*
ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ
Όταν κάθε πρωί –μπορεί και με το χάραμα– σηκώνομαι
πάω στην τουαλέτα και βουρτσίζω και τα δόντια μου,
πλένω το στόμα μου, τα μάτια μου, το μέτωπο δροσίζω
με την παλάμη μου, τα δάχτυλα,
πίνω κι ένα ποτήρι ολόγεμο νερό…
Όταν θα φτιάξω τον καφέ μου και αρχίζω να τον πίνω,
σχεδόν μια ευτυχία με πλημμυρίζει που με κάνει ν’ απορώ
να σκέφτομαι «πώς είναι δυνατόν, τί μου συμβαίνει,
και είχα τόση θλίψη, ως αβάσταχτη, όλη τη νύχτα;».
Βέβαια που την είχα τη μεγάλη εκείνη θλίψη, υπάρχουν λόγοι, δεν μου γέμισε
χωρίς κανένα λόγο το μυαλό, δεν με φαρμάκωσε χωρίς καμμιάν αιτία…
Άδικος πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία,
γενοκτονία, πολτοποίηση λαών
απ’ άλλους «ιερούς λαούς», όπως αυτός του Ισραήλ, κι ακόμα
εξόντωση μυριάδων αδερφών μου όπως τα δέντρα και τα ζώα
μ’ όπλα και φωτιά, κι ακόμα
καταστροφή του τόπου, παραλίες σκοτωμένες ή απλώς κακοποιημένες
απ’ τους βάρβαρους, (φίλους αδερφικούς της Κυβερνήσεως)
βουνά κακοποιημένα και νησιά και ποταμοί,
παράλογη, αναίτια εγκατάλειψη σχεδόν από τους πάντες, σα να είμαι
ήδη νεκρός.
Βεβαίως,
υπάρχουν λόγοι για την τόση μου τη θλίψη, το φαρμάκωμα αυτό
όλης της ύπαρξής μου. «Όμως κοίταξε,
κοίτα που ακόμα υπάρχουν γύρω σου και δέντρα, και λουλούδια και σπανίως βέβαια,
πουλιά
ή έντομα που είναι ευμορφότατα,
μέλισσες, βόμβοι, πεταλούδες, και υπάρχουν
άνθρωποι –ελάχιστοι βεβαίως–
που σ’ έχουν άγιό τους και που χαίρονται
μαζί σου να μιλούν, παίρνουνε δύναμη, κ’ υπάρχει εντέλει
καθώς μας λέει ο Ρίτσος στη Σονάτα του εκεί του σεληνόφωτος
μιλώντας για εκείνη τη γριά, βασανισμένη αρκούδα, που πορεύεται, μας λέει πως,
μ’ όλη τη δυστυχία της, τα τόσα βάσανά της, έχει σίγουρη,
παντοτινή «τη Συμμαχία του Θανάτου».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
*
*











