της ΑΝΝΑΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
~.~
TΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ
Ώρα πολλή χάζευα ένα σπιτάκι απέναντι. Φαινόταν πολύ παλιό, χαμηλότερο, παράφωνα φτωχικό σε σχέση με τ’ άλλα τριγύρω, σφήνα πέτρινη ανάμεσα, ίσα να στερεώνει την αρχοντιά τους.
Στο κέντρο της ταράτσας καρφωμένη η κεραία της τηλεόρασης προεξείχε σαν άσεμνη χειρονομία· τα φθαρμένα σκούρα του, ξύλινα, ξεθωριασμένα πράσινα, με γρίλιες πτυσσόμενες «σε βλέπω – δεν με βλέπεις» σχεδόν κρέμονταν στα παράθυρα που έχασκαν ορθάνοιχτα.
Η πέτρινη τοιχοποιία γυμνή πια από σοβά, με κάτι μπαλώματα εδώ κι εκεί που πρόδιδαν μια αλλοτινή κίτρινη ώχρα, ήταν τώρα γκρίζα και η μπροστινή αυλίτσα στο ίδιο γκρίζο χρώμα, έδινε την εντύπωση πως είχε χυθεί λίγο σπίτι στα χώματα.
Ένα πορτόνι ξεχαρβαλωμένο πιασμένο με σύρμα, τη χώριζε από τον στενό δρόμο και διέκρινα μεσ’ από τη σκουριασμένη σαλιγκαρένια σιδεριά μερικούς παράταιρους τενεκέδες με μπιγκόνιες ροζ και κομιντοριές πρώιμες.
Δεξιά κι αριστερά του σπιτιού, κυμάτιζαν δυο απλωμοί με σεντόνια εμπριμέ, διπλόφαρδα, πιτσιλισμένα μ’ όλα τα χρώματα, λες κι άνοιξη είχε λουλουδίσει ως και τ’ ασπρόρουχα. Όπως τα φούσκωνε απαλά ο αέρας, έμοιαζε το σπίτι να κουνάει τα χέρια του να σου τραβήξει το βλέμμα· και τα κατάφερνε.
Μισόκλεισα τα μάτια να θολώσω το παρασκήνιο. Ξαφνικά γεννήθηκε μια τεράστια πεταλούδα με σταχτί χνουδωτό κορμί και κεραιούλες στο κεφάλι. Τόσο κοντά έμοιαζε, που παραλίγο ν’ απλώσω το χέρι να την αγγίξω όπως συνήθιζα παιδί, που κολλούσε στα δάχτυλά μου η μαγική ιριδίζουσα σκόνη και χαιρόμουν χαρά σκληρή, αδιάφορη για τη μοίρα του εντόμου…
Ανοιγόκλεινε τα φτερά της χαριτωμένα, ώσπου σε μια στιγμή σηκώθηκε μαΐστρος απότομος, δύστροπος, αυτός που σηκώνει τα νησιά μας στα νύχια απροειδοποίητα, ξεμαλλιάζει τους κήπους και φέρνει στην πόρτα σου κάθε λογής παρασυρμένα. Ο άνεμος δοκίμαζε τα μανταλάκια, δοκίμαζε την ύφανση, τα σεντόνια άρχισαν να πλαταγίζουν με βία· μάχονταν, πάλευαν να ξεθεμελιώσουν το σπίτι, να το ξεσφηνώσουν ανάμεσα απ’ τ’ αρχοντικά, καβγάς μεγάλος το φτερό με τη βαρύτητα.
Έκλεισα εντελώς τα μάτια και είδα το σπιτάκι να ξεριζώνεται, να υψώνεται ολοένα, να επιπλέει πάνω απ’ τα σπίτια, πάνω κι απ’ το καμπαναριό του Αγίου παίζοντάς μας τη γλώσσα του, ραντίζοντας πολύχρωμη πεταλουδόσκονη όλη την πόλη. Είδα να πέφτει λίγη και στο φλιτζάνι μου…
Κοίτα την ψυχή ανεβαίνει, στον Θεό φτάνει σιμά
κοίτα την ψυχή, ψηλώνει πάνω από τα οικόσημα.
///
ΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Το σπίτι με τα σεντόνια είχε δυο παράθυρα χωρίς κουρτίνες, στόματα διάπλατα, έτοιμα να ομολογήσουν. Εκείνο το πιο κοντινό μου, έμοιαζε τελάρο απ’ το «άστρωτο κρεβάτι» του Ντελακρουά. Σ’ εκείνο μπήκε το βλέμμα μου αδιάκριτο, ερευνητικό, δεν ξέρω τι περιμένοντας ν’ ανακαλύψει.
Το κρεβάτι μονό, παλιό, σιδερένιο, στη μέση του δωματίου – καριόλες τα λέμε εδώ πέρα και διασκεδάζουμε με τη δισημία – το κεφαλάρι στην ανατολή και το ποδαρικό στη δύση πυξίδα του δίκαιου Θεού και τα λευκά σεντόνια, φασκιές ονείρων, ένα μάτσο ανάκατα. Έτσι κάπως πάντα δεν ξημερώνονται τα στρωσίδια; (περισσότερα…)





