«Άνθρωποι μέσα στο κεχριμπάρι»: σχόλια πάνω στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη «Η πλαστικότητα των μορίων» (2/2)

499288(Συνέχεια…) Η ποίησή του, ως εκ τούτου, αντικατοπτρίζοντας και μεταδίδοντας τόσο τον φοβερό και αμετακίνητο τρόμο της ύπαρξης όσο και τον γκρεμό της ανθρώπινης μοναξιάς και τη ματαιότητα της ανθρώπινης συνεννόησης, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε μετωπική σύγκρουση με μια τέχνη που εξυπηρετεί το αστικό κατεστημένο, το οποίο προβάλλει την ολοκληρωμένη πραγμάτωση μιας στατικής ομορφιάς και μιας ψευδούς προόδου. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να φωτίσει και ταυτόχρονα να ανατρέψει την κυρίαρχη ψευδαίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου, πως ο κόσμος αναπτύσσεται και προοδεύει αενάως· μια ψευδαίσθηση που έχει ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό από την ιδέα που έχει ο δυτικός πολιτισμός για την πρόοδο, που χρονολογείται από την εποχή του Διαφωτισμού, και από την αμερικάνικη επιταγή για συνεχή ανοδική κίνηση. Βέβαια η πρόοδος, μάς λέει ο ποιητής, δεν είναι παρά μια κατασκευή. Για τούτο έχουμε ενώπιόν μας εικόνες ωμές από τα εσώψυχα του ανθρώπου, από την ένταση των νευρώνων του, από την ικανότητά του να υποφέρει δίχως να κλείνει τα μάτια, εικόνες που έχουν συλληφθεί με τρομακτική διαίσθηση και ποιητική ενόραση. Αυτές μας προσκαλούν, λοιπόν, σε ένα θέαμα που μπορεί από την πρώτη ματιά να φαίνεται παράλογο, άγριο και οδυνηρό, αλλά που η αγριότητά του αποκαλύπτεται κυρίως σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού δεν συνδέεται με τις ορατές εκφάνσεις του, αλλά με τον βαθύτερο χαρακτήρα του, δίνοντας μορφή στην αμφιβολία, τη μοναξιά και την αγωνία του καιρού μας. Και αυτή η δεσπόζουσα για το καλοζωικό σύμπαν αγωνία και μοναξιά τρέφεται ουσιαστικά από μια υπερβολική προσήλωση στο ευάλωτο και ατελές της ανθρώπινης φύσης.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙ
Τα χέρια των ποδιών μου
αλλά και τα πόδια των χεριών
μου δεν μπορούν να κινηθούν
ούτε η κνήμη του κεφαλιού
μου κι η χωρίστρα των γονάτων μου
είμαστε άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν
μέσα στο κεχριμπάρι
δάκρυα μην κυλήσετε δεν έχετε πού
να πάτε
βλεφαρίδες δεν έχετε πού να πέσετε
σάλια δεν έχετε πού να τρέξετε
είμαστε οι απομονωμένοι άνθρωποι
μέσα στο κεχριμπάρι
κάποιοι από μας είναι με τα ρούχα
της δουλειάς και τις ανοιχτές
ομπρέλες άλλοι είναι γυμνοί την
ώρα που λύγιζαν το ένα πόδι για
να βγουν απ΄ την μπανιέρα
άλλοι την ώρα που κατέθεταν
στις τράπεζες τις επιταγές το χέρι
τους έμεινε για πάντα τεντωμένο προς
τον υπάλληλο
ακούστε με λοιπόν προσεκτικά
με τα νεύρα (όχι τους θυμούς)
με τα τύμπανα
(όχι τα μουσικά όργανα)
με τους κοχλίες (όχι τις βίδες)
με τους λαβύρινθους
(όχι τα κτήρια)
δεν επιλέξαμε αυτό το τέλος
όπως δεν επιλέξαμε την αρχή
κι οι πιο παρανοϊκοί που χτίζουν
γύρω από τα σπίτια και τους
εαυτούς τους τις πιο ψηλές
περιφράξεις συναγερμοί κάμερες
περιπολίες τη νύχτα από
σεκιουριτάδες
θα παρανοήσουν ακόμη περισσότερο
και το άγχος τους θα διαχυθεί
επινεμόμενη ψύχωση επειδή
οι άλλοι θα τους βλέπουν για πάντα
ορατοί και μέσα στο πιο σκοταδένιο
σκοτάδι
αυτοί που θα ΄ρθουν μπορεί να
γελάσουν να κοροϊδέψουν τους
ακίνητους επειδή θα κινούνται
ω ακινητοποιημένοι μη δώσετε
σημασία είστε οι κάτοικοι του Δία
κι ακόμη χειρότερα άλλων πλανητών
με μεγαλύτερη βαρύτητα
παρηγορηθείτε γιατί είστε τα
πρωτοξάδελφα των βραδυπόδων
είστε τα μεγάλα ποτάμια που
κουράστηκαν να ρέουν κι είπαν
να κυλήσουν πίσω
τη στιγμή της απόφασης ούτε
μπρος ούτε πίσω
είστε ακριβώς στη στιγμή που
η ψυχή δεν ήρθε σε σας αλλά
ούτε φεύγει από εσάς
το χρονοδιάστημα ανάμεσα στο
κάτι πριν αυτό προκύψει και στο
επόμενο ό,τι και να είναι αυτό
είστε μέσα στο κεχριμπάρι
όπως η λιβελούλα το κουνούπι
η μύγα
ω εσείς που κάποτε ήσασταν
απαρηγόρητοι παρηγορηθείτε
το τίποτα που θα ρθεί δεν μπορεί
να σας κατηγορήσει για τίποτα

hqdefaultΛαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής μάς επιτίθενται σαν αλλεπάλληλες προπαγανδιστικές ενέργειες στοχεύοντας το σαθρό, ωφελιμιστικό αστικό, εκκλησιαστικό και κοινωνικό κατεστημένο. Συχνά στη συλλογή ο ποιητής φτάνει στο έσχατο σημείο ειρωνείας και κυνισμού μπροστά στον σύγχρονο άνθρωπο που είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του. Γι’ αυτό η ποίηση του Kαλοζώη γεννιέται στην ουσία από μιαν οδυνηρή και επίμονη εστίαση στην ύπαρξη, ακόμη και όταν επιδεικνύει αγριότητα. Αυτή είναι η πηγή της ζωντάνιας του έργου του, χάρη στην οποία το αρνητικό μετατρέπεται στο αντίθετό του χωρίς να χάνει κανένα από τα τρομερά χαρακτηριστικά της φύσης και της προέλευσής του. Το επαναλαμβάνω: ο Καλοζώης δεν τρέφει αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε μορφή λύτρωσης, εκτός από εκείνη που η τέχνη μπορεί να προσφέρει με τις εικόνες οδύνης, φρίκης και συχνά αποστροφής. Μια λύτρωση που στην περίπτωσή του ταυτίζεται με τη μεγαλειώδη ομορφιά της ποίησής του. Για τον λόγο αυτό το έργο του έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με την αυτάρκεια και την ψεύτικη βεβαιότητα που φαίνεται να διακατέχει τον σύγχρονο «μέτριο» άνθρωπο του αστικού κατεστημένου, τον τεχνοκράτη που κλεισμένος στο «κεχριμπάρι» του, νομίζει ότι εξουσιάζει τη φύση και ορίζει τον ρου της ιστορίας. Η ποίησή του Καλοζώη, επομένως, υπαινίσσεται συνεχώς ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι παρά ένα ανεπαρκές ανάχωμα, ένα ακόμη προσωπείο, το οποίο επινοήθηκε με σκοπό να επικαλύψει το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του αναπότρεπτου που φωλιάζει στα βάθη της ανθρώπινης  ύπαρξης. Γι’ αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες που βιώνουν εντονότερα την κατάσταση κρίσης της υστεροαστικής κουλτούρας.

ΟΙ  ΜΕΤΡΙΟΙ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Τα εμετικά φάρμακα δεν ωφέλησαν
η ολοκληρωμένη γνώση η ανάλυση
ο μερισμός και καταμερισμός του κόσμου
σε είδη τομείς και κατηγορίες
ούτε η εύκολη προσαρμογή συνώνυμη
μιας δήθεν ευφυίας
ούτε οι αποδείξεις όλων αυτών
τα δύσκολα πτυχία τα πιστοποιητικά
οι υπνωτικές παρακολουθήσεις
υπήρχαν πράγματα που έπρεπε
να βγουν π.χ. η υποήπειρος  Ινδία που
μετακινείται σπρώχνοντας τα Ιμαλάια
κάθε χρόνο μερικά χιλιοστά
ο Ινδικός με τα πολύχρωμα ψάρια
ωκεανός
κι άλλα μικρότερα και πιο κοντινά
ας πούμε τα συνηρημένα της αρχαίας
ελληνικής ρήματα
οτιδήποτε δυσκολεύει τη ζωή έπρεπε
να βγει είτε απ΄ τον πρωκτό είτε από
το στόμα
οι έρωτες ζηλωτές της επιθυμίας
οι καλλωπισμένες γυναίκες
ηλεκτροφόρα καλώδια γυμνά που
σε αφήνουν να τις πλησιάσεις
με χέρια που δεν τα έχεις
σκουπίσει ακόμα βρεγμένα
κοινωνικοποιήσεις κυκλικές που
δεν ωφελούν τους άντρες σκύλους
που τρέχουν γύρω γύρω απ΄ την
ουρά τους
σχολεία με παραβατικούς μαθητές
κι απροσάρμοστους γονείς που
υπερασπίζουν πάση θυσία τα
παιδιά τους
και φαγητά(το πιο αυτονόητο)
γαρνιρισμένα με λάσπη και
κακόψητες πέτρες
όλα αυτά έπρεπε να βγουν είτε απ΄
τον πρωκτό είτε από το στόμα
διπλωνόμουν συστρεφόμουν αλλά
τα έντερα η κοιλιά ο λάρυγγας ήταν
ακόμα στη βρεφική ηλικία ανίκανα
να φωνάξουν ή να μιλήσουν και
τότε σκεφτόμουν τι είναι αυτό
το σάπιο το μολυσμένο το τοξικό
που έπρεπε να το ξεράσω
ανίκανος να παραδεχθώ πως ήταν
ο κόσμος όλος που περιστρέφεται
τα πράγματα όλα και όλες οι
ονομασίες των πραγμάτων πιο
σημαντικές από τα ίδια τα πράγματα
κι οι σπάτουλες που θα μπορούσαν
να βοηθήσουν ήταν μέσα στα
παγωτατζίδικα και τα ιατρεία
κι απ΄τις ατέλειωτες οικοδομές είχαν
φύγει με την οικονομική κρίση
τίποτα πνευματικό δεν υψωνόταν
τίποτα πνευματικό δεν απλωνόταν
παρά μόνο η έπαρση των μέτριων
ανθρώπων
τους μέτριους ανθρώπους που
ήταν συναθροισμένοι γύρω μου
και μερικούς τους είχα καταπιεί
ήθελα να ξεράσω
αλλά καθώς φαίνεται οι σεισμικές
πλάκες εντός μου ακόμη δεν
μετακινούνταν μόνο τα Ιμαλάια
υψώνονταν συνέχεια  πιεσμένα από
τα νότια αδιάφορα παγερά
λίγα χιλιοστά για κάθε χρονιά αλλά
χιλιάδες μέτρα για την αιωνιότητα

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εστιάζοντας τώρα στο πώς, στο ποιητικό εργαστήρι, με άλλα λόγια, του ποιητή, παρατηρούμε ότι με την αυθόρμητη, ως επί το πλείστον, τεχνική του, ο Kαλοζώης επιχειρεί να δείξει σε μια κοινωνία που όσο λιγότερο δημιουργεί τόσο περισσότερο παράγει ότι, αν η παραγωγή είναι συνώνυμη της εργασίας, η δημιουργία είναι συνώνυμη του παιχνιδιού. Για αυτό μπροστά σε ένα συνειρμικό και χειμαρρώδες ποίημα του Καλοζώη μπαίνουμε ανυποψίαστοι και μετά δεν μπορούμε να σταματήσουμε, λες και πέφτουμε σε ένα βάραθρο. Η παρατήρηση και η ανάγνωση αποκτά σημασία αφ’ εαυτής· όχι μέσω των πραγμάτων και των εννοιών που διαβάζουμε, αλλά λόγω του γεγονότος και μόνο ότι διαβάζουμε. Κανείς δεν θα μπορέσει να περιγράψει πλήρως ένα ποίημα του Καλοζώη. Ο χρόνος των ποιημάτων του δεν έχει τελειώσει, γιατί ακριβώς δεν ξεκίνησε ποτέ. Η ποίησή του λειτουργεί προφανώς σαν γλωσσικός μηχανισμός, σαν ερώτημα που εμφανίζεται σταδιακά και επίμονα στη διαδικασία της γραφής, μιας γραφής που δεν περιορίζεται ποτέ στην παρουσία της, στις σχέσεις που τη συνιστούν. Παρουσιάζεται απεναντίας ως άρνηση του εαυτού της και της δομικά περιορισμένης ύπαρξης της, ως αέναη τάση προς μια ετερότητα η οποία την εδραιώνει και της δίνει ζωή. Έτσι ο χώρος του ασυνειδήτου ταυτίζεται ακριβώς με αυτή την ετερότητα, η οποία δεν εκφράζεται ούτε απεικονίζεται, αλλά υποκαθιστά τη δυνατότητα αποκάλυψης του ασυνεχούς και του κενού της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά, ωστόσο, ότι ο ρευστός ποιητικός του κόσμος δεν ήταν ούτε είναι ποτέ εξωπραγματικός, δηλαδή, φυγή από την πραγματικότητα ή άρνηση, αλλά το μοναδικό μέσο που μπορεί να εκφράσει ο ποιητής τη μοναδική έγκυρη πραγματικότητα σε μια δεδομένη στιγμή: την πραγματικότητα δηλαδή του εσωτερικού ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι ο πραγματικός κόσμος δεν υπάρχει ή ότι η τέχνη κλείνεται στον εαυτό της, αλλά αντίθετα ότι το ποίημα φιλοδοξεί να οικοδομήσει μια νέα αντιληπτική και εννοιολογική τάξη πραγμάτων. Όχι όμως αυθαίρετη, ανεξάρτητη από το φυσικό, αλλά ικανή να δώσει μορφή στις πιο σκοτεινές και βασανιστικές πλευρές του είναι μας. Πράγματι αυτό που έχει σημασία για τον ποιητή είναι η συνεχής αναζήτηση μιας πνευματικής αρμονίας και η βαθιά πίστη του καλλιτέχνη στον θρίαμβο του πνεύματος επί του χονδροειδούς υλισμού της καθημερινότητάς μας.

Η ποίηση, επομένως, για τον Καλοζώη  έχει μια μυστηριακή, ευεργετική ιδιότητα στο να απαλύνει τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και να καθαγιάζει τα πάθη του, κάνοντας τη σκέψη και τις ιδέες να μοιάζουν πιο υπαρκτές  από ποτέ, ενώ ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος να γίνεται κανείς αιώνιος, έστω για λίγο! Μέσω της ποίησης, μπορείς να προσδώσεις ένα νόημα στο ψυχρό και αδιάφορο σύμπαν που σε περιβάλλει, στο σύμπαν που ήρθες έτσι τυχαία και απροσδόκητα! Όσο διαρκεί ένα ποίημα, είτε για εκείνον που το γράφει είτε για εκείνον που το διαβάζει, μπορεί κανείς να διαρρήξει για λίγο την θνητότητα της ύπαρξής του και να αγκαλιάσει την ασύλληπτη, για τον ανθρώπινο νου, έννοια της αιωνιότητας. Η ποίηση του Καλοζώη, επομένως, δεν άγεται ούτε φέρεται από τους ανέμους του επικαιρικού και τη ζήτηση της αγοράς, δεν περιγράφει επιφανειακά, δεν κραυγάζει ούτε μοιρολογεί, αλλά συγκεντρώνει τα πιο στέρεα κομμάτια της πραγματικότητας, τα επεξεργάζεται, τα αφομοιώνει και τα μετασχηματίζει σε έργα μιας συγκίνησης που διαρκεί και μιας καινούργιας οπτικής των πραγμάτων. Και ίσως αυτή η καινούργια οπτική, που νομοτελειακά οδηγεί τον αναγνώστη στον βαθύτερο εαυτό του, να είναι το σημαντικότερο όφελος που μπορεί να εισπράξει ο σύγχρονος άνθρωπος, είτε γράφοντας είτε διαβάζοντας ποίηση. Γιατί οι ποιητές, όπως γράφει ο Καλοζώης, παρά τη συστηματική και αυξανόμενη περιθωριοποίησή τους από μια τεχνολογική, και τακτοποιημένη αστική κοινωνία, είναι αυτοί «που φέρνουν / στο φως στην επιφάνεια το πετρογενές / τήγμα και τα κλέη τα χαμένα της δικής / σας φριχτής πραγματικότητας» (σ. 30).

Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Είμαστε μέσα στο λατομείο πάνω
στο ούλο της γης
τις περισσότερες φορές
επιστρέφουμε στο φως της επιφάνειας
άπρακτοι γιατί το ορυκτό είναι λίγο
ο κόσμος είναι λίγος η αγάπη είναι
λίγη και η υπομονή
ο πρώτος λατόμος ήταν ο Όμηρος
εμείς παλεύουμε με ό,τι άφησαν οι
προηγούμενοι
εκφραστικά μέσα τεχνικές
ομοδιηγητικούς αφηγητές εγκιβωτισμούς
εσωτερικές εστιάσεις και τρέχα γύρευε
κάποιοι αποφάσισαν παράτολμα να
σκάψουν μέσα τους ήταν λίγοι αλλά
ανακάλυψαν λίμνες και θάλασσες που
φημολογούνταν ανεπίσκεπτες
αυτοί που έσκαψαν μέσα τους βρήκαν
τα φλαμίνγκο αυτοί που απειλούν τα
ποιήματα είναι οι αετοί
αυτοί οι ίδιοι ανακάλυψαν τους
πίθηκους Μπονόμπο
που ξεψειρίζουν ο ένας τον άλλο
που κάνουν έρωτα όλοι με όλους
όλες με όλες και τα παιδιά με τους
γέρους κι όλοι συνυπάρχουν αρμονικά
όσοι αποφάσισαν να σκάψουν μέσα
τους είχαν απώλειες στοές με πάταγο
κατέρρευσαν ήταν τα ψυχοφάρμακα
που δεν κατάπιαν τα υποστυλώματα
και η τέχνη τους έμεινε μισοτέλειωτη
όσοι οδηγούσαν τα βαγόνια πάνω
στη ράγα με τα ποιήματα κάποια
στιγμή είπαν ας στο διάολο πλέον
η φρίκη και οι σιαγόνες στροφές και
οι ομοιοκαταληξίες και οι κοπτήρες
στίχοι και τα αιχμηρά με τις άκρες
ποιήματα
αλλά την επόμενη μέρα πάλι πίσω
στα ίδια
γιατί δεν μπορείς να απαλλαγείς από
το χούι
δεν μπορείς να μην μεταδώσεις έστω
και με παράσιτα την ανταπόκριση
από τα βάθη του ψυχισμού
όποιος είναι τραπεζικός υπάλληλος
ασφαλιστής λογιστής δικηγόρος
πηγαίνει στην καθαρή δουλειά του
κάθε πρωί ξυρισμένος
παρφουμαρισμένος σημαιοστολισμένος
αλλά είναι φάσμα και σκιά κέλυφος
άδειο του τζίτζικα που εξαερώθηκε
εσωτερικά
οι άλλοι αχ αυτοί οι άλλοι φαντάζονται
τόσα πολλά που γίνονται
οι ανεπίδεκτοι του κόσμου οι μουρλοί
οι ανισόρροποι ο περίγελως
τα κορόιδα
αλλά αυτοί είναι που φέρνουν στο
φως στην επιφάνεια το πετρογενές
τήγμα και τα κλέη τα χαμένα της δικής
σας φριχτής πραγματικότητας

Μορφολογικά τώρα, ο Καλοζώης έχει ήδη διαμορφώσει το δικό του προσωπικό ύφος με τον τρόπο που πραγματεύεται τα θέματα και τους ρητορικούς του τρόπους. Η συνομιλία με την ιστορία, η κοινωνική κριτική, η έντονη στοχαστική διάθεση σε υπαρξιακά ζητήματα, η μνήμη, η ειρωνεία και ο σαρκασμός ορισμένες φορές, η διακειμενικότητα (ακριτικά τραγούδια, Καρούζος, Ηράκλειτος, Κάφκα κ.ά), η επανάληψη, και η αμφισημία είναι σημαντικά χαρακτηριστικά της συνειρμικής γραφής του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιστροφές, ανατροπές και αντιθέσεις προκαλούν συνεχώς έκπληξη και κινητοποιούν τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, κυριολεξία και μεταφορά συμπλέκονται σε ένα μείγμα εκρηκτικό, θεματικοί όροι διυλίζονται στο έπακρο, ενώ η πολυσημία που ευνοείται και από την ιδιόμορφη στιχοθεσία του υπηρετεί αφενός την πολυεπίπεδη σημασιολογική λειτουργία του νοήματος και αφετέρου το στοιχείο της έκπληξης. Παράλληλα, τα παίγνια, το χιούμορ, η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η γλωσσοπλασία (π.χ. σκοταδένιο σκοτάδι) αντιμάχονται τη μελαγχολία που προκαλείται από τα σύγχρονα δεινά. Κι όλα αυτά υπηρετούνται από ικανά σε αριθμό και ποιότητα εκφραστικά μέσα: εμπνευσμένες μεταφορές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις, σύμβολα, αλληγορίες, εντυπωσιακές εικόνες, σημαίνουσες επαναλήψεις, σχήματα κύκλου, ομοηχίες, λογοπαίγνια, παρηχήσεις, οξύμωρα, σε λόγο μάλιστα που βηματίζει ρυθμικά, ακόμη και στην πεζολογική του μορφή.

Κλείνοντας, με την όγδοη κατά σειρά και καλαίσθητη εκδοτικά ποιητική συλλογή Η πλαστικότητα των μορίων, ο Γιώργος Καλοζώης επιχειρώντας και πάλι να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ορφικού πνεύματος και απολλώνειας ισορροπίας, να συνυπάρξει το ειρωνικό στοιχείο με το τραγικό, αξιοποιεί τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής, σφραγίζοντας μια ποιητική πορεία ιδιαίτερα δημιουργική και γόνιμη. Έτσι φτάνει σε μια εκπληκτική σύνθεση η οποία πρώτα είναι πολυφωνική σε έναν πλούσιο ποιητικό, διακειμενικό, φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό ιστό και εν συνεχεία ομόκεντρη και προγονική. Ομολογώ, λοιπόν, ότι στην προσπάθειά μου να μεταδώσω την προσωπική μου αναγνωστική εμπειρία, υπέκυψα ίσως στον πειρασμό να περιγράψω γενικόλογα τον ποιητικό του κόσμο. Και τούτο ακριβώς είναι το σημείο όπου παγιδεύεται η κριτική. Αυτό τον κόσμο δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε έτσι, γιατί κάθε φορά φανερώνεται διαφορετικά, αν και δείχνει ορισμένες σταθερές. Μόνο γι’ αυτές μπορούμε να μιλήσουμε γενικευτικά. Είναι ένας κόσμος που κινείται και μεταμορφώνεται με νόμους και τρόπους άγνωστους και απροσπέλαστους. Ίσως είναι πιο σωστό να πούμε πως ο κόσμος αυτός δεν είναι απλώς απόλυτα υποκειμενικός, αλλά και συλλογικός με μια μυθολογική έννοια· μόνο που η γνώση του έχει λησμονηθεί. Και εφόσον δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα παρά μόνο η εσωτερική, μόνο μέσω του δικού του ψυχισμού ο κάθε αναγνώστης μπορεί να επικοινωνήσει με αυτό και να προσπαθήσει να το κατανοήσει.

Η ποίηση, επομένως, του Γιώργου Καλοζώη σε δύσκολους καιρούς σαν τους σημερινούς,  έρχεται να επιβεβαιώσει την αντίληψη ότι υπάρχει για να μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι κι ότι οι ποιητές γράφουν όχι μόνο για να κατανοούν τους άλλους, αλλά κυρίως για να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Και τούτο δεν σημαίνει, σε καμιά περίπτωση, απόδραση από τον ενεστώτα χρόνο, όσο χαλεπός και αν είναι, αλλά το αντίθετο ακριβώς: είναι ένας τρόπος να σταθείς απέναντί του, με τις δικές σου εσωτερικές δυνάμεις σε εγρήγορση, και να τον αποτιμήσεις με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά, όχι μ’ εκείνα που αυτός τρομοκρατικά προσπαθεί να σου επιβάλει. Αυτά, λοιπόν, τα οποία επιχειρούν να μεταδώσουν τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής,  είναι ο τρόμος και το θαύμα της επαφής με το άγνωστο, το ρίγος της συνάντησης με το υπερλογικό, τη φρίκη και το γκροτέσκο χιούμορ της ύπαρξης, καθώς και την απρόσμενη και άγρια ομορφιά που αναδύεται από την κοινωνία αυτή.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

 

«Άνθρωποι μέσα στο κεχριμπάρι»: σχόλια πάνω στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη «Η πλαστικότητα των μορίων» (1/2)

499288του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Πέρασαν 27 χρόνια από την πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη Μεταμορφώσεις. Έχει, δηλαδή, ήδη συμπληρωθεί ένα τέταρτο του αιώνα συνεχούς και δραστικής  παρουσίας του στην ποίηση, γεγονός καθόλου ευκαταφρόνητο, αν αναλογιστεί κανείς πως αυτή η ουσιώδης επιμονή για ποιητική δημιουργία άνθισε μέσα σε αντίξοες κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες και με τη δεδομένη απαξίωση της ευρύτερης κοινωνίας για την ποίηση και γενικότερα τη λογοτεχνία. Από το 1992 μέχρι και σήμερα ο Γιώργος Καλοζώης έχει εκδώσει συνολικά 8 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με κρατικά βραβεία ποίησης. Είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της λεγόμενης «Γενιάς της κατοχής και της αφθονίας», ο οποίος διατηρεί ακόμη μιαν εφηβική, σχεδόν παιδική όραση και μιαν ανθρωπιά, στοιχεία από τα οποία διαισθάνεται κανείς, αντλεί την ενέργειά του και τη διοχετεύει στην ξεχωριστή ποιητική του. Όπως έχω επισημάνει, εξάλλου, σε προηγούμενα μελετήματά μου,[1] το ποιητικό έργο του Γ. Καλοζώη είναι, δυστυχώς, από τα λιγοστά εκείνα δη­μιουργήματα που παράγονται στην πικρή μας πατριδούλα και που συμβάλλουνε, κατά πρώτο λόγο, στη διαμόρφωση σταθερών αντικειμενικών γνω­ρισμάτων μιας νέας ποιητικής γραφής και, κατά δεύτερο, στην ποιητική έκ­φραση μιας αυτοτελούς και ιδιαίτερα αναγνωρίσιμης φωνής. Μιας χειμαρρώδους, πεζολογικής γραφής που συστήνει, εν τέλει, με μοναδική ευαισθησία, παρατηρητικότητα και στοχασμό ένα συμπαγές λογοτεχνικό τοπίο, που πέρα από την αισθητική απόλαυση παράγει πολύ κρίσιμα νοήματα για τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει.

Με την όγδοη, λοιπόν, πιο πρόσφατη και ωριμότερη, κατά την άποψή μου, ποιητική συλλογή Η πλαστικότητα των μορίων (Φαρφουλάς, 2019), ο ποιητής και καθηγητής ελληνικής φιλολογίας στο επάγγελμα Γ. Καλοζώης αξιοποιεί μεν τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής, αλλά δεν επαναπαύεται ούτε εφησυχάζει. Αντίθετα επιχειρεί με καλλιτεχνικό  θάρρος, παρρησία, αλλά και με μια πιο έντονη επιθετικότητα να αποκαλύψει και να εκφράσει αφενός την οντολογική, κοινωνική, σωματική και πνευματική παραμόρφωση και αλλοτρίωση του δυτικού πολιτισμού και αφετέρου την τραγικά επαναλαμβανόμενη μοίρα του εγκλωβισμένου σε ένα επισφαλές σύμπαν ανθρώπου. Θεμελιώδης, λοιπόν, θεματικός και μορφολογικός άξονας για το εξπρεσιονιστικό ποιητικό του σύμπαν αποτελεί η βασική διαπίστωση ότι η τέχνη μετά τον πρώτο και δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επιχείρησε με καινούριες μορφές να εκφράσει τη συγκλονισμένη συνείδηση μπροστά στην καταστροφική φύση του πολιτισμένου ανθρώπου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αφαίρεση της παντοδυναμίας του εμπειρικού κόσμου να σημαίνει τα πράγματα και τη ζωή και η συνεπακόλουθη προσήλωση στην προλογική γνώση είναι ποιητικά ουσιώδης. Η ανάδυση, επομένως, μέσα στο έργο του, του κρυμμένου, εσωτερικού κόσμου που διαρρηγνύει και κομματιάζει την ακεραιότητα του λογικού και του εμπειρικού, φωτίζει τον για αιώνες άφωνο και αθέατο προλογικό κόσμο και διορθώνει το κενό της λογικής και του πανίσχυρου δυτικού ορθολογισμού. (περισσότερα…)

«…Κι αυτό το ξέρουν οι πλωτοί ποταμοί»: Η ποίηση του Γιώργου Καλοζώη, μέσα από την «Πλαστικότητα των μορίων» (της)

499288της ΣΤΕΛΛΑΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Έχοντας παρακολουθήσει μέχρι σήμερα με εξαιρετικό ενδιαφέρον την ποιητική πορεία του Γιώργου Καλοζώη, η έκδοση του καινούριου βιβλίου του μου προκάλεσε σχεδόν μια ανησυχία: Μήπως η ποίησή του, που έως τώρα μου χάρισε στιγμές τόσο δυνατές, δεν βρει τον τρόπο αυτή τη φορά να καταστεί εξίσου διαπεραστική –  μήπως μετά τις αμέτρητες αναγνώσεις, αδυνατίσει για κάποιο λόγο η επίδραση επάνω μου του ποιητικού του λόγου. Μήπως, ο γνωστός πια οικειοανοίκειος κόσμος που επισκέπτεται με τις λέξεις του, ο κόσμος που χτίζει με συνέπεια από το ένα βιβλίο στο άλλο, μια ποιητική εκδοχή θα έλεγε κανείς των εικόνων του Ιερώνυμου Μπος, δεν κατορθώσει να λειτουργήσει με τον ίδιο ισχυρό τρόπο στο θυμικό του αναγνώστη που είμαι (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |45. Θεοδόσης Βολκώφ (ΙI)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

(Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2013)

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει, θέλοντας καὶ μή,
τὶς «συμβουλές» διαφόρων
καί, ἀσφαλῶς, τὶς ἀπορρίπτει

Ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία,
(τῷ σωτηρίῳ, πῶς ἀλλιῶς;) μοῦ λένε –
«Λογά, ἀνεπρόκοπε, παραλυμένε,
Πέτρο, ἔγινες σχεδὸν τριάντα τρία.

Εἶν’ ὥρα τὸν χορὸ τοῦ Ἠσαΐα
κι ἐσύ, ὅπως καὶ τόσοι, νὰ χορέψεις.
Γερνᾶς, Πετρῆ. Καιρὸς νὰ τὸ χωνέψεις.
Ν’ ἀνοίξεις σπίτι κοίτα. Εἶναι χρεία».

Οἱ σκέψεις μου εἶναι τόσο μπερδεμένες…
Σᾶς φαίνομαι ἠλίθιος ἢ γενναῖος;
Ἔχω γνωρίσει τόσες παντρεμένες,
(μὲ γνώση βιβλική) ποὺ νιώθω δέος.

Δὲν ἔχω τόση τρέλα οὔτε θάρρος.
Γαμπρός; Ποτέ!… Ἂν θέλετε, κουμπάρος.

~.~

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει τὸν ἑξάψαλμο,
καθὼς καὶ τὰ ἐξ ἀμάξης,
καὶ ἀπαντᾶ μὲ ἕναν καὶ μόνον στίχο

– Ὁ κόσμος μας, ὁ κόσμος μας πεθαίνει…
Σκυλί, ἀνεπρόκοπε, λογά, κρετίνε,
μαϊμοὺ τοῦ Ἀνθρώπου, Πέτρο Ἀρετίνε,
δὲν βλέπεις γύρω σου τὸ τί συμβαίνει;

Μᾶς τρώει ὅλους κι ἕναν-ἕναν ἡ Ἱστορία,
ἡ μαύρη της μᾶς καταπίνει τρύπα
κι ἐσύ, ἐσὺ σὰν νὰ μὴν ἔχεις τσίπα
γελᾶς χοντρὰ καὶ θὲς καὶ συνοδεία.

Γελᾶς. Γελᾶς. Δὲν ἔχεις τὸν Θεό σου,
καὶ λὲς αὐτὰ ποὺ λὲς χωρὶς ντροπή·
ποῦ βρίσκεις τὴ χαρὰ στὸν θάνατό σου;
Ἐδῶ ὁ κόσμος χάνεται κι ἐσὺ

τολμᾶς νὰ μᾶς σκοτίζεις μὲ στιχάκια;
– Μά…. πάντοτε χανότανε, πουλάκια…

~.~
 
Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
συζητᾶ μὲ ἕναν ζηλιάρη ἐραστή,
ἴσως καὶ σύζυγο,
καὶ ἐξηγεῖ τὶς φιλοσοφικές του θέσεις

Μὰ εἶστε σοβαρός; Νὰ χτυπηθοῦμε;
Κατάλαβα καλά; Μονομαχία
ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία;
Καθίστε ἐδῶ. Σὰν φίλοι θὰ τὰ ποῦμε.

Θὰ πιεῖτε κάτι; Ἁπλῶς νερό; Ὁρίστε…
Καὶ τώρα στὸ προκείμενο. Ὡστόσο,
θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω –
μοναδικὴ περίπτωσις δὲν εἶστε.

Σπούδασα, ξέρετε, Φιλοσοφία.
Ἡ Φύσις φτιάχνει σὰν κι ἐσᾶς μυριάδες,
κι ἂν ἀπὸ διάφορη ὁ καθεὶς αἰτία,
στὸ βάθος εἴμαστε ὅλοι κερατάδες.

Τὰ κέρατα; Παράφερνα τοῦ γάμου.
Ἐλάτε νὰ σᾶς δείξω τὰ δικά μου.

~.~

(Sexus, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015)

Ἡ μπαλάντα τῶν θλιμμένων ἀρσενικῶν
 
Πρέπει λοιπὸν κι ἐδῶ κάποιος νὰ ἐγκύψει
καὶ αὐτὸ νὰ ἐγγραφεῖ καὶ νὰ εἰπωθεῖ,
τοῦ ἀρσενικοῦ ἡ πλέον μύχια θλίψη
καὶ ἡ πνιγμένη τοῦ ἄντρα οἰμωγή.
Στὴ Γλώσσα πρέπει νά ’ρθει ὅλη ἡ Γῆ,
νὰ ἐντυπωθεῖ στὸν Λόγο μ’ ἕναν γρόθο
καὶ στὸν Ρυθμὸ μὲ βία νὰ χαραχθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἐκλείψει,
καὶ ὁ Θάνατος ποὺ σᾶς διεκδικεῖ,
δὲν εἶναι ἡ Ἱστορία ποὺ ἔχει ἐνσκήψει
καὶ ποὺ ἑκατόμβες πάλι ἀπαιτεῖ,
μὰ Ἐκείνη καὶ ἡ Ἄλλη καὶ Αὐτή,
μορφὲς καὶ σώματα ἀπὸ χθόνιο δνόφο,
τῆς λάσπης κορυφώσεις ἐν ζωῇ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Καὶ λέω τὴν πᾶσα ἀλήθεια δίχως τύψη,
–ἡ Σάρκα εἶναι αὐτὸ ποὺ στιχουργεῖ–
οἱ θηλυκές – αὐτό σᾶς ἔχει λείψει
καὶ πάντα θὰ σᾶς τρώει, ἀρσενικοί,
ἐκεῖνο ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ
μὰ ποὺ ὁ καθένας θέλει μὲς στὸν ζόφο –
ὅλες τὶς θηλυκὲς νὰ κοιμηθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Ἡ Σάρκα τὸν ἑαυτό της ἱστορεῖ –
πῶς δέρνεστε καὶ γδέρνεστε ἀπ’ τὸν πόθο
καὶ πῶς τὸ ἀτσάλι λιώνει ἀπ’ τὸ κερί.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

~.~
 
Ἑκτόρειος ἵππος

Ἔκτορ … σὺ δὲ μοῖ θαλερὸς παρακοίτης
Ἰλιάδος Ζ

… Hectoreo quotiens sederat uxor equo
Μαρτιάλης

Ὁ Σκάμανδρος ξερνᾶ ἡρώων πτώματα.–
Μὰ ἡ Νύχτα ζεῖ… Καὶ σὰν κοπάσει ἡ μάχη,
σὲ κάποια τοῦ Ἱεροῦ Ἰλίου δώματα,
ἀκούραστη δουλεύει ἡ Ἀνδρομάχη –
ἐπάνω στὸ λαμπρότερο ἀπ’ τὰ σώματα
τῶν Τρώων καὶ τοῦ ὠθεῖ μὲ βία τὴ ράχη

στὴν κλίνη της… Κρατᾶ γερὰ τὸν ἵππο της
καὶ ἀνάσκελο συνέχεια τὸν δαμάζει
ἀπὸ ἀγάπης ἄσβεστης καὶ ἀνείπωτης
σοφία τρυφερὴ ποὺ τὴν προστάζει,
καὶ ποὺ γροικᾶ, χρησμό, σὲ κάθε χτύπο της,
ἔτσι τὸν μαχητὴ νὰ ξεκουράζει…

Τὸν δαμαστὴ τῶν ἵππων πῶς τὸν δάμασες
–τραχιὰ καὶ τρυφερότατη ἱππεία–
ἡ Σιωπηλὴ ἀπ’ τοῦ Ἔρωτα τὶς Ἄνασσες,
ἡ Ἀνέγνωρη, ποὺ ἁγνεία καὶ λαγνεία
ταίριασες στοῦ ἱμέρου σου τὶς θάλασσες
στὴν τρομερὴ δοσμένη ἱππομανία.

Κορμιῶν ἀνεπανάληπτο ἰδίωμα·
κορύφωση τοῦ ἱπποδάμειου μόγου
κενταύρισσας ὑπέρτατο ὁμοίωμα,
ὁρμὴ ἐπικὴ τοῦ ἱππικοῦ σου λόγου –
τοῦ ἀνδροφόνου εἶσαι τὸ τελείωμα
κι ἡ ἔκρηξη τῆς τίγρης καὶ τοῦ ἀλόγου.

Δυὸ ζώων πῶς ἀκούγονται τὰ φθέγματα
κι ἀπὸ τὸν ὠθισμὸ πῶς θάλλει ὁ κῆπος
καὶ μπρὸς στοῦ κόσμου ἔκπληκτου τὰ βλέμματα,
ἰδού, γεννιέται ἡ ἱππαστί –ὁ νέος τύπος–
καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἀπ’ ὅλα τὰ συμπλέγματα –
Ἐσὺ κι ὁ μελανὸς Ἑκτόρειος Ἵππος.

~.~

(Σονέτα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Versus II

Τοὺς στίχους μου φαρδιά-πλατιὰ ὑπογράφω
μὲ τὸ χαλκοὺν δισύλλαβο ὄνομά μου·
κι ἔτσι ὅπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
τὸ αἷμα μου, τοὺς μύς, τὰ σωθικά μου,
μὲ χρώματα πολεμικὰ μὲ βάφω
καὶ μονομάχος στέκω ἐπὶ τῆς ἄμμου.
Σὲ πολεμῶ καὶ ὁδεύω πρὸς τὸν τάφο,
μικρὴ Ἐποχὴ κι ὅμως μεγάλη ἐχθρά μου,
δοσμένος στὴ σκληρὴ χειρωναξία
τοῦ στίχου μου. Ὁ στίχος μου καὶ πράξη.
Παρὰ τὴν τρομερὴ αἱματοχυσία,
κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν θ’ ἀλλάξει.
Κι ἂς ἔρθει ὅποιος θέλει νὰ μὲ κρίνει.
Γιὰ τὴ σφαγὴ παίρνω τὴν πᾶσα εὐθύνη.

~.~
 
Nel mezzo del cammin

Τί ἔκανα λοιπὸν γιὰ τὸν Θεό μου;
Τριάντα πέντε χρόνια συμπληρώνω.
Τὸ δῶρο τῆς ζωῆς πῶς ξεπληρώνω
σὲ ζωντανοὺς καὶ σὲ νεκρούς; Ἐπ’ ὤμου
πῆρα ποτὲ κανέναν ξένο πόνο;
Παρέδωσε ποτὲ τὸν ἑαυτό μου,
λυτρώνοντας τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ τὸν χρόνο,
σὲ κάτι τὸ ὑψηλό; Ἐδῶ στοῦ δρόμου
τὸ μέσον πιὰ ποὺ βρίσκομαι ποιά πράξη
μπορῶ μὲ περηφάνια νὰ ὑπογράψω;
Τέφρα, σκιὰ καὶ κόνις ὅπου ψάξω.
Στ’ ἀκάθαρτα, ζωή, σ’ ἔχω πετάξει.
Λιποβαρὴς κι ἀμείλικτο τὸ ζύγι
στοῦ μηδενὸς τὸ στόμα ποὺ ὅλο ἀνοίγει.

~.~
 
Ξυλογλύπτες Ι

Σὰν τοὺς ἀκούραστους παλιοὺς ἐργάτες,
τοὺς ταπεινοὺς μὰ τίμιους ξυλογλύπτες
ποὺ ὑπηρετοῦσαν Καίσαρες καὶ Πάπες
φτιάχνοντας τέμπλα, ἐκκλησιὲς καὶ κρύπτες,
ἀγόγγυστα δουλεύουμε τὸν Στίχο
γνωρίζοντας πὼς τὸ μικρὸ ὄνομά μας,
ὅπως κι ἂν μνημειώνουμε τὸν ἦχο
τῆς πάλλουσας καὶ φλογερῆς καρδιᾶς μας,
δὲν θὰ καταγραφεῖ στὶς Ἱστορίες.
Ἀνώνυμοι κι ἐμεῖς καθὼς ἐκεῖνοι,
πνιγμένοι ἀπὸ μυριάδες τυραννίες,
θὰ μείνουμε, ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ μείνει
οὔτε τὸ ἔργο μας, χιλιετίες…
Μαζὶ μὲ μᾶς θὰ λιώσει στὸ καμίνι.

~.~
 
F-22 Raptor

Οὐράνιο τέρας ἀπὸ σίδερο καὶ ἀτσάλι,
ἀνθρώπου σύμμειξη καὶ μηχανῆς,
πάνοπλη σκέψη ξεπηδᾶς ἀπ’ τὸ κεφάλι
τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς.
Προένταση μετάλλων, πόση βία
αἰθέρων, τῆς μετάκαυσης σεισμός,
ποίηση τῶν καιρῶν, τεχνολογία,
κι ὁ ἐξαίσιος τῆς κόμπρας ἐλιγμός.
Τὰ g σ’ ὅλο τὸ σῶμα, οἱ ὑπερπτήσεις,
ἀόρατο εἰκοσάτονο τσιτάχ,
στὶς τρομερὲς καθέτους σου ἐφορμήσεις
τὰ 2,5 ἀγγίζεις Mach,
τῶν οὐρανῶν ἀδιαμφισβήτητε ἄκτορ,
Ἅρπυια, F-22 Raptor.

~.~

(Versus, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2019)

1. Δῶσε μου χρόνο

Ὢ δῶσε, Κύριε, νὰ φτάσω στὰ ὀγδόντα
μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου ἀκέριο,
κι ἐγὼ ναὸ θὰ Σοῦ πυργώσω στέριο
ποὺ θὰ δοξάζει καὶ θὰ ὑμνεῖ πάντα τὰ ὄντα.

Ἂν ὄχι, εὐδόκησε νὰ φτάσω στὰ ἑξήντα,
κι ὁρκίζομαι πὼς θά ‘χω ὣς τότε χτίσει
κάστρο τρανὸ μὲς στὴν τρανή Σου φύση
καὶ μὲ τὸ αἷμα μου βαμμένο ἀντὶ γιὰ τίντα.

Κι ἂν ὄχι, κάνε μὲ νὰ φτάσω στὰ σαράντα,
κι ἂς ἀρκεστεῖς σὲ τοῦτον τὸν πυργίσκο
ποὺ ἔχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στὸν μισοτελειωμένο αὐτὸν ναΐσκο
ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει θ’ ἀναγνώσει
τὴν πυρωμένη τὴν σφραγίδα Σου – γιὰ πάντα.


Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Ελένη Χαϊμάνη, Οι ποιητές της κρίσης

Οι ποιητές της κρίσης

Κάμποσα χρόνια διεύθυνση δεν είχαμε ποτές
στιχάκια, μόνο, γράψαμε στην εποχή της κρίσης,
άξιοι παίχτες της ζωής, αφού κι οι αρπαχτές
ομόρριζες μάς δίνανε τις ηδονές της χρήσης∙

μας ξελόγιασαν οι μορφές που βλέπαμε στην ύλη
σκαρώνοντας τους στίχους μας, πάντοτε prima vista,
σε ό,τι είπαμε, λοιπόν, σαφώς θα πουν κι οι φίλοι:
απ’ όλα αυτά που έγραψες, πάρ’ τα μισά και σβήσ’ τα!

Πώς μόνιασαν τα βλέμματα μ’ αυτά της οροφής:
― Θα πάς αύριο για δουλειά; Θα σηκωθείς να λάμψεις;
και έπεφτεν απάνω μας, μιας θλίψης μας κρυφής,
το κάλεσμα, σαν τη βρισιά: Οι ποιητές της κάμψης!

Κι αν είν’ η τύχη και για μας ίδια με του Φιλύρα,
αν είναι μοίρα της ζωής όπως του Καρυωτάκη,
θα μαραζώσουμε κι εμείς απ’ του τρελού την ψείρα;
― Σήκω, τράβηξε για δουλειά, μικρό μου εμποράκι!

Όμως τις ώρες τις βαριές που σταματάν οι ήχοι,
π’ όλη τη μέρα ήμασταν, σαν την ανεμοδούρα
από το πάλεμα του νου, ακέραιοι βγαίναν στίχοι
και φάνταζαν τόσο πολύ ίδια καρικατούρα

παραμορφώνοντας καλά την πίκρα μας, σε γέλιο
στραβοί, κουτσοί να τρέχουμε, παιδί κυνηγημένο,
ώς να πιαστεί η ανάσα μας το βάζαμε θεμέλιο
σαν άθεοι που μπήκανε σε τόπο… ευλογημένο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Τρία βιβλία – τρία κείμενα

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Στις χαραμάδες του χρόνου»[1]

Του χιονιού
Τασία Βενέτη
Το Ροδακιό
2013
σσ. 122

Στον επίλογο της ταινίας Αντίχριστος του Λαρς Φον Τρίερ, ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί ένα ξαφνικό εγερτήριο νεκρών γυναικών, χωρίς πρόσωπο, που όλες μαζί διασχίζουν αποφασιστικά τις κορυφογραμμές του δάσους. Οι θεατές παρακολουθούν την επιστροφή κάθε «βίαια ακυρωμένης γυναικείας φωνής» από τα βάθη του χρόνου. Αντίστοιχα, στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη επανέρχεται η τελεολογική ελπίδα του Walter Benjamin για τη «μελλοντική δικαίωση» όλων των ηττημένων.

Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί κριτικά το βιβλίο της Βενέτη, κυρίως επειδή το γλωσσικό απόθεμα των είκοσι-οχτώ ιστοριών είναι αιφνιδιαστικό, καθηλωτικό και αιχμηρό. Οι σύντομες ιστορίες της πάλλονται, αξιοποιώντας τη λαϊκή διάλεκτο της Θεσπρωτίας, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η γλώσσα ανακαλεί τις ιστορίες γυναικών με άγρια βιώματα, πολλαπλές ακυρώσεις και βάσανα. Εκεί όπου η έμφυλη βία είναι σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική και βασίζεται σε εξακολουθητικές πρακτικές αιώνων.

21527965Στην πρώτη ιστορία η «κοπέλα» που «κάπως δεν ήτανε καλά»[2] οδηγείται στο μοναστήρι από τη μάνα της και τους κοντινούς της που με ολολυγμούς προσπαθούν να την κάνουν να σωπάσει: «…κι αυτή να τινάζεται ορθή και να χλιμιντράει και να γυρνάει τα μαλλιά, μαύρα μαστίγια, ολούθε από αυτά τη βούτηξαν, τη βάρεσαν και την κούρεψαν σαν πρόβατο».[3] Αλλού μια πεθερά “διατάζει” τη νύφη της να μπει όλο πιο βαθιά στο νερό για να πλύνει τα ρούχα μέχρι που της φεύγουν από τα χέρια και κινδυνεύει να πνιγεί.[4] Σε μια τρίτη ιστορία, μια γυναίκα επιστρέφει στα σαράντα της μάνας της για να μαζέψει τη βελέντζα που της άφησε γυρνώντας πάλι πίσω στα ξένα, αφού βγάζει τα δύο τελευταία δόντια της «θειακούλας» της. «Κρατήσου»,[5] ο τίτλος και το δίλημμα που διατρέχει το βιβλίο. Με ποιους όρους σε δύσκολες συνθήκες στέκονται όρθιοι οι άνθρωποι και ποια είναι τα όρια των αντοχών; Στην ομότιτλη ιστορία η γιαγιά διατηρεί με την παρουσία της τη συμβολική έννοια του σπιτιού ακόμα και όταν από τη σκεπή πέφτει μέσα το χιόνι πάνω στη βελέντζα που κοιμούνται τα παιδιά και η «Μαλέκω» μαζί.[6]

Παράλληλα, παρακολουθώντας όσους και όσες “περπατάνε” στις λέξεις της, καταγράφονται πολλαπλοί αγώνες επιβίωσης μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Εντοπίζεται επίσης ένα αξιακό πρόταγμα αντίστασης. Με αυτήν την έννοια οι ιστορίες “του χιονιού” επαναφέρουν μια μη γραμμική μνημονική διαδικασία, με ρήγματα ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, προσκαλώντας να μη λησμονηθεί μια περίοδος που συχνά αποσιωπείται ή θεωρείται παρελθοντική συνθήκη: ο εμφύλιος πόλεμος και η πολιτική προσφυγιά.

Η ανάδειξη όλων αυτών των δοκιμασιών εντάσσει τον αναγνώστη σε μια διαλεκτική σχέση με την παράδοση με όρους υλικούς και συναισθηματική τοποθέτηση. Οι ιστορίες, ίδιες με παραμύθια, δεν είναι μελοδραματικές, επειδή οι ήρωες και οι ηρωίδες δεν παρουσιάζονται θυματοποιημένοι. Το βιβλίο χωρίς να έχει φολκλορικό ή ηθογραφικό στοιχείο κατασκευάζει γέφυρες με διαχρονικά κοινωνικά ζητήματα των καιρών: την ανέχεια, την έμφυλη βία, την προσφυγιά, την ασθένεια, τη μοναξιά, αλλά και την αίσθηση ευθύνης απέναντι στη μνήμη και στους αγαπημένους.

Ανάμεσα στην πολιτική οξύτητα εκείνων των καιρών η συγγραφέας ζητάει την κριτική σύνδεση με το παρελθόν, χωρίς επιτήδευση και φόβο. Ακριβώς όπως περιγράφει την ηρωίδα της: «αγρίμιασε μονάχη της κάτω απ’ το λιοπύρι, κάτω απ’ τ’ αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα… και δεν σκιάζονταν με τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν γι’ αυτήν, και δεν σκιάζονταν»[7].


[1] Βλ.: σσ. 112-113.

[2] «Παλιά Ιστορία», σ. 9 (σσ. 9-10).

[3] Στο ίδιο, σ. 10.

[4] «Στο βαθύ», σσ. 40-43.

[5] «Κρατήσου», σσ. 58-59.

[6] «Δεν τη θυμόμασταν ούτε με όνομα ούτε με δόντια. Όλοι Μαλέκω τη φωνάζαμαν γιατί φαίνονταν γριά». Στο: «Του χιονιού», σ. 89 (σσ. 89-91).

[7] «Στο βαθύ», σ. 40 (σσ. 40-43)

~.~

Γιάννης Πάσχος
Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο
2017
Αθήνα: Περισπωμένη
Σελ. 105

Η τέχνη του παιχνιδιού

Ωραία, λοιπόν, είναι η Άνοιξη, αλλά με εκνευρίζει που είναι τόσο επιπόλαια. Μοιάζει με την Οκτωβριανή Επανάσταση, αν και ολάνθιστη, πάντα καταλήγει στην ξεραΐλα της ερήμου[1].

 Υπάρχουν βιβλία που ανατρέχεις σε αυτά διαρκώς, ανοίγοντας διαλόγους μαζί τους και χρησιμοποιώντας τα ως όρια οριζόντων. Ο Γιάννης Πάσχος είναι ποιητής, διηγηματογράφος, ιχθυολόγος και ως εκ τούτων οξυδερκής παρατηρητής ψαριών και ανθρώπων. Πιθανότατα, η παρατήρηση των υδάτινων κόσμων και των πλασμάτων που τους διασχίζουν διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην ικανότητά του να βλέπει διαπεραστικά τα ανθρώπινα κατασκευάζοντας ιστορίες, πάθη, λύπες και χαράζοντας διαδρομές κάθε τύπου στο παρόν, στο παρελθόν και το μέλλον.

213064_0Οι είκοσι-μία ιστορίες που αφήνει πίσω ο Δον Ντομίνγκο, όταν φεύγει, λειτουργούν ως ανθολόγιο ονείρων. Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ονειροχάρτη, χωρίς όμως τη συνοδεία ενός πρακτικού εγχειριδίου χρήσης. Οι αναγνώστες προκαλούνται να οικειοποιηθούν κάθε ήρωα/ηρωίδα και κάθε ιστορία, αφήνοντας τα δικά τους ίχνη και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη σύνθεση του δικού τους τοπίου. Τα όνειρα στις ιστορίες ενώνουν το προσωπικό με το πολιτικό, δεν είναι ξεκομμένα από το πραγματικό, αλλά αντίθετα, η ύφανσή τους έχει πάντα στοιχεία δεσμών και αλλαγών που ορίζονται και από την καθημερινότητα. Τα όνειρα, λοιπόν, δεν είναι εξιδανικευμένες ρομαντικές εκδοχές εκπληρωμένων ή ματαιωμένων επιθυμιών. Οικοδομούνται σε ανοιχτές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε ο,τι ορίζεται κάθε φορά ως πραγματικό και μη πραγματικό. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μπόρχες, ο συγγραφέας φτιάχνει λαβύρινθους, διλήμματα και χώρους, εντάσσοντας την πραγματικότητα στον μαγικό ρεαλισμό και αποκαλύπτοντας τις υπερρεαλιστικές πτυχές της που «τρυπώνουν» πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις.

Όσο έμεινε κοντά στους ανθρώπους ο Δον Ντομίνγκο, τους απαθανάτιζε με μια χαλασμένη φωτογραφική μηχανή, βλέποντας τους να παίρνουν πόζες. Κάποιες φορές τον κερνούσαν για να τους λέει ιστορίες. Άλλες, τον μέθαγαν παρά τη θέλησή του και «τον έντυναν γουρουνάκι και τον έσερναν στον δρόμο και τον έκαιγαν στα πόδια με τσιγάρα για να δουν πώς στρίγγλιζε». (σ. 16) Φεύγοντας, εκτός από τις ιστορίες του, οι άνθρωποι της πολυκατοικίας θα βρουν φωτογραφίες νεκρικές. Καθένας εξ αυτών βρίσκεται σε φέρετρο στολισμένος/η με λουλούδια. Ο Δον Ντομίνγκο τούς κρατάει το χέρι. Αποχωρώντας από τη ζωή τους είναι εκεί στον θάνατο για να τους συντροφέψει.

Οι ιστορίες είναι η παρακαταθήκη του. Τρόποι ταξινόμησης και επανακατασκευής του κόσμου σε άπειρες συνθέσεις. Ο χρόνος στις αφηγήσεις του Πάσχου είναι πάντοτε ιστορικός, ακόμα και όταν είναι μαγικός. Η πραγματικότητα διαθλάται για να μπορέσει να διατηρηθεί εκ νέου. Οι οικογενειακές ιστορίες του βιβλίου ή η καταγωγή του Δον Ντομίνγκο είναι ανοιχτές και διαφορετικές. Σε μια από αυτές ο πατέρας παίρνει τον γιο του να γνωρίσει «τα επιτεύγματα της επανάστασης». «Αντί να τον παρασημοφορήσουν, τον κυνήγησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις». (σ. 25)  Σε άλλη, οι γονείς του γίνονται δύο τεράστια φτερά που απομακρύνονται, αφήνοντάς τον στο έδαφος. (σ. 27) Ωστόσο, κάθε φορά το ζητούμενο είναι να «αιφνιδιάσουμε τον κοινωνικό εαυτό μας», όπως και ο ήρωας της πρώτης ιστορίας.

Επιστροφή και χωρισμός, χαρά και λύπη, ζωή και θάνατος διατρέχουν το βιβλίο, πηγαίνοντας μπρος πίσω. Σε μια από τις ιστορίες, ο πρωταγωνιστής συνεχίζει να παίζει σκάκι με τον νεκρό ποιητή, τον Μίλτο Σαχτούρη. Παντοδύναμα με τις παρτίδες τους, διαρκώς, αναδομούν τον κόσμο. Είναι σε αυτήν την ιστορία που ο συγγραφέας διαπιστώνει πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς την ήττα από έναν απόντα, θέτοντας ξανά το ερώτημα της μνήμης και της ύπαρξης. Πώς γινόμαστε παρόντες και απόντες; Σε ποια ιστορική στιγμή και ποιοι/ποιες μας «κουβαλάνε» μέσα τους; Με ποιους άραγε όρους και σε ποιες συνθήκες; Στη δεύτερη ιστορία μαθαίνουμε πως ένας άνθρωπος, , όταν εξαφανίζεται αυτή που αγαπάει, «βούτηξε μέσα στη λύπη κι έμεινε εκεί, σαν ζώο ταριχευμένο, κρεμασμένος στην αθέατη πλευρά του σύμπαντος» (σ. 45).[2]

Το πάθος κυριαρχεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Τίποτα δεν είναι αδιάφορο. Μια γυναίκα ανεβαίνει στην ουρά μιας πελώριας φάλαινας  και ουρλιάζει από πάθος τόσο δυνατά που ημερώνουν ακόμα και τ’ άγρια κύματα.[3] Σε άλλη περίπτωση, ο ήρωας «κολυμπά στα λόγια μας»,[4] συντροφεύει τον Κύκλωπα[5] ή αναρωτιέται τι γίνεται όταν επιθυμούμε διακαώς να καταβροχθίσουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτός μας ξεφεύγει διαρκώς, παίζοντάς το πεθαμένος σκορπιός.[6]

«Όλα θέλουν τέμπο και χρόνο, τρόπο και υπομονή» (σ. 80) επισημαίνεται στο βιβλίο. Στο σύμπαν του, όλα τα σώματα, σαν την επιθυμία, είναι συχνά διαμελισμένα. Τα συναισθήματα αμφιθυμικά, οι πορείες μη προδιαγεγραμμένες. «Μαγείρεψα την ηρεμία μου», μας λέει ένας από τους ήρωες, «ελπίζω να περάσατε καλά». (σ. 54) Τελικά, δύσκολα κατατάσσονται όσα ανατρεπτικά συμβαίνουν. Το βιβλίο του Πάσχου, λοιπόν, είναι «σαν το άρωμα που αφήνει η λαχτάρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, πριν καλά ειπωθεί».


[1] «Η κραυγή», (σσ. 91-95).

[2] «Οι σπόνδυλοι μιας ξύλινης σκάλας», (σσ. 44-46).

[3] «Η γοητεία του ορίζοντα», (σσ. 37-39).

[4] «Η μαγεία της άνωσης», (σσ. 67-69).

[5] «Ο άλλος», (σσ. 58-61).

[6] «Οι δοκιμασίες των κατασκόπων» (σσ. 80-86).

~.~

Γιάννης Κωνσταντίνου
Από το προσωπικό μου συναξάρι
Αθήνα: Εκδόσεις Επίκεντρο
2019
σσ. 74

Είπεν: μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε και εγένετο ως θέλημά Του το θεμελιωδέστερο κοινωνικό συμβόλαιο του έθνους μας: Ημείς δεν αμφισβητούμε τους προϊσταμένους και εκτελούμε ακρίτως τας εντολάς αυτών που μας διόρισαν. («Μη κρίνετε», σ. 62)

Κάθε κριτικό κείμενο για ένα βιβλίο παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες, ανάλογα με τις διαφορετικές αναγνωστικές προσεγγίσεις. Επομένως, οι κριτικές αναγνώσεις γίνονται μονοδιάστατες σε κάθε ιδεαλιστική επίκληση ενός μοναδικού “τόπου αλήθειας”, στον οποίο ο κριτικός κρατά τον ρόλο της αυθεντίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κριτική αυτο-ακυρώνεται, κατασκευάζοντας νέες ιεραρχικές κατατάξεις στον ανταγωνιστικό χώρο της βιβλιοπαραγωγής και βιβλιοκριτικής.

Τα μικροκείμενα του Κωνσταντίνου δεν κατατάσσονται εύκολα, ενώ παράλληλα με αμεσότητα, ειρωνεία και σαρκασμό ασκούν διεισδυτική κριτική στη θρησκευτική, νομική και πολιτική “αυθεντία” σε όλες τις εκδοχές της. Η πρωτοτυπία του βιβλίου είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο στην αποδόμηση του κανονιστικού πλαισίου του ελληνορθόδοξου δόγματος: εορτές, βίοι αγίων, σημαντικά θρησκευτικά γεγονότα. Ο συγγραφέας με προκλητική διαύγεια ανασυνθέτει τη “μυθολογία” της ορθόδοξης πίστης, τέμνοντας το προσωπικό, το πολιτικό και το θρησκευτικό. Την ίδια στιγμή, καταγράφει με ποιους τρόπους οι συνυφάνσεις του πολιτικού, νομικού και θρησκευτικού στοιχείου, ανακυκλώνουν την Ελλάδα της Κρίσης.

Εφόσον οι κριτικές βιβλίων συμπλέουν με τις υποκειμενικές θέσεις των συγγραφέων και τις ιδεολογικοπολιτικές τους θεωρήσεις, είναι αναμενόμενο κάθε κριτική βιβλίου να είναι ανοιχτή σε διάφορους αντιλόγους. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου και για όσους κλονίζονται με τη σαρκαστική πολεμική του Κωνσταντίνου, εύκολα μπορούν να ισχυριστούν ότι το βιβλίο αγγίζει τα όρια του εξυπνακισμού ή ότι είναι αιρετικό έως και βλάσφημο.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας επίγνωση του κριτικού λόγου κάνει χρήση του αυτοσαρκασμού, αναγνωρίζοντας ο ίδιος τις πολιτικές του ματαιώσεις στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και τη διάθεσή να αντιπαρατεθεί σε κάθε είδους δόγματα. Στα κείμενα αξιοποιείται η επαγγελματική ιδιότητά του ως νομικός. Ο Κωνσταντίνου αναφέρεται στο πώς το δικαστικό σύστημα διασπά ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό κράτος, αναπαράγοντας την κοινωνική αδικία και τα δικαιώματα των προνομιούχων.

Στο βιβλίο παρατίθενται η φιλανθρωπία του οίκτου, η γραφειοκρατία, τα μικροπολιτικά συμφέροντα, η μνημονιακή Ελλάδα και η αποποίηση ευθύνης μέσω της “τερατοποίησης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας καταδεικνύει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τις πολιτικές συνέπειες που ακολουθούν με το μη διαχωρισμό εκκλησίας κράτους.

Όλα εμπεριέχονται στο κριτικό του βλέμμα, ακόμα και αν πρόκειται για τους αριστεριστές, που με θρησκευτικό τρόπο επαναφέρουν τις ίδιες ιδεολογικές θέσεις ή την κατασκευή της Θεσσαλονίκης ως της απόλυτα ερωτικής πόλης. Πικρά και ξεκαρδιστικά την ίδια στιγμή τα κείμενα πιστοποιούν ότι οι καλές προθέσεις ή οι προοδευτικές τοποθετήσεις δεν αρκούν για την αλλαγή του κόσμου, ενώ επισημαίνεται η φράση του Μύλλερ πως «το νεκρό στην Ιστορία δεν είναι νεκρό» (σ. 69).

Ο Άγιος Βασίλης κατασκευάζεται ως ο επιχειρηματίας του τζόγου με τους πιστούς να συρρέουν στην ονομαστική του εορτή στο καζίνο. Ο άσωτος-βετζετέριαν επιστρέφει για να καρπωθεί την οικογενειακή περιουσία. Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως εμμονικός δρακοκτόνος που έπεσε στην αφάνεια, επειδή τα τέρατα είναι πια προστατευόμενο είδος από τις οικολογικές οργανώσεις κάθε τύπου. Ο Απόστολος Παύλος είναι για κάποιους «κάτι μεταξύ του Λένιν και του Τρότσκι του χριστιανισμού» (σ. 48), όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα «ο πρώτος ντονμές στην ιστορία», δηλαδή Εβραίος που αλλαξοπίστησε για να σωθεί. Ο Ιωάννης ο πρόδρομος είναι προσηλωμένος επιχειρηματίας που τελειοποίησε τις υπηρεσίες: γάμος, βάφτιση και κηδεία, αλλά και «πιο εξειδικευμένα μπραντς (ευχέλαιο, μνημόσυνο, αγιασμός, μικρός ή ολόκληρος «σαραντισμός» κ.ο.κ.) (σ. 55), ενώ ο ίδιος ο Χριστός ήταν ένας γοητευτικός άντρας που τον λάτρευαν οι γυναίκες.

Ολοκληρώνοντας την αυτοσαρκαστική του διάθεση, ο Κωνσταντίνου γίνεται ο «ασεβής που μιλά», ενώ συνθέτει τον αντίλογο του κάθε πιστού. «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», εύχεται παρορμητικά ο υμνωδός. «Λάθος μέγα. Εμείς δεν είμεθα σταλινικοί να στέλνουμε στα γκουλάκ τους αντιφρονούντες» (σ. 51).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

 

 

ΝΠ4, κυκλοφορεί

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ | τχ. 4 | χειμώνας 2019-2020

Π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν α

Έζρα Πάουντ – Χιού Σέλγουην Μώμπερλυ
[Μετάφραση, επιλόγισμα Κ. Κουτσουρέλης]
Αλέξανδρος Κορδάς – Τρία ποιήματα
Ντέλμορ Σουώρτς – Στα όνειρα αρχίζουν οι ευθύνες
[Μετάφραση Γ. Αποσκίτης]
Φώτης Δούσος – Αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός νεϋζέν
Έλενα Σταγκουράκη – Τέσσερα ποιήματα
Θανάσης Γαλανάκης – Χωρίς, έγνοιες
Κώστας Κουτσουρέλης – Πρώτοι αστροναύτες

Θ Ε Μ Α
Κωστής Παλαμάς
160 χρόνια από τη γέννησή του

Θεοδόσης Βολκώφ – Το παλαμικό ζήτημα. Ένας Δωδεκάλογος για τον Παλαμά
Παντελής Μπουκάλας – Ο Παλαμάς ως πολίτης του κόσμου και ως πατριώτης
Παντελής Βουτουρής – Ο Παλαμάς και η σοσιαλιστική πρόκληση
Γιώργος Βαρθαλίτης – Μικρός δωδεκάλογος για τον Κωστή Παλαμά
Κώστας Ανδρουλιδάκης – Ο Παλαμάς στοχαστής. Σχεδίασμα του φιλοσοφικού στοχασμού του
Θωμάς Ιωάννου – Μάχιμη ποίηση
Θανάσης Γαλανάκης – Προς μιαν επανεισήγηση του παλαμικού έργου
Κωστής Παλαμάς – Ανέκδοτη επιστολή

Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ

Στιχάκιας – Καθέλκυση
Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ – Όρια ηλικίας
[Μετάφραση Μάχη Μαλακάτα, Σηλίκα Ρηγοπούλου]
Ντέηβιντ Όρ – Ο δρόμος που δεν πήρα. Το πιο παρερμηνευμένο ποίημα της Αμερικής
[Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη]
Γιώργος Πινακούλας – Ο Μπόρχες στην Κέρκυρα
Ειρήνη Γιαννάκη – Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μοντερνιστής κριτικός Νικόλας Κάλας. Μια ποιητική εικόνων, ρημάτων, πραγμάτων, Αρμός, 2018
Θεώνη Κοτίνη – Δημήτρης Κοσμόπουλος, Θέριστρον, Κέδρος, 2018
Θανάσης Γαλανάκης – Ο σαρκωμένος λόγος του Σωτήρη Τριβιζά
Ντόροθυ Πάρκερ – Κόντα
[Μετάφραση Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]

Οι παλιοί δάσκαλοι

2019-10-30-37258-befunky-project-1

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Πολλά από τα τεχνικά στοιχεία που παίζουν καθοριστικό δομικό ρόλο στις σύγχρονες αφηγήσεις μας είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους στο μυθιστόρημα είτε στο θεατρικό κείμενο είτε στο σενάριο, υπάρχουν εν σπέρματι σε έργα του απώτερου ή και του πιο πρόσφατου παρελθόντος. Με την εδραίωση του μυθιστορήματος ως αφηγηματικού είδους, από τον 17ο αιώνα και μετά τα εν λόγω στοιχεία γίνονται εργαλεία εκ των ων ουκ άνευ για την κατασκευή του κειμένου. Οι καλοί μάστορες του λόγου ξέρουν να τα χειρίζονται και να τα προσαρμόζουν στα γραπτά τους εκουσίως ή και ακουσίως.

Μια τέτοια περίπτωση είναι βεβαίως αυτή του Τόμας Χάρντι. Ο βικτωριανός συγγραφέας εμφανίζεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο μια εποχή που το βρετανικό μυθιστόρημα βρίσκεται στις δόξες του. Τρόλοπ, Ντίκενς, Σέλλευ, Τζωρτζ Έλλιοτ, Γουίλκι Κόλινς, αδελφές Μπροντέ και τόσοι άλλοι παραδίδουν τα χορταστικά, πολυσέλιδα μυθιστορήματά τους, πολλά από τα οποία γράφονται αποσπασματικά και δημοσιεύονται σε συνέχειες σε περιοδικά και εφημερίδες. Το κοινό καταναλώνει με βουλιμία τις ιστορίες τους. Οι συστροφές της πλοκής προκαλούν αναγνωστικό παραλήρημα. Τα παθήματα των ηρώων ερεθίζουν την ενσυναίσθηση.  Λόγω της αποσπασματικής δημοσίευσης σχεδόν κάθε κεφάλαιο τελειώνει με πολύ ισχυρό cliffhanger. Με ένα ερώτημα δηλαδή να αιωρείται, με το σασπένς σε εκκρεμότητα, με τη μοίρα των ηρώων σε αμφίβολη κατάσταση. Οι αναγνώστες πρέπει να συνεχίσουν πάση θυσία το διάβασμα. Τα σύγχρονα σήριαλ χρωστάνε πολλά σε αυτή την τεχνική.

Το μυθιστόρημα του Χάρντι, Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ, η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου με χαρακτήρα (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Gutenberg) δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Τα σύντομα κεφάλαιά του τελειώνουν κατά κανόνα με τρόπο που σε κάνουν να θες να συνεχίσεις την ανάγνωση. Άλλο ένα βικτωριανό page turner λοπόν. Όμως στη φαρέτρα του Χάρντι κρύβονται και άλλα όπλα.

Σε αντίθεση με την πυραμίδα του Freytag (παλιό μοντέλο αφηγηματικής και δραματουργικής ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο η καμπή της πλοκής αρχικά ανεβαίνει, φτάνει σε κορύφωση στο μέσο της ιστορίας και στη συνέχεια παίρνει την κατιούσα), στον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ η πλοκή έχει τη μορφή γραμμής που, χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα, πάει μόνο προς τα κάτω (με εξαίρεση τα πρώτα κεφάλαια που λειτουργούν εν είδει προλόγου της ιστορίας). Μοιάζει δηλαδή με έναν κατήφορο, η κλίση του οποίου γίνεται, όσο γυρνάμε τις σελίδες, όλο και πιο ολισθηρή, όλο και πιο απότομη για τον κεντρικό ήρωα και κατά συνέπεια για την ίδια την ιστορία. Η κατάρρευση είναι ολοκληρωτική και εκφράζεται ποικιλοτρόπως: ως ηθική εξαθλίωση, ως συναισθηματική απογύμνωση, ως ψυχολογική απίσχνανση αλλά και ως σωματική κατάπτωση.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματος δεν μένουν ανεπηρέαστα από τη γενική ροπή. Οι ήρωες έχουν όλοι τραύματα, παλιές πληγές που κακοφορμίζουν. Σχεδόν όλοι τους φυλάνε μυστικά. Σε κάθε διάλογο προσπαθούν να τα κρατήσουν θαμμένα. Είναι μυστικά που πονάνε, που πληγώνουν, που εκθέτουν όποιον τα φανερώσει. Τα πρόσωπα λοιπόν επιχειρούν να κρύψουν αυτά που πραγματικά σκέφτονται και όσα πραγματικά αισθάνονται πίσω από την ευπρέπεια των λόγων τους και κάτω από την ουδετερότητα των πράξεών τους. Μιλάνε για να κρυφτούν. Για αυτό μιλάνε πολύ. Είναι οφθαλομοφανής μια κατάχρηση που γίνεται από τον συγγραφέα όσον αφορά τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Ωστόσο στους διαλόγους του ο Χάρντι φαίνεται να ακολουθεί εκείνη την παλιά καλή συμβουλή: χρησιμοποίησε τον διάλογο όχι για την επικοινωνία των προσώπων αλλά για να  καταδείξεις την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους. Και πράγματι οι χαρακτήρες του Χάρντι, προσκολλημένοι στην κρυφή συναισθηματική τους ατζέντα δεν βρίσκουν εύκολα σημείο τομής με τους άλλους.

Τα πρόσωπα μοιάζουν ανεβασμένα σε τραμπάλες. Ανεβοκατεβαινουν ανάλογα με το συναισθηματικό βαρόμετρο.  Όταν κάποιος αφηγηματικός χαρακτήρας επιθυμεί, στέργει, λαχταρά, θέλει κάποιον άλλο, εκείνος ο άλλος τον αποστρέφεται και τούμπαλιν. Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται με τον χαριτωμένο τρόπο που συμβαίνει συχνά στις κωμωδίες του Σαίξπηρ ή του Μαριβώ. Εδώ οι ερωτικές παρεξηγήσεις έχουν δραματικό βάρος. Γίνονται προέκταση του ψυχικού ελείμματος των χαρακτήρων. Έκφραση της ψυχοπαθολογίας τους. Όπως παρατηρείται συχνά στο βικτωριανό μυθιστόρημα η επιθυμία κατατρώει τα σωθικά των ηρώων. Αλλά η επιθυμία γενικότερα είναι η καύσιμη ύλη του μυθιστορήματος. Ακόμα και σήμερα αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους αφηγηματικούς μηχανισμούς που οδηγούν την εξέλιξη της ιστορίας και θέτουν σε κίνηση το δραματουργικό ντόμινο των πραγμάτων.

Οι άνθρωποι στον Χάρντι λειτουργούν συναισθηματικά σαν μαγνήτες. Άλλοτε έλκονται και άλλοτε απωθούνται από τον άλλο. Χωρίς φαινομενικά ιδιαίτερο λόγο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό προκύπτει σαν φυσικό επακόλουθο της μετατόπισης των ηλεκτρομαγνητικών τους πόλων. Τέτοιοι επαμφοτερισμοί οδηγούν σε ανατροπές, σε αναπάντεχες αλλαγές της πλοκής και σε απότομη μεταβολή της θερμοκρασίας κάθε σκηνής. Σε στοιχεία δηλαδή που ενδυναμώνουν και επιτείνουν ακόμα περισσότερο το σασπένς.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό εργαλείο που στα χέρια του Χάρντι αποδεικνύεται πολύ πρόσφορο και παραγωγικό από αφηγηματική άποψη είναι η περιγραφή. Στη σύγχρονη μυθοπλασία έχουμε μια επίκτητη συστολή απέναντι σε αυτόν τον αφηγηματικό τρόπο. Σχεδόν τον φοβόμαστε. Οι εικόνες που μας κατακλύζουν από παντού μας έχουν δημιουργήσει ένα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντί του. Δεν περιγράφουμε. Και όταν το κάνουμε, προσπαθούμε να ξεμπερδεύουμε γρηγορα.

Οι περιγραφές όμως στον Χάρντι δεν αποτελούν μια στατική απεικόνιση ή απλή παράθεση τοπογραφικών λεπτομερειών. Έχουν δεσπόζοντα ρόλο στη ίδια τη ρυθμολογία της αφήγησης. Η  τεχνική που χρησιμοποιεί με μεγάλη ονολογουμένως δεξιοτεχνία ο συγγραφέας είναι τα αλλεπάλληλα zoom in και zoom out. Ο φακός του μας πηγαίνει χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς από γενικά πλάνα σε πολύ κοντινά. Και φωτίζει λεπτομέρειες της εικόνας που δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Από τη μακροσκοπική κλίμακα μεταφερόμαστε σε χρόνο dt στη μικροσκοπική, συχνά με τρόπο εναλλασσόμενο. Σαν να ανοιγοκλείνει περιοδικά η βεντάλια της εστίασης. Με μια υπόρρητη πρόθεση δηλαδή να δημιουργηθεί μοτίβο και συνεπώς ρυθμός.

Ιδού ένα παράδειγμα:

Πιο κάτω ξανοίγονταν κάμποι, ενώ προς τα πάνω υψώνονταν άλλες λοφοπλαγιές, διάστικτες από αναχώματα κι αυλακωμένες από τ’ απομεινάρια προϊστορικών οχυρών. Όλος ο τόπος λουζόταν κάτω από τις αχτίδες ενός ήλιου που, έχοντας μόλις ανατείλει, δεν είχε προλάβει να στεγνώσει ούτε ένα φυλλαράκι της νοτισμένης χλόης, ενώ οι στεφάνες από τους τροχούς των αμαξών είχαν χαράξει το έδαφος με κίτρινες και κόκκινες γραμμές, σαν τροχιές κομητών. Όλοι οι τσιγγάνοι και οι θεατρίνοι που είχαν παραμείνει τριγύρω κοιμούνταν στα αντίσκηνα και τις άμαξές τους ή είχαν κουκουλωθεί με τις λινάτσες των αλόγων, βουβοί και ακίνητοι σαν νεκροί, με εξαίρεση κανένα περιστασιακό ροχαλητό που πρόδιδε την παρουσία τους. (σελ. 69)

Άλλες φορές από το βάθρο της σχολιαστικής παντογνωσίας (editorial omniscience) σύμφωνα με την κατάταξη του Friedman (κατά την οποία η οπτική γωνία του συγγραφέα είναι απεριόριστη αλλά οι παρεμβολές και οι γενικεύσεις του για τη ζωή και τα ήθη είναι αρκετά συχνές. Ισχύει και σε περιπτώσεις του Τολστόι, της Τζέην Ώστεν κ.α.) ο Χάρντι προβαίνει σε διεισδυτικές και πρωτότυπες παρατηρήσεις που δίνουν άλλη χροιά και νόημα στην ίδια την περιγραφή. Βάζει λοιπόν τον κεντρικό του ήρωα να παρατηρεί τη θετή κόρη του την ώρα που εκείνη κοιμάται και παραθέτει τις κάτωθι σκέψεις:

Μέσα στον ύπνο αναδύονται θαμμένα γενεολογικά δεδομένα, προγονικές καμπύλες, χαρακτηριστικά νεκρών προσώπων, που η κινητικότητα των πρωινών εκφράσεων συγκαλύπτει και εξαφανίζει. (σ. 227)

Έχει πολύ ενδιαφέρον πώς επηρεάζεται και αλλάζει η κατανομή του προσώπου ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται εκείνος που το παρατηρεί. Η ψυχοσυναισθηματική φάση των υποκειμένων επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα.

Σε άλλο σημείο βλέπουμε την υποβλητική επίδραση του ήχου μέσα από την περιγραφή. Η περιγραφή γίνεται, με πολύ λίγες λέξεις, απόκοσμο ηχοτοπίο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν μια από τις ηρωίδες του έργου κρυφακούει τον πρώην εραστή της να διαβάζει φωναχτά τα παλιά της γράμματα στον νυν άντρα της:

Οι δικές τις λέξεις, ειπωμένες με τη φωνή του Χέντσαρντ, τη χαιρέτιζαν  σαν φαντάσματα από τον τάφο. (σελ. 407)

Γενικότερα ο Χάρντι δεν ξεχνάει ότι όταν περιγράφει κάτι απευθύνεται λίγο πολύ σε όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη και όχι μόνο στην όραση. Ενορχηστρώνει έτσι μια αναγνωστική εμπειρία που είναι πλήρης, χορταστική, πολυσχιδής και πολύτροπη.

Προς το τέλος του μυθιστορήματος φτάνουμε σε μια κλασική φάση κλιμάκωσης, η οποία προετοιμαζόταν λίγο πολύ από την αρχή του έργου. Μόνο που εδώ έχουμε το τρυκ της διπλής κλιμάκωσης. Ο υδράργυρος ανεβαίνει κατακόρυφα στην κυριολεκτικά σώμα με σώμα μάχη του πρωταγωνιστή με τον ανταγωνιστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια ο πρωταγωνιστής, Χέντσαρντ είναι ο “κακός” και ο ανταγωνιστής, Φάρφρι, ο “καλός”, αλλά όπως έχουμε δει σε πλείστες όσες περιπτώσεις τα αφηγηματικά μοτίβα είχαν/έχουν πάντα αξιοσημείωτη ελαστικότητα και ήταν/είναι πρόσφορα για ανατροπή των στερεοτύπων. Με τη λύση αυτής της πρώτης κλιμάκωσης, περνάμε σχεδόν αμέσως στη δεύτερη: τη δημόσια διαπόμπευση της γυναίκας του Φάρφρι. Άλλο ένα μοτίβο με χαρακτηριστική διακειμενική παρουσία (το έχουμε δει ακόμα και σε ταινίες και σήριαλ, όπως στη Μαλένα ή στο Game of Thrones με τον περίφημο διασυρμό της Σέρσεϊ).

Μετά το peak η κειμενική εντροπία οδηγείται, ως συνήθως σε κατάσταση ισορροπίας. Ο Χάρντι αφιερώνει 70 περίπου σελίδες προς την κατάσβεση του δράματος. Η ένταση σιγά σιγά αποσοβείται. Ο αναγνώστης ηρεμεί. Η δράση αραιώνει. Ο ρυθμός ομαλοποιείται. Βρικόμαστε σε μια περιοχή του κειμένου που όχι άδικα ονομάζεται λύση (resolution). Όλο το γαϊτανάκι των σχέσεων, των δράσεων, η βασική πλοκή και όλες οι υποπλοκές του έργου οδεύουν προς ένα οριστικό κλείσιμο. Στο resolution φαίνεται πολλές φορές η “σοφία του έργου”. Δεν μιλάμε φυσικά για ηθικό δίδαγμα ή τίποτα παρόμοιο. Αλλά το ίδιο το έργο ως μηχανή παραγωγής πολυσήμαντων νοημάτων οδηγεί φυσιολογικά σε κάποια συμπεράσματα. Στο εν λόγω σημείο του μυθιστορήματος βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα, τον Χέντσαρντ, σαν κακέκτυπο του εαυτού του να περιφέρεται στις παρυφές της πόλης και της περιοχής που κάποτε διαφέντευε. Το τέλος του ήρωα είναι προδιαγεγραμμένο. Και ενώ μέχρι τώρα οι αντιφάσεις του, οι σκληρές όψεις του χαρακτήρα του και οι λανθασμένες επιλογές του, ωθούν τον αναγνώστη να διάκειται εχθρικά ή έστω με περισυλλογή απέναντί του, η σπίθα του empathy ανάβει και πάλι. Και τον ανεβάζει στο βάθρο του τραγικού ήρωα. Του συμβόλου δηλαδή. Του ήρωα που αποκαθαίρεται μέσα από την ίδια την ιστορία του.

Αν και τούτο το σημείωμα δεν έχει κριτικές προθέσεις ή αξιώσεις (άλλωστε εξετάζει απλώς τη λειτουργία κάποιων δομών στο μυθιστόρημα του Χάρντι, και αυτό με τρόπο αναγκαστικά επιφανειακό λόγω χώρου), θα ήταν άδικο να μην σταθούμε στη συμβολή της μεταφράστριας Τόνια Κοβαλένκο στο τελικό αποτέλεσμα. Όταν ο μεταφραστής πέρα από χαλκέντερος εργάτης του λόγου, χειρώνακτας στην ουσία, τυγχάνει να είναι και ποιητής το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό. Η Τόνια Κοβαλένκο με εμπειρία, αλλά και με ταπεινότητα απέναντι στο υλικό που καλείται να τιθασεύσει, μας δίνει ένα κείμενο χυμώδες, ρέον, πολύχρωμο, τονίζοντας τις ψυχολογικές αποχρώσεις των ηρώων και τους ρυθμικούς κυμματισμούς των περιγραφών.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |44. Θεοδόσης Βολκώφ (Ι)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

angel_guardian_810_500_75_s_c1

(Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2004)

VII

Πολεμιστὴς ἀρχαίων καιρῶν σὲ κοίταζα,
Κιμμέριος βασιλιάς, πρόμαχος Σκύθης
κι ἀγρίμι τῆς ζωῆς, γιὸς τῆς φωτιᾶς,
τσακίζω μὲς στὰ χέρια σου τὸ κύπελλο τῆς λήθης.
Δὲς τὴν αὐγή, δὲς τὸ σπαθὶ καὶ δὲς τὴ νίκη.
Δὲ σοῦ ταιριάζει μιὰ ζωὴ τῆς λησμονιᾶς
δὲ σοῦ ταιριάζει ἐσένα, Ἐλεύθερη, μιὰ τέτοια καταδίκη
ποὺ σὰν ντροπὴ μολεύει τὴ μορφή σου.
Εἶναι κατάρα τῆς ζωῆς ἡ λήθη. Σ’ ἀγαπῶ. Θυμήσου.

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται
κι ἐκεῖνος ποὺ θυμώνει
κι εἶναι γιὰ σένα ὅλες μου οἱ ζωές,
γιὰ σένα εἶν’ οἱ πληγές, γιὰ σένα οἱ πόνοι,
γιὰ σένα ὅλοι οἱ θάνατοι καὶ οἱ νίκες,
πολεμιστὴ μὲ γνώρισες, πολεμιστὴ μὲ βρῆκες
γιὰ τὸ κορμί, γιὰ τὸ φιλί σου,
γιὰ σένα οἱ μάχες τῆς ἀβύσσου,
γιὰ σένα κάτι μέσα μου ξεσπᾶ
κι ἀστράφτει καὶ θυμώνει,
γιὰ σένα γήινη τῶν πόθων μου Θεά!
Καὶ ὅλα τ’ ἄλλα – σκόνη…

~.~

XVII

Γεννήθηκα ἕνας γίγαντας
ἀπὸ τὴς γῆς τὰ σπλάχνα,
μὲ τὸ κορμὶ χωμάτινο,
φτιαγμένος μὲ πηλὸ
καὶ πάνω μου δροσιὰ ἔφερνε
τῆς μάνας μου ἡ ἄχνα,
πλασμένος μὲ τὴν ἔρημο
ζητοῦσα τὸ νερό.
Καὶ γύριζα τὰ πέρατα
τοῦ κόσμου καὶ τὶς χῶρες,
Ἀγάπη πάντα ψάχνοντας
καὶ Μάχες μυστικὲς
καὶ μ’ ἔδειραν οἱ ἀνεμικὲς
καὶ μὲ τσακίσαν μπόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἔσπασαν
καὶ γέμισαν ρωγμές.
Στὴν ἔρημ’ ὁλομόναχος
ξεδίψαγα στὸ Νεῖλο
καὶ τὰ κομμάτια μάζευα
θνητὸς στοχαστικὸς
κι εἶπα «δὲ θέλω τὸν πηλὸ»
καὶ μ’ ἔπλασ’ ἀπὸ ξύλο
κι εἶπα, «παλιὲς ἀνεμικὲς
δὲν εἶμαι πιὰ τρωτός».
Κι ἦρθαν καινούργιες θύελλες
κι ὁρμῆσαν νέες μπόρες,
δὲν ἔκλεινε ἡ Μοίρα μου
καὶ γύριζε τ’ ἀδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιᾶς
τῶν κεραυνῶν τὶς κόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἀπόμεινε
καὶ κάρβουνο καὶ στάχτη.
Κι ἐκεῖ πάλι σηκώθηκα
βαρὺς ἀπὸ τὴ γῆ μου
καὶ μ’ ἔσπρωχνε ξανὰ μιὰ ὁρμή,
ζωὴ ἁλυσοδέτρα,
νὰ βρῶ μιὰ ὕλη ἄφθαρτη
ἀπὸ τὸ χαλαστή μου
κι ἔψαξα μὲς στὰ βάθη μου
καὶ μ’ ἔκαν’ ἀπὸ πέτρα.
Καὶ τότε ἦρθαν καὶ μ’ ἄγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τὰ τέρατα,
πατέρες οἰ σεισμοί,
βαθιὲς θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριὲς καὶ χῶρες
καὶ πιὰ χαλίκια ὁ βράχος μου
καὶ νά, ξανὰ ἡ ρωγμή!
Κι εἶπα «τώρ’ ἀπὸ σίδερο
θὰ πλάσω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ θά ‘χω πιὰ καμιὰ ρωγμὴ
καὶ στάχτη καὶ καπνιά,
ἡ Μάχη εἶναι ἡ δόξα μου
κι ἡ Ἀγάπη τ’ ὄνειρό μου»,
μὲ βρῆκε ὅμως τὸ λύγισμα,
τὸ λιώσιμο, ἡ σκουριά.
Καινούργιες πάντ’ ἀνεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σὰν νά ‘λεγαν
μ’ ἀνθρώπινες φωνὲς
«ἴδιες γιὰ σένα τῆς ζωῆς
καὶ τοῦ θανάτου οἱ ὧρες,
γιατὶ κι ἐσὺ δυνάμωσες
κι ἐμεῖς πιὸ δυνατές».
Κι ἦρθε ἀπὸ μέσα ἡ Μοίρα μου,
ποὺ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ καλοῦσα,
ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
τὰ χρόνια τοῦ πηλοῦ,
κι εἶπε σὲ μένα  –μαχητὴς
ποὺ ζοῦσα κι ἀγαποῦσα–
τοὺς νόμους καὶ τὶς προσταγὲς
τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ:
«Γιατ’ εἶσαι σὺ ὁ ἀδάμαστος
κι ἂν γίνεις ἀπὸ ἀτσάλι
κι ἀπ’ ὅποιο μέταλλο ἄγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μὲς στὶς φωτιές, στοὺς χαλασμοὺς
θὰ σὲ βυθίσω πάλι
δὲν ἔχ’ ἡ Ἀγάπη νικητὲς
κι ἡ Μάχη τελειωμό».

~.~

f36c8d7cbee64cd976b42a958d8b5cad

(Γιουβενάλης, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

ΙΙ

Μνήμη Louis Antoine de Saint-Just

Ἀπ’ τοῦ Θυμοῦ τὸ πυρωμένο ἀγέρι
σαρκώσου τώρα, Στίχε, κι ἔτσι τράβα
σὲ ὅσα ἡ Ποίηση ἀποφεύγει μέρη

στὸ τρυφερὸ καὶ στὸ δειλό της διάβα.
Νέοι καιροί· πανάρχαιο προσκλητήρι –
Νὰ καῖς· ἐδῶ μὲ πάγο, ἐκεῖ μὲ λάβα.

Στῆς Ἱστορίας τ’ ἄγριο χωνευτήρι
διάλεξε τὸ πεδίο σου καὶ στήσου
ὀρθὸς μέσα στὸ ψύχος καὶ στὴν πύρη.

Λάβε, λοιπόν, τὴ θέση σου κι ὁπλίσου.
Μεριὰ ἀπόψε, Στίχε, θὰ διαλέξεις,
θὰ ὁρίσεις, ἐπιτέλους, ποιά ἡ Γῆ σου

καὶ σύσσωμος θὰ τὴνε διαφεντέψεις.
Τὴ Διψασμένη μ’ αἷμα θὰ ποτίσεις,
τὴν κλίμακα τῶν πόνων θὰ διατρέξεις,

μὰ δὲν θὰ σπάσεις ὅσο κι ἂν λυγίσεις.
Στοῦ πλήθους τὴν ψυχή, Στίχε, βυθίσου
καὶ πιὲς καὶ λούσου ἐκεῖ ὣς νὰ μεθύσεις.

Κι ὡστόσο πάλι Ἐλεύθερος κρατήσου
μὲ μάτι γερακίσιο γιὰ νὰ κρίνεις
τὶς πράξεις καὶ τὴν πράξη τὴ δική σου.

Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κόβε ὅταν λύνεις
δὲν εἶναι οὔτε ὁ τόπος οὔτε ἡ ὥρα·
νὰ καῖς, σὰν πρέπει, καὶ ἂν ὄχι, νὰ σβήνεις.

Ὅπως καὶ νά ‘χει ὡστόσο, ἐμπρὸς προχῶρα.
Πάτα μὲ ὁπλὲς καὶ χτύπα μὲ τσεκούρια·
κι ἂν πρέπει, κάψε ὁλάκερη τὴ χώρα

καὶ μὴν σκεφτεῖς τὰ ἐνάντια καὶ τὰ οὔρια.
Ξεχέρσωσε ὅ,τι εἶναι νὰ ἐκχερσώσεις
γιὰ νὰ φανεῖ στὴ γῆ μιὰ Γῆ καινούργια

καὶ χαλυβδώσου, ἂν θὲς νὰ χαλυβδώσεις.
Θὐμωσες, Στίχε. Δὲν ἀρκεῖ. Ὀργίσου. –
Καὶ σκότωσε, ἂν πρέπει νὰ σκοτώσεις.

Τράχυνε στὴν Ἀνάγκη τὸ κορμί σου
καὶ νεῦρα καὶ μυῶνες ὅλος δείξου,
τὴν ἴδια σου ψυχή, ἂν πρέπει, ἀρνήσου

κι ἕνας ἐνάντια σ’ ὅλους μόνος ρίξου·
φτάσε στὰ ἔσχατα τὸν Ἑαυτό σου,
στὸν πόλεμο καὶ μὲς στὸ αἷμα πνίξου·

ἀκόμα καὶ τὸ ἔγκλημα φορτώσου
καὶ γίνε Τρόμος – ἔτσι θυσιάσου·
ἂν πρέπει, καὶ αὐτό – ἀποκτηνώσου.

Ἡ Ἀνάγκη, ἐρωμένη καὶ θεά σου,
στὸ σχῆμα μιᾶς ἀόρατης στεφάνης
θὰ σώζει ἀλλοῦ τὴν ἀθωότητά σου.

Ἂν θὲς νὰ ζήσεις, πρέπει νὰ πεθάνεις.

~.~

IV

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τῆς κάθε νύχτας σκοτεινὴ Κυρά μου,
κάθε ἴνα τοῦ κορμιοῦ μου σὲ καλεῖ,
τὴ μήτρα σου γυρεύουν τὰ παιδιά μου.
Σάρκα ποὺ ἰδέα σὲ, Ἐσὺ
πηγὴ στερνὴ καὶ πρώτη τοῦ Ἔρωτά μου,
νὰ σὲ κοιμᾶμαι θέλω, τρομερή
πίστη κι ἐλπίδα· θλίψη καὶ χαρά μου.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τὴν ὀμορφιά σου πιὰ ποιός διακρίνει…
Τώρα ποὺ ἀδειάζει κι ὅλο ἀδειάζει ἡ Γῆ
τὴ γύμνια μου ἡ σάρκα σου θὰ ντύνει.
Σὲ σένα μόνον δέεται ἡ Ψυχή,
μεστώνει ἀργὰ καὶ μὲ τὸ ξίφος λύνει
τὰ αἰνίγματα ποὺ θέτει ἡ Ἐποχή·
τὴ βλέπει, τὴ ζυγίζει καὶ τὴν κρίνει.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
διῶξε ἀπὸ πάνω μου ὅλες τὶς καμπύλες
καὶ σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,
νὰ μὲ μισοῦν οἱ σκύλοι καὶ οἱ σκύλες
ποὺ μόνο τρῶν καὶ καβαλιοῦνται, Ὀργή·
καὶ λεγεῶνες κάνε με καὶ ἴλες·
τὸν ἕναν πλήθυνέ τον πάλι, Ἐσύ,
καὶ στῆσε τὸν Κριὸ μπροστὰ στὶς Πύλες.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
στὰ πόδια σου τὸν βίο μου ἀποθέτω·
τὸ σῶμα προσφορὰ καὶ προσευχὴ
ἡ Γλώσσα πού, Ὀργή, σοῦ καταθέτω.
Εἶσαι ἡ Ἀνἀγκη. Κάλπασε γοργή.
Ἔσο ἡ Φωνή. Τὸ στόμα μου ἀπελθέτω…
Καὶ ὑποψάλλω – Ὀργή, Ὀργή, Ὀργή –
Ὀργή – ἡ Βασιλεία σου ἐλθέτω.

~.~

1-angelus-novus-paul-klee

(Missa Brevis, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

Ἀφροδίτη Οὐρανία

Σὰν ἔρθει ἡ ὥρα Ἀφροδίτη Οὐρανία
ν’ ἀριθμηθῶ κι ἐγὼ μὲς στοὺς πιστούς σου
δὲν θέλω οἱ ποὺ ἀγάπησα νὰ μεσιτεύσουν
μήτε κι οἱ ποὺ μ’ ἀγάπησαν αὐτές

παρὰ οἱ δυσαρίθμητες κι ἀνέγνωρες γυναῖκες
ποὺ δρόμους γνώριμους ἀφήνοντας
–καὶ δίχως ν’ ἀνταλλάξουμε μιλιά–
φορὲς ἀμέτρητες ἐπῆρα στὸ κατόπι.

~.~

Γυμνή

Τοῦ γλύπτη Χρήστου Γεωργίου

Θὰ σοῦ δειχτῶ γυμνή. Κάθε γραμμὴ θὰ δεῖς κάθε καμπύλη
κι αὐτὰ ποὺ μόνο ἐσύ –γνωρίζω– τὰ μαντεύεις
καὶ στὴ φωτιὰ κι ὅπως ποτέ σου πρὶν δὲν ἔπιασες τὴ σμίλη
θ’ ἀρχίσεις γρήγορα καὶ ἄγρια νὰ λαξεύεις.

Ἀπ’ τὰ κοινὰ κι ἀδύναμα κουράστηκα τὰ χάδια,
τὸ πύρινο νὰ τυλιχτεῖ ζητᾶ ἡ σάρκα μου ὄνειρό σου
κι αὐτὸ τὸ βράδυ ποὺ κρατᾶ βαθιά του ὅλα τὰ βράδια
θέλει τὸν μπροῦντζο σου καὶ τὸ πεντελικὸ τὸ μάρμαρό σου.

~.~

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα,
καὶ ποὺ ἂν τοὺς φωνάξεις, λές, θὰ κοκκινίσεις·
«Κάνε, ζητᾶς, λιγότερο πυρὸ τὸ χρῶμα
ἐκτεθειμένο τὸ κορμί μου μὴν ἀφήσεις»

»Ὑπάρχει κάτι ἐκεῖ ποὺ καίει καὶ ξεσχίζει,
κάτι ποὺ θά ‘θελα γοργὰ νὰ τὸ ξεχάσω·
κάτι σὰν τέρας ποὺ κινεῖται καὶ μουγκρίζει…
Τοὺς στίχους σου ψιθυριστὰ θὰ τοὺς διαβάσω».

(Τοὺς στίχους μου δὲν τοὺς ἀντέχουνε τὰ χείλη;
Νὰ τοὺς φωνάξει δὲν τολμᾶ κανένα στόμα;
Εὐλογημένη νύχτα ἐσύ, ἀκριβή μου φίλη,
τὰ ψιθυρίσματα δὲν τὰ ἔμαθα ἀκόμα.)

Καὶ νὰ τοὺς ψιθυρίσεις ὅμως  – δὲν ἀλλάζει
τίποτα· ἐτοῦτο τὸ κορμί δὲν παίρνει ντῦμα·
λύκος ὁ ἄνεμος ἐκεῖ πάντα θὰ οὐρλιάζει
καὶ πάντα πύρινο θὰ ὑψώνεται τὸ κῦμα.

~.~

Αἰδοῖον ἀΐδιον

Δεύτερο στόμα, τρομερότερο τοῦ πρώτου –
μὲ τ’ ἀνδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μὲς στὶς συσπάσεις σου μὲ εἶχες ἀναγγείλει.
Γεννᾶς τὸν ἄντρα καὶ δηλοῖς τὸν θάνατό του.
Ἡ γλώσσα σου δὲν φτιάχτηκε ἀπὸ λέξεις·
θάλασσα ποὺ ἁρμύρα ξεχειλίζεις,
ποὺ μὲ καλεῖς, ποὺ μοῦ μιλᾶς κι ἀναβαπτίζεις
τὸ πνεῦμα μου, τὸ σῶμα ἂν ἐπιλέξεις.

Θήρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
ἄβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
ἔμμονη σκέψη καὶ βούληση ἐσχάτη
ἡ ὑποπόρφυρη θαμνώδης σου ἀγκάλη.
Ἰδέα σάρκινη, σκοπὲ τῆς κάθε πράξης,
τῶν τρόπων ὅλων τὸ αἰώνιο θέμα,
ποτάμιο πρὸς ἐσένα ρέει τὸ αἷμα
ζωὴ καὶ θάνατο μαζὶ γιὰ νὰ διδάξεις.

Καταγωγή μου ποὺ σὲ σένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ὁ σκύμνος
ἐγώ – κι ὁ πίδακας τοῦ σπέρματος ὁ ὕμνος,
ἡ προσευχή κι ὁ ὅρκος ποὺ σοῦ δίνω.
Κόρη τοῦ Χρόνου ἀρχαιότερη ἀπ’ τὸν Χρόνο,
χαλκέντερη αἰώνια αἰώνων μήτρα,
τὴ μόνη μου λευκότητα γιὰ λύτρα
ὅσο ὁ ταῦρος μου βαστᾶ θὰ σοῦ πληρώνω.

~.~

Μαῦρος ἄγγελος

Τὸ σῶμα ἀναζητᾶ τὴν καίρια λέξη,
νὰ πεῖ, νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ τὸ συνέχει,
τὸν ἴδιο του τὸν θάνατο ν’ ἀντέξει,
αὐτὸ ποὺ ἐντός του φέρει μὰ ποὺ ἀπέχει.

Σῶμα νεκρό –κι ἡ Γλώσσα δὲν θὰ στέρξει–,
κατέχεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν κατέχει,
στὴν ἀνδροφόνο ἀφέθηκε πιὰ ἕλξη
καὶ ζωντανὸ τοῦ ὀλέθρου του μετέχει.

Μαῦρε Ἄγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι ἀργὰ ἢ γοργὰ στὸν Θάνατο τὸν Ἕνα
μὲ σέρνεις, μὲ ὁδηγεῖς· μὲ ματαιώνεις·

φωνῆεν ἢ σύμφωνο τοῦ λόγου μου κανένα
δὲν μοῦ ἀφήνεις νὰ ἱστορήσω τὴ ζωή μου…
Βουβὴ ἀποβαίνεις, Γλώσσα μου καὶ Γῆ μου.



Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).