Ιθάκη και πιο πέρα

Th. Gericault, Le Radeau de la Meduse (1819).jpg

του ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ

Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη

 Πού πηγαίνουμε λοιπόν, ρωτάει ο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν –ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νοβάλις– τη μυστηριώδη γυναικεία μορφή που του φανερώθηκε δίπλα στον πανάρχαιο βράχο του δάσους, πού κατευθύνεται η πορεία μας;

«Πάντα προς το σπίτι», του απαντά η κοπέλα, οδηγώντας τον σε ένα πλατύ, φωτεινό ξέφωτο. Το ημιτελές, ατελείωτο μυθιστόρημα Heinrich von Ofterdingen, που ο νεαρός Νοβάλις γράφει την περίοδο 1799-1800, στο κατώφλι του τόσο πρόωρου θανάτου του (1801), παραμένει το αριστούργημα όχι μόνο της γερμανικής μα και της ευρωπαϊκής ρομαντικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα από εκείνα τα μεγαλειώδη έργα όπου η ποίηση συνοψίζει συμβολικά την ουσία της ζωής και του πολιτισμού.

Μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού, που βρίθει φιλοσοφικής αλληγορίας και παθιασμένου λυρισμού, το Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν είναι μια μεταφορική οδύσσεια του ανθρώπινου πνεύματος, το ταξίδι του άνδρα που αφήνει το πατρικό σπίτι για να ριψοκινδυνεύσει στον κόσμο, για να εκτεθεί σε λάθη, παγίδες και πτώσεις, αλλά τελικά επιστρέφει στο σπίτι, όπως ο Οδυσσέας, ώριμος και μεγάλος πια, πλούσιος από όλες τις εμπειρίες καθώς και από τα βάσανα που αντιμετώπισε στη μεγάλη διαδρομή, τα οποία η ατομικότητά του ξεπέρασε, συγχώνευσε και έκανε δικά της.

Μαθητής του Σίλλερ στην Ιένα και φίλος του Σλέγκελ στη Λειψία, ο Νοβάλις γνώρισε και συναναστράφηκε τους Φίχτε, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Σέλλινγκ, Τηκ και τους άλλους πρωταγωνιστές της πρώτης ρομαντικής γενιάς που θεμελίωνε –με μιαν ανεπανάληπτη σύνθεση φιλοσοφίας και ποίησης, η οποία κορυφώθηκε στην ιδεαλιστική σκέψη– μια καθολική και οργανική σύλληψη του κόσμου.

Για τον Νοβάλις, ο σύνδεσμος που ενώνει τις άπειρες εμφανίσεις του πολλαπλού σε μιαν ολότητα, που τη διέπει ένας μοναδικός νόμος, είναι η ποίηση, εννοούμενη όχι ως έργο ή συγκεκριμένη άσκηση αλλά ως εμμενές ποιητικό πνεύμα, διάχυτο στο πραγματικό, ουσιαστικά όμοιο με την ίδια την αναπνοή της καθολικής ζωής, από την άνθιση και τον μαρασμό των φυτών μέχρι την άνοδο και την πτώση των αυτοκρατοριών και την κρυσταλλοποίηση των ορυκτών.

~.~

Ποιητής είναι όποιος εναρμονίζει τον λόγο του με τον ρυθμό του καθολικού ποιητικού πνεύματος, ταυτιζόμενος με αυτό και ακολουθώντας τη ροή του, η οποία τον οδηγεί στο μυστικό όλων των μορφών και του γίγνεσθαι, σε μακρινές άγνωστες χώρες και σε απόμακρες εποχές, στον σκοτεινό παλμό της ζωής των ζώων και των φυτών, στις χιλιετείς γεωλογικές διαστρωματώσεις στα έγκατα της γης.

novalis.jpgΜια ποίηση εννοούμενη με τέτοιο τρόπο, εκτείνεται πάντα προς το άπειρο, πέρα από τις διακρίσεις και τα όρια των ολοκληρωμένων μορφών, οι οποίες ακυρώνονται στην αδιαφοροποίητη ερωτική αγκαλιά της νύχτας. Σε αυτήν αφιερώνει ο Νοβάλις τη φημισμένη ποιητική του συλλογή Ύμνοι στη νύχτα (1797-1800). Το σύμβολο της ποίησης είναι το γαλάζιο, χρώμα της απρόσιτης απόστασης και της διάφανης νοσταλγίας· συνεπώς, είναι επίσης το χρώμα του έρωτα (το γαλάζιο άνθος που, στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν, συμβολίζει την κορύφωση της ευτυχίας του Χάινριχ και της Ματίλντε) αλλά και του θανάτου, της αποσύνθεσης και της διάλυσης κάθε προσωρινής ατομικής μορφής, που περιορίζει το άπειρο.

Αιθέριος ώς το σημείο να τον διακρίνει μια ανησυχητική εύθραυστη φύση, συγκρατημένη από μια εσωτερική πυρετική φωτιά, αντιμετωπίζοντας συνειδητά τον θάνατο και ζώντας με τη λατρεία της αγαπημένης Σοφί που χάθηκε σε ηλικία δεκαπέντε ετών, ο Νοβάλις είναι ένας μεγαλειώδης ποιητής του θανάτου και της αρρώστιας, της ακατάλυτης και βασανιστικής συμβίωσης πνεύματος και σώματος, εσωτερικότητας και κοινωνίας, ιστορίας και φύσης, νόμου των πάντων και αναρχίας του ενός. Τα Αποσπάσματά του, όπως ορθά υπενθυμίζει ο γερμανιστής Τζόρτζιο Κουζατέλλι, είναι μια φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια άξια να τοποθετηθεί πλάι στον Χέγκελ.

Αυτή η εγκυκλοπαίδεια δεν μπορεί παρά να μείνει αποσπασματική, γιατί θέλει να αναπαραστήσει, με ρομαντικό τρόπο, το όλο και το άπειρο. Ακόμη και το Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν είναι κατ’ ανάγκην ημιτελές. Είναι η ιστορία ενός νέου, του Χάινριχ, που σχηματίζει και αναπτύσσει ολοκληρωτικά την προσωπικότητά του αντιμετωπίζοντας όλα όσα είναι διαφορετικά από αυτόν, την πολλαπλότητα της ζωής: φεύγει από τη γενέθλια πόλη, συναντά εμπόρους που του μιλούν για μακρινούς τόπους και αυλές φεουδαρχών, μέσα σε έναν ακαθόριστο και εκλεπτυσμένο Μεσαίωνα, μαθαίνει τα μυστικά των ορυκτών και της μυθικής Ανατολής, ανακαλύπτει τον έρωτα και τη μαγεία της ποίησης.

Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που απλώς σκιαγραφείται, όλα έπρεπε να ενοποιηθούν και να συμφιλιωθούν: Ανατολή και Δύση, κλασικισμός και παγανισμός, ζωή και θάνατος. Ο ίδιος ο χρόνος έπρεπε να καταργηθεί μέσα στο αιώνιο, στο σύγχρονο όλων των εποχών και του παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Οι ρομαντικοί αντέταξαν το πρότυπο του Χάινριχ –που θεμελιώνει την ανθρώπινη φύση του στην κεντρική αξία της ποίησης– στον Βίλχελμ Μάιστερ του Goethe, ο οποίος αντιθέτως φθάνει στην τέλεια ανθρώπινη φύση απαρνούμενος τα αχανή όνειρα της τέχνης και επιλέγοντας το όριο, την εργασία.

19575463920Ο Νοβάλις είναι βέβαια ένας από τους πατέρες της σύγχρονης λογοτεχνίας, και επειδή διαλύει τις μορφές: η ποίησή του είναι απόσπασμα και εγκυκλοπαίδεια, ενώνει την τάση για το απόλυτο με το ημιτελές, αναμιγνύει όχι μόνο όλα τα λογοτεχνικά είδη αλλά επίσης λογοτεχνία και επιστήμη, ποίηση και φιλοσοφία, λυρική ποίηση και πραγματεία, αγγελική αγνότητα και γοητεία του νοσηρού, τραγούδι τροβαδούρων και ορυκτολογία. Η δημιουργία του είναι πάντα ανοιχτή, εκτείνεται πέρα από κάθε κατακτημένο αποτέλεσμα, το οποίο δεν μπορεί παρά να την διαψεύσει σε σχέση με τον απρόσιτο σκοπό που αυτή προκαθορίζει.

Όμως, ο Νοβάλις είναι επίσης ο δημιουργός μιας ολότητας, ανθρώπινης και ποιητικής, την οποία μπορούμε μόνο να νοσταλγούμε, μα που δεν είναι πια δική μας. Στην αποσπασματική εγκυκλοπαίδειά του όλα είναι σωστά και όλα ταιριάζουν: στις ατελείωτες λεπτομέρειες του πολλαπλού το πνεύμα ξαναβρίσκει πάντα τον εαυτό του, το δημιουργικό εγώ αναγνωρίζει την αιώνια και αμετάβλητη ατομικότητά του, η οποία δημιουργεί μες στα σκόρπια θραύσματα το πραγματικό, που αυτό διευθετεί και συνθέτει.

Η φιλοσοφική σκέψη, γεννημένη από τον αθάνατο ωκεανό της φαντασίας, ξαναρέει μακαρίως –αφού εγκατέστησε τα ορθολογικά της σχίσματα ανάμεσα σε αυτήν και στον κόσμο– σε εκείνον τον αρχικό ποιητικό ωκεανό. Σε ένα παραμύθι του Νοβάλις, ο νεαρός Υάκινθος εγκαταλείπει την αγαπημένη του Ροδάνθη λόγω της ακατανίκητης ανάγκης να ανακαλύψει το μυστήριο της Ίσιδος, αλλά στο τέλος του μεγάλου οδοιπορικού του ανακαλύπτει ότι πίσω από το πέπλο της Ίσιδος υπάρχει ό,τι εγκατέλειψε, ο ανθός του ρόδου.

Ο Νοβάλις μάς αφηγείται όσα, με άλλη γλώσσα, μας αφηγήθηκε η δυτική σκέψη με τον Χέγκελ και τον Μαρξ: η διαλεκτική εξέλιξη τού εγώ που συναντά το άλλο για να το ξεπεράσει και να το ενσωματώσει μέσα του, η πορεία του υποκειμένου που μέσα από τις περιπέτειες γίνεται ακόμη πιο έντονα ο εαυτός του, πλούσιο από τις εμπειρίες και τις ετερότητες που έκανε δικές του. Στον Νοβάλις, όπως μετά από έναν αιώνα στον Μπλοχ, επιστρέφουμε στο σημείο προέλευσης, σε μια παιδική ηλικία εξαγνισμένη από τη συνείδηση του πνεύματος ή, για τον Μπλοχ, απελευθερωμένη και αυθεντική μέσω της επανάστασης.

Το πρόσωπο του ανθρώπου, όπως το πρόσωπο αυτής της παιδικής ηλικίας, είναι το πρόσωπο του αιώνια ανθρώπινου, του παντοτινού ανθρώπου. Ήδη ο Γκαίτε του δεύτερου Φάουστ βρίσκεται πέρα από αυτή την παρηγορητική καθολικότητα, γιατί στην παρωδιακή διάλυση των λογοτεχνικών μορφών προαισθάνεται το τέλος ή τη μεταμόρφωση του χιλιετούς ανθρώπινου προσώπου, την εξέλιξη μιας ανθρωπολογικής μετάλλαξης που μόνο ο Νίτσε θα διατυπώσει ανοιχτά.

~.~

Η οδύσσεια αυτού του νέου ανθρώπου, που ακόμη δεν έχει φθάσει και δεν κατανοείται πια με ουμανιστικά μέτρα, γράφτηκε από έναν ποιητή που επικαλείται ρητά τον Νοβάλις, δηλαδή τον Μούζιλ, οι ήρωες του οποίου προχωρούν σε μια ευθύγραμμη οδύσσεια χωρίς τέλος και επιστροφή, σε διαρκή εξέταση και πειραματισμό του κόσμου, ώστε μετατρέπονται διαρκώς σε άλλους και διαφορετικούς από τον εαυτό τους. Στον Νοβάλις αντιλαμβανόμαστε τον γλυκό και καθησυχαστικό κύκλο της ζωής που γυρνά και επιστρέφει για να σώσει και να επαναλάβει την αμετάβλητη τάξη της ύπαρξης, ακόμη και στον Οδυσσέα του Τζόυς, ίσως τον τελευταίο μεγάλο φύλακα της ουμανιστικής παράδοσης και του χιλιετούς ατομικού υποκειμένου.

Στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν υπάρχει μια καθολική ερωτική αντιστοιχία ανθρώπου και φύσης· υπάρχει σύνδεση και συνέχεια, υπάρχει η κυκλοφορία του ζωτικού χυμού, έτσι όπως στον Οδυσσέα υπάρχει η τρυφερή και βλεννώδης θαλπωρή της οιδιπόδειας επανάληψης, η συνέχεια της γέννησης και των απογόνων, της πατρικής και μητρικής αγάπης. Στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν το ατομικό υποκείμενο, κατά την περιπλάνησή του, αντικατοπτρίζεται και βρίσκεται παντού και αδιάκοπα· βυθίζεται στη ροή των πραγμάτων, η οποία του ψιθυρίζει το τραγούδι της αέναης ταυτότητάς του που ανακάλυψε. Ακόμη και η Ανατολή, που θα έπρεπε να συμβολίζει τη ριζική ετερότητα, αφομοιώνεται από τον Χάινριχ, δηλαδή από το δυτικό ποιητικό εγώ.

Ίσως η δική μας οδύσσεια σήμερα είναι άλλη, είναι ο αιώνιος νομαδισμός του ήρωα του Musil που κινείται πάντα προς νέους αστερισμούς και ερμηνείες του όντος, ξεπετάγεται και προσχεδιάζεται μπροστά, μεταβάλλοντας τη φυσιογνωμία και τη φύση του, χωρίς να αφήνει πίσω του παιδιά ή κληρονόμους. Αντί για τον μεγάλο ενιαίο νόμο στα αποσπάσματα του Νοβάλις και στα τυχαία συμβάντα του Τζόυς –που από αυτόν τον νόμο παίρνουν νόημα και τάξη–, σήμερα εξαπλώνεται μια πραγματικά φυγόκεντρη πολλαπλότητα από ελεύθερα και ασύνδετα υποκείμενα, με άγριο τρόπο αυτόνομα από κάθε ιεραρχία, προορισμένα να αλληλοεξουδετερωθούν μέσω των αντίθετων ενεργειών τους, οι οποίες αγνοούν την καταστολή αλλά και το νόημα.

Η μεγάλη οδύσσεια του πνεύματος του Νοβάλις βρίσκεται μακριά μας, οδυνηρά μακριά. Ο Κάφκα, που ήξερε ότι και αυτός ανήκε σε μια οδύσσεια χωρίς Ιθάκη, ήταν δυστυχής. Πιθανόν να ήταν ευτυχής αν αναγνώριζε τον εαυτό του στο γαλάζιο άνθος όπως ο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν, αν μπορούσε να αποκοιμηθεί στο κρεβάτι του Μπλουμ, αν τον υποδέχονταν στον Πύργο.

Claudio-MagrisCLAUDIO MAGRIS


*Το δοκίμιο προέρχεται από το βιβλίο του Claudio Magris, Linfinito viaggiare, Mondadori, Milano 2008.

Advertisements

Η μουσική, εστία του ανθρώπου

chrking

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κρίστοφερ Κινγκ
Ηπειρώτικο μοιρολόι
Δώμα, 2018
~.~

Τα νεογέννητα από την Κίνα και το Καμερούν, μαθαίνουμε από πρόσφατες έρευνες, κλαίνε αλλιώς απ’ ό,τι τα γαλλόπουλα ή τα γερμανόπουλα – «το κλάμα τους μοιάζει περισσότερο με τραγούδι». Γλωσσολόγοι από το πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ ανέλυσαν εκατοντάδες χιλιάδες ηχογραφήσεις και εξήγησαν το φαινόμενο ως εξής: καθώς στις γλώσσες των χωρών αυτών ο μουσικός τονισμός είναι έντονος, τα βρέφη προσανατολίζονται στα λόγια που ακούν και προσαρμόζονται αναλόγως, κλαίνε μουσικότερα. Αλλά και τα νεογέννητα στη Γαλλία κλαίνε αλλιώτικα από εκείνα στη Γερμανία, η μελωδικότητα και ο ρυθμός μεταξύ τους διαφέρουν όσο διαφέρει και η γαλλική γλώσσα στην εκφορά της από την γερμανική.

Τι μας λένε όλα αυτά; Πολλά και συναρπαστικά. Ότι τα μωρά αρχίζουν να μαθαίνουν την μητρική τους γλώσσα ήδη από την κοιλιά της μάνας τους, ας πούμε. Ή ότι το κλάμα δεν είναι ένας ενστικτώδης γόος, αλλά όπως το ασυνείδητο του Λακάν είναι δομημένο ως γλώσσα, και μάλιστα ως γλώσσα μουσική. Ότι η μουσική, τέλος, ενυπάρχει στη γλώσσα, είναι στοιχείο της εσωτερικό, δεν έρχεται απ’ έξω. Κάποιοι ανθρωπολόγοι μάλιστα δοκίμασαν να αντιστρέψουν τη φορά της σχέσης τους: δεν είναι η ομιλία που γεννά τη μουσική αλλά το αντίθετο, η μουσική γεννά την ομιλία. Κατ’ αυτούς, οι πρώτοι άνθρωποι που «μίλησαν» ήταν οι μητέρες της Παλαιολιθικής Εποχής οι οποίες με ήχους παραμυθητικούς, νανουρίσματα και ταχταρίσματα, πάσχιζαν να ησυχάσουν τα μωρά τους. Ακόμη και ο χορός, αυτή η μουσική κίνηση του σώματος, στο αρχέγονο νανουριστικό λίκνισμα μάνας και τέκνου έχει την αφετηρία του.

Ας αναλογιστούμε: λόγος, μέλος, χορός, η γλώσσα και η μουσική, και η συνάντησή τους στην αρχαιότερη και δημοφιλέστερη καλλιτεχνική μορφή που έπλασε ο πολιτισμός μας, το τραγούδι, όλα αυτά γεννιούνται μαζί. Και όλα τους, κατά την απαρχή τους, δεν ήταν παρά μια παυσίπονη μέριμνα, ένα λύπης παρηγόρημα για να δανειστώ κι εγώ τα λόγια του Σέξτου Εμπειρικού, μια απόπειρα θεραπείας του άλγους – μια απόκριση μητρική στο κλάμα ενός βρέφους.

Γι’ αυτή την πρωταρχική ενότητα του μέλους και του λόγου μάς μιλάει ο συγγραφέας που η παρουσία του στην Αθήνα μας έφερε απόψε μαζί. Και καθώς την έχουμε χάσει ή και ξεχάσει ολότελα αυτή την ενότητα, ή, έστω, δεν την διακρίνουμε καθαρά μέσα στις αναθυμιάσεις της πολυάσχολης σύγχρονης ζωής, το πολύτιμο βιβλίο του έρχεται να μας οδηγήσει. «Η ίδια η γλώσσα είναι συνυφασμένη με τη μουσική», γράφει ο Κρίστοφερ Κινγκ:

Ίσως η πιο παλιά μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας να ήταν ένα κράμα του μελωδικού με το προφορικό, σαν ένα τιτίβισμα… Ίσως οι αρχαίοι μας πρόγονοι να μην είχαν αναγνωρίσει αυτή τη δυαδικότητα: του προφορικού και του μουσικού. Αλλά καθώς το ανθρώπινο είδος εξελισσόταν, η γλωσσική έκφραση διαχωρίστηκε από τη μελωδική. Σαν ένα ανατομικό μας κατάλοιπο που φθίνει, ίσως η μουσική να μεταλλάχθηκε και να ατρόφησε, αποκρύπτοντας έτσι τον αρχικό της σκοπό.

Ηπειρώτικο μοιρολόι 1Όλο το Ηπειρώτικο μοιρολόι δεν είναι παρά μια απόπειρα τούτος ο αρχικός αλλά καταχωνιασμένος σκοπός να έρθει και πάλι στο φως. Και το μέσο είναι η επίσκεψη σε μια απόμερη γωνιά της βορειοδυτικής Ελλάδας, και την αλλόκοτη μουσική της παράδοση. Γράμμα ερωτικό στη μουσική της Ηπείρου αποκαλεί το βιβλίο του ο Κρίστοφερ Κινγκ. Όμως τα ραβασάκια των άλλων την προσοχή μας την τραβούν σε δύο μόνο περιπτώσεις. Όταν είναι γραμμένα από ανθρώπους που ξέρουν να γράφουν. Κι όταν το πάθος και το κάλλος που υμνούν είναι τέτοιο που μπορεί να μας συνεπάρει. Τύχη αγαθή εδώ συντρέχουν και τα δυο. Και είναι απαράμιλλη η τρυφερότητα της ματιάς του συγγραφέα, γνώρισμα του μεγαλόκαρδου ερωτευμένου, ακόμη κι όταν περιγράφει πλευρές του ποθεινού του ινδάλματος ελάχιστα κολακευτικές: λ.χ. τη βαρβαρότητα των πανηγυριώτικων μεγαφώνων ή τις κοινωνικές διακρίσεις εις βάρος των Γύφτων.

~ . ~

Δεν είναι όμως μόνο αυτό, ερωτική εξομολόγηση, το Ηπειρώτικο μοιρολόι. Είναι και παμφλέτα πολεμική που δύσκολα κρύβει το κεντρί της κάτω από την προσήνεια του ύφους. Η τωρινή μουσική, αυτή που μας κατακλύζει σήμερα από παντού ανερώτητα, μας λέει ο Κινγκ, άλλο δεν κάνει παρά να υπογραμμίζει την α-νοησία, την απουσία του νοήματος που μας περιβάλλει. Στα μάτια του ακόμη και η κλασσική μουσική είναι ελιτίστικη, προϊόν διανοητικό χωρίς ρίζες βαθύτερες ψυχικές. Η ποπ πάλι είναι μια «σαχλαμάρα», ένας «αποχαυνωτικός, αδιάκοπος, ίσως κι επιβλαβής θόρυβος». Και συνεχίζει κοφτά:

Καταλαβαίνω ότι πολλοί άνθρωποι είναι έντονα δεμένοι συναισθηματικά με τη σύγχρονη μουσική. Όμως δεν μπορώ να κρύψω την εντύπωση που αυτή η μουσική δημιουργεί σ’ εμένα. Στη μοντέρνα μουσική ακούω εγωκεντρισμό, μια διαρκή αναφορά στην ατομική καλλιτεχνική έκφραση. Όλα έχουν να κάνουν με το εγώ. Από την άλλη πλευρά, στην παλιά μουσική που αγαπώ, ακούω ανιδιοτέλεια, ακούω ιστορική συνέχεια, ακούω τη φωνή της κοινότητας. Όλα έχουν να κάνουν με το εμείς.

Προφανώς, για να το πω κάπως σπουδαιοφανώς, έχουμε εδώ να κάνουμε με μια ριζική κριτική της νεωτερικής εποχής από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν, της ρότας που πήρε, ιδίως της άκρατης εξατομίκευσης της μοντέρνας ζωής που έστησε παντού είδωλό της λατρευτικό το εγώ. Μια τέτοια κριτική δεν είναι άμοιρη ιδεολογικών συνεπειών ασφαλώς, και δεν το κρύβει. Δεν θα σας κουράσω μ’ αυτές. Στο κομποσκοίνι των θεωρητικών διενέξεων, όπου οι λέξεις πάνε κι έρχονται εξαερωμένες μες στις αφαιρέσεις, οι κόμποι είναι ατέλειωτοι. Όμως ο Κινγκ δεν θεωρητικολογεί από καθέδρας. Βλέπει τα πράγματα από κοντά και θέλει, προσπαθεί, να τα πιάσει. Οι λέξεις του έχουν σάρκα θρεμμένη από την ιστορία, την ομορφιά και τα ανθρώπινα πάθη. Η γλώσσα του είναι συγκεκριμένη.

Για μας, τους Έλληνες αναγνώστες, αυτό δεν είναι πάντοτε βολικό. Γιατί στις σελίδες του σκοντάφτουμε διαρκώς πάνω σε πρόσωπα και πράγματα που μας ρίχνουν πίσω ξανά σε αντιλογίες και έριδες δικές μας παμπάλαιες. Κατά έναν τρόπο, βλέπουμε δικές μας σκεπασμένες φωτιές να φουντώνουν και πάλι απ’ το δαδί ενός ξένου. Και σ’ αυτού του είδους τις έξωθεν παρεμβάσεις, είμαστε ανέκαθεν παρεξηγιάρηδες και δυσανεκτικοί. Ακούω ήδη στ’ αφτιά μου τις αγανακτισμένες ενστάσεις: Ένας Αμερικάνος, ένας ξενομπάτης που θέλει να μας κάνει τον δάσκαλο! Βλέπετε, από τους φιλέλληνες που ξαναέφεραν την αρχαιογνωσία στην Ελλάδα ώς τον Φωριέλ και τον Γκαίτε που μας έδειξαν κάτω από άλλο φως το δημοτικό μας τραγούδι, κάθε επαφή με την ιστορία μας μοιάζει να είναι μεσολαβημένη από ξένους. Στο τέλος καταντάει κανείς χρεωμένος ώς τ’ αφτιά για το δικό του κεφάλαιο. Επιτέλους, τι σόι αυτογνωσία είναι αυτή που μας έρχεται από την αλλοδαπή!

Σ’ αυτόν τον αναγνώστη, τον Συνέλληνα που δυσκολεύεται με τις αταλάντευτες απαντήσεις που ο ίδιος ο Κινγκ δίνει στα ερωτήματα που θέτει, θα πρότεινα πρώτα πρώτα να αναλογιστεί το ζήτημα της κυριότητας ενός πολιτιστικού αγαθού. Σε ποιον αλήθεια ανήκει μια μουσική παράδοση – στους φυσικούς κατιόντες της ακόμη κι αν δεν δίνουν δεκάρα γι’ αυτήν και την αγνοούν πλήρως;  Ή σ’ αυτούς που την έχουν πράγματι ανάγκη και έχουν δείξει στην πραξη ότι την νοιάζονται και την πονούν;  Και, δεύτερον, αν ο ίδιος αυτός Συνέλλην κρίνει κατόπιν αυτού ότι του πέφτει καν λόγος και δη αντιρρητικός, θα του συνιστούσα να βάλει προσώρας στην πάντα τα συμπεράσματα του Κινγκ και να κρατήσει το ουσιωδέστερο, τα ερωτήματα.

Ακόμη και οι πιο φανατικοί οπαδοί της προόδου, αν θέλουν να ’ναι στοιχειωδώς ειλικρινείς με τον εαυτό τους, δεν μπορεί, θ’ αναρωτιούνται κάποτε. Kάθε ανθρώπινο διάβημα είναι ένα διαρκές πάρε-δώσε. Από την Επιχείρηση Πρόοδος ΑΕ δεν πήραμε μόνο, της δώσαμε κιόλας. Πόσο μας κόστισε εντέλει; Μείναμε με κέρδος καθαρό ή ζημιώσαμε; Ζηλωτές του μέλλοντος, θηρευτές της αυτοπραγμάτωσης, εγκαταλείψαμε μια κατάδική μας περιουσία μοναδική, κι ήρθαμε –πόση ειρωνεία– να στοιβαχθούμε σε μια ζωή άλλων ή, έστω, σαν όλων των άλλων. Άξιζε εντέλει τόσος κόπος, τόσες ελπίδες;

Ο Κρίστοφερ Κινγκ για όλα αυτά έχει απαντήσεις στο βιβλίο του. Άλλους θα πείσουν και άλλους όχι. Ότι τα ερωτήματα που μας θέτει είναι ωστόσο νόμιμα και ζωτικά, εκ των ων ου άνευ μάλιστα αν θέλουμε να κατανοήσουμε, ενδεχομένως και να αποδεχθούμε και ν’ αγαπήσουμε τον διχασμένο εαυτό μας, δεν γίνεται κανείς να το αμφισβητήσει. Εκτός πια και έχει πάρει διαζύγιο από την σκέψη.

~ . ~

Ζούμε σε εποχή παράδοξη. Οι λέξεις έχουν αρχίσει και πάλι να μας παίζουν τα παιχνίδια που περιγράφει ο Θουκυδίδης στην Παθολογία του. Αλλάζουν νοήματα, οι σημασίες τους γίνονται γλιστερές και επικίνδυνες. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για το δικό και το οικείο γιατί κινδυνεύει να καθίσει στο εδώλιο ως μίσαλλος, ως εχθρευόμενος το αλλοδαπό και το ξένο. Η ονειροπόληση του θεοποιημένου μέλλοντος περνιέται για πράξη σημασίας αυταπόδεικτης, η αναπόληση του παρελθόντος όμως ως υποτροπή στην νοσηρή νοσταλγία. Στις συνερεύσεις μας ισχύει η ανασταλτική μειοψηφία του ενός, ένας να στυλώσει τα πόδια του, πάσα βούληση υπερατομική παυσάτω. Μόνο άτομα και μειονότητες έχουν πια το δικαίωμα να μιλούν για ταυτότητα – για να περιχαρακωθούν από την πλειονότητα, ή και για να στραφούν εναντίον της. Λεξούλες άλλοτε απλές όπως πατρίδα, κοινότητα, ψυχή, αυθεντικότητα έχουν καταστεί πεδία μαχών όπου καθ’ ημέραν πέφτουν κορμιά.

Η μουσική όμως για τον Κινγκ είναι όλα αυτά. Είναι ώσμωση με το συλλογικό, είναι αναστροφή με το γνήσιο, είναι άκος ψυχής, φωνή πατρίδος και αγκάλη κοινότητος, είναι προ πάντων ταυτότητα, είναι η στέγη, η εστία του ανθρώπου. Ετούτη εδώ η μουσική εννοείται. Η άλλη μουσική, η εκεί έξω, οι άλλες τέχνες εν γένει, όπως απόμειναν μετά τους τόσους -ισμούς και τις εξάρσεις τους δύο αιώνες τώρα, είναι απλώς ένας αναδιπλασιασμός: το πρόσωπο του καλλιτέχνη στον καθρέφτη.

Γι’ αυτόν τον αφόρητο ναρκισσισμό του παρόντος νομίζω εντέλει ότι μάς μιλά με το βιβλίο του ο συγγραφέας. Γα την ακαταδεξιά και τα κουσούρια του. Και οδηγώντας μας στις εσχατιές της Ηπείρου, μας υποδεικνύει μια δυνατότητα εξόδου, μια χαραμάδα διαφυγής. Πρόκειται για έξοδο πραγματική; Είναι μήπως μια χειρονομία παρηγοριάς και μόνο; Προσώρας το πράγμα είναι αξεκαθάριστο, άδηλον παντί. Καλού κακού όμως ας την κρατήσουμε την υπόδειξη του Κινγκ. Μπορεί να έρχεται από εποχές που αφήσαμε πίσω μας, μπορεί όμως κι ο δρόμος που ξετυλίγεται μπροστά μας τελικά να μην είναι ευθύς και να μοιάζει περισσότερο με κύκλο. Σ’ αυτή την περίπτωση ίσως χρειαστεί να περάσουμε ξανά απ’ όλα αυτά που τα πιστέψαμε παρωχημένα κι αχρείαστα. Ίσως εκείνα αποδειχθούν, μία των ημερών, ο δρόμος που μας φέρνει προς το μέλλον.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση της έκδοσης στη Γεννάδειο την 12η Δεκεμβρίου 2018.

~.~

lament epirus

Βιωματικό υλικό, άνισο αποτέλεσμα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Λίνα Στεφάνου
Aequus Nox, Ίση Νύχτα
Μελάνι, 2018

0c984497-93d6-4644-b4e6-2e0acdc24f79Ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που πρόσφατα διάβασα είναι το Aequus Nox ή Ίση νύχτα της Λίνας Στεφάνου. Διπλωματικός ίσως ο χαρακτηρισμός είναι ενίοτε χρήσιμος, για να αποδώσει, έστω και διστακτικά, μια αναγνωστική εμπειρία που θα μπορούσε να είναι ανεπιφύλακτα θετική, αν το υλικό υπάκουε σε αυστηρότερη επιλογή και οικονομία. Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα καλά και ποιήματα μέτρια.

Το υλικό βιωματικό: ο έρωτας, ο γάμος, τα παιδιά, οι φίλοι, ο θάνατος, ο χρόνος και η μυθιστορία της γραφής. Υλικό αντλημένο από την προσωπική ιστορία του μέσου ανθρώπου, στα μισά της ζωής, στα μισά του χρόνου, όπως δηλοί και το τίτλος της συλλογής: aequus nox, ήτοι ισημερία, όταν «Ο Χρόνος στέκεται γυμνός / σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο / πάνω από νερό», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα που με αφορμή την εαρινή ισημερία στοχάζεται πάνω στο χρόνο-διάρκεια και χρόνο-στιγμή, στιγμή ακίνητη σαν απόφαση αμετάκλητη που όμως δεν λαμβάνεται ποτέ.

Στη συλλογή διακρίνω πέντε ενότητες, καθεμιά εκ των οποίων εστιάζει, με μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση, σε ένα υποθέμα, υποδηλούμενο, στις τέσσερις τελευταίες, από αντίστοιχο μεσότιτλο. Η καλύτερη, κατ’ εμέ, είναι η πρώτη, άτιτλη ενότητα. Στα αρτιότερα ποιήματα υιοθετείται μια απατηλά σχολαστική αφήγηση ή περιγραφή, με διακριτό τον αφηγηματικό ιστό-πρόπλασμα της έμπνευσης, που εγκλωβίζει στο αυστηρό λεκτικό πλαίσιο το παράδοξο αναδεικνύοντας στην ήσυχη προφάνεια του στίχου το αναπάντεχο της οπτικής. Τέτοια είναι ποιήματα όπως «Τα μικρά παιδιά», «Προσωπική ιστορία», «Τα κρυμμένα κάπα στο γάμο», «Όλοι οι άνθρωποι είναι μετανάστες».

Μεσημέρι στο Σέσι

Πράσινο πάνω σε μπλε.

Επανάληψη:
πράσινο σκούρο του δάσους
ανοιχτό της ελιάς
αιχμηρό του πεύκου
πάνω σε μπλε.
Ξανά:
πράσινο καφέ
πράσινο γκρι
πράσινο μαύρο πάνω σε μπλε
-που απ’ το πολύ να είναι ο εαυτός του άρχισε να ασπρίζει.

Θαλασσοβούτες και βουτηχτάρια.

Νερό
–στασίδι σε εκκλησία–
πάνω σε πέτρινες πλάκες
Στους τοίχους των σπιτιών
το λευκό σαν κάτοπτρο
αχνίζει ήλιο
σαν λιβάνι που καίγεται.

Στις μύτες των ποδιών
η χώρα μου τεντώνεται
Με κάθε της ανάσα
     ξυπόλητα παιδιά γεννάει
               καινούρια καλοκαίρια.

Ίσως τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα είναι όσα εκπορεύονται από την προσωπική μυθολογία, όπως τα «Μικρά παιδιά», όπου το τρυφερό και θηριώδες της παιδικής ηλικίας συστοιχεί με μια τρυφερή και σκληρή αφήγηση ή η «Προσωπική ιστορία», όπου η καταγραφή της επικίνδυνης οικογενειακής ρουτίνας παρατάσσει, δήθεν αμέτοχα, τα καθημερινά αιχμηρά συμβάντα της ζωής, για να επικαλεστεί στο τέλος τα αιτούμενα ξεχασμένα θαύματα της ψυχής.

Η αρετή του στίχου δεν έγκειται στη λυρική του ποιότητα, αλλά στην καθαρότητα, στην πεζολογική ακρίβεια που όταν συνδυάζεται με την ελλειπτικότητα της περιγραφής ή την υπονομευτική λογικοφάνεια των αφηγούμενων παράγει ένα αισθητικά λειτουργικό αποτέλεσμα. Στα ποιήματα αυτού του τρόπου βρίσκω το διακριτό και αυθεντικό στίγμα της ποιητικής φωνής της Στεφάνου.

Χειμωνιάτικο νύχτα

Μικρό πουλί μέσα στο δέντρο
στη μέση της νύχτας
στη μέση της πόλης
]]]] στη Μέση

Φωτισμένα παράθυρα
ιστορίες πολεμικού νοσοκομείου
]]]] εξιστορείς
Ιστορίες για άντρες ευάλωτους
σε μαλακό επίδεσμο με αίμα τυλιγμένους

Βαδίζοντας κάτω από το τέλειο Δέντρο
του Δεκέμβρη
]]]] Μια νύχτα θαλασσινή
]]]]]]]] Σε άκουσα

                                                                          Ναυτικό Νοσοκομείο 2015

Προχωρώντας, ωστόσο, η συλλογή αυξάνουν τα αδύναμα ποιήματα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η συγκεκριμένη δουλειά θα κέρδιζε, αν τολμούσε πιο γενναία αυτό που κάθε δημιουργός διστάζει να κάνει: να θυσιάσει ποιήματα. Αλλιώς μαζί με το καίριο στοιχίζεται το αναμενόμενο, όπως π.χ. συμβαίνει σε αρκετά μικροποιήματα-αφοριστικά πλαισιώματα της συλλογής. Π.χ. το αδύναμο δίστιχο: «Στις σιωπές της Γυναίκας / αναπαύεται ο Άντρας Πολεμιστής» σε αναντίστοιχη συνύπαρξη με τον κομψό σαρκασμό του: «Αν η εναλλακτική του Θεού / είναι ο άνθρωπος / τότε ο Διάβολος / έχει κάθε λόγο να διασκεδάζει».

cebbceafcebdceb1-cf83cf84ceb5cf86ceaccebdcebfcf85Εξίσου αδρανή ποιητικά είναι και τα ποιήματα στοχασμού πάνω στην ποίηση. Αποτελεί μια από τις προσωπικές μου εμμονές η άποψη ότι η συστροφή της ποίησης στον εαυτό της μόνο κακό μπορεί να κάνει στο ποίημα. Ο αναστοχασμός πάνω στην πράξη της γραφής είναι επικίνδυνος, γιατί συνήθως οδεύει σε δυο εξίσου ολισθηρές ατραπούς: αφενός στην μυθοποίηση της ποιητικής λειτουργίας, αφετέρου στον αυτοοικτιρμό. Και το μεν πρώτο αναδίδει ξεθυμασμένο το άρωμα από εκείνη την παλιά κοσμοσωτήρια αυτοαντίληψη της τέχνης, το δε δεύτερο επαναλαμβάνει την κλισέ κατάρα του ποιητή που ανεπίληπτος και ανεπίδοτος επιμένει στην ηρωική του αντανάκλαση. Και τα δυο αποτελούν συμπτώματα λογοτεχνικού αυτισμού που δεν έχει καθόλου ανάγκη ο αναγνώστης ούτε και η λογοτεχνία. Το αποτέλεσμα επιβαρύνεται περαιτέρω, όταν συνδυάζονται με ποιητικά αμετουσίωτη εξομολογητικότητα. Μιλώ για τα ποιήματα «Μια απάντηση στον Β.Β.», «Είναι κανείς εδώ;», «Έξοδος». Γιατί εκεί χάνονται, συνθλιμμένα από την προσωπική εμπλοκή, τα δύο κύρια θέλγητρα της συλλογής: η ειρωνεία της ως στρατηγική αποστασιοποίησης από το φλέγον προσωπικό βίωμα –άρα αναγωγής του στο καθολικό– και η ήσυχη στοχαστικότητα της παρατήρησης.

Νομίζω ότι η ποιήτρια, αν εστιάσει σε αυτή τη φλέβα, θα παράγει πιο ισορροπημένα σύνολα, όπως αποδεικνύουν τα ήδη κατορθωμένα ποιήματα της συλλογής που διαθέτουν την αυθεντικότητα του προσωπικού στίγματος και της γνήσιας διακύβευσης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Σκρουτζ, ένας βικτωριανός Καθένας

Σκρουτζ

~.~

της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΝΤΟΚΟΥ

Charles Dickens,
Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία,
μετάφραση Μαρία Σ. Μπλάνα,
Κουκούτσι, 2018

Η τελευταία επαφή που είχα με το πρωτότυπο έργο του Ντίκενς ήταν τον περασμένο αιώνα, και συγκεκριμένα το Δεκέμβριο του 1997, όταν ήμουν υποψήφια διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο PennState στις ΗΠΑ.

Λάβαμε μία πρόσκληση που έλεγε ότι πριν το τέλος του εξαμήνου για τα Χριστούγεννα θα γινόταν μία βραδυνή ανάγνωση της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας στη λέσχη των καθηγητών αποκλειστικά για διδακτικό προσωπικό και διδακτορικούς φοιτητές/φοιτήτριες. Η αίθουσα ήταν ιδανική για ένα τέτοιο γεγονός, βιβλιοθήκες γύρω-γύρω, παχιές μοκέτες στο πάτωμα, ζεστή σοκολάτα και μπισκοτάκια για το ακροατήριο και, ως φόντο για την βαθιά βικτωριανή πολυθρόνα του αφηγητή, ένα πελώριο αναμμένο τζάκι, που η θαλπωρή του έκανε ακόμα πιο ευχάριστο το πυκνό χιόνι που έπεφτε έξω. Γνωρίζοντας την τάση των Αμερικανών για πρακτικά σύντομες απολαύσεις, θεώρησα ότι η ανάγνωση θα αφορούσε αποσπάσματα από το κείμενο, αλλά όταν έφτασα εκεί αντιλήφθηκα ότι ο φιλόλογος-καθηγητής που είχε αναλάβει χρέη αφηγητή θα μας διάβαζε ολόκληρη τη νουβέλα, και ψιλοδυσανασχέτησα γιατί είχα και δουλειές να κάνω… Κι όμως, παρότι όλοι οι παρευρισκόμενοι γνωρίζαμε το τέλος, παρότι η ανάγνωση ήταν όντως μαραθώνιος, παρόλο που η ώρα πήγε αργά, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, δεν ακούστηκε κιχ! Κανένας δεν κουνήθηκε, κανένας δεν ξεφύσησε, κανένας δεν φταρνίστηκε καν—και φυσικά, κανένας δεν κοίταξε το κινητό του, γιατί τον προηγούμενο αιώνα αυτή η κατάρα δεν είχε ακόμα πλήξει την ανθρωπότητα. Ακούγαμε όλοι και όλες συνεπαρμένοι σαν μικρά παιδιά τον Σκρουτζ να άγεται και να φέρεται από πνεύμα σε πνεύμα με το χτύπημα της ώρας, τον Μπομπ Κράτσιτ να δίνει κουράγιο στην οικογένειά του, τους καλεσμένους να διασκεδάζουν στα χριστουγεννιάτικα πάρτυ τους, και τέλος, γίναμε μάρτυρες όλοι της σκηνής μπροστά από τον ανοιχτό τάφο, τη δωδέκατη ώρα, όπου ο τσιγκούνης και σκληρόκαρδος Σκρουτζ, μπρος στην αγωνία του δικού του θανάτου, μετανοεί και μεταμορφώνεται σε ζωντανό πνεύμα των Χριστουγέννων, σκορπίζοντας παντού τη χαρά και την ευεργεσία. Μην με ρωτήσετε να σας πω πόσο ακριβώς κράτησε εκείνη η ανάγνωση, γιατί δεν είχε καμία σημασία: για όση ώρα κράτησε η αφήγηση, όλοι εμείς ζούσαμε σε ντικενσιανό χρόνο.

dickensΣε τί συνίσταται όμως ακριβώς η μαγεία της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, που σταματά το χρόνο όχι μόνο κατά την ανάγνωσή της, αλλά και όσον αφορά στην δημοφιλία της, 175 χρόνια τώρα με αδιάλειπτες επανεκδόσεις, μεταφράσεις, μεταφορές σε θέατρο, κινηματογράφο, όπερα, μέχρι και μπαλέτο και παντομίμα; Οπωσδήποτε το απαράμιλλο συγγραφικό ταλέντο του Ντίκενς παίζει το ρόλο του: ελάχιστοι μπόρεσαν να αποδώσουν, όπως αυτός, την εποχή του με τόση ζωντάνια αλλά και τόσο απολαυστικό λόγο, μεστό αλλά και χιουμοριστικό, αυθεντικό αλλά και ακριβή. Εδώ θα πρέπει να εξάρω τη μετάφραση της Μαρίας Μπλάνα στην παρούσα έκδοση, η οποία όχι μόνο αποδίδει με έντεχνη φυσικότητα τα λεκτικά ιδιώματα του σύμπαντος του Ντίκενς, αλλά και μας παραθέτει πλούσιες και χρησιμότατες υποσημειώσεις που γεφυρώνουν το χάσμα του χρόνου, φωτίζοντας το κείμενο. Όμως και άλλα κείμενα είναι καλογραμμένα χωρίς να έχουν το συναισθηματικό αντίκτυπο της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας. Είναι μήπως τότε η κοινωνική ευαισθησία του συγγραφέα, που ταιριάζει τόσο με το αγαθοεργό πνεύμα των Άγιων Ημερών, που μας γοητεύει; Ξέρουμε ότι όταν ο Τσάρλς Ντίκενς μιλάει για το αγόρι Άγνοια και το κορίτσι Ανέχεια που ξεπροβάλλουν, αποσκελετωμένα και αποκτηνωμένα, από τις πτυχές του μανδύα της καλοπέρασής μας, δεν το παίζει απλά πονόψυχος: έχει ζήσει τη φτώχεια στο πετσί του, όταν δώδεκα χρονών παιδάκι είδε τον πατέρα του να σέρνεται στη Φυλακή των Χρεωστών μαζί με την οικογένειά του, και ο ίδιος αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά σε εργοστάσιο βερνικιών, καίγοντας τα πνευμονάκια του στις αναθυμιάσεις της μαύρης μπογιάς για πενταροδεκάρες. Είδε τους Αφροαμερικανούς σκλάβους να μαρτυρούν για την ευμάρεια της Αμερικής όταν ταξίδεψε εκεί, είδε αυτά τα αγόρια της Άγνοιας και τους Μικρούληδες Τιμ στην επίσκεψή του στη Σχολή των Κουρελήδων του Field Lane, και ορκίστηκε να γράψει τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία ως ράπισμα ενάντια σε κάθε μορφής δουλεία, σωματική, οικονομική ή και διανοητική. Τα λόγια του μας αγγίζουν γιατί είναι αληθινά. Όμως τη δυστυχία των άλλων, για να είμαστε ειλικρινείς, την αντέχουμε κατά κανόνα μόνο σε μικρές δόσεις, και ποτέ σε επανάληψη 175 ετών.

Οπότε κάπου αλλού έγκειται η μαγεία… Στο χάπυ εντ ίσως; Σε όλους μας αρέσει το αίσιο τέλος, κυρίως τα εορταστικά—και ανακουφιζόμαστε όταν μαθαίνουμε ότι τελικά ο ανάπηρος Μικρός Τιμ δεν πεθαίνει, αλλά γιατρεύεται και ζουν όλοι όχι απλά καλά, αλλά εξαιρετικά μέσα στον πακτωλό χαράς και αφθονίας που εξαπολύει η ξαφνική μεταστροφή του—βολικά πάμπλουτου—Σκρουτζ, «και ο Θεός να μας έχει όλους καλά!», αμήν. Όμως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο Μικρούλης Τιμ, ούτε ο ταλαίπωρος μισθοσυντήρητος με υποκατώτατο πείνας Μπομπ Κράτσιτ—αν και πολλές ψυχές του ιδιωτικού τομέα θα ταυτίζονταν με αυτόν—ούτε ο καλόκαρδος ανηψιός. Είναι ο Σκρουτζ, ο σπαγγοραμμένος, κακότροπος, αχώνευτος, μίζερος μπαμπόγερος. Όχι ό,τι θελκτικότερο υπάρχει στο συγγραφικό σύμπαν, αν το καλοσκεφτεί κανείς—κι όμως, γιατί δεν μπορούμε να πάρουμε την προσοχή μας από πάνω του;

Η απάντηση—ή έστω μία απάντηση—στο μυστήριο αυτό δεν βρίσκεται στην εποχή του ίδιου του Ντίκενς, αλλά σε μία πολύ προγενέστερη. Ο Ντίκενς, κατά την ταπεινή μου άποψη, αντλεί τη γοητεία της Ιστορίας του από έναν από τους παλαιότερους και γνωστότερους λαϊκούς μύθους της Αγγλίας, ο οποίος αποτελεί με τη σειρά του εκδοχή ενός από τους παλαιότερους μύθους της ανθρωπότητας: την ιστορία του Καθένα, γνωστή και ως Everyman, η οποία αντιτάσσει στον πιο αρχέγονο φόβο του ανθρώπινου είδους, το φόβο του θανάτου, την ιδέα της χριστιανικής εξιλέωσης.

Το θεατρικό έργο The Somonyng of Everyman ή Το Κάλεσμα του Καθένα, γνωστό απλά ως Ο Καθένας, είναι ένα θεατρικό έργο του 15ου αιώνα που ανήκει στο είδος γνωστό ως «ηθικό δράμα»: λαϊκά, απλοϊκά μεσαιωνικά θεατρικά που παιζόντουσαν  από μπουλούκια είτε πάνω σε περιφερόμενα κάρα-σκηνές είτε, λόγω του ηθικοπλαστικού χριστιανικού περιεχομένου τους, μέσα σε εκκλησίες. Χαρακτηριστικό τους, η αλληγορική τους φύση, καθώς στη σκηνή εμφανιζόντουσαν προσωποποιημένες διάφορες χριστιανικές έννοιες, όπως η Αρετή, η Κακία, τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, η Φιλανθρωπία, η Κατήχηση, ο Φύλακας-Άγγελος, και ως γκεστ-σταρ, ο Θεός και ο Σατανάς. Ο Καθένας θεωρείται από τα αριστουργήματα του είδους και είναι τόσο γνωστό στο Αγγλικό κοινό, που η έκφραση «ο Καθένας» χρησιμοποιείται ευρέως στο καθημερινό λεξιλόγιο για να δηλώσει τον μέσο απλό άνθρωπο. Η υπόθεση έχει ως εξής: ο Καθένας—χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα—ζει αμέριμνος μέσα στα πλούτη του, χωρίς να σκέφτεται την ψυχή του. Ο Θεός, οργισμένος, στέλνει τον Θάνατο να τον πάρει, όμως ο Καθένας, πανικόβλητος, παζαρεύει για λίγο ακόμα χρόνο. Ο Θάνατος αρνείται, αλλά του επιτρέπει να βρει έναν ταιριαστό συνοδοιπόρο για το ταξίδι του προς τον άλλο κόσμο και την Θεία Κρίση. Ο Καθένας καλεί κατά σειρά τους Καλούς Φίλους, τους Συγγενείς, και τα Πλούτη—όμως οι δύο πρώτοι, αν και αρχικά ορκίζονται να μην τον εγκαταλείψουν ποτέ, λακίζουν όταν μαθαίνουν τον τελικό προορισμό, ενώ τα Πλούτη θεωρούν ότι ο Καθένας θα έδινε κακή εντύπωση ιδιοτέλειας αν εμφανιζόταν παρέα τους ενώπιον του Θεού. Τότε ο Καθένας, απελπισμένος, στρέφεται σε μία διαφορετική παρέα: τις Καλές του Πράξεις, τη Γνώση, την Εξομολόγηση, τα Λογικά, τη Φρόνηση, την Ψυχική Ομορφιά και Δύναμη. Οι Καλές Πράξεις υπόσχονται να τον συνοδέψουν, αλλά είναι πολύ ασθενικές, και βρίσκουν τη δύναμη μόνο όταν ο Καθένας, ειλικρινά μεταμελημένος, αυτομαστιγώνεται και εξομολογείται τα κρίματά του, λαμβάνοντας άφεση αμαρτιών. Καθαρός πια, με τη νέα του συνοδεία, ο Καθένας φτάνει στο τέλος του ταξιδιού του, στο χείλος ενός τάφου, πέρα από τον οποίο όμως κανείς δεν μπορεί να τον ακολουθήσει, πέρα από τις Καλές Πράξεις. Με αυτές, και αυτές μόνο συντροφιά του, μπορεί να πεθάνει και να εμφανιστεί ενώπιον του θρόνου του Θεού, και χάρις σε αυτές κρίνεται άξιος της αιώνιας ζωής στο αίσιο τέλος του έργου.

Ένας άνθρωπος λοιπόν επιλέγεται έτσι απλά για μία θεϊκή παρέμβαση. Αναγκάζεται να επανεξετάσει ολόκληρη τη ζωή του, ώστε να παραδεχτεί στο τέλος ότι τα πλούτη μάλλον βλάπτουν παρά ωφελούν, και στρέφεται μεταμελημένος στην αγαθοεργία ως το μόνο τρόπο να σωθεί από το φόβο του θανάτου, που δεν περιλαμβάνει μόνο το άγνωστο και τη φθορά, αλλά και τον μέγα τρόμο μπροστά στην ιδέα της Θείας Κρίσεως και της αιώνιας Κόλασης. Οι ομοιότητες με την ιστορία του Σκρουτζ, που επιλέγεται αυθαίρετα από ένα φάντασμα και τρία Πνεύματα για να σωθεί στην ύστατη φάση της ζωής του, είναι νομίζω προφανείς, και δίνουν μία βαθύτερη σημασία στο έργο του Ντίκενς, καθώς το εντάσσουν όχι μόνο στη σφαίρα της λογοτεχνίας, αλλά και της αθάνατης λαϊκής και μυθολογικής παράδοσης, ως απάντησης στις θεμελιώδεις υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπινου είδους. Γι’ αυτό το λόγο πιστεύω ότι και ο Ντίκενς επιλέγει ως τίτλο της νουβέλας του το A Christmas Carol, κυριολεκτικά Χριστουγεννιάτικα κάλαντα», καθώς αφενός τα κάλαντα, από τον ύμνο σωτηρίας “God Rest Ye Merry Gentlemen” ως το “Good King Wenceslas,” τον θρύλο του αγαθοεργού βασιλιά Γουένσεσλας δηλαδή, όλα μιλούν για την εξιλέωση και την ανανέωση της ψυχικής ζωής μέσω των καλών πράξεων. Αφετέρου, το άνοιγμα του Ντίκενς στη σφαίρα του θρύλου αναβιώνει το αρχέγονο νόημα της γιορτής των Χριστουγέννων, που ουσιαστικά επενδύει με την ιστορία της Γέννησης του Ιησού ένα πιο αρχαίο δρώμενο, αυτό της επίκλησης της ανανέωσης της ζωής της φύσης στο πιο δύσκολο σημείο της, κατά το θερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου, την πιο μικρή μέρα και πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου. Στην καρδιά δηλαδή του κρύου, σκοτεινού και, για τις παλαιότερες κοινωνίες, συχνά θανατερού χειμώνα, τα αγγλοσαξωνικά έθιμα στήνουν μία παντομίμα του καλοκαιριού, στολίζοντας ένα αειθαλές δέντρο με στολίδια που συμβολίζουν τους καρπούς, ανταλλάζοντας δώρα που συμβολίζουν την ευμάρεια που φέρνει η καρπερή γη, και ανάβοντας φωτάκια για να ζητήσουμε από το καλοκαιρινό φως του ήλιου να επιστρέψει, φέρνοντας μαζί του τα δώρα της φύσης. Επικαλούμαστε, με άλλα λόγια, μέσα από την αέναη αναγέννηση της φύσης και τη δική μας αναγέννηση, σωματική και ψυχική, για να νικήσουμε για ακόμα μια φορά το φόβο του θανάτου και της ανθρώπινης αδυναμίας. Και μπορεί μεν η μεταστροφή του Καθένα Σκρουτζ να γίνεται δια της κατατρομοκράτησης—κυριολεκτικά, «τα λεφτά σου ή τη ζωή σου»—όμως αυτό ακριβώς είναι που συνδέει όλους και όλες μας με αυτόν τον εξοργιστικό γερό-τσιφούτη, γιατί όλοι μας βιώνουμε την ύπαρξή μας με ενσωματωμένο μέσα μας το φόβο του θανάτου και τη λαχτάρα να απαλλαγούμε από αυτόν, όσο δύσκολο κι αν είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε. Όλοι μας θα θέλαμε να έχουμε τη δυνατότητα να γυρίσουμε πίσω από το χείλος του σκοτεινού τάφου που μας ρουφάει και να ξυπνήσουμε όχι μόνο ζωντανοί, αλλά Χριστούγεννα πρωί με τις καμπάνες! Όλοι μας θα θέλαμε να συγχωρεθούν τα λάθη και οι ανομίες μας και να κάνουμε μια νέα αρχή, όπου θα είμαστε συνεχώς χαρούμενοι και θα έχουμε αγάπη και σεβασμό. Όλοι θα θέλαμε να βγούμε από τη μοναξιά μας, τις έννοιες της δουλειάς, και να ενωθούμε με φίλους και γνωστούς μέσα σε μια φωτεινή, χαρούμενη γιορτή, με καλούδια και τραγούδια. Και ο Καθένας μας αυτό εύχεται στον Καθένα, κάθε Χριστούγεννα, αναβιώνοντας το πνεύμα του Ντίκενς εσαεί.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΟΚΟΥ

Ομιλία από την παρουσίαση του βιβλίου (18 Δεκεμβρίου 2018, Polis Art Café, Στοά του Βιβλίου).

dicke

Μάρκος Μέσκος, 1935-2019

Μέσκος.jpg

~.~

Κακό όνειρο! πιο πέρα απ’ τα πουλιά κι από τα μάτια
εικόνα της Αχερουσίας μαύρο της αβύσσου.
Μήτε στα δόντια νόμισμα τυφλά τα μονοπάτια
— ίσως το δέντρο εκείνο το ξερό να ’ναι η φωνή σου.

Από τα δάκρυα των νεκρών οι θάλασσες γεμίζουν.
Αίμα σφαγμένο στην αυλή κρυφά παραχωμένο.
Σκιές της λίμνης χέρια στο νερό μάταια ελπίζουν
— φίλοι! κάνει ένα κρύο σήμερα διαβολεμένο.

Κακό όνειρο κακό! Και μην ξεχνάς κακό μεθύσι…
Ό,τι απομένει το πρωί στάχτη να πάει στο διάβολο!
Το άνθος της βερικοκιάς τη μέρα να στολίσει
— κάποια ψηλή κορφή κάποιο χαρούμενο σινιάλο.

(Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975)

Από τους πιο αρχοντικούς ανθρώπους που γνώρισα. Ιούνιος του 2006 (Καλαμαριά; Μηχανιώνα;). Πλάι του στο τραπέζι ο Τάσος Χατζητάτσης, πιο κει, μ’ άλλη παρέα, ο Νίκος Παπάζογλου φευγάτοι πια κι οι τρεις. «Η Σαντορίνη ριμάρει με τους πιγκουίνους, τα Βοδενά με το πουθενά».

Τη νέα μας ποίηση λίγοι την επηρέασαν τόσο. Γενάρχη τον αποκαλεί κάπου ο Μιχάλης Γκανάς. Κι έχει δίκιο. Χωρίς τη δική του φωνή, το δικό του παράδειγμα, το ρεύμα εκείνο που ζήτησε να ξαναχύσει το δημοτικό τραγούδι στο κράμα της τωρινής μας γραφής, και που μας έδωσε ποιητές ρωμαλέους σαν τον Χρήστο Μπράβο, τον ίδιο τον Γκανά κι άλλους νεώτερους, ποιος ξέρει πώς και πότε θα ’βρισκε την κοίτη του. «Μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα».

Τους στίχους του τους αρδεύουν δυο πηγές, ο τόπος και η ιστορία του Μεταπολέμου. Ο Εμφύλιος, η Αριστερά, η τελευταία ή κομμένη γλώσσα, το Μαύρο δάσος , τα παιδιά που χάθηκαν, τα Φαντάσματα της Ελευθερίας, το Ψιλόβροχο της μνήμης. Όμως υπάρχει και ένα ρυάκι σιγαλό που έρχεται απευθείας από τον Μεσοπόλεμο και, ως νόστος ίσως στις μορφές της αστικής, της λόγιας ποίησης, εκβάλλει στα «(σαν) σονέτα» λ.χ. των Χαιρετισμών. «Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει».

Πρωτομηνιά, πρωτοχρονιά, πήρε τον δρόμο χθες για τα Ορεινά ο Μάρκος Μέσκος.

Αμ δεν χρειάζεται να ξεύρω πράγματα πολλά·
προτιμώ να αισθάνομαι τον αέρα το νερό
το χώμα τα χρόνια τις Εποχές — ψυχή μου!
(Ψυχή μου πίσω σε πήρα από τον θάνατο.)

Έστω
καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος
το στασίδι του αναζητώντας
λίγο πριν σκοτεινιάσει.

(«Καθ’ οδόν», Ελεγείες, 2004)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ευχές!

ProtoxroniatikesEfhesPirotehnima.png

Οσμές

sch1

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τι είναι το πιο απόκρυφο στη γυναίκα; Όλοι το ξέρουμε.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ

«Μη λουστείς, καταφθάνω!» Αυτό παράγγελνε στην αυτοκράτειρά του, Ιωσηφίνα, ο Βοναπάρτης κάθε φορά που γυρνούσε στο Παρίσι από μιαν ακόμη μακρινή εκστρατεία.

Παραγγελία επιτακτική, επίμονη, που ακούγεται ίσως παράδοξη για τον ηγήτορα της χώρας που γέννησε τη σύγχρονη αρωματοποιία και την αναβίβασε στο επίπεδο της πραγματικής οσφρητικής τέχνης. Να ’ταν η χοϊκότητα του ανθρώπου της Μεσογείου που ωθούσε τον Κορσικανό να προτιμά την ωμή φυσικότητα από τα λεπταίσθητα μύρα, τη γυμνή, αμεσολάβητη ανάδυση της θηλύτητας από τον εύοσμο φλοιό των σαπουνιών και των γαλακτωμάτων; Ή μήπως ήταν αντίθετα, ακριβώς η ασκημένη του ρίνα που του δίδαξε ότι από τις τεχνητές μυρωδιές, όσο αιθέριες κι αν είναι, η απαραγνώριστη ατομικότητα της αγαπημένης πάντα υπερέχει;

Εμπρός στα επείσακτα αρώματα, που περισφίγγουν στη δίνη τους ό,τι δικό και το κατασκεπάζουν, κάθε κορμί αντιτάσσει τη δική του οσμηρή αλήθεια, μια παλέτα ολόκληρη από πτητικά χρώματα και σκιές. Στο νοερό φασματοσκόπιο των οσμών, κάθε σημείο του ποθητού σώματος αντιπροσωπεύει κι έναν άλλο ιριδισμό. Μαλλιά, στόμα, λαιμός, στήθος, μασχάλες, κοιλιά, μηροί, γλουτοί, κνήμες, ακροδάχτυλα, ιδίως των ποδιών, από το υπεριώδες ώς το υπέρυθρο, κι απ᾽ το ευώδες έως το δυσώδες, τα πάντα μοιάζει να εντάσσονται σε επάλληλους κύκλους, να ακολουθούν τις γραμμές μιας διαρκούς σπείρας που από την περιφέρεια εκκινώντας περικυκλώνει το περιπόθητο κέντρο: το εφήβαιο και τους βουβώνες, τη γλουτιαία σχισμή από τον κόκκυγα ώς την έδρα και ώς το περίνεο (αυτά τα δυο ειρωνικά εκατοστά του Λίχτενμπεργκ που χώριζαν κάποτε τον πρωκτό από την γυναικεία τιμή), την κλειτορίδα, τα τετράφυλλα χείλη του αιδοίου, τη σκοτεινή μυστικοπάθεια του κόλπου. Προ πάντων αυτή. Οι μύχιες οσμές που υπόσχονται τα σφιχτά περίκλειστα σκέλη μιας συνεπιβάτιδος στο μετρό μπορούν να σε φέρουν, ο Γκόττφρηντ Μπεν το ήξερε, στα όρια της οδύνης.

Der Strumpf am Spann ist da. Doch, wo er endet,
ist weit von mir. Ich schluchze auf der Schwelle:
laues Geblühe, fremde Feuchtigkeiten.

Εμπρός μου μια απ’ τις κάλτσες της. Μα η άκρη της
μακριά. Κει στο κατώφλι, μού ’ρχεται λυγμός:
σάρκα χλιαρή από καρπούς, άγνωστες υγρασίες.

Τίποτα δεν είναι μονότονο σ᾽ αυτή την οσφρητική διαδρομή, οι μυρωδιές συμφύρονται, όμως συμφυρόμενες κρατούν την ιδιαιτερότητά τους. Η αψιά γεύση της ιδρωμένης μασχάλης ανταγωνίζεται, επισκιάζει, επιζητεί ν᾽ απορροφήσει αλλά δεν το κατορθώνει ποτέ εντελώς την αέρινη, περίπου ανεπαίσθητη αναδοσιά των ώμων· αστράγαλοι, κνήμες και γόνατα αποτελούν αδρά οπτικά γεγονότα, χειρονομίες της γεωμετρίας στο φως, το οσφρητικό τους ίχνος ωστόσο είναι μόλις διακριτό· οι ιγνύες κρατούν στα ρομβώδη τους κοίλα άλλης λογής ευωδίες από το περίκλειστο εσωτερικό των μηρών.

Κι αυτή είναι μόνο η αρχή. Κυριολεκτικά κάτω απ᾽ τη μύτη μας, η βεντάλια έχει μόλις ανοίξει. Η ηλικία, ο σωματότυπος, η απόχρωση της επιδερμίδας, η τροφή και το ποτό, η ώρα ακόμη και ο περιβάλλων χώρος προσθαφαιρούν συνεχώς τους δικούς τους τόνους στο γυναικείο άρωμα· καινούργια μοτίβα ή παραλλαγές έρχονται να δοκιμαστούν πάνω στο κλαβιέ της ποθούμενης σάρκας. Η διάφανη, κάπως απρόσωπη μυρωδιά της έφηβης βρίσκεται κόσμους ολόκληρους μακριά από την πλούσια αλλά και νωχελική ευοσμία του μεστού θηλυκού· η ηλικία της πλήρους αισθησιακής αποδόσεως, εκεί γύρω στα τριάντα, sch2ισαπέχει και από τις δυο. Άλλη είναι η πυκνή φυλλωσιά των οσμών μιας χυμώδους καμπύλης κι άλλη η κοφτή, σχεδόν οστέινη λιτότητα της λεπτής, περίπου ευθείας γραμμής· με τα μάτια κλειστά, μελαχρινές, καστανές, ρούσες, ξανθιές φαντάζουν ενίοτε ήπειροι που ποτέ δεν άκουσαν η μια για την ύπαρξη της άλλης· ασιανές και καυκάσιες αναγνωρίζονται αμέσως όχι μόνο απτικά, όπως μας έμαθαν οι δοκιμές στα τυφλά ενός Καββαδία, αλλά και οσφρητικά: είναι ξεχωριστές επικράτειες. Η επίγευση ενός φρούτου ή ενός γλυκίσματος μεταδίδεται από στόμα σε στόμα κι από μύτη σε μύτη, η μέθη του ποτού ή του καπνού αντίθετα συσκοτίζει το οσφρητικό κοντράστ. Αλλιώς ευωδιάζει η πρωινή σου ερωμένη, αλλιώς η μεταμεσονύχτια. Αλλιώς αναδεύεται κάτω απ’ τα ρουθούνια σου εκείνη που σου δόθηκε πάντοτε αμέριστη, κι αλλιώς ετούτη εδώ που σ’ απάτησε. Άλλη γυναίκα ανασαίνεις στο ύπαιθρο, παραδομένη πάνω στη ζεστή ψιλή άμμο ή στην τρυφερή επιδερμίδα της χλόης κάτω απ᾽ τον ήλιο, κι άλλη στο ημίφως ή το πλήρες σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας. Αλλιώς την αισθάνεσαι ολόγυμνη κι αλλιώς κάτω απ᾽ τα πέταλα και τα σέπαλα που στοιβάζουν πάνω στο κορμί της τα εσώρουχα. Και είναι αυτά, τα εσώρουχα, που περισσότερα απ᾽ όλα την κρατούν ζωντανή στις αισθήσεις, όταν η ίδια απουσιάζει. Όπως το ποίημα συγκρατεί τη μορφή του ανθρώπου όταν εκείνος πια λείψει (Σεφέρης), έτσι και το νοτισμένο εσώρουχο εκείνης που αγάπησες –«σλιπάκι μυρισμένο κοριτσιού μου», τραγουδά ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης– δεν είναι απλώς και μόνο φετίχ ή εύκολο τρόπαιο, όπως νομίζουν οι απλοί, αλλά η ίδια η μνήμη που πάγωσε, που ξέφυγε από τον άοσμο χρόνο και απέκτησε οσμή – την οσμή της.

Και η οσφρητική πανδαισία δεν σταματά εδώ, η ώσμωση της ατέρμονης σειράς των συστατικών της μόνο στη διάρκεια του έρωτα αποκτά την αδιανόητη δυναμική της. Είναι η ερωτική πράξη που τα καθιστά όλα αυτά κράση πραγματική, η μείξη της σαρκός που φτιάχνει τον τέλειο κάλυκα, τον τελικό (αν υπάρχει ποτέ πέρας εδώ…) αρωματικό τύπο. Τώρα, γυναίκα και άνδρας από το χωριστό τους χρωματολόγιο συρρέουν και συγχέονται σε κοινό καμβά. Είναι κρίμα, αλλά για το κορμί του εραστή στις σελίδες τους οι γυναίκες συγγραφείς τις περισσότερες φορές σιωπούν. Πόσα και πόσα δεν έχουμε διαβάσει από άντρες για τους αστραγάλους, τους γοφούς ή τις γυναικείες θηλές. Το «Sonnet du trou du cul» των Βερλαίν και Ρεμπώ, υμνεί μια από τις ερωτικότερες εσοχές του σώματος και των δύο φύλων.

Obscur et froncé comme un oeillet violet,
Il respire, humblement tapi parmi la mousse
Humide encor d’amour qui suit la fuite douce
Des Fesses blanches jusqu’au coeur de son ourlet.

Σαν βιολετί γαρύφαλλο, σκούρα και ζαρωμένη,
τώρα στων βρύων την πρασιά ανασαίνει ταπεινή –
ακόμα υγρή απ’ τον έρωτα, που απ’ τ’ άσπρα κατεβαίνει
οπίσθια στου κρατήρα της τη δαντελένια οπή.

Ένα ποίημα για τη βάλανο ή τους όρχεις ωστόσο, γραμμένο από γυναίκα, μας λείπει. Κι όμως, και τι δεν θα μπορούσε να μας διδάξει, τι ειρωνικά μυστικά, τι απωθημένες εικόνες, τι αναπάντεχες μεταφορές να φέρει στο φως.

Η ερωτική πράξη λοιπόν, κι όχι άλλος, είναι ο έσχατος, ο ύπατος αρωματοποιός. Μόνο πάνω στο σύνορο σώμα μεστώνει η ιδία οσμή. Μια γυναίκα αναφής, οσφρητικά είναι αλλιώτικη, άκοπη· είναι η επαφή, ο ίμερος και η κλινοπάλη που την καθιστούν ό,τι είναι στ᾽ αλήθεια: das ewige Weib, το αιώνιο θήλυ του Γκαίτε, που μας αίρει ψηλά ακριβώς γιατί είναι πτητικό και αιθέριο. Σαν οσμή.

sch3Είναι η μείξη λοιπόν, και ποια μείξη! Το μέχρι τότε ξηρό και αέρινο κατακλύζεται από τον αναβλύζοντα κόσμο του υγρού. Στις έξω, στις επιπολής μυρωδιές έρχονται τώρα να προστεθούν οι έσω, οι μυχιότερες και πηγαίες εκχυλίσεις. Ιδρώτας και σάλιο, σπέρμα και κολπικά υγρά συρρέουν απ᾽ όλους τους πόρους, τα περάσματα της σάρκας και του κορμιού. Το χαρμάνι που φτιάχνουν με τη σειρά του είναι ιδιαίτερο, για την ακρίβεια μοναδικό, και ανεπανάληπτο. Σαν τον ποταμό του Ηράκλειτου είναι των αδυνάτων να εισδύσεις στο ίδιο σώμα κάθε φορά – ήδη η ροή των χυμών του το αλλάζει, όπως αλλάζει η φουσκονεριά ή η άμπωτις την όψη ενός όρμου.

Για τον λόγο αυτό, καμιά γυναίκα που άγγιξες πάνω από μία φορά δεν είναι ενική – είναι ένα πολύπτυχο, πολυπρόσωπο, πολύοσμο πλήθος. Για την ακρίβεια, είναι μια συλλογή από στιγμές, από ρευστές ή πυκνές διαθέσεις, από αισθήματα, βιώματα, από σκέψεις ακόμα, που έχουν σωματωθεί σε κινήσεις και παλεύουν ν’ αφήσουν επάνω σου κάθε μια το δικό της το ίχνος.

Άλλη γεύση έχει το λυπημένο φιλί και άλλη το χαρούμενο. Άλλη θέρμη αναδίδει η κουρασμένη αγκαλιά πριν τη νάρκη, κι άλλη το παιχνιδιάρικο σφίξιμο την ώρα της σχόλης. Άλλη είναι η κατάσαρκη εωθινή επαφή κι άλλη η κλεφτή, φευγαλέα οικειότητα στην εργάσιμη διάρκεια της μέρας. Και η σκέψη, α η σκέψη – αυτή σφραγίζει τα πάντα. Στης αγαπημένης το κορμί, κάτω απ’ όλες τις πτυχές της αιδούς, κάτω από τα μυστικά του πιο μύχιου εγώ, αναβοσβήνουν καθαρά στο καντράν σαν φωτάκια τη νύχτα όλα όσα ζουν και ξοδεύονται λες στους αθέατους νευρώνες μιας σχέσης: ο θαυμασμός και η ζήλεια, η συμπάθεια και η απώθηση, η στοργή και η γκρίνια, η αθέλητη κι όμως πανταχού παρούσα ειρωνεία, η λαγνεία σ’ όλα της τα σκαλιά, από τον λεπταίσθητο, ντελικάτο ερωτισμό ώς την ζωωδέστερη καύλα, η αδιαφορία, η απόσταση, η ψυχρότητα που γίνεται συγκατάβαση και μετά ξεσπά και συστρέφεται σε άρνηση, σε κραυγή για βοήθεια ή κρυφή αγωνία, η μόλις συγκρατημένη αγανάκτηση, η τρυφεράδα που έχει τόσο πολύ γυμνωθεί απ’ τον πόθο ώστε απόμεινε πλέον μητρική προστασία, η φιλότης και η ανάγκη της, ο κόπος, ο κόρος, η ανία – α προ παντός η ανία, αυτή η λίγη ζωή η πνιγμένη μέσα στο καθημερινό και το ασήμαντο…

Πόσα και πόσα εκεί δεν θα βρεις! Μέσα σε μια αγκαλιά, στην κοιλότητα που χωρίζει δυο στήθη, δυο θηλές ή δυο μπράτσα, λες χωράνε τα πάντα. Χωράει το παιδιάστικο καλωσόρισμα, το ανασκίρτημα της χαράς και της έξαψης, η πίστη μ’ όλες της τις σεμνές τελετές, η ντροπή, η αγάπη που έγινε δεσμά και σε πνίγει, οι όρκοι που τρέπονται τώρα ανεπίγνωστα σε οργή και σε λύσσα και σε υπόκωφο μίσος· χωράει τέλος η υπόσχεση για το αύριο, όσο κι αυτό το μελλούμενο αντίο.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

sch4

 

Το ελληνικό μυθιστόρημα: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Άρης Αλεξάνδρου

Το Νέο Πλανόδιον διοργανώνει συζήτηση για τη μυθιστοριογραφία στην Ελλάδα, τα επιτεύγματα και τα ελλείμματα, τις καταβολές και τις προοπτικές της

Συμμετέχουν:
Αγγέλα Καστρινάκη, πεζογράφος, καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης
Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, δοκιμιογράφος
Γιώργος Πινακούλας, δοκιμιογράφος, μεταφραστής
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας

το Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019, στις 12.00
στο Βιβλιοπωλείο Εν Πλω (Χαριλάου Τρικούπη 6)

Ο Γαργαντούας strikes back

Joachim_Beuckelaer_-_Keukenscène_met_Christus_en_de_Emmaüsgangers.jpg

Ο Γαργαντούας strikes back

François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Εξάντας, Αθήνα 2018, σσ. 321.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ 

~.~

Τέσσερα μεγάλα εκδοτικά γεγονότα έλαβαν χώρα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, όσον αφορά το μυθιστόρημα. Το πρώτο ήταν η αναμενόμενη από πολλού έκδοση του δεύτερου τόμου του Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα στην εξαιρετική νέα μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου, από τις εκδόσεις της Εστίας. Το δεύτερο ήταν η ολοκλήρωση της μνημειώδους έκδοσης του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, με την κυκλοφορία του έβδομου και τελευταίου τόμου, στη μετάφραση των Παύλου Ζάννα και Παναγιώτη Πούλου, και πάλι απ’ τις εκδόσεις της Εστίας. Το τρίτο ήταν η πλήρης έκδοση του υπέροχου Φάμπιαν του Έριχ Κέστνερ, σε μετάφραση Άντζης Σαλταμπάση, από τις εκδόσεις Πόλις. Το τέταρτο, τέλος, που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι η επανέκδοση του Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ, σε μετάφραση του Φίλιππου Δρακονταειδή, απ’ τη διάσημη «Λευκή σειρά» του Εξάντα.

Το έργο του Φρανσουά Ραμπελαί, όπως τα έργα όλων των μεγάλων συγγραφέων της Αναγέννησης, όπως λόγου χάρη τα έργα του Θερβάντες ή του Σαίξπηρ, επιστρέφει διαρκώς και θα συνεχίσει να επιστρέφει. Και κάθε φορά οι αναγνώστες θα το απολαμβάνουν ξανά και θα βρίσκουν νέες ευκαιρίες χαράς και νέα νοήματα στην ανάγνωσή του. Ο Ραμπελαί έρχεται απ’ τα βάθη των αιώνων, με το ηχηρό γέλιο του και την επαναστατική του αισιοδοξία, έτοιμος να υπονομεύσει κάθε αυθεντία και να γκρεμίσει κάθε κατεστημένη γνώση. Και μας είναι ωφέλιμος και απαραίτητος, όχι μόνο για να ξεκαρδιζόμαστε με τις περιπέτειες των ηρώων του, αλλά και για να βλέπουμε τον κόσμο κριτικά και ελεύθερα, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς παρωπίδες, χωρίς το σκοτάδι που απλώνουν οι αγέλαστοι προπαγανδιστές κάθε εξουσίας.

Ο Ραμπελαί ήταν ένας γιατρός που έβαζε τους ασθενείς να γελάνε με την αρρώστια τους· ένας παπάς που έκανε τους πιστούς να καγχάζουν με βλάσφημα ανέκδοτα· ένας πολιτικός που έσπρωχνε το λαό να χλευάζει τους ηγέτες του· ένας γελωτοποιός που ύμνησε το γέλιο ως τη σοβαρότερη δραστηριότητα του ανθρώπου. Χωρίς τον Ραμπελαί ο σύγχρονος κόσμος δε θα ’χε τη μορφή που έχει, όπως χωρίς τον Αριστοφάνη η αρχαιότητα δε θα ’ταν όπως την ξέρουμε. Το διονυσιακό γέλιο του Ραμπελαί, γεμάτο αγαθότητα αλλά και αφοβία, είναι θεμέλιο του πολιτισμού μας. Χάρη σ’ αυτόν και χάρη σ’ όλους τους μεγάλους κωμωδούς που τον ακολούθησαν, ο σύγχρονος Ευρωπαίος έχει κερδίσει το δικαίωμα να γελοιοποιεί κάθε κατεστημένη πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική και ιδεολογική εξουσία. Γιατί ο Ραμπελαί μάς δίδαξε ότι κάθε εξουσία μέλλει να πεθάνει και ν’ αντικατασταθεί από κάποια άλλη. Καμία εξουσία δεν είναι αιώνια. Αιώνια είναι μόνο η ανθρωπότητα. Σήμερα, μετά τις πιο απόλυτες εξουσίες που υπήρξαν ποτέ, μετά τη ναζιστική και τη σταλινική δικτατορία, οι οποίες κατέρρευσαν κι εξαφανίστηκαν και περιήλθαν στην οριστική λήθη, το μάθημα του Ραμπελαί παραμένει επίκαιρο. Καμία εξουσία αγέλαστων τυράννων δεν μπορεί να ζήσει αιώνια. Και αυτό ισχύει και για τη σκοταδιστική ισλαμιστική βία, για τα αυταρχικά και ανελεύθερα καθεστώτα της εποχής μας, ακόμα και για τη στενόμυαλη οικονομίστικη διαχείριση των δυτικών ελίτ. Και αυτές οι εξουσίες θα αφανιστούν κάποια μέρα, όπως αφανίστηκαν πολλοί χειρότεροι δικτάτορες. Ο Ραμπελαί όμως θα συνεχίσει να γελά, ηχηρά και καλόκαρδα, χλευάζοντας τη σιγουριά, την αγελαστία, τη μάταιη εξουσιολαγνεία τους.

Francois-Rabelais-4Στον Ραμπελαί βρίσκουμε συμπυκνωμένα τα ωραιότερα στοιχεία της αναγεννησιακής λογοτεχνίας: την οργιώδη φαντασία και τη βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο, για την ανθρωπότητα συνολικά και για τον κάθε άνθρωπο ειδικά. Ο Ραμπελαί δημιουργεί υπέροχους ουτοπικούς κόσμους και εγκαθιστά εκεί τον άνθρωπο, εν μέσω μιας επίγειας Εδέμ, όπου το σώμα και το πνεύμα συμφιλιώνονται και απολαμβάνουν χωρίς ενοχή. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να μη θαυμάσει κανείς μία από τις ωραιότερες ουτοπίες, έναν απ’ τους πιο εντυπωσιακούς επίγειους παραδείσους που συνέλαβε ποτέ ανθρώπινος νους: τη χώρα του Θελήματος (Pays de Thélème)! Εκεί, στο μοναστήρι που ίδρυσε ο Γαργαντούας για τον αδερφό Ιωάννη, τον αγαπημένο του σύντροφο, όρισαν να μην υπάρχουν ούτε τείχη που να περικλείουν το χώρο ούτε ρολόγια που να περιορίζουν το χρόνο, και να γίνονται όλοι δεκτοί, άντρες και γυναίκες, ελεύθεροι να έρθουν και να φύγουν όποτε θελήσουν.

Όλη τους η ζωή ήταν καθορισμένη όχι από νόμους, καταστατικά ή κανονισμούς, αλλά σύμφωνα με τη θέληση και το αυτεξούσιό τους. Σηκώνονταν από το κρεβάτι όποτε τους άρεσε, έπιναν, έτρωγαν, εργάζονταν, κοιμούνταν, όταν τους ερχόταν η όρεξη. Κανείς δεν τους ξυπνούσε, κανείς δεν τους ζόριζε ούτε για να πιουν ούτε για να φάνε ούτε για να κάνουν οτιδήποτε άλλο. Έτσι το είχε καθιερώσει ο Γαργαντούας. Ο κανονισμός τους δεν ήταν άλλος από το ακόλουθο άρθρο:

ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΛΗΣΕΙΣ[1]

Ο Ραμπελαί είναι προφήτης και συνδημιουργός, μαζί με τους άλλους μεγάλους ουμανιστές, ενός πραγματικά νέου κόσμου, ενός κόσμου πιο ελεύθερου, πιο δημοκρατικού, πιο αισιόδοξου. Ο Ραμπελαί, ο Έρασμος, ο Σαίξπηρ, ο Μπος και ο Μπρέγκελ, όλοι οι λόγιοι και οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης, έφεραν το πνεύμα των Νέων Χρόνων και οδήγησαν την Ευρώπη σε μια κοσμογονική αλλαγή.

~.~

Η μετάφραση του Γαργαντούα απ’ τον Φίλιππο Δρακονταειδή, με πλούσια εισαγωγή και σημειώσεις, είχε κυκλοφορήσει αρχικά απ’ τις εκδόσεις Πατάκη το 1988. Στη συνέχεια, ο Δρακονταειδής μετέφρασε και τον Πανταγκρυέλ· και τα δύο βιβλία εκδόθηκαν μαζί απ’ το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1994. Τα δύο ραμπελικά βιβλία επανεκδόθηκαν το 2004 απ’ την Εστία, και σήμερα, αναθεωρημένα και εμπλουτισμένα, στην οριστική τους μορφή απ’ τον Εξάντα.

Για να εκτιμηθεί η τεράστια σημασία της μετάφρασης του Δρακονταειδή και ο κόπος που κατέβαλε για να γυρίσει στη γλώσσα μας τον Ραμπελαί, πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, ότι ο μέγας Γάλλος μυθιστοριογράφος άργησε πάρα πολύ να βρει το δρόμο του προς τη γλώσσα και τη λογοτεχνία μας. Έπρεπε να περάσουν πάνω από τέσσερις αιώνες απ’ τη στιγμή που πρωτοείδε το φως ο Πανταγκρυέλ, ο βασιλιάς των Διψωδών (1532), προτού εμφανιστεί στα ελληνικά ένα ανθολόγιο μ’ επιλεγμένα αποσπάσματα, σε μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών 1950). Η μετάφραση του Σκιαδαρέση είναι ακριβής και ωραία γλωσσικά. Είναι όμως ελλιπής και λογοκριμένη, και παρουσιάζει συνεπώς διαστρεβλωμένο ένα βασικό στοιχείο της γραφής του Ραμπελαί: την απόλυτα ελεύθερη χρήση της γλώσσας, που δε διστάζει να περιγράψει με ανατομική ακρίβεια τη σεξουαλική ζωή των ηρώων του και απολαμβάνει ιδιαίτερα τις σκατολογικές λεπτομέρειες. Ο Δρακονταειδής, αντίθετα, όχι μόνο μεταφράζει με ακρίβεια και πληρότητα, αλλά διασώζει ακριβώς αυτή την ελευθεροστομία, που είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της απόλυτης πνευματικής αφοβίας του Ραμπελαί.

Τι ήταν αυτό που εμπόδισε τη μετάφραση και την υποδοχή του ραμπελαισιανού έργου στην Ελλάδα; Όπως έχει επισημάνει η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου σε παλιότερη ωραία βιβλιοκρισία της για τη μετάφραση του Δρακονταειδή, ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο ήταν σαφώς η γλώσσα,

το δυσνόητο και δυσμετάφραστο ραμπελαιικό ιδίωμα: αρχαϊκά γαλλικά σε αδιαφοροποίητη ακόμη, πρωτεϊκή μορφή […] ένα δύσκολο να περιγραφεί μάγμα λόγιας και δημώδους γλώσσας, κατάμεστο από ντοπιολαλιές, επαγγελματικά ιδιόλεκτα, λογοπαίγνια, νεολογισμούς, λατινισμούς, ελληνισμούς (ο Ραμπελαί προίκισε τα γαλλικά με πλήθος λέξεις ελληνικής προέλευσης, όπως olympiade, microcosme, encyclopedie, κτλ.) […][2]

Πιο σημαντικός λόγος όμως ήταν η αφοβία και η ανατρεπτικότητα του μυθιστορήματος του Ραμπελαί,

η άκρατη ελευθεριότητα αλλά και ελευθερία του ραμπελαιικού λόγου. H πιο χυμώδης αθυροστομία επιστρατεύεται, αφενός, για να αναδείξει με μπουφόνικη και ενθουσιώδη εμμονή τις πεζότερες σωματικές ανάγκες, για να εστιάσει με ασύστολη πληθωρικότητα στο φαγητό, στο πιοτό, στην πεολατρεία, στα κωλοσφούγγια, στην αποπάτηση […] H ίδια αδρή και συχνά βίαιη γλώσσα επιστρατεύεται, αφετέρου, για να στηλιτεύσει σατιρίζοντας τα κληροδοτήματα της «σκοτεινής εποχής των Γότθων», τους αρτηριοσκληρωτικούς θεσμούς, τον παπισμό της Ρώμης (αλλά και τον καλβινισμό της Γενεύης), τον λογιοτατισμό και την αμάθεια, τον σκοταδισμό, την απληστία, τη σεμνοτυφία· γλώσσα δριμεία εναντίον πάντων των «αγελάστων» (ας μην ξεχνάμε, εγγύτερα σ’ εμάς, την Πάπισσα Ιωάννα), εναντίον αυτών που ο Ραμπελαί αποκαλεί «θρησκομανείς, σαλιγκαρομανείς, υποκριτές, ψευδευλαβείς, πορνευλαβείς…» (Πανταγκρυέλ, κεφ. 34), εναντίον των «Σορβονάγρων» θεολόγων, πρωτίστως, που του ανταπέδωσαν τη φιλοφρόνηση καταδικάζοντας κατ’ επανάληψιν τα βιβλία του ως άσεμνα και αιρετικά. Αν λοιπόν τα έργα του Ραμπελαί παρέμειναν επί μακρόν αμετάφραστα, ήταν αναμφίβολα και λόγω της ανατρεπτικής τους σκέψης – ανατρεπτικής τότε, ανατρεπτικής ακόμη και σήμερα![3]

Η λογοτεχνία μας, για λόγους που πρέπει ν’ αναζητηθούν ίσως στην κοινωνιολογία ή την κοινωνική ιστορία του νέου ελληνισμού, παρέμεινε επί μακρόν, και μέχρι σήμερα σχεδόν, σοβαρή και σοβαροφανής. Το χαμηλό και λαϊκό, το καθαυτό κωμικό, δυσκολεύτηκε, και δυσκολεύεται ακόμα, να περάσει το κατώφλι της υψηλής λογοτεχνίας.

gargantoyas-kai-pantagkryel-9786185370152-200-1345818Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όσον αφορά τη μετάφραση του ραμπελαισιανού μυθιστορήματος, έχει η απόδοση των κυρίων ονομάτων. Ο Ραμπελαί εξαντλεί τη γλωσσοπλαστική του δεινότητα και το οργιαστικό χιούμορ του στη σύνθεσή τους. Έτσι, ο μεταφραστής καλείται να βρει λύσεις ώστε να διατηρηθεί αυτό το καταιγιστικό χιούμορ και ταυτόχρονα η σημασία των ονομάτων, που συνδέεται άμεσα με τα συμφραζόμενα της αφήγησης. Εδώ οι επιδόσεις του Δρακονταειδή, όπως επεσήμανε και η Μαργέλλου στην προαναφερθείσα βιβλιοκρισία της, είναι ιδιαίτερα υψηλές. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ευφυέστατη απόδοση του Janotus de Bragmardo ως Ιωαννίκιου Κοντοπεοφόρου. Ο Ιωαννίκιος είναι εκπρόσωπος της Θεολογικής Σχολής του Παρισιού και στο πρόσωπό του ο Ραμπελαί σατιρίζει την επηρμένη σοφία των καθηγητών, την οσφυοκαμψία τους μπροστά στην εξουσία και τη διαπλοκή τους μ’ αυτήν, όπως επίσης και την ανοησία και στενομυαλιά τους. Ο Ραμπελαί έχει εκλατινίσει το γαλλικό όνομα Jeannot de Braquemart, όπως εξηγεί ο Δρακονταειδής στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 353, σχόλιο 172). Braquemart ονομαζόταν ένα κοντό και φαρδύ ξίφος. Ταυτόχρονα όμως με αυτή τη λέξη υπονοούνταν ο άντρας που έχει μικρό πέος. Αναλογικά λοιπόν με το ξιφοφόρος, και το κοντοξιφοφόρος, όπως θα έπρεπε να ονομαστεί ο Ιωαννίκιος, ο Δρακονταειδής τον ονομάζει κοντοπεοφόρο. Έτσι, διατηρεί το αστείο του Ραμπελαί, που υποβιβάζει και διακωμωδεί την υψηλή θέση και το σεβασμό που υποτίθεται πως απολαμβάνει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής της θεολογίας.[4]

Άλλη ακριβής, και ταυτόχρονα πανέμορφη, απόδοση ονόματος είναι ο Frère Jean des Entommeures, που γίνεται, στη μετάφραση του Δρακονταειδή, αδελφός Ιωάννης ο Λιανιστής. Ο Σπύρος Σκιαδαρέσης το είχε αποδώσει ως Ιωάννης ο Πετσοκόφτης. Ο Δρακονταειδής, όπως εξηγεί στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 361, σχόλιο 237), προτιμά το «λιανιστής», ώστε να συσχετιστεί με τη λέξη entamures, δηλαδή «κάνω κομματάκια». Η συσχέτιση έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στον Ραμπελαί, και ειδικά στα επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστεί ο αδελφός Ιωάννης, συνδέονται η κουζίνα, τα κουζινικά σκεύη και η μαγειρική γενικά με τη μάχη, την εξόντωση και το κομμάτιασμα των αντιπάλων. Ο πολεμιστής σφάζει και κομματιάζει τους εχθρούς του, όπως ο μάγειρας κομματιάζει το κρέας για να το κάνει κιμά. Και όλα αυτά βέβαια συνδέονται με την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, την οποία ο Ραμπελαί, ως άνθρωπος της Αναγέννησης και ως γιατρός, πραγματικά λάτρευε. Σε όλο του το έργο υπάρχουν λεπτομερείς απαριθμήσεις των ανθρώπινων μελών και οργάνων, εξωτερικών και εσωτερικών. Στο κεφάλαιο 27 του Γαργαντούα μάλιστα, όπου ο αδερφός Ιωάννης κάνει την εντυπωσιακή του είσοδο στο μυθιστόρημα, επιτίθεται με αδάμαστη ορμή και κυριολεκτικά λιανίζει τους εισβολείς, που καταστρέφουν τον αμπελώνα του μοναστηριού και απειλούν να στερήσουν τους μοναχούς από τον απαραίτητο για τη θεία λειτουργία αλλά και για την κρασοκατάνυξη οίνο. Παρόμοια ισχύουν και για άλλα ονόματα: Songecreux – Κουφιόνειρας, Jousse Bandouille – Ιούσιος Καυλαρχίδης, Trepelu – Σκοροφαγωμένος, Touquedillon – Απαλαργαχτύπας, Raquedenare – Ξεστροδηνάριος, Engoulevent – Καταπιαέρας κ.ά.

Αξίζει να τονιστεί και να επαινεθεί, πάνω απ’ όλα, η λεπτή ισορροπία μεταξύ σεβασμού και ελευθερίας με την οποία αντιμετώπισε ο Δρακονταειδής το ραμπελαισιανό κείμενο. Μεταφράζει με ακρίβεια το γαλλικό πρωτότυπο, χωρίς να παραλείπει ή να διασκευάζει κανένα σημείο και χωρίς βέβαια να λογοκρίνει τον άφοβο βλάσφημο λόγο του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, δεν μένει προσκολλημένος στο γράμμα του κειμένου, αλλά κατορθώνει να αποδώσει το πνεύμα του και να δημιουργήσει ένα αυτόνομο λογοτεχνικό κείμενο στα νέα ελληνικά. Η μετάφραση του Δρακονταειδή διαβάζεται ευχάριστα και χωρίς προσκόμματα. Είναι μια πραγματική μετακένωση του γαλλικού αριστουργήματος στη γλώσσα υποδοχής του.

Οι Έλληνες λάτρεις της μυθιστοριογραφίας δεν μπορούμε παρά να υποδεχτούμε με γαργαντουική χαρά την επανέκδοση του ραμπελικού έργου στα ελληνικά και να συγχαρούμε τόσο τον μεταφραστή όσο και τις εκδόσεις Εξάντας για την προσφορά τους στα γράμματα. Και βέβαια να ευχηθούμε αυτή η σπουδαία προσπάθεια να συμπληρωθεί μελλοντικά με τη μετάφραση του Τρίτου, του Τέταρτου και του Πέμπτου Βιβλίου του μυθιστορήματος, ώστε να έχουμε επιτέλους στα ελληνικά όλον τον Ραμπελαί, καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο των πεντακοσίων χρόνων απ’ την πρώτη έκδοση του Πανταγκρυέλ. Ελάτε λοιπόν, όλοι οι λάτρεις του μυθιστορήματος, φτωχοί, ταλαιπωρημένοι κι αποτυχημένοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, πόρνοι, περιγελαστές, δεύτε λάβετε τούτο το γελαστικό βάλσαμο, που θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Εξάντας, Αθήνα 2018, σε. 321.

[2] Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, «Γιγαντογραφημένα πάθη», εφ. Το Βήμα, 21.11.2004.

[3] Ό.π.

[4] Ας αναφερθεί εδώ και η μεταφραστική επιλογή του Σκιαδαρέση, εξίσου επιτυχής κατά την άποψή μας: o Janotus de Bragmardo αποδίδεται ως Ιωαννίκιος Σπαθοβάζης. Το υπονοούμενο είναι λιγότερο προφανές, αλλά σαφές και ακούγεται ωραίο στα ελληνικά.

Η Αίρεσις του Δεν

IMG_3474_1024x1024

Ἡ Αἵρεσις τοῦ Δέν

του ΙΓΟΥΑΣΑΚΙ ΓΙΑΤΑΡΟ

Γιατί, δὲ θέλω, δὲν μπορῶ, δὲν καταδέχομαι,
ὅσα ἔζησα
τώρα μονάχα ποίηση νά ’ναι
Βύρων Λεοντάρης, Ἡ ὁμίχλη τοῦ μεσημεριοῦ (1959)

 

ΝΑ ’ΤΑΝΕ ΚΑΠΟΙΟΣ νὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ λυ­τρω­μό… Για­τὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἀρ­νη­θεῖ, μ’ ό­λο του τὸν σε­βα­σμὸ στὴν πα­ρά­δο­ση καὶ στὰ πο­λι­τι­στι­κά της ἐ­πι­τεύγ­μα­τα, τε­λι­κὰ πι­ό­τε­ρο συμ­φω­νοῦ­σε μ’ αὐ­τὰ ποὺ δι­ά­βα­ζε στὴν ὀ­θό­νη τῆς ταμ­πλέ­τας του. Κι αὐ­τὸς, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, θὰ ἤ­θε­λε, σὰν τὴν πα­ρέ­α τοῦ Μυ­λω­νο­γιά­ννη, «νὰ τρα­γου­δή­σῃ τὸν π ο­ ν ε­ μ έ­ ν ο  ἄ – ν­ θ ρ ω­ π ο στὴν προ­σπά­θειά του νὰ λυ­τρω­θεῖ οἰ­κο­νο­μι­κά, πνευ­μα­τι­κά», για­τὶ ὁ «πο­νε­μέ­νος ἄνθρω­πος» ἔ­τσι σκέ­το κι ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο δὲν τοῦ ’­λε­γε τί­πο­τα… Τί τὸν ἔ­νοια­ζε αὐ­τὸν γιὰ τὶς ἀρ­ρυθ­μί­ες τοῦ Κον­το­μη­νᾶ, ἂν εἶ­ναι ὄν­τως σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στος ὁ Πού­τιν, πῶς πά­ει ὁ καρκίνος τοῦ Ἐρ­ντο­γάν…

Καὶ στὸ ἄλ­λο θὰ συμ­φω­νοῦ­σε· δὲν εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χή μας γιὰ «τὰ γι­α­ρε­δά­κια, ὁ­ποῦ ’­ναι / καθὼς τὰ προ­σα­νάμ­μα­τα στὴ στιά», ἂν εἶ­ναι τ έ­ τ ο ι α  ἐ­ π ο­ χ ὴ νὰ τὴν κοιτ­τᾶς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ μο­νὸ­κλ τοῦ κυ­ρί­ου Μα­λα­κά­ση… Κι ἂν ἦ­ταν νὰ κά­νῃ ἐ­πι­τέ­λους μιὰν ἐ­ξαί­ρε­ση, ἂς τὴν ἔκα­νε γιὰ κεῖ­νο τὸ γι­α­ρε­δά­κι τοῦ Μι­χά­λη Κα­τσα­ροῦ στῶν κλε­φτῶν τὴ μά­ζω­ξη, καὶ τ’ ἄλ­λο τοῦ Τρελ­λο­σκα­ρίμ­πα πα­ρέ­α μὲ τὸν Κύ­ριο τοῦ Τζάκ, ὅ­ταν ἀ­ψη­λώ­νου­νε τὰ με­ρά­κια καὶ γένων­ται δα­χτυ­λι­δά­κια οἱ κα­η­μοί!…

ΛυτρωμόςΝὰ ’ρ­χό­τα­νε, λέ­ει, κά­ποι­ος, καὶ νὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ Λυ­τρω­μό !… Τί ψυ­χὴ εἶ­χε – ἑ­φτὰ τεύ­χη ὅλα κι ὅ­λα πρὶν τὴν ἄ­δο­ξη κα­τά­λη­ξη, Δε­κέμ­βρη τοῦ ’33… Κι ἂς εἶ­χε ὅ­λες τὶς φθο­ρὲς τοῦ χρό­νου στὸ πε­τσί του! Κι ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φα­γω­μά­ρα τῶν τρο­τσκι­στῶν μὲ τὴν προ­λε­τα­ρια­κὴ ὀρ­θο­δο­ξί­α μέ­σα στὶς ἴ­δι­ες τὶς σε­λί­δες του… Κι ἂς λοι­δω­ρού­σα­νε ἔ­τσι ἄ­σπλα­χνα τὸν Κρισνα­μοῦρ­τι! Κι ἂς βάλ­θη­καν νὰ ψα­λι­δί­σου­νε τὰ φτε­ρὰ τῶν μα­ραμ­ποῦ τοῦ Καβ­βα­δί­α γιὰ νὰ δο­ξά­σουν ἕ­ναν φτω­χὸ δε­κα­εν­νι­ά­χρο­νο ψα­ρὰ ὀ­νό­μα­τι Φώ­τη Ἀγ­γου­λέ, ποὺ ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν ψα­ριά του, μο­σχο­βο­λών­τας θά­λασ­σα καὶ λα­κέρ­δα – ἐ­κεῖ στὴ Χιὸ ὅ­που ζοῦ­σε!…

Τὸ ἔ­νι­ω­θε: ἡ ἄρ­νη­σή τους ἦ­ταν ἡ πλη­γω­μέ­νη τους ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια· ἡ ἀ­στι­κὴ ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α, τὰ πε­νι­χρά τους μέ­σα, τρο­φο­δο­τοῦ­σαν τὴν ὑ­πε­ρή­φα­νη ἀ­κα­τα­δε­ξιά τους, τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ ἄλ­λοι σκί­πη­δες στρῶ­ναν κα­ρι­έ­ρες… Φτω­χὰ, ἀ­σπού­δα­χτα παι­διά, ψυ­χὲς εἰ­κο­σά­χρο­νες φαρμα­κω­μέ­νες ποὺ ἡ πι­στο­λιὰ τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη σκό­τω­σε μέ­σα τους διὰ παν­τὸς τὸν Μπατα­ριᾶ, καὶ τώ­ρα θέ­λα­νε νὰ θυ­μί­σουν «στοὺς με­φι­στο­φε­λι­κοὺς ὀ­πα­δί­σκους τῆς καρλαϋ­λι­κῆς ἀ­ε­ρο­λο­γί­ας καὶ στὴν ποί­η­ση», ὅ­πως λέ­γαν, πὼς εἶ­χε φτά­σει πιὰ ἡ ὥ­ρα τῆς ὁρι­στι­κῆς τους κα­τα­δί­κης, τοῦ λυ­τρω­μοῦ ἡ ὥ­ρα…

Τὸ μό­νο ποὺ κα­τα­φέρ­να­νε ἦ­ταν νὰ χα­λᾶ­νε τοὺς στί­χους τους:

Στὸ πρόσωπό σου τὸ χλωμὸ γροικῶ τὴν ἀγωνία
πὤχει ἡ καρδιά σου, ἀλήτη μου, τὸν πόνο τὸν κρυφό…
Καὶ βλαστημῶ μουτζώνοντας τὴ γύρω κοινωνία,
μ’ αὐτά της τ’ ἄθλια ξόανα τοὺς δῆθεν «κομιλφώ!»

 

ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι χα­λα­σμέ­νοι ἤ­τα­νε πι­ό­τε­ρο ἀ­λη­θι­νοί, καὶ λέ­γα­νε, καὶ γιὰ τοὺς ἴ­διους καὶ γιὰ τὸν κό­σμο γύ­ρω τους ποὺ τοὺς πλή­γω­νε, πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­λη­θι­νά! (Γι’ αὐτὸ τὸ τάχα «ὡραῖο», τὸ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, ποὺ «νευρίαζε» τὸν ἀστὸ ποιητὴ Γ.Σ. καθὼς κατσάδιαζε, γι’ ἀκόμη μιὰ φορά, τώρα καὶ στὸ χαρτί, τὸν νιόπαντρο Ἀγγουλὲ ἐκείνη τὴν Κυριακή, 30 τοῦ Γενάρη τὸ ’44 στὴν Αἴγυπτο…) Για­τὶ ἔ­τσι κα­θὼς μου­τζώ­να­νε τοὺς ἄλ­λους, τὴν κοινωνί­α καὶ τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό, βγαί­να­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πυ­ρό­βλη­το τῆς ψεύ­τι­κης εὐ­πρέ­πειας μου­τζώ­νον­τας τὸν ἴ­διο τους τὸν ἑ­αυ­τό, ὅ­πως σὲ κεί­νους τοὺς σπα­ρα­κτι­κοὺς στί­χους τοῦ Ζώ­η Μά­να­ρη, σα­ράν­τα χρό­νια, ἕ­ναν πό­λε­μο κι ἕ­ναν ἐμ­φύ­λιο με­τά:

μακροσκελῆ Ζώη Μάναρη,
ποὺ βρέχεσαι στὰ καρροτσάκια,
μουτζώνοντας ἀνάσκελα τὸν οὐρανό!
Φώναξες, μὰ ἡ κραυγή σου ἦταν ἀπὸ χαρτί
καὶ δὲν ἄγγιξε τίποτα!…

 

Ἂν ὑ­πάρ­χει μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς κραυ­γῆς, αὐ­τὴ ἔ­χει νὰ κά­νῃ πρὶν ἀ­π’ ὅ­λα μὲ ἐ­ρεί­πια. Θυμᾶται τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ἑ­ξήν­τα ἕ­ναν σκο­τει­νὸ ἄν­θρω­πο. Κον­τὸ μὲ ζα­ρω­μέ­νο δέρμα καὶ μαῦ­ρα μά­τια ποὺ λάμ­πα­νε βα­θειὰ στὶς κόγ­χες… Τὸν εἶ­χε συ­ναν­τή­σει ἕ­να μεσημέ­ρι στὴν στο­ὰ τοῦ πα­λιοῦ Εἰ­ρη­νο­δι­κεί­ου. Βα­στοῦ­σε μιὰ φθαρ­μέ­νη δερ­μά­τι­νη τσάντα γε­μά­τη δι­κό­γρα­φα. Μα­ζὶ μὲ μιὰ δι­κή του συλ­λο­γὴ τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει κι ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Κρί­τω­να Ἀ­θα­να­σού­λη. Τοῦ ἔ­μει­νε στὴ μνή­μη για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ θὰ λεῖ­παν οἱ δι­κοί της στὴν Κρή­τη, κι ἔ­τσι αὐ­τὸς θὰ κοι­μό­τα­νε στὸ σπί­τι της… Στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸν Κορυδαλ­λὸ τῆς δι­ά­βα­ζε:

Τώρα ποὺ τρώει ἡ ἀγωνία τὸ πρόσωπο τῆς γῆς,
τί νὰ διαλὲς τὰ λόγια σου, τί νὰ προσέχῃς,
πῶς γίνεται καλύτερα νὰ πῇς τὴν λέξη ἀπελπισία;…
 
Γι’ αὐτὸ κι ἡ τέχνη μου ἔτσι ἀτημέλητη
φαντάζει,
μοιάζοντας μὲ τὴ φριχτὴ γυναίκα ὅπου πετιέται
μισόγυμνη ἀπ’ τὸ σπιτικὸ ποὺ καίεται
στοὺς δρόμους.
Ποιός ἔχει νοῦ νὰ πάρῃ ἀπ’ τὸ συρτάρι του
βραχιόλια καὶ μαλάματα,
νὰ στολιστῇ μ’ αὐτὰ κι ἀπὲ νὰ ξεχυθῇ
μὲς στὰ στενὰ φωνάζοντας βοήθεια!

 

Ἀλ­λὰ τώ­ρα ποὺ τὸ ξα­να­σκε­φτό­ταν, ἴ­σως νὰ εἶ­χε δί­κιο κι ὁ Ἀρ­γυ­ρί­ου ποὺ τοὺς κα­τα­λό­γι­ζε ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στή­σου­νε ἀν­τί­λο­γο ἀ­πὸ ἔλ­λει­ψη παι­δεί­ας, μὲ τὰ φτωχὰ μαρξιστικά τους νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸν συγκροτημένο κι ἐν Παρισίοις σπουδαγ­μένο συνομήλικό τους Πηνιάτογλου… Ὅ­ταν, ὅ­μως ἔ­φτα­σε στὸ τεῦ­χος 3 καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὸ σχό­λιό τους «Κα­τά­πτω­ση!» δὲν μπό­ρε­σε νὰ μὴν χα­ρεῖ τὸ κρι­τι­κό τους θάρ­ρος, κι ἔ­πε­σε σὲ ἡ­δο­νι­κὴ ἀνά­γνω­ση ποὺ στὴν πο­ρεί­α της τοῦ προ­κά­λε­σε ἀ­νά­λο­γους σύγ­χρο­νους συ­νειρ­μούς:

Ἀ­πὸ τὸ Βό­λο μᾶς στεί­λα­νε μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα, τὴ «Λα­ϊ­κὴ Φω­νή», ἀ­πὸ τὸ χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ὁ­ποί­ας, μὲ ὑ­πο­γρα­φὴ Ἄ­θως Τριγ­κώ­νης, ἀν­τι­γρά­φου­με τὰ ἑ­ξῆς δι­α­σκε­δα­στι­κά, μὰ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ ξε­πε­σμοῦ τῶν λο­γί­ων μας:

«Στὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κὴ “Ἑ­στί­α” τῆς Τρί­της 18ης Ἰ­ου­λί­ου, ὁ με­γά­λος μας ποι­η­τὴς κύ­ριος —ὁ­λο­γρά­φως— Σκί­πης, δη­μο­σι­εύ­ει ἕ­να ἄρ­θρο “του” γιὰ τὸν Νορ­βη­γὸ συγ­γρα­φέ­α Μπγι­έν­ρσον, τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι παρ­μέ­νο, μὲ τὸν τί­τλο του μα­ζύ, ἀ­πὸ τὸ Γαλ­λι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ “Φι­λο­λο­γι­κὰ Νέ­α” τῆς 3ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932 (σε­λί­δες 6η, στῆ­λες 4η καὶ 5η). Ἀ­πὸ τὴ με­τά­φρα­ση αὐ­τὴ λεί­πουν με­ρι­κὰ κομ­μά­τια ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται εἰ­δι­κῶς στοὺς Γάλ­λους καὶ ποὺ ἀ­ναγ­κά­σθη­κε ἢ νὰ πα­ρα­λεί­ψει ἢ νὰ τὰ με­τε­τρέ­ψει ὁ κύ­ριος Σκί­πης, γιὰ νὰ μὴν τὸν πι­ά­σου­νε στὰ πράσ­σα. Λεί­πει ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὸ ἄρ­θρο αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ποὺ τὄ­γρα­ψε γαλ­λι­κά, τοῦ κ. —μὲ μι­κρὸ κ— Ζὰν Λε­σκοφ­φι­ὲ καὶ ἀντ’ αὐ­τοῦ ἔ­χει μπεῖ φαρ­δειὰ πλα­τειὰ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ με­γά­λου Ἕλ­λη­να ποι­η­τῆ Σω­τή­ρη Σκί­πη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σιά­ζει ἔ­τσι τὴν ξέ­νη σο­φί­α γιὰ δι­κιά του.»

Ἐ­μεῖς δὲν ξέ­ρου­με τί νὰ πρω­το­θαυ­μά­σου­με σ’ ὅ­λην αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση ὕ­ψους καὶ κα­τά­πτω­σης. Ὕ­ψους θρά­σους καὶ ἀ­ναί­δειας καὶ κα­τά­πτω­σης ἠ­θι­κῆς καὶ δι­α­νο­η­τι­κῆς. Νὰ θαυ­μά­σου­με τὸ με­γά­λο μας ποι­η­τῆ, τὸν ὑ­πο­ψή­φιο Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κό, ποὺ ἕ­ναν και­ρό, ἂν ὄ­χι καὶ τώ­ρα, ἐ­ρω­το­τρο­ποῦ­σε καὶ μὲ τό… Νόμ­πελ!, τὴ δι­α­νο­η­τι­κό­τη­τα αὐ­τῶν ποὺ τὸν δι­α­βά­ζουν καὶ τὸν θαυ­μά­ζουν κι­ό­λας (ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι!) ἢ τὴ στά­ση τῶν με­γα­λό­σχη­μων δι­α­νο­ου­μέ­νων μας, πού, μ’ ὅ­λο ποὺ θἄ­πε­σε σί­γου­ρα στὴν ἀν­τί­λη­ψή τους ἡ πα­ρα­πά­νω ἀ­χα­ρα­χτή­ρι­στη πρά­ξη τοῦ συ­να­δέλ­φου τους, ἀ­φί­νον­τας ἕ­να νέ­ο ἀ­π’ τὴν ἐ­παρ­χί­α —τι­μή του— νὰ τοῦ πε­τά­ξει τὴ λε­ον­τή!…

καὶ κα­λο­τύ­χι­σε τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ ἀν­τὶ νὰ ἔ­χῃ τὸ πορ­τραῖ­το του κρε­μα­σμέ­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους «με­γά­λους» στὰ γραφεῖα τῆς Νε­φέ­λης, θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μη τὸ «ποι­η­μα­τά­κι» τοῦ Σακελλά­ρη Καμ­πού­ρη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή του μὲ τὸν ση­μα­δια­κὸ τί­τλο Ἡ Αἵ­ρε­σις τοῦ Δέν :

Φτιάξτε
τὰ πορτραῖτα τῶν ποιητῶν
γιὰ
νὰ βλέπετε μετὰ ἀπὸ χρόνια
ποιοί μαλάκες
ἦταν
πιὸ ρεαλιστὲς
ἀπὸ σᾶς

 

[Ἐκ τοῦ Ἰ­α­πω­νι­κοῦ / Τρι­το­πρό­σω­πες Ἡ­με­ρο­λο­για­κὲς Ση­μει­ώ­σεις]

Ιβασάκι

ΙΓΟΥΑΣΑΚΙ ΓΙΑΤΑΡΟ