Ἴων Δραγούμης, Ὁ δροσερός κόσμος

*

Μεταγραφή-Σχολιασμός-Επιμέλεια
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά και έχει τιτλοδοτηθεί με την ευκαιρία  της δημοσίευσης αυτής. Αποτελεί απόσπασμα/ημερολογιακή εγγραφή της 12ης Απριλίου του 1905. Ο 25ετής Ίων Δραγούμης υπηρετεί  ως υποπρόξενος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήδη από τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς και σύντομα πρόκειται να συναντηθεί με την Πηνελόπη Δέλτα. Θα μείνει στην Αλεξάνδρεια λιγότερο από έξη μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του εκεί θα συνδεθεί φιλικά με τον Κ. Π. Καβάφη.

Η μεταγραφή έγινε από το χειρόγραφο που φυλάσσεται στην ΑΣΚΣΑ στο Τμήμα αρχείων/Αρχείο Ίωνος Δραγούμη/Τετράδιο με αρ. 11, σελ. 58a-59a. Περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση τελευταίο αδημοσίευτο μέρος των Τετραδίων του Ίωνος Δραγούμη [«Η αγάπη έθρεψε τη ζωή μου» – Τα αδημοσίευτα Τετράδια 1905-1908, Επιμέλεια – Εισαγωγή – Επίμετρο – Σχόλια Νώντας Τσίγκας].

~.~

Τώρα, ἐγώ ἤ σύ ἤ ὁ ἄλλος, εἴμαστε ποιητές ἴσως, καί μᾶς ἀρέσει νά ζοῦμε ἀνάμεσα στόν δροσερό κόσμο[1] ὅπου δέν ὑπάρχουν δουλειές, ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις, πολιτικά καμώματα καί μπερδέµατα πεζά τοῦ τωρινοῦ ἤ καί ἄλλου πολιτισμοῦ. Ἀλλά δέν εἶναι ποιηταί ὅλος ὁ κόσμος. Ἦταν ἀλλιώτικος ὅμως ὁ καιρός τῶν πρώτων Ἑλλήνων· προτοῦ ἀρχίσουν τά μηδικά, προτοῦ γεννηθεῖ καί ὁ Αἰσχύλος ἀκόμη, ἦταν ἕνας καιρός πού ἄλλος κόσμος ἀπό τόν δροσερό ἐκεῖνον κόσμο –πού τώρα τόν λέµε καί μᾶς φαίνεται «ποιητικός»– δέν ὑπῆρχε καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μέσα στό δροσερότατο, πυκνό, καταπράσινο, παρθενικό δάσος µαζί μέ τήν Φοίβη καί τόν Φοῖβο καί μέ τόν Νάρκισσο καί τίς Νύμφες, καί μέ τίς Ὧρες καί τούς Ἥρωες. Τότε ὅλοι ἦταν ποιηταί, δημιουργοῦσαν μύθους, γιατί ἦταν ζωηρό τό μυαλό τους καί ἄδολο καί παρθενικό, ἀλέκιαστο καί ἀκούραστο. Δέν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τίς δυσκολίες, τίς δυστυχίες, τά μπερδέματα τῆς ζωῆς ὅλης, τοῦ πολιτισμοῦ. Λέν πώς ἦταν παιδιά[2] τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὅλη τήν ἡμέρα καί ὅλη τή νύχτα ἦταν περιτριγυρισμένοι ἀπό ἄγνωστα, ἀνεξήγητα πράγματα, τό φῶς καί τό σκοτάδι, τόν ἴσκιο καί τίς ἀχτίδες, τό νερό πού ἄφριζε καί ἔτρεχε καί κελάρυζε, τά φύλλα πού ἔτρεμαν καί μουρμούριζαν, τόν ἄνεμο πού βογκοῦσε ἤ τραγουδοῦσε ἤ σφύριζε περνώντας ἀπό τά φύλλα τῶν δένδρων, ἀπό τούς βράχους τῶν βουνῶν καί τά λαγκάδια, ἀπό τούς καλαμιῶνες. Ὁ ἀχός τῆς θάλασσας καί τῶν πεύκων ὁ ἀχός, ἡ σιγαλιά τῆς νύχτας, οἱ μυστικές ἀχτίδες τοῦ φεγγαριοῦ, οἱ ἁπαλές, πού χύνουνταν καί διαλύνουνταν ὑγρότατες καί ἕσταζαν ἀπό τά πράγματα, ὁ ἥλιος πού ἔπινε τό νερό καί ξέραινε τήν ὑγρασία καί τήν πρασινάδα, τά κρυφομιλητά τῶν φύλλων, τό καθρέφτισμα τῶν νερῶν, οἱ μυρωδιές τοῦ χώματος καί τῆς σαπίλας τῶν φύλλων, οἱ εὐωδίες τῶν ἀνθῶν, καί τά χρώματά τους καί τά σχήματα, καί ἡ φυλλορροή, καί ἡ ἀνθορροή, καί τό φθινόπωρο, καί ἡ κρύα βροχή, καί τό χιόνι, καί τό βογκητό τοῦ βορριᾶ, καί οἱ παγωνιές καί ἡ ἄσπρη πάχνη τοῦ χειμώνα, καί τό λυώσιμο τοῦ χιονιοῦ, καί τό φανέρωμα τῆς γῆς μέ τό χορτάρι καί τό γρασίδι, καί τό φύτρωμα τῶν κλαριῶν καί δέντρων, καί οἱ εὐωδίες τῆς ἄνοιξης, καί τό λιοπύρι τοῦ καλοκαιριοῦ, καί τό κιτρίνισμα τῶν χόρτων, καί ἡ πνοή τῆς θάλασσας, ὅλα, τί ἄγνωστα καί τί πολλά καί ἀνεξήγητα φαινόμενα, μυστήρια, μύθοι, ὅλα τά παρατηρῶ γιατί εἶναι καινούρια καί δροσερά (δηλαδή εἶμαι ἀκούραστος). (περισσότερα…)

Μηρυκασμοί και φλυαρίες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Αγαπώ το διάβασμα. Αγαπώ αυτή την εξάρτηση. Είναι η μόνη που έχω. Δεν θέλω να τη χάσω. Είναι το βασικό μου αντίδοτο απέναντι στη ματαιότητα. Με έχει βοηθήσει να αντέξω και θα με βοηθήσει να πεθάνω. (Θα μου λείψουν πολύ τα βιβλία. Μου λείπουν ήδη.)

///

Πώς πρέπει να ζει κανείς ξέροντας ότι θα πεθάνει; Το ερώτημα αυτό κυριαρχεί στη σκέψη μου από την εφηβεία μου. Άγνωστο πώς, η διαρκής επίγνωση του θανάτου δεν με οδήγησε στη απόλυτη άρνηση της ζωής και σε μηδενιστικές αντιλήψεις. Με τα χρόνια μετουσιώθηκε σε ένα συγκρατημένο πάθος για τη ζωή, σε αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις για καταξίωση και επιτυχία και σε μια σταθερή τήρηση ορισμένων ηθικών αρχών. Παρότι οι αρχικές συνθήκες της ζωής μου ευνοούσαν επικίνδυνες επιλογές και τη διαμόρφωση μιας στάσης χωρίς ηθικούς φραγμούς, αυτό τελικά δεν επικράτησε. Υποθέτω ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις της μάνας μου τις οποίες δεν ακολούθησα και η εντιμότητα του πατέρα μου που συμβάδιζε με τα αυτοκαταστροφικά πάθη του έπαιξαν τον ρόλο τους. Πάνω από όλα όμως, αυτό που με διαμόρφωσε ήταν το διάβασμα λογοτεχνίας και φιλοσοφίας που μου έγινε εξάρτηση από τα εφηβικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ νωρίς τον Αλμπέρ Καμύ και να μαγευτώ αρχικά από το συγγραφικό του στυλ και μετά από τις ιδέες του. Με τα χρόνια γνώρισα και άλλους σπουδαίους συγγραφείς και στοχαστές. Εμίλ Σιοράν, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Νίκο Καρούζο, Νίκο Καζαντζάκη, Κωστή Παπαγιώργη, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Μίλαν Κούντερα, Ίμρε Κέρτες και άλλους. Χάρη σε αυτούς κατάφερα να επιβιώσω και να φτάσω στα 57 μου με τις λιγότερες δυνατές ήττες και ντροπές. Και με αυτούς τους φίλους που δεν γνώρισα ποτέ θα φτάσω στο τέλος του επίγειου πεπρωμένου μου.

///

Το διάβασμα και το γράψιμο με βοηθούν να διατηρήσω μια μορφή διαύγειας που μου είναι απολύτως απαραίτητη για να αντιμετωπίσω τη ματαιότητα, τη φθορά και τις καθημερινές αυταπάτες. Δεν ψάχνω ούτε ελπίζω σε οριστικές λύσεις ή ολοκληρωμένες θεωρίες. Ασκήσεις συνείδησης, πειθαρχίας και διαύγειας: αυτό κάνω κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο ή επιχειρώ να γράψω κάποιο κείμενο. Προφανώς πρόκειται για αντίφαση: ενώ έχω βαθιά επίγνωση της ματαιότητας των πάντων, ταυτόχρονα ζω σαν να πιστεύω ότι κάτι έχει αξία, κάτι που διαφεύγει της λογικής μου και ανάγεται σε περιοχές της ύπαρξής μου που αδυνατώ να εντοπίσω και να καταλάβω. Αν ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής με τη βασική μου ιδέα θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμα των ηρώων στο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Κοσερύ Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και να βυθιστώ στην απόλυτη τεμπελιά, στη απόλυτη απραξία και στην ολοκληρωτική απαλλαγή από κάθε μόχθο και από κάθε υποχρέωση. Φυσικά, θα πέθαινα της πείνας καθώς, σε αντίθεση με τους ήρωες του μυθιστορήματος που έχουν εξασφαλισμένα τα προς το ζην και μια υπηρέτρια που φροντίζει για τα πάντα, η δική μου επίγεια μοίρα ήταν και παραμένει φειδωλή σε παροχές και προνόμια. Η μυθιστορηματική φαντασία δημιουργεί ενδιαφέροντα σενάρια και γοητευτικούς χαρακτήρες αλλά αδυνατεί να προσφέρει οριστικές λύσεις στην ανεξήγητη και αγωνιώδη εμπειρία της ύπαρξης. Μπορεί ωστόσο να προσφέρει τη χαρά της ανάγνωσης και ορισμένες στιγμές διαύγειας – και αυτό είναι αρκετό.

///

Η ματαιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας είναι ανυπέρβλητη. Δεν αίρεται, δεν εξαλείφεται, δεν καταργείται. Είναι η βασική συνθήκη μέσα στην οποία υπάρχουμε και πεθαίνουμε. Ολόκληρο το σύμπαν εκκρίνει ματαιότητα. Από τα αστέρια μέχρι τα κύτταρα όλα είναι εφήμερα. Κι εμείς, πρωτάρηδες στην ύπαρξη, πασχίζουμε να καταλάβουμε. Στήνουμε θεωρίες. Φλυαρούμε ακατάσχετα. (περισσότερα…)

Οι ορίζοντες των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Προσανατολίζομαι στον κόσμο συμμετέχοντας σε διάφορες πρακτικές. Οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Ανάλογα δε με το είδος της πρακτικής, οι λέξεις παίζουν διαφορετικό ρόλο στην έκβασή της· άλλοτε κρίσιμο και άλλοτε συνοδευτικό. Άλλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις στη δημοσιογραφία και άλλη σ’ ένα παιχνίδι όπως η ρουλέτα. Σε κάθε περίπτωση, σε μία πρακτική καλούμαι συχνά να ονομάσω γεγονότα και όψεις του κόσμου. Καλούμαι να αναφερθώ με σαφήνεια σε αυτά, κάτι όχι τόσο εύκολο αφού εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε ποικίλες καταστάσεις. Οπότε προκύπτουν τα εξής ερωτήματα : Πώς γνωρίζω το νόημα των λέξεων ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά καθώς αναφέρομαι σε όψεις του κόσμου;

Μία διερεύνηση για το νόημα των λέξεων έχει προεκτάσεις που εντέλει σχετίζονται τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ίδιο τον προσανατολισμό μας. Όχι μόνο γιατί οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Όχι μόνο γιατί οι λέξεις ασκούν μιαν έλξη, αποτελώντας για μας ένα κάποιο ελιξήριο. Η εκδίπλωση του καθενός στον κόσμο και η προσπάθεια του να προσανατολιστεί σε αυτόν, αντανακλάται συχνά στη γλώσσα και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνεται χάρη σε αυτήν. Οι λέξεις δεν είναι απλώς ετικέτες που «κολλάνε» πάνω σε έννοιες ή αντικείμενα. Είναι σε θέση να διαμορφώσουν καινούργιες συλλήψεις, να σταθεροποιήσουν προϋπάρχουσες ή να επεκτείνουν το εύρος τους. Η γλώσσα δεν είναι απλά μια κωδικοποίηση ή αναπαράσταση της σκέψης, αλλά και όχημα αυτής, οδηγώντας τη σε τόπους απρόσμενους. Οπότε επηρεάζουν την αποτύπωση μιας κοσμοεικόνας, τη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης και εν τέλει τη συγκρότηση μιας ταυτότητας.

Ορισμοί, χρήσεις και καταχρήσεις

Μήπως για να γνωρίσω το νόημα των λέξεων θα αρκούσε ένα καλό λεξικό σε συνδυασμό με τη γνώση συντακτικών και γραμματικών κανόνων; Έστω για παράδειγμα η λέξη «γη». Διαβάζω στο αντίστοιχο λήμμα ενός λεξικού τον εξής ορισμό: «ο τρίτος σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, που έχει σχήμα ελλειψοειδές και πάνω στον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι» . Περιλαμβάνει ένας τέτοιος ορισμός τα δυνατά νοήματα της λέξης «γη»; Αποδίδει το νόημά της τόσο σε μια συζήτηση για τη γεωργία, όσο και κατά τη μεταφορική της χρήση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο; Περιέχει το νόημα της λέξης «γη» όπως την διαβάζω σε κείμενο του Αριστοτέλη και προσπαθώ μέσω αυτής να ερμηνεύσω ένα χωρίο; Σε ποιόν βαθμό αποκαλύπτει το νόημα παραγώγων αυτής, όπως η λέξη «απογείωση»;

Σαφώς η γνώση των ορισμών και επεξηγήσεων που παρέχει ένα λεξικό, καθώς και των γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, αποτελούν συχνά προϋπόθεση για την ορθή χρήση μιας λέξης, αλλά μία τέτοια γνώση δεν διασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιήσω ορθά τη λέξη αυτή σε διαφορετικές πρακτικές. Δηλαδή ότι θα την χρησιμοποιήσω καίρια, κατά τρόπο που θα φωτίσει μοναδικά μία συγκεκριμένη περίσταση, κατά τρόπο που θα κάνει τη λέξη ένα ξέφωτο στο οποίο φτάνω ύστερα από μάταιες περιπλανήσεις. Μήπως αρκεί να παρατηρώ με ποιο τρόπο κάποιοι άλλοι -πιο έμπειροι- χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις, ή να ακολουθήσω τις υποδείξεις τους; Κάτι ανάλογο φαίνεται να κάνουν τα παιδιά, όταν αρχίζουν να εκφέρουν λέξεις ακούγοντας τους μεγαλύτερους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει σε ένα παιδί μία μπάλα, λέγοντάς του ταυτόχρονα «αυτό ονομάζεται μπάλα», το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει το νόημα της λέξης «μπάλα». Θα αρχίσει να συσχετίζει λέξεις και αντικείμενα, οπότε στη συνέχεια θα μπορεί να αναφερθεί σε αυτά δια της γλώσσας.

Όμως αρκεί το άκουσμα μιας λέξης για να κατανοήσει ένα παιδί το νόημά της; Ακόμα και αν την αρθρώσει, μήπως απλώς την παπαγαλίζει; Προκειμένου να διαπιστώσω αν έχει κατανοήσει τη λέξη, παρατηρώ με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί• σε ποιες περιστάσεις, πρακτικές και γλωσσικά παιχνίδια. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μιας λέξης ελέγχεται κατά τη χρήση αυτής. Για παράδειγμα, έστω ότι ακούω από έναν καθηγητή γεωμετρίας την επεξήγηση μιας καινούργιας λέξης για μένα, όπως η λέξη «υποτείνουσα». Μου δείχνει επίσης πώς υπολογίζεται σε ένα τρίγωνο, ή σε ποια θεωρήματα υπεισέρχεται. Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο να μου δημιουργηθεί η πεποίθηση, ακολουθούμενη από ένα αίσθημα ικανοποίησης, ότι ακούγοντας τον καθηγητή, έχω πλέον κατανοήσει τι σημαίνει «υποτείνουσα». Όμως διαπιστώνω την άγνοιά μου μόλις προσπαθήσω να την υπολογίσω σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, το άκουσμα μιας λέξης για την κατανόηση του νοήματός της. Πρέπει να δοκιμαστώ στη χρήση της και από εκεί θα διαπιστωθεί αν όντως την κατανόησα ή όχι. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2026

*

ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ-ΑΙΘΡΙΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

~.~

Το Θέατρο Κυδωνία σε συνεργασία με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον οργανώνουν και εφέτος, για δέκατη συναπτή χρονιά μια σειρά από πρωτότυπες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι “Νύχτες του Ιουλίου” έχουν καθιερωθεί πλέον ως διακαλλιτεχνικό φεστιβάλ που απλώνεται σε όλο το φάσμα των γραμμάτων και των τεχνών (λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, στοχασμός και επιστήμη), και περιλαμβάνει διαλέξεις, συζητήσεις, σεμινάρια, τιμητικές βραδιές και εκδηλώσεις μνήμης, παραστάσεις, συναυλίες, προβολές και φιλοσοφικούς περιπάτους.

Και εφέτος θα έχουμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε και να φιλοξενήσουμε στα Χανιά σημαντικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους, οι λογοτέχνες Κλαίρη Μιτσοτάκη και Νικήτας Σινιόσογλου, οι μουσικοί Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και Γεωργία Νταγάκη, οι καθηγητές Βασίλης Κάλφας, Αντώνης Μεταξάς και Κώστας Μελάς, η σκηνοθέτρια και πανεπιστημιακός Χριστίνα Χατζηβασιλείου κ.ά. Στις εφετινές εκδηλώσεις μας περιλαμβάνονται συζητήσεις για την κατάσταση της σημερινής Ευρώπης, ένας διάλογος για τη σύγχρονη κρητική λογοτεχνία, αφιερώματα στον Μαρσέλ Προυστ, την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη καθώς και μια θεατρική παράσταση, περιήγηση στον ποιητικό κόσμο του Μίλτου Σαχτούρη σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και μουσική Νίκου Ξυδάκη.

Οργανωτικός φορέας των εκδηλώσεων είναι η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Φίλοι του Θεάτρου Κυδωνία» που ιδρύθηκε και πρωτολειτούργησε το 2024 για τον επιτυχέστερο προγραμματισμό και συντονισμό τους.

Κύριος τόπος των εκδηλώσεων είναι όπως πάντα ο Αίθριος Χώρος του Θεάτρου Κυδωνία. Μέρος τους όμως θα διεξαχθεί και εκτός θεάτρου, και συγκεκριμένα σε επιλεγμένες τοποθεσίες της υπαίθρου, σημεία ιδιαίτερης φυσικής καλλονής, καθώς επίσης στο Μεγάλο Αρσενάλι του Ενετικού Λιμανιού.

Ιδιαίτερο βάρος δίνουμε παγίως στις συμπράξεις μας με άλλους φορείς, εντός και εκτός Κρήτης. Έτσι, εκτός από τη μόνιμη συνεργασία μας με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και την υποστήριξη που μας παρέχει η Περιφέρεια Κρήτης, μεμονωμένες εκδηλώσεις μας θα διεξαχθούν σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη και τον Ορειβατικό Σύλλογο Χανίων.

*

*

*

Ένα βιολογικό αδιέξοδο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η Ρώμη του Αυγουστύλου, η Πόλη λίγο πριν την Άλωση, οι Χμερ, οι Μάγια, η άλυσος των πτώσεων της Χάλκινης Εποχής. Ο πολιτισμός πάντοτε μας εξαπατά, μας τάζει τη διάρκεια, πως θα μας απαλλάξει από τα ανεξέλεγκτα κέφια της Φύσης, στην πράξη ωστόσο είναι ο ίδιος πιο τρωτός και πιο ολιγόζωος από κάθε φυσικό οικοσύστημα.

Από πολλές πλευρές είναι ένα βιολογικό αδιέξοδο. Τα πάμπολλα προαπαιτούμενά του και ο κυκεώνας των ρυθμίσεων και των κανόνων που τον διέπουν, τον καθιστούν, εκ προοιμίου ήδη, ετοιμόρροπο. Αν οι δεινόσαυροι άντεξαν 200 εκατομμύρια χρόνια, ο homo sapiens, όπως προηγουμένως ο neanderthalensis, θα εξατμιστεί σε μερικές χιλιάδες.

Ήδη ως διάθεση, ως μύχια δυσφορία όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, η τέχνη του ανθρώπου μας το δείχνει πιο καλά απ’ οτιδήποτε άλλο, κάθε πολιτισμός φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Βιώσιμος πολιτισμός, ιδίως προηγμένος, δεν νοείται. Εξ ου και πλήθος κοσμολόγων εξηγούν με αυτόν τον τρόπο την απουσία ενδείξεων άλλης νοήμονος ζωής στο Σύμπαν. Αν πρόλαβε ν’ ανθίσει κάπου κάποτε, έσβησε τάχιστα χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

///

Στο πορτραίτο του υπαρξιακού Εχθρού που φτιάχνει ο Κονδύλης στο μνημειώδες Ισχύς και Απόφαση, δύο είναι τα μείζονα χαρακτηριστικά του. Ένας τέτοιος Εχθρός (του οποίου η κύρια χρησιμότητα είναι ότι μας προσδίδει, εκ του αρνητικού, ταυτότητα) πρέπει την ίδια στιγμή να είναι εξαιρετικά ισχυρός ώστε να δικαιολογείται η πάση θυσία κινητοποίηση και συστράτευση εναντίον του, αλλά και αθεράπευτα αδύναμος, καταδικασμένος μάλιστα να ηττηθεί νομοτελειακά, αφού το ηθικό δίκαιο το μονοπωλούμε εμείς, ο «αγαθός» του αντίπαλος.

Η σημερινή Ευρώπη επειδή ακριβώς φαντάζεται την Ρωσσία ως υπαρξιακό της εχθρό, της αποδίδει ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά γνωρίσματα. Η Μόσχα είναι και πανίσχυρη, έτοιμη να καταλάβει την Πολωνία, να υπερφαλαγγίσει την Βαλτική και να εισβάλει στη Γερμανία. Αλλά και ετοιμόρροπη, ανίκανη να κάμψει ακόμη και την «φτωχή», υποτίθεται, ουκρανική αντίσταση ή να ολοκληρώσει την προσάρτηση του Ντονμπάς.

Διόλου τυχαία λοιπόν ο Ρούττε του ΝΑΤΟ αποκαλεί εν ταυτώ, συχνά μέσα στην ίδια δήλωση, την Ρωσσία και «απελπισμένη» και «μέγιστη απειλή» αφού βλέπει την Ευρώπη ώς τον «επόμενο στόχο της». Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, η σημερική ευρωπαϊκή αυτοκατανόηση, όπως είναι θεμελιωμένη όλο και πιο αποκλειστικά στον αντιρρωσισμό (ποιο άλλο «όραμα», ποιο άλλο «σκοπό» έχει αυτή τη στιγμή η ΕΕ;), δεν του επιτρέπει να κάνει αλλιώς.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει πάντα δίκιο. Όταν η Ρωσσία δεν αντιδρά «αποφασιστικά» στις ουκρανικές προκλήσεις, τότε διότι απλούστατα δεν είναι σε θέση. Αν όμως τύχει και το πράξει, (πράγμα όλο και πιο πιθανό δεδομένης της συχνότητάς τους), αν επιδείξει ισχύ δηλαδή (άρα «βαρβαρότητα» διότι η ρωσσική ισχύς λογίζεται εκ προοιμίου ως «βαρβαρότητα») τότε δικαιώνεται η νατοϊκή πανστρατιά εις βάρος της, και δη αναδρομικά, από καταβολής της Μοσκοβίας… Μονά ζυγά, δικά μας.

///

Αν ζόριζα τον εαυτό μου, λέει κάπου ο Σάμιουελ Μπάτλερ, ίσως η μουσική του Σούμαν να μου άρεσε. Όμως δεν μου αρέσει να εκβιάζω τις αρέσκειές μου, θέλω να μ’ αρέσει κάτι αβίαστα, χωρίς προσπάθεια.

Ο Μπάτλερ ομολογεί εδώ μια μεγάλη αλήθεια. Οι προτιμήσεις των πολλών είναι χειραγωγήσιμες. Τα περισσότερα πράγματα που επικροτούν, τους επιβάλλονται – από κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, δειλίες, κεκτημένη ταχύτητα. Το δικό τους το γούστο δεν το παραδέχονται, πολλώ δε μάλλον δεν το καλλιεργούν, διότι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στο υπερεγώ που τους φιμώνει.

Και αυτοί, οι πειθήνιοι, οι ψαρωμένοι πολλοί, «hoi polloi» του Χάιντεγγερ, ζουν συνήθως στις αλεξανδρινές εποχές όπως η δική μας. Θα τους πετύχει κανείς να πλήττουν προβατοειδώς στις Μπιενάλλε, να μηρυκάζουν τον θαυμασμό τους για ένα ονομαστό βιβλίο που ουδέποτε διάβασαν, να επαναλαμβάνουν τα κλισέ των «μεμυημένων».

Και έχουν πάντα ένα λεπτεπίλεπτο επιχείρημα έτοιμο για το κάθε τι! Τις εξυπνάδες του Ουώρχολ και του Κουνς τις βρίσκουν εξόχως «ειρωνικές», τα μουσικά ελικόπτερα του Στοκχάουζεν «τραγικά», την κακογουστιά που έχει πνίξει την Ακρόπολη «επιταγή της επιστήμης». Στο σπίτι τους βέβαια, εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να υποκρίνονται, κρεμούν στους τοίχους τους φωτογραφίες από τοπία του Αιγαίου, ακούν Χατζιδάκι, και αν ο μπογιατζής δεν πετύχει ακριβώς την απόχρωση που του ζήτησαν, έχει πάρει πόδι την ίδια στιγμή. (περισσότερα…)

Καρναβάς

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ένας Καζαντζίδης στα λαϊκά
κι ένας Καρναβάς στα δημοτικά αξίζανε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Περιδιαβαίνοντας στα χωριά του Ξηρομέρου, ψάχνοντας για ιστορίες παλιές και θρύλους λησμονημένους, βρέθηκα μια φορά και στην Καντήλα.

Αποτελείται από δύο χωριά, την Άνω και την Κάτω Καντήλα, που βρίσκονται στις απολήξεις των Ακαρνανικών Ορέων, σε υψόμετρο εβδομήντα περίπου μέτρων, ανάμεσα σ’ έναν καταπράσινο ελαιώνα. Η ονομασία του οφείλεται στην προσομοίωση του χωριού με καντήλι, που φέγγει από μακριά και φαίνεται απ’ την θάλασσα. Την ίδια τοποθεσία καταλάμβανε η αρχαία Αλυζία, της οποίας η έκταση έφτανε μέχρι το διπλανό χωριό, τον Μύτικα, απέναντι απ’ το νησί Κάλαμος.

Η γειτονιά της Άνω Καντήλας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του χωριού και ονομάζεται «Κουκουβάγια». Εγώ κάθισα για καφέ στην «Λάκκα της Παναγιάς».

Η τοποθεσία λέγεται έτσι γιατί βρίσκεται σε μια μεγάλη λακκούβα, η οποία ανήκε στην τοπική εκκλησία, την Παναγιά την Παλαιοχωρίτισσα. Στην Επανάσταση του 1821 έφτιαξε η εκκλησία το κτήριο αυτό –που τώρα στεγάζει το καφενείο– προκειμένου να συγκεντρώνονται οι Έλληνες, αλλά και για ν’ αποθηκεύονται όπλα και πυρομαχικά, ώστε να προστατεύονται απ’ την βροχή, αφού δεν υπήρχε άλλο κτήριο στην περιοχή.

Σώζεται και μία επιγραφή που το βεβαιώνει:

1823 ΜΑ[ΓΑ]ΖΙ
ΤΗΣ ΠΑ[ΝΑ]ΓΙΑΣ
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΙΣ[Σ]ΑΣ
Α [= η οποία] ΕΙΝΑΙ ΕΛΠΙΣ

Ο καφετζής έφερε τον καφέ μου στενάζοντας.

«Τι τρέχει, ρε πατριώτη;» τον ρώτησα.

«Τι να τρέχει, φιλαράκι; Τίποτα δεν τρέχει…»

«Ε, πώς; Αφού στενάζεις λες και πέθανε κάποιος».

«Δεν πέθανε, αλλά θα πεθάνει…»

«Έχεις κανέναν ετοιμοθάνατο στην οικογένεια;»

«Πώς δεν έχω! Τούτον ’δω τον γέροντα που καθόμαστε», είπε. Κι έριξε ένα βλέμμα στα ντουβάρια γύρω.

«Για το κτήριο λες;»

«Ε, ναι, για το κτήριο! Διακόσα τόσα χρόνια στέκει ορτός ετούτος ο παππούλης. Και να τον γκρεμίσει ο δήμαρχος για πλάκα τώρα;»

«Για πλάκα;»

«Εμ, για πλάκα, βέβαια! Γκρεμίζεις ένα τέτοιο πράμα στα σοβαρά;»

Σωπάσαμε και οι δυο ξαφνικά, λες κι ακούγαμε κιόλας την μπουλντόζα να βρυχάται, ν’ απλώνει την κίτρινη σιδερένια χερούκλα της και να ξεριζώνει το καφενείο συθέμελα.

Άλλαξα κουβέντα, όπως γίνεται συνήθως στα πένθη.

«Ήρθα να προσκυνήσω τον τάφο του Καρναβά!»

«Από πού ήρτες;»

«Απ’ την Λευκάδα».

«Από κει πήρε γυναίκα ο Καρναβάς», είπε.

Κι έπιασε να σιγοτραγουδά:

Διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σου
κι απάνω γράφει η πέτρα θα γίνω ταίρι σου.

«Ωραία το ’πες, μάστορα!» τον επιδοκίμασα. Όμως δεν ήξερα ότι πήρε γυναίκα απ’ τα μέρη μας. Πώς την έλεγαν;»

«Θα να ’τανε στα 1954, αν θυμάμαι καλά, που έκλεψε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη, το γένος Αθανασίου, με καταγωγή απ’ το Νυδρί Λευκάδος κι απ’ την Καντήλα Ξηρομέρου. Για την ακρίβεια… τον έκλεψε η Αγγέλλω!»

«Τον έκλεψε; Πώς τον έκλεψε, δηλαδή;»

«Α, φιλαράκι, αυτά δεν λέγονται παραέξω! Είναι δικά μας, εδώ του χωριού πράματα».

«Έλα, πες!» τον τσίγκλησα εγώ.

«Σ’ λέω μοναχά πως ο γάμος εγίνηκε κρυφά στο ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Νικόλα, λίγο έξω από την Άνω Καντήλα, με κουμπάρο τον Σακουφάκη. Εσύ τονε πρόλαβες τον Καρναβά;» απηύθυνε τον λόγο σ’ εμένα. (περισσότερα…)

Λίβανος – Γάζα – Δυτική Όχθη

*

Γράψε, λοιπόν, μεγάλε ποιητή,
σε γλώσσα μέχρι χθες αποίητη·

γράψε, μα ο στίχος σου, σ’ το λέω ρητώς,
να πάψει πια να ’ναι μελίρρυτος·

να συλλαβίζεται κρουστός, αδρός,
σαν τον διαβάζεις να ’σαι κάθιδρος,

να μεταδίδεται τραχύς, στικτός,
να σε κολλά, να νοιώθεις διάστικτος,

να μην ξεχνάς·

να μοιάζει πάνω σου όπως τον κοιτάς,
σαν ένας παθογόνος μύκητας.

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

*

Μια ματιά στην εποχή μας

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη

~.~

Όσοι γεννηθήκαμε το α΄ μισό του 20ού αιώνα αισθανόμαστε πολλές φορές σα να ’χομε μετοικήσει ακούσια σ’ έναν κόσμο που ελάχιστα μοιάζει μ’ εκείνον των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων. Σα να βρισκόμαστε όχι απλώς δεκαετίες μακριά απ’ αυτόν αλλά αιώνες.

Πολλοί μιλούνε για πρόοδο της ανθρωπότητας. Σίγουρα υπάρχει πρόοδος και μεγάλη στις θετικές επιστήμες: στη Φυσική και στην Αστροφυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στην Ιατρική, στις τεχνικές κατασκευές. Αν κοιτάξομε όμως τη βιοθεωρία μας, τις κοινωνικές σχέσεις, την ηθική, την αισθητική, θα δούμε ότι όχι μόνο η κατάσταση παραμένει στάσιμη σ’ αυτές, αλλά ότι συχνά έχομε μιαν οπισθοδρόμηση.

Παλιότερα η βάση της κοινωνίας ήταν αυτό που λέγαμε «λαό». Τώρα τον λαό τον έχει αντικαταστήσει η μάζα: πλαδαρή κι ομοιόμορφη, όπου ο ένας μιμείται τον άλλο κι υπακούει τυφλά σ’ ό,τι προστάζει η μόδα των ενδυμάτων και της συμπεριφοράς.

Ο άνθρωπος του λαού έκανε την προσευχή του μπροστά στα εικονίσματα κι έπιανε το τουφέκι για να υπερασπιστεί τη λευτεριά του, αν εκινδύνευε· για να την ανακτήσει, αν κάποιος του την είχε στερήσει. Εκοίταζε να ’χει καλές σχέσεις με τον κάθε γείτονα, γιατί αυτόν αντίκρυζε πριν δει τον ήλιο. Μετείχε σ’ όλες τις εκδηλώσεις των χωριανών και των κοντοχωριανών, των γειτόνων του, αν κατοικούσε σε πόλη, χαρωπές ή πένθιμες, γιατί η χαρά κι η θλίψη των άλλων τον άγγιζε βαθιά κι ήξερε πως αυτά είναι δανεικά και μια μέρα θα πάντρευε κι εκείνος τα παιδιά του, θα βάφτιζε τα εγγόνια του και ποιος ξέρει ίσως χτυπούσε και την πόρτα του ο Χάρος. Κι είχε ανάγκη τη συμπαράσταση των γειτόνων και των χωριανών του για να κοινωνήσουν τη χαρά του και να τον στηρίξουν στη λύπη του.

Εκείνος που ’φευγε για τον Κάτω Κόσμο εξακολουθούσε να ’ναι παρών στη μνήμη και στη ζωή των δικών του. Έπρεπε να τόνε τιμήσουν πενθώντας τον. Το μαύρο που ντύνουνταν οι συγγενείς φανέρωνε τη θλίψη και το πένθος για την απώλεια του ανθρώπου τους και πόσο λίγο λογαριάζανε, μπροστά σ’ αυτήν, την ομορφιά και την κομψότητά τους.

«Όποιος δεν έχει γέρο, ν’ αγοράζει» ήτανε μια συνηθισμένη παροιμία στην Κρήτη. Γιατί ο παππούς κι η γιαγιά δεν εφροντίζανε μόνο τα παιδιά, τα δίδασκαν από το απόθεμα της πείρας τους, καλλιεργούσανε τις ψυχές τους με παραμύθια κι ιστορίες της ζωής και με κάθε λογής στιχουργήματα. Έτσι μεταβιβάζονταν στην καινούργια γενιά οι γνώσεις, οι καλοί τρόποι κι οι παραδόσεις της παλιότερης και συνεχίζουνταν η ανθρωπιά κι η ευγένεια και στα νεώτερα χρόνια.

Σήμερα δεν υπάρχουνε πια γιαγιάδες και παππούδες σαν τους παλιούς. Τους απασχολεί πιο πολύ ο εαυτός τους, ώσπου να ’ναι σε θέση να τόνε φροντίζουν. Τη διαπαιδαγώγηση των εγγονών την έχει αναλάβει η τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μ’ εκείνους τους γίγαντες με τους τερατώδεις μυώνες που σπέρνουν γύρω τους το θάνατο γρυζίλοντας σα γορίλες, με τα υπερσύγχρονα όπλα τους. Και τα παιδιά-θεατές θαυμάζουνε κι αγριεύουνται και πολύ θα θέλανε να ’χανε κι εκείνα ένα αληθινό πολύ-πολυβόλο και να μπορούσανε να μιμηθούνε τους σούπερ ήρωες του σύγχρονου κόσμου. Στην Αμερική μάλιστα και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης δεν είναι σπάνιο να πιθηκίζουν αιματηρά τους σούπερ ήρωες μπαίνοντας στο σκολειό τους και σκοτώνοντας έτσι για γούστο συμμαθητές και δασκάλους τους. (περισσότερα…)

Στα ίχνη του Χαμένου Χρόνου: Κομπραί, η παιδική ηλικία

*
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Κυριακή 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα – Θεατρικό αναλόγιο

Στα ίχνη του Χαμένου Χρόνου: Κομπραί, η παιδική ηλικία
Ο Μαρσέλ Προυστ της Κλαίρης Μιτσοτάκη

Διακεκριμένη μεταφράστρια, που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της δουλειάς της στον Μαρσέλ Προυστ, η Κλαίρη Μιτσοτάκη μάς ξεναγεί στον θαυμαστό κόσμο του μεγάλου Γάλλου πεζογράφου. Με αφορμή τον τόμο Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου – Θέματα, πρόσωπα και σκηνές, επιλογή και σύνθεση αποσπασμάτων από το προυστικό opus magnum που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Άγρα, η μεταφράστρια θα συνομιλήσει με τον Μιχάλη Βιρβιδάκη ο οποίος, υπό μορφή θεατρικού αναλογίου, θα διαβάσει εκτενή αποσπάσματα από το πρώτο μέρος του μακρόπνοου έργου.

*

**

Ξεμοναχιασμένο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΞΕΜΟΝΑΧΙΑΣΜΕΝΟ

Μικροσκοπικό άγριο γεράνι του δάσους κι εμφατικά ιώδες. Το πλησιάζεις, το ξεμοναχιάζεις και διαπιστώνεις ότι είναι μικρότερο από το νύχι του μικρού δαχτύλου σου, αλλά υπερτερεί σε λάμψη και δύναμη χρώματος. Αιφνιδίως εκπλήσσεσαι με την ανακάλυψη μιας απροσδόκητης ομορφιάς. Εν τέλει αυτό είναι το απλό μυστικό του βίου: να πλησιάζεις.

*

* (περισσότερα…)

Ποιητική παραμυθία

*

Παιδάριο πόθησα την Ποίηση·
αυτή με προίκισε με οίηση.
Τί ιάμβους, τί τροχαίους,
ξεφτιλίζω τους Αρχαίους.

Ξαπλώνω; Πολιορκώ τον στίχο,
του Παντός να δώσει ήχο.
Φίλοι να μου λέν’ «Κοιμήσου·
δεν είν’ πύλη Παραδείσου.»

Κι η μούσα οιωνεί γιατρός:
«Ρεβιθόψωμο να τρως·
τ’ άλλα είναι πολυτέλεια
στης ψυχής σου την ατέλεια.»

Του ούκε γδέρνω τις χορδές
και βάρδων συγκαλώ ορδές;
Σβήνει τ’ άτυχό μου τ’ άστρο·
με λογίζει ποετάστρο.

Μα έχει ποιητική αξία
τούτη όλη η μοναξία:
μοιάζει με την κολακεία
ευθυβόλως η βλακεία.

ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

*

**

Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος (Νέα μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος)

J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery

*

Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει; (περισσότερα…)