*
Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών
γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
[12/12]
~.~
Στον πρόλογό του στην Ανθρώπινη Κωμωδία ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ παρουσιάζει την πρώτη σύλληψη του πολύτομου έργου του ως «ένα από εκείνα τα αδύνατα σχέδια που τα χαϊδεύουμε και που τ’ αφήνουμε να πετάξουν μακριά. Μια χίμαιρα που χαμογελά».[677] Η χίμαιρα αυτή έλαβε σάρκα και οστά σε ένα μεγαλειώδες αποτέλεσμα ενενήντα τόμων και τομιδίων, από τα οποία το συγγενικό σχέδιο της Νέας Κρόνακας συμπληρώνει ήδη τα τρία, η σύνταξη της δεύτερης τριλογίας έχει ήδη ολοκληρωθεί και η έκδοσή της αναμένεται να αρχίσει το 2026, με τα υπόλοιπα είκοσι επτά βιβλία να τελούν εν προόδω, χωρίς να αναφερόμαστε στα έξι εκδομένα, ογκωδέστατά της δοκίμια, που φιλοδοξούν να φτάσουν στον αριθμό δεκαεπτά. Σε ό,τι αφορά στο καθαυτό μυθιστορηματικό σχέδιο, τα τρία βιβλία της Νέας Κρόνακας, πέρα από τα δεκάδες άλλα που έχει συγγράψει ο Κυριάκος Μαργαρίτης στην υπερεικοσιπενταετή συγγραφική πορεία του, είναι ήδη αρκετά για να κατοχυρώσουν τη θέση του ως του καλύτερου πεζογράφου της γενιάς του και ενός από τους πλέουν σημαντικούς της νεοελληνικής γλώσσας εν γένει. Πιστώνοντάς τον με αναγνωστική προσδοκία, αν το σχέδιο αυτό τελεσφορήσει, θα είναι στο σύνολό του ένα έργο πνοής αντίστοιχης με εκείνο του Γάλλου μυθιστοριογράφου, μετατοπίζοντας ωστόσο το ενδιαφέρον από τον κοινωνικό στον υπαρξιακό ρεαλισμό και από το ατομικό αδιέξοδο στην ενότητα της Εκκλησίας.
Η Νέα Κρόνακα είναι αποκύημα ενός πολύχρονου, σύνθετου, επίμοχθου και διά βίου στοχασμού, αναστοχασμού, σχεδίων επί σχεδίων, αποκηρυγμένων μυθιστορημάτων και ολοκληρωμένων αριστουργημάτων, κύρια δε πνευματικότητας, γλωσσικής καλλιέργειας, γραμματειακής εμβρίθειας, ιστορικής συνείδησης και αυτογνωσίας, διακειμενικής και εξ αυτής ερμηνευτικής πολλαπλότητας, πυκνότητας υπαινιγμών, βάθους νοημάτων και αναγνωστικών προκλήσεων, μορφικής, τέλος, και ειδολογικής καινοτομίας, που καθιστούν τον Μαργαρίτη μοναδική περίπτωση εντός της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Υπηρετεί δε μία λογοτεχνική κατηγορία, αυτήν της θρησκευτικής λογοτεχνίας, που, παρότι ευδοκίμησε στην Ελλάδα με μείζονα παραδείγματα, όπως οι Παπαδιαμάντης, Παπατσώνης, Κόντογλου, Ν. Γ. Πεντζίκης, Θέμελης, Βερίτης, Καρούζος, Γιανναράς, Ματσούκας και, μέχρι τις μέρες μας, Χαραλαμπίδης, Γουνελάς και Γ. Ν. Πεντζίκης, ο ίδιος δεν αναγνωρίζεται –κυρίως από γραμματολογική ανεπάρκεια όσων δηλούν ενασχόληση με την κριτική– ως εκπρόσωπος και συνεχιστής της. Εν συγκρίσει με την προσοχή της οποίας τυγχάνουν συνομήλικοι και δη Κύπριοι ειδικά λογοτέχνες στον ελλαδικό χώρο, θα προσέθετα επίσης εν συγκρίσει προς φεμινιστικά, κουήρ, μεταναστευτικών εμπειριών, λογοτεχνικής περφόμανς και άλλα ατομικών ταυτοτήτων κείμενα, ως επί το πλείστον αξιολογικά υπερτιμημένα, τα οποία απολαύουν προνομιακής –αν όχι αποκλειστικής– υποδοχής στα αγγλικά και κυρίως τα αμερικανικά πανεπιστήμια, δίκην της πολιτισμικής στροφής, χάριν αμιγώς μιας αβαθούς ιστορικά –καίτοι παραδόξως πολιτικής– προσέγγισης και δευτερευόντως της αισθητικής τους ποιότητας, η κριτική ανταπόκριση στα κείμενα του Μαργαρίτη παραμένει μηδαμινή. Ιδία δε η θεολογική διάσταση, ακόμα και σε συγγραφείς που τυγχάνουν αναγνώρισης στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, όπως ο Χαραλαμπίδης, εκφεύγει του ερευνητικού ενδιαφέροντος, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί, πρώτον, στη ριζική εκκοσμίκευση της Ελλάδας και της Κύπρου ως ακροτελεύτιων ορίων του δυτικού –σήμερα– κόσμου, έπειτα στην εξειδίκευση και τον μόχθο που μια τέτοια διαθεματική και συγκριτολογική, έξω ακόμη και από τα στενά όρια της Ορθόδοξης κριτικής πρόσληψης, αποτίμηση απαιτεί.
Συνολικά, η μελέτη μας αναδεικνύει πως ο Μαργαρίτης αρθρώνει έναν σύγχρονο θεολογικό λόγο, που καθίσταται επίκαιρος συνομιλητής κάθε είδους, γένους και αισθητικής προσέγγισης. Θέτει τη θεολογία διαθεματικά σε παραγωγικό διάλογο με μείζονα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, θεωρητικά και ευρύτερα καλλιτεχνικά πρότυπα, καθιστώντας την εξωστρεφή και πραγματωμένη εντός της εμπειρίας, της κοινωνίας, της ιστορίας και της ζωής. Ως τέτοια, η τέχνη του απαντά με αρτιότητα στον αναγνωστικό ορίζοντα της μετανεωτερικότητας και των σύγχρονών της προκλήσεων, χωρίς ωστόσο να απορροφάται και να συνθλίβεται εντός αυτής. Περαιτέρω, ο Μαργαρίτης ξεχωρίζει, γιατί αξιοποιεί τον πλούτο του ελληνικού και του παγκόσμιου πολιτισμού, μεταποιώντας τον σε σημερινή οντολογική πρόταση, μακριά από αποστεωμένη ρητορική, ηθικολογία, θεωρητικό δογματισμό ή και τον ελιτισμό της ειδολογικής κατηγοριοποίησης.
Στραμμένος προς το γεγονός της Ενανθρώπησης, ο λόγος του Μαργαρίτη εκφέρεται ησυχαστικά ως μια ποιητική της μετάνοιας. Ως τέτοιος, επανατοποθετεί τον άνθρωπο στη μεταμορφωτική του πορεία προς το αγαθό, επαναφέροντας τον αμαρτωλό –και εν προκειμένω τον Νίκο Σαμψών– στο φως του πανάρχαιου, προπεπτωκότος Κάλλους: (περισσότερα…)





