Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (1/5)

Dorothea Tanning, La truite au bleu

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Ότι η ασθενής σχέση ποιήματος και μανιφέστου δεν ακυρώνει το γιατί η καροτίνη υψηλών οκτανίων συνάδει με το μπουρδέτο».
Κακναβάτος Ε. και Κανιούρας, Σ., Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του 2000 τη εθελοντική συνεισφορά αντιπροσωπείας ζώων, Άγρα, 2000

«Στιλβωμένη λάμψη»[1]: τα ψάρια περιπλανώμενα λαμπυρίζουν μέσα κι έξω από το νερό. Εκπέμπουν λάμψεις στην πραγματικότητα, τη φαντασία και την τέχνη, με τους ίδιους τρόπους που στραφταλίζει η ποίηση στα ποιήματα που αγαπάμε. Ανάδυση, καταβύθιση, διαρκείς μετατοπίσεις και μετασχηματισμοί στο χωρίς σύνορα υγρό στοιχείο. Κινήσεις αυτόνομες ή πλήθη ψαριών κοπαδιαστά. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή αλληλοφαγώματα και μεταμφιέσεις. Στη μυθολογία ο Ποσειδώνας με τις κόρες του, γοργόνες και ανθρωπόψαρα. Επόμενο είναι, λοιπόν, τα ψάρια, όπως και τα πουλιά, να χρησιμοποιούνται στις γραφές των ποιητών ποικιλοτρόπως.

Τα ψάρια και το υγρό στοιχείο σύμβολα διακειμενικά και πολιτισμικά περιέχουν σύνθετους και διαφορετικούς συμβολισμούς. Στις πολύπλοκες συνθέσεις και ερμηνείες, τα ψάρια παραμένουν αινιγματώδη[2] και πολύσημα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας, η ζωή ξεκίνησε από το νερό. Για τον άνθρωπο η ζωή εκεί κινητοποιούσε διττά αμφίρροπα συναισθήματα φόβου και γοητείας. Ποικίλες είναι και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες των ψαριών. Συμβολίζουν την ύπαρξη στη μήτρα και το υγρό περιβάλλον, την εν εξελίξει σεξουαλικότητα, τον φαλλό, αλλά και τη ζωή και τον θάνατο.[3] Στα παραμύθια και τη λαϊκή παράδοση, τα ψάρια είναι επίσης πολλές φορές οι ήρωες μαζί με πολλά θαλάσσια τέρατα: γοργόνες, κήτη, λιμνίσια πλάσματα.

«[…] Από το μάτι έρχεται η έρευνα, απ’ την επιλογή έρχεται επίμονο κοπάδι»[4]. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο και προβλέψιμο τα ψάρια ως επιλογή, να εμφανίζονται συχνά στην ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη, συγκροτώντας ένα επίμονο κομμάτι δεδομένων, συμβολισμών και ιστοριών, το οποίο ανατροφοδοτείται συνεχώς. Τα ψάρια εντοπίζονται επίσης σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών[5] και εγχειριδίων.

Σε συνέντευξη της Ελένης Βακαλό[6] στην Παυλίνα Παμπούδη, η ποιήτρια χρησιμοποιεί τη μεταφορά των ψαριών για να περιγράψει τα υλικά και τη σύνθεσή τους στην ποιητική διαδικασία.

Παμπούδη: Ποια είναι η μυστική διεργασία των υλικών που μορφώνονται σε ποίημα;

Βακαλό: […] Ορισμένο κοπάδι από ψάρια μικρά και χρυσά / Όλα γρήγορα τρέχοντας αχτιδώνονται / Είναι πάρα πολλά / Σαν κομμάτια ζωής / Απ’ τη σάρκα τους ένα μέρος απλώνοντας / Είναι άλλα / Χωρίς στόμα ή μάτια / Την τροφή που χρειάζονται την σκεπάζουν απλά […]

*

Ando Hiroshige, Fish series

*

Οι λέξεις σαν μεγάλα κοπάδια μικρών ψαριών απλώνονται διαρκώς σε νέους σχηματισμούς, «την τροφή που χρειάζονται την σκεπάζουν απλά». Τα σμήνη των λέξεων λειτουργούν ως ψάρια και τροφή την ίδια στιγμή, ενώ παράλληλα συγκροτούν την υλικότητα του ποιήματος και της ποιητικής επινόησης.

Ένα θεματικό αφιέρωμα για τα ψάρια που λειτουργεί ως μικρή αυθόρμητη ανθολογία παρουσιάζεται στο παρόν πόνημα. Πρόκειται για μια παράθεση διαφορετικών εκδοχών για τα ψάρια στην ποίηση. Ας σημειωθεί, ωστόσο, σε αυτό το σημείο, ότι κάθε γενικό αφιέρωμα, αόριστης και ευρείας θεματικής, εμπεριέχει πάντα πληθώρα διλημμάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα διλήμματα είναι σύνθετα. Ως προς τη θεματική των ψαριών, τίθεται το ερώτημα: ποια ψάρια θα επιλεγούν και με ποια κριτήρια. Η επιλογή των ποιημάτων για παράδειγμα θα περιλαμβάνει μυθολογικά φανταστικά όντα ή θα εστιάσει στους συμβολισμούς των ψαριών, επιλέγοντας την κατάλληλη πραγματολογική, ιστορική, ψυχαναλυτική ή άλλου τύπου ανάλυση; Ένα άλλο κομβικό δίλημμα είναι το ίδιο το ποιητικό πεδίο. Τα ψάρια εμφανίζονται στο έργο της ελληνικής και ξένης ποίησης και εντοπίζονται σε διαφορετικές ποιητικές περιόδους. Είναι, επομένως, δύσκολο να γίνει η επιλογή και να οριστούν τα κριτήρια αυτών των επιλογών.

Τα παραπάνω διλήμματα εκτός από το ότι μπορούν να οδηγήσουν σε ένα κείμενο χαοτικό, υποδεικνύουν επίσης ότι σε κάθε αφιέρωμα υπάρχουν πάντα πολλαπλοί αποκλεισμοί. Στο κείμενο αυτό η επιλογή τείνει προς την υποκειμενική ανάσυρση από τον ποιητικό ωκεανό των διάφορων ποιητικών εκδοχών. Στόχος είναι η επιλεκτική ανάδυση των ψαριών στην ελληνική ποίηση. Εδώ, ωστόσο, “εγχωρεί” η παρακάτω παραδοχή: η εργασία αυτή έγινε με αυτοσχέδιο τρόπο και με εκκίνηση την τυχαία ως επί το πλείστον ανάκληση ποιημάτων και ποιητών/ποιητριών, χωρίς αξιολογική κατηγοριοποίηση, και αναγνωρίζοντας το περιορισμένο πεδίο της επιλογής. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αποποίησης αναγνωρίζεται η τυχαιότητα, η “υποκειμενική επιλογή” της στιγμής, καθώς και η παραδοχή ότι το κείμενο αυτό δεν είναι ερευνητική εργασία για τους μείζονες και καθιερωμένους ποιητές. Επέλεξα να ακολουθήσω άλλες διαδρομές αναζήτησης. Εξάλλου, τα ψάρια και ο θαλασσινός κόσμος εμφανίζονται στους περισσότερους ποιητές/ποιήτριες λιγότερο ή περισσότερο συστηματικά. Ακολούθησε η αναζήτηση σε βιβλία και στο internet με βάση τη λέξη «ψάρι». Σύντομα διαπιστώθηκε ότι το υλικό για τα ψάρια στην ποίηση ήταν τόσο εκτενές που ξέφευγε από τα όρια μιας μικρής συνοπτικής ανθολογίας. Κινήθηκα επομένως με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια και χωρίς καμία επιθυμία να καταδειχθεί στο κείμενο η οποιαδήποτε γραμμική εξέλιξη στον χρόνο ποιητών και ποιημάτων. Καθώς τα ποιήματα πλήθαιναν αναγνώρισα το αυτονόητο: η οργάνωση και η επιλογή του υλικού μπορεί να θεωρηθεί αιρετική και χαώδης. Ίσως κιόλας η επιλεκτική αυτή επιλογή να θεωρηθεί κίνηση αυθάδης και προκλητική. Αυτό που με ενδιέφερε αρχικά ήταν να δομήσω το διαφορετικό και πολυποίκιλο υλικό σε διαλογικές συνθέσεις των ποιημάτων στον χρόνο και τον χώρο. Επιπρόσθετα άλλο ένα στοιχείο που μπορεί να ξενίσει είναι η αναμενόμενη διαφοροποίηση των ποιητών και των ποιημάτων. Κάθε ποίημα που παρατίθεται περιλαμβάνει διαφορετικές τεχνοτροπίες με αντιθέσεις γλωσσικές και υφολογικές. Παράλληλα, τα ποιήματα των ποιητών και των ποιητριών διαφοροποιούνται ως προς το κοινωνικο-ιστορικό τους πλαίσιο με αποτέλεσμα την ιδιαίτερη μίξη διαφορετικών συναισθηματικών, κοινωνικών και πολιτικών τοποθετήσεων ως προς τις αφηγήσεις που συγκροτούνται, και τη χρήση των ψαριών στα ποιήματα. Γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία ερευνητική πρόταση, κατάταξη ή αξίωση του παρόντος κειμένου. Ας ειπωθεί, επιπλέον, ότι τα ποιήματα δεν επιλέχθηκαν με βάση την πληθώρα των συμβολισμών τους. Όπως προαναφέρθηκε, το βιβλίο των Γκούβα, Πάσχου και Γκούβα καλύπτει πλήρως αυτήν την παράθεση συμβολισμών.

*

Under the sea

*

Στην οργάνωση των ποιημάτων υπεισέρχεται, όπως συμβαίνει και στα περισσότερα κείμενα, ανοιχτή μεθοδολογική προσέγγιση, η οποία ακολουθεί τη θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού. Με βάση, λοιπόν, αυτήν τη θεωρία προτάσσεται το ότι τα κοινωνικά φαινόμενα κατασκευάζονται κοινωνικά και αλλάζουν ανάλογα με το κοινωνικο-ιστορικό τους πλαίσιο. Ως προς την προσέγγιση των κειμένων, ας σημειωθεί, ότι η αποσπασματικότητα δεν θεωρείται προβληματική, αλλά μέρος της σύνθεσης ενός κειμένου. Πολλά, επομένως, ποιήματα δεν παρατίθενται ολόκληρα, αλλά δίνονται αποσπασματικά με έμφαση στις αναφορές που γίνονται για τα ψάρια. Παράλληλα, από τον χώρο της λογοκοινωνιοψυχολογίας επιλέχθηκε η θεωρία των θέσεων υποκειμένου, καθώς και αυτή των ερμηνευτικών ρεπερτορίων. Είναι γνωστό με βάση την προσέγγιση αυτή ότι ο λόγος κάνει πράγματα και πως οι ομιλητές, καθώς λογοδοτούν, περνάν από διαφορετικές θέσεις υποκειμένου. Την ίδια στιγμή στα ποιήματα που παρουσιάζονται, υπάρχουν διαφορετικά ερμηνευτικά ρεπερτόρια ψαριών. Τα ψάρια, δηλαδή, σε κάθε ποίημα χρησιμοποιούνται διαφορετικά και συχνά συνδέονται με προσπάθειες ερμηνείας του εαυτού, των άλλων και του κοινωνικού κόσμου.  Γι’ αυτό τον λόγο θα μπορούσαμε να πούμε ότι στα ποιήματα τα ψάρια συνδέονται με εκδοχές ταυτότητας ή με σχολιασμό του πραγματικού και του φανταστικού. Η θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού είναι συμβατή με τη συλλογιστική τής συγκεκριμένης ανθολόγησης ακριβώς γιατί επιτρέπει την πρόταξη μιας διαλογικής αναγνωστικής πρόσμιξης, η οποία περιλαμβάνει τους ποιητές/ποιήτριες, τη γράφουσα και τους αναγνώστες/αναγνώστριες.

Rafael Spif, Ride on the fish

Τα ψάρια μεταβάλλονται στην κάθε ποιητική φωνή. Καθώς αυτά εξελίσσονται, αλλάζουν και οι ίδιοι οι ποιητές και ποιήτριες. Αλλάζουν επίσης και οι κατασκευές του κόσμου.  Όπως αναφέρεται και στη συλλογή Συνομιλίες με το πιο σιωπηλό πλάσμα του κόσμου,[7] το πλησίασμα των ψαριών και τα κουβεντιάσματα μαζί τους οδηγούν σε κριτική επεξεργασία της ταυτότητας (της δικής μας ή των άλλων),  και δημιουργούν συνεχόμενες μετατοπίσεις, μεταβάσεις, και μετασχηματισμούς. Λογοδοτώντας για όσα μας συμβαίνουν, αλλάζουμε μυθοπλαστικά και εμείς και τα ψάρια.

Στα ποιήματα, λοιπόν, εμφανίζονται ψάρια που διασχίζουν υδάτινες εκτάσεις, ψάρια που τα ψαρεύουν ή τα τηγανίζουν, άνθρωποι παρατηρητές ψαριών, κοπάδια ψαριών, ψάρια σε ενυδρεία, υδάτινα δικαστήρια, ψάρια διακριτικοί συνοδοί νεκρών ανθρώπων και άλλα πολλά. Συστήνονται με αυτούς τους τρόπους και παρουσιάζονται αλληγορίες ζωής και θανάτου, έρωτες, σύνθετες αλληλεπιδράσεις, αμφιθυμικές θέσεις, σχέσεις, και συναισθήματα, ακόμα και η παροιμιώδης φράση «Μου έψησε  το ψάρι στα χείλια».

Όπως προειπώθηκε, κάποια από τα ποιήματα που παρουσιάζονται είναι αποσπασματικά και δίνεται έμφαση στα σημεία που γίνεται αναφορά στα ψάρια.  Στις αναφορές αυτές εκτυλίσσονται διαφορετικά ερμηνευτικά ρεπερτόρια.[8] Ενδεικτικά τα ψάρια χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν:

  • Αινίγματα
  • Μεταμόρφωση
  • Ευελιξία
  • Ζωή
  • Θάνατο
  • Απειλή και φόβο
  • Μνήμη
  • Επιθυμία και Έρωτα
  • Σαρκασμό
  • Αλλαγή

Lisa Ray

**

Τα ρεπερτόρια αυτά συμπλέκονται, προκαλώντας μετατοπίσεις, μεταβάσεις και αλλαγές στις κατασκευές ταυτότητας, τις σχέσεις με τους άλλους, τον κόσμο και τα συναισθήματα. Το κείμενο εστιάζει σε τέσσερα ρεπερτόρια:

  1. τα ψάρια ως εκδοχές ταυτότητας
  2. τα ψάρια ως απειλή, φόβος και απομόνωση
  3. τα ψάρια ως έρωτας
  4. τα ψάρια στην καθημερινότητα, τη μνήμη, τα συναισθήματα και τη φαντασία.

Όλα τα ποιήματα που παρουσιάζονται, καθώς και οι ποιητές/ποιήτριες που ανθολογούνται, προέκυψαν από την υποκειμενική οπτική/αισθητική της γράφουσας και είναι μέρος των ρεπερτορίων που επιλέχθηκαν. Πέρα από την υποκειμενική αυτή τοποθέτηση ως προς τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια που ήδη αναφέρθηκαν, στόχος δεν είναι η συμφωνία ή η διαφωνία των αναγνωστών με τα ποιήματα και τους ποιητές ή με τα επιλεγόμενα ρεπερτόρια. Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία στη θεωρία για τα ερμηνευτικά ρεπερτόρια είναι η ανάδειξη των τρόπων με τους οποίους συνυφαίνονται. Στόχος, επομένως, είναι οι αναγνώστες να εντοπίσουν τις συμπλοκές των ρεπερτορίων, αλλά και να συνθέσουν μέσα από την ανάδειξη των δικών τους αγαπημένων κειμένων και ποιητών/ποιητριών τα ίδια ή και άλλα ερμηνευτικά ρεπερτόρια, αναδεικνύοντας τη συνθετότητα των συμπλοκών τους. Τοιουτοτρόπως, το κείμενο αυτό θα παραμείνει ανοιχτό και υπό διαπραγμάτευση. Αν στις κινήσεις των ψαρίσιων όντων η ανάδυση και η καταβύθιση είναι μια σημαντική διαδικασία, αντίστοιχα στις κειμενικές επιλογές των ποιητικών αναδύσεων επιλέχθηκαν υποκειμενικά και συχνά με τυχαίο τρόπο ποιητές και ποιήτριες με διαφορετικά χαρακτηριστικά και φωνές. Όπως προειπώθηκε, το κείμενο αυτό παραμένει ανοιχτό και η τυχαιότητα το χαρακτηρίζει. Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να συνεχιστεί με συγκεκριμένα ανοίγματα και κατευθύνσεις, αλλά και πιο μεθοδική ανάλυση σε κάθε ιστορική ποιητική περίοδο, σε άλλους γνωστούς και μη ποιητές και ποιήτριες που δεν αναφέρονται, αλλά και στην ξένη ποίηση. Προς το παρόν, ας διαβαστεί ως μια προσωπική ανάσυρση που θίγει υποκειμενικά μερικές μόνο κινήσεις των ψαριών στα ανθρώπινα.

*

Shaun Taun, The red tree

*

Η σχέση των ψαριών με τα ανθρώπινα στην ποίηση και τη λογοτεχνία υποδεικνύει συχνά πως κάθε αναφορά στα ψάρια δεν βρίσκεται σε ένα κοινωνικό κενό. Αντίθετα στις αναφορές για τα ψάρια υπεισέρχονται πολλαπλές πολιτικές νοηματοδοτήσεις και θέσεις, οι οποίες καταγράφουν την ιστορικότητα του χρόνου με συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτικά, ταξικά, ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα στο παρακάτω απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη Στην αγκαλιά της Μπετίνας. Στην ιστορία τα γεύματα με ψάρια λειτουργούν ως επιδεικτική κατανάλωση κοινωνικής ανέλιξης.

ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΜΙΣΟΙ μινίστροι του φίλου του λαού ήσαν πρώην αρκάδες γιδοβοσκοί, οι οποίοι ανήλθαν τάχιστα εις της φατρίας τα αξιώματα, άνευ και των στοιχειωδέστερων κριτηρίων, μόνο και μόνο λόγω την ευνοίας του αρχηγού. Όμως, τοιαύτη απότομος μετάβασις είχε ως αποτέλεσμα να κατατρέχονται υπό του άγχους να διαχειριστούν το βαρβαρικό παρελθόν τους. Έτσι, τουλάχιστον εις τα δημόσια γεύματά των, εξευγένισαν τις διατροφικές τους συνήθειες, αντικαθιστούντες τους κριούς και τους τράγους με ψάρι. Εξευγενίζοντας, ούτως ειπείν, και το λεξιλόγιό τους, το έλεγαν αυτάρεσκα οψάριον, διαστέλλοντας μάλιστα την προφορά του διπλού γράμματος ψ: οππσσάριον.

[…]

Όμως, κατά τις συχνές επισκέψεις τους στην Αρκαδία, όπου έπαιρναν δυνάμεις από την επαφή τους με την πατρώα γη, επιβεβαίωναν εκείνο που ήδη εγνώριζαν, ότι σε αυτόν τον ορεινό τόπο εσπάνιζαν τα εστιατόρια που σέρβιραν ψάρι, και αυτά τα ελάχιστα ήσαν πρόχειρες και τέλος πάντων λαϊκές ταβέρνες, που διέθεταν μόνο μαρίδα, γαύρο, σαρδέλα του κουτιού και παστό μπακαλιάρο σκορδαλιά, αφού κάτοικοι και ταβερνείς δεν ήσαν εξοικειωμένοι με την βρώσιν του οψαρίου.

[…]

Παρ’ ότι πλήρωναν ολόκληρο το ψάρι, που συνήθως ήταν ροφός, έτρωγαν μόνο την σούπα από το κεφάλι, ο δε Δημήτρης, έχοντας ψήσει άψογα στα κάρβουνα το σώμα του ψαριού, το φίλευε στα τραπέζια των υπολοίπων θαμώνων, οι περισσότεροι απ’ τους οποίους για πρώτη φορά δοκίμαζαν τόσο εκλεκτό μεζέ.

[…]

Μια φορά όμως, ο μινίστρος των Δημοσίων έργων, πρώην βοσκός από την Γορτυνία, με ύφος και έπαρση, ζήτησε από τον μάγειρα εκτός από την σούπα να του φέρει και το σώμα του ψαριού, του οψαρίου, όπως το είπε. Ο Δημήτρης αντέδρασε με τα μέσα της τέχνης του: φέρνει το πάντα άψογα ψημένο ψάρι –ροφός είναι πάλι– αλλά το έχει περιχύσει με μια γλυκόξινη σάλτσα που του δίνει μια απαίσια γεύση.

[…]

― «Σας αρέσει ο επινέφελος ο κρασπεδωτός;» ― «Συγγνώμη, δεν σας καταλαβαίνω» ― «Ο ροφός∙ είναι η επιστημονική ονομασία αυτού του οψαρίου» ― «Έξοχο είναι, αλλά κάπως περίεργη η γεύση του», ψελλίζει ο μινίστρος. ― «Είναι cuisine aigre-douce» ― «Ώοο!» ― «Οξυνόγλυκος μαγειρεία», συμπληρώνει με πάσα φυσικότητα ο Δημήτρης.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Γ. Στάιν, Τρυφερά κουμπιά, (μτφρ.: Ελισσάβετ Αρσενίου), Αθήνα, Τυπωθήτω, 2008, σ. 11.
[2] Ε. Γκούβα, Γ. Πάσχος, Μ. Γκούβα, Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας. Αθήνα, Ίνδικτος, 2010.
[3] Για μια λεπτομερή περιγραφή των διάφορων συμβολισμό των ιχθύων βλ. Ε. Γκούβα, Ε. Πάσχος, Γ. Μ. Γκούβα, Οι ιχθύες ως σύμβολο…, ό.π.
[4] Γ. Στάιν, Τρυφερά κουμπιά, ό.π., σ. 14.
[5] Βλ. ενδεικτικά το αφιέρωμα για τα ψάρια του περιοδικού Φαρφουλάς 13 (Σεπτέμβριος 2010).
[6]http://www.periou.gr/%CF%80%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B7-%CE%B5%CE%BE-%CF%8C%CE%BD%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%B1/ [τελ. προσπέλαση: 14/3/2020]
[7] Συνομιλίες με το πιο σιωπηλό πλάσμα του κόσμου: 72 βιωματικές ιστορίες γραμμένες από ιχθυολόγους, (επιμ.: Γ. Πάσχος), Αθήνα, Athens voice books, 2019.
[8] Σύμφωνα με τους Potter και Wetherell «το ερμηνευτικό ρεπερτόριο είναι βασικά ένας λεξικογραφικός κατάλογος ή ένα μητρώο όρων και μεταφορών από όπου αντλούμε για να αξιολογήσουμε δράσεις και γεγονότα». Βλ.: J. Potter, M. Wetherell, Discourse and Social Psychology: Beyond Attitudes and Behaviour, Λονδίνο, Sage, 1987 [ελλ. έκδ.: Λόγος και Κοινωνική Ψυχολογία: Πέρα από τις στάσεις και τη συμπεριφορά, (μτφρ.:  Ευτυχία Αυγήτα), (επιμ.: Ν. Μποζατζής), Αθήνα, Μεταίχμιο, 2009 σ. 193].

*