του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ
~.~
Καλοκαίρι, τέλος Ιουλίου. Ως γυναίκα-Σφίγξ που με θέρμη ζητά, όπως στο έργο του Γκυστάβ Μορώ, ένας ήλιος καυτός άπλωνε τις ακτίνες του, ως λεοντοπόδαρα, ικετευτικά πάνω στον Οιδίποδα. Ερωτήματα δίκοπα, όπως σχέσεις ανθρώπινες ή θεϊκές. Αυτός την κοιτά διερευνητικά, ατρόμητος, στα μάτια. Είναι άλλωστε ο ήλιος στα γερμανικά, γένους θηλυκού.
Ο αητός λείπει από την κεφαλή –της σοφίας– του ευαγγελιστή Ιωάννη. Είναι τα φτερά του στη Σφίγγα; Ξανά πίσω στον μυστικό προχριστιανικό μύθο. Ένας σκορπιός κάθεται ακόμα κοιμισμένος στον πέτρινο τοίχο. Σιωπά απόκρυφα, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια. Στη σκιά της δοξασίας. Το δηλητήριο της ουράς κοιμάται ακόμα.
Αυτοί, δυο φίλοι, συνοδοιπόροι εφήμεροι της γήινης προσωρινότητας. Γάλλος αυτός, Έλληνας εκείνος με ψήγματα γερμανικής νοοτροπίας.
Οι Γερμανοί λένε, «το ψάρι κι ο επισκέπτης την τρίτη μέρα βρομάει». Οι Έλληνες είχαν τον Ξένιο Δία, την Ξενία Αθηνά. Άντε να μεταφράσεις τη λέξη φιλοξενία. Hospitality, Gastfreundschaft, acceuil, όλα γυροφέρνουν την ελληνική φιλοξενία, χωρίς να την αποδίδουν.
Έτσι κι εκείνος, συγκατένευσε να φιλοξενήσει πάλι τον Ιωάννη-Παύλο, τον Ζαν-Πωλ, αλλά αυτήν τη φορά ήθελε αυτός να μείνει περισσότερες ημέρες. Ως τότε αντάλλασσαν μονοήμερες διανυκτερεύσεις.
Δέχθηκε εκείνος. Όχι από υποχρέωση. Ήσαν μάλλον εκείνα τ’ αρχέγονα γονίδια –θρησκευτικής;– αλληλεγγύης, προσφοράς, ανοιχτής αγκάλης που είχαν αυτονόητα το πάνω χέρι. Εξάλλου, απ’ τον χειμώνα ακόμα, την εποχή του Υδροχόου, το είχε γράψει ο Ματθαίος (25:35): «ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με». Πολύ πριν οι Νεοέλληνες άδουν το «βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι».
Πώς συνυπάρχουν δυο άνθρωποι σε φιλική σχέση; Ποιες κοινωνικές δεξιότητες είναι απαραίτητες; –πώς ορίζονται τα όρια; Τι ενώνει ή τι μπορεί να χωρίσει; Όπως είπε ο Κώστας, «μα δεν γνωριζόμαστε, πώς να έρθω;». Πώς να γνωριστούμε από δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά; Είμαστε μόνο ό,τι γράφουμε; Με το Μετς της Γαλλίας μας χωρίζουν λιγότερα χιλιόμετρα, περίπου τετρακόσια.
Πού διάβασα ότι εξελισσόμαστε σε μια σχέση και εν απουσία του άλλου, γινόμαστε άλλοι από αυτό που εκείνοι θυμούνται; – ά, ναι στους Χίλιους γερανούς του Καβαμπάτα. Θα μας χαριστεί άραγε στον χιλιοστό χάρτινο γερανό μια θεϊκή ευχή;
Ήρθε λοιπόν ο Ζαν-Πωλ στην δυσκολότερη φάση της ζωής του Δημήτρη. Τα χρήματα λιγοστά – δεν είχε να περάσει, η ζέστη αυτής της χρονιάς να ψήνει την Ευρώπη ως κλιματική συνέπεια ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, κι αυτός να καλείται σε υπερβάσεις. Άρχισε να πληρώνει τα πάντα ο Γάλλος φίλος, από την βενζίνη ως τα φαγώσιμα. Κάτι άρχισε να κλωτσάει μέσα στον Δημήτρη. Ελληνικός εγωισμός, περηφάνεια, προσβολή του φιλότιμου;
Παράλληλα, τον οδηγούσε παντού – βέβαια με την πληρωμένη βενζίνη.
—Ζαν-Πωλ, του λέει την πρώτη μέρα, πάρε το αυτοκίνητό σου από την γωνία, θα στρίψουν και θα σ’ το τρακάρουν.
Το άκουσε, δεν το άκουσε; Την τρίτη μέρα το είχαν κτυπήσει.
—Πάρε τα κλειδιά μου να το πας παρακάτω – τον παρακαλεί, δεν μπορώ να οδηγήσω εγώ.
Ένα ερωτηματικό σχηματίστηκε πάλι μέσα του. Τι δεν πάει καλά;
Πήγανε στο υπαίθριο ψήσιμο της κοινής παρέας. Έτρεχε ο Δημήτρης να ψήσει, να τον περιποιηθεί. Ο Ζαν-Πωλ κουβέντιαζε δεξιά-αριστερά. Τον παρακάλεσε στο τέλος, να κρατήσει τουλάχιστον το πιάτο του να μπορέσει να τον σερβίρει από την καυτή σχάρα.
Η λογοδιάρροια του Ζαν-Πωλ συνεχής, όπως πάντα. Οι ερωτήσεις του σε οποιοδήποτε θέμα του ερχόταν στο μυαλό –κι ενδιέφερε εκείνον αποκλειστικά!– συνεχής· σ’ ένα αποκλειστικό «Εγώ» να απευθύνονται. Να οδηγά ο «φιλόξενος» Έλλην στο κέντρο της πόλης υπό σαράντα βαθμούς και να πρέπει ν’ ακούσει ό,τι το άσχετο για κείνον. Στο τέλος του κουβαλούσε και το νερό γιατί εκείνος δεν είχε πάρει το σακίδιό του. Μήπως απέκτησε ξαφνικά ένα τέταρτο παιδί;
Στο δρόμο προς το μουσείο λαϊκής τέχνης της Στουτγάρδης, σταμάτησαν στο ιατρείο να γράψουν, δηλαδή να περάσουν στην κάρτα του Δημήτρη το φάρμακο για το κληρονομικό ελαφρό τρέμουλο χεριών – ευτυχώς δεν είναι Πάρκινσον. Τελείωσε σε δυο λεπτά, γύρισε στο αυτοκίνητο. «Τόσο γρήγορα;» του λέει ο Ζαν-Πωλ. Κι εκεί του μίλησε για πρώτη φορά, πώς ο ψυχίατρός του κάθε φορά τον εξετάζει πάνω από μια ώρα για να του δώσει την φαρμακευτική αγωγή. Για τη «θεϊκή» λεγόμενη πάθηση του εγκεφάλου.
Κι άλλα πολλά άγνωστα στον Έλληνα φίλο, διηγήθηκε ο εξαιρετικά έξυπνος, πνευματώδης μηχανικός υδατικών πόρων της Λωραίνης, Γάλλος. Πώς η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, πώς ο πατέρας του στον δεύτερο γάμο της μητέρας του έδερνε τον πρωτότοκο –απ’ τον πρώτο γάμο– ετεροθαλή αδερφό κι αυτός στα δεκαπέντε του αποπειράθηκε να σκοτώσει τη μάνα τους· κι ακόμη πώς ο πατέρας του, ως τα δεκαοκτώ του χρόνια, δεν τον άφηνε να δει τηλεόραση μετά τις οκτώ το βράδυ, πώς κι ο αδερφός του υποφέρει ψυχικά. Τέλος, την πίκρα του που η πρώην σύζυγος αλλά κι η κόρη του δεν του μιλούν, αρνούνται κάθε σχέση μαζί του – με περιστασιακή εξαίρεση τον γιό του. Λυπηρές προϊστορίες οικογενειακής καταναγκαστικής συμβίωσης.
Πάλι η Καταρίνα είναι που λέει, ότι τραβώ σαν μαγνήτης κι εγώ –ως Δημήτρης– τη δυστυχία, την περιπέτεια. Καταλαβαίνουν, λέει, και μόνο που σε «κόβουν». Πώς πιάνονται έτσι πάνω μας; – οι εκροφείς ενέργειας.
Κι αν όλοι είμαστε κύριε Φρόυντ λίγο-πολύ ασθενείς, πόσα «φροϋδικά» ή και «λακανικά» υποκείμενα κρύβουμε μέσα μας; Ποια τα κυτταρικά μας όρια με τον Άλλο;
Συνεχίστηκε η περιποίηση, το «σέρβις» – τρεις ημέρες. Την τέταρτη μέρα θα έβλεπαν το βράδυ τον ημιτελικό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που έπαιζε η Γαλλία εναντίον της Ισπανίας. Αφού ο Δημήτρης ετοίμασε την πίτσα κι έφερε τις μπύρες, μετά από το ολοήμερο τρέξιμο, κάθισαν να δουν το «ματς». Από αντίδραση υποστήριζε ο Δημήτρης την Ισπανία. Κι έχασε στο τέλος πανηγυρικά η Γαλλία.
Σα να ξύπνησε, κουνήθηκε ο σιωπηλός σκορπιός στην πέτρα. Κι εκεί απάνω πέταξε ο Ζαν-Πωλ την φαινομενικά αθώα ερώτηση-απορία:
—Δεν περίμενα ότι εσύ βλέπεις ποδόσφαιρο!
Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, ξέχασε ο σκορπιός τον ιερό του σκοπό. Δεν είχε δει ψηλά τον ευαγγελιστή ή αφέθηκε στο θέλημά Του; Έσπασε σαν πύον το κέλυφος της δοξασίας. Και γύρισε τη φαρμακερή ουρά του, χύνοντας το δηλητήριο. Ξέσπασε εκτός ορίων ο Δημήτρης, ο ξένιος Έλλην:
—Ζαν-Πωλ, αν δεν μου απαντήσεις ως αύριο πρωί, γιατί έθεσες την ερώτηση αυτή και τι εννοείς, θα πρέπει να φύγεις.
Η Ύβρις είχε επιτελεσθεί, η υπομονή είχε ήδη εξαντληθεί, η υπέρβαση των ορίων είχε συμβεί.
Είχε φύγει από τα Χερουβείμ το πνεύμα της Αρμονίας. Είχε ξυπνήσει νωρίς -πριν το Φθινόπωρο- ο σκορπιός. Η δηλητηριώδης σιωπή είχε προσωρινά μόνο επικρατήσει της τόλμης του αητού. Έπρεπε να στρέψει πάνω του το δηλητήριο της ουράς του, για να μετενσαρκωθεί σε αητό και ν’ ανέβει στην εποπτική του θέση δίπλα στον Ιωάννη. Αλλιώς ας σέρνεται στη γη.
Μηχανισμός άμυνας, φροϋδικό ολίσθημα, φόβος ή έλλειψη αντοχής, υπομονής; Η άμυνα ως επίθεση ή είναι που μας έχει τραχύνει η μοναξιά – σεβαστέ της Ασκητικής Νίκο; Γιατί υπάρχουν δυο λογιών αναχωρητές: εκείνοι που στο πέρασμα του χρόνου, το σώμα και την ψυχή σκληραίνουν κι οι άλλοι που μεσ’ απ’ τα σεπτά τα δάκρυα γαληνεύουν. Διότι δεν ζουν αυτοί οι δεύτεροι, Άλλος ζει μέσα τους. Δεν τους απασχολεί τι λέει ο Σωκράτης δια στόματος Φαίδωνα περί ψυχής· επτά μετενσαρκώσεις; Αυτός μία Ανάσταση νεκρών προσδοκά. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι.
Άκουσα πρόσφατα έναν ομιλητή των ανθρωποσοφιστών, του Ρούντολφ Στάινερ -που εδώ απ’ τη Στουτγάρδη ξεκίνησε κι αυτός, του περασμένου αιώνα «αναμορφωτής»- σε διάλεξή του για την Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, να ισχυρίζεται ότι ο Λεονάρντο –αυτός ο σπάνιος μιγάς– ήταν κατά τον Στάινερ μετενσάρκωση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Στο θείο έργο της συγχώρησης, της αποκατάστασης της προδοσίας!
Ο Δημήτρης ως σκορπιός, εγώ, ποιες προηγούμενες ψυχές κουβαλάμε – θείε Πλάτωνα;
Ο Ζαν-Πωλ ξύπνησε το άλλο πρωί με την απάντηση ότι δεν είχε απάντηση να δώσει στο κατά τ’ άλλα απλοϊκό ερώτημα. Κι ήταν η πρώτη φορά που, ο εσαεί με ανοιχτές αγκάλες, ξένιος Έλλην έβγαζε κάποιον απ’ τον οίκο του. Άντε τώρα εσύ να σέρνεις πάλι σισύφεια τις ερινύες σου.
Κύριε, κύριε, ελέησον ημάς.
*
*
*
