Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)

Σαν το σκυλί ή Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Στο μυθιστόρημα Η Δίκη του Φραντς Κάφκα, ο ήρωας Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει γιατί, δικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί και καταδικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί. Σε όλη τη διάρκεια της δίωξής του προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το αόρατο δικαστήριο που διέταξε τη σύλληψή του και ποιο είναι το έγκλημα που διέπραξε. Στο τέλος, δυο μαυροντυμένοι άνδρες οδηγούν τον Γιόζεφ Κ. σε ένα λατομείο έξω από την πόλη και τον εκτελούν. «Σαν το σκυλί» είναι τα τελευταία λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα που αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους δολοφονείται χωρίς εξήγηση από μια εξουσία αόρατη, σκοτεινή, απάνθρωπη.

«Σαν τα σκυλιά» δολοφονούνται στις μέρες μας αναρίθμητοι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με όπλα ή με βόμβες, με εμβόλια ή με τρένα, πολύτιμα σώματα κάθε ηλικίας πέφτουν νεκρά, σκοτωμένα από ορατές και αόρατες εξουσίες. Νέοι άνθρωποι εξοντώνονται μαζικά αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα να πολεμούν για δικαιοσύνη και δικαίωση σε έναν κόσμο όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και η εξουσία απόλυτη, αδίστακτη, απεχθής και ικανή για τα πάντα: ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές και τους δικαστές σε δολοφόνους.

Ολόκληρο το έργο του Κάφκα (αινιγματικό και με πολλαπλές ερμηνείες) είναι εξαιρετικά επίκαιρο για τη φύση και τους μηχανισμούς του Νόμου μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των συστημάτων εξουσίας. Μπορούμε να έχουμε πίστη στο Νόμο και ειδικότερα στους φύλακές του; Και αν δεν μπορούμε, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;» (Γιουβενάλης).

Στις μέρες μας το παραπάνω ερώτημα αποκτά αγωνιώδεις διαστάσεις. Καθώς η λεγόμενη «δικτατορία της εκτελεστικής εξουσίας» τείνει να γίνει πρότυπο διακυβέρνησης και οι δικαστικές εξουσίες είναι ανήμπορες να διαφυλάξουν την τήρηση του Νόμου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο πολίτης στη λειτουργία της δικαιοσύνης και που αλλού να προσφύγει όταν οι ίδιοι οι φύλακες της έννομης τάξης γίνονται μαριονέτες στα χέρια πλουτοκρατών και τυράννων αφήνοντας κάθε λογής άνομα συμφέροντα και εγκληματικές οργανώσεις να γίνουν δομικό και ρυθμιστικό στοιχείο του συστήματος;

«Αν η εποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα το έγκλημα, είναι γιατί υπάρχει η αδιαφορία για τη ζωή, που χαρακτηρίζει τον μηδενισμό» έγραφε ο Καμύ στα μέσα του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας, αυτή η αδιαφορία για τη ζωή είναι διάχυτη. Ένας νέος μηδενισμός σαρώνει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας. Από την καθημερινή βία των ανηλίκων με ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις μέχρι τα τερατώδη εγκλήματα της εξουσίας, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής προκαλεί οργή και αμηχανία.

Οργισμένοι και αμήχανοι παρακολουθούμε σε καθημερινή βάση ένα φριχτό «ρεπερτόριο» τραγωδιών και εγκλημάτων. Με τι να εξοργιστείς περισσότερο; Με την ατιμωρησία και τη συγκάλυψη της μαζικής δολοφονίας 57 ανθρώπων στα τρένα του θανάτου; Με το ρεσιτάλ υποκρισίας των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας; Με τις χιλιάδες έρευνες και τις επίσημες ομολογίες για τα εμβόλια του κορωνοϊού που διαφήμισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις, η ιατρική κοινότητα και τα συστημικά ΜΜΕ λέγοντας διαρκώς ψέματα και εξαπατώντας έναν ολόκληρο λαό και έναν ολόκληρο πλανήτη; Με τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους νέων ανθρώπων που πέφτουν ξαφνικά και δεν ξανασηκώνονται; Ή με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που έχουν μολύνει όλα σχεδόν τα επίπεδα της κρατικής διοίκησης; Ανήμποροι και αμήχανοι, χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στους κρίσιμους θεσμούς του κράτους (δικαιοσύνη, υγεία, ασφάλεια) εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε αφηρημένες μεταφυσικές τιμωρίες και σε απελπισμένες ευχές: είθε η δικαιοσύνη της ζωής να συντρίψει της αδικίας το κεφάλι.

Όμως, «Απ’ τα τσακάλια, δε γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια» (Βάρναλης). Τα τσακάλια της εξουσίας, έχοντας επιβάλλει την αυτοεξαίρεσή τους από το Νόμο συνεχίζουν ακάθεκτα τις απρέπειες και τα εγκλήματά τους. (περισσότερα…)

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Παρασκευὴ 1 Μ

*

Ἡ Πρωτομαγιὰ

Πιάνω τὴν ἄνοιξη μὲ προσοχὴ καὶ τὴν ἀνοίγω:

Μὲ χτυπάει μιὰ ζέστη ἀραχνοΰφαντη
ἕνα μπλὲ ποὺ μυρίζει ἀνάσα πεταλούδας
οἱ ἀστερισμοὶ τῆς μαργαρίτας ὅλοι ἀλλὰ
καὶ μαζὶ πολλὰ σερνάμενα ἢ πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαῦρες, κάμπιες καὶ ἄλλα
τέρατα παρδαλὰ μὲ κεραῖες συρμάτινες
λέπια χρυσὰ λαμὲ καὶ πούλιες κόκκινες

Θά λεγες, ἕτοιμα ὅλα τους νὰ πᾶν
στὸ χορὸ τῶν μεταμφιεσμένων τοῦ Ἅδη.

Ἡμερολόγιο ἑνὸς ἀθέατου Ἀπριλίου, 1984

*

**

Με την τεχνητή νοημοσύνη να τυλίγει τον πλανήτη σαν ανακόντα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

ΡΑΚΕΝΔΥΤΗ ΧΛΙΔΗ

του Κώστα

Τώρα λουκούλλεια γεύματα. Τώρα πόδια χρυσά κι αυτά σε φαγοπότι. Τώρα κυρίες πανάκριβες, ξενύχτησαν προβάροντας μακιγιάζ. Τώρα κηροπήγια πολυτελή. Κι αυτός εκεί, της «δυτικής οφρύος», στη μέση πουκαμισιά τραπεζομάντηλο. Αγοράζει τα πάντα, κοροϊδεύει, ασχημονεί.

Ο κόπρος του Αυγείου περιφέρεται πλανητικά, επισκέπτεται τις «ανώτερες τάξεις», καταστρέφει νεαρά κορίτσια, διαβρώνει, τυφλώνει, εξοντώνει.

Άνθρωποι που δεν ξέρουν τι έχουν, κανονίζουν τη ζωή ανθρώπων που ξέρουν ότι …δεν έχουν!

Μαζεμένο καρκατσουλιό. Μήπως εκδίκηση της γυφτιάς που τα θέλει όλα χρυσά; Μήπως ληστές λυμαίνονται τον πλανήτη κουστουμαρισμένοι; «Ονομάζομαι πάντα παίρνω» Και όλοι μας καρφωμένοι στο θέαμα, μαγνητισμένοι: Οι ηγέτες αιωρούμενοι, με τις γραβάτες στη θέση τους καταφεύγουν στον Οθωμανό. Τρελός χορός δισεκατομμυρίων. Ποιος παρακολουθεί τι;

Αλιβάνιστοι, ανταλλλάσσουν όπλα και νομίσματα, συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι, χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.

Διώξε πέρα τις εικόνες.
Ψεύτικος ντουνιάς απλώθηκε σαν όλεθρος
Άνθρωποι καμωμένοι παρανάλωμα πυρός
Σφαγές ανομολόγητες.
Ύστερα θα αναλάβουν οι «πολιτισμένοι» εργολάβοι
Την ανοικοδόμηση.
Ω κέρδη, δεν σας ύμνησαν ακόμη!
Ολούθε κέρδητα.
Χρυσωμένο το χάπι περιφέρεται.
Θα σκάψουν τα έγκατα της γης
«Σπάνιες γαίες» λέγονται τώρα
Μα διόλου σπάνιος ο λυγμός
Πίσω απ’ τις βιτρίνες με τα είδωλα.
Κάτι έχει χαθεί, κάτι εξατμίστηκε
Το κενό σαν υδρατμός, σαν υγρασία
Διαποτίζει χώρες και λαούς.
Υπόγειοι συριγμοί
Κραδασμοί-σεισμοί
Μετρούν την ένταση, την απόσταση
Τα καταγράφουν όλα,
Μετρήσεις ακρίβειας.

Κι όσα δεν καταγράφονται;
Όσα δεν χωρούν στο μέτρημα;
Όσα μυστικά υπάρχουν;
Όσα τρέχουν λαχανιασμένα;
Όσα δε φτάνουν να γίνουν λόγος;
Όσα τα καταπίνει η σιωπή;

Διάφανα πλέγματα ζωής
Δεν ξέρουν τι είναι.
Η τρυφερότητα λυγμεί,
Ο στεναγμός κρυμμένος
Σπλάχνα πατρίδας άγνωστα
Οράματα νεκρά
Της Αλήθειας ο βωμός σβηστός.
Ειρήνη πού ’ναι η εκκλησιά σου;

Απλωμένα δίχτυα αγάπης
Ξεφτισμένα.
Κι εκείνη η αστερόεσσα νύχτα
Χαμένη και λησμονημένη.
Ποιο φως καρτερείς;

Να σταματάς πάνω στα πρόσωπα.

Φευγαλέες εικόνες.
Μισοσκότεινα
Ακούγονται οι κουβέντες
Αλλά τα πρόσωπα μισοφανέρωτα.
Όλος ο κόσμος έτσι, μισοφανέρωτος,
Φτιασιδωμένος,
Δέρμα που ολοφύρεται
Χωμένο στις κρέμες και τις πούδρες.

Ολόγυρα τα τροχοφόρα
Η βουή τους,
Μια ορισμένη φωτεινή συννεφιά
Των φαναριών τους
Καθώς τα βλέπεις στον καθρέφτη
Να τρέχουν να ξεφύγουν.

Δεδομένα και στερεότυπα σχήματα.
Πανευτυχείς διαφημιζόμενοι
Πολιτικολογίας συνέχεια
«Εκπεσόντες φόροι»
«Εκφυγόντα κέρδη».
Οι επίσημες διατυπώσεις.
Άνευρες. Στομφώδεις.
Θριαμβικές.
Αφασία.

*

*

Ο Αργυρός Αιώνας

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στα ελληνικά γράμματα, «Αργυρό Αιώνα» όπως οι Λατίνοι ή οι Ρώσσοι, μια δεύτερη περίοδο ακμής δηλαδή μετά την πρώτη, την απόλυτα και παραδειγματικά «κλασσική», δεν έχουμε. Αν πάντως κρίναμε χρήσιμο τον όρο, νομίζω ότι θα τον άξιζαν πλήρως οι συγγραφείς μας που πρωτοξεκίνησαν να γράφουν την περίοδο 1880-1940.

Πόσα ονόματα, και πόσα θαύματα, δεν περιλαμβάνει αυτή η «Εποχή της Ωριμότητας», όπως την αποκαλεί ο Στυλιανός Αλεξίου στο βιβλίο του Ελληνική λογοτεχνία (Στιγμή, 2010)… Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, Δροσίνης, Ψυχάρης, Θεοτόκης, Ξενόπουλος, Καρκαβίτσας, Μητσάκης, Βουτυράς, Καβάφης, Μαλακάσης, Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης, Πρεβελάκης, Άγρας, Δημαράς, Καρυωτάκης, Πολυδούρη, Σκαρίμπας, Καββαδίας, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Πολίτης, Μυριβήλης, Μπεράτης, Καραγάτσης, Βενέζης, Θεοτοκάς, Τερζάκης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Καρέλλη, Παπατσώνης, Βρεττάκος, Γκάτσος, Σαραντάρης, Καπετανάκης, Λορεντζάτος, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, δραματουργοί, κριτικοί, μεταφραστές, στοχαστές που υπογράφουν ίσως και το 70% των κορυφαίων κειμένων της νεώτερης λογοτεχνίας μας.

Εμπρός στον πλούτο, ποιοτικό και ποσοτικό, των έργων αυτής της περιόδου, νομίζω ότι ωχριά κάθε άλλη εποχή της λογοτεχνίας μας, αρχαίας, μέσης και σύγχρονης. Στην προαναφερθείσα μνημειώδη γραμματολογία του, ο Αλεξίου τούς αφιερώνει περίπου 80 σελίδες. Λίγο λιγότερες δηλαδή από τις σελίδες που αφιερώνει στους συγγραφείς του «χρυσού» 5ου αιώνα!

///

Η Goldman Sachs υπολόγισε ότι στις ΗΠΑ το 60% σχεδόν της κατανάλωσης γίνεται από το 10% των ευπορότερων. Πρακτικά αυτό σημαίνει το απλούστατο: σε ό,τι αφορά το ΑΕΠ, η εισοδηματική αναδιανομή προς τα πάνω συμφέρει. Συμφέρει δηλαδή να παίρνεις χρήματα από τους φτωχότερους (συμπιέζοντας τους μισθούς λ.χ. ή αυξάνοντας το κόστος της στέγης) και να τα μεταβιβάζεις στους πλουσιότερους, αφού έτσι τονώνεις καλύτερα την κατανάλωση, άρα την αύξηση του ΑΕΠ, άρα την πολυπόθητη «ανάπτυξη». (Κοντά το 70% του ΑΕΠ προκύπτει από την κατανάλωση.) Αφού το πλουσιότερο 10% κινεί την οικονομία, τι σε κόφτει για τους φτωχούς;

Φυσικά, και τα κυβερνητικά κόμματα ανά την Ευρώπη και την Αμερική σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Οι δείκτες μετρούν, οι αριθμοί να ευημερούν και ας δυστυχούν οι άνθρωποι. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος στη Γερμανία λ.χ. είναι σήμερα μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 1929, πριν το Μεγάλο Κραχ και την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Και ενώ η πραγματική οικονομία παρακμάζει (βλ. τη ραγδαία αποβιομηχάνιση της Ευρώπης λ.χ.), η εικονική οικονομία θάλλει όσο ποτέ. Οι μεγάλες υπεραξίες δημιουργούνται σήμερα από τις φούσκες, από την προσδοκία δηλαδή του αυριανού, καθ’ υπόθεσιν, κέρδους: τη φούσκα των μετοχών, τη φούσκα της τεχνολογίας, τη φούσκα των ακινήτων προπάντων. Η λαϊκή οικογένεια αγωνίζεται να πληρώσει το ενοίκιό της, ένα δυάρι στην Αττική κοστίζει όσο το 90% (!) του μέσου εισοδήματος ενός εργαζομένου, όμως αυτός ο βρόχος που πνίγει τους πολλούς, για τους κυβερνώντες και τα διεστραμμένα τους μαθηματικά μεταφράζεται σε διόγκωση του ΑΕΠ, τουτέστιν σε «ανάπτυξη»! Και για τους ραντιέρηδες, τους αετονύχηδες, τους χρηματοκαρχαρίες και τα funds, σε χρυσοφόρες «επενδύσεις».

///

Το ηλιοκυκλοθεώρημαν, το ολοέκλαμπρόν της,
το χαριτοερωτόμορφον, το εξαίρετον και ωραίον!

«Φλώριος και Πλατζιαφλώρα»
(14ος-15ος αι.)

///

Ακόμη μια «απόπειρα δολοφονίας», ακόμη ένας «μοναχικός λύκος», ακόμη μια φορά «άγνωστα κίνητρα»… «What is our life?», ρωτούσε σ’ ένα διάσημό του ποίημα τον 16ο αιώνα ο σερ Ουώλτερ Ράλι. Και απαντούσε ο ίδιος: «a short comedy». Πέντε αιώνες αργότερα, μοιάζει όλο και πιο πολύ με κακογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς, Στερνός λόγος

*

Σε μια γυναίκα

Ήρθε η στιγμή να σωπάσω και να πονέσω…
Δε θα ’ξερα ο ίδιος να σου πω από πού είμαι, ποιός μ’ έστειλ’ εδώ…
Υψωμένος και ταπεινωμένος, αθώος και τιμωρημένος.
GΟΕΤΗΕ, «Ilmenau»
Τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

~.~

Τα δυνατά σου χέρια τ’ άξια, τα κοσμικά,
χάρισμα πιο μεγάλο κι απ’ τα φτερά.

Τα δυνατά σου χέρια δε σέρνουν απαλά
τον ήχο από της άρπας τη μουσική καρδιά.

Τα δυνατά σου χέρια λουλούδια δεν κρατάν
κι ολόλιγνα στο ατλάζι τα ξόμπλια δεν κεντάν.

Τα δυνατά σου χέρια εκεί που θα σταθούν
σα φυλαχτά φυλάνε, σαν άρματα βοηθούν.

Και ξέρουνε και υφαίνουν το γνέμα τ’ αργαλειού
που θ’ αλαφροσκεπάσει τη γύμνια του κορμιού,

κι ύστερα το λευκαίνουν στην άκρη ενός γιαλού
με τη χαρά του ήλιου και με του τραγουδιού.

Τα χέρια σου ζωσμένα γύρω σε μια καρδιά
της γίνονται σκουτάρια και θώρακες αυτά.

Τα χέρια σου στην ώρα του θαλασσοδαρμού
γίνονται δυο δελφίνια χρυσά του λυτρωμού.

Τα χέρια σου κανίσκια βαστάν παρηγοριάς,
μ’ αυτά στηρίζεις, δίνεις, υψώνεις, ευλογάς.

Μ’ αυτά τα χέρια μού ήρθες μοιράζοντας εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί.

Κι απ’ τον αφρό της λίμνης της αρμυρής
πήξατε τ’ άσπρο αλάτι για μένα, ω χέρια εσείς.

Κι εκόψατε για μένα τους ώριμους καρπούς,
και φώτιζέ σας γέλιο που δεν το βάζει ο νους!

Το πήρα τ’ άσπρο αλάτι· μου τα ’δωκες εσύ
το διάφανο νεράκι και το ξανθό ψωμί·

και στο τραπέζι απάνου, στρωμένο ευλογητό,
τ’ απίθωσα και σου είπα το λόγο: «Σ’ τα χρωστώ».

Κι ήταν ο λόγος μου άσπρο πουλί, πουλί ιερό
φερμένο από φωλίτσα χτισμένη σε ναό.

Κι ήταν ο νους μου μαύρου πουλιού τριγυρισμός,
της νυχτερίδας ταίρι, του κόρακα αδερφός.

Κι εκεί που με το λόγο σε χάιδευα, —τ’ ακούς;—
όρνιο καταραμένο πετούσε εμένα ο νους

σε πείσματα στριμμένων, ξενύχτια αμαρτωλών,
και σ’ όλα τα τραπέζια των πονηρών.

Κι ας με ρωτούσε κι όποιος για σένα ποιά είσαι, εγώ
κι ας υψωνόμουν ύμνος τις χάρες σου να πω! (περισσότερα…)

Πληρότητα σε χρόνο ρευστό

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το κατεξοχήν ηθικό ερώτημα «Τι να πράττω;» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χρόνο. Το παρόν, όντας ανεπανάληπτο, καλεί σε εγρήγορση υπό τον φόβο της χαμένης ευκαιρίας· της «εκπρόθεσμης» ζωής. Το ίδιο το ερώτημα περιέχει μία έγνοια για το μέλλον και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από το παρελθόν, κυρίως υποσυνείδητα.

Η συνύφανση του χρόνου με έναν ηθικό προβληματισμό κάνει το πεδίο διερεύνησης ολισθηρό. Μήπως απαλλασσόμαστε από την ολισθηρότητα του χρόνου αν στο αρχικό ερώτημα «Τι να πράττω;» διαλέξουμε ως απάντηση «Ό,τι οδηγεί σε μία πληρότητα»; Ακόμα κι έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη διά του χρόνου ρευστότητα η οποία χαρακτηρίζει την ίδια την ανθρώπινη ταυτότητα. Τι ακριβώς να «πληρωθεί», με τι να γεμίσει, αν ο ίδιος ο «υποδοχέας» αλλάζει με τον χρόνο; Ποιες είναι οι συνθήκες πληρότητάς μου αν οι ανάγκες που έχω αλλάζουν με τον χρόνο; Πότε και πώς να πραγματωθεί κάτι που αλλάζει με τον χρόνο, όπως η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου και κατ’ επέκταση η ίδια η ταυτότητά μου;

Ο χρόνος συμβάλλει στη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας και αυξάνει τη δυσκολία προσδιορισμού των συνθηκών πληρότητας. Η ταυτότητά μας χρωματίζεται από τη δεύτερη φύση, δηλαδή από τις αξίες που για εμάς αποτελούν τελικό σκοπό. Τέτοιες αξίες μπορούν να είναι είτε πολιτισμικές υπαγορεύσεις κρυσταλλωμένες στον χρόνο (όπως η δικαιοσύνη) είτε οι αυταξίες, δηλαδή απευθείας αντανακλάσεις έμφυτων ροπών με ηθική βαρύτητα (όπως η φροντίδα από και προς τρίτους, η ελευθερία στην επιλογή, η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η δημιουργικότητα). Όμως, η δέσμευσή μας σε συγκεκριμένες αξίες αλλάζει ως προς την ένταση, όχι μόνο από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλά και στο ίδιο πρόσωπο, με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη φάση της ζωής του. Οπότε η πληρότητα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφεύγουσα γιατί συνυφαίνεται με μία ταυτότητα, ενίοτε ρευστή, και όχι απλώς με την ικανοποίηση ενστικτωδών ροπών – κάτι που θα συνιστούσε απλή αυτοσυντήρηση.

Σταθερό ως το δυσκολότερα μεταβαλλόμενο

Ωστόσο, δεν αλλάζουν όλα σε μία ταυτότητα, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Ακόμα και αν δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για σταθερές και αμετάβλητες αξίες ή ροπές ενός προσώπου, για να μη θέσουμε σε κίνδυνο μία έννοια ελευθερίας, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι ορισμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται πιο δύσκολα σε ένα πρόσωπο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, δεν σβήνουν ή δεν εξασθενίζουν με τον καιρό, γίνονται πιο ορατά. Και υπό αυτή την έννοια, συγκροτούν τη μοναδικότητά του, όντας πιο σταθερά (αν και όχι πλήρως αμετάβλητα). Οπότε είναι κρίσιμη η δυνατότητα ενός προσώπου να αφουγκραστεί τις προτεραιότητές του· αν και κατά πόσο αλλάζουν ανάλογα με τις φάσεις της ζωής του – άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο. (περισσότερα…)

Ο Τραμπ χάνει τον έλεγχο

*

του OSKAR LAFONTAINE

~.~

Η τρομοκρατία και ο πόλεμος δεν μπορεί να αποτελούν μέσα άσκησης πολιτικής. Η αρχή αυτή οφείλει να ισχύει απαρέγκλιτα. Μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στη διάρκεια δείπνου δημοσιογράφων στην Ουάσιγκτον, ακούστηκαν πολυάριθμες δηλώσεις συμπαράστασης. Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς αποφάνθηκε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Αποφασίζουμε με πλειοψηφίες, όχι με τα όπλα». Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε την επίθεση «απαράδεκτη» και προσέθεσε: «Η βία δεν έχει θέση σε μια δημοκρατία. Διαβεβαιώνω τον Ντόναλντ Τραμπ για την αμέριστη υποστήριξή μου». Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ τόνισε: «Κάθε επίθεση κατά δημοκρατικών θεσμών ή κατά της ελευθερίας του Τύπου πρέπει να καταδικάζεται με τον αυστηρότερο τρόπο». Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η βία δεν έχει καμία θέση στην πολιτική.

Οι δηλώσεις αυτές ηχούν κενές, αν ληφθεί υπόψη η στήριξη που παρέχεται στην τρομοκρατική πολιτική της Ουάσιγκτον και στους πολέμους της που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η, κατ’ εντολήν Τραμπ, δολοφονία του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και μελών της ιρανικής ηγεσίας, από τους Ευρωπαίους εγκρίθηκε στην πράξη σχεδόν ομοφώνως: «Συμφωνούμε ότι αυτό το φρικτό καθεστώς στην Τεχεράνη πρέπει να εξαλειφθεί», δήλωνε τότε ο καγκελάριος Μερτς, ο οποίος μέχρι σήμερα διατηρεί ανοικτή για τον επιθετικό πόλεμο του Τραμπ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, την αμερικανική αεροπορική βάση του Ράμσταϊν στο Παλατινάτο. Από έναν τέτοιο καγκελάριο δεν μπορεί να αναμένεται εξωτερική πολιτική προσανατολισμένη στα γερμανικά συμφέροντα. Αντιθέτως, ο Μερτς στηρίζει την Ουκρανία με ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, παρότι αυτή ευθύνεται για την καταστροφή του σημαντικότερου ενεργειακού μας αγωγού, του Nord Stream. Εξίσου απίθανη προδιαγράφεται η προοπτική ειρήνης με έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που τους τελευταίους μήνες έχει διατάξει τον βομβαρδισμό τουλάχιστον επτά χωρών.

Προσωπικά, είχα θεωρήσει την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως το μικρότερο κακό, διότι, όπως πολλοί πολίτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχα κουραστεί από την υποκρισία των Μπιλ Κλίντον, Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν και του περιβάλλοντός τους. Το ότι ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας είναι άνθρωπος προκλητικά διεφθαρμένος, ότι πλουτίζει και εξυπηρετεί τους δισεκατομμυριούχους φίλους του, ήταν γνωστό και αναμενόμενο· όμως και οι Κλίντον και ο Μπάιντεν υπήρξαν εξίσου διεφθαρμένοι και ευνόησαν τους δικούς τους.

Ο Κλίντον απέρριψε τις προτάσεις που είχα υποβάλει, ως υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, για τη ρύθμιση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, επειδή «τη χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας την είχε αναλάβει η Γουώλ Στρητ». Οι πρόεδροι του Δημοκρατικού Κόμματος διεξήγαν τους πολέμους τους δήθεν στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας· στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο πάντοτε για διεκδίκηση ισχύος, σφαίρες επιρροής, πρώτες ύλες και αγορές.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους του να τερματίσει αυτούς τους «ανόητους και ατέρμονους» πολέμους. Ελπίζαμε, συνεπώς, ότι θα έφερνε επιτέλους ειρήνη στην Ουκρανία. Είχε δηλώσει δημοσίως ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς υπήρξε η κύρια αιτία του πολέμου αυτού, αφήνοντας να εννοηθεί ότι προτίθεται να λάβει υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας της Ρωσίας. Ο υπουργός Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο, είχε μάλιστα παραδεχθεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση της Ουκρανίας ξεκίνησαν, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, με ευνοϊκές προοπτικές, αλλά οι Ευρωπαίοι προέβαλαν αντιρρήσεις. Διατύπωσαν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις και αποδέχθηκαν ότι οι ΗΠΑ αποσύρονταν ολοένα και περισσότερο από τον πόλεμο που η ίδια η Ουάσιγκτον είχε προκαλέσει. Πλέον, ο Τραμπ φαίνεται να έχει απολέσει πλήρως το ενδιαφέρον του για την Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να διαχειριστούν μόνοι τους την κατάσταση. Ο παράλογος αυτός πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ, έως ότου οι ευρωπαϊκές χώρες —και ιδίως η Γερμανία— εξαντληθούν οικονομικά. (περισσότερα…)

Το kayfabe ως νέος ρεαλισμος

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 τὸ WWE (World Wrestling Entertainment), τότε ακόμα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία WWF (World Wrestling Federation), γνώριζε σημαντικὴ διάδοση στὶς ΗΠΑ, ἀλλὰ καὶ στὴν Εὐρώπη μέσω συνδρομητικῶν καναλιῶν. Ἔπρεπε νὰ περάσουν περίπου 10-15 χρόνια προκειμένου νὰ κατακτήσει τὸ παγκόσμιο στερέωμα, δημιουργῶντας μιὰν αὐτοκρατορία θεάματος μὲ κέντρο τοὺς ἐπαγγελματίες παλαιστὲς καὶ ὅλες τὶς προσωπικὲς ἱστορίες, τὶς ἀφηγήσεις καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐνδύουν τὸ σόου αὐτὸ ποὺ στοὺς ἑλληνικοὺς δέκτες καθιερώθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 2000 ἀπὸ τὸ πειραιώτικο TV MAGIC. Παράλληλα, ἡ εἴσοδος τοῦ DVD στὴν καθημερινὴ ζωή μας, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ δυνατότητα ἀναπαραγωγῆς (καὶ πειρατικῆς ἀντιγραφῆς) του μέσω τῆς πρώτης εὔκολα προσβάσιμης στὰ μέσα νοικοκυριὰ κονσόλας/παιχνιδομηχανῆς, τοῦ Playstation 2, ἔβαλε γιὰ τὰ καλὰ τὰ δύο σύμπαντα τοῦ WWE (τὸ SmackDown καὶ τὸ Raw) μαζὶ μὲ ὅλες τὶς σημαντικὲς διοργανώσεις/στιγμὲς τῆς χρονιᾶς (Backlash, Royal Rumble, Wrestlemania, Summerslam κ.λπ.) στὰ σπίτια τῶν τότε ἐφήβων (κι’ ὄχι μόνο). Ἡ διαδικασία ἦταν ἁπλή: μία φωτοτυπία ταυτότητας ἐνηλίκου, κι’ ἕνας λογαριασμὸς ΔΕΚΟ ἦταν ἀρκετὸς γιὰ ἐγγραφὴ μέλους σὲ κάποιο τοπικὸ βίντεο κλάμπ· ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, ἐρχόταν ἡ ἀναζήτηση στὰ ράφια, καὶ ἡ ἡμερήσια, γιὰ τὸ σ/κ ἢ ἑβδομαδιαία ἐνοικίαση. Ὕστερα, ἀκολουθοῦσε συγκέντρωση σὲ σπίτια μὲ φίλους καὶ εὐλαβικὴ παρακολούθηση. (περισσότερα…)

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)