Είναι που με σπατάλη ανθών και μύρων υμνείται ο θάνατος
από τη Γεωργία, τη Μαρία, τη Ζωή, τη Ζηνοβία
ομορφοχτενισμένες, μοσκοπλυμένες, απλοντυμένες
φασκομηλιές καημέχαρες, αγαθές φαρμακούσες
ξομπλιάστρες κατηφείς που σιγοψιθυρίζουνε
χρυσοχέρες δοσμένες στο επιτάφιο εργόχειρό τους.
Αχ και να τις έπαιρνε κι αυτές μαζί του ο Νυμφίος
κάπως μέσα σ’ όλα αυτά τα κρίνα και τις ευωδιές
και τους ύμνους να χωνότανε,
να παραδινότανε
ανθοστολισμένες, παρηγορημένες, γλυκοθανατούσες
κι ας ξέρουνε πως δεν υπάρχει ανάσταση.
Η ανατίμηση της επιδεικτικής ρητορικής συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ανθρωπιστών ήδη από τον 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικά, στην «Ομιλία της Στέψης» (1341), ο Πετράρχης αναλαμβάνει να εγκωμιάσει την ποίηση και τον ποιητικό βίο, προκειμένου να του αποδοθεί δημόσια καταξίωση από την πόλη της Ρώμης. Ο λόγος του τηρεί την παράδοση της σχολαστικής «θεματικής» ομιλίας (sermo modernus), κατά την οποία ο ομιλητής αντλεί έμπνευση από ένα βιβλικό χωρίο («θέμα», «ύλη»), προχωρώντας στη διαίρεση και την ερμηνευτική/θεολογική του ανάπτυξη. Ο Πετράρχης πρωτοτυπεί επιλέγοντας ως «θέμα», όχι ένα χωρίο της Γραφής, αλλά στίχους του Βιργιλίου, σηματοδοτώντας τη στροφή σε κλασικά πρότυπα. Από τις αρχές του 15ου αιώνα, η στροφή αυτή δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο, αλλά επεκτείνεται πια και στην ίδια τη μορφή και τη δομή του επιδεικτικού λόγου. Στη σχολαστική «διαίρεση» αντιτείνονται η ομορφιά και η δύναμη της ενότητας, της συνοχής και του φορτίου πειθούς του λόγου. Οι ρήτορες της Αναγέννησης αναζητούν, και μιμούνται συνειδητά, αρχαία εγκώμια και επαίνους, ενίοτε υπερβαίνοντάς τα αισθητά. Ωστόσο, η κυριαρχία του παραδείγματος της «θεματικής» ομιλίας, καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την επικράτηση κλασικών προτύπων στον έπαινο θρησκευτικών προσώπων. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Aurelio «Lippo» Brandolini στο εγχειρίδιο Ρητορικής του, Derationescribendi (περ. 1485). Ειρωνεύεται όσους εκφωνούν λόγους ωσάν να μην απευθύνονται στον λαό, λησμονώντας, δηλαδή, ότι, σκοπός ενός θρησκευτικού εγκωμίου είναι η πρόκληση θαυμασμού και αναστοχασμού, και όχι η διδασκαλία. Ο θρησκευτικός ρήτορας δεν πρέπει να είναι στραμμένος στο να αναλύσει διεξοδικά, μα στο να επαινέσει κατάλληλα το θρησκευτικό πρόσωπο, ούτως ώστε να προτρέψει ετερόκλητους ακροατές να το μιμηθούν.
Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η παπική αυλή πρωτοστατεί στην υποδοχή ρητόρων που υιοθέτησαν τη στροφή στον αρχαίο επιδεικτικό λόγο. Στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου ημερολογίου θρησκευτικών τελετών και εκδηλώσεων, δίνεται η ευκαιρία σε φιλόδοξους ομιλητές να σταθούν μπροστά στον ποντίφικα, στους καρδιναλίους, και σε άλλους αξιωματούχους της πόλης και της Κουρίας, για όχι παραπάνω από τριάντα λεπτά της ώρας, και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε μια περίσταση που μπορούσε να φανεί καθοριστική για τη μετέπειτα καριέρα τους. Τον ομορφότερο, ίσως, θρησκευτικό έπαινο που εκφωνήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, τον εκφώνησε ο ίδιος ο Μπραντολίνι (1454-1497). Πρόκειται για την ομιλία Για το Πάθος του Κυρίου, η οποία εκφωνήθηκε την 1η Απριλίου 1496, τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώπιον του πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ’, στην Καπέλα Σιστίνα. Ο λόγος επαινέθηκε από όλους τους παρισταμένους και αποτέλεσε υπόδειγμα λατινικής πρόζας ανά τους αιώνες. Η δημοτικότητά του μαρτυρείται από το γεγονός ότι εκδίδεται από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, εντός και εκτός της Ιταλικής χερσονήσου (ενδεικτικά: Ρώμη, Κρακοβία, Βενετία, Κολωνία, Στάργκαρντ, Βαρκελώνη, Μάιντς, Σάλτσμπουργκ) και μεταφράζεται και στα ιταλικά.
Καταγόμενος από τη Φλωρεντία, με ιδιαίτερα ελαττωματική όραση εκ γενετής (εξού και το προσωνύμιο «Lippo»), ο Μπραντολίνι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιογνώστες και στοχαστές της εποχής του. Η καριέρα του τον οδήγησε στη Νάπολη, τη Ρώμη και τη Βουδαπέστη, ενώ το 1491 εντάχθηκε στο Τάγμα του Αγίου Αυγουστίνου, διαμένοντας μεν στη Φλωρεντία, κηρύττοντας, δε, σε όλη την Ιταλία. Στην περίπτωσή του, θεωρία και πράξη βρίσκονται σε θαυμαστή αρμονία. Στο θεωρητικό του έργο αναγνωρίζει ότι, όταν αντικείμενο εγκωμίου είναι ο ίδιος ο Θεός, η επιδεικτική ρητορική αγγίζει το όριό της: δεν μπορεί να εξυμνηθεί ο ίδιος ο Θεός, καθώς τούτο υπερβαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπινου λόγου. Το εγκώμιο πρέπει να προσανατολίζεται σε «τόπους» που συνδέονται με μεμονωμένες πράξεις ή λόγια του Ιησού. Το ύφος και η σύνταξη, τονίζει επίσης, πρέπει να είναι απλά, το δε λεξιλόγιο δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να είναι περίτεχνο ή εξεζητημένο. Τις αρχές αυτές τις τηρεί υποδειγματικά στην ομιλία του Για το πάθος του Κυρίου. Το θύρωμα του εγκωμίου (και, κατά συνέπεια, την ενότητα στο έργο) χαρίζει η ανάδειξη των πράξεων ή λόγων του Ιησού κατά το Πάθος ως εκδηλώσεων τεσσάρων αρετών: της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και της καρτερίας.
Η παρούσα Δοκιμή αποτελεί την πρώτη απόδοση του έργου σε γλώσσα πέραν της Ιταλικής (Ρώμη, 1767). Ταυτόχρονα, αποτελεί την πρώτη παρουσίαση του κειμένου με φιλολογικό υπομνηματισμό, διεθνώς. Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση του Heinrich Bone. Ιδ. Lippi Aurelii Brandolini, Oratio de Passione Domini ad Alexandrum VI Pont. Max. habita, Μάιντς, 1869, 1-28. Στην αρίθμηση των παραγράφων ακολουθώ την έκδοση του Mariotti (Ρώμη, 1767).
Τον καιρό των απαντήσεων ζούσαμε μια κόλαση.
Καμιά μας δεν τολμούσε να ξεμυτίσει.
Με το που περνούσαμε το κατώφλι, οι απαντήσεις
πέφταν βροχηδόν πάνω στο κεφάλι μας
όπως οι σφαλιάρες στους διαδηλωτές.
Επρόκειτο –για κάθε μια από μας
που απαιτούσαμε κάτι παραπάνω
από γλυκόλογα τετριμμένων κλισέ–
σαν ομαδική απόπειρα βιασμού.
Και οι περισσότερες πισωπατούσαμε, αναπάντητες,
απογοητευμένες από τα σμήνη των ανόητων προτάσεων.
Δεν άφηναν κανένα σημάδι στο κορμί μας,
κι εμείς υποχωρούσαμε και κλεινόμαστε στο σιωπηλό
ερωτηματικό του μυαλού μας.
Εκεί μέναμε έρημες, δειλές, να ρωτάει με αγωνία η μία την άλλη
και καμιά μας να μην παίρνει μιαν απάντηση της προκοπής.
Ώσπου ήρθε φαίνεται το πλήρωμα του χρόνου…
Και ξεχυθήκαμε συντρόφισσες, σαν τρελές μαινάδες,
απολύτως σίγουρες γι’ αυτά που ρωτάμε,
υστερικά λογικές στις απαιτήσεις μας,
πλημμυρήσαμε τους δρόμους, τις πλατείες, τα χωράφια,
τις πολιτείες, τ’ άγρια κύματα, και
γραφτήκαμε ανεξίτηλα στις καρίνες των υπερωκεάνιων,
στις εφημερίδες με τις πιο μεγάλες κυκλοφορίες
και στις αφίσες των λεωφορείων
βάλαμε τα πεινασμένα ερωτηματικά μας.
Και τώρα πια δεν έρχονται οι απαντήσεις όπως πριν…
Γιατί αφύσικα επιπολαίως μας δίνονταν μέχρι τώρα.
Ήμασταν βέβαια πολλές και τις τρομάξαμε
και φυσικά δεν βάζαμε γλώσσα μέσα
και μάλλον φαίνεται συστολή τις έπιασε!
Μα επιτέλους αυτό δεν θέλαμε (ή μήπως όχι;)
κι αν καμιά τους ερχόταν κάπου κάπου, αραιά και πού,
και μας πλησίαζε με μεγάλη περίσκεψη,
σχεδόν ζητώντας μας την άδεια για να καθίσει στο διπλανό παγκάκι,
εμείς δεν κάναμε πια χώρο.
Τώρα που και η πιο χαζή από μας δεν βρίσκει εύκολα απάντηση
και οι πιο έξυπνες και σοβαρές απαιτούν την αντίστοιχη ποιότητα,
τώρα, τώρα μάθετέ το συντρόφισσες, πως είναι ο καιρός μας.
Είναι ο καιρός των Πρωταρχικών Ερωτήσεων και σκιαχτείτε εσείς οι άλλες!
Και αν έρθει καμιά από τις εύκολες (απαντήσεις),
να μας ζητήσει να βγούμε ραντεβού το βράδυ,
να ξέρει πως δεν θα κάνουμε ερωτήσεις,
θα φιλιόμαστε μουγκές χορεύοντας
μόνο και μόνο για ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΟΥΝ πάλι τα στόματα ως είθισται
και να μην έχουν τίποτα να πουν παραπάνω απ’ το τίποτα.
ΑΣ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΙΝ!!
Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης
~.~
Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.
Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες. Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.
*
*
Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.
~.~
*
Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)
*
Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.
*
*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172). Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.
«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».
*
*
Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.
Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας, Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026
Εισαγωγή
Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.
Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα
Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος). Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις: Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα 2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)
Μια επανάγνωση της Μεσοτοιχίας
της Νάντιας Δουλαβέρα (Μελάνι, 2018)
~.~
Αλλάζεις καΐκι στο τρίτο λιμάνι του Αχέροντα, διασχίζεις τον Κωκυτό ως το τέλος του και, αριστερά, απλώνεται η πεδιάδα με τους ασφοδέλους — αγριολούλουδα που μαρτυρούν ζωή στην απουσία της. Λένε πως ήρθαν ως εκεί σπόροι στο σώμα του περιστεριού που ξέφυγε απ’ τα Τάρταρα με μια ελπίδα γυρισμού. Σ’ αυτόν τον οικισμό τα παιδιά νανουρίζονται με ιστορίες θλίψης και θανάτου. Μαθαίνουν για την κυρά Τασία που «όταν έγινε το κακό// άλλος της έκλεινε τα μάτια// άλλος της άνοιγε τη χούφτα// να της πάρει τα ψίχουλα» («Τα ψίχουλα»). Φοβούνται εκείνον που «αν μας τρόμαζε// ήταν που θύμιζε άνθρωπο» («Η φοβέρα»). Κι όμως, το χωριό αυτό είναι σαν όλα τα χωριά: ζωή πιο κοινόβια από της πόλης, ταυτόχρονα πιο κλειστή, πιο αδιαπραγμάτευτη. Όσοι μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο χωριό μάθαμε να ζούμε με τον θάνατο καρφωμένο στο μυαλό, με μια οικειότητα που μοιάζει με φιλία. Λες και παίξαμε κρυφτό μαζί του στο προαύλιο της εκκλησίας κι έμεινε το «φτου ξελευτερία» να αντηχεί στο χτύπημα μίας καμπάνας.
Κάπως έτσι μοιάζει να μεγάλωσε και η Νάντια Δουλαβέρα, κι η ποίησή της — όπως τη γνωρίζουμε, τουλάχιστον, από την πρώτη της συλλογή, Μεσοτοιχία — δεν θα μπορούσε παρά να είναι ποτισμένη από θάνατο. Κάθε ποίημα της Μεσοτοιχίας μοιάζει με φωτογραφία που ακινητοποίησε τον χρόνο, μια σκηνή όπως έχει εντυπωθεί σε παιδική ή νεανική μνήμη. Μια δόση θλίψης, μια τζούρα σαρκασμού. Ο τόνος αυτός διατρέχει σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής. Κι όμως, δεν είναι ο σκληρός σαρκασμός της ειρωνείας ενός παντογνώστη, μα περισσότερο η απόληξη μιας οικειότητας με το τετελεσμένο της ζωής. Με δύο λόγια, η Μεσοτοιχία είναι ποιήματα ζωής και ποιήματα θανάτου στο χωριό. Μα το κυριότερο, είναι ποιήματα-γεγονότα. (περισσότερα…)
Πριν 25 χρόνια ρώτησες στο μάθημα της Γεωγραφίας της Β΄ Γυμνασίου «τι είναι η μαλάρια». Ο Αλέξης απάντησε, «μαλάρια είναι μια φυλή της Αφρικής, πού επειδή ζούνε εκεί έχουν μαύρο δέρμα και κίτρινα μάτια». Ευλογοφανής απάντηση και η σύγχυση δεκτή.
Πρόσφατα η δασκάλα μιας ΣΤ΄ Δημοτικού πρότυπου σχολείου μιας πανεπιστημιακής πόλης της Γερμανίας ανέθεσε ως εργασία με θέμα την Ευρώπη, τις επιμέρους χώρες της. Κάθε μαθητής διάλεξε μια χώρα και έπρεπε εκτός της παρουσίασής τους να εξηγήσει με λίγα λόγια για ποιους λόγους διάλεξε τη συγκεκριμένη χώρα· τι τον τράβηξε στην επιλογή του. Ο Λεβέντης για παράδειγμα, που επέλεξε την Τουρκία, έγραψε ότι του έκανε εντύπωση ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μεγαλύτερη και από την Ρωμαϊκή. Αυτή ήταν μια εξαίρεση, καλής ή έστω εξαιρετικής απάντησης. Η μαθήτρια που διάλεξε την Ισπανία είπε ότι της άρεσε η παέγια. Κι άλλες/άλλοι παρόμοιους λόγους.
Ήρθε κι ο Γιάκομπ ο οποίος επέλεξε την γενέτειρα του πατέρα του, την Κροατία κι έγραψε μια «φανταστική» ιστορία – έτσι έγραψε:
«Η Κροατία είναι μια μικρή και φτωχή χώρα. Γι’ αυτό τη διάλεξα, για να την κάνω την πλουσιότερη χώρα στον κόσμο. Έφτιαξα μια ομάδα πρακτόρων, με την οποία δολοφονήσαμε τον Ντόναλντ Τραμπ και πήραμε την εξουσία στις ΗΠΑ. Με τον στρατό των ΗΠΑ κατέλαβα τις γειτονικές χώρες της Κροατίας. Ο επόμενος στόχος ήταν η σύλληψη των Avengers και με τη δύναμη τους ως μαχητών, κάτω από την εξουσία μου, να καταστρέψω τη γη. Κατόπιν έπρεπε να βρω κάποιον ικανό να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των Avengers. Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκα κάποιον που τον έλεγαν Όλεκ. Μαζί με αυτόν κατέστρεψα τη γη»…
Το καλοκαίρι κατά το τέλος Ιουνίου, πήγε ο Γιάκομπ με τους γονείς του στην Κροατία για διακοπές. Εκεί στο νησί των δαλματικών παραλίων, στην πόλη Κρκ, την αρχαία Ιλλυρική Κυρικτική ή Κύρικον κατά τους Βυζαντινούς, ζούσε ο παππούς του. Είχε συλληφθεί ως μουσουλμάνος από τους Σέρβους ορθοδόξους κατά τον πόλεμο το ’97 αλλά επέζησε. Τον Γιάκομπ δεν τον ενδιέφεραν αυτά· εκείνος αφενός ήταν αχνά, αραιά και που, Χριστιανός από την Γερμανίδα μητέρα του, αφετέρου το μόνο που ήθελε ήταν να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του παππού του.
Ανοίχτηκαν με τον παππού του ένα ηλιόλουστο πρωινό προς τα νησιά Κρες, με την βενζινοκίνητη βάρκα, να ρίξουν τ’ αγκίστρια τους. Ο βορέας είχε απ’ το προηγούμενο βράδυ πέσει, η θάλασσα γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που έμελλε ν’ ακολουθήσει… (περισσότερα…)
Μόνο καλπάζουσα αφέλεια δικαιολογεί όσους διατηρούσαν έστω και ελάχιστες αμφιβολίες για την ύπουλη χρήση του Predator από την κυβέρνηση και την παρακολούθηση Ελλήνων πολιτών με αδιευκρίνιστα κριτήρια. Η δήλωση λοιπόν του ιδιοκτήτη της Intellexa ότι η εταιρεία του παρέχει τεχνογνωσία μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου και άρα ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε όχι από ιδιώτες αλλά από κυβερνητικές υπηρεσίες δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Κεντρική μέριμνα όλων των κυβερνήσεων σε Βορρά και Νότο, Δύση και Ανατολή και όλων των πολιτευμάτων, υποτιθέμενα δημοκρατικών ή πασίδηλα αυταρχικών, κοσμικών ή θεοκρατικών, είναι να χώνουν τη σουβλερή τους μύτη στο μυαλό και στα βρακιά των υπηκόων τους. Αυτοί είναι οι εχθροί και η φιλυποψία απέναντί τους αποτελεί θέσφατο για τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, τους πρεντατοριανούς της εξουσίας και τις παρακρατικές τους συμμορίες. Οι κυβερνήσεις άλλωστε, ως μικρομερισματούχοι του Κράτους Υπονοίας ακολουθούν απλώς την πρακτική των αφεντικών τους, των μεγάλων εταιρειών που συλλέγουν καθημερινά τρισεκατομμύρια δεδομένων για τα υποψήφια εμπορικά τους θύματα.
Το χειρότερο όμως είναι ότι η παράνοια του Μεγάλου Αδελφού, που άλλοτε κυρίευε μόνο άρρωστους ζηλιάρηδες, έχει δηλητηριάσει ολόκληρη την κοινωνία. Πολλοί κουτσομπόληδες ξενυχτούν στο διαδίκτυο για να ξεσκεπάσουν παρεκκλίνουσες συμπεριφορές άλλων χρηστών – και σε λίγο, ως αποτέλεσμα του τεχνοκρατικού εκδημοκρατισμού, τα πιο προηγμένα εργαλεία ηλεκτρονικής παρακολούθησης θα βρίσκονται στα χέρια του καθενός. Οι ψυχαναλυτές θα επιτηρούν τους αναλυόμενους για το ενδεχόμενο να μοιράζονται τα μυστικά τους με τις καφετζούδες, τα κουρεία θα καιροφυλακτούν για κάποια ξένη ψαλιδιά στα κεφάλια των πιστών τους, τα μανάβικα της γειτονιάς θα επισκοπούν πελάτες ύποπτους για φρουτολαγνικές αποστασίες – κι όλοι μαζί, ως αληλλοβλεψίες, θα σκαλίζουμε ο ένας τα σωθικά του άλλου με θλιβερές συνέπειες: γιατί όντως βρίσκει κανείς ακριβώς ό,τι ψάχνει. (περισσότερα…)
Μετά από δυο χαμένους πολέμους, μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους, μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα; Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή: Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!
«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.
Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.
Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ωςσυγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.
Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.
Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)
«Τ’ Αυγούστου το φεγγάρι είναι σαν τον ήλιο του Μαγιού». Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ της πίστης –της μάνας όχι τόσο– κι ο παππούς άνθρωπος δίκιος και καλός, κανένα να μη βλάψει. Ήθελε να γίνει παπάς γι’ αυτό και παντρεύτηκε, αλλά η γυναίκα τού πέθανε στη γέννα κι έτσι δεν έγινε. Μετά ο μπαμπάς έπαθε καρκίνο στα σαράντα και τον πήγαν στην Αθήνα, μα του παππού δεν του ’παν γιατί. Όταν γύρισαν ο μπαμπάς ήταν κίτρινος σα κίτρο και ξέραμε πως… μα του παππού πάλι δεν του λέγαν.
Και κείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά, δε θα το ξεχάσω, Κωστή μου, είδα τον παππού μες στο σπίτι, κάτω απ’ την «τεκούσα σελήνη» να κάνει τρεις μετάνοιες και μετά να σηκώνει τα δυο του χέρια ψηλά, να έτσι, και να λέει, Θεέ μου, αν έχει ο γιος μου αυτό που νομίζω, μη μ’ αξιώσεις να το δω. Και τρεις μέρες μετά πέθανε… Τίποτα δεν είχε, αλλά πέθανε. Και λίγο μετά έφυγε κι ο μπαμπάς. Είχαμε τα σαράντα τού παππού και μαζί τα εννιάμερα του μπαμπά.
Πηγαίναμε με τον αδερφό μου στα ζώα το πρωί και μετά που γυρίζαμε ακούγαμε στο σπίτι ου ου ου, ου ου ου τις μοιρολογίστρες και δεν αντέχαμε, μας σκίζαν τις καρδιές. Και λέω στον αδερφό, αδερφέ, εσύ ’σαι μαλθακός, κάτσε δω έξω, κι εγώ χίμηξα μέσα και τις έδιωξα όλες, ουστ, στα σπίτια σας να κλάψετε… Κι η γιαγιά η καλή ποτέ δε θρήνησε μπροστά μας. Πήγαινε αμίλητη στις κοτούλες, έβρισκε μια γωνίτσα κι έβγαζε ό,τι μάζευε όλη νύχτα και μετά ερχόταν μ’ ένα χαμόγελο μεγάλο, να έτσι.
Ο παππούς, η γιαγιά, ο μπαμπάς… ο μπαμπάς δηλαδή περισότερο, κι έτσι έναν Αύγουστο έμεινε η μάνα χήρα στα τριάντα τόσα. Πενήντα πέντε σωστά χρόνια μόνη. Ενενήντα δύο φέτο και στο σώμα γερή σα γίδα, μα το μυαλό όλο πάει και φεύγει. Την πήρα χτες τηλέφωνο στης γειτόνισσας, της λέω, έλα μάνα, κι αυτή μου κάνει ποια ’σαι συ;… Μένει και μόνη της η καημένη, μόνο που πάει ο αδερφός και την κοιτάζει κάθε μέρα. Το μόνο που δε καταλαβαίνω είναι πώς ξέρει και παίρνει τα χάπια τα σωστά. Της έχει πει ο αδερφός, να, τούτο το πρωί, τούτο το βράδυ, αλλά και πάλι…
Μα, σου ’πα που την πήγαν στον γιατρό και της δώσαν κάτι καινούργια και της λέει ο γιατρός, κάθε Κυριακή πρωί που πας στην εκκλησιά θα παίρνεις ένα, κι εκείνη η καψερή κατάλαβε να το ρίχνει στο παγκάρι που πάει στην εκκλησιά κι ανοίξαν το παγκάρι την πρώτη Κυριακή και φωνάζει ο ψάλτης τον αδερφό και του λέει, το κόκκινο το χάπι είναι της μάνας σου; Ναι, του κάνει, γιατί; Το βρήκα, βρε, μες στο παγκάρι. Αχ, πολύ γέλιο…
Και λέει ο αδερφός στη μάνα μετά που τη βρήκε στο σπίτι, βρε, μάνα, να το παίρνεις σου ’πε, όχι να το ρίχνεις κει μέσα, κι αυτή τού κάνει, ποιος είσαι συ; Ἐνα μαγιάτικο πρωινό συνέβη τούτο.
Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, Κωστή μου, κι αν θες, έλα και αύριο για μία νέα ιστορία.
Η αφήγηση που ακολουθεί είναι μια ερμηνεία κάποιων γεγονότων της ζωής μου από τα πρώτα χρόνια των μνημονίων, σκόρπια κομμάτια μνήμης, διαβρωμένα από τη λήθη, συμπληρωμένα με τις εμμονές μου και με μικρές δόσεις επινόησης και φαντασίας. Πολλά κεφάλαια της ατομικής μου ιστορίας, ακόμα και πρόσφατα, δυσκολεύομαι να τα θυμηθώ αλλά υπάρχουν συναντήσεις και πρόσωπα που έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου. Φαίνεται πως η σημασία τους στη ζωή μου ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορώ να φανταστώ γιατί ακόμα και τώρα επισκέπτονται απρόσκλητα τη μνήμη μου σαν να ζητούν εξηγήσεις για πράγματα που δεν έγιναν όπως έπρεπε ή για παραλείψεις μου που ήταν ασυγχώρητες.
Ήταν δύσκολη και ταραγμένη εκείνη η εποχή. Προσωπικά δεν πίστευα λέξη από το επίσημο κρατικό αφήγημα περί χρεοκοπίας. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Στα μέρη μας έχω την εντύπωση ότι οι συνέπειες ήταν πιο ήπιες σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Υπήρξαν κι εδώ μικρές και μεγάλες τραγωδίες αλλά δεν επηρεάστηκαν όλοι το ίδιο. Πολλοί άντεξαν, κάποιοι καταστράφηκαν, ορισμένοι έφτασαν μέχρι την αυτοκτονία. Ένας γνωστός μου, στη γειτονιά που έμενα, βρέθηκε κρεμασμένος μέσα στο μαγαζί του. Ακούστηκε ότι είχε πέσει κι αυτός θύμα του κουρέματος των ομολόγων το 2012. Είχε τοποθετήσει τις οικονομίες μιας ζωής σε κρατικά ομόλογα. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει πάνω από το 70% των αποταμιεύσεών του. Το μαγαζί του παρέμεινε κλειστό και ξενοίκιαστο για πολλά χρόνια και προστέθηκε σε έναν μεγάλο αριθμό κλειστών μαγαζιών στο κέντρο και στις συνοικίες της πόλης.
Προσωπικά δεν έχασα και πολλά από οικονομικής πλευράς γιατί δεν είχα τίποτα να χάσω. Όμως η ήδη επισφαλής οικονομική μου κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε τις κοινωνικές μου σχέσεις αλλά και τις ηθικές αντοχές μου. Είχε προηγηθεί ένας χωρισμός επιπόλαιος, σχεδόν κωμικός, αποτέλεσμα υπερβολών και παρεξηγήσεων. Τα δύσκολα άρχισαν αργότερα. Όλες οι σχέσεις μου κατέρρευσαν σαν ντόμινο. Οι περισσότερες ήταν ρηχές, σχέσεις που γεννήθηκαν σε χώρους δουλειάς και περιορίζονταν σε αραιές συναντήσεις για καφέ και συζητήσεις για χρήμα, δουλειές, ποδόσφαιρο, κινητά και αυτοκίνητα. Λίγες είχαν μια υποψία φιλίας αλλά ούτε κι αυτές άντεξαν. Οι λόγοι; Άλλοι φανεροί, άλλοι ανομολόγητοι. Διαφορές στην οικονομική κατάσταση, διαφορετικές ιδέες, συμφέροντα, προσδοκίες. Η γενικότερη οικονομική ανασφάλεια έπαιξε τον ρόλο της. Ειδικά σε δύσκολες εποχές οι άνθρωποι ψάχνουν σχέσεις που προσφέρουν ασφάλεια, παρέες που θα τους φανούν χρήσιμες σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Χωρίς χρήμα, χωρίς προνόμια και χωρίς χρήσιμο κοινωνικό κύκλο δεν ήμουν ελκυστική παρέα. Κάποιοι διέκοψαν την επικοινωνία άμεσα, άλλοι σταδιακά με ελιγμούς, δικαιολογίες, υπεκφυγές και προσχήματα. Δεν επέμεινα. Ο ρόλος του κομπάρσου στις ζωές άλλων δεν μου ταίριαζε.
Ίσως κάποιοι άνθρωποι να ανθίζουν μέσα στη μοναξιά αλλά δεν είμαι ένας από αυτούς. Η ανακούφιση που περίμενα να βρω στη μοναχική ζωή παρέμεινε τελικά μια ελπίδα. Το σενάριο ζωής που είχα σχηματίσει αφηρημένα στο μυαλό μου αποδείχτηκε ανέφικτο όχι μόνο λόγω της οικονομικής μου στενότητας αλλά και λόγω εσωτερικών αδυναμιών τις οποίες είχα υποτιμήσει. Η μοναξιά δεν μου ήταν άγνωστη αλλά στα σαράντα μου πήρε τα χαρακτηριστικά δοκιμασίας. Ήταν μια επώδυνη και αποκαλυπτική εμπειρία, ένα βίωμα που λίγο έλειψε να με ρίξει για τα καλά στην επικράτεια της μνησικακίας και του φθόνου ειδικά όταν αντίκριζα εικόνες οικογενειακής ενότητας και θαλπωρής ή όταν έβλεπα ζευγάρια αγκαλιασμένα, φαινομενικά αγαπημένα και χαρούμενα, εικόνες ανθρώπων που φαίνονταν να διατηρούν τα προνόμια της κοινώς αποδεχτής ζωής, αυτά που είχα χάσει. Ήταν επεισόδια που μου θύμισαν για μια ακόμα φορά το πόσο ευάλωτο είναι το ανθρώπινο ον σωματικά και ηθικά, και το πόσο εύκολο είναι, όταν υποφέρεις, να τυφλωθείς από μια γενικευμένη κακία ή να χάσεις την ικανότητα για κατανόηση και συμπόνια.
Αυτήν ακριβώς τη διάθεση είχα αρχίσει να χάνω εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ένοιωθα πως κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει μέσα μου, ότι δεν είχα πια τη δύναμη να νοιώσω πραγματικά τους άλλους και ειδικά αυτούς που ήταν σε χειρότερη θέση απο μένα. Αυτό που από τα εφηβικά μου χρόνια βρισκόταν στον πυρήνα του τρόπου σκέψης μου σταδιακά είχε αρχίσει να ατονεί και να ξεθωριάζει. Ακόμα και το χαμόγελό μου, κάποτε γενναιόδωρο, έβγαινε πια απρόθυμο, κουρασμένο. Η προσωπική μου κατάσταση ήταν δύσκολη αλλά δεν ήθελα να συνηθίσω να χρησιμοποιώ τα προβλήματα μου ως άλλοθι για να δικαιολογήσω την εξασθένιση των βασικών αρχών μου. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι θα ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία της ζωής μου αν έφτανα στο σημείο να στέκομαι τελείως αδιάφορος μπροστά στον πόνο των άλλων ή ακόμα χειρότερα αν κυριαρχούσε μέσα μου η σκληρότητα και η κακία.
///
Είχαν περάσει κιόλας δέκα χρόνια από την επιστροφή μου στο νησί και οικονομικά βρισκόμουν στην ίδια οριακή κατάσταση όπως και την εποχή που αποφάσισα να κλείσω οριστικά το κεφάλαιο της διαμονής μου στην Αθήνα. (περισσότερα…)