Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (1/5)

Dorothea Tanning, La truite au bleu

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Ότι η ασθενής σχέση ποιήματος και μανιφέστου δεν ακυρώνει το γιατί η καροτίνη υψηλών οκτανίων συνάδει με το μπουρδέτο».
Κακναβάτος Ε. και Κανιούρας, Σ., Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του 2000 τη εθελοντική συνεισφορά αντιπροσωπείας ζώων, Άγρα, 2000

«Στιλβωμένη λάμψη»[1]: τα ψάρια περιπλανώμενα λαμπυρίζουν μέσα κι έξω από το νερό. Εκπέμπουν λάμψεις στην πραγματικότητα, τη φαντασία και την τέχνη, με τους ίδιους τρόπους που στραφταλίζει η ποίηση στα ποιήματα που αγαπάμε. Ανάδυση, καταβύθιση, διαρκείς μετατοπίσεις και μετασχηματισμοί στο χωρίς σύνορα υγρό στοιχείο. Κινήσεις αυτόνομες ή πλήθη ψαριών κοπαδιαστά. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή αλληλοφαγώματα και μεταμφιέσεις. Στη μυθολογία ο Ποσειδώνας με τις κόρες του, γοργόνες και ανθρωπόψαρα. Επόμενο είναι, λοιπόν, τα ψάρια, όπως και τα πουλιά, να χρησιμοποιούνται στις γραφές των ποιητών ποικιλοτρόπως.

Τα ψάρια και το υγρό στοιχείο σύμβολα διακειμενικά και πολιτισμικά περιέχουν σύνθετους και διαφορετικούς συμβολισμούς. Στις πολύπλοκες συνθέσεις και ερμηνείες, τα ψάρια παραμένουν αινιγματώδη[2] και πολύσημα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας, η ζωή ξεκίνησε από το νερό. Για τον άνθρωπο η ζωή εκεί κινητοποιούσε διττά αμφίρροπα συναισθήματα φόβου και γοητείας. Ποικίλες είναι και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες των ψαριών. Συμβολίζουν την ύπαρξη στη μήτρα και το υγρό περιβάλλον, την εν εξελίξει σεξουαλικότητα, τον φαλλό, αλλά και τη ζωή και τον θάνατο.[3] Στα παραμύθια και τη λαϊκή παράδοση, τα ψάρια είναι επίσης πολλές φορές οι ήρωες μαζί με πολλά θαλάσσια τέρατα: γοργόνες, κήτη, λιμνίσια πλάσματα.

«[…] Από το μάτι έρχεται η έρευνα, απ’ την επιλογή έρχεται επίμονο κοπάδι»[4]. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο και προβλέψιμο τα ψάρια ως επιλογή, να εμφανίζονται συχνά στην ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη, συγκροτώντας ένα επίμονο κομμάτι δεδομένων, συμβολισμών και ιστοριών, το οποίο ανατροφοδοτείται συνεχώς. Τα ψάρια εντοπίζονται επίσης σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών[5] και εγχειριδίων. (περισσότερα…)

Το ατελές πέρασμα στη νεωτερικότητα

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Χάρης Βρόντος
Στοιχεῖα πολιτιστικῆς πατριδογνωσίας
Ἁρμός 2021

Σὺν τῷ χρόνῳ παρεξηγήθηκε ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς. Ἀπὸ τὴ μία ἔφτασε νὰ εἶναι ἕνα χάϊδεμα, μιὰ ἁπλὴ παρουσίαση στοιχείων —πάντοτε θετικῶν, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὑμνητικῶν— καὶ τίποτε περισσότερο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπέκτησε χαρακτηριστικὰ πολεμικῆς, θεωρῶντας τὴν ἄρνηση (αὐτὸ ποὺ στὴ γενιὰ τοῦ ’70 βαφτίστηκε “ἀμφισβήτηση”) ὡς αὐτοσκοπὸ μιᾶς κριτικῆς, πολλὲς φορὲς φτάνοντας σὲ περιπτώσεις κατάφωρης ἀδικίας, κιτρινισμοῦ ἢ ad hominem ἐπιθέσεων ἄνευ οὐσίας ποὺ ὑποβάθμιζαν τὴν ἀρχικὴ πρόθεση. Ἐπιπλέον, προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ κριτικὴ περιορίστηκε στὸ ἑκάστοτε μετιέ· οἱ συγγραφεῖς της ἔμειναν στὴν ἐνδοκαλλιτεχνικὴ περιπτωσιολογία κρίνοντας τὸ κάθε προϊὸν ἢ τὴν καθεμιὰ προσωπικότητα ἐντὸς τῶν τειχῶν τῶν ἰδιωμάτων καὶ τῶν συμφραζομένων τους.

Τὸ βιβλίο γιὰ τὸ ὁποῖο μαζευτήκαμε νὰ μιλήσουμε ἀπόψε δὲν ὑπακούει σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα, κι’ ἂς δίδεται αὐτὴ ἡ ἐντύπωση ἕνεκα τοῦ δημιουργοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀφιέρωσε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ μουσική. Παίρνοντας κανεὶς στὰ χέρια του τὰ Στοιχεῖα πολιτιστικῆς πατριδογνωσίας ἀναμένει ἕνα ἀκόμα βιβλίο τοῦ Βρόντου, τὸ ὁποῖο θὰ μιλᾶ γιὰ τὴ μουσικὴ μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μιὰ εὔκολη πλάνη. Κι’ εἶναι μιὰ εὔκολη πλάνη γιατὶ ὁ Βρόντος σὲ κανένα ἀπολύτως βιβλίο του δὲν μίλησε γιὰ τὴ μουσικὴ per se. Ἡ κριτική του δὲν ὑπῆρξε ὀμφαλοσκοπικὴ ὡς πρὸς τὴν τέχνη ποὺ τοῦ ἔλαχε νὰ ὑπηρετεῖ, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα του εὐρύτερα γνωστὰ καὶ ὀξεῖα δοκίμια στὸ περιοδικὸ Κριτικὴ καὶ Κείμενα φάνηκε ὅτι ἀκολούθησε ἕναν δρόμο ἰδεατὸ ὡς πρὸς τὸ εἶδος· αὐτὸ ποὺ νέτα-σκέτα θὰ ὀνομάζαμε κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ. Διότι ἕνα μουσικὸ ἔργο, ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο, ἕνα εἰκαστικὸ πόνημα, ἀκόμα κι’ ἕνα κτήριο, ποτὲ δὲν μποροῦν νὰ τεθοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μικροσκόπιο δίχως πρῶτα νὰ ἐρευνηθεῖ ἡ θέση τους στὸ πεδίο, οἱ συνάψεις τους μὲ αὐτὸ καὶ τέλος οἱ παρελθοντικὲς ἀλλὰ καὶ οἱ μελλοντικὲς ἐξακτινώσεις τοῦ συνόλου αὐτοῦ πρὸς τὴν ἱστορία καὶ τὸ πολιτισμικὸ ἀποτύπωμα ἑνὸς τόπου, μιᾶς ἠπείρου, ἑνὸς Κόσμου ‒ ἐν προκειμένῳ τοῦ δυτικοῦ.

Ἔτσι καὶ σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἐκτεῖνεται σὲ τριακόσιες παρὰ δύο σελίδες καὶ περιλαμβάνει πέραν τοῦ «Προλόγου» του κι’ ἑνὸς δισέλιδου εἰκονογραφικοῦ παραρτήματος, δεκατρεῖς συζητήσεις μὲ τοὺς Γιώργο Ἀριστηνό, Τάσο Γουδέλη, Γιῶργο Ζερβό, Γιάννη Πατίλη, Κώστα Σοφιανὸ καὶ Νίκο Χριστοδούλου κατὰ μόνας καὶ μιὰ —ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι— “στρογγυλὴ τράπεζα” μὲ τοὺς Νίκο Σκαλκώτα, Τάσο Γουδέλη, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Ζαμπία Ἀγριμάκη, Νίκο καὶ Ἀθανασία Κουφάκη, Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή, Βαγγέλη Κούμπουλη, Δημήτρη Μπουρνοῦ, Δημήτρη Κωστόπουλο, Γεωργία Καραχρήστου καὶ φυσικὰ τὴν Κλαὶρ Ντεμελενάρ. (περισσότερα…)

Δημήτρης Κανελλάκης, Πέντε ποιήματα

*

ΠΡΟΔΙΟΡΘΩΣΗ

«Ρηχός μελοδραματισμός
φθηνός ο καρυωτακισμός»
είπε ο Διόνυσος εξαίφνης
που το παίζει λογοτέχνης.
«Πού ’ναι τα διακείμενά σου;
Καβάφης πάλι; Για φαντάσου…»
Να το δάχτυλο στη μέση,
Διόνυσε, αν δε σ’ αρέσει!
«Λείπουν οι ψαγμένοι στίχοι
και λιγοψυχούν και σβήνουν».
Να τους δεις δεν είχες τύχη,
τώρα κάπου μπεκροπίνουν.
«Πού ’ναι οι άλλοι, η κοινωνία;»
Με το ζόρι βρε ψυχή μου
–άλλη από κει μανία–
να ’χω φίλους στη ζωή μου;
«Λείπει η σπάνια η λέξη
που ο νους έχει σμιλέψει».
Τις εξόντωσες, θυμήσου,
όλες μες στη διατριβή σου.
«Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
τάχα ποιο το όραμα;
Αχ, σου ξέφυγε το μέτρο!»
Θα το βρεις στον Άγιο Πέτρο.

Μα προς τι η απολογία;
Ξέρεις, πάντα ο πελάτης
έχει δίκιο – κι η ειρωνεία
εν τοιαύτη περιπτώσει
να ’μαι ’γώ ο ζυγοστάτης,
ήτοι αυτός που έχει πληρώσει.

~.~ (περισσότερα…)

Ποιοι κυβερνούν αυτόν τον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο όπου ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την αντίληψη του ανθρώπου-καταναλωτή, του ανθρώπου-παραγωγού και του ανθρώπου-επιχειρηματία κι έτσι παραμερίζει αν δεν μηδενίζει τον άνθρωπο-πρόσωπο και τον άνθρωπο-υπεύθυνο πολίτη που συνυπάρχει με τον συνάνθρωπο. Καλλιεργείται έτσι ένας ολοκληρωτισμός και κάτι σαν θρησκεία που εγκαθιδρύει λυσσαλέα ανταγωνιστικότητα και μόνιμη μέριμνα για μεγιστοποίηση κερδών.

Εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας που είναι αμφίβολο πόσο την παρακολουθούν οι λαοί, ακούσαμε το πρώτο διάγγελμα του Πούτιν που απευθυνόταν προς όλο τον κόσμο και βεβαίως προς τη Δύση.

Και ενώ από το πρωί ως το άλλο πρωί τα ΜΜΕ ανά τον κόσμο καταγγέλλουν οποιαδήποτε ενέργεια των Ρώσων ως εχθρική και αντίθετη με το διεθνές Δίκαιο, ελάχιστα συζητείται η επιθετικότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Οι εξαγγελίες του νεοεκλεγέντος αμερικανού προέδρου Μπάιντεν από καιρό στοχεύουν τον Πούτιν και τη χώρα του και δημιουργούν κλίμα ψυχροπολεμικό, λες και δεν έφτανε αυτό που είχε επικρατήσει τόσα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οπωσδήποτε μια αναπτυσσόμενη (ξανά) Ρωσία και μάλιστα μετασοβιετική, δυσχεραίνει την περαιτέρω εδραίωση της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο και την εξακολούθηση της κυριαρχίας τους σ’ αυτόν. Παρ’ όλο που θα έπρεπε να είναι πασιχαρείς αφού ο εξ αυτών ή αν θέλετε, γενικότερα, ο εκ δυσμών πηγάζων καπιταλισμός και το σύστημά του εισέδυσε λάβρος σε όλο τον κόσμο, κομμουνιστικό και μη, και μάλιστα όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα που από μια άποψη παρουσιαζόταν πιο επαναστατική από την «μητέρα» της.

Μα φαίνεται πως το παιχνίδι δεν είναι μονάχα οικονομικό (κατά βάσιν οικονομίστικο) αλλά και στρατιωτικό και πολιτικό και πλουτοπαραγωγικό. Αποβαίνει μάλιστα σκληρότερο όσο η αληθινή πνευματική-πολιτιστική πραγματικότητα ανθρώπων και λαών περιθωριοποιείται ή συρρικνώνεται (αν όχι παραμορφώνεται) αφήνοντας τα ανθρώπινα όντα έρμαια ενός αδηφάγου υλισμού, και καταναλωτισμού που βοηθούμενος από την προέλαση της τεχνοκρατίας ζητά να συνοψίσει στον άξονα παραγωγή-κατανάλωση το Νόημα της ζωής. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Γάλλοι

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Βεβαιότητα! Βεβαιότητα! Φώναξε ο Πασκάλ, αγγίζοντας με το χέρι το πανωφόρι του, πάνω στο ραμμένο φυλαχτό με το σημείωμα: «Θεός του Αβραάμ, Θεός του Ισαάκ, Θεός του Ιακώβ – όχι των φιλοσόφων και των λογίων» – έτσι άρχισε ο 17ος αιώνας, ο αγώνας του για μια νέα βεβαιότητα, όταν άρχισε η παλαιά, η θρησκευτική να κλονίζεται, και η ταξική της αυλής είχε ήδη αμφισβητηθεί. Αλλά η βεβαιότητα τούτη δεν προήλθε από τον κόλπο του Αβραάμ και δεν οδήγησε στο Μυστήριο που τόσο λαχταρούσε ο Πασκάλ· εκείνο που ήλθε ήταν η ασφάλεια μέσω του νου, με τη σαφή σκέψη που διαπερνά τον εαυτό της και η οποία έγινε από την εποχή του Καρτέσιου το κριτήριο της πραγματικότητας όλων των όντων.

Ο Μπλαιζ Πασκάλ που γεννήθηκε το 1623, αισθάνθηκε καταστάσεις και σκέψεις που είναι σε μας τους σύγχρονους πολύ οικείες. «Nous ne vivons jamais, mais nous espérons de vivre». Θα έπρεπε να το μεταφράσομε: «Δεν ζούμε καθόλου, απλώς ελπίζομε πάντα, και πείθομε τους εαυτούς μας πως θα ζήσομε αύριο ή μεθαύριο». Βρίσκομε σ’ αυτόν προτάσεις πραγματικής γνώσης, προτάσεις οι οποίες με την οριστικότητά τους μοιάζουν να σταματούν τη ροή των πραγμάτων: «Γνωρίζω κάτι για την τάξη και μάλιστα όσο λίγοι άνθρωποι. Τα Μαθηματικά την τηρούν αλλά τα Μαθηματικά είναι στο εσώτατο βάθος τους άχρηστα». Ή: «Μόλις παραιτηθεί ο άνθρωπος από τη διασκέδαση, από το κυνήγι της επιτυχίας, του κύρους, της εξουσίας, του χρήματος, γεννιέται στην ψυχή του η ανία, μια μαύρη θλίψη, η έγνοια, η απελπισία». Είναι η μελαγχολία, μια υπαρξιακή, πνευματικά καθορισμένη μελαγχολία, που δεν μπορεί πια να αποφασίσει να κατέλθει σε μιαν αυτοπραγμάτωση στη ζωή και στη δράση αλλά και δεν έχει πραγματοποιήσει ακόμη τη μεταγενέστερη σκέψη του Κόσμου της μορφής και της έκφρασης. «Moi haïssable» – Το Εγώ είναι μισητό – και: «Ο άνθρωπος έχει προφανώς παραπλανηθεί και έχει εκπέσει από τον αληθινό του τόπο, χωρίς να μπορεί να τον ξαναβρεί, τον αναζητεί παντού ανήσυχος και χωρίς επιτυχία, στα αδιαπέραστα σκοτάδια», δηλαδή μια βαθειά, διχασμένη  μελαγχολία, και είναι ενδιαφέρον να δούμε, πώς η στροφή προς τη θρησκευτικότητα, στην οποία προχώρησε ο Πασκάλ – όπως 200 χρόνια αργότερα ο Κίρκεγκωρ – δεν κατάφερε να τη θεραπεύσει, ενώ η στροφή προς το αισθητικό πεδίο, την οποία υπέδειξε ο Νίτσε, μας φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην εποχή μας και την εκπληρώνει. (περισσότερα…)

Νίκος Χρυσικόπουλος, Τέσσερα ποιήματα από τον «Δεκάλογο των Χρωμάτων»


*

Ερυθρός

ο Ξένος:

ανάμεσα Άρη κι Αφροδίτη
η Γη μου εγκλωβισμένη
σε μια σκιά πορφυρή

η ζωή μου εδώ
απ’ τον εωσφόρο στον έσπερο
χωρίς την ενδιάμεση μέρα,
από ράγισμα σε ράγισμα
μια αιώνια φωτιά στον ουρανό

απ’ τον πόθο στο πάθος
ένας κόκκινος ποταμός
πάει κι έρχεται
ρέει σαν να μην ρέει
ρέων στέρεος ποταμός (περισσότερα…)

Τρεις Εβραίοι της Ουκρανίας

*

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την παραμικρή ιδέα δεν είχα κατά πούθε πέφτει το Ρόβνο, όταν το πρωτοαντίκρισα στο Κόκκινο ιππικό του Ισαάκ Μπάμπελ. Εκείνος έγινε η αφορμή να το αναζητήσω στον χάρτη της τότε Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, μα και ταυτόχρονα να το τοποθετήσω και σ’ έναν άλλο χάρτη, νοητό, της πολωνο-ουκρανικής εβραίϊκης ανθρωπομυρμηγκιάς, που αιώνες ζούσε κατά κείνα τα μέρη με την ιδιαίτερη γλώσσα της, τα γίντις, τις παραδόσεις και τις Γραφές της, τις συναγωγές και τους ραβίνους της, την ευσέβεια και τις αμαρτίες της. Ένας μικρός κρίκος ανάμεσα σε αρίφνητους άλλους, γνωστούς ή άσημους, της μεγάλης και μακριάς πολυάνθρωπης αρμαθιάς των ζωντανών και κεκοιμημένων Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης, σαν το Γκόραϋ του άλλου ξακουστού Ισαάκ (Μπάσεβις Σίνγκερ), το Τερνοπόλ, και το γενέθλιο Οκόπυ του Μπάαλ Σεμ Τοβ –του γεννήτορα του χασιδισμού ραβίνου Ισραέλ μπεν Ελιέζερ–, το Μπουσάτς του Σμουέλ Αγκνόν· το Ρόβνο της μάνας του Αμός Οζ (Ιστορία αγάπης και σκότους) που δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω εκεί, μα ούτε και να νοσταλγήσει ή να πενθήσει («όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε»)· κι ακόμα τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, σαν το Λβίου (Λβουόφ), το Κίεβο και το Χάρκοβο, την Οντέσσα, την κοσμοπολίτικη και πολύεθνη.

Και, παρ’ όλο που η γραφή ξεκόρμισε και θέλει επίμονα να ξεστρατίσει προς τα κει, δεν θα λοξοδρομήσω απ’ όσα η μνήμη τραγικά ανακάλεσε με αφορμή την βίαιη επικαιρότητα της ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία και μ’ έσπρωξε να γράψω. Για τρεις Εβραίους από της Ουκρανίας τα μέρη, που από πολύ νωρίς, άμεσα και παθιασμένα, αδιάρρηκτα μα και καταλυτικά συνέδεσαν την ζωή και τις τύχες τους με την γέννηση και το θεμέλιωμα της νέας σοβιετικής τους πατρίδας· καθείς όμως με τον δικό του τρόπο και την δική του στάση, μα και καθείς λαβαίνοντας διάφορα τα επίχειρα ή τις αμοιβές από την ίδια σοβιετική πατρίδα.

Στην –λανθασμένα αρχαιοελληνοπρεπώς αποκληθείσα– Οδησσό λοιπόν (μιας κι η ομώνυμη ελληνική αποικία βρισκόταν χαμηλότερα, στην Βάρνα, ενώ ετούτος ο συνοικισμός γειτόνευε με την Όλβια στον Βορυσθένη/Δνείπερο) γεννήθηκε ο Ισαάκ Μπάμπελ, ο νεώτερος μα κι ο πρώτος από τους Εβραίους Ουκρανούς που ανέσυρε η θύμηση. Κι ίσως ο βαθύτερος λόγος για την πρωτιά αυτή να σχετίζεται με την συχνή –κι ολόσυχνα ολοτρύφερη– μνημόνευση της εβραϊκής ταυτότητας, δικής του και του τόπου όπου ξετυλίγεται κι η δράση του πιο γνωστού στην Δύση βιβλίου του (Το κόκκινο ιππικό)[1].

«Νεκροταφείο σ’ ένα μικρό εβραιότοπο! Η Ασσυρία και το γεμάτο μυστήριο αργοσάπισμα της Ανατολής, στους σκεπασμένους με αγριάδες κάμπους της Βολίν!… (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (3/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Από τα γνωμικά και επιγράμματα

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (3/4)

 

Τοῦ βίου σου τὸ πέλαγος γυμνὸς νὰ διασχίζῃς,
μήτε τὸ πλοῖον σου βαρειὰ νὰ εἶνε φορτωμένον,
διότι εἶνε κίνδυνος νὰ καταβυθισθῇ.

Ὅστις εἰς τὰ ἀνθρώπινα ἐμπιστοσύνην ἔχει,
ποὺ ἔρχονται κι’ ἀπέρχονται, πέποιθεν εἰς ἓν ρεῦμα,
ὁποὺ ποτὲ δὲν σταματᾷ.

Ἴσον κακὸν μοῦ φαίνεται ζωὴ κακὴ καὶ λόγος
κακὸς ὁμοίως. Ὅστις δὲ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο
ἔχει τὸ ἕν, αὐτὸς σαφῶς θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἄλλο.

Δικαιοσύνην ἄκαμπτον ποτέ σου νὰ μὴν ἔχῃς·
ἀλλὰ καὶ μήτε φρόνησιν παμπόνηρον ποτέ σου.
Τὸ μέτρον εἶνε ἄριστον πάντοτε καὶ παντοῦ.

Ἐξέταζε μὲ προσοχὴν μᾶλλον τὸν ἑαυτόν σου
παρὰ τοὺς ἄλλους, φίλε μου. Διότι ἐξ ἐκείνου
σὺ μόνος θὰ ὠφεληθῇς πολύ, ἐκ τούτου δὲ οἱ ἄλλοι.
Καὶ εἶνε προτιμότερον πάντα νὰ λογαριάζῃς
τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις σου παρὰ τὰ χρήματά σου.
Διότι ταῦτα φθείρονται, ἐκεῖνα δ᾽ ἀπομένουν·

(περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ρέκβιεμ για την Ουκρανία

*

δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους
θα ουρλιάζω κι εγώ

Και κάπως έτσι
Ιούλιο μήνα –για Φεβράρη–
ακούσαμε να πέφτει
μια μεγάλη ριπή
σαν χαλασμένο φρούτο
έξω από την Ιστορία.

Ο μεγάλος χρόνος
καθήμενος στους ώμους των γερόντων
βούτηξε ξανά ολόγυμνος στη θάλασσα
ο ίδιος χρόνος
που κάθισε κάποτε
στα γόνατα της Παναγίας
στο Βόλγκογκραντ
γεννώντας ονόματα κραταιών μεγάλων πόλεων
αφήνοντας ένα γέλιο γοερό
στις καστανιές
θρόισμα
πριν απ’ το φύλλο. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Οι Γύροι

Κίεβο, 1943

*

Οι Γύροι! οι Γύροι! Πέτρινη Όψη γηραλέα, δες·
οι στοχασμοί τόσων ετών τώρα σε τι ωφελούν;
σβήσαν των προπατόρων μας οι αρχαίες γραμμές,
από αμετρία η ομορφιά κι η αξία αυτοκτονούν.
Τη γη χείμαρρος άλογος έχει αιματοκυλήσει·
κουφάρι ο Έκτορας, αποκαΐδια η Τροία·
στο βάραθρ’ όλα ο Εμπεδοκλής τά ’χει γκρεμίσει·
κι εμείς εμπρός τους θεατές με τραγική ευθυμία.

Tι κι αν η λάβα του εφιάλτη πια παφλάζει,
τι κι αν στη λάσπη πέφτει το τρωτό κορμί;
Στόμα κανένα για όλα τούτα ας μη στενάζει,
η εποχή μας τέλειωσε η αρχοντική·
κι άλλοτε σε ψιμύθια κι είδωλα μπροστά
τάφων αρχαίων θρήνησα, όχι όμως πάλι.
Και τι μ’ αυτό; Μια λέξη, «αγάλλου!», μοναχά
αντιλαλεί η σπηλιά η βαθιά – καμμία άλλη.

Τραχαίνουν τα έργα μας, το φέρσιμο, οι ψυχές.
Και τι μ’ αυτό; Όσα, Όψη Πέτρινη, λατρέψαν
τα μάτια σου, και τ’ άλογα κι οι καλλονές
που οι εραστές τους σε κτερίσματα σμιλέψαν,
και το σκοτάδι μεταξύ γλαύκας και κουναβιού,
και τ’ άραχλο πολυτελές τίποτε που θα βρούν
αύριο τα χέρια ενός σκαφτιά αγαθού –
όλα στον αμετάλλακτο τον Γύρο αυτόν γυρνούν.

W. B. Yeats, The Gyres
Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

 

*

Η Ιλιάδα του διαστήματος

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Η επιστροφή των πότλατς

Αν υπάρχει μία πλευρά (αν και όχι η μόνη) της ανθρώπινης συμπεριφοράς που βρέθηκε (και συνεχίζει να βρίσκεται) στο επίκεντρο όλων των μέχρι τώρα τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων, ήδη από την 1η βιομηχανική επανάσταση, αυτή σίγουρα είναι η μετακίνηση. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να μετακινείται κανείς –και άρα να υπάρχει κοινωνικά– χρησιμοποιώντας τα πόδια του και μόνο. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση της μετακίνησης έχει προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε πλέον χρειαζόμαστε υπενθυμίσεις ότι πρέπει να περπατάμε πού και πού. Όχι για χάρη της περιπλάνησης βέβαια, για την απόλαυση του βαδίσματος καθεαυτό. Η flânerie έχει μάλλον περισσότερες πιθανότητες να σε στιγματίσει ως ύποπτο. Το βάδισμα οφείλει να εξασκείται με στόχο τη διατήρηση της «καλής υγείας». Ακόμα και για τη μετακίνηση, την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων (και ποια δεν θεωρείται μεγάλη απόσταση πια;) φαίνεται παράλογο να βασίζεσαι στα πόδια σου. Παράλογο, ήτοι μη αποδοτικό. Σου «επιτρέπεται», έστω με μία ελαφρά συγκατάβαση, να χρησιμοποιείς ποδήλατο. Ή, ακόμα καλύτερα, αν θες πραγματικά να λογίζεσαι ως μέλος της τάξης των ιδιοκτητών, οφείλεις να κατέχεις ένα αυτοκίνητο, έστω μια μηχανή. Και για τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, το αεροπλάνο εκμηδενίζει τον κόπο και τον χρόνο (ίσως και το ίδιο το ταξίδι βέβαια).

Ένα αρραγές νήμα τεχνολογικής προόδου και ορθολογικότητας ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Το άκρον άωτον αυτής της ορθολογικότητας εκφράζεται εν τέλει στο τεχνούργημα του πυραύλου που σε στέλνει στη σελήνη. Ένα τέτοιο σημείο ολοκλήρωσης όμως αποδεικνύεται κι ως ένα σημείο αναστροφής. Η ίδια τεχνολογία, ο ίδιος πύραυλος που τη μία στιγμή έχει ως στόχο τη σελήνη, την επόμενη βάζει στο στόχαστρο του έναν οποιοδήποτε τόπο επί γης, για να τον αφανίσει, κουβαλώντας στο ρύγχος του μια πυρηνική ή συμβατική κεφαλή. Και σε τελευταία ανάλυση, το διαστημικό ταξίδι είναι τόσο απομακρυσμένο από οποιαδήποτε έννοια γήινης μετακίνησης ώστε πλέον οι λειτουργίες και τα νοήματα που συναρθρώνονται γύρω του αδυνατούν να εξηγηθούν καταφεύγοντας σε οποιαδήποτε έννοια ορθολογικότητας. Η κούρσα των εξοπλισμών και αυτή των διαστημικών τεχνολογιών εξελίχθηκαν ως μία ακολουθία σπασμών: των σπασμών ενός σύγχρονου, ανάστροφου πότλατς. Αλλά χωρίς την ασφαλιστική δικλείδα της παιγνιώδους συναίσθησης. Η εκμηδένιση του χώρου και του χρόνου ολοκληρώνεται με τη δυνατότητα εκμηδένισης του ίδιου του ανθρώπου. (περισσότερα…)

Λητώ Σεϊζάνη, Τα ποιήματα του φεγγαριού

*

1. Πανσέληνος

Πανσέληνος ξεδιάντροπη
και εκτυφλωτική
Αυτάρεσκη στην τέλεια στρογγυλάδα της
Αδιάκριτη καθώς κατασκοπεύει τους θνητούς
Ρίχνοντας φως στις πιο κρυφές τους πράξεις
Λες και τους ανακρίνει

*

Πανσέληνος
Μια αφορμή να βγούμε στο μπαλκόνι
Και των τσιμέντων το περίγραμμα να δούμε
Μ’ αυτόν τον υπερκόσμιο προβολέα
Που έχει πάντως κάτι αδιάφορο στο βλέμμα του
Τόσους αιώνες που κατασκοπεύει τους θνητούς

~.~ (περισσότερα…)