Στα ίχνη του Χαμένου Χρόνου: Κομπραί, η παιδική ηλικία

*
ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Κυριακή 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα – Θεατρικό αναλόγιο

Στα ίχνη του Χαμένου Χρόνου: Κομπραί, η παιδική ηλικία
Ο Μαρσέλ Προυστ της Κλαίρης Μιτσοτάκη

Διακεκριμένη μεταφράστρια, που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της δουλειάς της στον Μαρσέλ Προυστ, η Κλαίρη Μιτσοτάκη μάς ξεναγεί στον θαυμαστό κόσμο του μεγάλου Γάλλου πεζογράφου. Με αφορμή τον τόμο Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου – Θέματα, πρόσωπα και σκηνές, επιλογή και σύνθεση αποσπασμάτων από το προυστικό opus magnum που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Άγρα, η μεταφράστρια θα συνομιλήσει με τον Μιχάλη Βιρβιδάκη ο οποίος, υπό μορφή θεατρικού αναλογίου, θα διαβάσει εκτενή αποσπάσματα από το πρώτο μέρος του μακρόπνοου έργου.

*

**

Ξεμοναχιασμένο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.v.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΞΕΜΟΝΑΧΙΑΣΜΕΝΟ

Μικροσκοπικό άγριο γεράνι του δάσους κι εμφατικά ιώδες. Το πλησιάζεις, το ξεμοναχιάζεις και διαπιστώνεις ότι είναι μικρότερο από το νύχι του μικρού δαχτύλου σου, αλλά υπερτερεί σε λάμψη και δύναμη χρώματος. Αιφνιδίως εκπλήσσεσαι με την ανακάλυψη μιας απροσδόκητης ομορφιάς. Εν τέλει αυτό είναι το απλό μυστικό του βίου: να πλησιάζεις.

*

* (περισσότερα…)

Ποιητική παραμυθία

*

Παιδάριο πόθησα την Ποίηση·
αυτή με προίκισε με οίηση.
Τί ιάμβους, τί τροχαίους,
ξεφτιλίζω τους Αρχαίους.

Ξαπλώνω; Πολιορκώ τον στίχο,
του Παντός να δώσει ήχο.
Φίλοι να μου λέν’ «Κοιμήσου·
δεν είν’ πύλη Παραδείσου.»

Κι η μούσα οιωνεί γιατρός:
«Ρεβιθόψωμο να τρως·
τ’ άλλα είναι πολυτέλεια
στης ψυχής σου την ατέλεια.»

Του ούκε γδέρνω τις χορδές
και βάρδων συγκαλώ ορδές;
Σβήνει τ’ άτυχό μου τ’ άστρο·
με λογίζει ποετάστρο.

Μα έχει ποιητική αξία
τούτη όλη η μοναξία:
μοιάζει με την κολακεία
ευθυβόλως η βλακεία.

ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΣΧΑΛΙΔΟΥ

*

**

Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος (Νέα μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος)

J. M. W. Turner, «Ο αποχωρισμός της Ηρώς και του Λεάνδρου», London National Gallery

*

Νέα μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

Τον λύχνο, πες, θεά, φρουρό της μυστικής αγάπης,
τον βραδινό κολυμβητή στου γάμου την αλμύρα,
την ένωση τη σκοτεινή που η αυγή ποτέ δεν είδε,
και τη Σηστό, την Άβυδο, που την Ηρώ παντρεύουν.
Καθώς ο Λέανδρος κολυμπά θ’ ακούω για τον λύχνο,
τον λύχνο που σου μαρτυρά πως χαίρεται η Παφία
και φέρνει νέο μες στη νυχτιά για της Ηρούς τον γάμο·
τον λύχνο, του Έρωτα παιδί, που, ουράνιε θεέ μου,
ας του έδινες για ανταμοιβή μια θέση μες στ’ αστέρια.
Ναι, πες τον άστρο του έρωτα, πιστό της νύφης φίλο,
γιατί αρωγός παρέμεινε στου πάθους τη μανία
κι όχι, ποτέ δεν πρόδωσε την ξάγρυπνη ένωσή τους,
μέχρι που φύσηξε άνεμος με την πνοή του μίσους.
Έλα λοιπόν, τραγούδησε μαζί μου τον χαμό τους,
του σκοτωμένου Λέανδρου και του σβησμένου λύχνου.
Θα βρεις δυο πόλεις κοντινές που η θάλασσα χωρίζει,
την Άβυδο και τη Σηστό. Και του Έρωτα το τόξο
τις πέτυχε ταυτόχρονα μ’ ένα μονάχα βέλος,
δυο νέους ανθρώπους φλέγοντας. Τα ονόματά τους μάθε:
ο Λέανδρος ο ποθητός και η Ηρώ η σεμνή κοπέλα.
Ήταν η κόρη στη Σηστό, στην Άβυδο το αγόρι,
καθένας άστρο λαμπερό για τη δική του πόλη
μα κι όμοιοι μεταξύ τους. Αν σε φέρει ο δρόμος, ξένε,
τον πύργο ψάξε στη Σηστό που η Ηρώ μας κατοικούσε
και με τον λύχνο φώτιζε στον Λέανδρο τον δρόμο.
Μα ψάξε και στην Άβυδο το αλμυρισμένο διάβα·
ακόμα κλαίει για τον χαμό του ερωτευμένου νέου.
Το σπίτι του στην Άβυδο πώς άφησε το αγόρι
και την Ηρώ ερωτεύτηκε και τούτη πάλι εκείνον;
Η Ηρώ, κοπέλα ευγενική, θεϊκά είχε μεγαλώσει.
Της Κύπριδος ιέρεια, πλην άμαθη στον γάμο,
ζούσε κοντά στη θάλασσα, στον πύργο των γονιών της,
κι ήταν σαν ρήγισσα κι αυτή, σαν δεύτερη Αφροδίτη.
Ως εγκρατής, απέφευγε τις γυναικείες παρέες
κι ούτε σε γλέντι εφηβικό θα πήγαινε ποτέ της,
τι ν’ αποφύγει πρόσεχε των κοριτσιών τη χλεύη
(γιατί στην ομορφιά μπροστά τις κατατρώει η ζήλεια).
Αντίθετα κατεύναζε διαρκώς την Αφροδίτη
και με θυσίες τον Έρωτα κοιτούσε να ηρεμήσει
και τη μητέρα του μαζί· τη φλόγα του φοβόταν,
μα τελικά τα βέλη του λαβώσαν το κορμί της.
Ήρθε κι η ημέρα της γιορτής για τη θεά Αφροδίτη·
μες στη Σηστό τον Άδωνη και τη θεά τιμάνε.
Συνέρευσαν, κοπάδια λες, προσκυνητών τα πλήθη,
από τις όχθες των νησιών που η θάλασσα όλο βρέχει·
από την Αιμονία πολλοί κι απ’ την ενάλια Κύπρο·
γυναίκα πια δεν έβρισκες στις πόλεις των Κυθήρων·
και στου Λιβάνου τις κορφές κανένα να χορεύει·
και ποιος από τους γείτονες τέτοια γιορτή θα χάσει,
απ’ τη Φρυγία κι αν έρχεται, στην Άβυδο κι αν μένει; (περισσότερα…)

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου | Συζήτηση – Συμπαρουσίαση βιβλίων

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης
Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

Στη δεύτερη εφετινή εκδήλωση μέσα από την οποία οι Νύχτες του Ιουλίου διερωτώνται για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο Νικήτας Σινιόσογλου και ο Κώστας Κουτσουρέλης παρουσιάζουν και συζητούν για τα πρόσφατα βιβλία τους: τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων και τον μονόλογο Ταριχευτήριο Ευρώπη, αντίστοιχα. Και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κίχλη κατά τα τέλη του 2024 και πραγματεύονται το θέμα με συγκλίνοντα τρόπο. Τι έχει να πει η λογοτεχνία για τη σημερινή Ευρώπη; Πόσο προσφέρονται τα εκφραστικά της μέσα για την περιγραφή μιας κατάστασης που μοιάζει ιστορικά αδιέξοδη; Γιατί γράφονται καν και σε ποιους απευθύνονται αυτού του είδους τα κείμενα;

Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη.

*

**

Dylan Thomas, Πρόλογος του Συγγραφέα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο «Πρόλογος του Συγγραφέα» («Author’s Prologue») υπήρξε το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Ντύλαν Τόμας. Συντέθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1953, και λειτουργεί σαν ποιητική διαθήκη αλλά και σαν πανηγυρική αυτοπαρουσίαση: ο ποιητής εμφανίζεται εδώ ως θαλασσινός βάρδος, βιβλικός προφήτης και τεχνίτης της γλώσσας μαζί, υψώνοντας την «κιβωτό» του μέσα σ’ έναν κόσμο που πλημμυρίζει από φθορά, μνήμη και τραγούδι.

Το ποίημα είναι επίσης αξιοσημείωτο για την εξαιρετικά ιδιότυπη κατασκευή της ομοιοκαταληξίας του. Ο Τόμας οργανώνει το κείμενο σαν κυκλικό πλέγμα ή κατοπτρική αλυσίδα: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τελευταίο, ο δεύτερος με τον προτελευταίο, ο τρίτος με τον τρίτο από το τέλος κ.ο.κ., δημιουργώντας έτσι μια μορφή που κλείνει επάνω στον εαυτό της σαν κύμα ή σαν τελετουργικός ψαλμός. Η τεχνική αυτή –σπάνια ακόμη και στο δικό του έργο– εντείνει την αίσθηση πως το ποίημα δεν τελειώνει αλλά επιστρέφει αδιάκοπα στην πηγή του: στη φωνή, στη θάλασσα, στον χρόνο και τη μνήμη.

~.~

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Τη μέρα αυτή που αργά καταλαγιάζει
καθώς κατευοδώνεται το θέρος
μέσα στη σολομίσια ορμή του ήλιου
στο θαλασσοδαρμένο ετούτο σπίτι
επάνω σ’ ένα βράχων γκρεμοτόπι
πλεγμένο με καρπό και τσιριτρό
αφρούς, πτερύγια, φλάουτα και φτερά
στη χορική οπλή ενός δάσους, πλάι
σε γλιτσιασμένες, αστερόεσσες αμμουδιές
με τους σάμπως ψαρούδες φωνακλάδες
γλάρους τους –όστρακα, κοχλιούς μα και ξεφτέρια–
και άντρες κορακάτους, εκεί έξω,
που γονατίζουν, σύννεφα ζωσμένοι
στου ηλιοβασιλέματος τα βρόχια
–χήνες σχεδόν στον ουρανό, καμακιστές
αγόρια κι ερωδιούς και μια μπουρού
για θάλασσες επτά που ραψωδεί
νερά αιώνες απ’ τις πόλεις μακριά
της εννιαήμερης νυχτιάς με τους πυργίσκους
που λαμπαδιάζουν σαν τα λιοφρυγμένα
καλάμια από ψηλό ξεράχυρο
μες στον θρησκευτικό τον άνεμο–
σε μιαν ειρήνη φτώχεια μέσα ψάλλω
σ’ εσάς τους ξένους (αν και οι ωδές
μια φλογερή, λοφιοφόρα είναι πράξη –
είναι των πτερωτών η πυρκαγιά
μες στο στροβίλισμα του υπερκόσμιου δάσου
για τ’ άγαρμπά μου κύκνια πλατσουρίσματα)
έξω απ’ τα φύλλα αυτά που ψαύει η θάλασσα
που θα τους μοιάσετε κι εσείς στο πέταγμα
μα και στην πτώση τόσο σύντομα –
τρίμμα θα γίνετε κι ύστερα απέθαντοι
στ’ ασφυκτικό το βράδυ. Προς το πέλαγο
ασκητικός γλιστράει ο ήλιος-σολομός
κι άλαλοι κύκνοι στίκτουν με γλαυκό
του κόλπου το λυκόφως καθώς πελεκώ
τούτο το πανδαιμόνιο από μορφές
για να συλλάβετε το πώς εγώ,
άνθρωπος-αδελφός του σίφουνα,
μπορώ να αινώ αντάμα αυτό τ’ αστέρι –
γόνο του πέλαγου που όλο πουλιά κραυγάζει,
του ανθρώπου σπάραγμα, αιματοβλογημένο.
Τη γη σαλπίζω –ναι!– που αναπηδά
από το ψάρι ως τον λόφο! Δείτε εδώ:
χτίζω την όλο μυκηθμούς μου κιβωτό
όσο η αγάπη μου μπορεί καλύτερα
σαν ο κατακλυσμός γύρω αρχινά
μέσ’ απ’ το κεφαλόβρυσο του φόβου –
απ’ την κατάστιχη οργή όπως βρυχάται
κι από της σάρκας την αναπνοή
να τρέξει σαν οροσειρά τηγμένη
επάνω από των κοιμισμένων τ’ άλγη
και προβατόλευκων κοίλων αγρών
στην Ουαλία, ως τη δική μου αγκάλη. (περισσότερα…)

Σύνορα: Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Πέμπτη 9 Ιουλίου | Ομιλία και συζήτηση με το κοινό

Σύνορα
Από τον διαχωρισμό στη συνάντηση

Με αφορμή την πρόσφατη παράσταση του θεατρικού έργου «Σύνορα» του Henry Naylor σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη στο Θέατρο Κυδωνία, ο Κωνσταντίνος Λιόλιος, ψυχίατρος- ομαδικός αναλυτής και μέλος του ΔΣ της Παγκόσμιας Εταιρείας Ομαδικής Ψυχοθεραπείας, διερευνά την έννοια των “συνόρων” σε πραγματικό, συμβολικό και φαντασιακό επίπεδο. Τα σύνορα συνιστούν τόπους διαχωρισμού ανάμεσα στο “εμείς” και τους “άλλους”, αλλά εμπεριέχουν και τη δυνατότητα του περάσματος, της συνάντησης ή/και της σχέσης.

*

**

Que será, será…

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

~.~

Ήταν κάπως προχωρημένης ηλικίας και του φάνηκε αδιανόητο το ενδεχόμενο να χάσει ο προφορικός λόγος την αποκλειστικότητα στην επικοινωνία. Ήδη κάποιοι είχαν αρχίσει να σκαλίζουν στην πέτρα μικρές ή μεγάλες λέξεις. Έδωσε μάχη για να εμποδίσει τη διάδοση του γραπτού λόγου, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ένας κόσμος ολόκληρος χανόταν και μαζί περνούσαν στη λήθη οι χαρισματικοί άνθρωποί του. Εκείνος είχε για σύμμαχο μονάχα έναν νέο αοιδό, ο οποίος με κάποια, ας πούμε, ρομαντική διάθεση καταδίκασε με πείσμα τη νέα μορφή επικοινωνίας.

Όταν ο πάπυρος και η περγαμηνή παραμέρισαν το μάρμαρο ως ντεμοντέ αντίληψη, ο σκαλιστής κειμενοποιός, τεχνίτης έμπειρος όσο και ώριμος, σχολίαζε αρνητικά την καινούργια μορφή αποτύπωσης του γραπτού λόγου και επιχείρησε να τη σταματήσει, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μια μακρά περίοδος και μαζί οι άξιοι εκπρόσωποί της περνούσαν σε μουσειακή κατάσταση. Για σύμμαχό του είχε μονάχα έναν νεαρό κειμενοποιό που ασπαζόταν τις απόψεις του.

Όταν το βιβλίο περιθωριοποίησε τους κυλίνδρους, ο σχετικά μεγάλης ηλικίας αντιγραφέας άσκησε δριμεία κριτική στην εμφάνιση του τυπωμένου χαρτιού. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να απαγορευτεί το μαζικό τύπωμα των βιβλίων, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μια ολόκληρη εποχή όδευε προς το τέλος της και μαζί ξεχνιόνταν οι αξιοθαύμαστοι άνθρωποί της. Για σύμμαχό του είχε μονάχα τον νεαρό μαθητευόμενό του με το όνειρο να γίνει μέγας αντιγραφέας όπως ο δάσκαλός του που χαρακτήριζε τα βιβλία ακαλαίσθητα.

Όταν άρχισαν να προβάλλονται ταινίες στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο μέσης ηλικίας θεατρικός συγγραφέας λοιδορούσε τα απλοϊκά σενάρια των έργων και με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να μειώσει το ενδιαφέρον των θεατών για το νέο είδος που ποτέ δεν το ονόμασε τέχνη, αλλά δεν κατάφερε τίποτε· το σινεμά πήρε τη θέση του ως jeune premier πλάι στο θέατρο που ανέλαβε το ρόλο ενός caraterista. Για σύμμαχό του είχε μονάχα έναν νεαρό θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος προέβλεψε ότι το σινεμά δεν θα είχε μέλλον.

Όταν η τηλεόραση άρχισε να εισβάλλει στα σπίτια, ο υπέργηρος αιθουσάρχης γνωστού κινηματογράφου, με την πεποίθηση ότι οι τέχνες σταματούσαν στον αριθμό επτά, αγωνίστηκε για να εμποδίσει την εξάπλωση του χαζοκουτιού, όπως το είπε, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Το σινεμά δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα, ισχυρότερο από αυτό που δέχτηκε όταν έγινε έγχρωμο. Ο νεαρός αιθουσάρχης, προσηλωμένος στη μαγεία της μεγάλης οθόνης, ισχυρίστηκε ότι στην τηλεόραση έβλεπε κανείς περισσότερα παράσιτα απ’ όσες ήταν οι εκπομπές της. Εντούτοις έβαλε κρυφά στο σπίτι του τηλεόραση και συχνά τον έβλεπες να πηγαίνει πέρα-δώθε στο δωμάτιο κρατώντας μια κεραία.

Όταν το διαδίκτυο αποκάλυψε νέους κόσμους στα έκπληκτα μάτια των ανθρώπων, ο καναλάρχης στάθηκε καχύποπτος με τη νέα μορφή επικοινωνίας και, παρά τις προσπάθειές του να το περιορίσει, δεν κατάφερε τίποτε απολύτως. Μολονότι το χθες δεν ακυρωνόταν, ωστόσο το αύριο δεν θα του έμοιαζε πολύ. Ο νεαρός εκδότης, θορυβημένος, θεώρησε ότι αυτή η νέα μορφή επικοινωνίας θα ήταν το κερασάκι στην κατρακύλα του οίκου του και πως τα αντίτυπά του θα κατέληγαν, μοιραία, στην πολτοποίηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε κάποια τοπική βιβλιοθήκη.

Όταν το fb κατέκλυσε το διαδίκτυο, η γηραιά ποιήτρια το αγνόησε. Σημασία. Με την ευφράδεια λόγου που τη διέκρινε αγωνίστηκε να πείσει τις αναγνώστριές της ότι, χρησιμοποιώντας το, ήταν σαν να έπαιζαν με τη φωτιά, δημοσιοποιούσαν αφ’ εαυτού τους τα προσωπικά τους δεδομένα με αποτέλεσμα το ηλεκτρονικό φακέλωμά τους, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Οι αναρτήσεις ξεφύτρωναν πυρετωδώς και οι χρήστες πολλαπλασιάζονταν καθημερινά. Της συμπαραστάθηκε μονάχα μια νεαρή ποιήτρια με το Νόμπελ στις φαντασιώσεις της, που απαξίωσε το fb ισχυριζόμενη ότι αυτό προορίζεται για τον κοσμάκη και όχι για εκείνους που έχουν ελιτίστικη διάθεση όπως η ίδια.

Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη απείλησε τη φυσική, με το σκεπτικό ότι χιλιάδες χρόνια τώρα ο άνθρωπος πρόκοψε χωρίς τα ρομπότ, ο καταξιωμένος πεζογράφος και μεταφραστής, σε μεγάλη ηλικία πια, θεώρησε καταστροφικό τον παραγκωνισμό της ανθρώπινης σκέψης. Έκανε διαλέξεις, συμμετείχε σε ημερίδες για να περιοριστεί η χρήση της καινούργιας μορφής επικοινωνίας και να μπουν όρια στις απαντήσεις της, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μετά λύπης του διαπίστωσε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν διέθετε όραμα, κάτι που ασφαλώς διέθετε η ανθρώπινη. Μια ολόκληρη περίοδος της εξέλιξης του ανθρώπου θαβόταν στο παρελθόν και μαζί χάνονταν τα ένστικτα και τα συναισθήματα που συντρόφεψαν τον άνθρωπο πιστά δίχως σταματημό. Έτσι, γι’ αντίδραση, πήγε να παραθερίσει. Είχε ήδη μπει το καλοκαίρι.

///

*

*

*

Ο ξένος: Μια εκδοχή

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Προκειμένου να μιλήσει κανείς για τον Ξένο του Φρανσουά Οζόν, θα πρέπει όχι μόνο να φέρει στον νου πράγματα που αφορούν στη σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου, καθώς, και στη μετάθεση από το ένα σημειωτικό σύστημα όπως η γλώσσα και η λογοτεχνία, στο άλλο, ήτοι στη γλώσσα του κινηματογράφου, αλλά, εν προκειμένω, και τη «μυθολογία» που βαραίνει το βιβλίο του Καμύ και τους ορίζοντες που έχει ανοίξει. Μετά το εν λόγω μυθιστόρημα, ο ξένος προσλαμβάνει μια υπαρξιακή διάσταση που είναι ταυτόχρονα κριτική στις νοητικές και κοινωνικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, γίνεται ο παρίας που έχει ένα ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στους εγκατεστημένους και τους βολεμένους. Και μάλιστα, τα όσα έπονται της έκδοσης του βιβλίου, η όλη νοόσφαιρα του μεταπολεμικού κόσμου, θα εκλεπτύνουν τούτη την έννοια της ξενότητας και θα την καταστήσουν αντιπροσωπευτική της σύγχρονης πραγματικότητας. Ως εκ τούτου, ενενήντα περίπου χρόνια μετά, το βιβλίο διατηρεί την ερεβώδη και ανησυχητική του ετερότητα, εκείνη που έκανε τον Αντρέ Μαλρώ να πάρει τον νεόφυτο Αλμπέρ από το χέρι και να τον παρουσιάσει επειγόντως στον εκδότη Γκαλιμάρ ως ένα αναπάντεχο συγγραφικό εύρημα.

Έκτοτε οι δυτικές κοινωνίες έχουν επεξεργαστεί και προβληματοποιήσει την έννοια του ξένου, κατά έναν τρόπο όμως που δεν εφαρμόζει απόλυτα με τον καμυσιανό Ξένο, αποδεικνύοντας έτσι ότι το βιβλίο δεν έχει εξαντλήσει τη δυναμική του, ότι κάτι, ένα καταραμένο υπόλοιπο, περισσεύει και κρατά ανοιχτή τη συμβολική του. Βέβαια, οι ξένοι των ημερών μας, εξαθλιωμένοι, καταδιωγμένοι, απειλητικοί και ταυτόχρονα περιφρονημένοι, δεν εμπίπτουν ακριβώς στην έννοια του Μερσώ, του κεντρικού προσώπου της μυθοπλασίας του Καμύ. Ο Μερσώ είναι ένας στυλάτος ευρωπαίος εν μέσω αποκιοκρατούμενων γηγενών της Αλγερίας. Έχουμε μιαν αντιστροφή, επομένως, των δεδομένων. Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ο μειονοτικός εν προκειμένω; Ο ξένος του Καμύ πλάθει μια sui generis ξενότητα με πολλαπλά μέτωπα.

Μετά τον θάνατο της μητέρας του, στην κηδεία της οποίας παρευρίσκεται εκών άκων και αδιάφορος, θα σκοτώσει σε ένα αναίτιο φαινομενικά ξέσπασμα έναν ντόπιο που δήθεν τον απειλεί λόγω της σχέσης του με τον Γάλλο φίλο του Ραϋμόν, που κι αυτός δεν είναι εντελώς αθώος και υπεράνω υποψίας. Ο συγγραφέας, και ο σκηνοθέτης βέβαια, αφενός, παρουσιάζει τον Μερσώ ως ηθικά ψυχρό και αδιάφορο, αφετέρου όμως φωτίζει τη σχέση του με έκνομες καταστάσεις που ευδοκιμούν στους κόλπους των αποικιοκρατών. Επομένως ο φόνος που διαπράττει ο Μερσώ εντάσσεται σε μια προοπτική διαπροσωπικών συμμαχιών, γίνεται με το αντάλλαγμα μιας αόριστης εύνοιας και συνενοχής εκ μέρους της κοινότητας στην οποία ανήκει ο γάλλος ήρωας, και η οποία είναι, ωστόσο, η ίδια που τον ορίζει ως ξένο μέσα στους κόλπους της. Αλλά και η σχέση με τον Ραημόν τοποθετεί τον Μερσώ πέρα από το καλό και το κακό, στον χώρο μιας αδιαφορίας που θα τον φέρει ante festum μεταξύ των αντιηρώων της σύγχρονης μυθοπλασίας. Έτσι, η έννοια του ξένου υπόκειται σε μια βαθιά επεξεργασία βάσει του προσώπου του Μερσώ. Το ξένο γίνεται συνώνυμο του ανοίκειου, του παράδοξου, του unheimlich της φροϋδικής σύλληψης. Η σημερινή εκδοχή για τον ξένο όπως προκρίνεται από τις ΜΚΟ και άλλες αγαθές ψυχές αποδεικνύεται επομένως ανεπαρκής για την κατανόηση των αντιδράσεων του εν λόγω ήρωα.

Εξάλλου, όταν, στα 1967, ο Λουκίνο Βισκόντι μετέφερε τον Ξένο στον κινηματογράφο, κατηγορήθηκε για αστοχία και προδοσία του νοήματος του βιβλίου. Τι έφταιξε και, παρά τη συνεπικουρία της βισκοντικής dream team που συνεργάστηκε για το Lo straniero (Μαρτσέλο και Ρουτζέρο Μαστρογιάννι, Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, Άννα Καρίνα, Τζουζέπε Ροτούνο), η ταινία θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «η» παροιμιώδης αποτυχία του σκηνοθέτη του Γατόπαρδου; Ομολογουμένως, η ταινία δεν χωλαίνει τόσο αισθητικά, απλώς μετατοπίζει το ιδεολογικό της έρμα από το «υπαρξιακό» στο «πολιτικό» και, έτσι, μοιραία χάνει την «εμβληματική» ουσία του Ξένου, που από πολλούς επικεντρώνεται στην έννοια του παραλόγου όπως αυτή κατοχυρώθηκε, αναδρομικά και κάπως αναχρονιστικά, από τον φιλόσοφο Καμύ (Ο μύθος του Σισύφου, Ο επαναστατημένος άνθρωπος) και τη μεταπολεμική υπαρξιστική προβληματική. (περισσότερα…)

Κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη! Σχόλιο για τον δύσμοιρο τον Παρθενώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ανέβασα προχθες ένα σημείωμα στο facebook για τον αναστηλωμένο Παρθενώνα μας και την παρδαλή κατά τη γνώμη μου, και κατά την γνώμη πάμπολλων άλλων, όπως φάνηκε (το ποστ έχει ώς τώρα πάνω από 40.000 προβολές), νέα του όψη. Έγραφα εκεί:

«Να είμαι άραγε ο μόνος που αποστρέφεται αυτά τα αναστηλωτικά έμπλαστρα; Αυτά τα κατάσπρα ως χιών, λ.χ., μάρμαρα, που γυαλίζουν πλάι στην πατίνα της παλιάς πέτρας όπως γυαλίζει στον ήλιο η λεύκη πάνω στην υγιή επιδερμίδα; Οι αρχαιολόγοι, όπως το βλέπω εγώ, είχαν δύο επιλογές. Είτε να περιοριστούν στα σωστικώς αναγκαία και ν’ αφήσουν το λοιπό μνημείο στην κατάσταση που το έφερε η ιστορία. Είτε, εκεί που έκριναν ότι πρέπει να συμπληρώσουν τα κενά, να προσαρμόσουν τις νεότερες προσθήκες χρωματικά, όπως το κάναν λ.χ. οι Πολωνοί ξαναχτίζοντας υπέροχα τις ισοπεδωμένες πόλεις τους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το κατάλευκο του νιόκοπου μαρμάρου αλήθεια τι δείχνει; Σεβασμό τάχατες στο πρωτότυπο ή το άγχος του επιγόνου να κοτσάρει κι εκείνος κάπου τη σχολαστική τζίφρα του;»

Όπως κάθε φορά που αμφισβητεί κανείς το «δικαίωμα» ενός σιναφιού να αποφασίζει εκείνο κατά το δοκούν για ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, η συζήτηση δεν άργησε ν’ ανάψει. Παραπέμπω στα, ποικιλοτρόπως, ερεθιστικά σχόλια που κατατέθηκαν ένθεν κακείθεν.

Έτσι μου αντιτάχθηκε ότι ουδείς λόγος πέφτει στο κοινό για το τι κάνουν οι αναστηλωτές με τον έρμο τον ναό της Παλλάδας! Ή ότι δεν έχει καμιά σημασία αν το αποτέλεσμα της αναστήλωσης είναι ή δεν είναι όμορφο! Ή ότι η ιστορική σημασία του κτηρίου υπερισχύει της αισθητικής του αρτιότητας, και άλλα γενναιόφρονα τέτοια.

Φυσικά, μου επιρρίφθηκε και άγνοια των περί αναστηλώσεως θεσφάτων… Λες και το ζήτημα που έθεσα εξ αρχής δεν ήταν ακριβώς αυτό: πόσο εύλογες είναι εντέλει αυτές οι ντιρεκτίβες και σε τι αποτέλεσμα έχουν εμπράκτως οδηγήσει…

Φοβάμαι ότι αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τη σημερινή αρχαιολογία από το αντικειμένο της.  Ας προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Αφ’ ης στιγμής ο Παρθενώνας δεν λειτουργεί πλέον ως ναός, είναι για μας πρωτίστως έργο τέχνης. Η αισθητική του αξία δεν είναι κάτι το παρεμπίπτον ή το επιπρόσθετο, είναι η ταυτότητά του. Χωρίς αυτήν την αισθητική ταυτότητα, ούτε για σύμβολο της δημοκρατίας θα μιλούσαμε, ούτε για ιστορική σημασία και τα συναφή. Αν κάποια στιγμή πάψει να μας συγκινεί το κάλλος αυτού του «μανδύα από μάρμαρο», που πέφτει πάνω μας καθηλωτικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης, τότε και οι δευτερογενείς ιστορικές και συμβολικές παραδηλώσεις θα εξατμιστούν αυτοστιγμεί.

Τώρα, αυτή η αισθητική αξία βιώνεται πάντοτε παροντικά, αφορά την ζώσα, ενεργό σχέση του θεατή με το αρχιτεκτόνημα. Και είναι μια σχέση που για να λειτουργήσει πρέπει να αναπτυχθεί όσον το δυνατόν άμεσα, αδιαμεσολάβητα. Όταν ο σημερινός αρχαιολόγος θεωρεί καθήκον του να υπογραμμίσει με φωσφοριζέ μαρκαδόρους την όποια συμβολή του, είναι προφανές ότι τη σχέση αυτή έχει πάψει πλέον να την κατανοεί, συνεπώς και να τη σέβεται. Έχει πάρει ένα έργο τέχνης ζωντανό και το έχει υποβιβάσει σε τεκμήριο αρχειακό, έχει πάρει μια παρουσία και την έχει κάνει σκονισμένη αποδελτίωση του παρελθόντος. Και ο ίδιος, από φιλότεχνος και φιλάρχαιος έχει μετατραπεί σ’ εκείνον τον ανέραστο μεσιέ Βερόγκ που τόσο κοροϊδεύει στον Μώμπερλυ ο Έζρα Πάουντ:

Πλάι σ’ εμβρύων μούμιες και σε οστών προθήκες
τον βρήκα τον μεσιέ Βερόγκ, ύστατη κλήρα
των προεστώτων του Στρασβούργου,
συντάκτη καταλόγων τρομερό, τελειοθήρα.

Σκεφτείτε τώρα έναν ηθοποιό να ερμηνεύει τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού και να σταματά σε κάθε στίχο για να πληροφορήσει το κοινό ότι εν προκειμένω ακολουθεί την τάδε ή τη δείνα κριτική έκδοση του κειμένου. Φανταστείτε έναν πιανίστα πριν από καθεμιά Goldberg-Variation να σχολιάζει προς το ακροατήριο πώς ο Μπουζόνι, ή άλλος τις, μετέγραψε το έργο του Μπαχ που θ’ ακούσουν.

Κι όμως αυτό ακριβώς κάνει ο αρχαιολόγος της σήμερον. Μπαίνει στη μέση. Πετάγεται δασκαλίστικα εκεί που η δουλειά του είναι του σιωπηρού υπομνηματιστή. Διεκδικεί το σανίδι εκεί που η θέση του είναι στα παρασκήνια. Λες και η συμβολή του δεν υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να καταδειχθεί, για όσους τυχόν ενδιαφερθούν γι’ αυτήν. Λες και αν μια πέτρα του Παρθενώνα δεν είναι κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, θα ξεγελαστεί το κοινό και θα νομίσει ότι βλέπει το ίδιο το χέρι του Ικτίνου εν δράσει… (περισσότερα…)

Πορτρέτο κυρίας στο ημίφως

 *

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

~.~

Γιώργος Συμπάρδης
Νύχτες με την Κάλλη
Μεταίχμιο, 2026
Vivre c’ est s’ obstiner à achever un souvenir
RENÉ CHAR

Η νέα νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη ανανεώνει και ενδυναμώνει το άρωμα μυστηριακής γοητείας που αποπνέουν τα προηγούμενα έργα του – πέντε μυθιστορήματα και μία νουβέλα συνολικά. Γιατί στα βιβλία του Συμπάρδη πρωταγωνιστής είναι η ατμόσφαιρα, ενώ οι ήρωες είναι ρευστοί και περιπλανώμενοι, ασυμβίβαστοι, αδέσμευτοι, ασαφείς και απροσδιόριστοι, ζωντανά δείγματα της ρευστής εποχής στην οποία ζούμε. Τα πρόσωπα μετατοπίζονται διαρκώς μέσα στον τόπο και τον χρόνο και αποκτούν υφή και ένα βαθμό συμπύκνωσης, ανάλογα με τα αν στέκονται στο φως, το ημίφως ή το βαθύ σκοτάδι. Οι τόποι κι αυτοί πρωταγωνιστούν ή μάλλον το πέρασμα, η μετάβαση από τόπο σε τόπο, που ορίζει και τη διαφορετική ατμόσφαιρα. Και η πλοκή είναι ακριβώς αυτοί οι τόποι, καθώς τους διασχίζει η ερωτική επιθυμία και η αναζήτηση της εκπλήρωσής της, που δεν είναι μια γραμμική πορεία, αλλά η τεθλασμένη κίνηση, η σπασμωδική, η συνειρμική, η παλινδρομούσα μετατόπιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Μπαίνω στον πειρασμό να πω πως αυτή η διαρκής μετακίνηση στην ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης, το πέρασμα από διαφορετικές ατμόσφαιρες, οι γκρίζες ζώνες που διασχίζουν τις συνοικίες, ή τοποθετούνται στις παρυφές τους, δεν έχουν αποτυπωθεί από κανέναν άλλο συγγραφέα με τόση λεπτότητα και λεπτομέρεια, με εξαίρεση ίσως τον (συνομίληκό του) Πατρίκ Μοντιανό.

Έτσι στην πρόσφατη νουβέλα ο (νεαρός;) αφηγητής, καθώς περιπλανιέται στη γειτονιά του, τα Πετράλωνα, τη μέρα στο δυνατό φως του Αυγούστου, και όταν βραδιάσει στη ραστώνη των έρημων και πιο δροσερών νυχτερινών δρόμων, στα σκαλοπάτια ενός ναού εντοπίζει μια γυναικεία φιγούρα, μια μεγάλη γυναίκα, με παλιομοδίτικα εξεζητημένα ρούχα, σαν παλιά θεατρίνα, μια εκλεπτυσμένη καλλονή αλλοτινής εποχής και γοητεύεται από αυτήν σε σημείο που ο πόθος του να την συναντήσει και να την γνωρίσει την “προσελκύουν” ένα βράδυ στην ημιφωτισμένη βεράντα του σπιτιού του, όπου ξεδιψούν με παγωμένα ποτά, τζιν με τόνικ, βότκα με λεπτές φέτες λεμόνι, με θέα τον ακάλυπτο, αλλά και ένα μπαλκονάκι μιας νεαρής γειτόνισσας, για να ανακαλύψει στο τέλος πως το ενδιαφέρον της μυστηριώδους γυναίκας δεν ήταν ακριβώς για αυτόν αλλά για τη νεαρή ένοικο του διπλανού διαμερίσματος.

Στην γοητευτική κυρία με τα γαλαζοπράσινα μάτια, τα φλοράλ φορέματα, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, την φαρδιά άσπρη ζώνη, την μεγάλη ετοιμότητα στον λόγο, την τάση για εκμυστήρευση, την ζωηρή ανάγκη για παρέα και συναναστροφή, την ευκολία να χτυπάει το κουδούνι και να εισβάλλει με μπαγιάτικα γλυκά στο σπίτι ενός σχεδόν άγνωστου άντρα, την άνεση να τον αγνοεί, να τον χρησιμοποιεί κατά πώς θέλει, έχοντας προφανώς συνείδηση της δύναμής της και της έλξης που του ασκεί, την ικανότητα να τον αφήνει άναυδο και ανήμπορο με την άστατη συμπεριφορά της, ο αφηγητής δίνει το όνομα “Κάλλη”, το όνομα μιας αλαζονικής μεγαλύτερης από αυτόν ξαδέλφης του, που όταν αυτός ήταν μικρός και μαγεμένος μαζί της, εκείνη τον περιφρονούσε και τον προσέβαλε, σε σημείο που να αναρωτιόμαστε αν ο πόθος του για την επιβλητική κυρία τροφοδοτείται από την ανάμνηση, κι ακόμα αν η κυρία δεν είναι εντελώς πραγματική αλλά μια αντανάκλαση της ακατάδεχτης ξαδέλφης του. «Η ζωή ως η εμμονή να ολοκληρώσεις μια ανάμνηση», καταπώς λέει ο Ρενέ Σαρ. Ή αντίστροφα, μήπως η ανάμνηση είναι μια νέα επινόηση που χτίζεται με βάση την ζωντανή μορφή που ο ήρωας έχει αυτή τη στιγμή μπροστά στα μάτια του. Πες μου κάτι δικό σου, προσωπικό, του λέει η γυναίκα. “‘Έστω κάτι γι’ αυτή την ξαδέλφη σου που της μοιάζω, την Κάλλη’. Άρχισα με τη φωνή της ξαδέλφης που ακούγοντάς την ταξίδευες και την κάπως μεγάλη αλλά και ωραία, σαν κοντυλογραμμένη, μύτη. Δηλαδή με τα γνωστά για τα οποία ούτε να ψάξω χρειάστηκε ούτε και να παιδευτώ. Το ίδιο καλά τα πήγα και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, αφού μπροστά μου τα είχα κι απλώς παράλλαζα αυτά που έβλεπα.” “Λευκές” θα είναι και οι τέσσερεις νύχτες που θα περάσει μαζί της, όπως ήταν και με την ξαδέλφη του. Η επιθυμία ανεκπλήρωτη, ίσα που αρθρώνεται, χάνεται μέσα στην αβεβαιότητα. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)