*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
~.~
Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου
(1948 – 1968),
Επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,
Δόμος / Εν πλω, 2025
Επανεκδόθηκε μετά από 35 χρόνια η προ πολλών ετών εξαντλημένη αλληλογραφία Σεφέρη – Λορεντζάτου. Ενώ η συλλογή των 100 σχεδόν επιστολών, ταχυδρομικών δελταρίων, καρτών και τηλεγραφημάτων τυπικά καλύπτει μια εικοσαετία, την περίοδο ’48 με ’68/69, στη πράξη δεν αφορά παρά ελάχιστα μόνον χρόνια (αυτά ανάμεσα ’48 και ’56), κατά τα οποία παρατηρείται έτσι κι αλλιώς η μέγιστη πύκνωση της γραπτής επικοινωνίας μεταξύ των δύο αλληλογράφων· τόσο από ποσοτικής πλευράς (78 «γράμματα», ήτοι τα 4/5 του συνόλου) όσο και από πλευράς χρονικής συχνότητας ανταλλαγής των επιστολών αυτών.
Αν και στην επικοινωνία τους πάντα αναφέρονται σε «γράμματα», η ιδιότυπη τιτλογράφηση αυτής της γραπτής επικοινωνίας πιθανόν ξεφεύγει από τα όρια μιας γλωσσικής ή/και αισθητικής μόνον προτίμησης και πιθανόν υποδεικνύει κάτι διαφορετικό και πέραν της συχνόχρηστης σε τέτοιες περιπτώσεις καθιερωμένης λέξης ‘αλληλογραφία’. Η ―ηθελημένη― επιλογή της λέξης «Γράμματα» προφανώς προέρχεται από τον έτι ζώντα τότε Λορεντζάτο και σίγουρα υποδηλώνει κάποια προθετικότητα, εάν συλλογιστούμε π.χ. πως η γραπτή επικοινωνία του με τον Στυλιανό Αλεξίου τιτλοφορήθηκε, τυπικά όπως όλες, ως Αλληλογραφία. Ήθελε με αυτή την ―εσκεμμένη, επαναλαμβάνω― επιλογή ο Λορεντζάτος να προειδοποιήσει τον αναγνώστη πως πρόκειται απλά για «γράμματα» κι όχι κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο; πώς ό,τι κι αν λένε αυτά τα γράμματα δεν φτάνουν στην ουσία της προσωπικής σχέσης των δυο τους; μήπως ακριβώς θέλει να υποδείξει μια ανάγνωση υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης, αμεσότερης επαφής και φιλίας μεταξύ των δύο ανδρών; Υπαινίσσεται δηλαδή πως η αλληλογραφία τους, όπως κι αν διαβαστεί, δεν αποτελεί παρά ένα και μόνον, ισχνό, κριτήριο της βαθύτερης, ουσιαστικότερης και διαχρονικής σχέσης τους, και μάλιστα σχετικά με ορισμένα μόνον ζητήματα που συζήτησαν σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα της γνωριμίας τους; μιας μακράς σχέσης, υπενθυμίζω, που κράτησε δι’ όλου του βίου τους, έως τον θάνατο του Σεφέρη. Είναι όντως μία αχνή υποσημείωση-υπενθύμιση προς τον αναγνώστη ή απλά αποτελεί μια επιλογή, αισθητικής και γλωσσικής τάξης; Ας είναι.
Η αλληλογραφία μεταξύ των δυο Ελλήνων συγγραφέων, που χαρακτηρίζεται από τον εξονυχιστικό κι ακριβολόγο επιμελητή της Δ. Ν. Τριανταφυλλόπουλο ως «άκρως ενδιαφέρουσα», σχεδόν με το ξεκίνημά της φανερώνει την αυθόρμητη ανάπτυξη μίας πηγαίας αμεσότητας, φιλίας και οικειότητας, και τούτο παρά την δεκαπενταετή ηλικιακή διαφορά μεταξύ των δύο επιστολογράφων. Λίαν χαρακτηριστικά, οι τυπικές προσφωνήσεις, συντομότατα μέσα στον ίδιο χρόνο, μεταβάλλονται (με πρωτοβουλία του Σεφέρη) στα παιγνιώδη Ζη και Σε.
Και όντως η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω αλληλογραφίας θεωρώ πως αφορά πρωτίστως στην ανάδειξη της γενεαλογίας μιας σχέσης ζωής των δύο επιστολογράφων, και των συστατικών στοιχείων που την θεμελίωσαν, την οικοδόμησαν και την ανέθρεψαν, την βαθιά δηλαδή γνώση και τον διάλογο που είχαν με την δυτική λογοτεχνία, μα και την ακατασίγαστη και κοινή έγνοια και μέριμνα για την ελληνική γλώσσα και την πορεία του τόπου τους. Στη συνέχεια στην κριτική που άσκησε ο καθείς στο έργο του άλλου, στην αποτύπωση της «ευρωπαϊκής περιπέτειας» του Λορεντζάτου, καθώς και στην καταγραφή της πορείας μεταστροφής του (για την τελευταία γνωρίζουμε πλέον πώς εξελίχθηκε κατά τα χρόνια παραμονής του Λορεντζάτου στο Λονδίνο από πρώτο χέρι, τον βασικό συνδιαμορφωτή της και οικοδεσπότη του Λορεντζάτου Φίλιππο Σέρραρντ). Ας συμπληρώσω πως μέσα στην αλληλογραφία παρελαύνει μια μεγάλη στρατιά Ευρωπαίων λογοτεχνών, μα κι απ’ αρχής μέχρι τέλους ο Έζρα Πάουντ και το έργο του. Με τη μετάφραση εξάλλου της Κατάης από τον Λορεντζάτο ξεκινά σχεδόν ο επιστολικός τους διάλογος (η οποία μετάφραση και ολοκληρώνεται με την ανταλλαγή διορθώσεων και παρατηρήσεων και την τελική αφιέρωσή της στον Σεφέρη). Πάντως είναι σαφές, όπως σημείωνε κι ο επιμελητής, πως με αυτή την αλληλογραφία πληροφορηθήκαμε τελικά περισσότερα για τον βίο του «αναχωρητικού» Λορεντζάτου. Υπάρχουν και άλλες στιγμές; Σαφώς ναι, και ορισμένες έχουν ήδη καταδειχθεί ή/και σχολιαστεί, σχετικά με τη μη αναφορά τους στη συγκαιρινή τους πολιτική κατάσταση εν Ελλάδι, το πώς συζητούν ορισμένα ζητήματα οι αλληλογράφοι γιοι καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ. Αλλού όμως θέλω για λίγο να σταθώ.
Έχει πολυσυζητηθεί η «ρήξη» μεταξύ τους με αφορμή το γράμμα της 18/4/56 όπου ο Λορεντζάτος, επικρίνοντας τη συλλογή Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, μιλά για την χρήση της ελληνικής λαλιάς… στο κενό, αλλά και η μεταστροφή του Λορεντζάτου που διατυπώνεται θεωρητικά στο Χαμένο κέντρο (στον τιμητικό τόμο για τα τριαντάχρονα της Στροφής, το 1961). Ταυτόχρονα, εξαιτίας και της πρόσφατης κυκλοφορίας και των τελευταίων τόμων του ημερολογίου του Σεφέρη, έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα σε αυτή την υποτιθέμενη «ρήξη», προσκομίζοντας τα πολλαπλά κείμενα μιας ανεπίδοτης σεφερικής επιστολής και ορισμένων δηκτικών κρίσεων του νομπελίστα για τον Λορεντζάτο στα ημερολόγιά του. «Unresolved tension» την χαρακτήρισε ο Τσαρλς Λοκ εν όψει της επίσκεψης του Πάουντ στην Αθήνα το 1965, κι έφθασε μάλιστα αμετροεπώς και παντελώς ανυποστήρικτα να γράψει πως οι δυο τους «were never close again».
Όντως μετά την ανταλλαγή τριών επιστολών το Μαγιάπριλο του ’56, η επικοινωνία τους διακόπηκε για δυο χρόνια. Είναι ενδιαφέρον όμως πώς αποκρίνεται ο Λορεντζάτος (που έχει κλειστεί πια στο «κελλί» του στην Κηφισιά) στον Σεφέρη που κάνει την πρώτη κρούση: «Αδερφέ μου, […] Άλλοτες σου έγραφα για διάφορα ζητήματα ― που δε με ενδιαφέρουν πια. Ένα δεν άλλαξε, και το ξέρεις: η θέση που σου έχω μέσα στην καρδιά μου. Αυτό. Τί δήτα;» (19/12/58). (περισσότερα…)












