Η χρυσή εποχή του ελληνικού βιβλίου;

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα τις προάλλες το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη για την κατάσταση του ελληνικού βιβλίου και ομολογουμένως έμεινα άναυδος. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η εικόνα που μεταφέρει το άρθρο είναι αυτή μιας χρυσής εποχής. «Βρίσκεται το ελληνικό βιβλίο στην πιο ώριμη στιγμή της ιστορίας του;» ερωτά η καλή δημοσιογράφος. Και απαντά: «Εκτιμούμε πως ναι». Και παρακάτω διευκρινίζει:

«Θεσμική στερέωση και πολιτειακή υποστήριξη, καλπάζουσα εκδοτική παραγωγή, νέοι εκδότες, επαγγελματική συνείδηση, πλουραλισμός σωματείων και μια βεντάλια δράσεων σε όλη την Ελλάδα δίνουν την εντύπωση ενός ακμαίου τοπίου με δυνατότητες ανάπτυξης και εξωστρέφειας».

Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με μια συνηθισμένη ιστορικά σύγχυση. Η Κουζέλη ερμηνεύει τα τυπικά συμπτώματα του πληθωρισμού που συνοδεύουν συνήθως την έκπτωση, την παρακμή μιας δραστηριότητας, ως θετικούς ποιοτικούς δείκτες! Ή, με άλλα λόγια, βλέπει τη φωταγωγημένη βιτρίνα και αγνοεί τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος.

Η πραγματικότητα είναι όμως η αντίθετη. Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα, όσο ευτυχούν οι αριθμοί (των τίτλων και των εκδηλώσεων), τόσο δυστυχούν οι άνθρωποι πίσω τους. Ακριβώς αυτό το πρώτο (η γιγάντωση των μηχανισμών προβολής), είναι αλάθευτο σημάδι του δεύτερου (της υποχώρησης της πραγματικής ζήτησης του προβαλλόμενου προϊόντος).

Επανειλημμένα το έχουμε δει αυτό ιστορικά: από τους τεράστιους καθεδρικούς που η Ευρώπη ανήγειρε μεταναγεννησιακά (όταν ο χριστιανισμός δηλαδή ήδη έχει πάρει την κάτω βόλτα) ώς τα πολυτελέστατα μουσικά μέγαρα και τις όπερες που ειδικά τα τελευταία χρόνια (όταν η λόγια μουσική παράδοση φθίνει παντού) φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλον τον πλανήτη.

Για να αναφέρω ένα παράδειγμα που έχω κι αλλού χρησιμοποιήσει (στο βιβλίο μου Η τέχνη που αυτοκτονεί), το να ισχυρίζεσαι σήμερα ότι το βιβλίο είναι στην καλύτερη στιγμή του κρίνοντας από αυτούς τους επιπόλαιους δείκτες, είναι σαν να θεωρείς ότι το αρχαίο ελληνικό θέατρο ακμάζει στους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους, επειδή τότε χτίζονται ή ανακαινίζονται τα μεγάλα και πολυτελή θέατρα…

Συγχρόνως όμως και η ίδια η Κουζέλη παραδέχεται ότι δεν έχουμε τον κρίσιμο ποσοτικό δείκτη: τι τέλος πάντων από όλη αυτή την γαργαντουώδη παραγωγή έχει πραγματική ζήτηση; Ευτυχώς, σε άλλες χώρες αυτά τα στοιχεία τα ξέρουμε. Ο Steven Piersanti, ανώτερο στέλεχος των Berrett-Koehler Publishers στις ΗΠΑ, τα συνοψίζει σ’ ένα καίριο κείμενό του που, διόλου τυχαία, τιτλοφορείται «Οι 10 φρικτές αλήθειες για τις βιβλιοεκδόσεις». Συνοψίζω κι εγώ με τη σειρά μου τα συμπεράσματά του παρακάτω.

Ας κρίνει ο Έλληνας συγγραφέας, εκδότης, αναγνώστης εξ ιδίων: είναι ή δεν είναι τέτοια, και χειρότερη, η κατάσταση στην Ελλάδα; Ζητήματα όπως η ανάγνωση και η γραφή, η κατάπτωση της παιδείας και ο απαλφαβητισμός, ιδίως των νέων, είναι σοβαρά, δεν αφορούν μόνον την βιβλιαγορά με τη στενή έννοια του όρου, αφορούν το μέλλον αυτού του τόπου, αν έχει… Δεν χωρούν εξωραϊσμοί εδώ. Ο διάλογος, πάνω στη βάση της πραγματικότητας, επείγει.

Οι «10 φρικτές αλήθειες» του Piersanti:

1. Εκδίδονται πλέον τεράστιοι αριθμοί βιβλίων: το 2025 κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ περίπου 4,2 εκατομμύρια νέοι τίτλοι.

2. Η αγορά βιβλίου είναι υπερκορεσμένη, με δεκάδες εκατομμύρια διαθέσιμους τίτλους και αυξανόμενο ανταγωνισμό από διαδίκτυο, κοινωνικά δίκτυα και AI.

3. Η συνολική αγορά βιβλίου έχει ουσιαστικά συρρικνωθεί σε πραγματικούς όρους τα τελευταία είκοσι χρόνια.

4. Οι μέσες πωλήσεις ανά νέο βιβλίο είναι πολύ μικρές και μειώνονται· ακόμη και πολλά βιβλία παραδοσιακών εκδοτών δεν ξεπερνούν τις 2.000 πωλήσεις. [Προσθήκη δική μου: Αυτά τα 2.000 αντίτυπα αφορούν μια αγορά 320.000.000 κατοίκων. Στα 10.000.000 του πληθυσμού της Ελλάδας, αυτό θα αντιστοιχούσε σε πωλήσεις 62 αντιτύπων ανά βιβλίο.]

5. Η πιθανότητα να τοποθετηθεί ένα συγκεκριμένο βιβλίο στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου είναι μικρότερη του 1%.

6. Κάθε χρόνο γίνεται δυσκολότερη η πώληση νέων τίτλων, ενώ οι πωλήσεις συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε λίγους γνωστούς συγγραφείς και τίτλους.

7. Τα περισσότερα βιβλία απευθύνονται στην κοινότητα ή στο ήδη υπάρχον κοινό του συγγραφέα, όχι σε ένα αόριστο «γενικό κοινό».

8. Το μεγαλύτερο μέρος του μάρκετινγκ έχει μεταφερθεί από τους εκδότες στους ίδιους τους συγγραφείς.

9. Κάθε βιβλίο αποτελεί καινούργιο προϊόν με μεγάλο κόστος παραγωγής, αλλά συνήθως αποφέρει σχετικά μικρό συνολικό τζίρο, περιορίζοντας την επένδυση του εκδότη.

10. Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα της έκδοσης κλονίζονται, καθώς η ΤΝ υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο ως μέσο αναζήτησης εξειδικευμένων πληροφοριών.

Όλο το άρθρο του Αμερικανού εκδότη εδώ.

Το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη εδώ.

*

*

Η γραφή

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

Του άρεσε του κυρίου Ευχέτη να αφήνει το μυαλό του να τρέχει παίζοντας με συνειρμούς, που τελικώς διαμόρφωναν έναν ολόκληρο συλλογισμό. Θα έλεγε κάποιος ότι ήταν η ιδιαίτερη αδυναμία του η γραφή και το παιχνίδι με τις λέξεις. Ίσως, διότι δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο πιο γοητευτικό, το οποίο παρεμπιπτόντως, τον γλύτωνε και από επισκέψεις σε ψυχίατρο, μιας και ο διάλογος με τον εαυτό ήταν γι’ αυτόν σημαντικός και κυρίως ιαματικός. Και κάπου στην άκρη του μυαλού του, τον εκλάμβανε ως νοητική άσκηση που θα εμπόδιζε την πιθανώς επερχόμενη άνοια, η οποία συνήθως επισκέπτεται μόνον τους ηλικιωμένους.

Α, η γραφή, θείο δώρο, σκέφτηκε. Μία προσπάθεια να παρεισφρήσει το παρελθόν στο παρόν, προσβλέποντας μονίμως στο μέλλον. Έγραψα, κατέγραψα, μία κατάσταση, ένα γεγονός, μία σκέψη, τώρα. Το τώρα έγινε κιόλας παρελθόν. Όσο απομακρύνομαι από το γεγονός και από την καταγραφή του, τόσο βυθίζονται και τα δυο στο παρελθόν. Όταν κάποια στιγμή διαβάσω την καταγραφή, μετέχω της εισβολής του παρελθόντος στο παρόν μέσω της ανάγνωσης του καταγραμμένου.

Η γραφή απομνημονεύει αφεαυτής, θυμίζει -όσο υπάρχει-, επιστρέφει τον νου στο παρελθόν με κάθε ανάγνωσή της. Γράφω για να απομνημονεύσω, στο χαρτί ή σε άλλο μέσο, όσα θα χαθούν στη μνήμη με τη σταδιακή εξασθένηση της τωρινής εντύπωσης. Γράφω κάτι για να το θυμηθώ αργότερα. Το είπαν σημείωση.

Γράφω για να βλέπω το ξετύλιγμα της σκέψης μου σε άλλο χρόνο από αυτόν της καταγραφής, για να μπορέσω να προχωρήσω αύριο τον συλλογισμό που άφησα ημιτελή χθες, για να καταφέρω να εξωθήσω τη σκέψη μου σε άλλες σφαίρες. Το είπαν στοχασμό.

Γράφω αριθμούς, στοιχεία χημείας, αστρονομίας, ιατρικής, για να μπορέσω να απεικονίσω μέσα από σύμβολα ολόκληρους συλλογισμούς, που δίχως τη γραφή θα χάνονταν στα βάθη του χρόνου. Συσσώρευση εμπειριών, γνώσης, αιώνων. Το είπαν επιστήμη.

Γράφω σήμερα υποχρεώσεις καθημερινότητας, λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν αύριο, υπομνήσεις συναντήσεων, καθηκόντων. Το είπαν οργανωτική συνέπεια.

Γράφω ολόκληρες σειρές συνειρμών που με οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα, για να απαντήσω σε μύρια γιατί, επιζητώντας ένα διότι, συνδέω αιτίες με αποτελέσματα και τούμπαλιν. Το είπαν φιλοσοφία.

Γράφω για μικρογεγονότα, συναισθήματα, σκαμπανεβάσματα ψυχής, ως απόηχο γεγονότων που σημαδεύουν τη ζωή μου. Το είπαν ημερολόγιο.

Γράφω φανταστικά και πραγματικά γεγονότα, ως πεζογραφήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, αγγίζω την τέχνη της γραφής, προκαλώ καταστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα στον αναγνώστη. Το είπαν λογοτεχνία.

Γράφω στίχους, βάζω τις λέξεις σε σειρά χαμένος από χώρο και χρόνο, με μουσικότητα, ιδιότυπη ροή,  συμπυκνώνω νοήματα, επιδιώκω αισθητικό αποτέλεσμα. Το είπαν ποίηση.

Γράφω για γεγονότα παρελθόντος που έδρασαν καταλυτικά σε κοινωνίες, χώρες, ανθρώπους, ιστορώ. Το είπαν ιστορία.

Απεικονίζω την άυλη σκέψη, με σύμβολα γραφής, υλοποιώ το άυλο, το κάνω προσβάσιμο, το κοινωνώ στους άλλους. Ότι και να γράψω τώρα, σε μια στιγμή γίνεται παρελθόν και κάθε επιστροφή με την ανάγνωση φέρνει το χθες στο σήμερα. Με την κοινοποίηση της γραφής φέρνω στη σκέψη του αναγνώστη σκέψεις, εικόνες, δικές μου ή άλλων, διανέμω αναστοχασμούς και συντελείται μοιρασιά. Το εγώ παίρνει άλλη διάσταση, διαχέεται στη σκέψη των άλλων.

Ο τρόπος επιλογής, τοποθέτησης, προβολής των λέξεων, συνιστά έργο απολύτως προσωπικό στις συγκεκριμένες διαστάσεις που δίνω εγώ ως γραφέας. Οι διαστάσεις όσων νοηματοδοτεί η γραφή μου δεν είναι ποτέ ίδιες με αυτές που προσλαμβάνει ο αποδέκτης της γραφής μου. Ποτέ δεν θα μάθω, ως πομπός, σε ποιες διαστάσεις, τι, πώς, γιατί, προσέλαβε ο δέκτης των γραφομένων μου. Με την ανάγνωση, έχει συντελεστεί η επικοινωνία πομπού-δέκτη, αλλά τη βαθύτερη ουσία αυτής της επικοινωνίας δεν θα την μάθει ποτέ ούτε ο πομπός ούτε ο δέκτης.

Με τη γραφή καταφέρνω να αναπλάθω συνεχώς τον εαυτό μου, να καταγράφω το πως θα ήθελα να είναι. Μέσα από την επανάληψη, τα πρότυπα, τα χαρακτηριστικά που θα ήθελα να έχω, περνούν στη συνείδηση κι έτσι αλλάζω συμπεριφορές, αντιδράσεις, θρυμματίζω στερεότυπα που φυλακίζουν τη σκέψη και ανοίγομαι σε άλλους, νέους ορίζοντες. Εν ολίγοις κατασκευάζω το είδωλο του εαυτού μου, με το οποίο πασχίζω μια προσομοίωση. Το πόσο αυτή είναι εφικτή, μου το δείχνει ο χρόνος, που σαν κύμα λειαίνει τον βράχο. Η δε αναδρομή σε παλαιότερες καταγραφές, μου δείχνει το μέγεθος των αλλαγών που έχουν συντελεστεί. (περισσότερα…)

Αυτό που φαίνεται, αυτό είναι – αλλά όχι ολόκληρο

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο κόσμος εντυπώνεται στις αισθήσεις μας και αποκτάμε μαζί του μια τριβή∙ αποκτάμε εμπειρία.  Οι εντυπώσεις συνιστούν μία πρώτη, ανεπεξέργαστη εμφάνιση όσων μας περιβάλλουν.  Δεν αποτελούν μία καταγραφή ψυχρής πληροφορίας: είναι δυνατό να συνυφαίνονται πρωτογενώς με αισθήματα.  Η εμπειρία ενός τόπου μπορεί να συνυφαίνεται με ένα αίσθημα θαυμασμού.

Αλλά η πραγματικότητα είναι όντως αυτή που βλέπω; Με άλλα λόγια, αυτό που μου εμφανίζεται, αυτό είναι; Αν όχι, τίθενται υπό αμφισβήτηση όσα βλέπω, καθώς και οι πεποιθήσεις μου γι’ αυτά. Εν τέλει, ποιά είναι τα όρια της γνώσης μας για την πραγματικότητά που μας περιβάλλει; Μήπως δεν μπορούμε ποτέ να τη γνωρίσουμε όπως είναι; Μήπως βρισκόμαστε μέσα σε ένα σκηνικό ανάλογο με εκείνο της ταινίας «Το σόου του Τρούμαν» (“The Truman show”, 1998); Δηλαδή σε ένα σκηνικό που εκλαμβάνουμε ως ατόφιο κόσμο, ενώ όλα γύρω μας είναι εντέλει έξωθεν σκηνοθετημένα;

Η απόκλιση εντύπωσης και πραγματικότητας συμβαίνει, όταν για παράδειγμα, οι συνθήκες παρατήρησης είναι ελλιπής, όπως οι συνθήκες φωτισμού, ή όταν είναι υπάρχει πρόβλημα στα μέσα παρατήρησης (μια ασθένεια σε κάποια εκ των αισθήσεων). Επιπλέον, η εδραιωμένη αντίληψη ότι κάτι δεν είναι αυτό που φαίνεται, οφείλεται και στο γεγονός ότι για να γίνει αντιληπτό αυτό το κάτι, δηλαδή προσιτό σε εμάς, διαποτίζεται εξαρχής από δυνάμεις της νόησής μας. Μήπως τότε τα αντικείμενα διαθλώνται στις νοητικές δυνάμεις όπως ακριβώς και στο νερό, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται παραμορφωμένα; Σε μία τέτοια περίπτωση θα ήμασταν καταδικασμένοι να προσανατολιζόμαστε στον κόσμο υπό  καθεστώς διαρκούς ζάλης. Μήπως λοιπόν στην εμπειρία μας δεν εντυπώνονται ατόφια τα αντικείμενα, δηλαδή όπως πραγματικά είναι, αλλά διαθλώμενα στη νόηση; Όχι, αν διακρίνουμε την εκδήλωση των δυνάμεων της νόησης σε ενεργητική (ή εκούσια) και παθητική (ή ακούσια). Αυτή τη διάκριση εισήγε ο Μακντάουελ (Νους και Κόσμος, 1992, απηχώντας το αριστοτελικό σχήμα δυνάμει/ενεργεία.

Παθητική και ενεργητική εκδήλωση της νόησης

Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν ενεργητικά όψεις του κόσμου υπό την έννοια ότι υπάρχει μια ανάληψη ευθύνης, μια εκούσια στάση έναντι του κόσμου, σχηματίζοντας κρίσεις και πεποιθήσεις γι’ αυτόν.  Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν παθητικά όψεις του κόσμου, υπό την έννοια ότι  το υποκείμενο δέχεται γεγονότα του κόσμου, χωρίς να έχει την ευθύνη μιας τέτοιας αποδοχής, δηλαδή χωρίς να διαμορφώνει ακόμα κρίσεις ή πεποιθήσεις για ό,τι αισθάνεται· απλά αφήνεται ακούσια στα γεγονότα του κόσμου, παρασύρεται στη δίνη τους.

Καθώς λοιπόν βλέπω ένα αντικείμενο, εντυπώνεται στις αισθήσεις μου. Οι εντυπώσεις -τα δεδομένα των αισθήσεων- διαποτίζονται από παθητικές εκδηλώσεις δυνάμεων της νόησης. Έτσι, συνιστούν εμφανίσεις των αντικειμένων. Το αντικείμενο μου φαίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Προκειμένου να σχηματίσω πεποιθήσεις για το αντικείμενο, αναλαμβάνω μία ευθύνη, κάτι που προϋποθέτει η ενεργητική εκδήλωση δυνάμεων της νόησης. Συλλαμβάνω το αντικείμενο μέσα από εκδιπλώσεις του, διακρίνοντας ομοιότητες, διαφορές και αναλογίες. Μία τέτοια ευθύνη είναι πιο αντιληπτή όταν η πεποίθηση είναι υπό τη μορφή κρίσεως. Όταν δηλαδή διατυπώνω μια πρόταση για το αντικείμενο της μορφής «το Χ είναι Ψ», υποστηρίζοντας ότι  είναι έτσι ή αλλιώς, ακόμα και όταν σταματώ να το βλέπω, απομονώνοντάς το από μια συγκεκριμένη περίσταση. (περισσότερα…)

Κάνε παιδιά να δεις καλό

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι γονείς είναι το κόκαλο
που ακονίζουν τα δόντια τους τα παιδιά.
PETER USTINOV

Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε. Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο. Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ’ αντεράκι του. Στην δουλειά σκυλί μαύρο, τον σκιαζόντανε το μάτι σου. «Και τα πολλά να τα παίρνεις και τα λίγα να μην τ’ αφήνεις», έλεγε.

Γκαρσόνι στο «Καφέ Ντορέ», στο θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε κάποτε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα, σε μπλε έπιναν οι Έλληνες. Ζυθεστιατόριο κατόπιν, με τ’ όνομα «Ντορέ Ζύθος» λειτουργεί μέχρι σήμερα στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου.

Στην βιοτεχνία γνώρισε την Πίτσα. Μια γυναίκα πέφτει στον καθένα, την κουκούλωσε και ησύχασε. Τσάκωσε κι ένα διαμερισματάκι προίκα, προσφυγικό, αλουπότρυπα, από κείνα που έδινε το κράτος για να παίρνει μίζες απ’ τους εργολάβους. Πάνω στον χρόνο την γκάστρωσε, στο μεσοδιάστημα απ’ τις δυο δουλειές. Μετά βρήκε και τρίτη, πούλαγε λαχεία τα Σαββατοκύριακα για να μην κάθεται.

Το ένα παιδί έφερε το άλλο, η μία δουλειά την άλλη. Δούλευε και νυχτοφύλακας τώρα στις αποθήκες του λιμανιού. Ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο πάνω σε κάτι παλιοτσούβαλα, με κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον απολύσουν. Αν και το να πεθάνει απ’ την αϋπνία ήταν το πιθανότερο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μεγάλωσαν στα πούπουλα τα παιδιά, βουτυρομπεμπέδες με την βούλα. Έκανε «το σκατό του παξιμάδι» ο Κώστας και τους αγόρασε και δύο διαμερίσματα, για να ’χουν το δικό τους κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους, όταν θ’ αποφάσιζαν να ξεκοτοφωλιάσουν απ’ το πατρικό τους. Τα επιτόκια των καταθέσεων ήταν υψηλότερα τότε, τα σπίτια φθηνότερα από σήμερα, και τα κατάφερε.

Νοικιάζοντας τα διαμερίσματα, αγόρασε και τρίτο. Αν κατάφερνε να πάρει και τέταρτο, οι κανακάρηδες θα είχαν από ένα σπίτι να μένουν κι από ένα ο καθένας να τρυγάνε τα νοίκια.

Μα δεν τα κατάφερε. Τον έπιασε η μέση του. Σαραβάλιασε και η Πίτσα: κάτι χοληστερίνες, κάτι πιέσεις, κάτι νεφρά, έχασε και το φως της απ’ το ’να μάτι κι έγιναν κι οι δυο παρασάνταλα.

Τα παιδιά τους τεμπελχανάδες. Τ’ αποκοίμισε κι ο Κώστας πως θα τους βρει δουλειά στο δημόσιο, να μην τρέχουν όπως αυτός, και στα τέτοια τους: απ’ τον έναν καναπέ στον άλλον, ξάπλα και τσακωμοί: ποιος θα πάρει το τρίτο διαμέρισμα για να τσεπώνει το νοίκι.

«Μην τσακώνεστε, ρε παιδιά», παρενέβαινε ο Κώστας, «μεγάλοι άνθρωποι είμαστε, κι εγώ κι η μάνα σας, θα πεθάνουμε και θα πάρετε και το δικό μας, κι έτσι θα έχετε ο καθένας από ένα».

«Εγώ το θέλω τώρα!» ωρύονταν ο μεγάλος, που είχε γνωρίσει μια νοσοκόμα κι ετοιμαζόνταν για γάμο.

«Εντάξει, εντάξει! Πάρ’ το εσύ να ταχτοποιηθείς, κι ο Γιαννάκης παίρνει το δικό μας άμα πεθάνουμε», έβγαζε τα κάστανα απ’ την φωτιά ο Κώστας.

«Όχι, όχι!» ξεφώνιζε ο μικρός. «Ο Παύλος να πάρει το δικό σας, εγώ θέλω το άλλο, για να εισπράττω τα νοίκια».

Άδειασε το διαμέρισμά του ο Κώστας, ξεσπιτώθηκε δηλαδή, και το παραχώρησε στον μικρό για μην τσακώνονται. Κι αυτός πήρε τα μπογαλάκια του και γύρισε στο νησί με την Πίτσα, στο πατρικό του. (περισσότερα…)

Το ευσύνοπτο ποίημα

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.ix.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΟ ΕΥΣΥΝΟΠΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μέσα στο ευσύνοπτο ποίημα, αυτό δηλαδή που είναι τετραγωνισμένο και λειασμένο στις γωνίες του, προλαβαίνει σχεδόν πάντα να ανασάνει πλήρως ο ίδιος ο ποιητής και ο προσεκτικός αναγνώστης του. Το ποίημα καταλαμβάνει τον αναγκαίο ζωτικό του χώρο με άμεσο διασκελισμό και ο εικονισμός του το κάνει πλήρες ακόμα και με τις ελάχιστες λέξεις. Άλλωστε η εικόνα που εμφιλοχωρεί είναι εκείνη που διαστέλλει πάντα τους χώρους του ποιήματος και οι λέξεις που συλειτουργούν, αλληλεγγύως και εν στενώ, υποχρεούνται να μη φλυαρήσουν και να παραγάγουν άμεσα τα κατά νου εχέγγυα του νοήματος. Πόσο όμορφο τότε γίνεται το μικρό ποίημα, καθώς ξέρει να απλώνεται με την ανάγνωση και να προσεγγίζει χώρους απόμακρους. Αυτοί οι χώροι εκτείνονται πάντα στο εμβολιασμένο με την πίκρα της μνήμης παρόν και στα λογής ξέφτια του φαντασιακού, που αναμορφώνουν προς το επιθυμητό όσο γίνεται καλύτερα την πραγματικότητα.

*

* (περισσότερα…)

«Μιας χαραμάδας το κενό αρκεί…»

ΑΛΟΓΟΜΥΓΕΣ

Οι αλογόμυγες τον Αύγουστο το μήνα —
όχληση ατέρμονη στην ξένοιαστη βεράντα.
Δίνουν παράσταση χορεύοντας μπαλάντα
σε νότες άπιαστες, αναπνοής ακτίνα.

Κι εκεί που να αντισταθείς αποφασίζεις
και να παλέψεις κόντρα στην οχλαγωγία,
επίθεση άμυνας απ’ τη δημαγωγία
εντόμων δέχεσαι και αναθεματίζεις.

Μιας χαραμάδας το κενό αρκεί· εισβάλλουν
σε μια ανύποπτη στιγμή εντός οικίας
κι εσύ χαμένος σε κλοιό πολιορκίας
ψάχνεις τα όπλα που τις μύγες θα ξεκάνουν.

Μα η μυγοσκοτώστρα είναι πια σπασμένη
κι οι ιδιοκτήτες από χρόνια γελασμένοι.

///

ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΠΛΑΝΟΣ

Στα σπίτια μπήκαν κλέφτες, τα ληστέψαν,
άνεμοι τα σηκώσανε στους ώμους
κι ύστερα ξεχυθήκανε στους δρόμους
άνθρωποι που για το αύριο μισέψαν.

Περιπλανώμενοι σ’ έναν πλανήτη
πλάνο μα και πλανόδιοι ζητιάνοι
χαράς, πατρίδας έπλεξαν στεφάνι,
με λούλουδα της ξενιτιάς — μαγνήτη

της μνήμης, που κουβάριασε η λήθη
με νήμα δίχως άκρες κι η ιστορία
σωπαίνει να μιλήσει η αποδημία

επιστροφής αγύριστης για πλήθη,
που δεν απεμπολήσαν την ελπίδα
στο χώμα τους να σώσουν μιαν αχτίδα.

///

ΕΚΚΕΝΩΣΗ

Στο μώλο μία πέτρινη νησίδα
κι ένα ερημοκλήσι σε μιαν άκρη·
σταλάζει η δύση πορφυρένιο δάκρυ
σχίζοντας την ημέρα με λεπίδα.

Απ’ το μικρό μπαλκόνι αγναντεύω,
παρατηρώ το χρόνο πώς αδειάζει
φωλιές, και με την έρημο πώς μοιάζει·
στ’ αστέρια κολυμπώντας δραπετεύω.

Σε μια πολύβουη πόλη που σωπαίνει,
σπρώχνεται δίχως άγγιγμα και πέφτει,
βλέπει στο ραγισμένο της καθρέφτη
την κάθε της ρυτίδα νοτισμένη.

Όπως εμείς, έχει κι αυτή γεράσει
παλεύοντας τις μνήμες να σκεπάσει.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΡΡΑ

*

**

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του λαού (Β΄ Μέρος)

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.

Το πλήρες βιβλίο, σε μετάφραση, σχόλια και επίμετρο του Κ. Ανδρουλιδάκη, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2026 από τις εκδόσεις «Εκκρεμές».

///

Ο χαρακτήρας του λαού

Β΄ Μέρος1

Α΄ Μέρος εδώ

3. Ο Ισπανός που κατάγεται από τη μείξη ευρωπαϊκού με αραβικό (νέγρικο2) αίμα δείχνει στη δημόσια και στην ιδιωτική συμπεριφορά του ορισμένη επισημότητα, και ακόμα και ο αγρότης δείχνει την επίγνωση της αξιοπρέπειάς του απέναντι σε ανωτέρους, στους οποίους είναι επίσης νομίμως υπάκουος.- Η ισπανική «grandezza»3 και η μεγαληγορία που απαντά ακόμα και στην καθομιλουμένη γλώσσα τους φανερώνουν ευγενή εθνική υπερηφάνεια. Γι’ αυτό, ο Ισπανός απεχθάνεται εντελώς τη γαλλική οικειότητα που καταντά σε θρασύτητα. Είναι μετρημένος και υπάκουος ολόψυχα στους νόμους, ιδίως σ’ εκείνους της αρχαίας θρησκείας του.- Η σοβαρότητα τούτη δεν τον εμποδίζει όμως να διασκεδάζει σε μέρες ψυχαγωγίας (λ.χ. κατά τη συγκομιδή της σοδειάς του με τραγούδι και χορό), και όταν σε μια καλοκαιρινή βραδιά παίζεται το «fandango»4 δεν λείπουν οι εργάτες, όσοι έχουν τώρα σχόλη, που χορεύουν στους δρόμους με τη μουσική αυτή.- Αυτή είναι η καλή πλευρά του.

Η λιγότερο καλή πλευρά του είναι: δεν μαθαίνει από τους ξένους, δεν ταξιδεύει για να γνωρίσει άλλους λαούς·*5 παραμένει στις επιστήμες μάλλον αιώνες πίσω∙ όντας δύσκολος για κάθε μεταρρύθμιση, είναι υπερήφανος να μπορεί να μην εργάζεται, έχει ρομαντική διάθεση του πνεύματος, όπως αποδεικνύει η ταυρομαχία, ειδεχθής όπως το αλλοτινό Auto da Fe,6 και φανερώνει στο γούστο του καταγωγή εν μέρει εκτός της Ευρώπης.

4) Ο Ιταλός συνενώνει τη γαλλική ζωηρότητα (ευθυμία) με την ισπανική σοβαρότητα (σταθερότητα), ο δε αισθητικός χαρακτήρας του είναι μια καλαισθησία συνδεδεμένη με αψιθυμία, καθώς η θέα από τις Άλπεις του προς τις θελκτικές κοιλάδες προσφέρει υλικό αφ’ ενός για το θάρρος και αφ’ ετέρου για την ήρεμη απόλαυση. Η ιδιοσυγκρασία εδώ δεν είναι ανάμεικτη ούτε ασταθής (διότι άλλως δεν θα δημιουργούσε χαρακτήρα), αλλά αποτελεί μια ψυχική προδιάθεση της αισθητικότητας για το συναίσθημα του υψηλού, ενόσω αυτό είναι συνάμα συμβατό με εκείνο του ωραίου.- Στους μορφασμούς του εκδηλώνεται το ισχυρό παιγνίδι των αισθημάτων του, και το πρόσωπό του είναι εκφραστικό. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων τους στις αίθουσες των δικαστηρίων είναι τόσο παθιασμένες, ώστε μοιάζουν με την απαγγελία στο θέατρο.

Όπως ο Γάλλος είναι εξαιρετικός στην καλαισθησία της συνομιλίας, έτσι είναι ο Ιταλός στην καλλιτεχνική καλαισθησία. Ο πρώτος αγαπά περισσότερο τις ιδιωτικές διασκεδάσεις, ο δεύτερος τις δημόσιες: φαντασμαγορικές πομπές, λιτανείες, μεγάλα θεάματα, καρναβάλια, μασκαράτες, τη μεγαλοπρέπεια των δημοσίων κτηρίων, πίνακες σχεδιασμένους με το πινέλο ή ως μωσαϊκό, ρωμαϊκές αρχαιότητες με μεγαλειώδη ρυθμό, για να τα βλέπει αλλά και για να τον βλέπουν στην υψηλή κοινωνία. Επιπλέον όμως (για να μην λησμονούμε βέβαια την ιδιοτέλεια): επινόηση των συναλλαγματικών, των Τραπεζών και της λοταρίας.- Αυτή είναι η καλή πλευρά του: όπως η ελευθερία που επιτρέπουν στον εαυτό τους οι γονδολιέρηδες και οι Lazzaroni 7 απέναντι στους αριστοκράτες.

Η λιγότερη καλή πλευρά τους είναι: ότι, όπως λέει ο Ρουσσώ,8 αγορεύουν σε μεγαλοπρεπείς αίθουσες και κοιμούνται σε φωλιές αρουραίων. Οι «conversazioni» [συνομιλίες] τους μοιάζουν με το Χρηματιστήριο, όπου η κυρία του σπιτιού προσφέρει σε μια μεγάλη συντροφιά κάτι να δοκιμάσουν, ώστε να ανταλλάξουν τα νέα της ημέρας τριγυρνώντας από δω κι από κει, δίχως να χρειάζεται απαραίτητα να είναι φίλοι, και έπειτα δειπνούν για το βράδυ με ένα μικρό επιλεγμένο μέρος από τη συντροφιά αυτή.- Αλλά η κακή πλευρά τους είναι: το ότι τραβάνε μαχαίρι, οι συμμορίτες, η καταφυγή των δολοφόνων σε ιερούς τόπους [άσυλα], το παραμελημένο αξίωμα των δικαστικών και αστυνομικών επιμελητών (sbirro)9 κοκ.· για όλα τούτα δεν ευθύνονται τόσο οι Ρωμαίοι όσο το δικέφαλο πολίτευμά τους.10– Αλλά αυτές είναι κατηγορίες τις οποίες διόλου δεν επιθυμώ να υιοθετήσω και που τις διαδίδουν συνήθως οι Άγγλοι, οι οποίοι δεν εγκρίνουν κανένα άλλο πολίτευμα παρά μόνο το δικό τους. (περισσότερα…)

μετέωρα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Καλοκαίρι, τέλος Ιουλίου. Ως γυναίκα-Σφίγξ που με θέρμη ζητά, όπως στο έργο του Γκυστάβ Μορώ, ένας ήλιος καυτός άπλωνε τις ακτίνες του, ως λεοντοπόδαρα, ικετευτικά πάνω στον Οιδίποδα. Ερωτήματα δίκοπα, όπως σχέσεις ανθρώπινες ή θεϊκές. Αυτός την κοιτά διερευνητικά, ατρόμητος, στα μάτια. Είναι άλλωστε ο ήλιος στα γερμανικά, γένους θηλυκού.

Ο αητός λείπει από την κεφαλή –της σοφίας– του ευαγγελιστή Ιωάννη. Είναι τα φτερά του στη Σφίγγα; Ξανά πίσω στον μυστικό προχριστιανικό μύθο. Ένας σκορπιός κάθεται ακόμα κοιμισμένος στον πέτρινο τοίχο. Σιωπά απόκρυφα, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια. Στη σκιά της δοξασίας. Το δηλητήριο της ουράς κοιμάται ακόμα.

Αυτοί, δυο φίλοι, συνοδοιπόροι εφήμεροι της γήινης προσωρινότητας. Γάλλος αυτός, Έλληνας εκείνος με ψήγματα γερμανικής νοοτροπίας.

Οι Γερμανοί λένε, «το ψάρι κι ο επισκέπτης την τρίτη μέρα βρομάει». Οι Έλληνες είχαν τον Ξένιο Δία, την Ξενία Αθηνά. Άντε να μεταφράσεις τη λέξη φιλοξενία. Hospitality, Gastfreundschaft, acceuil, όλα γυροφέρνουν την ελληνική φιλοξενία, χωρίς να την αποδίδουν.

Έτσι κι εκείνος, συγκατένευσε να φιλοξενήσει πάλι τον Ιωάννη-Παύλο, τον Ζαν-Πωλ, αλλά αυτήν τη φορά ήθελε αυτός να μείνει περισσότερες ημέρες. Ως τότε αντάλλασσαν μονοήμερες διανυκτερεύσεις.

Δέχθηκε εκείνος. Όχι από υποχρέωση. Ήσαν μάλλον εκείνα τ’ αρχέγονα γονίδια –θρησκευτικής;– αλληλεγγύης, προσφοράς, ανοιχτής αγκάλης που είχαν αυτονόητα το πάνω χέρι. Εξάλλου, απ’ τον χειμώνα ακόμα, την εποχή του Υδροχόου, το είχε γράψει ο Ματθαίος (25:35): «ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με». Πολύ πριν οι Νεοέλληνες άδουν το «βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι».

Πώς συνυπάρχουν δυο άνθρωποι σε φιλική σχέση; Ποιες κοινωνικές δεξιότητες είναι απαραίτητες; –πώς ορίζονται τα όρια; Τι ενώνει ή τι μπορεί να χωρίσει; Όπως είπε ο Κώστας, «μα δεν γνωριζόμαστε, πώς να έρθω;». Πώς να γνωριστούμε από δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά; Είμαστε μόνο ό,τι γράφουμε; Με το Μετς της Γαλλίας μας χωρίζουν λιγότερα χιλιόμετρα, περίπου τετρακόσια.

Πού διάβασα ότι εξελισσόμαστε σε μια σχέση και εν απουσία του άλλου, γινόμαστε άλλοι από αυτό που εκείνοι θυμούνται; – ά, ναι στους Χίλιους γερανούς του Καβαμπάτα. Θα μας χαριστεί άραγε στον χιλιοστό χάρτινο γερανό μια θεϊκή ευχή;

Ήρθε λοιπόν ο Ζαν-Πωλ στην δυσκολότερη φάση της ζωής του Δημήτρη. Τα χρήματα λιγοστά – δεν είχε να περάσει, η ζέστη αυτής της χρονιάς να ψήνει την Ευρώπη ως κλιματική συνέπεια ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, κι αυτός να καλείται σε υπερβάσεις. Άρχισε να πληρώνει τα πάντα ο Γάλλος φίλος, από την βενζίνη ως τα φαγώσιμα. Κάτι άρχισε να κλωτσάει μέσα στον Δημήτρη. Ελληνικός εγωισμός, περηφάνεια, προσβολή του φιλότιμου;

Παράλληλα, τον οδηγούσε παντού – βέβαια με την πληρωμένη βενζίνη.

—Ζαν-Πωλ, του λέει την πρώτη μέρα, πάρε το αυτοκίνητό σου από την γωνία, θα στρίψουν και θα σ’ το τρακάρουν.

Το άκουσε, δεν το άκουσε; Την τρίτη μέρα το είχαν κτυπήσει.

—Πάρε τα κλειδιά μου να το πας παρακάτω – τον παρακαλεί, δεν μπορώ να οδηγήσω εγώ.

Ένα ερωτηματικό σχηματίστηκε πάλι μέσα του. Τι δεν πάει καλά;

Πήγανε στο υπαίθριο ψήσιμο της κοινής παρέας. Έτρεχε ο Δημήτρης να ψήσει, να τον περιποιηθεί. Ο Ζαν-Πωλ κουβέντιαζε δεξιά-αριστερά. Τον παρακάλεσε στο τέλος, να κρατήσει τουλάχιστον το πιάτο του να μπορέσει να τον σερβίρει από την καυτή σχάρα.

Η λογοδιάρροια του Ζαν-Πωλ συνεχής, όπως πάντα. Οι ερωτήσεις του σε οποιοδήποτε θέμα του ερχόταν στο μυαλό –κι ενδιέφερε εκείνον αποκλειστικά!– συνεχής· σ’ ένα αποκλειστικό «Εγώ» να απευθύνονται. Να οδηγά ο «φιλόξενος» Έλλην στο κέντρο της πόλης υπό σαράντα βαθμούς και να πρέπει ν’ ακούσει ό,τι το άσχετο για κείνον. Στο τέλος του κουβαλούσε και το νερό γιατί εκείνος δεν είχε πάρει το σακίδιό του. Μήπως απέκτησε ξαφνικά ένα τέταρτο παιδί;

Στο δρόμο προς το μουσείο λαϊκής τέχνης της Στουτγάρδης, σταμάτησαν στο ιατρείο να γράψουν, δηλαδή να περάσουν στην κάρτα του Δημήτρη το φάρμακο για το κληρονομικό ελαφρό τρέμουλο χεριών – ευτυχώς δεν είναι Πάρκινσον. Τελείωσε σε δυο λεπτά, γύρισε στο αυτοκίνητο. «Τόσο γρήγορα;» του λέει ο Ζαν-Πωλ. Κι εκεί του μίλησε για πρώτη φορά, πώς ο ψυχίατρός του κάθε φορά τον εξετάζει πάνω από μια ώρα για να του δώσει την φαρμακευτική αγωγή. Για τη «θεϊκή» λεγόμενη πάθηση του εγκεφάλου.

Κι άλλα πολλά άγνωστα στον Έλληνα φίλο, διηγήθηκε ο εξαιρετικά έξυπνος, πνευματώδης μηχανικός υδατικών πόρων της Λωραίνης, Γάλλος. Πώς η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, πώς ο πατέρας του στον δεύτερο γάμο της μητέρας του έδερνε τον πρωτότοκο –απ’ τον πρώτο γάμο– ετεροθαλή αδερφό κι αυτός στα δεκαπέντε του αποπειράθηκε να σκοτώσει τη μάνα τους· κι ακόμη πώς ο πατέρας του, ως τα δεκαοκτώ του χρόνια, δεν τον άφηνε να δει τηλεόραση μετά τις οκτώ το βράδυ, πώς κι ο αδερφός του υποφέρει ψυχικά. Τέλος, την πίκρα του που η πρώην σύζυγος αλλά κι η κόρη του δεν του μιλούν, αρνούνται κάθε σχέση μαζί του – με περιστασιακή εξαίρεση τον γιό του. Λυπηρές προϊστορίες οικογενειακής καταναγκαστικής συμβίωσης.

Πάλι η Καταρίνα είναι που λέει, ότι τραβώ σαν μαγνήτης κι εγώ –ως Δημήτρης– τη δυστυχία, την περιπέτεια. Καταλαβαίνουν, λέει, και μόνο που σε «κόβουν». Πώς πιάνονται έτσι πάνω μας; – οι εκροφείς ενέργειας.

Κι αν όλοι είμαστε κύριε Φρόυντ λίγο-πολύ ασθενείς, πόσα «φροϋδικά» ή και «λακανικά» υποκείμενα κρύβουμε μέσα μας; Ποια τα κυτταρικά μας όρια με τον Άλλο;

Συνεχίστηκε η περιποίηση, το «σέρβις» – τρεις ημέρες. Την τέταρτη μέρα θα έβλεπαν το βράδυ τον ημιτελικό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που έπαιζε η Γαλλία εναντίον της Ισπανίας. Αφού ο Δημήτρης ετοίμασε την πίτσα κι έφερε τις μπύρες, μετά από το ολοήμερο τρέξιμο, κάθισαν να δουν το «ματς». Από αντίδραση υποστήριζε ο Δημήτρης την Ισπανία. Κι έχασε στο τέλος πανηγυρικά η Γαλλία.

Σα να ξύπνησε, κουνήθηκε ο σιωπηλός σκορπιός στην πέτρα. Κι εκεί απάνω πέταξε ο Ζαν-Πωλ την φαινομενικά αθώα ερώτηση-απορία:

—Δεν περίμενα ότι εσύ βλέπεις ποδόσφαιρο!

Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, ξέχασε ο σκορπιός τον ιερό του σκοπό. Δεν είχε δει ψηλά τον ευαγγελιστή ή αφέθηκε στο θέλημά Του; Έσπασε σαν πύον το κέλυφος της δοξασίας. Και γύρισε τη φαρμακερή ουρά του, χύνοντας το δηλητήριο. Ξέσπασε εκτός ορίων ο Δημήτρης, ο ξένιος Έλλην:

—Ζαν-Πωλ, αν δεν μου απαντήσεις ως αύριο πρωί, γιατί έθεσες την ερώτηση αυτή και τι εννοείς, θα πρέπει να φύγεις.

Η Ύβρις είχε επιτελεσθεί, η υπομονή είχε ήδη εξαντληθεί, η υπέρβαση των ορίων είχε συμβεί.

Είχε φύγει από τα Χερουβείμ το πνεύμα της Αρμονίας. Είχε ξυπνήσει νωρίς -πριν το Φθινόπωρο- ο σκορπιός. Η δηλητηριώδης σιωπή είχε προσωρινά μόνο επικρατήσει της τόλμης του αητού. Έπρεπε να στρέψει πάνω του το δηλητήριο της ουράς του, για να μετενσαρκωθεί σε αητό και ν’ ανέβει στην εποπτική του θέση δίπλα στον Ιωάννη. Αλλιώς ας σέρνεται στη γη.

Μηχανισμός άμυνας, φροϋδικό ολίσθημα, φόβος ή έλλειψη αντοχής, υπομονής; Η άμυνα ως επίθεση ή είναι που μας έχει τραχύνει η μοναξιά – σεβαστέ της Ασκητικής Νίκο; Γιατί υπάρχουν δυο λογιών αναχωρητές: εκείνοι που στο πέρασμα του χρόνου, το σώμα και την ψυχή σκληραίνουν κι οι άλλοι που μεσ’ απ’ τα σεπτά τα δάκρυα γαληνεύουν. Διότι δεν ζουν αυτοί οι δεύτεροι, Άλλος ζει μέσα τους. Δεν τους απασχολεί τι λέει ο Σωκράτης δια στόματος Φαίδωνα περί ψυχής· επτά μετενσαρκώσεις; Αυτός μία Ανάσταση νεκρών προσδοκά. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι.

Άκουσα πρόσφατα έναν ομιλητή των ανθρωποσοφιστών, του Ρούντολφ Στάινερ -που εδώ απ’ τη Στουτγάρδη ξεκίνησε κι αυτός, του περασμένου αιώνα «αναμορφωτής»- σε διάλεξή του για την Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, να ισχυρίζεται ότι ο Λεονάρντο –αυτός ο σπάνιος μιγάς– ήταν κατά τον Στάινερ μετενσάρκωση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Στο θείο έργο της συγχώρησης, της αποκατάστασης της προδοσίας!

Ο Δημήτρης ως σκορπιός, εγώ, ποιες προηγούμενες ψυχές κουβαλάμε – θείε Πλάτωνα;

Ο Ζαν-Πωλ ξύπνησε το άλλο πρωί με την απάντηση ότι δεν είχε απάντηση να δώσει στο κατά τ’ άλλα απλοϊκό ερώτημα. Κι ήταν η πρώτη φορά που, ο εσαεί με ανοιχτές αγκάλες, ξένιος Έλλην έβγαζε κάποιον απ’ τον οίκο του. Άντε τώρα εσύ να σέρνεις πάλι σισύφεια τις ερινύες σου.

Κύριε, κύριε, ελέησον ημάς.

*

*

*

Λακτάντιος, «Ὅτι οἱ ψυχὲς γεννιοῦνται μέν, δὲν πεθαίνουν δέ»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ

Ἄλλοι πάλι ὑποστήριξαν, ἐνάντια στὰ προηγούμενα, ὅτι οἱ ψυχὲς ἐπιζοῦν μετὰ θάνατον· κι αὐτοὶ εἶναι κυρίως οἱ Πυθαγόρειοι κι οἱ Στωικοί. Καὶ μολονότι τοὺς ἀξίζει ἐπιείκεια γιατὶ ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἀλήθεια, ὡστόσο δὲν μπορῶ νὰ μὴ τοὺς ἐλέγξω, διότι στὴν ἀλήθεια ἔπεσαν ἀπὸ σύμπτωσι κι ὄχι ἀπὸ τὴν γνῶσι της. Κι ἔτσι στὸ ἴδιο αὐτὸ ζήτημα γιὰ τ’ ὁποῖο εἶχαν ὀρθὴ ἀντίληψι ἔκαναν καὶ λάθος. 2 Ἐπειδὴ δηλαδὴ φοβόντουσαν ἐκεῖνον τὸν συλλογισμὸ κατὰ τὸν ὁποῖο συνάγεται πὼς οἱ ψυχὲς πεθαίνουν ἀναγκαστικὰ μαζὶ μὲ τὰ σώματα, γιατὶ μαζὶ μὲ τὰ σώματα καὶ γεννιοῦνται, ἰσχυρίστηκαν πὼς οἱ ψυχὲς δὲν γεννιοῦνται, ἀλλ’ ὅτι εἰσάγονται μέσα στὰ σώματα καὶ μετοικοῦν ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. 3 Νόμισαν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται ἀλλιῶς, νὰ ἐπιζοῦν δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν σωμάτων, παρὰ μόνο ἂν θεωρηθῇ ὅτι καὶ προϋπῆρχαν τῶν σωμάτων. Εἶναι λοιπὸν ἴδιο καὶ παρόμοιο τὸ σφάλμα καὶ τῶν δύο πλευρῶν, ἀλλὰ ἡ μία ἔσφαλε ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, ἡ ἄλλη ὡς πρὸς τὸ μέλλον[1]. 4 Διότι, καθὼς ἀγνοοῦσαν γιατί συμβαίνει τοῦτο καὶ ποιός εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου, κανεὶς δὲν εἶδε αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια: ὅτι οἱ ψυχὲς γεννιοῦνται μέν, δὲν πεθαίνουν δέ.

5 Πολλοὶ λοιπὸν ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συμπεράνει πὼς οἱ ψυχὲς εἶναι αἰώνιες διέπραξαν αὐτοκτονία μὲ τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μετοικήσουν στὸν οὐρανό, ὅπως ὁ Κλεάνθης, ὅπως ὁ Χρύσιππος, ὅπως ὁ Ζήνων, ὅπως ὁ Ἐμπεδοκλῆς[2], ποὺ μέσα στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα ἔπεσε σ’ ἕνα κρατῆρα τῆς πυρωμένης Αἴτνας ὥστε ὅταν ξαφνικὰ ἔγινε ἄφαντος νὰ πιστέψουν ὅτι ἀναχώρησε γιὰ τοὺς θεούς. Κι ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους ὁ Κάτων[3] ποὺ καθ’ ὅλη τὴν ζωή του ὑπῆρξε μιμητὴς τῆς σωκρατικῆς[4] ματαιότητας. 6 Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Δημόκριτος ἦταν διαφορετικῶν ἀντιλήψεων, ἀλλ’ ὡστόσο

Τὴν κεφαλή του πρόσφερε στὸν θάνατο ἑκουσίως,[5] (περισσότερα…)

Leconte de Lisle, «Η Φύση είναι κενή…»

*

Mεσημβρία

Ρίχνει από κυανό ουρανό σεντόνια αργυρά,
ξάπλα στον κάμπο, άρχοντας θερινός, η Μεσημβρία,
κοιμάται η Γη μέσα σε μία εσθήτα από πυρά,
καυτός αέρας, oύτε ανάσα ούτε ομιλία.

Στέρεψε η πηγή, των κοπαδιών που ήταν δροσιά,
απέραντη άπλα, ίσκιο οι αγροί δεν έχουν σώσει,
το δάσος πέρα με την παρυφή του μες στη σκιά,
ασάλευτο σε ηρεμία βαθιά έχει ξαπλώσει.

Μόνο, για ύπνο αδιάφορα τρέχουνε μακριά
στάχυα σαν θάλασσα χρυσή, με τον καρπό γεμάτο·
της ιερής της Γης τα ειρηνικά είναι παιδιά,
του Hλίου το κύπελλο άφοβα ρουφώντας μέχρι πάτο.

Κάποτε, λες της ζέουσας ψυχής τους ο καημός,
από τα βάθη των μεστών σταχιών ψίθυρος βγαίνει·
σαν ένας μεγαλειώδης και αργός κυματισμός
ξυπνά, και σε γεμάτο σκόνη ορίζοντα πεθαίνει.

Όχι μακριά, βόδια στη χλόη τον παίρνουνε λευκά
και τα παχιά προγούλια τους αργόσυρτα σαλιώνουν,
τρέχουν ξοπίσω, με μάτια έξοχα, υπνωτικά
από τα όνειρα τους τα βαθιά που δεν τελειώνουν.

Θνητέ, μεσημεριάτικα όλος θλίψη ή χαρά,
αν ίσως τους αγρούς διαβείς τους φωτοχτυπημένους,
φύγε! η Φύση είναι κενή, του Ήλιου είσαι βορά:
ζωή δεν έχει εδώ, ούτε φαιδρούς ούτε θλιμμένους.

Μα αν χορτασμένος είσαι πια από γέλια και λυγμούς,
και για τη λήθη του αγριεμένου κόσμου έχεις διψάσει,
αν θες, από συγνώμες άδειος και από ξορκισμούς,
μια μεγαλειώδη, κατηφή ηδονή να δοκιμάσεις,

ο Ήλιος σού απευθύνει λόγους μεγαλοπρεπείς,
με την άσπλαχνη φλόγα του ένα αενάως γίνε,
γύρνα με βήμα αργό σε πολιτείες χαμερπείς
και η καρδιά σου ένα με το θείο Μηδέν ας είναι.

/// (περισσότερα…)

Ηρώς και Λέανδρου βυζαντινοί απόηχοι

Εισαγωγή-Μετάφραση
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Παρουσιάζοντας τις νεοελληνικές του αποδόσεις, γράφαμε πως το επύλλιο του Μουσαίου διαπερνά τη βυζαντινή λογοτεχνική παράδοση. Τα δυο λιγότερο γνωστά κείμενα που ακολουθούν, σε δική μου μετάφραση, φανερώνουν όψεις ιδιαίτερες της απήχησης και της ανταπόκρισης που βρήκε η τραγική ιστορία του Μουσαίου στη βυζαντινή ποιητική ευαισθησία. Το πρώτο ποίημα (γραμματικοῦ τινος) είναι ένας βυζαντινός κέντρωνας, που βρίσκεται στην Παλατινή Ανθολογία (9, 381), γραμμένος κατά τον 10ο-11ο αιώνα κι είχε αποδοθεί στον Λέοντα τον Φιλόσοφο. Όπως γράφει ο Hunger, «ο Λέων κατόρθωσε μέσα σ’ αυτούς τους δώδεκα στίχους να αποδώσει φαινομενικά αβίαστα την ιστορία της Ηρώς και του Λεάνδρου και μάλιστα χωρίς γραμματικά λάθη».

Οι «Στίχοι τοῦ Λεάνδρου» που έπονται έχουν ένα ξεχωριστό, διττό, ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς προέρχονται από την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κάτω Ιταλίας τον 13ο αιώνα. Συγγραφέας ο Ιωάννης Γράσσος ο Υδρουντήνος (από το Ότραντο), «βασιλικός νοτάριος» κι εν συνεχεία «βασιλικός γραμματικός» του Φρειδερίκου Β΄, μαθητής του περίφημου Νεκτάριου, ηγουμένου της μονής των Κασούλων. Χωρίς να διαπιστώνεται κάποια ιδιαίτερη ποιητική αξία, όπως σημειώνει κι ο εκδότης τους Gigante, στους δωδεκασύλλαβους αυτούς στίχους παρατηρείται μια αξιοσημείωτη μετατόπιση. Απαντώντας στον ξένο που τους ρωτά, οι τραγικοί νέοι δεν μετανιώνουν για τον θάνατό τους, μα και ομολογούν πως ζουν παντοτινά τον έρωτά τους στον κάτω κόσμο, χωρίς της πικροθάλασσας και των γονιών τον φόβο, μιας κι εκεί στον άλλο κόσμο των σκιών, οι έρωτες κι πόθοι ανθούν πιότερο κι απ’ τον επάνω κόσμο! Δεν ξέρω κι ούτε μπορώ να μιλήσω για συσχετίσεις, απλά θα ήθελα να θυμίσω πως την ίδια εποχή, που ηγεμόνευε ο Φρειδερίκος Β΄, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έγραφαν στα ―βυζαντινά―ελληνικά την ποίησή τους, ενώ στο Παλέρμο κάποιοι άλλοι ντόπιοι ποιητές πειραματίζονταν να πρωτογράψουν στην ιταλική γλώσσα την ποίησή τους.

*

*

~•~

Σ᾽ ακρόγιαλο που πρόβαλλε στην άπλα του Ελλησπόντου,
κόρη σεμνή ανέβηκε σε πύργου το ανώγι
κι άρχισε να θρηνολογεί βαριά και να στενάζει,
κρατώντας χρυσολύχναρο που φως λαμπρό σκορπούσε,
να φέγγει του κολυμπητή του δύσμοιρου εκείνου
μπας και γοργά διαβεί το κύμα της θαλάσσης,
σιμά της τη θεσπέσια νυχτιά για να περάσει,
όταν οι υπόλοιποι θνητοί ύπνο γλυκό κοιμούνται.
Μα μέγα κύμα εβρόνταγε σπάζοντας στη στεριά.
Κι όσες νυχτιές κι όσες αυγές γεννήθηκαν στον κόσμο,
τόσες η κόρη και ο νιος αντάμωναν οι δυο τους·
στην κλίνη τους πλαγιάζανε, κρυφά απ’ τους γονιούς τους,
που ορίζαν Σηστό κι Άβυδο και την πανώρια Αρίσβη.

~•~

Ἀκτῇ ἐπὶ προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ,
παρθένος αἰδοίη ὑπερώιον εἰσαναβᾶσα
πύργῳ ἐφεστήκει γοόωσά τε μυρομένη τε·
χρύσεον λύχνον ἔχουσα φάος περικαλλὲς ἐποίει,
κεῖνον ὀιομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι
νηχόμενος, καὶ λαῖτμα τάχισθ’ ἁλὸς ἐκπεράασκε
νύκτα δι’ ἀμβροσίην, ὅτε θ’ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι·
ῥόχθει γὰρ μέγα κῦμα ποτὶ ξερὸν ἠπείροιο.
ὅσσαι γὰρ νύκτες τε καὶ ἡμέραι ἐκγεγάασι,
παρθένος ἠίθεός τ’ ὀαρίζετον ἀλλήλοισιν
εἰς εὐνὴν φοιτῶντε φίλους λήθοντε τοκῆας,
οἳ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον ἔχον καὶ δῖαν Ἀρίσβην. (περισσότερα…)

Ξετυλίγοντας τον «Μέγα Αλέξαντρο» του Νίκου Καζαντζάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα κάποτε ότι ρωτήσαν τον Αλέξανδρο όταν ήταν παιδί «Θέλεις να γίνεις Όμηρος ή Αχιλλέας;» κι εκείνος απάντησε, «Με ρωτάτε αν θέλω να γίνω ο ήρωας ή η τρομπέτα του. Εγώ θέλω να είμαι ο Αχιλλέας». Διαφωνώ μαζί του. Ήρωες υπάρχουν επειδή υπάρχουν Όμηροι που αφηγούνται και υμνούν τα κατορθώματά τους.

Το χωρίο που μόλις ακούσατε είναι παρμένο από μια συνέντευξη του κορυφαίου Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας . Για τον Νίκο Καζαντζάκη στο δίλημμα αυτό, ανάμεσα στον ήρωα και τον ποιητή, η επιλογή δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Μολονότι κανείς άλλος από τους συγγραφείς του καιρού του δεν υπήρξε ίσως περισσότερο ομηρικός, μολονότι έγραψε κι εκείνος Οδύσσεια, μολονότι μάλιστα ώς το τέλος της ζωής του τη θεωρούσε το σημαντικότερό του επίτευγμα, ο ρόλος του ποιητή, ακόμη και του μέγιστου, ήταν σαν να μη του έφτανε, σαν να μην τον αποδέχτηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Εξίσου ή και περισσότερο τον είλκυε το ίνδαλμα του προφήτη, του γκουρού των ψυχών ή του κοινωνικού ταγού. Τα δε σχόλιά του για το πρότυπο του λογοτέχνη και του διανοουμένου, που έβλεπε να δεσπόζει στην εποχή του, ήταν παγίως απορριπτικά.

Ιδίως με τον χαμηλόφωνο, εσωστρεφή, εξομολογητικό λυρισμό και τους εκπροσώπους του –που όπως ξέρουμε δίνουν τον τόνο σε όλη τη διάρκεια του πρώτου Μεταπολέμου, χονδρικά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, και που σήμερα τους αποκαλούμε Μεσοπολεμικούς– ο Καζαντζάκης δεν τα πήγαινε καθόλου καλά. Την «ευαισθησία» τους τη θεωρούσε εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επανειλημμένα εκφράζεται υποτιμητικά, κάποτε και σκωπτικά γι’ αυτούς. Όπως άλλωστε και για τους «χαρτοπόντικες» (δική του λέξη), τους κάθε λογής θεωρητικούς και γραφιάδες που απέχουν από την «πράξη». Εντελώς αρνητική είναι η κρίση του και για την «μοντέρνα ποίηση».

Τον Δεκέμβρη του 1939 από την Αίγινα γράφει στον κριτικό Δημήτριο Νικολαρεΐζη:

Όμως η λεγόμενη «μοντέρνα ποίηση» έχει, θαρρώ, τις ρίζες της στην προπολεμική ψυχολογία του ανθρώπου και μονάχα μετά τον πόλεμο πέταξε τα καθυστερημένα της άνθη. Τη θεωρώ πια ασυχώρετα ασύγχρονη. Υπήρξε ποτέ εποχή επικότερη από τη δική μας; Και δε βλέπουν οι νέοι την τρομαχτική δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις σημερινές κατακλυσμιαίες πορείες της Μοίρας και στις θεωρίες της poèsie pure, της εξαϋλωμένης, αποσταγμένης με το σταγονόμετρο; Ένα τραγούδι «μοντέρνο», sobre, discret, πικρό, χαριτωμένο, musique de chambre, αποδίδει το φοβερό σεισμό που ξέσπασε πια γύρα μας και μέσα μας; Πόλεμοι σήμερα, γκρεμίζονται βασίλεια, χορεύουν τα σύνορα, τρομερές, επικίνδυνες, σίγουρα γόνιμες, περιπέτειες – είναι λοιπόν η «μοντέρνα ποίηση» η φωνή του καιρού μας; Οι άνθρωποι οι αντιπροσωπευτικοί σήμερα, αυτοί που δημιουργούν ιστορία έτσι μιλούν; Η ιστορική φρίκη που περνούμε τέτοιο «τόνο» έχει; Η ψυχή που με τέτοιο τόνο σήμερα ζη κι εκφράζεται είναι, κατά τη γνώμη μου, παλιά πολύ, γηραλέα, ευγενέστατη, μα ανάξια να ζήση τη Μεγάλη Κραυγή που ρίχνουν τα γεγονότα.

Και παρακάτω συνεχίζει στο ίδιο γράμμα.

Βλέπω τους νέους και λέω. Πώς είναι δυνατό να μην έχουν νιώσει; (Τους γέρους και τους συνομήλικούς μου μήτε τους κοιτάζω· αυτοί είναι χαμένοι).

Σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στη Νέα Εστία τις παραμονές της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβρη του 1940, γράφει: «Μπούχτισα πια να διαβάζω για ερωτοδουλειές και φεγγάρια κι αόριστες ντελικάτες λαχτάρες» . Οι πιο ζωντανές ψυχές της εποχής μας «είναι εκείνες που περιφρονούν την τέχνη», που τη θεωρούν «περιττή και ακατανόητη πολυτέλεια». Αντίθετα, οι ψυχές οι «καθυστερημένες» είναι «λίγο κωμικές». Τα τραγούδια τους όση «ευαισθησία κι ευγένεια, αψεγάδιαστη φόρμα και περίπαθη ερωτική νοσταλγία» και αν παρουσιάζουν, «έπαψαν πια να είναι φορείς ζωής», «η ζωή τούς έχει αφήσει πίσω της άδεια καύκαλα».

Σ’ αυτό το δεύτερο κείμενό του, ο Καζαντζάκης σκαρώνει μάλιστα τη γελοιογραφία ενός τέτοιου «μοντέρνου ποιητή». Τον παρουσιάζει «αγαθό», «γλυκομίλητο», «λιγνό», «αρρωστιάρη», «κακομοίρη» (όλα δικοί του χαρακτηρισμοί), του δίνει μάλιστα και όνομα: Μυρταίος. Είναι προφανές νομίζω ότι η κόσα θερίζει εδώ όχι μόνο τα ώριμα στάχυα, τους πεισιθάνατους και αισθηματίες ποιητές του Μεσοπολέμου, αλλά και τα πρώτα φανερώματα της Γενιάς του ’30. Απόδειξη, ότι απάντηση στο άρθρο της ΝΕ συντάσσει ο Γιώργος Σεφέρης. Η απάντηση εκείνη έμεινε αδημοσίευτη και έγινε γνωστή δεκαετίες αργότερα μετά τον θάνατο και των δύο . Ωστόσο άφησε ίχνη. Η βαθύτατη αντιπάθεια, η αποστροφή καλύτερα του Σεφέρη για το πρόσωπο και το έργο του Καζαντζάκη έχει τις ρίζες της εδώ. (περισσότερα…)