Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του λαού

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.

///

 Ο χαρακτήρας του λαού [1]

Με τη λέξη λαός (populus) εννοείται ένα πλήθος ανθρώπων που έχει συνενωθεί σε έναν τόπο, εφ’ όσον το πλήθος αυτό αποτελεί ένα Όλον. Το πλήθος εκείνο είτε και το μέρος του που αναγνωρίζει τον εαυτό του ενωμένο σε ένα πολιτικό Όλον λόγω κοινής καταγωγής λέγεται έθνος (gens)∙ το μέρος που εξαιρείται από τους νόμους αυτούς (το άγριο πλήθος στον λαό αυτόν) λέγεται όχλος (vulgus),*[2] και του οποίου η έκνομη συνένωση είναι η εξέγερση (agere per turbas [προξενώ ταραχές])∙ μια συμπεριφορά που τον αποκλείει από την ιδιότητα του πολίτη.

Ο Χιούμ θεωρεί[3]: ότι, εάν σε ένα έθνος κάθε άτομο επιδιώκει με ζήλο να αποκτήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του (όπως συμβαίνει με τους Άγγλους), τότε το ίδιο το έθνος δεν έχει χαρακτήρα. Θαρρώ πως σε τούτο πλανάται∙ πράγματι, η επιτήδευση του χαρακτήρα είναι ακριβώς ο γενικός χαρακτήρας του λαού στον οποίο ανήκε ο ίδιος, και τούτο συνιστά περιφρόνηση όλων των αλλοδαπών, ιδιαιτέρως επειδή πιστεύει ότι μόνος αυτός μπορεί να επαίρεται για ένα αυθεντικό πολίτευμα που συνδέει ελευθερία των πολιτών στο εσωτερικό με δύναμη προς τα έξω. – Ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι υπερήφανη σκαιότητα σε αντίθεση με την ευγένεια που οδηγεί εύκολα στην οικειότητα∙ μια πεισματική στάση απέναντι σε κάθε άλλον λόγω υποτιθέμενης αυτοτέλειας, όπου πιστεύει κανείς πως δεν χρειάζεται κανέναν άλλον, και συνεπώς πως μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση να είναι αρεστός στους άλλους.

Με τον τρόπο αυτόν οι δυο πλέον πολιτισμένοι λαοί της Γης,[4] οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από την αντίθεση του χαρακτήρα, και ίσως κυρίως εξ αιτίας αυτού βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, η Αγγλία και η Γαλλία, και ως προς τον έμφυτο χαρακτήρα τους, του οποίου ο επίκτητος και ο τεχνητός χαρακτήρας δεν αποτελούν παρά μόνο τη συνέπεια, θα είναι ίσως οι μοναδικοί λαοί, για τους οποίους δύναται κανείς να παραδεχθεί έναν συγκεκριμένο και, εφ’ όσον δεν αναμειχθούν λόγω της βίας του πολέμου, αμετάβλητο χαρακτήρα.- Το ότι η γαλλική γλώσσα έγινε η γενική γλώσσα της συνομιλίας, ιδίως του γυναικείου καλού κόσμου, ενώ η αγγλική γλώσσα έγινε η πλέον διαδεδομένη εμπορική γλώσσα[5] του κόσμου των συναλλαγών, οφείλεται μάλλον στη διαφορά της ηπειρωτικής και νησιωτικής θέσης τους. Όσον αφορά όμως στο φυσικό τους, εκείνο που έχουν πράγματι τώρα, και στην ανάπτυξή του μέσω της γλώσσας, αυτό θα έπρεπε θα συναχθεί από τον έμφυτο χαρακτήρα του απώτερου λαού της καταγωγής τους∙ αλλά ως προς αυτό μας λείπουν τα ντοκουμέντα.- Αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει στην ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική είναι μονάχα τούτο: να εκθέσομε τον χαρακτήρα των δύο αυτών λαών, όπως είναι αυτοί τώρα και όσο συστηματικά είναι δυνατόν σε μερικά παραδείγματα, τα οποία μας επιτρέπουν να κρίνομε σε ποια λάθη έχει υποπέσει ο ένας λαός σε σχέση με τον άλλον, και πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει ο ένας τον άλλον για το συμφέρον του.

Οι κληρονομικοί γνώμονες, ή εκείνοι που λόγω της μακράς χρήσης έχουν γίνει κατά κάποιον τρόπο δεύτερη φύση και έχουν ενοφθαλμισθεί σ’ αυτήν, και οι οποίοι εκφράζουν την ιδιοσυγκρασία ενός λαού, δεν είναι παρά ισάριθμες τολμηρές απόπειρες να ταξινομήσουν τις διαφοροποιήσεις  στις φυσικές τάσεις ολόκληρων λαών περισσότερο για τον γεωγράφο, εμπειρικά, παρά για τον φιλόσοφο, σύμφωνα με αρχές του Λόγου.*[6]

Η άποψη ότι για το ποιον χαρακτήρα θα έχει ένας λαός, τα πάντα εξαρτώνται από τη μορφή της διακυβέρνησης, είναι ένας αβάσιμος ισχυρισμός που δεν εξηγεί τίποτα∙ διότι, από πού προέρχεται ο ιδιάζων χαρακτήρας της ίδιας της διακυβέρνησης;- Ούτε το κλίμα και το έδαφος μπορούν να παράσχουν το κλειδί γι’ αυτό∙ πράγματι, μετακινήσεις ολόκληρων λαών απέδειξαν ότι αυτοί δεν μετέβαλαν τον χαρακτήρα τους λόγω των νέων εστιών τους, αλλά απλώς τον προσάρμοσαν ανάλογα με τις συνθήκες, και εντούτοις εξακολουθούν ακόμα να διαφαίνονται τα ίχνη της καταγωγής τους, και συνακόλουθα και ο χαρακτήρας τους, στη γλώσσα, στον βιοπορισμό, ακόμα και στην ενδυμασία.- Θα σκιαγραφήσω το σχέδιο του πορτρέτου των λαών αυτών κάπως περισσότερο από την άποψη των ελαττωμάτων τους και της απόκλισης από τον κανόνα, παρά από την ωραιότερη πλευρά (δίχως πάλι ωστόσο να καταφεύγω στην καρικατούρα). Διότι, εκτός του ότι η κολακεία διαφθείρει, ενώ αντιθέτως η επίκριση βελτιώνει, επιπλέον ο κριτικός προσκρούει λιγότερο στη φιλαυτία των ανθρώπων, όταν προβάλλει δίχως εξαίρεση απλώς τα ελαττώματά τους παρά όταν διεγείρει μονάχα τον αμοιβαίο φθόνο των κρινομένων περισσότερο ή λιγότερο με εξυμνήσεις. (περισσότερα…)

Η πραγματικότητα των δημόσιων ψυχιατρικών κλινικών στην Ελλάδα: Μια μαρτυρία

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

~.~

Συνηθίζω να γράφω δοκίμια. Το παρόν κείμενο, όμως, είναι μια μαρτυρία. Και θα προσπαθήσω να κρατήσω το ύφος άμεσο, απλό, σχεδόν προφορικό, όπως όταν ομολογείς κάτι σ’ έναν φίλο. Η εποχή μας φλυαρεί με υπερηφάνεια για τη συμπερίληψη, τις κατακτήσεις στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την προοδευτικότητα, τη χειραφέτηση της σεξουαλικότητας, την ελευθερία του λόγου, τις κοινωνικές της ανησυχίες. Ωστόσο, βιώνοντας το σήμερα και μελετώντας την Ιστορία, διαπιστώνω με θλίψη ότι το άτομο ποτέ ξανά δεν υπήρξε τόσο απομονωμένο. Απελπισμένο, κενό, έρημο αξιών και ιερότητας, δίχως ταυτότητα, αγωνιώντας απ’ την απουσία του ανήκειν. Όσον αφορά στα καθ’ ημάς, όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα της ζωής στην Ελλάδα. Τη διαφθορά, την ακρίβεια, την αναξιοκρατία, την οικονομική δυσχέρεια, το άγχος και την απαισιοδοξία μας για το μέλλον, την υποστελέχωση των σημαντικότερων θεσμών, την κρίση των αξιών, τον μακρύ κατάλογο των προβλημάτων που μας κατατρύχουν. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν την πραγματικότητα του περιθωρίου. Και λίγοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Σας υποσχέθηκα μια μαρτυρία. Κ’ εδώ θα μιλήσω για τη ζωή στη δημόσια ψυχιατρική κλινική.

Από κάπου θα πρέπει να ξεκινήσω. Έχω εμπειρίες από αρκετά ψυχιατρεία και οι ασθενείς με τους οποίους νοσηλεύτηκα μου μετέφεραν τα δικά τους βιώματα από άλλες κλινικές. Θα κάνω, λοιπόν, την αρχή εξηγώντας το ποινικό σύστημα που υπάρχει μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική. Αρκετοί ασθενείς είχαν φυλακιστεί, πριν καταλήξουν σε μια μονάδα ψυχικής υγείας. Συνήθιζαν να λένε ότι όσοι βρίσκονται στη φυλακή, φοβούνται τα ψυχιατρεία, και το αντίστροφο. Γιατί η φυλακή κ’ η δημόσια ψυχιατρική κλινική δεν διαφέρουν πολύ. Το προφανές είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις χάνεις την ελευθερία σου. Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο επικρατεί ένα σύστημα ποινών. Αρχικά, οι «συνεργάσιμοι» ασθενείς παίρνουν εξιτήριο πιο γρήγορα, ενώ οι «αντιδραστικοί» τιμωρούνται με την αύξηση της διαμονής τους εκεί. Η πρώτη κατηγορία ασθενών αποκτά προνόμια που δεν έχουν οι άλλοι, όπως η πρόσβαση στο κινητό τους τηλέφωνο, οι μεγαλύτερες μερίδες φαγητού, που ποτέ δεν είναι αρκετό, κ.ά. Αν ο ασθενής επιμένει να προβάλει αντίσταση, τον δένουν σ’ ένα κρεβάτι για 24-48 ώρες, δεν του επιτρέπουν να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, συχνά μάλιστα δεν τον καθαρίζουν καν. Είδα ασθενείς με μώλωπες απ’ τα σφιχτά δεμένα δεσμά, που φώναζαν για ώρες να τους τα χαλαρώσουν. Το επόμενο βήμα είναι η απομόνωση: ένα κυριολεκτικό κελί με μεταλλική πόρτα κ’ ένα παραθυράκι που μένει σχεδόν πάντα κλειστό. Κι όλ’ αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται σε άτομα που η συμπεριφορά τους οφείλεται σε μία νόσο, δεν είναι επιλογή. Θυμάμαι ακόμα ένα βράδυ που ο Θ., ναρκομανής με σύνδρομο στέρησης, ζητούσε επιτακτικά τη «βιταμίνη» του: έτσι ονόμαζε το φάρμακο που του χορηγούσαν. Ο Θ. ήταν επίσης άρρωστος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Οι νοσηλευτές δεν απαντούσαν στις εκκλήσεις του. Όπως καταλαβαίνετε, ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε στερητικό σύνδρομο και παράλληλα νοσεί ψυχικά μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος. Κ’ έτσι συνέβησαν τα πράγματα: ο Θ. άρχισε να χτυπά τα τζάμια του φαρμακείου και να φωνάζει. Ο νοσηλευτής που είχε βάρδια, βγήκε έξω έξαλλος, τον άρπαξε απ’ την μπλούζα κ’ ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει, τον προκαλούσε, «Έλα, έλα, αν σου βαστάει», τού ’λεγε, λες κ’ επρόκειτο για κανέναν αλήτη του δρόμου που του επιτέθηκε σε στενό ή για καβγά σε μπαρ. Ο Θ. φοβήθηκε κι ο νοσηλευτής φώναξε «Ε, βέβαια, όλοι κότες είστε τελικά».

Ο φόβος. Γεννιέται απ’ αυτές ακριβώς τις ποινές. Ειδικά για όσους έχουν κάνει εισαγωγή με εισαγγελική. Φοβούνται τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Είδα πολλούς να φέρονται σχεδόν δουλικά απέναντί τους, να τους κολακεύουν, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους, μόνο και μόνο για ν’ αφεθούν ελεύθεροι. Ο φόβος, όμως, σε μια ψυχιατρική κλινική προκαλείται κι απ’ τους ίδιους τους νοσηλευόμενους: λόγω έλλειψης κλινών, συγχρωτίζονται άτομα που η βαρύτητα της ψυχοπαθολογίας τους είναι εντελώς δυσανάλογη. Έτσι, νοσηλευόμενοι που είχαν εισαχθεί λόγω ηπιότερης παθολογίας, όπως π.χ. η πολυήμερη αϋπνία, συγκατοικούσαν με ψυχωτικούς. Νοσηλευόμουν μαζί μ’ εμπόρους όπλων, ναρκέμπορους κ’ έναν δολοφόνο. Μια νοσηλεύτρια με πλησίασε τη δεύτερη μέρα και μού ’πε «Αγόρι μου, τι κάνεις εδώ; Δεν ανήκεις εδώ. Σήκω φύγε». (περισσότερα…)

Σύνορα: Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΙΟΛΙΟΥ

~.~

Με αφορμή την παράσταση «Σύνορα» του Χένρι Νέιλορ, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Κυδωνία κατά τη χειμερινή περίοδο, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε την έννοια των συνόρων όχι μόνο ως γεωγραφική ή πολιτική πραγματικότητα, αλλά ως μια θεμελιώδη ανθρώπινη εμπειρία που διαπερνά την ψυχική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή. Τα σύνορα αποτελούν τόπους διαχωρισμού. Είναι εκείνα που ορίζουν το «εμείς» και τους «άλλους», το οικείο και το ξένο, το μέσα και το έξω, το ανήκειν και το μη ανήκειν. Είναι οι γραμμές που χαράσσουν τις διαφορές, που συγκροτούν ταυτότητες και οργανώνουν κοινότητες.

Ωστόσο, κάθε σύνορο εμπεριέχει μια παράδοξη συνθήκη. Την ίδια στιγμή που διαχωρίζει, καθιστά δυνατή τη συνάντηση. Εκεί όπου υπάρχει ένα όριο, υπάρχει και η δυνατότητα του περάσματος. Εκεί όπου αναγνωρίζεται η διαφορά, μπορεί να γεννηθεί η σχέση. Οτιδήποτε διαχωρίζει μπορεί επίσης να συνδέει. Και ίσως αυτό να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα νοήματα της ανθρώπινης εμπειρίας: ότι τα σύνορα δεν είναι μόνο τόποι αποκλεισμού αλλά και τόποι δημιουργίας, μετασχηματισμού και γέννησης νέων κόσμων.

Το έργο του Χένρι Νέιλορ αποτελεί μια εξαιρετικά πυκνή δραματουργική επεξεργασία αυτών των ζητημάτων. Πρόκειται για ένα κείμενο που συνδυάζει πολιτική οξύτητα, ψυχολογικό βάθος και φιλοσοφική ευαισθησία. Αναφέρεται σε επίκαιρα ιστορικά γεγονότα, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την τέχνη, την ηθική, την ανθρώπινη ευθύνη, την εξουσία, τη βία και την αλήθεια.

Στον πυρήνα της παράστασης παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες δύο καλλιτεχνών: μιας νεαρής Σύριας ζωγράφου και ενός Βρετανού φωτογράφου. Οι ζωές τους μοιάζουν εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετικές. Διαμορφώνονται σε διαφορετικές ηπείρους, σε διαφορετικές κοινωνίες, σε διαφορετικά πολιτικά συστήματα. Κι όμως, βαθιά μέσα στην αφήγηση, αναδύεται η αίσθηση ότι οι πορείες τους συνδέονται από μια κοινή αφετηρία: την ανάγκη να δώσουν μορφή στην ανθρώπινη εμπειρία μέσα από την τέχνη.

Η πρώτη ηρωίδα γεννιέται και μεγαλώνει στη Συρία. Από πολύ μικρή ηλικία βιώνει ένα καθοριστικό τραύμα: την απώλεια του πατέρα της ως αποτέλεσμα της κρατικής βίας του αυταρχικού καθεστώτος. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική απώλεια. Εγγράφεται στον ψυχισμό της ως μια πρωταρχική ρήξη, ως μια εμπειρία που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιληφθεί τον εαυτό της και τον κόσμο.

Εδώ συναντούμε τα πρώτα πραγματικά σύνορα. Είναι τα πολιτικά σύνορα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που καθορίζει ποιος έχει δικαίωμα να μιλήσει και ποιος όχι. Είναι τα σύνορα που επιβάλλει η κρατική εξουσία ανάμεσα στην ελευθερία και τον φόβο, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ταυτόχρονα όμως συναντούμε και συμβολικά σύνορα. Το παιδί που χάνει τον πατέρα του βρίσκεται αντιμέτωπο με το όριο ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση της βίας. Ένα κομμάτι της παιδικής του ύπαρξης χάνεται ανεπιστρεπτί.

Το τραύμα αυτό δεν εξαφανίζεται. Παραμένει ενεργό και αναζητά τρόπους έκφρασης. Μέσα από μια διαδικασία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μετουσίωση, η νεαρή κοπέλα μετατρέπει τον ψυχικό πόνο σε δημιουργία. Η ζωγραφική γίνεται ένας χώρος όπου μπορεί να επεξεργαστεί το πένθος της, να δώσει μορφή στο άρρητο και να μετατρέψει την απώλεια σε νόημα. Η τέχνη λειτουργεί εδώ ως πέρασμα. Ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα. Ως μια γέφυρα που επιτρέπει στον άνθρωπο να διασχίσει τα σύνορα του τραύματος χωρίς να συντριβεί από αυτό.

Καθώς φτάνουμε στα γεγονότα του 2011, η προσωπική ιστορία της νεαρής ζωγράφου διασταυρώνεται με τη μεγάλη Ιστορία. Οι εξεγέρσεις που συγκλονίζουν τον αραβικό κόσμο δημιουργούν μια πρωτοφανή αίσθηση ελπίδας. Για πρώτη φορά φαίνεται πως τα πολιτικά σύνορα του φόβου μπορούν να σπάσουν. Η τέχνη της μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης. Οι τοιχογραφίες, τα χρώματα, οι εικόνες αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Γίνονται μορφές επικοινωνίας και διεκδίκησης.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ένας άλλος τύπος συνόρων: τα φαντασιακά σύνορα. Πρόκειται για τα σύνορα των ονείρων, των προσδοκιών και των συλλογικών φαντασιώσεων. Οι άνθρωποι αρχίζουν να φαντάζονται έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο δικαιοσύνης, ελευθερίας και δημοκρατίας. Οι φαντασιώσεις αυτές δεν είναι ψευδαισθήσεις. Είναι αναγκαίες ψυχικές κατασκευές που κινητοποιούν τη δράση και δίνουν νόημα στην ύπαρξη. (περισσότερα…)

Δικαίωμα στην αποτυχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΙΝΤΖΗΡΑ

~.~

Ας ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι η απόπειρα αυτοκτονίας μου ήταν ηθελημένα ανεπιτυχής. Αν, μάλιστα, θέλω να είμαι ωμά ειλικρινής υπήρξε σχεδόν σκηνοθετημένη. Είχα από πριν σχεδιάσει στην εντέλεια την δήθεν δραματική έξοδό μου απ’ το αδιέξοδο, στο οποίο πολλοί θεωρούν βέβαιο πως έχει εγκλωβιστεί ο (υποψήφιος) αυτόχειρας. Αν, καθώς λέγεται, ισχύει πως ο θάνατος είναι πολιτισμικό κι όχι φυσικό γεγονός, τότε κι η επιλογή του (ατομικού πάντα) θανάτου είναι ομοίως αυτονόητα πολιτισμική κι άρα εναπόκειται στις εν γένει αντιλήψεις, για την πορεία καθόλη την διαδρομή της –απ’ την γέννηση μέχρι το τέλος της– και στην αξία που για ποικίλους πλην αδιάφορους εν προκειμένω λόγους αποδίδεται σ’ αυτή την πορεία και τα στάδιά της. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, ότι οι αντιλήψεις αυτές έχουν την ίδια θεωρητική και πρακτική σημασία με τις αντίστοιχες για την επιθυμία να ζει κανείς στην πόλη ή στην φύση, να περπατάει ή να μένει ακίνητος (αν υποτεθεί πως υπάρχουν κι επαρκούν οι οικονομικοί πόροι του), να είναι χορτοφάγος ή όχι. Σε όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο, που προβάλλεται από την θρησκεία και τους λειτουργούς της, ότι (αφού) η ζωή είναι δώρο του θεού, (άρα) και ο θάνατος δεν μπορεί παρά να είναι μια απόφασή του.

Κατά τον τρόπο αυτόν αποδίδεται στη ζωή και το θάνατο «ηθικός» χαρακτήρας, απολύτως συμβατός άλλωστε όχι μόνο με τις θρησκευτικές δοξασίες αλλά και με την κοσμική κι επιστημονικά εδραιωμένη –αλλά έντονα ιδεολογική– θέση ότι ο θάνατος είναι γεγονός φυσικό. Το πλαίσιο αυτό, συμπληρούμενο απ’ το νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο –αν δεν απαγορεύει– τουλάχιστον αποδοκιμάζει, καθιστώντας ιδιαιτέρως απεχθή από ηθικής πλευράς κάθε σκέψη ότι υπάρχει κι αναγνωρίζεται δικαίωμα του ανθρώπου ν’ αποφασίζει ο ίδιος για το θάνατό του. Η αποδοχή τέτοιου δικαιώματος επιβάλλεται, εξάλλου, από τη στιγμή που το κράτος ασφυκτικά έχει «αναλάβει» –για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους και πολιτικές επιλογές– τον άνθρωπο απ’ τη γέννηση έως τον θάνατο, την ταφή ή καύση του. Η εμπλοκή αυτή του κράτους καθιστά –de lege ferenda– επιτακτική την θέσπιση (ατομικού) δικαιώματος ελευθερίας στον θάνατο (αυστηρά σε προσωπικό επίπεδο).

Στο μεταξύ –προκειμένου να εμποδιστεί κάθε προσπάθεια αναγνώρισης ενός δικαιώματος ελευθερίας (επιλογής) στον θάνατο– έχει νοηματοδοτηθεί με εξαιρετικά έντονο μεταφυσικό και ηθικό-ιδεολογικό περιεχόμενο τόσο η υγεία όσο κι η ασθένεια, τομείς στους οποίους το κράτος έχει οριστικά και τελεσίδικα εμπλακεί ρυθμίζοντάς τους λεπτομερώς τόσο επί της αρχής όσο και σε κάθε επιμέρους πλευρά κι εκδοχή τους.

Δεν θα ήταν δυνατό να μπορέσω να προσεγγίσω βιωματικά τα θέματα αυτά εάν δεν αποφάσιζα να εκτεθώ δημοσίως αποκαλύπτοντας ότι επιθυμώ να αυτοκτονήσω, αν και δεν μπορούσα τουλάχιστον με ευκολία να (αυτο)χαρακτηριστώ δυστυχής, πράγμα που σχεδόν αυτομάτως συμπεραίνεται από τον κύκλο του αυτόχειρα. Θιασώτες της ευθανασίας και της βιοπολιτικής, παρεξηγώντας τα λεγόμενά μου, ξιφούλκησαν με κάθε τρόπο εκμεταλλευόμενοι μια ευκαιρία που αφειδώς και απροκλήτως τους είχε προσφερθεί, μολονότι την είχαν οικτρά παρερμηνεύσει. Αυτό που εγώ υποστηρίζω δεν είναι μόνο το προσωπικό δικαίωμα τερματισμού του ατομικού πόνου ή μιας ανίατης κι επώδυνης αρρώστιας, αναγκαστικής κατάκλισης, ή απομόνωσης. Διεκδικώ να μπορώ ελεύθερα να λάβω την απόφαση του Σωκράτη, όχι όμως για λόγους καθήκοντος και συμμόρφωσης στον νόμο, αλλά επειδή απλώς αυτό επιθυμώ. Όπως κανείς δικαιούται ένα θάνατο «γενναίο» ή «ενάρετο», έτσι θα πρέπει να δικαιούται κι ένα θάνατο «ωραίο» ή «ευτυχισμένο» ή κι «αστείο» ακόμη.

///

*

*

Σονέτο ~ ενός ακόμη θανάτου

*

Αναβοσβήνουν μέρες ανοιξιάτικες στην πόλη
αστράφτουν πάνω στο πεντάγραμμο των καλωδίων
δυο καρδερίνες που φτεροκοπούνε ζευγαρώνοντας
και με τις κίτρινες ανταύγειες τους τον νου ματώνουν

μέχρι της μνήμης τους βυθούς φτάνουν σαν ηλιαχτίδες
και μαρτυρούν που οι φυλλωσιές στο κοίταγμά τους
θρόισαν παλιού καημού –οι φυλλωσιές των σπλάχνων–
την πίκρα, που την έθαψες, μα φύτρωσε άγριο ήσκιο:

στο πίσω μέρος του νοσοκομείου, στα ψυγεία,
εκεί που έδιναν σε σκουπιδοσακούλες τους νεκρούς
ξέσκιζαν πέρα δώθε βιαστικές οι νεκροφόρες
μία κίτρινη τριανταφυλλιά γονατισμένη που

όσα τη ’θρεψαν
τη γυρεύανε πίσω:
λάσπη και ήλιος.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

**

Λακτάντιος, «Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νά ’χουν τ’ ἀγάλματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ 

Ποιά μεγαλωσύνη λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νἄχουν τ’ ἀγάλματα ὅταν ἦταν στὴν εὐχέρεια ἑνὸς ἀνθρώπου εἴτε νὰ φτιαχτοῦν ὡς κάτι ἄλλο εἴτε καὶ νὰ μὴ φτιαχτοῦν καθόλου; Γι’ αὐτὸ στὸν Ὁράτιο[1] ὁ Πρίαπος μιλᾷ ὡς ἑξῆς;

Μίας συκιᾶς ἤμουν κορμός, κούτσουρο ἤμουν, ὅμως
ὁ μάστορας τὸν Πρίαπο ἢ κάθισμα νὰ φτιάξῃ
σκεφτόταν· κι ἔφτιαξε θεό, καὶ νά ’μαι, ἰδοὺ ὁ τρόμος
τῶν πετεινῶν καὶ τῶν κλεφτῶν. . . [2]

2 Μὲ τέτοιον φύλακα ποιός νὰ μὴν εἶναι ἀσφαλής; Οἱ κλέφτες ἄλλωστε εἶναι τόσο χαζοὶ ὥστε νὰ φοβοῦνται τὴν στῦσι τοῦ Πρίαπου ὅταν ἀκόμη καὶ τὰ πουλιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι θὰ τὰ διώξῃ μακρυὰ ὁ φόβος τοῦ δρεπανιοῦ του ἢ τοῦ κλωναριοῦ του[3], κάθονται, φτιάχνουν φωλιές, κουτσουλᾶνε σ’ ἀγάλματα φτιαγμένα ἀριστοτεχνικά, δηλαδὴ πανομοιότυπα μ’ ἀνθρώπους. 3 Κι ἐνῷ ὁ Φλάκκος, ὡς ὁ ποιητὴς τοῦ σατυρικοῦ[4] ποιήματος, ἐνέπαιξε τὴν ἀνθρώπινη ἀνοησία, ὅσοι μαστορεύουν αὐτὰ τ’ ἀγάλματα νομίζουν ὅτι κάνουν κάτι σοβαρό. 4 Καὶ τέλος, ὁ μεγαλύτερος ποιητής, ἄνθρωπος κατὰ τ’ ἄλλα συνετός,  μόνο στὸ ζήτημα τοῦτο ἀνοηταίνει μὲ τρόπο ποὺ δὲν προσιδιάζει σὲ ποιητή, ἀλλὰ σὲ κἀμμιὰ γριά, ὅταν ἀκόμη καὶ σ’ ἐκεῖνα τὰ βιβλία του, τὰ πιὸ καλοδουλεμένα, προστάζῃ νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς:

Γιὰ κλέφτες καὶ πετούμενα φρουρὸς μ’ ἕνα δρεπάνι
τοῦ Ἑλλήσποντου ὁ ἄρχοντας, ὁ Πρίαπος, σοῦ κάνει. [5]

5 Λατρεύουν λοιπὸν πράγματα θνητὰ ποὖναι φτιαγμένα ἀπὸ θνητούς· πράγματα δηλαδὴ ποὺ μποροῦν νὰ σπάσουν, νὰ καοῦν, νὰ καταστραφοῦν. Γιὰ παράδειγμα συχνὰ συνηθίζουν νὰ κομματιάζωνται ὅταν τὰ κτήρια καταρρέουν λόγῳ παλαιότητας καὶ γίνονται στάχτη ὅταν τ’ ἀφανίσῃ ἡ φωτιὰ καὶ σὲ πλεῖστες τῶν περιπτώσεων καταλήγουν λεία τῶν κλεφτῶν ἐκτὸς ἂν τὰ βοηθήσῃ τὸ μεγάλο τους  μέγεθος ἢ τὰ φυλάσσῃ προσεκτικὴ φρουρά. 6 Τί τρέλα λοιπὸν νὰ φοβᾶσαι αὐτὰ ποὺ γιὰ τὰ ἴδια ὑπάρχει φόβος γκρεμίσματος, πυρκαϊᾶς ἢ κλοπῆς! Τί ματαιότητα νὰ ἐλπίζῃς σὲ κάποια προστασία ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν μόνα τους οὔτε τὸν ἑαυτό τους νὰ προστατεύσουν! Τί παραλογισμὸς νὰ προστρέχῃς στὴν σκέπη αὐτῶν ποὺ ὅταν βεβηλώνωνται μένουν ἀνεκδίκητα ἐκτὸς ἂν ἐκδικηθοῦν γιὰ λογαριασμό τους οἱ λάτρεις τους!

7  Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἐκεῖ ὅπου κἀμμιὰ βία δὲν μπορεῖ ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τῆς λατρείας, ἐκεῖ ὅπου τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μπορῇ νὰ βεβηλωθῇ, ἐκεῖ ὅπου δὲν μπορεῖ νὰ διαπραχθῇ ἱεροσυλία[6]. Ὁτιδήποτε δὲ ὑποπίπτει στὴν ὅρασι καὶ στὴν ἁφή, αὐτὸ ἀναμφίβολα ὡς εὔφθαρτο, εἶναι ξένο πρὸς κάθε ἔννοια ἀθανασίας. 8 Μάταια λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι λατρεύουν καὶ τιμοῦν τοὺς θεοὺς μὲ χρυσό, ἐλεφαντόδοντο καὶ πετράδια, λὲς καὶ θὰ μποροῦσαν πραγματικὰ ν’ ἀντλήσουν οἱ ἐν λόγῳ θεοὶ εὐχαρίστησι ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. 9 Ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν πολύτιμων προσφορῶν σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται τίποτε ἢ σ’ αὐτοὺς ποὖναι νεκροί; Ὅπως θάβουν στὴν γῆ τὰ σώματα τῶν νεκρῶν ἀφοῦ τ’ ἀλείψουν μ’ ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὰ περιτυλίξουν μ’ ἐνδύματα, μὲ τὴν ἴδια λογικὴ τιμοῦν θεοὺς ποὺ οὔτε ἐνόσῳ κατασκευάζονται τὸ ἀντιλαμβάνονται οὔτε ἐνόσῳ λατρεύονται τὸ γνωρίζουν. Δὲν ἀπέκτησαν δὰ κι ἀντίληψι μὲ τὴν ἀφιέρωσί τους![7] 10 Ὁ Πέρσιος[8] δὲν συμφωνοῦσε νὰ εἰσφέρωνται στοὺς ναοὺς χρυσᾶ ἀγγεῖα θεωρῶντας περιττὸ νὰ ὑπάρχῃ κι αὐτὸ ἀνάμεσα στὶς θρησκευτικὲς πρακτικὲς, καθὼς δὲν εἶναι κάτι ποὺ προάγει τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ τὴν ἀπληστία. 11 Διότι εἶναι προτιμώτερο γιὰ τὸν Θεό, ἂν τὸν λατρεύῃς σωστά, νὰ προσφέρῃς ὡς δωρεὰ (περισσότερα…)

Η Χορδή του Τόξου: Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

~.~

Ο Τρωικός Πόλεμος δεν έχει ξεκινήσει, ο Οδυσσέας βρίσκεται ακόμα στην Ιθάκη και έχει βγει στο δάσος για κυνήγι συνοδευόμενος από έξι-εφτά υποτακτικούς. Κάποια στιγμή, η ομάδα διακρίνει έναν ανυποψίαστο κάπρο ανάμεσα στα πουρνάρια. Τους χωρίζουν ακόμα αρκετά μέτρα. Ο Οδυσσέας είναι δεινός τοξοβόλος και δεν θα έχει πρόβλημα να κατεβάσει το θηρίο με μια σαϊτιά. Τότε, ο θεατής, ο θεατής που τόσο άνετα κάθεται στο πολυτελές σινεμά με την ηχητική τεχνολογία Dolby Atmos και την προβολή σε 4K, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι αναπάντεχο. Ο Οδυσσέας τινάζει τη χορδή του τόξου δίχως να ρίξει κανένα βέλος, εκείνη ταλαντώνεται ηχηρά για ένα δευτερόλεπτο, το οξύ νταν ανησυχεί τον κάπρο κι αυτός επιτίθεται ορμητικός προς τους επίδοξους θηρευτές. Επικρατεί φόβος αλλά ο Οδυσσέας καταφέρνει να σαϊτέψει το ζώο λίγο πριν σαρώσει αυτόν και την ομάδα του. Ο θεατής θα απορήσει με την πράξη του Οδυσσέα του Ματτ  Ντέημον, που ρίσκαρε όχι μόνο την επιτυχία του κυνηγιού αλλά και την ίδια την ακεραιότητα τη δική του και των ακολούθων του. Και φαίνεται πως οι τελευταίοι γνωρίζουν τα καμώματα του Οδυσσέα, γι’ αυτό και αγανακτούν λιγάκι μαζί του (όσο μπορεί κανείς να αγανακτήσει ενώπιον του κύρη του). Ωστόσο, ο Οδυσσέας του Ματτ  Ντέημον είναι σχετικά πράος και σπεύδει να τους θυμίσει πως έτσι πράττει πάντα: προειδοποιεί το ζωντανό για να του δώσει μια ευκαιρία να το βάλει στα πόδια ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο θεατής στο πολυτελές σινεμά ίσως σκεφτεί ότι εδώ έχουμε έναν Οδυσσέα ηθικό, ακόμα και έναν Οδυσσέα με πρόσημο οικολογικό. Ωστόσο, το πράγμα πηγαίνει βαθύτερα. Εδώ, στη σκηνή με τη χορδή του τόξου, βρίσκεται η ουσία της ανάγνωσης της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν (και όχι στις όποιες επιλογές του κάστινγκ, οι οποίες συζητήθηκαν ad nauseam και επί ματαίω). Το ηχηρό χτύπημα της χορδής πριν από την εκτόξευση του βέλους προειδοποιεί το θήραμα και, έτσι, δημιουργεί μια συνθήκη οιονεί μονομαχίας, όπου ο θηρευτής δεν χτυπάει πισώπλατα αλλά εισέρχεται συνειδητά στη ζώνη του κινδύνου. Και αυτό είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κατά Νόλαν Εποχής του Χαλκού, της εποχής εκείνης των ημίθεων ηρώων και της πολιορκίας του Τροίας, όπου η παλικαριά του ενός μετριόταν απέναντι στην παλικαριά του άλλου. Στην ταινία του Νόλαν, το χτύπημα της χορδής ως προειδοποίηση απέναντι στο θήραμα κάνει τον Οδυσσέα ήρωα αντάξιο ενός Διομήδη και ενός Έκτορα.

Κι όμως. Κάπου εδώ, ανακύπτει ένα ερώτημα. Απέναντι σε εκείνους τους «τρανούς κονταρομάχους»[1] του τρωικού πολέμου που υψώνονταν σαν πύργοι στο πεδίο της μάχης, ο Οδυσσέας δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος πολυμήχανος, ένας άνθρωπος δαιμόνιος. Η συνύπαρξη μεταξύ τους ίσως επιφυλάσσει τριβές. Ήδη ο Σοφοκλής εξέθεσε προγραμματικά αυτό το ρήγμα δείχνοντας τον ογκώδη και ηρωικό Αίαντα να χάνει τα όπλα του σκοτωμένου Αχιλλέα μες από τα χέρια του εξαιτίας της πονηριάς και της διπλωματικότητας του βασιλιά της Ιθάκης και, έτσι, να ατιμάζεται βαριά, με καταστροφικά αποτελέσματα. Για να επιστρέψουμε στην καλή ταινία του 2026, η ιδιάζουσα χρήση του τόξου σημαίνει πως ο νολανικός Οδυσσέας έχει πάντα την επιλογή είτε να σε πολεμήσει στα ίσα είτε να σε τελειώσει ύπουλα προτού καν γίνει αντιληπτός. Κι αυτή είναι η αμφιρρέπεια που δένει την ταινία και την κάνει να στέκεται στα πόδια της.

Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φτάνουν στη σπηλιά του Πολύφημου (μια εξαιρετική σεκάνς τρόμου), περιμένουν αυτός να κοιμηθεί και ύστερα τον τυφλώνουν, σε ένα διάσημο στιγμιότυπο γνωστό ακόμα και σε όσους είχαν μια κάποια επαφή με το ομηρικό έπος μόνο στην παιδική τους ηλικία. Ο Πολύφημος ουρλιάζει και το πλήρωμα των πολεμιστών ακούει εμβρόντητο πως ο πατέρας του είναι ο Ποσειδώνας, τον οποίο ο φοβερός κύκλωπας παρακαλεί τώρα για εκδίκηση. Ο Πολύφημος είναι πλέον τυφλός και, ως γνωστόν, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του δραπετεύουν χάρη στα πρόβατα, τα οποία τους καλύπτουν από το ψαχούλεμα του φονικού, γιγάντιου χεριού. Οι σύντροφοι μαζί με τον βασιλιά τους κουτρουβαλούν πια στον λόφο και το συγχυσμένο τέρας κοντοστέκεται στο στόμιο του σπηλαίου. Έχει μεγάλη σημασία για την ταινία ολόκληρη ότι ο Οδυσσέας του Νόλαν ουδέποτε συστήνεται στον Πολύφημο ως «Κανένας» και ουδέποτε εκστομίζει ύβριν προς τον Ποσειδώνα (όπως συμβαίνει στο ι της Οδύσσειας του Ομήρου). Η ύβρις στην ταινία έγκειται στο εξής: Έχοντας πια πάρει απόσταση ασφαλείας από τον τυφλωμένο κύκλωπα, ο Οδυσσέας γυρίζει προς τα πίσω και τον τοξεύει στο πληγωμένο του μάτι. Όχι απλώς δεν τον προειδοποιεί μ’ ένα κουδουνιστό νταν της χορδής αλλά τον χτυπάει ενώ αυτός είναι παροπλισμένος και απολύτως ανήμπορος να φυλαχτεί. Όλα τα κατοπινά παθήματα οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα αποδίδουν σε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όπου ο ήρωας σπάει τον κώδικα τιμής της μονομαχίας και χτυπάει ύπουλα και χαιρέκακα. (Το αν οι ήρωες των στίχων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας κρατούν απαρέγκλιτα έναν τέτοιο κώδικα τιμής ή αν ενσωματώνουν και τις ποταπές όψεις του πολέμου είναι άλλη κουβέντα· εδώ πραγματευόμαστε την ερμηνεία της ταινίας.) Η ασέβειά του απέναντι στον Πολύφημο και στον θεό πατέρα του δεν είναι άλλη από το αντιηρωικό και αχρείαστο χτύπημα. (περισσότερα…)

Η φούσκα: Δίπτυχο κυπριακού τραύματος [Μέρος Β΄]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Από την αρχή της δεύτερης θητείας του ο Σερίφης έδειξε πως δεν αστειεύεται. Πολιτικοί και ειδήμονες του διαδικτύου έπεφταν από τα σύννεφα, παρότι η Νέλλη είχε γράψει ήδη επ’ αυτού και του παρακολουθήματός του στην Ευρώπη πριν από την πρώτη κιόλας εκλογή του. Η απλότητα με την οποία μιλούσε θύμιζε, πράγματι, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν οι περισσότεροι λογοτέχνες και κυρίως οι αντισυστημικοί καλλιτέχνες στη Δημοκρατία, για να αποφανθούν για τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Προικισμένες πρέσβειρες αντικατέστησαν συνοπτικά τους επαγγελματίες διπλωμάτες. Τα τζετ τους προσγειώνονταν πλέον απευθείας στα μπουζούκια, θέτοντας τις σχέσεις μας με τη Συμμαχία σε νέα επίπεδα.

Εκτός από τον έλεγχο ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου, ο Σερίφης διεκδικούσε διακαώς και το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης. Για το ίδιο βραβείο προτάθηκαν, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τις υποψηφιότητες μέχρι το 1955, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Ιωσήφ Στάλιν.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους επεκράτησε γενικά πανικός. Πολυβραβευμένοι, κυρίως πολυβραβευμένες από το αδελφό κρατίδιο στη χώρα μας έκλαιαν γοερά.

«Στράφι λοιπόν οι περιοδείες, τόσα ευγενικά μου νεύματα;»

«Τόσες κόκκινες κορδέλες που έκοψα για τα βιβλία μου; Τόσες αναξιοποίητες σουηδικές κορώνες;»

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν; Για μια νεφέλη;»

Πολλοί διερεύνησαν το ενδεχόμενο να κάνουν πλέον καριέρα σε άλλο κλάδο. Άνθισαν ξανά οι κήποι, ανέκαμψαν τα ταξιδιωτικά κι ακτινοβόλησαν τα φιλοτελικά σωματεία. Άλλοι, δεδομένης της εμπειρίας τους στο μάρκετινγκ, ευδοκίμησαν ως υπεύθυνοι ανάπτυξης αγοράς, διαχειριστές εταιρικής εικόνας και αναλυτές ψηφιακής απόδοσης.

Η Σουηδική Ακαδημία, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες, εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για λογοτέχνες στη Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν εμπίπτει –ούτε και πρόκειται ποτέ να εμπέσει– στη σφαίρα ενδιαφερόντων του Σερίφη, παραμένοντας έτσι ανοικτό προς διεκδίκηση.

Συγγραφείς και διανοούμενες-to-be έκαναν τον σταυρό τους. Γραμματολόγοι και απονομείς βραβείων αναθάρρησαν. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις επανήλθε στη μόδα σταθερά η παγιέτα, την οποία επανέφεραν αισίως στη μόδα οι πρέσβειρες. Η αγορά του βιβλίου διασφαλίστηκε κι ο κόσμος ξαναβρήκε την παλιά, δημοσιοσχετικιστική του ρότα.

Ο Σερίφης όμως δεν κρατιόταν. Απέστειλε μάλιστα επιστολή στη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη της Συμμαχίας –τα πλείστα εκ των οποίων και μέλη του Κλαμπ– ζητώντας τα ρέστα, δηλώνοντας πως, αφού δεν πήρε το βραβείο, δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον η ειρήνη, στρέφοντας το βλέμμα του προς την Αρκτική:

Τα τόπια δεξιά. Βρας! Αλβανιστί, φωτιά.

Πάντως, αν η σουηδική επιτροπή αποφάσιζε να μοιράσει, όπως θα το έπτραττε αργότερα Λατινοαμερικάνα ηγέτιδα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε όλους τους μουσόπληκτους στη Δημοκρατία, θα γλιτώναμε σίγουρα από πολλές κακοτεχνίες, αναρτήσεις και δαφνοστεφανώματα.

Λεσκοβίκι, Αγιακούτσο. Λευκωσία.
Ήμουν κι εγώ εκεί. (περισσότερα…)

Η φούσκα: Δίπτυχο για το κυπριακό τραύμα

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Μέρος Α΄

Στην αρχή νομίζαμε πως ήμασταν ένα μικρό νησί στην άκρη της Μεσογείου. Πολύ σύντομα ανακαλύψαμε πως ήμασταν η Ελβετία της Ανατολής, ο Παναμάς της Ευρώπης και η Σιγκαπούρη της Καρπασίας ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τροπικό νησί στον πλανήτη χωρίς τουλάχιστον μία εταιρεία, δύο δικηγορικά γραφεία και τρεις συμπατριώτες μας που να το αποκαλούν στρατηγική βάση.

Οι λέξεις «οφσόρ», «μαρίνες», «ακίνητα» και «καταπιστεύματα»  μπήκαν στη ζωή μας με φόρα, εμπλουτίζοντας το φτωχοποιημένο με τα χρόνια λεξιλόγιό μας.

Ολιγάρχες, μεγιστάνες και καταζητούμενοι έβρισκαν στο νησί μας όχι μόνο ζεστό καιρό, αλλά και μια φιλόξενη θεσμική αγκαλιά. Τους διέκρινε μάλιστα μια αξιοσημείωτη προθυμία να θεωρηθούν δικοί μας άνθρωποι.

Τέτοια λοιπόν η έλξη του τόπου μας.

Με το πέρασμα των χρόνων, κατέληξαν να θεωρούνται όντα περίπου μυθικά, που είχαν συμφάγει με τους θεούς μας.

Κανείς μας δεν τους είχε δει πραγματικά. Πίσω απ’ τους πύργους και τ’ αδειανά διαμερίσματα αφήναμε τη φαντασία μας να τους πλάθει ελευθέρα, όπως συμβαίνει με τους λαϊκούς θρύλους ή με τους ήρωες ενός μυθιστορήματος.

Ένας εργολάβος ορκιζόταν πως συνάντησε κάποιον από αυτούς σε ιδιωτικό σαλόνι αεροδρομίου. Ένας μεσίτης πως είχε δει τη σκιά του να διασχίζει το λόμπι ενός ξενοδοχείου. Ένας δικηγόρος ισχυριζόταν πως του είχε σφίξει, μάλιστα, το χέρι.

Άλλοι εξήγαν χαλκό, άλλοι κρασί, άλλοι εσπεριδοειδή. Μαζί με τους επιφανέστερους λογοτέχνες της χώρας μας, οι επενδυτές έγιναν έτσι οι σημαντικότεροι εξαγωγείς κυπριακότητας σε συσκευασία πολυτελείας.

Η χλίδα αυτή θύμιζε πράγματι την εποχή που Δημοκρατία πραγματικά έλαμπε κι ήταν σαν να πέφταν τότε τα λεφτά από τους ουρανούς. Άπλωναν όλοι τα χέρια για να τα μαζέψουν, αρπάζοντας με τις χούφτες τον αέρα. Βλέποντας τον συνάδελφο ή τον γείτονα να παίρνει καινούριο αυτοκίνητο ή μεγαλύτερη τηλεόραση, έστιλβαν τα ματάκια τους:

Το ’δες, το ’παιξες;

Σιγά σιγά πείθονταν μ’ αυτά και οι πιο απαιτητικοί οικονόμοι. Σε περίπτερα, καφενεία και πρακτορεία ταξί άκουγες μόνο για συγχωνεύσεις και εξαγορές, στους δε βρεφονηπιακούς σταθμούς ιστορίες για μετοχικά σπλιτ και αυξήσεις κεφαλαίου. Αισθητικοί, διανομείς και οικοκυρές αποτελούσαν πλέον το μεγαλύτερο επενδυτικό κοινό της χώρας. Μπετατζήδες, υδραυλικοί και κομμώτριες αποκτούσαν κωδικούς πρίμιουμ πρόσβασης στο Χρηματιστήριο. Ορισμένοι επένδυαν με τα χέρια, άλλοι εξ ακοής και κάποιοι ακόμα με τα μάτια κλειστά.

Οι ιδιοκτήτες των οικονομικών εφημερίδων δεν απευθύνονταν πια στις επενδυτικές ελίτ, πετυχαίνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι τραπεζίτες έτριβαν κι αυτοί τα χεράκια τους. Τη Χρυσή Εποχή τους διήνυαν επίσης οι μασέζ και τα παραλιακά θέρετρα. Η φούσκα, βέβαια, δεν άργησε να σπάσει, γκρεμίζοντας τις προσδοκίες τους. Οι μετοχές της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΑ», η τιμή των οποίων πράγματι είχε υπερδιογκωθεί, λέγεται ότι υπήρξαν ανάμεσα σε αυτές που έπαθαν τη μεγαλύτερη πανωλεθρία.

Από τότε όλοι το έριξαν στο ΚΙΝΟ και στο Πάμε Στοίχημα. Οι σκόρερ, οι κάρτες και τα κόρνερ στο αφρικανικό πρωτάθλημα είχαν, όπως φαίνεται, τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Στις Απόκριες, οι Δημοκράτες ντύνονταν πλέον ξεφτιλισμένοι επενδυτές. Όταν στη Δημοκρατία ανακαλύφθηκε φυσικό αέριο, επιτυχία είχε και η στολή Σαουδάραβα με καρφιτσωμένα στο πέτο πετροδόλαρα.

Μετά από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, τους μικροεπενδυτές απορρόφησαν επίσης τα καζίνο, που έκαναν κι αυτά χρυσές δουλειές, όπως και η εμπορία της ντομάτας, αϊρανιού, βενζίνης, σαλοτραπεζαρίας, τούβλων, μαρμάρων, καπνού για ναργιλέ και προσώπων.

Απ’ όταν επετράπη στο ελεύθερο τμήμα της Δημοκρατίας η ίδρυση και λειτουργία καζίνο, οι μικρομεσαίοι δεν χρειαζόταν πια να μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για τις επενδυτικές τους δραστηριότητες, γεγονός που απεδείχθη επωφελές και για το εθνικό μας πρόβλημα. Στήθηκαν πια παντού τραπέζια και φρουτάκια. Το δε εντυπωσιακό καζίνο-θέρετρο, που ξεπέρασε σε επισκεψιμότητα όλες μαζί τις αρχαιολογικές μας τοποθεσίες, περιέχει πεντάστερο ξενοδοχείο πεντακοσίων δωματίων, σουίτες και επαύλεις, χώρο παιγνίου έκτασης 7.500 τ.μ., παγκοσμίου κλάσης εστιατόρια, μπαρ-καφέ, σπα-φίτνες, 1.200 τ.μ. εμπορικούς δρόμους και άλλα πολλά. Έτριβαν κι οι δολιοψαράδες τα ματάκια τους. Ελκύοντας περί τους 300.000 τουρίστες ετησίως, λύθηκε και το σοβαρό πρόβλημα της εποχικότητας, που μάστιζε τα παράλια. (περισσότερα…)

Ο γρίφος του ποδοσφαίρου

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.

Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.

Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…

«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.

Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.

Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.

Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)

Ο καλοκαιρινός μου εαυτός

*

Κοιταζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε τον εαυτό της. Είχε γυρίσει μόλις απ’ το κομμωτήριο και από τα μαγαζιά όπου είχε αγοράσει ένα ωραίο κόκκινο καλοκαιρινό φουστάνι. Έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό της. Έπρεπε οπωσδήποτε να την ανεβάσει στο ίνσταγκραμ να τη δουν οι φίλοι της. Δείτε το φόρεμά μου, πώς μου πάει, δείτε τα μαλλιά μου φρεσκοβαμμένα, καλοχτενισμένα, οι ανάλαφρες μπούκλες με κάνουν να φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα! Όσο για το σώμα μου, δεν χτυπιέμαι αδίκως τόσους μήνες στο γυμναστήριο, έχω γίνει σαν μοντέλο.

Θαύμαζε τον εαυτό της και ήταν σίγουρη πως θα έκανε θραύση στα σόσιαλ όπου είχε αρκετούς ακόλουθους. Είχε καιρό ν’ ανεβάσει δική της φωτογραφία και θεώρησε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Θα την ποστάριζε και στο φέισμπουκ και στο τικ-τοκ, είχε λογαριασμούς παντού. «Θεά!» θα της έγραφαν, «κορμάρα», «καλλονή», «δείχνεις σαν κοριτσάκι». Οι γυναίκες θα ζήλευαν, οι άντρες θα ένοιωθαν μια ακατανίκητη επιθυμία να βγουν μαζί της, να φλερτάρουν, να προχωρήσουν και περισσότερο…Είχε μεθύσει από την ίδια της την ομορφιά. Και να σκεφτείς ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει φίλτρα ή άλλα κόλπα της τεχνολογίας. Ούτε στο δέρμα της είχε κάνει ποτέ μπότοξ ή πλαστικές. Αυτή ήταν η φυσική της όψη, παρά τα κάποια χρονάκια της έδειχνε δροσερή και εμφανίσιμη.

Ο ενθουσιασμός της ήταν ασυγκράτητος. Η φωτογραφία της θα γινόταν viral και η ίδια θα έμπαινε στα χωράφια των influencers. Ποιος ξέρει τι θ’ ακολουθούσε; Προτάσεις από εταιρείες καλλυντικών για να προωθεί τα προϊόντα τους ή ίσως θα έφτανε να διαφημίζει ρούχα για κάποια μεγάλη ξένη αλυσίδα;

Ανέβασε την φωτογραφία με μια απλή λεζάντα. «Ο καλοκαιρινός μου εαυτός», έγραψε. Περίμενε να δει τα λάικ και τις καρδούλες να πέφτουν βροχή. Περίμενε, περίμενε, καμμία αντίδραση. Μήπως δεν είχε πατήσει επάνω στην επικύρωση; Μήπως έλειπαν όλοι σε διακοπές; Μήπως από την ζήλεια τους έκαναν ότι δεν είδαν την φωτογραφία της; Μα να μην αντιδράσει κανείς; Περίμενε δυο μέρες ακόμα και η φωτογραφία του καλοκαιρινού της εαυτού έμεινε εκεί ξεχασμένη σαν κάποιους πίνακες σε μεγάλα μουσεία, ζωγραφισμένους από ελάσσονες καλλιτέχνες που κανείς δεν τους δίνει σημασία καθώς όλοι τρέχουν στις κεντρικές αίθουσες για να δουν την Τζοκόντα του Ντα Βίντσι και την Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι.

Μετά από πέντε μέρες επιτέλους είδε έναν μπλε αντίχειρα και ένα σχόλιο στο φέισμπουκ. Ήταν από τη μητέρα της. «Ωραίο το φόρεμα αλλά σε παχαίνει. Οι μπούκλες νομίζω πως δεν είναι για γυναίκες της ηλικίας σου».

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

**

*

Θερινός υποθετικός

*

Η ποιήτρια:

Θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι
αν είχα ένα σταμνί κι ένα πανάκι
αν δεν μ’ ακολουθούσε το κοράκι
αν είχα την απόφαση στο χέρι.

Αν δε με προσκαλούσαν της θαλάσσης
τα βάθη, σε κατάδυση μακάρια
στα δάχτυλά μου αν έπαιζα τα ζάρια
αν δεν μ’ αποπλανούσαν οι επιφάσεις.

Αν ήσουνα κι εσύ Θεός για λίγο
ίσαμε να σταθώ να ξαναρχίσω
αν όνομα είχε αυτό που να ξεφύγω
τρέχω, ή αν έστω θάρρευα να ελπίσω
πως η αντοχή μου θα τα καταφέρει,
θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι.

*

Το καλοκαίρι:

Θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι
και δεν θα ’ρχόταν τόσα να μου σούρει
αν ήξερε να πιάνει το τσεκούρι
αυτή, που όλο θηλιές να σφίγγει ξέρει…

Αν απ’ την ελεφάντινη την πύλη
τα όνειρά της δεν τραβούσε πάνω
τις νύχτες, αν δεχόταν να γλυκάνω
με τον χυμό μου το πικρό της χείλι,

αν άκουγε του γκιώνη τη θλιμμένη
φωνούλα στης νυχτός την ησυχία,
αν έπαυε τον ήρωα να προσμένει
που μέσ’ από του βίου της τα ορυχεία
θα καταρριχηθεί και θα την φέρει,
θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

**