Day: 22.09.2026

Λακτάντιος, «Ὅτι οἱ ψυχὲς γεννιοῦνται μέν, δὲν πεθαίνουν δέ»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ

Ἄλλοι πάλι ὑποστήριξαν, ἐνάντια στὰ προηγούμενα, ὅτι οἱ ψυχὲς ἐπιζοῦν μετὰ θάνατον· κι αὐτοὶ εἶναι κυρίως οἱ Πυθαγόρειοι κι οἱ Στωικοί. Καὶ μολονότι τοὺς ἀξίζει ἐπιείκεια γιατὶ ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἀλήθεια, ὡστόσο δὲν μπορῶ νὰ μὴ τοὺς ἐλέγξω, διότι στὴν ἀλήθεια ἔπεσαν ἀπὸ σύμπτωσι κι ὄχι ἀπὸ τὴν γνῶσι της. Κι ἔτσι στὸ ἴδιο αὐτὸ ζήτημα γιὰ τ’ ὁποῖο εἶχαν ὀρθὴ ἀντίληψι ἔκαναν καὶ λάθος. 2 Ἐπειδὴ δηλαδὴ φοβόντουσαν ἐκεῖνον τὸν συλλογισμὸ κατὰν τὸ ὁποῖο συνάγεται πὼς οἱ ψυχὲς πεθαίνουν ἀναγκαστικὰ μαζὶ μὲ τὰ σώματα, γιατὶ μαζὶ μὲ τὰ σώματα καὶ γεννιοῦνται, ἰσχυρίστηκαν πὼς οἱ ψυχὲς δὲν γεννιοῦνται, ἀλλ’ ὅτι εἰσάγονται μέσα στὰ σώματα καὶ μετοικοῦν ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. 3 Νόμισαν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται ἀλλιῶς, νὰ ἐπιζοῦν δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν σωμάτων, παρὰ μόνο ἂν θεωρηθῇ ὅτι καὶ προϋπῆρχαν τῶν σωμάτων. Εἶναι λοιπὸν ἴδιο καὶ παρόμοιο τὸ σφάλμα καὶ τῶν δύο πλευρῶν, ἀλλὰ ἡ μία ἔσφαλε ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, ἡ ἄλλη ὡς πρὸς τὸ μέλλον[1]. 4 Διότι, καθὼς ἀγνοοῦσαν γιατί συμβαίνει τοῦτο καὶ ποιός εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου, κανεὶς δὲν εἶδε αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια: ὅτι οἱ ψυχὲς γεννιοῦνται μέν, δὲν πεθαίνουν δέ.

5 Πολλοὶ λοιπὸν ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συμπεράνει πὼς οἱ ψυχὲς εἶναι αἰώνιες διέπραξαν αὐτοκτονία μὲ τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἐπρόκειτο νὰ μετοικήσουν στὸν οὐρανό, ὅπως ὁ Κλεάνθης, ὅπως ὁ Χρύσιππος, ὅπως ὁ Ζήνων, ὅπως ὁ Ἐμπεδοκλῆς[2], ποὺ μέσα στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα ἔπεσε σ’ ἕνα κρατῆρα τῆς πυρωμένης Αἴτνας ὥστε ὅταν ξαφνικὰ ἔγινε ἄφαντος νὰ πιστέψουν ὅτι ἀναχώρησε γιὰ τοὺς θεούς. Κι ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους ὁ Κάτων[3] ποὺ καθ’ ὅλη τὴν ζωή του ὑπῆρξε μιμητὴς τῆς σωκρατικῆς[4] ματαιότητας. 6 Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ Δημόκριτος ἦταν διαφορετικῶν ἀντιλήψεων, ἀλλ’ ὡστόσο

Τὴν κεφαλή του πρόσφερε στὸν θάνατο ἑκουσίως,[5] (περισσότερα…)