Τὸ θεριὸ

*

Ἐπιτρέψτε μου
λίγους στίχους χάικου
κι ἐγὼ νὰ γράψω

φυλακισμένο
τὸ ἀδάμαστο θεριὸ
ὅτι κρατάω

ἐντὸς ὁρίων
ἂν κι ἀκαταμάχητο,
μὲ λίγα λόγια

πῶς ὁ ἔρωτας
ἀειθαλῶς ὑμνεῖται —
λοιπόν, φύγαμε!

Τὸ φθινόπωρο
κυκλάμινα, τσουκνίδες
καὶ ἄσπροι κρόκοι

τὸ καλοκαίρι
σπάρτα, λυγαριές, μυρτιὲς
καὶ πικροδάφνες

τὸν δὲ χειμώνα
τὸ κίτρινο γιασεμὶ
μὲ τὸ βιβοῦρνο

καὶ τὴν ἄνοιξη
ὁ σχίνος, ἡ δαφνούλα
κι ἡ καμπανούλα.

Τὰ ὑπόλοιπα
(ἀσφόδελοι καὶ κρίνοι
φλόμος, πασχαλιὰ

βαλεριάνα)
ἂς ἀνθίσουν μέσα σου
πόες καὶ θάμνοι

πότε νὰ θάλλεις
πότε νὰ μαραίνεσαι
μνήμη ἐποχική.

Ὁρίστε· πέντε
κι ἀμέσως μετὰ ἑφτὰ
καὶ πάλι πέντε —

πῶς ὁ ἔρωτας
στριμώχνεται σὲ φόρμες
ἀλλὰ διαφεύγει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

*

*

Είναι άραγε η ποίηση που προέχει;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Το Ένας ποιητής του Σιμόν Μέσα Σότο είναι μια ταινία πάνω στην ποίηση, και όχι μια ποιητική ταινία. Εξετάζει τη θέση του ποιητή και της ποιητικής λειτουργίας μέσα στην κοινωνία, και δη στην κοινωνία μιας υπανάπτυκτης χώρας όπως η Κολομβία. Είναι γεγονός ότι το σινεμά δυνάμει των αυτόχθονων εκφραστικών του μέσων είναι επιτήδειο για τη μετάδοση του ποιητικού ρίγους. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό σε μια μεγέθυνση όπως αυτή του γκρο-πλαν, ποιος μπορεί να το αρνηθεί σε μια σύντηξη εικόνων όπως αυτή του φοντύ-σε-μαύρο ή στη δυναμική της μεταφοράς που επιτελεί το φοντύ-ανσαινέ: τρόποι συγκόλλησης-στίξης μεταξύ εικόνων που χαρακτηρίζουν ιδίως τις συνδέσεις εικόνων στην κλασική κινηματογραφική αφήγηση, και που επιπλέον κάνουν την κινηματογραφική εικόνα να συγγενεύει με το όνειρο και την ποιητική του. Η κινηματογραφική εικόνα βρήκε πολλαπλούς τρόπους για να ορίσει αυτό του εννοούμε λέγοντας ποιητικότητα και να την κατοχυρώσει ως προσίδιo γνώρισμα του κινηματογράφου. Από την άλλη, ποίηση και κινηματογράφος συνιστούν δύο αντιθετικούς πόλους στο φάσμα της εξέλιξης της καλλιτεχνικής έκφρασης του ανθρώπου. Η πρώτη είναι τόσο αβίαστη και πρωτογενής όσο και ένα επιφώνημα, για να θυμηθούμε τον γνωστό ορισμό του Βαλερύ, ο δεύτερος αποτελεί τη δευτερογενή εξέλιξη του ανθρώπινου βλέμματος, διαμεσολαβημένη όμως από τεχνικά κεκτημένα της βιομηχανικής εποχής. Πράγμα που δεν τους εμποδίζει όμως να συναντώνται.

Μια ταινία για τη θέση της ποίησης όμως μέσα στην κοινωνία δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιεί «ποιητικά» μέσα, μπορεί κάλλιστα να περιορίζεται στην κλασική αφήγηση χωρίς να στηρίζεται στις συνήθεις ποιητικές διαφυγές. Άλλο το να μιλάς για ποίηση και ποιητές, και άλλο το να χρησιμοποιείς την εκφραστική σκευή της για να εκφραστείς καλλιτεχνικά. Η ζωή ενός ποιητή μπορεί να παρασταθεί και χωρίς κανένα ποιητικό μέσο, εφόσον, όπως το θέλει ένας καλά ριζωμένος κοινός τόπος, ενδέχεται να έχει μια πεζολογική όψη, στερούμενη, τουλάχιστον επιφανειακά, οποιασδήποτε λυρικής πνοής.

Ο σκηνοθέτης Σιμόν Ουμπεϊμάρ Ρος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το εν λόγω ζήτημα. Παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας καθώς αυτός έρχεται αντιμέτωπος με ένα καταφανώς αντιποιητικό περιβάλλον, αυτό της δικής του οικογένειας και εκείνο της οικογένειας της μαθήτριας της οποίας αποφασίζει να αναλάβει την προστασία και την προώθηση. Καθότι, όπως βλέπουμε, η μαθήτριά του τις χρειάζεται απαραιτήτως λόγω της ενδεούς κοινωνικής της θέσης. Και βλέπουμε, όπως συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων, ότι η λειτουργία, ο ρόλος του ποιητή, δεν είναι κάτι εντελώς άδολο: από τη στιγμή που το υποκείμενο αναλάβει να εκφραστεί ποιητικά, είναι σίγουρο ότι ασκεί κάποια αξίωση ισχύος, κάποια εξουσία που θα εφαρμοστεί πάνω σε εκείνους που θα τον ακούσουν ή και θα τον πιστέψουν, δηλαδή που θα περιβάλλουν με κύρος τα λεγόμενά του και θα τα καταξιώσουν ως ανώτερο πολιτιστικό θέσφατο. Η ποίηση ως φιλολογικό είδος, ως τροπικότητα εκφώνησης, μπορεί να έχει χάσει αρκετή δύναμη από εκείνη που κατείχε στις παλαιότερες ή σε προνεωτερικές κοινωνίες, η γνωστική της εμβέλεια μπορεί να έχει αμφισβητηθεί, διατηρεί όμως κάτι από την ιερατική άλω της μαγείας, από την αληθολογική μαρτυρία της ιστοριογραφίας, από την επιβολή του λόγου της ρητορικής. Η ποίηση, όσο εσωστρεφής και κωδικοποιημένη και αν είναι, διαδηλώνει πάντα τη δύναμή της να κατονομάζει, να εξηγεί, να συνδυάζει μέσω ενός λόγου που το αμετάβατό του και το απυρόβλητό του τού εξασφαλίζει μια θέση πέραν κάθε αμφισβήτησης.

Έτσι, βλέπουμε στην υπόθεση της ταινίας τον πρωταγωνιστή να έχει μια μειονεκτική, μια επισφαλή θέση απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον του. Η οικογένειά του τον αμφισβητεί, τον προτρέπει να «ξεκαβαλήσει το σύννεφό του» και να αντιμετωπίσει τη ζωή με τις πρακτικές της απαιτήσεις, να ζήσει ρεαλιστικά. Και μολονότι και ο ίδιος καταλαβαίνει ότι η στάση του και η προσκόλλησή του στην ποίηση δεν τον βοηθά στις σχέσεις με τους άλλους, δεν τον βοηθά να επιβιώσει και να συντηρήσει την οικογένειά του, εντούτοις είναι ανεκρίζωτη μέσα του η πεποίθηση για την ηθική ανωτερότητα της «ποιητικής» του στάσης. Είναι μια πίστη που αντλείται ασυνείδητα από το πανάρχαιο συμβολικό γόητρο της ποιητικής τέχνης, γόητρο που κατά βάθος παραμένει ανέπαφο, έστω κι αν ο ρεαλιστικός, τεχνοκρατικός, χρησιμοθηρικός προσανατολισμός των κοινωνιών μας ρίχνει πάνω της τον απειλητικό του ίσκιο. Ακόμη και απέναντι στα πλέον γειωμένα πνεύματα ο ποιητικός οίστρος μεταδίδει έναν εξωλογικό ηλεκτρισμό. Έτσι πορεύονται οι ποιητές στους χαλεπούς καιρούς του εργαλειακού λόγου. (περισσότερα…)

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana: (περισσότερα…)

Αντρέ ο Γίγαντας

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Αντρέ ο Γίγαντας

Όποιος περπατάει στην Αθήνα δεν γίνεται να μην έχει πετύχει κάποια ασπρόμαυρα αυτοκόλλητα, πάνω σε κολώνες και κάδους σκουπιδιών, που απεικονίζουν το πλατύ πρόσωπο ενός άνδρα με άδειο βλέμμα, συνοδευόμενο ενίοτε από τη φράση «Andre the Giant Has a Posse».

Ο «Αντρέ ο Γίγαντας», ή κατά κόσμον Αντρέ Ρενέ Ρουσιμώφ, ήταν Γάλλος επαγγελματίας παλαιστής των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Έπασχε από ακρομεγαλία, μια ορμονική διαταραχή που προκαλεί υπερβολική ανάπτυξη των οστών – έφτασε σε ύψος τα δύο μέτρα και είκοσι τέσσερα εκατοστά και ζύγιζε περισσότερο από διακόσια τριάντα κιλά. Στην αμερικανική επαγγελματική πάλη παρουσιαζόταν ως «το όγδοο θαύμα του Κόσμου». Ωστόσο, το γεγονός ότι επιβίωσε στη συλλογική μνήμη δεν οφείλεται τόσο στην καριέρα του όσο στη μετατροπή της εικόνας του σε μαζικά αναπαραγόμενο σύμβολο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Σέπαρντ Φέιρυ, τότε φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ρόουντ Άιλαντ, τύπωσε την εικόνα του Αντρέ σε φτηνά αυτοκόλλητα και τα διέσπειρε στον αστικό χώρο. Δεν τα συνόδευσε με καμία επεξήγηση. Το εγχείρημα λειτούργησε ως ανοιχτό πείραμα πάνω στη δυνατότητα της επανάληψης να προσδώσει βαρύτητα σε μια εικόνα ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της. Οι περαστικοί δεν γνώριζαν την ιστορία του παλαιστή· κι όμως, το πρόσωπο άρχισε σταδιακά να επιβάλλεται με μια παράξενη οικειότητα. Η αναγνωρισιμότητά του δεν βασιζόταν στο ποιος ήταν, αλλά στην αδιάκοπη αναπαραγωγή της εικόνας του. Η επανάληψη δημιούργησε ένα είδος αυθεντίας χωρίς θεμέλιο: ένα κέντρο που δεν προϋπήρχε, αλλά συγκροτήθηκε εκ των υστέρων μέσω της διάχυσης. Έτσι, η εικόνα αποκόπηκε από το αρχικό της σημαινόμενο κι έγινε αυτό που ο Ζαν Μπωντριγιάρ ονόμασε «ομοίωμα».

Αισθάνομαι ότι και η ίδια η Αθήνα λειτουργεί πια με παρόμοιο τρόπο, καθώς τα σύμβολά της έχουν προ πολλού πάψει να αντλούν δύναμη από το νόημα που κάποτε έφεραν· η όποια δύναμή τους προκύπτει κυρίως από την αδιάκοπη επανεμφάνισή τους. Ακόμα και η φθορά της μοιάζει να λειτουργεί σαν σταθερό αισθητικό μοτίβο: αντί να εκλαμβάνεται ως στοιχείο αστικής παρακμής, βιώνεται ως αναγνωρίσιμο τεκμήριο «αθηναϊκής εμπειρίας». Η πόλη καταναλώνει εικονογραφικά την ίδια της την αποσύνθεση. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2026 – Όλο το Πρόγραμμα

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Το Θέατρο Κυδωνία σε συνεργασία με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον οργανώνουν και εφέτος, για δέκατη συναπτή χρονιά μια σειρά από πρωτότυπες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι “Νύχτες του Ιουλίου” έχουν καθιερωθεί πλέον ως διακαλλιτεχνικό φεστιβάλ που απλώνεται σε όλο το φάσμα των γραμμάτων και των τεχνών (λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, στοχασμός και επιστήμη), και περιλαμβάνει διαλέξεις, συζητήσεις, σεμινάρια, τιμητικές βραδιές και εκδηλώσεις μνήμης, παραστάσεις, συναυλίες, προβολές και φιλοσοφικούς περιπάτους.

Και εφέτος θα έχουμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε και να φιλοξενήσουμε στα Χανιά σημαντικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους, οι λογοτέχνες Κλαίρη Μιτσοτάκη και Νικήτας Σινιόσογλου, οι μουσικοί Νίκος Ξυδάκης, Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και Γεωργία Νταγάκη, οι καθηγητές Βασίλης Κάλφας, Αντώνης Μεταξάς και Κώστας Μελάς, η σκηνοθέτρια και πανεπιστημιακός Χριστίνα Χατζηβασιλείου κ.ά. Στις εφετινές εκδηλώσεις μας περιλαμβάνονται συζητήσεις για την κατάσταση της σημερινής Ευρώπης, μια παράσταση αφιερωμένη στο έργο του Μίλτου Σαχτούρη, ένας διάλογος για τη σύγχρονη κρητική λογοτεχνία, αφιερώματα στον Μαρσέλ Προυστ, την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη κ.ά.

Οργανωτικός φορέας των εκδηλώσεων είναι η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Φίλοι του Θεάτρου Κυδωνία» που ιδρύθηκε και πρωτολειτούργησε το 2024 για τον επιτυχέστερο προγραμματισμό και συντονισμό τους.

Κύριος τόπος των εκδηλώσεων είναι όπως πάντα ο Αίθριος Χώρος του Θεάτρου Κυδωνία. Μέρος τους όμως θα διεξαχθεί και εκτός θεάτρου, και συγκεκριμένα σε επιλεγμένες τοποθεσίες της υπαίθρου, σημεία ιδιαίτερης φυσικής καλλονής, καθώς επίσης στο Μεγάλο Αρσενάλι του Ενετικού Λιμανιού.

///

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Όπου δεν αναφέρεται κάτι διαφορετικό,
οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.00 μ.μ.
και η είσοδος είναι ελεύθερη

Τετάρτη 1 Ιουλίου | Δημόσια συζήτηση

Η αρπαγή της Ευρώπης;
Το μέλλον της ευρωπαϊκής ιδέας

Ουκρανικό, Τραμπ, δασμολογικοί πόλεμοι, αποβιομηχάνιση, άνοδος ακροδεξιών δυνάμεων, μεταναστευτικό. Ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται σήμερα σε ιστορικό σταυροδρόμι, αντιμέτωπη με έντονες και πρωτοφανείς προκλήσεις, τις οποίες δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει πειστικά, αποτελεί κοινό τόπο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα, υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση; Συζητούν δύο κατ’ εξοχήν ειδήμονες των ευρωπαϊκών πραγμάτων, ο οικονομολόγος Κώστας Μελάς, καθηγητής του Παντείου, και ο καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ Αντώνης Μεταξάς. Συντονίζει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης.

~.~

Σάββατο 4 Ιουλίου | Συναυλία | Μεγάλο Αρσενάλι

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος-Γεωργία Νταγάκη
Μια συνάντηση

Δημιουργοί πολύτροποι, που συστηματικά πειραματίζονται με ποικίλα ακούσματα, από την μουσική για το σινεμά ώς τους κρητικούς παραδοσιακούς ρυθμούς και από το έντεχνο τραγούδι ώς τη ρόκ, ο συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και η λυράρισσα και τραγουδίστρια Γεωργία Νταγάκη δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Στα Χανιά θα ενώσουν τις δυνάμεις τους σε μια συναυλία αναδρομή στο έργο τους και όχι μόνο. Μαζί τους στη σκηνή ο κιθαρίστας Πάνος Γεωργόπουλος.

Είσοδος 15 €

~.~

Κυριακή 5 Ιουλίου | Θεατρική παράσταση-πρεμιέρα

Μίλτος Σαχτούρης
«Ο τρελός λαγός»

Μια θεατρική περιήγηση στον ποιητικό κόσμο του Μίλτου Σαχτούρη σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη και μουσική Νίκου Ξυδάκη.

Ο Τρελός Λαγός είναι ένα κεντρικό σύμβολο στην ποίηση του Σαχτούρη, εκφράζοντας τον σύγχρονο άνθρωπο που ζει σε μια εφιαλτική και αποξενωμένη ατμόσφαιρα, σε έναν κόσμο απειλητικό και σημαδεμένο από τη βία της Ιστορίας. Ο ίδιος ο ποιητής, ως εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, επηρεάστηκε βαθιά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, γεγονός που αντανακλάται στην ποίησή του.

Είσοδος 14 €

~.~ (περισσότερα…)

Ο πόνος στις οθόνες μας

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Προ αρκετών μηνών, όταν η αποτρόπαια σφαγή που λαβαίνει χώρα στη Λωρίδα της Γάζας δεν είχε ακόμα ξεφτίσει ως ειδησεογραφικό θέμα και παρέμενε επίκαιρη –και άρα, περισσότερο από κάτι το συμβαίνον, ήταν εκείνο που είχε τη δυνατότητα να πουληθεί ως συμβαίνον– είχα λάβει από παλαιό φίλο, ολιγώτατο ως ποιητή πλην όμως τύπο ανθρώπου ευσυνείδητου, το παρακάτω σύντομο μήνυμα, το οποίο και παραθέτω verbatim.

«Δεν μου ’ναι εύκολο, τις μέρες αυτές, ν’ ακούω τη μουσική που έχουν γράψει για τη Γάζα, να διαβάζω τα ποιήματα που μιλούν για τον λαό της ή που τα παιδιά της γράψανε για αυτήν, κάνοντας την ιστορία τους τραγούδι. Δεν μου ’ναι μπορετό να γράψω εγώ για αυτήν. Και το δεύτερο ποίημα μου για κείνη το εναποθέτω κάθε πρωί μισογεννημένο, θλιβερό στην ημιτελή του μετριότητα, σ’ ένα χαρτί απάνω στην πιο εμφανή γωνία του γραφείου μου.

Ακόμα περισσότερο, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τις ολοένα αυξανόμενης έντασης εικόνες φρίκης που κατακλύζουν την οθόνη μου. Σ’ ένα ψυχολογικό επίπεδο δεν είναι ίσως παρά ένας μηχανισμός απώθησης. Αλλά, οπωσδήποτε, υπάρχει κάτι το τερατώδες στην εικόνα εκείνη που αναφέρεται στην απανθρωπιά, την αδιάκριτη σφαγή, τον θάνατο των νηπίων, τον λιμό. Στην απόλυτη οδύνη. Στο μαύρο, ορθάνοιχτο στόμα του αποθηριωμένου ανθρώπου που χάσκει καταπίνοντας το φως.

Θες να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά, γιατί το αντίθετο θα ήτανε δειλία. Μα κάνοντάς το, δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς την πραγματικότητα του ηθικού μας ξεπεσμού, όσο και να επιβεβαιώσεις την ενοχή σου.

ΥΓ. Μην και η ίδια μου αυτή η ευαισθησία, όπως αλλοιώνεται από τις εντελώς άκαιρες ανησυχίες μου για την εικόνα, την ώρα πάνω της σφαγής, δεν αποτελεί άλλο ένα σύμπτωμα μιας εξαχρείωσης;»

Ο φίλος μου είχε ήδη δημοσιεύσει ένα ποίημα για τη Γάζα αισθαντικό, σαν λυρικό και πλήρες ανθρωπιστικής εξάρσεως, και το οποίο είχε καταφέρει να κερδίσει κάποιους ελάχιστους πόντους ορατότητας στην αρένα του διαδικτύου. Ομολογώ πως μού είχε φανεί αφελές, όμως οπωσδήποτε καλύτερο από τα δημιουργήματα άλλων που λογιάζονται για ακόλουθοι της υψηλότατης τέχνης και οι οποίοι, καβαλώντας το κύμα του διάχυτου τότε ανθρωπισμού, είχαν γράψει κάτι άγονα εγκεφαλογραφήματα γεμάτα κρύπτες και βαρυσήμαντες λέξεις κατάλληλες για λήμματα τόμων ασχολούμενων με τη νευροεπιστήμη. Τον καταλάβαινα υπό μία έννοια· η συγκίνηση και το συναίσθημα μαρτυρούν ανθρωπινότητα, κι ας έχουν κρυφτεί πίσω τους σωροί από πτώματα κατά καιρούς. Πάντως το σύνθημα επιμένει κραταιό: Συγκινούμαι άρα δεν είμαι τέρας. (Κάποιος άλλος θα έκανε την εξής πονηρή αντιστροφή: Συγκινούμαι άρα κρύβω την τερατώδη φύση μου πίσω από έναν ανώδυνο μορφασμό πόνου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).

Τώρα, όπως ομολόγησα λίγο πολύ παραπάνω, ο φίλος μου είναι πεπερασμένου μεν ταλέντου, αστείρευτης δε εντιμότητας, καθότι το ηθικό βάρος του ατόμου και το τάλαντο είναι συνήθως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Το αυτό γεγονός όμως δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον που μου γέννησε το μήνυμά του, καθότι διά της τόσο χαρακτηριστικής για ποιητές του σήμερα μελοδραματικής του τοποθέτησης, ο φίλος μου δεν περιέγραψε παρά ένα μείζον σύμπτωμα του θεάματος, δηλαδή τη φρενήρη αναπαραγωγή της βίας στον κόσμο των εικόνων. Η θέση του, αν μπορεί να υποτεθεί ότι στέκει ως τέτοια, εκκινεί από την ιδέα ότι η, καλλιτεχνική ή μη, πιστή ή όχι αναπαραγωγή της φρίκης έχει κάτι το τερατώδες ανεξαρτήτως προθέσεως· ότι με κάποιο τρόπο η τερατότητα του απεικονιζόμενου είναι εγγενής στην απεικόνιση. Βλέποντας το πράγμα υπό το φως μιας ιδιότυπης (οιονεί αρνητικής) διαλεκτικής, η τερατότητα της βίας που λαμβάνει χώρα στον φυσικό κόσμο παραμένει τέτοια καθεαυτή, στην ωμή, άμεση κατάστασή της (an sich). Είναι στο ξέβγαλμά της στον παγκόσμιο ιστό, στην (ψηφιακή και άρα ταχύτατη, ασυγκράτητη και κάποτε φετιχιστική) αναπαραγωγή της που βρίσκει την εξωτερίκευση της σε μια, αποσπασμένη από το συγκεκριμένο, αφαιρετική μορφή (für sich). Έχοντας βγει από την απομονωμένη ύπαρξή της κινείται ανεξέλεγκτη –μια βία διαμεσολαβημένη από το θέαμα, αυτοαναπαράξιμη και έχουσα πλέον βάρος στον κόσμο του οποίου γίνεται καθρέφτης και οδηγός· μια τερατότητα τώρα καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν (an and für sich). Είναι προφανές πως δεν μπορεί η συζήτηση εδώ να αφορά την απλή αναπαραγωγή της είδησης της συστηματικής εξόντωσης των Παλαιστινίων, η οποία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της παγκόσμιας δημοσιογραφίας και, κάποτε, και του πολίτη, αλλά προχωράει βαθύτερα. (περισσότερα…)

Δάντης, Η πρώτη Εκλογή

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Οι δύο Εκλογές του Δάντη αποτελούν τα τελευταία του ποιήματα και τις μόνες ποιητικές συνθέσεις που έγραψε στα λατινικά. Δεν συνιστούν μέρος ενός ευρύτερου έργου, μα αποσπάσματα μιας ποιητικής αλληλογραφίας που αντάλλαξε με τον Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο. Στο τέλος του 1319 ή στις αρχές του 1320, ο Τζιοβάννι απηύθυνε από την Μπολόνια μια έμμετρη επιστολή στον Δάντη, στην οποία έψεγε τον Φλωρεντινό –που τότε συνέθετε στη Ραβέννα τα τελευταία άσματα του Παραδείσου– για το γεγονός ότι επέλεξε να πραγματευθεί την υψηλή θεματολογία της Κωμωδίας όχι στα λατινικά, μα στην καθομιλουμένη. Ο Δάντης, κατά την κρίση του Τζιοβάννι, «πετούσε μαργαριτάρια σε χοίρους». Στην περίτρανα πεπλανημένη του αποτίμηση, ο Τζιοβάννι, καθηγητής λατινικής γραμματείας στην Μπολόνια και μέλος μιας κοινότητας πρώιμων λατινολατρών ανθρωπιστών που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στα πανεπιστήμια της βόρειας Ιταλίας, απορεί που ο Δάντης γράφει προς χάρη και τέρψη του αμαθούς πλήθους, και, μάλιστα, σε γλώσσα και ύφος που ταιριάζουν περισσότερο σε ταβερνείο παρά σε μια κοινότητα πεπαιδευμένων. Προτείνει, λοιπόν, στον Δάντη, να συντάξει ένα λατινικό έπος που να περιγράφει τις συγκαιρινές συρράξεις (Γουέλφων και Γιβελλίνων). Κάτι τέτοιο, τονίζει, θα οδηγούσε στη δημόσια καταξίωση του Δάντη ως ποιητή, αφού θα μπορούσε έτσι να δαφνοστεφανωθεί στην Μπολόνια. Με άλλα λόγια, ο Τζιοβάννι δελεάζει τον Δάντη με τιμές σαν εκείνες που έλαβε ο ποιητής Αλμπερτίνο Μουσάτο στην Πάδοβα, το 1315, σε μια συμβολική πράξη που είχε ασκήσει μεγάλη επίδραση στην Ιταλία.

Η πρώτη Εκλογή αποτελεί τη γεμάτη αυτοπεποίθηση απάντηση του Δάντη. Συντάσσεται με απαράμιλλο χιούμορ, ειρωνεία και αιχμηρότητα. Ο Δάντης συνθέτει ένα λατινικό ποίημα μεν, αλλά στο γήινο ύφος των Εκλογών του Βιργιλίου, αναβιώνοντας εμβριθώς ένα λογοτεχνικό είδος -τη βουκολική ποίηση- που είχε περιέλθει σε αφάνεια. Επιλέγοντας να απαντήσει στην ποιητική επιστολή του Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο με ένα βουκολικό εξάμετρο ποίημα, ο Δάντης όχι μόνον συντάσσεται ευφυώς με την προσηνή και ακαύχητη ποιμενική γραφή του Βιργιλίου, μα μεταμορφώνει και τον Τζιοβάννι από ισότιμο συνομιλητή σε χαρακτήρα υπό τον δικό του δραματουργικό έλεγχο.

Σε δημιουργικά και εμπερίστατα λατινικά, μας μεταφέρει αλληγορικά στην ειδυλλιακή Αρκαδία. Δυο βοσκοί, ο Τίτυρος (ο Δάντης, ο οποίος υιοθετεί έναν χαρακτήρα που είχε διαλέξει για τον εαυτό του και ο Βιργίλιος στις Εκλογές) και ο Μελίβοιος (ο Ντίνο Περίνι, φίλος του Δάντη από τη Φλωρεντία), έχουν μόλις διαβάσει το «εμπνευσμένο» ποίημα του Μόψου (Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο). Ενόσω ξαποσταίνουν κάτω από μια βελανιδιά, ο Μελίβοιος ζητά επίμονα από τον Τίτυρο να του εξηγήσει το βαθύτερο νόημα του ποιήματος. Ο Τίτυρος αρχικά αρνείται, σκώπτοντας τον γιδοβοσκό φίλο του για το γεγονός ότι πάει να καταπιαστεί με πράγματα που τον ξεπερνούν. Τελικώς ενδίδει και αρχίζει να εξυμνεί τα άγνωρα και πανύψηλα μέρη στα οποία έχει γεννηθεί η έμπνευση του Μόψου. Τούτο πρόκειται, φυσικά, για μια έντεχνη ειρωνεία. Ο Μόψος παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως ένας δεύτερος Ορφέας, ο οποίος τόσο πολύ έχει διατρίψει στον ίσκιο των αλσών των Μουσών, που έχει χλωμιάσει ολόκληρος. Νομίζει, δε, αυτός, ότι μπορεί να δελεάσει τον Τίτυρο με το δάφνινο στεφάνι. Όμως ο Τίτυρος χίλιες φορές θα προτιμούσε να λάβει τιμές στη γενέτειρά του (ο Δάντης εννοεί εδώ, προφανώς, τη Φλωρεντία, από την οποία είχε εξοριστεί). Τούτο ίσως να πραγματοποιηθεί όταν αναγνωριστεί η ποιότητα του τραγουδιού του για τους ουρανούς (ο Παράδεισος). Σε κάθε περίπτωση, δεν σκοπεύει να προδώσει την αφοσίωσή του στην καθομιλουμένη. Τούτη αλληγορείται ως μια μοναχική γαλάρα, λατρευτή, ασυμβίβαστη και ιδιότροπη, που σπάνια –και μόνον όταν το θελήσει η ίδια–, του χαρίζει το γάλα της. Μετά από τη στιχομυθία, οι δυο βοσκοί επιστρέφουν στην ταπεινή ζωή τους.

(περισσότερα…)

Czesław Miłosz, Tέσσερα ποιήματα

Czesław Miłosz, 1911 – 2004

~.~

Συνάντηση κατά τύχη

Βίλνιους, 1936
Περνάγαμε μέσ’ ἀπό παγωμένα χωράφια πάνω σ’ ἕνα κάρο τήν αὐγή.
Ἕνα κόκκινο φτερό ὑψώθηκε στό σκοτάδι.

Καί ξαφνικά ἕνας λαγός διέσχισε τό δρόμο.
Κάποιος μᾶς τόν ἔδειξε μέ τό χέρι του.

Αὐτά, πολύ παλιά. Κανείς τους σήμερα δέν εἶναι ζωντανός,
Οὔτε ὁ λαγός οὔτε ὁ ἄνθρωπος πού ἔκανε τή χειρονομία.

Ὥ ἀγάπη μου, ποῦ εἶναι, ποῦ πηγαίνουν
Ἡ λάμψη ἑνός χεριοῦ, ἡ ἀνταύγεια τῆς κίνησης, ὁ ψίθυρος τῶν βότσαλων.
Δέ ρωτάω ἀπό θλίψη, ἀλλά θαμπωμένος ἀπό ἀπορία.

///

Κι ὡστόσο τά βιβλία

Κι ὡστόσο τά βιβλία θά βρίσκονται πάνω στά ράφια, ξεχωριστές ὑπάρξεις,
Πού ἐμφανίστηκαν κάποτε, ἀκόμη ὑγρά
Ὅπως λαμπερά κάστανα κάτω ἀπό δέντρο τό φθινόπωρο,
Καί, ἀγγιγμένα, χαϊδεμένα, ἄρχισαν νά ζοῦν
Παρά τίς φωτιές στόν ὁρίζοντα, κάστρα ἀνατιναγμένα,
Φυλές ἐν πορείᾳ , πλανῆτες ἐν κινήσει.
«Ὑπάρχουμε» εἶπαν, ἀκόμη κι ἄν οἱ σελίδες τους
Ἦσαν κουρελιασμένες, ἡ φλόγα πού βούιζε
Ἔγλειφε ὥς τήν ἐξάλειψη τά γράμματά τους. Τόσο πιό μεγάλης διάρκειας
Ἀπό μᾶς, πού ἡ εὔθραστη θέρμη μας
Κρυώνει μαζί μέ τή μνήμη, σκορπίζεται, χάνεται.
Φαντάζομαι τή γῆ, ὅταν δέν θά ὑπάρχω πιά:
Τίποτα δέν συμβαίνει, καμιά ἀπώλεια, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀλλόκοτη παρέλαση,
Γυναικεῖες ἐνδυμασίες, δροσόλουστες πασχαλιές, ἕνα τραγούδι στήν κοιλάδα.
Ὡστόσο τά βιβλία ἐκεῖ πάνω στα ράφια θά εἶναι, ὑψηλῆς καταγωγῆς,
Προερχόμενα ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά κι’ ἀπό φῶς, κορυφαῖα ὕψη.

///

Ἀργοπορημένη ὡριμότητα

Ὄχι νωρίς, κοντά στό πλησίασμα τῶν ἐνενήντα χρόνων μου,
ἔνιωσα μιά θύρα ν’ἀνοίγει ἐντός μου καί εἰσῆλθα
στή διαύγεια τοῦ ἄγουρου πρωϊνοῦ.

Ἡ μια μετά τήν ἄλλη οἱ προηγούμενες ζωές μου ἀπέπλεαν
σάν καράβια, με τη θλίψη τους μαζί.
Και οἱ χῶρες, οἱ πόλεις, οἱ κῆποι, οί κόλποι τῶν θαλασσῶν
ὅσα παραχωρήθηκαν στόν χρωστήρα μου ἦρθαν ἐγγύτερα,
ἕτοιμα τώρα νά περιγραφοῦν καλύτερα ἀπό πρίν.

Δέν ἀποχωριζόμουν τούς ἀνθρώπους,
λύπη και συμπόνια μᾶς ἕνωναν.
Ξεχνᾶμε –ἐπέμενα νά λέω– πώς ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Βασιλιᾶ.

Γιατί ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προερχόμαστε δέν ὑπάρχει καμιά διαίρεση
μέσα στό Ναί καί τό Ὄχι, μέσα στό εἶναι, ἦταν καί θά εἶναι.

Ὑπήρξαμε ἄθλιοι, δέν χρησιμοποιήσαμε παραπάνω ἀπό ἕνα ἑκατοστό
τοῦ δώρου πού λάβαμε γιά τό μακρύ μας ταξίδι.

Στιγμές ἀπό χτές κι ἀπό αἰῶνες πρίν
– τό χτύπημα ενός ξίφους, τό βάψιμο τῶν βλεφαρίδων μπρος στον καθρέπτη,
ἕνα γυαλισμένο μετάλλιο, μιά θανάσιμη βολή τοῦ μουσκέτου,
μια καραβέλα μέ τό κύτος ποδισμένο πάνω σέ ὕφαλο –
κατοικοῦν μέσα μας,
προσδοκώντας μιάν ἐκπλήρωση.

Τό γνώριζα, πάντοτε, πώς θά ἤμουν ἕνας ἐργάτης τοῦ ἀμπελώνα,
ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ζωντανοί ἄνδρες καί γυναῖκες τοῦ ἴδιου καιροῦ,
εἴτε συνειδητά τό γνωρίζουν εἴτε ὄχι.

///

Τραγούδι γιά τό Τέλος τοῦ Κόσμου

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Μέλισσα περικυκλώνει ἕνα τριφύλλι,
Ψαράς μπαλώνει ἕνα γυαλιστερό δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια ἀναπηδοῦν στή θάλασσα,
Δίπλα σέ νερόλακκο χελιδονάκια παίζουν
Καί τό φίδι ἔχει χρυσαφένιο πουκάμισο ὅπως τοῦ πρέπει πάντα.

Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Γυναῖκες μιλοῦν στά χωράφια κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τους,
Ἕνας μεθυσμένος νυστάζει στήν ἄκρη τῆς πρασιᾶς,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στό δρόμο
Καί μιά βάρκα μέ κίτρινα πανιά πλησιάζει τό νησί,
Φωνή βιολιοῦ κρέμεται στόν ἀέρα
Kαί ὁδηγεῖ σέ ἀστροφώτιστη νύχτα.

Καί κεῖνοι πού προσδοκοῦσαν ἀστραπές καί βροντές
Ἀπογοητεύονται.
Καί κεῖνοι πού περίμεναν σημάδια καί ἀγγέλων σάλπιγγες
Δέν τό πιστεύουν πώς συμβαίνει τώρα.
Ὅσο ὁ ἥλιος και ἡ σελήνη εἶναι ψηλά,
Ὅσο ὁ μπάμπουρας ἐπισκέπτεται τό ρόδο
Ὅσο γεννιοῦνται ροδαλά βρέφη
Κανείς δέν πιστεύει πώς συμβαίνει τώρα.

Μόνον ἀσπρομάλλης γέροντας, ἴσως προφήτης,
Ὅμως, δέν εἶναι προφήτης, γιατί εἶναι τρομερά πολυάσχολος,
Ἐπαναλαμβάνει καθώς στηρίζει τίς τομάτες του:
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα,
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα.

Βαρσοβία, 1944

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

///

Οἱ ἀποδόσεις αὐτές βασίζονται στίς ἀγγλικές μεταφράσεις τῶν ποιημάτων. Κατά σειρά: τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ καί τῆς Lillian Vallee· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas, ἐπίσης· τοῦ Αnthony Milosz.

*

*

*

Λεωνίδας Κακάρογλου (1952-2025): Μια ελεγεία στη μνήμη του

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

«Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου,
κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας»
“Γενέθλιο απόντων”
(Στο λευκό του βυθού, Πλέθρον 1989)

Τον Λεωνίδα τον γνώριζα από πολύ μικρός. Τα σπίτια μας ήταν στην ίδια περίπου γειτονιά, εκείνη του παλιού Νοσοκομείου Χανίων και ο Λεωνίδας τύχαινε να είναι συνομήλικος του αδερφού μου Σταύρου με τον οποίο εμένα με χωρίζουν τέσσερα χρόνια. Όταν εγώ τέλειωνα την Δευτέρα Δημοτικού, ο Σταύρος με τον Λεωνίδα, φίλοι κολλητοί και συμμαθητές, έμπαιναν στην Πέμπτη. Κι αυτό γιατί εγώ είχα κερδίσει χρονιά κατά την εγγραφή μου στην Πρώτη Δημοτικού καθώς ήμουν γεννημένος Γενάρη μήνα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια. Καθώς λοιπόν ξεκινούσαμε κάθε πρωί για το σχολείο από την ίδια γειτονιά, ήταν φυσικό να κατεβαίνουμε όλοι μαζί, αγουροξυπνημένοι, μικροί μεγάλοι, μια παρέα, με τις σχολικές τσάντες στα χέρια, για τα πετρόχτιστα σχολεία της οδού Κοραή.

Αγουροξυπνημένοι; Όλοι εκτός του Λεωνίδα. Γιατί αν για όλα τα παιδιά τότε το πρωινό ξύπνημα ήταν ένα αναγκαίο κακό που προσπαθούσαν να το απωθήσουν από τα βλέφαρά τους κερδίζοντας έστω και ένα τελευταίο δευτερόλεπτο πρωινού ύπνου, για τον Λεωνίδα το πρωινό ξύπνημα ήταν χαρά μεγάλη. Δεν ξυπνούσε απλώς στην ώρα του, ξυπνούσε τουλάχιστον μία, μπορεί και δυο ώρες νωρίτερα, ντυνόταν, έκανε μια γρήγορη επανάληψη στα μαθήματα της ημέρας, έφτιαχνε την τσάντα του, έπινε το γάλα του και τότε διαπίστωνε πως του περίσσευε πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος του χρειαζόταν για να περπατήσει μέχρι τα πετρόχτιστα. Οπότε τι έκανε; Ξεκινούσε από το σπίτι του στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια, έπαιρνε τον δρόμο προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του σχολείου, ανέβαινε τρία με τέσσερα τετράγωνα πάνω, την ανηφόρα της οδού Στέφανου Δραγούμη, έφτανε στο σπίτι μας και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, καθόταν στα σκαλάκια της εξώπορτας να περιμένει να ξυπνήσει ο συμμαθητής του Σταύρος, που ειρήσθω εν παρόδω, τις περισσότερες φορές ακόμα κοιμόταν, να σηκωθεί, να πλυθεί, να ντυθεί, να πιει το γάλα του για να κατέβουν μαζί κουβεντιάζοντας την κατηφόρα για τα σχολεία. Τον θυμάμαι ακόμα, πίσω από το χοντρό συρμάτινο τζάμι της εξωτερικής μας πόρτας, με κοντά παντελόνια, καθισμένο στα σκαλοπάτια, ένα μικρόσωμο ευγενικό αγόρι με κανελί σχεδόν ξανθά σγουρά μαλάκια και φακίδες στο πρόσωπο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και με μια δερμάτινη σχολική τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του να περιμένει τον συμμαθητή του να αδειάσει το ποτήρι με το γάλα που του είχε ετοιμάσει ο πατέρας μας, για να φύγουν μαζί στο σχολείο. Ο πατέρας μας, που ήταν ο πρώτος που ξυπνούσε στην οικογένεια, έβλεπε την σκιά του παιδιού πίσω απ’ το τζάμι, και θυμάμαι άνοιγε την πόρτα για να του πει μια καλημέρα: «Λεωνίδα, τι κάνεις εδώ;», «Περιμένω τον Σταύρο να φύγουμε μαζί σχολείο», «Πέρνα μέσα να περιμένεις, ο Σταύρος κοιμάται ακόμα, μην κάθεσαι εδώ μόνος», «Όχι, είναι πρωί ακόμα και δεν θέλω να ενοχλήσω». Συνήθως, καθόταν εκεί στα σκαλάκια, έβγαζε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο απ’ την τσάντα που την είχε ξαπλώσει στα γόνατά του, το άνοιγε πάνω της και συνέχιζε την επανάληψη κάποιου μαθήματος μέχρι ο Σταύρος να ετοιμαστεί, να πιει και την τελευταία γουλιά απ’ το γάλα του και να βγει έξω.

Θα μου πείτε και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί πίσω από αυτήν την τρυφερή σχολική εικόνα της παιδικής ηλικίας, ο Λεωνίδας αποκάλυπτε μια ιδιότητα, πήγα να πω μια ιδιοσυγκρασία, που θα τον συντρόφευε σε όλη την ενήλικη ζωή του και που, όχι λίγες φορές, έγινε αιτία άδικων παρεξηγήσεων. Αποκάλυπτε, θέλω να πω, το άγχος του για τα πράγματα που αγαπούσε, όπως η μάθηση, ένα αίσθημα ανάμεσα στην ανυπομονησία και την ασυγκράτητη διάθεση προσφοράς, ένα δημιουργικό άγχος, μια πλησμονή αισθημάτων που ανάβλυζε από μέσα του και τον κινητοποιούσε στο έπακρο και που σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, ήταν αυτό το αίσθημα που μετασχηματίστηκε σε άγχος για την ίδια τη ζωή και τις ευτυχισμένες στιγμές της, το αναπόφευκτο τέλος τους, καθώς και το αναπόφευκτο τέλος της ύπαρξής μας, σημαδεύοντας ως κύριο χαρακτηριολογικό γνώρισμα την ποίησή του. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από εδώ, ίσως, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς την παρουσίαση της συνολικής εικόνας του μετέπειτα πολιτικού μηχανικού, λάτρη της κινηματογραφικής τέχνης και σημαντικού ποιητή, Λεωνίδα Κακάρογλου.

Τα χρόνια πέρασαν, ακολουθήσαμε ο καθένας τον δρόμο του, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του, όμως ποτέ δεν χαθήκαμε αν και για πολλά χρόνια εγώ ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα και αυτός στα Χανιά. Συνετέλεσε σε αυτό ο γάμος του με την αγαπημένη συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, Δέσποινα Βαρδάκη, από τις ελάχιστες αναμνήσεις που είχα διατηρήσει μέσα μου από εκείνα τα παιδικά χρόνια. (περισσότερα…)

Πολλά τα νέα κόμματα, μα όλα τα ίδια μένουν


*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Σήμερα υπάρχει ακόμη η στίλβουσα επίστρωση
Που συγκρατεί τις υποτιθέμενες υποσχέσεις
Σε μια επιφάνεια»
JOHN ASHBERY

Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, θα προκαλέσει αναταράξεις στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας θετικές προσδοκίες για το μέλλον της χώρας. Υποστηρίζονται τα παραπάνω προφανώς από τους ίδιους τους πρωτεργάτες των εν λόγω εγχειρημάτων και από τα ΜΜΕ που για διάφορους λόγους τα στηρίζουν.

Αυτή η εικόνα που επιχειρείται να ενσταλαχτεί στα μυαλά των πολιτών ως νέα και καταλυτική παρουσία ανατροπής του υφιστάμενου δυσώδους πολιτικού σκηνικού, φοβούμαι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το επιφαινόμενο αυτού καθαυτού του πολιτικού σκηνικού που θέλει να ανατρέψει. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Εξάλλου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πόσα και πόσα νέα κόμματα δεν δημιουργήθηκαν… Ας μην τα αναφέρω, είναι γνωστά. Όλα ιδρύθηκαν για να ανατρέψουν το σάπιο καθεστώς. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ας συλλογιστούμε απλώς τα εξής: συνδυάζοντας ιστορικά και πολιτικά γεγονότα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας νέος κομματικός σχηματισμός έρχεται στο προσκήνιο ως μια ανάγκη κοινωνική και εθνική για να διανειχθεί ένας νέος ιστορικός ορίζοντας. Οι κοινωνικές διεργασίες είναι τόσο έντονα υποστηρικτικές σε αυτό, που διακρίνονται χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Σε ολόκληρη την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Όταν συνδύαζαν την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων με την ένταξή τους σε έναν μακροχρόνιο εθνικό και κοινωνικό στόχο.

Το βενιζελικό πολιτικό κίνημα και το φιλελεύθερο κόμμα είχαν εθνικό όραμα την γεωγραφική επέκταση και ολοκλήρωση της χώρας σε απόλυτο συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της στη βάση ενός πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο καραμανλισμός συνέδεσε την επιτυχημένη παρουσία του μετά τη περίοδο της δικτατορίας με την στερέωση της δημοκρατίας και τον εθνικό στόχο ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο παπανδρεϊσμός του Ανδρέα, αντίστοιχα, συνέδεσε την επίλυση βασικότατων κοινωνικών και θεσμικών προβλημάτων με έναν νέο πατριωτισμό.

Το ερώτημα επομένως είναι όχι η δημιουργία νέων «νέων» κομμάτων, αλλά αν κάποιο από αυτά μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ανάλογο προς τα αναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα. Αν μπορεί, μέσα σε ένα δυστοπικό εγχώριο περιβάλλον, και σε ένα αβέβαιο και ρευστό διεθνές περιβάλλον που όλο και χειροτερεύει, να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού και πολιτιστικού συλλογικού βίου.

Η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι». Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νέα κόμματα απέχουν παρασάγγας από το να εκπροσωπούν ένα παρόμοιο παράδειγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι παλαιοκομματική, ξεπερασμένη και βρίθει στερεοτύπων.

Για παράδειγμα. Τα νέα ελληνικά κόμματα αναφέρονται σε ένα «ραντεβού με την ιστορία», μια από τις συνήθεις και στομφώδεις πολιτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται διαχρονικά. Η επιλογή τέτοιων εκφράσεων γίνεται συνήθως για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση, να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες και να δώσει έναν τόνο ιστορικής βαρύτητας στις εκάστοτε πολιτικές κινήσεις.

Ουδέν το ψευδέστερον… Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα είναι ο συντηρητισμός του αύριο. Αυτό το δείχνει με ακρίβεια η θεωρία της «συστημικής ενσωμάτωσης». Από τη στιγμή που το αφήγημά τους δεν απηχεί έναν νέο εθνικό και κοινωνικό στόχο αποδεκτό «δια βοής» από τον λαό, το αποτέλεσμα είναι πως όλα τα νέα κόμματα μεταλλάσσονται κυνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ό,τι κατηγορούσαν.

*

**

«Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 4 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο και Τρίτο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Πέτρου Μαρκάκη

Ο Πέτρος Μαρκάκης εξέδωσε μεταφρασμένο το επύλλιο του Μουσαίου «σε δημοτικούς στίχους», όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο το 1944, υπό τον τίτλο Τα κατά την Ηρώ και το Λέαντρο (Αθήνα, εκδ. Αριστ. Ν. Μαυρίδης). Της μεταφραστικής του εργασίας προτάσσεται ένα σύντομο κατατοπιστικό σημείωμα για τον Μουσαίο και το έργο του. Ο Μαρκάκης συνέγραψε θεατρικά έργα, διηγήματα, ποίηση, μα κυρίως καταπιάστηκε με την έρευνα για το έργο και την παρουσία Νεοελλήνων ποιητών (για τον Κάλβο, τον Παλαμά κ.ά.· ξεχωρίζει το έργο του για τον Ουράνη). Παράλληλα ας σημειωθεί πως επέδειξε ιδιαίτερο μεταφραστικό ενδιαφέρον και για τη βυζαντινή ποίηση και λογοτεχνία, καθώς συνέγραψε μια μελέτη για τον Πωρικολόγο μα και μετέφρασε την Κατομυομαχία του Θεοδώρου Προδρόμου για το Εθνικό Θέατρο (παραστάθηκε στο Ηρώδειο στις 23 και 24 Ιουνίου 1989). Υπήρξε σταθερός και μακροχρόνιος συνεργάτης της Νέας Εστίας, μα και άλλων περιοδικών.

~•~

Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα, ποὺ μάρτυρας στεκότουν
στὰ ἐρωτικὰ σμιξίματα τοῦ βουτηχτῇ τὶς νύχτες,
κι’ αὐτὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα, ποὺ τὴν αὐγὴ δὲν εἶδε,
τὴν Ἄβυδο καὶ τὴ Σηστὸ καὶ τῆς Ἡρῶς τοὺς γάμους.
Σὰ νά ’ναι τώρα τ’ ἀγρικῶ! Τὸ Λέαντρο ν’ ἀκούω
στὸ πέλαγος νὰ κολυμπᾶ κι’ ὁ λύχνος νὰ φωτάει
―ὁ στολιστὴς καὶ καλεστὴς γιὰ τῆς Ἡρῶς τὴ σμίξη,
ποὺ γίνεται ὁλοβράδυνα, τοῦ Ἔρωτα τὸ καμάρι―.
Αὐτὸν τὸ λύχνο θά ’πρεπεν, ὁ Δίας πού ’ναι ἀπάνω,
σὰν θὰ τελεύουν τῆς νυχτιᾶς οἱ μάχες τῆς ἀγάπης,
νὰ τὸν ἐστήνει ἐκεῖ ψηλά, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ἀστέρια
καὶ τῆς ἀγάπης νὰ τὸν πεῖ καὶ στολιστὴ τῆς νύφης.
Γιατὶ στὶς πίκρες τοῦ ἔρωτα ἐκεῖνος παραστεκότουν,
μ’ ἀδιάκοπα μηνύματα, πού ’στελνε γιὰ τοὺς γάμους,
―πρὶν νὰ σβυστεῖ μὲ τὴν πνοὴ τὴν ἄπονη τ’ ἀνέμου―.
Ἔλα λοιπὸν καὶ σὺ Θεά, μαζὶ μὲ μὲ τραγούδα,
ὁ λύχνος πῶς ἐσβύστηκε κι’ ὁ Λέαντρος πῶς χάθη.
[…]

Μέσ’ τῆς Θεᾶς της τὸν ναὸ ἡ Ἡρὼ συργιάνι κάνει
καὶ τ’ ὄμορφό της πρόσωπο λαμποκοπᾶ κι’ ἀστράφτει
σὰν τῆς σελήνης τὴ θωριᾶν ὅταν λευκὴ προβάλλει.
Μὲ βοῦλες ὁλοκόκκινες τὰ μάγουλά της εἶναι,
σὰν ρόδων ποὺ τὰ πέταλα δίχρωμα πρωτανθίζουν.
Καὶ ροδανθώνας θὲ νὰ ποῦν, πὼς εἶναι τὸ κορμί της,
ἀφοῦ ὅλα εἶναι τὰ μέλη της τριαντάφυλλα. Πατώντας
ροδοφεγγοῦν οἱ ἀστράγαλοι μέσ’ τὸν λευκὸ χιτῶνα.
Ὁλάκερο τὸ σῶμα της στολίδια εἶναι γιομᾶτο.
Τὶς Χάριτες οἱ παλαιοὶ ποὺ τρεῖς τῆς λέν, γελοιοῦνται,
χίλιες ἀξίζει Χάριτες, μιὰ γελαστὴ μάτια της.
Εἶχε πετύχει ἡ Κύπριδα καλόγρια ποὺ τῆς πρέπει.

Ἔτσι περνοδιαβαίνοντας πανώρια στὶς γυναῖκες,
ἡ καλογριά της Πάφισσας σὰν νιὰ Ἀφροδίτη λάμπει,
καὶ τὶς ἀμάλαγες ψυχὲς ὅλων τῶν νιῶν σπαράζει.
Ἄντρας κανεὶς δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴ τὴν ποθοῦσε.
Μέσ’ τὸν καλόχτιστο ναὸ σ’ ὅποια μεριὰ κι’ ἂν πάει
τὰ μάτια, ὁ νοῦς τους κι’ οἱ καρδιὲς παντοῦ τὴν ἀκλουθοῦνε. (περισσότερα…)