Συνομιλώντας με τον… Σαμ!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Συνομιλώντας με τον… Σαμ!

Στο Παρίσι, το 1979 ή το ’80, Απρίλης νομίζω, περνώντας από τον κήπο του Λουξεμβούργου βλέπω σ’ ένα παγκάκι τον Κώστα, έναν γνωστό μου αρχιτέκτονα, αφοσιωμένο σε σοβαρή συζήτηση με τον Σάμουελ Μπέκετ. Κοντοστέκομαι σε διακριτική απόσταση, παρατηρώ καλύτερα. Το σουλούπι, η σκληρή βούρτσα στο κρανίο, το πυκνό δίκτυο των ρυτίδων, μοναδικό σαν δακτυλικό αποτύπωμα, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία: Είναι ο Μπέκετ! Μία ώρα αργότερα, περισσότερο ίσως, διαπιστώνω ξαναπερνώντας από τον κήπο ότι το σκηνικό δεν έχει αλλάξει. Η περιέργεια με τρώει γιατί ο Κώστας, από το λίγο που τον ήξερα, δεν είχε λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Έτσι, όταν δυό μέρες μετά τον πετυχαίνω στην μπρασερί Λιπ, τον αποπαίρνω:

—Καλά, γνωρίζεις τον Μπέκετ και το κρατάς κρυφό;

—Ποιόν Μπέκετ; με κοιτάζει απορημένος.

—Μη κάνεις το χαζό τώρα, αφού σας είδα προχθές στον κήπο του Λουξεμβούργου, κοντά στην προτομή του Μυρζέ.

—Για τον ξερακιανό λες; Έκατσα δίπλα του γιατί κρατούσε την Εκίπ, με τα αθλητικά ξέρεις, του ζήτησα να ρίξω μια ματιά και πιάσαμε την κουβέντα.

—Για το θέατρο τίποτε;

—Ε, όχι… για ποδοσφαιρικά μιλούσαμε.

—Με τον Μπέκετ, επιμένω.

—Δεν ξέρω, Σαμ μου είπε, ωραίος τύπος.

Τον κοιτάζω εξεταστικά, πείθομαι, είναι ειλικρινής, τον χτυπάω στο ώμο:

—Και σύ, ρε Κώστα, είσαι πολύ ωραίος τύπος!

///

Γαργαλιστικές αφηγήσεις

Άλλοτε καλλιτέχνες και συγγραφείς κρίνονταν από τη φλόγα των εμπνεύσεών τους, σήμερα γίνονται γνωστοί από τις ανταύγειές της στον ιδιωτικό τους βίο. Το έργο υποβιβάζεται σε παράρτημα της οξείας βιογραφικής υστερίας και ο δημιουργός σταδιοδρομεί ως ήρωας μίας ηθογραφίζουσας μυθολογίας. Ο αναγνώστης παραμερίζεται από το λαγωνικό που χωρίς να φυλλομετρήσει ένα βιβλίο του Μπαλζάκ, έχει μυρίσει αθροιστικά τους καθημερινούς του καφέδες, ο φιλόμουσος από τον ωτακουστή που αντί για την φούγκα ασχολείται με το πως ο Μπαχ επέβαλε στο παιδομάνι του σπιτιού του τη μούγκα, ο φιλότεχνος από τον κοσμικό που αγνοεί την πινελιά του Μπουζιάνη αλλά σου δείχνει τι φάρμακα έπαιρνε ο καημένος για να γιάνει. Ο θαυμαστής που αντικατέστησε τον γνώστη λαχταρά τα προνόμια του έμπιστου υπηρέτη: κατοπτεύει την κρεβατοκάμαρα από τις γρίλιες των λαϊκών περιοδικών, τρυπώνει σε συρτάρια ανέκδοτων ημερολογίων και κρυφακούει ένοχα μυστικά πίσω από τον θρασεμένο θάμνο διαδόσεων και ψιθυρισμών. Στον ξεπεσμό του πλευρίζει δημοσιογράφους του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ ψαρεύοντας γαργαλιστικές αφηγήσεις, δωροδοκεί φωτογράφους για μία αποκλειστική πόζα του ινδάλματός του. Διατροφικές συνήθειες και σεξουαλικές προτιμήσεις, ενδυματικές επιλογές και παραθεριστικές εμφανίσεις εξάπτουν την ηδονοβλεπτική φαντασία καταργώντας, με συνέπειες προφανείς, την απόσταση υψηλής δημιουργίας και καθημερινής σκηνής. (περισσότερα…)

«Τὸν γάμο πὲς τὸν σκοτεινό»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 3 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Σίμου Μενάρδου

Η πιο γνωστή και ευχερώς κυκλοφορούσα (και διαδικτυακώς πλέον) μετάφραση του επύλλιου του Μουσαίου, δικαίως και παναξίως παραμένει αυτή του Σίμου Μενάρδου. Ο κυπριακής καταγωγής Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στην Οξφόρδη και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ου μην και στο King’s College και το Cambridge, όπου δίδαξε για ένα έτος νεοελληνική ποίηση, και ακαδημαϊκός, πέραν της εμβριθούς φιλολογικής και λογοτεχνικής του κατάρτισης («από του Ομήρου μέχρι του Παλαμά») επέδειξε κι ένα ιδιαίτερο τάλαντο ξεχωριστής ποιητικής ευαισθησίας και δημιουργικότητας. Πέραν των όσων προσωπικών ποιητικών έργων κατέλιπε, μας άφησε τον Στέφανο (Ι. Σιδέρης, 1924), τις μεταφράσεις αρχαίας και ύστερης ―λυρικής επί το πλείστον― ελληνικής ποίησης, και μάλιστα δυσμετάφραστων τμημάτων, που σώζονται κυρίως αποσπασματικά, όπως είχε επισημάνει ο Συκουτρής. Για το έργο του αυτό επαινέθηκε όχι μόνο από τον Συκουτρή, αλλά και από τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής του. Το έργο παρουσίασαν εγκωμιαστικά ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Σκίπης, ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς μεταξύ άλλων. Ευκαιρίας δοθείσης, θα ήθελα να εκφράσω εδώ τη βαθύτατη λύπη μου που δεν ευοδώθηκε ο αρχικός σχεδιασμός του να κυκλοφορήσει και δεύτερο τόμο των μεταφράσεών του που όπως είχε προαναγγελθεί περιλάμβανε εκλογές «εκατόν ποιητών και ποιημάτων από τη χιλιετή ελληνοχριστιανικήν αυτοκρατορίαν». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τουλάχιστον η γνώση και η επαφή ενός ευρέος κοινού (ου μην και ποιητών φευ, μα και διανοουμένων) θα είχε ζωογόνα εμπλουτιστεί με μία ακόμη σχεδόν άγνωστη κι απροσπέλαστη χιλιόχρονη ελληνική ποιητική παράδοση.

Την μετάφραση του Μουσαίου πρωτοδημοσίευσε σε δύο μερικά αποσπάσματα, το πρώτο στα Παναθήναια, έτος Δ΄. τχ. 78 (31 Δεκ. 1903), σ. 166-169, και το δεύτερο στο περιοδικό Ακρίτας, έτος Β΄, τ. Γ΄, τχ. 22-23 (Ιούν.-Ιούλ. 1905), σ. 140-143. Η πρώτη σύνολη και αυτοτελής έκδοση της μετάφρασης του έργου του Μουσαίου έγινε το 1911 (εκδ. Φέξης). Είναι ενδεικτικό για τον τρόπο και τον χαρακτήρα της εργασίας του τα όσα διαλαμβάνονται στο εισαγωγικό σημείωμά του:

«Το ύφος ενθυμίζει κάπου τα κρητικά και κυπριώτικα τραγούδια· αλλά ο σημερινός στιχουργός νομίζει ότι έπρεπε κάπως να μιμηθή τα παλαιά δημοτικά μας έπη, αφ’ ου και ο ποιητής εμιμήθη τόσον πολύ τα ομηρικά. Εχρειάζετο κάποιος τρόπος ανάλογος, δια ν’ αποδοθή οπωσδήποτε η τέχνη του Μουσαίου».

Εκδόθηκε ξανά μαζί με το σύνολο των μεταφράσεών του της αρχαίας και ύστερης ελληνικής ποίησης το 1924 (εκδ. Ι. Σιδέρης) και πάλι το 1971 (εκδ. Δίφρος). Η αξιοθαύμαστη και ποιητικότατη γλωσσική μετάπλαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης στη νεώτερη δημιοτκή γλώσσα αξιώθηκε και την ποιητική της εξύμνιση από τον Κωστή Παλαμά, που θαυμαστικά τον αναφέρει ως μεταφραστή και του Ομήρου και του Μουσαίου:

Στὸ Σίμο Μενάρδο

Καὶ τοῦ Ὁμήρου φωνὴ καὶ τοῦ Μουσαίου!
Ποίημα καινούριο ὁ στίχος σου τὴν κάνει,
καὶ τοῦ παρνασσικοῦ χοροῦ τοῦ ἀρχαίου
τοῦ φορεῖς δροσοστάλαχτο στεφάνι.

Τῆς τιμῆς τὸ χαιρέτισμα τὸ φέρνεις
καὶ στοῦ καιροῦ τοῦ νέου μας τὸ λυράρη,
καὶ τὴν καρδιά σου ἀδίσταχτα τὴ γέρνεις
φῶς ἱλαρὸ στοῦ ταπεινοῦ τὴ χάρη.

Στοὺς ποὺ ζοῦμε καιροὺς τί τάχα μένει
ποὺ νὰ στέκεται πιὸ ἄξιο στὴ ζωή;
Ποιός ξέρει! Μπορεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εὐφραίνει
τ’ ὄνειρο τῆς Πολύμνιας ἡ πνοή.

~•~

Όπως σημειώνει κι ο γιος του Μενάρδου Γεώργιος, που επιμελήθηκε την τελευταία μεταθάνατια έκδοση του Στεφάνου, ο Σίμος Μενάρδος «εδιόρθωνε αδιακόπως τα κείμενά του». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετάφραση του Μουσαίου, καθώς μια αντιβολή ήδη των πρώτων αποσπασματικών μεταφρασμάτων με την πρώτη αυτοτελή έκδοση και με την πρώτη έκδοση του Στεφάνου φανερώνει τις απανωτές διορθωτικές παρεμβάσεις του πατρός Μενάρδου. Οπότε, δικαίως θαρρώ πως υποχρεούμαστε εδώ να ακολουθήσουμε το κείμενο όπως μας παραδίδεται στην τελευταία, μεταθανάτια έκδοση του 1971, επειδή ακριβώς ενσωματώνει τις τελικές ―και σίγουρα τις πλέον κατασταλαγμένες― διορθώσεις και αλλαγές του μεταφραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μακρά εκδοτική πορεία τριών προηγούμενων δημοσιεύσεων. (περισσότερα…)

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)

Σαν το σκυλί ή Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Στο μυθιστόρημα Η Δίκη του Φραντς Κάφκα, ο ήρωας Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει γιατί, δικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί και καταδικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί. Σε όλη τη διάρκεια της δίωξής του προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το αόρατο δικαστήριο που διέταξε τη σύλληψή του και ποιο είναι το έγκλημα που διέπραξε. Στο τέλος, δυο μαυροντυμένοι άνδρες οδηγούν τον Γιόζεφ Κ. σε ένα λατομείο έξω από την πόλη και τον εκτελούν. «Σαν το σκυλί» είναι τα τελευταία λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα που αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους δολοφονείται χωρίς εξήγηση από μια εξουσία αόρατη, σκοτεινή, απάνθρωπη.

«Σαν τα σκυλιά» δολοφονούνται στις μέρες μας αναρίθμητοι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με όπλα ή με βόμβες, με εμβόλια ή με τρένα, πολύτιμα σώματα κάθε ηλικίας πέφτουν νεκρά, σκοτωμένα από ορατές και αόρατες εξουσίες. Νέοι άνθρωποι εξοντώνονται μαζικά αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα να πολεμούν για δικαιοσύνη και δικαίωση σε έναν κόσμο όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και η εξουσία απόλυτη, αδίστακτη, απεχθής και ικανή για τα πάντα: ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές και τους δικαστές σε δολοφόνους.

Ολόκληρο το έργο του Κάφκα (αινιγματικό και με πολλαπλές ερμηνείες) είναι εξαιρετικά επίκαιρο για τη φύση και τους μηχανισμούς του Νόμου μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των συστημάτων εξουσίας. Μπορούμε να έχουμε πίστη στο Νόμο και ειδικότερα στους φύλακές του; Και αν δεν μπορούμε, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;» (Γιουβενάλης).

Στις μέρες μας το παραπάνω ερώτημα αποκτά αγωνιώδεις διαστάσεις. Καθώς η λεγόμενη «δικτατορία της εκτελεστικής εξουσίας» τείνει να γίνει πρότυπο διακυβέρνησης και οι δικαστικές εξουσίες είναι ανήμπορες να διαφυλάξουν την τήρηση του Νόμου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο πολίτης στη λειτουργία της δικαιοσύνης και που αλλού να προσφύγει όταν οι ίδιοι οι φύλακες της έννομης τάξης γίνονται μαριονέτες στα χέρια πλουτοκρατών και τυράννων αφήνοντας κάθε λογής άνομα συμφέροντα και εγκληματικές οργανώσεις να γίνουν δομικό και ρυθμιστικό στοιχείο του συστήματος;

«Αν η εποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα το έγκλημα, είναι γιατί υπάρχει η αδιαφορία για τη ζωή, που χαρακτηρίζει τον μηδενισμό» έγραφε ο Καμύ στα μέσα του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας, αυτή η αδιαφορία για τη ζωή είναι διάχυτη. Ένας νέος μηδενισμός σαρώνει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας. Από την καθημερινή βία των ανηλίκων με ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις μέχρι τα τερατώδη εγκλήματα της εξουσίας, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής προκαλεί οργή και αμηχανία.

Οργισμένοι και αμήχανοι παρακολουθούμε σε καθημερινή βάση ένα φριχτό «ρεπερτόριο» τραγωδιών και εγκλημάτων. Με τι να εξοργιστείς περισσότερο; Με την ατιμωρησία και τη συγκάλυψη της μαζικής δολοφονίας 57 ανθρώπων στα τρένα του θανάτου; Με το ρεσιτάλ υποκρισίας των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας; Με τις χιλιάδες έρευνες και τις επίσημες ομολογίες για τα εμβόλια του κορωνοϊού που διαφήμισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις, η ιατρική κοινότητα και τα συστημικά ΜΜΕ λέγοντας διαρκώς ψέματα και εξαπατώντας έναν ολόκληρο λαό και έναν ολόκληρο πλανήτη; Με τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους νέων ανθρώπων που πέφτουν ξαφνικά και δεν ξανασηκώνονται; Ή με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που έχουν μολύνει όλα σχεδόν τα επίπεδα της κρατικής διοίκησης; Ανήμποροι και αμήχανοι, χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στους κρίσιμους θεσμούς του κράτους (δικαιοσύνη, υγεία, ασφάλεια) εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε αφηρημένες μεταφυσικές τιμωρίες και σε απελπισμένες ευχές: είθε η δικαιοσύνη της ζωής να συντρίψει της αδικίας το κεφάλι.

Όμως, «Απ’ τα τσακάλια, δε γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια» (Βάρναλης). Τα τσακάλια της εξουσίας, έχοντας επιβάλλει την αυτοεξαίρεσή τους από το Νόμο συνεχίζουν ακάθεκτα τις απρέπειες και τα εγκλήματά τους. (περισσότερα…)

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Παρασκευὴ 1 Μ

*

Ἡ Πρωτομαγιὰ

Πιάνω τὴν ἄνοιξη μὲ προσοχὴ καὶ τὴν ἀνοίγω:

Μὲ χτυπάει μιὰ ζέστη ἀραχνοΰφαντη
ἕνα μπλὲ ποὺ μυρίζει ἀνάσα πεταλούδας
οἱ ἀστερισμοὶ τῆς μαργαρίτας ὅλοι ἀλλὰ
καὶ μαζὶ πολλὰ σερνάμενα ἢ πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαῦρες, κάμπιες καὶ ἄλλα
τέρατα παρδαλὰ μὲ κεραῖες συρμάτινες
λέπια χρυσὰ λαμὲ καὶ πούλιες κόκκινες

Θά λεγες, ἕτοιμα ὅλα τους νὰ πᾶν
στὸ χορὸ τῶν μεταμφιεσμένων τοῦ Ἅδη.

Ἡμερολόγιο ἑνὸς ἀθέατου Ἀπριλίου, 1984

*

**

Με την τεχνητή νοημοσύνη να τυλίγει τον πλανήτη σαν ανακόντα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

ΡΑΚΕΝΔΥΤΗ ΧΛΙΔΗ

του Κώστα

Τώρα λουκούλλεια γεύματα. Τώρα πόδια χρυσά κι αυτά σε φαγοπότι. Τώρα κυρίες πανάκριβες, ξενύχτησαν προβάροντας μακιγιάζ. Τώρα κηροπήγια πολυτελή. Κι αυτός εκεί, της «δυτικής οφρύος», στη μέση πουκαμισιά τραπεζομάντηλο. Αγοράζει τα πάντα, κοροϊδεύει, ασχημονεί.

Ο κόπρος του Αυγείου περιφέρεται πλανητικά, επισκέπτεται τις «ανώτερες τάξεις», καταστρέφει νεαρά κορίτσια, διαβρώνει, τυφλώνει, εξοντώνει.

Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι έχουν, κανονίζουν τη ζωή ανθρώπων που ξέρουν ότι …δεν έχουν!

Μαζεμένο καρκατσουλιό. Μήπως εκδίκηση της γυφτιάς που τα θέλει όλα χρυσά; Μήπως ληστές λυμαίνονται τον πλανήτη κουστουμαρισμένοι; «Ονομάζομαι πάντα παίρνω» Και όλοι μας καρφωμένοι στο θέαμα, μαγνητισμένοι: Οι ηγέτες αιωρούμενοι, με τις γραβάτες στη θέση τους καταφεύγουν στον Οθωμανό. Τρελός χορός δισεκατομμυρίων. Ποιος παρακολουθεί τι;

Αλιβάνιστοι, ανταλλλάσσουν όπλα και νομίσματα, συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

Διώξε πέρα τις εικόνες.
Ψεύτικος ντουνιάς απλώθηκε σαν όλεθρος
Άνθρωποι καμωμένοι παρανάλωμα πυρός
Σφαγές ανομολόγητες.
Ύστερα θα αναλάβουν οι «πολιτισμένοι» εργολάβοι
Την ανοικοδόμηση.
Ω κέρδη, δεν σας ύμνησαν ακόμη!
Ολούθε κέρδητα.
Χρυσωμένο το χάπι περιφέρεται.
Θα σκάψουν τα έγκατα της γης
«Σπάνιες γαίες» λέγονται τώρα
Μα διόλου σπάνιος ο λυγμός
Πίσω απ’ τις βιτρίνες με τα είδωλα.
Κάτι έχει χαθεί, κάτι εξατμίστηκε
Το κενό σαν υδρατμός, σαν υγρασία
Διαποτίζει χώρες και λαούς.
Υπόγειοι συριγμοί
Κραδασμοί-σεισμοί
Μετρούν την ένταση, την απόσταση
Τα καταγράφουν όλα,
Μετρήσεις ακρίβειας.

Κι όσα δεν καταγράφονται;
Όσα δεν χωρούν στο μέτρημα;
Όσα μυστικά υπάρχουν;
Όσα τρέχουν λαχανιασμένα;
Όσα δε φτάνουν να γίνουν λόγος;
Όσα τα καταπίνει η σιωπή;

Διάφανα πλέγματα ζωής
Δεν ξέρουν τι είναι.
Η τρυφερότητα λυγμεί,
Ο στεναγμός κρυμμένος
Σπλάχνα πατρίδας άγνωστα
Οράματα νεκρά
Της Αλήθειας ο βωμός σβηστός.
Ειρήνη πού ’ναι η εκκλησιά σου;

Απλωμένα δίχτυα αγάπης
Ξεφτισμένα.
Κι εκείνη η αστερόεσσα νύχτα
Χαμένη και λησμονημένη.
Ποιο φως καρτερείς;

Να σταματάς πάνω στα πρόσωπα.

Φευγαλέες εικόνες.
Μισοσκότεινα
Ακούγονται οι κουβέντες
Αλλά τα πρόσωπα μισοφανέρωτα.
Όλος ο κόσμος έτσι, μισοφανέρωτος,
Φτιασιδωμένος,
Δέρμα που ολοφύρεται
Χωμένο στις κρέμες και τις πούδρες.

Ολόγυρα τα τροχοφόρα
Η βουή τους,
Μια ορισμένη φωτεινή συννεφιά
Των φαναριών τους
Καθώς τα βλέπεις στον καθρέφτη
Να τρέχουν να ξεφύγουν.

Δεδομένα και στερεότυπα σχήματα.
Πανευτυχείς διαφημιζόμενοι
Πολιτικολογίας συνέχεια
«Εκπεσόντες φόροι»
«Εκφυγόντα κέρδη».
Οι επίσημες διατυπώσεις.
Άνευρες. Στομφώδεις.
Θριαμβικές.
Αφασία.

*

*

Ο Αργυρός Αιώνας

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στα ελληνικά γράμματα, «Αργυρό Αιώνα» όπως οι Λατίνοι ή οι Ρώσσοι, μια δεύτερη περίοδο ακμής δηλαδή μετά την πρώτη, την απόλυτα και παραδειγματικά «κλασσική», δεν έχουμε. Αν πάντως κρίναμε χρήσιμο τον όρο, νομίζω ότι θα τον άξιζαν πλήρως οι συγγραφείς μας που πρωτοξεκίνησαν να γράφουν την περίοδο 1880-1940.

Πόσα ονόματα, και πόσα θαύματα, δεν περιλαμβάνει αυτή η «Εποχή της Ωριμότητας», όπως την αποκαλεί ο Στυλιανός Αλεξίου στο βιβλίο του Ελληνική λογοτεχνία (Στιγμή, 2010)… Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, Δροσίνης, Ψυχάρης, Θεοτόκης, Ξενόπουλος, Καρκαβίτσας, Μητσάκης, Βουτυράς, Καβάφης, Μαλακάσης, Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης, Πρεβελάκης, Άγρας, Δημαράς, Καρυωτάκης, Πολυδούρη, Σκαρίμπας, Καββαδίας, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Πολίτης, Μυριβήλης, Μπεράτης, Καραγάτσης, Βενέζης, Θεοτοκάς, Τερζάκης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Καρέλλη, Παπατσώνης, Βρεττάκος, Γκάτσος, Σαραντάρης, Καπετανάκης, Λορεντζάτος, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, δραματουργοί, κριτικοί, μεταφραστές, στοχαστές που υπογράφουν ίσως και το 70% των κορυφαίων κειμένων της νεώτερης λογοτεχνίας μας.

Εμπρός στον πλούτο, ποιοτικό και ποσοτικό, των έργων αυτής της περιόδου, νομίζω ότι ωχριά κάθε άλλη εποχή της λογοτεχνίας μας, αρχαίας, μέσης και σύγχρονης. Στην προαναφερθείσα μνημειώδη γραμματολογία του, ο Αλεξίου τούς αφιερώνει περίπου 80 σελίδες. Λίγο λιγότερες δηλαδή από τις σελίδες που αφιερώνει στους συγγραφείς του «χρυσού» 5ου αιώνα!

///

Η Goldman Sachs υπολόγισε ότι στις ΗΠΑ το 60% σχεδόν της κατανάλωσης γίνεται από το 10% των ευπορότερων. Πρακτικά αυτό σημαίνει το απλούστατο: σε ό,τι αφορά το ΑΕΠ, η εισοδηματική αναδιανομή προς τα πάνω συμφέρει. Συμφέρει δηλαδή να παίρνεις χρήματα από τους φτωχότερους (συμπιέζοντας τους μισθούς λ.χ. ή αυξάνοντας το κόστος της στέγης) και να τα μεταβιβάζεις στους πλουσιότερους, αφού έτσι τονώνεις καλύτερα την κατανάλωση, άρα την αύξηση του ΑΕΠ, άρα την πολυπόθητη «ανάπτυξη». (Κοντά το 70% του ΑΕΠ προκύπτει από την κατανάλωση.) Αφού το πλουσιότερο 10% κινεί την οικονομία, τι σε κόφτει για τους φτωχούς;

Φυσικά, και τα κυβερνητικά κόμματα ανά την Ευρώπη και την Αμερική σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Οι δείκτες μετρούν, οι αριθμοί να ευημερούν και ας δυστυχούν οι άνθρωποι. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος στη Γερμανία λ.χ. είναι σήμερα μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 1929, πριν το Μεγάλο Κραχ και την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Και ενώ η πραγματική οικονομία παρακμάζει (βλ. τη ραγδαία αποβιομηχάνιση της Ευρώπης λ.χ.), η εικονική οικονομία θάλλει όσο ποτέ. Οι μεγάλες υπεραξίες δημιουργούνται σήμερα από τις φούσκες, από την προσδοκία δηλαδή του αυριανού, καθ’ υπόθεσιν, κέρδους: τη φούσκα των μετοχών, τη φούσκα της τεχνολογίας, τη φούσκα των ακινήτων προπάντων. Η λαϊκή οικογένεια αγωνίζεται να πληρώσει το ενοίκιό της, ένα δυάρι στην Αττική κοστίζει όσο το 90% (!) του μέσου εισοδήματος ενός εργαζομένου, όμως αυτός ο βρόχος που πνίγει τους πολλούς, για τους κυβερνώντες και τα διεστραμμένα τους μαθηματικά μεταφράζεται σε διόγκωση του ΑΕΠ, τουτέστιν σε «ανάπτυξη»! Και για τους ραντιέρηδες, τους αετονύχηδες, τους χρηματοκαρχαρίες και τα funds, σε χρυσοφόρες «επενδύσεις».

///

Το ηλιοκυκλοθεώρημαν, το ολοέκλαμπρόν της,
το χαριτοερωτόμορφον, το εξαίρετον και ωραίον!

«Φλώριος και Πλατζιαφλώρα»
(14ος-15ος αι.)

///

Ακόμη μια «απόπειρα δολοφονίας», ακόμη ένας «μοναχικός λύκος», ακόμη μια φορά «άγνωστα κίνητρα»… «What is our life?», ρωτούσε σ’ ένα διάσημό του ποίημα τον 16ο αιώνα ο σερ Ουώλτερ Ράλι. Και απαντούσε ο ίδιος: «a short comedy». Πέντε αιώνες αργότερα, μοιάζει όλο και πιο πολύ με κακογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς, Στερνός λόγος

*

Σε μια γυναίκα

Ήρθε η στιγμή να σωπάσω και να πονέσω…
Δε θα ’ξερα ο ίδιος να σου πω από πού είμαι, ποιός μ’ έστειλ’ εδώ…
Υψωμένος και ταπεινωμένος, αθώος και τιμωρημένος.
GΟΕΤΗΕ, «Ilmenau»
Τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

~.~

Τα δυνατά σου χέρια τ’ άξια, τα κοσμικά,
χάρισμα πιο μεγάλο κι απ’ τα φτερά.

Τα δυνατά σου χέρια δε σέρνουν απαλά
τον ήχο από της άρπας τη μουσική καρδιά.

Τα δυνατά σου χέρια λουλούδια δεν κρατάν
κι ολόλιγνα στο ατλάζι τα ξόμπλια δεν κεντάν.

Τα δυνατά σου χέρια εκεί που θα σταθούν
σα φυλαχτά φυλάνε, σαν άρματα βοηθούν.

Και ξέρουνε και υφαίνουν το γνέμα τ’ αργαλειού
που θ’ αλαφροσκεπάσει τη γύμνια του κορμιού,

κι ύστερα το λευκαίνουν στην άκρη ενός γιαλού
με τη χαρά του ήλιου και με του τραγουδιού.

Τα χέρια σου ζωσμένα γύρω σε μια καρδιά
της γίνονται σκουτάρια και θώρακες αυτά.

Τα χέρια σου στην ώρα του θαλασσοδαρμού
γίνονται δυο δελφίνια χρυσά του λυτρωμού.

Τα χέρια σου κανίσκια βαστάν παρηγοριάς,
μ’ αυτά στηρίζεις, δίνεις, υψώνεις, ευλογάς.

Μ’ αυτά τα χέρια μού ήρθες μοιράζοντας εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί.

Κι απ’ τον αφρό της λίμνης της αρμυρής
πήξατε τ’ άσπρο αλάτι για μένα, ω χέρια εσείς.

Κι εκόψατε για μένα τους ώριμους καρπούς,
και φώτιζέ σας γέλιο που δεν το βάζει ο νους!

Το πήρα τ’ άσπρο αλάτι· μου τα ’δωκες εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί·

και στο τραπέζι απάνου, στρωμένο ευλογητό,
τ’ απίθωσα και σου είπα το λόγο: «Σ’ τα χρωστώ».

Κι ήταν ο λόγος μου άσπρο πουλί, πουλί ιερό
φερμένο από φωλίτσα χτισμένη σε ναό.

Κι ήταν ο νους μου μαύρου πουλιού τριγυρισμός,
της νυχτερίδας ταίρι, του κόρακα αδερφός.

Κι εκεί που με το λόγο σε χάιδευα, —τ’ ακούς;—
όρνιο καταραμένο πετούσε εμένα ο νους

σε πείσματα στριμμένων, ξενύχτια αμαρτωλών,
και σ’ όλα τα τραπέζια των πονηρών.

Κι ας με ρωτούσε κι όποιος για σένα ποιά είσαι, εγώ
κι ας υψωνόμουν ύμνος τις χάρες σου να πω! (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)