«Γαλήνη του κόσμου κι ειρήνη»

palamas-520x245

~.~

Oι «Λύκοι» του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Το 2016, ο Κωστής Παλαμάς, από το αιώνιο βάθρο που βρίσκεται και μας εποπτεύει όλους, είδε το έργο του να γίνεται αντικείμενο συζήτησης κι αντιπαράθεσης στη Βουλή των Ελλήνων[1] μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που η αναφορά στο όνομά του περιοριζόταν σε εθνικές επετείους και σε φράσεις του που λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά και ρήσεις. Συγκεκριμένα, ο Γενικός Γραμματέας του Λ. Σ.-Χρυσή Αυγή, Νίκος Μιχαλολιάκος, επιθυμώντας να καυτηριάσει τους —αριστερής προέλευσης— πολιτικούς του αντιπάλους, χρησιμοποίησε ως βέλος στη φαρέτρα του τη φράση «καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι» από τους παλαμικούς «Λύκους». Η αντίδραση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε τόσο το ποίημα-απάντηση του Κώστα Βάρναλη στους «Λύκους» όσο και την αναφορά στην πάνδημη κηδεία του εθνικού ποιητή που εξελίχθηκε σε παλλαϊκή αντιναζιστική κι αντικατοχική διαδήλωση. Το ποίημα των «Λύκων», ωστόσο, αφέθηκε στην άκρη, ωσάν να είχε τοποθετηθεί ορθώς εντός των συμφραζομένων που ο Μιχαλολιάκος το έθεσε.

mprosta_2.jpgΕπιπλέον, ξανά το 2016 ο ίδιος πολιτικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με κείμενά του για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, με τους «Λύκους» σε περίοπτη θέση στο οπισθόφυλλο.[2] Πρόκειται για μια συρραφή των κατά καιρούς άρθρων του σχετικά με τη λογοτεχνία στην παραταξιακή εφημερίδα της Χρυσής Αυγής,[3] προφανώς ιδωμένα μέσα από τη σκοπιά της εθνικιστικής προπαγάνδας της συγκεκριμένης οργάνωσης. Κι αν μεν ο Μιχαλολιάκος και ο κάθε Μιχαλολιάκος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφέρει λόγο περί της Ελληνικής Λογοτεχνίας, δημιουργείται δε μείζον ζήτημα όταν επιλέγει να παρουσιάσει μόνο τα τμήματα εκείνα του παλαμικού έργου που τον συμφέρουν με σκοπό να δικαιολογήσει τα προκατασκευασμένα συμπεράσματά του, τη στιγμή μάλιστα που κατηγορεί τους αντιπάλους για τον ίδιο ακριβώς λόγο.[4] Σε ένα πολυσχιδές και πολυπρισματικό έργο όπως το παλαμικό, η προσπάθεια απόκρυψης ισοδυναμεί με έγκλημα. Ιδιαίτατα, την περίπτωση των «Λύκων» οφείλει να πέσει άπλετο φως, καθώς το κομβικό και μεταβατικό αυτό ποίημα αποτελεί την τομή που κλείνει εκκωφαντικά τον κύκλο του Κωστή Παλαμά ως ‘‘ποιητή-προφήτη’’· πέραν αυτού, οι εξακτινώσεις του ταξιδεύουν πολύ μακρύτερα από οποιαδήποτε επικαιρική ανάγνωση.

Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα με τη σειρά: Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου —με τη συνακόλουθη επέκταση της Ελλάδας στα ανατολικά— βρίσκει το όραμα της ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Κωστής Παλαμάς, ο οποίος παρακολουθεί σταθερά και αταλάντευτα όλες τις εθνικές περιπέτειες των τελευταίων δεκαετιών, εμπνεόμενος και εμπνέων, οραματιζόμενος και δημιουργώντας όραμα, δεν είναι δυνατόν να απέχει από την παρακολούθηση της Μικρασιατικής εκστρατείας, μιας εκστρατείας που στα μάτια της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού έχει λάβει το χαρακτήρα της εποποιίας. Συνθέτει, λοιπόν, κομμάτια αυτόνομα, τα οποία και σκοπεύει να ενώσει κάτω από την κατηγορία των «Επικών Καιρών»,[5] σειρά που πρόκειται να μείνει ανολοκλήρωτη, όπως και άλλα παλαμικά έργα (ενδεικτικά: οι «Παράδεισοι», το «Τραγούδι του Ήλιου») κι εντέλει να ετεροπροσδιοριστεί ακόμα και στο ίδιο της το όνομα από τους «Λύκους» που έρχονται να την κατασπαράξουν και να της δώσουν το κεντρικό όνομα. Έτσι, πριν εμφανιστεί η αγέλη των «βαλτών για τα έργα του ολέθρου», ο Παλαμάς αναζητά στο ποίημα «Στον ποιητή Καρθαίο» τον «Λόγο που αν δεν είναι ο λυτρωτής / λαμπίζει σαν τα ακριβώτατο πετράδι / φωτίζει σαν πυρσός οδηγητής» και κάνει ακολούθως λόγο στη «Νεκρική Ωδή» για αγώνα «για της φυλής την ένωση», αλλά και για «θαμμένα κόκκαλα προγόνων», των οποίων η θυσία τώρα φαίνεται να δικαιώνεται. Ώσπου φτάνει, στο τέλος του καλοκαιριού του 1922, το εκκωφαντικό τέλος της επεκτατικής ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ με μια συμφορά πρωτόγνωρη για τον έως τότε ελληνισμό.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει έναν αιώνα αργότερα ο μεγαλωμένος στη μεταπολιτευτική χαλαρότητα κι ευμάρεια αναγνώστης το μέγεθος της καταστροφής που συντελέστηκε στην ψυχή του λαού, αλλά κυρίως στο όραμα του ποιητή Παλαμά που είχε προσδέσει τη φωνή του στη παλλαϊκή συνεκτική αφήγηση του καιρού του. Η κατάρρευση του μετώπου είναι ραγδαία, ο ελληνικός στρατός πληρώνει στο αντίστροφο τα όσα έπραξε καθώς προχωρούσε και η καταστροφή της Σμύρνης ολοκληρώνει με το χειρότερο τρόπο το θρυμματισμό του ονείρου που γαλούχησε γενιές επί έναν αιώνα στην Ελλάδα. Ο Κωστής Παλαμάς βιώνει, όπως και όλοι οι Έλληνες, τον καταιγισμό των ραγδαίων εξελίξεων και καταγράφει την ίδια στιγμή και χωρίς καμία χρονική απόσταση —που θα τοποθετούσε τα γεγονότα σε πιο αντικειμενικά συμφραζόμενα— όσες σκέψεις και φοβίες τον κατακλύζουν.

μεγαλη ιδεα

~.~

Στις 27 Αυγούστου έχει ήδη ξεκινήσει να συνθέτει τους «Λύκους», ένα εκτενές ποίημα παράλληλων μονολόγων του ποιητή με μια «Φωνή», το οποίο εκκινεί με το εξής χαρακτηριστικό τετράστιχο:

Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

Ποιοι, όμως, είναι οι λύκοι, μιας και στο παλαμικό έργο δεν εντοπίζεται μια ολιστική θέαση των πραγμάτων και η κάθε θέση συνυπάρχει με την αντίθεσή της; Η πρώτη, απλοϊκή κι επιφανειακή απάντηση φέρνει στο νου τους κομμουνιστές ή τον οποιονδήποτε ‘‘εσωτερικό εχθρό’’ που ικανοποιείται με την εθνική τραγωδία κι εμφανίζεται έτοιμος να σπείρει καταστροφή και διχόνοια. Φαίνεται ότι αυτή την εκτίμηση έκανε και ο Κώστας Βάρναλης, μιας και με το προαναφερθέν ποίημα «Λεφτεριά» απαντά ουσιαστικά στους παλαμικούς «Λύκους».[6] Η σχέση Παλαμά-Αριστεράς οφείλει σαφώς να μελετηθεί περαιτέρω, μιας και πρόκειται για βαθιά σχέση έλξης και απώθησης.[7] Είναι στιγμές που ο ποιητής νιώθει τον εαυτό του κοντά στην εργατιά κι ευλαβικά στέκει και δοξάζει τους καρπούς του μόχθου της, όπως στον «Κύκλο των τετράστιχων»,[8] ενώ στο χαρακτηρισμό ποιήματός του από τον Αντρέα Καραντώνη ως κομμουνιστικό εξανίσταται.[9] Αν και δεν παίρνει όπως φαίνεται ξεκάθαρη θέση για το ιδιώνυμο, ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, θα τον ξαναδιαβάσει την οριακή δεκαετία του ΄40 και θα τον διεκδικήσει για λογαριασμό του κομμουνιστικού κινήματος.[10]

Άραγε, τότε, «οι Λύκοι» θα μπορούσαν να είναι οι ξένες δυνάμεις που επιβουλεύονται τον ελληνισμό και ειδικότερα η Ρωσία —πλέον ‘‘μπολσεβικική’’ Σοβιετική Ένωση’’— που έσπασε τους αιώνιους μύθους για βοήθεια στην Ελλάδα εν ώρα ανάγκης και στράφηκε στον ‘‘εθνικό εχθρό’’; («Σπαθιά του Τούρκου και δαυλιά / παραμονεύει ο Βούλγαρος / κι ο Μόσκοβος φοβέρα είναι. / Κι ο Φράγκος ο άρχοντας […] παραμέρισε στο […] διάβα μας»). Μήπως, όμως, στους «Λύκους» συμπεριλαμβάνεται και ο ίδιος ο λαός που στέκει χαύνος («Ο λαός; Όνομα. Σκλάβας πλέμπας δούλα κ’ η οργή») ή μήπως και οι εσωτερικές φοβίες του καθενός και τα χαλινάρια που τον περιορίζουν μπροστά στη θέαση της καταστροφής; («Μάνα, δεν στέκει τίποτε / γερό κι αντρίκειο μέσα μου, / είμαι άρρωστος χίλιες φορές, / μύριες φορές είμαι άναντρος»); Φαίνεται, λοιπόν, πως στο παλαμικό έργο η μία και στενή ερμηνεία περιορίζει τόσο δραστικά το οπτικό πεδίο, σε βαθμό που δημιουργεί θυμηδία (ή και παρασέρνει στην ηθελημένα γραφική εικόνα του Παλαμά των σχολικών γιορτών κι εθνικών επετείων).

Όσο προχωρούμε στο Σεπτέμβριο της Καταστροφής και η απαρίθμηση των συμφορών και των πολλαπλών «Λύκων» προχωρά, τόσο γίνεται εμφανές πως το πρώτο μισό του ποιήματος που εκφέρεται από τον ‘‘Ποιητή’’ μετατρέπεται σταδιακά σε έναν μαζικό θρήνο και παλλαϊκό μοιρολόι, με την κατάλληλη βέβαια σκηνοθεσία. Επιστρατεύονται οι λεβέντες («Λεβέντες, τα μνημούρια σας / με τα χέρια σας σκάφτε τα, / προτού τα σκάψουνε για σας / άλλοι») και τα κορίτσιαΚορίτσια, ξεριζώστε τα / τα φουντωτά μακρόμαλλα / στη φούρια της απελπισιάς») κι όλοι μαζί καλούνται να συμμετάσχουν στον επιτάφιο θρήνο για την εθνική αφήγηση που καταρρέει παταγωδώς (κι αφού όλα τα όνειρα είχαν προσδεθεί σ’ αυτήν, καταρρέει και ‘‘χάνεται’’ μαζί με την πατρίδα και ο κόσμος ολόκληρος). Ο ποιητής αδυνατεί να δει την ομορφιά ακόμα και στα λουλούδια του περιβολιού των «μαγιάπριλων», μιας και όλα τα σημαίνοντα χάνουν το νόημά τους γύρω του («του κάκου τα ηλιογέρματα / στους κήπους με τις ευωδιές»). Σύντομα γίνεται σαφές πως δεν κηδεύεται ούτε η μικρασιατική εκστρατεία ούτε η Ελλάδα η ίδια, αλλά ο ‘‘Ποιητής-προφήτης’’, αυτός που είχε αρχίσει να ταλαντεύεται από την αλλαγή των καιρών στους Βωμούς[11] και πλέον στους «Λύκους» συντρίβεται σε χιλιάδες κομμάτια: «Μάννα, η Πατρίδα χάνεται / προφήτες, ήρωες, μάρτυρες, / και ο λυτρωτής και ο σαλπιστής / όλα εδώ σβύνουν. Θα σβυστής.» || «Να μας τον προφητεύουνε / κι αν πια οι προφήτες πάψανε, / κι αν κλάψανε τη χάση του, / τη συμφορά μας κλάψανε». Ο Κωστής Παλαμάς, ο ίδιος ο ιεροφάντης μιας ολόκληρης εποχής κι ενός τρόπου αντίληψης της τέχνης, της γλώσσας, της πλάσης όλης, δηλώνει το ίδιο δευτερόλεπτο της πτώσης το θλιβερό τέλος αυτού του κόσμου, της αθανασίας της γραφής και των ονείρων του, αλλά και την αλλαγή μιας εποχής, μέσα στα συντρίμμια των υπερφίαλων οραμάτων. Η σκηνή είναι συγκλονιστική και δικαιώνει ακόμα περισσότερο τον Παλαμά, μιας και η γενιά του Μεσοπολέμου που ακολουθεί δεν κάνει κάτι άλλο από το να επαναδιατυπώσει —και με χρονική μάλιστα καθυστέρηση— όσα πρώτος αυτός συμπέρανε.[12]

Σαφέστατα, ωστόσο, ο Παλαμάς, με την κυκλική αντίληψη του χρόνου, της τέχνης και της ζωής που τον διέπει, δε θα αφήσει το σκοτάδι και το θρήνο να κυριαρχήσουν και τους κάθε λογής «Λύκους» να αναδειχθούν νικητές. Το αποτύπωμα, οπότε, το οποίο το ποίημα αφήνει προς το μέλλον ανιχνεύεται κυρίως στην ανταπάντηση της ‘‘Φωνής’’ στον Ποιητή που με μια μικρή χρονική απόσταση λίγων ημερών επαναπροσδιορίζει το χάρτη και επανατοποθετεί τον κόσμο και την πραγματικότητα στις διαστάσεις που τους αναλογούν. Αντικαθιστώντας τον ίαμβο του πρώτου τμήματος (με τη διπλή τομή που έδινε ανόθευτη την αίσθηση του άγχους και του πνιγμού) με τον σπανιότερο μεσοτονικό της σταθερής τροχιάς και με ενσωματωμένη επωδό που επαναλαμβάνεται μετά το τέλος κάθε στροφής, ο Παλαμάς επιθυμεί να εξισορροπήσει το θρήνο και την οδύνη και να δημιουργήσει μια συνθήκη που θα εξασφαλίσει το αύριο, έστω και μετά την πτώση των ιδανικών, και θα εξαφανίσει από προσώπου γης τους «Λύκους».

Βλέποντας, λοιπόν, «ξημέρωμα / κι ας είναι μεσ’ στη συγνεφιά», «γαλάζιες χλωράδες / και μεσ’ στις χερσάδες / και μεσ’ στις ερμιές», ο Ποιητής δεν εγκλωβίζεται σε ένα επικαιρικό συναίσθημα τέλματος, αλλά αναγνωρίζει πως ο τροχός της μοίρας δεν μπορεί παρά να ξαναγυρίσει. «Τα Έθνη λυγίζονται, ορθώνονται, πάνε» συνεχίζει η Φωνή. Δεν αποτελούν, δηλαδή, μιαν αρτηριοσκληρωτική κατασκευή, αλλά αναπροσαρμόζουν ταχύτατα τους στόχους τους και ανασκουμπώνονται μετά από ήττες που φαντάζουν ολοκληρωτικές. «Μακριά το μαράζι / […] δεν χάνεται τίποτες όσο / φυτρώνω απ’ το χώμα» διατυπώνει ακολούθως, θέτοντας πια το νέο μεγάλο εθνικό στόχο που δεν είναι άλλος από την καταλλαγή, την τοποθέτηση του κόσμου στα πραγματικά του συμφραζόμενα μακριά από ‘‘Μεγάλες Ιδέες’’ και τη συνακόλουθη «γαλήνη και ειρήνη» τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Την συλλογική Γαλήνη των προσφύγων που κατακλύζουν τη μητέρα-πατρίδα μετά την καταστροφή θα την αναζητήσει αργότερα, ίσως επηρεασμένος από τον Παλαμά, ο Ηλίας Βενέζης στο ομώνυμο μυθιστόρημα.[13] Εξάλλου, η όλη —ανολοκλήρωτη— σύνθεση των «Επικών Καιρών»-«Λύκων» κλείνει με το «Τραγούδι των Προσφύγων», όπου και η Ελλάδα θα φωνάξει υπέρ της ένωσης και της αλληλεγγύης του λαού και των ξεριζωμένων τέκνων της.[14]

Μέσα στην μεταιχμιακή αυτή στιγμή που ένας προφήτης καταρρέει μαζί με τον κόσμο του, πολλοί θα έχαναν εύκολα την προσωπική τους πίστη. Αυτό δεν συμβαίνει, ωστόσο, στο παλαμικό έργο, το οποίο πατά σε στέρεες βάσεις κι αντικρύζει την ανθρώπινη συνθήκη στην ολότητά της, απαλλαγμένο από πάσης φύσεως νεωτερικές προκαταλήψεις. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως εισέρχεται σε μια νέα περίοδο δίχως γυρισμό και την ευλογεί πρώτος, καθώς του έλαχε στο πέρασμα των χρόνων ένα ορισμένο τμήμα του κύκλου, γύρω απ’ τον οποίο προφανώς θα υπάρχουν επικαιρικές υψώσεις και βυθίσεις και το προσωπικό του καθήκον είναι να τραγουδήσει το τραγούδι του στα εκάστοτε δεδομένα, με πλήρη πια συναίσθηση πως και η δική του ζωή και φωνή είναι πεπερασμένης διάρκειας. Ίσως κάποτε, όταν θα έχουν περάσει εθνικές και λαϊκές ήττες και νίκες, σωβινιστές που παραποιούν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, σημαιοφόροι κάθε λογής ιδεολογίας με επικαιρικά συνθήματα, να μείνει μόνο το τραγούδι, σημαία και ύμνος της ζωής που νικά εσωτερικούς κι εξωτερικούς «Λύκους» και καταφάσκει και πάλι στη ζωή την ίδια:

Γιατί το πολέμιο σαν παύη τουφέκι,
απάνου απ’ τα μαύρα χαλάσματα στέκει
μια Μούσα. Ποτέ το τραγούδι δεν παύει,
χαρήτε, κ’ οι ελεύτεροι τάχα, και οι σκλάβοι.
Διαβαίνουμε, κ’ ένα τραγούδι θα μείνη,
της φλόγας το θάμα, δροσιά στο καμίνι,
γαλήνη του κόσμου και ειρήνη!

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Βλ.: https://www.protothema.gr/politics/article/576387/vouli-lukoi-stihoi-kai-mathimata-kommounistikis-istorias/ (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[2] Βλ.: Ν. Γ. Μιχαλολιάκος, Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή: 18 κείμενα για την Ελληνική Λογοτεχνία, Χρυσή Αυγή, Αθήνα 2016.

[3] Κάνω λόγο για συρραφή, διότι πολλά σημεία κι αποσπάσματα επαναλαμβάνονται, ενώ παράλληλα, τα αυτοτελή άρθρα του τόμου βρίσκονται πάντα εντός των επικαιρικών συμφραζομένων που ενέπνευσαν τη συγγραφή τους.

[4] Ό.π (σημ. 2), σ. 99. Για την ‘‘Ανθολογία Μιχαλολιάκου’’ που παρουσιάζεται ως η φυσιολογική εξέλιξη κι επιλογή του Έθνους, βλ. παλαιότερο άρθρο μου, προτού πέσει στα χέρια μου ο προαναφερθείς τόμος: https://tvxs.gr/news/user-post/%CE%B7-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE-%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[5] Βλ.: Κωστής Παλαμάς, ««Οι Λύκοι»: τέσσερα κομμάτια από τους «Επικούς Καιρούς»»: Άπαντα, τ. ΙΔ’, Μπίρης, Αθήνα 1972.

[6] Γι’ αυτή την πλευρά του έργου του Βάρναλη αξίζει να μελετηθεί το: Ηρακλής Κακαβάνης, Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του, Εντός, Αθήνα 2012.

[7] Κοινός τόπος αποτελέι, άλλωστε, για τη σύγχρονη κριτική η αμφιταλάντευση του ποιητή μεταξύ του εθνικισμού και του αντι-εθνικισμού, της τυφλής πατριδολατρίας και της νηφάλιας αντιμετώπισης των πραγμάτων.

[8] Βλ: Αντρέας Καραντώνης, Γύρω στον Παλαμά, τ. Α’, Γκοβόστης, Αθήνα χ. χ. [3η έκδ.], σ. 72.

[9] Ό.π. (σημ. 8), σσ.46-48.

[10] Βλ.: Νίκος Ζαχαριάδης, Ο αληθινός Παλαμάς, Αλφειός, Αθήνα. (αφορά την έκδοση αναφοράς. Πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1944).

[11] Για τους Βωμούς ειδικότερα γίνεται λόγος στο άρθρο μου: «Καρτερώντας τον κράχτη: Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομη», το οποίο πρόκειται να δημοσιευθεί στην ηλεκτρονική έκδοση του Νέου Πλανοδίου.

[12] Βλ. ενδεικτικά το χαρακτηριστικό ποίημα του επιφανέστερου εκπροσώπου της γενιάς αυτής, Κ. Καρυωτάκη: «Εις Ανδρέαν Κάλβον».

[13] Ηλίας Βενέζης, Γαλήνη, Εστία, Αθήνα 2010 [1η: 1939].

[14] «Μια είν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο / της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή, / χώρες καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο, / κι η προσταγή της: Αδερφοί!»: Κ. Παλαμάς, από το «Τραγούδι των προσφύγων» της ενότητας «Οι Λύκοι».

Advertisements

Για ένα τραγούδι

δρόμος

~-~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~.~

Στη θεολογία και το δίκαιο, ως γνωστόν, έχουμε αυθεντική ερμηνεία, ερμηνεία δηλαδή ex officio, από επίσημο φορέα, δεσμευτική για την κοινότητα των πιστών ή την έννομη τάξη.

Τέτοιοι αυθεντικοί ερμηνευτές είναι λ.χ. ο πάπας ή η οικουμενική σύνοδος, στη μια περίπτωση, τα δικαστήρια, ιδίως τα ανώτατα, κάποτε και ο νομοθέτης διά των ερμηνευτικών του δηλώσεων, στην άλλη.

Στη λογοτεχνία τα πράγματα έχουν αλλιώς. Αυθεντικός ερμηνευτής δεν υπάρχει. Κανείς αναγνώστης, κανείς κριτικός, και ο πιο σπουδαίος ακόμη, δεν μπορεί να ορίσει δεσμευτικά το σημαινόμενο ενός έργου, να εξαντλήσει τελεσίδικα τις πιθανές δηλώσεις ή παραδηλώσεις του. Ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας, αυθεντικός ερμηνευτής του έργου του δεν είναι. Το «όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος» εδώ δεν ισχύει, η ερμηνεία είναι δουλειά συλλογική, μοιάζει με ψηφιδωτό: κάθε γενιά αναγνωστών συμπληρώνει ψηφίδες στην παραδεδομένη εικόνα, ή με παλίμψηστο: σβήνει τις παλιές και, χωρίς ποτέ να τις εξαλείφει ολότελα, γράφει επάνω τους τις δικές της εντυπώσεις.

Φυσικά, δεν θέλω να πάω εδώ τόσο μακριά όσο οι μεταμοντέρνοι που θεωρούν ότι ο καθείς μπορεί να κάνει με το έργο ό,τι γουστάρει – κάθε άλλο. Η σπουδαία λογοτεχνία παρότι πολυσήμαντη, δεν είναι ερμηνευτικά χαώδης. Ο συγγραφέας θέτει όρια στον ερμηνευτή του, εκτός των οποίων δεν μπορεί να κινηθεί. Εδώθε όμως των ορίων, οι δυνατότητες αυτού του τελευταίου είναι μεγάλες, και πάντως ικανές να θρέψουν τη φαντασία και να κινητοποιήσουν την εμβρίθεια και την ευαισθησία του.

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που άναψε τελευταία για τη σωστή ερμηνεία ενός πασίγνωστου και κοσμαγάπητου τραγουδιού του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του «Αγάλματος» που δισκογραφήθηκε το 1969 από τον Γιάννη Πουλόπουλο σε μουσική Μίμη Πλέσσα και, μισόν αιώνα τώρα, δεν έλειψε από το στόμα των Ελλήνων. Το «άγαλμα» του στιχουργού είναι λέξη κωδική, μεταφορική υποστήριξε ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης: ««Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού».

Όχι, τον αντικρούει ο μελετητής της γλώσσας Νίκος Σαραντάκος: «ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο». Στην κουβέντα παρενέβησαν κατόπιν και άλλοι, το πράγμα μάλιστα όλως αναιτίως τραχύνθηκε, οι τόνοι υψώθηκαν, ρωτήθηκε και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος και η απάντησή του, όπως μας μεταφέρθηκε από τον Άρη Δημοκίδη, μοιάζει να στηρίζει την εικασία του Χωμενίδη ή, έστω, να μην της αφαιρεί τη νομιμοποιητική βάση.

Αναπόφευκτα, η διένεξη πέρασε και στο πεδίο το αισθητικό. Τι είναι λογοτεχνικά επιτυχέστερο; Η εικόνα του πέτρινου αγάλματος που ζωντανεύει για να παρηγορήσει τον ερωτοχτυπημένο, προδομένο ήρωα του τραγουδιού; Ή η εικόνα της τροτέζας της παρομοιαζόμενης με άγαλμα, στον ίδιο ρόλο; Και οι δυο αυτές εικόνες είναι συνήθεις στη λογοτεχνία. Στην Κίχλη του Σεφέρη, όπως επισημάνθηκε, βρίσκουμε τέτοια εξανθρωπισμένα αγάλματα:

Κι ὅμως τ’ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο· κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλημα στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος·
λυγίζουν· γίνουνται ἀλαφριὰ μ’ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος

Αλλά και η αντίστροφη εικόνα του ανθρώπου που απολιθώνεται δεν λείπει. Ο Ελύτης στο Άξιον εστί μάλιστα την συνδέει κι εκείνος με μια γυναίκα εκδιδόμενη:

Βλέπω τὴ μικρὴ Μυρτώ, τὴν πόρνη ὰπὸ τὴ Σίκινο, στημένη πέτρινο ἄγαλμα στὴν πλατεία τῆς Ἀγορᾶς μὲ τὶς Κρῆνες καὶ τὰ ὀρθὰ Λεοντάρια

Αν συνεχίζαμε τη γενεαλόγηση αυτή θα φτάναμε σίγουρα ώς τον Τάλω του Ηφαίστου και τη Γαλάτεια του Πυγμαλίωνα από τη μια μεριά, και ώς την φαρμακερή Μέδουσα και τη Γυναίκα του Λωτ από την άλλη. Και οι δυο μεταμορφώσεις είναι ισχυρές, δικαιωμένες από τον μύθο και την τέχνη των αιώνων. Άσκοπο να αναρωτιόμαστε ποια είναι καλύτερη. Προσωπικά πάντως, η εκδοχή του αγἀλματος-τροτέζας που παρηγορεί τον νέο με συγκινεί περισσότερο. Παρά την φαινομενικά ρομαντική αύρα της, δίνει ρεαλιστικό βάθος στον στίχο, σάρκα απτών, αληθινών ανθρώπων. Επιπλέον ενδυναμώνει την πλοκή και κεντρίζει τη φαντασία μας. Η κοπέλα του δρόμου δεν είναι άγνωστη στον νεαρό, τον ξέρει από παλιά· βλέποντάς τον, μας λέει ο ποιητής, «τον θυμήθηκε». Ήταν άραγε πελάτης της κι εκείνος, μήπως η παρηγορητική της στάση κρύβει ένα ενδιαφέρον βαθύτερο, μήπως το τρίγωνό μας είναι και ερωτικό;

Θυμίζω ότι ειδικά εκείνη την εποχή, η φιγούρα της συμπονετικής πόρνης, που όμως στο τέλος μένει μόνη και έρημη παρά το ηθικό της ύψος, είναι πολύ συνηθισμένη στην τέχνη. Κορυφαία της δείγματα, μια ταινία, η Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, και ένα άλλο πασίγνωστο τραγούδι, το «Πρέπει» του Άκη Πάνου, που το έκανε διάσημο η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού.

Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα
επεράσαμε ωραία λίγες ώρες μαζί…
Είμαι εκείνη που είμαι κι έχεις όνομα κάποιο
σε χρυσό κόσμο σάπιο δε χωράω να μπω

Το κυριότερο επιχείρημα όμως υπέρ αυτής της ερμηνείας, αυτό που την καθιστά τόσο θελκτική, και νομίζω ανώτερη, είναι ότι δεν ακυρώνει και την άλλη εικόνα, αυτήν του ζωντανεμένου αγάλματος. Έρχεται να προστεθεί σ’ αυτήν, να την μπολιάσει με ένα πρόσθετο, και συναρπαστικό, επίπεδο σημασιών. Γιατί οι κοπέλες του δρόμου, ας το σκεφτούμε, είναι πράγματι αγάλματα. Όχι μόνο λόγω της στάσης τους τόση ώρα, ούτε μόνο από το επιδεικτικό βάψιμο που τις κάνει να μοιάζουν με διακοσμητικά μπιμπελό. Αλλά πρωτίστως επειδή είναι συναισθηματικά πετρωμένες, λίθινες. Το δόσιμο του κορμιού στον αγοραίο έρωτα προϋποθέτει τον ευνουχισμό του αισθήματος, είναι ένας ψυχικός ακρωτηριασμός. Και όταν αυτός για λίγο παύει, είναι σαν το άγαλμα να ζωντανεύει, να ξαναβρίσκει την χαμένη του ανθρώπινη φύση, από σκεύος ηδονής να ξαναγίνεται παλλόμενη καρδιά.

«Η ιδέα μου είναι ότι τα δυνατά συναισθήματα και οι βαθιά ριζωμένοι πόθοι» γράφει ο Σεφέρης προλογίζοντας τη μετάφραση του Άσματος Ασμάτων, «μπορούν να τραφούν από πολλές και διάφορες προσχώσεις και μπορεί να προσαρτήσουν και άλλους πόθους που μοιάζουν αλλότριοι — αν αγγίζουν ακέρια την ανθρώπινη ψυχή… Είναι πλούτος αυτό το μπόλιασμα· δεν είναι φτώχεια». Ας συγκρατήσουμε όμως και την παρότρυνση του ιδίου, αμέσως μετά: «Ωστόσο προτιμώ αυτό το πλούτισμα να το βρίσκω όπου μπορώ και όπως μπορώ χωρίς την ενοχλητική παρεμβολή του δογματισμού».

Τόσα πολλά σ’ ένα τραγούδι, θα πει κανείς; Και πολλά περισσότερα, θα πρόσθετα: όταν βέβαια το τραγούδι είναι τέτοιο, τουτέστιν λογοτεχνία σημαίνουσα. Κλείνω, παραθέτοντάς το, για όσους θέλουν να το θυμηθούν. Κι επειδή, εξ όνυχος ο λέων, ας προσεχθεί λίγο και η μαστοριά του Παπαδόπουλου: στίχος τροχαϊκός δεκατρισύλλαβος αυστηρός, με τομή στη όγδοη συλλαβή και (σπάνιο!) όλο με προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες.

Χθες μεσάνυχτα και κάτι κατηφόρισα
στη μικρή την πλατεΐτσα που σε γνώρισα
Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε με θυμήθηκε
και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε

Και του μίλησα για σένα και για μένανε
και τα μάτια του βουρκώναν κι όλο κλαίγανε
Του ‘πα για το φέρσιμό σου και για τ’ άλλα σου
τ’ ασυγχώρητα τα λάθη τα μεγάλα σου

Κι ύστερα με πιάσαν θέ μου κάτι κλάματα
που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα
Με το άγαλμα ώς το δρόμο προχωρήσαμε
μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Γιώργος Βέης, Ποιήματα

george-541x576

 

ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΑ

Από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί
δεν κουνιέται φύλλο συνήθως τέτοια ώρα
χειμώνα καλοκαίρι
έτσι νομίζουν οι νεοσύλλεκτοι της βάρδιας
γιατί κανείς δεν τους είπε
γιατί κανείς δεν ξέρει
ότι τότε ακριβώς, κάπου εκεί κοντά
θα ξεσπάσει θύελλα κι αντάρα
έρχεται, λέει το πρωί, ο κορυδαλλός
να συντρίψει τα έργα των τρελών ανθρώπων
λέει η τρίλια τρελή από πάθημα
διότι εκεί που δείχνουν όλα ατιμώρητα
όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα
εκεί χτυπάει δυνατά η καρδιά
η οργή του αδικημένου.

~.~

ΑΔΕΙΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝΕΣ

είναι τα μάτια μας πολλές φορές
λες και οι εικόνες, ολόκληρα τοπία
ιδίως τα θεάματα των ημερών
υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο
για τα όνειρα των παιδιών.

~.~

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Στάζει από λαχτάρα τώρα το ξημέρωμα
δεν νοιάζεται βέβαια καθόλου για μας
απλώς τα τριζόνια να τα φιλέψει σκέπη
στέργει.

~.~

Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ

Κάτω από την επιδερμίδα μας σέρνεται
δεν υποχωρεί παρά τις προσπάθειες
θάλλει από το αίμα ο πονηρός εχθρός
τον λένε “ο κέρδος”.

~.~

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ

δεν θα τα φορέσουμε ποτέ,
λέει ο αέρας στο ψηλότερο έλατο
στην κορυφή της Πάρνηθας
δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, συνεχίζει
κανείς δεν θα μας αναγκάσει
να κρύψουμε λόγια,
θα χτυπιέμαι πάνω σου πάντα
δύναμη πολλή θα σου φέρνω
θα έρχομαι
για να σε πάρω στο τέλος μαζί μου
στον κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Ηλιόπετρα: Ένα αριστούργημα

του Τομάς Σεγόβια (Μτφρ.: Λένα Καλλέργη)

~.~

a2f711de2827dc643b0256f8bb07a0e6Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να πει κανείς για την Ηλιόπετρα είναι πως πρόκειται για ένα έργο κορυφαίο, ένα αριστούργημα.

Στις μέρες μας, η δημιουργία ενός αριστουργήματος είναι τόσο δύσκολη όσο και παλιότερα, όμως σήμερα, σε αντίθεση με άλλες εποχές, είναι επίσης και μια τρέλα. Μια τέτοια φιλοδοξία μπορεί να ενδιαφέρει μερικούς αφελείς, μερικούς χαρωπούς αδαείς, ενώ δεν είναι ούτε αφελής ούτε αδαής στόχος. Tο να θέλει κανείς να γράψει ένα τόσο φιλόδοξο έργο χωρίς να κρύψει τα σχέδιά του είναι κάτι που οι σοβαροί ποιητές αποφεύγουν, εδώ και πολύ καιρό. Φυσικά, καθένας από εμάς θα ήθελε να συγγράψει ένα αριστούργημα, ή και περισσότερα – όμως θα προτιμούσε αυτό να συμβεί ως αθέλητο αποτέλεσμα της εργασίας του, σαν μια κρυστάλλινη βροχή των έργων που πέφτουν από τα χέρια του, μια βροχή που ήρθε όταν ήδη τα έργα δεν ήταν πια στα χέρια του. Θα επιθυμούσαμε να είχαμε δημιουργήσει κορυφαία έργα, αλλά δεν επιθυμούμε να το κάνουμε – ονειρευόμαστε ότι θα γίνουν μόνα τους, χωρίς να λερώσουμε τα χέρια μας.

Η Ηλιόπετρα έχει ολοφάνερα τα σημάδια ενός τέτοιου σχεδίου. Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο σε αυστηρό κλασσικό μέτρο, με συμβολικά προκαθορισμένο αριθμό στίχων και με μια συντακτική δομή που μοιάζει με κύκλο – το ποίημα αυτό δεν προσποιείται μια ευτυχισμένη τύχη, μια δόξα που ο συγγραφέας πάντα δέχεται ως δική του, χωρίς να έχει τίποτα να χάσει αν τυχόν γκρεμιστεί στην αποτυχία. Ο Οκτάβιο Πας ποντάρει τα πάντα, την ίδια του τη ζωή. Ξέρει ότι η καταστροφή που ρισκάρει να πάθει δεν είναι τίποτα μπροστά στην άλλη, την αληθινή καταστροφή: εκείνη του να μην τολμάς να ρισκάρεις.

Αν είναι να σωθεί η Ποίηση, αυτό πρέπει να γίνει κυρίως μέσα από τους ποιητές που τη φέρνουν στη ζωή, γιατί δεν έχει καμία σημασία να σώσουμε μια ποίηση που έχουμε αφήσει να πεθάνει. Η Ηλιόπετρα δεν έχει την πρόθεση να αποτελέσει ένα αριστούργημα που έπεσε από τα σύννεφα, που χαρίστηκε στον ποιητή χωρίς εκείνος να δώσει τίποτα – ούτε όμως διαφεύγει από την άλλη πόρτα, την ψεύτικη πόρτα του θαυματοποιού: εκείνη που αφήνουν ανοιχτή τα έργα μιας προσποιητής βαθύτητας, έργα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα, ιδιωτική περιουσία, χώρος αποκλειστικά για εκείνον, αμόλυντη ξένη χώρα για την οποία δεν έχουμε καν το δικαίωμα να συζητάμε, ούτε βέβαια να μιλάμε την ερμητική της γλώσσα. Η Ηλιόπετρα είναι ένα ποίημα ζωντανό, και γι’ αυτό περιμένει όλη τη χάρη από τον ουρανό, αλλά δεν βασίζεται σ’ αυτήν. Τι άλλο θα ονομάζαμε έμπνευση, αν η λέξη αυτή δεν είχε ήδη καταστραφεί, περιγράφοντας μάταια όνειρα; Ο Οκτάβιο Πας δεν επινοεί τίποτα – ή, για να διασώσω τη λέξη αυτή που εκείνου του αρέσει, δεν επινοεί τίποτα που να μην είναι ανακάλυψη, που να μην οφείλει, ταπεινά, την αποδοχή ή την απόρριψή του στην ίδια του την ύπαρξη, τίποτα που να μην είναι επινόηση τώρα, τίποτα που να μην είναι επιστροφή. Επιστροφή: αυτό είναι πάνω απ’ όλα η Ηλιόπετρα: επιστροφή του βλέμματος πάνω στην ίδια τη ζωή, επιστροφή στη ζωή, επιστροφή στο ξεκίνημα, επιστροφή στη σκέψη για την ίδια μας τη σάρκα.

130paz 1.TIFΚαι όταν εξετάζουμε το ποίημα αυτό ως λογοτεχνική επιτυχία ανάμεσα στα άλλα του είδους του, και πάλι το συναίσθημά που μας προκαλεί είναι πρώτα απ’ όλα εκείνο της επιστροφής: εκείνης του ποιητή μέσα μας, επιστροφή του διαλόγου με τον εαυτό μας, η ποίηση δική μας και πάλι, ποίηση επιστροφής, ποίηση που επιστρέφει. Θα ήταν η επιστροφή αυτή συνώνυμη με υποχώρηση; Είναι ο κύκλος της έλικας, η στροφή που ανεβαίνει. Η ποίηση που συνεχώς απομακρύνεται από εμάς δεν θέλει να δει ότι η απομάκρυνση δεν σημαίνει πάντα προχώρημα και πρόοδο. Αν σήμερα το μυθιστόρημα μπορεί, με λιγότερο κίνδυνο γελοιοποίησης, να ελπίζει στη δημιουργία αριστουργημάτων, είναι γιατί κανείς δεν του απαγορεύει να μιλάει τη γλώσσα μας. Μόλις τώρα αρχίζουμε να μπαίνουμε αληθινά σε αυτόν τον καινούριο κόσμο, που έχει τόσο διαφημιστεί· τώρα που, κοιτάζοντας πίσω, βλέπουμε με αγωνία ότι τα βήματα που κάναμε είναι ήδη μη αναστρέψιμα. Η εποχή αυτή φανερώνεται, μέχρι στιγμής, με αρκετά ανησυχητικά σημάδια. Υπάρχει φόβος ότι τις φανταστικές χαρές μας τις καταναλώνουμε σε μια τρομακτική απομόνωση. Tα μεγάλα μέσα επικοινωνίας είναι σήμερα εντελώς ακυβέρνητα και οι ελιγμοί τους μας πετούν έξω, αντί να μας δείξουν τον κόσμο: πρόκειται για μέσα ορφανά από σκοπό. Το άλμα, μάλιστα, από τον ποιητή στο κοινό του, γίνεται όλο και περισσότερο άλμα θανάτου. Όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο, καθένας νομίζει ότι ο άλλος θα σπάσει το λαιμό του πέφτοντας. Ανόητο επιχείρημα: η ποίηση είναι εκείνη που χάνεται με κάθε πτώση.

~.~

Αυτός ο κόσμος, όμως, θα μπορούσε να είναι ενωμένος, αν δεν πέσει στην παγίδα να γίνει ομοιόμορφος. Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει ποίηση με γεωγραφικά όρια. Η Γη είναι μια σφαίρα, αυτό το ξέρουμε ήδη: το κέντρο της δεν υπάρχει σε κανένα σημείο της επιφάνειάς της· πρέπει να το αναζητήσουμε βαθιά μέσα της. Τα ποιήματα που παλιότερα φαίνονταν εκκεντρικά, πλέον δεν είναι παρά ισαπέχοντα. Πολλά από αυτά έχουν ακόμα φρέσκο αίμα. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι αυτό αποτελεί οπισθοδρόμηση· πάντα θα υπάρχουν λόγοι για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο όπως και για το αντίθετο, όμως το θέμα δεν είναι μόνο οι λόγοι: αν το πούμε αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε. Στην Ηλιόπετρα το αίμα πάλλεται, ο κύκλος είναι κύκλος κυκλοφορίας. Η επιστροφή στη ζωή δεν είναι το φυλογενετικό παρελθόν μιας απελπισίας, είναι αυτή η απελπισία σωσμένη και έρχεται αργότερα. Ο Θάνατος βρίσκεται πάντοτε μπροστά, όμως ο νεκρός μένει πάντα πίσω.

TOMAΣ ΣΕΓΟΒΙΑ (Μτφρ.: Λένα Καλλέργη)

~.~

(Ο Tomás Segovia, 1927-2011, Ισπανός ποιητής και κριτικός,  έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Μεξικό. Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1965 στο περιοδικό La Cultura en Mexico, τ. 189, σελ. xiii. Η παρούσα μετάφραση προέρχεται από την αναδημοσίευση του κειμένου στην ανθολογία Lecturas de Piedra de Sol, ed. Hugo J. Verani, Fondo de Cultura Económica, México 2007).

~.~

 

 

Στις ερήμους του μεταμοντερνισμού

Σονόρα

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Δυο βιβλία σταθμοί του μεταμοντερνισμού, οι Άγριοι Ντετέκτιβ του Ρομπέρτο Μπολάνιο και Η Σκούπα και το Σύστημα του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας συνδέονται με ένα κοινό στοιχείο: τελειώνουν αμφότερα σε μια έρημο. Στην έρημο Σονόρα του Μεξικού το πρώτο και στην φανταστική Θ.Ε.Ο. (Θρυλική Έρημος Οχάιο) το δεύτερο. Επίσης και στα δύο, οι κεντρικοί ήρωες αναζητούν μια γηραιά γυναικεία φιγούρα που έχει χαθεί. Την ποιήτρια Σεσάρεα Τιναχέρο στους Άγριους Ντετέκτιβ, τη Λινόρ Μπίντσμαν στη Σκούπα. Μια αναζήτηση που φυσικά έχει προσχηματικό χαρακτήρα και γίνεται απλά η αφορμή για την ανάπτυξη διακλαδωτών υποπλοκών. Μια τρίτη ομοιότητα είναι ότι και τις δυο αφηγήσεις διαπερνά μια αίσθηση τρελού, διαβρωτικού και καταλυτικού χιούμορ, ενώ η έλλειψη σοβαροφάνειας είναι πανταχού παρούσα. Τέλος μια κοινή συνιστώσα είναι η πολυεστιακή αφηγηματική οπτική (που φτάνει σε σημεία έξαρσης και παροξυσμού στον Μπολάνιο): παρακολουθούμε την εξέλιξη της κάθε ιστορίας μέσα από το πρίσμα ποικίλων και διαφορετικών αφηγητών.

Έχει ειπωθεί επανειλημμένως, με κάποια αμηχανία βεβαίως (την αμηχανία που μας διακατέχει όταν διατυπώνουμε κάτι αυτονόητο), ότι ο Γουάλας με το μυθιστόρημά του Η Σκούπα και το Σύστημα σατιρίζει τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία. Ασφαλώς και το κάνει. Αλλά η λέξη σάτιρα είναι λίγο περιοριστική για να χαρακτηρίσουμε ένα τόσο πολύπλευρο και πολυσήμαντο μυθιστόρημα όσο η Σκούπα.

Ο Γουάλας δυναμωμένος από λογοτεχνική θεωρία και μελέτη καθώς ήταν και παίζοντας στα δάχτυλα τις αρχές και τους κανόνες του storytelling εξαπολύει μια δριμεία επίθεση στο ίδιο το concept “μυθιστόρημα”.

Τα χτυπήματα που καταφέρνει είναι πολλαπλά και καθοριστικής σημασίας.

Αρχικά εμπαίζει, κοροϊδεύει και αντιστρέφει όλα τα στοιχεία της τεχνικής που πρεσβεύει με τόσο ζήλο το αμερικάνικο story theory. Αν λοιπόν μια απόλυτη αρχή των δασκάλων δημιουργικής γραφής είναι ότι ο κεντρικός ήρωας πρέπει να έχει έναν στόχο, ένα πολύ συγκεκριμενο “θέλω”, μια επιθυμία που τον κινητοποιεί και παράγει από μόνη της πλοκή, ο Γουάλας κάνει στην κεντρική του ηρωίδα την Λινόρ Μπίτσμαν, μια ψευδο-αστυνομική ανάθεση: να βρει τη συνονώματη, εξαφανισμένη προγιαγιά της. Όπως σημειώσαμε η εν λόγω αναζήτηση δεν έχει παρά επιφανειακή σημασία και λειτουργεί ως αφηγηματικό άλλοθι για όσα είναι να γίνουν. Εντούτοις δίνει τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας περίεργα οδυσσεϊκής πορείας της ηρωίδας προς αναζήτησην του εαυτού της. Και αυτό βέβαια υπονομεύεται με τη σειρά του. Το άτομο που ψάχνει η ηρωίδα λέγεται, Λινόρ Μπίντσμαν, όπως ακριβώς και η ίδια. Ποια είναι η Λινόρ; Ποια η προγιαγιά της; Μήπως στην ουσία αναζητά τον εαυτό της; Το αίνιγμα είναι τόσο αυτονόητο που αυτοκαταργείται.

Η σκούπα και το σύστημα

Ο Γουάλας μοιάζει να λέει κρυφογελώντας: σε σένα, αναγνώστη, που ζητάς πάντα κάποιο νόημα και χαίρεσαι όταν πιστεύεις ότι το κατέχεις, θέτω ένα αίνιγμα. Η απάντηση όμως είναι από την αρχή γνωστή, άσχετα αν ο αναγνώστης αυθυποβάλεται και νομίζει ότι την βρίσκει καθ’οδόν καθώς γυρίζει σελίδες. Η ταύτιση της Λινόρ με τη φασματική και απισχνασμένη μορφή της προγιαγιάς της είναι δεδομένη.

Κάθε συγγραφέας είναι και ένας απατεώνας. Το ίδιο το γράψιμο γίνεται συχνά η τέχνη της απάτης. Στους συγγραφείς του μεταμοντερνισμού όμως αυτό λαμβάνει ακόμα πιο βαρύνουσα σημασία. Γιατί δεν εμπαίζουν μόνο τον αναγνώστη, αλλά και την ίδια την τέχνη τους.

Ο Μπολάνιο χρησιμοποιεί επίσης ένα ψευδο-μυστήριο ως προπέλα της αφηγηματικής του μηχανής. Εδώ η “απάτη” λαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη αισθητική αίγλη γιατί ταιριάζει και με τον χαρακτήρα των κεντρικών ηρώων που είναι πλάνητες, μποέμ και τυχοδιώκτες. Ο Ουλίσες Λίμα και ο Αρτούρο Μπολάνο (τόσο εξόφθαλμα το alter ego του συγγραφέα που καθίσταται αδύνατον να μη δούμε την ειρωνική διάσταση – ο Μπολάνιο επίσης κοροϊδεύει τις γνωστικές ικανότητες του αναγνώστη και την εγγενή τάση του να εξηγεί και να κατανοεί πράγματα) είναι δυο φιγούρες οριακές. Δυο πρόσωπα του περιθωρίου που διακατέχονται από μια ανάγκη. Θέλουν να βρουν τη μέντορά τους, την ηλικιωμένη ποιήτρια που συνέθεσε το μανιφέστο του λογοτεχνικού ρεύματος στο οποίο ανήκουν, του περιβόητου ενστικτορεαλισμού. Φημολογείται ότι η ποιήτρια βρίσκεται στην έρημο, όπως και η προγιαγιά της Λινόρ άλλωστε. Στο τέλος πάνε εκεί για να τη συναντήσουν.

Η έρημος και στα δύο μυθιστορήματα μοιάζει να ενεργοποιεί κεντρομόλους δυνάμεις. Έλκει τους πρωταγωνιστές και συνεπώς τις ιστορίες τους στην επικράτειά της. Βρίσκεται στις παρυφές της αφήγησης, στις ακρώρειες του μυθιστορήματος και από κει ρυθμίζει όλη τη δράση, όλο το δραματικό γίγνεσθαι. Κυρτώνει τον μυθοπλαστικό χωροχρόνο και τραβάει τα πάντα προς το μέρος της. Διαθέτει μια σχεδόν μεταφυσική παρουσία (εξ ου και το αρκτικόλεξό της στη Σκούπα) που ορίζει τη μοίρα και τις πορείες των ηρώων, οι οποίοι εκόντες άκοντες είναι παγιδευμένοι στην αναπόδραστη βαρυτική της δύναμη.

Άγριοι ντετέκτιβ

Κατά μία έννοια όλο το μυθιστόρημα του Μπολάνιο εξελίσσεται μέσα στην έρημο Σονόρα. Τα τοπωνύμια, οι πόλεις και οι περιοχές που αναφέρονται (ακόμα και αν κάποια από αυτά βρίσκονται πολύ μακριά, στην Ευρώπη) δεν είναι παρά διάσπαρτα σημεία μιας κολοσιαίων διαστάσεων ερήμου. Η επίδραση της ερήμου είναι ορατή στον ψυχικό κόσμο των ηρώων, στα άδεια εσωτερικά τους τοπία, στην άνυδρη και αδιέξοδη πνευματική τους κατάσταση. Το ίδιο και στη Σκούπα. Εκεί οι διαδρομές των ηρώων δεν είναι τόσο μεγάλες και η έρημος βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην πόλη, έτοιμη να την καταβρωχθίσει.

Οπωσδήποτε και οι δυο αυτές έρημοι του μεταμοντερνισμού δημιουργούν τέτοια ποικιλία και ένταση αντικατοπτρισμών που μας κάνουν να υποψιαζόμαστε ότι στην ουσία αποτελούν μια αχανή και εύφορη όαση “το κέντρο της οποίας βρίσκεται παντού και η περιφέρειά της πουθενά”.

Η χλωρίδα που αναφύεται εκεί δεν είναι τίποτε άλλο από διακλαδώσεις πιθανοτήτων και αφηγηματικών δυνατοτήτων.

Κατά μία (μπορχεσιανή) έννοια όλες οι έρημοι αποτελούν μία και μοναδική έρημο. Η Σονόρα και η Θ.Ε.Ο. είναι διαφορετικές περιοχές μιας αχανούς έκτασης. Επικοινωνούν μεταξύ τους κατά τρόπο παράδοξο και μυστικό και συνιστούν ένα συμβολικό όριο πέρα από το οποίο θεωρητικά δεν μπορεί να περάσει κανείς.

Το μυθιστόρημα, όμως, το storytelling, η ανάγκη μας να ακούμε και να αφηγούμαστε ιστορίες – ευτυχώς – δεν τελειώνουν σε καμία έρημο. Η μεγάλη προσφορά του μεταμοντερνισμού στη λογοτεχνία είναι το απαύγασμα των δομών, μέσα από τη διαστροφή τους, την υπονόμευση και την άρνηση προς αυτές. Το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του, στο συμβολικό του τέλος, για να πετύχει μια νέα επανεκκίνηση, με τους εσωτερικούς του μηχανισμούς, τα τεχνικά του μέσα, τους αφηγηματικούς του κανόνες να είναι πιο επίκαιροι και αναγκαίοι από ποτέ.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Ποιος ήταν ο Ουμπερτίνος από την Καζάλε;

 

Ubertin_de_Casale,_auteur_de_Arbor_vitae_crucifixae_Jesu_Christi.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις πρώτες σελίδες του Ονόματος του ρόδου, παρακολουθούμε το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, τον Γουλιέλμο της Μπάσκερβιλ και τον Άντσο της Μελκ, να φτάνουν σ’ ένα άγνωστο μοναστήρι, χωμένο κάπου στα βουνά της βόρειας Ιταλίας, όπου θα λάβουν χώρα στη συνέχεια οι παράδοξες περιπέτειές τους. Εκεί τους υποδέχεται ο ηγούμενος της μονής, όπως επιβάλλει η εθιμοτυπία. Ο Γουλιέλμος, άλλωστε, είναι απεσταλμένος του αυτοκράτορα και ο Άντσο ο γραμματέας του. Αμέσως μετά την εθιμοτυπική συνάντησή τους με τον ηγούμενο, οι ήρωές μας σπεύδουν στην εκκλησία για ν’ αναζητήσουν τον Ουμπερτίνο της Καζάλε, έναν αυστηρό ασκητή τον οποίο ο Γουλιέλμος αγαπά και σέβεται απεριόριστα. Τον βρίσκουν να προσεύχεται σε μια απομονωμένη γωνιά του ναού:

Κοντά στο τελευταίο εικονοστάσι […] υψωνόταν μια λεπτή κολόνα, πάνω στην οποία στεκόταν μια πέτρινη Παρθένος […] Στα πόδια της Παρθένου, σε στάση προσευχής και πλήρους υποταγής, βρισκόταν ένας άνδρας με ένδυμα του Τάγματος των Κλουνιακών.

Πλησιάσαμε. Ο άνθρωπος, ακούγοντας τον θόρυβο των βημάτων μας, σήκωσε το πρόσωπο. […] Έριξε επάνω μας ένα βλέμμα, στην αρχή σαστισμένο, σαν να τον είχαμε ενοχλήσει σε κάποιο εκστατικό όραμα· μετά το πρόσωπό του φωτίστηκε από χαρά.

«Γουλιέλμο!» φώναξε. «Αγαπημένε μου αδελφέ!» Σηκώθηκε με κόπο και πήγε κοντά στον δάσκαλό μου, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα. «Γουλιέλμο!» επανέλαβε, και τα μάτια του μούσκεψαν από δάκρυα. «Πόσος καιρός! Κι όμως, σ’ αναγνωρίζω ακόμα! Πόσος καιρός, πόσα γεγονότα! Πόσες δοκιμασίες μάς επέβαλε ο Κύριος!» Έκλαψε. Ο Γουλιέλμος τον αγκάλιασε φανερά συγκινημένος. Ήμασταν μπροστά στον Ουμπερτίνο της Καζάλε.[1]

Η όψη του Ουμπερτίνου προκαλεί βαθιά εντύπωση στον Άντσο, που μας αφηγείται την ιστορία. Βλέποντάς τον από κοντά επιβεβαιώνει πολλά απ’ όσα είχε ακούσει γι’ αυτόν παλιότερα. Νιώθει το σφοδρό του πάθος προς τον Θεό, την αγιότητά του, αλλά και τη σκληρότητα στην οποία μπορεί να μεταμορφωθεί αυτό το πάθος.

3a48ce26-b5c5-4286-8415-a15f3c850b8c_8.jpgΟ δάσκαλός μου με παρουσίασε και ο γέρος μού χάιδεψε το μάγουλο μ’ ένα χέρι ζεστό, σχεδόν φλογισμένο. Στο άγγιγμα εκείνου του χεριού κατάλαβα πολλά απ’ όσα είχα ακούσει για τον άγιο αυτόν άνθρωπο και απ’ όσα είχα διαβάσει στις σελίδες του Arbor Vitae, και αντιλήφθηκα τη μυστική φλόγα που τον κατέτρωγε από τη νεότητά του, τότε που, σπουδαστής στο Παρίσι, απομακρύνθηκε από τους θεολογικούς διαλογισμούς και θεώρησε ότι μετουσιώθηκε σε μετανοούσα Μαγδαληνή· και τις στενές σχέσεις που είχε με την Αγία Αγγελική του Φολίνιο, από την οποία μυήθηκε στους θησαυρούς της μυστικής ζωής και στη λατρεία του σταυρού· και τους λόγους για τους οποίους κάποτε οι ανώτεροί του, ανησυχώντας για τη θέρμη των κηρυγμάτων του, τον έστειλαν σε απομόνωση στη Βέρνη.

Ερευνούσα το πρόσωπο εκείνο με τα γλυκύτατα χαρακτηριστικά, που έμοιαζαν της αγίας με την οποία αντάλλαξε αδελφικά βαθύτατα πνευματικές έννοιες. Μάντευα ότι γνώριζε να παίρνει όψη πολύ σκληρότερη […][2]

Η συζήτηση μεταξύ Γουλιέλμου και Ουμπερτίνου περνά στους παλιούς τους φίλους και συντρόφους και ο Άντσο μαθαίνει όλο και περισσότερα για τον διάσημο ερημίτη. Ο Ουμπερτίνος είναι ασυμβίβαστος εχθρός του ορθολογισμού και της εγκεφαλικής σοφίας. Περιφρονεί και απαξιώνει όσους δεν έχουν φλογερή επιθυμία.

«Ελάχιστα τον είχα γνωρίσει [τον Γουλιέλμο του Όκαμ]. Δεν μου αρέσει. Άνθρωπος δίχως πάθος, μόνο κεφάλι δίχως καρδιά».

«Ωραίο όμως κεφάλι».

«Ίσως· και θα τον οδηγήσει στην κόλαση».

«Τότε, θα τον ξαναδώ εκεί και θα συζητήσουμε περί Λογικής».

«Σώπα, Γουλιέλμο», είπε ο Ουμπερτίνος χαμογελώντας με βαθιά τρυφερότητα, «είσαι καλύτερος από τους φιλοσόφους σου. Αρκεί να ήθελες…»[3]

Ο Γουλιέλμος προσπαθεί να συγκρατήσει τον Ουμπερτίνο και τονίζει τη σημασία της νηφαλιότητας. Η σφοδρή επιθυμία και το φλογερό πάθος μπορούν να οδηγήσουν στο κακό, προειδοποιεί τον Ουμπερτίνο.

«[…] συχνά η απόσταση μεταξύ εκστατικού οράματος και αμαρτωλής φρενίτιδας είναι ελάχιστη», είπε ο Γουλιέλμος.

Ο Ουμπερτίνος τού έσφιξε τα χέρια, και τα μάτια του θάμπωσαν και πάλι από δάκρυα: «Μην το λες αυτό, Γουλιέλμο. Πώς μπορείς να συγχέεις τη στιγμή της εκστατικής αγάπης, που σου καίει τα σπλάχνα από το άρωμα του λιβανιού, με την ταραχή των αισθήσεων που γνωρίζουν το θειάφι; […]»

[…] «Είσαι φλογερό πνεύμα, Ουμπερτίνο, τόσο στην αγάπη του Κυρίου, όσο και στο μίσος του Κακού. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στη φλόγα του Σεραφείμ και τη φλόγα του Εωσφόρου, γιατί γεννιούνται πάντα από μιαν άκρατη πυρπόληση της θέλησης».

«Ω! Η διαφορά υπάρχει και την ξέρω!» είπε ο Ουμπερτίνος με έμπνευση. «Θέλεις να πεις ότι μεταξύ της επιθυμίας του Καλού και της επιθυμίας του Κακού η απόσταση είναι μικρή, διότι πάντοτε πρόκειται για την καθοδήγηση της ίδιας θέλησης. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως η διαφορά υπάρχει στο αντικείμενο, και το αντικείμενο είναι διαυγέστατα αναγνωρίσιμο. Από εδώ ο Θεός, από εκεί ο Διάβολος».[4]

Ο Γουλιέλμος δεν αντιπαραθέτει στη φωτιά της βούλησης την ψυχρή διάνοια και την εγκεφαλικότητα. Της αντιπαραθέτει την αισθητική απόλαυση της φυσικής ομορφιάς, το θαυμασμό μπροστά στην ωραιότητα της Δημιουργίας, στην οποία αποκαλύπτεται εν μέρει το κάλλος του Δημιουργού. Αυτή, άλλωστε, ήταν, κατά τον Γουλιέλμο, και η διδασκαλία του Φραγκίσκου, του ιδρυτή του τάγματός τους.

«Ίσως συνήθισα στην Οξφόρδη», είπε ο Γουλιέλμος, «όπου ακόμη οι μυστικιστικές εμπειρίες ήτανε αλλιώτικες».

«Όλες μέσα στο κεφάλι», χαμογέλασε ο Ουμπερτίνος.

«Ή στα μάτια. Ο Θεός γίνεται αντιληπτός στο φως, στις ακτίνες του ήλιου, στις εικόνες του καθρέφτη, στη διάχυση των χρωμάτων πάνω στα μέρη της δομημένης ύλης, στις αντανακλάσεις της ημέρας πάνω στα βρεγμένα φύλλα. Δεν είναι αυτή η αγάπη πλησιέστερη στην αγάπη του Φραγκίσκου που αινεί τον Θεό στις δημιουργίες του, τα άνθη, τα φυτά, το νερό, τον αέρα;»[5]

Και διευκρινίζει στον Ουμπερτίνο πως ακριβώς η καχυποψία του απέναντι στη φλόγα του πάθους, στην ευκολία με την οποία η φλόγα της αγάπης μπορεί να μετατραπεί σε φλόγα μίσους, ήταν η αιτία για την οποία εγκατέλειψε το αξίωμα του ιεροεξεταστή· η αμφιβολία πως μπορεί να κάνει λάθος και να καταδικάσει κάποιον αθώο.

«[…] Αν οι εξεγερθέντες άγγελοι χρειάστηκαν τόσο λίγο για να μετατρέψουν τη φλόγα της λατρείας και της ταπεινοφροσύνης σε φλόγα αλαζονείας και στάσης, τι να πούμε για τα ανθρώπινα όντα; Ορίστε, τώρα το ξέρεις, αυτή η σκέψη με διακατείχε όσο έκανα τις ανακρίσεις μου. Και γι’ αυτό εγκατέλειψα αυτή την ασχολία μου. Μου έλειπε το θάρρος να ερευνώ τις αδυναμίες των κακών, γιατί ανακάλυψα ότι είναι οι ίδιες οι αδυναμίες των αγίων».[6]

Στα μάτια του νεαρού Άντσο και των αναγνωστών του μυθιστορήματος, η βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση μεταξύ Γουλιέλμου και Ουμπερτίνου μοιάζει παράδοξη. Ο Ουμπερτίνος είναι ένας παθιασμένος μυστικιστής, σχεδόν ημιπαράφρων θρησκόληπτος, ενώ ο Γουλιέλμος είναι ψυχρός εμπειριστής και, σε κάθε περίπτωση, ορθολογικός και ισορροπημένος. Τι μπορεί να συνδέει αυτούς τους δύο τόσο διαφορετικούς ανθρώπους; Πώς ερμηνεύεται η αγάπη του ενός για τον άλλο και η συναντίληψή τους;

uDmc5Vzc_400x400.jpeg

Ο Ubertino da Casale ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Μαζί με τον Μιχαήλ της Τσεζένας, που επίσης εμφανίζεται στο Όνομα του ρόδου, ήταν οι ηγέτες των Πνευματικών, δηλαδή της σκληροπυρηνικής φράξιας εντός του φραγκισκανικού τάγματος. Το 1316, στη γενική σύναξη του τάγματος στη Νάπολη, ο Μιχαήλ εκλέγεται Γενικός Ηγούμενος των Φραγκισκανών και οι Πνευματικοί καταλαμβάνουν έτσι την ηγεσία του πολυπληθέστερου και πιο σεβαστού μοναστικού τάγματος της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια αναταραχή στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που θα διαρκέσει δεκατρία χρόνια και θα λήξει μόνο αφότου ο Πάπας πάρει τον έλεγχο του φραγκισκανικού τάγματος, το 1329. Οι ηγέτες των Πνευματικών, καθαιρεμένοι και αφορισμένοι, βρήκαν καταφύγιο στην αυλή του Γερμανού Αυτοκράτορα. Ο Ουμπερτίνος πέθανε υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες, πιθανόν δολοφονημένος, λίγο καιρό αργότερα, ίσως το 1332.

Στον Ουμπερτίνο αφιερώνει λίγους στίχους και ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, στο δωδέκατο άσμα του Παραδείσου, στ. 121-126. Εκεί καταδικάζεται γιατί δεν ακολούθησε την ισορροπημένη στάση του αγίου Φραγκίσκου, αλλά ήταν αυστηρότερος από εκείνον, όπως άλλοι ήταν χαλαρότεροι:

Ben dico, chi cercasse a foglio a foglio

nostro volume, ancor troveria carta

u’ leggerebbe “I’ mi son quel ch’i’ soglio”;

ma non fia da Casal né d’Acquasparta,

là onde vegnon tali a la scrittura,

ch’uno la fugge e altro la coarta.

Αλήθεια, αν φύλλο φύλλο τα χαρτιά μας

ξεφύλλιζαν, θα βρίσκουνταν ακόμα

φύλλο να γράφει: “Εγώ πιστός ’πομένω”

μα απ’ το Καζάλ δε θα ’ναι ή απ’ το Ακασπάρτα

πούθε έρχουνται αδερφοί, και τους κανόνες

τούτοι αμολούν και κείνοι περσοσφίγγουν.[7]

Ο Ουμπερτίνος είναι ο εκπρόσωπος των Zelanti, των ένθερμων υποστηρικτών του φραγκισκανικού κανόνα, των ζηλωτών της πενίας. Αντίθετα, o Ματθαίος της Ακασπάρτα εξέφραζε τους Relaxati, εκείνους που ζητούσαν τη χαλάρωση του κανόνα. Για τον Δάντη, και ο μεν και ο δε βάδιζαν το δρόμο της πλάνης, μακριά απ’ τις υποθήκες του Φραγκίσκου.[8]

Ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, απ’ την άλλη, είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που έχει επινοήσει ο Έκο. Πρότυπο όμως για τη δημιουργία του αποτέλεσε ο Γουλιέλμος του Όκαμ, που αναφέρεται στο μυθιστόρημα ως φίλος του. Ο Γουλιέλμος του Όκαμ ήταν και αυτός ηγετική μορφή των Φραγκισκανών και βρέθηκε και αυτός διωκόμενος απ’ τον Πάπα στην αυλή του Αυτοκράτορα. Ήταν όμως επίσης και σπουδαίος φιλόσοφος, θεολόγος, φυσικός και μελετητής της λογικής. Η πιο γνωστή του συνεισφορά είναι μάλιστα στην επιστήμη της λογικής, το γνωστό ως «ξυράφι του Όκαμ».

Στη συζήτηση λοιπόν του Ουμπερτίνου με τον Γουλιέλμο ubertino-of-casale-84eba4a1-9386-4286-a21f-a4fd2541769-resize-750.jpegαντιτίθενται τα δύο ρεύματα των ιδεών που θα καθορίσουν τους Νέους Χρόνους. Απ’ τη μία, η επιστημονική νηφαλιότητα, ο ορθολογισμός και η δημοκρατία, που εκπροσωπεί ο Γουλιέλμος· απ’ την άλλη, το ριζοσπαστικό αίτημα για δικαιοσύνη και ισότητα, ο μεσσιανισμός, που εκπροσωπεί ο Ουμπερτίνος. Για τον Έκο, οι μεσσιανιστές συγγενεύουν περισσότερο με τους μυστικιστές του Μεσαίωνα: το πρωτεύον σε αυτούς είναι το πάθος, αφήνονται στη φλογερή επιθυμία. Αντίθετα, οι υπέρμαχοι της δημοκρατίας είναι οι πρωτεργάτες της Αναγέννησης: γι’ αυτούς προέχει ο Λόγος, εξετάζουν νηφάλια τα πράγματα και αμφιβάλλουν για τα πάντα. Και τα δύο ρεύματα όμως φύονται σε κοινό έδαφος, όπως υποδεικνύει ο Έκο: στις θρησκευτικές αναζητήσεις του τέλους του Μεσαίωνα, στο αίτημα επιστροφής στην ευαγγελική απλότητα και αλήθεια, όπως το εκφράζουν ο άγιος Φραγκίσκος και οι Φραγκισκανοί.

~.~

Μετά τη συνάντηση του Γουλιέλμου με τον Ουμπερτίνο, ο Άντσο προσπαθεί να εκμαιεύσει τη γνώμη του δασκάλου του για τον άνθρωπο που συνάντησαν. Ο Γουλιέλμος θα του απαντήσει με το φλεγματικό χιούμορ του Άγγλου και τη γελαστή ελαφρότητα του Φραγκισκανού.

«Είναι… παράξενος άνθρωπος», τόλμησα να πω στον Γουλιέλμο.

«Είναι, ή υπήρξε, από πολλές πλευρές, μεγάλος άνθρωπος. […] Ο Ουμπερτίνος θα μπορούσε να είχε γίνει ένας από τους αιρετικούς που ο ίδιος βοήθησε να σταλούν στην πυρά, ή ένας καρδινάλιος της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Βρέθηκε πολύ κοντά και στις δύο αυτές πλάνες.»[9]

Ο Γουλιέλμος περιπαίζει με τρυφερότητα το φλογερό ταπεραμέντο του φίλου του. Το πάθος του, λέει, θα μπορούσε να τον έχει οδηγήσει είτε στα ύπατα αξιώματα είτε στον δια πυράς θάνατο ως αιρετικό. Θα μπορούσε να έχει γίνει ένας ισχυρός του κόσμου τούτου ή να έχει θανατωθεί ως ριζοσπάστης του περιθωρίου. Στην πραγματικότητα, ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα του εκκρεμούς κινήθηκε ο Ουμπερτίνος όλη του τη ζωή. Έφτασε να εκπροσωπήσει το τάγμα του ενώπιον του Πάπα το 1322, για να εγκαταλειφθεί από όλους και να δολοφονηθεί δέκα χρόνια αργότερα. «Υπήρξε, από πολλές πλευρές, μεγάλος άνθρωπος.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

umberto-eco.jpg

~.~


[1] Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, τόμ. 1, σελ. 76-77.

[2] Ό.π., σελ. 84-85.

[3] Ό.π., σελ. 89.

[4] Ό.π., σελ. 91-92.

[5] Ό.π., σελ. 93.

[6] Ό.π., σελ. 96.

[7] Δάντης, Η Θεία Κωμωδία, μτφρ. Νίκος Καζαντζάκης, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Αθήνα 2010 (1η έκδ. 1934), σελ. 483-484.

[8] Για τον Ουμπερτίνο, τον Μιχαήλ, τον Ματθαίο και γενικά για τη συναρπαστική ιστορία των Πνευματικών, βλ. το εξαιρετικό βιβλίο του David Burr The Spiritual Franciscans. From Protest to Persecution in the Century After Saint Francis [Οι Πνευματικοί Φραγκισκανοί. Απ’ τη διαμαρτυρία στο διωγμό στα εκατό χρόνια μετά τον άγιο Φραγκίσκο], The Pennsylvania State University Press, 2001.

[9] Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, ό.π., σελ. 105.

~.~

Σωτήρης Γουνελάς, Πέντε φωνές και μια σημείωση

ΓΟΥΝΕΛΑΣ

~.~

1. Έξω από το εφήμερο

Διάβαζες στο καφενείο, μ’ όλο που παρεμβάλλονταν φωνές και χάχανα και μια αναιδέστατη μουσική χαλκοπράσινη. Ένιωθες να περιβάλλεσαι από σώματα της βαρύτητας, που όχι απλώς περπατούν στη γη, μα χώνονται βαθιά της, τους σκεπάζει ζωντανούς.

Πόρτες ανοιγόκλειναν κι έμπαιναν οι άνθρωποι ντυμένοι μέσ’ τα χώματα, με βαμμένα πρόσωπα. Σηκώθηκα και βγήκα. Μισόβρεχε, τυλίχτηκα στην υγρασία, αλλά περπάτησα αργά, ο κόσμος μακρυνόταν ή εγώ αποτραβιόμουν σ’ έναν ουρανό από φώτα που αναβόσβηναν, χαράζοντας σινιάλα καλέσματα.

Σα σκιά αδιόρατη, μέσα σε βάθος απροσδιόριστο με πέταλα λουλουδιών, ένα φυλλαράκι· ανεπαίσθητο το θρόισμά του, αύρα λεπτή. Ψιχάλισμα, μια σιγαλιά σα μουσικό νεύμα, κουδουνάκι που σε ξυπνάει. Τις καμπάνες όλοι τις ακούν, όμως αυτό ξεσπά σαν ψιθύρισμα που σε αγαπάει.

Λάμνεις σε λίμνη. Ποτέ δεν εννοείς πως μετατοπίζεσαι, συμβαίνουν μεταθέσεις, σαρκώνονται όνειρα. Κομμάτια στέρεας μνήμης αποσπώνται κι εξατμίζονται αλλάζοντας σχήματα, μορφές, όγκους, διάφανη ύλη που ολοένα ανεβαίνει.

Ελαφρώνει η ψυχή.

Παρίσι, 16 Απριλίου 2002. Καθαρογράφτηκε με μια αλλαγή το 2013.

~.~

2. Γυμνό

Γυμνά δέντρα, ολόγυμνα,
χιονισμένα
Καταμεσής στο λευκό.
Λευκά.

Πάγκαλα, μοναχικά
Κι απόμακρα
Στέκουν ασάλευτα.
Μας κοιτούν και τα κοιτούμε.

Μη και δεν βλέπουμε τίποτα;

Πηγαίνοντας με τραίνο στο αεροδρόμιο Charles de Gaule,
αρχές Φεβρουαρίου 2003. Καθαρογράφτηκε πολύ αργότερα
με αλλαγές στη στίξη.

~.~

3. Αντικείμενα

Οι διαστάσεις των πραγμάτων ολοένα μεταβάλλονται. Κάνουμε μέγα λάθος νομίζοντας ότι μπορούμε, παίρνοντας μια μεζούρα, να μετρήσουμε τα αντικείμενα: μετρούμε τη νεκρότητά τους, μετρούμε ό,τι απομένει από αυτά, όταν η ψυχή του ανθρώπου πάψει να σχετίζεται μαζί τους, όταν το ανθρώπινο αίσθημα στραφεί αλλού, αδιαφορώντας για τα πράγματα.

Γιατί όσο τα ψηλαφούν οι αισθήσεις κι όσο τα αγαπάει και τα φροντίζει η ψυχή, αυτή ή ίδια τους αλλάζει την όψη αδιάκοπα, προβάλλει πάνω τους την αεικίνητη φύση της, τις ανεπαίσθητες μεταλλαγές της, που πιο καλά τις συλλαμβάνουμε μέσα στην ησυχία και τη σιωπή.

Παρίσι 2003. Καθαρογράψιμο το 2013, με μία αλλαγή.

~.~

4. Ο κόσμος

Ακούμπησες τη ράχη στην πλάτη της παλιάς πολυθρόνας κι ο κόσμος φάνηκε να έχασε την κίνηση και τη ζωντάνια του. Όλα, πρόσωπα και πράγματα, παρουσιάστηκαν αφώτιστα, βουβά, κι ωστόσο με μια άρρωστη λάμψη. Πώς γίνεται κι έρχονται στιγμές που ο κόσμος όλος συρρικνώνεται, γίνεται ένας σβώλος, σαν πετρωμένος λυγμός, που όμως διατηρεί μια στοιχειώδη υγρασία, κάτι σαν άσπιλο δάκρυ που ξέφυγε, σαν κερί που μένει ακόμη μαλακός σταλακτίτης, αρκετή ώρα αφ’ ότου έσβησε;

Παρίσι 2003.  Κι αυτό καθαρογραμμένο ή μάλλον
αντιγραμμένο σε υπολογιστή το 2013, με προσθήκη τίτλου.

~.~

5. Κατοικίες

Πως έχουν απομείνει αυτά τα σπίτια
Σαν αδειανά.
Η τραπεζαρία, ο μπουφές, ακατοίκητα.
Τα βάζα, οι φρουτιέρες
Τα ψεύτικα λουλούδια
Σα να απορροφούν το χρόνο
Ή μάλλον να τον ακυρώνουν.
Ζωή σκηνοθετούν που δεν υπάρχει.

Μια ακινησία, μια νέκρα βασιλεύει
την Κυριακή θεριεύει
Σαν λείπει η «οικιακή βοηθός»
-αλλοδαπή-
Κι η μόνη ασπρομαλλούσα ένοικος
Μεταμορφώνεται σε πράγμα
Κρατώντας συντροφιά στα υπόλοιπα έπιπλα.

Πίσω από αυτούς τους τοίχους
Και τα κατεβασμένα ρολά
Αμέτρητοι άγνωστοι τάφοι
Που δεν τους φροντίζει κανένας.

Αθήνα 2004. Αντιγραμμένο κι αυτό στον υπολογιστή το 2013, με μικροαλλαγές.

~.~

Τα κάδρα

(μια σημείωση)

Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά
Κι είδα τους αγωνιστές παραταγμένους
Ένας ένας στο κάδρο του
Να τον φωτίζει το χρυσαφί της κορνίζας
Να τον φέγγει
Να τον αγιάζει.

Έστεκαν λαμπροί
Άλλος πάνω στο άλογο
Άλλος με γιαταγάνι
Κι άλλος με το καρυοφίλι στο πλάι.
Κι οι φουστανέλες
είχαν κι αυτές το συμβολισμό τους.

Βουνά, ραχούλες, ουρανός, ξέφωτα
Κι ένας ήλιος να τυλίγει τα πρόσωπα
Και να φωτίζεται η πλάση.

Κάτω, μέσα στην αίθουσα
-Τράπεζα ήταν-
Ο κόσμος εξακολουθούσε τις συναλλαγές του,
Ανυποψίαστος.

Στην Αθήνα, το σημείωσα σ’ ένα φάκελο επιστολής βγαίνοντας
από την Τράπεζα, κάπου μεταξύ 2005 και 2013!

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Ανάγκη και ελευθερία

nx

~ . ~

Aπό το Άχτι στο Κυνήγι του Βασιλιά Ματθία
Μια περιδιάβαση στο έργο του Νίκου Ξένιου ~.~

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Κραυγές διαμαρτυρίας

Το άχτι είναι μια συλλογή 16 διηγημάτων που εμπνέονται από την καθημερινότητα, η οποία αποβάλλει το ρεαλιστικό της περίβλημα και μεταμορφώνεται σε ένα πολυφωνικό ποιητικό μανιφέστο, μια αρένα διαμαρτυρίας όπου άνθρωποι μοναχικοί, πληγωμένοι, βιοπαλαιστές, μετανάστες, καταπιεσμένοι, ξεσπούν την αγανάκτησή τους, βγάζουν το άχτι τους για τον ξεριζωμό από τη χώρα τους, τις συνήθειές τους, τις επιθυμίες τους, τους αγαπημένους τους, την αλήθεια της ύπαρξής τους.

Ένα άχτι που τους ωθεί να αναμετρηθούν με τους φόβους τους, τους πόθους τους, τους εφιάλτες τους, την κοινωνική σκληρότητα και αδικία. Οι ήρωες κινούνται μέσα σε χώρους εγκλεισμού και εξουσίας –  σχολεία, αστυνομικά τμήματα, στρατόπεδα και φυλακές, περιπλανιούνται μέσα σε απάνθρωπα αστικά τοπία, μετρώντας τις θλιβερές ήττες τους, τους απατηλούς θριάμβους τους, καταφεύγοντας στο όνειρο και στην αναπόληση του παρελθόντος. Υπάρχει ένα γλυκόπικρο χιούμορ, μια διάθεση κατεδάφισης που διαποτίζει τις ιστορίες, απόρροια, όπως λέει ο Νίκος Ξένιος σε μια συνέντευξή του, «της επιθυμίας του να απομυθοποιήσει όλα τα πράγματα που είχε πολύ ψηλά, την πολιτική, την κουλτούρα, τον τρόπο που οι άνθρωποι διεκδικούν τα δικαιώματά τους». Όλα θέλησε να τα απομυθοποιήσει, μας λέει, όλα, «εκτός από την εκπαίδευση», καθώς ο ίδιος είναι μάχιμος εκπαιδευτικός και μάλιστα επί 10 χρόνια εργάστηκε σε Διαπολιτισμικό Λύκειο.

Δεκαέξι αριστοτεχνικά διηγήματα όπου ο σαρκασμός εναλλάσσεται με το χιούμορ, το εξπρεσιονιστικό στοιχείο με το ρεαλιστικό, ο κυνισμός με την τρυφερότητα, η υποταγή στην ανάγκη με την αναπτέρωση της ελπίδας, ο αγώνας για την επιβίωση με την αναζήτηση νοήματος, η ταπείνωση με το ξέσπασμα της οργής, ο αποκλεισμός με τη διεκδίκηση, το αίσθημα της αποτυχίας με την προσφυγή στη φαντασία. Στο πρώτο διήγημα «Κόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό», μέσα στο δωμάτιο-σταύλο ενός νυχτερινού εφιάλτη, ο ήρωας μεταμορφώνεται σε Κένταυρο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την κατάρρευση των αστικών μύθων που έτρεφαν τη συλλογική συνείδηση της Ευρώπης και συνδιαλέγεται με την κατσαρίδα, το βουλιμικό καφκικό αρθρόποδο, που για έναν ολόκληρο αιώνα διέσχιζε τους βόθρους και τους υπονόμους της Τσεχίας, τρεφόμενο με τη βρωμιά του ανατολικού γραφειοκρατικού ολοκληρωτισμού. Ειρωνική ματιά που χλευάζει και αποκαλύπτει, με την τεχνική της παραμόρφωσης, την αποκρουστική όψη της εχθρικής πραγματικότητας. Βλέμμα διαπεραστικό και ευθύβολο, που δεν χρονοτριβεί σε θεωρητικά ζητήματα όπως το νόημα της ύπαρξης του πολιτισμού ή η σύγκρουση φύσης και πολιτισμού, αλλά πυροδοτεί μια συναισθηματική έκρηξη του ήρωα που περιέχει όλη την ένταση της υπαρξιακής του συμμετοχής σε αυτήν την αγωνία.

Στο δεύτερο διήγημα, «Tο Άχτι», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, μια νεοδιόριστη φιλόλογος σε μια επαρχιακή πόλη ασφυκτιά σε ένα αδιάφορο και ανταγωνιστικό εργασιακό περιβάλλον και σταδιακά βυθίζεται στην αδιαφορία για το λειτούργημά της, ενώ το αίσθημα του αποκλεισμού μετατρέπεται σε αίσθημα καταδίωξης, καθώς υποψιάζεται ότι από την κορυφή της ιεραρχίας, τη Συντονίστρια της Μέσης Εκπαίδευσης και τον Διευθυντή μέχρι τους συναδέλφους της μεθοδεύεται εναντίον της μια ανεξήγητη υπονόμευση που την οδηγεί στο να υποβάλει παραίτηση. Έγκλειστη σε έναν Πύργο, όπου δικάζεται και καταδικάζεται ερήμην της, απομονωμένη σ’ ένα διάφανο κελί σ’ ένα Πανοπτικόν όπου όλοι την παρατηρούν και την επιτηρούν, με γελάκια, μισόλογα και μικροκακίες, με την αποφορά της μικρόνοιας και της γραφειοκρατίας, τα βροντάει όλα με ένα «γαία πυρί μειχθήτω» και επιστρέφει με το λεωφορείο στο σπίτι της, σύννεφα αιθαλομίχλης σκεπάζουν την Αθήνα, και κει, στην τρίτη έξοδο της πόλης, βλέπει τσιγγανάκια ξεβράκωτα να αποθέτουν στις σιδηροτροχιές, ενώ το τρένο πλησιάζει με ταχύτητα, μια χελωνίτσα. «Να περάσει το τρένο και να τη λιώσει. Χωρίς λόγο. Έτσι. Για να βγάλουν το άχτι…»

Η άλλη δασκάλα, του έβδομου διηγήματος, σε δυσπρόσιτο ορεινό χωριό με ένα μοναδικό μαθητή που πάσχει από αλαλία, ακούει μόνο τη δική της φωνή να αντηχεί στους τοίχους του πέτρινου σχολείου, ενώ απ’ έξω σωριάζονται οι στοίβες απ’ το χιόνι, και κάθε μέρα ημερώνει το παιδί με την αγάπη της, με «Καραμελίτσες ξεμπλέτσωτες»,  ζαχαρωτά στο χρώμα του τριαντάφυλλου, αντίδοτο στη θλίψη, τη βουβαμάρα, την ερημιά της ψυχής και του τοπίου, ενώ στο τρίτο διήγημα ένας άλλος μαθητής, γιος αρμένιων λαθρομεταναστών με ονόματα σαιξπηρικών ηρώων, Άμλετ αυτός, ένας «Πρίγκιπας» μες στη σαπίλα της γειτονιάς του Μεταξουργείου, κλεισμένος τώρα αναίτια στο κελί της φυλακής, έχει βάλει πείσμα να περάσει στην Ιατρική Σχολή.

1d5a7023-298e-4a1d-b6e3-a441c99c2e0c_3Στο «Επιπλέον» ένας νεαρός οικογενειάρχης, κρυφός ομοφυλόφιλος, σπαταλάει τη ζωή του σε Chat room, σε λουτρά και πορνοκινηματογράφους, περιπλανιέται στην χώρα των Λωτοφάγων, στην χώρα της άσκοπης λαγνείας με τους ηδονικούς καρπούς της λήθης. Και πολλοί άλλοι ήρωες παρελαύνουν, άνθρωποι του μόχθου, άνθρωποι άστεγοι που η νέα «Πολιτική του καταστήματος», του συνοικιακού Σούπερ Μάρκετ, δηλητηριάζει ρίχνοντας σκόνη απορρυπαντικού πάνω στις ανοιγμένες συσκευασίες κρέατος μέσα στον κάδο απορριμμάτων. Ο τρελαμένος «Γιος του Σωτήρη» σε μια ύστατη πράξη αντίδρασης στην αδιάφορη μάνα του που τον περιφρονούσε παιδί, κατεβάζει τα παντελόνια του στη μέση του δρόμου και χέζει την χώρα του, χέζει τους πάντες. Δύο στρατιώτες το πρωί ξυπνούν με δειλά αγγίγματα τον πόθο τους, τον περιβάλλουν με την αχλή της εξιδανίκευσης («Et in Arcadia ego») στον κάθε άλλο παρά ειδυλλιακό στρατώνα και βλέπουνε το βράδυ την παλίρροια να ξεβράζει, στον θάλαμο με τη βαριά μπόχα και τα σκυλάδικα, τα φύκια του ξεθυμασμένου ερωτισμού τους, όταν ο ένας ξαφνικά βγαίνει μες στο σκοτάδι και με το όπλο του ξεπαστρεύει τριγύρω όλα τα αδέσποτα: Ας πάψουν οι Μούσες το βουκολικό τους τραγούδι!

Και φτάνουμε στον «Θρίαμβο» με τον οποίο κλείνει η συλλογή. Ένα τεράστιο γήπεδο με αντικριστές κερκίδες, χωρίς πρόσβαση η μία στην άλλη, μια αρένα, καλύτερα, όπου μαίνεται ο πόλεμος. Δύο στρατοί αντιμέτωποι, οι απόγονοι των Σπαρτιατών, και απέναντι οι βάρβαροι, αίμα κυλάει στην κονίστρα, ένα ρυάκι κατακόκκινο με ανθρώπινα μέλη, ζητωκραυγές απ’ τις κερκίδες, στην εξέδρα οι επίσημοι, κι ο στρατηγός δίνει το πρόσταγμα για επίθεση, τεράστιες γιγαντοοθόνες προβάλλουν την σύγκρουση, πίσω στα αποδυτήρια κάνουνε ντους οι πολεμιστές, πιο πίσω είναι τα στρατόπεδα της κάθε παράταξης και οι δύο πόλεις ή χώρες, η δική μας και η εχθρική. Την μάχη κερδίζουμε εμείς, το βαρβαρικό άγημα χάθηκε αύτανδρο, αύριο θα ακούγεται στις απονομές ο δικός μας εθνικός ύμνος, λέει ο απόγονος των Σπαρτιατών, και κατευθύνεται κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο, αγοράζει εισιτήριο για την ξένη χώρα για να παρακολουθήσει από κει ως θεατής την εξέλιξη της μάχης. Την υπόλοιπη νύχτα του την περνάει αποκαρδιωμένος σε ένα χαμαιτυπείο αγκαλιά με μια γριά πόρνη. Το κόκκινο φως που φώτιζε τα στρατόπεδα, η έξαψη, ο πυρετός έχουν σβήσει. Μείνανε μόνο οι αλλοδαποί εργάτες να καθαρίζουν απ’ το έδαφος το αίμα.

Μια συγκλονιστική αλληγορία είναι το τελευταίο διήγημα, που συνοψίζει και οδηγεί στα άκρα την προβληματική των προηγούμενων. Το κόκκινο χρώμα μάς πολιορκεί από παντού, ουρλιαχτά, κραυγές, επευφημίες, η σφαγή, το λάλημα του πετεινού, οι κανονιοβολισμοί, οι προβολείς του γηπέδου, η φαντασμαγορία της γιγαντοοθόνης. Το όριο επαφής των δύο χωρών είναι το γήπεδο όπου σκοτώνονται κάθε μέρα οι πολεμιστές, κραυγάζοντας συνθήματα που τους εμψυχώνουν, ενώ οι θεατές υποστηρίζουν με πάθος τη δική τους εθνική ομάδα πολέμου, έξαλλοι από το μίσος για τον αντίπαλο, συγκλονισμένοι από εθνική υπερηφάνεια. Είναι σαν όλοι οι ήρωες των προηγούμενων διηγημάτων, με τις αδύναμες κραυγές διαμαρτυρίας, ο καθένας κλεισμένος στο δικό του καβούκι, στο δικό του άχτι, να ενώσανε όλοι μαζί τις φωνές τους, να μοιραστήκανε έναν κοινό σκοπό, την αντιμετώπιση ενός κοινού εχθρού, είναι σαν οι τοίχοι του δωματίου, της φυλακής, του σχολείου να διευρυνθήκαν και να γίνανε τα γιγάντια τείχη ενός γηπέδου, όπου γίνεται αληθινός πόλεμος, που δεν τον βλέπεις πια στην τηλεόραση καθισμένος στην πολυθρόνα σου, όχι, δεν είναι ο πόλεμος που έχει γίνει απλώς θέαμα προς τέρψιν των θεατών του καναπέ, εδώ ο πολεμιστής μετατρέπεται σε οπαδό-θεατή και το αντίστροφο, η απόλαυση της φρίκης εναλλάσσεται με τους σπασμούς του ψυχορραγήματος, η αποστασιοποίηση με τη διέγερση, το πραγματικό και το εικονικό ανταλλάσσουν ιδιότητες, το πραγματικό χάνει την ουσία του, το εικονικό τη δύναμη να υποβάλλει, η ζωή υποβιβάζεται σε αναπαράσταση, γίνεται διάφανη, διαπερατή, επίπεδη, μια προβολή σε γιγαντοοθόνη,  όλοι βορά του άγριου αισθήματος του ανεκπλήρωτου, σε μια αρένα να ξεδίνουν την οργή τους, δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική αλληλεγγύη στη ματαίωση παρά συνενοχή στην εκτόνωση, όλοι οι ταπεινωμένοι της ζωής κλεισμένοι στο περιφραγμένο γήπεδο, στο πλέγμα της οργής, πέφτουνε κάτω εξοντωμένοι. Τι καλά που θα ήταν «να πολεμούσαμε έξω από τον στίβο αυτόν για κάποιο ιδεώδες», μονολογεί κάποια στιγμή ο απόγονος των Σπαρτιατών, αναγνωρίζοντας πως το ξέσπασμα της αγανάκτησης είναι στείρο, δεν μπορεί ούτε όραμα να χτίσει ούτε κοινότητα αυθεντική. Ο μόνος θρίαμβος είναι αυτός της βαρβαρότητας, όπου θεατές, θύτες και θύματα αλλάζουνε θέσεις στο τεράστιο σφαγείο της οργής.

Στα 16 διηγήματα της συλλογής η γλώσσα είναι διαυγής, κοφτερή σαν διαμάντι, οι διάλογοι γεμάτοι ζωντάνια, το ταπεινό, το θλιβερό, το ασήμαντο, το νοσηρό, καθώς διαθλώνται στο πρίσμα του Υψηλού, χαρίζουν στοχασμό, κατανόηση και προβληματισμό. Οι ιστορίες συνομιλούν με την ποίηση και τη φιλοσοφία. Το χιούμορ, ο σαρκασμός διαπερνούν τα στεγανά της καθημερινότητας, την κάνουν πιο υποφερτή.

Τα παθήματα ενός σύγχρονου Οιδίποδα

Το δεύτερο βιβλίο του Ξένιου, το  Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα, είναι μία νουβέλα. Ο Λεωνίδας, ένας παλαίμαχος αιγυπτιώτης ηθοποιός κάνει πρόβα για την τελευταία του παράσταση του Οιδίποδα επί Κολωνώ στο μικρό του διαμέρισμα, όπου τον παρακολουθούν, από τη φωτογραφία, η πεθαμένη γυναίκα του και από τη δερμάτινη πολυθρόνα το φάντασμα της αγαπημένης του φίλης. Ο ήρωας είναι τριπλά ταυτισμένος με τον Οιδίποδα. Ως άνθρωπος ήταν ένα παιχνιδάκι στα χέρια της Ανάγκης, όπως ο Οιδίποδας στα χέρια των θεών. Υπήρξε θύμα της σκευωρίας των θετών του παιδιών, σαν τον Οιδίποδα που εξορίζεται από τη Θήβα με τη θέληση των δύο γιων του, Ετεοκλή και Πολυνείκη, αλλά και σαν τον Σοφοκλή, τον δημιουργό του Οιδίποδα, που σύμφωνα με την παράδοση υπήρξε θύμα της απληστίας του νόμιμου γιού του, Ιοφώντα. Και επί σκηνής αναπαριστά ως ηθοποιός τα πάθη του τραγικού ήρωα εμβαθύνοντας περισσότερο στην κατανόησή του και συνάγοντας όλο και περισσότερες αναμεταξύ τους ομοιότητες. Ο Λεωνίδας, ένας κομμουνιστής παλαιάς κοπής, έντιμος, εργατικός, ευσυνείδητος, δυναμικός, αλληλέγγυος με τους συνανθρώπους του, ιδεολόγος, αγωνιστής, είναι κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, ένα σώμα ξένο στην μεταπολεμική Ελλάδα του καιροσκοπισμού, του εύκολου πλουτισμού, της απαξίωσης των ηθών, της χυδαιότητας. Ένας άνθρωπος ακέραιος που, σαν τον ήρωα του Σοφοκλή, δέχεται όλα τα χτυπήματα της μοίρας, όλους τους χλευασμούς της ύπαρξης. Όταν ήταν πιο νέος και διάβαζε πάλι θέατρο, οργιζόταν με την επιβουλή του θεού που βασάνιζε έναν υποδειγματικό άνθρωπο σαν τον Οιδίποδα.

triari

Τώρα, που αναθυμάται όλη την ταλαίπωρη ζωή του και τη διηγείται στις αγαπημένες του γυναίκες που σαν σκιές τον συντροφεύουν, αγανακτεί, διαμαρτύρεται για την επιβουλή της δικής του μοίρας – αυτός ως μαρξιστής την ονομάζει «υλικοί όροι της ύπαρξης» που καθορίζουν την ευτυχία μας. Ο πατέρας του ήταν ένας χειρώνακτας, ένας ακονιστής μαχαιριών, «σοφό» τον φώναζαν στην Αίγυπτο, ο πατέρας του Σοφοκλή κατασκευαστής όπλων. Τη μάνα του, μια καλή γυναίκα που την λάτρευε, την αντικατέστησε η αγαθή, απλοϊκή γυναίκα του, μια γυναίκα με ποιότητα, συμπονετική προς τα ζώα και τους ανθρώπους, έτσι μάνα και σύζυγος γίνανε ένα, στα μάτια της γυναίκας του έβλεπε τα μάτια της μητέρας του, «αυτή είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων». Όμως αυτή η πηγή καλοσύνης τον φόρτωσε δυο παιδιά τέρατα από προηγούμενο γάμο, καθώς και τον άσωτο πρώην σύζυγο και όλο το φρικτό τους σόι, αδέλφια, ξαδέλφια, θείους, και συμφορές αναρίθμητες βρήκαν τον καλό άνθρωπο, τόσες που ούτε ο Ιώβ δεν θα μπορούσε να αντέξει, ούτε ο Βασιλιάς Ληρ, ούτε ο Οιδίποδας. Δεν υπήρξε έγκλημα που να μην έκαναν η αδελφή της γυναίκας του, ο πρώην σύζυγος και τα τέκνα του, προκειμένου να βάλουν στο χέρι τη δική του περιουσία που με αίμα απέκτησε, απειλές, εκβιασμοί, απόπειρες δολοφονίας, δηλητηρίασης, πνιγμού, εκμετάλλευση γυναικών, διακίνηση ναρκωτικών, συκοφαντίες, ψεύδη, αγωγές, δίκες, ψευδορκίες, όλο το απάνθισμα της ανθρώπινης εγκληματικότητας, όπως εμφανίζεται στην μεταπολεμική Ελλάδα της αρπαχτής και της διαφθοράς, που γέννησε τα μετέπειτα χρόνια της κρίσης: μια παραβολή, μια αλληγορία της μετεμφυλιακής Ελλάδας θα μπορούσε να είναι η βασανισμένη του ζωή.

Κι εμείς οι αναγνώστες δυσανασχετούμε, απορούμε, αγανακτούμε, δεν μπορούμε να αντέξουμε άλλο τον καταιγισμό τόσων δεινών, τον πολλαπλασιασμό των εγκλημάτων, την άπειρη διακλάδωση των σκευωριών, όλα μοιάζουν με ένα κακό όνειρο, μ’ έναν εφιάλτη, μοιάζει με φάρσα ο ατέλειωτος κατατρεγμός ενός αθώου και ανυποψίαστου ανθρώπου. Ανυποψίαστου; Ο σύγχρονος Οιδίποδας, τυφλός κι αυτός από το ένα του μάτι, ονομάζει την άγνοια στην οποία ήταν βυθισμένος «εθελοτυφλία». «Οι άνθρωποι δεν θέλουν να αντικρύσουν την αλήθεια, Βέρα!» λέει στη βουβή φίλη του. «Ο Οιδίποδας βγάζει τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια μόνο και μόνο για αντικρύσει την αλήθεια που του στερεί ο κόσμος των αισθητών» (σελ. 45). « Όλοι γύρω λένε ‘μη ρωτάς, μη ρωτάς!’ όταν πρόκειται για σημαντικά ζητήματα… είναι η παρότρυνση που ακούμε για την ευτυχία που προκαλεί η άγνοια, το να ζει δηλαδή κανείς μέσα στην παραίσθηση των απαντήσεων […] να ξέρεις, το ‘μη ρωτάς’ είναι ο καλύτερος τρόπος για να ζεις μέσα στα ερωτήματα! Να απορείς και να μην παίρνεις απαντήσεις» (σελ. 103), λέει ο Λεωνίδας γεμάτος παράπονο και πίκρα μέσα στο γεροντίστικο σπίτι που είναι φορτωμένο αναμνήσεις και απραγματοποίητα σχέδια και λίγο πριν τον θάνατο, οπλισμένος με τη νηφαλιότητα και τη σύνεση που του δίδαξαν τα κλασικά κείμενα, αποφασίζει να φανεί επιεικής απέναντι στα δύο παιδιά τέρατα που του κληροδότησε η γυναίκα του. Ο Λεωνίδας, θύμα των περιστάσεων, της διεφθαρμένης κοινωνίας, δίνει μέχρι το τέλος τον δικό του αγώνα, συνεχίζει να βαδίζει τον δικό του μοναχικό δρόμο της αξιοπρέπειας.

Χαρακτηριστικό της γραφής είναι η ηρεμία, η ψυχραιμία, η απαλλαγή από τα περιττά στολίδια, η απλότητα της αφήγησης που ανακαλεί το ανεπιτήδευτο του προφορικού λόγου, ωστόσο το στέρεο στρώμα του ρεαλισμού το διαρρηγνύει το πικρό υποδόριο χιούμορ, η εισβολή του γκροτέσκο, του εφιαλτικού, από την χρήση της υπερβολής, – τις απανωτές επιθέσεις της κακίας, τις άπειρες μεταμορφώσεις της φαυλότητας, τις λεπτομερείς περιγραφές της ραδιουργίας, την εξαντλητική σκηνοθεσία της κακουργίας. Για ποιο λόγο να παρουσιάζεις έναν ευαίσθητο άνθρωπο που αντιστέκεται στην αθλιότητα να γίνεται άθυρμα μιας γενικευμένης και επιδεινούμενης βαρβαρότητας; Όχι για να δείξεις την αντοχή του καλού, ούτε τον θρίαμβο της κακίας. Ο σύγχρονος Οιδίποδας είναι εθελούσια τυφλός, αρνείται να δει ότι αμέτρητοι άνθρωποι επιλέγουν το κακό και θα συνεχίσουν να το επιλέγουν όσο κι αν αυτός αντιτάσσει τη δική του εγκαρτέρηση και ευγένεια στην εξαχρείωση. Όμως μας καλεί κι εμάς να πάρουμε θέση στη διαμάχη ανάμεσα στην αρετή και την κακία, ανάμεσα στην κυριαρχία της ιδιοτέλειας και την υπηρεσία του ιδανικού. Και μας προκαλεί να επιλέξουμε σε τι είδους χώρα, σε τι είδους κοινωνία θέλουμε να ζήσουμε.

 Η αέναη επιστροφή του ονείρου

Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία είναι η τελευταία νουβέλα του Ξένιου. Συναρπαστική αφήγηση, γοητευτική γλώσσα, ένα κράμα ρεαλισμού, ποίησης και παραμυθιού. Θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει τη δυναμική του μυθιστορήματος, μιας και διατρέχει μια περίοδο 400 χρόνων και πραγματεύεται τις ζωές δύο ομάδων ηρώων που τοποθετούνται σε απομεμακρυσμένες χρονικές περιόδους. Πρόκειται για μια επιτομή του μεταναστευτικού προβλήματος στην Ευρώπη, που ξεκινάει από πολύ παλιά στη νουβέλα, από τον 15ον αιώνα, ιδωμένο από μια ενδιαφέρουσα και εντελώς διαφορετική από τις συνηθισμένες προοπτική: όχι από την σκοπιά των μαζικών μετακινήσεων λαών ή ομάδων, των μεγάλων αφηγήσεων της επίσημης Ιστορίας και των ουδέτερων στατιστικών, αλλά από την προσωπική ματιά του μετανάστη, που διωγμένος από την πατρίδα του, αναζητά στην Ευρώπη ένα καταφύγιο, το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, μακριά από τον εξαναγκασμό και την καταπίεση. Έτσι το μεταναστευτικό αποκτάει μια άλλη οντότητα, διαχρονική, που τη θεμελιώνουν τα όνειρα και οι πόθοι των ξεριζωμένων ανθρώπων, η λαχτάρα τους για ζωή, οι συνθήκες από τις οποίες προσπαθούν να δραπετεύσουν, ο κατατρεγμός τους από τους ισχυρούς, η επιθυμία τους να επενδύσουν ψυχικά στην αλήθεια και την ελευθερία αναζητώντας την αλληλεγγύη των κοινωνικών θεσμών στην ήπειρο όπου γεννήθηκε η δημοκρατία.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΞΕΝΙΟΣ ΚΥΝΗΓΙ ΕΞΩΦΥΛΛΟ COLOUR FINALΑυτό που ωθεί τον μετανάστη να ριχτεί σε αυτή την τόσο επικίνδυνη περιπέτεια της περιπλάνησης, να διασχίσει με μια βάρκα τη Μεσόγειο καταχείμωνο, μέσα στην καταιγίδα, να περάσει βουνά, άγρια δάση, πλημμυρισμένα ποτάμια, να πηδήξει συρματοπλέγματα, να κλειστεί σε στρατόπεδα «φιλοξενίας», να ξυλοκοπηθεί από την αστυνομία, είναι η βαθιά ριζωμένη μέσα του θέληση για ζωή, για αυτοδιάθεση, για ευτυχία. Ο μετανάστης είναι ο άνθρωπος που τα έχει χάσει όλα, σπίτι, πατρίδα, οικογένεια, ασφάλεια, ιδιοκτησία, φίλους, συγγενείς, προγόνους, και γι’ αυτό δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Υποχείριο της Ανάγκης αλλά ταυτόχρονα απελευθερωμένος από αυτήν, ξεκομμένος από οποιαδήποτε δεσμευτική συνθήκη, εκτεθειμένος στην αγριότητα της φύσης, από κοινωνική άποψη είναι κάτι το παράδοξο, κάτι το απροσδιόριστο, μια αφαίρεση, ένας περιπλανώμενος χωρίς ιδιότητες, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς, που στερείται των πάντων, και γι’ αυτό ακριβώς μπορεί να τολμήσει τα πάντα, να διεκδικήσει τα πάντα, είναι το κατεξοχήν υποκείμενο που μπορεί να θέσει το πρόταγμα της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης σε επίπεδο ανθρώπινου όντος και κοινωνίας. Το μεταναστευτικό λοιπόν πρόβλημα τίθεται από τη σκοπιά του μετανάστη που, έχοντας χάσει κάθε κοινωνικό προσδιορισμό, στο μεταίχμιο της κοινωνίας, στις γραμμές των κλειστών συνόρων μεταξύ των χωρών, στις νεκρές ζώνες, διαθέτει μόνο το ένστικτο αυτοσυντήρησης και την ελευθεροφροσύνη του.

Στη νουβέλα του Ξένιου, πέντε Κούρδοι μετανάστες, προσπαθώντας να ξεφύγουν από το μένος του Ισλαμικού κράτους στο Ιράκ, διασχίζουν την Τουρκία, το Αιγαίο, τα Βαλκάνια με κατεύθυνση προς την Ουγγαρία. Κεντρικός ήρωας είναι ο γεροντότερος, ο Μπίρκα, που στην πατρίδα του ήταν πανεπιστημιακός. Αυτός κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού τους, αφηγείται ένα παραμύθι, έναν μεσαιωνικό θρύλο, την ιστορία του Ματθία, βασιλιά της Ουγγαρίας, Κροατίας και Βοημίας στα μέσα του 15ου αιώνα, και της Μερσούδας, μιας βυζαντινής μορφωμένης πριγκίπισσας που την αναγκάζουν να παντρευτεί τον καθολικό βασιλιά. Ο Ματθίας αφιερώνει τη ζωή του σε κυνήγια και πολέμους, είναι ωστόσο καλλιεργημένος, έχει πλούσια βιβλιοθήκη, υποστηρίζει τις τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα. Θέλει όμως να εξουσιάζει, να κατέχει, να ελέγχει την ψυχή και το σώμα της κόρης, τη ζηλεύει, την υποψιάζεται, την κατηγορεί άδικα, θέλει να την υποτάξει, να τη συντρίψει, κι αυτή «σφαλισμένη στα σύνορα των δυο κόσμων», «χωρίς καμία γέφυρα με την παλιά της ζωή», για να γλυτώσει από τον τύραννο, το σκάει ξεκινώντας μια περιπλάνηση στο άγνωστο, στις παρυφές της Ευρώπης, για να καταλήξει σε ένα νησί του Αιγαίου, όπου εκεί γίνεται μάγισσα φημισμένη για τα θεραπευτικά της βοτάνια για να μεταμορφωθεί στο τέλος σε ένα γρήγορο ελάφι, άπιαστη λεία στο αδιάκοπο κυνήγι του βασιλιά. Δύο ιστορίες κατατρεγμού, καταδίωξης, που αλληλοσυμπλέκονται και συμπληρώνονται μεταξύ τους, η πρώτη ρεαλιστική, σύγχρονη, και η δεύτερη ένα επινοημένο από τον συγγραφέα παραμύθι στα πρότυπα των μεσαιωνικών θρύλων και των λαϊκών παραδόσεων. Δύο ιστορίες που αποδίδουν με ποιητικότητα τη συνθήκη του πρόσφυγα διαχρονικά, που είναι η ανελέητη καταδίωξη, η στέρηση πατρίδας και ελευθερίας, αλλά και ο αγώνας του να βρει ένα καταφύγιο, μια νέα πατρίδα, ενώ το ελάφι, το σύμβολο του ανυπότακτου πνεύματος, μπαινοβγαίνει στις δύο ιστορίες, αίροντας την αντίθεση ανάμεσα σε πραγματικότητα και θρύλο.

Στην ουσία πρόκειται για μία ιστορία και το συμβολικό της αντίστοιχο που την υποστηρίζει, της δίνει βάθος στον χρόνο, νόημα και προοπτική, καθώς το ελάφι παρακολουθεί την πορεία των πέντε μεταναστών διακριτικά και τους συντροφεύει μέχρι να φτάσουν στη Βουδαπέστη. Ο Μπίρκα το κοιτάζει κατάματα, το αναγνωρίζει, ίσως κάποτε να βλέπει μέσα από τα μάτια του τις επόμενες γενιές των ξεριζωμένων να διασχίζουν τα δάση, να τους συνοδεύει αυτός στο ταξίδι τους. Κι όταν φτάνουν στα ανάκτορα της Βούδας, στο τεράστιο σύμπλεγμα της Κρήνης του βασιλιά Ματθία, θα αντικρύσει πάλι το ελάφι, «σμιλεμένο σε μπρούντζο, να ξαπλώνει χτυπημένο στα πόδια του Ματθία» (σελ. 83). Το σύμβολο της στυγερής εξουσίας ακίνητο στο βάθρο του θα συνεχίσει το αέναο κυνήγι του ενάντια σε κάθε εξεγερμένο, ενώ το κυνηγημένο ελάφι μέσα στη ζοφερή νύχτα της μισαλλοδοξίας, δεν θα πάψει να αναζητάει το όραμα της Ευρώπης του ανθρωπισμού, το όνειρο ενός νέου κόσμου δίκαιου, αθώου.

Από τον περίκλειστο χώρο της ιδιωτικότητας όπου οι ήρωες των δύο πρώτων βιβλίων του Ξένιου, ασφυκτιούν και διαμαρτύρονται μάταια, οδηγούμαστε στο δύσβατο μονοπάτι προς τη γη της ελευθερίας, που διασχίζει, προσπαθώντας να σωθεί από το αιώνιο κυνήγι του βασιλιά Ματθία, ο κάθε κατατρεγμένος της γης. Από πού έρχεται; Από παντού έρχεται, απ’ όλα τα μέρη της γης, σαν άνθρωπος έρχεται να μοιραστεί μαζί μας τον χώρο.

Από πού έρχομαι;
Από τη γη έρχομαι
Στη γη έρχομαι
Από την καρδιά της Αφρικής
Από τα νεφρά της Ασίας
Από την Ινδία με τα μπαχαρικά έρχομαι
Από το βαθύ δάσος του Αμαζονίου
Από το λιβάδι του Θιβέτ έρχομαι
Από τη γη του ελεφαντόδοντου
Μακριά από εδώ
Από παντού γύρω μου
Από όπου υπάρχουν δέντρα, βουνά, ποτάμια και θάλασσες
Από εδώ, από εκεί, από παντού.

Από τη μήτρα της Μεσογείου έρχομαι
Από μια ουλή στην ψυχή
Από κλειστά σύνορα
Από ένα στρατόπεδο με χίλιες σκηνές
Από τις ακτές με τον Αλάν τον Κούρδο έρχομαι
Από ένα τραύμα σφαίρας
Από το πρόσωπο ενός ρημαγμένου παιδιού
Από την ανάσα του στεναγμού μιας μάνας
Από ένα σκίσιμο σε μια βάρκα φουσκωτή για να βυθιστεί
Από ένα μπουκάλι νερό μοιρασμένο σε πενήντα
Από την παγωμένη μύξα στη μύτη ενός νηπίου
Από ένα δάκρυ στο μάγουλο του πατέρα
Από ένα πεινασμένο στομάχι
Από ένα γκράφιτι που λέει, «ήμουν εδώ μια φορά»
Από την άλλη μεριά ενός δέντρου που λέει «Αγαπώ τη ζωή»
Από τα άκρα του σώματος που λείπουν
Σαν ένας άνθρωπος με τα πάντα έρχομαι να μοιραστώ το χώρο

(Ποίημα του Αμίρ Νταρουίς, Σύριου ποιητή, κουρδικής καταγωγής, απόδοση Β. Ιντζίδη)

~.~

Stieglitz-Snapshot2

O Νίκος Ξένιος είναι εκπαιδευτικός με σπουδές φιλοσοφίας και χορού, κριτικός θεάτρου, χορού και λογοτεχνίας και συγγραφέας τριών αξιόλογων έργων: το πρώτο είναι μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το άχτι (Φαρφουλάς, 2011), ενώ τα δύο επόμενα είναι νουβέλες: Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα (Φαρφουλάς, 2012) και το Κυνήγι του βασιλιά Ματθία (Κριτική, 2017).

Η Λίλα Τρουλινού είναι φιλόλογος και πεζογράφος.

Γιώργος Βαρθαλίτης, Το τραγούδι των δέντρων

Maleas

~ . ~

Δέντρα μου μοναχά στις πεδιάδες
και στα πυκνά κι ανήλιαγα ρουμάνια
και στις βαθιές, ολόδροσες κοιλάδες
και στις κορφές π’ αγγίζουνε τ’ ουράνια,
με τις πολύθροες, δέντρα μου, σκιάδες,
μηλιές, οξιές και δάφνες και πλατάνια,
και δρυς βασιλική μου της Δωδώνης
που τον προσκυνητή κατευοδώνεις –

και κέδρα στου Λιβάνου τους κεδρώνες
της νύχτας το σκοτάδι που κρατάτε
κι αχάλαστα αψηφάτε τους αιώνες,
κι εσεις, ελιές, που μέσα σας φυλάτε
τους λύχνους του λαδιού στους ελαιώνες
κι αργά κατά τη δύση περπατάτε
σα στηριγμένοι στο ραβδί τους γέροι
στο ψιλόβροχο μέσα και τ’ αγέρι –

και πλάτανοι, όπου πλούσιο κεφαλάρι
των νερών τη βοή τριγύρα απλώνει
–κάθε χαλίκι εκεί μαργαριτάρι–
(στερέωμα τρανό που σε κυκλώνει
σφιχτά με τη βαθύχλωρή του χάρη! –
και πώς θροΐζουν πάνω μύριοι κλώνοι! –
και τι δροσιά εκκλησιάς που σ’ αγκαλιάζει
που η ψυχή σου σκιρτά κι αναγαλλιάζει!) –

και, πεύκα, που αναπνέτε με γαλήνη
κι απ’ την καρδιά σας μέσαθε φυσάνε
υγείας πνοές αδρές καθώς ρετσίνι
που κι οι αύρες από κείνες ευωδάνε,
και στου μεγάλου θέρους το καμίνι
τζιτζίκια στα κλαδιά σας τραγουδάνε,
και πλάι στο κύμα τα δικά σας μύρα
με του πελάγου σμίγουν την αλμύρα –

κι ω φοινικιές, που πάτε σε πορεία
στην άσφαλτο που ρέουν τροχοφόρα,
από λεπτές κολώνες θεωρία,
π’ ατέρμονη περνάει εδώ όλην ώρα,
και πίσω σας αχνά πελάγη κρύα,
και κάποτε σας δέρνει η άγρια μπόρα,
μα μ’ όλη ορθώνετε τη δύναμή σας
στων ουρανών την τέφρα το κορμί σας –

κι εσείς μεγάλα μαύρα κυπαρίσσια,
που τ’ άστρα τη βραδιά σάς τριγυρίζουν
και που ψηλά ανεβαίνετε ολοΐσια
κι άνεμοι μανιασμένοι δεν κλονίζουν,
τι αλκή φωλιάζει μέσα σας περίσσια
(σκύμνων καρδιές βαθιά σας λαχταρίζουν)
κι είστε απ’ ατόφιο δνόφο μαύροι στύλοι
και του ναού της Νύχτας είστε πύλη –

κι ω λεύκες μου, που στέκεστε λαμπάδες
κι από την αύρα αχείτε ολόγυρά σας
ως θάλασσες, α ποιές χλωμές λαμπράδες
την ασημένια λούζουνε θωριά σας
και, πείτε, ποιες κρυφές Αμαδρυάδες
να ζουν και να στενάζουνε βαθιά σας –
απ’ τ’ αργυρό κι απόκρυφο φεγγάρι
το μυστικό σας φως έχετε πάρει; –

κι έλατα, στ’ όρη πάνω με τα χιόνια
π’ αναπνέτε τον κρούσταλλον αγέρα
εκεί που σμίγει ο Χρόνος με τ’ αιώνια,
και πρώτα σας φωτίζει η νέα μέρα
κι είστε στο μούχρωμα άρπα παναρμόνια
που τη δονεί τ’ αγέρι στην εσπέρα,
ποιας άγνωστης λατρείας τα ψαλτήρια
και ποια βουβά σας κλείνουνε μυστήρια; –

τα φύλλα σας πώς ρίχνετε σα βέλη
που το καθένα, δέντρα μου, γυρεύει
το χρυσό να ρουφήξει τ’ ήλιου μέλι,
και πώς με τους αγέρηδες παλεύει
ο κορμός σας και μ’ όλα του τα μέλη
κι οι ρίζες σας πώς χάνονται στ’ ερέβη
τα δάκρυα να βυζάξουν στο σκοτάδι
απ’ τις αστείρευτες κιστέρνες τ’ Άδη;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

Πανσέληνος Ενδυμίων

Endymion

Paul Reid, Endymion (2000)

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ ~.~

«σὰν Ἐνδυμίων ἔμορφος»
Κ.Π. Καβάφης, Των Εβραίων

Τέτοιες νυχτιές που ο έρως των θνητών κορώνει για το ολόγιομο φεγγάρι, θα ᾽θελα να μιλήσω για έναν άλλον έρωτα, μ᾽ αντίστροφη φορά, που φαίνεται ν’ αντιγυρίζει τούτη τη μέθη την ερωτική προς τους ανθρώπους, αντιστρέφοντας τον εραστή με τον ερώμενο· και τούτος δεν είναι άλλος από τον έρωτα της Σελήνης για τον πανέμορφο Ενδυμίωνα.

Αν και η μορφή του Ενδυμίωνα πρωτοπέρασε από εμπρός μου μες από την καβαφική ποίηση, δεν στάθηκα στον μύθο του, παρά μονάχα στην ομορφιά του την ονειρική. (Ήδη στου Αισώπου τον καιρό, η μορφή του είχε συμπλεχτεί αδιαχώριστα στο τρίμορφο του θεανδρικού προτύπου της θεοείκελης ομορφιάς, μαζί με του Απόλλωνα κι αυτή του Γανυμήδη· όταν ο Ξάνθος θέλει να παρουσιάσει τον –πανάσχημο– Αίσωπο, λέγει ειρωνικά στη γυναίκα του: «μένε͵ κυρία͵ καὶ ὄψει ὃ οὐδέποτε ἐθεάσω κάλλος· λάθομαι λέγων Ἀπόλλωνα ὄψει͵ ἢ Ἐνδυμίωνα ἢ Γανυμήδην».) Η ουσιαστική γνωριμία μου όμως μαζί του οφείλεται στις αναφορές του Μπόρχες (κυρίως το ποίημα Ο Ενδυμίων στη Λάτμο) γιατί αυτές με οδήγησαν να ψάξω τα χνάρια του τόσο στο σώμα της ελληνικής γλώσσας, όσο και στους απόρρωγες βράχους της Ηράκλειας, στον Λάτμο της Μικρασίας. Χάριτας λοιπόν οφείλω πρωτίστως στον Αργεντίνο, κι ύστερα στον Αλεξανδρινό· ο δε Γιάννης Κητς, ο Βρετανός, ήρθε αρκετά αργότερα.

Να πιάσουμε όμως τα πράματα από την αρχή.

Η πρώτη μαρτυρία για τον Ενδυμίωνα προέρχεται από τον Ησίοδο, κι αναφέρεται μάλιστα και –μη σωζόμενη– λυρική διαπραγμάτευση του θέματος από τη Σαπφώ. Από τον Απολλόδωρο μαθαίνουμε πως «Καλύκης δὲ καὶ Ἀεθλίου παῖς Ἐνδυμίων γίνεται»͵ ο ίδιος όμως επίσης μας πληροφορεί ότι «λέγουσι δὲ αὐτόν τινες ἐκ Διὸς γενέσθαι». Πάλι ο Απολλόδωρος ισχυρίζεται πως «ἐκ Θεσσαλίας Αἰολέας ἀγαγὼν ῏Ηλιν ᾤκισε», ενώ σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παυσανία, η καρική του καταγωγή καταδεικνύεται από το γεγονός ότι «Ἡρακλεῶται δὲ ἐς Λάτμον τὸ ὄρος ἀποχωρῆσαί φασιν αὐτὸν <καὶ τιμὴν αὐτῷ νέμουσι, καὶ ἄδυτον Ἐνδυμίωνός ἐστιν ἐν τῷ Λάτμῳ»· συμφωνώντας με τον Στράβωνα, που επιβεβαιώνει πως «μικρὸν δ΄ ἄπωθεν διαβάντι ποταμίσκον πρὸς τῷ Λάτμῳ δείκνυται τάφος Ἐνδυμίωνος ἔν τινι σπηλαίῳ». Αδιαμφισβήτητη καταπώς φαίνεται παραμένει μόνον η ημίθεη ή τουλάχιστον ‘ηρωϊκή’ του προέλευση. Ούτως ή άλλως υπεύθυνη για τον μύθο ήταν η θεϊκή ομορφιά του· με τα λιτά και ξάστερα λόγια του Απολλόδωρου: «τούτου κάλλει διενεγκόντος ἠράσθη Σελήνη͵ Ζεὺς δὲ αὐτῷ δίδωσιν ὃ βούλεται ἑλέσθαι· ὁ δὲ αἱρεῖται κοιμᾶσθαι διὰ παντὸς ἀθάνατος καὶ ἀγήρως μένων». Το κάλλος του λοιπόν το ξεχωριστό και υπερέχον ήταν αυτό που προσέλκυσε τη λαμπρή Σελήνη στο σπήλαιο της Λάτμου και παραχρήμα την ξελόγιασε.

Ο ύπνος του, ο παροιμιώδης στην κλασσική και μεσαιωνική γραμματεία, είτε ήταν απόκριση χαριστική του Διός, στον φόβο του για το «γήρασμα τοῦ σώματος καὶ τῆς μορφῆς» του, είτε δώρο της Σελήνης για τους δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς, όπως θα δούμε σε λίγο.

Τούτες οι εκδοχές του μύθου (πέρα από τ’ Ασέληνα όρη, που δεν τα ’βλεπε τ’ αργυρό φως της, βραδύνουσας στα ερωτικά φιλιά και χάδια, Σελήνης) αναφέρουν ως καρπό των ερωτικών συνευρέσεων στο σπήλαιο του Λάτμου πενήντα θυγατέρες. Κάποιες άλλες όμως εκδοχές της ίδιας ιστορίας, μεταγενέστερες (αλλά που αντλούν από παλιές πηγές, όπως π. χ. ο Κικέρων), πιο αβρές και εγγύτερα στο σύγχρονο περί έρωτος αίσθημα, θέλουν τη Σελήνη απαλά να του φιλεί τα μάτια καθώς αυτός καθεύδει (χωρίς να φοβάται βέβαια ότι «στα μάτια… χωρισμός ειν’ τα φιλιά»)· όντας συνάμα αυτή η αιτία που έπεσε σε τέτοιον ατελεύτητο ‘ἄτροπον’ ύπνο ο Ενδυμίων, ώστε να μπορεί αχόρταγα κι ανεμπόδιστα να του φιλά τα μάτια του.

Κρίνω αναγκαία εδώ τη μνεία μιας άλλης παράδοσης, του ποιητή Λικύμνιου του Χίου, που θέλει τον Ύπνο να ερωτεύεται τον παγκαλόμορφο Ενδυμίωνα και να τον αποκοιμίζει αλλά, προσέξτε, αφήνοντάς του ορθάνοιχτα τα μάτια ώστε να απολαμβάνει διαπαντός της θωριάς του την ηδονή και να χαίρεται των ματιών του τη λάμψη! Στους Δειπνοσοφιστές του, γράφει ο Αθήναιος: «Λικύμνιος δὲ τὸν Ὕπνον φήσας ἐρᾶν τοῦ Ἐνδυμίωνος οὐδὲ καθεύδοντος αὐτοῦ κατακαλύπτει τοὺς ὀφθαλμούς͵ ἀλλὰ ἀναπεπταμένων τῶν βλεφάρων κοιμίζει τὸν ἐρώμενον͵ ὅπως διὰ παντὸς ἀπολαύῃ τῆς τοῦ θεωρεῖν ἡδονῆς. λέγει δ΄ οὕτως· Ὕπνος δὲ χαίρων ὀμμάτων αὐγαῖς ἀναπεπταμένοις ὄσσοις ἐκοίμιζεν κοῦρον». «Διὰ τὸ τὸν Ὕπνον ἐρασθῆναι Ἐνδυμίωνος καὶ ἔτι καθεύδειν͵ καὶ σὺν αὐτῷ εἶναι φασί» συμμαρτυρεί κι η Σούδα.

[Υπογράμμιση περίπου περιττή: κοινή σχεδόν η καταγωγική φαντασίωση και στις δυο παραδόσεις, στα όρια του ηδονοβλεπτικού και πορνογραφικού ερωτισμού της αντικειμενοποίησης του ερωμένου· τη σώζουν όμως αυτές οι «ὀμμάτων αὐγαῖς» και τ’ αβρά φιλιά, και την εκσφενδονίζουν στου έρωτα τ’ απροσμέτρητα χάη.]

Κοντά σ’ όλα τούτα, διασώζεται κι άλλη μια ανεξάρτητη μαρτυρία (διόλου ασυνήθιστο δα σε τέτοιες περιπτώσεις!), που βρήκε μάλιστα και την εικονογραφική της απαθανάτιση σ’ ένα αθηναϊκό αγγείο. Σύμφωνα με αυτήν λοιπόν, ο Δίας είχε ανεβάσει τον Ενδυμίωνα στον ουρανό, κι επειδή ερωτεύτηκε την Ήρα (ή το είδωλό της), τον κατακρήμνισε στον Άδη· «λέγεται τὸν Ἐνδυμίωνα ἀνενεχθῆναι ὑπὸ τοῦ Διὸς εἰς οὐρανόν͵ ἐρασθέντα δὲ ῞Ηρας εἰδώλῳ παραλογισθῆναι [τὸν ἔρωτα] νεφέλης͵ καὶ ἐκβληθέντα κατελθεῖν εἰς ᾍδου» (Επιμενίδης).

Σ’ όλες του όμως τις εκδοχές ο μύθος εντέλει βρίσκει απήχηση στην ελληνιστική και ρωμαϊκή ποίηση (και στην Παλατινή Ανθολογία), στον Καλλίμαχο, τον Θεόκριτο, τον Φιλόδημο, τον Οβίδιο, τον Προπέρτιο. Πια όμως, ο μύθος δεν αναφέρεται per se, αλλά ο ποιητής επικαλείται τον έρωτα της Σελήνης προς τον Ενδυμίωνα ως συμπαθή μάρτυρα και βοηθό της ερωτικής σκηνής/στιγμής που περιγράφει. Χαρακτηριστικό είναι το γνωστό επίγραμμα του Φιλόδημου («Νυκτερινή͵ δίκερως͵ φιλοπάννυχε͵ φαῖνε͵ Σελήνη͵ φαῖνε δι΄ εὐτρήτων βαλλομένη θυρίδων· αὔγαζε χρυσέην Καλλίστιον· ἐς τὰ φιλεύντων ἔργα κατοπτεύειν οὐ φθόνος ἀθανάτῃ. ὀλβίζεις καὶ τήνδε καὶ ἡμέας͵ οἶδα͵ Σελήνη· καὶ γὰρ σὴν ψυχὴν ἔφλεγεν Ἐνδυμίων»).

Η ερωτική αυτή ιστορία αποτυπώθηκε αρκετά συχνά σε ζωγραφιές στην Πομπηία, σε ψηφιδωτά, αλλά κυρίως σε σαρκοφάγους στον ρωμαϊκό κόσμο (γιατί «είχε καταλήξει να αποτελεί ένα παρηγορητικό μύθο για το θάνατο», λέει ο Καραμανώλης)· υπάρχει μάλιστα η βάσιμη υποψία ότι η μορφή του παραδομένου στον ύπνο Ενδυμίωνα λειτούργησε ως πρότυπο για τον ανάγλυφο ξαπλωμένο Ιωνά κάτω από τη σκιά της κολοκυθιάς.
Όσο δε για του Ενδυμίωνα τον ύπνο κατέστη παροιμιώδης («τινὲς δὲ τῷ ὄντι φίλυπνόν τινα γεγονέναι τὸν Ἐνδυμίωνα͵ ἀφ΄ οὗ καὶ παροιμία ‘Ἐνδυμίωνος ὕπνος’ ἐπὶ τῶν πολὺ κοιμωμένων ἢ ἀμελῶς τι πραττόντων ὡς δοκεῖν κοιμᾶσθαι», σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο) κι η φράση αυτή χρησιμοποιείται ως και την ύστερη βυζαντινή περίοδο ως παροιμία για τους υπνηλούς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, στην ποίηση του Καβάφη φαίνεται πως πέρασε κυρίως η ομορφιά του Ενδυμίωνα όπως μαρτυρεί και το ποίημα του (1916):

Ενώπιον του Aγάλματος του Eνδυμίωνος

Επί άρματος λευκού που τέσσαρες ημίονοι
πάλλευκοι σύρουν, με κοσμήματ’ αργυρά,
φθάνω εκ Μιλήτου εις τον Λάτμον. Ιερά
τελών – θυσίας και σπονδάς – τω Ενδυμίωνι,
από την Αλεξάνδρειαν έπλευσα εν τριήρει πορφυρά.-
Ιδού το άγαλμα. Εν εκστάσει βλέπω νυν
του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν.
Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου· κ’ ευοίωνοι
επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν.

Στον Μπόρχες όμως κυριαρχεί η μοναξιά του ανθρώπου που έχασε και ψάχνει τη σελήνη, μη γνωρίζοντας αν όλα αυτά είναι μια ανάμνηση ή ένα όνειρο. Αντιγράφω από το ποίημα (1977):

Ο Ενδυμίων στη Λάτμο
………
Η Άρτεμη, ταυτόχρονα σελήνη και θεά
με κοίταζε καθώς κοιμόμουν στο βουνό
κι αργά αργά κατέβηκε στην αγκαλιά μου
χρυσάφι κι έρωτας στην ξαναμμένη νύχτα.
Εγώ έσφιξα τα θνητά μου βλέφαρα,
μη θέλοντας να δω το ωραίο πρόσωπο
που τα χωμάτινά μου χείλη βεβηλώναν.
……..
Ο κόσμος μ’ αποφεύγει. Φοβούνται
τον άνθρωπο που αγάπησε η Σελήνη.
Τα χρόνια πέρασαν. Μια αμφιβολία
με τρομάζει στην αγρύπνια μου. Αναρωτιέμαι
αν εκείνη η χρυσαφένια ταραχή πάνω στο όρος
ήταν αλήθεια ή ένα όνειρο μονάχα.
Λέω και ξαναλέω ανώφελα ότι μια χτεσινή
ανάμνηση και ένα όνειρο είναι το ίδιο πράγμα.
Η μοναξιά μου περιφέρεται μες στους συνηθισμένους
γήινους δρόμους, όμως πάντα
ψάχνω στη θεϊκή πανάρχαια νύχτα
την αδιάφορη θυγατέρα του Δία, τη σελήνη.

(μετ. Δημήτρη Καλοκύρη)

~·~

Εφοδιασμένος λοιπόν κι εγώ με την ανάμνηση τούτου του ονειρώδους έρωτα της Σελήνης για τον Ενδυμίωνα, σαν βρέθηκα στα βράχια του Λάτμου, στην Ηράκλεια, στις όχθες της ομώνυμης λίμνης (σημ. Μπάφα), έψαχνα να ιδώ τα πιθανά σημάδια που άφησε πίσω της η ιστορία του Ενδυμίωνα στα ερείπια τα σκορπισμένα ολοτρόγυρα στην περιοχή. Πέρα από τα ερείπια που έχουν αρμονικά συναρμωθεί με τη ζωή των νέων κατοίκων, ο μόνος απόηχος που μου έφτασε από την παλιά τούτη ιστορία ήτανε το φεγγάρι που έβγαινε πάνω από τους βράχους κι έριχνε τ’ αργυρό του φως στη λίμνη.

Ο Λάτμος (ή Λάτρος) μετά τον Ενδυμίωνα παραδόθηκε σ’ έναν άλλο έρωτα· μανικό κι αυτόν. Από τον 7ο αιώνα έγινε κέντρο μοναστικό ξακουστό σ’ όλη τη βυζαντινή επικράτεια μέχρι τον 13ο αιώνα οπότε και μαράζωσε σιγά σιγά όσο η τούρκικη παρουσία παγιωνόταν. Οι μόνοι μάρτυρες τούτου του μοναχικού έρωτα προς τον Θεό είναι τα ιστορημένα σπήλαια της περιοχής.

A thing of beauty is a joy for ever:
Its loveliness increases; it will never
Pass into nothingness…

(Endymion, Γιάννης Κητς)

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ