Η Χορδή του Τόξου: Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

~.~

Ο Τρωικός Πόλεμος δεν έχει ξεκινήσει, ο Οδυσσέας βρίσκεται ακόμα στην Ιθάκη και έχει βγει στο δάσος για κυνήγι συνοδευόμενος από έξι-εφτά υποτακτικούς. Κάποια στιγμή, η ομάδα διακρίνει έναν ανυποψίαστο κάπρο ανάμεσα στα πουρνάρια. Τους χωρίζουν ακόμα αρκετά μέτρα. Ο Οδυσσέας είναι δεινός τοξοβόλος και δεν θα έχει πρόβλημα να κατεβάσει το θηρίο με μια σαϊτιά. Τότε, ο θεατής, ο θεατής που τόσο άνετα κάθεται στο πολυτελές σινεμά με την ηχητική τεχνολογία Dolby Atmos και την προβολή σε 4K, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι αναπάντεχο. Ο Οδυσσέας τινάζει τη χορδή του τόξου δίχως να ρίξει κανένα βέλος, εκείνη ταλαντώνεται ηχηρά για ένα δευτερόλεπτο, το οξύ νταν ανησυχεί τον κάπρο κι αυτός επιτίθεται ορμητικός προς τους επίδοξους θηρευτές. Επικρατεί φόβος αλλά ο Οδυσσέας καταφέρνει να σαϊτέψει το ζώο λίγο πριν σαρώσει αυτόν και την ομάδα του. Ο θεατής θα απορήσει με την πράξη του Οδυσσέα του Ματτ  Ντέημον, που ρίσκαρε όχι μόνο την επιτυχία του κυνηγιού αλλά και την ίδια την ακεραιότητα τη δική του και των ακολούθων του. Και φαίνεται πως οι τελευταίοι γνωρίζουν τα καμώματα του Οδυσσέα, γι’ αυτό και αγανακτούν λιγάκι μαζί του (όσο μπορεί κανείς να αγανακτήσει ενώπιον του κύρη του). Ωστόσο, ο Οδυσσέας του Ματτ  Ντέημον είναι σχετικά πράος και σπεύδει να τους θυμίσει πως έτσι πράττει πάντα: προειδοποιεί το ζωντανό για να του δώσει μια ευκαιρία να το βάλει στα πόδια ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο θεατής στο πολυτελές σινεμά ίσως σκεφτεί ότι εδώ έχουμε έναν Οδυσσέα ηθικό, ακόμα και έναν Οδυσσέα με πρόσημο οικολογικό. Ωστόσο, το πράγμα πηγαίνει βαθύτερα. Εδώ, στη σκηνή με τη χορδή του τόξου, βρίσκεται η ουσία της ανάγνωσης της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν (και όχι στις όποιες επιλογές του κάστινγκ, οι οποίες συζητήθηκαν ad nauseam και επί ματαίω). Το ηχηρό χτύπημα της χορδής πριν από την εκτόξευση του βέλους προειδοποιεί το θήραμα και, έτσι, δημιουργεί μια συνθήκη οιονεί μονομαχίας, όπου ο θηρευτής δεν χτυπάει πισώπλατα αλλά εισέρχεται συνειδητά στη ζώνη του κινδύνου. Και αυτό είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κατά Νόλαν Εποχής του Χαλκού, της εποχής εκείνης των ημίθεων ηρώων και της πολιορκίας του Τροίας, όπου η παλικαριά του ενός μετριόταν απέναντι στην παλικαριά του άλλου. Στην ταινία του Νόλαν, το χτύπημα της χορδής ως προειδοποίηση απέναντι στο θήραμα κάνει τον Οδυσσέα ήρωα αντάξιο ενός Διομήδη και ενός Έκτορα.

Κι όμως. Κάπου εδώ, ανακύπτει ένα ερώτημα. Απέναντι σε εκείνους τους «τρανούς κονταρομάχους»[1] του τρωικού πολέμου που υψώνονταν σαν πύργοι στο πεδίο της μάχης, ο Οδυσσέας δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος πολυμήχανος, ένας άνθρωπος δαιμόνιος. Η συνύπαρξη μεταξύ τους ίσως επιφυλάσσει τριβές. Ήδη ο Σοφοκλής εξέθεσε προγραμματικά αυτό το ρήγμα δείχνοντας τον ογκώδη και ηρωικό Αίαντα να χάνει τα όπλα του σκοτωμένου Αχιλλέα μες από τα χέρια του εξαιτίας της πονηριάς και της διπλωματικότητας του βασιλιά της Ιθάκης και, έτσι, να ατιμάζεται βαριά, με καταστροφικά αποτελέσματα. Για να επιστρέψουμε στην καλή ταινία του 2026, η ιδιάζουσα χρήση του τόξου σημαίνει πως ο νολανικός Οδυσσέας έχει πάντα την επιλογή είτε να σε πολεμήσει στα ίσα είτε να σε τελειώσει ύπουλα προτού καν γίνει αντιληπτός. Κι αυτή είναι η αμφιρρέπεια που δένει την ταινία και την κάνει να στέκεται στα πόδια της.

Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φτάνουν στη σπηλιά του Πολύφημου (μια εξαιρετική σεκάνς τρόμου), περιμένουν αυτός να κοιμηθεί και ύστερα τον τυφλώνουν, σε ένα διάσημο στιγμιότυπο γνωστό ακόμα και σε όσους είχαν μια κάποια επαφή με το ομηρικό έπος μόνο στην παιδική τους ηλικία. Ο Πολύφημος ουρλιάζει και το πλήρωμα των πολεμιστών ακούει εμβρόντητο πως ο πατέρας του είναι ο Ποσειδώνας, τον οποίο ο φοβερός κύκλωπας παρακαλεί τώρα για εκδίκηση. Ο Πολύφημος είναι πλέον τυφλός και, ως γνωστόν, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του δραπετεύουν χάρη στα πρόβατα, τα οποία τους καλύπτουν από το ψαχούλεμα του φονικού, γιγάντιου χεριού. Οι σύντροφοι μαζί με τον βασιλιά τους κουτρουβαλούν πια στον λόφο και το συγχυσμένο τέρας κοντοστέκεται στο στόμιο του σπηλαίου. Έχει μεγάλη σημασία για την ταινία ολόκληρη ότι ο Οδυσσέας του Νόλαν ουδέποτε συστήνεται στον Πολύφημο ως «Κανένας» και ουδέποτε εκστομίζει ύβριν προς τον Ποσειδώνα (όπως συμβαίνει στο ι της Οδύσσειας του Ομήρου). Η ύβρις στην ταινία έγκειται στο εξής: Έχοντας πια πάρει απόσταση ασφαλείας από τον τυφλωμένο κύκλωπα, ο Οδυσσέας γυρίζει προς τα πίσω και τον τοξεύει στο πληγωμένο του μάτι. Όχι απλώς δεν τον προειδοποιεί μ’ ένα κουδουνιστό νταν της χορδής αλλά τον χτυπάει ενώ αυτός είναι παροπλισμένος και απολύτως ανήμπορος να φυλαχτεί. Όλα τα κατοπινά παθήματα οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα αποδίδουν σε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όπου ο ήρωας σπάει τον κώδικα τιμής της μονομαχίας και χτυπάει ύπουλα και χαιρέκακα. (Το αν οι ήρωες των στίχων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας κρατούν απαρέγκλιτα έναν τέτοιο κώδικα τιμής ή αν ενσωματώνουν και τις ποταπές όψεις του πολέμου είναι άλλη κουβέντα· εδώ πραγματευόμαστε την ερμηνεία της ταινίας.) Η ασέβειά του απέναντι στον Πολύφημο και στον θεό πατέρα του δεν είναι άλλη από το αντιηρωικό και αχρείαστο χτύπημα. (περισσότερα…)

Η φούσκα: Δίπτυχο κυπριακού τραύματος [Μέρος Β΄]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Από την αρχή της δεύτερης θητείας του ο Σερίφης έδειξε πως δεν αστειεύεται. Πολιτικοί και ειδήμονες του διαδικτύου έπεφταν από τα σύννεφα, παρότι η Νέλλη είχε γράψει ήδη επ’ αυτού και του παρακολουθήματός του στην Ευρώπη πριν από την πρώτη κιόλας εκλογή του. Η απλότητα με την οποία μιλούσε θύμιζε, πράγματι, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν οι περισσότεροι λογοτέχνες και κυρίως οι αντισυστημικοί καλλιτέχνες στη Δημοκρατία, για να αποφανθούν για τη διεθνή και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Προικισμένες πρέσβειρες αντικατέστησαν συνοπτικά τους επαγγελματίες διπλωμάτες. Τα τζετ τους προσγειώνονταν πλέον απευθείας στα μπουζούκια, θέτοντας τις σχέσεις μας με τη Συμμαχία σε νέα επίπεδα.

Εκτός από τον έλεγχο ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου, ο Σερίφης διεκδικούσε διακαώς και το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης. Για το ίδιο βραβείο προτάθηκαν, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τις υποψηφιότητες μέχρι το 1955, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι και ο Ιωσήφ Στάλιν.

Στους λογοτεχνικούς κύκλους επεκράτησε γενικά πανικός. Πολυβραβευμένοι, κυρίως πολυβραβευμένες από το αδελφό κρατίδιο στη χώρα μας έκλαιαν γοερά.

«Στράφι λοιπόν οι περιοδείες, τόσα ευγενικά μου νεύματα;»

«Τόσες κόκκινες κορδέλες που έκοψα για τα βιβλία μου; Τόσες αναξιοποίητες σουηδικές κορώνες;»

«Για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν; Για μια νεφέλη;»

Πολλοί διερεύνησαν το ενδεχόμενο να κάνουν πλέον καριέρα σε άλλο κλάδο. Άνθισαν ξανά οι κήποι, ανέκαμψαν τα ταξιδιωτικά κι ακτινοβόλησαν τα φιλοτελικά σωματεία. Άλλοι, δεδομένης της εμπειρίας τους στο μάρκετινγκ, ευδοκίμησαν ως υπεύθυνοι ανάπτυξης αγοράς, διαχειριστές εταιρικής εικόνας και αναλυτές ψηφιακής απόδοσης.

Η Σουηδική Ακαδημία, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες, εξέδωσε ειδική ανακοίνωση για λογοτέχνες στη Δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν εμπίπτει –ούτε και πρόκειται ποτέ να εμπέσει– στη σφαίρα ενδιαφερόντων του Σερίφη, παραμένοντας έτσι ανοικτό προς διεκδίκηση.

Συγγραφείς και διανοούμενες-to-be έκαναν τον σταυρό τους. Γραμματολόγοι και απονομείς βραβείων αναθάρρησαν. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις επανήλθε στη μόδα σταθερά η παγιέτα, την οποία επανέφεραν αισίως στη μόδα οι πρέσβειρες. Η αγορά του βιβλίου διασφαλίστηκε κι ο κόσμος ξαναβρήκε την παλιά, δημοσιοσχετικιστική του ρότα.

Ο Σερίφης όμως δεν κρατιόταν. Απέστειλε μάλιστα επιστολή στη νορβηγική κυβέρνηση, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα μέλη της Συμμαχίας –τα πλείστα εκ των οποίων και μέλη του Κλαμπ– ζητώντας τα ρέστα, δηλώνοντας πως, αφού δεν πήρε το βραβείο, δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον η ειρήνη, στρέφοντας το βλέμμα του προς την Αρκτική:

Τα τόπια δεξιά. Βρας! Αλβανιστί, φωτιά.

Πάντως, αν η σουηδική επιτροπή αποφάσιζε να μοιράσει, όπως θα το έπτραττε αργότερα Λατινοαμερικάνα ηγέτιδα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε όλους τους μουσόπληκτους στη Δημοκρατία, θα γλιτώναμε σίγουρα από πολλές κακοτεχνίες, αναρτήσεις και δαφνοστεφανώματα.

Λεσκοβίκι, Αγιακούτσο. Λευκωσία.
Ήμουν κι εγώ εκεί. (περισσότερα…)

Η φούσκα: Δίπτυχο για το κυπριακό τραύμα

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Μέρος Α΄

Στην αρχή νομίζαμε πως ήμασταν ένα μικρό νησί στην άκρη της Μεσογείου. Πολύ σύντομα ανακαλύψαμε πως ήμασταν η Ελβετία της Ανατολής, ο Παναμάς της Ευρώπης και η Σιγκαπούρη της Καρπασίας ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τροπικό νησί στον πλανήτη χωρίς τουλάχιστον μία εταιρεία, δύο δικηγορικά γραφεία και τρεις συμπατριώτες μας που να το αποκαλούν στρατηγική βάση.

Οι λέξεις «οφσόρ», «μαρίνες», «ακίνητα» και «καταπιστεύματα»  μπήκαν στη ζωή μας με φόρα, εμπλουτίζοντας το φτωχοποιημένο με τα χρόνια λεξιλόγιό μας.

Ολιγάρχες, μεγιστάνες και καταζητούμενοι έβρισκαν στο νησί μας όχι μόνο ζεστό καιρό, αλλά και μια φιλόξενη θεσμική αγκαλιά. Τους διέκρινε μάλιστα μια αξιοσημείωτη προθυμία να θεωρηθούν δικοί μας άνθρωποι.

Τέτοια λοιπόν η έλξη του τόπου μας.

Με το πέρασμα των χρόνων, κατέληξαν να θεωρούνται όντα περίπου μυθικά, που είχαν συμφάγει με τους θεούς μας.

Κανείς μας δεν τους είχε δει πραγματικά. Πίσω απ’ τους πύργους και τ’ αδειανά διαμερίσματα αφήναμε τη φαντασία μας να τους πλάθει ελευθέρα, όπως συμβαίνει με τους λαϊκούς θρύλους ή με τους ήρωες ενός μυθιστορήματος.

Ένας εργολάβος ορκιζόταν πως συνάντησε κάποιον από αυτούς σε ιδιωτικό σαλόνι αεροδρομίου. Ένας μεσίτης πως είχε δει τη σκιά του να διασχίζει το λόμπι ενός ξενοδοχείου. Ένας δικηγόρος ισχυριζόταν πως του είχε σφίξει, μάλιστα, το χέρι.

Άλλοι εξήγαν χαλκό, άλλοι κρασί, άλλοι εσπεριδοειδή. Μαζί με τους επιφανέστερους λογοτέχνες της χώρας μας, οι επενδυτές έγιναν έτσι οι σημαντικότεροι εξαγωγείς κυπριακότητας σε συσκευασία πολυτελείας.

Η χλίδα αυτή θύμιζε πράγματι την εποχή που Δημοκρατία πραγματικά έλαμπε κι ήταν σαν να πέφταν τότε τα λεφτά από τους ουρανούς. Άπλωναν όλοι τα χέρια για να τα μαζέψουν, αρπάζοντας με τις χούφτες τον αέρα. Βλέποντας τον συνάδελφο ή τον γείτονα να παίρνει καινούριο αυτοκίνητο ή μεγαλύτερη τηλεόραση, έστιλβαν τα ματάκια τους:

Το ’δες, το ’παιξες;

Σιγά σιγά πείθονταν μ’ αυτά και οι πιο απαιτητικοί οικονόμοι. Σε περίπτερα, καφενεία και πρακτορεία ταξί άκουγες μόνο για συγχωνεύσεις και εξαγορές, στους δε βρεφονηπιακούς σταθμούς ιστορίες για μετοχικά σπλιτ και αυξήσεις κεφαλαίου. Αισθητικοί, διανομείς και οικοκυρές αποτελούσαν πλέον το μεγαλύτερο επενδυτικό κοινό της χώρας. Μπετατζήδες, υδραυλικοί και κομμώτριες αποκτούσαν κωδικούς πρίμιουμ πρόσβασης στο Χρηματιστήριο. Ορισμένοι επένδυαν με τα χέρια, άλλοι εξ ακοής και κάποιοι ακόμα με τα μάτια κλειστά.

Οι ιδιοκτήτες των οικονομικών εφημερίδων δεν απευθύνονταν πια στις επενδυτικές ελίτ, πετυχαίνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι τραπεζίτες έτριβαν κι αυτοί τα χεράκια τους. Τη Χρυσή Εποχή τους διήνυαν επίσης οι μασέζ και τα παραλιακά θέρετρα. Η φούσκα, βέβαια, δεν άργησε να σπάσει, γκρεμίζοντας τις προσδοκίες τους. Οι μετοχές της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΑ», η τιμή των οποίων πράγματι είχε υπερδιογκωθεί, λέγεται ότι υπήρξαν ανάμεσα σε αυτές που έπαθαν τη μεγαλύτερη πανωλεθρία.

Από τότε όλοι το έριξαν στο ΚΙΝΟ και στο Πάμε Στοίχημα. Οι σκόρερ, οι κάρτες και τα κόρνερ στο αφρικανικό πρωτάθλημα είχαν, όπως φαίνεται, τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Στις Απόκριες, οι Δημοκράτες ντύνονταν πλέον ξεφτιλισμένοι επενδυτές. Όταν στη Δημοκρατία ανακαλύφθηκε φυσικό αέριο, επιτυχία είχε και η στολή Σαουδάραβα με καρφιτσωμένα στο πέτο πετροδόλαρα.

Μετά από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, τους μικροεπενδυτές απορρόφησαν επίσης τα καζίνο, που έκαναν κι αυτά χρυσές δουλειές, όπως και η εμπορία της ντομάτας, αϊρανιού, βενζίνης, σαλοτραπεζαρίας, τούβλων, μαρμάρων, καπνού για ναργιλέ και προσώπων.

Απ’ όταν επετράπη στο ελεύθερο τμήμα της Δημοκρατίας η ίδρυση και λειτουργία καζίνο, οι μικρομεσαίοι δεν χρειαζόταν πια να μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για τις επενδυτικές τους δραστηριότητες, γεγονός που απεδείχθη επωφελές και για το εθνικό μας πρόβλημα. Στήθηκαν πια παντού τραπέζια και φρουτάκια. Το δε εντυπωσιακό καζίνο-θέρετρο, που ξεπέρασε σε επισκεψιμότητα όλες μαζί τις αρχαιολογικές μας τοποθεσίες, περιέχει πεντάστερο ξενοδοχείο πεντακοσίων δωματίων, σουίτες και επαύλεις, χώρο παιγνίου έκτασης 7.500 τ.μ., παγκοσμίου κλάσης εστιατόρια, μπαρ-καφέ, σπα-φίτνες, 1.200 τ.μ. εμπορικούς δρόμους και άλλα πολλά. Έτριβαν κι οι δολιοψαράδες τα ματάκια τους. Ελκύοντας περί τους 300.000 τουρίστες ετησίως, λύθηκε και το σοβαρό πρόβλημα της εποχικότητας, που μάστιζε τα παράλια. (περισσότερα…)

Ο γρίφος του ποδοσφαίρου

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.

Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.

Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…

«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.

Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.

Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.

Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)

Ο καλοκαιρινός μου εαυτός

*

Κοιταζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε τον εαυτό της. Είχε γυρίσει μόλις απ’ το κομμωτήριο και από τα μαγαζιά όπου είχε αγοράσει ένα ωραίο κόκκινο καλοκαιρινό φουστάνι. Έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό της. Έπρεπε οπωσδήποτε να την ανεβάσει στο ίνσταγκραμ να τη δουν οι φίλοι της. Δείτε το φόρεμά μου, πώς μου πάει, δείτε τα μαλλιά μου φρεσκοβαμμένα, καλοχτενισμένα, οι ανάλαφρες μπούκλες με κάνουν να φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα! Όσο για το σώμα μου, δεν χτυπιέμαι αδίκως τόσους μήνες στο γυμναστήριο, έχω γίνει σαν μοντέλο.

Θαύμαζε τον εαυτό της και ήταν σίγουρη πως θα έκανε θραύση στα σόσιαλ όπου είχε αρκετούς ακόλουθους. Είχε καιρό ν’ ανεβάσει δική της φωτογραφία και θεώρησε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Θα την ποστάριζε και στο φέισμπουκ και στο τικ-τοκ, είχε λογαριασμούς παντού. «Θεά!» θα της έγραφαν, «κορμάρα», «καλλονή», «δείχνεις σαν κοριτσάκι». Οι γυναίκες θα ζήλευαν, οι άντρες θα ένοιωθαν μια ακατανίκητη επιθυμία να βγουν μαζί της, να φλερτάρουν, να προχωρήσουν και περισσότερο…Είχε μεθύσει από την ίδια της την ομορφιά. Και να σκεφτείς ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει φίλτρα ή άλλα κόλπα της τεχνολογίας. Ούτε στο δέρμα της είχε κάνει ποτέ μπότοξ ή πλαστικές. Αυτή ήταν η φυσική της όψη, παρά τα κάποια χρονάκια της έδειχνε δροσερή και εμφανίσιμη.

Ο ενθουσιασμός της ήταν ασυγκράτητος. Η φωτογραφία της θα γινόταν viral και η ίδια θα έμπαινε στα χωράφια των influencers. Ποιος ξέρει τι θ’ ακολουθούσε; Προτάσεις από εταιρείες καλλυντικών για να προωθεί τα προϊόντα τους ή ίσως θα έφτανε να διαφημίζει ρούχα για κάποια μεγάλη ξένη αλυσίδα;

Ανέβασε την φωτογραφία με μια απλή λεζάντα. «Ο καλοκαιρινός μου εαυτός», έγραψε. Περίμενε να δει τα λάικ και τις καρδούλες να πέφτουν βροχή. Περίμενε, περίμενε, καμμία αντίδραση. Μήπως δεν είχε πατήσει επάνω στην επικύρωση; Μήπως έλειπαν όλοι σε διακοπές; Μήπως από την ζήλεια τους έκαναν ότι δεν είδαν την φωτογραφία της; Μα να μην αντιδράσει κανείς; Περίμενε δυο μέρες ακόμα και η φωτογραφία του καλοκαιρινού της εαυτού έμεινε εκεί ξεχασμένη σαν κάποιους πίνακες σε μεγάλα μουσεία, ζωγραφισμένους από ελάσσονες καλλιτέχνες που κανείς δεν τους δίνει σημασία καθώς όλοι τρέχουν στις κεντρικές αίθουσες για να δουν την Τζοκόντα του Ντα Βίντσι και την Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι.

Μετά από πέντε μέρες επιτέλους είδε έναν μπλε αντίχειρα και ένα σχόλιο στο φέισμπουκ. Ήταν από τη μητέρα της. «Ωραίο το φόρεμα αλλά σε παχαίνει. Οι μπούκλες νομίζω πως δεν είναι για γυναίκες της ηλικίας σου».

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

**

*

Θερινός υποθετικός

*

Η ποιήτρια:

Θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι
αν είχα ένα σταμνί κι ένα πανάκι
αν δεν μ’ ακολουθούσε το κοράκι
αν είχα την απόφαση στο χέρι.

Αν δε με προσκαλούσαν της θαλάσσης
τα βάθη, σε κατάδυση μακάρια
στα δάχτυλά μου αν έπαιζα τα ζάρια
αν δεν μ’ αποπλανούσαν οι επιφάσεις.

Αν ήσουνα κι εσύ Θεός για λίγο
ίσαμε να σταθώ να ξαναρχίσω
αν όνομα είχε αυτό που να ξεφύγω
τρέχω, ή αν έστω θάρρευα να ελπίσω
πως η αντοχή μου θα τα καταφέρει,
θα το ’λεγα –σαν όλους– καλοκαίρι.

*

Το καλοκαίρι:

Θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι
και δεν θα ’ρχόταν τόσα να μου σούρει
αν ήξερε να πιάνει το τσεκούρι
αυτή, που όλο θηλιές να σφίγγει ξέρει…

Αν απ’ την ελεφάντινη την πύλη
τα όνειρά της δεν τραβούσε πάνω
τις νύχτες, αν δεχόταν να γλυκάνω
με τον χυμό μου το πικρό της χείλι,

αν άκουγε του γκιώνη τη θλιμμένη
φωνούλα στης νυχτός την ησυχία,
αν έπαυε τον ήρωα να προσμένει
που μέσ’ από του βίου της τα ορυχεία
θα καταρριχηθεί και θα την φέρει,
θα μ’ έλεγε –σαν όλους– καλοκαίρι.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

**

 Ο έρωτας ως επαναστατική δύναμη

*

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

~.~

Λίλα Τρουλινού,
Νύχτες με την Γκαμπριέλα,
Περισπωμένη, 2026

Το βιβλίο Νύχτες με την Γκαμπριέλα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026, είναι νουβέλα, το δυσκολότερο αλλά και αρτιότερο, κατά την άποψή μου, λογοτεχνικό είδος που αγαπά ιδιαίτερα η συγγραφέας· μια ενέργεια ή απόφαση της βασικής ηρωίδας γίνεται η αφορμή για να ζήσουμε ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Ρώμη του 1979.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Νόρα, Ελληνίδα φοιτήτρια στη Ρώμη στα τέλη της δεκαετίας του 70, αναζητά απελπισμένα τον έρωτα της ζωής της, την Γκαμπριέλα, μια όμορφη γυναίκα αργεντίνικης καταγωγής που εξαφανίστηκε. Την ψάχνει σε μια πόλη που ήδη από την προηγούμενη δεκαετία βιώνει, όπως όλη η χώρα, τα «μολυβένια χρόνια» με τις φοβερές σε ένταση τρομοκρατικές επιθέσεις από ακροδεξιές ομάδες, όπως η Όρντινε Νουόβο, προκειμένου να κατασταλεί το αριστερό εργατικό και φοιτητικό κίνημα το οποίο διεκδικούσε, με πολυήμερες απεργίες, πορείες, συζητήσεις, επαναστατικές πρακτικές, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και κοινωνικές ελευθερίες. Η απαρηγόρητη Νόρα, που βιώνει με σπαραγμό την υποψία της ερωτικής απόρριψης και την αγωνία για τη ζωή της αινιγματικής συντρόφου, την ίδια στιγμή διαθέτει την επαναστατικότητα μιας συνειδητοποιημένης νέας γυναίκας που πάει σε πορείες με λυσσαλέες επιθέσεις από ακροδεξιούς τραμπούκους με ξυρισμένα κρανία και ρόπαλα που χτυπούν για να σκοτώσουν ή στέκεται θαρραλέα απέναντι σε μικροαστικές αντιλήψεις για την περιχαράκωση της ερωτικής προτίμησης, ασκώντας, παράλληλα, κριτική στις επαναστατικές πρακτικές της εποχής.

Η πόλη ανοίγεται ολοζώντανη όταν τη διασχίζει για να βρει το ταίρι της, εναρμονισμένη με την ασθματική περιπλάνησή της, με αυστηρό ταξικό προσδιορισμό: εκεί που ζουν οι φτωχοί προλετάριοι, οι φοιτητές με τα λίγα λεφτά κάθε μήνα, οι μετανάστες, οι πολιτικοί εξόριστοι, οι πλάνητες, οι χρήστες, δεν υπάρχουν λουλούδια, οι πολυκατοικίες είναι κοκκινοπλίνθινες, τα τραμ λαμαρινόφαια, τα σπίτια είναι αθλιόσπιτα, κεραμιδοκόκκινα, φρικτοτενεκεδόκουτα. Οι άλλοι μένουν μακριά, στο Μόντε Σάκρο, σε μεσοαστικές, περιποιημένες γειτονιές.

Η ασθμαίνουσα ηρωίδα διασχίζει τοπία, συναντά και συνδέεται με ανθρώπους ενεργητικούς, δρώντα υποκείμενα της κοινωνίας και της ιστορίας, όντα πολιτικά που, άλλοτε με πράξεις και άλλοτε με τη θεωρία τους, πολεμούν την εξουσία και συνιστούν, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον της εξαφανισμένης Γκαμπριέλας. Η μυθοπλασία συμπλέκεται με την Ιστορία. Οι επινοημένοι ήρωες της συγγραφέως, φεμινίστριες, επαναστάτες, ντήλερς, ανήσυχοι φιλόσοφοι και μουσικοί, συνυπάρχουν με τον Φελίνι, στην πιο αμφιλεγόμενη ταινία του «Η πόλη των γυναικών», τους καταστασιακούς, την ιταλική Εργατική Αυτονομία, την Όντα Ρόσα, τον Αντόνιο Νέγκρι, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την φασιστική Όρντινε Νουόβο ακόμα και τον αρχιφασίστα Στέφανο ντέλε Κιάιε. Η Νόρα βυθίζεται όλο και πιο πολύ σε αυτόν τον κόσμο με αποκορύφωμα το συλλογικό τραύμα του «Βρώμικου πολέμου» στην Αργεντινή του στυγερού δικτάτορα Βιντέλα με τις μαζικές εξοντώσεις ακτιβιστών και αντιφρονούτων, με τους πάνω από 30.000 desaparecidos, τους εξαφανισμένους (η εξαφάνιση του σώματος ως άρνηση του εγκλήματος, όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου).

Αυτή είναι –ας την πούμε έτσι– η υπόθεση. Η ουσιαστική απόλαυση της λογοτεχνίας όμως κρύβεται στο αληθινό ταξίδι που η συγγραφέας μας καλεί να κάνουμε: σημασία έχει όχι το τι έγινε αλλά το μη ειπωμένο, το καλά κρυμμένο. Και η Λίλα Τρουλινού το αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό. Μας ταξιδεύει με λόγο πρωτοπρόσωπο, πυκνό, χειμαρρώδη, ανατρεπτικό, πυρετικό. Η ποιητικότητα της γραφής συνυπάρχει αρμονικά με την ωμότητα της πραγματικότητας, οι ήρωες αυτονομούνται όχι μόνο μέσα από τις πράξεις τους αλλά, πρωτίστως, μέσα από τον λόγο τους. Μόνον έτσι η επινοημένη ζωή γίνεται αληθινή, πράγμα που η συγγραφέας ξέρει να κάνει άριστα. Όταν η Νόρα απευθύνεται στην αγαπημένη της, ο λόγος ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική σπαρακτική εξομολόγηση και την υλικότητα της κανονικής ζωής. Είναι ακριβώς αυτή η θλίψη που δεν καταλήγει σε λυγμούς, που το έντονο συναίσθημα δε σου στερεί τη σκέψη, γιατί τι να την κάνεις την απόγνωση όταν δε συνοδεύεται από την επιθυμία να ερμηνεύσεις και τελικά να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο; Και ο κόσμος της ηρωίδας, αλλά και των ανθρώπων που συναντά, είναι τόσο ανατρεπτικός, τόσο επαναστατικός και πολιτικός, με την πραγματική έννοια του όρου, που μόνο η σύγκρουση με την κατεστημένη, τακτοποιημένη, στερεοτυπική σκέψη και πράξη κάθε εποχής θα φέρει τη νέα θέση, τη νέα αντίληψη. (περισσότερα…)

Η Ταναγραία

*

Η Ταναγραία

Κυματιστή, αεράτη, μου θυμίζεις
με τον σπασμένο κότσο-σου παλιές,
ανέμελες σχεδόν μετακομίσεις
και μισοξεχασμένες αγκαλιές.

Τί σχήμα νά ’χε η πήλινη γλωσσίτσα
πρίν την τσακίσω; Δέν θυμάμαι πιά.
Σε ρίχνω συγχυσμένος στη βαλίτσα
με τα χοντρά τετράγωνα κουμπιά –

κι ύστερα αλλάζω γνώμη. Εδώ θα μείνεις!
Στο καταφύγιο που ετοιμάζω δέν
θα κουβαλήσω αγάλματα. Της μνήμης
μου φτάνει το μονότονο ρεφρέν.

///

Το κόκκινο και το μαύρο

Μα η μόνη-μου αλήθεια δέν είναι διπλή;
Σάν καλά τροχισμένο ψαλίδι
– προστασία μαζί κι απειλή –
την παίζω στα δάχτυλα. Πώς στραφταλίζει!

Τη ρίχνω στ’ αστέρια και παίρνει φωτιά,
κι απλώνει φτερά και σκεπάζει
με τό ’να μια αδιάφορη πλάση,
με τ’ άλλο του αρχαίου σερπετού την ψευτιά.

Κι απανάμεσα κάπου της σκέψης το αργό,
το τετράγωνο σέρνεται κάρο…
Το κόκκινο με το μαύρο
τη μάχη-του δίνει όπως πάντα, κι εγώ

κλειστός σάν βεντάλια, ανοιχτός σάν πληγή
τις αλήθειες-μου λέω και ξελέω
την πρώτη απ’ την προτελευταία,
την ίδια απ’ την άλλη τραβώντας να βγεί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

Για τη Δύση και την παρακμή της: Συμπληρωματικά στην παρέμβαση της Ιωάννας Τσιβάκου

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Στη συνέχεια της παρέμβασης της Ιωάννας Τσιβάκου, ας μου επιτραπεί να γράψω μερικά συμπληρωματικά στα όσα ειπώθηκαν από εκείνην σχετικά με την εκδήλωση του Ιουλίου του Θεάτρου Κυδωνία και την συζήτηση, στην οποία αναφέρθηκε. Φρονώ ότι τις περισσότερες φορές η κριτική που γίνεται στη Δύση ή στον δυτικό πολιτισμό μένει μέσα στα πλαίσια εκείνου. Δεν μπορούμε οι περισσότεροι να απεμπλακούμε από τον εναγκαλισμό μαζί του. Αυτό έχει πολλές εξηγήσεις. Μία και κύρια είναι οι σπουδές που έχουμε κάνει οι Έλληνες στις διάφορες σχολές του εξωτερικού, οπότε μπολιαστήκαμε ανάλογα με τις δικές τους νοοτροπίες θεωρίες και κοινωνίες και συστήματα. Το γεγονός ότι υπήρξε ένας Σπένγκλερ που έγραψε την Παρακμή της Δύσης δεν αλλάζει πολύ την όλη πραγματικότητα. Πόσοι άραγε στην ίδια την Δύση έλαβαν υπόψη τους αυτό το σύγγραμμα;

Ωστόσο, υπήρξαν νόες σπουδαίοι, μέσα στην Ευρώπη, οι οποίοι μπορεί να μην εκφράστηκαν με αυτή την διατύπωση («παρακμή της Δύσης») εντόπισαν ωστόσο τα σημάδια μιας γενικής έκπτωσης. Ο Νίτσε μίλησε για «αποβαρβάρωση». Ο Έλιοτ είπε ότι ο πολιτισμός αυτός αυτοκτονεί, η Σιμόνη Βέιλ (όχι αυτή του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) υπέβαλε την δυτικοευρωπαϊκή θεώρηση της ζωής και της κοινωνίας σε τρομερή κριτική (περιλαμβανομένου και του Μαρξισμού), ενώ ο Έλληνας Κ. Παπαϊωάννου (μέγας μαρξολόγος μεταξύ άλλων), έγραψε ότι

«υψώθηκε ένας ουμανισμός ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού αλλά που υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στο εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστήμη θα προσφέρει την εξουσία».

Στην ελληνική περιοχή και γλώσσα διανοητές σαν τον Σπύρο Κυριαζόπουλο, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον πρώτο (χρονολογικά) Στέλιο Ράμφο, τον Χρήστο Γιανναρά, τον Γιώργο Καραμπελιά έχουν διεξοδικά αναφερθεί στις παραμορφώσεις του «δυτικού πνεύματος», με κύριο ζήτημα την ratio και την αναμφισβήτητη διαφορά της από τον Λόγο, όπως έρχεται από τους αρχαίους «εραστές της σοφίας» και τους τραγικούς ποιητές αλλά και όπως περνάει και κορυφώνεται στην πατερική Θεολογία ως σαρκωμένος Λόγος. Μέσα σε αυτούς θα πρέπει να συμπεριληφθούν πρόσωπα όπως ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης, ο Α. Σικελιανός, ο Π. Γιαννόπουλος, ο Γ. Σαραντάρης, βεβαίως ο Κόντογλου και πάνω απ’ όλους και πρωτοκορυφαίος ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος υπήρξε ουσιαστικά ο μέγας «αντιστασιακός», όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στον δυτικό πολιτισμό.

Το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι η χώρα αυτή, το κράτος της και ο λαός της προσκολλήθηκαν σφόδρα στα της Δύσεως, είτε καθ’ ύπόδειξιν εκείνης είτε ακόμη και μεσώ επιβολής της. Ο δυτικός πολιτισμός αρχικά ως δυτικοευραπαϊκός και εν συνεχεία ως αμερικανικός κάλπαζε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ωστόσο τα μεγάλα ζητήματα και οι παραμορφώσεις είχαν από παλιότερα εμφανιστεί (διάβαζε το τεράστιο μεταφυσικό κενό που εντόπισαν πρώτοι οι Ρώσοι θεολόγοι και φιλόσοφοι της διασποράς) και οδήγησαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους που άφησαν πίσω τους εκατομμύρια νεκρούς και καταστροφές.

Το χειρότερο στην εξέλιξη που παρουσιάζεται σήμερα είναι ότι η Δύση περιμένει να λύσει τα ζητήματά της μέσω των μηχανών και μάλιστα της «τεχνητής νοημοσύνης», που κατά βάθος είναι εφεύρεση ανθρώπων που απέρριπταν τον κόσμο-Κτίση, όπως εθεωρείτο ως δημιουργία Θεού και σκόπευαν να τον αντικαταστήσουν με άλλον που θα έφτιαχναν με την ανάπτυξη της τεχνικής, δημιουργώντας ανελέητη εξάρτηση από αυτήν. Συνακόλουθα ωστόσο, θα πρέπει να αλλάξουν ή μάλλον να μεταλλάξουν και τον ίδιο τον άνθρωπο για να τον προσαρμόσουν στο καινούργιο δημιούργημά τους. Ο Πωλ Βιριλιό προειδοποιούσε από το 2000 ότι «βαδίζουμε προς μια πληροφορική Βαβέλ» και πως η «νεκρή μνήμη του υπολογιστή απειλεί τη ζωντανή μνήμη του ανθρώπου». Ο Βιριλιό συντάσσεται ουσιαστικά με τον Ζακ Ελλύλ και τις αλήθειες που αναπτύσσει στο βιβλίο του Το τεχνικό σύστημα και ο ίδιος μιλάει ως «ιστορικός των τεχνολογιών» και ως «κριτικός της τέχνης της επιστήμης», την οποία γνωρίζει από μέσα και καταγγέλλει την «ειδωλολατρεία της μηχανής» (δες συνέντευξή του στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 20 Οκτωβρίου 2000, και το βιβλίο του Η πληροφορική βόμβα.)

Υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί εδώ: ο αμερικανικός πολιτισμός έχει δυόμισι αιώνες ιστορία μονάχα. Όλη του η πορεία στηρίζεται στην εξαφάνιση των γηγενών πληθυσμών, στο Χρήμα, στην Τεχνική και στον γιγαντισμό του ανθρώπου-Superman. Οι άλλοι πολιτισμοί, οι αρχαίοι, μεταξύ των οποίων και ο ελληνικός, θα κάθονται με σταυρωμένα χέρια να παρακολουθούν την «παρακμή» του, ή θα πρέπει να ανανήψουν πνευματικά και να ενεργοποιήσουν τις μη δυτικογενείς αλήθειες τους και αξίες τους τις οποίες ο δυτικός πολιτισμός παραμόρφωσε και ρασιοναλιστικοποίησε;

*

**

 

 

Ο Θουκυδίδης και η Αθήνα: Ο Βασίλης Κάλφας μας ξεναγεί στο έργο του μεγάλου ιστορικού

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ

Παρασκευή 17 Ιουλίου | Φιλοσοφικός περίπατος στον Αποκόρωνα

Ο Θουκυδίδης και η Αθήνα
Ο Βασίλης Κάλφας μας ξεναγεί στο έργο του μεγάλου ιστορικού

Για τρίτη φορά καλεσμένος μας στις Νύχτες του Ιουλίου και τις περιπατητικές διαλέξεις τους, των οποίων τον θεσμό ο ίδιος εγκαινίασε πριν από πέντε χρόνια και διεξάγονται έκτοτε με μεγάλη επιτυχία, είναι φέτος ο Βασίλης Κάλφας, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Θέμα του ο Θουκυδίδης, ο μεγάλος ιστορικός του οποίου το όνομα ειδικά αυτή την περίοδο είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Πώς παρουσιάζει την αθηναϊκή δημοκρατία ο Θουκυδίδης; Τι θαυμάζει σ’ αυτήν και τι απεχθάνεται;

Ο περίπατος θα ξεκινήσει στις 10 το πρωί από τη θέση Πλατανάκια στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Στύλος και Νιο Χωριό Αποκόρωνα. Θα είναι διάρκειας μιας περίπου ώρας, σε σκιερά αγροτικά μονοπάτια, δίπλα στην όχθη του ποταμού Κοιλιάρη, ευκολοδιάβατα για όλες τις ηλικίες.

Έναρξη 10.00 π.μ. – Ελεύθερη συμμετοχή
Σε συνεργασία με τον Ορειβατικό Σύλλογο.

*

**

Ένα ανέκδοτο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Η αίθουσα είναι ευρύχωρη και φωτεινή. Γεμάτη όμως, ασφυκτικά, με θρανία. Τέσσερεις σειρές θρανίων με έξι θρανία σε κάθε σειρά – εκτός από την σειρά δίπλα στην πόρτα, έχει λιγότερα, για ευνόητους λόγους. Σε κάθε θρανίο δύο καρέκλες.

Για να γράφουν εξετάσεις παιδιά δύο διαφορετικών τάξεων – εκείνες τις μέρες θα είναι, όντως, ασφυκτικά – αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γράφουν τα παιδιά της Θετικής, δεκατέσσερα το σύνολο. Κάθονται στις δυο σειρές κοντά στα παράθυρα. Γράφουν Ιστορία «κόντρα».

«Κύριε, ξέρετε από Ιστορία;» Γέλια, πειράγματα, για να σπάσει ο πάγος. Περιμένουν να τους βάλουμε στις θέσεις τους – με τη σειρά, αλφαβητικά. «Κύριε, τι μάθημα κάνετε;» Και πάλι, «Κύριε, εσείς ξέρετε Ιστορία; Δε θα γράψουμε τίποτα, κύριε». «Γιατί! Δεν έχετε διαβάσει;» «Τι να διαβάσουμε, κύριε; Βοηθήστε λίγο να μη χαλάσει ο βαθμός του απολυτηρίου». «Μια χαρά θα τα πάτε».

Έχουν καθίσει κατ’ αλφαβητική σειρά και περιμένουν. Εφτά οχτώ τσάντες στη σειρά, στον τοίχο, κάτω από τον διαδραστικό κι ως τη δεξιά γωνία. Άλλα τόσα κινητά πάνω στην έδρα.

Μοιράζουμε κόλλες και θέματα. Σιωπή. Τα ξεφυλλίζουν, κάποιες πρώτες σημειώσεις. Σιωπή. Τα αμήχανα βλέμματά μας στον χώρο, πάνω από σκυμμένα κορμιά, σκυμμένα κεφάλια. Χέρια που στηρίζουν, χέρια που κινούνται, άλλα γρήγορα – τα πιο πολλά –, άλλα αργά. Χέρια με νύχια περιποιημένα, χέρια με νύχια φαγωμένα βαθιά. Πόδια που κουνιούνται από νευρικότητα. Καμιά φορά τα βλέμματά μας διασταυρώνονται, για λίγο.

Χτες, συνάδελφος έπιασε μαθητή να χρησιμοποιεί το κινητό. Είχε φωτογραφίσει τα θέματα κι είχε δώσει ερώτημα στο ChatGPT. Κύριε, γιατί μου παίρνετε την κόλλα, διαμαρτυρόταν μετά. Το έλεγε κι απορούσε ο συνάδελφος. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Να μη φτάσεις στο σημείο να ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Να μη δώσεις χώρο να δολιεύσει την εξέταση. Και να μη ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Τόσο όσο.

Μπαίνει η συναδέλφισσα-εισηγήτρια. Τα κεφάλια σηκώνονται, τεντώματα, τα πρόσωπα γίνονται πάλι γελαστά. Θόρυβος της στιγμής. Η συναδέλφισσα κρατάει τα θέματα στα χέρια. Χαιρετάει γελαστή καθώς κατευθύνεται προς την έδρα. Στέκεται όρθια δίπλα και λίγο μπροστά. Ακουμπάει στο πρώτο θρανίο.

«Τα είδατε τα θέματα. Διαλέξαμε τα πιο εύκολα». Πάλι θόρυβος.

Η εισηγήτρια αρχίζει να εξηγεί τα θέματα. Διαβάζει. Πρώτο θέμα, Σωστό – Λάθος: Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, Καποδίστριας ή Όθων; Τρικούπης και τοπάρχες· Βενιζέλος και Αντάντ· κάτι από τους μεγάλους πολέμους… «Καταλάβατε» επαναλαμβάνει.

Συνέχεια, δεύτερο θέμα, περιεχόμενο ιστορικών όρων: αναθεωρητισμός (και κάποιος άλλος -ισμός). «Είμαστε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου» λέει η εισηγήτρια, «στα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου… Θυμηθείτε τι λέγαμε» συνεχίζει. «Αυτά τα θέματα κληρώθηκαν από την Τράπεζα» τονίζει.

Τρίτο θέμα, ιστορική αφήγηση και ερμηνεία: οι συνέπειες του Β΄Παγκοσμίου πολέμου ή τα αποτελέσματα… Και μετά, στην ερμηνεία των πηγών: αρχή της δεδηλωμένης και η τύχη των Εβραίων κατά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. «Αυτό το βάλαμε εμείς» σχολιάζει.

«Διαβάστε τα κείμενα, θα σας δώσουν τις απαντήσεις». Στέκεται για λίγο προβληματισμένη. «Θυμηθείτε για την αρχή της δεδηλωμένης… Θυμάστε τι είχαμε πει… Τι είναι;» «Το λέει το κείμενο» λέει η κοπέλα δίπλα της, στο πρώτο θρανίο. «Ναι. Το λέει, πράγματι, το κείμενο, την περιγράφει, την ορίζει με έναν τρόπο» επιβεβαιώνει η εισηγήτρια. «Να μας εξηγήσετε το κείμενο που είναι στα αρχαία» λέει ένας άλλος. «Η εισηγήτρια χαμογελά με νόημα. «Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Είναι απλό το κείμενο» ή κάτι τέτοιο. Ρωτάει αν υπάρχουν ερωτήσεις. «Θα ξανάρθω» λέει. Βγαίνει το ίδιο γελαστή.

Σιωπή ξανά. Σκυμμένα κεφάλια, σκυμμένα κορμιά. (περισσότερα…)

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)