Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Ο ναός της Παναγίας Σκριπούς, του έτους 873-4, όπως σώζεται σήμερα· ο τρούλος ανακατασκευάστηκε τον 20ό αιώνα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #19
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.

Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της. Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη, είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.

Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές-οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:

Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·  
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο .  

(περισσότερα…)

Canto

*

Θά τραγουδήσω ἀπόψε ριζικά
– πῶς ἔχω τόσα χρόνια;
(Ἀδυνατίζει βέβαια ἡ φωνή
τόνοι καημοί σημάδια στίς φωνητικές χορδές,
θάλασσες λυγμῶν, ἀμέτρητα τσιγάρα…)

Θά τραγουδήσω δυνατά ἀπό τό δωμάτιο
μέ ἀνοιχτές τίς γρίλιες
γιά ν’ ἀκουστῶ – γι’ αὐτό θά τραγουδήσω
ὅλα τά εἴδη τραγουδιῶν
μέχρι καί ἄρια θα πῶ – ὤ κάστα ντίβα ἐσύ Μαρία
γλυκιά μου, ἀλησμόνητη ἀδελφή
τί νά μοῦ κάνουν δάκρυα δυό καί στεναγμοί σαρανταδυό
Μανούλα μου,

θα πῶ και fados θλιβερά
τό ἡ θάλασσα μέ γέρασε Ἀμάλια Ροντρίγκες

δημοτικά ὁπωσδήποτε
ριζίτικα, λεβέντικα γι’ ἀγάπη καί γι’ ἀμάχη

θά πῶ τραγούδια χωρισμοῦ
τό πῶς στά δυό χωρίστηκε ἡ ζωή,
στά ἕξι, στά δεκάξι,
ξενιτεμένα μου πουλιά

τραγούδια τοῦ θανάτου
το πῶς με γέλασε κι ἐμέ ἐκεῖνο το ἀηδόνι
καί μοῦ ’ταξε μιά χαραυγή πώς χάρος δέν μέ παίρνει
νά κάνω μάτια νά δακρυοῦν καί νά ξομολογοῦνται
πώς εἶν’ ἀβάσταχτος καημός τό σύνορο τοῦ Ἅδη
κι ἀπ’ τἀ πολλά καλέσματα ἴσως
κι ἀνοίξουν οἱ ἀγκαλιές καί σιάσουν οἱ ψυχοῦλες
καί πιοῦν νερό τῆς λησμονιᾶς
καί μοῦ κρυφογελοῦνε.

ΒΑΝΝΑ ΠΑΣΟΥΛΗ

*

**

Ημέρες αναλογικές

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Ήταν πρωί της Παρασκευής όταν ακούστηκε απ’ τη μεριά της λεωφόρου Κηφισίας ένας συνεχής βόμβος μεταλλικός, όπως τεράστια ρουλεμάν που περιστρέφονταν στην άσφαλτο, σαν συναρμολογημένος σκελετός εξωγήινων ρομπότ. Μέρες του 1967.

«Αχ, λέει η μάνα, πάλι οι ερπύστριες, πάλι τεθωρακισμένα κατεβαίνουν προς την Αθήνα». Επανήλθαν οι μνήμες της Κατοχής και των υστερότερων εφιαλτών. Τριάντα ένα χρόνια μετά από τη Δικτατορία του Μεταξά.

Σ’ έστειλε αργότερα προς το μεσημέρι ο πατέρας, να πάρεις εφημερίδα. Στο ψιλικατζίδικο του Χαλδαιόπουλου ήταν ο γιος. Καρίκωνε δίπλα η αδερφή του, γυναικεία καλσόν.

«Μια Μεσημβρινή» του λες.

«Δεν έχει» απαντά.

«Μια Μεσημβρινή» του ξαναλές, αφού γνωρίζεις καλά ότι αυτή πάντοτε παίρνετε. Αυτή και Μπριγιόλ για τα μαλλιά του πατέρα.

«Δεν βγήκε η Μεσημβρινή».

«Μα τι σημαίνει δεν βγήκε; Δεν καταλαβαίνω».

«Δεν υπάρχει σήμερα» απαντάει πάλι και φαίνεται κομπιασμένος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θέλεις την Απογευματινή, την Ακρόπολη;» αντιπροτείνει.

Εσύ, μικρός ακόμα, δεν ξέρεις αν πρέπει ν’ αλλάξεις εφημερίδα αλλά την παίρνεις και γυρνάς διστακτικός στο σπίτι.

Είναι Παρασκευή αλλά σήμερα δεν πήγες σχολείο. Ούτε και το Σάββατο. Έγινε πραξικόπημα, λένε. Πάντως δεν είναι άσχημα χωρίς σχολείο.

«Πήρανε τον θείο Πέτρο στην Aσφάλεια».

«Μαμά, τι είναι η Aσφάλεια;». Κατάλαβες όμως· το ίδιο με το αστυνομικό τμήμα.

«Και τον Τζώρτζη της Μαρίας, τον κυρ Γιάννη, τον κυρ Βασίλη, τους μαζέψανε. Μα και τον Ματζανά, τον μπακάλη μας, τέτοιο ευγενικό άνθρωπο, δεν το περίμενα».

Πολλούς απ’ τους δικούς μας, τους αφήσανε το άλλο πρωί, άκουσες.

///

Radio days. Πώς περνά ο χρόνος όταν είσαι παιδί; Πώς θα περάσει το απόγευμα, όταν τελειώσεις τα μαθήματα;

«Πού θα πάμε σήμερα μαμά; Στην κυρία Θεοδώρα, στη θεία Κατερίνα, στην κυρία Σοφία;». Μαζεύονταν οι γυναίκες, παίρναν τις βελόνες και το μαλλί για πλέξιμο και συνομιλούσαν στη σειρά ή όλες μαζί· και το κουτσομπολιό ήταν σαν τοπικές ειδήσεις άλλοτε καλόβολες, κάποτε αιχμηρές. Ξέραν αυτές. Σ’ έναν τέτοιο κύκλο καλοκαιρινό, είχε κάποια το μωρό της αγκαλιά. Ρωτά τη μάνα μου, πόσο χρονών είμαι. Λέει η μάνα, τόσων. Με θεώρησε μικρό κι απονήρευτο, βγάζει το λευκό της μαστάρι και θηλάζει εν μέσω ενός κύκλου γυναικών κι ενός μικρού αγοριού.

Κάποτε ο κύκλος έσπαγε. «Μαμά, γιατί δεν ξαναπάμε στην κυρία Σοφία;». Απάντησε εκείνη μ’ έναν αναστεναγμό. Παρεξήγηση; Μικροί ή μεγαλύτεροι θάνατοι. (περισσότερα…)

Καπου εκεί πέρα υπάρχει ένα μερος…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Mαρσέλ Καρνέ, Τα παιδιά του παραδείσου, Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, Όλα για την Εύα, Φρανσουά Τρυφφώ, Το τελευταίο μετρό, Τσεν Κάιγκε, Αντίο, παλλακίδα μου: κάποιες ταινίες που ρίχνουν φως στα θεατρικά παρασκήνια, πραγματευόμενες ουσιαστικά τις σχέσεις μεταξύ δύο κατ’ εξοχήν παραστατικών-αφηγηματικών τεχνών: του θεάτρου και του κινηματογράφου, βέβαια. Είναι πάντως γεγονός ότι η κινηματογραφική αφήγηση μπορεί να ενσωματώσει περισσότερο αβίαστα το θέατρο, η εκφραστική υποδομή της είναι, εξάλλου, εν πολλοίς θεατρική. Αντίστροφα, το θέατρο μόνο υπό ειδικές συνθήκες και από μια μοντερνιστική οπτική μπορεί να συμπεριλάβει τον κινηματογράφο, την κινηματογραφική προβολή. Η τεχνική υποδομή του κινηματογράφου λογίζεται ότι νοθεύει την πανάρχαιη και πρωτογενή, αυθεντική δραματική αναπαράσταση. Και οι δύο αποτελούν, πάντως, δύο αφηγηματικές και παραστατικές τέχνες και υπό αυτήν την έννοια μπορούν να δανείσουν η μία στην άλλη.

Αυτό το αισθητικό, δραματουργικό πάρε-δώσε μπορεί να γίνει διαυγέστερα νοητό όταν η κινηματογραφική ταινία χρησιμοποιεί τα μέσα της για να φωτίσει μια παραδοσιακή εκδοχή θεάτρου όπως το γιαπωνέζικο θέατρο Καμπούκι. Τότε η δραματουργική υφή γίνεται ευκολότερα κατανοητή, καθόσον αποτελεί ένα θέμα με ειδικούς εκφραστικούς κώδικες και περιεχόμενο ανοίκειο, για τις προσλαμβάνουσες του μέσου δυτικού θεατή, στενά συνδεδεμένο με την ιαπωνική ιστορία. Αυτό το τελετουργικό θέατρο μεταδίδει την αίσθηση ενός αφύσικου παραξενίσματος, μιας αποστασιοποίησης, όπως είπε πιο εξεζητημένα ο Μπρεχτ, το οποίο προστίθεται, βέβαια, στην απόσταση που δημιουργεί η εκφορά και οι επιτονίσεις της γλώσσας.

Δεν είναι τυχαίο, παρά ταύτα, ότι ο μοντερνισμός του δυτικού θεάτρου από τον 20ο αιώνα και μετά επιδίωξε να αξιοποιήσει αισθητικά τις διαφορές της δυτικής μιμητικής δραματουργίας και να τις μπολιάσει στη δυτική δραματουργία εν είδει μιας πρωτοποριακής ρήξης με το κλασικό αναπαραστατικό κατεστημένο. Σκηνοθέτες, θεατράνθρωποι, συγγραφείς, ηθοποιοί στη Δύση είδαν στο παραδοσιακό γιαπωνέζικο θέατρο μια κατάλληλη ευκαιρία για τη ρήξη με τη ρεαλιστική-μιμητική αναπαράσταση, είδαν ένα άλλο είδος παράδοσης που δεν συμβιβαζόταν με αυτού του είδους την αναπαραστατική αντίληψη.

Μέγιερχολντ, Αρτώ, Γκροτόφσκι, Πήτερ Μπρουκ και άλλοι μετέφεραν στο δυτικό θέατρο ένα καινούργιο ρίγος ωμότητας και «ωμότητας», πρωτόγνωρο, αυστηρά κωδικοποιημένο, ανατρεπτικό ωστόσο μέσα από την παραδοσιολατρική του καθήλωση. Η αποστασιοποίηση αυτού του θεάτρου εναρμονίστηκε με τις αντιψευδαισθητικές προοπτικές της δραματουργικής πρωτοπορίας. Αυτή η αντιρεαλιστική ψευδαίσθηση που επαγγελλόταν το μοντέρνο θέατρο συμβάδιζε άνετα με τη ρήξη του θεάματος και της ψευδαισθητικής αναπαράστασης που διέκρινε το παραδοσιακό ασιατικό θέατρο. Το αστικό κοινό των δύο τελευταίων αιώνων στην Ευρώπη δύσκολα, και όχι χωρίς κάποια δυσφορία, συμβιβάστηκε με τα προτάγματα της δραματουργικής πρωτοπορίας, η οποία χρησιμοποίησε την ανατολική θεατρική παράδοση ως άλλοθι για τους νεωτερισμούς της. Το ασιατικό θέατρο αποτελούσε, σίγουρα, ένα σοκ για τη θεατρική συνείδηση ανάλογο με εκείνο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, της οποίας όμως το «παραξένισμα» απορροφήθηκε εν μέρει από την κοινή συνείδηση του περιεχομένου των τραγωδιών, το οποίο ήταν εν μέρει αφομοιωμένο από τη δυτική σκέψη μέσω της φιλολογίας, της φιλοσοφίας και της αντίληψης για μια κοινή πνευματική παράδοση του δυτικού, ορθολογικού ατόμου. Αλλά και από το γεγονός ότι, ναι μεν τα αρχαία ελληνικά θεατρικά κείμενα ήταν παρόντα μέσα στη δυτική συνείδηση, οι αναπαραστατικές τους όμως, οι καθαρά σκηνοθετικές τους φόρμουλες, είχαν χαθεί διά παντός. Ο «πρωτογονισμός» του αρχαίου ελληνικού θεάτρου είχε εξουδετερωθεί από τον ορθολογισμό της γλώσσας του και των αριστοτελικών του εννοιών. (περισσότερα…)

Η Mάνα της Κατοχής

Κώστας Βαλσάμης, Η Μάνα της Κατοχής ’41, Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών

~.~

Το βλέμμα της άγκυρα καθηλωμένη
ποντίζεται ληθαργικά στα σκουπίδια…
Το στήθος μια λίμνη αφυδατωμένη·
κουρέλια το γάλα της κι αποκαΐδια…

Νανούρισμα πένθιμο λιώνει στα χείλη
αθροίζοντας ψίχουλα στα όνειρά της…
Φυραίνει αθόρυβα σάρκα και ύλη
μα βουίζει αγάπης ρυθμός στην καρδιά της!

Λιπόσαρκο σώμα το βρέφος θηλάζει
κατάχαμα πέφτοντας, γέρνει και σβήνει.
Σιμά το μωρό σ΄αλογάκι καλπάζει!
Ωχρός αριθμός · την πνοή της αφήνει…

Τις νύχτες ξυπνά μυστικά το φεγγάρι
σκιές ξεχασμένων νεκρών μες στο χώμα.
Μα σχήμα ενός ίσκιου αρνείται να πάρει!
Απόλυτα σάρκινη, ακάνθινο σώμα…

ΜΑΡΙΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

*

*

*

Ρώσσικη άμυνα και ρώσσικη νίκη

ПОДВИГ ВАШ БЕССМЕРТЕН – ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΣΑΣ
Αικατερινούπολη, Μνημείο των Πεσόντων κατά του Ναζισμού
(φωτογραφία Ηλίας Μαλεβίτης)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ό,τι και να λέει το Χόλλυγουντ και η αμερικανική μυθοπλασία: ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε ούτε στη Νορμανδία ούτε στο Δυτικό Μέτωπο. Ο πόλεμος κρίθηκε στο Στάλινγκραντ, στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα. Εκτιμάται ότι στο Ανατολικό Μέτωπο, κατά της ΕΣΣΔ, οι Γερμανοί έριξαν ώς και το 87% των δυνάμεων του στρατού τους.

Η Σοβιετική Ένωση υπέστη συντριπτικά μεγαλύτερες απώλειες σε σύγκριση με τους Δυτικούς συμμάχους: περίπου 25 εκατομμύρια νεκροί ήταν το τίμημα, μαχητές και άμαχοι. Οι Σοβιετικοί έχαναν 5 έως 10 άντρες για κάθε Γερμανό στρατιώτη. Οι απώλειες των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες. Πολύ φριχτότερο ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι λαοί που αντιστάθηκαν ενεργά στον κατακτητή, κυρίως οι Έλληνες και οι Γιουγκοσλάβοι.

Η λογοτεχνία έχει αποδώσει μοναδικά τον τιτάνιο αγώνα των Σοβιετικών. Στο μόνοπρακτο Ρώσσικη άμυνα ο μεγάλος Γερμανός δραματουργός Χάινερ Μύλλερ (1919-1995) περιγράφει το τραγικό δίλημμα ενός Σοβιετικού αξιωματικού του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διοικητή μονάδας που στρατοπεδεύει στα περίχωρα της Μόσχας περιμένοντας τη Βέρμαχτ η οποία ώς τότε, μήνα Οκτώβριο του 1941, προελαύνει ακάθεκτη.

Για να συγκρατήσει τους κατατρομαγμένους φαντάρους του που λιποτακτούν ομαδικά, ο διοικητής σκηνοθετεί ένα περιστατικό. Ρίχνει μια πιστολιά στον αέρα και φωνάζει ότι έφτασαν οι Γερμανοί. Ακολουθεί πανικός, οι στρατιώτες του σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έβγαλα μια κραυγή Συναγερμός Στα όπλα
Ένας αλαλαγμός σηκώθηκε Ο Γερμανός
Σαν την ηχώ που η μια πλαγιά ρίχνει στην άλλη
Μα ώς κι αυτή έσβησε απ’ το ψιθυρητό
Που μες στα χαρακώματα απλωνόταν
Σαν νά ’ταν ήδη ο Γερμανός μπροστά μας
Από τα ορύγματα φαντάροι ξεμυτούσαν
Βουτούσανε πίσω ξανά και πάλι βγαίναν
Από τα χαρακώματα σαν μαριονέττες
Τότε ένας πρώτος το ’βαλε στα πόδια
Κι άλλοι πολλοί ξοπίσω προς το δάσος
Ώσπου ακούστηκε ένα πρόσταγμα ένα αλτ
Που όμως δεν βγήκε από το στόμα μου το δικό μου
Εγώ με κοίταζα στεκόμουν εκεί δίπλα
Και στύλωνα τα μάτια μου στο δράμα
Στο χέρι μου κρατούσα ακόμη τ’ όπλο
Οπού μ’ εκείνο υποδύθηκα τον ρόλο
Του Γερμανού με τόση επιτυχία
Ανάμεσα στο δάσος και τον ποταμό
Αυτή η φυγή ήταν το χειροκρότημά μου

Τότε εκείνος πιάνει έναν δεκανέα που αυτοτραυματίστηκε εκούσια για να αποφύγει τη μάχη, και τον εκτελεί παραδειγματικά. (περισσότερα…)

 Yves Bonnefoy, Ανάγνωσε το βιβλίο!

*

Ο κήπος ήταν γεμάτος πορτοκαλιές, η γαλάζια σκιά, πουλιά που τιτιβίζανε στα κλαριά. Το μεγάλο καράβι, με όλα τα φώτα του αναμμένα, προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπηλές όχθες. Τι είναι το χρώμα, αναρωτήθηκε εκείνος που έσπρωξε τη χαμηλή μικρή πόρτα, που τη θρυμμάτιζε το δάσος και που συνέχιζε με κηλίδες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση βροχή. Ίσως είναι το σημάδι που μας δείχνει ο Θεός μέσω του κόσμου, καθότι από αυτό το πράσινο σε αυτό το γαλάζιο ή σε αυτήν την ώχρα την ολίγον τι κόκκινη, εν τέλει είναι σαν μία φράση δίχως νόημα, και ποιός άλλος σιγεί, όπως αυτός; Το καράβι είχε σταματήσει, άρχισαν να φαίνονται τώρα όλα αυτά τα άτομα που πηγαινοερχόντουσαν σε μία από τις γέφυρες, σκοτεινές σιλουέτες πάνω από μικρές φλόγες, μέσα στους καπνούς. Αλλά ο κόσμος δεν έχει χρώματα, όπως τόσο αφελώς πιστεύουμε, λέγει ακόμη, μόνον το χρώμα είναι, μόνο, και οι σκιές του, μέρη ή πράγματα, δεν είναι παρά ο τρόπος που έχει να ανοίγεται στον εαυτό του, να ανησυχεί για τον εαυτό του, να αναζητεί την ακτή. Η νύχτα πέφτει, η ημέρα ξημερώνει, αλλά υπάρχει πάντα το ίδιο γαλάζιο, καμμία φορά γκρι, ή το ίδιο κόκκινο μέσω τόσων ωρών, έτσι δεν είναι; Και όσο για τις λέξεις! – Ήδη, κατεβαίνοντας από το πλοίο, παιδιά, πληθώρα παιδιών που τρέχανε με όλους τους τρόπους, γελώντας, έπειτα μία γηραιά γυναίκα, το κεφάλι περικυκλωμένο από φλόγες, μετά ένας γέρος στο μπράτσο ενός νεαρού, ντυμένου στα λευκά. Και πόσοι άλλοι ακόμη! Αλλά ήδη αυτός, εκείνος ο ερχόμενος άλλος, δεν κοίταζε πια, εκείνος που σκεπτικός προχωρούσε στον κήπο των πορτοκαλεόδεντρων, πάνω στην άμμο.

Όσο για τις λέξεις! Ποιος υποκρίθηκε ότι δεν είναι πράγματα μιας ατελούς ανάμνησης, εξ αιτίας των ήχων τους –των χρωμάτων τους– που αύξαναν τη φήμη τους στον κόσμο; Η λέξη νύχτα είναι φωτεινή, αλλά και η νύχτα το ίδιο, για όσο είναι ακόμη σκοτεινή. Ή μάλλον η νύχτα δεν είναι ούτε φωτεινή ούτε σκοτεινή, δεν είναι παρά μία λέξη απλώς, όπως το πεσμένο πορτοκάλι, όπως το γαλάζιο γρασίδι. Πατούσε τώρα, πάντα διαλογιζόμενος, αυτό το χορτάρι ανάμεσα στα δένδρα, ανάμεσα στα οποία πήγε να κάτσει διότι η κούρασή του είχε μεγαλώσει από τη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι του κήπου και έχοντας μαζέψει όλη τη ζέστη των καλοκαιρινών δρόμων στον σβέρκο. Ψηλή, μαύρη, η γυναίκα που ήρθε να στηριχθεί σε αυτό το παράθυρο, κοντά στον γιό της. Και οι δύο κοιτάγανε τη νύχτα να πέφτει, δίχως να λένε τίποτα, ή καλύτερα είναι η ημέρα που ξημερώνει, ένα σκοτεινό κόκκινο, και που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, από τη μεριά εκείνη του μουράγιου που ’ναι έρημο, καλυμμένο με βαριές πέτρες.

Και αύριο το πλοίο θα ξαναφύγει, με εκείνους επιβιβασμένους, ή μπορεί και να σταθεί εδώ, να σκουριάζει, και εκείνοι αποβιβάστηκαν, χθες, πότε; Και τώρα προχωρούν, σχεδόν στην τύχη, πάνω στην άμμο. Σε ξέρω καλά, έλεγε εκείνος, όταν ήταν ακόμη παιδί, στη μικρή κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα. Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, ερχόσουν προς το μέρος μου εδώ και τόσον καιρό με αυτά τα φοινικόφυλλα ανάμεσα στα χέρια, ήταν ο ουρανός ή όχι; και πίσω από σένα, την τόσο λεπτοκαμωμένη, βρισκόταν το καθαρό χρώμα, ενάντια στην αποβάθρα του χρόνου ορθωμένο σε υψηλά κύματα με στροβίλους δίχως θόρυβο.

Προχωρεί ακόμη μέσα στον κήπο. Από εδώ και στο εξής, βρίσκονται παντού μεγάλες αλέες, των οποίων τα θολωτά φυλλώματα και τα φρούτα μπλέκονται το ένα με το άλλο πιο μπροστά πάνω σε μία γαλάζια σκιά μωσαϊκού, ή ίσως λάμπει ένα αστέρι, αλλά αυτός ο δρόμος που θέλησε να ακολουθήσει, ύστερα από λίγο έναν άλλον, και μετά άλλους πολλούς, που διακλαδωνόντουσαν γρήγορα, πάνω στη λεπτή άμμο όπου τα βήματα βουλιάζουν σαν να ήταν σε πλαγιές αμμολόφων. Τα πορτοκάλια είναι ώριμα, βαριά, πολυάριθμα στο ρηχό πανέρι των χαμηλών κλαδιών. Ένα παγκάκι βρίσκεται εκεί, κάθεται, ακουμπά δίπλα του αυτό το βιβλίο που ούτε καν ονειρεύεται να ανοίξει. Η μητέρα και ο γιος μπροστά στη νύχτα, με τη φωτιά σε δύο πέτρες να υψώνεται πίσω τους στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο έναστρος ουρανός στα πόδια τους, στο άπειρο, ένας εκθαμβωτικός σωρός δίχως δονήσεις, δίχως ακτίνες σε πίσσα σκοτάδι.

Και πώς είναι όλα τόσο γαλήνια, εκεί, δίπλα στο παγκάκι, κοντά στον κορμό του γηραιού δένδρου. Πώς έχει η ζέστη δαντέλες σχεδόν διαφανείς πάνω στο ύφασμα του γαλάζιου χορταριού! Πώς η υπνηλία του κόσμου προσφέρεται για ζωή, μέγα κορμί γυμνό που κινείται καμμιά φορά δίχως να ξυπνά, μαλλιά ανακατεμένα πάνω στα σεντόνια όπου εναλλάσσονται οι σκιές και το φως των περσίδων! Αφουγκράζεται αυτήν την ατάραχη αναπνοή. Ανασηκώνεται λίγο. Παίρνει το χέρι του που είναι μουδιασμένο, ξεσφίγγει ένα ένα τα δάχτυλα που δεν αντιστέκονται, αφήνοντας να ξεφύγει –αναμφιβόλως– λίγο από το όνειρο.

Μα, τι ακούει εδώ και ένα λεπτό; Τι είναι αυτός ο μονότονος ήχος, παρόμοιος με τους ενοχλητικούς γδούπους που τον χτυπάγανε δίχως σταματημό, στον κηπάκο της νεότητάς του, της μικρής του τσουγκράνας πάνω σε ένα σιδερένιο κουβά, ενίοτε ξέχειλο από υγρό χώμα; Τρία χτυπήματα, έπειτα μια παύση, έπειτα τρία ακόμη χτυπήματα, ή τέσσερα, και πάλι το μυστήριο της σιωπής, και έτσι συνεχίζεται για πολύ ακόμα, δίχως να το είχε θελήσει! Φοβόταν ότι θα κατέβαιναν από κει ψηλά να του φωνάξουν ότι είναι δειλός, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα βήμα δεν κατέβηκε γρήγορα προς το μέρος του από το ύψος των σκαλοπατιών, οπότε έπρεπε να προχωρήσει κι άλλο, κάτω από όλους τους ουρανούς, πάντα μονάχος του. (περισσότερα…)

Η καθημερινότητά μας έτσι απλά, χωρίς πρόγραμμα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Ο Τραμπ επαινεί το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ:
«Τους ριχτήκαμε σαν πειρατές!»

«Σαν πειρατές». Έτσι περιέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ εν μέσω του ναυτικού αποκλεισμού που επιβλήθηκε στα λιμάνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αποκαλώντας τo ναυτικό των ΗΠΑ «Mεγάλο Ναυτικό».

«Το πλοίο σταμάτησε», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στη Φλόριντα, όπως ανέφερε το CNN, τονίζοντας ότι πιθανότατα αναφερόταν στο περιστατικό του περασμένου μήνα, κατά το οποίο αναχαιτίστηκε το υπό ιρανική σημαία Touska. «Βάλαμε ρυμουλκά και μετά προσγειωθήκαμε πάνω στο πλοίο», δήλωσε. «Και πήραμε τον έλεγχο του πλοίου. Πήραμε τον έλεγχο του φορτίου, του πετρελαίου. Και η επιχείρηση ήταν πολύ κερδοφόρα». Σύμφωνα με τον μεγιστάνα, «τους ριχτήκαμε σαν πειρατές!»

Τις τελευταίες ημέρες, ο Ιρανός πρέσβης στον ΟΗΕ ζήτησε από το Συμβούλιο Ασφαλείας να «καταδικάσει με τον πιο έντονο τρόπο» τις «πειρατικές» κατασχέσεις ιρανικών πετρελαιοφόρων, κατηγορώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες για «πειρατεία» και «εκφοβισμό».

Ζήτω η πειρατεία, λοιπόν! Η εποχή του πειρατή και μετέπειτα γνωστού ληστοβαρόνου (κατά τον Έρικ Τζων Έρνεστ Χόμπσμπομ) Τζέι Πι Μόργκαν επανέρχεται με τις ευλογίες του προέδρου των ΗΠΑ…

Και ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών
προσπαθεί να κατευνάσει τον… Τραμπ

«Η προειδοποίηση του καγκελαρίου απευθυνόταν σαφώς στο Ιράν, δηλαδή να μην το παρακάνει και να μην συνεχίσει να αμφισβητεί τις ΗΠΑ». Αυτό δήλωσε ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ σε συνέντευξή του στην FAZ, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις δηλώσεις του Φρήντριχ Μερτς, οι οποίες εξόργισαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο καγκελάριος είχε υποστηρίξει ότι «η ιρανική ηγεσία ταπείνωνε ένα ολόκληρο έθνος» και ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν στρατηγική για την έξοδο από τη σύγκρουση. «Η ιρανική ηγεσία θα ήταν συνετό να αποδεχτεί την πρόταση των ΗΠΑ. Ο συνάδελφός μου Ρούμπιο και εγώ συμφωνήσαμε απόλυτα σε αυτό την Τετάρτη», πρόσθεσε, αναφερόμενος στην πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ.

Ζήτω η Γερμανία που παλεύει για την απεξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ! Ούτε κριτική δεν τολμούν να κάνουν διότι… εξοργίζεται ο Τραμπ. Μάλιστα με τους νέους δασμούς στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία σπεύδουν να υποκλιθούν ακόμη περισσότερο…

Όσο για τις αμερικανικές βάσεις,
είναι για την Γερμανία αναντικατάστατες!

Οι μεγάλες (αμερικανικές) βάσεις δεν αμφισβητούνται, είναι εξίσου σημαντικές για τις ΗΠΑ και για τη Γερμανία, δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, επισημαίνοντας ότι, παρ’ όλες τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, δεν αναμένει να κλείσει οποιαδήποτε σημαντική αμερικανική στρατιωτική βάση επί γερμανικού εδάφους.
Απάντησε μάλιστα αρνητικά όταν ερωτήθηκε, εάν έχει αναστατωθεί από τις τελευταίες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου. «Η αεροπορική βάση του Ράμσταϊν έχει μια αναντικατάστατη λειτουργία, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για εμάς», υπογράμμισε ο κ. Βάντεφουλ και εξήγησε ότι το ίδιο ισχύει για το Αμερικανικό Νοσοκομείο στο Λάντστουλ, για τη Βάση Εκπαίδευσης στο Γκράφενβερ και για το Αρχηγείο της Στουτγκάρδης.

«Οι ΗΠΑ χρειάζονται αυτές τις βάσεις. Εξυπηρετούν την ασφάλειά μας, καθώς και την ασφάλεια των ΗΠΑ», είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εξωτερικών και επισήμανε ότι το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θέλουν να επανεξετάσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γερμανία δεν είναι κάτι καινούργιο. «Δεν είναι άλλωστε μυστικό», συνέχισε, ότι η Αμερική θέλει να επικεντρωθεί περισσότερο στην περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού και στην Κίνα. Κατά τα άλλα η απεξάρτηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ είναι προ των πυλών…

Αιδώς Αργείοι!

///

*

**

 

 

Γιώργος Θεμέλης, 50 χρόνια από την κοίμησή του

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Δεν είναι λίγοι οι σημαντικοί δημιουργοί που, γεννημένοι στον ομιχλώδη βορρά, ζήτησαν στο φως του νότου τη διαφυγή από τον κλειστό τρόπο ύπαρξης. Κάποιοι άλλοι ωστόσο, ερχόμενοι από την Ιωνία και το Αιγαίο, όπως ο γεννημένος στη Σάμο Γιώργος Θέμελης, αναζήτησαν και εν τέλει βρήκαν στο ημίφως της Θεσσαλονίκης και στο κλίμα ενός τενάγους, τη μυστική δίοδο προς την ερμηνεία της φθοράς που μοιάζει ανέκκλητη. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γιώργος Θέμελης, πέρα από ρεύματα, ομάδες και κριτικές παραναγνώσεις, παραμένει ποιητής από τους πιο σύγχρονους, κομιστής της ίδιας εξουθενωτικής για τον άνθρωπο των καιρών μας μαρτυρίας και συγχρόνως πολύτιμος αγωγός φωτός. Μας μεταφέρει, όπως κανείς άλλος, νομίζω, από τον ποιητικό κανόνα της συμπρωτεύουσας, χωρίς αυταπάτες, στον χώρο της οντολογικής ένδειας, εκεί όπου σμίγουν και καταλήγουν όχι μόνον η ποίηση, αλλά και η θρησκευτική παράδοση, ακόμη και η φιλοσοφική διάθεση, όταν δεν απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα της υπόστασης.

Ενθυμούμενοι σήμερα έναν ποιητή που με την υπαρκτική του αγωνία και τη λυρική έκφραση όλων των προβλημάτων του μεταπολεμικού κόσμου μάς έδωσε μια ποίηση βάθους, μέσω στοχαστικών προσαρμογών αλλά και διά μέσου επώδυνων παρατηρήσεων για τον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου –ποιητή που συνέθεσε μεταφυσική και φύση του σώματος, με πειθαρχημένο σπαραγμό και το χρώμα μιας βαθιάς νοσταλγίας όχι για έναν κόσμο οριστικά έκπτωτο, αλλά για ένα λυτρωτικό μέλλον– έχει κανείς ένα απτό υπόδειγμα πώς μπορεί, χωρίς ν’ αποκοπεί από τη λυρική θέαση του κόσμου, να εξυψώνει τον βίο του, όπως εκείνος, με τη διαρκή μνήμη του θανάτου αλλά και ασάλευτη πίστη στην αδιαίρετη ενότητα σώματος και ψυχής.

Ήταν το 1930 όταν ο τριαντάχρονος φιλόλογος Γιώργος Θέμελης πήρε την καθοριστική για τη ζωή του απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, εκκινώντας μια εκπαιδευτική διαδρομή που θα αποδειχθεί λαμπρή: Δεύτερο Γυμνάσιο, Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη. Μέλος του κύκλου του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες, ο Θέμελης δίνει το υψηλό μέτρο των κριτικών του προσόντων ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τα πρώτα του μελετήματα για τη Διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, για τα Μακεδονικά επιγράμματα και για τη Νεοελληνική μυθολογία. Κάποια πρώτα του ποιήματα (που επέλεξε τελικά να παραμείνουν αθησαύριστα) αλλά και διηγήματα, δημοσιεύονται πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο αλλά η στιγμή της ποιητικής του γέννησης δεν έχει έρθει ακόμη. Θα χρειαστεί η κατοχική τραγωδία αλλά και, νωρίτερα, μια βαριά προσωπική δοκιμασία. Το 1938 ο Γιώργος Θέμελης χάνει τη σύζυγό του, την Ικαριώτισσα Λεμονιά Ανταράκη, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Ελένη (σύζυγο του Γιώργου Κιτσόπουλου), την Αικατερίνη και τη Γεωργία και δύο γιους, εξίσου διακεκριμένους: τον μουσικολόγο Δημήτριο και τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγική επίπτωση του γεγονότος αυτής της απώλειας σε ένα νέο άνθρωπο ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας που λάτρευε τη γυναίκα του. Ο θάνατός της θα λάβει συμβολική σημασία, σε συνδυασμό δε με το πολλαπλό ελληνικό δράμα της δεκαετίας του 1940, θα σφραγίσουν την προσωπικότητά του με το αίσθημα της φθοράς, της αποξένωσης και της εξορίας. Έτσι η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με τη συλλογή Γυμνό παράθυρο το 1945 (που θα τον κατατάξει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι στη γενιά του Τριάντα, τη γενιά των ομηλίκων του, όπως ο γεννημένος επίσης το 1900 Γ. Σεφέρης), έχει εξαρχής τον αβρό ελεγειακό τόνο από τον οποίο θα διέπεται το συνολικό έργο του, την πικρή γεύση του ανεπανόρθωτου.

Από το πρώτο του εκείνο βιβλίο ο Θέμελης έδειξε πως κομίζει μια λιτή εκφραστικά αλλά μεστή από άποψη ουσίας ποίηση. Ανανεωτικός και πρωτοποριακός, πείθει με τον άψογο αισθητικό χειρισμό της εσωτερικής του δοκιμασίας και οδηγεί τον αναγνώστη με τελετουργικό βάδισμα στους κόσμους του καθαρτηρίου του, για να κοινωνήσει στα καθέκαστα του σιωπηλού μαρτυρίου, χωρίς ρεαλιστικές εκπτώσεις. Το σκηνικό ζοφερό: «το πεθαμένο σπίτι» που «σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές,/ [κι] εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες/ [ένα] παράθυρο [που] γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα». Θα ’θελε να φύγει, να πάει να κατοικήσει κοντά στην πατρική θάλασσα, αλλά μένει, πρέπει να μείνει και ν’ αγωνιστεί «να βρει τη σκιά του», «ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο» και από αναμνήσεις χαράς:

Ψάχνω να βρω σημάδια
Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά. (περισσότερα…)

Πρωτόλειες αλήθειες (ἢ τὸ θεμελιῶδες θεώρημα τῆς τέχνης)

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

~.~

Μαρία Ευθυμίου,
Το καράβι του Ματίς,
Σμίλη, 2025

Τὸ καράβι τοῦ Ματὶς εἶναι ἡ πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου καὶ ὡς τέτοια πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοῶ νὰ φανοῦμε μεγαλόκαρδοι καὶ νὰ συγχωρήσουμε τυχόντα λάθη ποιητικά, ἐκφραστικὲς ἀδυναμίες, στιχουργικὲς ἀτέλειες κ.ο.κ. Ἐννοῶ ὅτι ὅταν κανεὶς προχωρᾶ στὴν ποίηση καὶ καθίσταται, κατὰ κάποιον τρόπο, μεσῆλιξ ἀναπολεῖ τὶς μέρες ὅταν ἦταν καλλιτεχνικὰ νεώτερος καὶ οἱ στίχοι ἔβγαιναν πιὸ αὐθόρμητα, πιὸ πηγαῖα, πιὸ ἀπρόσκοπτα — τότε ποὺ τὸ ἔνστικτο βρισκόταν στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ τὸ τί ἀκριβῶς εἶχε κατὰ νοῦ νὰ πράξει δὲν ἦταν καὶ τόσο ξεκάθαρο. Ἀναπόφευκτα, λόγῳ τριβῆς, τὰ μυστικὰ τῆς Τέχνης ἔρχονται σταδιακὰ στὴν ἐπιφάνεια καὶ ὁ δημιουργὸς καλλιεργεῖ (βελτιώνει) τὶς τεχνικές του δεξιότητες μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ἔνστικτο, ἀρκετὲς φορές, νὰ παραμερίζεται. Ἐδῶ ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ σταματήσει νὰ ἐμπιστεύεται, ὅσο κάποτε, τὶς ἐνδόμυχες ποιητικὲς ἐντυπώσεις ποὺ τοῦ γεννιοῦνται —τὴ σωκράτειον δαιμόνιον φωνή του— καὶ ν’ ἀρχίσει ν’ ἀναζητᾶ ἀσφαλὴ ποιητικὸ λιμένα στοὺς κανόνες καὶ τὸν ἀκαδημαϊσμό. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα νομίζω μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διατυπώσουμε τὸ Θεμελιῶδες Θεώρημα τῆς Τέχνης τὸ ὁποῖο λέει ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ γνησιώτερος. Ἂν ἡ λέξη ἀκούγεται βαρύγδουπη νὰ ἀναδιατυπώσω καὶ νὰ πῶ ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος ἐκτίθεται περισσότερο. Τοῦτο πηγάζει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέος, πιὸ τολμηρός· ἐν ὀλίγοις, ὅπως ἀποτυπώνεται εὔστοχα ὡς κατακλείδα καὶ αἰώνιο μότο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ταινία τοῦ 1997 Gattaca: δὲν φυλάει δυνάμεις γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς (never saving anything for the swim back). Τὰ λέω αὐτὰ ἐπειδὴ διαβάζοντας τὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου ἐντόπισα κάποια «στοιχεῖα» τὰ ὁποῖα ἐπανέρχονται ξανὰ καὶ ξανὰ στοὺς στίχους της. Τοῦτα εἶναι διάσπαρτα ἔνθεν κεῖθεν στὰ ποιήματά της ἀλλὰ ἐγώ —ὡς καλὸς καὶ πιστὸς Μαθηματικός— τὰ ἔβαλα σὲ σειρὰ καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς τὰ παρουσιάσω ὥστε νὰ τὰ συζητήσουμε. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν τίτλο τῆς σύντομής μου ὁμιλίας, θὰ ἀναπτύξω εὐθὺς ἀμέσως τὶς «πρωτόλειες ἀλήθειες» ποὺ κρύβονται (ἢ φανερώνονται) στὸ Καράβι τοῦ Ματίς.

Πρὶν ξεκινήσουμε, νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ συλλογὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 45 ποιήματα. Καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ μορφολογικό της εὖρος: ποιήματα σὲ ἐλεύθερο στίχο, ποιήματα σὲ παραδοσιακὰ τετράστιχα μὲ μέτρο καὶ ρίμα, σονέτα, πεζοποιήματα ἢ ἀκόμη καὶ φόρμες ἰδιαίτερης ἐπινοήσεως (βλ. «Ἐρωτικό»). Εἴπαμε· ἡ ποιήτρια τολμᾶ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φορμαλιστικὴ γενναιότητά της ἡ ποιήτρια τολμᾶ καὶ ἐκφραστικά. Χρησιμοποιεῖ ἐξίσου ἰδιαίτερες, μὴ ποιητικὲς ἐνίοτε, λέξεις (βλ. τσιμεντούργημα, ἠλεκτροφόρος ξενιστής, μερμηδίζεις, περισκόπια, ὀριγκάμι κτλ.) ἐνῶ δὲν φοβᾶται νὰ ἐνσωματώσει — ἐπιτυχημένα συνήθως— καὶ pop στοιχεῖα (βλ. Truman show, black and decker, τσιχλόφουσκα ἰνσταγκραμικὴ κτλ.). Ἐπὶ πλέον, ἡ ποίηση τῆς Μαρίας Εὐθυμίου εἶναι πρωτοπρόσωπη. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μομφὴ ἂν καὶ ὁρισμένοι διατείνονται ὅτι τὸ α’ πρόσωπο δὲν εἶναι τόσο ἀπαιτητικὸ ὅσο, γιὰ παράδειγμα, τὸ β’ πρόσωπο (π.χ. «Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη» ἢ «Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε / τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ […]» κτλ.). Σίγουρα, ἐπιλέγοντας τὸ α’ πρόσωπο δὲν συνεπάγεται αὐτομάτως ὅτι τὸ ποίημα ὁδεύει πρὸς τὸν Καιάδα ἢ ὅτι τὸ β’ πρόσωπο θὰ ἀπογειώσει τοὺς στίχους. Ὁπωσδήποτε, μιὰ δόση ἀλήθειας ὑπάρχει· τὸ α’ πρόσωπο μπορεῖ εὐκόλως νὰ βγάλει τὸν συγγραφέα ἐκτὸς πορείας ὁδηγῶντας τον σὲ ρηχοὺς συναισθηματισμοὺς ὁπότε ἀντὶ γιὰ στίχους νὰ γράφει ἡμερολόγιο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη προσφέρεται γιὰ ἀνάπτυξη λυρισμοῦ — στὰ κατάλληλα χέρια τρέπεται σὲ πανίσχυρο λυρικὸ ἐργαλεῖο. Θεωρῶ ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν πέφτει στὴν παγίδα καὶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀναδύεται ἀποστασιοποιημένο, δὲν ταυτίζεται δηλαδὴ μὲ τὴ δημιουργό του. (περισσότερα…)

Guillaume Apollinaire, Λατρεμένο μου μικρό μου Λου

*

Λατρεμένο μου μικρό μου Λου σ’ αγαπώ
Άστρο μου μικρό που τρεμοφέγγεις σ’ αγαπώ
Σώμα ηδονικά ελαστικό σ’ αγαπώ
Αιδοίο που σφίγγεις σαν καρυοθραύστης σ’ αγαπώ
Στήθος ζερβό τόσο ρόδινο κι αυθάδικο σ’ αγαπώ
Στήθος δεξιό τόσο απαλά ροδαλό σ’ αγαπώ
Θηλή δεξιά στο χρώμα της σαμπάνιας προτού να βγάλει αφρό σ’ αγαπώ
Θηλή αριστερή που μοιάζεις με εξόγκωμα στο μέτωπο νεογέννητου δαμαλιού σ’ αγαπώ

Νύμφες υπερτροφικές απ’ τα συχνά σου αγγίγματα σας αγαπώ
Γλουτοί ευκίνητοι που πίσω τινάζονται με χάρη σάς αγαπώ
Ομφαλέ που μοιάζεις με σελήνη βαθουλή και σκοτεινή σ’ αγαπώ
Λόχμη καστανόξανθη σαν δάσος τον χειμώνα σ’ αγαπώ
Μασχάλες με χνούδι σαν κύκνος νεογέννητος σας αγαπώ
Καμπύλη των ώμων που σαγηνευτικά διαγράφεσαι σ’ αγαπώ
Μηρέ με την αρμονική καμπύλη σου σαν κίονας αρχαίου ναού σ’ αγαπώ
Αυτιά καλοραμμένα σαν μικρά μεξικάνικα κοσμήματα σας αγαπώ
Κόμη βουτηγμένη στο αίμα των ερώτων σ’ αγαπώ
Πόδια έμπειρα πόδια ορθωμένα σας αγαπώ
Λαγόνες που ιππεύουνε λαγόνες δυνατές σας αγαπώ
Μέση που δεν γνώρισε ποτέ κορσέ μέση ευλύγιστη σ’ αγαπώ
Πλάτη θαυμαστά πλασμένη που λύγισε για μένα σ’ αγαπώ
Στόμα, ω απόλαυσή μου, ω νέκταρ μου σ’ αγαπώ
Βλέμμα μοναδικό, βλέμμα σπιθοβόλο σ’ αγαπώ
Χέρια που λατρεύω την κίνησή τους σας αγαπώ
Μύτη μοναδικά αριστοκρατική σ’ αγαπώ
Περπατησιά κυματιστή και χοροπηδητή σ’ αγαπώ
Ω Λου μικρό μου σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ.

Κουρμελουά, 8 Απριλίου 1915

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

*

*