Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

Πεντακόσιες και μία λέξεις

~.~

«Τ’ Αυγούστου το φεγγάρι είναι σαν τον ήλιο του Μαγιού». Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ της πίστης –της μάνας όχι τόσο– κι ο παππούς άνθρωπος δίκιος και καλός, κανένα να μη βλάψει. Ήθελε να γίνει παπάς γι’ αυτό και παντρεύτηκε, αλλά η γυναίκα τού πέθανε στη γέννα κι έτσι δεν έγινε. Μετά ο μπαμπάς έπαθε καρκίνο στα σαράντα και τον πήγαν στην Αθήνα, μα του παππού δεν του ’παν γιατί. Όταν γύρισαν ο μπαμπάς ήταν κίτρινος σα κίτρο και ξέραμε πως… μα του παππού πάλι δεν του λέγαν.

Και κείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά, δε θα το ξεχάσω, Κωστή μου, είδα τον παππού μες στο σπίτι, κάτω απ’ την «τεκούσα σελήνη» να κάνει τρεις μετάνοιες και μετά να σηκώνει τα δυο του χέρια ψηλά, να έτσι, και να λέει, Θεέ μου, αν έχει ο γιος μου αυτό που νομίζω, μη μ’ αξιώσεις να το δω. Και τρεις μέρες μετά πέθανε… Τίποτα δεν είχε, αλλά πέθανε. Και λίγο μετά έφυγε κι ο μπαμπάς. Είχαμε τα σαράντα τού παππού και μαζί τα εννιάμερα του μπαμπά.

Πηγαίναμε με τον αδερφό μου στα ζώα το πρωί και μετά που γυρίζαμε ακούγαμε στο σπίτι ου ου ου, ου ου ου τις μοιρολογίστρες και δεν αντέχαμε, μας σκίζαν τις καρδιές. Και λέω στον αδερφό, αδερφέ, εσύ ’σαι μαλθακός, κάτσε δω έξω, κι εγώ χίμηξα μέσα και τις έδιωξα όλες, ουστ, στα σπίτια σας να κλάψετε… Κι η γιαγιά η καλή ποτέ δε θρήνησε μπροστά μας. Πήγαινε αμίλητη στις κοτούλες, έβρισκε μια γωνίτσα κι έβγαζε ό,τι μάζευε όλη νύχτα και μετά ερχόταν μ’ ένα χαμόγελο μεγάλο, να έτσι.

Ο παππούς, η γιαγιά, ο μπαμπάς… ο μπαμπάς δηλαδή περισότερο, κι έτσι έναν Αύγουστο έμεινε η μάνα χήρα στα τριάντα τόσα. Πενήντα πέντε σωστά χρόνια μόνη. Ενενήντα δύο φέτο και στο σώμα γερή σα γίδα, μα το μυαλό όλο πάει και φεύγει. Την πήρα χτες τηλέφωνο στης γειτόνισσας, της λέω, έλα μάνα, κι αυτή μου κάνει ποια ’σαι συ;… Μένει και μόνη της η καημένη, μόνο που πάει ο αδερφός και την κοιτάζει κάθε μέρα. Το μόνο που δε καταλαβαίνω είναι πώς ξέρει και παίρνει τα χάπια τα σωστά. Της έχει πει ο αδερφός, να, τούτο το πρωί, τούτο το βράδυ, αλλά και πάλι…

Μα, σου ’πα που την πήγαν στον γιατρό και της δώσαν κάτι καινούργια και της λέει ο γιατρός, κάθε Κυριακή πρωί που πας στην εκκλησιά θα παίρνεις ένα, κι εκείνη η καψερή κατάλαβε να το ρίχνει στο παγκάρι που πάει στην εκκλησιά κι ανοίξαν το παγκάρι την πρώτη Κυριακή και φωνάζει ο ψάλτης τον αδερφό και του λέει, το κόκκινο το χάπι είναι της μάνας σου; Ναι, του κάνει, γιατί; Το βρήκα, βρε, μες στο παγκάρι. Αχ, πολύ γέλιο…

Και λέει ο αδερφός στη μάνα μετά που τη βρήκε στο σπίτι, βρε, μάνα, να το παίρνεις σου ’πε, όχι να το ρίχνεις κει μέσα, κι αυτή τού κάνει, ποιος είσαι συ; Ἐνα μαγιάτικο πρωινό συνέβη τούτο.

 

Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, Κωστή μου, κι αν θες, έλα και αύριο για μία νέα ιστορία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

**

C. F. Meyer, Το τέλος της γιορτής

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898)

~.~

Με τον Σωκράτη οι φίλοι εκεί που πίναν
και τα ποτήρια προς τα χείλη τείναν
ήρθε ένας νέος, πίσω ο νους με πάει,
με δυο αυλητρίδες λυγερές στο πλάι.

Όλες οι κούπες ώς τον πάτο αδειάσαν,
τα μαραμένα χείλη μας σωπάσαν,
τα όργανα πήρανε να μουρμουρίζουν…
Μιλιά! Του Άδη οι αυλοί μάς νανουρίζουν!

Μτφρ. Ντίνος Κομοτηναίος

*

**

 

Ο Αμερικάνος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Η αφήγηση που ακολουθεί είναι μια ερμηνεία κάποιων γεγονότων της ζωής μου από τα πρώτα χρόνια των μνημονίων, σκόρπια κομμάτια μνήμης, διαβρωμένα από τη λήθη, συμπληρωμένα με τις εμμονές μου και με μικρές δόσεις επινόησης και φαντασίας. Πολλά κεφάλαια της ατομικής μου ιστορίας, ακόμα και πρόσφατα, δυσκολεύομαι να τα θυμηθώ αλλά υπάρχουν συναντήσεις και πρόσωπα που έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου. Φαίνεται πως η σημασία τους στη ζωή μου ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορώ να φανταστώ γιατί ακόμα και τώρα επισκέπτονται απρόσκλητα τη μνήμη μου σαν να ζητούν εξηγήσεις για πράγματα που δεν έγιναν όπως έπρεπε ή για παραλείψεις μου που ήταν ασυγχώρητες.

Ήταν δύσκολη και ταραγμένη εκείνη η εποχή. Προσωπικά δεν πίστευα λέξη από το επίσημο κρατικό αφήγημα περί χρεοκοπίας. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Στα μέρη μας έχω την εντύπωση ότι οι συνέπειες ήταν πιο ήπιες σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Υπήρξαν κι εδώ μικρές και μεγάλες τραγωδίες αλλά δεν επηρεάστηκαν όλοι το ίδιο. Πολλοί άντεξαν, κάποιοι καταστράφηκαν, ορισμένοι έφτασαν μέχρι την αυτοκτονία. Ένας γνωστός μου, στη γειτονιά που έμενα, βρέθηκε κρεμασμένος μέσα στο μαγαζί του. Ακούστηκε ότι είχε πέσει κι αυτός θύμα του κουρέματος των ομολόγων το 2012. Είχε τοποθετήσει τις οικονομίες μιας ζωής σε κρατικά ομόλογα. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει πάνω από το 70% των αποταμιεύσεών του. Το μαγαζί του παρέμεινε κλειστό και ξενοίκιαστο για πολλά χρόνια και προστέθηκε σε έναν μεγάλο αριθμό κλειστών μαγαζιών στο κέντρο και στις συνοικίες της πόλης.

Προσωπικά δεν έχασα και πολλά από οικονομικής πλευράς γιατί δεν είχα τίποτα να χάσω. Όμως η ήδη επισφαλής οικονομική μου κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε τις κοινωνικές μου σχέσεις αλλά και τις ηθικές αντοχές μου. Είχε προηγηθεί ένας χωρισμός επιπόλαιος, σχεδόν κωμικός, αποτέλεσμα υπερβολών και παρεξηγήσεων. Τα δύσκολα άρχισαν αργότερα. Όλες οι σχέσεις μου κατέρρευσαν σαν ντόμινο. Οι περισσότερες ήταν ρηχές, σχέσεις που γεννήθηκαν σε χώρους δουλειάς και περιορίζονταν σε αραιές συναντήσεις για καφέ και συζητήσεις για χρήμα, δουλειές, ποδόσφαιρο, κινητά και αυτοκίνητα. Λίγες είχαν μια υποψία φιλίας αλλά ούτε κι αυτές άντεξαν. Οι λόγοι; Άλλοι φανεροί, άλλοι ανομολόγητοι. Διαφορές στην οικονομική κατάσταση, διαφορετικές ιδέες, συμφέροντα, προσδοκίες. Η γενικότερη οικονομική ανασφάλεια έπαιξε τον ρόλο της. Ειδικά σε δύσκολες εποχές οι άνθρωποι ψάχνουν σχέσεις που προσφέρουν ασφάλεια, παρέες που θα τους φανούν χρήσιμες σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Χωρίς χρήμα, χωρίς προνόμια και χωρίς χρήσιμο κοινωνικό κύκλο δεν ήμουν ελκυστική παρέα. Κάποιοι διέκοψαν την επικοινωνία άμεσα, άλλοι σταδιακά με ελιγμούς, δικαιολογίες, υπεκφυγές και προσχήματα. Δεν επέμεινα. Ο ρόλος του κομπάρσου στις ζωές άλλων δεν μου ταίριαζε.

Ίσως κάποιοι άνθρωποι να ανθίζουν μέσα στη μοναξιά αλλά δεν είμαι ένας από αυτούς. Η ανακούφιση που περίμενα να βρω στη μοναχική ζωή παρέμεινε τελικά μια ελπίδα. Το σενάριο ζωής που είχα σχηματίσει αφηρημένα στο μυαλό μου αποδείχτηκε ανέφικτο όχι μόνο λόγω της οικονομικής μου στενότητας αλλά και λόγω εσωτερικών αδυναμιών τις οποίες είχα υποτιμήσει. Η μοναξιά δεν μου ήταν άγνωστη αλλά στα σαράντα μου πήρε τα χαρακτηριστικά δοκιμασίας. Ήταν μια επώδυνη και αποκαλυπτική εμπειρία, ένα βίωμα που λίγο έλειψε να με ρίξει για τα καλά στην επικράτεια της μνησικακίας και του φθόνου ειδικά όταν αντίκριζα εικόνες οικογενειακής ενότητας και θαλπωρής ή όταν έβλεπα ζευγάρια αγκαλιασμένα, φαινομενικά αγαπημένα και χαρούμενα, εικόνες ανθρώπων που φαίνονταν να διατηρούν τα προνόμια της κοινώς αποδεχτής ζωής, αυτά που είχα χάσει. Ήταν επεισόδια που μου θύμισαν για μια ακόμα φορά το πόσο ευάλωτο είναι το ανθρώπινο ον σωματικά και ηθικά, και το πόσο εύκολο είναι, όταν υποφέρεις, να τυφλωθείς από μια γενικευμένη κακία ή να χάσεις την ικανότητα για κατανόηση και συμπόνια.

Αυτήν ακριβώς τη διάθεση είχα αρχίσει να χάνω εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ένοιωθα πως κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει μέσα μου, ότι δεν είχα πια τη δύναμη να νοιώσω πραγματικά τους άλλους και ειδικά αυτούς που ήταν σε χειρότερη θέση απο μένα. Αυτό που από τα εφηβικά μου χρόνια βρισκόταν στον πυρήνα του τρόπου σκέψης μου σταδιακά είχε αρχίσει να ατονεί και να ξεθωριάζει. Ακόμα και το χαμόγελό μου, κάποτε γενναιόδωρο, έβγαινε πια απρόθυμο, κουρασμένο. Η προσωπική μου κατάσταση ήταν δύσκολη αλλά δεν ήθελα να συνηθίσω να χρησιμοποιώ τα προβλήματα μου ως άλλοθι για να δικαιολογήσω την εξασθένιση των βασικών αρχών μου. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι θα ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία της ζωής μου αν έφτανα στο σημείο να στέκομαι τελείως αδιάφορος μπροστά στον πόνο των άλλων ή ακόμα χειρότερα αν κυριαρχούσε μέσα μου η σκληρότητα και η κακία.

///

Είχαν περάσει κιόλας δέκα χρόνια από την επιστροφή μου στο νησί και οικονομικά βρισκόμουν στην ίδια οριακή κατάσταση όπως και την εποχή που αποφάσισα να κλείσω οριστικά το κεφάλαιο της διαμονής μου στην Αθήνα. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Παμμιγή (Ελλάδος περιήγησις)

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 4 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.
Βλ. το Τρίτο Μέρος εδώ.

~.~

ΠΑΜΜΙΓΗ

ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

Δεν περιέχει πολύ γάλα η Ελλάς
κι όμως αρμέγεται άσπλαχνα σαν αγελάς.

Αφού και οι Γάλλοι ακόμα φωνάζουνε hélas
εσύ ως πατριώτης δεν κάνει να γελάς.

Τι Λωζάννη τι Κοζάνη τι Μαδρίτη ή Καπανδρίτι
τι Λεωφόρος Ηλυσίων τι Οδός των Πατησίων.

Απλώς και μόνο προς το θεαθήναι
έχουν κι αρχαία ερείπια αι Αθήναι.

Το κόλπο του δεν ήταν καθόλου ευθηνόν,
αποστρεφόταν γενικώς ανάληψι ευθυνών
και φρόντισε να διορισθεί εντός των Αθηνών.

Καλύτερα περίπατος εις τον Βοτανικόν
παρά οικτρόν ναυάγιον εις τον Τιτανικόν.

Έζησε αξέχαστες στιγμές κοντά στον Ιλισόν
μέσα στον έρωτα ηρεμών ή βράζων ή λυσσών.

Πολύν καιρό τον ψάχνανε. Πού ήτανε εντέλει;
Το κράτησε σ’ όλους κρυφό. Βγαίνανε στην Πεντέλη.

Ενοίκιασε μια βίλα και έκτοτε τους εκάλει,
φίλους, γνωστούς κι αγνώστους στην Εκάλη.

Αναζητούσε μέρη ευάερα και ευήλια
κι αντί στην Κυανή Ακτή προτίμησε τα Βίλια.

Τού ’πανε να ξεκουμπιστεί απ’ την Οινόη
κι εκείνος έκανε πως δεν ηννόει.

Τόπος παραμονής του θέλησε νά ’ναι η Κύζικος,
αλλ’ ως μη πλέον ελληνική υπήρξε κακορίζικος.

Καταγοητευμένος εθαύμασε τον Έβρον,
τόσο ωραίον ποταμό σ’ όλη τη γη δεν εύρον.

Διόρθωσε έναν τουρκόφωνο εις την Κομοτηνή
πού ’κανε το λαθάκι να πει Κομό-τηνή

Με ικανοποίησι είδε στην Ξάνθη
πως δεν φυτρώναν του κακού τα άνθη.

Για τ’ ότι εκάρη μοναχός δεν έφταιξε ο Άθως,
ήτανε αποκλειστικώς μόνο δικό του λάθος.

Αθώον και ανύποπτον συνέλαβε στην Έδεσσα
και φώναξε περήφανος: «Τον έδεσα!»

(περισσότερα…)

«Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται;» Πέρα από την αρένα των σύγχρονων ΜΜΕ

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Διαδικτυακή αναζωογόνηση
από το παρελθόν και απ’ το παρόν

«Μακάρι να μην έπρεπε να πάω τόσα χρόνια πίσω γι’ αυτό το επίπεδο συζήτησης», «Αναζωογονητικό να παρακολουθείς δυο σπουδαία μυαλά να αντιπαρατίθενται, να συμφωνούν και να διαφωνούν. Με αλληλοσεβασμό!», «Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται; Τι τρέχει εδώ;»: Είναι λίγα από τα σύγχρονα σχόλια (2021 και 2018), γραμμένα στην πλατφόρμα του YouTube κάτω από τη συνέντευξη που πήρε το 1998 ο Πήτερ Ρόμπινσον από τους δημόσιους διανοούμενους Κρίστοφερ Χίτσενς και Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο, κορυφαίες μορφές ο πρώτος της αριστεράς και ο δεύτερος του αμερικανικού συντηρητισμού.[1]

Στην πληθώρα των βίντεο που βρίσκει κανείς στο YouTube και σε άλλες πλατφόρμες, υπάρχουν παλαιότερες εκπομπές και σύγχρονα podcasts με πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με σημαντικούς πολιτικούς, ιστορικούς, φιλοσόφους, συγγραφείς, επιστήμονες της ψηφιακής τεχνολογίας και, γενικότερα, με  ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Αυτές οι συζητήσεις άλλοτε παίρνουν τη μορφή εκτενών συνεντεύξεων και άλλοτε τη μορφή ντιμπέιτ, με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες. Το παρόν άρθρο, το δεύτερο της διμηνιαίας στήλης «Λεξισώματα» του Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζει και προτείνει τέτοιου είδους εκπομπές και podcasts, τα οποία προσελκύουν το ενδιαφέρον αλλά και «ξεκουράζουν», κατά κάποιον τρόπο, από τη φασαρία, την ένταση και την εριστικότητα που επικρατούν συχνά στα κυρίαρχα ΜΜΕ και σχεδόν πάντα στα σόσιαλ μίντια.

*

William F. Buckley Jr., Firing Line

Στο κανάλι του Ινστιτούτου Χούβερ, της δεξαμενής σκέψης του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, θα βρει κανείς πολλά από τα επεισόδια της εκπομπής Firing Line, με οικοδεσπότη τον συντηρητικό δημόσιο διανοούμενο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο.[2] Ο Μπάκλεϋ (1925-2008) ήταν μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του νεογενούς συντηρητικού κινήματος που ξεπήδησε στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και το οποίο κατά τα επόμενα είκοσι πέντε, περίπου, χρόνια αποδύθηκε σε μια έντονη προσπάθεια θεωρητικού αυτοπροσδιορισμού. Ο ίδιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε αυτή την πλούσια διαδικασία σύντηξης και μάχης των ιδεών, με τα βιβλία του, με το περιοδικό National Review που ίδρυσε το 1955, αλλά και με τις δημόσιες εμφανίσεις του. Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η δημοφιλία του Μπάκλεϋ είχε πια υπερβεί τα όρια του συντηρητικού χώρου, χάρη στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και, κυρίως, χάρη στο ρητορικό του στιλ, το οποίο χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός ευγένειας, αυτοσυγκράτησης, σαρκασμού και εντυπωσιακής, ακόμα και εξεζητημένης, γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Για κάποιους από τους αντιπάλους του, βεβαίως, ακριβώς αυτό το στιλ τον καθιστούσε περισσότερο αντιπαθή κι από την ιδεολογία του, ωστόσο αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό του ρόλο στην ιδεολογική αρένα, πρόθυμα έρχονταν σε αντιπαράθεση μαζί του. Τον Νοέμβριο του 1967, ο Μπάκλεϋ έγινε το θέμα εξωφύλλου του περιοδικού Time, με μια παραστατική καρικατούρα του σημαντικού γελοιογράφου Ντέιβιντ Λεβίν και τον τίτλο «Ο συντηρητισμός μπορεί να έχει πλάκα».[3] Γιατί όσον αφορά τον αμερικανικό συντηρητισμό, αυτό ακριβώς πιστώνεται στον Μπάκλεϋ: ότι, αφού έδωσε τη συνοχή μιας ιδεολογικής ταυτότητας σε μάλλον σκόρπιες ιδέες και πεποιθήσεις του συντηρητικού Αμερικανού πολίτη, έπειτα προσέδωσε σε αυτή την ταυτότητα τη νομιμότητα και τη γοητεία του στιλ, απαλλάσσοντάς την από την αραχνιασμένη κατήφεια του παρελθόντος:

«Εξαιτίας των επιτυχημένων του προσπαθειών να συγχωνεύσει τάσεις της ελευθεριακής (libertarian), παραδοσιοκρατικής και αντι-κομμουνιστικής σκέψης κάτω από μία και μόνη ταμπέλα, το νόημα του συντηρητισμού πάντα ήταν κάτι παραπάνω από το άθροισμα των προσπαθειών του. Όσο πιο “διασκεδαστικό” έκανε τον συντηρητισμό να φαίνεται, τόσο περισσότερο οι Αμερικανοί κατανοούσαν τις αντιλήψεις τους για τον νόμο και την τάξη, για τις κομμουνιστικές απειλές ή για την κοινωνική ασφάλεια ως συντηρητικές. Με το National Review, με πάμπολλα βιβλία, με την τηλεοπτική του λογιοσύνη στο Firing Line, με δεκάδες ομιλίες τον χρόνο και με μια εβδομαδιαία στήλη διαμοιρασμού περιεχομένου, ο Μπάκλεϋ ανέλαβε μια εκστρατεία υπέρ του συντηρητισμού για εκατομμύρια καρδιές και για εκατομμύρια μυαλά. Πριν από τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός σήμαινε πολλά πράγματα: την αμυντική υπεράσπιση του κατεστημένου, την αμυντική υπεράσπιση της αριστοκρατίας, την αμυντική υπεράσπιση του καπιταλισμού και την αμυντική υπεράσπιση της παράδοσης. Μετά τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός συνέχισε να σημαίνει όλα αυτά και περισσότερα, αλλά δεν είχε πια τίποτα το αμυντικό».[4]

Ίσως να μην ήταν τυχαίο ότι, ενάμιση χρόνο πριν η μορφή του κοσμήσει το εξώφυλλο του Time, ο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ ο Νεότερος είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού ως οικοδεσπότης της εκπομπής Firing Line. Το πνεύμα, το περιεχόμενο και ο αντίκτυπος αυτού του προγράμματος περιγράφονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Χούβερ, όπου και φυλάσσεται το αρχείο της εκπομπής:

«Όταν άρχισε να μεταδίδεται το Firing Line το 1966, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι ένα πρόγραμμα δημοσίου ενδιαφέροντος, με οικοδεσπότη μια ηγετική φυσιογνωμία του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού και ιδρυτή και εκδότη του περιοδικού National Review, θα αιχμαλώτιζε ένα κοινό πέρα από τους πιστούς συντηρητικούς. Η εκπομπή παρουσίαζε συζητήσεις ανάμεσα στον Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ και σε ηγετικές ανά τον κόσμο μορφές της πολιτικής, της ψυχαγωγίας, της δημοσιογραφίας και του ακαδημαϊκού κόσμου, και έγινε αμέσως επιτυχία. Με πάνω από 1.505 επεισόδια στη διάρκεια 33 ετών, το Firing Line αρχικά άλλαξε άρδην τα δεδομένα, και στη συνέχεια έθεσε τον πήχη, για τις τηλεοπτικές εκπομπές δημοσίου ενδιαφέροντος. (περισσότερα…)

Γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το ερώτημα γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο, ερώτημα με το οποίο κατατρίβονται οι θεολόγοι από καταβολής του επαγγέλματός τους, είναι παιδιάστικο. Η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι ες αεί η αυτή: επειδή αποδίδει, ο «αδικοπραγών» επωφελείται, κερδίζει από την «αδικοπραξία» του.

Το ερεθιστικό ερώτημα είναι το ανάποδο. Γιατί υπάρχει το «καλό» στον κόσμο; Για ποιον λόγο λ.χ. «ευεργετούμε» κάποιον χωρίς να απαιτούμε άμεση απτή ανταπόδοση για την πράξη μας; Η προφανής απάντηση είναι και εδώ η ώς άνω: επειδή κάτι έχουμε να κερδίσουμε εμμέσως ή μελλοντικά από την «ευεργεσία» μας: τη φήμη της ανωτερότητας, δυνητικές επαφές, φιλίες, συμμαχίες, μια χείρα βοηθείας στην ανάγκη. Και όταν ο «ευεργετηθείς» αποδεικνύεται αχάριστος, όπως τόσο συχνά είναι η περίπτωση, αντί να αγανακτήσουμε με τον εαυτό μας για την άστοχή μας κρίση ως προς το ποιόν του, ηθικολογούμε επικαλούμενοι έναν ανύπαρκτο ηθικό νόμο…

Το «καλό» ή το «κακό» είναι ετερώνυμα εντέλει του ίδιου πράγματος, μικροτερτίπια ή μεγαλόσχημες στρατηγικές της επιβίωσης. Εξού και αποδίδονται ελευθέρως στην ίδια συμπεριφορά, αναλόγως του ποιος τα επικαλείται. «Καλό» είναι αυτό που κάνουμε εμείς, «κακό» αυτό που πράττουν οι αντίπαλοι. Ακόμη και ο Ισραηλινός φαντάρος όταν σκοτώνει ανυπεράσπιστα παιδιά στη Γάζα ή τη Δυτική όχθη, σαν τον ναζιστή στρατοπεδάρχη ή τον ιεροεξεταστή δήμιο που έκαιγε τις μάγισσες ή τους αιρετικούς, είναι πεπεισμένος: ο φόνος που διαπράττει είναι πράξη ηθική, απαραίτητη μάλιστα για την επίτευξη ενός «αγαθού» σκοπού: τη σωτηρία του έθνους, την έλευση του Μεσσία, την πάταξη του Σατανά. Ο Νεοπτόλεμος όταν γκρεμοτσακίζει τον μικρό Αστυάνακτα από τα τείχη της καιόμενης Τροίας, ακολουθεί τις διδαχές του κοινού νου: ο γιος του Έκτορα είναι ρίσκο – αν ζήσει, ίσως αύριο γυρέψει εκδίκηση.

Στη συλλογική μας μνήμη, φυσικά, για να αυτοπροστατευθούμε, κρατάμε πάντα τις περιπτώσεις όπου το καθ’ ημάς «κακό» τιμωρήθηκε, και ξεχνάμε βολικά όλες τις άλλες, όπου η ιστορία το επιβεβαίωσε ως εύστοχη επιλογή. Αν οι ναζί είχαν κερδίσει τον πόλεμο, το Ολοκαύτωμα θα ήταν μια υποσημείωση σε κάποιο εγχειρίδιο. Ίσως μάλιστα διδασκόταν στα σχολεία ως προληπτική ανθρωπιστική δράση, αφού με αυτό θα είχε αποφευχθεί ο βάρβαρος εποικισμός της Παλαιστίνης, η επιβολή του απαρτχάιντ, η εθνοκάθαρση και η γενοκτονία των γηγενών…

«Το Δαιμονικό δεν είναι κάποιο σκοτεινό ορμέμφυτο, αλλά η έσχατη συνέπεια της σκέψης», έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Και ήθελε να πει με αυτό ότι ο άνθρωπος είναι ενιαίος: δεν χρειάζεται να είσαι θηρίο, και με τον ορθό λόγο μια χαρά καταλήγεις και πάλι στην ωμότητα. «Καμιά αθωότητα δεν είναι αθώα», σημειώνει αλλού, «καμιά ενοχή δεν είναι ένοχη». (περισσότερα…)

Siegfried Sassoon, «Δόξα τῶν Γυναικῶν»

Siegfried Sassoon, 1886 – 1967

~.~

Μᾶς ἀγαπᾶτε σάν εἴμαστε ἥρωες, ἐδῶ πρίν απ’ τήν ἀναχώρηση
Ἤ πληγωμένους σέ ἀξιομνημόνευτους τόπους.
Λατρεύετε τίς παρασημοφορίες· πιστεύετε
Πώς ἡ ἱπποσύνη ἐξαγοράζει τήν ἀτιμία τοῦ πολέμου.
Μᾶς κάνετε ὄστρακα. Ἀφουγκράζεστε μέ ἀπόλαυση
Κοχύλια μέ ἱστορίες ἀπό λάσπη καί ρίσκο, καί στοργικά συνεπαρμένες
Στέφετε στήν ἀπόσταση τό μακρινό μας πάθος καθώς παλεύουμε,
Καί πενθεῖτε τίς δαφνοστεφανωμένες ἀναμνήσεις μας ὅταν εἴμαστε σκοτωμένοι.
Ἀδιανόητο νά πιστέψετε πώς τά βρετανικά στρατεύματα ποτέ «ἀποσύρονται»
Ὅταν ἡ τελευταία φρίκη τῆς κόλασης τά τσακίζει, καί τρέχουν
Ποδοπατώντας τά ἀπαίσια πτώματα, τυφλά ἀπ’ τό αἱμα.
Ὤ Γερμανίδα μάνα πού ὀνειρεύεσαι πλάι στή φωτιά
Ἐνῶ πλέκεις κάλτσες νά στείλεις στόν γιό σου,
Τό πρόσωπό του εἶναι χωμένο βαθιά μές στόν βοῦρκο.

Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη

*

**

Τεχνητή νοημοσύνη, λάθη και δημιουργία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η κρισιμότητα της μάθησης

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα της εποχής μας και μοιάζει ως η κατεξοχήν δύναμη ικανή να αλλάξει την καθημερινότητά μας τα επόμενα  χρόνια. Μετά την επανάσταση του διαδικτύου και τις εφαρμογές που γέννησε, από το ηλεκτρονικό εμπόριο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα, η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μοιάζει ακριβώς η φυσική συνέχεια της επανάστασης αυτής: μπορεί να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό τον ωκεανό πληροφορίας που έχει συγκεντρωθεί στο διαδίκτυο και τις εφαρμογές που προαναφέρθηκαν. Διανύουμε πλέον την περίοδο της παραγωγικής ΤΝ κατά την οποία  μπορούν να παραχθούν κείμενο, ήχος και εικόνα (και όχι μόνο να αναγνωριστούν, όπως συνέβαινε σε προγενέστερα μοντέλα ΤΝ όπως τα νευρωνικά δίκτυα), ανάλογα με το τι ζητάει ο καθένας μας.

Τι το ιδιαίτερο έχει η τεχνητή νοημοσύνη σε σχέση με άλλα υπολογιστικά μοντέλα; Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης μιμούνται κατά τον πλησιέστερο τρόπο τον ανθρώπινο εγκέφαλο, σε σχέση με διαδικαστικά (procedural) υπολογιστικά μοντέλα. Αποτελούνται από κατανεμημένες υπολογιστικές μονάδες που λειτουργούν παράλληλα, και αλληλοσυνδέονται ώστε να είναι δυνατή η μεταξύ τους επιθυμητή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, έχουν την ικανότητα της μάθησης: μαθαίνουν με βάση περιστατικά στα οποία εκτίθενται, χωρίς έναν εκ των προτέρων αλγόριθμο σαφώς διατυπωμένο, συχνά με τακτικές δοκιμής και λάθους (trial and error). Κάτι που θυμίζει το πώς μαθαίνει ο άνθρωπος από την εμπειρία του: εξού και ο όρος «τεχνητή» νοημοσύνη. Μοιάζει να διαθέτουν μια ικανότητα  αυτο-οργάνωσης και μία δυναμική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους (με ότι τα τροφοδοτεί με ‘παραστάσεις’/ πληροφορίες), φέροντας εις πέρας εργασίες χωρίς προηγουμένως να απαιτείται  ο σαφής καθορισμός κανόνων: η λειτουργία τους  είναι ευρετική και όχι διαδικαστική (heuristic vs. procedural). Κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να συλλάβουν και την μη προτασιακή ή έμμεση γνώση (όπως, για παράδειγμα, εκείνη που αντανακλάται σε μια πρακτική δεξιότητα) .

Λάθη, μνήμη και οι άκαμπτοι κανόνες

Το γεγονός ότι τα μοντέλα ΤΝ προσαρμόζονται στο εκάστοτε περιβάλλον και τα περιστατικά με τα οποία τα τροφοδοτεί, ότι μαθαίνουν και θυμούνται -όπως και ο άνθρωπος-, ρυθμίζοντας ανάλογα τη λειτουργία τους, δημιουργεί μια παρανόηση: ότι δεν έχουν ένα σκληρό πυρήνα κανόνων στη λειτουργία τους. Κατά βάση, ένα μοντέλο ΤΝ καλείται να επιλύσει ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης: θα πρέπει να βελτιστοποιήσει (να ελαχιστοποιήσει ή να μεγιστοποιήσει) μία μετρική σχέση ή μία συνάρτηση. Ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης έχει τη γενική μορφή «μεγιστοποίησε (ή ελαχιστοπoίησε) την   f(x), υπό τους περιορισμούς   gi(x), i=1,…, n»,  όπου η συνάρτηση f(x) πρέπει να συλλαμβάνει ουσιωδώς το εκάστοτε πρόβλημα και η ακριβής διατύπωσή της μπορεί να είναι συχνά αρκετά επίπονη. Επίσης, ένα λάθος σε αυτήν είναι καθοριστικό για τη φύση των αποτελεσμάτων που αργότερα θα μας δώσει η ΤΝ. Αυτή η συνάρτηση δίνεται εξ αρχής στο μοντέλο ΤΝ και δεν αλλάζει ούτε κατά την περίοδο μάθησης ούτε κατά την περίοδο εφαρμογής. Επιπρόσθετα, ένα νευρωνικό δίκτυο (το οποίο είναι στον πυρήνα των σύγχρονων μοντέλων ΤΝ) αποτυπώνεται από ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων με συγκεκριμένες σταθερές, και τούτο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη και αμετάβλητη καμπύλη ενέργειας, με συγκεκριμένες συνθήκες ευστάθειας, ενεργειακού ελάχιστου και αποφυγής  χαώδους λειτουργίας, δηλαδή όταν ένα σύστημα «κρεμάει» κατά τη διάλεκτο των προγραμματιστών (περισσότερα…)

Έκτακτον Δελτίον Αγέλης

*

(Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία)

Μακρύς, μας λέτε, ο φετινός χειμώνας·
ο Μάρτης μιαν ατέλειωτη ομηρία,
κι ο Μάης σιβηρικός αντικυκλώνας·

χειμώνας, λέτε, δίχως μιαν αιθρία
κι εμείς, βουβά, μετά από κάθε μπόρα,
προσμένουμε την πρώτη ανθοφορία.

Τι κι αν απ’ τα πολλά λιοπύρια τώρα
ξεραίνονται τριγύρω δέντρα κι άνθη;
Τι κι αν τα πρωτοβρόχια αργούν στη χώρα

από την Κρήτη μέχρι και την Ξάνθη;
Εσάς πιστεύουμε, για αυτό ρωτούμε:
άνοιξη πότε… πότε, λέτε, νά ’ρθει;

ΝΙΚΟΣ Ι. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

*

**

 

 

Ο δρόμος

 

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.iii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή, είπεν ο σκοτεινός φιλόσοφος. Κι εμείς οι ταπεινοί επαναλαμβάνουμε: πάντα υπάρχει ένα δρόμος φυγής, αλλά ταυτόχρονα κι επιστροφής. Λοιπόν, όποιος φύγει, και αυτός οφείλει, κι εμείς παρακαλούμε, να μας ξανάρθει οπωσδήποτε. Αυτό λένε συνεχώς τα φλύαρα δέντρα της αλέας. Και αυτό απαιτεί και η εντιμότητά μας προς τον δρόμο: τον αφήνουμε να μας πάει και του δίνουμε τη δυνατότητα να μας φέρει.

*

* (περισσότερα…)

Νικόδημος

*

Ποιός είπε οτι φοβήθηκα; Με κάλεσαν και – νά με.
Ο ευσχήμων βουλευτής
κι εγώ, ο δειλός Νικόδημος, τα σύνεργα κρατάμε
της βιαστικής ταφής.

Νυχτώνει. Κι ανασταίνεται – της θύμησης λουλούδι,
του νού-μου αναπαμός –
η νύχτα που απο δάσκαλο μ’ έκανε μαθητούδι
ο μὴ μεμαθηκώς,

κι απο το στόμα-του άκουσα πως πρέπει δίχως άλλο
να ξαναγεννηθώ
άν θέλω κάτι ακάθαρτο απο πάνω-μου να βγάλω,
κάτι πολύ κρυφό

που απ’ το Θεό με χώρισε. «Ξανά μωρό, φαντάσου!»
Μα η υπόσχεση ρητή:
«Τόσο πολύ σ’ αγάπησε, που μ’ έστειλε κοντά-σου·
σωτήρα, όχι κριτή.»

…Γύρω οι γυναίκες έπιασαν το αρχαίο-τους μοιρολόι.
Γεμάτoι συντριβή
τα παγωμένα μέλη-σου με σμύρνη και με αλόη
θ’ αλείψουμε, ραββί.

Κατα Ιωάννην 3,1-21 και 19,39

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**