. Στον πυρήνα αυτών των δοκιμίων είναι ο άνθρωπος και τα ζητήματα που ταλανίζουν την ανθρώπινη συνθήκη. Κάθε απόπειρα να προσεγγίσει κανείς τη λογοτεχνία οφείλει να εφάπτεται σε κάποια καθολικά ερωτήματα και να συνομιλεί βαθύτερα με την ανθρώπινη περιπέτεια, αν δεν θέλει να καταλήξει να αναμασά άγονες θεωρίες και αποστειρωμένα σχήματα. «Γκρίζα, ακριβέ φίλε, είναι κάθε θεωρία / και πράσινο το χρυσό δέντρο της ζωής», όπως μαρτυρεί άλλωστε ο Γκαίτε στον Φάουστ.

Ο ανθρωποκεντρικός δοκιμιακός λόγος του Καψάλη συμπορεύεται με ένα πολυσχιδές έργο σχεδόν σαράντα ετών, προσανατολισμένο στις αξίες των κατασυκοφαντημένων ανθρωπιστικών σπουδών και αναβιώνοντας ένα πρότυπο λογίου άλλων εποχών που τείνει να εκλείψει στις μέρες μας. Δεινός μεταφραστής, ποιητής και δοκιμιογράφος, χωρίς κάποια ιδιότητα να υπολείπεται άλλης, και με μία πολύ ισχυρή άποψη για τα «Γράμματα», Litterae, με την παραδοσιακή καθολική έννοια του όρου. Στα συγκεκριμένα δοκίμια, όμως, διαγράφεται πιο ανάγλυφος από ποτέ ο βαθύς ανθρωπισμός που διατρέχει από άκρη σε άκρη το έργο του.

%cf%84-%ce%b1Δεκατέσσερα λαμπρά δοκίμια για την ποίηση –και μερικά από τα στοχαστικότερα που μας έχει δώσει μέχρι σήμερα ο Καψάλης– συστεγάζονται στην έκδοση αυτή, τα μισά δημοσιευμένα και τα άλλα μισά αδημοσίευτα. Παρότι τα περισσότερα έχουν γραφτεί για να εκφωνηθούν σε ποικίλες περιστάσεις, κυρίως παρουσιάσεις βιβλίων και ομιλίες, και με μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους –το παλαιότερο του 1994 και το πιο πρόσφατο του 2015– στέκουν με άνεση και αυτόνομα και συνολικά διαθέτουν εξαιρετική συνοχή και ομοιογένεια, εξυπηρετώντας στο ακέραιο το ζητούμενο του τίτλου. Εμφανής, ωστόσο, η απουσία ευρετηρίου στην έκδοση, κάτι που θα χρησίμευε ιδιαίτερα, καθώς δεν λείπουν και κάποιες αναπόφευκτες επικαλύψεις.

Ο Καψάλης ξεκινά αναζητώντας τα ίχνη της παιδικής ηλικίας του πρώτου προσώπου στη λυρική ποίηση, σε μία συναρπαστική διαδρομή από την επιτύμβια στήλη της Αμφαρέτης μέχρι και τα υποτιθέμενα «παιδικά» ποιηματάκια του Τέλλου Άγρα. Αποδίδει τιμές σε «ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας», το περίφημο «Aubade» του Φίλιπ Λάρκιν, ενώ αναλογίζεται τη θέση του Λορέντζου Μαβίλη στη νεοελληνική γραμματεία σήμερα. Ανασκευάζει τις στρεβλώσεις της φιλολογίας για τον μεγάλο «ελάσσονα» ποιητή Άγρα και σκιαγραφεί τον σημαίνοντα ρόλο του Μαρωνίτη στην πρόσληψη του Ελύτη. Εντοπίζει το «ουσιώδες» στον Καβάφη στην κατανόηση που δείχνει για τα ανθρώπινα και φωτίζει τον αγώνα του να τιθασεύσει τις λέξεις. Χαρτογραφεί κάποιους από τους σκοτεινούς βυθούς της Ντίκινσον και επισημαίνει τη σχέση της εικονογραφίας του Μπλαίηκ με την ποίησή του. Σχολιάζει την ανθρωπολογική διάσταση στη θεώρηση του Αλέξη Πολίτη για το δημοτικό τραγούδι και θέτει αντικριστά τα «Τείχη» του Καβάφη και το ποίημα «Mending a Wall» του Φροστ, κάνοντας εις βάθος παρατηρήσεις για τη σημασία που έχουν τα «τείχη» στη ζωή μας. Ολοκληρώνει, τέλος, με μία εξονυχιστική ανάλυση σε ένα από τα πιο ανθρώπινα ποιήματα του Γέητς, το «The Stare’s Nest by my Window», και μιλά για την έννοια της ντροπής και της συγχώρησης στον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ.

Με τη σαφήνεια και τη διαύγεια του ύφους που μας έχει συνηθίσει ο Καψάλης, με ζωντανές μεταφορές και συγκρατημένες αποφάνσεις που γοητεύουν τον αναγνώστη, κρατώντας αποστάσεις τέτοιες ίσα ίσα για να τον κερδίσει και αποφεύγοντας σχολαστικισμούς και θεωρητικολογίες, επεκτείνει την ανάλυσή του σε αρκετά μακρινά περίχωρα των ποιημάτων που εξετάζει κάθε φορά. Η απελευθερωτική δύναμη του δοκιμιακού του λόγου ναι μεν ξεχύνεται σφοδρή αλλά δεν στέκεται διόλου η αιτία να απεμπολήσει την επαρκέστατη θεωρητική του σκευή. Πλαγιοκοπεί το νόημα του ποιήματος με διαδοχικές κινήσεις, ανασύρει γοητευτικές λεπτομέρειες, αναδεικνύει σημεία που συχνά παραβλέπονται από την επίσημη φιλολογία και εστιάζει σε κάποτε ολωσδιόλου αναπάντεχες συνάφειες και συσχετίσεις. Αναπότρεπτες τότε οι παιγνιώδεις διασταυρώσεις που προκύπτουν: Τι κοινό μπορεί να έχει μία κωμωδία των αδελφών Μαρξ με τον Καβάφη; Μία επιτύμβια στήλη του 5ου π.Χ. αιώνα με τον Τέλλο Άγρα; Η Ντίκινσον με τον πρόσφατα βραβευθέντα με το Νομπέλ Λογοτεχνίας τραγουδοποιό Μπομπ Ντύλαν; Η ποιητική του Ελύτη με τον Αριστοτέλη; Ο ιρλανδικός εμφύλιος όπως απηχείται στον Γέητς με το ποίημα Μήτηρ Θεού του Σικελιανού;

Παράλληλα με τις εκλάμψεις μίας ποίησης που σκύβει με προσοχή πάνω από τα ανθρώπινα και τον παραλογισμό τους, είναι εμφανής και η αποστροφή του συγγραφέα προς τους μεγαλοϊδεατισμούς μίας ποίησης που παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της. «Το υψηλό και ο μετάρσιος λυρισμός δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη μια ποίηση τόσο μεγαλόφωνη, μεγαλόσχημη, ρητορική και υψηλόφρονα ώστε να αποδεικνύεται εξακολουθητικά και ωραιοπαθώς αναίσθητη στα ανθρώπινα πάθη», γράφει με αφορμή τα πιο υψιπετή ποιήματα του Ελύτη. Αποκηρύσσει μία ποίηση που αναπαύεται στις δάφνες της και που περιφέρει κορδωμένη το μεγαλείο της και αποκαθιστά την υπεροχή μίας ποίησης πιο εξανθρωπισμένης, πιο τρυφερής, ενίοτε σκοτεινής και σπαραχτικής αλλά και τραγικά ειρωνικής. Ποίηση που αποκαλύπτει μεν το «θάμβος» αλλά δεν έχει απολέσει διόλου την ικανότητά της να αυτοσαρκάζεται. «Μόνο για λίγην ώρα» συντελείται το θαύμα, πριν η πραγματικότητα μολύνει τον αναμαγευμένο κόσμο, όπως υπογραμμίζει ο Καψάλης με τη διαμεσολάβηση του Καβάφη: «Αλλά εμείς της Τέχνης / κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο / για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν / η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει».

Εύστοχα, τα δοκίμια, με τη σειρά που έχουν επιλεγεί να παρουσιαστούν στον τόμο, ξεκινούν από τα σπάργανα της ιστορίας της λογοτεχνίας και καταλήγουν στον εσχατολογικό Βασιλιά Ληρ και από εκεί δια μέσου ενός κοινού ηθικού τοπίου, από όπου έχει εξοριστεί η συγχώρηση, στον Πρίμο Λέβι και στο Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος. Ο Καψάλης ψάχνει στην τραγωδία του Σαίξπηρ τα κλειδιά εκείνα «για να καταλάβει καλύτερα το ηθικό άγος που αφήνει σε όλους μας το Άουσβιτς», όπως λέει και επιχειρώντας να απαντήσει, λέμε εμείς, στη γνωστή διερώτηση του Αντόρνο που απασχολεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο μετά το Άουσβιτς, ποιος ο λόγος, δηλαδή, να γράφουμε ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα. Τι άλλο μπορεί να είναι η ποίηση παρά κούφιες «λέξεις, λέξεις, λέξεις», όταν έχουμε πλέον γνωρίσει τα όρια της ανθρώπινης θηριωδίας και την ντροπή με την οποία βάρυνε για πάντα το ανθρώπινο γένος;

Η Ταραχή των ανθρωπίνων προβάλλει το πώς εκκινούμε από τόπους της λογοτεχνίας όχι απλώς για παραμυθητικούς σκοπούς αλλά αναζητώντας κάτι βαθύτερο, προσπαθώντας να κατανοήσουμε κάτι που μας ξεπερνά. Ο Νίτσε υποστηρίζει πως «Έχουμε την τέχνη για να μη μας αφανίσει η αλήθεια» κι εδώ ο Καψάλης μας προτείνει να δεχτούμε την ερμηνεία του ουμανιστή φιλοσόφου Μπέρναρντ Ουίλλιαμς: «Έχουμε την τέχνη ώστε να μπορούμε και να συλλάβουμε την αλήθεια αλλά και να μη μας αφανίσει». Η τέχνη δεν μυθοποιεί, δεν εξωραΐζει, δεν ανακουφίζει κατ’ ανάγκην. Έχει τον σπόρο που μπορεί να καρπίσει μία κατανόηση του εαυτού μας σε απροσπέλαστα βάθη, τέτοια που η φιλοσοφία μπορεί μόνο με κάποια ζήλεια από μακριά να ενατενίζει.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Η κρίση του στίχου

%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b9

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Αφορμή για το παρόν κείμενο αποτελεί η αναπάντεχη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν από την Σουηδική Ακαδημία με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. «Αναπάντεχη βράβευση» αν και το όνομα του Αμερικανού τραγουδοποιού φιγουράριζε (και) ως φαβορί ανάμεσα στα ονόματα άλλων υποψηφίων τα τελευταία χρόνια. Κανείς βέβαια δεν πολυπίστευε ότι η επιτροπή θα προέβαινε ποτέ σε μια τέτοια ασυνήθιστη και προκλητική επιλογή. Αναμφιβόλως πρόκειται για μια βράβευση που πυροδότησε ποικίλες αντιδράσεις. Δεν θα σταθούμε όμως τόσο στο γεγονός της βράβευσης καθεαυτό. Η τοποθέτηση του Μπομπ Ντύλαν στο πάνθεον των τιμημένων με Nobel Λογοτεχνίας πέρα από την εύλογη και ενδιαφέρουσα κουβέντα που εγείρει, μας θυμίζει, αναπόφευκτα και κάτι ακόμα: την ένδεια και την αισθητική ισχνότητα της στιχουργικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας. Η σύγκριση είναι βεβαίως άδικη αλλά γίνεται συνειρμικά και οδηγεί αυτομάτως σε μελαγχολικά συμπεράσματα.

Το να θέτουμε θέμα γενικευμένης κρίσης του ελληνικού στίχου μπορεί να ακούγεται (και να είναι όντως) υπερβολικό ή ακόμα και παράταιρο. Η εποχή μας με τα μυριάδες οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά προβλήματα που την κατατρέχουν δεν μπορεί παρά να απαξιοί τα αισθητικά ζητήματα. Είναι όμως μόνο αισθητικό ζήτημα η θρυλούμενη κρίση του στίχου; Μήπως συνδέεται και αυτή με έναν υποδόριο τρόπο με την γενικότερη κρίση που σπαράσσει την ελληνική κοινωνία;

Πρώτα πρώτα δεν ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για την κρίση του ελληνικού στίχου. Συνεπώς πρόκειται για ένα φαινόμενο που ή το θεωρούμε αυτονόητο ή δεν του δίνουμε τη δέουσα σημασία ή αρνούμαστε παντελώς την ύπαρξή του. Αν συμβαίνει το πρώτο, έχουμε παραδοθεί άνευ όρων σε μια πνιγηρή διανοητική παθητικότητα και σε απόλυτο κυνισμό. Το δεύτερο, που έχει αρκετή ευλογοφάνεια, δείχνει την κυριαρχία του νεοελληνικού ωχαδερφισμού (τι λέξη!). Το τρίτο δείχνει ομφαλοσκόπηση και άγνοια. Εντούτοις οφείλουμε να δούμε με τα ελάχιστα αποθέματα λογικής που διαθέτουμε ως πολίτες, ακροατές, άνθρωποι, το πρόβλημα της έκπτωσης του στίχου και να προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε εις βάθος. Το ίδιο πρέπει να γίνει και με την κρίση της ποίησης, της μουσικής, του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας. Εξαιρώ το ελληνικό θέατρο που –ω του θαύματος!– όχι μόνο δεν φαίνεται να διέπεται από κρίση, αλλά αντιθέτως διανύει μια πολύ ανθηρή περίοδο (τουλάχιστον σε επίπεδο παραστάσεων, ιδεών, προτάσεων). Ίσως αν ενσκήψουμε σε κάθε έναν από αυτούς τους τομείς ξεχωριστά, να εξάγουμε συμπεράσματα πολύτιμα προς μελλοντική χρήση. Πολλοί μίλησαν τα τελευταία χρόνια άλλωστε για τις πολιτισμικές ρίζες της ελληνικής κρίσης…

Είναι αλήθεια ότι με σχετικά θέματα κατατρίβονται συνήθως γλωσσαμύντορες που πρεσβεύουν διακαώς την επιστροφή στα παλιά και διαβλέπουν παντού συνωμοσίες κατά της γλώσσας, παρακμή και deteriorism. Ας διαχωρίσουμε την θέση μας από αυτή την κατηγορία και ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε το θέμα με τρόπο σφαιρικό και όσο γίνεται αντικειμενικό.

Για να εντοπίσουμε τις απαρχές ή τις αιτίες της κρίσης του στίχου στο ελληνικό τραγούδι θα πρέπει να κάνουμε μια αναδρομή στους μεγάλους σταθμούς του τις δεκαετίες που πέρασαν. Αλλά αυτή είναι μια εργασία που ξεπερνά σε έκταση, όγκο και βαρύτητα το παρόν κείμενο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει ζουμερό και εύγευστο θέμα μια μεγάλης μουσικολογικής διατριβής, με έρευνα που θα χρειαζόταν χρόνια για να ολοκληρωθεί. Δεν γίνεται λοιπόν να προβούμε σε συνολική επισκόπηση της κατάστασης. Ούτε απαιτείται να αναλωθούμε σε παράθεση ονομάτων σημαντικών στιχουργών του παρελθόντος ή σε παραδείγματα καλής και κακής στιχοποιίας – αν και κάτι τέτοιο θα είχε ενδεχομένως… πλάκα. Για να μη πελαγοδρομούμε θα πρέπει να περιορίσουμε το πεδίο αναζήτησης στο εξής ερώτημα: Γιατί σήμερα δεν γράφονται καλοί στίχοι στο είδος του ελληνικού τραγουδιού που θεωρείται ποιοτικό; Εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν, αλλά δεν ανατρέπουν τον κανόνα.

Λοιπόν, παρόλο που η οικονομική κρίση είναι δυσεξήγητη και πολλοί μελετητές (sic) ανάγουν τις απαρχές της (ακόμα και) στον καιρό της τουρκοκρατίας, η κρίση του στίχου έχει πολύ απλές και απτές εξηγήσεις.

Μια άβολη αιτία είναι η κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας λόγω της αδυναμίας της να προσαρμοστεί στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Με την γιγάντωση του διαδικτύου και του ακατάσχετου downloading κανείς δεν αγοράζει πλέον cd (υπάρχουν ακόμη;) ή δίσκους. Όλοι όμως έχουμε χιλιάδες τραγούδια στους υπολογιστές μας. Είμαστε σαν τους παλιούς συλλέκτες με μια θεμελιώδη διαφορά. Εκείνοι θυσίαζαν χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουν την πολύτιμη συλλογή τους, εμείς πατάμε απλώς ένα κουμπάκι. Εκείνοι ήταν περήφανοι για την δισκοθήκη τους και άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια το υλικό που είχαν συγκεντρώσει, εμείς ακούμε μουσική περιστασιακά, διαλέγουμε τυχαία τραγούδια, κολλάμε εμμονικά με ένα συγκεκριμένο κομμάτι (σχεδόν ποτέ δεν παίζεται ολόκληρο το άλμπουμ) ενώ η ακρόαση γίνεται συνήθως μέσα από αμφιβόλου ποιότητας ηχοσυστήματα (άπαντες παραδέχονται ότι με το πέρασμα από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή ο ήχος και η μουσική υπέστησαν ανήκεστον βλάβη). Η μουσική απαξιώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά τα σημάδια αυτής της απαξίωσης είναι ακόμα πιο εμφανή στον στίχο.

Όπως είναι φανερό έχει αλλάξει άρδην ο τρόπος που ακούμε μουσική. Πολύ σπάνια πλέον κάποιος απολαμβάνει έναν δίσκο ολόκληρο. Η ακρόαση είναι αποσπασματική, κατατετμημένη, ελλιπής. Υπό αυτή την οπτική ο δίσκος δεν χρειάζεται να διέπεται από κάποιου είδους ενότητα, αφού κανείς δεν πρόκειται να τον ακροασθεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Κάτι τέτοιο έχει σοβαρό αντίκτυπο και στην στιχουργία. Από την στιγμή που έχει κατακερματισθεί η αισθητική, ιδεολογική, νοηματική συνέχεια ενός μουσικού έργου – και αυτή δεν είναι μια συνθήκη που επιβλήθηκε άνωθεν, αλλά είναι αποκύημα της τεχνολογικής εξέλιξης όπως είπαμε – ο στίχος αντιμετωπίζεται υπό άλλη συνθήκη και διαφορετικό πρίσμα. Σήμερα δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα θεματικά άλμπουμ. Κάθε τραγούδι είναι αυτόνομο και αφηγείται την μικρή του ιστορία με τα, πενιχρά ή όχι, εκφραστικά του μέσα. Τα σύγχρονα γούστα του κοινού που διαμορφώθηκαν από τις ανάγκες του ή τις ευκολίες του, τις έξεις του και τα καινοφανή ήθη του, επηρέασαν με πολύ δραστικό τρόπο την στιχουργική παραγωγή. Το τραγούδι υπόκειται στους αδυσώπητους νόμους τις αγοράς. Όλα είναι δούναι και λαβείν. Οι στίχος προσφέρει αυτό που ζητάει το κοινό: μικρές αφηγήσεις, μικρά θέματα, εύπεπτη θεματολογία, γρήγορες εναλλαγές, αναλώσιμα υλικά.

Άλλη αιτία στιχουργικής παρακμής εν Ελλάδι μπορεί να αναζητηθεί στην καταβαράθρωση της πάλαι ποτέ κραταιάς μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης. Μόλις μέχρι μιάμιση δεκαετία πριν υπήρχε πολύ έντονος αναβρασμός στις μουσικές προτάσεις που έρχονταν από την συμπρωτεύουσα. Σε αυτό συντελούσε ασφαλώς το υγρό και μελαγχολικό κλίμα της πόλης, αλλά και οι ευκολίες συνάντησης των μουσικών στα στούντιο, τα προβάδικα και τις μουσικές σκηνές της. Επίσης μεγάλο ρόλο σε αυτή την αυξημένη παραγωγικότητα έπαιζε και ένα είδος παράδοσης που είχε διαμορφωθεί σταδιακά. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ένας στους τρεις περαστικούς της πλατείας Ναυαρίνου κουβαλούσε στην πλάτη του μια κιθάρα. Αυτό μπορεί να το διαβεβαιώσει όποιος έζησε στην πόλη εκείνα τα χρόνια. Το κοινό απολάμβανε όλη αυτή την δημιουργικότητα και στήριζε πανελλαδικά τις περισσότερες νέες φωνές. Αυτή η δημιουργική φλέβα ανακόπηκε απότομα όταν η ζηλόφθων (!) Αθήνα επιχείρησε να αναδιοργανώσει ή να συνθέσει εκ του μηδενός την δικιά της μουσική σκηνή. Με την αμέριστη αρωγή των free press που κυριάρχησαν στην διαμόρφωση κοινού γούστου και επέβαλλαν μόδες σε ένα καταναλωτικό κοινό ευεπίφορο σε συμπεριφορές κοπαδιού, αναδείχτηκαν σιγά σιγά νέοι εκπρόσωποι του ελληνικού τραγουδιού με επιβεβλημένα διαπιστευτήρια ποιότητας. Άλλη θύμιζε την Μαρινέλλα (Μποφίλιου), άλλος τον Ξυλούρη (Χαρούλης), άλλη τραγουδούσε αγγλικά (Μόνικα), άλλοι κατέκτησαν μια θέση στον κολοφώνα του εναλλακτικού αθηναϊκού life style (Ζουγανέλη, Μαραβέγιας κ.ά.). Οι στίχοι των τραγουδιών τους; Αν δεν ήταν σπαραξικάρδιοι, μελό και μεγαλορρήμονες, ακούγονταν ακατανόητοι ή υπερβολικά ελαφρείς. Το χειρότερο: εξέπεμπαν ένα νέο αστικό ήθος που χαρακτηρίζει τον homo… atticus (τον άνθρωπο που ζει στην Αθήνα και έχει κατ’ επίφασιν κοσμοπολίτικη συμπεριφορά, αλλά είναι μέχρι το μεδούλι ανατολίτης και υπανάπτυκτος). Πολιτική αδιαφορία, κυνισμός με επίφαση αισθηματολογίας, προσπάθεια σύνδεσης με δυτικά αισθητικά πρότυπα, εγωκεντρισμός, ανασφάλεια, κόμπλεξ, δήθεν χαλαρότητα είναι μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά του.

Αυτά όσον αφορά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις μεταλλάξεις του κοινού. Αλλά τι συνέβη με τους ίδιους τους δημιουργούς; Τι γίνεται με αυτούς που είναι υπεύθυνοι για τους στίχους;

Οι εποχές, ως γνωστόν, είναι ακατάλληλες για τραγουδοποιούς. Για ανθρώπους δηλαδή που γράφουν στίχους, μουσική και ερμηνεύουν οι ίδιοι τα κομμάτια τους. Αυτοί που έχουν κάπως εδραιωθεί μέσα από την πολύχρονη καριέρα τους, βρίσκουν κάποια περιθώρια να συνεχίσουν το έργο τους. Αλλά ένας νέος και πρωτοεμφανιζόμενος τραγουδοποιός σήμερα βιώνει την απόλυτη καλλιτεχνική και υπαρξιακή μοναξιά. Ο μόνος τρόπος να διοχετεύσει την καλλιτεχνική του ενέργεια προς τα έξω είναι η τηλεόραση (το ραδιόφωνο είναι νεκρό, ανίκανο να κάνει νέες προτάσεις, φαίνεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένο σε ένα διαφημιστικό σύστημα που του υπαγορεύει τις επιλογές του και αυτό τις ακολουθεί δουλικά). Νομίζω ότι είναι είδος που αναγκαστικά θα εκλείψει (και μη ξεχνάμε ότι κάποια από τα λαμπρότερα στιχουργικά δείγματα των τελευταίων δεκαετιών μας τα έδωσαν τραγουδοποιοί). Μια διέξοδος απέναντι σε τούτο το τέλμα είναι φυσικά το διαδίκτυο. Αλλά αυτό μέχρι τώρα εξέθρεψε και αφύπνισε χθαμαλά αντανακλαστικά του κοινού και αναδείχτηκε ως μέσο έκφρασης του όχλου. Επίσης το διαδίκτυο με την πολυφωνία του και τις χαοτικές του συνιστώσες γίνεται πολλές φορές πηγή βαβούρας και αιτία αποπροσανατολισμού.

Στην ίδια μοίρα με τους τραγουδοποιούς είναι και οι μπάντες. Η εποχή που τα συγκροτήματα έπαιζαν ρόλο στα μουσικά τεκταινόμενα της χώρας μας έχει παρέλθει με την πτώση της μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης. Τα συγκροτήματα υπήρξαν φυτώρια στιχουργικής έμπνευσης για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα στο πλαίσιό τους υπήρχε ζύμωση και καλλιτεχνική αλληλεπίδραση εν τη γενέσει του μουσικού προϊόντος . Εκεί γινόταν καλοπροαίρετη κριτική και απαραίτητο φιλτράρισμα. Τέλος στους κόπους τους υπήρχε ενθάρρυνση και προσδοκία. Ο στίχος εθεωρείτο θεμελιώδες στοιχείο του τραγουδιού. Έπρεπε να είναι καλός, να εκφράζει κάτι, να έχει αφηγηματικές αρετές, ποιητική αξία, συναισθηματικό βάθος και ιδεολογική βαρύτητα. Θα θεωρηθεί άραγε αβάσταχτη ιερεμιάδα το να οιμώζουμε αδιάλειπτα σήμερα για την έλλειψη συγκροτημάτων; Κάποιοι νέοι ακροατές μπορεί να έχουν τις ενστάσεις τους απέναντι σε τέτοιους αφορισμούς. «Η Ελλάδα διαθέτει ανθηρή black metal σκηνή, ενώ το hip hop καλά κρατεί τα τελευταία χρόνια» μπορεί να απαντήσουν. Ας αντιπαρέλθουμε την υποτιθέμενη ένσταση με ένα μειδίαμα και ας συνεχίσουμε.

Τι γίνεται με τους στιχουργούς; Αυτούς που γράφουν τα στιχάκια τους στην ησυχία του σπιτιού τους; Που δεν αυτοσυστήνονται ως τραγουδοποιοί, μουσικοί, συνθέτες, αλλά δηλώνουν απλοί διάκονοι της τέχνης του λόγου; Προφανώς είναι και αυτοί είδος υπό εξαφάνιση. Αλλά ο κίνδυνος που περνάει η φυλή τους δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την γενικότερη κρίση της ποίησης (άλλο μεγάλο θέμα αυτό…). Ποιες είναι οι συνέπειες της φημολογούμενης αυτής κρίσης; Τι επέφερε στην τέχνη; Πολύ χοντρικά, την απαξίωση προς παραδοσιακές μορφές και δομές, την περιφρόνηση του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την άγνοια, την ελλιπή τεχνογνωσία, την υπερφίαλη διάθεση, τον ντιλεταντισμό. Η κρίση της ίδιας της ποίησης ξεκίνησε πολύ νωρίτερα τόσο από την κρίση του στίχου όσο και από την οικονομική κρίση που μας ταλανίζει (ο Νάσος Βαγενάς ορίζει τις απαρχές της πενήντα χρόνια πριν…). Πρόκειται λοιπόν για ένα φαινόμενο που μας έρχεται από μακριά και έχει σίγουρα επηρεάσει σοβαρά την στιχουργία.

Υπάρχουν και άλλες (πολλές) αιτίες για το λυπηρό φαινόμενο που ονομάζουμε κρίση του στίχου. Οι περισσότερες βαθαίνουν μέσα στον χρόνο. Παράδειγμα η στιχουργική κατάπτωση που συντελέστηκε κατά την μετάβαση από το ρεμπέτικο τραγούδι στο λαϊκό (και προλειάνθηκε κάπως έτσι ο δρόμος για το σκυλάδικο). Το θέμα είναι να αναζητηθούν κάπου εδώ τρόποι επίλυσης του προβλήματος, τρόποι διεξόδου από την κρίση. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Μια καλή αρχή θα ήταν να αρχίσουμε να ακούμε (και) βινύλιο, να στηρίζουμε τις μπάντες και να αναζητούμε συνεχώς όπως ο Διογένης, με ένα φανάρι τους εναπομείναντες τραγουδοποιούς και στιχουργούς. Ίσως τότε ξανανθίσει ο καλός στίχος.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Σελάνα Γραίκα: Ποιήματα

3722410319_428ed975c3

~ . ~

Τι είναι η ποίηση, Γιώργο;

Στην Ασκληπιού μεσημέρι
βάδιζε, βιαστικός.
Γύρω του κανέναν δεν κοιτούσε.
Βάλθηκα να τον πάρω στο κατόπι.

[ Σ’ αυτόν τρέχω
ή απ’ αυτόν απομακρύνομαι;
Την άβυσσο φέρνω μέσα μου,
την άβυσσο, σκιά μου…]

Στο φανάρι τον ρώτησα:
– Τι είναι Ποίηση;

« –Για μένα, είναι ο πόνος της φυλής,
της γλώσσας τ’ αποστεωμένα.
Αν με ακούς, μην ακολουθείς,
θα σε σκοτώσει…»

– Τι με νοιάζει αυτό (αντιλέγω)
εγώ θέλω την δόξα, την ηδονή,
το ιντερνεκτουάλ της άδειας καπαρτίνας.

Μ’ ακούς;
Γιώργο;

« – Για σένα θα λέγομαι, πάντοτε, Σεφέρης.»

~ . ~

Ανοιχτές παπαρούνες

Κάποτε, θα μιλήσουμε
ξαπλωμένοι σ’ ένα παχύ χαλί
των χρυσανθέμων.
Θα υπάρχει μια δυνατή φωτιά
που δεν θα καίει τα άνθη.
Κι ανάσες μας ανάκατες,
κοφτές,
ηδονικές,
καυτές
θα κάνουν το χαλί αυτό
κι άλλους σπόρους να βγάζει.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
σ’ έναν ουράνιο θόλο
που θα’ χει τον ήλιο δίσκο
ενός πικ-απ με αλμυρές σταγόνες.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
μα τώρα δεν είναι ώρα
μόλις που έριξα το λίπασμα
να βγούνε τα λουλούδια
ενώ εσύ – ακόμα,
ψάχνεις τις εκτάσεις
με την ψυχή στο στόμα.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
μα είναι νωρίς ακόμα.

~ . ~

Το παλιοθήλυκο (του Βάρναλη)

Τσακωνόμαστε αρκετά με τον Κώστα.
Είναι που μοιάζουμε πολύ – το δίχως άλλο.
Πήρα το θράσος κάποτε,
για να με προγυμνάσει!
Τι το θελα η κακογλωσσού,
όλο φωνές μου βάζει…

«Το μέτρο δεν βαστείς
που το ’χεις μαθημένο,
απ’ τους παλιούς ιερείς
και όλους τους μεγάλους.
Ήρθες εδώ τα νεύρα να μου σπάσεις;

Καλογνωμίζεσαι, γράφεις καλά
και δεν ακούς κανένα
όλο του κεφαλιού σου
κάνεις,
φωνήεντα κρατείς στα χέρια σου
μα τα μυαλά ανοιγμένα…»

Και σηκώνεται ευθύς
και κει που λέω θα φύγει
πιάνει απ’ το ντουλάπι, το ψηλό
φλασκί μικρό
γεμάτο κοκκινέλι.

«Βάλε να πιω! Εσύ θα με τρελάνεις.
Αντίς να κάτσεις σπίτι σου
να κάνεις και φαμίλια,
να αραδιάσεις δυό παιδιά
και να προσέξεις άντρα…
…λες θ’ αγαπάς τα γράμματα
κανέναν δεν θα πάρεις.

Ε μα είσαι παλιοθήλυκο! Το έχω καταλάβει!
Βαστάς τα φύλλα της καρδιάς
κλειστά
και ανοιχτά τα πόδια, ίσα και μόνο
να βρίσκεις σου τα σύμφωνα
που θα τα κάμεις ποίημα.

Μα και σε συμπαθώ λιγάκι
– Παραδοχή μεγάλη!
Θα γίνεις σίγουρα τρανή
μα θ’ απομείνεις μόνη…»

Κουβέντα δεν πρόλαβα να πω
ούτε καν μια λέξη
χείμαρρος ο Κώστας μου
και ποιος δεν θα πιστέψει!

~ . ~

Σχέδιο Πόλεως

Όσο μεγαλώνω, σιγουρεύουμαι,
πως σαν θα ρυτιδιάσω,
θέλω ένα χαρέμι δίπλα μου
από Ωραίους νέους και κοπελιές
με μάτια γαλανά, αφτιασίδωτα,
να με κοιτούν κατάσταυρα
και να ρουφάω ζωή.

Να λέω τις ιστορίες μου
κι αυτών τα στόματα να χάσκουν.

Πως ήτανε ο άντρας μου
κωλόπαιδο, Ιρλανδός,
με βλέμμα καπνοκαθαριστή
κάθε ζωή, πως συναντιόμασταν
τυχαία, στα αδειανά βαγόνια τρένων
και συστηνόμασταν απ’ την αρχή.

Μα πάντα καταλήγαμε,
αυτός σε πόλεμο αντάρτικο
κι εγώ να γιατροπορεύω
ανάπηρους πολέμου…

Και με το δάχτυλο του άφηνε,
μια καρδιά-φακίδα για διαθήκη.

~ . ~

Ο Στρατιώτης Ποιητής 2

Όταν ο πόλεμος από την πόρτα μου έξω
φτάσει, υπόσχομαι
να ετοιμάσω άρματα και μυδραλιοβόλα
για να ριχτώ με θάρρητα στη μάχη.

Γιατί του πόλεμου τη συμφορά
τελειώνεις, μονάχα, με τη Βία!
Θα σχεδιάσω μηχανές και θα χαρτογραφήσω
χάρτες, του πιο ψηλού βουνού
ως την ψυχή του Ανθρώπου.

Κι όπου βρίσκω μάνητα κατά των αδυνάμων
θα γίνομαι η δύναμη εγώ, κι όμοιοί μου.
Αλίμονο λοιπόν, σ’ αυτούς που θα στρατοπεδεύσουν
πάνω στον ρόγχο της γριάς
στο κλάμα ενός νηπίου.

Μα σαν κοπάσει ο σπαραγμός
κι ο πόλεμος σταματήσει, πάλι
τ’ ορκίζουμαι,
θα βολιδοσκοπήσω λυρισμό
να σας ταΐσω ποιήματα.

Γιατί είναι της μοίρας ξέσπασμα,
της ιστορίας μαράζι
να στέκει ο ποιητής βουβός
όταν η φύσις «οργιάζει».

~ . ~

Felix domestica

Πως κουνάω ρυθμικά, σα μουσική,
την λεπτή και χνουδωτή ουρά μου
κι όλο σας λέω «σηκωθείτε»
ένα χάδι να αφήσετε, επάνω
στη σταχτιά ριγέ μου πλάτη.

Όχι, δεν θα έρθω εγώ
αν το θέλετε, να πάρετε ένα σκύλο!
Να σας κάνει γλύκες, όλο σάλια
να σας φέρνει τις παντούφλες,
να ξαπλώνει μπρος στα πόδια σας, στη σάλα!

Κι όχι χαϊδέματα πολλά
δεν είμαστε δα και φίλοι.

Και να το ξέρετε, δεν ήρθα εδώ
για να σας κυνηγάω ποντίκια.

Αφού νομίζω πως το είπα,
πως αν χάδια το σώμα μου θελήσει
την ούρα του ρυθμικά θα την κουνήσει.

Και θα γείρω το κεφάλι μου
– νωχελικά, στο χέρι
αν θέλετε φωνάχτε με και Παλιοθήλυκο,
όλος ο ντουνιάς το ξέρει.

~ . ~

Σατυρικόν

Αν έχεις σοφιλιάσει τρεiς,
σαφώς θα ονομάζεσαι και μέγας ποιητής,
ενώ αν έχεις σοφιλιάσει έξι
όλο και κάποιος θα συντρέξει
– από αυτούς τους έξι,
και σε ανθολογία να μπεις.

Κι εμείς, που δεν πηδάμε
γιατί φαλλό δεν καταδεχτήκαμε
ποτέ μας, να φοράμε,
θα καταντήσουμε στιχάκια αιρετικά
ανάμεσα σε φοιτητές
κι ανθρώπους που πεινάνε.

Και μέγιστος ποιητής που θα ’σαι·
θ’ ακούς τους νέους ποιητές,
αρσενικούς χώρια
από τους θηλυκούς,
– αχ! πού να πιάσω και πού να το αφήσω,
που θα διαλέγεις
κείνους που ’χουν το αιδοίο τους
αντί για κάθετο, ίσιο…

~ . ~

Ερωτικό

Ας υπάρχεις το λοιπόν
στα μάτια των ανθρώπων
ως ο ασκότεινος και λατρευτός
σπόρος, ελεύθερος και πλάνος κλέφτης.

Κι εμείς, που αγαπάμε τους νεκρούς
σα λήθαργος μας έρχεσαι – σε ύπνο
για να συνομιλούμε,
φαντασίας περίσσιας και σάρκα χωρίς.

Χαρούμενη που δείχνεις ύπαρξη,
της Κύπρου κόρη εσύ,
προς την ενσάρκωσή σου
γιατί λες: είναι ανόητο
να μη γευτείς τον έρωτα, τα χάδια.

Είμαι άχρηστη εγώ, που σου μιλάω τώρα!

Ο κόσμος είναι μικρός.
Ξεστήθωτος και τραγικός.

Η επαγγελία μιας χαμένης ενότητας

kalogerop_paideia_ep

~ . ~

του ΣΠΥΡΟΥ ΧΩΡΑΦΑ

Άγγελος Καλογερόπουλος, Ανακομιδή. Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών, Εν Πλω, 2016

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που ζούμε στη χώρα μας μας εμποδίζει να αντιληφθούμε το γεγονός ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι πρωτίστως οικονομική, αλλά πνευματική και δεν περιορίζεται στη χώρα μας∙ είναι διεθνής. Με αυτό το δεδομένο είναι ευτύχημα ότι αρκετές πνευματικές φωνές επισημαίνουν αυτή την αλήθεια και είναι υπολογίσιμες οι δημιουργικές απόπειρες για μια ουσιαστική ανανέωση της πνευματικής μας ζωής ως μια ελπίδα εξόδου από αυτή τη βαθιά κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της δημιουργικής ανανέωσης θα πρέπει να υποδεχθούμε την καινούργια δουλειά του Άγγελου Καλογερόπουλου, Ανακομιδή, Εν Πλω, 2016, και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή. Ο υπότιτλος της συλλογής είναι μια υπόδειξη του δημιουργού της για τον τρόπο που μας προτείνει να την προσεγγίσουμε: Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών. Πρόκειται πράγματι για ένα βιβλίο που συνοδεύεται από ψηφιακό δίσκο. Στο βιβλίο διαβάζει κανείς τα ποιήματα και τους στίχους των τραγουδιών και στον δίσκο ακούει τις απαγγελίες των ποιημάτων από τον ποιητή, τα οργανικά ιντερμέδια και τα τραγούδια, αφού «η ποίηση δεν διαβάζεται μόνο, αλλά ακούγεται κιόλας και τα τραγούδια δεν ακούγονται μόνο, αλλά διαβάζονται κιόλας», όπως εξηγεί στο επίμετρο του βιβλίου του. Η σύνθεση της μουσικής υπογράφεται από τον ίδιο τον Άγγελο Καλογερόπουλο, ενώ συνεργάζονται μαζί του εξαιρετικοί μουσικοί (Χρ. Τσιαμούλης, ούτι, Βασίλης Καπανίκης, κιθάρα, Δημήτρης Κωστής, κόρνο, Γιώργος Ανδρόνικος, ηλεκτρονικός προγραμματισμός) και εξαιρετικοί ερμηνευτές (Καίτη Κουλλιά, φωνή, Γιώργος Καλκάνης, φωνή και πιάνο) οι οποίοι συνέβαλαν στο τελικό μουσικό αποτέλεσμα.

Τόσο η Ανακομιδή όσο και η Ακολουθία του τίτλου μας παραπέμπουν στην εκκλησιαστική παράδοση, μάλλον σκόπιμα αν κρίνει κανείς απ’ το περιεχόμενο. Ο όρος «ακολουθία» δεν επιλέγεται μόνο επειδή στη δομή της συνυπάρχουν «επί τω αυτώ» μέρη που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, αλλά επειδή και το ύφος των ποιημάτων και των τραγουδιών του Α.Κ. επιδιώκουν να επαναφέρουν στην τέχνη της ποίησης και της μουσικής την ανάγκη του ιερού. Εδώ βρίσκεται η κεντρική –και συνέχουσα- ιδέα της ποιητικής αυτής εργασίας. Η Ανακομιδή επιχειρεί να επαναφέρει στο φως μια θαμμένη ελπίδα, έναν θαμμένο κόσμο του πνεύματος. Το πρώτο τραγούδι της συλλογής («Τα μολυβένια σύννεφα» με τη θρηνητική ερμηνεία της Καίτης Κουλλιά προαναγγέλλει ένα ζοφερό μέλλον που αφήνει όμως μια χαραμάδα αισιοδοξίας καθώς το ούτι και η κιθάρα αυτοσχεδιάζουν σε μια κλίμακα μεταξύ του μπλουζ και της παραδοσιακής μας μουσικής πάνω στη μελαγχολική συνοδεία του κόρνου. Τα δύο επόμενα ποιήματα («Σχεδόν ποιήματα πήλινα» και «Κάπως αλλιώς») αναδεικνύουν το αδιέξοδο της τεχνολογικής ουτοπίας και τον παγωμένο παράδεισο που μας υπόσχεται, κουβαλώντας κάτι από την αίσθηση των Στοιχειωδών Σωματιδίων του Ουελμπέκ. Η καταιγίδα που έχει προαναγγελθεί με το πρώτο τραγούδι ξεσπάει στο νεοκυματικού ύφους «Αυτό το καλοκαίρι», όπου η θαλπωρή της αγάπης προβάλλει σαν η μόνη οδός σωτηρίας. Ωστόσο, η πραγματική στροφή του κλίματος πραγματοποιείται με το έμμετρο ποίημα «Πομπή», όπου η απατηλή ευτυχία της θερινής ραστώνης υπονομεύεται από την παρουσία του θανάτου, ο οποίος όμως λειτουργεί εν τέλει ως μια πραγματική πηγή ελπίδας.

en-plo3Τα δύο επόμενα ποιήματα («Το λίγο νερό» και «Ανακομιδή») συνδυάζουν την απώλεια αγαπημένων προσώπων με μια λιτή επισκόπηση της πρόσφατης ιστορίας του τόπου, αναδεικνύοντας ως βασική αιτία του πνευματικού μας αδιεξόδου έναν επιπόλαιο και ανερμάτιστο εκσυγχρονισμό που μας κάνει να αποστρέψουμε το πρόσωπό μας από τη βαθιά πνευματική σημασία του θανάτου («ημιμαθείς της προόδου * παραδίδουμε τον θάνατο στα ειδικά συνεργεία» και «παχιές μαύρες σκιές * π’ αφήνουνε το θάνατο στη λήθη») καθώς μόνο η «μελέτη θανάτου» μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή μας, είτε όπως το λέει η αρχαία σοφία, είτε όπως το θέλει η χριστιανική ελπίδα («παχιές μαύρες σκιές * π’ αφήνουν την ανάσταση στη λήθη»). Αλλά αυτή η αναστάσιμη ελπίδα δεν θα γίνει κήρυγμα στην ποίηση του Α.Κ.. Θα την αναζητήσει με μια προσδοκία ερωτικής έντασης σε μια δική του «έξοδο» προς το φως. Η εκφραστική ερμηνεία του Γιώργου Καλκάνη στο τραγούδι που ακολουθεί («Αυτή τη μέρα») έρχεται να τονίσει την ανάγκη μιας τέτοιας ριζικής μεταστροφής της ζωής μας και παρ’ όλο που ακούγεται σαν ερωτικό τραγούδι θα πρέπει κανείς να αναζητήσει το υπαρξιακό βάθος μιας κιρκεγκωριανής «επανάληψης». ( Για να τη ζήσω πάλι / αυτή τη μέρα / θα τα τινάξω όλα/ στον αέρα). Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που βασίζονται στην τελική νίκη του φωτός επί του σκότους, της ζωής επί του θανάτου («Αυτή η μέρα θάχει και σήμερα συνέχεια / καταπίνοντας τον άπειρο θάνατο / έριξε πάνω της το φως») και με ένα ελπιδοφόρο τραγούδι («Ατλαντίδα») που επαναφέρει την επαγγελία κάποιας χαμένης πατρίδας.

Η ιδιαιτερότητα της εργασίας του Α. Καλογερόπουλου έγκειται τόσο στην εμμονή του να επαναφέρει στην πνευματική μας ζωή το γόνιμο πνεύμα μιας παράδοσης χωρίς όμως καμιά γραφικότητα ή νοσταλγική καταφυγή σε ένα τάχα ιδανικό παρελθόν, όσο και στο να υπηρετήσει τη στενή σχέση της ποίησης με τη μουσική. Η δεύτερη εμμονή του Α.Κ. ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με το Σύρραμμα και αργότερα με τα Αργά Μαθήματα (και οι δύο αυτές εργασίες αποσπασματικά μόνο είχαν παρουσιαστεί σε ένα περιορισμένο κοινό από το συγκρότημα «Τα μέλη του λόγου»), ενώ η μορφή της ανά χείρας εργασίας του προετοιμάζεται με το αφήγημά του «Ο Αυδής και η Μέλπω» που περιέχεται στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του Αφηγήσεις ενός επόμενου κόσμου ( Αρμός, 2013). Η πρόσφατη βράβευση του σπουδαίου τραγουδοποιού Μπομπ Ντύλαν από τη Σουηδική Ακαδημία με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συντείνει στο να αντιμετωπίσουμε την εργασία του Α.Κ. όχι ως μια ατομική ιδιαιτερότητα, αλλά ως απόπειρα εκφραστικής ανανέωσης ευρυτέρων διαστάσεων. Και στη μορφή και στο περιεχόμενο.

ΣΠΥΡΟΣ ΧΩΡΑΦΑΣ

Ένας βάρδος στο σαλόνι μας

Bob Dylan Nobel

~.~

Ή ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΡΙΔΑ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι δημόσιοι διαξιφισμοί για τη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, οσοδήποτε σκόρπιοι και έκθυμοι κι αν υπήρξαν, είναι ουσιώδεις. Γιατί αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της εγγραματοσύνης και της φιλαναγνωσίας μας. Και φαίνεται ότι από εκεί εντέλει ξεκινά και το πρόβλημα.

Ήδη ο όρος «λογοτεχνία», συρρικνωμένος όπως χρησιμοποιείται σήμερα, είναι και προβληματικός και -το κυριότερο- ανιστόρητος. Literature, Literatur, letteratura, όπως το έτυμο της λέξης δηλώνει, είναι τα Γράμματα στην ευρεία τους έννοια, η γραμματεία. Και αυτή, κατά παράδοση περιλαμβάνει κάθε είδος υψηλού, δηλαδή απαιτητικού και έντεχνου λόγου, λ.χ. την ιστοριογραφία, το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, τη ρητορική, την κριτική – όχι μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, τη γραφόμενη ποίηση και το δράμα. Κάθε ιστορία της αρχαίας ελληνικής ή της βυζαντινής λογοτεχνίας λ.χ. περιλαμβάνει κεφάλαια για αυτά τα είδη. Εξίσου εύλογη και δεδομένη είναι κατά παράδοση η συμπερίληψη της στιχουργίας στο σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Η νεοελληνική λογοτεχνία λ.χ., και όχι μόνο αυτή, εγκαινιάζεται με τα δημοτικά τραγούδια.

Ώς τα μισά του 20ού αιώνα περίπου, αυτή η ευρεία έννοια της λογοτεχνίας πρέπει να ήταν αυτονόητη στη συνείδηση του Δυτικού αναγνώστη. Αυτό δείχνει ότι με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας ετιμώντο μεταξύ των άλλων συγγραφέων ιστορικοί όπως ο Μόμσεν και ο Τσώρτσιλ ή φιλόσοφοι όπως ο Ράσσελ και ο Όυκεν.

Η στένωση της έννοιας της λογοτεχνίας, η συρρίκνωσή της στη λόγια ποίηση, τη μυθοπλαστική πεζογραφία και το δράμα είναι φαινόμενο των τελευταίων 50 ετών. Και αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη στένωση των ενδιαφερόντων του μέσου αναγνώστη.

Δεν είναι τυχαίο που αυτός ο τελευταίος ως «λογοτεχνία» εννοεί πλέον μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, εξαιρεί δηλαδή από αυτήν ακόμη και την ίδια την ποίηση! «Λογοτεχνία και ποίηση» ακούμε και διαβάζουμε διαρκώς ωσάν να πρόκειται για δύο διακριτά γένη. Κ όμως, στα μάτια του απαιτητικού φιλαναγνώστη διαχρονικά, το κοινό που διαβάζει μόνο λαοφιλή μυθιστορήματα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο, εθεωρείτο πάντοτε κατώτερου επιπέδου, γινόταν στόχος της σάτιρας και της χλεύης μάλιστα – ας θυμηθούμε εδώ τον Δον Κιχώτη.

Οι τελευταίες βραβεύσεις της Σουηδικής Ακαδημίας δείχνουν ότι η Επιτροπή της Στοκχόλμης έχει συνειδητοποιήσει το πρόβλημα. Και ότι εντελώς συνειδητά επιχειρεί να το αντιστρατευθεί – να επαναπροσδώσει στη λογοτεχνία το πλήρες της εύρος. Και μόνο γι’ αυτό, η υπηρεσία που προσφέρει είναι ανεκτίμητη. Η αντίληψη ότι ένας αναγνώστης μπορεί να προσλάβει, να κατανοήσει καν ένα απαιτητικό μυθιστόρημα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν πιάνει στα χέρια του ένα βιβλίο ποιητικό, ένα δοκίμιο, μια ιστορική μελέτη, μια φιλοσοφική πραγματεία, είναι από μόνη της εκτός πραγματικότητας. Όσο άλλωστε και η ιδέα ότι μπορεί να γράφει και να διαβάζει κανείς ποίηση αγνοώντας την μελοποιημένη της παρακαταθήκη, τα 2/3 της ιστορικής της κληρονομιάς δηλαδή.

Χρωστάμε χάριτες λοιπόν στους Σουηδούς. Μας θύμισαν τι είναι όντως τα Γράμματα. Αυτό που ίσως δεν υπολόγισαν ήταν οι αντιδράσεις. Γιατί αυτές δεν προέρχονταν μόνο εκ των κάτω, από τους οπαδούς της μυθιστορηματικής μονοείδειας, όπως ήταν αναμενόμενο. Αλλά και εκ των άνω, από τους θιασώτες μιας φασματικής και ιστορικά ανύπαρκτης καθαρότητας της ποίησης. Αυτοί οι τελευταίοι διαισθάνθηκαν ίσως (και ποιος μπορεί να τους δώσει άδικο;) ότι η βράβευση ενός κοσμαγάπητου τροβαδούρου τούς απειλεί· ότι τους εκθέτει σ’ έναν συναγωνισμό στον οποίο δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν· ότι φέρνει στο φως την δική τους, οδυνηρή αλλά εξωραϊζόμενη πίσω από ποικίλα προσχήματα, αποτυχία – να τέρψουν και να συγκινήσουν το ευρύτερο κοινό.

Κ.Κ.

ΥΓ. Να προσθέσω κι έναν άλλο λόγο που εξηγεί ίσως τη δυσφορία των ποιητών. Στον μοντερνισμό και στους σημερινούς του επιγόνους, ο Ντύλαν χρωστάει ελάχιστα πράγματα. Οι στίχοι του είναι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι, τα τραγούδια του παραπέμπουν στη μορφή της μπαλάντας όπως τη γνωρίζουμε από τη δημώδη παράδοση και τον ρομαντισμό με τις επαναλήψεις της, την κυκλική ή παρατακτική ανάπτυξη, τη λειτουργία της επωδού, η γλώσσα του δεν είναι διόλου ερμητική αλλά λαγαρή και εναργέστατη, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις του και τα άλλα εκφραστικά του μέσα δεν έχουν τίποτε το επιδεικτικό ή το υπερρεαλίζον, τα θέματά του είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσια, πολιτικά, κάποτε και επικαιρικά, γράφει δηλαδή ποίηση όχι καθαρή αλλά στρατευμένη και περιστασιακή, κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, ο Μπομπ Ντύλαν βρίσκεται στους αντίποδες του main stream της σημερινής λόγιας ποίησης. Κι αυτό είναι επόμενο να ενοχλεί.

Ποίηση και αναρχία

chicago-anarchists

~  .  ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Είθισται πολλές φορές, ιδιαίτερα στην χώρα μας, ο όρος «αναρχικός» να χρησιμοποιείται με μιαν ευρεία έννοια, τέτοια που διαφεύγει κατά πολύ των ιδεοπολιτικών απαρχών και συνισταμένων της λέξης, και ορίζει περισσότερον, ένα μονόλεκτο ορμής ή πάθους, αγάπης για την ζωή, αλλά και ενός ευρύτερου «αντιεξουσιασμού» όχι κατ’ ανάγκην συμπεπτωκότος με την συνήθη χρήση της λέξης στους σχετικούς χώρους.

Φυσικά, όχι μόνον η κατάχρηση του αυτοχαρακτηρισμού, αλλά και η απλή χρήση του με αυτήν την «ευρεία» έννοια δεν μπορεί παρά να προκαλεί κάποτε υποψίες όσον έχει να κάνει με το δημαγωγικό του πράγματος. Κατά κάποιον τρόπον, όχι και τόσον μυστήριον όσον φαίνεται, η γοητεία που προκαλεί η λέξη «αναρχικός» ακόμα και σε άτομα που κάθε άλλο παρά συμπαθούν τους σχετικούς ιδεολογικούς χώρους, δεν είναι τυχαία. Δεν είναι τυχαία, σίγουρα, μα πρωτίστως δεν  πρόκειται σε αυτή την περίπτωση περί αυθυπόστατης χρήσης της έννοιας, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς πως πίσω από τις αντιεξουσιαστικές δηλώσεις πολλών ανθρώπων της χώρας μας, συχνά  δεν κρύβεται κάτι πιο γοητευτικό από το «δίκαιο της συμμορίας» και μερικά από τα πλέον ακατέργαστα και ωμά εξουσιαστικά σύνδρομα που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Μα, εδώ, στους με ιδεολογική έννοια αυτοχαρακτηριζομένους αναρχικούς το ζήτημα της «εξουσίας» περιπλέκεται (κυρίως στην πράξη, επειδή στα πολιτικά θεωρήματα πάντοτε μερικά πράγματα μοιάζουν ανέφελα, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει πως δεν προκαλούν ραγδαίες βροχοπτώσεις στην πραγματικότητα…) σε τέτοιον βαθμόν και με τόσες άλυτες αντιφάσεις, ώστε κάποτε να αναρωτιέται κανείς για το πόσον εξουσιαστές περισσότερον θα ήταν πολλοί αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αναρχικοί» αν δεν δηλώναν κιόλας τέτοιοι!

Αν στους αυτοδηλούμενους αναρχικούς, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» και η αντιμετώπιση της πραγματικότητάς της, συχνά τους κάνει –για να το πω λαϊστί- «να μπλέκουν τα μπούτια τους» και να φανερώνονται …βασιλικώτεροι εκείνου του βασιλέως που μισούν όσον κανέναν άλλον, φανταστείτε πόσον ακόμα περισσότερον συμβαίνει αυτό σε όσους δηλώνουν «αναρχικοί» με ευρεία, μη πολιτική έννοια ή σκοπιμότητα προς χάριν μιας εύκολης δημαγωγίας και αυτοπροσπορισμού γοητείας.

Δεν είναι άγνωστο φυσικά το φαινόμενο και στους ποιητικούς χώρους. Ακόμα δε περισσότερον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η «ποίηση» πάντα, και στον έναν ή τον άλλον βαθμό, συνδεόταν ως έννοια κατά έναν κάπως «συγκεχυμένο» τρόπο με την ιδέα της «αναρχίας». Κατά την γνώμη μου, όχι αδικαιολόγητα, όμως η κατάχρηση τόσον από άποψη εξαγγελίας όσον και από συμπεριφορική άποψη, κρύβει πάντα μια δημαγωγική μόδα και τίποτε περισσότερον.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, στους σημερινούς καιρούς, στους οποίους  ο κόσμος της κουλτούρας, μικρός, μεγάλος, άξιος, ανάξιος, καλός, κακός, αντικουλτουρικός  και υποκουλτουρικός, έχει «πέσει με τα μούτρα» στο facebook, και μπορεί ασφαλώς να καταλάβει κανείς πως αυτό συμβαίνει ως επί το πλείστον προς χάριν δημαγωγίας και όχι προς όφελος του πνεύματος, με αποτέλεσμα ο εγχώριος πολιτισμός μας  να δέχεται (και) εξ αυτού του αταίριαστου γάμου «αγορεύσεως» και «κουλτούρας» ένα καίριο χτύπημα και να βυθίζεται τακτικά στους στροβίλους μιας αυτοϋπνωτιζομένης παρακμής.

Όμως το θέμα μου εδώ πρωτίστως εντοπίζεται στην ανίχνευση των κοινών τόπων μεταξύ ποίησης και αναρχίας, οι οποίοι, και παρά τις άνω αναφερθείσες αρνητικές προφάνειες, δεν είναι ανύπαρκτες. Βέβαια, και ως προς αυτόν τον σκοπό, καλό θα ήταν να ορίσουμε τον έναν πόλο του ζητήματος με αξιόσημα αναφοράς πολύ πίσω στον χρόνο. Δεν θα πάρουμε συνεπώς ως πρότυπο αναρχικού κάποιον που πάει και  …τα σπάει στους δρόμους για το  κέφι του και φωνάζει «ζήτω η αναρχία» (με ιδιαζόντως εξουσιαστική ορμή και πρόθεση βεβαίως…), αλλά ιστορικές μορφές του παρελθόντος, όπως, για παράδειγμα ο Κροπότκιν , ο Ελιζέ Ρεκλύ, η  Έμμα Γκόλντμαν. Αυτή η αναφορική προτίμηση εξ άλλου έχει σκοπό να μην αδικήσει τον όρο «αναρχία», με τον ίδιον τρόπον που αν θα θέλαμε να ομιλήσουμε για τις πλέον ουσιώδεις «ιδεολογικές» βάσεις του χριστιανισμού, δεν θα διαλέγαμε ως πρότυπο τους έξαλλους φονικούς όχλους που καίγαν κάποτε τους αρχαίους ναούς και έσφαζαν τους ιερείς αλλά και τους χωρικούς που ήταν προσκολλημένοι στην αρχαία ελληνική λατρεία, αλλά, θα προτιμούσαμε σίγουρα μορφές όπως ο Αυγουστίνος, ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, αλλά και ο Duns Scotus ή ο Θωμάς Ακινάτης κ.ά.

Στο κάτω κάτω υπάρχει όχι μόνον διαφορά οξύνοιας και μόρφωσης, αλλά και «συμπεριφορικού» πολιτισμού ανάμεσα στους παλαιότερους αναρχικούς και πολλούς «όξω καρδιά και σπάσ’ τα όλα» του σήμερα. Σπάνια θα βλέπατε παλαιό αναρχικό να μην ομιλεί με ιδιαίτερα πολιτισμένο τρόπο και σπανιότερα, ακόμα, θα ακούγατε έστω και μια βρισιά από αυτόν! Τουναντίον, σήμερα, σπάνια θα ακούσετε μια λέξη ανάμεσα στα λεγόμενα πολλών «αναρχικών» (δεν είναι όλοι φυσικά έτσι) που να μην είναι βρισιά ή μπινελίκι!

Όπως και να έχει όμως, και επανερχόμενοι στον κεντρικό άξονα του θέματος, οφείλει να πει κατ’ αρχάς κάποιος, πως, ναι, αναμφίβολα, η ποίηση παρουσιάζει κοινούς τόπους με την ιδέα της «αναρχίας», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κατ’ ελάχιστον πως θα μπορούσε να συμπέσει ολοκληρωτικά με αυτήν από άποψη πρόθεσης.

Αν θέλετε την γνώμη μου, η ποίηση ως είδος του γραπτού λόγου είναι πολύ πιο «αντιεξουσιαστική» από την πεζογραφία, στον βαθμό που η ίδια, και σε μεγάλο βαθμό, συνιστά ανατροπή και όχι διατήρηση του καθημερινού λόγου.  Πολύ σημαντικό ως προς το θέμα μας, αν το σκεφθεί κανείς αυτό σωστά. Επιπλέον, ό,τι αποκαλούμε «καθημερινός λόγος» σε ένα σημαντικό ποσοστό του είναι  γεμάτος από προσταγές, διαταγές,  επειγότητες, αναγκαιότητες, μη αντιστρεπτές τετελεσμένες χρονικότητες (που από την φύση τους όλα αυτά είναι πάντα εξουσιαστικά), αλλά και προσφυγές στην «αυθεντία», κλπ.

Στην ποίηση κάθε αιτιότητα (και μιλώντας τώρα από φιλοσοφική πλευρά) αίρεται ή έχει την δυνατότητα να αίρεται. Εφ’ όσον συμβαίνει αυτό, αίρεται αυτομάτως και κάθε αιτιατή «αναγκαιότητα» στην εκφορά των εννοιών και κατά συνέπειαν παύει να είναι τόσον δραστική οποιαδήποτε πρόθεση εξουσίας είτε αυτή είναι συνειδητή είτε ασυνείδητη.

Ένα ποίημα πάνω απ’ όλα είναι μια «συνείδηση» από τα έξω, δεν συνεπιφέρεται δηλαδή κατ’ ανάγκην από τις άμεσα τελούμενες διεργασίες της ανθρωπότητας.  Είναι ακόμα «απομεμακρυσμένο στον χρόνο» ως οπτική και εν κατακλείδι κάτι «παράλληλο» με την πραγματικότητα.

Από την φύση του αλλά και από την δυνατότητά του ένα ποίημα δεν επεμβαίνει (και ας υπάρχουν αφελείς που πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο) και δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Το πολύ πολύ να αλλάξει κάποιον που είναι ήδη αλλαγμένος από μόνος του.

Βλέπουμε συνεπώς να προβάλλει κάπως εκφανέστερος ο φυσικός «αντιεξουσιαστικός» χαρακτήρας της ποίησης, και χωρίς αυτό φυσικά να έχει να κάνει στο ελάχιστο με τις εξουσιαστικότητες κάθε παρα-ποιητικής δραστηριότητας (δημόσιες σχέσεις, ανταγωνισμός νόμιμος ή μη νόμιμος κλπ.). Όμως αυτή η διαπίστωση κάθε άλλο παρά θα μας επέτρεπε να ταυτίσουμε την ποίηση με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής Αναρχίας, και παρά τις εκλεκτικές -αλλά και ουσιαστικές- ομοιότητες με αυτήν.

Η Αναρχία, έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό «κοινωνικό» (μιας και οι αναρχικοί αποστρέφονται συνήθως τον όρο «πολιτικό»). Δεν αναζητά λιγότερο από άλλες ιδεολογικές θεωρήσεις την σαφώς συγκροτημένη και οργανωμένη σε διακοινωνική βάση «τάξη», με τον όρο, φυσικά, να εκλείπει πλέον η κεντρική κεφάλη της εξουσίας. Βέβαια, αυτό το όραμα περισσότερον προσεγγίζει τα ιδανικά του αναρχοκομμουνισμού παρά του αναρχοκολλεκτιβισμού και ουδόλως του αναρχοατομικισμού, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ποίηση, από την άλλη, «αδιαφορεί» αρχικώς και συνολικώς ως τέχνη για όλα αυτά (ασχέτως αν ένας συγκεκριμένος ποιητής μπορεί να συντηρεί κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους στην σκέψη και την ποίησή του).

Η κίνησή της ποίησης δεν είναι «ιστορική» αλλά «αντι-ιστορική» με μια φιλοσοφική σημασία. Εννοώ, πως αν το ποιητικό φαινόμενο, ως προς μία πολύ σημαντική έννοια, είναι μετα-στοχασμός επί του ήδη «γεγονότος», τότε αυτό δεν συμβαίνει εξ ίσου στο έδαφος του «ιστορικού» αλλά στον αντίποδά του.

Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση κανένας «καθημερινός λόγος» που θα παρακολουθήσει το ιστορικό στο «γήπεδό του» αλλά ένας μη καθημερινός λόγος, αρκετά μακριά απ’ αυτό το τελευταίο.

Και εδώ έχουμε αμέσως αμέσως ένα «κλειδί» για να καταλάβουμε την πιο κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην Ποίηση και την Αναρχία και παρά τις υπαρκτές, εκλεκτικές σίγουρα, συγγένειες μεταξύ τους. Την Ιστορία. Η Αναρχία ως θεώρηση και όραμα είναι γέννημα της Ιστορίας και σκοπός της, αναμφίβολα, είναι η δράση επ’ αυτής.

Η Ποίηση, από την άλλη,  αν και γέννημα της Ιστορίας, περισσότερον προσεγγίζει την έννοια της Φυγής-Fuga (με καμμίαν αρνητική έννοια του όρου). Φεύγει ή προσποιείται πως φεύγει από την Ιστορία, για να βρει τον εξισορροπητικό της «άλλο» πόλο, που θα της επιτρέψει επιπλέον να «κατανοήσει» καλύτερα (και σίγουρα εμμέσως) και την ίδια την Ιστορία.

Εν κατακλείδι: Ο αναρχικός επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής επιθυμεί να «δει» τον κόσμο, όπως δεν θα μπορούσε να τον δει αν ενέμενε συνεχώς μέσα στην λελογισμένη ροή του.

Η ποίηση στο κάτω κάτω είναι ό,τι ανασκευάζει-ξαναφτιάχνει τον κόσμο χωρίς να τον βάζει στην …ταλαιπωρία να ξαναφτιάχνεται! Και ας μην εκληφθεί αυτό απλά ως μια χιουμοριστική διαπίστωση.

Είναι, πάνω απ’ όλα,  μια διαδικασία που θα μας γλίτωνε από πολλά ποτάμια διιστορικώς χυμένου αίματος από την άποψη της «πρόρρησης» και της τρομαχτικά εύστοχης διαίσθησης που παρουσιάζουν κάποτε οι πιο σημαντικοί ποιητές, τουλάχιστον, όπως άλλωστε και η ίδια η Ποίηση εν συνόλω, αν εκλαμβανόταν από την κοινωνία περισσότερον στα σοβαρά ως τέχνη.

Καίτοι το μοναδικό ίσως σοβαρό πράγμα που έχει απομείνει στον κόσμο (ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο τραγικής παρακμής και παρά την ανύπαρκτη σοβαρότητα πολλών ποιητών και «ποιητών»!), εν τούτοις σπάνια λαμβάνεται με την σοβαρότητα που της αξίζει από το  σύνολο μιας κοινωνίας που αυτοσχεδιάζει πρακτικιστικώς αλλά μόνον για να καταπέσει συνήθως σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα των εφαρμογών. Προμηθεύς Δεσμώτης ακόμα το ποιητικό φαινόμενο, αλλά σε ένα κοινωνικό σύνολο-Επιμηθέα.

Στο κάτω κάτω, αν δεν υπήρχε ακόμα αυτή η αντίφαση, αυτό θα σήμαινε πως θα είχε τελειώσει ιστορικώς ο ρόλος της γραπτής ποίησης. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από κάτι τέτοιο.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Αθανάσιος Β. Γαλανάκης: Σονέτα

Schrodinger's cat, illustration

~ . ~ 

Ι

Πάει καιρὸς ποὺ τὸ ἀπρόβλεπτο λησμόνησα.
Μιὰ βόλτα ἔκτακτη, μιὰ τρέλα, ἕνα γήπεδο…
Μοιάζω μὲ κώνους σταθεροὺς ποὺ στέκουν μόνοι σὰ
φυλακισμένους πλαστουργούς. Κι ἀκόμη εἶμ’ ἐδῶ

μὲ μιὰ καρδιὰ πού ’ναι γιὰ πάντα χαλασμένη.
Τὸ πρῶτο ἔμφραγμα στὰ εἴκοσι καὶ δύο.
Μοιάζω μὲ διάττοντες ἀστέρες· σαστισμένοι,
προτοῦ νὰ ποῦνε «ἀνατέλλω» λένε «δύω».

Εἶν’ ἡ ζωή μου σὰν τοῦ Schrödinger τὴ γάτα
πάνω ποὺ λέω πὼς ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει!
Τρέμω τὴν ὧρα ποὺ τὰ ὡραῖα μου τὰ νιάτα

θὰ μοῦ ζητήσουνε τὸ λόγο τῆς ταφῆς τους.
Μὰ ὅ,τι θ’ ἀφήσω πιὰ στὴ μνήμη τῆς ἁφῆς τους
ἡ αἴσθηση εἶναι τῆς μ(π)ανιέρας τοῦ Πετράρχη.

~ . ~

ΙΙ

Καπνοί, σκόνη, γραφεῖα, κονδυλοφόροι
τὸ λάθος γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει.
Λέξεις, νωθροὶ κομπάρσοι, ἀχθοφόροι.
Ρουτίνα ζοφερή, ποὺ ἔχει ἀλλάξει.

Στοὺς ὤμους, τὸ φεγγάρι πανωφόρι.
Μὲ διαφορὰ περίπου μία τάξη.
Μᾶς τσάκισαν ξανὰ τοῦ Θεοῦ οἱ φόροι.
Τὸ πανωφόρι πού ’πα πρίν· μετάξι.

Σονέτο γράφω γιὰ ἐσέ Ὥραία.
Μὲ χασμωδία μὴ λειτουργική.
Τὸ μέτρο τὸ ἐρωτικὸ ἴσως θά ’ναι

γιὰ μένα τῆς ζωής μου ἡ αὐλαία.
Μιὰ πάλη μὲ τὴ λέξη ταξική.
Ὁ ἐραστής σου νά ’μαι Ἔμμα κᾶνε.

~ . ~

ΙΙΙ

Πῆγα νὰ γράψω δύο σὲ μιὰ νύχτα
καὶ εἶδα πὼς ἡ ἔμπνευση ἐχάθη.
Δὲν εἶναι τὰ σονέτα ζάρια· ρίχ’ τα!
Θέλουν δουλειά, ἐπιμονὴ καὶ πάθη.

Στὶς τέσσερις καὶ δέκα τὶς ἀράδες
τὸ «διόλου» πρέπει «μάλιστα» νὰ γίνει.
Δὲν εἶναι σὰν τοῦ Κάλβου τὶς δορκάδες·
Εἶναι τοῦ πόθου ὁ στίχος ναφθαλίνη.

Ὅλο σκουπίδια μάζεψε ἡ ὁκτάβα
καὶ ἦρθε ἡ ὥρα ἐδῶ νὰ σταματήσει
ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ γιὰ ἕνα ποίημα.

Μᾶλλον πρέπει νὰ ξαναπάω στὴν κάβα
νὰ φτάσω στὸ ὑπέρτατο μεθύσι.
Μὴν εἶναι τὸ σονέτο ἄλλο ἕνα θύμα.

~ . ~

IV

Κάτι σὰν «Summertime sadness» γιὰ ἀγόρια
Κάτι σὰν αἴσθημα ἀπώλειας μὲ δονεῖ.
Κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἀτόφια στεναχώρια
Κάτι ποὺ μοιάζει μ’ ἕνα «μή» χωρὶς τὸ νί.

Κάτι σὰν κρέας σὲ ταβερνεῖο στὰ ψαροχώρια
Κάτι σὰν ἕνα βρώμικο καὶ γκρὶ χωνί.
Κάτι ποὺ δὲ ζεσταίνει σὰν τὰ πανωφόρια
Κάτι ποὺ μοιάζει μ’ ἕνα δόντι ποὺ πονεῖ.

Σὰν ὅλ’ αὐτὰ καὶ ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα
Ὅπως κατάλογοι φθηνῆς patisserie
Σὰν μιὰ προσπάθεια νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ γλώσσα

Σὰν τὰ τσιγάρα σου· – Καρέλια θέλω. – Πόσα;
Ὅπως μιὰ νύχτα ποὺ τὴν τράβηξες σερί.
Ἔτσι μικρὸς θὰ γράφω πάντα μπρὸς στὴ Λόσα.

~ . ~

V

Τοῦ αἰδοίου τοῦ ἐρυθροῦ σου τὸ χεῖλος,
τριαντάφυλλο μυριστικό.
Σὰν προβάλλω νερό βγάζει – Νεῖλος·
τὸ βυζαίνω σὰν θηλαστικό.

Τοῦ πρωκτοῦ ἡ ὠπὴ σὰν στολίδι
θὰ ζηλεύει τὰ τόσα φιλιά.
Τοῦ σφιγκτήρα τὸ σθένος σὰ στρείδι
θὰ ἀνοίξω τὴν πρωταπριλιά.

Σὲ σονέτο τὰ τόσα βρωμόλογα
εὐτελίζουν τὴν φόρμα τὴν πρώτη.
Μᾶλλον πρέπει νὰ μπεῖ στὸ συρτάρι.

Θά ’ταν ὄμορφα ἀντὶ νὰ σοῦ τό ’λεγα
νὰ σὲ ξάπλωνα ὅπως οἱ πιερότοι.
Στᾶλες σπέρμα σὰν μαργαριτάρι.

~ . ~

VI

Κι ἂν δὲν εἶναι ὁ μύθος φενάκη;
Κι ἂν τὸν ἔζησε ὁ ποιητής;
Κι ἂν τὸ εὐχάριστο παραμυθάκι
εἶναι ἀπαύγασμα βίου-εἰρκτῆς;

Ποιός μπορεῖ μὲ μιὰ σίγουρη γνώμη
τοῦ ἀναγνώστη ποὺ θέλει νὰ βρεῖ
ἂν τῆς ζήσης οἱ αἰώνιοι νόμοι
εἶναι βίωμα κάποιου ποὺ βρί-

θει ἐμπειρίας καὶ οἴησης θεϊκῆς;
Στὸ πεντάστιχο ποὺ άπομένει
θὰ τελειώσω τὸ ποίημα γλυκᾶ

σὰν ποιητής ζαχαροπλαστικῆς.
Τὸ σονέτο μου νά!, πῶς πεθαίνει
σὰν τὴ λάμψη ἀπὸ βεγγαλικά.

~ . ~

VII

Μὲ τὴ βάρκα μου πλέω στὸ διάστημα
τῆς σελίδας ποὺ γράφω καὶ σβήνω.
Γιὰ τὴν ποίηση μοῦ λέν’ ὅλοι «ἄσ’ τη» μὰ
ἔχω χρέος νὰ γράφω γιὰ κεῖνο

τὸ χαμόγελο. Γιὰ μία χλωρόφθαλμη
κορασίδα ποὺ ὀνόμασα Μούσα.
Ὅσο σκέφτομαι ρίμες οἱ ὀφθαλμοί
μου διαστέλλονται ὡς ν’ άγαπούσα.

Ὅσο κι ἄν προσπαθήσω τὸ ἀνείπωτο
τοῦ μοντέρνου μοῦ φέρνει τὴ θλίψη.
Κι ἂν ἡ ποίηση μιὰ μέρα ἐκλείψει

σὰν μπουκάλι στὸ σπίτι ἀπὸ ἡδύποτο
θά ’χω χάσει τὴ Μούσα γιὰ πάντα.
Ν’ ἀποφεύγονται τέτοια συμβάντα.

Εγχειρίδια συγγραφής

books

~. ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Μια φρενίτιδα γραφής φαίνεται να έχει κατακυριεύσει τον κόσμο την τελευταία δεκαετία. Από τα sms στα κινητά, μέχρι τα e-mails, τα blogs και τα μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα posts, τα tweets και τα comments, παντού παράγεται, αποτυπώνεται, καταγράφεται πυρετωδώς, γραπτός λόγος. Ίσως ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν είδαμε τόσο ξόδεμα λέξεων, τέτοια εκτεταμένη ανάπτυξη απόψεων, τόσες κρίσεις να μας πολιορκούν πανταχόθεν, τόσα αξιώματα, τόσα φληναφήματα, τόσους σολοικισμούς, τόσες κενολογίες.

Και παλαιότερα γράφανε οι άνθρωποι. Αυτό φαίνεται στους τόνους χαρτιού που ξοδεύτηκαν μέσα σε αιώνες επιστολογραφίας, ανεπίδοτης και μη. Σίγουρα όλα εκείνα τα γράμματα δεν διακρίνονταν για τον λογοτεχνικό τους οίστρο, ούτε για το οξύ τους πνεύμα ή το λαμπρό τους ύφος. Εδώ, ογκόλιθοι της λογοτεχνίας, όπως ο Φερνάντο Πεσσόα συρρικνούνται ως επιστολογράφοι (τα Γράμματα στην Οφηλία προκαλούν αμηχανία στους θαυμαστές του, αλλά αυτό είναι επόμενο – οι ερωτικές επιστολές απευθύνονταν στην ερωμένη του ποιητή και όχι στον αδιάκριτο, φιλοπερίεργο και άσχετο αναγνώστη…).  Πως θα μπορούσαν να σταθούν σε αξιοπρεπές ύψος όλοι οι άλλοι που η φύση δεν τους προίκισε με λεξιπλαστική δεινότητα;

Ο γραπτός λόγος όμως δεν κατέχεται μόνο από πρόθεση επικοινωνίας. Έχει κάποιες φορές και αισθητική αξίωση. Μέσα σε αυτόν τον συρφετό λέξεων, φράσεων, κειμένων που κατακλύζουν το διαδίκτυο, είναι αναμενόμενο να έχουμε και οιονεί λογοτεχνικά κείμενα – συνήθως μικρής έκτασης, ποιήματα ή διηγήματα. Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί με τη σειρά του έναν άλλο κύκλο αλυσιδωτών αντιδράσεων. Αφού γράφουμε, θα πρέπει να ξέρουμε πως γράφουμε, γιατί γράφουμε και ποια εργαλεία χρησιμοποιούμε για να γράφουμε. Μαζί με την παγκόσμια αύξηση και διάδοση του λογοτεχνικού κειμένου στο διαδίκτυο λοιπόν, καταφθάνουν και οι ειδικοί (κάτι σοφά ερπετά – όπως θα έλεγε ο Σκαρίμπας): αυτοί που διδάσκουν δημιουργική γραφή ή συντάσσουν περισπούδαστους οδηγούς λογοτεχνίας. Ενός κακού μύρια έπονται.

Πολλούς ανθρώπους απασχολεί το εύλογο ερώτημα αν διδάσκεται όντως το γράψιμο. Ή, εφόσον μιλάμε βεβαίως για μια τόσο πολυποίκιλη και πολυδιάστατη δραστηριότητα της ανθρώπινης έκφρασης, τι από τα συστατικά του στοιχεία, ποιο από τα χαρακτηριστικά του μπορεί να γίνει αντικείμενο διδαχής. Με μια πρόχειρη εξέταση θα λέγαμε ότι μπορούν να διδαχθούν οι κανόνες, οι κώδικες της τέχνης, τα επιτεύγματα των προγενέστερων, τα παραδείγματα. Ενδεχομένως το ύφος, ο τόνος, το στυλ, πάλι μέσα από παραδείγματα και ασκήσεις γραφής. Αλλά αν προχωρήσουμε και άλλο σε αυτή την παράξενη ενδοχώρα οι βεβαιότητες ελαττώνονται αισθητά. Άραγε διδάσκεται η έμπνευση, η ευρυμάθεια, η οξύνοια, η παρατηρητικότητα; Και πόσο μάλλον η διαίσθηση, η ενόραση, η επίγνωση; Μάλλον θα πρέπει να απαντήσουμε με περίσκεψη, αν όχι εντελώς αρνητικά. Εντούτοις όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία, που μπορεί να βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση, μέσα στο μυαλό του μαθητευόμενου συγγραφέα, γίνεται να οξυνθούν, να ενταθούν, να ανέλθουν σε κάποιο ανώτερο επίπεδο. Αυτό θα συμβεί όχι με την αρωγή κάποιας συγκεκριμένης μεθοδολογίας, κάποιου είδους διδακτικής, αλλά μέσα από τις πολύπλαγκτους ατραπούς της ίδιας της ζωής. Ο βίος είναι που τα διδάσκει όλα τούτα και συντελεί στην αφύπνιση και ανάπτυξή τους ή αντίθετα στον αφιονισμό και στον λήθαργό τους.

Μιλάμε λοιπόν για μια διαδικασία διδαχής που ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια και στην ουσία δεν σταματά ποτέ. Το “μάθημα» απαρτίζεται από μια πληθώρα ερεθισμάτων, εμπειριών, βιολογικών δεδομένων, τραυμάτων, φαντασιώσεων, αναμνήσεων, προσδοκιών. Τα βιβλία που πρέπει να μελετήσει κανείς είναι εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες – όσα μπορεί να διαβάσει στον πεπερασμένο βίο του. Η πνευματική εξέλιξη που αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο του “μαθήματος”, είναι βραδεία, κάποτε εξαντλητική και προπάντων ασταμάτητη. Υπάρχουν δάσκαλοι σε αυτή την πορεία; Βεβαίως. Παντού μπορεί να βρεθεί το πρόσωπο ενός μεγάλου δασκάλου: σε παλιούς ή σύγχρονους σημαντικούς συγγραφείς ή σε ανθρώπους που προέρχονται από άλλες πλευρές του καλλιτεχνικού και διανοητικού spectrum, μουσικούς, φιλοσόφους, ζωγράφους κτλ. Τέλος, μεγάλοι δάσκαλοι για έναν λογοτέχνη μπορούν να αναζητηθούν και να βρεθούν ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους, τους άσχετους και άτρωτους από το σαράκι της συντεχνίας.

Αλλά ας επιστρέψουμε σε αυτό, που όπως είπαμε, μπορεί να διδαχτεί, μέσα από ένα βιβλίο ή από ένα μάθημα λογοτεχνίας. Θεωρητικά κάθε είδος του γραπτού λόγου έχει τους δικούς του κανόνες και υπόκειται στους δικούς του νόμους. Αυτό ομολογουμένως έχει αρχίσει να αλλάζει στις μέρες μας, με αποτέλεσμα να μας βασανίζουν αναπάντεχες αισθητικές παραδοξότητες, ευτράπελα και ανησυχητικά φαινόμενα. Κραυγαλέο παράδειγμα η σύγχρονη ποίηση. Η βασίλισσα των τεχνών φαίνεται ότι, στις μέρες μας, δεν διέπεται από κανέναν ιδιαίτερο κανόνα και περιδινείται στους ρυθμούς της απόλυτης ασυδοσίας. Ο Παντελής Μπουκάλας, ο Νάσος Βαγενάς και φυσικά ο Κώστας Κουτσουρέλης έχουν εκφράσει πολύ εύγλωττα τον προβληματισμό τους για την ρότα της σύγχρονης ποίησης, για τα τραγικά αδιέξοδά της και για την ανάγκη επαναξιολόγησης αισθητικών ρευμάτων, την χρεία επανεστίασης σε ζητήματα ποιητικής μορφολογίας κτλ. Ο φιλέρευνος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα σχετικά γραπτά τους.

Σε κάποια είδη γραπτού λόγου οι κανόνες είναι σαφέστατοι, ακριβέστατοι και αυστηρότατοι. Η παραβίαση ή, ακόμα χειρότερα, η αθέτησή τους καθιστά το ίδιο το έργο ανυπόστατο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα –που βρίσκεται από κάθε άποψη στον αντίποδα της ποιητικής δημιουργίας– η συγγραφή ενός σεναρίου τηλεοπτικού ή κινηματογραφικού. Εκεί οι συγγραφείς όχι μόνο δεν τολμούν να παρακάμψουν τους δοσμένους κανόνες, αλλά αντιθέτως νιώθουν ευγνωμοσύνη για την ύπαρξή τους και τους τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια και δέος. Δεν είναι τυχαίο από την άλλη ότι όσο πιο εύκολο είναι να καταπιαστείς με κάποιο είδος του γραπτού λόγου, τόσο λιγότεροι είναι οι κανόνες που το διέπουν. Θα τολμήσω να κάνω εδώ μια φαινομενικώς αυθαίρετη κατάταξη που καθιστά πιο ευκρινές το όλο ζήτημα.

Σε σχέση με τα άλλα είδη το πιο εύκολο είναι λοιπόν να γράφει κανείς άρθρα και δοκίμια. Αυτά υπόκεινται πραγματικά σε ελάχιστους τεχνικούς κανόνες. Λιγότερο εύκολο είναι να γράψει κανείς ποιήματα ή διηγήματα. Αυτό το λέω με κάποια επιφύλαξη γιατί αν κρίνει κανείς από την σύγχρονη ποιητική παραγωγή με την προχειρολογία της, την παντελή έλλειψη τεχνικής, την πεζότητα και την ευήθειά της, ίσως θα πρέπει να γίνει μια ανακατάταξη σε αυτή την αυτοσχέδια ιεράρχηση και να μπει πρώτη στην λίστα μας η ποίηση, πριν το δοκίμιο και το άρθρο. Όσο προχωρούμε όμως στην θέσπιση κανόνων η δουλειά δυσκολεύει (αλλά ταυτοχρόνως, κατά έναν περίεργο τρόπο, ευκολύνεται – αυτό μπορούν να το διαβεβαιώσουν όσοι ασχολούνται με κάτι σχετικό…). Είναι πιο δύσκολο λοιπόν να γράφεις διηγήματα, ακόμα δυσκολότερο να καταπιαστείς με το μυθιστόρημα και πολύ δυσκολότερο να ενδιατρίψεις στο σενάριο ή στο θεατρικό κείμενο.

Το πρόβλημα του γράφειν είναι σύνθετο και απαιτεί επιμέρους αντιμετώπιση. Πολλές φορές μας προσφέρονται απαντήσεις μέσα από τα κάθε λογής εγχειρίδια συγγραφής ή από τα συμπαρομαρτούντα τους, τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, αλλά αυτές δεν είναι πάντοτε επαρκείς. Πόσο μάλλον όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με φαιδρότητες. Πολλοί από τους δασκάλους, τους γκουρού της δημιουργικής γραφής (ειδικά στην Ελλάδα) είναι μειράκια, με ελάχιστη λογοτεχνική εμπειρία, ανύπαρκτο έργο και πλημμελείς σπουδές. Είναι κατανοητό η οικονομική κρίση να ωθεί το ελληνικό δαιμόνιο στα όριά του και να εξαναγκάζει πολλούς φερέλπιδες λογοτέχνες να παριστάνουν τους δασκάλους λογοτεχνίας. Και ίσως αυτό είναι, κατά μία έννοια, προτιμότερο από το να ξοδιάζουν το επιχειρηματικό τους ταλέντο στο άνοιγμα σουβλατζίδικων ή καφετεριών. Αλλά τι φταίει το αναγνωστικό κοινό και οι μαθητευόμενοι συγγραφείς που τους εμπιστεύονται;

Αν κοιτάξουμε όμως και προς τα έξω, στα βιβλία που έρχονται από ξένες χώρες, τα αποτελέσματα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. Και αυτή δεν είναι μόνο δική μας εντύπωση. Η γνωστή διατριβή του Στήβεν Κινγκ On Writing, η οποία θεωρείται από πολλούς εγκυρότατο (!) και χρησιμότατο (!!) εγχειρίδιο συγγραφής, ξεκινάει, ούτε λίγο ούτε πολύ, με τον αφορισμό “All the books about literature are full of bullshit”. Δεν θα είχαμε σοβαρές ενστάσεις απέναντι σε αυτή την κρίση αν ρίχναμε μια ματιά στην πλειονότητα των εγχειριδίων συγγραφής που παράγονται σωρηδόν στην πατρίδα του κυρίου Κινγκ. Πολλά από αυτά είναι γραμμένα στο στυλ βιβλίων αυτοβελτίωσης, πρόχειρης ψυχολογικής ενίσχυσης ή βιβλίων που κινητοποιούν την επιχειρηματικότητα (Πως να γίνετε εκατομμυριούχος, Πως να γράψετε ένα μπεστ-σέλλερ, Ανακάλυψε την δύναμη που έχεις μέσα σου κτλ., κτλ). Αλλά και στην Ευρώπη αν στρέψουμε το βλέμμα μας, μας περιμένει μια κάποια απογοήτευση. Αν εξαιρέσουμε τα Γράμματα σε έναν Νέο ποιητή, στο οποίο κάνουμε ειδική μνεία εξαιτίας του βάρους που φέρει ο συγγραφέας του, δεν θα βρούμε πολλά αξιόλογα βιβλία ανάλογου περιεχομένου. Γιατί όμως –πέρα από τις εξαιρέσεις– όποιος αποπειράται να ποδηγετήσει, να νουθετήσει, να συμβουλεύσει τους νέους συγγραφείς αποτυγχάνει παταγωδώς; Γιατί τόσα περισπούδαστα έργα, τόσες μελέτες, τόση κατάθεση προσωπικής εμπειρίας και καταστάλαγμα σοφίας αποδεικνύεται “full of bullshit”; Διότι ο υποκειμενικός παράγοντας που είναι καταλύτης σε κάθε έργο γνωμοδοσίας, διαθλάται και κατακερματίζεται σε μικρά κομμάτια απέναντι σε κάτι τόσο πολυθεματικό όσο είναι η αφηγηματική τέχνη. Και εδώ έρχεται πάλι η ασφαλιστική δικλείδα της τεχνικής. Αυτή είναι που μετουσιώνει πολλές φορές το χάος σε δημιουργία. Αυτή δίνει σχήμα, μορφή, πλαίσιο, επικοινωνήσιμο φορτίο στις ασύνταχτες ώσεις του ασυνειδήτου.

Αλλά και πάλι το πρόβλημα δεν λύνεται με μονόπλευρες ρυθμίσεις. Ακόμα και αν φύγουμε από το ακανθώδες και ασταθές έδαφος της λογοτεχνίας και αναζητήσουμε εγχειρίδια συμβουλευτικά για άλλα είδη του λόγου, θα διαπιστώσουμε ότι ακόμα και εκεί τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Πρόχειρο παράδειγμα η μάλλον ανιαρή πραγματεία του Ουμπέρτο Έκο Πως γίνεται μια διπλωματική εργασία, που από τον τίτλο κιόλας δεν μας προϊδεάζει για κάτι συναρπαστικό. Εδώ το υπό εξέταση ζήτημα είναι καθαρά τεχνικό, πράγμα που –εκ του θέματος– αποτρέπει πλατειασμούς και περιττολογίες. Παρ’ όλα αυτά, το έργο διαβάζεται όχι χωρίς κάποια έντονη αίσθηση δυσανεξίας. Η όλη διαπραγμάτευση είναι τόσο τεχνική και ξερή που δεν κρατά με τίποτα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ούτε καν του φοιτητή που υποτίθεται πως επωφελείται πρακτικά από την ανάγνωση του τομιδίου.

Μέσα στην ομιχλώδη επικράτεια των εγχειριδίων συγγραφής όμως υπάρχει κι ένα αναπάντεχα φωτεινό ξέφωτο. Αυτό απαρτίζεται αποκλειστικά από συμβουλευτικά βιβλία που αφορούν την ταπεινή τέχνη του σεναρίου. Νομιμοποιούμαστε να την χαρακτηρίσουμε “ταπεινή τέχνη” γιατί, ως γνωστόν δεν έχει λογοτεχνικές αξιώσεις. Ο σεναριογράφος δεν θεωρείται συγγραφέας (στην Ελλάδα βασικά και στην Ευρώπη γενικότερα – αυτό δεν ισχύει στην Αμερική). Δεν διαθέτει το κύρος και την αίγλη του συγγραφέα (αν και, εφόσον είναι επιτυχημένος, μπορεί να βγάζει πολύ περισσότερα χρήματα – και αυτός είναι βέβαια ένας λόγος να υπολείπεται σε πνευματικό πρεστίζ και εκτόπισμα έναντι του κανονικού συγγραφέα!). Ο σεναριογράφος δεν θεωρείται πνευματικός ταγός, δεν είναι saggio, δεν περνιέται για διανοούμενος. Άραγε αυτοί οι τίτλοι και οι περγαμηνές είναι αυτονόητες για έναν συμβατικό συγγραφέα; Σίγουρα όχι. Αλλά ο συμβατικός συγγραφέας μπορεί να τα διεκδικήσει (άσχετα από την όποια αξία του έργου του) χωρίς να προκαλέσει την κατακραυγή της κοινωνίας, παρά μόνο ίσως την θυμηδία της. Η εξύφανση ενός σεναρίου απαιτεί μαστοριά, τεχνογνωσία, υπομονή, μεράκι, έμπνευση, φαντασία, γνώση της ανθρώπινης κατάστασης, ευαισθησία. Αν εξαιρέσουμε τα δύο πρώτα (μαστοριά – τεχνογνωσία) τα ίδια ισχύουν, χοντρικά,  και για τα υπόλοιπα είδη του λόγου. Αλλά αυτό είναι και το σημείο που ξεχωρίζει το σενάριο από τα υπόλοιπα είδη: η πρωτοκαθεδρία της τεχνικής.

Υπάρχουν εξαίσια αναγνώσματα στον τομέα του σεναρίου που η μελέτη τους θα μπορούσε να αποδειχτεί τρομερά χρήσιμη για όλους τους γραφιάδες. Ένα τέτοιο είναι το Story: substance, structure, style and the principles of screenwriting του Robert Mckee (αλήθεια, γιατί δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά;). Σε αυτή τη διατριβή ο ΜακΚή βυθίζεται στα απύθμενα ερέβη της αφηγηματικής τέχνης και επιχειρεί να φωτίσει κάποιες συμπαντικές αρχές που την διέπουν. Το καταφέρνει με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Άλλο ενδιαφέρον βιβλίο είναι το Save the Cat του Blake Snyder. Αυτό δεν πειράζει που δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στην γλώσσα μας – δεν είναι τόσο επιδραστικό όσο το βιβλίο του ΜακΚή! Η ανάγνωσή του όμως πέρα από την ευφορία που προκαλεί, μπορεί να αποτελέσει και έναυσμα για πρωτόγνωρες αφηγηματικές εμπνεύσεις. Τέλος να αναφέρω το εμβληματικό To Σενάριο του Syd Field (ναι, αυτό έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) που θεωρείται γενικά η «βίβλος» των εγχειριδίων σεναριογραφίας.

Από όλα τα εγχειρίδια συγγραφής, προτιμούμε καταφανώς αυτά που αναφέρονται στο σενάριο. Και, όπως είπαμε, αυτό δεν είναι τυχαίο. Εκ των πραγμάτων τα βιβλία αυτά δεν μπορούν να πελαγοδρομούν. Το αντικείμενο το οποίο εξετάζουν, οριοθετείται από πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Οι γενικολογίες δεν χωράνε εκεί. Σίγουρα ανάμεσα τους υπάρχουν ένα σωρό ανούσιες πραγματείες που έχουν συσταθεί με τη λογική της συνταγογράφησης και υποπίπτουν στο αμάρτημα της εργαλειοποίησης της δομής (είναι όντως ελάττωμα αυτό;). Όμως υπάρχουν άλλα τόσα που κομίζουν σημαντικές διδαχές στην αναζήτηση αυτού του Ιερού Γκράαλ, στο αιώνιο κυνήγι της αφηγηματικής αρτιότητας.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

Το τέρμα της αλυσίδας

%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81

 ~  .  ~

Η ιστορία των βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη τα τελευταία χρόνια είναι, θα ‘λεγε κανείς, η ιστορία της ελληνικής κρίσης σε μικρογραφία.

Ένα βαρύ, παραδοσιακό όνομα που ανατρέχει στον λήγοντα 19ο αιώνα· μια αλόγιστη επέκταση τα χρόνια της δανειοδίαιτης μέθης, όταν οι όρνιθες έμοιαζαν χρυσοτόκες και τετράπαχες· η δημιουργία μιας φούσκας που, με όσα εμπορικά ήθη τη συνόδευσαν, προκάλεσε κακό στον κλάδο· και η πικρή, θορυβώδης κατάρρευση αμέσως μετά.

Τώρα, που το τελευταίο βιβλιοπωλείο της αλυσίδας κλείνει και επισήμως, από τους υπευθύνους θα περίμενε κανείς δυο λόγια αυτοκριτικά. Αν όχι έναν απολογισμό των λαθών, τουλάχιστον μια φράση συμπαράστασης για όλους εκείνους που η δική τους πτώση συμπαρέσυρε: εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους, συνοικιακούς και επαρχιακούς βιβλιοπώλες που επλήγησαν από τον επιθετικό και άνισο ανταγωνισμό, εκδότες και συνεργάτες που έμειναν απλήρωτοι.

Αντ’ αυτού (πόσο θλιβερό για έναν θεσμό της ελληνικής παιδείας…), διαβάζουμε αγγλικούρες και σλόγκαν απ’ αυτά που κάνουν μεταφραστές και διαφημιστές να τραβούν τα μαλλιά τους: «Έξω απ’ το κουτί» (… out of the box!), «Το περιτύλιγμα αλλάζει – το προϊόν παραμένει», «The next chapter beginns!»…

Κρίμα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Καταγγελία λογοκλοπής

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
 
Έχουμε παρακολουθήσει τη δουλειά που έχετε κάνει στα δύο πρώτα τεύχη σας πάνω στο ζήτημα της κατάδειξης των λογοκλεπτικών τάσεων κομματιού της νεοελληνικής διανόησης και μιας και πέσαμε κι εμείς θύματα τέτοιων κρουσμάτων πριν κάποιον καιρό, σας προωθούμε το σχετικό υλικό. Σκεφτήκαμε πως, μιας και θίγετε το ζήτημα και στο τρίτο σας τεύχος, έστω εν είδει ενημερωτικού υστερογράφου, ενδεχομένως να σας ενδιέφερε η περίπτωση αυτή, ακόμα κι αν αφορά δοκιμιακό κι όχι λογοτεχνικό λόγο και ο ένοχος υπήρξε δημοσιογράφος κι όχι λογοτέχνης. Σε κάθε περίπτωση, σας επισυνάπτουμε το λινκ με την περιγραφή-καταγγελία του φαινομένου στα πλαίσια του πολύ χρήσιμου παρατηρητηρίου λογοκλοπής που έχετε συστήσει. Στα σχόλια του ποστ μπορείτε να δείτε την απάντηση του κατηγορουμένου όπως και τη δική μας, τελική, ανταπάντηση:
 
 
Φιλικά,
Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία / περιοδικό Πρόταγμα