Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ ΟΙ ΜΕΡΜΗΓΚΕΣ
Κομμένο απ’ του τραγουδιστή το σώμα
το διάφανο φτερό κείτεται πια στη γη·
παλλόμενη μια τελευταία νότα ηχεί
πάνω στων νεύρων τις χορδές, ακόμα.
Το σέρνει αργά μεθοδικός, ανδρείος
ο μαύρος που έπηξε τριγύρω του στρατός·
ο αρχιμέρμηγκας επρόσταξε ρητώς
να στοιβαχθεί προς βρώσιν υπογείως.
Μες στα λαγούμια οι φτερουγίσιες ήττες
προσφέρονται βορά· μ’ ό,τι τους μένει
τρέφουν νοικοκυραίους τρωγλοδύτες.
Ταΐζει η ελπίδα η τιμωρημένη
που υψώθηκε και τσάκισε ο αγέρας
το κάτεργο της κουρδισμένης μέρας.
///
ΤΟ ΑΘΛΗΜΑ (ΑΛΜΑ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ)
Δεν απαιτεί κάποιο ειδικό εξοπλισμό,
δυο ελατήρια στα παπούτσια και πεδίο
κατάλληλο: βυθό ψυχών ή και γκρεμό
(εξίσου πρόσφορα πεδία και τα δύο).
Το ελατήριο σαν βαρίδι λειτουργεί
κατά την πτώση του αθλητή, και με σφιγμένα
όλα τα νεύρα του σε μάζα συμπαγή
προσκρούει με φόρα ιλιγγιώδη στον πυθμένα.
Τον φόβο του θανάτου να τον διαπερνά
νιώθει ο άλτης, μα οι σιδερένιες σπείρες
που συμπιέζονται κι ανοίγουνε ξανά
τον σώζουν, αναδυτικοί εκτοξευτήρες.
Για μερικούς, είναι το σπορ εθιστικό.
Ξοδεύουν όλη τη ζωή τους πάνω κάτω,
σάλτο κι ανάδυση, σισύφειο ριζικό,
ψάχνουν την ύψωση φλερτάροντας τον πάτο·
και μόνη λύτρωση απ’ το ισόβιο «πάλι»
μια πιστολιά του Χρονομέτρη στο κεφάλι.
///
ΚΑΘΑΡΣΗ
Ας τράβαγε ο Πλούτων την τάπα του δρόμου,
βαθιά να γλιστρήσουν στης γης το σιφόνι
διαβάτες, τουρίστες, στρατοί αυτοκτόνοι
να πέσουν μεμιάς στην πυρά του υπονόμου.
Ας έστηνε ενέδρα μια Νέμεση χθόνια,
σανίδια σαθρά στο καπάκι που κλείνει
το Χάος· στα λαίμαργα ας μοίραζε σμήνη
αγχόνες, σατέν κομπιασμένα σεντόνια.
Να μείνουν μονάχα εκείνα που πρέπει:
ο άχρονος χρόνος στης θάλασσας πάνω
την πλάτη, η οπλή, το φτερό και το λέπι.
Κι εγώ, μ’ όλους ίδια ας χαθώ απ’ το πλάνο,
μ’ αν άξια υπήρξα ποτέ, ας μου μείνει
η εικόνα η στερνή κατευόδιο: Γαλήνη.
ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
**