Paula Meehan, Η στιγμή ακριβώς που έγινα ποιήτρια

*
για την Κέυ Φόραν

ήταν το 1963 όταν η κυρία Σάννον
βαρώντας τον σπόγγο στον μαυροπίνακα
μισοχαμένη μέσα σ’ ένα σύννεφο από κιμωλία
είπε, Δώστε προσοχή στα βιβλία σας, κορίτσια,
γιατί αλλιώς θα με θυμηθείτε, θα καταλήξετε
στη ραπτοβιομηχανία.
δεν ήταν ακριβώς επειδή μερικές μανάδες των κοριτσιών
δούλευαν στη ραπτοβιομηχανία
ή που και η θεία μου ακόμα δούλευε εκεί
όπως και πολλοί γείτονες, αλλά
το ότι αυτές οι λέξεις «θα καταλήξετε»
έκλεβαν την αξιοπρέπεια από τον μόχθο.
Δεν το γνώριζα τότε,
όχι με αυτές τις λέξεις – μόχθος, αξιοπρέπεια.
Ούτε και το ότι έμαθα μετά
όχι με τις ίδιες λέξεις – την αξιοπρέπεια, τον μόχθο.
Όλ’ αυτά έχουν ανασυσταθεί,
ώστε πια να βγάζουν νόημα· επιτρέποντας επίσης
στη δασκάλα να έχει δίκιο
και κανείς δεν το ξέρει αυτό καλύτερα από μένα.
Όμως, τους φαντάστηκα: μητέρες, θείες και γείτονες
δεμένους σαν κοτόπουλα
πάνω στον ιμάντα μεταφοράς
ραμμένους με τον τρόπο που η γιαγιά μου
έραβε τα πουλιά έχοντάς τα γεμίσει
με φασκόμηλο και κρεμμύδια.
Οι λέξεις μπορούν να σε ξεπουπουλιάσουν
αφήνοντάς σε γυμνό
λες κι έχεις χάσει το λαμπερό σου φτέρωμα.

As If By Magic-Selected Poems (2021)

Μετάφραση: Νώντας Τσίγκας

*

*

*

 

 

 

 

 

Σώζου Συρία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Η σημερινή ιστορική κληρονομιά χιλιετιών στην Συρία, πλην των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων πληθώρας πολιτισμών, σαρκώνεται και στις εναπομείνασες εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες που βρίσκονται διάσπαρτες στη χώρα. Εντός της ισλαμικής σουνιτικής πλειονότητας, υπάρχουν χριστιανοί ―πρωτίστως Ελληνορθόδοξοι και Συρορθόδοξοι― διαφόρων δογμάτων και αποκλίσεων, ανατολικών και δυτικών, Δρούζοι, Σηΐτες και Αλαουΐτες. Εκτός από τους Άραβες σημαντική είναι και η παρουσία Κούρδων στα βορειοανατολικά της χώρας.

Πέρασμα και σταυροδρόμι κομβικό στο κοίλο του τόξου της εύφορης ημισελήνου, η Συρία γνώρισε εισβολές, κατακτήσεις και κατοχές ουκ ολίγες. Αυτή που σφράγισε καθοριστικά τη μελλοντική της εθνο-θρησκευτική υπόσταση βέβαια ήταν  η αραβική κατοχή και κυριαρχία λίγο πριν τα μέσα του 7ου αιώνα, καθώς η Δαμασκός αποτέλεσε και την πρωτεύουσα του πρώτου αραβικού χαλιφάτου (έως το 750 μ. Χ.). Στη νεώτερη και σύγχρονη εποχή, η απελευθέρωση από τον μακρύ οθωμανικό ζυγό στις αρχές τους 20ού αιώνα, ακολουθείται από τη γαλλική κυριαρχία (Γαλλική Εντολή) στην ευρύτερη Συρία, η οποία και χωρίζει την χώρα σε έξι κρατίδια, μεταξύ των οποίων αυτά των Δρούζων και των Αλαουϊτών. Μετά τον πόλεμο και την απόσχιση του Λιβάνου, η ανεξάρτητη πλέον Συρία σιγά-σιγά προσχωρεί στην ιδεολογία του αραβικού εθνισμού και σύντομα διαμορφώνει τη δική της εκδοχή, που εκφράζεται με την ανάδυση και την επικράτηση του κόμματος Μπάαθ. Πέραν της παναραβικής ιδεολογίας, του εκκοσμικευμένου προσανατολισμού του και των σοσιαλιστικών του κατευθύνσεων, με την κατάληψη της εξουσίας το 1970 από τον Χαφέζ αλ-Άσαντ, το Μπάαθ προσλαμβάνει σταδιακά και ιδιαίτερα επιπλέον χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η αποκλειστική, σεχταριστική κυριαρχία ―τόσο εντός του κόμματος όσο και διαμέσου αυτού― στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, της Αλαουϊτικής μειονότητας, από τα σπλάχνα της οποίας προέρχεται κι ο πρόεδρος Άσαντ. Το δεύτερο ιδιάζον στοιχείο, ενδεικτικό παγίωσης αυταρχικών τάσεων και συμπεριφορών, δεν είναι άλλο από την προσωπολατρεία που αναπτύσσεται βαθμηδόν γύρω από τον πρόεδρο Άσαντ και την οικογένειά του, και η οποία σύντομα οδηγεί στην εδραίωση μιας δυναστικής τρόπον τινα διαδοχής της εξουσίας εντός των κόλπων της οικογενείας Άσαντ. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από το μονοκομματικό καθεστώς διακυβέρνησης που έχει πλέον επιβληθεί στη χώρα.

Ενώ ο Άσαντ κατόρθωσε αρχικά να καταστήσει σεβαστή την ανεξάρτητη παρουσία της χώρας του στην Μέση Ανατολή και να την εκσυγχρονίσει, οι οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που αποπειράθηκε είχαν περιορισμένα αποτελέσματα κι επιτυχίες, λόγω μεταξύ άλλων της εξωτερικής του πολιτικής, της ενδημούσας διαφθοράς κλπ. Παράλληλα με τη σθεναρή και αυταρχική διακυβέρνησή του, και λόγω του κυρίαρχου ρόλου της αλαουϊτικής μειονότητας στα πολιτικά πράγματα, ο Άσαντ παρείχε προστασία, δημόσια αναγνωρισιμότητα και ελευθερία κινήσεων και στις άλλες θρησκευτικές μειονότητες, τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς δηλαδή, τους Συρορθόδοξους, καθώς και τους Δρούζους και τους Σηΐτες. (περισσότερα…)

Τι συμβαίνει στον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Τι συμβαίνει στον κόσμο; Παραφορά ή παράνοια;

Πως ν’ αρχίσει κανείς ένα τέτοιο γραπτό; Πως να διατυπώσει απορίες, ερωτήματα και απαντήσεις;

Μια σκοτεινιά απλώνεται στον κόσμο. Δεν θέλουν να τη βλέπουν. Ζουν οι περισσότεροι στη φαντασία τους. Πιο πολύ απ’ όλους, οι Έλληνες. Οι άλλοι είναι πολύ πιο ρεαλιστές. Προσγειωμένοι, σχεδόν κολλημένοι στα επίγεια, επαγγελματιστές, χρηματοκεντρικοί, ζουν εν μέσω και διαμέσου της Αγοράς. Μα έτσι δεν γίνονται εκτός των άλλων αγοραίοι;

Λόγια, πράξεις, επιθυμίες, σκέψεις, ορμές, πάθη, φλυαρίες, κατάθλιψη, μοναξιά, περιδινούνται αενάως, κυκλοφορούν συχνά σε ρυθμούς ματαιότητας, περιφέρονται σχεδόν ασκόπως. Κάτι βασανίζει τους ανθρώπους και προσπαθούν άλλοτε να το απωθήσουν, άλλοτε να κρεμαστούν πάνω του και άλλοτε να το κάνουν καλλιτεχνία. Άλλες φορές πάλι πασχίζουν να αναπτύξουν θεωρητικά σχήματα, να κάνουν ερμηνείες των φαινομένων ή των γεγονότων και αφοσιώνονται σε απέραντες αναλύσεις; Που τις πιο πολλές φορές ενδιαφέρουν μονάχα τους επινοητές τους.

Κατά βάθος οι άνθρωποι έχουν μεγάλη ανάγκη να μιλήσουν. Νομίζουν ότι αυτό είναι εύκολο. Δεν τους απασχολεί ότι η ομιλία είναι κάτι σπουδαίο, είναι το ιδιαίτερο χάρισμα του ανθρώπου, είναι κάτι σαν ταυτότητα. Αυτή η ταυτότητα είναι πιο σημαντική από την αστυνομική ταυτότητα!

Ομιλία δεν είναι εκφορά λέξεων και φράσεων που κάπως φτάνουν στη γλώσσα μας καλεσμένες ή ακάλεστες. Η ομιλία μας είναι συνυφασμένη με τη φωνή μας, (περισσότερα…)

Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν

*

Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.

Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.

Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…

Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Ο μαύρος λαγός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

«Ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.»
Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Δυο καφενεία υπήρχαν στο χωριό, των ψαράδων και των κυνηγών. Των ψαράδων το είχε ο Αρτέμης Καραμπίνης και των κυνηγών ο Νικόλας Ψαράς. Όποιος δεν γνώριζε, νόμιζε το σκηνικό για φάρσα. Είναι δυνατόν να λέγεται Αρτέμης Καραμπίνης ο καφετζής των ψαράδων; Άρτεμις η θεά του κυνηγίου και καραμπίνα το όπλο για το κυνήγι. Κι από την άλλη, να λέγεται Νικόλας Ψαράς ο καφετζής των κυνηγών; Αϊ-Νικόλας ο προστάτης των θαλασσινών και το ψάρι πάντα ψάρι, καμία σχέση με τους κυνηγούς.

Κι όμως, συμβαίνουν κάποτε κι αυτά. Και μάλιστα εντελώς τυχαία. Όσο τυχαία συμβαίνουν πολλά πράγματα στην ζωή, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται προμελετημένα.

Ένα βράδυ, στο καφενείο του Ψαρά, έγινε συμβούλιο απ’ την κυνηγοπαρέα. Ετοίμαζαν αξέχαστη φάρσα στο νέο τους μέλος, τον Κώστα τον Καραούλη, πως τάχα μου είδαν τον μαύρο λαγό στα Άσπρα Λιθάρια. Ο θρύλος ήταν παμπάλαιος όσο και το ψέμα. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα –που κοκκίνιζαν τα κάστανα στα κάρβουνα και το ούζο θόλωνε στα ποτήρια– διηγιόνταν οι γεροντότεροι το παραμύθι τους, πως ντουφεκίστηκε ένας μαύρος λαγός απ’ τον Σπύρο Πάνο, πριν τον μεγάλο πόλεμο. Όποτε εμφανίζονταν το ζουλάπι, ερχόντανε κατόπι του και το κακό. Κολοκύθια με την ρίγανη δηλαδής.

Σε λίγο φάνηκε ο Καραούλης και τον φωνάξανε στην παρέα να τον κεράσουν. Εκεί του έσκασαν το μαντάτο για τον μαύρο λαγό. Τους κοίταξε καχύποπτα στην αρχή, μα βλέποντας απλωμένο στα πρόσωπά τους το δέος, άρχισε να «ψήνεται» κι εκείνος, μέχρι που κατακάηκε ολόκληρος. Σηκώθηκε, καληνύχτισε βιαστικά και τον κατάπιε η νύχτα. Αχάραγα θα κίναγε για τ’ Άσπρα Λιθάρια.

Μέρες βολόδερνε στις ερημιές χωρίς το ποθούμενο συναπάντημα. Η κάψα του μαύρου λαγού έβραζε το μυαλό του. Μόλις πήγαινε να σβήσει, κάποιος βρισκόντανε να την ξαναφουντώσει, πως ο μαύρος λαγός εθεάθη στο λιοστάσι του Ντόμερου, στο έμπα του παλιόρογγου της Βαγγελίστρας, πάνω απ’ του Φρειδερίκου τις αγραπιδιές, κάτω απ’ το κοντρί της Κουκουβάγιας. Έλειωσαν οι σόλες απ’ τις αρβύλες του, έβαλε άλλες. Ψώριασε το σκυλί του, αγόρασε νέο, μα ο λαγός άφαντος.

Τον πήραν πρέφα κι απ’ το καφενείο των ψαράδων και τον δούλευαν αναλόγως: πως είδαν τον λαγό στην Ψιλή Άμμο, λες και πήγαινε προς νερού του, πως τον κόζαραν στον Μικρό Γιαλό, στην Κορακόπετρα, στο Σουβλισμένο Χέλι, στου Διαόλου το Πάτημα. Μέχρι και στο Φαρμακονήσι –έναν ξερόβραχο καταμεσής του πελάγου, που πάνω του δεν φυτρώνει ούτε ραδίκι– τον είδαν, είπαν οι ψαράδες.

Μα και τα παιδιά του χωριού δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Πιάνονταν απ’ τα χέρια σε κύκλο και τραγούδαγαν εν χορώ το γνωστό ποιηματάκι, που έμαθαν στο σχολείο, σαν αντάμωναν τον Καραούλη: (περισσότερα…)

Μια στάλα τύχη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.

Το δίστιχο της Κασσιανής απηχεί τον παλιό γνωμικό στίχο του Μενάνδρου: «Καλύτερα μια στάλα τύχη από ένα πιθάρι γεμάτο μυαλό». Και οι δύο ποιητές έχουν φυσικά απόλυτο δίκιο. Ούτε η ομορφιά, ούτε η διάνοια, ούτε ο πλούτος, ούτε το ταλέντο, ούτε η δουλειά, ούτε η βούληση, ούτε η πρόνοια, θεία ή ανθρώπινη, μετράει εμπρός στα καμώματα της τύχης. Η τύχη ορθώνει και σαρώνει αυτοκρατορίες ολόκληρες, θριαμβευτές και δορυάλωτοι βλέπουν τη μοίρα τους να επισφραγίζεται από ένα της νεύμα, για καθέναν τυχερό που αποδίδει τα κατορθώματά του στις ατομικές του δυνάμεις, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που είχαν τις ίδιες ή και μεγαλύτερες δυνάμεις από εκείνον, αλλά τους συνέτριψε μια ατυχία ή ένα δυστύχημα ή ένας παρατυχών παράγοντας.

Επιτυχία, αποτυχία, ευτυχία, δυστυχία: πολύ σοφά η ελληνική γλώσσα βάζει κάτω από κάθε πτυχή της ζωής μας την υπάτη, την μόνη υπάρχουσα θεότητα. Η βιοπορία ενός εκάστου, από τη γέννησή του ώς τον θάνατο, η ιστορία, η βιολογία, είμαι βέβαιος ότι και η ίδια η κοσμολογική τάξη, είναι γεννήματα της τύχης.

Στην κυριολεξία, είμαστε όλοι τυχάρπαστοι. Όλα τα νοηματοδοτικά συστήματα που έχουμε στήσει, και που προσπαθούν να εξηγήσουν την πραγματικότητα αποδίδοντάς την στους μηχανισμούς μιας φασματικής ιεραρχικής αιτιότητας (μύθοι, επιστήμες, τέχνες, θρησκείες, φιλοσοφίες…) δεν είναι παρά μια απέλπιδα προσπάθεια να αρνηθούμε αυτό το απλό γεγονός: ότι είμαστε όλως διόλου τυχάρπαστοι. Και ότι δεν μπορούμε ποτέ να γίνουμε οτιδήποτε άλλο. (περισσότερα…)

Αρρυθμίες πρακτικών και το νεοελληνικό στοίχημα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο πήχης των πρακτικών

Ένα πρόσωπο προσανατολίζεται είτε μέσω ευρύτερων αιτημάτων είτε μέσω μεμονωμένων πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Σύμφυτη με την έννοια της πρακτικής είναι η έννοια του κριτηρίου. Τα κριτήρια αφορούν το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που τίθεται σε κυκλοφορία – ως προϊόν, ως υπηρεσία, ως αγαθό. Χαράζουν τα όρια μεταξύ του ορθού και του λανθασμένου, του άξιου και του ανάξιου, του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Επιπλέον, δεν πέφτουν από τον ουρανό. Από ανθρώπους φτιάχνονται, μέσα από ποικίλες ζυμώσεις στην εκάστοτε πρακτική, και στον χρόνο δοκιμάζονται. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός θέτει τον δικό του πήχη, διαμορφώνει τα δικά του κριτήρια στην εκάστοτε πρακτική. Διαμορφώνει πρότυπα· τι είναι αποδεκτή δημοσιογραφία, άξιο λογοτεχνικό έργο, κατάλληλη ιατρική φροντίδα, σωστή εκπαιδευτική προσέγγιση ή λανθασμένη. Σε κάποιους κοινωνικούς σχηματισμούς αναπτύσσονται καινοτομίες στις πρακτικές (ενδεχομένως και ολότελα καινούργιες πρακτικές), ενώ σε άλλους αναπτύσσονται αντίγραφα, τα οποία είτε εξελίσσουν το πρότυπο είτε αποτελούν επιτόπιες προσαρμογές είτε καταντούν κακέκτυπά του. (περισσότερα…)

Στις κατεβασιές των νεφών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.ii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΣΤΙΣ ΚΑΤΕΒΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ

Εκεί στις κατεβασιές των νεφών, στις στροφές των χειμέριων δρόμων, αλλά και σε κάθε στροφή της ζωής μας, εγώ θα σε περιμένω τυλιγμένος με τα μαντίλια της ομίχλης. Ο ουρανός θα έχει κρυφτεί και μόνο χρυσοφτέρουγα δέντρα θα με παραστέκουν και μόνο οι τσίχλες και τα κοτσύφια θα σπάζουν τη σιωπή με το  χοχλακιστό κελάηδημά τους. Και όσο εσύ θ’ αργείς, τόσο η μοναξιά θα απλώνεται και θα με καταπίνει μαζί με τα κρεμαστά νερά, τους πολύμορφους βράχους και τις νυχτωμένες ρεματιές.

*

* (περισσότερα…)

Richard Tillinghast, Ἡ γιαγιά μοῦ εἶπε

*

Βρές ἕναν τόπο ὅπου τά δέντρα εἶναι ψηλά
ὅπου καμπάνες λένε τίς ὧρες,
ὅπου καπνός ξύλου ἀκονίζει τόν ἀγέρα
ὅταν ἀρχίζει ἡ ἀλλαγή τοῦ χρόνου.

Ἕναν τόπο ὅπου μπορεῖς νά κάτσεις σ’ ἕνα στασίδι
καί ν’ ἀκοῦς τίς πανάρχαιες λέξεις νά μελλωδοῦνται.

Φτιάξε ἕναν ἐξώστη, εἶπε ἡ γιαγιούλα,
γιά τόν σκύλο σου νά ξαπλώνει καί νά ὀνειρεύεται πλάι σου.
Φύτεψε λίγη μέντα νά μεγαλώνει
κάτω ἀπ’ τή βρυσούλα πού στάζει.

Ἄς ἔρχονται πυγολαμπίδες τά καλοκαιρινά βράδια
γιά νά κάθεσαι ἔξω μέ ρακί
παρακολουθώντας τούς φτερωτούς περιπλανώμενους νά χαράζουν
μονοπάτια φωτιᾶς καί ταξίδια ἐρώτων.

Καί τήν ἴδια τήν ἀστραπή, εἶπε ἡ ἡλικιωμένη κυρία. Πάρε χρόνο
ὥσπου νά σέ συνεπάρει – ἡ ἀστραπή,
καί ἡ χαμηλή ὑπόκωφη βουή
τῆς βροντῆς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ βουνοῦ
στίς μακριές ἀβυθομέτρητες νύχτες.

Ἄς ἁπλώνει πάνω στη στέγη σου ἡ βροχή τά μακριά της
δάχτυλα ὅταν κοιμᾶσαι ἀπομακρύνοντας τήν πληγή
ἀπό ὅσα μᾶς κυκλώνουν.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

στήν Χριστίνα Καραντώνη, η μεταφράστρια

*

*

*

 

 

Ροσβίτα του Γκάντερσχαϊμ, Δουλκίτιος

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Η ιστορία των αγίων παρθένων Αγάπης, Χιονίας και Ειρήνης περιλαμβάνεται στο σώμα των θρύλων που παραδίδεται ως Πάθος της Αγίας Αναστασίας (Passio Anastasiae). Ρωμαϊκό δημιούργημα, και, μάλιστα, εξαιρετικά δημοφιλές, το Πάθος της Αγίας Αναστασίας μεταφράστηκε και από τα Λατινικά στα Ελληνικά τον 9ο αιώνα. Τον 10ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της Οθωνικής Αναγέννησης, η Ροσβίτα (ακμή περ. 935-973), κοσμική μοναχή στο ξακουστό Αββαείο των Βενεδικτίνων στο Γκάντερσχαϊμ της Σαξονίας, αξιοποιεί σχετικό υλικό για να πλάσει ένα από τα θεατρικά της έργα, το Μαρτύριο των αγίων παρθένων Αγάπης, Χιονίας και Ειρήνης. Τούτο είθισται να τιτλοφορείται απλώς Δουλκίτιος χάρις στον ομώνυμο –και πιο αξιομνημόνευτο– χαρακτήρα του έργου.

Στις πάμπολλες πρωτιές που αποδίδονται στη «Γερμανίδα Σαπφώ», ξεχωρίζει μία πανευρωπαϊκής εμβέλειας: πρώτη αυτή φαίνεται να συνθέτει ολοκληρωμένα δραματικά έργα έπειτα από αιώνες κατάλυσης της θεατρικής κουλτούρας της αρχαιότητας σε Δύση και Ανατολή. Η Ροσβίτα αξιοποιεί ως βασικότερο πρότυπο τον Τερέντιο (υιοθετώντας, λόγου χάρη, τους γρήγορους διαλόγους του, λεκτικά του, ή πλάθοντας λεπτές αναλογίες καταστάσεων ανάμεσα στα έργα του Ρωμαίου συγγραφέα και τα δικά της) για να τον εκχριστιανίσει. Από τα έμμετρα θεατρικά έργα της Ροσβίτας, μόνον ο Δουλκίτιος έχει χαρακτηρισθεί «κωμωδία». Πιο ορθά, το έργο συνδυάζει κωμικά και σοβαρά στοιχεία τα οποία υπήρχαν ούτως ή άλλως στη σχετική μαρτυρολογική παράδοση, ωθώντας τα, ωστόσο, προς εύστοχες δραματουργικές κατευθύνσεις. Τα μεν κωμικά συστατικά (με αποκορύφωμα τον διάσημο «βιασμό των κουζινικών») αναπτύσσονται διαλογικά και φαρσικά κατά τρόπο που, στην παρουσίαση του έργου (αν δεχθούμε ότι τα έργα της όντως ήταν προορισμένα να παρασταθούν), θα προκαλούσαν οπωσδήποτε έντονο γέλιο, τα δε σοβαρά-τραγικά συνυφαίνονται με ή/και πλαισιώνονται από, δυναμικούς χαρακτήρες. Χαρακτηριστικά, οι άγιες παρθένες δεν παρουσιάζονται απλώς σαν αγνά κοριτσόπουλα, αλλά, πολύ περισσότερο, σαν αφυπνισμένες, ετοιμόλογες, μάχιμες ηρωίδες που κατατροπώνουν ισχυρούς αρσενικούς αντιπάλους.

Παρά την πρωτοτυπία της, η Ροσβίτα δεν αποτέλεσε πρόσωπο αποφασιστικής επιρροής στην επαναβίωση της θεατρικής κουλτούρας κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Εκατοντάδες έργα συγγράφονται μεν κατά μίμηση του Τερέντιου στους επόμενους αιώνες, πολύ ανεξάρτητα, δε, από εκείνη. Η ίδια ανακαλύπτεται εκ νέου στην Αναγέννηση και έκτοτε αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού.

Η μετάφραση ακολουθεί την κριτική έκδοση του W. Berschin (Dulcitius, εις Hrotsvit. Opera Omnia, Μόναχο – Λειψία, 2001, 164-176).

(περισσότερα…)

Μια ιδιαίτερη «αυθαιρεσία»

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

~.~

Τον Ιούλιο του 1974, μπαρουτοκαπνισμένος Υποπλοίαρχος, έχοντας ήδη επιστρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό, τοποθετήθηκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Τέτοια εποχή κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο, συνήθως δίμηνος, ετήσιος εκπαιδευτικός πλους των Ναυτικών Δοκίμων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Ειδικά το 1974 και με πρόσφατα τα γεγονότα της πτώσης της Χούντας, την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο και την αλλαγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Αρχηγείο Ναυτικού αποφάσισε ο περί ου ο λόγος εκπαιδευτικός πλους να πραγματοποιηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Επί πλέον στο ταξίδι αυτό δεν θα συμμετείχαν οι τελειόφοιτοι της Σχολής λόγω της κρίσης που είχε ήδη δημιουργηθεί με την Τουρκία και του πιθανού ενδεχόμενου συμπληρωματικής στελέχωσης των μεγάλων μας αντιτορπιλικών. Εγώ είχα την ευθύνη παρακολούθησης της εκπαίδευσης των Δοκίμων οι οποίοι έχουν επιβιβαστεί σε δύο από τα φημισμένα αντιτορπιλικά «θηρία» του Πολεμικού Ναυτικού, τον «Ιέρακα» και τον «Αετό».

Είχαμε καταπλεύσει στην Καλαμάτα και κάπου εκεί μου προέκυψε η έμπνευση! Ζήτησα από τους δευτεροετείς Δοκίμους Υπηρεσίας να ενημερώσουν όλους τους Δοκίμους να παραταχθούν με στολές εξόδου στα πρυμναία καταστρώματα των πλοίων και στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να αφαιρέσουν από τα πηλήκιά τους το απεχθές χουντικό εθνόσημο – το περίφημο «πουλί» με τον αναδυόμενο από τον καιγόμενο φοίνικα φαντάρο – και να το πετάξουν στη θάλασσα! Το έπραξαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου… Ο εκπαιδευτικός πλους συνεχίστηκε κανονικά επισκεπτόμενοι διάφορα ελληνικά λιμάνια μέχρι τον κατάπλου μας στην Κέρκυρα.

Εκεί ο εμπνεόμενος από εθνικά συναισθήματα Στρατιωτικός Διοικητής μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και αντεθνική συμπεριφορά των έτσι κι αλλιώς άτακτων ναυταίων, με κατεπείγον σήμα του, ενημέρωσε το ΓΕΕΘΑ και τα Επιτελεία των Ενόπλων μας Δυνάμεων για την ανήκουστη πρωτοβουλία μας, ότι δηλαδή οι Ναυτικοί μας Δόκιμοι κυκλοφορούν στην πόλη του χωρίς το εθνικό μας «πουλί». Εμείς οι άτακτοι και ο κύριος υπαίτιος της αδιανόητης αταξίας, ουδέν αντελήφθημεν και συνεχίσαμε αμέριμνοι και ευτυχείς τον εκπαιδευτικόν μας πλουν καταπλέοντες αισίως, περί τα τέλη Αυγούστου, στον Πειραιά. Αποβιβαστήκαμε όλοι από τα πλοία μας και οδηγηθήκαμε με ασφάλεια στη Σχολή μας.

Δεν είχα προφτάσει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου όταν ένας Υπαξιωματικός με ενημέρωσε ότι ο κύριος Διοικητής με αναμένει στο γραφείο του. Πήγα αμέσως. Εισέρχομαι, χαιρετώ στρατιωτικά και… «Διατάξτε, κύριε Διοικητά»! (περισσότερα…)

Από την Εδέμ στο Βασίλειο του Πολιτισμού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

Γιάννης Παρασκευόπουλος,
Ποιητική του Κήπου: Δοκίμιο
για τους περίφρακτους τόπους,
Ροπή, 2025

Ήδη τα περιεχόμενα του βιβλίου εξηγούν την μεθοδολογική επιλογή του συγγραφέα του σε ό,τι αφορά την έκθεση της γενεαλογίας του κήπου. Περιγράφοντας τον κήπο από την αρχή ως περίκλειστο χώρο, ως κομμάτι γης ανάμεσα σε μετακινούμενους κόσμους, με τρόπο πραγματιστικό, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος δηλώνει τους εποπτικούς όρους με τους οποίους προχωρεί την έρευνά του. Αυτοί είναι χωρικοί (μέσα-έξω), ηθικοί (καλό-κακό), τοπικοί (απέραντο-τοπικό) και τροπικοί (το χάος και η σαφήνεια του εδώ).

Ο άνθρωπος, ως χρονικό ον, βρίσκει τη θέση του αλλά και τη σχέση του με τα φυσικά στοιχεία, διαγράφοντας και αυτός, όπως και όλα τα φυσικά στοιχεία, πορεία κυκλική (γέννηση – θάνατος), ενώ χάρη σε μια αποκλειστική ιδιότητά του, τη συνειδητότητα, αποκτά και ρόλο αφηγητή που, λίγο ως πολύ, ενώ επιδιώκει και διεκδικεί μια ευέλικτη θέση μέσα και έξω από τον φυσικό χώρο, υπακούει εν τέλει στο γεγονός ότι είναι και ο ίδιος μέρος του φυσικού κόσμου.

Η κριτική του Παρασκευόπουλου ασκείται με λεπτότητα και ευαισθησία καθώς αντιτάσσει στη βαρβαρότητα την αισθητική. Το θρησκευτικό στοιχείο από την αρχή συμπαρατίθεται με τους μύθους και τους συμβολισμούς του. Τα θρησκευτικά κείμενα συνδέονται με μια φιλοσοφική αγωνία για την Αλήθεια με εντελώς φυσικό τρόπο: «η φύση αποκτά τον ρόλο μιας διόδου για τη γνώση του θείου» (σ. 92). Και παρακάτω στις σ. 93-94:

«η φύση είναι ο χώρος της Δημιουργίας. Είναι ο χώρος παραμονής των δημιουργημάτων που κινούνται ή βρίσκονται σε ακινησία εντός του. Τα κτιστά, εφόσον υπόκεινται στην εξουσία του ανθρώπου, μετεξελίσσονται σε σύμβολα κατανόησης της σχέσης του Δημιουργού με τον άνθρωπο… Μια διαρκής κίνηση προς τον φυσικό κόσμο θα είναι μια απόπειρα σχηματοποίησης του αόρατου…» (περισσότερα…)