Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)

Δέκα δευτερόλεπτα σιωπής

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο μέγας Χέρμπερτ Μπλόμστεντ, λίγες εβδομάδες πριν από τα 99α γενέθλιά του, προσέρχεται στη σκηνή της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Για να προσεγγίσει το πόντιουμ, οι διοργανωτές έχουν στήσει μια ράμπα την οποία ο μαέστρος ανεβαίνει αργά, βασταζόμενος σε έναν περιπατητήρα. Ένας συνοδός τον βοηθά να καθίσει σε ένα σκαμπό, και τότε η ράμπα ανυψώνεται ελαφρώς για να τον φέρει στο ίδιο επίπεδο με την ορχήστρα. Από το πόντιουμ, ο γηραιότερος αρχιμουσικός στο διεθνές στερέωμα, ο άνδρας που κάνει αυτήν τη δουλειά από την εποχή που πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τρούμαν, θα διευθύνει την 7η συμφωνία του Μπρούκνερ. Η συνήθης διάρκεια του έργου είναι περίπου 65 λεπτά.

Η σκληρότητα των απαιτήσεων που θέτει η διεύθυνση ορχήστρας απέναντι σε ένα σώμα βαθιά γηράσκον, είναι παραπάνω από προφανής. Το κοινό είναι φυσικά προδιατεθειμένο να εκφράσει αβρότητα μπροστά στην αδυναμία του αγαπημένου του μαέστρου. Οι θεατές θα συγκινηθούν, θα νιώσουν συμπάθεια, ενδεχομένως και αμηχανία μπροστά στον θρύλο —έναν ακόμα— τον οποίο άλεσε το γήρας.

Κι όμως: τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Από τις πρώτες έως τις τελευταίες νότες της παρτιτούρας, ο Μπλόμστεντ όχι μόνον δεν αποφεύγει, μα καταβάλλει στο έπακρο τον σωματικό φόρο του έργου που έχει αναλάβει. Δεν κρατάει μπαγκέτα. Κραδαίνει συνεχώς το μέτρο, ο κορμός του δεν μένει ακίνητος ούτε για μια ανάσα, και το κεφάλι του στρέφεται διαρκώς προς μια ομάδα οργάνων. Και δεν είναι μόνον η σωματική λειτουργικότητα που αποστομώνει τους πάντες. Είναι και η ίδια η αισθητική του φυσικού μόχθου. Έχεις την εντύπωση ότι η ομορφιά του μουσικού έργου εκχυλίζεται στο σώμα και τις κινήσεις του μαέστρου. Λευκοδάκτυλες οι οδηγίες του, γυάλινο βάρος συνοδεύει τα χέρια του στην υπόδειξη των μουσικών φράσεων, η σωματική του όρχηση προσκαλεί το χαμόγελο μιας χρυσαλίδας, που τρέφεται με τη σκέψη της ζωής.

Και παραπάνω από τη σωματική ανθεκτικότητα και τη σωματική αισθητική, εντυπωσιάζει η μουσική ουσία. Ο Μπλόμστεντ είναι ένας από τους κορυφαίους ερμηνευτές του Μπρούκνερ. Έχει αφιερώσει δεκαετίες στο να διερωτάται τι θέλει να πει πραγματικά μια συμφωνία που στην μπαγκέτα τόσων και τόσων μαέστρων καταντά ερμηνευτικό χάρβαλο και ακουστικό τουρλουμπούκι. Ο Μπλόμστεντ όμως ξέρει πώς να αφηγηθεί στον ακροατή ένα έργο δυσνόητο και —φαινομενικά— λοξό. Μας δίνει να καταλάβουμε ότι o Μπρούκνερ δεν κάνει την κύρια εμφάνισή του στη μελωδική γραμμή. Υπάρχει στην αντίστιξη, στον χώρο ανάμεσα στις φωνές, στις απότομες μεταβάσεις και τις άγναφες αρμονίες που οι μαθητές και περισσότεροι ερμηνευτές του πάσχισαν να λειάνουν σε κάτι πιο εύπεπτο, φέρνοντάς το πιο κοντά στο ύστερο ρομαντικό γούστο. Ο Μπλόμστεντ αποκαθιστά την τραχύτητα για να επικοινωνήσει βαθύτερα τη ζεστασιά και το δράμα του κειμένου. Ε ί ν α ι  η αυθεντία που μπορεί να κάνει αυτήν την επιλογή με τρόπο που το κοινό θα τον παρακολουθήσει. Σε καμία συναυλία στη ζωή μου δεν άκουσα λιγότερα βηξίματα.

Αυτό, δε, που πρέπει να βίωσαν απόψε οι μουσικοί της κορυφαίας ορχήστρας του κόσμου, είναι κάπως δύσκολο να αρθρωθεί, αν και ήταν ορατό σε κάθε προσεκτικό παρατηρητή. Υπάρχει κάτι το μοναδικό στην ποιότητα της προσοχής και της επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα μεγάλο σύνολο και έναν μαέστρο που δουλεύει πλέον με αυτό που έχει αποσταχθεί. Η ορχήστρα ακούει διαφορετικά κάποιον που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα, να αποδείξει.

Γιατί όμως τα λέω όλα αυτά; Διότι τίποτα δεν με φοβίζει περισσότερο από τα γηρατειά. Όχι ο θάνατος — όχι ακόμα, τουλάχιστον. Ο θάνατος είναι σαφής και τελεσίδικος, και τη σαφήνειά του συνοδεύει μια ευγένεια. Και ούτε μιλώ για την ασθένεια, μα για τη φυσική φθορά: την αργή διάβρωση του εαυτού, τη σταδιακή αποξένωση από αυτό που κάποτε μπορούσες να κάνεις, να σκεφτείς, να νιώσεις. Τη μνήμη που παχαίνει σαν χαρτί πολυδιπλωμένο. Το σώμα που διαπραγματεύεται όλο και χειρότερους όρους. Και πίσω από όλα, τη σκέψη πως ό,τι είσαι θα λιγοστεύει διαρκώς, μέχρι να μείνει κάτι που δεν θα αναγνωρίζεις πια ως εαυτό σου. Ούτε εσύ, ούτε οι δικοί σου.

Κι όμως, χθες το βράδυ, κάτι άλλαξε. Όχι ότι διαλύθηκε ο φόβος. Ο Μπλόμστεντ δεν μου πρόσφερε παρηγοριά, μα κάτι πολυτιμότερο: ένα ρωμαλέο αντιπαράδειγμα. Ότι τα γηρατειά μπορεί να μην είναι μόνον διάβρωση, μα και διαύγαση — μια αργή, αφοπλιστική κάθαρση από το επίκτητο, το επιδεικτικό, το αναλώσιμο. Υπάρχει μια υψηλή αισθητική στο να γερνά κανείς καλά, και είναι από τις πιο σπάνιες. Δεν είναι η αισθητική της συντήρησης, της απεγνωσμένης προσπάθειας να φαίνεσαι αυτό που δεν είσαι πια. Είναι η αισθητική της αποδοχής χωρίς παραίτηση: να φέρεις τα χρόνια σου ως αυτό που είναι, να μην τα κρύβεις και να μην τα θρηνείς, αλλά να συνεχίζεις να κάνεις, με ό,τι σου απομένει, αυτό που αξίζει.

Με το πέρας του έργου, ο Μπλόμστεντ επέβαλε δέκα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής σε μια κατάμεστη αίθουσα. Ακολούθησε η αποθέωση, η πιο θεαματική από όσες έχω βιώσει. Λίγες είναι οι βραδιές σε αίθουσες συναυλιών που κουβαλάς στο υπόλοιπο της ζωής σου. Αυτή θα είναι μια από αυτές.

*

*

*

Πόθοι κάτω από τις σκαλωσιές

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Oι ιστορίες μαθητείας δεν είναι σπάνιες στον κινηματογράφο. Οι ιστορίες όπου η μαθητεία νοείται υπό την κυριολεκτική της έννοια, την κατάκτηση ενός επαγγέλματος δηλαδή, είναι λιγότερο συχνές, και έχουν, φυσικά, ως φόντο, και πάλι, τη γενικότερη μύηση του μαθητευόμενου στη ζωή, εφόσον έτσι συνηγορούν για το δραματουργικό τους ενδιαφέρον. Όταν όμως η μαθητεία συνεπάγεται και εθελούσια απεμπόληση της κοινωνικής θέσης, των κοινωνικών κεκτημένων, ήτοι όχι μια κοινωνική «προώθηση» αλλά μια κοινωνική «οπισθοχώρηση», τότε η υπόθεση αποκτά ιδιάζον ενδιαφέρον.

Έτσι, βλέπουμε ότι ο ήρωας της ταινίας Ενζό, τελευταίας ταινίας για την οποία δούλεψε ο Λωράν Καντέ (Ανάμεσα στους τοίχους, Ελεύθερος ωραρίου), βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Δύο κόσμους διαφορετικούς βάσει πολλαπλών κριτηρίων: ταξικών, επαγγελματικών, νοοτροπιών ζωής. Πλην όμως η αντίθεση δεν είναι κάθετη και απόλυτη: είναι ο γιος μιας μεσοαστικής γαλλικής οικογένειας, όπως δείχνει το παράδειγμα του άλλου γιου και μεγαλύτερου αδελφού του, ο οποίος προσβλέπει σε μια περαιτέρω κοινωνική αναρρίχηση, την οποία προοιωνίζεται με θριαμβικό τρόπο το πάρτι που θα διοργανώσει η οικογένεια για χάρη του γόνου της και της επιτυχίας του στο πανεπιστήμιο προς το τέλος της ταινίας, πάρτι στο οποίο θα συμμετάσχει και ο μικρότερος αδελφός, εκών άκων μάλλον, και με μιαν αμηχανία που τονίζει περισσότερο την αμφίβολη θέση του μέσα στο σύστημα αξιών της οικογένειας, μέσα στο σύστημα αξιών της κοινωνικής του τοποθέτησης. Ο δεκαεξάχρονος Ενζό (Ελουά Ποῢ) δεν προσβλέπει σε κάποιαν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, κι αυτό φαίνεται από τη συμπεριφορά του, από τις δραστηριότητές του, από την επιφυλακτικότητα απέναντι στη φορά ανέλιξης και σταδιοδρομίας που έχει αναλάβει ο «διανοούμενος», περισσότερο εκλεπτυσμένος, περισσότερο ταξικά συνειδητοποιημένος, αδελφός του.

Σε αντίθεση, ο Ενζό θέλει να γίνει ένας απλός οικοδόμος. Έτσι, η βαθύτερη ιδεολογική (υπό την ευρύτερη έννοια) σχάση που διατρέχει την ταινία είναι εκείνη μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, μια αντίθεση που στον ύστερο καπιταλισμό εξακολουθεί να διατηρεί την ισχύ της, και τις ποικίλες ταξικές της, για να μην πούμε ηθικές της, συνυποδηλώσεις. Ο δημιουργός της ταινίας, ο εκλιπών Καντέ και οι συν-σεναριογράφοι του, όπως ο Ρομπέν Καμπιγιό που αποπεράτωσε την ταινία, προβάλλουν τούτη την αντίθεση «υποβολιμαίως» και κατά έναν καθαρά κινηματογραφικό τρόπο: αφενός, το εργοτάξιο της βίλας όπου δουλεύει το συνεργείο στο οποίο ανήκει και ο μαθητευόμενος Ενζό, αφετέρου, η μοντέρνας και εκλεπτυσμένης αισθητικής βίλα όπου κατοικεί η οικογένεια του τελευταίου: εξόφθαλμο ταξικό σχόλιο που θα περίττευε να το υπογραμμίσουμε, όπως και η λεκτική του διαπραγμάτευση θα ήταν αυτονόητη και θα καθιστούσε το προφανές της αντίθεσης απλώς το προαπαιτούμενο εφαλτήριο για μια περαιτέρω δραματουργική εμβάθυνση. Δύο κόσμοι όχι τόσο με μιαν αγεφύρωτη ταξική διαφορά αλλά με διαφορετική νοοτροπία, βλέψεις για τη ζωή και, τελικά, ηθική στάση υπό την ευρύτερη έννοια. Η επιλογή και η καθοδήγηση των ηθοποιών εκ μέρους του σκηνοθέτη συντείνει σε αυτό. Τα ηλιοκαμένα και γεροδεμένα σώματα των εργατών, η αίσθηση της ψυχοσωματικής κινητικότητας και ευεξίας που αποπνέουν, η απότομη, και «βέβηλη» ακόμη, εκφορά της γλώσσας, μιας γλώσσας εργοταξίου, «πρακτικής», με κύριο στόχο το δραστικό τεχνικό αποτέλεσμα, την πρωτοκαθεδρία της τραχιάς σωματικής ενέργειας απέναντι στη νωθρή θεωρησιακή ενατένιση. Κι εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι το συνεργείο των εργατών αποτελείται κυρίως από ουκρανούς εργάτες, οικονομικούς μετανάστες, οριακά ενσωματωμένους στη γαλλική πραγματικότητα. Έχουμε δηλαδή μιαν αντίθεση που απηχεί μιαν ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια στη γηραιά ήπειρο.

Ο σκηνοθέτης όμως έχει την ευφυΐα να μην τα ανάγει όλα συλλήβδην στις παραπάνω αντιθέσεις. Αυτό που ο Αντρέ Μπαζέν ονόμασε κάπου προλεταριακό εξωτισμό προβάλλει, βέβαια, ανάγλυφα πάνω στις κινήσεις, στις λεκτικές εκφορές, πάνω στη γλώσσα τελικά των ουκρανών εργατών, και δείχνει την αντίθεσή του με τον νεαρό Ενζό, αντίθεση, που είναι και ταξική, και κοινωνιολογική, και εθνική, και επιπλέον αντίθεση γενεών, αντίθεση εργασιακής ιεραρχίας, αντίθεση εμπειροτεχνικής τεχνογνωσίας (τουτέστιν γνώσης). Αντίθεση όμως που δεν θα ωφελούσε να ερμηνευθεί μονοσήμαντα υπό ταξικούς όρους. (περισσότερα…)

Παράνοια και εξουσία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~ 

 «Έχουμε καταλάβει εδώ και καιρό ότι ο Πρόεδρος Τραμπ διαθέτει ένα αποδιοργανωμένο μυαλό και μια χαοτική προσωπικότητα. Αυτό που έχουν αναδείξει οι τελευταίοι μήνες, και ιδιαίτερα οι τελευταίες εβδομάδες, είναι ότι οι παθολογίες του προέδρου είχαν καταρρακτώδεις επιπτώσεις εντός της διοίκησής του. Η μεγαλομανία, η παρορμητικότητα, η ασυνέπεια και η πλήρης αποστασιοποίηση του Τραμπ από την πραγματικότητα έχουν γίνει κρατική πολιτική. Έχουν εγκατασταθεί στην αμερικανική διοίκηση. Έχουν θεσμοθετηθεί.»
Jonathan Rauch – Peter Wehner,
«The Trump Administration Is in a Psychotic State»,
NEW YORK TIMES, 10.4.2026

Το βιβλίο Μάζα και Εξουσία[1] (Masse und Macht, 1960) αποτελεί το κορυφαίο δοκίμιο του νομπελίστα Ελίας Κανέττι, το οποίο ολοκλήρωσε μετά από έρευνα δεκαετιών. Στο βιβλίο αυτό, ο Κανέττι αναλύει τη δυναμική της ομαδοποίησης και της μαζοποίησης των ανθρώπινων κοινωνιών καθώς και τη φύση της εξουσίας.

Σύμφωνα με την ανάλυση του, ο άνθρωπος έχει έναν έμφυτο φόβο για το «άγγιγμα» του ξένου. Η μαζοποίηση είναι η μόνη κατάσταση όπου αυτός ο φόβος εξαφανίζεται, καθώς όλα τα διαφορετικά άτομα αποβάλλουν τις διαφορές τους και αισθάνονται σαν ένα ενιαίο σώμα χρησιμοποιώντας ως μέσο την «εκφόρτιση» (Entladung). Τα παραπάνω χαρακτηρίζουν τη φύση της μάζας.

Ευρισκόμενες σε αυτή την κατάσταση οι μάζες επιδιώκουν τη συνεχή αύξηση τους, θέλουν πάντα να μεγαλώνουν και δεν αναγνωρίζουν τα φυσικά όρια στην ανάπτυξή τους: την ισότητα, η οποία λειτουργεί ως λυτρωτική κατάσταση απέναντι στον «φόβο της επαφής» που αισθάνεται το άτομο στην καθημερινότητα, την πυκνότητα δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση ώστε να μην υπάρχει κενό ανάμεσα στα μέλη της, και τον προσανατολισμό προς έναν στόχο ή μια κατεύθυνση για να διατηρήσει τη συνοχή της και να αποφύγει την αποσύνθεση. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά προσδιορίζουν την ορμή της μάζας. Κεντρικό σημείο στην ορμή της μάζας είναι η εκφόρτιση. Πρόκειται για τη στιγμή που όλα τα άτομα που την αποτελούν αποβάλλουν τις διαφορές τους και αισθάνονται ως ένα ενιαίο σώμα. Χωρίς αυτή την εκφόρτιση, η μάζα δεν μπορεί να υπάρξει στην πλήρη, δυναμική της μορφή.

Στη συνέχεια ο Κανέττι, συνδέει την εξουσία με το ένστικτο της επιβίωσης. Ο «Επιζών» είναι αυτός που στέκεται όρθιος ανάμεσα στους νεκρούς, και αυτή η στιγμή αποτελεί την αρχέγονη μορφή της εξουσίας. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά των Ντελέζ- Γκουατταρί[2] στην ταινία Λώρενς της Αραβίας (1962) του Ντέηβιντ Λιν, και συγκεκριμένα στην σκηνή που διαδραματίζεται μετά την κατάληψη της Άκαμπα: «Το βράδυ, ύστερα από τη μάχη, ο ταγματάρχης Λώρενς ξαπλώνει στη σειρά τα νέα γυμνά πτώματα πάνω στο συμπαγές σώμα της ερήμου». Η στιγμή της επιβίωσης αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της εξουσίας.  Η εξουσία γεννιέται από τη στιγμή που κάποιος στέκεται όρθιος ανάμεσα σε νεκρούς. Ο ηγέτης αισθάνεται ανώτερος επειδή εκείνος επέζησε ενώ άλλοι χάθηκαν. Αυτή η «στιγμή του επιζώντος» είναι η απόλυτη ηδονή της εξουσίας. Όμως, για τον Κανέττι η φύση της εξουσίας είναι παρανοϊκή. Στη συνέχεια της σκηνής που αναφέρθηκε παραπάνω, ο σκηνοθέτης δείχνει ότι ο Λώρενς βρίσκεται σε μια κατάσταση ψυχολογικής κατάρρευσης και εσωτερικής σύγκρουσης, έχοντας έρθει αντιμέτωπος με τη βία του πολέμου. Η διάταξη των πτωμάτων με μια σχεδόν «τελετουργική» ή «αισθητική» τάξη υπογραμμίζει την αποξένωσή του από την πραγματικότητα και την αρχόμενη ψύχωση ή την εμμονή του με την εικόνα του ως «μεσσία» ή «τιμωρού». Για τον Κανέττι η φύση της εξουσίας είναι παρανοϊκή! Αυτή η μετατροπή στο σκεπτικό του, ακολουθεί την ακόλουθη ψυχολογική διαδρομή. (περισσότερα…)

Ξεκομμένο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 25.iv.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΞΕΚΟΜΜΕΝΟ

Όταν τα δέντρα εγκαταλείπουν τη συστάδα τους και παίρνουν τους δρόμους για ν’ αλλάξουν τόπο, συχνά τα καταλαμβάνει η αμηχανία της επιλογής κατεύθυνσης. Σταματούν τότε για λίγο να σκεφτούν το ζήτημα και συνήθως εκεί μένουν ακίνητα και σκεφτικά για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Δηλαδή συνεχώς πηγαίνουν εκεί που ήδη έχουν πάει.

*

* (περισσότερα…)

Από την αγωνία ώς τον σαρκασμό

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

~.~

Έλενα Σταγκουράκη
Εντός, εκτός και επί τα αυτά
Σμίλη 2024

Επέλεξα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Εντός, εκτός και επί τα αυτά της Έλενας Σταγκουράκη με το ποίημα «Μάθημα θεατρικής μετάφρασης», ίσως γιατί το θεωρώ ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά της. Το διακρίνει η ακρίβεια στη μορφή του – έμμετρο, ρυθμικό, με ζευγαρωτή ομοικαταληξία – ακρίβεια που το ακολουθεί πιστά και στις 14 στροφές. Το διακρίνει επίσης η διαύγεια του περιεχομένου του. Στο ποίημα εκφράζεται με σαφέστατο τρόπο η αγωνία της μεταφράστριας Σταγκουράκη και η αντιπαράθεση μέχρι και αντίσταση στην τετριμμένη και απολιθωμένη διδακτική, που συνήθως ακολουθείται στα Πανεπιστήμια και στα εργαστήρια μετάφρασης.

[…]

Τότε εγώ, καλή κυρία
θά βρω άλλη ευκαιρία
κείμενο να μεταφράσω
και το μάθημα ας το χάσω.

Η μετάφραση για μένα
είναι θαύμα, μέγα κι ένα!
Ούτε και θα την προδώσω
μην τυχόν και σε θυμώσω!

Λέξη-λέξη δεν το λέω,
κι άμα θες σ’ το ξαναλέω:
με το πνεύμα μεταφράζω
και το γράμμα θα τ’ αλλάζω!

Στον ποιητή πιστή θα μένω
έτσι πρέπει κι επιμένω!
Αν εκείνος το επιτρέπει,
αλλαγές θα κάνω σε έπη.

Αν χωρίσουμε, χαλάλι!
Μέθοδος δε μένει άλλη,
στη μετάφραση θα μείνω
πιο πιστή. – Το καπελίνο.

Είναι σ’ αυτό το ποίημα που η αντίσταση της ποιήτριας-μεταφράστριας στις διδακτικές μεθόδους θα την οδηγήσει στην σάτιρα, την ειρωνεία και τον σαρκασμό (φαίνεται μάλιστα πως η έμμετρη μορφή βοηθάει σ’ αυτό). Στοιχεία που όλο και περισσότερο λείπουν από τη σύγχρονη ποίηση! Μου έρχεται στο νου σχόλιο του Τάκη Σινόπουλου από το μακρινό 1965. «Σήμερα με τις ελευθερίες που πήρε η ποίηση δεν έχουμε σάτιρα. Ίσως φταίει η εποχή, υπερβολικά σοβαρή, υπερβολικά προβληματισμένη, υπερβολικά αγχώδης. Και πως να χωρέσει σάτιρα στον ελεύθερο στίχο. Μα πάλι σκέφτομαι γιατί όχι;» Αν όλα αυτά συνέβαιναν τότε που τα σημείωνε ο ποιητής του Νεκρόδειπνου, τι γίνεται σήμερα που η εποχή μας έχει κατά πολύ ξεπεράσει τα όποια όρια είχαμε κάποτε φανταστεί και μας έχει βαρύνει. Όμως η σάτιρα ανθίζει στα ποιήματα της Σταγκουράκη κι όταν αυτό δεν φαίνεται ρητά, ξεπροβάλλει με αχνό τρόπο μέσα από διάσπαρτους στίχους της συλλογής.

Από το ποίημα “Σε κατάσταση εκτάκτου συναγερμού” (σ. 18).

Αρκεί που τη γλύτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα.

(περισσότερα…)

Ιουδαιοχριστιανική Ευρώπη; Ορισμένες σκέψεις

*

Από τον συνεργάτη μας Γιάννη Κακριδή λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το πρόσφατο άρθρο του Ανρί Λεβαβασέρ με έβαλε σε ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες σου.

Το άρθρο του Λεβαβασέρ έχει δύο σκέλη. Το ένα απο αυτά αναφέρεται στον ίδιο τον όρο «ιουδαιο­χριστιανικός». Εδώ δέν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την κριτική του αρθρογράφου. Άν το πρώτο συν­θετικό του όρου «ιουδαιο­χριστιανικός» αναφέ­ρεται στο αρχαίο Ισραήλ, τότε είναι περιττό: χριστια­νισμός χωρίς την Παλαιά Διαθήκη δέν νοείται. Άν πάλι αναφέρεται στη Συναγωγή, τότε δέν συμβιβάζεται με το δεύ­τερο, εφόσον η δική-της πίστη βρίσκεται σε πλήρη και συνειδητή αντίθεση προς το μήνυμα του Ευαγγελίου.

Ο όρος «ιουδαιοχριστιανικός» είναι επομένως είτε πλεοναστικός είτε οξύμωρος. Φτάνει το «χρι­στια­­νικός».

Και εδώ αρχίζει τo άλλο, πιό ουσιαστικό σκέλος της κριτικής του Λεβαβασέρ, κατα τον οποίο η ευ­ρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα προϋπήρχε του χριστιανισμού. Την πραγματικότητα αυτή ο Λεβαβασέρ την ανάγει μάλιστα όχι μόνο στην ελληνική σκέψη και στο ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και στην ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα και στον υψηλό πολιτιστικό επίπεδο που κατα τη γνώμη-του είχαν κατακτήσει οι λαοί της Ευρώπης ήδη τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Υπο αυτό το πρίσμα ο χριστιανισμός φαίνεται να είναι απλώς ενα μπόλι στον κορμό ενος δέντρου που έθαλλε ήδη απο πολύ καιρό.

Μπόλι-ξεμπόλι, είναι προφανές –και ο ίδιος ο Λεβαβασέρ το αποδέχεται– οτι άν αφαιρέσουμε τα χριστιανικά στοιχεία απο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό των τελευταίων αιώνων δέν θα μείνουν και πολλά πράγματα. Θα χρειαστεί να θυσιάσουμε όχι μόνο τον Θωμά τον Ακινάτη και τον Πασκάλ, αλλά και τον Ρασίν, τον Κάντ, τον Χέγκελ… Ακόμα και ενας αρνητής του χριστιανισμού όπως ο Νί­τσε απο αυτόν τρέφεται, είτε θέλει να το παραδεχθεί είτε όχι.

Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται βεβαίως αλλού και αφορά όχι τόσο το παρελθόν, όσο το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος –σε αυτό συμφωνούμε όλοι– έχει απομακρυνθεί πιά πολύ απο τις χριστιανικές-του καταβολές. Η απομάκρυνση αυτή δέν φαίνεται ωστόσο να οδηγεί σε κάποια αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και ακόμα λιγότερο στον λαμπρό πολιτισμό που οι λαοί της Ευρώπης είχαν αναπτύξει τάχα την Εποχή του Χαλκού (αστεία ιδέα). Αυτό που κυριαρχεί στον σύγχρονο κόσμο (τουλάχιστο τον Δυτικό) είναι το ιουδαϊκό πνεύμα – δικαίως άλλωστε: όσο και άν απο χριστιανική άποψη δέν επαρκεί για να σώσει τον άνθρωπο, ο ηθικός μονοθεϊσμός της Πα­λαιάς Διαθήκης είναι απείρως ανώτερος απο οποιαδήποτε παγανιστική φαν­τασίωση.

Το δείχνει άλλωστε και η πορεία της δικής-μας πατρίδας: ξεκίνησε με την φιλοδοξία να ξαναζων­τανέ­ψει την Αρχαία Ελλάδα και κατέληξε στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ…

Με θερμούς χαιρετισμούς

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στον ίδιο φαύλο κύκλο

Bartolomeo Del Bene, Η Πόλις της Αληθείας

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εκκοσμίκευση των Νέων Χρόνων; Διαφωτισμός και χειραφέτηση της πολιτικής από τη θρησκεία; Τι ψευδαίσθηση… Ούτε μία ούτε δύο: τρεις εσχατολογίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή γύρω στα νερά του Περσικού Κόλπου. Η χριστιανική προτεσταντική των ΗΠΑ, η εβραϊκή σιωνιστική του Ισραήλ και η ισλαμική σηιτική του Ιράν.

Ο εκθεολογισμός της πολιτικής ρητορικής είναι ίσως η πιο χτυπητή εξέλιξη των τελευταίων ετών. Τους Αμαληκίτες θέλει να εξαλείψει εκ νέου από προσώπου γης ο Νετανιάχου και οι συν αυτώ στα Ιεροσόλυμα. Τον Αντίχριστο της «παγκόσμιας κυβέρνησης» αντιμάχεται ο Πέτερ Τιλ και οι τεχνογκουρού. Τον Σατανά αυτοπροσώπως βλέπει επί τω έργω κατά της Μητέρας Ρωσσίας στην Ουκρανία και αλλαχού ο Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τον Εξαποδώ αναγνωρίζει στη μορφή του Τραμπ και η Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου ποζάρει ως άλλος Ιησούς φωτοστεφάνωτος και αίρων τας αμαρτίας του κόσμου…

Πώς γίνεται και μετά από τρεις αιώνες ριζικής, εκθεμελιωτικής κριτικής στον θρησκευτικό «σκοταδισμό» να μην έχουμε κάνει βήμα από την αρχική μας αφετηρία; Η απάντηση είναι απλή και έχει δοθεί εγκαίρως από πολλούς στοχαστές. Όλες οι πολιτικές ιδεολογίες που έχουν τη ρίζα τους στον Διαφωτισμό, στην πράξη αντέγραψαν τη δομή του θρησκευτικού πιστεύω που γύρεψαν να παραμερίσουν. Την θεόθεν Πρόνοια αντικατέστησε η εξίσου νομοτελειακή Πρόοδος. Η Ιστορία παρέμεινε στάδιο οντολογικά υποδεέστερο, προορισμένο να φτάσει στο Τέλος, την Τελείωση και την Τελειότητά της, απλώς αυτή τη φορά ενδοκοσμικά και όχι μετά την Έσχατη Κρίση. Η Ανάσταση μετονομάστηκε σε Επανάσταση. Ο ενεστώς άνθρωπος κηρύχθηκε λιποβαρής, παρακατιανός και αναμορφωτέος: ένας Νέος Άνθρωπος -του Σοσιαλισμού, του Φασισμού, του Φιλελευθερισμού- ήταν γραφτό να πάρει τη θέση του, ή ακόμη καλύτερα, ένας Μετάνθρωπος ή ένας άνθρωπος υβριδικός, η Ανθρωπομηχανή.

Όπως έγραφε ο Βίλχελμ Μύλμαν στα 1984, οι θρησκευτικοί πόλεμοι μπορεί να ξεκίνησαν στην Αρχαιότητα με τους αμοιβαίους διωγμούς μεταξύ εθνικών και ναζαρηνών, στην πράξη όμως δεν τελείωσαν ποτέ. Ο ίδιος ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές είναι φαινόμενο διαχρονικό και, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ανεξάλειπτο. Όμως η ταύτιση του Αντιπάλου με το Κακό και το αίτημα της καθολικής του εξάλειψης ως ύψιστου ηθικού καθήκοντος ουτωσώστε να διανοιχθεί η οδός προς τη Σωτηρία (το Χιλιόχρονο Ράιχ, την Αταξική Κοινωνία, την Δικαιωματοπάροχο Αγορά) είναι ένα νέο ποιοτικά φαινόμενο με γενεαλογία συγκεκριμένη, με ρίζες στον μονοθεϊσμό και την προσδοκία της μίας και οριστικής Αλήθειας. Τα μεταδιαφωτιστικά πολιτικά στρατόπεδα ανέγραψαν όλα στα λάβαρά τους, στην εκάστοτε ιδιόλεκτό τους, το βιβλικό «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει».

Για τη δόξα, τον πλούτο και την ισχύ μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί ο καθένας. Για μια ιδέα όμως, μόνος ένας πιστός. Ο ηθικός σκεπτικιστής, ο αγνωστικιστής ποτέ δεν θυσιάζεται για μια ιδέα, όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελλ. Για τον λόγο ότι φοβάται την ειρωνεία: η ιδέα του ίσως αποδειχθεί εσφαλμένη.

Με την έννοια αυτή, η αποτυχία των πολιτικών ιδεολογιών να εκπληρώσουν εμπράκτως τις υποσχέσεις τους (ακόμη και οι πιο ζηλωτές φιλελεύθεροι δυσκολεύονται πια να διαβεβαιώσουν τους πιστούς τους ότι το μέλλον που τους περιμένει εν καπιταλισμώ θα είναι καλύτερο από το παρόν) ήταν επόμενο να οδηγήσει σε μια συστροφή: στην ανακλαστική επάνοδο στο real thing, στη γνήσια θεολογία. Η αναρρίπηση των θρησκειών έρχεται να αντιπαλέψει όχι μόνο το κενό του νοήματος στο οποίο έχουμε περιπέσει, αλλά κάτι πρωτογενέστερο: το ναυάγιο των Ουτοπιών που το γέννησαν.

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται, φευ, για μια παλινωδία. Για μία παλινδρόμηση, αλίμονο, στον ίδιο φαύλο κύκλο.

*

*

*

Χώρος και Χρόνος στην Ιστορία του Πολιτισμού: Σημειώσεις για τον Παναγιώτη Κονδύλη

*

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

~.~

«Αυτό που ονομάζεται πνεύμα της εποχής
δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο
παρά το ίδιο το πνεύμα των ανθρώπων, μέσα
στο οποίο η εποχή καθρεφτίζεται.»
ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ
«Ο ιστορικός είναι ένας αναδρομικός προφήτης.»
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΛΕΓΚΕΛ

 

Ι. Η Κοινωνιολογική Σύλληψη του Κονδύλη

Στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης περιγράφει τη μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Στην παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των όψεων και διαστάσεων που θίγει ο Κονδύλης στο έργο αυτό, παρά θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημείου, και πιο συγκεκριμένα ενός εργαλείου στο οποίο στηρίχθηκε εν μέρει ο εν λόγω διαχωρισμός: της διάκρισης χώρου και χρόνου ως μορφών κοινωνικής εμπειρίας. Πριν το κάνουμε όμως αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε σύντομα το ευρύτερο μεθοδολογικό πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιεί ο Κονδύλης προκειμένου να υποστηρίξει τη βασική θέση του βιβλίου ότι «η προβληματική του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου—τόσο στην κοινωνική και πολιτική όσο και στην πολιτισμική της έποψη—φωτίζεται καλύτερα αν τη δούμε στο πλαίσιο της παρακμής του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής, καθώς και της μετάβασης από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία».[1]

Για να φωτίσει αυτήν την ιστορική μετάβαση, ο Κονδύλης κατασκευάζει δύο ιδεότυπους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα δύο διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα που περιγράφει: ο πρώτος είναι το «συνθετικό–εναρμονιστικό» σχήμα σκέψης, που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης και ζωής του αστικού πολιτισμού, κι ο δεύτερος είναι το «αναλυτικό–συνδυαστικό» σχήμα σκέψης, που αντιστοιχεί στον τρόπο σκέψης και ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Ο Κονδύλης θεωρεί πως πρωτεργάτες αυτής της μετάβασης υπήρξαν τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα του μοντερνισμού· παρά την εσωτερική ετερογένεια και ποικιλομορφία τους, η εξωτερική αντι-αστική στόχευση των ρευμάτων αυτών επισημάνθηκε από διάφορους κοινωνιολόγους και ιστορικούς. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει έναν κοινό παρανομαστή ανάμεσα τους, ο Λίχτχαϊμ έγραφε π.χ. το 1972: «το κίνημα του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν διέθετε κάποιο ενιαίο θεματικό πυρήνα, παρά μόνο μια γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που με ασαφή τρόπο αποκαλούνταν αστικός τρόπος ζωής».[2] Αν, για τον Κονδύλη, ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός υπήρξε η ατμομηχανή αυτής της μεταβολής, καθώς, όπως γράφει, η τέχνη συχνά επιτελεί ρόλο σεισμογράφου βαθύτερων ιστορικών διεργασιών και κοσμοθεωρητικών εντάσεων,[3] τότε, στον απόηχο των κινημάτων αυτών, ολόκληρη η πνευματική ατμόσφαιρα υπέστη μια ριζική μεταβολή.[4] Και η  μεταβολή τούτη συνυφάνθηκε εξ αρχής με αντίστοιχες μετατοπίσεις στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας, οι οποίες όμως, για λόγους οικονομίας, θα μείνουν εκτός του πλαισίου της ανάλυσης μας.[5]

Παράλληλα, ο Κονδύλης τονίζει ότι στον πρώτο ιδεότυπο κυριαρχεί το πρωτείο του χρόνου, ενώ στον δεύτερο το πρωτείο του χώρου.[6] Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, ότι δηλαδή κάποιες ιστορικές εποχές οργανώνουν την εμπειρία τους χωρικά και άλλες χρονικά, είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Συγκρίνοντας την αστική σύνθεση με εκείνη της χριστιανικής κοινωνίας που προηγήθηκε, ο Κονδύλης σημειώνει πως «αν στην αντίληψη της societas civilis το αρμονικό Όλο έμοιαζε με πυραμίδα, τώρα φαίνεται μάλλον σαν σφαίρα».[7] Στην περίπτωση της μετα-αστικής κοινωνίας, η πιο εναργής εικόνα στην οποία προσφεύγει κατ’ επανάληψη για να φωτίσει την ιδιαιτερότητα της νέας μορφής σκέψης είναι εκείνη της επίπεδης επιφάνειας. Ας δούμε τώρα πώς αντιλαμβάνεται θεωρητικά αυτή τη διάκριση. Συνοψίζοντας τις βασικές διαφορές των δύο μορφών σκέψης, ο Κονδύλης γράφει:

Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης. Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυασθούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.[8] (περισσότερα…)

«Μεταξύ αστικής και μετα-αστικής εποχής»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη για το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα

*

Εισαγωγικό Σημείωμα – Μετάφραση
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ

Στην επιστολή που ακολουθεί προς τον φίλο του, Falk Horst, ο Κονδύλης παραθέτει ορισμένα παραδείγματα που φωτίζουν την αντίθεση ανάμεσα στην αστική και τη μετα-αστική λογοτεχνία. Η αντίθεση αυτή αποτελεί κεντρικό άξονα του βιβλίου του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, στο οποίο ο Κονδύλης περιγράφει την ευρύτερη μετάβαση από τον αστικό πολιτισμό του 19ου αιώνα στον μαζικοδημοκρατικό πολιτισμό του 20ού. Βασική θέση του βιβλίου είναι ότι ο καλλιτεχνικός και λογοτεχνικός μοντερνισμός —από τον νατουραλισμό και τον ιμπρεσιονισμό ίσαμε τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα— υπήρξε το πρώτο χρονολογικά πνευματικό κίνημα που εξαπέλυσε μια συντονισμένη επίθεση στα κοσμοθεωρητικά θεμέλια του αστικού πολιτισμού.

Το βιβλίο έχει σε μεγάλο βαθμό δοκιμιακή μορφή, είναι γραμμένο σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης και στερείται τόσο παραπομπών όσο και βιβλιογραφίας. Όταν δε ο συγγραφέας αναφέρεται σε συγκεκριμένες υφολογικές ή κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, ονοματίζει μόνο ρεύματα και «-ισμούς» (π.χ. φουτουρισμός), χωρίς να παραπέμπει ευθέως σε ονόματα ή σε συγκεκριμένα έργα. Λάτρης των πανοραμικών κατόψεων, ο Κονδύλης συχνά «τσουβαλιάζει», όπως κατά καιρούς του καταλογίστηκε, την εσωτερική μοναδικότητα του έργου τέχνης σε σχήματα που εξυπηρετούν την προώθηση μιας συνθετικής ματιάς. Στο σημείο αυτό η προσέγγιση του διασταυρωνόταν με εκείνη του Άρνολντ Χάουζερ, ο οποίος κατά παρόμοιο τρόπο πίστευε ότι μια τέτοια θεώρηση δεν αποσκοπεί στο να υπονομεύσει τις ατομικές αρετές του έργου τέχνης, αλλά στο να το δει από μια άλλη σκοπιά – εκείνην που ο Ούγγρος ιστορικός της τέχνης θεωρούσε ως την κυρίαρχη του 20ού αιώνα: την κοινωνιολογική. Σε κάθε περίπτωση, η ακόλουθη επιστολή μπορεί να λειτουργήσει ως μίτος χειροπιαστών παραδειγμάτων για τον ενδιαφερόμενο ερευνητή που θα επιθυμούσε να προβεί σε μια πιο εστιασμένη ανάγνωση των γενικών ερμηνευτικών διαγνώσεων του βιβλίου.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά τόσο την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη όσο και τον κ. Φαλκ Χορστ. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Χώρος και χρόνος στην ιστορία του πολιτισμού: Σημειώσεις πάνω στην Παρακμή του αστικού πολιτισμού του Παναγιώτη Κονδύλη». – ΣΒ

(περισσότερα…)

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»;

*

του ΗΕΝRΙ LΕVΑVΑSSΕUR

~.~

Η προσφυγή στον όρο «ιουδαιοχριστιανισμός» συνιστά ένα αμφισβητήσιμο συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να αποδώσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο προσήκει απλώς να ονομάζουμε ευρωπαϊκό, χωρίς να του προσάπτουμε άλλους, περιοριστικούς προσδιορισμούς.

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»; Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, στοχαστές ή πολεμογράφοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως τέτοια. Είναι, όμως, ακριβής και πρόσφορος αυτός ο ορισμός της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πραγματικότητας; Πρέπει η τελευταία να νοηθεί κατ’ ουσίαν ως «ιουδαιοχριστιανικών» καταβολών; Δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο, για δύο κύριους λόγους: ο πρώτος αφορά την ιστορία των ευρωπαϊκών λαών, ο δεύτερος την ιστορία των θρησκειών.

Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι γλώσσες που ομιλούνται σήμερα από τους ευρωπαϊκούς λαούς (λατινογενείς, γερμανικές, κελτικές, σλαβικές, βαλτικές, καθώς και η νέα ελληνική) ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση τη βασκική, την ουγγρική, τη φινλανδική και την εσθονική), στην οικογένεια των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών· πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν όλες κατάγονται από μια κοινή μητρική γλώσσα, ηλικίας άνω των 5.000 ετών. Και δεδομένου ότι η γλώσσα δομεί τη σκέψη, αυτή η κληρονομιά συνιστά θεμελιώδες τμήμα του πολιτισμού μας.

Επιπλέον, καμία μετακίνηση πληθυσμών ή αποικισμός εξωγενής προς το ινδοευρωπαϊκό σύνολο δεν υπήρξε επαρκώς μαζικός —από όσους έπληξαν κατά τόπους την Ευρώπη τα τελευταία πέντε χιλιάδες έτη— ώστε να ανατρέψει ριζικά τη σύνθεση του ευρωπαϊκού πληθυσμού σε ηπειρωτική κλίμακα (με εξαίρεση τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, τα οποία συνιστούν φαινόμενο άνευ ιστορικού προηγουμένου από την εποχή της διάχυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σήμερα απερίφραστα από τα πορίσματα των πλέον πρόσφατων παλαιογονιδιωματικών μελετών. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είναι απλώς ομιλητές ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (όπως συμβαίνει, λ.χ., με αφροαμερικανικούς πληθυσμούς που επικοινωνούν στα αγγλικά), αλλά και απόγονοι ινδοευρωπαϊκών προγονικών γραμμών, εγκατεστημένων επί χιλιετίες στον ίδιο χώρο.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν ήδη φθάσει σε προχωρημένο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης από την εποχή του Χαλκού, πριν από 3.500 χρόνια και πλέον. Ως προς την εξέλιξη των επιστημών και των τεχνών, αλλά και ως προς τις μεγάλες αρχές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Ευρώπη είναι επίσης κληρονόμος της ελληνικής σκέψης και του ρωμαϊκού προτύπου, τα οποία προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Τα μνημεία του Στόουνχεντζ, του Παρθενώνα ή του ρωμαϊκού Φόρουμ ανεγέρθηκαν πολύ πριν από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν απτά τεκμήρια της αρχαιότητας του πολιτισμού μας.

Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί η σημασία των εξωτερικών επιδράσεων, ιδίως των ανατολικών, που ασκήθηκαν κατά καιρούς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: κανένας πολιτισμός δεν αναπτύσσεται χωρίς επαφή με τους γείτονές του, με τους οποίους άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνδιαλέγεται, γεγονός που συνεπάγεται αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Παρά ταύτα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παραμένει διακριτός από τον περίγυρό του· διαθέτει ίδϊα ταυτότητα, και οι επιδράσεις που δέχθηκε ή άσκησε ανά τους αιώνες δεν πρέπει να οδηγούν σε παραγνώριση της ιδιοπροσωπίας του.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο χριστιανισμός δεν ανήκει στις «ρίζες» της Ευρώπης, αλλά συνιστά μάλλον ένα «εμβόλιο» που μετασχημάτισε φυσιολογικά την ανάπτυξη του δένδρου επί του οποίου εμφυτεύθηκε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της πολυχιλιετούς του εξέλιξης. Η διαπίστωση αυτή δεν αποβλέπει, βεβαίως, στην υποτίμηση της συμβολής του χριστιανισμού στον πολιτισμό μας. Χωρίς αυτή τη «μεταμόσχευση», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα ήταν αναμφίβολα πολύ διαφορετικός (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ουδείς μπορεί να το κρίνει). Η συγκίνησή μας ενώπιον των ερειπίων του Στόουνχεντζ ή του Παρθενώνα δεν αποκλείει τη συγκίνησή μας κάτω από τους θόλους του καθεδρικού της Σαρτρ. Ο θαυμασμός προς τον Όμηρο ή τον Αριστοτέλη δεν συνεπάγεται παραίτηση από την εκτίμηση προς τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον Πασκάλ. Ας προστεθεί —κάτι που δυστυχώς δεν είναι πλέον αυτονόητο στην εποχή μιας πολιτισμικής αποσάθρωσης υπό τις επιταγές «πνευματικών τρομοκρατών»— ότι μπορεί κανείς να θαυμάζει έναν στοχαστή χωρίς να συμμερίζεται όλες τις αναλύσεις του. Υπενθυμίζεται, τέλος, το προφανές: το να αναγνωρίζουμε ότι οι «ρίζες» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αρχαιότερες του χριστιανισμού δεν εμποδίζει κάποιον να είναι χριστιανός, ούτε θίγει την εγκυρότητα των δογμάτων των χριστιανικών ομολογιών για όσους τα ασπάζονται. Πρόκειται για διαπίστωση που ανήκει στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και όχι της πίστης: η ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα κατέστη χριστιανική, υπό την έννοια ότι η ιστορική της πορεία δεν νοείται χωρίς τη χριστιανική συμβολή, ενώ οι πρώιμες φάσεις της, που αποτελούν το απώτατο κληροδότημά μας, προηγούνται της έλευσης του χριστιανισμού στην Ευρώπη. Αντιστρόφως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο χριστιανισμός προσέλαβε πολλά από την Ευρώπη κατά την εγκατάστασή του σε αυτήν: αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα εκτενή δάνεια από την ελληνική σκέψη, τα «ρωμαϊκά» σχήματα οργάνωσης (στις δυτικές και ανατολικές εκδοχές τους), καθώς και τις τοπικές παραδόσεις «λαϊκής ευσέβειας», από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας έως σήμερα — τόσο στους καθολικούς και τους προτεστάντες όσο και στους ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Derek Walcott, Ο άνεμος στην αυλόπορτα και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤA

για τον Έρικ Ρόουτς

Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το σκισμένο στόμα.
Δεν ήθελα το ποίημα αυτό να ’ρθει
απ’ το αλμυρό του σώμα.

Μα θα σου πω τι υμνεί:

Λέει για τον τοίχο με την πρωινή χαρά να ξεχειλίζει
από το χείλος του περιβολιού,
για την αυλή με το στρωμένο χώμα,
καθαρή σαν σαλονιού τραπέζι,
μ’ ένα κίτρινο δέντρο,
ένα άκε, μι’ αμυγδαλιά,
ή μια ροδιά
μες στο κρυστάλλινο ανθογυάλι του ήλιου.

Καμιά φορά θ’ ακούμπαγε το δάχτυλο
στου ανέμου τον σφυγμό
σαν άκουγε τη θάλασσα μέσα τις αρκεύθους.
Ξεκίνησε να κολυμπά ως την Αφρική,
μα το σώμα του τον πρόδωσε·
διάλεξε αυτόν τον τρόπο
να φτάσει στους προγόνους του.

Όχι, δεν ήθελα να το γράψω αυτό,
μα θέλοντας και μη
θ’ ανοίξει δρόμο
με τη ματσέτα του ανερώτητα ο ήλιος
ανάμεσα απ’ τα βουρκωμένα βλέφαρα.
Στον ιδρωμένο από την πάχνη αγρό
τα μηρυκαστικά μασούν το μαύρο
σάμπως εργοστάσια.
Δεν ήθελα να τ’ ακούσω ξανά:
τον αντίλαλο από σαραβαλιασμένους ανεμόμυλους,
το σούσουρο των άγριων γλυκοπατατών
κυριεύοντας αργά τους ρημαγμένους φράχτες,
των βρύων τις ραπτομηχανές
γαζώνοντας των σκλάβων τα κελιά…

Μα η βροχή ξεσπά
στα μέτωπα των άγριων γλυκοπατατών,
η αυλόπορτα πιάνει ξανά
το σκουριασμένο της ρεφρέν,
και οι πρώτες σταγόνες της ψιχάλας,
σπονδές στον Σάνγκο
– μέσα μου διορθώνει ο Αφροέλληνας: στον Δία! –
στεγνώνουν γρήγορα σαν ιδρώτας στο μέτωπο –
μαζί και τα δάκρυά μας.

Ο αγρότης ζέχνει γλυκερά κάτι από θάμνο·
μυρίζει όπως το γαϊδουράκι του –
μυρίζουν και οι δύο το ίδιο:
σαν τον ψηλό, ψηλό τόπο,
γεμάτο σύννεφα, χρυσές
μηλιές περιφραγμένες. (περισσότερα…)