Μπάρα και Γούδα: Τα καλιαρντά και το λεξικό που ανταλλάξαμε

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε φορά που ακούω από τους μεγαλύτερούς μου φίλους, πάνω σε χαλαρές συζητήσεις, να πέφτουν στο τραπέζι λέξεις όπως «μπάρα» και «γούδα», ρωτάω τη σημασία τους. Τους διακόπτω με την αμηχανία του ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε ότι είναι ο μόνος ξένος στο τραπέζι. Εκείνοι με κοιτάζουν με ένα μειδίαμα ανάμεσα σε νοσταλγία και συγκατάβαση, μου εξηγούν πως πρόκειται για το μέγεθος των ανδρικών μορίων και το χαμένο μετρικό τους σύστημα. Αρχίζουν να μου λένε ξανά για τα καλιαρντά.

Και κάθε φορά ο ρυθμός της φωνής τους αλλάζει. Γίνεται πιο γρήγορος, πιο συνωμοτικός. Για τα δικά μου αυτιά οι λέξεις ακούγονται σαν γλωσσικά απολιθώματα, μια ρετρό αναλαμπή μιας εποχής που δεν έζησα. Για εκείνους ήταν το αλφάβητο της επιβίωσής τους.

Η γλώσσα, στους ορισμούς της κοινωνιολογίας, λειτουργεί ως γέφυρα: ο τρόπος που το υποκείμενο συνδέεται με το σύνολο. Τα καλιαρντά έκαναν το αντίθετο. Φτιάχτηκαν για να λειτουργήσουν ως τοίχος — ένας κρυπτογραφημένος κώδικας που υψώθηκε από μια κοινότητα σε καθεστώς παρανομίας, με μοναδικό σκοπό να κρατήσει τον υπόλοιπο κόσμο απ’ έξω.

Η γλωσσολογία έχει όνομα γι’ αυτό. Ο Μάικλ Χάλλιντεϋ τα ονόμασε αντι-γλώσσες: κώδικες που κρατούν άθικτη τη γραμματική της κυρίαρχης γλώσσας και ξαναφτιάχνουν από την αρχή το λεξιλόγιο, ακριβώς στα σημεία όπου η ζωή της αντι-κοινωνίας διαφέρει. Γι’ αυτό και όποιος λέει ότι τα καλιαρντά είναι «απλώς λεξιλόγιο» έχει δίκιο στη μηχανική αλλά άδικο στη λειτουργία: το λεξιλόγιο είναι ακριβώς το σημείο όπου χτίζεται ο τοίχος. Στην ίδια κατηγορία ανήκει το Polari των Βρετανών ομοφυλόφιλων, η lubunca της τουρκικής τρανς κοινότητας, το pajubá των Βραζιλιάνων τραβεστί αλλά και  η γκρυπσέρα των πολωνικών φυλακών. Η γεωγραφία αλλάζει μόνο, γιατί η ανάγκη ήταν πάντα η ίδια.

Και είναι πολύ παλαιότερα απ’ όσο φανταζόμαστε. Δεν είναι η αργκό της μεταπολεμικής πιάτσας: τον Νοέμβριο του 1904 ένα αθηναϊκό περιοδικό της εποχής, το «Πετακτό Κόρτε», δημοσίευσε ολόκληρο ρεπορτάζ με λεξιλόγιό τους. Εξήντα εφτά χρόνια πριν από τον Πετρόπουλο, η γλώσσα ήταν ήδη αρκετά διαδεδομένη ώστε να την προσέξει ο Τύπος.

Όταν η ίδια σου η ύπαρξη συνιστά ποινικό αδίκημα ή κοινωνική αυτοκτονία, δεν έχεις την πολυτέλεια της διαφάνειας. Δεν τα μιλούσες για να γράψεις ποίηση. Τα μιλούσες στο Ζάππειο —που μέσα στη γλώσσα λεγόταν Ζαρντέν— στην Ομόνοια, στα στενά της Συγγρού και στα φτηνά λουτρά, για να προειδοποιήσεις τον διπλανό σου ότι έρχεται η αστυνομία. Τα μιλούσες για να κανονίσεις τη συνεύρεση και για να κοροϊδέψεις κατάμουτρα τον πελάτη χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.

Δεν είναι τυχαίο ποιοι έφτιαξαν αυτή τη γλώσσα. Δεν γεννήθηκε στα κρυφά σαλόνια των εύπορων ομοφυλόφιλων που μπορούσαν να εξαγοράσουν την ιδιωτικότητά τους. Γεννήθηκε στο πεζοδρόμιο. (περισσότερα…)

Για την Ανύμφευτη Γεωγραφία: Αντιγραφές, Σπαράγματα, Αποστροφές, Περιδιαβάσεις

Το πεζοδρόμιο, «οικία του συλλογικού» κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν.

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Η παρούσα διερώτηση προκύπτει από την παρατήρηση της νυχτερινής χρωματολογίας. Κοινώς αναρωτιέμαι αν η νύχτα έχει χρώματα· αν η νύχτα έχει το δικό της χρώμα ή αν αναδύει τα χρώματα των πραγμάτων από την ανάποδη, ή αν οι αντανακλάσεις των σωμάτων είναι διαβρωμένες από τη μαυρίλα. Όχι τα τεχνητά χρώματα του ηλεκτρισμού ή των τεχνητών παρεμβάσεων του ανθρώπου. Αν η νύχτα έχει χρώμα, τότε ποιο είναι εκείνο; Αν είναι ένα χρώμα εκ του φυσικού, δεδομένου ότι το μαύρο θεωρείται μη-χρώμα; Τελικώς και εσχάτως μήπως η νύχτα είναι ένας τόπος με τους δικούς του χρωματισμούς; Καρούζος ή ο Έλληνας της Νύχτας:

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.

εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·
Θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο

Τη νύχτα που κουράζονται τα πράγματα
και παύουν να με κυνηγούν
έρωτα.

Μέσα στο μαύρο χάλκωμα της νύχτας
οι επιθυμίες
στους κήπους του ερωτικού μεσονυχτίου η καμέλια.

Θα παραπονεθώ για σένα έρωτα στ’ αστέρια
τη νύχτα που είν’ ο μανδύας της απελπισίας μου

«Δεν έχεις ερωτήματα;» ‒ μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ο κόσμος της νύχτας είναι πρόσφατος, νεωτεριστικός και μετα-διαφωτιστικός, με την ισχυρή τάση να μετατρέπεται σε αντι-διαφωτιστικό. Η γέννησή του ανάγεται στη χρήση ‒ αρχικά, εκείνη των δημόσιων λαμπτήρων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν το λίπος φάλαινας, ένας από τους λόγους για τον οποίους και έγινε παγκοσμίως γνωστό το αριστούργημα Μόμπυ Ντικ. Σε έναν από αυτούς τους δημόσιους λαμπτήρες αυτο-απαγχονίστηκε o Ζεράρ ντε Νερβάλ τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου του 1855 στην οδό de la Vieille Lanterne στο πρώτο διαμέρισμα των Παρισίων· δρόμος που δεν υπάρχει πια.

Το νυχτοπερπάτημα και ο μοναχοπερπατισμός αποτελούν τρόπους ζωής για τους νυχτόβιους. Ο νυχτοβάτης είναι το τελείως αντίθετο του ημεροβάτη ορθολογιστή. Με την έλλειψη φωτός, ειδικά το καλοκαίρι, τα καταστήματα, μετά το πέρας του ωραρίου, παραμένουν κλειστά, οι οικογενειάρχες γυρίζουν στην οικογενειακή τους φωλιά, οι περισσότερες εργασίες στην πόλη παύουν να υφίστανται. Ο δρόμος μετατρέπεται για σε σκηνή θεάτρου ή σε θέατρο σκιών. Οι πόρνες βγαίνουν στην πιάτσα («κάνουν πεζοδρόμιο»), οι ταβερνιάρηδες ετοιμάζουν το κρασί και εδέσματα για τους θαμώνες τους, τα μπαρ ανοίγουν περιμένοντας τους πελάτες τους, οι μικροαστοί με τη διπλή ζωή καταφέρνουν ενίοτε να ξεφύγουν από την αχαροσύνη τους και να εισχωρήσουν μετά βουλιμίας σε αυτό που αποκαλείται «βούρκος της νύχτας». Μέχρι πρόσφατα, η μουσική, λαϊκή ή μη, ήταν συνυφασμένη με τη νύχτα. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται από τους ηθικολόγους η έκφραση «αυτός είναι του δρόμου», όπως επίσης «αυτός είναι της νύχτας». Για τον δρόμο της νύχτας δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας· οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως και ο ορθολογισμός της ημέρας.

Στο δοκίμιό του Νύχτες στην Μεγάλη Πόλη (Nachts in der großen Stadt, 1991) ο Γιόαχιμ Σλέρ (Joachim Schlör) αναφέρει ως χρονιά που ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για τον δρόμο, τα ήθη και τα έθιμά του, το 1840. Εκείνη τη χρονιά ο δρόμος, σε συνδυασμό με τη νύχτα, ορίζεται «ως ένα θέατρο στο έργο του οποίου διαδραματίζεται η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ασφάλεια και την ανασφάλεια, την ηθικότητα και τον αμοραλισμό». Η συζήτηση για τη νύχτα, την ασφάλεια των πολιτών και όχι μόνον, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού αφορμή έδινε συνεχώς η κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα τη νύχτα με διάσημους κωδικοποιημένους χαρακτήρες και ομάδες, όπως οι Απάχηδες. Άλλοι, πάλι, ονόμαζαν τους διαρρήκτες «εργάτες της νύχτας».

Η αλαμπία και αμαυρότης αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές της νύχτας, και οι θαυμαστές της μαθαίνουν να αναμειγνύουν τα βήματά τους στις φωτοσκιάσεις που σχηματίζει το φεγγάρι σε συνδυασμό με τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τα φώτα νέον και ό,τι άλλο παρήγαγε ο βιομηχανικός πολιτισμός, που με βάση αυτές τις τεχνητές ιδιότητες —οι οποίες και γίνονται εύκολα πολύ ανθρώπινες— διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες της νύχτας. «Παρόλο που υπόσχεται φόβο και κίνδυνο», ο δρόμος προσφέρει «τη γνώση ως ανταμοιβή». Συμπληρωματικά σε αυτά, ο Σλερ αναφέρει ως επιστέγασμα της νεωτεριστικής νύχτας το γεγονός ότι υπάρχει «μια υποχθόνια μορφή της μητροπολιτικής αίσθησης η οποία και διαφεύγει της χρονολογίας». Ο χρόνος καθαιρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα προσέθετα, βεβαίως, ότι η ημέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νυχτερινής ζωής. Κι αυτό διατυπώνεται όχι χωρίς κάποιο βάσιμο λόγο. Η οικονομία της ημέρας με τις δικονομικές της μεταβιβάσεις της στη νύχτα, καθώς και οι συνεχόμενες απαγορεύσεις εκ μέρους του πολιτικού και αστυνομικού σκηνικού επηρεάζουν τη ζωή της νύχτας, και κατά συνέπεια, ή όπως θα λέγαμε πολύ απλά και κοινώς, δεν την αφήνουν σε ησυχία.

*

(περισσότερα…)

«Φονιάς ή σκοτωμένος, ίδια πανσέληνος θα φωτίζει τον ύπνο μου»: Γιωργής Κότσιρας (1920-1998)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

[…] Πού να τοποθετήσω τον εαυτό μου
Σε ποιο σταυροδρόμι, σε ποιο σκαλί.
Μέσα στη νύχτα θα κλείσω την πόρτα
Ν’ αφήσω έξω τη συνείδησή μου.
 
Ένας ανεμοστρόβιλος θα έχει πάρει την ψυχή μου
Ένας κακός αέρας σφυρίζοντας θυμωμένα
Θ’ αναβοσβήνει με πείσμα χιλιάδες κεριά.
Το φάντασμά μου με άσπρο χιτώνα στη σκοτεινιά
Με παγωμένα δάχτυλα θα χορεύει στον κατατρεγμό
Κι εγώ θα μένω εδώ άσπιλο αστέρι στη μοναξιά
Ασάλευτος στην αιωνιότητα της προσμονής μου […].

Γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου του 1920 στην Αθήνα, με το πατρικό του σπίτι να βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη. Ο πατέρας του, Σταμάτης, γνωστός έμπορος, μαζί με τα αδέρφια του, ίδρυσαν και εδραίωσαν στον Ασπρόπυργο την τσιμεντοβιομηχανία «Χάλυψ».

Κι όμως έχουμε αφήσει στο κλείσιμο του σπιτιού
Ένα σωρό νωπές έγνοιες
σαν φύλλα τριανταφυλλιάς
Ένα σωρό αναμνήσεις
σαν άδεια βαρέλια
Και προχωρούμε χωρίς υποταγή
χωρίς ανταπόκριση
Πιο μακριά κι από το σύνορο της καρδιάς μας
Φορώντας τη συνήθεια λοξά καθώς
τ’ απογευματινό μας χαμόγελο
Στο πάνε κι έλα αδιάκοπα μ’ επιμονή
σ’ αυτή εδώ τη πλατεία

Προχωρούμε
Τα φώτα δεν είναι πολλά κι όμως δεν είναι λίγα
Κι έτσι καθώς οι καθημερινοί άνθρωποι σωπαίνουν
Δαγκώνοντας την άκρη από τα τελευταία μισόλογα
Ξαναγράφεται ίδια πάλι μια ιστορία αδιάκοπα
Χωρίς παραλλαγές ‒ τίποτα πάνω τίποτα κάτω
Χωρίς βεβαιότητα
Προχωρούμε…

Στα χρόνια του Δημοτικού και του Γυμνασίου φοίτησε στο Λεόντειο Λύκειο και ολοκλήρωσε τις τελευταίες τάξεις στα Εξάρχεια, όπου και πήρε το απολυτήριό του. Το 1939, με την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μπήκε με εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες, και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1965. Έπειτα διορίστηκε συμβολαιογράφος με έδρα την Κηφισιά.

Έζησες εξόριστος μέσα στην πολιτεία
Μοναχικέ άνθρωπε ‒ συμπατριώτη της σιωπής
Μες στις πυκνοκατοικημένες ώρες της εποχής μας
Φέρνοντας απ’ τη μακρινή σου περιπέτεια
Το τελευταίο τραγούδι του πεθαμένου κύκνου
 
Οι γιορτινές ημέρες είναι παγερές σαν από μέταλλο
Σπίτια ερμητικά κλεισμένα δίχως τετράγωνα φώτα
Χωρίς υποψία καθημερινής συλλογής
 
Είναι πολύ καθημερινές οι μεγάλες ανησυχίες
Σ’ ένα απογευματινό περίπατο στον Εθνικό κήπο
Κι εσύ περπατάς μαζί με την ατέλειωτη ιστορία
Σπίρτα τσιγάρα και τον Μαγιακόφσκυ συντροφιά
 
Οι συνηθισμένες μέρες είναι διασκέδαση των βιαστικών ανθρώπων
Καθώς το ύφος της σιωπής σε μια παύση των τζιτζικιών
Στις μεσημεριάτικες πιπεριές της λεωφόρου
 
Κατακόρυφο το απόγευμα σε οριζόντια χαμόγελα
Και δρόμους μακρινούς που οι άνθρωποι περνάνε απλοί
Ζωή χωρίς προσποίηση όσο γίνεται πιο απλή
Ποίηση χωρίς ιδέες όσο γίνεται πιο γυμνή
 
Η παρατημένη πέτρα στη μέση του δρόμου είναι μια περιπέτεια […]

~.~

Από τα πρώτα μου τα μαθητικά αιστάνθηκα να με παρωθεί μια κλίση προς τα γράμματα και από τις πρώτες γυμνασιακές τάξεις στο Λεόντειο, ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ με τη λογοτεχνία και την ποίηση. Εκεί, ο Φρερ Νικολά, με την ευκαιρία κάποιων αδέξιων στίχων, που φαίνεται όμως τον είχαν εντυπωσιάσει, άκουσα να λέει για μένα τα μαγικά τότε ονόματα του Ρεμπώ και του Λωτρεαμόν. Αργότερα όμως, έλεγε, σε πιο εύθετο καιρό… Εκεί στην μέση του γυμνασίου λοιπόν, στο Ε’ Εξαρχείων, όσοι από τη συντροφιά μας είχαν προχωρήσει στη γαλλική γλώσσα, έσκυψαν σε ποιήματα του «τρομερού παιδιού»… Και η συντροφιά, όπως αποδείχθηκε με τον καιρό, δεν ήταν τυχαία. Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Δαμιανός, ο ηθοποιός Νίκος Τζιόγας, ο θεατρικός συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, οι ζωγράφοι Ιωάννης Γαΐτης και Ιάσων Μολφέσης… Έγραφα λοιπόν ποίηση από τα μαθητικά μου χρόνια αλλά την κρατούσα στο συρτάρι, θέλοντας από μιαν άποψη να βεβαιωθώ για την ουσιαστικότητά της με τον καιρό και από την άλλη, διαγράφοντας ή αφαιρώντας ποιήματα, να επιχειρήσω να εντάξω τα απομένοντα μαζί με καινούργια σε μια σύνθεση. (περισσότερα…)

Μετά τη «μετα-εποχή» τι;

1.

Τα τελευταία 50 περίπου χρόνια ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικής μαζικοδημοκρατίας, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, του οικουμενισμού των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», του σχετικισμού των αξιών, της αποθέωσης του ιδιωτικού, της αναγωγής του χρήματος σε πραγματικό γενικό ισοδύναμο οποιασδήποτε πράξης και σκέψης και, βεβαίως, του υποτιθέμενου τέλους των ιδεολογιών…

Βρισκόμαστε δηλαδή αντιμέτωποι, ως πολίτες και ως κοινωνίες, με ένα πλέγμα απόψεων που όχι μόνο κυριαρχούν αλλά και επιβάλλονται με τρόπο δυναστικό, όχι μέσω της απαγόρευσης και της λογοκρισίας ‒όπως κοινώς πιστεύεται‒, αλλά με όχημα τον κατακλυσμό πληροφοριών, που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε επιλογή και κριτική επεξεργασία τους από τον ανθρώπινο νου.

Συγχρόνως, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, όλα τα παραπάνω συνεισφέρουν τα μέγιστα στη μετάλλαξη του λαού σε κατακερματισμένη κοινή γνώμη, στη μετάβαση από την εξέγερση των μαζών στον ατομικό ναρκισσισμό, στη λατρεία του εφήμερου, στον ολοκληρωτισμό μιας ελευθερίας χωρίς ισότητα και χωρίς αδελφοσύνη.

Το άμεσο μέλλον εγγράφεται εμφανώς σε αυτό το πλαίσιο… Η ανισότητα, η αυταρχικότητα, η ανομία, η τεχνοεπιστήμη, κυριαρχούν απολύτως οδηγώντας τον πλανήτη σε άγνωστες και επικίνδυνες ατραπούς.

Η πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα έφερε μια παράδοξη συνθήκη: όσο πιο γρήγορα άλλαζε ο κόσμος, τόσο πιο αργά άλλαζε το λεξιλόγιό μας για να τον περιγράψει. Οι έννοιες που κληρονομήσαμε από τον εικοστό αιώνα –καπιταλισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός, αυτοκρατορία, προλεταριάτο – μοιάζουν να γλιστρούν πάνω στα φαινόμενα που καλούνται να ερμηνεύσουν, σαν παλιά νομίσματα που η φθορά έχει σβήσει τη χάραξή τους. Η διάλυση του εννοιολογικού πλαισίου της ύστερης νεωτερικότητας, κάτι που αποδεικνύεται από τη μαζική χρήση της  άκλιτης πρόθεσης «μετά» εμπρός από τις έννοιες που την περιέγραφαν, δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί από νέες έννοιες που περιγράφουν τη νέα πραγματικότητα.

Αυτή η εννοιολογική υστέρηση δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό πρόβλημα. Είναι στρατηγικό, πολιτικό και, τελικά, υπαρξιακό. Όταν μια κοινωνία δεν έχει τα εργαλεία να περιγράψει αυτό που της συμβαίνει, χάνει και την ικανότητα να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να βρίσκονται στον κόσμο του 1985, ενώ η εξουσία έχει μετακινηθεί σε θύλακες που το δημόσιο λεξιλόγιο είτε αγνοεί είτε ονομάζει λανθασμένα. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά αναντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην κατανόησή της – μια αναντιστοιχία που εκδηλώνεται ως πολιτική αδυναμία, ως παραλυτική σύγχυση, και ως λαϊκιστική αντιπαράθεση στην οποία όλοι μιλούν για διαφορετικά πράγματα με τις ίδιες λέξεις.

Έχει φθάσει λοιπόν η ώρα να πραγματοποιηθεί  το επόμενο βήμα.

2.

Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το βιβλίο του Κώστα Μελά Μετά τη «μετα-εποχή» τι; Ο Κώστας Μελάς στο αναφερόμενο βιβλίο, θέτει το ακόλουθο ερώτημα: αφού η μετανεωτερικότητα, η παγκοσμιοποίηση, η μαζικοδημοκρατία και ο νεοφιλελευθερισμός έχουν φτάσει στα όριά τους, τι έρχεται; Ποιο είναι το επόμενο στάδιο της Ιστορίας; (περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

Η χρυσή εποχή του ελληνικού βιβλίου;

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα τις προάλλες το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη για την κατάσταση του ελληνικού βιβλίου και ομολογουμένως έμεινα άναυδος. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η εικόνα που μεταφέρει το άρθρο είναι αυτή μιας χρυσής εποχής. «Βρίσκεται το ελληνικό βιβλίο στην πιο ώριμη στιγμή της ιστορίας του;» ερωτά η καλή δημοσιογράφος. Και απαντά: «Εκτιμούμε πως ναι». Και παρακάτω διευκρινίζει:

«Θεσμική στερέωση και πολιτειακή υποστήριξη, καλπάζουσα εκδοτική παραγωγή, νέοι εκδότες, επαγγελματική συνείδηση, πλουραλισμός σωματείων και μια βεντάλια δράσεων σε όλη την Ελλάδα δίνουν την εντύπωση ενός ακμαίου τοπίου με δυνατότητες ανάπτυξης και εξωστρέφειας».

Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με μια συνηθισμένη ιστορικά σύγχυση. Η Κουζέλη ερμηνεύει τα τυπικά συμπτώματα του πληθωρισμού που συνοδεύουν συνήθως την έκπτωση, την παρακμή μιας δραστηριότητας, ως θετικούς ποιοτικούς δείκτες! Ή, με άλλα λόγια, βλέπει τη φωταγωγημένη βιτρίνα και αγνοεί τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος.

Η πραγματικότητα είναι όμως η αντίθετη. Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα, όσο ευτυχούν οι αριθμοί (των τίτλων και των εκδηλώσεων), τόσο δυστυχούν οι άνθρωποι πίσω τους. Ακριβώς αυτό το πρώτο (η γιγάντωση των μηχανισμών προβολής), είναι αλάθευτο σημάδι του δεύτερου (της υποχώρησης της πραγματικής ζήτησης του προβαλλόμενου προϊόντος).

Επανειλημμένα το έχουμε δει αυτό ιστορικά: από τους τεράστιους καθεδρικούς που η Ευρώπη ανήγειρε μεταναγεννησιακά (όταν ο χριστιανισμός δηλαδή ήδη έχει πάρει την κάτω βόλτα) ώς τα πολυτελέστατα μουσικά μέγαρα και τις όπερες που ειδικά τα τελευταία χρόνια (όταν η λόγια μουσική παράδοση φθίνει παντού) φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλον τον πλανήτη.

Για να αναφέρω ένα παράδειγμα που έχω κι αλλού χρησιμοποιήσει (στο βιβλίο μου Η τέχνη που αυτοκτονεί), το να ισχυρίζεσαι σήμερα ότι το βιβλίο είναι στην καλύτερη στιγμή του κρίνοντας από αυτούς τους επιπόλαιους δείκτες, είναι σαν να θεωρείς ότι το αρχαίο ελληνικό θέατρο ακμάζει στους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους, επειδή τότε χτίζονται ή ανακαινίζονται τα μεγάλα και πολυτελή θέατρα…

Συγχρόνως όμως και η ίδια η Κουζέλη παραδέχεται ότι δεν έχουμε τον κρίσιμο ποσοτικό δείκτη: τι τέλος πάντων από όλη αυτή την γαργαντουώδη παραγωγή έχει πραγματική ζήτηση; Ευτυχώς, σε άλλες χώρες αυτά τα στοιχεία τα ξέρουμε. Ο Steven Piersanti, ανώτερο στέλεχος των Berrett-Koehler Publishers στις ΗΠΑ, τα συνοψίζει σ’ ένα καίριο κείμενό του που, διόλου τυχαία, τιτλοφορείται «Οι 10 φρικτές αλήθειες για τις βιβλιοεκδόσεις». Συνοψίζω κι εγώ με τη σειρά μου τα συμπεράσματά του παρακάτω.

Ας κρίνει ο Έλληνας συγγραφέας, εκδότης, αναγνώστης εξ ιδίων: είναι ή δεν είναι τέτοια, και χειρότερη, η κατάσταση στην Ελλάδα; Ζητήματα όπως η ανάγνωση και η γραφή, η κατάπτωση της παιδείας και ο απαλφαβητισμός, ιδίως των νέων, είναι σοβαρά, δεν αφορούν μόνον την βιβλιαγορά με τη στενή έννοια του όρου, αφορούν το μέλλον αυτού του τόπου, αν έχει… Δεν χωρούν εξωραϊσμοί εδώ. Ο διάλογος, πάνω στη βάση της πραγματικότητας, επείγει.

Οι «10 φρικτές αλήθειες» του Piersanti:

1. Εκδίδονται πλέον τεράστιοι αριθμοί βιβλίων: το 2025 κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ περίπου 4,2 εκατομμύρια νέοι τίτλοι.

2. Η αγορά βιβλίου είναι υπερκορεσμένη, με δεκάδες εκατομμύρια διαθέσιμους τίτλους και αυξανόμενο ανταγωνισμό από διαδίκτυο, κοινωνικά δίκτυα και AI.

3. Η συνολική αγορά βιβλίου έχει ουσιαστικά συρρικνωθεί σε πραγματικούς όρους τα τελευταία είκοσι χρόνια.

4. Οι μέσες πωλήσεις ανά νέο βιβλίο είναι πολύ μικρές και μειώνονται· ακόμη και πολλά βιβλία παραδοσιακών εκδοτών δεν ξεπερνούν τις 2.000 πωλήσεις. [Προσθήκη δική μου: Αυτά τα 2.000 αντίτυπα αφορούν μια αγορά 320.000.000 κατοίκων. Στα 10.000.000 του πληθυσμού της Ελλάδας, αυτό θα αντιστοιχούσε σε πωλήσεις 62 αντιτύπων ανά βιβλίο.]

5. Η πιθανότητα να τοποθετηθεί ένα συγκεκριμένο βιβλίο στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου είναι μικρότερη του 1%.

6. Κάθε χρόνο γίνεται δυσκολότερη η πώληση νέων τίτλων, ενώ οι πωλήσεις συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε λίγους γνωστούς συγγραφείς και τίτλους.

7. Τα περισσότερα βιβλία απευθύνονται στην κοινότητα ή στο ήδη υπάρχον κοινό του συγγραφέα, όχι σε ένα αόριστο «γενικό κοινό».

8. Το μεγαλύτερο μέρος του μάρκετινγκ έχει μεταφερθεί από τους εκδότες στους ίδιους τους συγγραφείς.

9. Κάθε βιβλίο αποτελεί καινούργιο προϊόν με μεγάλο κόστος παραγωγής, αλλά συνήθως αποφέρει σχετικά μικρό συνολικό τζίρο, περιορίζοντας την επένδυση του εκδότη.

10. Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα της έκδοσης κλονίζονται, καθώς η ΤΝ υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο ως μέσο αναζήτησης εξειδικευμένων πληροφοριών.

Όλο το άρθρο του Αμερικανού εκδότη εδώ.

Το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη εδώ.

*

*

Η γραφή

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

Του άρεσε του κυρίου Ευχέτη να αφήνει το μυαλό του να τρέχει παίζοντας με συνειρμούς, που τελικώς διαμόρφωναν έναν ολόκληρο συλλογισμό. Θα έλεγε κάποιος ότι ήταν η ιδιαίτερη αδυναμία του η γραφή και το παιχνίδι με τις λέξεις. Ίσως, διότι δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο πιο γοητευτικό, το οποίο παρεμπιπτόντως, τον γλύτωνε και από επισκέψεις σε ψυχίατρο, μιας και ο διάλογος με τον εαυτό ήταν γι’ αυτόν σημαντικός και κυρίως ιαματικός. Και κάπου στην άκρη του μυαλού του, τον εκλάμβανε ως νοητική άσκηση που θα εμπόδιζε την πιθανώς επερχόμενη άνοια, η οποία συνήθως επισκέπτεται μόνον τους ηλικιωμένους.

Α, η γραφή, θείο δώρο, σκέφτηκε. Μία προσπάθεια να παρεισφρήσει το παρελθόν στο παρόν, προσβλέποντας μονίμως στο μέλλον. Έγραψα, κατέγραψα, μία κατάσταση, ένα γεγονός, μία σκέψη, τώρα. Το τώρα έγινε κιόλας παρελθόν. Όσο απομακρύνομαι από το γεγονός και από την καταγραφή του, τόσο βυθίζονται και τα δυο στο παρελθόν. Όταν κάποια στιγμή διαβάσω την καταγραφή, μετέχω της εισβολής του παρελθόντος στο παρόν μέσω της ανάγνωσης του καταγραμμένου.

Η γραφή απομνημονεύει αφεαυτής, θυμίζει -όσο υπάρχει-, επιστρέφει τον νου στο παρελθόν με κάθε ανάγνωσή της. Γράφω για να απομνημονεύσω, στο χαρτί ή σε άλλο μέσο, όσα θα χαθούν στη μνήμη με τη σταδιακή εξασθένηση της τωρινής εντύπωσης. Γράφω κάτι για να το θυμηθώ αργότερα. Το είπαν σημείωση.

Γράφω για να βλέπω το ξετύλιγμα της σκέψης μου σε άλλο χρόνο από αυτόν της καταγραφής, για να μπορέσω να προχωρήσω αύριο τον συλλογισμό που άφησα ημιτελή χθες, για να καταφέρω να εξωθήσω τη σκέψη μου σε άλλες σφαίρες. Το είπαν στοχασμό.

Γράφω αριθμούς, στοιχεία χημείας, αστρονομίας, ιατρικής, για να μπορέσω να απεικονίσω μέσα από σύμβολα ολόκληρους συλλογισμούς, που δίχως τη γραφή θα χάνονταν στα βάθη του χρόνου. Συσσώρευση εμπειριών, γνώσης, αιώνων. Το είπαν επιστήμη.

Γράφω σήμερα υποχρεώσεις καθημερινότητας, λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν αύριο, υπομνήσεις συναντήσεων, καθηκόντων. Το είπαν οργανωτική συνέπεια.

Γράφω ολόκληρες σειρές συνειρμών που με οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα, για να απαντήσω σε μύρια γιατί, επιζητώντας ένα διότι, συνδέω αιτίες με αποτελέσματα και τούμπαλιν. Το είπαν φιλοσοφία.

Γράφω για μικρογεγονότα, συναισθήματα, σκαμπανεβάσματα ψυχής, ως απόηχο γεγονότων που σημαδεύουν τη ζωή μου. Το είπαν ημερολόγιο.

Γράφω φανταστικά και πραγματικά γεγονότα, ως πεζογραφήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, αγγίζω την τέχνη της γραφής, προκαλώ καταστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα στον αναγνώστη. Το είπαν λογοτεχνία.

Γράφω στίχους, βάζω τις λέξεις σε σειρά χαμένος από χώρο και χρόνο, με μουσικότητα, ιδιότυπη ροή,  συμπυκνώνω νοήματα, επιδιώκω αισθητικό αποτέλεσμα. Το είπαν ποίηση.

Γράφω για γεγονότα παρελθόντος που έδρασαν καταλυτικά σε κοινωνίες, χώρες, ανθρώπους, ιστορώ. Το είπαν ιστορία.

Απεικονίζω την άυλη σκέψη, με σύμβολα γραφής, υλοποιώ το άυλο, το κάνω προσβάσιμο, το κοινωνώ στους άλλους. Ότι και να γράψω τώρα, σε μια στιγμή γίνεται παρελθόν και κάθε επιστροφή με την ανάγνωση φέρνει το χθες στο σήμερα. Με την κοινοποίηση της γραφής φέρνω στη σκέψη του αναγνώστη σκέψεις, εικόνες, δικές μου ή άλλων, διανέμω αναστοχασμούς και συντελείται μοιρασιά. Το εγώ παίρνει άλλη διάσταση, διαχέεται στη σκέψη των άλλων.

Ο τρόπος επιλογής, τοποθέτησης, προβολής των λέξεων, συνιστά έργο απολύτως προσωπικό στις συγκεκριμένες διαστάσεις που δίνω εγώ ως γραφέας. Οι διαστάσεις όσων νοηματοδοτεί η γραφή μου δεν είναι ποτέ ίδιες με αυτές που προσλαμβάνει ο αποδέκτης της γραφής μου. Ποτέ δεν θα μάθω, ως πομπός, σε ποιες διαστάσεις, τι, πώς, γιατί, προσέλαβε ο δέκτης των γραφομένων μου. Με την ανάγνωση, έχει συντελεστεί η επικοινωνία πομπού-δέκτη, αλλά τη βαθύτερη ουσία αυτής της επικοινωνίας δεν θα την μάθει ποτέ ούτε ο πομπός ούτε ο δέκτης.

Με τη γραφή καταφέρνω να αναπλάθω συνεχώς τον εαυτό μου, να καταγράφω το πως θα ήθελα να είναι. Μέσα από την επανάληψη, τα πρότυπα, τα χαρακτηριστικά που θα ήθελα να έχω, περνούν στη συνείδηση κι έτσι αλλάζω συμπεριφορές, αντιδράσεις, θρυμματίζω στερεότυπα που φυλακίζουν τη σκέψη και ανοίγομαι σε άλλους, νέους ορίζοντες. Εν ολίγοις κατασκευάζω το είδωλο του εαυτού μου, με το οποίο πασχίζω μια προσομοίωση. Το πόσο αυτή είναι εφικτή, μου το δείχνει ο χρόνος, που σαν κύμα λειαίνει τον βράχο. Η δε αναδρομή σε παλαιότερες καταγραφές, μου δείχνει το μέγεθος των αλλαγών που έχουν συντελεστεί. (περισσότερα…)

Αυτό που φαίνεται, αυτό είναι – αλλά όχι ολόκληρο

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο κόσμος εντυπώνεται στις αισθήσεις μας και αποκτάμε μαζί του μια τριβή∙ αποκτάμε εμπειρία.  Οι εντυπώσεις συνιστούν μία πρώτη, ανεπεξέργαστη εμφάνιση όσων μας περιβάλλουν.  Δεν αποτελούν μία καταγραφή ψυχρής πληροφορίας: είναι δυνατό να συνυφαίνονται πρωτογενώς με αισθήματα.  Η εμπειρία ενός τόπου μπορεί να συνυφαίνεται με ένα αίσθημα θαυμασμού.

Αλλά η πραγματικότητα είναι όντως αυτή που βλέπω; Με άλλα λόγια, αυτό που μου εμφανίζεται, αυτό είναι; Αν όχι, τίθενται υπό αμφισβήτηση όσα βλέπω, καθώς και οι πεποιθήσεις μου γι’ αυτά. Εν τέλει, ποιά είναι τα όρια της γνώσης μας για την πραγματικότητά που μας περιβάλλει; Μήπως δεν μπορούμε ποτέ να τη γνωρίσουμε όπως είναι; Μήπως βρισκόμαστε μέσα σε ένα σκηνικό ανάλογο με εκείνο της ταινίας «Το σόου του Τρούμαν» (“The Truman show”, 1998); Δηλαδή σε ένα σκηνικό που εκλαμβάνουμε ως ατόφιο κόσμο, ενώ όλα γύρω μας είναι εντέλει έξωθεν σκηνοθετημένα;

Η απόκλιση εντύπωσης και πραγματικότητας συμβαίνει, όταν για παράδειγμα, οι συνθήκες παρατήρησης είναι ελλιπής, όπως οι συνθήκες φωτισμού, ή όταν είναι υπάρχει πρόβλημα στα μέσα παρατήρησης (μια ασθένεια σε κάποια εκ των αισθήσεων). Επιπλέον, η εδραιωμένη αντίληψη ότι κάτι δεν είναι αυτό που φαίνεται, οφείλεται και στο γεγονός ότι για να γίνει αντιληπτό αυτό το κάτι, δηλαδή προσιτό σε εμάς, διαποτίζεται εξαρχής από δυνάμεις της νόησής μας. Μήπως τότε τα αντικείμενα διαθλώνται στις νοητικές δυνάμεις όπως ακριβώς και στο νερό, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται παραμορφωμένα; Σε μία τέτοια περίπτωση θα ήμασταν καταδικασμένοι να προσανατολιζόμαστε στον κόσμο υπό  καθεστώς διαρκούς ζάλης. Μήπως λοιπόν στην εμπειρία μας δεν εντυπώνονται ατόφια τα αντικείμενα, δηλαδή όπως πραγματικά είναι, αλλά διαθλώμενα στη νόηση; Όχι, αν διακρίνουμε την εκδήλωση των δυνάμεων της νόησης σε ενεργητική (ή εκούσια) και παθητική (ή ακούσια). Αυτή τη διάκριση εισήγε ο Μακντάουελ (Νους και Κόσμος, 1992, απηχώντας το αριστοτελικό σχήμα δυνάμει/ενεργεία.

Παθητική και ενεργητική εκδήλωση της νόησης

Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν ενεργητικά όψεις του κόσμου υπό την έννοια ότι υπάρχει μια ανάληψη ευθύνης, μια εκούσια στάση έναντι του κόσμου, σχηματίζοντας κρίσεις και πεποιθήσεις γι’ αυτόν.  Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν παθητικά όψεις του κόσμου, υπό την έννοια ότι  το υποκείμενο δέχεται γεγονότα του κόσμου, χωρίς να έχει την ευθύνη μιας τέτοιας αποδοχής, δηλαδή χωρίς να διαμορφώνει ακόμα κρίσεις ή πεποιθήσεις για ό,τι αισθάνεται· απλά αφήνεται ακούσια στα γεγονότα του κόσμου, παρασύρεται στη δίνη τους.

Καθώς λοιπόν βλέπω ένα αντικείμενο, εντυπώνεται στις αισθήσεις μου. Οι εντυπώσεις -τα δεδομένα των αισθήσεων- διαποτίζονται από παθητικές εκδηλώσεις δυνάμεων της νόησης. Έτσι, συνιστούν εμφανίσεις των αντικειμένων. Το αντικείμενο μου φαίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Προκειμένου να σχηματίσω πεποιθήσεις για το αντικείμενο, αναλαμβάνω μία ευθύνη, κάτι που προϋποθέτει η ενεργητική εκδήλωση δυνάμεων της νόησης. Συλλαμβάνω το αντικείμενο μέσα από εκδιπλώσεις του, διακρίνοντας ομοιότητες, διαφορές και αναλογίες. Μία τέτοια ευθύνη είναι πιο αντιληπτή όταν η πεποίθηση είναι υπό τη μορφή κρίσεως. Όταν δηλαδή διατυπώνω μια πρόταση για το αντικείμενο της μορφής «το Χ είναι Ψ», υποστηρίζοντας ότι  είναι έτσι ή αλλιώς, ακόμα και όταν σταματώ να το βλέπω, απομονώνοντάς το από μια συγκεκριμένη περίσταση. (περισσότερα…)

Κάνε παιδιά να δεις καλό

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι γονείς είναι το κόκαλο
που ακονίζουν τα δόντια τους τα παιδιά.
PETER USTINOV

Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε. Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο. Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ’ αντεράκι του. Στην δουλειά σκυλί μαύρο, τον σκιαζόντανε το μάτι σου. «Και τα πολλά να τα παίρνεις και τα λίγα να μην τ’ αφήνεις», έλεγε.

Γκαρσόνι στο «Καφέ Ντορέ», στο θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε κάποτε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα, σε μπλε έπιναν οι Έλληνες. Ζυθεστιατόριο κατόπιν, με τ’ όνομα «Ντορέ Ζύθος» λειτουργεί μέχρι σήμερα στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου.

Στην βιοτεχνία γνώρισε την Πίτσα. Μια γυναίκα πέφτει στον καθένα, την κουκούλωσε και ησύχασε. Τσάκωσε κι ένα διαμερισματάκι προίκα, προσφυγικό, αλουπότρυπα, από κείνα που έδινε το κράτος για να παίρνει μίζες απ’ τους εργολάβους. Πάνω στον χρόνο την γκάστρωσε, στο μεσοδιάστημα απ’ τις δυο δουλειές. Μετά βρήκε και τρίτη, πούλαγε λαχεία τα Σαββατοκύριακα για να μην κάθεται.

Το ένα παιδί έφερε το άλλο, η μία δουλειά την άλλη. Δούλευε και νυχτοφύλακας τώρα στις αποθήκες του λιμανιού. Ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο πάνω σε κάτι παλιοτσούβαλα, με κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον απολύσουν. Αν και το να πεθάνει απ’ την αϋπνία ήταν το πιθανότερο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μεγάλωσαν στα πούπουλα τα παιδιά, βουτυρομπεμπέδες με την βούλα. Έκανε «το σκατό του παξιμάδι» ο Κώστας και τους αγόρασε και δύο διαμερίσματα, για να ’χουν το δικό τους κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους, όταν θ’ αποφάσιζαν να ξεκοτοφωλιάσουν απ’ το πατρικό τους. Τα επιτόκια των καταθέσεων ήταν υψηλότερα τότε, τα σπίτια φθηνότερα από σήμερα, και τα κατάφερε.

Νοικιάζοντας τα διαμερίσματα, αγόρασε και τρίτο. Αν κατάφερνε να πάρει και τέταρτο, οι κανακάρηδες θα είχαν από ένα σπίτι να μένουν κι από ένα ο καθένας να τρυγάνε τα νοίκια.

Μα δεν τα κατάφερε. Τον έπιασε η μέση του. Σαραβάλιασε και η Πίτσα: κάτι χοληστερίνες, κάτι πιέσεις, κάτι νεφρά, έχασε και το φως της απ’ το ’να μάτι κι έγιναν κι οι δυο παρασάνταλα.

Τα παιδιά τους τεμπελχανάδες. Τ’ αποκοίμισε κι ο Κώστας πως θα τους βρει δουλειά στο δημόσιο, να μην τρέχουν όπως αυτός, και στα τέτοια τους: απ’ τον έναν καναπέ στον άλλον, ξάπλα και τσακωμοί: ποιος θα πάρει το τρίτο διαμέρισμα για να τσεπώνει το νοίκι.

«Μην τσακώνεστε, ρε παιδιά», παρενέβαινε ο Κώστας, «μεγάλοι άνθρωποι είμαστε, κι εγώ κι η μάνα σας, θα πεθάνουμε και θα πάρετε και το δικό μας, κι έτσι θα έχετε ο καθένας από ένα».

«Εγώ το θέλω τώρα!» ωρύονταν ο μεγάλος, που είχε γνωρίσει μια νοσοκόμα κι ετοιμαζόνταν για γάμο.

«Εντάξει, εντάξει! Πάρ’ το εσύ να ταχτοποιηθείς, κι ο Γιαννάκης παίρνει το δικό μας άμα πεθάνουμε», έβγαζε τα κάστανα απ’ την φωτιά ο Κώστας.

«Όχι, όχι!» ξεφώνιζε ο μικρός. «Ο Παύλος να πάρει το δικό σας, εγώ θέλω το άλλο, για να εισπράττω τα νοίκια».

Άδειασε το διαμέρισμά του ο Κώστας, ξεσπιτώθηκε δηλαδή, και το παραχώρησε στον μικρό για μην τσακώνονται. Κι αυτός πήρε τα μπογαλάκια του και γύρισε στο νησί με την Πίτσα, στο πατρικό του. (περισσότερα…)

Το ευσύνοπτο ποίημα

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.ix.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΟ ΕΥΣΥΝΟΠΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μέσα στο ευσύνοπτο ποίημα, αυτό δηλαδή που είναι τετραγωνισμένο και λειασμένο στις γωνίες του, προλαβαίνει σχεδόν πάντα να ανασάνει πλήρως ο ίδιος ο ποιητής και ο προσεκτικός αναγνώστης του. Το ποίημα καταλαμβάνει τον αναγκαίο ζωτικό του χώρο με άμεσο διασκελισμό και ο εικονισμός του το κάνει πλήρες ακόμα και με τις ελάχιστες λέξεις. Άλλωστε η εικόνα που εμφιλοχωρεί είναι εκείνη που διαστέλλει πάντα τους χώρους του ποιήματος και οι λέξεις που συλειτουργούν, αλληλεγγύως και εν στενώ, υποχρεούνται να μη φλυαρήσουν και να παραγάγουν άμεσα τα κατά νου εχέγγυα του νοήματος. Πόσο όμορφο τότε γίνεται το μικρό ποίημα, καθώς ξέρει να απλώνεται με την ανάγνωση και να προσεγγίζει χώρους απόμακρους. Αυτοί οι χώροι εκτείνονται πάντα στο εμβολιασμένο με την πίκρα της μνήμης παρόν και στα λογής ξέφτια του φαντασιακού, που αναμορφώνουν προς το επιθυμητό όσο γίνεται καλύτερα την πραγματικότητα.

*

* (περισσότερα…)

«Μιας χαραμάδας το κενό αρκεί…»

ΑΛΟΓΟΜΥΓΕΣ

Οι αλογόμυγες τον Αύγουστο το μήνα —
όχληση ατέρμονη στην ξένοιαστη βεράντα.
Δίνουν παράσταση χορεύοντας μπαλάντα
σε νότες άπιαστες, αναπνοής ακτίνα.

Κι εκεί που να αντισταθείς αποφασίζεις
και να παλέψεις κόντρα στην οχλαγωγία,
επίθεση άμυνας απ’ τη δημαγωγία
εντόμων δέχεσαι και αναθεματίζεις.

Μιας χαραμάδας το κενό αρκεί· εισβάλλουν
σε μια ανύποπτη στιγμή εντός οικίας
κι εσύ χαμένος σε κλοιό πολιορκίας
ψάχνεις τα όπλα που τις μύγες θα ξεκάνουν.

Μα η μυγοσκοτώστρα είναι πια σπασμένη
κι οι ιδιοκτήτες από χρόνια γελασμένοι.

///

ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΠΛΑΝΟΣ

Στα σπίτια μπήκαν κλέφτες, τα ληστέψαν,
άνεμοι τα σηκώσανε στους ώμους
κι ύστερα ξεχυθήκανε στους δρόμους
άνθρωποι που για το αύριο μισέψαν.

Περιπλανώμενοι σ’ έναν πλανήτη
πλάνο μα και πλανόδιοι ζητιάνοι
χαράς, πατρίδας έπλεξαν στεφάνι,
με λούλουδα της ξενιτιάς — μαγνήτη

της μνήμης, που κουβάριασε η λήθη
με νήμα δίχως άκρες κι η ιστορία
σωπαίνει να μιλήσει η αποδημία

επιστροφής αγύριστης για πλήθη,
που δεν απεμπολήσαν την ελπίδα
στο χώμα τους να σώσουν μιαν αχτίδα.

///

ΕΚΚΕΝΩΣΗ

Στο μώλο μία πέτρινη νησίδα
κι ένα ερημοκλήσι σε μιαν άκρη·
σταλάζει η δύση πορφυρένιο δάκρυ
σχίζοντας την ημέρα με λεπίδα.

Απ’ το μικρό μπαλκόνι αγναντεύω,
παρατηρώ το χρόνο πώς αδειάζει
φωλιές, και με την έρημο πώς μοιάζει·
στ’ αστέρια κολυμπώντας δραπετεύω.

Σε μια πολύβουη πόλη που σωπαίνει,
σπρώχνεται δίχως άγγιγμα και πέφτει,
βλέπει στο ραγισμένο της καθρέφτη
την κάθε της ρυτίδα νοτισμένη.

Όπως εμείς, έχει κι αυτή γεράσει
παλεύοντας τις μνήμες να σκεπάσει.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΡΡΑ

*

**

Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του λαού (Β΄ Μέρος)

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Για μια γενική εισαγωγή στη σειρά των μεταφράσεων αυτών του Κώστα Ανδρουλιδάκη από το έργο του Καντ Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε προηγούμενη ανάρτηση.

Το πλήρες βιβλίο, σε μετάφραση, σχόλια και επίμετρο του Κ. Ανδρουλιδάκη, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2026 από τις εκδόσεις «Εκκρεμές».

///

Ο χαρακτήρας του λαού

Β΄ Μέρος1

Α΄ Μέρος εδώ

3. Ο Ισπανός που κατάγεται από τη μείξη ευρωπαϊκού με αραβικό (νέγρικο2) αίμα δείχνει στη δημόσια και στην ιδιωτική συμπεριφορά του ορισμένη επισημότητα, και ακόμα και ο αγρότης δείχνει την επίγνωση της αξιοπρέπειάς του απέναντι σε ανωτέρους, στους οποίους είναι επίσης νομίμως υπάκουος.- Η ισπανική «grandezza»3 και η μεγαληγορία που απαντά ακόμα και στην καθομιλουμένη γλώσσα τους φανερώνουν ευγενή εθνική υπερηφάνεια. Γι’ αυτό, ο Ισπανός απεχθάνεται εντελώς τη γαλλική οικειότητα που καταντά σε θρασύτητα. Είναι μετρημένος και υπάκουος ολόψυχα στους νόμους, ιδίως σ’ εκείνους της αρχαίας θρησκείας του.- Η σοβαρότητα τούτη δεν τον εμποδίζει όμως να διασκεδάζει σε μέρες ψυχαγωγίας (λ.χ. κατά τη συγκομιδή της σοδειάς του με τραγούδι και χορό), και όταν σε μια καλοκαιρινή βραδιά παίζεται το «fandango»4 δεν λείπουν οι εργάτες, όσοι έχουν τώρα σχόλη, που χορεύουν στους δρόμους με τη μουσική αυτή.- Αυτή είναι η καλή πλευρά του.

Η λιγότερο καλή πλευρά του είναι: δεν μαθαίνει από τους ξένους, δεν ταξιδεύει για να γνωρίσει άλλους λαούς·*5 παραμένει στις επιστήμες μάλλον αιώνες πίσω∙ όντας δύσκολος για κάθε μεταρρύθμιση, είναι υπερήφανος να μπορεί να μην εργάζεται, έχει ρομαντική διάθεση του πνεύματος, όπως αποδεικνύει η ταυρομαχία, ειδεχθής όπως το αλλοτινό Auto da Fe,6 και φανερώνει στο γούστο του καταγωγή εν μέρει εκτός της Ευρώπης.

4) Ο Ιταλός συνενώνει τη γαλλική ζωηρότητα (ευθυμία) με την ισπανική σοβαρότητα (σταθερότητα), ο δε αισθητικός χαρακτήρας του είναι μια καλαισθησία συνδεδεμένη με αψιθυμία, καθώς η θέα από τις Άλπεις του προς τις θελκτικές κοιλάδες προσφέρει υλικό αφ’ ενός για το θάρρος και αφ’ ετέρου για την ήρεμη απόλαυση. Η ιδιοσυγκρασία εδώ δεν είναι ανάμεικτη ούτε ασταθής (διότι άλλως δεν θα δημιουργούσε χαρακτήρα), αλλά αποτελεί μια ψυχική προδιάθεση της αισθητικότητας για το συναίσθημα του υψηλού, ενόσω αυτό είναι συνάμα συμβατό με εκείνο του ωραίου.- Στους μορφασμούς του εκδηλώνεται το ισχυρό παιγνίδι των αισθημάτων του, και το πρόσωπό του είναι εκφραστικό. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων τους στις αίθουσες των δικαστηρίων είναι τόσο παθιασμένες, ώστε μοιάζουν με την απαγγελία στο θέατρο.

Όπως ο Γάλλος είναι εξαιρετικός στην καλαισθησία της συνομιλίας, έτσι είναι ο Ιταλός στην καλλιτεχνική καλαισθησία. Ο πρώτος αγαπά περισσότερο τις ιδιωτικές διασκεδάσεις, ο δεύτερος τις δημόσιες: φαντασμαγορικές πομπές, λιτανείες, μεγάλα θεάματα, καρναβάλια, μασκαράτες, τη μεγαλοπρέπεια των δημοσίων κτηρίων, πίνακες σχεδιασμένους με το πινέλο ή ως μωσαϊκό, ρωμαϊκές αρχαιότητες με μεγαλειώδη ρυθμό, για να τα βλέπει αλλά και για να τον βλέπουν στην υψηλή κοινωνία. Επιπλέον όμως (για να μην λησμονούμε βέβαια την ιδιοτέλεια): επινόηση των συναλλαγματικών, των Τραπεζών και της λοταρίας.- Αυτή είναι η καλή πλευρά του: όπως η ελευθερία που επιτρέπουν στον εαυτό τους οι γονδολιέρηδες και οι Lazzaroni 7 απέναντι στους αριστοκράτες.

Η λιγότερη καλή πλευρά τους είναι: ότι, όπως λέει ο Ρουσσώ,8 αγορεύουν σε μεγαλοπρεπείς αίθουσες και κοιμούνται σε φωλιές αρουραίων. Οι «conversazioni» [συνομιλίες] τους μοιάζουν με το Χρηματιστήριο, όπου η κυρία του σπιτιού προσφέρει σε μια μεγάλη συντροφιά κάτι να δοκιμάσουν, ώστε να ανταλλάξουν τα νέα της ημέρας τριγυρνώντας από δω κι από κει, δίχως να χρειάζεται απαραίτητα να είναι φίλοι, και έπειτα δειπνούν για το βράδυ με ένα μικρό επιλεγμένο μέρος από τη συντροφιά αυτή.- Αλλά η κακή πλευρά τους είναι: το ότι τραβάνε μαχαίρι, οι συμμορίτες, η καταφυγή των δολοφόνων σε ιερούς τόπους [άσυλα], το παραμελημένο αξίωμα των δικαστικών και αστυνομικών επιμελητών (sbirro)9 κοκ.· για όλα τούτα δεν ευθύνονται τόσο οι Ρωμαίοι όσο το δικέφαλο πολίτευμά τους.10– Αλλά αυτές είναι κατηγορίες τις οποίες διόλου δεν επιθυμώ να υιοθετήσω και που τις διαδίδουν συνήθως οι Άγγλοι, οι οποίοι δεν εγκρίνουν κανένα άλλο πολίτευμα παρά μόνο το δικό τους. (περισσότερα…)