Czesław Miłosz, Tέσσερα ποιήματα

Czesław Miłosz, 1911 – 2004

~.~

Συνάντηση κατά τύχη

Βίλνιους, 1936
Περνάγαμε μέσ’ ἀπό παγωμένα χωράφια πάνω σ’ ἕνα κάρο τήν αὐγή.
Ἕνα κόκκινο φτερό ὑψώθηκε στό σκοτάδι.

Καί ξαφνικά ἕνας λαγός διέσχισε τό δρόμο.
Κάποιος μᾶς τόν ἔδειξε μέ τό χέρι του.

Αὐτά, πολύ παλιά. Κανείς τους σήμερα δέν εἶναι ζωντανός,
Οὔτε ὁ λαγός οὔτε ὁ ἄνθρωπος πού ἔκανε τή χειρονομία.

Ὥ ἀγάπη μου, ποῦ εἶναι, ποῦ πηγαίνουν
Ἡ λάμψη ἑνός χεριοῦ, ἡ ἀνταύγεια τῆς κίνησης, ὁ ψίθυρος τῶν βότσαλων.
Δέ ρωτάω ἀπό θλίψη, ἀλλά θαμπωμένος ἀπό ἀπορία.

///

Κι ὡστόσο τά βιβλία

Κι ὡστόσο τά βιβλία θά βρίσκονται πάνω στά ράφια, ξεχωριστές ὑπάρξεις,
Πού ἐμφανίστηκαν κάποτε, ἀκόμη ὑγρά
Ὅπως λαμπερά κάστανα κάτω ἀπό δέντρο τό φθινόπωρο,
Καί, ἀγγιγμένα, χαϊδεμένα, ἄρχισαν νά ζοῦν
Παρά τίς φωτιές στόν ὁρίζοντα, κάστρα ἀνατιναγμένα,
Φυλές ἐν πορείᾳ , πλανῆτες ἐν κινήσει.
«Ὑπάρχουμε» εἶπαν, ἀκόμη κι ἄν οἱ σελίδες τους
Ἦσαν κουρελιασμένες, ἡ φλόγα πού βούιζε
Ἔγλειφε ὥς τήν ἐξάλειψη τά γράμματά τους. Τόσο πιό μεγάλης διάρκειας
Ἀπό μᾶς, πού ἡ εὔθραστη θέρμη μας
Κρυώνει μαζί μέ τή μνήμη, σκορπίζεται, χάνεται.
Φαντάζομαι τή γῆ, ὅταν δέν θά ὑπάρχω πιά:
Τίποτα δέν συμβαίνει, καμιά ἀπώλεια, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀλλόκοτη παρέλαση,
Γυναικεῖες ἐνδυμασίες, δροσόλουστες πασχαλιές, ἕνα τραγούδι στήν κοιλάδα.
Ὡστόσο τά βιβλία ἐκεῖ πάνω στα ράφια θά εἶναι, ὑψηλῆς καταγωγῆς,
Προερχόμενα ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά κι’ ἀπό φῶς, κορυφαῖα ὕψη.

///

Ἀργοπορημένη ὡριμότητα

Ὄχι νωρίς, κοντά στό πλησίασμα τῶν ἐνενήντα χρόνων μου,
ἔνιωσα μιά θύρα ν’ἀνοίγει ἐντός μου καί εἰσῆλθα
στή διαύγεια τοῦ ἄγουρου πρωϊνοῦ.

Ἡ μια μετά τήν ἄλλη οἱ προηγούμενες ζωές μου ἀπέπλεαν
σάν καράβια, με τη θλίψη τους μαζί.
Και οἱ χῶρες, οἱ πόλεις, οἱ κῆποι, οί κόλποι τῶν θαλασσῶν
ὅσα παραχωρήθηκαν στόν χρωστήρα μου ἦρθαν ἐγγύτερα,
ἕτοιμα τώρα νά περιγραφοῦν καλύτερα ἀπό πρίν.

Δέν ἀποχωριζόμουν τούς ἀνθρώπους,
λύπη και συμπόνια μᾶς ἕνωναν.
Ξεχνᾶμε –ἐπέμενα νά λέω– πώς ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Βασιλιᾶ.

Γιατί ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προερχόμαστε δέν ὑπάρχει καμιά διαίρεση
μέσα στό Ναί καί τό Ὄχι, μέσα στό εἶναι, ἦταν καί θά εἶναι.

Ὑπήρξαμε ἄθλιοι, δέν χρησιμοποιήσαμε παραπάνω ἀπό ἕνα ἑκατοστό
τοῦ δώρου πού λάβαμε γιά τό μακρύ μας ταξίδι.

Στιγμές ἀπό χτές κι ἀπό αἰῶνες πρίν
– τό χτύπημα ενός ξίφους, τό βάψιμο τῶν βλεφαρίδων μπρος στον καθρέπτη,
ἕνα γυαλισμένο μετάλλιο, μιά θανάσιμη βολή τοῦ μουσκέτου,
μια καραβέλα μέ τό κύτος ποδισμένο πάνω σέ ὕφαλο –
κατοικοῦν μέσα μας,
προσδοκώντας μιάν ἐκπλήρωση.

Τό γνώριζα, πάντοτε, πώς θά ἤμουν ἕνας ἐργάτης τοῦ ἀμπελώνα,
ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ζωντανοί ἄνδρες καί γυναῖκες τοῦ ἴδιου καιροῦ,
εἴτε συνειδητά τό γνωρίζουν εἴτε ὄχι.

///

Τραγούδι γιά τό Τέλος τοῦ Κόσμου

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Μέλισσα περικυκλώνει ἕνα τριφύλλι,
Ψαράς μπαλώνει ἕνα γυαλιστερό δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια ἀναπηδοῦν στή θάλασσα,
Δίπλα σέ νερόλακκο χελιδονάκια παίζουν
Καί τό φίδι ἔχει χρυσαφένιο πουκάμισο ὅπως τοῦ πρέπει πάντα.

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Γυναῖκες μιλοῦν στά χωράφια κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τους,
Ἕνας μεθυσμένος νυστάζει στήν ἄκρη τῆς πρασιᾶς,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στό δρόμο
Καί μιά βάρκα μέ κίτρινα πανιά πλησιάζει τό νησί,
Φωνή βιολιοῦ κρέμεται στόν ἀέρα
Kαί ὁδηγεῖ σέ ἀστροφώτιστη νύχτα.

Καί κεῖνοι πού προσδοκοῦσαν ἀστραπές καί βροντές
Ἀπογοητεύονται.
Καί κεῖνοι πού περίμεναν σημάδια καί ἀγγέλων σάλπιγγες
Δέν τό πιστεύουν πώς συμβαίνει τώρα.
Ὅσο ὁ ἥλιος και ἡ σελήνη εἶναι ψηλά,
Ὅσο ὁ μπάμπουρας ἐπισκέπτεται τό ρόδο
Ὅσο γεννιοῦνται ροδαλά βρέφη
Κανείς δέν πιστεύει πώς συμβαίνει τώρα.

Μόνον ἀσπρομάλλης γέροντας, ἴσως προφήτης,
Ὅμως, δέν εἶναι προφήτης, γιατί εἶναι τρομερά πολυάσχολος,
Ἐπαναλαμβάνει καθώς στηρίζει τίς τομάτες του:
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα,
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα.

Βαρσοβία, 1944

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

///

Οἱ ἀποδόσεις αὐτές βασίζονται στίς ἀγγλικές μεταφράσεις τῶν ποιημάτων. Κατά σειρά: τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ καί τῆς Lillian Vallee· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas, ἐπίσης· τοῦ Αnthony Milosz.

*

*

*

Λεωνίδας Κακάρογλου (1952-2025): Μια ελεγεία στη μνήμη του

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

«Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου,
κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας»
“Γενέθλιο απόντων”
(Στο λευκό του βυθού, Πλέθρον 1989)

Τον Λεωνίδα τον γνώριζα από πολύ μικρός. Τα σπίτια μας ήταν στην ίδια περίπου γειτονιά, εκείνη του παλιού Νοσοκομείου Χανίων και ο Λεωνίδας τύχαινε να είναι συνομήλικος του αδερφού μου Σταύρου με τον οποίο εμένα με χωρίζουν τέσσερα χρόνια. Όταν εγώ τέλειωνα την Δευτέρα Δημοτικού, ο Σταύρος με τον Λεωνίδα, φίλοι κολλητοί και συμμαθητές, έμπαιναν στην Πέμπτη. Κι αυτό γιατί εγώ είχα κερδίσει χρονιά κατά την εγγραφή μου στην Πρώτη Δημοτικού καθώς ήμουν γεννημένος Γενάρη μήνα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια. Καθώς λοιπόν ξεκινούσαμε κάθε πρωί για το σχολείο από την ίδια γειτονιά, ήταν φυσικό να κατεβαίνουμε όλοι μαζί, αγουροξυπνημένοι, μικροί μεγάλοι, μια παρέα, με τις σχολικές τσάντες στα χέρια, για τα πετρόχτιστα σχολεία της οδού Κοραή.

Αγουροξυπνημένοι; Όλοι εκτός του Λεωνίδα. Γιατί αν για όλα τα παιδιά τότε το πρωινό ξύπνημα ήταν ένα αναγκαίο κακό που προσπαθούσαν να το απωθήσουν από τα βλέφαρά τους κερδίζοντας έστω και ένα τελευταίο δευτερόλεπτο πρωινού ύπνου, για τον Λεωνίδα το πρωινό ξύπνημα ήταν χαρά μεγάλη. Δεν ξυπνούσε απλώς στην ώρα του, ξυπνούσε τουλάχιστον μία, μπορεί και δυο ώρες νωρίτερα, ντυνόταν, έκανε μια γρήγορη επανάληψη στα μαθήματα της ημέρας, έφτιαχνε την τσάντα του, έπινε το γάλα του και τότε διαπίστωνε πως του περίσσευε πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος του χρειαζόταν για να περπατήσει μέχρι τα πετρόχτιστα. Οπότε τι έκανε; Ξεκινούσε από το σπίτι του στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια, έπαιρνε τον δρόμο προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του σχολείου, ανέβαινε τρία με τέσσερα τετράγωνα πάνω, την ανηφόρα της οδού Στέφανου Δραγούμη, έφτανε στο σπίτι μας και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, καθόταν στα σκαλάκια της εξώπορτας να περιμένει να ξυπνήσει ο συμμαθητής του Σταύρος, που ειρήσθω εν παρόδω, τις περισσότερες φορές ακόμα κοιμόταν, να σηκωθεί, να πλυθεί, να ντυθεί, να πιει το γάλα του για να κατέβουν μαζί κουβεντιάζοντας την κατηφόρα για τα σχολεία. Τον θυμάμαι ακόμα, πίσω από το χοντρό συρμάτινο τζάμι της εξωτερικής μας πόρτας, με κοντά παντελόνια, καθισμένο στα σκαλοπάτια, ένα μικρόσωμο ευγενικό αγόρι με κανελί σχεδόν ξανθά σγουρά μαλάκια και φακίδες στο πρόσωπο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και με μια δερμάτινη σχολική τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του να περιμένει τον συμμαθητή του να αδειάσει το ποτήρι με το γάλα που του είχε ετοιμάσει ο πατέρας μας, για να φύγουν μαζί στο σχολείο. Ο πατέρας μας, που ήταν ο πρώτος που ξυπνούσε στην οικογένεια, έβλεπε την σκιά του παιδιού πίσω απ’ το τζάμι, και θυμάμαι άνοιγε την πόρτα για να του πει μια καλημέρα: «Λεωνίδα, τι κάνεις εδώ;», «Περιμένω τον Σταύρο να φύγουμε μαζί σχολείο», «Πέρνα μέσα να περιμένεις, ο Σταύρος κοιμάται ακόμα, μην κάθεσαι εδώ μόνος», «Όχι, είναι πρωί ακόμα και δεν θέλω να ενοχλήσω». Συνήθως, καθόταν εκεί στα σκαλάκια, έβγαζε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο απ’ την τσάντα που την είχε ξαπλώσει στα γόνατά του, το άνοιγε πάνω της και συνέχιζε την επανάληψη κάποιου μαθήματος μέχρι ο Σταύρος να ετοιμαστεί, να πιει και την τελευταία γουλιά απ’ το γάλα του και να βγει έξω.

Θα μου πείτε και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί πίσω από αυτήν την τρυφερή σχολική εικόνα της παιδικής ηλικίας, ο Λεωνίδας αποκάλυπτε μια ιδιότητα, πήγα να πω μια ιδιοσυγκρασία, που θα τον συντρόφευε σε όλη την ενήλικη ζωή του και που, όχι λίγες φορές, έγινε αιτία άδικων παρεξηγήσεων. Αποκάλυπτε, θέλω να πω, το άγχος του για τα πράγματα που αγαπούσε, όπως η μάθηση, ένα αίσθημα ανάμεσα στην ανυπομονησία και την ασυγκράτητη διάθεση προσφοράς, ένα δημιουργικό άγχος, μια πλησμονή αισθημάτων που ανάβλυζε από μέσα του και τον κινητοποιούσε στο έπακρο και που σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, ήταν αυτό το αίσθημα που μετασχηματίστηκε σε άγχος για την ίδια τη ζωή και τις ευτυχισμένες στιγμές της, το αναπόφευκτο τέλος τους, καθώς και το αναπόφευκτο τέλος της ύπαρξής μας, σημαδεύοντας ως κύριο χαρακτηριολογικό γνώρισμα την ποίησή του. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από εδώ, ίσως, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς την παρουσίαση της συνολικής εικόνας του μετέπειτα πολιτικού μηχανικού, λάτρη της κινηματογραφικής τέχνης και σημαντικού ποιητή, Λεωνίδα Κακάρογλου.

Τα χρόνια πέρασαν, ακολουθήσαμε ο καθένας τον δρόμο του, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του, όμως ποτέ δεν χαθήκαμε αν και για πολλά χρόνια εγώ ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα και αυτός στα Χανιά. Συνετέλεσε σε αυτό ο γάμος του με την αγαπημένη συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, Δέσποινα Βαρδάκη, από τις ελάχιστες αναμνήσεις που είχα διατηρήσει μέσα μου από εκείνα τα παιδικά χρόνια. (περισσότερα…)

Πολλά τα νέα κόμματα, μα όλα τα ίδια μένουν


*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Σήμερα υπάρχει ακόμη η στίλβουσα επίστρωση
Που συγκρατεί τις υποτιθέμενες υποσχέσεις
Σε μια επιφάνεια»
JOHN ASHBERY

Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, θα προκαλέσει αναταράξεις στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας θετικές προσδοκίες για το μέλλον της χώρας. Υποστηρίζονται τα παραπάνω προφανώς από τους ίδιους τους πρωτεργάτες των εν λόγω εγχειρημάτων και από τα ΜΜΕ που για διάφορους λόγους τα στηρίζουν.

Αυτή η εικόνα που επιχειρείται να ενσταλαχτεί στα μυαλά των πολιτών ως νέα και καταλυτική παρουσία ανατροπής του υφιστάμενου δυσώδους πολιτικού σκηνικού, φοβούμαι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το επιφαινόμενο αυτού καθαυτού του πολιτικού σκηνικού που θέλει να ανατρέψει. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Εξάλλου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πόσα και πόσα νέα κόμματα δεν δημιουργήθηκαν… Ας μην τα αναφέρω, είναι γνωστά. Όλα ιδρύθηκαν για να ανατρέψουν το σάπιο καθεστώς. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ας συλλογιστούμε απλώς τα εξής: συνδυάζοντας ιστορικά και πολιτικά γεγονότα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας νέος κομματικός σχηματισμός έρχεται στο προσκήνιο ως μια ανάγκη κοινωνική και εθνική για να διανειχθεί ένας νέος ιστορικός ορίζοντας. Οι κοινωνικές διεργασίες είναι τόσο έντονα υποστηρικτικές σε αυτό, που διακρίνονται χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Σε ολόκληρη την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Όταν συνδύαζαν την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων με την ένταξή τους σε έναν μακροχρόνιο εθνικό και κοινωνικό στόχο.

Το βενιζελικό πολιτικό κίνημα και το φιλελεύθερο κόμμα είχαν εθνικό όραμα την γεωγραφική επέκταση και ολοκλήρωση της χώρας σε απόλυτο συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της στη βάση ενός πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο καραμανλισμός συνέδεσε την επιτυχημένη παρουσία του μετά τη περίοδο της δικτατορίας με την στερέωση της δημοκρατίας και τον εθνικό στόχο ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο παπανδρεϊσμός του Ανδρέα, αντίστοιχα, συνέδεσε την επίλυση βασικότατων κοινωνικών και θεσμικών προβλημάτων με έναν νέο πατριωτισμό.

Το ερώτημα επομένως είναι όχι η δημιουργία νέων «νέων» κομμάτων, αλλά αν κάποιο από αυτά μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ανάλογο προς τα αναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα. Αν μπορεί, μέσα σε ένα δυστοπικό εγχώριο περιβάλλον, και σε ένα αβέβαιο και ρευστό διεθνές περιβάλλον που όλο και χειροτερεύει, να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού και πολιτιστικού συλλογικού βίου.

Η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι». Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νέα κόμματα απέχουν παρασάγγας από το να εκπροσωπούν ένα παρόμοιο παράδειγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι παλαιοκομματική, ξεπερασμένη και βρίθει στερεοτύπων.

Για παράδειγμα. Τα νέα ελληνικά κόμματα αναφέρονται σε ένα «ραντεβού με την ιστορία», μια από τις συνήθεις και στομφώδεις πολιτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται διαχρονικά. Η επιλογή τέτοιων εκφράσεων γίνεται συνήθως για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση, να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες και να δώσει έναν τόνο ιστορικής βαρύτητας στις εκάστοτε πολιτικές κινήσεις.

Ουδέν το ψευδέστερον… Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα είναι ο συντηρητισμός του αύριο. Αυτό το δείχνει με ακρίβεια η θεωρία της «συστημικής ενσωμάτωσης». Από τη στιγμή που το αφήγημά τους δεν απηχεί έναν νέο εθνικό και κοινωνικό στόχο αποδεκτό «δια βοής» από τον λαό, το αποτέλεσμα είναι πως όλα τα νέα κόμματα μεταλλάσσονται κυνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ό,τι κατηγορούσαν.

*

**

«Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 4 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο και Τρίτο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Πέτρου Μαρκάκη

Ο Πέτρος Μαρκάκης εξέδωσε μεταφρασμένο το επύλλιο του Μουσαίου «σε δημοτικούς στίχους», όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο το 1944, υπό τον τίτλο Τα κατά την Ηρώ και το Λέαντρο (Αθήνα, εκδ. Αριστ. Ν. Μαυρίδης). Της μεταφραστικής του εργασίας προτάσσεται ένα σύντομο κατατοπιστικό σημείωμα για τον Μουσαίο και το έργο του. Ο Μαρκάκης συνέγραψε θεατρικά έργα, διηγήματα, ποίηση, μα κυρίως καταπιάστηκε με την έρευνα για το έργο και την παρουσία Νεοελλήνων ποιητών (για τον Κάλβο, τον Παλαμά κ.ά.· ξεχωρίζει το έργο του για τον Ουράνη). Παράλληλα ας σημειωθεί πως επέδειξε ιδιαίτερο μεταφραστικό ενδιαφέρον και για τη βυζαντινή ποίηση και λογοτεχνία, καθώς συνέγραψε μια μελέτη για τον Πωρικολόγο μα και μετέφρασε την Κατομυομαχία του Θεοδώρου Προδρόμου για το Εθνικό Θέατρο (παραστάθηκε στο Ηρώδειο στις 23 και 24 Ιουνίου 1989). Υπήρξε σταθερός και μακροχρόνιος συνεργάτης της Νέας Εστίας, μα και άλλων περιοδικών.

~•~

Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα, ποὺ μάρτυρας στεκότουν
στὰ ἐρωτικὰ σμιξίματα τοῦ βουτηχτῇ τὶς νύχτες,
κι’ αὐτὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα, ποὺ τὴν αὐγὴ δὲν εἶδε,
τὴν Ἄβυδο καὶ τὴ Σηστὸ καὶ τῆς Ἡρῶς τοὺς γάμους.
Σὰ νά ’ναι τώρα τ’ ἀγρικῶ! Τὸ Λέαντρο ν’ ἀκούω
στὸ πέλαγος νὰ κολυμπᾶ κι’ ὁ λύχνος νὰ φωτάει
―ὁ στολιστὴς καὶ καλεστὴς γιὰ τῆς Ἡρῶς τὴ σμίξη,
ποὺ γίνεται ὁλοβράδυνα, τοῦ Ἔρωτα τὸ καμάρι―.
Αὐτὸν τὸ λύχνο θά ’πρεπεν, ὁ Δίας πού ’ναι ἀπάνω,
σὰν θὰ τελεύουν τῆς νυχτιᾶς οἱ μάχες τῆς ἀγάπης,
νὰ τὸν ἐστήνει ἐκεῖ ψηλά, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ἀστέρια
καὶ τῆς ἀγάπης νὰ τὸν πεῖ καὶ στολιστὴ τῆς νύφης.
Γιατὶ στὶς πίκρες τοῦ ἔρωτα ἐκεῖνος παραστεκότουν,
μ’ ἀδιάκοπα μηνύματα, πού ’στελνε γιὰ τοὺς γάμους,
―πρὶν νὰ σβυστεῖ μὲ τὴν πνοὴ τὴν ἄπονη τ’ ἀνέμου―.
Ἔλα λοιπὸν καὶ σὺ Θεά, μαζὶ μὲ μὲ τραγούδα,
ὁ λύχνος πῶς ἐσβύστηκε κι’ ὁ Λέαντρος πῶς χάθη.
[…]

Μέσ’ τῆς Θεᾶς της τὸν ναὸ ἡ Ἡρὼ συργιάνι κάνει
καὶ τ’ ὄμορφό της πρόσωπο λαμποκοπᾶ κι’ ἀστράφτει
σὰν τῆς σελήνης τὴ θωριᾶν ὅταν λευκὴ προβάλλει.
Μὲ βοῦλες ὁλοκόκκινες τὰ μάγουλά της εἶναι,
σὰν ρόδων ποὺ τὰ πέταλα δίχρωμα πρωτανθίζουν.
Καὶ ροδανθώνας θὲ νὰ ποῦν, πὼς εἶναι τὸ κορμί της,
ἀφοῦ ὅλα εἶναι τὰ μέλη της τριαντάφυλλα. Πατώντας
ροδοφεγγοῦν οἱ ἀστράγαλοι μέσ’ τὸν λευκὸ χιτῶνα.
Ὁλάκερο τὸ σῶμα της στολίδια εἶναι γιομᾶτο.
Τὶς Χάριτες οἱ παλαιοὶ ποὺ τρεῖς τῆς λέν, γελοιοῦνται,
χίλιες ἀξίζει Χάριτες, μιὰ γελαστὴ μάτια της.
Εἶχε πετύχει ἡ Κύπριδα καλόγρια ποὺ τῆς πρέπει.

Ἔτσι περνοδιαβαίνοντας πανώρια στὶς γυναῖκες,
ἡ καλογριά της Πάφισσας σὰν νιὰ Ἀφροδίτη λάμπει,
καὶ τὶς ἀμάλαγες ψυχὲς ὅλων τῶν νιῶν σπαράζει.
Ἄντρας κανεὶς δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴ τὴν ποθοῦσε.
Μέσ’ τὸν καλόχτιστο ναὸ σ’ ὅποια μεριὰ κι’ ἂν πάει
τὰ μάτια, ὁ νοῦς τους κι’ οἱ καρδιὲς παντοῦ τὴν ἀκλουθοῦνε. (περισσότερα…)

Sancta Sanctorum

*

ἐπίγραμμα γιὰ τὴν Florentina Holzinger

Στὴν Καθεδράλα τοῦ Ἔρωτα
Τὸ Σήμαντρο θὰ γίνω
Καὶ θὰ βαρῶ ἀξημέρωτα
Στῆς Ἔκστασης τὸν Κρίνο
Τοῦ Πόθου τὸ Γλωσσίδι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὴ σειρά ποιημάτων
Ἡ Ὥρα ποὺ Λείπει ἀπὸ τὸ Ρολόϊ

*

**

Μαύροι κατά μαύρων: Τι συμβαίνει σήμερα στη Νότια Αφρική;

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Ενθρονίσεις σε ξένες χώρες

Το βράδυ της 14ης Μαρτίου 2026, στην πόλη Ηστ Λόντον (East London) της επαρχίας Ήστερν Κέηπ (Eastern Cape), μίας από τις εννέα επαρχίες του κράτους της Νότιας Αφρικής, η νιγηριανή κοινότητα των Igbo[1] διοργάνωσε μια επίσημη τελετή ενθρόνισης: ο Solomon Ogbonna Eziko, από τους ηγέτες της κοινότητας («chief»), στέφθηκε βασιλιάς, φέροντας πλέον τον τίτλο «Igwe Ndigbo Na East London» – που σημαίνει «Ο Ίμπο Βασιλιάς του Ηστ Λόντον».[2]

Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα: το Ηστ Λόντον (ή Ku-Gompo, κατά την πιο πρόσφατη μετονομασία του) είχε ήδη βασιλιά: συγκεκριμένα, η πόλη ανήκει στη δικαιοδοσία του βασιλιά Jonguxolo Sandile, του βασιλικού οίκου Rharhabe της φυλής Xkosa, ο οποίος ενθρονίστηκε με όλους τους καθιερωμένους τύπους και αναγνωρίστηκε, όπως προβλέπει ο νόμος, από τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2020.[3] Όλα αυτά ίσως ακούγονται περίεργα και ξένα για έναν δυτικό, αλλά στη Νότια Αφρική –και σε άλλες αφρικανικές χώρες, όπως είναι και η ίδια η Νιγηρία– δίπλα στους διοικητικούς θεσμούς της γενικής κυβέρνησης λειτουργεί συμπληρωματικά και συμβουλευτικά και ένα δεύτερο σύστημα διακυβέρνησης, παραδοσιακό, τοπικό και εθιμικό, πλήρως κατοχυρωμένο από το σύνταγμα και τη νομοθεσία.[4] Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο τίτλος του βασιλιά συναρτάται άμεσα με την ύπαρξη διακριτής «παραδοσιακής κοινότητας» και «εδαφικής επικράτειας» – και τα δύο απαιτούν την αναμφισβήτητη ύπαρξη μιας ιδιαίτερης, κληρονομικής παράδοσης που πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο.

Για τους Νοτιοαφρικανούς πολίτες, επομένως, οι τίτλοι του «παραδοσιακού ηγέτη», του «βασιλιά» και της «παραδοσιακής κοινότητας» δεν αποτελούν τίτλους απλώς και μόνο «επί τιμή», αλλά αντίθετα συνεπάγονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες όσον αφορά την εκπροσώπηση των κοινοτήτων τους και μια πολύ πραγματική εξουσία. Έτσι, όταν οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί παρακολούθησαν το βίντεο της ενθρόνισης του Igbo βασιλιά, εξοργίστηκαν: η πράξη αυτή εκλήφθη ως μονομερής και επιδεικτική αγνόηση των νόμων που διέπουν το κράτος τους εκ μέρους «ξένων», οι οποίοι θα όφειλαν να σέβονται τη χώρα υποδοχής τους, και, τελικά, εκλήφθη ως απειλή. Άμεσα, τις επόμενες μέρες, καταδίκασαν την ενθρόνιση όλοι οι εκπρόσωποι της τοπικής και κρατικής εξουσίας, από τον βασιλιά Jonguxolo Sandile και τους υπόλοιπους νόμιμους παραδοσιακούς ηγέτες μέχρι το Υπουργικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής Συρίλ Ραμαμπόσα.[5] Ομοίως έπραξαν και οι επίσημες αρχές της Νιγηρίας, ενώ ο ίδιος ο «βασιλιάς των Ίμπο στο Ηστ Λόντον» αρνήθηκε δημοσίως τον τίτλο του και απολογήθηκε στον νοτιοαφρικανικό λαό.[6]

Αυτή η κίνηση των Ίμπο στο Ηστ Λόντον σίγουρα θα έφερε στη μνήμη των Νοτιοαφρικανών ένα αντίστοιχο περιστατικό που συνέβη μόλις πέρυσι στην Γκάνα. Εκεί, τον Ιούλιο του 2025, ένας Νιγηριανός μεγιστάνας και ανεπίσημα χρισμένος «Ίμπο βασιλιάς» φάνηκε να διεκδικεί εδαφική επικράτεια για τη δημιουργία ενός «Βασιλείου των Ίμπο» στη χώρα – και εκεί, αυτό που ακολούθησε ήταν εκτεταμένες αντιδράσεις κατά των Νιγηριανών μεταναστών, οι οποίες δοκίμασαν τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.[7] Στη Νότια Αφρική το περιστατικό οπωσδήποτε λειτούργησε ως θρυαλλίδα για να εκδηλωθεί, για πολλοστή φορά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η έχθρα μιας μεγάλης μερίδας μαύρων Νοτιοαφρικανών απέναντι στους Αφρικανούς μετανάστες. Η κατανόηση της στάσης τους, που συχνά φτάνει στην παρανομία (λεηλασίες, αντιποίηση αρχής) και σε ακραία σημεία βίας, απαιτεί να γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο, στη δεκαετία του ’90, στις απαρχές του βίου της απελευθερωμένης από το απαρτχάιντ Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, και να δούμε τον τρόπο που άρχισε να διοικείται αυτό το κράτος αλλά και τον τρόπο που, ευθύς εξαρχής, άρχισαν να συνυπάρχουν στο έδαφός του οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες με τους ξένους.

*

Το 1994 έγιναν στη χώρα οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Στη Νότια Αφρική βρίσκονταν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες ξένων υπηκόων από τις γειτονικές χώρες της SADC,[8] εκ των οποίων ένα μεγάλο ποσοστό είχε εγκατασταθεί παράνομα στη χώρα ήδη από την εποχή του απαρτχάιντ, όταν η Νότια Αφρική είχε συνάψει μια σειρά από διμερείς κρατικές συμφωνίες και χρησιμοποιούσε ξένο εργατικό δυναμικό προσωρινής απασχόλησης, αμειβόμενο με μισθούς πείνας, για τη λειτουργία των ορυχείων και για τις φάρμες. Χιλιάδες από αυτούς τους ανθρώπους  (από το Λεσότο, τη Μοζαμβίκη και αλλού) είχαν καταφέρει να παραμείνουν στη χώρα, σχηματίζοντας τους δικούς τους ανεπίσημους –και εξαιρετικά φτωχούς– οικισμούς. Ένα άλλο ποσοστό ήταν «πρόσφατες αφίξεις», που είχαν σπεύσει να διασχίσουν τα σύνορα αναζητώντας είτε προσφυγικό άσυλο είτε μια καλύτερη ζωή στην απελευθερωμένη από το απαρτχάιντ «ατμομηχανή» της αφρικανικής οικονομίας. Τα κράτη αυτών των ανθρώπων, τα οποία ως επί το πλείστον είχαν αποτινάξει από πάνω τους την αποικιοκρατία δεκαετίες πριν από την απελευθέρωση της Νότιας Αφρικής, είχαν υποστηρίξει ενεργά τον αγώνα των Νοτιοαφρικανών κατά του απαρτχάιντ και είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα, υφιστάμενα τα διαφόρων μορφών αντίποινα της λευκής κυβέρνησής της. Τώρα, ήταν η σειρά της Νότιας Αφρικής να ανταποδώσει. (περισσότερα…)

Ένας άχρηστος θρίαμβος

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Κατέβηκα για πρώτη φορά στο καρνάγιο την άνοιξη του 2014. Ήταν η εποχή που ένοιωθα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά πως είχα χάσει τον έλεγχο της ζωής μου. Η ικανότητά μου να αυτοσχεδιάζω και να επινοώ λύσεις είχε ατονήσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Σωματικά και ψυχικά ένοιωθα εξαντλημένος. Είχα κουραστεί να προσπαθώ  και να αγωνίζομαι. Δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να συνεχίσω. Κατά διαστήματα βρισκόμουν αντιμέτωπος με ιδέες που δεν με είχαν απασχολήσει σοβαρά ποτέ μέχρι τότε. Η σκέψη να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια και από κάθε αγώνα τρύπωνε στο μυαλό μου άλλοτε σαν απειλή και άλλοτε σαν πρόκληση. Σκεφτόμουν ακόμα και το σενάριο να αρνηθώ τελείως τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να δοκιμάσω ανορθόδοξες επιλογές αλλά η γενικότερη υπαρξιακή μου κόπωση και οι ηθικές μου προκαταλήψεις δεν επέτρεπαν εύκολες και ριζικές ανατροπές στον τρόπο που έβλεπα τη ζωή και τον εαυτό μου.

Είχε προηγηθεί ένας χειμώνας δύσκολος, αφόρητος σε παγωνιά, μοναξιά και στέρηση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου εκείνον τον χειμώνα σκέφτηκα το ενδεχόμενο ληστείας σε τράπεζα, σούπερ μάρκετ ή κάποιο πρακτορείο τυχερών παιχνιδιών. Η ιδέα με απασχόλησε για αρκετές μέρες. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να ξεθάψω από ένα κουτί με παλιά πράγματα ένα ξεχασμένο πιστόλι για φωτοβολίδες, χαλασμένο και άχρηστο από καιρό. Έστηνα διάφορα σενάρια, φανταζόμουν ένα μεγάλο και οριστικό γεγονός, μια ηρωική υπέρβαση, έναν αφηρημένο θρίαμβο που θα με ανύψωνε πάνω από τους φόβους μου και θα έβαζε τέλος σε αυτό το παιδαριώδες και αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που έπαιζα μια ολόκληρη ζωή, θύμα του εαυτού μου, του Θεού, της ιστορίας και ξένων αποφάσεων. Αλλά κατά βάθος δεν ήξερα αν μπορούσα να το κάνω, αν ήμουν ικανός για τέτοιες υπερβάσεις.

Τις πρώτες μέρες της άνοιξης ήμουν ακόμα νωθρός, αδύναμος, σαν να έβγαινα από χειμερία νάρκη. Κοιμόμουν μέχρι αργά. Σηκωνόμουν μεσημέρι ή απόγευμα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ο καφές, το άρωμα και η γεύση του. Ο καφές ήταν η πρέζα μου. Χωρίς καφέ δεν μπορούσα να ζήσω.

Ο Μάρτης πέρασε μέσα μια κατάσταση αδράνειας και αναβλητικότητας. Έβγαινα από το σπίτι μόνο για τα απαραίτητα. Το έξω μου προκαλούσε αγωνία: ένοιωθα πως η πόλη ήταν ένα αόρατο βλέμμα καρφωμένο συνεχώς πάνω μου. Ντρεπόμουν για την κατάστασή μου και ταυτόχρονα ντρεπόμουν για τη ντροπή που ένοιωθα. Βρισκόμουν σε διαρκή μάχη με τις προκαταλήψεις μου. Για να μη βυθιστώ στην απόγνωση έγραφα σε χαρτάκια σχέδια και στόχους, ντόπαρα τον εαυτό μου με κάθε λογής φράσεις, περιμένοντας με ένα είδος «ενεργητικής παθητικότητας» όπως το αποκαλούσα, ελπίζοντας σε λύσεις που δεν ήταν ακόμα ορατές, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου εμπειρίες και μαθήματα υπομονής, αυτοσαρκασμού και αξιοπρέπειας.

Με νύχια και με δόντια προσπαθούσα να διατηρήσω ένα μικρό χρηματικό απόθεμα που είχα. Αγόραζα μόνο τα βασικά για τη διατροφή μου και όποτε έβρισκα το κουράγιο εξασφάλιζα το καθημερινό φαγητό από το συσσίτιο του δήμου πάντα με τον φόβο μη με δει κάποιος γνωστός ή κάποιος παλιός συνάδελφος.

Στον καθρέφτη του μπάνιου μιλούσα με το είδωλό μου. Μιλούσα κι απορούσα. Εκείνο το πρόσωπο μου φαινόταν συχνά ξένο, λες και δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που αφηρημένα ονόμαζα «ο εαυτός μου». Η όψη του δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε. Δεν ήταν σκληρό πρόσωπο ούτε είχε ψυχρό βλέμμα αλλά η απώλεια των μαλλιών και τα τεράστια μαύρα ημικύκλια κάτω απ’ τα μάτια το έκαναν να φαίνεται υπερβολικά σκοτεινό και πρόωρα γερασμένο. Πάνω σε κείνο το πρόσωπο όλα τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της ζωής μου είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. «Γεράσαμε κύριε» έλεγα στον άλλο στο βάθος του καθρέφτη κι εκείνος απαντούσε με το ίδιο πάντα στραβό και κουρασμένο χαμόγελο.

Τον Απρίλη ξύπνησαν μέσα μου παλιές ξεχασμένες δυνάμεις. Άρχισα να ξυπνώ πιο νωρίς, κάτι που τόνωσε το ηθικό μου. Άρχισα να ψάχνω αγγελίες στην εφημερίδα. Κύκλωνα κάποιες με κόκκινο στυλό, για θέσεις εργασίας που δεν με ενδιέφεραν πραγματικά, και ούτε είχαν σχέση με τις σπουδές και την εμπειρία μου. Το έκανα για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, για να διατηρήσω την ελπίδα και μια απόσταση ασφαλείας από την παραίτηση.

Την αγγελία για τη δουλειά στο καρνάγιο την είχα σημειώσει μηχανικά. Το πώς έφτασα στο σημείο να πάρω τηλέφωνο και να κλείσω ραντεβού, ήταν ένα πραγματικό μυστήριο, μια από εκείνες τις αποφάσεις που ένοιωθα πως κάποιος ή κάτι άλλο κινούσε τα νήματα της ζωής μου. (περισσότερα…)

Στο χέρι

*

Έπλενε τα πάντα στο πλυντήριο, αλλά κι εκείνη δεν κατάλαβε πώς της ήρθε κι έβαλε να πλύνει σε μια μικρή, πλαστική, λεκάνη τιρκουάζ, το κιλοτάκι και το σουτιέν της. Οι κινήσεις της  προσεχτικές, μηχανικές, ρυθμικές, μια αλλόκοτη αίσθηση απουσίας αφής της υφής του υφάσματος μέσα στο γαντοφορεμένο χέρι και το βλέμμα προσηλωμένο στους πολύχρωμους ιριδισμούς της σαπουνάδας, να ζωντανεύει στιγμές και ευφάνταστες διασκευές και προεκτάσεις στιγμών της χθεσινοβραδινής της απιστίας.  Δεν άργησε να φτάσει στον οργασμό. Από τότε το κάνει κάθε φορά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

*

*

*

Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

(περισσότερα…)

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μια αυτοανθολογία

Δημήτρης Δασκαλόπουλος (6.12.1939 – 30.5.2026)

~.~

Όταν το 2019 προσκαλέσαμε στις Νύχτες του Ιουλίου στα  Χανιά τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο για να παρουσιάσουμε την αυτοβιογραφία του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου», ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και εγώ του ζητήσαμε να μας στείλει μερικά ποιήματά του που ο ίδιος τα θεωρεί αντιπροσωπευτικά του έργου του, ώστε να διαβαστούν κατά την εκδήλωση. Τα εννέα ποιήματα που ακολουθούν είναι εκείνα που μας έστειλε τότε. Ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά καλύπτουν πάνω από μισόν αιώνα γραφής. Το ΝΠ τα αναρτά τώρα στη μνήμη του. — ΚΚ

~.~

«ΜΝΗΜΗ» VI.

Είχες φυτέψει στην αυλή μας λουλούδια.
Ο σπόρος που κύλησε από τ’ άγια σου χέρια
κράτησε καιρό μέσα του τη δύναμη της ζωής.
Προχτές ανοίχτηκε στο φως ένα τριαντάφυλλο
και είπε πως είναι η Ομορφιά
που δεν πεθαίνει με τον θάνατο.

(Απόπλους, 1963, από την ενότητα «Ξανθίππη»)

///

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Ζούσαμε τέσσερις σ’ ένα παράξενο σπίτι
στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση.
Ο ένας έφυγε μετά το μεσημέρι κι ο άλλος
πέθανε την ώρα που φύτευε τριαντάφυλλα.
Απομείναμε δυο σε χωριστά δωμάτια
περιφραγμένοι με εύπλαστα συναισθήματα.
Τ’ απογεύματα μετά τις ανοιξιάτικες μπόρες,
καθώς ανεβαίνουν από τα νοτισμένα χώματα
σαν καπνοί από θειάφι οι θύμησες,
σφιγμένα σ’ επίσημες μαύρες φορεσιές
βγαίνουν σεργιάνι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και έκαναν ελάχιστη τη μικρή ζωή μας φεύγοντας.
Τότε, μες από τις δακρυσμένες φυλλωσιές
και τα κλαμένα μάτια των καρπών που αιωρούνται,
κουνάμε δειλά τα χέρια στους άλλους δυο
που διασχίζουν απόκοσμοι τον κήπο
χωρίς να βλέπονται, αμίλητοι κι αγνώριστοι.
Και οι περίοικοι έχουν να πουν πώς, όταν
προβάλλει στην ανατολή ο ήλιος και φεύγει
στη δύση η σελήνη, δεν είναι παρά
τα προσφιλή χαμένα πρόσωπα
που διεκδικούν τη μνήμη μας
πάνω απ’ το παράξενο σπίτι.

Ο κόσμος αρχίζει στα μάτια και τελειώνει στα όνειρα.

(Επιστροφές, 1973)

///

Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.

***

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

(Και τα δύο, Αλφαβητάρι, 1976)

/// (περισσότερα…)

Φιλοσοφικά Πρότερα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ως αφετηρία του φιλοσοφείν, μνημονεύεται συχνά το θαυμάζειν, όπως αναφέρεται στη γοητευτική διατύπωση του Πλάτωνα στον διάλογο Θεαίτητος (155d): «μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ θαυμάζειν· οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη». Όμως τί θα ήταν η φιλοσοφία χωρίς την αναζήτηση της αλήθειας; Ας σταθούμε τώρα σε μια άλλη διατύπωση , του Αριστοτέλη αυτή τη φορά,  από το κείμενό του Μετά τα Φυσικά (1011b25), όσον αφορά το τι είναι αληθές : «τὸ μὲν λέγειν τὸ ὂν εἶναι καὶ τὸ μὴ ὂν μὴ εἶναι ἀληθές». Κοινώς, να λες γι’ αυτό που είναι ότι είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι. Η διατύπωση του Αριστοτέλη εκ πρώτης όψεως είναι αφοπλιστικά απλή, μια μάλλον αυταπόδεικτη πρόταση του κοινού νου. Μια πρόταση που θα ικανοποιούσε πολλούς αιώνες μετά και τον Βιτγκενστάιν, όσον αφορά το πώς οφείλουν να είναι οι φιλοσοφικές προτάσεις. Σε μια δεύτερη ανάγνωση εντυπωσιάζει για την πυκνότητα και τη μεγαλοφυία της. Απομονώνοντας τα συστατικά της και  διερωτώμενοι  γι’ αυτά, αρχίζει να απλώνεται ενώπιόν μας σχεδόν όλο το φιλοσοφικό πεδίο: φιλοσοφία της γλώσσας, γνωσιολογία,  οντολογία, ενώ μια δρασκελιά πιο πέρα παραμονεύει η ηθική και η αισθητική.

Ας ξεκινήσουμε από το «να λες», δηλαδή από τις  λέξεις. Απ’ όσα λέμε και εννοούμε και δι’ αυτών αναφερόμαστε σε όψεις του κόσμου. Όμως πώς οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους και τί αποκαλύπτουν; Άπαξ και εγείρεται το ζήτημα του «αληθούς» όσων λέμε, εγείρεται και το ζήτημα της γνώσης γι’ αυτά που λέμε. Ιδού, λοιπόν, η φιλοσοφία της γλώσσας και η γνωσιολογία.  Και περνάμε στο τι είναι και το τι δεν είναι. Στην οντολογία, στα όντα και τα μη όντα (του Αργύρη Χιόνη, και όχι μόνο). Κάπου εκεί προκύπτει και το ψεύδος, δηλαδή να λες γι’ αυτό που είναι ότι δεν είναι, και γι’ αυτό που δεν είναι ότι είναι. Οπότε εμφανίζονται στο προσκήνιο  ζητήματα ηθικής και των πράξεων που συνυφαίνονται με όσα λέμε για το τι είναι και τι δεν είναι. Αλλά και ζητήματα αισθητικής, αν αναλογιστούμε τα ζωτικά ψεύδη και τις φανερώσεις ενός έργου τέχνης ή μιας στάσης ζωής.

Σε τούτο το φιλοσοφικό ημερολόγιο όπως έχει ξεδιπλωθεί μέχρι στιγμής, εκτέθηκε ένα οικοσύστημα από το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας με έννοιες όπως έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, αξίες, αυταξίες, οι φάροι σε μια διαδρομή, δυνατότητες που ενεργοποιούνται, πολιτισμικές υπαγορεύσεις, δεύτερη φύση, συναισθηματική ώθηση, οι δυσκολότερα μεταβαλλόμενες ανάγκες, πρόσωπο και ταυτότητα, αναθεώρηση ριζική και μη, προδοσία, προσανατολισμός εντός κι εκτός πρακτικών, ολόπλευρη εκδίπλωση, πολύεδρη αρμονία, πληρότητα.

Στη συνέχεια θα πάμε ένα βήμα πριν και  θα ιχνηλατήσουμε τις παραδοχές του οικοσυστήματος αυτού από το πεδίο της φιλοσοφίας της γλώσσας, της γνωσιολογίας και της οντολογίας. Για να επιστρέψουμε, δυναμωμένοι από θεωρία, και πάντα υπό τη στέγη ενός ιδεαλισμού εδάφους,  στην ίδια την πρακτική της ποίησης. Στα ποιήματα και τις λέξεις τους· αυτές τις μικρογραφίες κόσμου.

///

φιλοσοφικό ημερολόγιο #10

*

*